Κυριακή, 3 Σεπτεμβρίου 2017

ΡΗΤΟΡΙΚΗ: ΔΗΜΟΣΘΕΝΗΣ - Περὶ τοῦ στεφάνου (234-243)

[234] Δύναμιν μὲν τοίνυν εἶχεν ἡ πόλις τοὺς νησιώτας, οὐχ ἅπαντας, ἀλλὰ τοὺς ἀσθενεστάτους· οὔτε γὰρ Χίος οὔτε Ῥόδος οὔτε Κέρκυρα μεθ᾽ ἡμῶν ἦν· χρημάτων δὲ σύνταξιν εἰς πέντε καὶ τετταράκοντα τάλαντα, καὶ ταῦτ᾽ ἦν προεξειλεγμένα· ὁπλίτην δ᾽ ἢ ἱππέα πλὴν τῶν οἰκείων οὐδένα. ὃ δὲ πάντων καὶ φοβερώτατον καὶ μάλισθ᾽ ὑπὲρ τῶν ἐχθρῶν, οὗτοι παρεσκευάκεσαν τοὺς περιχώρους πάντας ἔχθρας ἢ φιλίας ἐγγυτέρω, Μεγαρέας, Θηβαίους, Εὐβοέας.

[235] τὰ μὲν τῆς πόλεως οὕτως ὑπῆρχεν ἔχοντα, καὶ οὐδεὶς ἂν ἔχοι παρὰ ταῦτ᾽ εἰπεῖν ἄλλ᾽ οὐδέν· τὰ δὲ τοῦ Φιλίππου, πρὸς ὃν ἦν ἡμῖν ὁ ἀγών, σκέψασθε πῶς. πρῶτον μὲν ἦρχε τῶν ἀκολουθούντων αὐτὸς αὐτοκράτωρ, ὃ τῶν εἰς τὸν πόλεμον μέγιστόν ἐστιν ἁπάντων· εἶθ᾽ οὗτοι τὰ ὅπλ᾽ εἶχον ἐν ταῖς χερσὶν ἀεί· ἔπειτα χρημάτων ηὐπόρει καὶ ἔπραττεν ἃ δόξειεν αὐτῷ, οὐ προλέγων ἐν τοῖς ψηφίσμασιν, οὐδ᾽ ἐν τῷ φανερῷ βουλευόμενος, οὐδ᾽ ὑπὸ τῶν συκοφαντούντων κρινόμενος, οὐδὲ γραφὰς φεύγων παρανόμων, οὐδ᾽ ὑπεύθυνος ὢν οὐδενί, ἀλλ᾽ ἁπλῶς αὐτὸς δεσπότης, ἡγεμών, κύριος πάντων.

[236] ἐγὼ δ᾽ ὁ πρὸς τοῦτον ἀντιτεταγμένος (καὶ γὰρ τοῦτ᾽ ἐξετάσαι δίκαιον) τίνος κύριος ἦν; οὐδενός· αὐτὸ γὰρ τὸ δημηγορεῖν πρῶτον, οὗ μόνου μετεῖχον ἐγώ, ἐξ ἴσου προὐτίθεθ᾽ ὑμεῖς τοῖς παρ᾽ ἐκείνου μισθαρνοῦσι καὶ ἐμοί, καὶ ὅσ᾽ οὗτοι περιγένοιντ᾽ ἐμοῦ (πολλὰ δ᾽ ἐγίγνετο ταῦτα, δι᾽ ἣν ἕκαστον τύχοι πρόφασιν), ταῦθ᾽ ὑπὲρ τῶν ἐχθρῶν ἀπῇτε βεβουλευμένοι.

[237] ἀλλ᾽ ὅμως ἐκ τοιούτων ἐλαττωμάτων ἐγὼ συμμάχους μὲν ὑμῖν ἐποίησα Εὐβοέας, Ἀχαιούς, Κορινθίους, Θηβαίους, Μεγαρέας, Λευκαδίους, Κερκυραίους, ἀφ᾽ ὧν μύριοι μὲν καὶ πεντακισχίλιοι ξένοι, δισχίλιοι δ᾽ ἱππεῖς ἄνευ τῶν πολιτικῶν δυνάμεων συνήχθησαν· χρημάτων δ᾽ ὅσων ἐδυνήθην ἐγὼ πλείστων συντέλειαν ἐποίησα.

[238] εἰ δὲ λέγεις ἢ τὰ πρὸς Θηβαίους δίκαι᾽, Αἰσχίνη, ἢ τὰ πρὸς Βυζαντίους ἢ τὰ πρὸς Εὐβοέας, ἢ περὶ τῶν ἴσων νυνὶ διαλέγει, πρῶτον μὲν ἀγνοεῖς ὅτι καὶ πρότερον τῶν ὑπὲρ τῶν Ἑλλήνων ἐκείνων ἀγωνισαμένων τριήρων, τριακοσίων οὐσῶν τῶν πασῶν, τὰς διακοσίας ἡ πόλις παρέσχετο, καὶ οὐκ ἐλαττοῦσθαι νομίζουσα οὐδὲ κρίνουσα τοὺς ταῦτα συμβουλεύσαντας οὐδ᾽ ἀγανακτοῦσ᾽ ἐπὶ τούτοις ἑωρᾶτο (αἰσχρὸν γάρ), ἀλλὰ τοῖς θεοῖς ἔχουσα χάριν, εἰ κοινοῦ κινδύνου τοῖς Ἕλλησι περιστάντος αὐτὴ διπλάσια τῶν ἄλλων εἰς τὴν ἁπάντων σωτηρίαν παρέσχετο.

[239] εἶτα κενὰς χαρίζει χάριτας τουτοισὶ συκοφαντῶν ἐμέ. τί γὰρ νῦν λέγεις οἷ᾽ ἐχρῆν πράττειν, ἀλλ᾽ οὐ τότ᾽ ὢν ἐν τῇ πόλει καὶ παρὼν ταῦτ᾽ ἔγραφες, εἴπερ ἐνεδέχετο παρὰ τοὺς παρόντας καιρούς, ἐν οἷς οὐχ ὅσ᾽ ἐβουλόμεθα, ἀλλ᾽ ὅσα δοίη τὰ πράγματ᾽ ἔδει δέχεσθαι· ὁ γὰρ ἀντωνούμενος καὶ ταχὺ τοὺς παρ᾽ ἡμῶν ἀπελαυνομένους προσδεξόμενος καὶ χρήματα προσθήσων ὑπῆρχεν ἕτοιμος.

 [240] Ἀλλ᾽ εἰ νῦν ἐπὶ τοῖς πεπραγμένοις κατηγορίας ἔχω, τί ἂν οἴεσθε, εἰ τότ᾽ ἐμοῦ περὶ τούτων ἀκριβολογουμένου, ἀπῆλθον αἱ πόλεις καὶ προσέθεντο Φιλίππῳ, καὶ ἅμ᾽ Εὐβοίας καὶ Θηβῶν καὶ Βυζαντίου κύριος κατέστη, τί ποιεῖν ἂν ἢ τί λέγειν τοὺς ἀσεβεῖς ἀνθρώπους τουτουσί;

[241] οὐχ ὡς ἐξεδόθησαν; οὐχ ὡς ἀπηλάθησαν βουλόμενοι μεθ᾽ ὑμῶν εἶναι; εἶτα «τοῦ μὲν Ἑλλησπόντου διὰ Βυζαντίων ἐγκρατὴς καθέστηκε, καὶ τῆς σιτοπομπίας τῆς τῶν Ἑλλήνων κύριος, πόλεμος δ᾽ ὅμορος καὶ βαρὺς εἰς τὴν Ἀττικὴν διὰ Θηβαίων κεκόμισται, ἄπλους δ᾽ ἡ θάλαττα ὑπὸ τῶν ἐκ τῆς Εὐβοίας ὁρμωμένων λῃστῶν γέγονεν»· οὐκ ἂν ταῦτ᾽ ἔλεγον καὶ πολλά γε πρὸς τούτοις ἕτερα;

[242] πονηρόν, ἄνδρες Ἀθηναῖοι, πονηρὸν ὁ συκοφάντης ἀεὶ καὶ πανταχόθεν βάσκανον καὶ φιλαίτιον· τοῦτο δὲ καὶ φύσει κίναδος τἀνθρώπιόν ἐστιν, οὐδὲν ἐξ ἀρχῆς ὑγιὲς πεποιηκὸς οὐδ᾽ ἐλεύθερον, αὐτοτραγικὸς πίθηκος, ἀρουραῖος Οἰνόμαος, παράσημος ῥήτωρ. τί γὰρ ἡ σὴ δεινότης εἰς ὄνησιν ἥκει τῇ πατρίδι;

[243] νῦν ἡμῖν λέγεις περὶ τῶν παρεληλυθότων; ὥσπερ ἂν εἴ τις ἰατρὸς ἀσθενοῦσι μὲν τοῖς κάμνουσιν εἰσιὼν μὴ λέγοι μηδὲ δεικνύοι δι᾽ ὧν ἀποφεύξονται τὴν νόσον, ἐπειδὴ δὲ τελευτήσειέ τις αὐτῶν καὶ τὰ νομιζόμεν᾽ αὐτῷ φέροιτο, ἀκολουθῶν ἐπὶ τὸ μνῆμα διεξίοι «εἰ τὸ καὶ τὸ ἐποίησεν ἅνθρωπος οὑτοσί, οὐκ ἂν ἀπέθανεν». ἐμβρόντητε, εἶτα νῦν λέγεις;

***
[234] Δύναμη λοιπόν είχε η πόλη τους νησιώτες, όχι όλους αλλά τους πιο αδύνατους, γιατί ούτε η Χίος ούτε η Ρόδος ούτε η Κέρκυρα ήταν με το μέρος μας· μια εισφορά χρημάτων σαράντα πέντε περίπου ταλάντων, και όλα αυτά προεισπραχθέντα· οπλίτη ή ιππέα εκτός από τους δικούς μας κανέναν. Αλλά το πιο φοβερό από όλα για μας και το πιο ευνοϊκό για τον εχθρό ήταν ότι αυτοί εδώ είχαν διαθέσει μάλλον εχθρικά παρά φιλικά όλους τους γείτονές μας, Μεγαρείς, Θηβαίους, Ευβοείς.

[235] Σε τέτοια κατάσταση βρίσκονταν τα πράγματα της πόλης και κανένας άλλος δεν θα μπορούσε να προσθέσει τίποτε άλλο εκτός από αυτά. Προσέξτε τώρα σε ποιά κατάσταση βρίσκονταν τα πράγματα του Φιλίππου, εναντίον του οποίου εμείς αγωνιζόμασταν. Πρώτον, ήταν ο ίδιος αρχηγός με απόλυτη εξουσία όσων τον ακολουθούσαν, πράγμα που στον πόλεμο είναι το πιο σημαντικό από όλα· δεύτερον, αυτοί βρίσκονταν συνεχώς σε πολεμική ετοιμότητα· έπειτα, είχε στη διάθεσή του πολλά χρήματα και υλοποιούσε όσες αποφάσεις έπαιρνε, χωρίς να τις κοινολογεί από πριν με ψηφίσματα, χωρίς να τις συζητάει δημοσίως, χωρίς καν να σέρνεται στα δικαστήρια από συκοφάντες, χωρίς ακόμη να αντιμετωπίζει διώξεις για παράνομα ψηφίσματα. Δεν ήταν υπόλογος σε κανέναν· ήταν απλώς ο απόλυτος άρχων, ο αρχηγός και ο κύριος όλων.

[236] Αντίθετα, εγώ που είχα αντιταχθεί σ᾽ αυτόν (γιατί είναι δίκαιο να εξετάσετε και αυτό) τίνος ήμουν κύριος; Κανενός. Και πρώτα πρώτα τη δημόσια αγόρευση, στο μόνο πράγμα που συμμετείχα εγώ, τη μοιράζατε στα μίσθαρνα όργανα του Φιλίππου και σ᾽ εμένα με τους ίδιους όρους· και κάθε φορά που υπερίσχυε η δική τους άποψη (και ήταν πολλές οι περιπτώσεις που συνέβη αυτό για οποιοδήποτε κάθε φορά λόγο η καθεμιά), αποχωρούσατε από την Εκκλησία του Δήμου, αφού προηγουμένως είχατε πάρει αποφάσεις υπέρ του εχθρού.

[237] Ωστόσο, παρά τα μειονεκτήματα αυτά, πέτυχα να γίνουν σύμμαχοί σας οι Ευβοείς, οι Αχαιοί, οι Κορίνθιοι, οι Θηβαίοι, οι Μεγαρείς, οι Λευκαδίτες, και οι Κερκυραίοι· από αυτούς συγκροτήθηκε ένα σώμα από δεκαπέντε χιλιάδες μισθοφόρους και μία ίλη δυο χιλιάδων ιππέων, εκτός από τη στρατιωτική δύναμη που την αποτελούσαν οι πολίτες των χωρών αυτών. Όσο για τη συνεισφορά σε χρήματα των συμμαχικών πόλεων, πέτυχα να την κάνω όσο μεγαλύτερη μπορούσα.

[238] Αν όμως μιλάς, Αισχίνη, για τους δίκαιους όρους προς τους Θηβαίους ή προς τους Βυζαντίους ή προς τους Ευβοείς, και αυτή τη στιγμή θέτεις το ζήτημα ίσων συνεισφορών, πρώτα πρώτα αγνοείς ότι από τις ένδοξες εκείνες τριήρεις που αγωνίστηκαν για τους Έλληνες στο παρελθόν, τριακόσιες στο σύνολό τους, η πόλη μας παρέσχε τις διακόσιες· και δεν ένιωσε ότι αδικούνταν, ούτε και έσυρε στα δικαστήρια αυτούς που της έδωσαν αυτή τη συμβουλή, ούτε φαινόταν να αγανακτεί γι᾽ αυτά (γιατί θα ήταν ντροπή)· αντίθετα μάλιστα, φάνηκε να χρωστά ευγνωμοσύνη στους θεούς, που, στον κίνδυνο που απείλησε τότε όλους τους Έλληνες, παρέσχε αυτή διπλάσια από τους υπόλοιπους Έλληνες πολεμικά σκάφη για τη σωτηρία όλων.

[239] Έπειτα, συκοφαντώντας εμένα προσφέρεις σ᾽ αυτούς εδώ υπηρεσίες χωρίς αντίκρισμα. Γιατί τους λες τώρα σε ποιές ενέργειες έπρεπε να προχωρήσουν τότε; Βρισκόσουν στην πόλη και ήσουν παρών στη συνέλευση. Γιατί δεν έκανες τις προτάσεις σου τότε, αν βέβαια μπορούσαν να εφαρμοστούν στις κρίσιμες εκείνες περιστάσεις, στις οποίες ήμασταν υποχρεωμένοι να δεχόμαστε όχι όσα θέλαμε αλλά όσα επέτρεπε η κατάσταση; Γιατί καραδοκούσε εκείνος που θα πρόσφερε καλύτερους όρους και θα δεχόταν αμέσως όσους συμμάχους εμείς τυχόν διώχναμε, και θα τους πλήρωνε κιόλας.

 [240] Αλλά, αν σήμερα κατηγορούμαι για όσα έχουν γίνει, τί φαντάζεσθε ότι θα έκαναν ή τί θα έλεγαν οι χωρίς αρχές αυτοί άνθρωποι, αν τότε, επιμένοντας εγώ στις λεπτομέρειες σχετικά με αυτά, έφευγαν οι πόλεις και ενώνονταν με τον Φίλιππο και γινόταν αυτός ταυτόχρονα κύριος της Εύβοιας, της Θήβας και του Βυζαντίου;

[241] Δεν θα σας είχαν πει ότι τους παραδώσαμε στον Φίλιππο; Ότι τους διώξαμε, ενώ ήθελαν να είναι μαζί μας; Ότι «με τη βοήθεια των Βυζαντίων έγινε κύριος του Ελλησπόντου και απέκτησε τον έλεγχο της μεταφοράς σιτηρών όλης της Ελλάδας, ότι μέσω των Θηβαίων έχει φτάσει στην Αττική ένας πόλεμος σκληρός με τους γείτονές της και ότι η θάλασσα έγινε απρόσιτη για μας εξαιτίας των πειρατών που εξορμούσαν από την Εύβοια;» Δεν θα είχαν εκφράσει αυτά τα παράπονα και ακόμη περισσότερα;

[242] Πονηρό πλάσμα ο συκοφάντης, Αθηναίοι, πονηρό και από κάθε άποψη φθονερό και φιλοκατήγορο (: με τάση να κατηγορεί). Αυτό όμως το ανθρωπάριο είναι από τη φύση του πονηρή αλεπού, που ποτέ δεν έχει κάνει τίποτε σωστό ούτε και αντάξιο ελεύθερου ανθρώπου, ένας μελοδραματικός πίθηκος, ένας αγροίκος Οινόμαος, ένας ψευτορήτορας. Σε τί ωφέλησε την πατρίδα η δική σου ρητορική δεινότητα;

[243] Τώρα μας μιλάς για τα περασμένα; Είναι όπως ένας γιατρός που επισκέπτεται τους ασθενείς του όσο είναι άρρωστοι, και ούτε τους λέει τίποτε ούτε υποδεικνύει με ποιά φάρμακα θα απαλλαγούν από την αρρώστια· αλλά, όταν πεθάνει κάποιος από αυτούς και γίνεται η κηδεία του, ακολουθώντας τον νεκρό στο μνήμα, τότε δίνει τη συνταγή του· «αν ο άνθρωπος έκανε το και το, δεν θα πέθαινε». Ηλίθιε, ποιό το όφελος να λες αυτά τώρα;

ΟΙ ΤΥΡΑΝΝΟΙ

Δέν εἶναι εὔκολο νά γράψει κάνεις τήν ἱστορία τῆς ἑλληνικῆς τυραννίδας τῶν ἀρχαϊκῶν χρόνων, ἀφοῦ οἱ πηγές πού διαθέτει εἶναι πολύ μεταγενέστερες ἀπό τά γεγονότα στά ὁποῖα ἀναφέρονται, πράγμα πού θέτει στόν ἱστορικό ἕνα πρόβλημα σχεδόν ἄλυτο: πρέπει ἄραγε νά δώσουμε πίστη σ’ αὐτές τίς πηγές καί νά προσπαθήσουμε νά ἄρουμε τίς ἀντιφάσεις πού συχνά παρουσιάζουν, ἡ, ἀντίθετα, νά τίς θεωρήσουμε φανταστικές καί νά δοκιμάσουμε νά τίς ἀποκρυπτογραφήσουμε; Εἶναι ἀλήθεια ὅτι οἱ Ἕλληνες ἔπλασαν μιά εἰκόνα τοῦ τυράννου πού εἶναι ἕνα κράμα ἀπό παραδόσεις, ἀπό πράξεις σχεδόν ἀπάνθρωπες πού μαρτυροῦν τήν ἀνατροπή τῶν ἀξιῶν τῆς πόλης, καί ἀπό πεπρωμένα πού θυμίζουν τή μοίρα τῶν τραγικῶν ἡρώων. Ἀλλά συγχρόνως εἶναι βέβαιο ὅτι ἡ τυραννίδα καλύπτει μιά περίοδο τῆς ἑλληνικῆς ἱστορίας τῶν ἀρχαϊκῶν χρόνων. Ὁ Θουκυδίδης, μιλώντας γιά τό παρελθόν τῆς Ἑλλάδας στήν ἀρχή τῆς ἱστορίας τοῦ Πελοποννησιακοῦ πολέμου εἶναι σαφέστατος ὡς πρός αὐτό. Ἀφοῦ ἀναφέρει τό μεγάλο ἀποικιακό ρεῦμα μετά τό τέλος τῆς περιόδου τῶν μεταναστεύσεων, προσθέτει: «Καθώς ἡ Ἑλλάδα γινόταν ἰσχυρότερη καί ἀποκτοῦσε ὁλο καί περισσότερα πλούτη, στίς περισσότερες πόλεις ἐπικρατοῦσαν τυραννικά καθεστῶτα» (Α’ 13, 1). Ὁ ἱστορικός καθορίζει ἔπειτα τί ἐννοεῖ λέγοντας «γινόταν ἰσχυρότερη» καί «ἀποκτοῦσε πλούτη», θεωρεῖ ὅτι καί τά δυό αὐτά γεγονότα συνδέονται μέ τήν ἀνάπτυξη τῆς ναυτιλίας, καί ἀναφέρει ὡς ἀποδείξεις τά παραδείγματα τῆς Κορίνθου, τῆς Σάμου καί τῶν σικελικῶν πόλεων. Ὡστόσο, πάντα σύμφωνα μέ ὅσα ἀναφέρει ὁ ἀθηναῖος ἱστορικός, αὐτή ἡ ἀνάπτυξη θά διακοπεῖ γιά ἕνα διάστημα στήν Ἰωνία λόγω τῆς περσικῆς ἀπειλῆς, καθώς καί στήν ἠπειρωτική Ἑλλάδα, ἐπειδή «ὅσοι τύραννοι ὑπῆρχαν στίς ἑλληνικές πόλεις δέν σκέπτονταν παρά μόνο τόν ἑαυτό τους καί τήν αὔξηση τῆς περιουσίας τους, κι ἔτσι κυβερνοῦσαν τίς πόλεις ὅσο τό δυνατόν πιό συντηρητικά, μέ ἀποτέλεσμα νά μήν κάνουν τίποτε τό ἀξιόλογο στή διάρκεια τῆς διακυβέρνησής τους παρά μόνο πολέμους ἐναντίον τῶν γειτόνων τους» (Α’ 17). Αὐτό τό χωρίο θεωρήθηκε συχνά ἀπόδειξη ὅτι ἡ ἐμφάνιση τῆς τυραννίδας συνδέεται μέ τήν ἀνάπτυξη τῆς ἐμπορικῆς ναυτιλίας, πού εἶχε ὡς ἀποτέλεσμα τή δημιουργία τῆς τάξης τῶν ἐμπόρων, τήν ὁποία ἐκπροσωποῦσαν οἱ τύραννοι. Ἔχουμε ἡδη μιλήσει γι’ αὐτό τό θέμα, ὅταν ἀναφερθήκαμε στήν ἀφύπνιση τῶν ναυτικῶν συναλλαγῶν κατά τήν ἀρχαϊκή ἐποχή. Εἶναι φανερό ὅτι στό χωρίο αὐτό ὁ Θουκυδίδης δέν ἐννοεῖ τήν ἐμπορική ναυτιλία ἀλλά τή ναυτική δύναμη, δηλαδή κάτι πολύ διαφορετικό. Καί ἐπικρίνει τούς τυράννους, γιατί τούς ἀπασχολοῦσαν ὑπερβολικά τά προσωπικά τους συμφέροντα, μέ ἀποτέλεσμα νά ἀδιαφοροῦν γιά τή συνένωση τῶν Ἑλλήνων ἐναντίον τῶν ἐχθρῶν πού τούς ἀπειλοῦσαν εἴτε ἀπό τήν Ἀνατολή εἴτε ἀπό τή Δύση. Γι’ αὐτό ἄλλωστε θεωρεῖ τήν ἀνατροπή τῶν τυράννων ἀπό τους Σπαρτιάτες ἔναρξη τῆς πραγματικῆς ἰσχύος τῶν δύο κυριότερων ἑλληνικῶν πόλεων τῆς ἐποχῆς του, τῆς Σπάρτης καί τῆς Ἀθήνας.

Εἶναι ὅμως θεμιτό νά βασιζόμαστε τόσο στήν κρίση τοῦ ἀθηναίου ἱστορικοῦ; Καί βέβαια ὄχι. Πρέπει πάντως νά τή λαμβάνουμε ὑπόψη, γιατί ὁ Θουκυδίδης ὑπογραμμίζει ἕνα γεγονός πολύ σημαντικό: ὅτι οἱ τύραννοι ἐμφανίστηκαν ἀρχικά σέ πλούσιες πόλεις μέ ἰσχυρό στόλο, κάτι πού δέν θά ἔπρεπε νά τό ἀγνοήσουμε.
 
Ἀνάμεσα στίς πόλεις αὐτές ὁ Θουκυδίδης ἀναφέρει πρώτη τήν Κόρινθο, ὅπου κατασκευάστηκαν, ὅπως λέει, οἱ πρῶτες τριήρεις, τήν αὐγή τοῦ 7ου αἰώνα. Μνημονεύει ἐπίσης τόν περίφημο Ἀμεινοκλῆ, πού ἡ φήμη του ἔφτασε ὡς τή Σάμο, ὅπου τόν κάλεσαν νά κατασκευάσει τέσσερις τριήρεις. Γιά τήν Κόρινθο ὁ Θουκυδίδης ἀναφέρει ἐπίσης ὅτι ἦταν ἐμπορικό κέντρο (ἐμπόριον) καί λόγω τῆς γεωγραφικῆς της θέσης καί λόγω τῆς ναυτικῆς της ἰσχύος: «Καθώς ἡ πόλη τους βρισκόταν πάνω στόν ἰσθμό, οἱ Κορίνθιοι τήν ἐκμεταλλεύονταν πάντα ὡς ἐμπορικό κέντρο, ἐπειδή ἀνέκαθεν οἱ Ἕλληνες, εἴτε ἔμεναν στήν Πελοπόννησο εἴτε ἔξω ἀπό αὐτήν, ἐπικοινωνοῦσαν μεταξύ τους περισσότερο ἀπό τή στεριά παρά ἀπό τή θάλασσα καί περνοῦσαν ἀναγκαστικά ἀπό τή χώρα τους· ἔτσι εἶχαν ἀποκτήσει πολλά χρήματα, ὅπως μαρτυροῦν καί οἱ ἀρχαῖοι ποιητές, πού ὀνόμαζαν τήν Κόρινθο ἀφνειόν [πλούσια]. Καί ὅταν ἀναπτύχθηκε ἡ ναυσιπλοία στήν Ἑλλάδα, καθώς οἱ Κορίνθιοι εἶχαν ἰσχυρό στόλο, καταπολεμοῦσαν τούς πειρατές, καί ἔτσι ἡ Κόρινθος, ὄντας κέντρο ἐμπορικό σέ θάλασσα καί στεριά, εἶχε γίνει μιά πόλη ἰσχυρή χάρη στίς χρηματικές προσόδους» (Α’ 13, 5).
 
Ὁ Θουκυδίδης, ἕνας Ἀθηναῖος τοῦ τέλους τοῦ 5ου αἰώνα, μιλᾶ γιά τούς Κορινθίους σάν νά ἐπρόκειτο γιά ἕνα ὁμοιογενές σύνολο πού ἀπολάμβανε τόν πλοῦτο τῆς ἀφνειοῦ Κορίνθου. Ὁ Ἡρόδοτος, στόν ὁποῖο ὀφείλουμε τά σημαντικότερα στοιχεῖα ἀπό ὅσα διαθέτουμε σχετικά,μέ τήν ἐμφάνιση τῆς κορινθιακῆς τυραννίδας, εἶναι ὡς πρός αὐτό πιό ἀκριβής. Μιλώντας γιά τήν τυραννίδα τῶν Κυψελιδῶν ἀναφέρει ἀρχικά ὅτι τότε τήν πόλη τήν κυβερνοῦσε ἡ ἰσχυρή οἰκογένεια τῶν Βακχιαδῶν, πού ἐφάρμοζε τήν ἐνδογαμία. Πρόκειται γιά τούς ὑποτιθέμενους ἀπογόνους του μυθικοῦ βασιλιᾶ Βάκχι, τοῦ πρώτου δωριέα βασιλιᾶ τῆς Κορίνθου, δηλαδή γιά μιά κληρονομική ἀριστοκρατία πού κυβερνοῦσε τήν πόλη καί ἡ ὁποία εἶχε λάβει ἐνεργό μέρος στόν ἀποικισμό τῆς Δύσης. Ὁ Ἀρχίας, ὁ ἱδρυτής τῶν Συρακουσῶν, ἦταν Βακχιάδης, ὅπως καί ὁ Χερσι-κράτης, πού πῆρε τήν Κέρκυρα ἀπό τους Ἐρετριεῖς, οἱ ὁποῖοι εἶχαν ἐγκατασταθεῖ ἐκεῖ πρῶτοι. Μερικοί σύγχρονοι ἐπιστήμονες, μέ ἀφορμή τίς μαρτυρίες τοῦ Θουκυδίδη καί τίς πληροφορίες τοῦ Ἡροδότου καί ὁρισμένων ἄλλων μεταγενέστερων συγγραφέων, ὑποστήριξαν ὅτι οἱ Βακχιάδες ἦταν κάτι σάν «πρίγκιπες ἔμποροι» πού ἔλεγχαν τό ἐμπόριο τῆς δυτικῆς Μεσογείου. Στήν πραγματικότητα ὁ Θουκυδίδης μᾶλλον ἐννοεῖ ὅτι ἡ Κόρινθος, καί κατά συνέπεια ἡ ἀριστοκρατία πού τήν κυβερνοῦσε, ὄφειλε τά πλούτη της στή γεωγραφική θέση της καί στά λιμάνια της. Ἡ ἀφύπνιση τῶν ἐμπορικῶν ἀνταλλαγῶν στή Μεσόγειο ἔκανε τή θέση της ἀκόμα πιό προνομιακή, μιά καί τά ἐμπορεύματα πού μεταφέρονταν ἀπό τήν Ἀνατολή στή Δύση, γιά νά μήν κάνουν τό γύρο τῆς Πελοποννήσου, ἔπρεπε ἀναγκαστικά νά περάσουν ἀπό τόν Ἰσθμό. Σύμφωνα μέ τήν παράδοση ὑπῆρχε ὁ δίολκος, χάρη στόν ὁποῖο γλιστροῦσαν τά πλοῖα ἀπό τίς Κεγχρεές τοῦ Σαρωνικοῦ κόλπου στό Λέχαιο τοῦ Κορινθιακοῦ. Οἱ ἀρχαιολόγοι ἀνακάλυψαν τά ἴχνη του, δέν ἔχει ὅμως χρονολογηθεῖ ἐπακριβῶς, ἐνῶ ὑπάρχει σήμερα ἡ τάση νά ἀποδίδεται ἡ κατασκευή του στόν Περιανδρο. Τά πλούτη λοιπόν πού ἀποκόμιζαν οἱ Βακχιάδες ἀπό τό ἐμπόριο δέν ἦταν ἀποτέλεσμα ἐπαγγελματικῆς ἐμπορικῆς δραστηριότητας, ἀλλά μᾶλλον ὀφείλονταν στή φορολογία τῶν πλοίων πού χρησιμοποιοῦσαν τά κορινθιακά λιμάνια.
 
Ἡ Κόρινθος ὅμως ἦταν, ὅπως προαναφέραμε, καί ἕνα ἀπό τά μεγάλα κέντρα παραγωγῆς κεραμικῶν εἰδῶν καί, μολονότι τά χρονολογικά προβλήματα εἶναι ἰδιαίτερα περίπλοκα, ἡ κορινθιακή ἀγγειοπλαστική φαίνεται ὅτι ἔφτασε στό ἀπόγειό της τήν ἐποχή τῶν Βακχιάδων. Ὡς ποιό βαθμό ὅμως οἱ Βακχιάδες ἔλεγχαν τήν παραγωγή τῶν κορινθιακῶν ἀγγείων πού ἀνταλλάσσονταν σέ ὁλόκληρη τή λεκάνη τῆς Μεσογείου μέ δημητριακά καί μέταλλα; Καί ὡς ποιό βαθμό ἡ ἀνάπτυξη αὐτῆς τῆς παραγωγῆς εἶχε ὡς ἀποτέλεσμα νά δημιουργηθεῖ μιά τάξη χειροτεχνῶν πού ἐντάχθηκαν στήν κοινότητα τῶν πολιτῶν; Αὐτά τά ἐρωτήματα παραμένουν ἀναπάντητα. Πάντως ἄς σημειωθεῖ ὅτι ὁ Ἀμεινοκλῆς, ὁ κατασκευαστής τῶν τριήρων, ἐξακολουθοῦσε τήν αὐγή τοῦ 7ου αἰώνα νά βρίσκεται, ὅπως καί ὅλοι οἱ ἄλλοι χειροτέχνες, οἱ δημιουργοί, κάπως στό περιθώριο μίας κοινωνίας πού οὐσιαστικά παρέμενε ἀγροτική.
 
Ἄς ἔρθουμε ὅμως στό κείμενο τοῦ Ἡροδότου. Στήν ἀρχή ἀναφέρεται ἡ γέννηση τῆς Λάβδας, τῆς χωλῆς κόρης ἑνός Βακχιάδη, τοῦ Ἀμφίωνα. Αὐτή, μή βρίσκοντας γιά σύζυγο κάποιον ἀριστοκράτη Βακχιάδη, παντρεύτηκε ἕναν ἄνθρωπο τῆς περιοχῆς, κάποιον Ἠετίωνα, πού ὁ ἱστορικός τόν θεωρεῖ ἀπόγονο του Καινέα, ἑνός ἀπό τους ἀρχηγούς τῶν Λαπιθῶν, τῶν μυθικῶν ἡρώων πού πολέμησαν τούς Κενταύρους καί πιστεύεται ὅτι νικήθηκαν ἀπό τόν Ἡρακλῆ. Οἱ σύγχρονοι ἐπιστήμονες, στηριγμένοι σέ αὐτά τά στοιχεῖα, δέν δίστασαν νά προχωρήσουν καί νά θεωρήσουν τόν «Λαπίθη» Ἠετίωνα ἀπόγονο πρωτόγονων πληθυσμῶν πού κατοικοῦσαν στόν Ἰσθμό πρίν ἀπό τήν κάθοδο τῶν Δωριέων. Ἔχουμε ὅμως καί πιό πάνω ἀμφισβητήσει παρόμοιους ὑποθετικούς ἀνταγωνισμούς ἀνάμεσα σέ ἔθνη, οἱ ὁποῖοι ἐπιβίωσαν παρά τήν πάροδο αἰώνων συνύπαρξης. Ἔστω, λοιπόν, καί ἄν σέ ἔσχατη ἀνάγκη δεχτοῦμε ὅτι ἡ δυναστεία τῶν Κυψελίδων προῆλθε ἀπό τή μή ἐνδογαμική ἕνωση μίας Βακχιάδας μέ ἕναν ἄνθρωπο τῆς περιοχῆς, αὐτό δέν σημαίνει κατανάγκην ὅτι ὁ Ἠετίων, πού ὁ ἴδιος καυχιόταν ὅτι κατάγεται ἀπό ἔνδοξο γένος, ἦταν χωρικός, πού ἀνῆκε μάλιστα σέ κάποια φυλή αὐτοχθόνων μή Δωριέων, σχεδόν ὑπόδουλων. Ἡ συνέχεια τῆς διήγησης τοῦ Ἡροδότου ἐντάσσεται στίς παραδόσεις τίς σχετικές μέ τή γέννηση παιδιῶν πού ἔχουν κάποιον ὕψηλο προορισμό, τίς ὁποῖες βρίσκουμε σέ πολλούς πολιτισμούς. Ὁ Ἠετίων, ἐπειδή δέν ἔκανε παιδιά, συμβουλεύτηκε τό μαντεῖο τῶν Δελφῶν, καί ἔμαθε ἀπό τό στόμα τῆς Πυθίας ὅτι ἡ γυναίκα του θά γεννήσει «μιά κυλιόμενη πέτρα, πού θά πέσει στούς μονάρχες καί θά τιμωρήσει τήν Κόρινθο» (Ε’ 92). Οἱ Βακχιάδες, πού τό πληροφορήθηκαν, προσπάθησαν νά ἁρπάξουν τό νεογέννητο καί νά τό σκοτώσουν. Τήν πρώτη φορά οἱ ἄνθρωποί τους λύγισαν μπροστά στά χαμόγελα τοῦ μικροῦ παιδιοῦ. Ὅταν ἐπανῆλθαν γιά νά πραγματοποιήσουν τό σχέδιό τους, ἡ μητέρα, πού κρυφάκουσε ὅσα ἔλεγαν, ἔκρυψε τό παίδι μέσα σ’ ἕνα ἀγγεῖο (κυψέλη —ἀπ’ ὅπου καί τό ὄνομά του: Κύψελος) πετυχαίνοντας μ’ αὐτό τόν τρόπο νά τό σώσει ἀπό τους φονιάδες. Ἔτσι ἐκ-πληρώθηκε ὁ χρησμός: ὅταν ἀνδρώθηκε ὁ Κύψελος ἔγινε κύριος της Κορίνθου.
 
Αὐτή ἡ χαριτωμένη ἱστορία πού ἀφηγεῖται ἐκτενῶς ὁ Ἡρόδοτος δέν εἶναι δυνατόν νά δώσει ἀπαντήσεις στά ἐρωτήματα πού ἀπασχολοῦν τόν ἱστορικό. Γιατί, μολονότι κατανοοῦμε πλήρως πῶς κατέλυσε τήν ἐξουσία τῶν Βακχιαδῶν κάποιος πού ἦταν συγγενής τους ἀπό τή μεριά τῆς μητέρας του καί ταυτοχρόνως νόθος[1], δέν γνωρίζουμε οὔτε μέ ποιές συνθῆκες ἀκριβῶς συνέβη αὐτή ἡ κατάλυση τῆς ἐξουσίας οὔτε σέ ποιόν στηρίχτηκε ὁ Κύψελος γιά νά ἐξουδετερώσει τούς ἀντίπαλούς του.
 
Πρέπει λοιπόν νά ἀνατρέξουμε σέ αλλες πηγές ἄν θέλουμε νά λύσουμε τίς ἀπορίες μας. Σύμφωνα μέ ἀρκετές παραδόσεις, τό πρῶτο μισό του 7ου αἰώνα ἦταν γιά τήν Κόρινθο μιά δύσκολη περίοδος. Ἔπρεπε κυρίως νά ἀντιμετωπίσει τήν ἐπανάσταση πού ξέσπασε στήν κορινθιακή ἀποικία Κέρκυρα, στή διάρκεια τῆς ὁποίας ἔγινε, κατά τόν Θουκυδίδη, «ἡ ἀρχαιότερη ναυμαχία πού μᾶς εἶναι γνωστή», ἡ ὁποία καί κατέληξε σέ νίκη τῶν Κερκυραίων (γύρω στό 664). Ἐπίσης, λίγο πρωτύτερα (τό 669) οἱ Ἀργεῖοι εἶχαν νικήσει τούς Σπαρτιάτες στή μάχη τῶν Ὑσιῶν, ἐνισχύοντας ἔτσι τή δύναμή τους στή βορειοανατολική Πελοπόννησο, καί ἀποτελοῦσαν πιά ἄμεση ἀπειλή γιά τόν Ἰσθμό. Μήπως αὐτές οἱ ἧττες καί οἱ ἀπειλές εἶχαν ἀρχίσει νά ὑποσκάπτουν τή δύναμη τῶν Βακχιαδῶν; Γιά νά κατανοήσουμε τίς συνθῆκες πού ἐπέτρεψαν στόν Κύψελο νά γίνει κυρίαρχος τῆς πόλης, πρέπει νά λάβουμε ὑπόψη καί ὁρισμένα ἄλλα στοιχεῖα: μερικοί ὑποστηρίζουν ὅτι τήν ἐπιρροή πού ἀσκοῦσε στό δῆμο τήν ὄφειλε στίς δικαστικές του ἁρμοδιότητες. Ἀντίθετα, σύμφωνα μέ τόν Ἔφορο, ἱστορικό του 4ου αἰώνα, ὁ Κύψελος, ὅταν κατέλαβε τήν ἐξουσία, εἶχε τό ἀξίωμα τοῦ πολεμάρχου, χάρη στό ὁποῖο κέρδισε τήν εὔνοια τοῦ λαοῦ ἱκανοποιώντας τίς ἀπαιτήσεις του. Αὐτή ἡ ἑρμηνεία εἶναι πιό ἀληθοφανής, ἀφοῦ ὁ πολέμαρχος μποροῦσε νά ἀσκήσει τέτοια ἐπιρροή, κυρίως στίς τάξεις τοῦ στρατοῦ. Αὐτό ὅμως προϋποθέτει, ὅπως καταλαβαίνουμε, καί τά ἑξῆς: Πρῶτον, ὅτι δέν ὑπῆρχε σαφής διάκριση μεταξύ τῶν ὁπλιτῶν καί τοῦ δήμου, πού ὁ Κύψελος τόν πῆρε μέ τό μέρος του: στήν Κόρινθο, ὅπως καί στή Σπάρτη, ἡ ἀπειλή καί τό παράδειγμα τῶν Ἁργείων θά εἶχαν ὁδηγήσει στήν υἱοθέτηση τῆς φάλαγγας. Δεύτερον, ὅτι ὁ Κύψελος, μολονότι ἦταν Βακχιάδης μόνο ἀπό τή μητέρα του, εἶχε κατορθώσει νά ἀναρριχηθεῖ σέ ἀξίωμα πού τό κατεῖχαν μέλη τῆς ἀριστοκρατίας.
 
Ἑπομένως, ἡ κατάληψη τῆς ἐξουσίας ἀπό τόν Κύψελο συνδέεται μᾶλλον μέ τήν «ὁπλιτική ἐπανάσταση» καί μέ τήν ἐπιθυμία ὅσων ὑπηρετοῦσαν στή φάλαγγα στό πλευρό τῶν ἀριστοκρατῶν νά ἀποκτήσουν, ὅπως λέει ὁ Ἔφορος, «τό μερίδιο πού τούς ἀναλογοῦσε». Τό μερίδιο ὅμως ἀπό τί πράγμα; Στό κείμενο τοῦ Ἐφόρου γίνεται λόγος γιά πρόστιμα καί ἐγγυήσεις, πράγματα δηλαδή ἀσυμβίβαστα μέ τήν κατάσταση πού ἐπικρατοῦσε στήν Κόρινθο τό πρῶτο μισό του 7ου αἰώνα. Μήπως πρόκειται κι ἐδῶ γιά κάποια πρωτόγονη μορφή χρέωσης τῶν ἀγροτῶν, ὅπως ἐκείνη πού ἐμφανίστηκε στήν Ἀθήνα μισόν αἰώνα ἀργότερα, ἡ ὁποία μᾶς ἀπασχόλησε πιό πάνω; Ὅπως καί ἄν ἔχουν τά πράγματα, ὁ Κύψελος φαίνεται ὅτι δέν κοπίασε πολύ γιά νά καταλάβει τήν ἀρχή. Τό γεγονός ὅτι ἄσκησε τήν ἐξουσία χωρίς νά βασίζεται σέ κάποια προσωπική φρουρά, ὅπως ὑπογραμμίζουν οἱ πηγές, ἐνισχύει τήν ἄποψη ὅτι ἐνεργοῦσε ὡς ἀρχηγός τῶν ὁπλιτῶν.
 
Τίς λιγοστές πληροφορίες πού διαθέτουμε σχετικά μέ τή διακυβέρνηση τοῦ Κυψέλου τίς ὀφείλουμε καί πάλι στόν Ἔφορο. Μόλις ἔγινε κύριος της Κορίνθου πῆρε τόν τίτλο τοῦ βασιλιᾶ καί ἔδιωξε τόν τελευταῖο Βακχιάδη. Οἱ περιουσίες τῶν ἀριστοκρατῶν δημεύτηκαν, δέν γνωρίζουμε ὅμως ἄν ὁ Κύψελος προχώρησε σέ ἀναδασμό τῆς γής, ὥστε νά ἀποδώσει στόν καθένα «τό μερίδιο πού τοῦ ἀναλογοῦσε», ἤ ἄν ἀρκέστηκε στό νά ἀνταμείψει τούς ὀπαδούς του ἐπαναστάτες. Σέ κάποιο σημεῖο ἑνός πολύ γνωστοῦ κειμένου τοῦ 4ου αἰώνα, τοῦ Οἰκονομικοῦ, πού ἀποδίδεται στόν Ἀριστοτέλη, ἀναφέρεται καί κάποιο ἄλλο μέτρο πού πῆρε ὁ Κύψελος: «Ἀφοῦ ὑποσχέθηκε στόν Δία νά τοῦ ἀφιερώσει ὅλα τά ἀγαθά τῶν Κορινθίων, ἄν γίνει κύριος της πόλης, ὁ Κύψελος τῆς Κορίνθου διέταξε τούς ὑπηκόους του νά δηλώσουν ἐπίσημα τήν περιουσία τους. Κατόπιν πῆρε ἀπό τόν καθένα τό ἕνα δέκατο τῆς περιουσίας του καί τούς παρακίνησε νά ἀξιοποιήσουν τό ὑπόλοιπο. Σέ ἕνα χρόνο ἐπανέλαβε τό ἴδιο: ἔτσι, σέ δέκα χρόνια συγκέντρωσε ὅλα τά ἀγαθά πού εἶχε ὑποσχεθεῖ στόν Δία, ἐνῶ οἱ Κορίνθιοι εἶχαν ἀποκτήσει ἄλλα» (Οἰκονομικός, II, 1).
 
Αὐτό τό μέτρο θεωρήθηκε γενικά φόρος δέκα τοῖς ἕκατο ἐπί τῶν ἐσόδων καί ὄχι κατακράτηση τοῦ ἑνός δεκάτου τῆς περιουσίας κάθε Κορινθίου. Σύμφωνα μέ τήν ἄποψη τοῦ ψευδο-Ἀριστοτέλη, αὐτή ἡ δεκάτη ἐπιβλήθηκε γιά νά πραγματοποιηθεῖ ἡ ὑπόσχεση στό θεό, συγχρόνως ὅμως ὑποθέτουμε ὅτι ἐπαύξησε τήν περιουσία τοῦ τυράννου καί ἴσως τοῦ ἐπέτρεψε νά ἐπιχειρήσει τόν ἀναδασμό πού ἀπαιτοῦσε ὁ δῆμος, χωρίς νά θίξει τήν ἰδιοκτησία. Ἴσως μάλιστα γιά τό σκοπό αὐτό νά ἔκοψε ὁ Κύψελος τά πρῶτα κορινθιακά νομίσματα. Ἡ ὑπό-θέση μπορεῖ νά ἀληθεύει ἄν δεχτοῦμε τή χαμηλή χρονολογία γιά τή δυναστεία τῶν Κυψελιδῶν, δηλαδή τήν ἄνοδο τοῦ Κυψέλου στήν ἐξουσία γύρω στό 620 καί τίς πρῶτες κοπές νομισμάτων γύρω στό 600.
 
Ἐπιπλέον, χάρη στήν ἔκδοση τῶν πρώτων νομισμάτων, ὁ Κύψελος ἀκολούθησε «ἀποικιακή» πολιτική ἐπέκτασης πρός τήν Ἀδριατική μέ τήν ἵδρυση τῆς Λευκάδας, τοῦ Ἀνακτορίου καί τῆς Ἀμβρακίας, πού τίς ἐμπιστεύτηκε στούς τρεῖς νόθους γιούς του. Δέν πρόκειται δηλαδή γιά τήν ἵδρυση αὐτόνομων πόλεων ἀλλά γιά τήν ἐπέκταση τῆς μητρόπολης, μέ σκοπό ἀφενός τή διανομή γαιῶν σέ ὅσους τό ἀπαιτοῦσαν καί ἀφετέρου τή διασφάλιση τοῦ πλοῦ τῶν κορινθιακῶν καραβιῶν στήν περιοχή τῆς Ἀδριατικῆς καί τήν εὐκολότερη προσέγγιση στά ἰλλυρικά κοιτάσματα ἀργύρου.
 
Εἶναι δύσκολο, ὅσον ἀφορᾶ τή δυναστεία τῶν Κυψελιδῶν, νά προχωρήσουμε πέρα ἀπό τίς λίγες αὐτές παρατηρήσεις, πού ἀποτελοῦν κατά μέγα μέρος ὑπόθεσεις. Ὁπωσδήποτε, τόν Κύψελο, πού ἔμεινε στήν ἐξουσία μέχρι τό θάνατό του, τόν διαδέχτηκε ὁ γιός του Περίανδρος, γιά τόν ὁποῖο ὑπάρχουν πολυάριθμες, ἄν καί συχνά ἀντικρουόμενες παραδόσεις. Ὁ Ἡρόδοτος εἶναι ἰδιαίτερα σαφής, τονίζοντας ἀπό τήν ἀρχή ὅτι ὁ Περίανδρος «στάθηκε ἀκόμα πιό σκληρός ἀπό τόν Κύψελο» καί ὅτι «συμπλήρωσε ὅσους φόνους ἤ διωγμούς δέν εἶχε προλάβει νά κάνει ὁ πατέρας του». Ἡ τυραννίδα λοιπόν τοῦ Περιάνδρου ἦταν σκληρότερη: ἡ στάση του ἀπέναντι στήν ἀριστοκρατία ἦταν πολύ πιό βάναυση καί ἡ ἀπολυταρχία του πολύ πιό ριζική. Ὁ Ἡρόδοτος ἀποδίδει αὐτές τίς τάσεις στίς βλαβερές συμβουλές τοῦ μιλήσιου τυράννου Θρασυβούλου. Πράγματι, ὁ Θρασύβουλος δέχτηκε ὡς ἑξῆς ἕναν ἀπεσταλμένο τοῦ Περιάνδρου, πού ἤθελε νά μάθει πῶς θά στερεώσει καλύτερα τή δύναμή του: τόν ὁδήγησε σ’ ἕναν ἀγρό σπαρμένο καί, κουβεντιάζοντας μαζί του, ἔκοβε ταυτόχρονα κάθε στάχυ πού ἔβλεπε νά ξεπερνᾶ τά ἄλλα. Γυρίζοντας στήν Κόρινθο ὁ ἀπεσταλμένος διηγήθηκε στόν κύριό του αὐτή τήν κατά τή γνώμη του παράλογη πράξη. Ἀλλά, προσθέτει ὁ Ἡρόδοτος, «ὁ Περίανδρος ἔπιασε τό νόημα τῆς πράξης αὐτῆς: κατάλαβε ὅτι ὁ Θρασύβουλος τόν συμβούλευε νά σκοτώνει τούς πολίτες πού ξεπερνοῦσαν τούς ἄλλους». Σύμφωνα μέ μιά ἄλλη ἐκδοχή τοῦ ἴδιου γεγονότος ὁ Περίανδρος ἦταν ἐκεῖνος πού συμβούλευε τόν Θρασύβουλο. Λίγο ὅμως μᾶς ἐνδιαφέρει, μιά καί τό νόημα αὐτῆς της παράδοσης εἶναι σαφές: ἔργο τοῦ τυράννου εἶναι ἡ ἀπάλειψη τῶν ἀνισοτήτων… μέ τό φόνο ὅσων ξεχωρίζουν ἀπό τους ἄλλους. Δέν πρόκειται λοιπόν μόνο γιά σφετερισμό τῆς ἐξουσίας μέ τήν ἀποπομπή τῶν νόμιμων δικαιούχων της, δηλαδή τῶν βασιλέων ἤ τῶν ἀρχόντων, ἀλλά γιά τόν περιορισμό μέ τή βία κάθε ἀντίδρασης. Καί εἶναι ἀλήθεια ὅτι ὁ Περίανδρος, ἀντίθετα ἀπό τόν Κύψελο, στήριξε τήν ἐξουσία του σέ μιά φρουρά τριακοσίων δορυφόρων. Μέ τέτοια δύναμη λοιπόν, ὡς ἀπόλυτος ἐξουσιαστής, ἀκολούθησε μιά πολιτική ἐντελῶς ἀντιαριστοκρατική, ὄχι μόνο σκοτώνοντας ἤ ἐξορίζοντας τούς ἀντιπάλους του, ἀλλά παίρνοντας καί μέτρα περιορισμοῦ τῆς πολυτελοῦς ζωῆς τῶν ἰσχυρῶν. Γι’ αύτό τό λόγο ἄλλωστε, μέ πρόσχημα τόν ἐξευμενισμό τοῦ φαντάσματος τῆς νεκρῆς συζύγου του Μέλισσας, ἀπογύμνωσε ὅλες τίς Κορίνθιες ἀπό τά ὡραιότερα ροῦχα καί κοσμήματά τους καί τῆς τά ἀφιέρωσε. Ἐπίσης, ἀπαγόρευσε στούς Κορινθίους νά ἔχουν δούλους, μέτρο πού δέν θα ‘πρεπε νά μᾶς παρασύρει στό νά ἀποδώσουμε στόν τύραννο κάποιο εὐρύ οἰκονομικό πρόγραμμα, ἀλλά ἐξηγεῖται ἄν θεωρηθεῖ προσπάθεια περιορισμοῦ τῶν δαπανῶν. Μέ τήν εὐκαιρία ἄς σημειωθεῖ ὅτι αὐτά τά μέτρα, πού οἱ συγγραφεῖς τοῦ 4ου αἰώνα τά παρουσιάζουν ὡς καταπιεστικά, ἴσως συνέτειναν στό νά τοποθετηθεῖ ὁ Περίανδρος ἀνάμεσα στούς ἑπτά σοφούς της ἀρχαιότητας, δίπλα στόν Σόλωνα, τοῦ ὁποίου οἱ διατάξεις κατά τῆς ἀργίας, ἔστω καί ἄν εἶχαν θετικό χαρακτήρα, ἐντάσσονται στό ἴδιο πλαίσιο. Ἀφοῦ ὅμως ἦταν αὐτονόητο ὅτι ὁ Περίανδρος συμπεριλαμβανόταν στούς «κακούς», ἔπρεπε νά τοῦ ἀποδοθοῦν καί διάφορες διαστροφές, καί εἰδικά τό ὅτι «ἔσμιξε μέ τή Μέλισσα ἐνῶ ἦταν νεκρή».
 
Μέ τή βοήθεια ὁρισμένων ἄλλων ἐνδείξεων πού μᾶς προσφέρουν οἱ πηγές μποροῦμε νά διακρίνουμε κάποιες ἄλλες πιό σημαντικές πλευρές τῆς πολιτικῆς τοῦ τυράννου. Προώθησε τήν κατασκευή τριήρων, γιά νά μπορεῖ νά ἐλέγχει τίς θάλασσες καταδιώκοντας τούς πειρατές, καί ἀκολούθησε μεγαλεπήβολη πολιτική στό χῶρο τοῦ Αἰγαίου, ἀναπτύσσοντας σχέσεις μέ τό βασίλειο τῆς Λυδίας καί τήν Αἴγυπτο. Τήν ὕπαρξη σχέσεων ἀνάμεσα στούς Κυψελίδες τῆς Κορίνθου καί τούς λυδούς βασιλεῖς Ἀλυάττη καί Κροῖσο μαρτυροῦν εὔγλωττα τά λυδικά ἀφιερώματα τοῦ θησαυροῦ τῶν Κορινθίων στούς Δελφούς. Οἱ σχέσεις μέ τήν Αἴγυπτο εἶναι πιό ἀμφίβολες, ἀφοῦ οἱ μόνες ἀποδείξεις πού διαθέτουμε εἶναι τό ὄνομα Ψαμμήτιχος πού ἔφερε κάποιος ἀνιψιός τοῦ τυράννου καί ἕνας σημαντικός ἀριθμός κορινθιακῶν ἀγγείων πού βρέθηκαν στή Ναύκρατι. Μιά ἄλλη ἐκδήλωση τῆς αἰγαιικῆς πολιτικῆς τοῦ τυράννου εἶναι ἡ μεσολάβησή του ὡς διαιτητῆ στή διαφορά μεταξύ Ἀθηναίων καί Μυτιληναίων, οἱ ὁποῖοι πολεμοῦσαν γιά τήν κυριότητα τοῦ Σιγείου. Ὅλα αὐτά βέβαια μαρτυροῦν τήν ἰσχύ πού εἶχε ἀποκτήσει ὁ τύραννος τῆς Κορίνθου, ὄχι μόνο στό πλαίσιο τῆς πόλης ἀλλά καί σέ ὁλόκληρο τόν Ἑλληνικό κόσμο.
 
Πῶς ὅμως ἐξηγεῖται ὅτι αὐτή ἡ ἰσχύς ἔπαψε νά ὑπάρχει μετά τό θάνατο τοῦ τυράννου; Πράγματι, ἐπειδή κατά τό θάνατο τοῦ Περιάνδρου δέν ζοῦσε κανείς ἀπό τους γιούς του, τόν διαδέχτηκε ὁ ἀνιψιός του Ψαμμήτιχος. Σέ λιγότερο ἀπό τρία χρόνια ὁ Ψαμμήτιχος ἀνατράπηκε, καί οἱ Κορίνθιοι προσπάθησαν νά σβήσουν κάθε ἴχνος τῶν Κυψελιδῶν μέ τόν πιό ἀτιμωτικό τρόπο: καταστρέφοντας τούς τάφους τῶν τυράννων καί διασκορπίζοντας ὅ,τι ἀπέμεινε ἀπ’ αὐτούς. Τή θέση τους κατέλαβε ἕνα ὀλιγαρχικό καθεστώς, πού ἐλεγχόταν ἀπό τους πλουσίους, ἔπαψε ὅμως νά ἀποτελεῖ κριτήριο γιά τήν ἀπόκτηση τῶν ἀξιωμάτων ἡ καταγωγή ἤ ἡ συγγένεια μέ κάποιο γένος, δηλαδή μέ κάποια μεγάλη οἰκογένεια.
 
Ἄν παραμερίσουμε τά ἀνεκδοτολογικά στοιχεῖα, τίς παραδόσεις καί τήν ἀνατροπή τῶν ἀξιῶν πού συνδέονται μέ τήν πολιτική καί τή ζωή τῶν τυράννων, αὐτή ἡ σύντομη ἐξέταση τῆς κορινθιακῆς τυραννίδας μᾶς ἐπιτρέπει νά διακρίνουμε τή θέση πού κατέχει στήν ἱστορία τῶν ἑλληνικῶν πόλεων κατά τήν ἀρχαϊκή ἐποχή. Γεννιέται ἀπό τήν κρίση πού μαστίζει τήν ἀριστοκρατική κοινωνία καί συμβάλλει, μέ τό σφετερισμό τῆς ἐξουσίας καί μέ τή βία, στήν κατάργηση τῶν προνομίων τῶν ἀριστοκρατῶν καί, μέ τήν κατάσχεση τοῦ πλούτου τῆς πόλης πού μαρτυρεῖ ἡ δεκάτη τοῦ Κυψέλου, στήν ἐξομάλυνση κατά κάποιον τρόπο τῶν κοινωνικῶν ἀνισοτήτων.
 
Μήπως λοιπόν πρέπει νά ἐπεκταθοῦμε καί νά ἀποδώσουμε στούς τυράννους μιά μεγαλεπήβολη ναυτιλιακή καί ἐμπορική πολιτική; Ὅπως ἔχουμε ἤδη ἀναφέρει, τό ἐμπόριο δέν συνδεόταν ἀναγκαστικά μέ τή ναυσιπλοία. Ἡ κυριαρχία στίς θάλασσες, μέ τήν κατοχή ἕνος ἰσχυροῦ στόλου, εἶχε βέβαια ὡς ἀποτέλεσμα τήν καταπολέμηση τῆς πειρατείας, καί συνεπῶς τήν προστασία τοῦ ἐμπορίου, δέν σήμαινε ὅμως ὑποχρεωτικά καί ἄμεση συμμετοχή στήν ἐμπορική δραστηριότητα. Ὅπως εἴπαμε καί πιό πάνω, τήν ἐποχή τῶν Βακχιαδῶν τά περισσότερα ἔσοδα τῆς πόλης προέρχονταν ἀπό τίς εἰσφορές πού πλήρωναν ὅσα πλοῖα ἄραζαν στά κορινθιακά λιμάνια καί ἴσως χρησιμοποιοῦσαν ἡδη τόν δίολκο. Σέ κάποιο ἀπόσπασμα ἑνός μεταγενέστερου συγγραφέα ἀναφέρεται ὅτι ὁ Περίανδρος, σέ μιά ἐκδήλωση μετριοπάθειας, δέν δέχτηκε νά ἐπιβάλει φόρους καί συνέχισε νά εἰσπράττει τά συνηθισμένα ἔσοδα, δηλαδή προφανῶς αὐτές τίς εἰσφορές. Ἑπομένως δέν εἶναι ἀπαραίτητο νά ἀποδίδουμε στούς τυράννους κάποια «ἐμπορική» πολιτική. Πρέπει ἐξάλλου νά ἀναφέρουμε ὅτι ἡ ἐποχή τῆς τυραννίδας συμπίπτει μέ τήν ἔναρξη τῆς περιόδου κατά τήν ὁποία ἡ κορινθιακή κεραμική παρακμάζει. Μεγάλη διάδοση σέ ὅλη σχεδόν τή λεκάνη τῆς Μεσογείου, καί ἰδιαίτερα στή Δύση, γνωρίζουν τώρα τά ἀττικά κεραμικά. Ἀπό τήν ἄλλη μεριά, ὁ ἰσχυρός στόλος ἐξασφάλιζε αὔξηση τῶν ἐσόδων τῆς πόλης καί ἔδινε στόν Περιανδρο τά μέσα νά τή στολίζει μέ ναούς καί μνημεῖα. Ἡ σχέση αὐτή εἶναι φανερή, ἄν δεχτοῦμε ὅτι ὁ δίολκος χρονολογεῖται ἀπό τίς ἀρχές του 6ου αἰώνα. Παρά τά σκοτεινά σημεῖα πού ὑπάρχουν, θά προσπαθήσουμε τώρα νά διαπιστώσουμε ἄν τά χαρακτηριστικά πού παρουσιάζει ἡ τυραννίδα τῶν Κυψελιδῶν παρατηροῦνται καί σέ ἄλλες πόλεις ὅπου τήν ἴδια ἐποχή συμβαίνουν ἀνάλογα γεγονότα. Στό κείμενο τοῦ Θουκυδίδη πού ἀναφέραμε στήν ἀρχή αὐτοῦ τοῦ κεφαλαίου, ἐκτός ἀπό τήν Κόρινθο, γίνεται λόγος γιά τή Σάμο καί τίς σικελικές πόλεις. Τυραννίδα ὅμως γνώρισε γιά ἕνα μεγάλο διάστημα καί κάποια ἄλλη πόλη τοῦ Ἰσθμοῦ, ἡ Σικυώνα, πού δέν εἶχε τήν αἴγλη τῆς Κορίνθου ἤ τῶν Συρακουσῶν. Ἀνάμεσα στίς ἐλάχιστες πληροφορίες πού διαθέτουμε γιά τήν τυραννίδα στή Σικυώνα, δύο ἐπεισόδια σχετικά μέ τόν τύραννο Κλεισθένη φωτίζουν ὁρισμένες ἐνδιαφέρουσες πλευρές τῆς ἑλληνικῆς τυραννίδας τῶν ἀρχαϊκῶν χρόνων: τό πρῶτο ἀφορᾶ τήν πολιτική τοῦ τυράννου κατά τοῦ Ἄργους καί τό δεύτερο τίς γιορτές πού ὀργάνωσε γιά τούς γάμους τῆς κόρης του Ἀγαρίστης γύρω στό 570.
 
Τό πρῶτο ἐπεισόδιο τό ἀφηγεῖται ὁ Ἡρόδοτος, πού εἶναι ἡ κύρια πηγή τῶν πληροφοριῶν μας, ἀφοῦ ἔχει ἤδη ἐκθέσει τά κύρια σημεῖα τῶν μεταρρυθμίσεων πού πρότεινε ὁ Κλεισθένης σχετικά μέ τό σύστημα διαχωρισμοῦ τῶν Ἀθηναίων σέ φυλές μετά τήν πτώση τῶν Πεισιστρατιδῶν: «Μοῦ φαίνεται ὅτι ἐνεργώντας μέ αὐτό τόν τρόπο ὁ Κλεισθένης μιμοῦνταν τόν προγονό του ἀπό τήν πλευρά τῆς μητέρας του, τόν Κλεισθένη τόν Σικυώνιο: ἐπειδή δέν ἤθελε οἱ δωρικές φυλές νά εἶναι ἴδιες στούς Σικυωνίους καί στούς Ἀργείους, τίς μετονόμασε. Καί μέ αὐτό τόν τρόπο γελοιοποίησε τούς Σικυωνίους, δίνοντας στίς φυλές ὀνόματα ἀπό τό χοῖρο καί τό γαίδαρο, μέ τίς ἀνάλογες καταλήξεις, μέ ἐξαίρεση τή δική του φυλή, πού τό ὄνομά της θύμιζε τό ἀξίωμά του. Αὐτοί δηλαδή [τῆς δικῆς του φυλῆς] ὀνομάστηκαν Ἀρχέλαοι, ἐνῶ οἱ ἄλλοι Ὑᾶται, Ὀνεᾶται καί Χοιρεᾶται» (Ἱστορία, Ε’ 68).
 
Ὁ Κλεισθένης δέν εἶναι ὁ ἱδρυτής τῆς τυραννίδας στή Σικυώνα. Ἡ δυναστεία ὀφείλει τό ὀνομά της στόν Ὀρθαγόρα, πού κυβέρνησε πιθανόν γύρω στό 630, μολονότι κι ἐδῶ τά χρονολογικά προβλήματα εἶναι σχεδόν ἄλυτα. Ὁ Κλεισθένης πῆρε τήν ἐξουσία στήν ἀρχή τοῦ 6ου αἰώνα, ἀφοῦ ἐδίωξε, ὅπως φαίνεται, τόν ἐξάδελφο του Μύρωνα Β΄ Ἀπό ὅλους τούς τυράννους Ὀρθαγορίδες πού κυβέρνησαν τή Σικυώνα γιά ἕναν αἰώνα, εἶναι ὁπωσδήποτε ὁ πιό φημισμένος, ὁ περισσότερο γνωστός, ἐπειδή ἦταν ὁ παππούς τοῦ ἱδρυτῆ τῆς ἀθηναϊκῆς δημοκρατίας. Ἡ μετονομασία τῶν δωρικῶν φυλῶν, πού τοῦ ἀποδίδει ὁ Ἡρόδοτος, ἔγινε ἀντικείμενο πολυάριθμων μελετῶν καί σχολιάστηκε εὐρύτατα. Οἱ περισσότεροι θεώρησαν τό μέτρο αὐτό ἀντίδραση τῶν μή δωριέων Σικυωνίων, στούς ὁποίους ἀνῆκε καί ἡ οἰκογένεια τοῦ τυράννου, ἐναντίον τοῦ κυρίαρχου δωρικοῦ στοιχείου. Κατά τήν παράδοση ἡ Σικυώνα ὑπετάγη ἀπό τους Δωριεῖς, ὅταν αὐτοί ἐγκαταστάθηκαν στήν Πελοπόννησο. Πρόκειται κι ἐδῶ γιά τό γνωστό πρόβλημα τῶν συνεπειῶν τῆς «καθόδου τῶν Δωριέων». Ὡστόσο στήν περίπτωση τῆς Σικυώνας, ὅπως καί τῆς Κορίνθου, ἡ ὕπαρξη μίας τέταρτης φυλῆς πλάι στίς τρεῖς δωρικές, τούς Ὑλλεῖς, τούς Παμφύλους καί τούς Δυμανάτες, μαρτυρεῖ ὅτι Δωριεῖς καί μή ἀποτελοῦσαν ἕνα ἑνιαῖο ἔθνος, ἀφοῦ κάθε διαφορά εἶχε πλέον ὑποχωρήσει μετά ἀπό τέσσερις αἰῶνες συνύπαρξης. Ἀπό τήν ἄλλη μεριά, ἄν δεχτοῦμε ὅτι ἡ τυραννίδα ἀντιπροσώπευε τήν ἐναντίωση τοῦ μή δωρικοῦ στό δωρικό στοιχεῖο, ἡ μετονομασία θά ἔπρεπε νά ἔχει ἤδη γίνει ἀπό τους ἱδρυτές τῆς δυναστείας. Στήν πραγματικότητα, σύμφωνα μέ τήν ἄποψη τοῦ ἱστορικοῦ Ε. Will, ὁ ἐξευτελισμός τῶν τριῶν δωρικῶν φυλῶν ἐντάσσεται στό πλαίσιο τῆς πολιτικῆς τοῦ Κλεισθένη ἐναντίον τοῦ Ἄργους. Μπορεῖ ἐπίσης νά εἶχε σκοπό —σύμφωνα μέ ὅσα ὑπαινίσσεται ὁ Ἡρόδοτος συγκρίνοντας τό μέτρο αὐτό μέ τίς μεταρρυθμίσεις τοῦ ἐγγονοῦ τοῦ τυράννου στήν Ἀθήνα— νά ὑπονομεύσει τήν ἡθική καί θρησκευτική ἐπιρροή τῆς ἀριστοκρατίας μειώνοντας τή σημασία τοῦ συστήματος τῶν φυλῶν ἀπ’ ὅπου ἀπέρρεε ἡ δύναμή της.
 
Τό δεύτερο ἐπεισόδιο ἀπό τή ζωή τοῦ Κλεισθένη ἀφορᾶ τήν κόρη του. Ὁ Ἡρόδοτος ἀναφέρει ὅτι, θέλοντας νά τήν παντρέψει, κάλεσε στήν αὐλή του νέους εὐγενεῖς ἀπό ὅλη τήν Ἑλλάδα γιά νά διαγωνιστοῦν. Οἱ ἀγῶνες κράτησαν ἕνα χρόνο, καί στή διάρκειά τους οἱ μνηστῆρες φιλοξενήθηκαν σύμφωνα μέ τήν ὁμηρική παράδοση. Ὁ Κλεισθένης διάλεξε τελικά τόν Ἀθηναῖο Μεγακλῆ, πού ἀνῆκε στήν ἀριστοκρατική οἰκογένεια τῶν Ἀλκμεωνιδῶν, δηλαδή ἕναν ἄντρα πού προερχόταν ἀπό μιά πόλη πού εἶχε ἐφοδιαστεῖ ἀπό τόν Σόλωνα μέ μιά ἰσχυρή νομοθεσία μέ ἄφθονες διατάξεις γιά τό γάμο. Ἄρα, ὁ Ἡρόδοτος σωστά προσδιορίζει ὅτι ὁ γάμος ἔγινε «σύμφωνα μέ τούς ἀθηναϊκούς νόμους». Αὐτό τό κράμα ἀπό συνήθειες πού ἀνάγονται σέ ἐποχές πρίν ἀπό τή δημιουργία τῆς πόλης καί ἀπό ἀστικά ἔθιμα ἀποκαλύπτει μέ τρόπο ἰδιαίτερα εὔγλωττο τόν διφορούμενο χαρακτήρα τῆς ἑλληνικῆς τυραννίδας. Ὅπως παρατηρεῖ ὁ Louis Gernet μιλώντας γι’ αὐτούς τούς «γάμους τῶν τυράννων»: «Ἡ τυραννίδα διατηρεῖ ἤ ἐπαναφέρει ἀντιλήψεις καί συνήθειες πού μέσα στό πλαίσιο τῆς πόλης εἶχαν χάσει τό νόημά τους». Συγχρόνως ὅμως καταστρέφει τίς κοινωνικές δομές πού ἔκφρασή τους ἦταν αὐτές οἱ συνήθειες.
 
Αὐτό ἰσχύει πολύ περισσότερο γιά τήν ἀθηναϊκή δυναστεία τῶν Πεισιστρατιδῶν, γιά τήν ὁποία διαθέτουμε πολύ πιό πλούσιες καί ἀκριβεῖς πληροφορίες, πού ὡστόσο δέν βοηθοῦν στή λύση τῶν πολυάριθμων προβλημάτων. Ἄς ἀνατρέξουμε καί πάλι στόν Ἡρόδοτο. Καί σ’ αὐτή τήν περίπτωση ἀναφέ-ρεται κάποιος μύθος γιά μιά ἐπίφοβη γέννηση πού ἕνας οἰωνός φανέρωσε σέ κάποιον Ἱπποκράτη. Αὐτός δέν ἔδωσε σημασία καί ἀπέκτησε γιό, τόν Πεισίστρατο, πού ἔγινε, ὅπως ὅριζε ἡ μοίρα του, τύραννος τῶν Ἀθηνῶν. Ἡ σύγκριση ὅμως μέ ἄλλες προηγούμενες περιπτώσεις σταματᾶ ἐδῶ. Στή συνέχεια ὁ ἱστορικός ἀναλύει τήν κατάσταση πού ἐπικρατοῦσε στήν Ἀττική, ὅπου συγκρούονταν δύο παρατάξεις: οἱ παράλιοι, μέ ἀρχηγό τόν Ἀλκμεωνίδη Μεγακλῆ, καί οἱ πεδιακοί, μέ ἀρχηγό τόν Λυκοῦργο, τό γιό τοῦ Ἀριστολαΐδη. Ὁ Πεισίστρατος ἐπενέβη στή σύγκρουση ὡς ἐπικεφαλῆς τῶν ὀρεινῶν καί, γιά νά καταλάβει τήν ἐξουσία, «μηχανεύτηκε τά ἑξῆς: αὐτοτραυματίστηκε, τραυμάτισε καί τά μουλάρια του καί ὅρμησε στήν ἄγορα μέ τήν ἅμαξά του, σάν νά ξέφυγε ἀπό τους ἔχθρούς του, πού ἡθελαν δῆθεν νά τόν ξεκάνουν καθώς τραβοῦσε γιά τά χωράφια του, καί ζήτησε ἀπό τό δῆμο νά τοῦ δώσει σωματοφυλακή, θυμίζοντας στούς Ἀθηναίους ὅτι εἶχε ἀνδραγαθήσει ὡς στρατηγός στή μεγαρική ἐκστρατεία, ὅπου εἶχε κυριεύσει τή Νίσαια καί εἶχε κάνει καί ἄλλα κατορθώματα. Ὁ δῆμος τῶν Ἀθηναίων ξεγελάστηκε καί διάλεξε καί τοῦ ἔδωσε κάμποσους πολίτες, οἱ ὁποῖοι δέν ἔγιναν δορυφόροι ἀλλά ροπαλοφόροι του, γιατί τόν ἀκολουθοῦσαν μέ ξύλινα ρόπαλα. Αὐτοί μαζί μέ τόν Πεισίστρατο ἐπαναστάτησαν καί κατέλαβαν τήν Ἀκρόπολη» (Ἱστορία, Α΄ 59).
 
Εἴδαμε καί πιό πάνω ὅτι οἱ μεταρρυθμίσεις τοῦ Σόλωνα δέν ἱκανοποίησαν οὔτε τούς ἰσχυρούς, πού θεωροῦσαν τόν ἑαυτό τους ἀδικημένο ἀπό τή σεισάχθεια, οὔτε τό δῆμο, ἐπειδή δέν πραγματοποιήθηκε ὁ ἀναδασμός πού εἶχε ἀπαιτήσει. Στήν Ἀθηναίων Πολιτεία ὁ Ἀριστοτέλης ἀναφέρει τίς ταραχές πού σημάδεψαν τότε τήν ἱστορία τῆς πόλης: ἀφοῦ δύο χρονιές ἡ πόλη ἔμεινε χωρίς ἄρχοντα, ὁ Δαμασίας διατηρήθηκε παράνομα στό ἀξίωμα τοῦ ἄρχοντα γιά δύο χρόνια καί δύο μῆνες. Ὕστερα ἀπό τίς ταραχές αὐτές βρέθηκε μιά συμβιβαστική λύση: μετά τήν ἐκδίωξη τοῦ Δαμασία ὁρίστηκαν δέκα ἄρχοντες, δηλαδή πέντε εὐπατρίδες, τρεῖς ἀγρότες καί δύο τεχνίτες, γιά νά ἀποκαταστήσουν τήν κοινωνική γαλήνη (580 π.Χ.). Ὁρισμένοι σύγχρονοι ἐπιστήμονες ἀμφισβητοῦν αὐτό τό γεγονός, πού δέν ἀναφέρεται παρά μόνο ἀπό τόν Ἀριστοτέλη καί φαίνεται νά συμπίπτει μέ ὁρισμένες φιλοσοφικές θεωρίες τοῦ 4ου αἰώνα. Εἶναι δύσκολο νά ἀποφανθοῦμε. Ἀπό τήν ἄλλη μεριά, ἐκεῖνο πού ἐντυπωσιάζει εἶναι ὅτι, ὅταν εἴκοσι χρόνια ἀργότερα οἱ ταραχές ξαναρχίζουν, οἱ ἀντίπαλες παρατάξεις φέρουν ὀνόματα πού δηλώνουν τή γεωγραφική τους προέλευση (τήν πεδιάδα, τά παράλια, τό βουνό) καί ὄχι τήν κοινωνική τους τάξη. Ἤδη ὁ Ἀριστοτέλης, πού γράφει πάνω ἀπό ἕναν αἰώνα μετά τόν Ἡρόδοτο, αἰσθάνεται τήν ἀνάγκη νά ἑρμηνεύσει αὐτές τίς ὀνομασίες, ταυτίζοντας τούς ἀνθρώπους τῆς πεδιάδας μέ τούς ὀλιγαρχικούς, τούς παράλιους μέ τούς μετριοπαθεῖς καί τούς ὀρεινούς μέ τούς δημοκρατικούς. Εἶναι βέβαια φυσικό νά σκεφτοῦμε ὅτι πεδιακοί ἦταν οἱ μεγάλοι γαιοκτήμονες, παράλιοι ὅσοι εἶχαν σχέση μέ τή θάλασσα καί διάκριοι οἱ φτωχοί χωρικοί πού κατοικοῦσαν στά ὑψώματα. Ἴσως ὅμως οἱ γεωγραφικές αὐτές ὀνομασίες νά συνδέονται μέ τούς ἐπικεφαλῆς τῶν τριῶν παρατάξεων, οἱ ὁποῖοι ἦταν ἀριστοκράτες καί οἱ περιουσίες τους, καθώς καί οἱ ἄνθρωποί τους, βρίσκονταν στίς περιοχές πού δήλωναν οἱ ὀνομασίες τους. Πράγματι, ἄν ἐξετάσουμε μέ προσοχή τό κείμενο τοῦ Ἡροδότου, θά παρατηρήσουμε ὅτι ἀρχικά φαίνεται πώς ὑπῆρχαν ὄχι τρεῖς ἀλλά δύο ἀριστοκρατικές παρατάξεις, πού στηρίζονταν στούς δικούς της ἀνθρώπους ἡ καθεμιά, μέ ἀρχηγούς τόν Λυκοῦργο καί τόν Μεγακλῆ, καί ὅτι ὁ Πεισίστρατος, ἐπωφελούμενος ἀπό τή σύγκρουση γιά νά ἁρπάξει τήν ἐξουσία, τέθηκε ἐπικεφαλῆς του δήμου κι ἔτσι σχημάτισε μιά τρίτη ὁμάδα, δίνοντας καί σ’ αὐτήν κοροϊδευτικά ἕνα γεωγραφικό ὄνομα. Ὁ δῆμος φυσικά ἀποτελοῦνταν ἀπό χωρικούς πού ὑπηρετοῦσαν στή φάλαγγα καί ἔλπιζαν ὅτι ἕνας ἔνδοξος στρατηγός ὅπως ὁ Πεισίστρατος θά ἱκανοποιοῦσε τίς ἀπαιτήσεις τους πού εἶχε ἀπορρίψει ὁ Σόλων.
 
Παρ’ ὅλα αὐτά ὁ Πεισίστρατος δέν θά ἔμενε γιά πολύ στήν ἐξουσία πού κέρδισε μέ δόλο, μολονότι σεβάστηκε τούς ὑπάρχοντες θεσμούς καί κυβέρνησε πολιτικῶς μᾶλλον ἤ τυραννικῶς, ὅπως ἀναφέρει ὁ Ἀριστοτέλης. Οἱ ἀντίπαλοί του, Λυκοῦργος καί Μεγακλῆς, ἀφοῦ ἐξουδετέρωσαν ὅσους ἀντιδροῦσαν, στράφηκαν ἐναντίον του. Ὁ Πεισίστρατος πρέπει λοιπόν νά ἔμεινε στήν ἐξουσία πέντε χρόνια, ἄν δεχτοῦμε τή χρονολόγηση τῆς Ἀθηναίων Πολιτείας, πού κατά τά ἄλλα δέν εἶναι καί τόσο σαφής. Οἱ συγκρούσεις ὅμως ἀνάμεσα στίς ἀριστοκρατικές φρατρίες δέν ἄργησαν νά ἀναζωπυρωθοῦν, καί, ὅπως ἀναφέρει ὁ Ἡρόδοτος, ὁ Μεγακλῆς «μήνυσε στόν Πεισίστρατο ὅτι θά τόν ὑποστήριζε νά γίνει καί πάλι τύραννος, ἄν δεχόταν νά παντρευτεῖ τήν κόρη του». Πρέπει νά παραθέσουμε ἐδῶ ὁλόκληρο τό χωρίο ἀπό τόν Ἡρόδοτο, ἐπειδή ἀποκαλύπτει καθαρά τόν βαθιά προσωπικό χαρακτήρα τῶν σχέσεων ἀνάμεσα στίς ἀριστοκρατικές οἰκογένειες καί τόν ἀσήμαντο ρόλο πού ἔπαιζαν οἱ πολιτικοί θεσμοί στήν ὀργάνωση τῆς ἐξουσίας. Νά λοιπόν τί σοφίστηκαν οἱ δύο σύμμαχοι, γιά νά πείσουν τούς Ἀθηναίους νά δεχτοῦν τήν ἐπιστροφή τοῦ Πεισιστράτου: «Γιά τήν ἐπιστροφή τοῦ Πεισιστράτου ἀπό τήν ἐξορία μεταχειρίστηκαν ἕνα ἀφελέστατο κατά τή γνώμη μου τέχνασμα. Ζοῦσε λοιπόν στό δῆμο τῆς Παιανίας μιά γυναίκα πού τήν ἔλεγαν Φύη, ψηλή κάπου τέσσερις πῆχες παρά τρία δάχτυλα, καί πολύ ὄμορφη κατά τά ἄλλα. Αὐτή τή γυναίκα τήν ἕντυσαν μέ πανοπλία, τήν κάθισαν σ’ ἕνα ἅρμα, τῆς ἔδειξαν πῶς νά στέκεται γιά νά φαίνεται μεγαλοπρεπής, καί κατόπιν τήν ὁδήγησαν μέ τό ἅρμα στήν πόλη, ὅπου εἶχαν ἀπό πρίν στείλει προδρόμους κήρυκες, οἱ ὁποῖοι φώναζαν, ὅπως τούς εἶχαν διατάξει: «Ἀθηναῖοι, ὑποδεχτεῖτε τόν Πεισίστρατο μέ καλή καρδιά, αὐτόν πού ἡ ἴδια ἡ Ἀθηνᾶ τόν τίμησε ὅσο κανέναν ἄνθρωπο καί τόν ὁδηγεῖ στήν ἀκρόπολή της». Αὐτά φώναζαν οἱ κήρυκες, καί εὐθύς διαδόθηκε στούς δήμους ἡ φήμη ὅτι ἡ Ἀθηνᾶ φέρνει πίσω τόν Πεισίστρατο, καί οἱ κάτοικοι τῆς πόλης πείστηκαν πώς ἡ γυναίκα ἐκείνη ἦταν ἡ θεά, τήν προσκύνησαν καί ὑποδέχτηκαν τόν Πεισίστρατο» (Ἱστορία, Α΄ 60).
 
Τά πράγματα ὅμως δέν ἄργησαν νά στραφοῦν καί πάλι ἐναντίον τοῦ Πεισιστράτου. Ἔχουμε κι ἐδῶ ἕνα οἰκογενειακό δράμα: «Ἀφοῦ ἀνέκτησε, λοιπόν, τήν ἐξουσία ὁ Πεισίστρατος, ἐξετέλεσε τή συμφωνία μέ τόν Μεγακλῆ καί πῆρε τήν κόρη του. Ἐπειδή ὅμως ὁ Πεισίστρατος εἶχε κιόλας μεγάλα παιδιά, καί οἱ Ἀλκμεωνίδες θεωροῦνταν καταραμένοι,[2] δέν ἐπιθυμοῦσε νά ἀποκτήσει παιδιά μέ τή νέα γυναίκα του, καί ἔσμιγε μαζί της παρά φύση μόνο. Ἡ γυναίκα στήν ἀρχή τό ἔκρυβε ἄλλα ἀργότερα, εἴτε γιατί τή ρώτησαν, εἴτε ἀπό δική της πρωτοβουλία, τό ἐξομολογήθηκε στή μητέρα της κι ἐκείνη τό εἶπε στόν ἄντρα της. Ἀγανακτισμένος αὐτός ἀπό τήν προσβολή πού τοῦ ἔκανε ὁ Πεισίστρατος, ξέχασε τήν ἔχθρα καί συμφιλιώθηκε μέ τή φρατρία του. Ὁ Πεισίστρατος, μόλις πληροφορήθηκε αὐτά πού τεκταίνονταν ἐναντίον του, ἐγκατέλειψε τήν Ἀττική» (Ἡρόδοτος, Ἱστορία, Α΄ 61). Αὐτή ἡ ἄποψη δέν συμφωνεῖ φυσικά διόλου μέ τίς ἑρμηνεῖες τῶν σύγχρονων μελετητῶν, οἱ ὁποῖες βασίζονται στό παιχνίδι τῶν κοινωνικῶν καί τῶν πολιτικῶν ἀνταγωνισμῶν. Πρέπει ὅμως νά τή δεχτοῦμε, ἔστω καί ἄν δέν ὑπάρχει ἀμφιβολία ὅτι ὁ Πεισίστρατος μπόρεσε νά ἐπικαλεστεῖ τήν κατάρα τῶν Ἀλκμεωνιδῶν γιά λόγους ἄλλους καί ὄχι θρησκευτικούς.
 
Ἡ δεύτερη αὐτή ἐξορία τοῦ τυράννου θά τελείωνε πολύ διαφορετικά ἀπό τήν πρώτη καί θά ἐπηρέαζε τήν τελευταία τυραννίδα τοῦ Πεισιστράτου στήν Ἀθήνα. Κατέφυγε στην Ἐρέτρια τῆς Εὔβοιας ὅπου ἄρχισε «νά μαζεύει δῶρα» (οἰκονομική δηλαδή βοήθεια), ὅπως ἀναφέρει ὁ Ἡρόδοτος, μέ σκοπό νά σχηματίσει στρατό γιά νά ἀνακτήσει τήν Ἀθήνα. Ὁ Ἀριστοτέλης στήν Ἀθηναίων Πολιτεία ἀναφέρει μιά ἄλλη παράδοση: ὁ Πεισίστρατος, μέ λίγους ὀπαδούς, ἵδρυσε πρῶτα μιά ἀποικία στή βόρεια Ἑλλάδα, στήν περιοχή πού ὀνομαζόταν Ραίκηλος. Ἀπό ἐκεῖ πέρασε στήν περιοχή τοῦ Παγγαίου, στά σύνορα Μακεδονίας καί Θράκης, «ὅπου συνέλεξε χρήματα καί στρατό». Καί τότε μόνο πῆγε στήν Ἐρέτρια, ὅπου μάζεψε καί πάλι ἄνδρες, καί χρήματα γιά νά τούς πληρώνει (XV, 2). Οἱ διαφορές ἀνάμεσα στίς δύο παραδόσεις λίγο μας ἐνδιαφέρουν. Σημασία ἔχει ἡ ἐπιθυμία του νά ἀνακτήσει τήν ἐξουσία, ἡ συνδρομή τῶν Ἐρετριέων, ἡ παρουσία ἀργείων μισθοφόρων, καθώς καί ἡ βοήθεια τοῦ Νάξιου Λύγδαμη, χάρη στά ὁποῖα πραγματοποίησε τό σχέδιό του. Ἔτσι, ἀποβιβάστηκε στόν Μαραθώνα ἐπικεφαλῆς ἕνος σημαντικοῦ στρατεύματος: «Στρατοπέδευσαν σ’ αὐτό τό χῶρο, καί ἐκεῖ κατέφθασαν οἱ ὀπαδοί τους ἀπό τήν πόλη καί ἄλλοι ἀπό τους γύρω δήμους, ὅσοι προτιμοῦσαν τήν τυραννίδα ἀπό τήν ἐλευθερία. Ὁταν ὅμως οἱ Ἀθηναῖοι της πόλης ἔμαθαν ὅτι ὁ Πεισίστρατος βαδίζει ἀπό τόν Μαραθώνα πρός τήν πόλη, ἀποφάσισαν νά τοῦ ἐπιτεθοῦν. Καί ἐνῶ ξεκίνησαν πανστρατιά κατά τῶν ἐξόριστων πού ἐπέστρεφαν, ὁ στρατός τοῦ Πεισιστράτου ἔφυγε ἀπό τόν Μαραθώνα καί προχωροῦσε πρός τήν πόλη. Συναντήθηκαν στό ναό τῆς Ἀθηνᾶς στήν Παλλήνη καί παρατάχθηκαν γιά μάχη» (Ἡρόδοτος, Ἱστορία, Α΄ 62). Τά στρατεύματα τοῦ Πεισιστράτου ἐπιτέθηκαν αἰφνιδιαστικά στους Ἀθηναίους καί τούς νίκησαν, μέ ἀποτέλεσμα ὁ Πεισίστρατος νά ἐπιστρέψει στήν Ἀθήνα. Λίγο ἀργότερα, μέ ἀφορμή κάποια στρατιωτική ἐπιθεώρηση στό θησεῖο, ἀφόπλισε τό λαό, κι ἔπειτα τούς εἶπε «νά ἐπιστρέψουν στά σπίτια τους καί νά ἀσχολοῦνται μέ τίς δουλειές τους, ἐνῶ ἐκεῖνος θά φροντίζει γιά ὅλα τά κοινά» (Ἀριστοτέλης, Ἀθηναίων Πολιτεία, XV, 4-5).
 
Αὐτή τή φορά ἡ τυραννίδα εἶχε γερές βάσεις. Εἶναι δύσκολο νά καθορίσουμε πόσα χρόνια εἶχαν περάσει ἀπό τήν ἀρχική κατάληψη τῆς ἐξουσίας, γιατί δέν διαθέτουμε ἀκριβεῖς πληροφορίες. Ἐξάλλου οἱ συνθῆκες κατά τήν πρώτη ἄνοδο τοῦ Πεισιστράτου στήν ἐξουσία ἦταν διαφορετικές ἀπό ὅ,τι στό τέλος τῆς δεύτερης ἐξορίας του. Τότε ὁ Πεισίστρατος, ἐπωφελούμενος ἀπό τίς διαμάχες τῶν ἀριστοκρατικῶν φρατριῶν, κατέλαβε τήν Ἀκρόπολη ἀφοῦ ἐκμεταλλεύτηκε τό κύρος πού εἶχε ἀποκτήσει στήν ἐπαφή του μέ τό δῆμο, ὁ ὁποῖος ὅμως δέν συμμετεῖχε διόλου στό ἐγχείρημα. Ἐνῶ τώρα, ἕντεκα χρόνια ἀργότερα, καθώς προχωρεῖ ἐνάντιον τῶν Ἀθηνῶν ἐπικεφαλῆς μισθοφορικοῦ στρατοῦ, δέχεται βοήθεια ἀπό τους χωρικούς καί συγκρούεται μέ τούς κατοίκους τῆς πόλης, πού στό σύνολο τούς εἶναι ἐναντίον του. Αὐτή τή φορά λοιπόν δέν πρόκειται γιά ἀνταγωνισμό τῶν ἀριστοκρατικῶν, ἀλλά τῶν κοινωνικῶν ὁμάδων: ἀπό τή μιά, οἱ ἄνθρωποι τῶν δήμων, δηλαδή οἱ χωρικοί, ὁ δῆμος τῶν χωριῶν, καί ἀπό τήν ἄλλη οἱ ἀριστοκράτες πού ζοῦν στήν πόλη, ἔστω καί ἄν οἱ περιουσίες τους εἶναι οὐσιαστικά κτηματικές. Κύριος πιά τῆς ἐξουσίας ὁ Πεισίστρατος συνιστᾶ καί στίς δύο παρατάξεις νά ἐπιστρέψουν «στίς δουλειές τους», στηρίζοντας τήν ἐξουσία του στά στρατεύματα πού εἶχε φέρει μαζί του καί ἀπολαμβάνοντας σημαντικές προσόδους πού, κατά τά λεγόμενα τοῦ Ἡροδότου, προέρχονταν τόσο ἀπό τήν Ἀττική ὅσο καί ἀπό τόν Στρυμόνα. Πιθανόν νά δήμευσε τίς περιουσίες τῶν ἀντιπάλων του πού εἶχαν πάρει τό δρόμο τῆς ἐξορίας. Ὁ Ἀριστοτέλης στήν Ἀθηναίων Πολιτεία ἀναφέρει ὅτι ἐπιβλήθηκε ἐπίσης καί μιά εἰσφορά ὕψους δέκα τοῖς ἑκατό ἐπί τῶν ἐσόδων τῆς γῆς. Αὐτοί οἱ σημαντικοί πόροι ἐπέτρεψαν στόν Πεισίστρατο νά βοηθήσει τούς φτωχούς χωρικούς. Πρόκειται ἴσως κι ἐδῶ γιά κάτι ἀνάλογο μέ ὅσα ἀναφέραμε μιλώντας γιά τόν Κύψελο, δηλαδή γιά ἕναν τρόπο νά ἐπιτευχθεῖ κάποια ἰσότητα ἀνάμεσα στά μέλη τῆς κοινότητας χωρίς νά πληγεῖ ἡ ἰδιοκτησία καί νά γίνει ἴση κατανομή τῆς γῆς.
 
Σέ αὐτή τήν εὐνοιά του πρός τό λαό ὀφείλεται ἀναμφίβολα ἡ εἰκόνα τοῦ φιλάνθρωπου, λαοφιλοῦς καί νομοταγοῦς τυράννου πού μᾶς κληροδότησε ἡ παράδοση. Φαίνεται ἄλλωστε ὅτι ἀκόμα καί οἱ ἀντίπαλοί του δέν ὑπέφεραν τόσο ἀπό τό τυραννικό καθεστώς του, ἀφοῦ καί ὅσοι ἀρχικά εἶχαν προτιμήσει τό δρόμο τῆς ἐξορίας, ὅπως οἱ Ἀλκμεωνίδες, δέν ἄργησαν νά ἐπιστρέψουν.
 
Οἱ πηγές μας δέν παρέχουν περισσότερες ἀκριβεῖς πληροφορίες σχετικά μέ τήν τυραννίδα τοῦ Πεισιστράτου. Φαίνεται ὅμως ὅτι ἡ περίοδος τῆς διακυβέρνησής του, καθώς καί τῶν διαδόχων του μετά τό θάνατό του, τό 527, χαρακτηρίζεται ἀπό ἀξιόλογη ἀνάπτυξη, ἰδιαίτερα τοῦ κέντρου τῆς πόλης τῶν Ἀθηνῶν: χτίζεται ὁ πρῶτος μεγάλος ναός τῆς Ἀθηνᾶς στήν Ἀκρόπολη καί ἀρχίζει ἡ κατασκευή τοῦ Ὀλυμπιείου. Ἕνας βωμός τῶν Δώδεκα θεῶν ἀνεγείρεται στήν ἀγορά, καθώς καί ἄλλα ἱερά, ὅπως τό ἱερό του Διός Ἐλευθερίου στά νοτιοανατολικά της Ἀκρόπολης. Τήν περίοδο ἄλλωστε τῆς τυραννίδας κατασκευάζεται καί ἡ περίφημη Ἐννεάκρουνος, πού τροφοδοτοῦσε μέ νερό τήν πόλη.
 
Μεταξύ 560 καί 510 ἐπίσης φτάνει στό ἀπόγειό της ἡ ἀττική κεραμική, μέ τά μελανόμορφα ἀγγεῖα πρῶτα καί ἔπειτα μέ τά ἐρυθρόμορφα, ἐνῶ μέ τήν ἀνάπτυξη τῆς λατρείας τοῦ Διονύσου κάνουν τήν ἐμφάνισή τους οἱ πρῶτοι θεατρικοί διαγωνισμοί. Ὁ Πεισίστρατος, κι ἀκόμα περισσότερο οἱ γιοί του, συνέβαλαν στό νά γίνει ἡ Ἀθήνα λαμπρό κέντρο πνευματικῆς καί καλλιτεχνικῆς ζωῆς κατά τόν 5ο αἰώνα. Ἀρκεῖ μόνο νά θυμηθοῦμε ὅτι τότε συγκεντρώθηκαν τά ὀρφικά ποιήματα καί ἐκδόθηκαν τά ὁμηρικά ἔπη.
 
Ὁ Πεισίστρατος καί οἱ διάδοχοί του ἤθελαν βέβαια πρῶτα ἀπ’ ὅλα νά δοξάσουν τούς ἑαυτούς τους καί τήν οἰκογένειά τους, γι’ αὐτό καί δέν εἶναι τυχαῖο ὅτι λατρεύτηκαν ἰδιαίτερα οἱ ἥρωες πού θεωροῦνταν πρόγονοι τῆς δυναστείας. Δίνοντας ὅμως ἰδιαίτερη λάμψη στίς θρησκευτικές γιορτές πρός τιμήν τῶν πολιούχων θεῶν, καί κυρίως τῆς Ἀθηνᾶς, οἱ τύραννοι ἐνίσχυαν τή δύναμή τους καί συγχρόνως ἔδιναν στήν πόλη μιά συνοχή πού ποτέ ὡς τότε δέν εἶχε γνωρίσει, λόγω τῶν τοπικῶν συμφερόντων, πού τώρα μετριάζονταν ἐξαιτίας τῆς παρακμῆς ἤ τῆς ἐξορίας τῶν μεγάλων οἰκογενειῶν. Τό ἴδιο ἰσχύει καί γιά τήν ἐξωτερική πολιτική τῶν τυράννων. Οἱ ἀρχαῖοι συγγραφεῖς ὑπογραμμίζουν τόν «εἰρηνικό» της χαρακτήρα, καί δέν εἶναι τυχαῖο ὅτι ἐκείνη τήν ἐποχή ἡ Ἀθήνα ἐνίσχυσε τίς θέσεις της στό Αἰγαῖο καί στήν περιοχή τοῦ Ἑλλησπόντου. Ὁ ἔλεγχος τῶν ὀρυχείων τοῦ Παγγαίου ἀλλά καί ἡ ἐντατικότερη ἐκμετάλλευση τῶν κοιτασμάτων ἀργύρου στό Λαύριο ἐπέτρεψαν στόν Πεισίστρατο νά ἐκδώσει τίς «γλαῦκες», τά πρῶτα ἀργυρά νομίσματα πού ἔφεραν στή μιά τους πλευρά τό ἱερό πουλί τῆς Ἀθηνᾶς, οἱ ὁποῖες ἔμελλε νά ἀποτελέσουν ἕνα ἀπό τά σημαντικότερα ὄπλα τῆς μελλοντικῆς ἀθηναϊκῆς ἰσχύος.
 
Ὡστόσο, καί στήν Ἀθήνα ὅπως καί ἀλλοῦ ἡ τυραννίδα ὑπῆρξε ἕνα ἐπεισόδιο χωρίς συνέχεια. Σέ τί ὅμως ὀφείλεται αὐτό; Μήπως στή σκλήρυνση τῆς πολιτικῆς τῶν γιῶν τοῦ Πεισιστράτου, πού ἀνῆλθαν στήν ἐξουσία μετά τό 527; Ἤ μήπως στήν πρόθεση τῶν παραγκωνισμένων ἀριστοκρατῶν νά ἀπαλλαγοῦν ἀπό τους διαδόχους πού δέν εἶχαν τό κύρος τοῦ πατέρα τους; Ἄν πιστέψουμε τή μαρτυρία τοῦ Θουκυδίδη, ἡ ἐνίσχυση τοῦ τυραννικοῦ πολιτεύματος προέκυψε κυρίως ἀπό μιά ἰδιωτική ὑπόθεση, τή δολοφονία τοῦ Ἵππαρχου, τοῦ ἕνος ἀπό τούς γιούς τοῦ Πεισιστράτου, ἀπό δύο Ἀθηναίους πού ἀνῆκαν ἴσως στήν ἀριστοκρατία, μετά ἀπό ἕνα γεγονός πού ὁ ἱστορικός τό ὀνομάζει ἐρωτικήν λύπην: ὁ Ἵππαρχος προσβλήθηκε ὅταν ὁ Ἁρμόδιος, ὁ ἕνας ἀπό τους δύο ἄντρες, ἀπέκρουσε τίς προτάσεις του, καί τόν ἐκδικήθηκε ταπεινώνοντας τήν ἀδελφή του, γι’ αὐτό καί ὁ Ἁρμόδιος καί ὁ «ἐραστής» του Ἀριστογείτων σχεδίασαν τή δολοφονία τοῦ νεαροῦ διαδόχου. Τότε ὁ Ἰππίας, πού ἦταν, πάντα κατά τόν Θουκυδίδη, ὁ κάτοχός της ἐξουσίας καί ὁ πραγματικός διάδοχός του πατέρα του, καί εἶχε μέχρι τότε κυβερνήσει μέ μετριοπάθεια, πῆρε σκληρά μέτρα ἐναντίον τῶν ὑπόπτων γιά συμμετοχή στή συνωμοσία, ἄλλους ἐξορίζοντας, καί ἄλλους ἐκτελώντας, ἐνισχύοντας ἔτσι τήν ἐξουσία του. Οἱ Ἀλκμεωνίδες καί τά μέλη ἄλλων ἀριστοκρατικῶν οἰκογενειῶν ἔπρεπε καί πάλι νά ἐκπατριστοῦν. Ἄλλωστε ἡ ἐπίθεση ἐναντίον τῶν τυράννων θά ξεκινοῦσε ἀπό αὐτούς ἀκριβῶς τούς ἐξόριστους ἀριστοκράτες. Ὕστερα ἀπό πολλές ἀποτυχημένες ἀπόπειρες στράφηκαν πρός τή Σπάρτη, καί τό ἐγχείρημα πέτυχε: ὁ σπαρτιάτης βασιλιάς Κλεομένης ἐξεστράτευσε ἐνάντιόν της Ἀθήνας καί ἀνάγκασε τόν Ἰππία, μετά ἀπό σύντομη ἀντίσταση, νά ἐγκαταλείψει τήν Ἀκρόπολη καί νά πάρει κι αὐτός μέ τή σειρά του τό δρόμο τῆς ἐξορίας.
 
Τήν κλασική ἐποχή, ἡ μνήμη τῶν τυραννοκτόνων, τοῦ Ἁρμοδίου καί τοῦ Ἀριστογείτονα, ἦταν ἀκόμα σεβαστή, καί θεωροῦσαν ὅτι μέ τήν πτώση τῶν τυράννων γεννήθηκε ἡ δημοκρατία. Τούς Πεισιστρατίδες ὅμως δέν τούς ἀνέτρεψε ὁ ἀθηναϊκός δῆμος ἄλλα ἕνας συνασπισμός ἀριστοκρατῶν μέ τή συνδρομή τοῦ σπαρτιατικοῦ στρατοῦ. Ὡστόσο, παρ’ ὅλες τίς προσπάθειες μερικῶν, δέν ἐπρόκειτο γιά μιά ἐπιστροφή στό παρελθόν ἀλλά γιά μιά κανονική ἐπανάσταση, μέ πρωτεργάτη τόν Ἀλκμεωνίδη Κλεισθένη, τόν ἐγγονό τοῦ τυράννου τῆς Σικυώνας. Ἡ ἐπανάσταση αὐτή ἀποτελεῖ τόν τελευταῖο σταθμό στήν ἱστορία τῆς γέννησης τοῦ ἑλληνικοῦ πολιτισμοῦ, καί ἡ ἰδιαιτερότητά της καθόρισε τά χαρακτηριστικά της ἱστορίας τῆς κλασικῆς Ἑλλάδας. Εἶναι ἀλήθεια ὅτι ὁ μισός αιώνας πού προηγήθηκε συνέβαλε στήν πραγμάτωσή της, καί ὅτι ὁ ρόλος τῶν ἀθηναίων τυράννων, τῶν Πεισιστρατιδῶν, ἦταν πολύ σημαντικός γιά τήν ἱστορία τῆς πόλης πού ἐπρόκειτο σύντομα νά κυριαρχήσει σέ ὁλόκληρο τόν ἑλληνικό κόσμο.
 
Τα ἄλλα τυραννικά καθεστῶτα τῆς ἀρχαϊκῆς ἐποχῆς δέν προσφέρουν ἀρκετό ὑλικό γιά μελέτη. Ἡ τυραννίδα τοῦ Πολυκράτη στή Σάμο ἐντάσσεται στό σχῆμα πού διαγράφει ὁ Θουκυδίδης, ὅπου ἡ ἐξουσία τοῦ τυράννου συνδέεται μέ μιά ναυτική ἡγεμονία πού τή στηρίζει ἕνας σημαντικός στόλος. Ἡ ναυτική ἰσχύς τῶν Σαμίων, προγενέστερη τῆς τυραννίδας, ὀφειλόταν σέ μιά τοπική ἀριστοκρατία γαιοκτημόνων, τούς γεωμόρους, πού δέν δίσταζαν νά ταξιδεύουν μέ σκοπό τό ἐμπόριο καί τήν πειρατεία. Ὁ Ἡρόδοτος, πού παραμένει ἡ κύρια πηγή τῶν πληροφοριῶν μας, ἀναφέρει τήν περιπέτεια τοῦ Σάμιου Κωλαίου ὁ ὁποῖος, ἐνῶ ἔπλεε πρός τήν Αἴγυπτο, ἀναγκάστηκε ἐξαιτίας μιᾶς καταιγίδας νά ἀλλάξει κατεύθυνση καί νά φτάσει στήν Ταρτησσό, ὅπου ἔγινε φίλος μέ τό βασιλιά Ἀργανθώνιο. Μολονότι δέν εἶναι πολύ πειστική αὐτή ἡ ἐκτροπή καί ἡ περιπλάνηση ὡς τίς ἀκτές της Ἀνδαλουσίας, γεγονός παραμένει ὅτι ἡ ναυτική δραστηριότητα χρονολογεῖται ἀπό πολύ παλιά. Στό Ἡραῖον τῆς Σάμου, τόν μεγάλο ναό τῆς θεᾶς προστάτιδας τοῦ νησιοῦ, βρέθηκε ἡ ἀφιέρωση κάποιου Αἰάκη, ὁ ὁποῖος προσφέρει στή θεά τό ἕνα δέκατο τῶν λαφύρων ἀπό κάποια θαλασσινή ἐξόρμηση. Ἀλλά ὁ Αἰάκης δέν εἶναι ἄλλος ἀπό τόν πατέρα τοῦ Πολυκράτη, πράγμα πού, ἐκτός ἀπό τήν καταγωγή τοῦ τυράννου, μαρτυρεῖ καί τούς δεσμούς του μέ αὐτή τήν παράτολμη ἀριστοκρατία. Ἀπό δῶ καί πέρα μποροῦμε νά ἐρευνήσουμε πῶς ἐκδηλώθηκε καί ἐπιβλήθηκε τό τυραννικό καθεστώς στή Σάμο. Σύμφωνα μέ τίς λιγοστές πληροφορίες πού μᾶς παρέχουν οἱ πηγές, φαίνεται ὅτι ἡ Σάμος στίς ἀρχές του 6ου αἰώνα γνώρισε σοβαρές ταραχές, οἱ ὁποῖες ὅπωσδήποτε ἐκφράζουν τούς μετασχηματισμούς πού εἶχαν ἐπηρεάσει ὁλόκληρο τόν ἑλληνικό κόσμο στή διάρκεια τοῦ προηγούμενου αἰώνα. Στήν ἀρχή ἔγινε μᾶλλον μιά πρώτη ἀποτυχημένη ἀπόπειρα τυραννίδας κατά τῶν γεωμόρων (ἄρα εἶχε σχέση μέ τό ἀγροτικό πρόβλημα) καί κατόπιν μιά προσπάθεια νά ἐπιβληθεῖ δημοκρατία μέ ἐπανάσταση. Ἔπειτα ὅμως — δέν εἶναι εὔκολο νά καθορίσουμε πότε ἄκριβως — ὁ Πολυκράτης ἐναντιώθηκε στό δῆμο καί ἐπέβαλε τήν τυραννίδα (ὑποθέτουμε μεταξύ 544 καί 533). Ἐδῶ λοιπόν δέν πρόκειται γιά τόν τύραννο «δημαγωγό» πού συναντήσαμε ὡς τώρα, δηλαδή γιά τόν ὑπερασπιστή τοῦ δήμου τῶν ὁπλιτῶν. Ὁ Πολυκράτης, βέβαια, κατέλαβε τήν ἐξουσία μέ τή βία καί, ἄν πιστέψουμε τόν Ἡρόδοτο, ἀκολούθησε πολιτική ἐχθρική ἀπέναντι σέ μιά μερίδα τῆς σαμιακῆς ἀριστοκρατίας, πού ζήτησε τή βοήθεια τῆς Σπάρτης γιά νά ἀπαλλαγεῖ ἀπό τόν τύραννο. Φαίνεται ὅμως ὅτι ἐδῶ πρόκειται μᾶλλον γιά ἀνταγωνισμούς ἀνάμεσα σέ ἀριστοκρατικές φατρίες παρά γιά κοινωνικές συγκρούσεις. Φαίνεται ἐπίσης ὅτι παρεμβάλλεται ἐδῶ κι ἕνα ἄλλο στοιχεῖο, πού θά τό συναντήσουμε καί στίς σικελικές τυραννίδες: ἡ ἐξωτερική ἀπειλή —στήν περίπτωση τῆς Σάμου ὁ περσικός κίνδυνος. Ἄλλωστε τόν Πολυκράτη τόν σκότωσε ὁ πέρσης ἡγεμόνας τῆς Λυδίας Ὀροίτης. Προτοῦ ὅμως ἡ Σάμος ὑποταχθεΐ στούς Πέρσες, συνέβη ἕνα ἐνδιαφέρον ἐπεισόδιο, ἔστω καί ἄν δέν εἶχε συνέχεια. Πρίν φύγει ὁ Πολυκράτης γιά νά ἐπισκεφθεῖ τόν Ὀροίτη, ὅρισε διάδοχό του τό γραμματέα του, κάποιον Μαιάνδριο. Αὐτός, ὅταν ἔμαθε τό θάνατο τοῦ τυράννου στήν Ἀσία, «ἵδρυσε βωμό τοῦ Ἐλευθέριου Δία καί γύρω του ὅρισε τέμενος, πού ὑπάρχει μέχρι σήμερα. Μετά συγκάλεσε ὅλους τους πολίτες καί τούς εἶπε τά ἑξῆς: «Σ’ ἐμένα, ὅπως ὅλοι γνωρίζετε, ἐμπιστεύθηκε τό σκῆπτρο καί τήν ἐξουσία του ὁ Πολυκράτης, καί αὐτό μοῦ δίνει τό δικαίωμα τώρα νά γίνω ἡγεμόνας σας. Ἐγώ ὅμως θά προσπαθήσω νά μήν κάνω ὅσα κατηγορῶ στούς ἄλλους. Ὄχι μόνο δέν ἐνέκρινα ποτέ τή δεσποτεία πού ἀσκοῦσε ὁ Πολυκράτης σέ ἀνθρώπους ὁμοίους του, ἀλλά καί δέν ἐγκρίνω γενικά τήν τυραννίδα. Τώρα λοιπόν πού ὁ Πολυκράτης πέθανε, καταθέτω τήν ἐξουσία καί ἀνακηρύσσω ἰσονομία»» (Ἱστορία, Γ΄ 142). Στή συνέχεια ὅμως ζήτησε κάποια ὑλικά προνόμια, προκαλώντας ἀντιδράσεις πού κατέληξαν σέ ἀνοιχτή σύγκρουση. Ἔτσι, διατήρησε τήν τυραννίδα γιά ἕνα μικρό διάστημα πού κύλησε μέσα σέ ταραχές, ὡσότου τό νησί ἔπεσε στά χέρια τοῦ Δαρείου. Τό ἐπεισόδιο αὐτό εἶναι ἰδιαίτερα ἐνδιαφέρον, γιατί δείχνει ὅτι ἀκόμα καί μιά τυραννίδα πού δέν εἶχε ἀρχικά χαρακτήρα ἀντιαριστοκρατικό δημιούργησε τίς συνθῆκες γιά τήν ἄρση τῶν ἀνισοτήτων καί τό θρίαμβο τῆς ἰσονομίας. Ἡ τυραννίδα τοῦ Πολυκράτη δέν θυμίζει μόνο ὡς πρός αὐτό τήν τυραννίδα τῶν Πεισιστρατιδῶν, οὔτε μόνο ὡς πρός τό ὅτι ἡ Σάμος ἔγινε στή διάρκεια τῆς τυραννίδας του μιά μεγάλη αἰγαιϊκή δύναμη, ἀλλά κυρίως ἐπειδή ἡ παράδοση συνέδεσε τό ὄνομά του, ὅπως καί τῶν Πεισιστρατιδῶν, μέ μιά πολιτική σπουδαίων κοινωφελῶν ἔργων καί μιά μεγαλοπρεπῆ αὐλή.
 
Τήν ἴδια πολιτική τῆς δύναμης καί τοῦ μεγαλείου τήν ξαναβρίσκουμε στούς τυράννους του ἑλληνικοῦ κόσμου τῆς Δύσης, ὁ ὁποῖος ἀποτελεῖ ἰδιαίτερη περίπτωση μέσα στόν κόσμο τῶν ἑλληνικῶν πόλεων. Δημιουργεῖται μέ τόν ἀποικισμό τοῦ 8ου καί 7ου αἰώνα καί, παρά τίς διαφορές πού παρουσιάζουν οἱ ἀποικίες μεταξύ τους, οἱ ὁποῖες ὀφείλονται τόσο στίς διαφορετικές συνθῆκες ἐγκατάστασης ὅσο καί στή διαφορετική καταγωγή τῶν ἀποίκων, ἔχει τά ἑξῆς κοινά χαρακτηριστικά: ἀπό τή μιά, τήν παρουσία ἰθαγενοῦς πληθυσμοῦ στά σύνορα ἤ καί μέσα στήν περιοχή τῆς πόλης, καί ἀπό τήν ἄλλη, ἕναν τρόπο κατανομῆς τῶν γαιῶν πού δίνει ἕναν ἰδιάζοντα χαρακτήρα στά ἀγροτικά προβλήματα. Οἱ Ἕλληνες, ὅπως εἴδαμε, μετακινήθηκαν πρός τή δυτική λεκάνη τῆς Μεσογείου ἀναζητώντας ἐδάφη γιά νά ἐγκατασταθοῦν. Γιά νά καταλάβουν αὐτά τά ἐδάφη χρειάστηκε εἴτε νά ἐκδιώξουν εἴτε νά ὑποδουλώσουν τούς τοπικούς πληθυσμούς. Τά κριτήρια σύμφωνα μέ τά ὁποῖα τελικά συμπεραίνουμε ὅτι ἔγινε ἡ κατανομή τῶν κατακτημένων γαιῶν προυπέθεταν μεταξύ τῶν ἀποίκων, πού εἶχαν ἐξοριστεῖ γιά διάφορους λόγους, σχέσεις διαφορετικές ἀπό ἐκεῖνες πού ἴσχυαν στή μητρόπολη. Ἡ ἄφιξη βέβαια νέων ἀποίκων, πού ἔρχονταν νά ἐνισχύσουν τούς πρώτους, πρέπει νά περιέπλεκε τά πράγματα, δημιουργώντας ἀνάμεσα στούς ἀπογόνους τῶν οἰκιστῶν καί τούς νεοφερμένους διχασμούς κάθε εἴδους. Ἀλλά ὅσο κι ἄν ὁ οἰκιστής ἦταν συχνά ὁ γενάρχης τῆς δυναστείας, ὅσο κι ἄν ἡ λατρεία τοῦ ἔδινε προνόμια σέ ὅσους ἰσχυρίζονταν ὅτι ἦταν ἀπόγονοί του, ὅπωσδήποτε σέ σύγκριση μέ τόν παλιό ἑλληνικό κόσμο, ὅπου οἱ οἰκογενειακές δομές παρέμεναν ἰσχυρές, ὁ «νέος κόσμος» στή Δύση ἦταν λιγότερο κλεισμένος στά στενά πλαίσια τῆς ἀριστοκρατικῆς κοινωνίας. Δέν πρέπει λοιπόν νά μᾶς ἐκπλήσσει τό γεγονός ὅτι ἡ τυραννίδα ἐκεῖ παρουσιάζει διαφορετικό χαρακτήρα ἀπ’ ὅ,τι στήν κυρίως Ἑλλάδα. Δυστυχῶς πρέπει νά ὁμολογήσουμε ὅτι οἱ γνώσεις μας γι’ αὐτήν εἶναι πολύ περιορισμένες καί ὅτι πολλά ἀπό τά ὀνόματα πού μεταφέρουν οἱ ἀρχαῖοι συγγραφεῖς δέν ἀντιπροσωπεύουν γιά μᾶς τίποτε ἀπολύτως. Ἔστω καί ἄν μερικές φορές συνοδεύονται ἀπό διάφορα ἀνέκδοτα, ὅπως στήν περίπτωση τοῦ Φάλαρι τοῦ Ἀκραγαντίνου, δέν μᾶς ἀποκαλύπτουν τίποτε γιά τή φύση αὐτῆς της τυραννίδας.
 
Ἄν παρ’ ὅλα αὐτά προσπαθήσουμε νά κατανοήσουμε ὁρισμένες πλευρές τῶν δυτικῶν τυραννίδων, θά παρατηρήσουμε ὅτι, μέ ἐξαίρεση τόν Ἀριστόδημο τόν Κυμαῖο, ὁ ὁποῖος φαίνεται ὅτι ἔλαβε μέτρα ὑπέρ του λαοῦ, ἴσως καί ὑπέρ τῶν αὐτόχθονων πληθυσμῶν, οἱ ἄλλες δυτικές τυραννίδες δέν ἔχουν τόν ἀντιαριστοκρατικό χαρακτήρα τῶν περισσότερων τυραννίδων τῆς κυρίως ἤ τῆς ἀσιατικῆς Ἑλλάδας. Ἴσως θά ἔπρεπε ἐπίσης νά ἑξαιρέσουμε τόν τύραννο τοῦ Ρηγίου Ἀναξίλα, ὁ ὁποῖος ἐναντιώθηκε στούς ἀπογόνους τῶν πρώτων χαλκιδέων ἀποίκων, πιθανόν νά στηρίχτηκε στούς Μεσσηνίους πού ἦρθαν ἀργότερα καί, ὅταν ἔγινε κύριος της Ζάγκλης στή σικελική ἀκτή τῶν Στενῶν, τή μετονόμασε σέ Μεσσήνη. Σέ ὅλα ὅμως τά ἄλλα μέρη οἱ τύραννοι, ἀπ’ ὅ,τι διακρίνουμε, ἀνέρχονται στήν ἐξουσία ἀφοῦ ἔχει προηγηθεῖ κάποια σύγκρουση ἀνάμεσα στίς ἀρχοντικές οἰκογένειες τῆς πόλης πού διεκδικοῦν τήν ἐξουσία, χωρίς νά εἶναι εὔκολο νά καθορίσουμε ποιά παράταξη ὑποστήριζε τόν τύραννο. Ὑποθέτουμε ὅτι ὁ κύριος λόγος τῆς ἐγκαθίδρυσης παρόμοιων αὐταρχικῶν καθεστώτων ἦταν ἡ ἐξασφάλιση ἰσορροπίας δυνάμεων στή δυτική Μεσόγειο, ἡ ἀνάγκη δηλαδή νά ἀντιταχθεῖ μιά ἰσχυρή στρατιωτική δύναμη στίς βλέψεις τῶν ἰσχυρῶν γειτόνων, Ἐτρούσκων καί Καρχηδονίων, καί στήν ἐγχώρια ἀπειλή, κυρίως τούς Ἕλληνες γείτονες πού ἦταν πιό δυνατοί καί πιό ριψοκίνδυνοι.
 
Δέν θά ἀναφερθοῦμε παρά μόνο στό παράδειγμα τῶν τυράννων της Γέλας στή Σικελία, πού εἶναι οἱ ἱδρυτές τῆς τυραννίδας στίς Συρακοῦσες, τῆς πιό ἰσχυρῆς καί πιό γνωστῆς ἀπό ὅλες τίς δυτικές τυραννίδες. Ἡ Γέλα γνώρισε στό τέλος τοῦ 6ου αἰώνα τό τυραννικό καθεστώς τοῦ Κλεάνδρου καί τοῦ ἄδελφού του Ἱπποκράτη, πού τόν διαδέχτηκε γύρω στό 498, ἄλλα γι’ αὐτή τήν τυραννίδα δέν γνωρίζουμε πολλά πράγματα. Ὅταν ὁ Ἱπποκράτης πέθανε γύρω στό 488, ἐπειδή οἱ γιοί του ἦταν πολύ νέοι γιά νά τόν διαδεχτοῦν, ἡ ἐξουσία πέρασε στόν ἀρχηγό του ἱππικοῦ του Ἱπποκράτη, τόν Γέλωνα, γιό τοῦ Δεινομένη. Ὁ Γέλων, ὅπως ἀποδεικνύεται ἀπό τό ἀξίωμά του, ἀνῆκε στήν ἀριστοκρατία τῆς Γέλας, στούς ἀπογόνους δηλαδή τῶν πρώτων ἀποίκων, πού κατεῖχαν τήν ἐξουσία καί τόν πλοῦτο. Ὅταν ὕστερα ἀπό λίγο κατέλαβε τίς Συρακοῦσες, ἐμφανίστηκε ὡς ὑπερασπιστής τῶν συρακούσιων γαμόρων, πού εἶχαν ἐκδιωχθεῖ πρίν λίγο ἀπό μιά δημοκρατική ἐπανάσταση, ὅταν ὁ δῆμος τῶν Συρακουσῶν ξεσηκώθηκε μέ τή βοήθεια τῶν αὐτοχθόνων κυλλυρίων πού δούλευαν στά κτήματα τῶν πλουσίων. Ἐδῶ λοιπόν συμβαίνει ἀκριβῶς τό ἀντίθετο ἀπ’ ὅ,τι ἀναφέραμε ὡς τώρα: ὁ τύραννος στηρίζεται στούς μεγάλους γαιοκτήμονες καί εὐνοεῖ τήν ἐπιστροφή τους στήν πόλη, στερώντας ἀπό τό δῆμο τήν ἐξουσία πού εἶχε κατακτήσει.
 
Ὁ Γέλων καί ὁ ἀδελφός του Ἱέρων, πού τόν διαδέχτηκε τό 478, δέν ἔκαναν μόνο τίς Συρακοῦσες μιά ἰσχυρή πόλη, ἀλλά προστατεύοντας τούς «Ἕλληνες ἀπό τήν ἀπειλή τῶν Καρχηδονίων (νίκη στήν Ἱμέρα τό 480) καί τῶν Ἐτρούσκων (νίκη στήν Κύμη τό 474) σταθεροποίησαν τήν κυριαρχία τῶν Συρακουσῶν σέ ὁλόκληρη τήν ἑλληνική Σικελία καί σέ ἕνα τμῆμα τῆς Νότιας Ἰταλίας. Μέ τό ὄνομα τῶν δύο τυράννων, ἐκτός ἀπό τίς στρατιωτικές νίκες, εἶναι συνυφασμένη καί ἡ αἴγλη πού γνώρισε τότε ἡ αὐλή τῶν Συρακουσῶν, ὅπου συνέρρεαν οἱ πιό ἀξιόλογοι ἄνθρωποι τῶν γραμμάτων, ὅπως ὁ ποιητής Σιμωνίδης, πού ὁ Ξενοφῶν στόν περίφημο διάλογό του τόν παρουσιάζει νά συζητᾶ μέ τόν Ἱέρωνα γιά τούς κινδύνους πού ἐπιφυλάσσει ἡ τυραννίδα στόν τύραννο καί στούς ὑπηκόους του, ἤ ὁ Πίνδαρος, πού ὑμνεῖ στίς ὠδές του τόν Ἱέρωνα, ἤ τέλος ὁ Ἀθηναῖος Αἰσχύλος, πού παρουσίασε στίς Συρακοῦσες τούς Πέρσες καί συνέθεσε κατά παραγγελία τοῦ Ἱέρωνα τήν τραγωδία Αἰτναῖαι, μέ τήν εὐκαιρία τῆς ἵδρυσης τῆς πόλης Αἴτνας.
 
Μέ τή δυναστεία τῶν Δεινομενιδῶν καί τῆς αὐλῆς τους εἰσερχόμαστε ἤδη στόν κόσμο τῆς κλασικῆς πόλης, πού ἡ γέννησή της εἶναι σύγχρονη μέ τό ἔργο τοῦ Αἰσχύλου. Γιά νά γεννηθεῖ ὅμως ἡ πόλη, ἔπρεπε πρῶτα νά ἐξαφανιστεῖ ὁριστικά ὁ παλιός ἀριστοκρατικός κόσμος μέ μιά ἐπανάσταση πού τέλεια ἔκφρασή της θά ἦταν ἡ ἴδια ἡ πόλη. Τήν ἐπανάσταση αὐτή τήν ἔκανε ὁ Ἀθηναῖος Κλεισθένης.
-------------------
[1] Νόθος σύμφωνα μέ τίς ἐνδογαμικές συνήθειες τῶν Βακχιαδῶν.
[2] Αὐτή ἡ κατάρα βάραινε τούς Ἀλκμεωνίδες ἀπό τήν ἐποχή τοῦ Κυλώνειου ἄγους.

Είμαστε μικροί για μεγάλα συναισθήματα

Όλα συμβαίνουν για κάποιο λόγο και πράγματι δεν υπάρχει σωστό ή λάθος timing. Τo timing είναι ένα κι είναι αυτό που ζεις και μάθε πως δε χρειάζεται να καταλογίζεις ευθύνες στο χρόνο. Δεν υπάρχει χρονική ευθύνη, μόνο η θέληση είναι η αιτία κι αυτό που νιώθεις. Τα συναισθήματα είναι πιο τρυφερά όσο είσαι πιο νέος. Μεγαλώνοντας, σκληραίνεις, κλείνεσαι στον εαυτό σου και δε δίνεσαι στο βαθμό που πρέπει ούτε για όσο πρέπει. Δεν αφήνεσαι, απλά ζεις τις στιγμές χωρίς συναίσθημα. Έχεις χτίσει άμυνες και δε θέλεις άλλο τον πόνο στην καθημερινότητά σου. Δεν μπορείς να είσαι μίζερος και καταθλιπτικός. Κουράστηκες με την αρνητική ενέργεια και θες να είσαι πλέον ανέμελος. Ανέμελος με συναισθήματα, στις δικές σου στιγμές που ξεσπάς και γίνεσαι ράκος δίχως να το ξέρει κανείς, να μη φανείς αδύναμος και τσαλακώσεις την εντύπωση που έχουν σχηματίσει οι γύρω σου. Φυσικά, δεν το θέλεις αυτό, γιατί κανείς δεν πρόκειται να καταλάβει ότι κι εσύ έχεις στιγμές αδυναμίας, αλλά όλοι θα πιστέψουν ότι δεν μπορούν να στηριχτούν στη δική σου άποψη.

Όταν, όμως, σου σκάσει ο έρωτας σε νεαρή ηλικία, δεν ξέρεις, δε γνωρίζεις πώς να το διαχειριστείς. Είναι το μέσα σου που γίνεται θεριό και θέλεις με μανία να πέσεις με τα μούτρα στο γλυκό, να το απολαύσεις και να το ρουφήξεις με το μεδούλι αυτό που σου καίει τα σωθικά. Δεν απομακρύνεσαι, κολλάς με μανία εκεί και δε σκέπτεσαι λεπτό τι είναι λάθος και σωστό στη συμπεριφορά σου. Δεν υπάρχει μέτρο ούτε αυτοσυγκράτηση.

Είναι η ψυχή σου γυμνή, τρυφερή και ζεστή να αποδεχτεί αυτό που της συμβαίνει χωρίς πολλές σκέψεις και σκοτούρες. Είναι αυτό και δεν υπάρχει άλλο. Σου έχει δώσει ζωντάνια και νόημα στη ζωή σου. Μια ζωή που ξεδιπλώνεται μπροστά σου και καλά-καλά δεν έχεις καταλήξει πώς θα την πας, απλά σε πηγαίνει εκείνη.

Δεν έχεις όρια και περιορισμούς ούτε «πρέπει» και δισταγμούς. Είσαι εσύ και σαν παιδί απολαμβάνεις τις χαρές του έρωτα. Έτσι, τόσο απλά κι όμορφα όλα αυτά γκρεμίζονται σιγά-σιγά κι όπως όλα τα όμορφα τα βιώνεις στο μέγιστο, έτσι κι αυτό το άγνωστο μέχρι τη στιγμή που το συναίσθημα του πόνου σε καλωσορίζει.

Δεν περιγράφεται ο πόνος που ξαφνικά σε επισκέφθηκε, σίγουρα, όμως, αντιδράς κι εκεί σαν παιδί. Άθελά σου το πνίγεις, το καταστρέφεις, μαλώνεις, μουτρώνεις και κλαις. Ναι, κλαις γοερά και δεν υπολογίζεις αν είσαι με παρέα ή μόνος σου που ζεις αυτό το δράμα. Του έχεις δώσει τεράστια διάσταση γιατί ακριβώς έτσι είναι το μέσα σου, μεγαλειώδες.

Δεν ξέρεις πώς να το διαχειριστείς, είναι μεγάλο το συναίσθημα για σένα και λειτουργείς παρορμητικά. Είναι η ηλικία κι η απειρία σε αυτές τις καταστάσεις. Δεν έχεις αποκτήσει τη σκληραγώγηση για να μπορείς να το φέρεις στα μέτρα σου και στα δικά σου όρια. Δυστυχώς, πρέπει να κάνεις αυτή τη «διαδρομή» για να νιώσεις την αυτοπεποίθηση ότι το κατέχεις και δε θα λαβωθείς ξανά.

Είναι η χρονική στιγμή κι οι εμπειρίες που έχει ο καθένας μας για να διαχειριστεί μεγάλα συναισθήματα. Αυτές οι χρονικές στιγμές δεν κοιτάνε την ηλικία που θα σου συμβούν, αν είναι πρωτόγνωρα όλα αυτά για σένα, σίγουρα θα λειτουργήσεις σπασμωδικά. Είναι η γνώση που σε ορίζει μάχιμο και κάθε φορά θα πρέπει να είσαι έτοιμος να ανταπεξέλθεις.

Πρέπει να έχεις την κατάλληλη ωριμότητα για να είσαι δυνατός σε τέτοιου είδους χτυπήματα. Ακόμα κι αν νιώθεις ότι δεν είσαι σε θέση να το χειριστείς, είναι σοφό να μην αντιδράσεις. Να πάρεις τον εύλογο χρόνο σου, να το μοιραστείς αυτό που σε προβληματίζει με δικά σου άτομα κι όχι με τον κάθε περαστικό της ζωής σου. Με άτομα δοκιμασμένα, που είναι πραγματικά κοντά σου για να σε διαφωτίσουν. Δε σημαίνει ότι θα σου δώσουν λύση στο πρόβλημά σου, δεν είναι εύκολο να δέχεσαι συμβουλές αλλά ούτε και να δίνεις.

Οι συμβουλές είναι καταστροφικές είτε με τη μία είτε με την άλλη έννοια. Και γιατί αυτό; Γιατί, πολύ απλά δεν είναι εφικτό να δεχτείς μια συμβουλή η όποια θα είναι καθοριστική σε μια επιλογή που παρακάτω ενδεχομένως να είναι και λάθος. Απ’ την άλλη, όμως, δεν είναι ούτε αποδεκτό να δώσεις τη δική σου συμβουλή για ακριβώς τον ίδιο λόγο.

Επομένως, να μάθεις να δέχεσαι απόψεις γιατί διαφέρουν απ’ τις συμβουλές, έχουν το ελαφρυντικό ότι η επιλογή είναι αποκλειστικά δική σου. Έτσι, λοιπόν, όταν θα έχεις δεχτεί την άποψη από ένα δικό σου αγαπημένο πρόσωπο, κράτησε την και δώσε εξίσου στον εαυτό σου τον χρόνο που χρειάζεται για να το επεξεργαστεί.

Η απόφαση είναι δική σου, έπειτα δράσε γιατί ό,τι έχει δράση, έχει κι αντίδραση. Ακόμα κι η σιωπή είναι ένα είδος δράσης κι η αντίστοιχη αντίδραση θα διαδραματιστεί παρακάτω. Το «παρακάτω» δεν είναι συγκεκριμένο χρονικά, όμως, υφίσταται και θα γίνει για να κλείσει ο κύκλος αυτός.

Έτσι είναι τα πράγματα, απλά, όπως τα μεγάλα συναισθήματα που είναι δύσκολο να τα διαχειριστείς σε οποιαδήποτε στιγμή της ζωής σου. Δεν είναι το γεγονός ότι είσαι μικρός γι’ αυτά τα συναισθήματα, απλά δεν είσαι ώριμος. Μείνε ψύχραιμος κι άσε τη ζωή να σου δώσει τις απαντήσεις που θες.

Άσ’ το να ωριμάσει μέσα σου και θα έρθει η στιγμή για να αντιδράσεις. Να μην είσαι ανυπόμονος, η ζωή είναι όμορφη και κάθε μέρα σου κρύβει γλυκές, ονειρεμένες στιγμές. Θα γίνει και να είσαι σίγουρος  πως το χειρίστηκες με ωριμότητα, όπως ακριβώς το ήθελες. Απόλαυσέ το, γιατί έρχεται!

Αγάπα τον άνθρωπο διότι είσαι εσύ

Αν κάτι έχουμε λησμονήσει οικτρά έως τώρα στις κοινωνικές μας σχέσεις είναι να φερόμαστε ανθρώπινα, ειλικρινά, έντιμα και με ανιδιοτέλεια.

Το απαράμιλλα όμορφο σώμα του ανθρωπισμού φωνάσκει και φωτίζει με τόση λαμπρότητα τις αξίες, τα ινδάλματα και τα ιδανικά του, που οποιοσδήποτε και αν το αντίκριζε από μακρινή απόσταση θα εντυπωσιαζόταν και θα θαρρούσε πως πρόκειται για μία σπάνια θεότητα και για μια τόσο συγκινητική αξία η οποία δυστυχώς έχει επισκιαστεί απ’ την δίνη του ερέβους των ημερών μας, ένα έρεβος που έχει επιφέρει την μισαλλοδοξία, τον φθόνο, έναν «ανθρωπισμό» ο οποίος είναι απογοητευτικά κενός και πληγωμένος, σχεδόν δηλητηριασμένος.

«Αγάπα τον άνθρωπο διότι είσαι εσύ» είχε πει ο μεγάλος περιπατητής του πνεύματος Ν. Καζαντζάκης. Πλέον στην σημερινή κοινωνία κατέχουμε έναν διπλό ρόλο. Απ’ την μία είμαστε θεατές στον ρόλο του ανθρωπισμού και απ’ την άλλη συμμέτοχοι μέσω της βάναυσης συμπεριφοράς μας απέναντί του. Και οι δύο συμπεριφορές μας δημιουργούν ένα κατακριτέο και απεχθές αποτέλεσμα, καθώς η αδράνεια μας απ’ την μια να αντιμετωπίσουμε τις ανείπωτες λαβωματιές που πληγώνουν τον ανθρωπισμό, αλλά και η αποκρουστική μας δράση απέναντι στον συνάνθρωπο τον οποίο αψηφούμε, παραγκωνίζουμε, ευτελίζουμε και τον θεωρούμε ως μια υποχείρια οντότητα και ως ένα μέσο εκπλήρωσης των βουλιμιών μας, εκκολάπτουν μια νοσηρή κατάσταση. Και η νοσηρή αυτή κατάσταση φανερώνει το πώς ο άνθρωπος μπορεί να καταστεί θηρίο αδάμαστο, αγρίμι ανεξέλεγκτο απέναντι στον συνοδοιπόρο του, με τον οποίο έχει την ευχέρεια να κατακτήσουν αλλά και να νοηματοδοτήσουν τον κόσμο.

Ο «ακαταγώνιστος» υλικός πλούτος, τα φθαρμένα όνειρα, η ποσοτική αξιολόγηση των πραγμάτων και η τόσο απατηλή ασημαντότητα σβήνουν την ασύγκριτη γοητεία της φλόγας του ανθρωπισμού και δημιουργούν κοινωνικές σχέσεις νοθευμένες και ακρωτηριασμένες. Αν κάτι επιθυμεί ο άνθρωπος στο ταξίδι της ζωής του είναι να αγγίξει με «τις ρόγες των δαχτύλων του» το τέλειο, το άρτιο και το σπουδαίο, και σαφώς κάτι τέτοιο δύναται να επιτευχθεί εάν έχει στο πλάι του έναν αγέρωχο και θαρραλέο συνάνθρωπο, όπου ο ένας θα βοηθά τον άλλον και οι δύο μαζί θα κατακτούν την κορυφή. Αυτό είναι το ευγενές και το ανόθευτο πνεύμα του ανθρωπισμού. Πρόκειται για πνεύμα που ξεπερνά τις αβύσσους ασημότητας των ημερών μας, συνιστά δε ύψιστο ιδανικό, θελκτική αξία και τρόπο ζωής.

Πλέον, βιώνουμε τις ημέρες όπου αγγίζουμε αυτή την φλόγα του ανθρωπισμού αλλά δεν την αισθανόμαστε, μας μιλά με τόσο ηχηρό και σαγηνευτικό τρόπο, αλλά το αγκάθι δεν μας βοηθά να την αντιληφθούμε, μας κοιτά θλιμμένη ευελπιστώντας να ανταποκριθούμε στο κάλεσμα της, ωστόσο το βλέμμα μας είναι στραμμένο αλλού. Ξεχάσαμε την ασυνήθιστη ομορφιά που έχει το σώμα του ανθρωπισμού, μα είναι βέβαιο πως θα μας ξανακατακτήσει, για να λυτρωθεί και να λυτρωθούμε.

Μια ηδυπαθής τρέλα είναι αυτό που κάνει τον άντρα να πιστεύει πως στην αγκαλιά κάποιας ωραίας γυναίκας, θα βρει πιο μεγάλη απόλαυση από ό,τι στην αγκαλιά οποιασδήποτε άλλης

Αποτέλεσμα εικόνας για αλίκη διπλαράκουΑυτό λοιπόν που οδηγεί τον άνθρωπο στη συγκεκριμένη περίπτωση είναι πραγματικά ένα ένστικτο το οποίο είναι προσανατολισμένο στο καλύτερο για το γένος, ενώ ο ίδιος ο άνθρωπος φαντάζεται πως αναζητά την ιδιαίτερη δική του απόλαυση. Πράγματι, έχουμε ένα πολύ διδακτικό παράδειγμα που αφορά την εσωτερική ουσία όλων των ενστίκτων, η οποία σχεδόν σε κάθε περίπτωση, όπως εδώ με το άτομο, ενεργεί για το καλό του είδους. Γιατί η φροντίδα με την οποία κάποιο έντομο αναζητά ένα συγκεκριμένο λουλούδι ή φρούτο ή κοπριά ή κρέας ή, όπως οι σφήκες αναζητούν μια ξένη νύμφη εντόμου για να τοποθετήσουν εκεί τα αυγά τους και, για να το πετύχουν αυτό, δε νοιάζονται ούτε για κόπο ούτε για κίνδυνο, αυτή η φροντίδα είναι φανερό πως είναι ανάλογη με εκείνη με την οποία ένας άντρας για τη σεξουαλική ικανοποίηση αναζητά μια γυναίκα με συγκεκριμένη ιδιοσυστασία επιδεικνύοντας επιμέλεια και τόσο ζήλο, ώστε συχνά, για να πετύχει αυτόν το σκοπό, σε πείσμα κάθε λογικής, θυσιάζει την ίδια την ευτυχία της ζωής του με απερίσκεπτη παντρειά, με ερωτικές συναλλαγές που του στοιχίζουν περιουσία, τιμή και ζωή, ακόμα και μέσα από εγκλήματα, όπως η μοιχεία και ο βιασμός.

Όλα αυτά μόνο για να υπηρετηθεί, ανάλογα με το γένος, με τον πιο σκόπιμο τρόπο η απανταχού κυρίαρχη βούληση της φύσης, αν και σε βάρος του ατόμου. Δηλαδή παντού το ένστικτο είναι μια ενέργεια σαν να απορρέει από την έννοια ενός σκοπού, και όμως χωρίς αυτόν. Η φύση το εμφυτεύει εκεί όπου το άτομο που ενεργεί θα ήταν ανίκανο να καταλάβει το σκοπό ή απρόθυμο να τον ακολουθήσει- γι’ αυτό έχει δοθεί κατά κανόνα στα ζώα, και μάλιστα κυρίως στα κατώτερα, τα οποία έχουν τη χαμηλότερη νόηση, όμως ουσιαστικά μόνο στην περίπτωση που εξετάζουμε εδώ και στον άνθρωπο, ο οποίος θα μπορούσε να καταλάβει το σκοπό, αλλά δε θα τον ακολουθούσε με τον αναγκαίο ζήλο, δηλαδή ακόμα και σε βάρος του ατομικού του καλού. Η αλήθεια λοιπόν, όπως σε όλα τα ένστικτα, παίρνει εδώ τη μορφή της τρέλας, για να επηρεάσει τη βούληση. Μια ηδυπαθής τρέλα είναι αυτό που κάνει τον άντρα να πιστεύει πως στην αγκαλιά κάποιας ωραίας γυναίκας, σύμφωνα με τις προτιμήσεις του, θα βρει πιο μεγάλη απόλαυση από ό,τι στην αγκαλιά οποιασδήποτε άλλης, ή ακόμα τον κατευθύνει προς ένα μοναδικό άτομο και του δημιουργεί τη σταθερή πεποίθηση ότι η απόκτησή του θα του παρείχε υπέρτατη ευτυχία. Έτσι νομίζει πως καταβάλει κόπο και προβαίνει σε θυσίες για τη δική του απόλαυση, ενώ αυτό συμβαίνει μόνο για τη διατήρηση του κανονικού τύπου του γένους ή και για τη δημιουργία συγκεκριμένης ατομικότητας η οποία μπορεί να προέλθει μόνο από αυτούς τους γονείς.

Τόσο πολύ παρατηρείται εδώ ο χαρακτήρας του ενστίκτου, δηλαδή μια ενέργεια σαν να προέρχεται από την έννοια ενός σκοπού, και όμως χωρίς να του είναι συνειδητή η έννοια ενός σκοπού, του συγκεκριμένου σκοπού της γέννησης απογόνου, ο οποίος μόνο αυτός τον οδηγεί, έτσι που ο κατευθυνόμενος από εκείνη την τρέλα – τον μη συνειδητό σε αυτόν σκοπό της απόκτησης απογόνου – συχνά αηδιάζει στη φάση της εκπλήρωσης του σκοπού και θα ήθελε να εμποδίσει την εκπλήρωση, τη γέννηση- κάτι που συμβαίνει με όλες σχεδόν τις εξωσυζυγικές ερωτικές σχέσεις. Σύμφωνα με το χαρακτήρα του θέματος που εκθέσαμε, κάθε ερωτευμένος επιτέλους μετά τη βίωση της απόλαυσης θα βιώσει περίεργη απογοήτευση και θα απορήσει που αυτό το οποίο με τόσο πόθο επιθυμούσε δεν είχε να δώσει τίποτα περισσότερο από ό,τι κάθε άλλη σεξουαλική ικανοποίηση, έτσι που να μη νιώθει πως μέσα από αυτό πέτυχε κάποια εξέλιξη του εαυτού του. Δηλαδή η σχέση εκείνης της επιθυμίας με όλες τις άλλες επιθυμίες του αναλογεί στη σχέση του γένους με το άτομο, όπως δηλαδή ένα ατελείωτο με ένα πεπερασμένο. Απεναντίας, η ικανοποίηση ανήκει στο γένος, και γι’ αυτό δεν εμφανίζεται στη συνείδηση του ατόμου, το οποίο εδώ, κυριευμένο από τη βούληση του γένους, υπηρέτησε με κάθε θυσία ένα σκοπό που δεν ήταν ο δικός του. Γι’ αυτό λοιπόν κάθε ερωτευμένος, μετά την τελική ολοκλήρωση του μεγάλου έργου, τα έχει κάπως χαμένα- γιατί η τρέλα, μέσω της οποίας το άτομο ήταν ο εξαπατημένος του γένους, έχει εξαφανιστεί. Σύμφωνα με αυτά λέει πολύ πετυχημένα ο Πλάτων: «Ηδονή απάντων αλαζονέστατον» (δεν υπάρχει τίποτα πιο αλαζονικό από την ηδονή, Φίληβος).

ARTHUR SCHOPENHAUER, ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΗ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ

Αναληθή ιστορικά αφηγήματα

Τα αναληθή ιστορικά αφηγήματα είναι τα ψέματα που λέμε ο ένας στον άλλο για το παρελθόν μας. Οι συνήθεις στόχοι είναι ο αυτοεκθειασμός και η αυτοδικαιολόγηση. Δεν είμαστε μόνο εμείς οι ίδιοι ξεχωριστοί· το ίδιο ισχύει για τις πράξεις μας και για τις πράξεις των προγόνων μας. Δεν συμπεριφερόμαστε ποτέ ανήθικα, οπότε δεν χρωστάμε τίποτε σε κανέναν. Τα αναληθή ιστορικά αφηγήματα λειτουργούν ως ένα είδος ομαδικής αυτοεξαπάτησης, από την άποψη ότι πολλοί άνθρωποι πιστεύουν στο ίδιο ψέμα. Αν η πλειονότητα ενός πληθυσμού έχει γαλουχηθεί σε ένα συγκεκριμένο αναληθές αφήγημα, τότε αυτό μπορεί να δράσει ως ισχυρός ενοποιητικός παράγοντας. Ο περισσότερος κόσμος δεν έχει συναίσθηση της εξαπάτησης η οποία επενδύθηκε στην κατασκευή του αφηγήματος που αποδέχεται ως αληθές· ούτε έχει επίγνωση της συναισθηματικής επιρροής που ασκούν αυτά τα αφηγήματα ή του γεγονότος ότι μπορούν να έχουν σοβαρές μακροχρόνιες συνέπειες.

Η ιστορική έρευνα χαρακτηρίζεται από μια βαθιά αντίφαση ανάμεσα στην προσπάθεια των ιστορικών να ανακαλύψουν την αλήθεια για το παρελθόν και στην επιθυμία τους να κατασκευάσουν ένα αναληθές ιστορικό αφήγημα σχετικά με αυτό. Όπως έχουμε δει στο παρόν βιβλίο, κατασκευάζουμε διαρκώς αναληθή αφηγήματα για τη συμπεριφορά μας, για τις διαπροσωπικές σχέσεις μας και για τις ευρύτερες ομάδες στις οποίες ανήκουμε, οπότε η κατασκευή ενός ακόμη για τη θρησκεία ή για το έθνος μας δεν αποτελεί κάτι το απρόσμενο. Σε κάθε κοινωνία υπάρχουν συνήθως λίγοι θαρραλέοι ιστορικοί που αποπειρώνται να πουν την αλήθεια για το παρελθόν. Ωστόσο, οι περισσότεροι ιστορικοί θα αρκεστούν στην εξιστόρηση μια συμβατικής, εξιδανικευμένης εκδοχής των ιστορικών συμβάντων, και οι περισσότεροι πολίτες των αντίστοιχων κρατών ουδέποτε θα πληροφορηθούν τις σκοτεινές όψεις της ιστορίας τους – ή θα τις απορρίψουν ως αναληθείς αν τύχει να τις πληροφορηθούν.

Αξίζει να σημειωθεί ότι όσο νεότερος ο αποδέκτης της πληροφορίας τόσο μεγαλύτερο κίνδυνο διατρέχει να εκτεθεί σε αναληθές αφήγημα. Έχουμε την τάση να εξιστορούμε στα παιδιά μας ηρωικά αφηγήματα για το ένδοξο παρελθόν μας, θρέφοντας μύθους που διαλύονται μόνο στα πανεπιστημιακά έδρανα. Αυτό, φυσικά, ενισχύει τη μεροληψία μας. Αφενός διότι οι απόψεις που διδασκόμαστε σε νεαρή ηλικία ασκούν μεγάλη επιρροή στη ζωή μας και αφετέρου διότι δεν κατορθώνουμε όλοι να φοιτήσουμε στο πανεπιστήμιο ούτε φυσικά διδάσκονται ιστορία όλοι οι φοιτητές. Ευτυχώς, πολλοί νέοι δεν αποδέχονται άκριτα τις ανοησίες των γονέων τους (και, γενικότερα, των ενηλίκων), οπότε υπάρχουν τουλάχιστον κάποιες τάσεις αντίστασης. Εντούτοις, οι επαγγελματίες ιστορικοί ανά την υφήλιο δέχονται ισχυρές πιέσεις να προβάλουν ωραιοποιημένες εικόνες του παρελθόντος, εν μέρει για να θεμελιωθούν ευρύτερα εθνικά ή θρησκευτικά διδάγματα.

Δεν χωρά αμφιβολία ότι βαδίζει κανείς σε επισφαλές έδαφος όταν θίγει τέτοια ζητήματα. Αυτό που ο ένας θεωρεί ψέμα μπορεί για τον άλλο να αποτελεί ένα βαθιά προσωπικό στοιχείο της ομαδικής του ταυτότητας. Ποιος σου έδωσε το δικαίωμα να σχολιάζεις την ταυτότητά μου;

Τι στάση άραγε να κρατήσουμε γύρω από τέτοια αφηγήματα; Πρόκειται αναμφίβολα για ένα ιδιαίτερα ακανθώδες ζήτημα. Τα αναληθή ιστορικά αφηγήματα αποτελούν ουσιαστικό στοιχείο της αυτοεξαπάτησης στο ομαδικό επίπεδο και συχνά έχουν βαρύτατες συνέπειες για μεγάλους πληθυσμούς, ακόμη και για τους ίδιους τους εμπνευστές τους.

Λέγεται ότι όσοι δεν διδάσκονται από τα λάθη της ιστορίας είναι καταδικασμένοι να τα επαναλάβουν, Όπως είχε πει κάποτε ο Χάρι Τρούμαν: «Το μόνο κρυπτόν υπό τον ήλιο είναι η ιστορία που αγνοούμε».

ROBERT TRIVERS, Η ΜΩΡΙΑ ΤΩΝ ΑΝΟΗΤΩΝ

Το να μη δείχνουμε αδυναμία δεν είναι σημάδι δύναμης

Μια ψευδαίσθηση που έχουμε πολλοί λέει ότι "για να αξίζω και να είμαι αγαπητός, χρειάζεται να είμαι πάντα δυνατός και να μην έχω στιγμές αδυναμίας".

Ή τουλάχιστον χρειάζεται να φαίνομαι δυνατός και να μην αφήνω κανέναν να αντιλαμβάνεται την αδυναμία, την ανάγκη ή το φόβο μου. Μια όψη αυτού είναι η πεποίθηση ότι οι δυνατοί αξίζουν και οι αδύναμοι όχι. Μια άλλη όψη είναι ότι, αν οι άλλοι δουν την αδυναμία και τις ανάγκες μου, θα χάσουν το σεβασμό τους για μένα ή ίσως ακόμη και να το χρησιμοποιήσουν εναντίον μου.

Η προσπάθειά μας να φαινόμαστε δυνατοί, μαζί με την προσπάθειά μας να φαινόμαστε τέλειοι ή πολύ ικανοί, μπορεί να μην προσελκύσει την αγάπη που ελπίζουμε. Μπορεί να προσελκύσει ακόμη και μνησικακία, ανταγωνισμό και άλλες δυσάρεστες αντιδράσεις, επειδή σε κανέναν δεν αρέσει να βρίσκεται κοντά σε κάποιον που θεωρεί τον εαυτό του καλύτερο από τους άλλους.

Όλοι έχουμε αδυναμίες και αδύναμες στιγμές. Όλοι χρειαζόμαστε βοήθεια και στήριξη κατά καιρούς, ακόμη κι αν είναι επειδή έχουμε ένα κοινό κρυολόγημα ή κάποια άλλη ελαφρά αδιαθεσία. Οι άνθρωποι που δεν μπορούν να παραδεχτούν την αδυναμία ή την ανάγκη τους, δημιουργούν συχνά ένα περιβάλλον όπου οι άλλοι δεν μπορούν να αντιληφθούν ή να σεβαστούν τις ανάγκες τους, ακόμη κι όταν τελικά τις εκφράζουν. Τότε το άτομο, που έπαιζε το ρόλο του δυνατού, νιώθει μεγάλη αδικία, επειδή βοηθούσε τους άλλους για τόσα χρόνια και τώρα κανείς δεν ανταποκρίνεται στο κάλεσμά του για βοήθεια.

Σαν ψυχή έχουμε απεριόριστη δύναμη. Σαν "εγώ" και σώμα δεν έχουμε δύναμη και θα χρειαστεί να συμβιβαστούμε μ’ αυτό. Ακόμη και οι μεγαλύτεροι πνευματικοί δάσκαλοι έχουν αρρωστήσει και πεθάνει από διάφορες ασθένειες και αποδέχτηκαν τις αδυναμίες και την ανάγκη τους για βοήθεια.

Το να μην δεχόμαστε βοήθεια δεν είναι πνευματική αξία. Είναι μια εγωιστική προσπάθεια να εγκαταστήσουμε μια ψευδαίσθηση της αξίας μας. Το να μπορούμε να παραδεχόμαστε την αδυναμία μας, να ζητάμε και να δεχόμαστε βοήθεια, είναι ένα σημαντικό μέρος της αίσθησης του εαυτού μας ως κάτι άλλο από το εγώ, καθώς και της ανάπτυξης της πνευματικής ιδιότητας της ταπεινοφροσύνης.

Το να φοβόμαστε να δείξουμε αδυναμία δεν είναι δύναμη, αλλά μάλλον αδυναμία που δημιουργείται από την ανικανότητα να αντιληφθούμε την εσώτερη αξία μας. Σε τέτοια περίπτωση, χρειάζεται να μπορούμε να βιώσουμε την αξία μας ακόμη κι όταν είμαστε άρρωστοι, φοβισμένοι και έχουμε ανάγκη βοήθειας και, επίσης, όταν μας βοηθούν οι άλλοι.

Ο ΕΠΤΑΕΤΗΣ ΠΟΛΕΜΟΣ (1756 - 1763)

Ο ΕΠΤΑΕΤΗΣ ΠΟΛΕΜΟΣ (1756 - 1763)

ΠΡΟΛΟΓΟΣ - ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Ο Επταετής Πόλεμος θεωρείται ως ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος της ιστορίας. Διαδραματίστηκε σε όλα τα μήκη και πλάτη του τότε γνωστού κόσμου. Στη Βόρεια Αμερική, Ευρώπη, Καραϊβική και Ινδία. Οι συνέπειές του καθόρισαν σημαντικά το μέλλον όλων των χωρών που έλαβαν μέρος σε αυτόν. Το 1740 ο Φρειδερίκος Β' (Friedrich II) της Πρωσίας κατέλαβε την Σιλεσία (Νοτιοδυτική Πολωνία) το κράτος τον Χόεντσόλερν (Hohenzollern) αναδύθηκε σε δύναμη πρώτου μεγέθους. Η Μαρία Θηρεσία (Maria Theresia) της Αυστρίας βλέποντας το κίνδυνο ενός ισχυρού κράτους στα βόρεια σύνορα της προσπάθησε και πέτυχε να συμμαχήσει με την Ρωσία και την Γαλλία εναντίον του. Η Αγγλία πήγε με το μέρος της Πρωσίας. Ο Φρειδερίκος έκανε την πρώτη κίνηση, στις 29 Αυγούστου 1756 κατέλαβε την Σαξονία (Sachsen). Μετά από μία σειρά μαχών ο πόλεμος τελείωσε το 1763. Η Μαρία Θηρεσία εγκατέλειψε κάθε αξίωση της στην Σιλεσία...

Στην βόρεια Αμερική οι Γάλλοι αποσύρθηκαν και όλη η έκταση ανατολικά του Μισισιπή πέρασε στις δεκατρείς αποικίες εκτός της Φλόριντα και της Λουιζιάνα που δόθηκαν στην Ισπανία επειδή είχε βοηθήσει τους Άγγλους. Δόθηκε έτσι μία ώθηση στην Αμερικανική Επανάσταση δεδομένου ότι είχαν οριστεί τα σύνορα των δεκατριών αποικιών. Μετά την ειρήνη του Εξ-λα-Σαπέλ (1748), με την οποία δόθηκε λύση στο θέμα της διαδοχής του Αυστριακού θρόνου με την τελική νίκη της Μαρίας Θηρεσίας, επακολούθησε η λεγόμενη αντιστροφή των συμμαχιών, δηλαδή η δημιουργία νέων συνδυασμών μεταξύ των ευρωπαϊκών δυνάμεων, με αποτέλεσμα η Γαλλία να συμμαχήσει.

Να συμμαχήσει αντίθετα με την παλιά της παράδοση, με την Αυστρία εναντίον της Γερμανίας -της οποίας η δύναμη είχε θορυβήσει όχι μόνο την Αυστρία, που άλλωστε επιδίωκε και την ανάκτηση της Σιλεσίας, αλλά όλη την Ευρώπη- και εναντίον της Αγγλίας, σχεδόν μόνης συμμάχου των Γερμανών, με την οποία η Γαλλία βρισκόταν σε οξύ αποικιακό ανταγωνισμό. Έτσι, οι διαφορετικές επιδιώξεις αντέστρεψαν και την παλιά Αγγλο-Αυστριακή συμμαχία και ύστερα από έντονη διπλωματική δράση στις σπουδαιότερες Ευρωπαϊκές πρωτεύουσες -Βιέννη, Βερσαλίες, Αγία Πετρούπολη- με μια σειρά συνθηκών δημιουργήθηκε μεγάλος συνασπισμός από την Αυστρία, τη Γαλλία, τη Ρωσία, τη Σαξονία.

Και αργότερα τη Σουηδία και τον Ισπανικό οίκο των Βουρβόνων, ενώ ο Φρειδερίκος Β' είχε μείνει σχεδόν μόνος με την υποστήριξη ορισμένων Γερμανικών κρατιδίων (όπως του Μπραουνσβάιγκ) και της Αγγλίας, η οποία μπορούσε να αντιμετωπίσει σοβαρά μόνο τη Γαλλία. Ο Πρώσος βασιλιάς, παρότι αντιμετώπισε με εξαιρετική ικανότητα τους εχθρούς χτυπώντας τους με εύστοχες και τολμηρές κινήσεις, δεν μπόρεσε να εμποδίσει ούτε την εισβολή στο Βρανδεμβούργο ούτε την κατάληψη του Βερολίνου. Ο θάνατος της Τσαρίνας Ελισάβετ και η ανάρρηση στον θρόνο του Πέτρου Γ' απέσπασε από τον συνασπισμό τη Ρωσία, την οποία ακολούθησε και η Σουηδία.

Το γεγονός αυτό έλυσε τη διαφορά υπέρ της Πρωσίας τη στιγμή που η κατάστασή της ήταν κρίσιμη. Η ειρήνη του Χουμπέρτουσμπουργκ (1763) επικύρωσε το status quo ante, ενισχύοντας τη δύναμη του βασιλιά της Πρωσίας. Ο πόλεμος, που δεν ήταν μόνο ηπειρωτικός αλλά και θαλάσσιος, με ιδιαίτερη μάλιστα βαρύτητα σε αυτό τον τομέα, σταμάτησε σχεδόν ταυτόχρονα και στο μέτωπο του Ατλαντικού, με τη νίκη των Άγγλων και την καταστροφή του εκτεταμένου Γαλλικού αποικιακού κράτους.

Οι αιτίες του Επταετούς Πολέμου οφείλονται στα αποτελέσματα μιας προηγούμενης σύγκρουσης, του Πολέμου της Αυστριακής Διαδοχής (1740 - 1748). Η συνθήκη της Aix-la-Chapelle, με την οποία τελείωσε ο πόλεμος, δεν κατάφερε να κατευνάσει την οργή της Αυστρίας για την απώλεια της επαρχίας της Σιλεσίας προς όφελος της Πρωσίας. Ούτε ήταν ικανή να συγκρατήσει τις αποικιακές φιλοδοξίες της Γαλλίας και Βρετανίας, οι οποίες συνεχίστηκαν με συγκρούσεις και μετά την κατάπαυση των εχθροπραξιών. Ο Επταετής Πόλεμος ήταν ουσιαστικά μια συνέχιση του Πολέμου της Αυστριακής Διαδοχής, διέφερε όμως σε δυο βασικά σημεία.

Η πρώτη σημαντική διαφορά ήταν, ότι ο Επταετής Πόλεμος ήταν ένας παγκόσμιος πόλεμος, που απαιτούσε καθολική δέσμευση πόρων από όλους τους εμπλεκόμενους. Επειδή οι χώρες αφιέρωσαν όλες τις δυνάμεις τους στον πόλεμο, τα κέρδη τους έρχονταν σε δεύτερη μοίρα, καθώς πολλές απ’ αυτές, όπως για παράδειγμα η Πρωσία, πάλευαν για την επιβίωση τους. Η δεύτερη σημαντική διαφορά ήταν η οριστική αλλαγή των συμμαχιών, που είχαν διαμορφωθεί το πρώτο μισό του δέκατου ογδόου αιώνα. Αυστρία και Βρετανία έπαψαν να είναι σύμμαχοι. Η Αυστρία συντάχτηκε με το μέρος της Γαλλίας. Η Πρωσία με τη σειρά της έσπασε τη συμμαχία με τη Γαλλία και συντάχτηκε με τη Βρετανία.

Όμως και αυτή η συμμαχία έσπασε τελικά, αφήνοντας τη Βρετανία χωρίς συμμάχους στην Ευρώπη. Οι κυριότεροι αντίπαλοι του Επταετούς Πολέμου ήταν η Αυστρία με τη Βασίλισσα Μαρία Θηρεσία στο θρόνο, η Βρετανία του Γεωργίου Β' και αργότερα του Γεωργίου Γ' (Εκλέκτορα του Ανόβερο), η Γαλλία με τον Λουδοβίκο ΙΕ' στο θρόνο, η Πρωσία του Φρειδερίκου Β' (γνωστός και ως Φρειδερίκος ο Μέγας) και η Ρωσία με την Αυτοκράτειρα Ελισάβετ.

ΧΡΟΝΟΛΟΓΙΕΣ

1755

6 Ιουλίου: Ήττα του Braddock

1756

15 Ιανουαρίου: Συνέδριο του Westminster
1 Μαΐου: Πρώτη Συνθήκη των Βερσαλλιών
17 Μαΐου: Κήρυξη πολέμου μεταξύ Γαλλίας-Βρετανίας
28 Μαΐου: Παράδοση των Βρετανών στη Μινόρκα
29 Αυγούστου: Η Πρωσία εισβάλει στη Σαξονία
1 Οκτωβρίου: Μάχη του Lobositz
17 Οκτωβρίου: Η Σαξονία παραδίδεται


1757

11 Ιανουαρίου: Η Ρωσία υπογράφει την Πρώτη Συνθήκη των Βερσαλλιών
1 Μαΐου: Δεύτερη Συνθήκη των Βερσαλλιών
6 Μαΐου: Μάχη της Πράγας
18 Ιουνίου: Μάχη του Kolin
23 Ιουνίου: Μάχη του Plassey
26 Ιουλίου: Μάχη του Hastenbeck
9 Αυγούστου: Το οχυρό William Henry συνθηκολογεί
30 Αυγούστου: Μάχη του Gross-Jaegersdorf
Σεπτέμβριος: Οι Βρετανοί επιτίθενται στη Γαλλική ακτή
8 Σεπτεμβρίου: Συνέδριο του Kloster Zeven
5 Νοεμβρίου: Μάχη του Rossbach
5 Δεκεμβρίου: Μάχη του Leuthen

1758

2 Ιουνίου: Πτώση του οχυρού St. David
Ιούνιος - Σεπτέμβριος: Οι Βρετανοί επιτίθενται στη Γαλλική ακτή
8 Ιουλίου: Μάχη του οχυρού Carillon (Ticonderoga)
1 Αυγούστου: Το Louisbourg συνθηκολογεί
3 Αυγούστου: Βρετανικό στρατιωτικό απόσπασμα φτάνει στη Γερμανία
25 Αυγούστου: Μάχη του Zorndorf
27 Αυγούστου: Το οχυρό Frontenac λεηλατείται
14 Οκτωβρίου: Μάχη του Hochkirch
24 Νοεμβρίου: Το οχυρό Duquesne εγκαταλείπεται
13 Δεκεμβρίου: Πολιορκία του Madras

1759

17 Φεβρουαρίου: Άρση της πολιορκίας του Madras
23 Ιουλίου: Μάχη του Paltzig
24 Ιουλίου: Το οχυρό Niagara συνθηκολογεί
26 Ιουλίου: Το οχυρό Carillon εγκαταλείπεται
31 Ιουλίου: Επίθεση στους Καταρράκτες Montmorency
1 Αυγούστου: Μάχη του Minden
12 Αυγούστου: Μάχη του Kunersdorf
18 Αυγούστου: Μάχη του Lagos
4 Σεπτεμβρίου: Κατάληψη της Δρέσδης
13 Σεπτεμβρίου: Πρώτη μάχη στην Πεδιάδα του Αβραάμ
20 Νοεμβρίου: Μάχη του Κόλπου Quiberon

1760

22 Ιανουαρίου: Μάχη του Wandiwash
28 Απριλίου: Δεύτερη μάχη στην Πεδιάδα του Αβραάμ
23 Ιουνίου: Μάχη του Landeshut
31 Ιουλίου: Μάχη του Warburg
15 Αυγούστου: Μάχη του Liegnitz
8 Σεπτεμβρίου: Το Μόντρεαλ παραδίδεται
9 Οκτωβρίου: Επιδρομή στο Βερολίνο
16 Οκτωβρίου: Μάχη του Kloster Kamp
3 Νοεμβρίου: Μάχη του Torgau

1761

7 Ιουνίου: Η Dominica παραδίδεται στους Βρετανούς
15 - 16 Ιουλίου: Μάχη του Vellinghausen
30 Σεπτεμβρίου: Κατάληψη του Bunzelwitz

1762

5 Ιανουαρίου: Θάνατος της Αυτοκράτειρας Ελισάβετ
12 Φεβρουαρίου: Πτώση της Μαρτινίκας
2 ή 5 Μαΐου: Συνθήκη του St. Petersburg
24 Ιουνίου: Μάχη του Wilhelmsthal
10 Αυγούστου: Πτώση της Αβάνας
6 Οκτωβρίου: Κατάληψη της Μανίλας

1763

10 Φεβρουαρίου: Συνθήκη του Παρισιού
15 Φεβρουαρίου: Συνθήκη του Hubertusburg

ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ

Ο Επταετής Πόλεμος έλαβε χώρα μεταξύ των ετών 1755 και 1764, με τα σημαντικότερα πολεμικά γεγονότα να διαδραματίζονται μεταξύ των ετών 1756 και 1763. Σ' αυτόν ενεπλάκησαν όλες οι υπερδυνάμεις της Εποχής με εξαίρεση την Οθωμανική Αυτοκρατορία, και επηρέασε την Ευρώπη, τη Βόρεια και Νότια Αμερική, τη Δυτική Αφρική, την Ινδία και τις Φιλιππίνες. Θεωρούμενος πρελούδιο των Παγκοσμίων Πολέμων αλλά και ο σημαντικότερος Ευρωπαϊκός πόλεμος από τον Τριακονταετή του 17ου αιώνα, χώρισε για άλλη μία φορά την Ευρώπη σε δύο αντιμαχόμενους συνασπισμούς κρατών, υπό την καθοδήγηση της Βρετανικής Αυτοκρατορίας από τη μία και της Γαλλίας από την άλλη πλευρά.

Για πρώτη φορά η Γαλλία, προσπαθώντας να αντισταθμίσει την ολοένα αυξανόμενη ισχύ της Βρετανίας και της Πρωσίας, δημιούργησε από τη δική της πλευρά μια μεγάλη Συμμαχία. Η προσπάθεια αυτή στέφθηκε τελικά με αποτυχία καθώς η Βρετανία αναδείχθηκε η ισχυρότερη παγκοσμίως υπερδύναμη, αλλάζοντας τις ισορροπίες ισχύος στην Ευρώπη. Στην ιστοριογραφία μερικών χωρών, ο πόλεμος λαμβάνει το όνομά του από τις δυνάμεις που συγκρούστηκαν στα συγκεκριμένα τοπικά θέατρα, π.χ. Γαλλοϊνδιάνικος Πόλεμος στις Ηνωμένες Πολιτείες.


Στο Γαλλόφωνο Καναδά, είναι γνωστός ως ο «Πόλεμος της Κατάκτησης», ενώ αποκαλείται Επταετής Πόλεμος στον Αγγλόφωνο Καναδά (Βόρεια Αμερική, 1754 - 1763), Πομερανικός Πόλεμος (Σουηδία και Πρωσία, 1757 - 1762), Τρίτος Καρνατικός Πόλεμος (στην Ινδική χερσόνησο, 1757 - 1763), και Τρίτος Πόλεμος της Σιλεσίας (Πρωσία και Αυστρία, 1756 - 1763). Διαμάχες ξέσπασαν μεταξύ της Μεγάλης Βρετανίας και της Γαλλίας το 1754 - 1756 όταν οι Βρετανοί πραγματοποίησαν επίθεση σε εδάφη που διεκδικούσε και η Γαλλία στη Βόρεια Αμερική, επιτάσσοντας εκατοντάδες Γαλλικά εμπορικά πλοία. Ταυτόχρονα, η ανερχόμενη Πρωσία ανταγωνιζόταν με την Αυστρία για επικράτηση εντός κι εκτός των εδαφών της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας στην Κεντρική Ευρώπη.

Καταλαβαίνοντας πως θα ξεσπούσε σύντομα πόλεμος, η Πρωσία χτύπησε απροειδοποίητα τη Σαξονία και γρήγορα την προσάρτησε. Το αποτέλεσμα αυτό προκάλεσε μεγάλες αναταράξεις στην Ευρώπη. Καθώς η Πρωσία ήταν σύμμαχος της Βρετανίας, η Αυστρία συμμάχησε με τη Γαλλία, διαβλέποντας την ευκαιρία να ανακαταλάβει τη Σιλεσία, την οποία είχε χάσει σε παλαιότερο πόλεμο. Με επιφύλαξη, ακολουθώντας Αυτοκρατορικό διάταγμα, τα περισσότερα κρατίδια της Αυτοκρατορίας ακολούθησαν την Αυστρία στους σκοπούς της. Στην Αγγλο-Πρωσική συμμαχία εντάχθηκαν μικρότερα Γερμανικά κράτη (ιδίως το Ανόβερο).

Η Σουηδία, φοβούμενη τις επεκτατικές διαθέσεις της Πρωσίας, μπήκε στον πόλεμο το 1757 για προστατέψει τις κτήσεις της στη Βαλτική, παίρνοντας θάρρος από το γεγονός ότι φαινομενικά ολόκληρη η Ευρώπη αντιμαχόταν την Πρωσία. Η Ισπανία, που δεσμευόταν από την Πακτ ντε Φαμίγ (Γαλλικά: Pacte de Famille 1761), επενέβη υπέρ της Γαλλίας και μαζί εξαπέλυσαν μια καταστροφική εισβολή στην Πορτογαλία το 1762. Η Ρωσική Αυτοκρατορία αρχικά συνασπίστηκε με την Αυστρία, φοβούμενη τις φιλοδοξίες της Πρωσίας σε σχέση με την Πολωνο-Λιθουανική Κοινοπολιτεία, ωστόσο άλλαξε πλευρά μετά την ενθρόνιση του Τσάρου Πέτρου του Γ' το 1762.

Η ΠΟΡΕΙΑ ΠΡΟΣ ΤΗ ΣΥΓΚΡΟΥΣΗ

Οι διαμάχες στην Βόρεια Αμερική, οι οποίες είχαν ήδη αρχίσει πριν το 1756, αλλά συνεχίστηκαν και μετά το 1763, ονομάζονται Γαλλοϊνδιάνικοι πόλεμοι, καθώς τόσο η Γαλλία όσο και η Μεγάλη Βρετανία έπαιρναν με το μέρος τους διάφορες φυλές ιθαγενών Ινδιάνων. Στον πόλεμο της Αυστριακής διαδοχής (δεκαετία του 1740), η Αυστρία είχε συμμαχήσει με την Βρετανία κατά της Πρωσίας και της Γαλλίας. Η Πρωσία είχε κατακτήσει την περιοχή της Σιλεσίας από την Αυστρία, κάτι το οποίο δεν άρεσε καθόλου στην Αυστριακή Αυτοκράτειρα Μαρία Θηρεσία. Μετά από αυτόν τον πόλεμο, στις αρχές της δεκαετίας του 1750, συνέβη μία αλλαγή των συμμαχιών.

Η Αυστρία μετά από 250 χρόνια διαμάχης με την Γαλλία συμμάχησαν και η Πρωσία αναγκάστηκε να διακόψει τις καλές της σχέσεις με την Γαλλία και επομένως συμμάχησε με την Βρετανία. Η αποικιακή διαμάχη ανάμεσα στην Μεγάλη Βρετανία και την Γαλλία άρχισε ήδη από τον Πόλεμο της ισπανικής διαδοχής (1701 - 1714). Αφορμή για την διαμάχη αυτή υπήρξε η περικύκλωση των Βρετανικών αποικιών στην Βόρεια Αμερική από πολλές άλλες Γαλλικές αποικίες, οι οποίες εκτείνονταν από τον Καναδά και τις Μεγάλες Λίμνες ως τον ποταμό Μισισσιπή.

Παλιοί Εχθροί -  Νέοι Φίλοι

Βόρεια Αμερική

Η Νέα Γαλλία (οι Γαλλικές αποικίες στη Βόρεια Αμερική, μια μεγάλη περιοχή του σημερινού ανατολικού Καναδά) και οι 13 Βρετανικές αποικίες είχαν εμπλακεί σε συγκρούσεις από το 1608. Αυτές κλιμακώθηκαν το 1747, όταν οι αποικίες της Βιρτζίνια και Πενσυλβάνια σχημάτισαν την Εταιρία του Οχάιο στην κοιλάδα του ομώνυμου ποταμού, ενθαρρύνοντας τους Βρετανούς εμπόρους να διασχίζουν τα Όρη Allegheny και να εγκαθιστούν εμπορικούς σταθμούς. Οι Γάλλοι, θεωρώντας ότι αυτή η περιοχή ανήκε στη δική τους σφαίρα επιρροής, άρχισαν μια διαδικασία εγκατάστασης σταθμών κατά μήκος των ποταμών Οχάιο και Μισισιπή για να συγκρατήσουν τη Βρετανική επέκταση.

Το 1753 οι Γάλλοι ανέπτυξαν 3.000 άντρες στην περιοχή για να χτίσουν οχυρά και να αναλάβουν επιθετική δράση αν ήταν απαραίτητο. Σε απάντηση, ο κυβερνήτης Dinwiddie της Βιρτζίνια απέστειλε έναν ταγματάρχη της πολιτοφυλακής, τον Γεώργιο Ουάσιγκτον, να παραδώσει μια διακήρυξη στους Γάλλους διοικητές των νέων οχυρών στο Presque Isle και Le Boeuf, στην οποία αναφερόταν ότι αυτά τα οχυρά βρίσκονταν στην περιοχή της Βιρτζίνια και έπρεπε να εκκενωθούν. Οι Γάλλοι δεν απάντησαν και ο Dinwiddie πίεσε τους Βρετανούς να χτίσουν τα δικά τους οχυρά στην περιοχή για να υποστηρίξουν το εμπόριο τους. Το 1754 μια ομάδα 40 αντρών ξεκίνησε να χτίζει το Οχυρό Prince George στο σημερινό Pittsburgh.

Οι Γάλλοι εμφανίστηκαν, συνέλαβαν τους άντρες και τους έστειλαν πίσω στη Βιρτζίνια. Έκαναν δικό τους το οχυρό, αλλάζοντας την ονομασία του σε Οχυρό Duquesne. Το καλοκαίρι ο ταγματάρχης Γεώργιος Ουάσιγκτον και 300 άντρες προσπάθησαν να το κυριεύσουν, αλλά ηττήθηκαν σε μάχη κοντά στο Οχυρό Necessity στις 2 Ιουλίου 1754. Έπειτα απ’ αυτήν την ήττα, οι Βρετανοί αποφάσισαν το Σεπτέμβριο του 1754 να στείλουν δυο συντάγματα τακτικού στρατού για να αντιμετωπίσουν τους Γάλλους στην κοιλάδα του ποταμού Οχάιο. Απέστειλαν επίσης 10.000 στερλίνες και 2.000 μουσκέτα στη Βόρεια Αμερική για την ανάπτυξη τοπικών αποικιακών στρατευμάτων, με την ελπίδα να αναγκάσουν τους Γάλλους να παραιτηθούν των αξιώσεων τους.

Οι Βρετανικές ενισχύσεις απέπλευσαν τον Ιανουάριο του 1755 με τη συνοδεία ναυτικής μοίρας, που είχε διαταγές να εμποδίσει τους Γάλλους να ενισχύσουν τη Νέα Γαλλία. Ωστόσο, οι Γάλλοι έστειλαν μια δύναμη 5.000 στρατιωτών, η οποία κατάφερε να διασπάσει τον αποκλεισμού του Βασιλικού Ναυτικού και να φτάσει τον Ιούνιο στη Βόρεια Αμερική. Τον Ιούνιο 1755 μια Βρετανική εκστρατευτική δύναμη ξεκίνησε για να κυριεύσει το Οχυρό Duquesne. Αυτή η δύναμη υπό τη διοίκηση του Υποστράτηγου Edward Braddock, αποτελούνταν από δυο συντάγματα τακτικού πεζικού, το 44ο και 48ο και διάφορα αποικιακά αποσπάσματα. Οι άντρες δεν ήταν εκπαιδευμένοι να πολεμούν στο περιβάλλον της Βορείου Αμερικής.

Είχαν εκπαιδευτεί στις γραμμικές τακτικές μάχης του 18ου αιώνα. Οι Γαλλικές μονάδες που υπεράσπιζαν το Οχυρό Duquesne είχαν λίγους λόχους τακτικού στρατού, 100 άντρες της δύναμης πεζοναυτών, 200 Γάλλο-Καναδούς πολιτοφύλακες και 900 ιθαγενείς Αμερικανούς συμμάχους. Στις 6 Ιουλίου, λίγα μίλια από το Οχυρό Duquesne, η εμπροσθοφυλακή των Βρετανών υπό τη διοίκηση του Συνταγματάρχη Thomas Gage συνάντησαν μια μεγάλη δύναμη Γάλλων και ιθαγενών συμμάχων τους. Ο Βρετανικός στρατός στη Βόρεια Αμερική ήταν ασυνήθιστος και ανεκπαίδευτος σε πόλεμο εντός των δασών. Αναπτύχθηκε με την κλασσική γραμμική διάταξη και περίμενε τον εχθρό να πράξει το ίδιο.


Οι Γάλλοι προκάλεσαν αρκετές απώλειες στην εμπροσθοφυλακή των Βρετανών, επειδή χρησιμοποιούσαν ανορθόδοξες τακτικές μάχης. Ο Braddock ενίσχυσε την εμπροσθοφυλακή του με περισσότερα στρατεύματα, αλλά χωρίς αποτέλεσμα. Ένας Βρετανός αξιωματικός σημείωσε στο ημερολόγιο του : «Οι Γάλλοι και Ινδιάνοι έβαλλαν από μια θέση και μετά έτρεχαν σε νέα θέση, ενώ η Βρετανική γραμμή παρέμενε κλειστή και έριχνε ομοβροντίες αριστερά και δεξιά» (Ημερολόγιο ενός Βρετανού αξιωματικό). Μετά από δυο ώρες μάχη, οι Βρετανοί άρχισαν να υποχωρούν. Από τους 1.370 Βρετανούς μόνο 459 δεν τραυματίστηκαν στη διάρκεια της μάχης. Οι Γαλλικές απώλειες ήταν τρεις αξιωματικοί νεκροί, τέσσερις αξιωματικοί τραυματίες και λιγότεροι από 10 στρατιώτες νεκροί ή τραυματίες.

Οι ιθαγενείς σύμμαχοι τους είχαν απώλειες 100 αντρών περίπου. Στις άλλες δυο εκστρατείες του 1755 συμμετείχαν Βρετανικές αποικιακές μονάδες εναντίον των Γάλλων στις περιοχές της λίμνης George και του Οχυρού Niagara. Και οι δυο πλευρές κινητοποίησαν στρατεύματα εντός των περιοχών αυτών σε μια προσπάθεια να καταλάβουν ζωτικές στρατηγικές περιοχές για μελλοντικές εκστρατείες. Οι Βρετανοί νίκησαν στη λίμνη George στις 8 Σεπτεμβρίου, αλλά μπορούσαν να κατέχουν μόνο τη νότια περιοχή της λίμνης. Τα Βρετανικά αποικιακά στρατεύματα που στάλθηκαν κατά του Οχυρού Niagara επέστρεψαν πίσω στο Οχυρό Oswego καθώς ο διοικητής τους, κυβερνήτης William Shirley της Μασαχουσέτης, διαπίστωσε την ισχυρή παρουσία των Γάλλων στην περιοχή.

Ινδία

Ο πόλεμος στην Ινδία είχε τις ρίζες του στον εμπορικό ανταγωνισμό μεταξύ της Γαλλικής Εταιρίας Ανατολικών Ινδιών και της Βρετανικής Εταιρίας Ανατολικών Ινδιών. Από τις αρχές του 17ου αιώνα οι δυο εταιρίες είχαν ένα επιτυχημένο εμπόριο στην Ινδική υπό-ήπειρο. Ωστόσο, από τα μέσα του 18ου αιώνα η παλιά Αυτοκρατορία των Mogul διασπάστηκε εξαιτίας εσωτερικών ερίδων και έτσι οι δυο εταιρίες θέλησαν να εκμεταλλευτούν προς όφελος τους τη νέα πολιτική κατάσταση που διαμορφωνόταν. Όταν ξέσπασε ο πόλεμος στην Ευρώπη στα τέλη του 17ου και στις αρχές του 18ου αιώνα, οι μικροί εμπορικοί σταθμοί στην Ινδία συμμετείχαν στις συγκρούσεις, αν και αυτές οι συμπλοκές ήταν μικρότερης κλίμακας σε σχέση με αυτές στην Ευρώπη και Βόρεια Αμερική.

Και οι δυο εταιρίες ανέπτυξαν τοπικές στρατιωτικές δυνάμεις από ντόπιους Ινδούς και Ευρωπαίους. Οι Γάλλοι ήταν πρωτεργάτες κατά τη διάρκεια του Πολέμου της Αυστριακής Διαδοχής στην ανάπτυξη και εκπαίδευση Ινδικών στρατευμάτων. Κυρίευσαν το βρετανικό σταθμό στο Madras, αλλά αργότερα τον επέστρεψαν ξανά στους Βρετανούς με αντάλλαγμα το Louisbourg στη Βόρεια Αμερική το 1748. Όπως και στη Βόρεια Αμερική, οι εχθροπραξίες στην Ινδία συνεχίστηκαν μεταξύ των δυο εταιριών ακόμα και μετά τις συνθήκες ειρήνης που υπογράφτηκαν στην Ευρώπη το 1748. Η διαμάχη πήρε διαστάσεις με την ανάμιξη των Ινδών πριγκίπων προς όφελος της μιας ή της άλλης εταιρίας με αντάλλαγμα την πολιτική εύνοια.

Ωστόσο, το 1754 η Βρετανική κυβέρνηση, βλέποντας την κλιμάκωση της έντασης, απέστειλε το 39ο σύνταγμα πεζικού στο Madras με σκοπό να αποτελέσει τη σπονδυλική στήλη των Βρετανικών στρατιωτικών δυνάμεων στην περιοχή. Ο πόλεμος στην Ινδική υπό-ήπειρο τα επόμενα έξι χρόνια διεξήχθη με ένα μείγμα από εταιρικά Ευρωπαϊκά και Ινδικά (Sepoy) στρατεύματα συν μητροπολιτικά. Τα τοπικά στρατεύματα των δυο εταιριών υπερέβαιναν αριθμητικά τα μητροπολιτικά. Ο αποικιακός ανταγωνισμός ώθησε τη Μ. Βρετανία και Γαλλία σε μια νέα πολεμική σύγκρουση και οι δυο χώρες διαπίστωσαν, ότι χρειάζονταν Ευρωπαίους συμμάχους. Ήταν η ώρα των διαπραγματεύσεων μεταξύ των μεγάλων δυνάμεων της Ευρώπης.

Πολιτικές Εξελίξεις

Τα κράτη που συμμετείχαν στον Επταετή Πόλεμο είδαν τη Συνθήκη της Aix-la-Chapelle το 1748, με την οποία τερματίστηκε ο Πόλεμος της Αυστριακής Διαδοχής, ως προσωρινή ανακωχή. Η Αυστρία είχε χάσει την πολύτιμη επαρχία της Σιλεσίας προς όφελος της Πρωσίας. Η Πρωσία επιθυμούσε να επεκτείνει την κυριαρχία της στα εδάφη της Αυστρίας. Η Μεγάλη Βρετανία και Γαλλία είχαν εδαφικές διαφορές στις αποικίες της Βορείου Αμερικής και την Ινδία. Όλες οι πλευρές μεταξύ 1748 και 1756 άρχισαν μια σειρά διαπραγματεύσεων που κατέληξαν στην κατάργηση των παλιών συμμαχιών του Πολέμου της Αυστριακής Διαδοχής. Το αποτέλεσμα ήταν το Συνέδριο του Westminster και οι δυο Συνθήκες των Βερσαλλιών.

Η Ρωσία ήταν η νέα δύναμη που εισήλθε στη σύρραξη. Κάθε χώρα έθεσε τους δικούς της όρους στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων. Η Αυστρία επιθυμούσε την επιστροφή της Σιλεσίας από την Πρωσία και τη μετατροπή της Πρωσίας σε ένα μικρό κράτος της κεντρικής Ευρώπης. Η Μεγάλη Βρετανία αναζητούσε μια αποφασιστική σύγκρουση με τη Γαλλία στις αποικίες της Βορείου Αμερικής και την Ινδία. Η αχίλλειος πτέρνα αυτής της σύγκρουσης ήταν το Προτεκτοράτο του Ανόβερο, το οποίο η Μεγάλη Βρετανία ήθελε να προστατέψει από τους Γάλλους και Πρώσους. Οι Βρετανοί συνειδητοποίησαν πως, αν το Ανόβερο χανόταν, κάθε μελλοντική συμφωνία ειρήνης σήμαινε την απώλεια των κατακτημένων Γαλλικών αποικιών με αντάλλαγμα την επιστροφή του.

Η Γαλλία επιθυμούσε να εμπλέξει τη Βρετανία σε έναν υπερπόντιο αγώνα, απειλώντας τους Άγγλους με την κατάληψη του Ανόβερου. Οι Πρώσοι επιθυμούσαν να διαφυλάξουν τα κέρδη τους από τον Πόλεμο της Αυστριακής Διαδοχής και να κυριεύσουν τη Σαξονία. Η Ρωσία ήθελε να εξασθενήσει τη δύναμη της Πρωσίας φοβούμενη σχέδιο της να κυριεύσει την περιοχή της Κουρλάνδης και γι’ αυτό είχε ετοιμάσει σχέδια για την κατάκτηση της Πολωνίας και Ανατολικής Πρωσίας. Κάθε χώρα είχε τους κατασκόπους και πρεσβευτές της που δούλευαν στο παρασκήνιο προσπαθώντας να κερδίσουν οφέλη στις διαπραγματεύσεις. Γαλλία και Πρωσία είχαν ανανεώσει μια αμυντική συνθήκη στις 29 Μαΐου 1747 για ακόμα 10 χρόνια.

Ωστόσο, ο Πρίγκιπας Kaunitz της Αυστρίας διορίστηκε πρεσβευτής στη Γαλλία το 1750. Παρέμεινε εκεί τρία χρόνια και έκανε πολύτιμες επαφές με τη Γαλλική κυβέρνηση. Με την επιστροφή του στην Αυστρία έγινε καγκελάριος. Ο Kaunitz διαπίστωσε πως ήταν δυνατή μια Γάλλο-Αυστριακή συμμαχία με σκοπό την κατάληψη της Σιλεσίας. Οι διαπραγματεύσεις επιταχύνθηκαν και έγιναν σημαντικές αλλαγές στο διπλωματικό χάρτη της Ευρώπης εξαιτίας της αυξημένης εχθρότητας μεταξύ Γαλλίας και Μεγάλης Βρετανίας στη Βόρεια Αμερική το 1754. Η Μεγάλη Βρετανία θεώρησε την Πρωσία και Γαλλία ως τις μεγαλύτερες απειλές σε έναν ακόμα Ευρωπαϊκό πόλεμο και είδε τη Ρωσία σαν πιθανό εγγυητή του Ανόβερου.

Για τη Βρετανία ένας πόλεμος στην Ευρώπη ήταν εμπόδιο στα στρατηγικά της σχέδια στις αποικίες και προτιμούσε να διατηρηθεί το status quo. Επιθυμούσε να εμπλέξει τη Γαλλία σε υπερπόντιο αγώνα με την Ευρώπη να παραμένει σε ειρήνη. Με ένα στρατό που ήταν μικρός για τα Ευρωπαϊκά δεδομένα, η Βρετανία σχεδίαζε να χρησιμοποιήσει τα στρατεύματα της σε αποικιακές συγκρούσεις, παρά για τη φύλαξη του Ανόβερου. Βρετανία και Ρωσία διαπραγματεύθηκαν μια συνθήκη στις 30 Σεπτεμβρίου 1755, κατά την οποία η Ρωσία συμφώνησε να παρέχει 55.000 στρατιώτες και 40 γαλέρες. Η Βρετανία σε αντάλλαγμα συμφώνησε να παρέχει 100.000 στερλίνες ετήσια επιχορήγηση συν άλλες 400.000 εάν ρωσικά στρατεύματα μεταστάθμευαν στο Ανόβερο.


Ο Φρειδερίκος Β', ανησυχώντας για μια Άγγλο-Αυστριακό-Ρωσική συμμαχία εναντίον του, έκανε διαβήματα στη Βρετανική κυβέρνηση το Μάιο του 1755, δηλώνοντας ότι δεν είχε βλέψεις στο Ανόβερο και επιθυμούσε την ειρήνη. Διαπραγματεύσεις άρχισαν μεταξύ Πρωσίας και Μεγάλης Βρετανίας για μια αμυντική συνθήκη και έτσι στις 15 Ιανουαρίου 1756 πραγματοποιήθηκε το Συνέδριο του Westminster. Και οι δυο πλευρές συμφώνησαν να βοηθήσουν η μια την άλλη στρατιωτικά σε περίπτωση που αντίπαλοι στρατοί εισέβαλαν στα Γερμανικά κρατίδια. Η Πρωσία έλπιζε επίσης, ότι οι Βρετανοί θα πίεζαν τους Ρώσους να μην κινηθούν εναντίον της.

Η Αυστρία, ωστόσο, δεν επιθυμούσε να παραμείνει το status quo. Ήθελε να επιτεθεί και να αφανίσει την Πρωσία, κυριεύοντας τη Σιλεσία. Θεώρησε ότι οι Βρετανοί πρόδωσαν τη μακρόχρονη συμμαχία τους, συντασσόμενοι με το μέρος της Πρωσίας. Διαπιστώνοντας επίσης ότι, η νέα συμμαχία άφηνε απομονωμένη τη Γαλλία, δήλωσε ότι θα διαπραγματευόταν με τη Γαλλία και η Μεγάλη Βρετανία δεν έπρεπε να αναμιχθεί. Η Βρετανία με τη σειρά της έσπευσε να εξηγήσει στην Αυστρία ότι το Συνέδριο είχε καθαρά αμυντικό χαρακτήρα. Οι Ρώσοι δεν κάθονταν με σταυρωμένα τα χέρια. Τον Απρίλιο του 1756 είχαν πέντε αντικειμενικούς στόχους:

α) Να εξασθενήσουν την ισχύ του βασιλιά της Πρωσίας

β) Να ζητήσουν από την Αυστρία να τους βοηθήσει

γ) Να κατευνάσουν τη Γαλλία ώστε να την εμποδίσουν να κινηθεί κατά της Βιέννης

δ) Να προωθήσουν μια βολική λύση στην Πολωνία, ώστε να διευκολυνθεί η κίνηση του Ρωσικού στρατού διαμέσου των Πολωνικών εδαφών

ε) Να κρατήσουν Σουηδούς και Τούρκους μακριά

Η Αυστρία άρχισε διαπραγματεύσεις με τη Ρωσία. Η συνθήκη επιχορήγησης μεταξύ Μεγάλης Βρετανίας και Ρωσίας δεν είχε επικυρωθεί ακόμα και φαινόταν να είναι αχρείαστη μετά το Συνέδριο. Την 1η Μαΐου 1756 υπογράφτηκε η Πρώτη Συνθήκη των Βερσαλλιών μεταξύ Γαλλίας και Αυστρίας. Οι σημαντικές συμφωνίες της πρώτης συνθήκης ήταν:

α) Η Αυστρία θα παρέμενε ουδέτερη σε έναν ενδεχόμενο Άγγλο-Γαλλικό πόλεμο

β) Η Γαλλία δεν θα επιτίθονταν σε Αυστριακά εδάφη

Η Αυστρία επίσης δε θα βοηθούσε τη Βρετανία σε ένα αποικιακό πόλεμο. Άλλη παράμετρος της συνθήκης ήταν, ότι εάν μια από τις δυο χώρες δεχόταν επίθεση, η άλλη όφειλε να στείλει 24.000 στρατό ως βοήθεια. Το σκεπτικό ήταν ότι, σε περίπτωση επίθεσης της Γαλλίας στο Ανόβερο και αντίδρασης της Πρωσίας κατά της Γαλλίας, να διευκολυνθεί η Αυστρία για να επιτεθεί στη Σιλεσία. Μπορεί το Συνέδριο του Westminster και η Συνθήκη των Βερσαλλιών να είχαν αμυντικό χαρακτήρα, ωστόσο αυτό δεν ήταν αρκετό για να αποφευχθεί η σύγκρουση. Η Ρωσία δεν υπέγραψε εξαιτίας των γαλλικών φόβων για μια Ρωσική επέκταση στην Πολωνία. Η Γαλλία είχε μια στενή σχέση με τον Εκλέκτορα της Σαξονίας Αύγουστο Γ', ο οποίος ήταν και βασιλιάς της Πολωνίας.

Και οι δυο φοβούνταν, ότι οι επιχειρήσεις του Ρωσικού στρατού εναντίον της Πρωσίας θα οδηγούσε σε κατάληψη της Πολωνίας και καταστροφή της όλης περιοχής. Η Γαλλία θεώρησε τον εαυτό της κύριο παίχτη στην Πολωνία και ήταν απρόθυμη να χάσει την επιρροή της στην περιοχή. Μετά από εκτενείς διαπραγματεύσεις η Σαξονία, Γαλλία και Αυστρία έφτασαν σε συμφωνία. Αν και δεν ολοκληρώθηκε μέχρι την έναρξη του πολέμου, στα τέλη του 1756 οι Γάλλοι είχαν αντικαταστήσει τους Βρετανούς στην παροχή οικονομικής βοήθειας στη Ρωσία και οι Ρώσοι υποσχέθηκαν να μην ανακατευτούν στις εσωτερικές υποθέσεις της Πολωνίας και να διασχίσουν την Πολωνία με το ελάχιστο κόστος.

Αν και οι Ρώσοι δεν υπέγραψαν την Πρώτη Συνθήκη των Βερσαλλιών, ο Φρειδερίκος Β' της Πρωσίας συνειδητοποίησε, ότι ήταν περικυκλωμένος. Είδε το ενδεχόμενο μιας επίθεσης εναντίον του από τρεις κατευθύνσεις. Τους Γάλλους να επιτίθενται από τα δυτικά, τους Ρώσους από τα ανατολικά και τους Αυστριακούς από το νότο.

ΤΑΚΤΙΚΕΣ ΜΑΧΗΣ

Γραμμική Διάταξη και Ανορθόδοξος Πόλεμος

Η Τακτική Μάχης στον Επταετή Πόλεμο

Το μουσκέτο με πυριτόλιθο ήταν το βασικό όπλο όλων των στρατών του Επταετούς Πολέμου. Εισήχθη στις αρχές του 18ου αιώνα. Το βεληνεκές του ήταν 200 - 300 μέτρα, αλλά η ακρίβεια του στο πυρ δεν ήταν ο βασικός ρόλος του. Το μουσκέτο έβαλλε πιο γρήγορα σε σχέση με τα παλαιότερα και το σκεπτικό της χρήσης του ήταν οι διαδοχικές ομοβροντίες του πεζικού κατά την προέλαση του προς τις εχθρικές γραμμές. Το πυκνό και επαναλαμβανόμενο πυρ ήταν τα κλειδιά για την επικράτηση του πεζικού στη μάχη. Η χρήση του νέου μουσκέτου οδήγησε τους στρατούς στη δημιουργία μακρύτερων γραμμών στη μάχη με μήκος πολλών μιλίων. Στη μάχη του Leuthen το Αυστριακό μέτωπο είχε μήκος 4,5 μίλια (7,2 km), ενώ το Πρωσικό μόλις 2 μίλια (3,2 km).

Το Πρωσικό μέτωπο ήταν μικρότερο εξαιτίας της τακτικής της λοξής φάλαγγας. Μια κοινή πρακτική ήταν η ανάπτυξη ενός τάγματος πεζικού με δυο ή τρία πυροβόλα στις πλευρές του. Τα πυροβόλα παρείχαν επιπλέον ισχύ πυρός και χρησιμοποιούνταν επίσης ως διαχωριστική γραμμή των διαφόρων ταγμάτων πεζικού. Οι διάφοροι στρατοί του Επταετούς Πολέμου ανέπτυσσαν με διαφορετικό τρόπο το μέτωπο τους. Οι Πρώσοι αναπτύσσονταν σε τρεις γραμμές, αλλά εξαιτίας των απωλειών στη διάρκεια του πολέμου, τις μείωσαν σε δυο. Οι Αυστριακοί αναπτύσσονταν σε τρεις γραμμές μετά τη μάχη του Kolin και η τακτική αυτή αύξησε την ευελιξία και την ισχύ πυρός τους στη μάχη.

Οι Βρετανοί άρχισαν τον πόλεμο με συντάγματα αναπτυγμένα σε τρεις σειρές, αλλά από το 1759 και μετά αναπτύσσονταν σε δυο. Αυτό το είδος του πολέμου απαιτούσε εκπαίδευση στην ανάπτυξη του μετώπου κατά τη μάχη και στην πορεία διαμέσου της υπαίθρου. Καθώς οι γραμμές μάχης σχηματίζονταν, οι στρατηγοί προσπαθούσαν, είτε να υπερκεράσουν τον εχθρό, είτε να εξαπολύσουν μια σαρωτική επίθεση κατά μέτωπο. Οι στρατοί αναπτύσσονταν συνήθως σε δυο ή τρεις γραμμές πεζικού και ιππικού. Η δεύτερη και τρίτη γραμμή χρησιμοποιούνταν ως ενισχύσεις ή για πλευρικές επιθέσεις. Η πειθαρχία στη μάχη ήταν ο βασικός κανόνας επιτυχίας αυτού του συστήματος.


Οι στρατιώτες εκπαιδεύονταν στην πορεία κατά φάλαγγες στην ύπαιθρο και στη διατήρηση της συνοχής τους. Καθώς πλησίαζαν τον εχθρό, έπρεπε να αναπτυχθούν γρήγορα στη γραμμική διάταξη μάχης. Οι στρατοί που δεν πετύχαιναν να αναπτυχθούν γρήγορα γνώριζαν την ήττα, όπως συνέβη με το Γάλλο-Γερμανικό στρατό στη μάχη του Rossbach, που δέχτηκε επίθεση από τους Πρώσους, ενώ βρισκόταν ακόμα σε σχηματισμό φάλαγγας. Ακόμα και όταν οι δυο στρατοί κατάφερναν να αναπτυχθούν σε γραμμή, η διατήρηση της πειθαρχίας ήταν εξίσου σημαντική για όλους. Τα στρατεύματα έπρεπε να διατηρήσουν τη συνοχή τους κάτω από το πυκνό πυρ του εχθρικού πυροβολικού και των μουσκέτων και δεν άνοιγαν πυρ μέχρι να λάβουν την κατάλληλη διαταγή.

Αρχικά καθιερώθηκε ένα σύστημα πυρός ανά διμοιρίες, που ήταν περίπλοκο και δύσκολο να εκτελεστεί. Κάθε τάγμα διαιρούνταν σε τρεις γραμμές και οκτώ μονάδες πυρός. Κάθε μονάδα (διμοιρία) άνοιγε πυρ διαδοχικά από το κέντρο προς τα άκρα της γραμμής ή αντιστρόφως ή ταυτόχρονα. Οι διοικητές γνώριζαν, ότι μετά από τρεις ομοβροντίες, οι άντρες έβαλλαν κατά βούληση, ώστε να συνεχιστεί το συνεχόμενο φράγμα πυρός. Οι Πρώσοι, εξαιτίας του επιπέδου εκπαίδευσης και πειθαρχίας τους, πλησίασαν κοντά στην επίτευξη του ιδανικού. Άλλοι στρατοί θα υιοθετούσαν μια απλούστερη εκδοχή αυτού, κατά την οποία η πρώτη γραμμή έριχνε μια απλή ομοβροντία ακολουθούμενη από τη δεύτερη κ.ο.κ.

Οι Βρετανοί εφάρμοσαν αυτή την τακτική στη μάχη της Πεδιάδας του Αβραάμ το 1759. Κάθε στρατός προσπαθούσε να επιτύχει μια καταιγιστική ομοβροντία που θα διασκόρπιζε τον αντίπαλο. Η επίθεση γινόταν μερικές φορές σε ευθεία γραμμή. Ωστόσο, οι διοικητές επιχειρούσαν συχνά να επιτεθούν πλευρικά και αν το πετύχαιναν, προκαλούσαν απώλεια της συνοχής του εχθρού σε όλο το μέτωπο. Το ιππικό έπαιζε καθοριστικό ρόλο τις περισσότερες φορές στην αποδιοργάνωση του εχθρού. Το είδος του εδάφους επηρέαζε συχνά την ανάπτυξη των στρατών στο πεδίο της μάχης. Στη μάχη του Kunersdorf, οι Ρώσοι παρατάχθηκαν σε μια ελώδη περιοχή με ρέματα και έτσι οι Πρώσοι αναγκάστηκαν να αναπτυχθούν σε μικρό μέτωπο.

Αυτό επέτρεψε στους Ρώσους να έχουν μικρότερο στόχο για τα πυροβόλα τους. Σε δασώδες ή λοφώδες έδαφος υπήρχαν δυσκολίες στην ανάπτυξη μεγάλων γραμμικών σχηματισμών. Ο Βρετανικός στρατός στη Βόρεια Αμερική δυσκολεύτηκε από τις ανορθόδοξες τακτικές των Γάλλων και των ιθαγενών συμμάχων τους και παρομοίως οι Αυστριακοί προκάλεσαν βαριές απώλειες στον Πρωσικό στρατό με το άτακτο ή ελαφρύ πεζικό και ιππικό τους. Κάθε στρατός του Επταετούς Πολέμου παρουσίασε προτερήματα και αδυναμίες στη χρήση των διαφόρων τακτικών μάχης που παρουσιάστηκαν παραπάνω.

Στη διάρκεια όμως του πολέμου, μερικοί στρατοί μετασχηματίστηκαν και διδάχτηκαν από τις ήττες τους, ενώ άλλοι απέτυχαν στην εφαρμογή αυτών των νέων τακτικών.

Πρωσία

Στην αρχή του πολέμου ο Πρωσικός στρατός ανέπτυξε 145.000 άντρες και ήταν ο πιο αποτελεσματικός στρατός στην Ευρώπη στη γραμμική διάταξη μάχης. Αυτό επιτεύχθηκε με συνεχή εκπαίδευση και πρακτική στη συγκεκριμένη μορφή μάχης, ενώ η λοξή φάλαγγα που εφαρμόστηκε στη μάχη του Leuthen το 1757, ήταν το αποκορύφωμα της τακτικής αυτής. Αναλύοντας την απόδοση της τακτικής αυτής, ο Αυστριακός διοικητής Henry Lloyd (που υπηρέτησε ως αξιωματικός στο Γαλλικό, Πρωσικό και Ρωσικό στρατό περισσότερο από 40 χρόνια) σημείωσε στην Ετήσια Αναφορά του το 1766 : «έχουν μια ευκολία στους ελιγμούς πέρα από κάθε άλλο στρατό».

Την περίοδο που ακολούθησε τον Πόλεμο της Αυστριακής Διαδοχής, ο Φρειδερίκος έκανε το βαρύ ιππικό του το καλύτερο της Ευρώπης και η αξία του φάνηκε στις βαριές απώλειες που προκαλούσε στον εχθρό κατά το πρώτο χτύπημα. Η πίστη στις δυνατότητες του οδήγησε το στρατό του Φρειδερίκου σε αλαζονική συμπεριφορά, η οποία προκάλεσε αλλεπάλληλες ήττες από Αυστριακούς και Ρώσους. Οι Πρώσοι είχαν ένα πολύ οργανωμένο σύστημα διατήρησης του ανθρώπινου δυναμικού τους στο πεδίο της μάχης. Τις δεκαετίες του 1720 και 1730 εισήχθη ένα σύστημα καντονιών, με το οποίο καλούνταν σε υπηρεσία όλοι οι ικανοί σωματικά άντρες μιας συγκεκριμένης περιοχής.

Οι καλύτεροι προωθούνταν σε μονάδες τακτικού στρατού και υπηρετούσαν σε συντάγματα για ένα χρόνο, ενώ οι υπόλοιποι εκπαιδεύονταν σε μονάδες φρουράς της περιοχής. Μετά το τέλος της εκπαίδευσης οι στρατιώτες απολύονταν και παρέμεναν σε επιφυλακή, οπότε σε περίπτωση ανάκλησης τους, ξαναπερνούσαν την ίδια εκπαίδευση. Οι στρατιώτες όφειλαν να παρουσιαστούν στο σύνταγμα τους την περίοδο του πολέμου, ενώ το τμήμα που είχε εκπαιδευτεί ως φρουρά αποτελούσε την εφεδρεία του συντάγματος στη μάχη. Ο Επταετής Πόλεμος διήρκεσε περισσότερο από το αναμενόμενο και το σύστημα των καντονιών αποδείχτηκε ανεπαρκές να διατηρήσει τα συντάγματα σε πλήρη δύναμη και κατάλληλα εκπαιδευμένα, με συνέπεια τη μείωση της αριθμητικής δύναμης και ποιότητας του στρατού κατά το 1759.

Μια δεύτερη πηγή ανθρώπινου δυναμικού για τον Πρωσικό στρατό ήταν οι ξένοι. Εκτιμάται, ότι κατά το 1756 πάνω από το 25% του στρατού ήταν μισθοφόροι απ’ όλη την Ευρώπη. Λιποτάκτες και αιχμάλωτοι από άλλους στρατούς υπηρετήσαν με το ζόρι στον Πρωσικό στρατό για την αύξηση της δύναμης του. Ο Φρειδερίκος καινοτόμησε στην ανάπτυξη του ιππήλατου πυροβολικού και τη χρήση όλμων για να αυξήσει την ισχύ πυρός του πεζικού και ιππικού στο πεδίο της μάχης. Η μεγάλη αποτυχία του Φρειδερίκου και του στρατού του ήταν η αδυναμία αντιμετώπισης του Αυστριακού ελαφρού πεζικού, των Grenzer. Ο Φρειδερίκος δεν αναγνώρισε την αξία των ελαφρών στρατευμάτων και έτσι οι Αυστριακοί προκάλεσαν απώλειες στον Πρωσικό στρατό σε λοφώδες ή δασώδες έδαφος.

Ο Φρειδερίκος δημιούργησε τα Frei-Corps, των οποίων ο ρόλος ήταν η αντιμετώπιση των Αυστριακών ελαφρών στρατευμάτων. Ωστόσο, από τη στιγμή που αυτοί δεν είχαν εκπαιδευτεί για τέτοιο σκοπό (αποτελούνταν από αιχμαλώτους πολέμου και λιποτάκτες), περιορίστηκαν στη λεηλασία και στη δήωση διαφόρων περιοχών. Τα Frei-Corps δεν άφησαν και την καλύτερη φήμη στον Πρωσικό στρατό. Ο Φρειδερίκος δημιούργησε επίσης το ιππικό των Ουσάρων, αλλά το χρησιμοποίησε στη σύλληψη λιποτακτών πέραν των βασικών καθηκόντων τους, «στέλνοντας περιπόλους από Ουσάρους να διατρέχουν την ύπαιθρο γύρω από το στρατόπεδο» (Στρατιωτικές Οδηγίες για τους Στρατηγούς του Στρατού).

Ο Πρωσικός στρατός επιβίωσε του πολέμου. Η ικανότητα του να διεξάγει επιχειρήσεις σε διαφορετικά μέτωπα και να βγαίνει νικητής παρά τις ήττες του, προκάλεσε το φθόνο των Ευρωπαϊκών στρατών που πολέμησαν εναντίον του. Ο Πρωσικός στρατός με τα προτερήματα και μειονεκτήματα του έγινε το μοντέλο για πολλούς στρατούς μετά τον πόλεμο.


Μεγάλη Βρετανία

Στην αρχή του πολέμου ο Βρετανικός στρατός αριθμούσε 90.000 άντρες. Ο αριθμός αυτός μπορούσε να φτάσει τις 150.000 άντρες περίπου, αλλά η εύρεση αρκετών αντρών για το στρατό ήταν ένα διαχρονικό πρόβλημα, όπως ήταν και για το Βασιλικό Ναυτικό και τις τοπικές πολιτοφυλακές. Η βίαιη στρατολόγηση πολιτών και οι φυλακές ήταν σημαντικές πηγές νεοσυλλέκτων. Ο περισσότερος στρατός ήταν αναπτυγμένος στις αποικίες ή στην πατρίδα. Το πλεονέκτημα του Βρετανικού στρατού κατά τη διάρκεια του Επταετούς Πολέμου ήταν η ικανότητα του να προσαρμόζεται στις εκάστοτε συνθήκες. Όταν ο στρατός υποχρεώθηκε να διεξάγει πόλεμο στη Βόρεια Αμερική, έγινε φανερό ότι η παραδοσιακή γραμμική τακτική μάχης δεν ήταν κατάλληλη για μάχες στο δασώδες έδαφος των αποικιών.

Για να είναι αποτελεσματικοί στα δάση, οι στρατιώτες έπρεπε να είναι ελαφρά οπλισμένοι και ευκίνητοι. Χρειάζονταν να κινούνται γρήγορα σε μικρές ομάδες και να μεταφέρουν τα βαριά όπλα και τις αποσκευές σε φάλαγγες. Ύστερα από μερικές αποτυχίες, ο στρατός άρχισε να υιοθετεί νέες τακτικές κατάλληλες για το περιβάλλον των αποικιών, αναπτύσσοντας τοπικές μονάδες καταδρομών και χρησιμοποιώντας ελαφρύ πεζικό που ήταν εκπαιδευμένο για αψιμαχίες στα δάση. Η αξιολόγηση αυτού του νέου τρόπου μάχης έγινε με δυο τρόπους. Δυο ελαφρά συντάγματα πεζικού, το 55ο και 80ο, συμμετείχαν στο νέο τύπο πολέμου. Επίσης το 60ο Βασιλικό Αμερικανικό Σύνταγμα δημιουργήθηκε από τους αποίκους της Βορείου Αμερικής και άντρες από την Ιρλανδία και Αγγλία.

Ο σκοπός του 60ου ήταν μοναδικός: Να συνδυάσει τις τακτικές πολέμου στα δάση των Γάλλων και Ινδιάνων συμμάχων τους με την πειθαρχία του τακτικού στρατιώτη. Οι εμπειρίες και τακτικές μάχης αυτών των μονάδων αξιολογήθηκαν και μεταβιβάστηκαν στον υπόλοιπο στρατό και έτσι το 1759 οι Βρετανικές μονάδες τακτικού στρατού είχαν οκτώ λόχους γραμμής, ένα λόχο γρεναδιέρων και ένα λόχο ελαφρού πεζικού. Αυτή η καινοτομία έκανε το Βρετανικό στρατό ικανό να αντιμετωπίσει το Γαλλικό και στα δάση και στις ανοικτές πεδιάδες της Βορείου Αμερικής. Ο Βρετανικός στρατός και οι σύμμαχοι του στη Γερμανία (Ανόβερο) ήταν οργανωμένος με το κλασικό γραμμικό στυλ.

Το Βρετανικό και Γερμανικό πεζικό κέρδισαν τη μάχη του Minden, ενώ το ιππικό απέδωσε καλά στη μάχη του Warburg. Οι Βρετανοί δεν έστειλαν ελαφρά στρατεύματα στη Γερμανία μέχρι το 1760. Τα Γερμανικά στρατεύματα ελαφρού πεζικού είχαν αποδείξει την αξία τους σε διάφορες αψιμαχίες με τους Γάλλους και είχαν το πλεονέκτημα της παρουσίας άξιων διοικητών στις τάξεις τους. Οι Βρετανικές μονάδες που υπηρέτησαν στην Ινδία ήταν επίσης εκπαιδευμένες να πολεμούν στη γραμμική διάταξη μάχης. Οι Βρετανοί βρίσκονταν ένα βήμα πίσω σε σχέση με τους Γάλλους στην εκπαίδευση και οργάνωση των ντόπιων Sepoys στο Ευρωπαϊκό στυλ μάχης μέχρι το 1759.

Η βελτιωμένη απόδοση των ντόπιων στο πεδίο της μάχης φάνηκε στη μάχη του Wandiwash, όπου ο Βρετανός διοικητής Συνταγματάρχης Eyre Coote, είχε δυο λόχους Sepoys ως σωματοφυλακή του (Coote’s Journal, II, 22 / 1 / 1760). Ο Henry Lloyd άσκησε κριτική στο Βρετανικό στρατό για την πρακτική του στους διορισμούς αξιωματικών. Υποστήριζε ότι, το σύστημα της αγοράς βαθμών έπρεπε να καταργηθεί. Αυτό σε συνδυασμό με μια καλύτερη πειθαρχία, «θα έδινε την υπεροχή έναντι κάθε άλλου στρατού στον κόσμο» (Ετήσια Αναφορά 1766).

Ρωσία

Η δύναμη του Ρωσικού στρατού ήταν 333.000 άντρες, απ’ τους οποίους οι 147.000 άντρες ανήκαν στις τακτικές δυνάμεις και οι υπόλοιποι στα σώματα της πολιτοφυλακής και της φρουράς. Κατά τη διάρκεια του πολέμου η Ρωσία μπορούσε να δεσμεύσει μεταξύ 60.000 και 90.000 αντρών σε μια εκστρατεία. Η αριθμητική υπεροχή της Ρωσίας ήταν και το μεγάλο της πλεονέκτημα. Μετά από μια αιματηρή μάχη, οι Ρώσοι μπορούσαν να φέρουν περισσότερες ενισχύσεις απ’ ότι η Πρωσία. Έγιναν διάφοροι μετασχηματισμοί για τη βελτίωση του στρατού, αλλά αυτοί άρχισαν να εφαρμόζονται στην αρχή του πολέμου και τα αποτελέσματα τους φάνηκαν προς το τέλος.

Ο Ρωσικός στρατός ήταν μια μεγάλη, δυσκίνητη και ανοργάνωτη μηχανή όταν βάδιζε για μάχη. Αυτό φάνηκε το 1759 στο πλαίσιο της εφαρμογής της συμφωνίας Ρώσων και Αυστριακών. Όταν οι Ρώσοι έφτασαν στον ποταμό Οντέρ, οι Αυστριακοί ανέλαβαν τον ανεφοδιασμό τους. Το ανεπαρκές δίκτυο ανεφοδιασμού επηρέαζε τα σχέδια των Ρώσων στρατηγών και τους εμπόδισε να εκμεταλλευτούν τη νίκη τους στη μάχη του Kunersdorf το 1759. Οι εκστρατείες του 1758 και 1759 έδειξαν, ότι οι Ρώσοι αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν την περιοχή του Οντέρ για να προστατέψουν τις βάσεις ανεφοδιασμού τους στην Πολωνία, χάνοντας έτσι τα εδαφικά κέρδη τους μέχρι εκείνη τη στιγμή.

Ένα από τα πρώτα μέτρα που λήφθηκαν υπόψη στο μετασχηματισμό του στρατού ήταν η βελτίωση του συστήματος ανεφοδιασμού κατά τα τελευταία έτη του πολέμου. Οι περισσότεροι παρατηρητές δεν είχαν επίσης καλή γνώμη και για τους Ρώσους ανώτατους αξιωματικούς. Οι ίδιοι οι Ρώσοι στρατηγοί ήταν καχύποπτοι μεταξύ τους για διάφορους λόγους και το επιτελείο δεν ήταν καλά οργανωμένο για να αντισταθμίσει αυτό το ελάττωμα. Οι Ρωσικοί στρατοί βάδιζαν σε μεγάλες φάλαγγες που εκτείνονταν σε μήκος πολλών μιλίων και μόνο ένας ικανός στρατηγός μπορούσε να συντονίσει όλες μαζί ταυτόχρονα με σκοπό τη νίκη.

Ο Φρειδερίκος σημείωσε στο έργο του Ιστορία του Επταετούς Πολέμου: «Αν οι Ρώσοι ήξεραν πώς να εκμεταλλεύονται μια νίκη (Kunersdorf) και κατεδίωκαν τα διαλυμένα στρατεύματα μας, η Πρωσία θα είχε πληγεί ανεπανόρθωτα». Μερικές φορές, ο αριθμός των κατώτερων αξιωματικών δεν ήταν επαρκής για κάθε σύνταγμα και αυτό δημιουργούσε πρόσθετα προβλήματα διοίκησης και ελέγχου. Οι μετασχηματισμοί προκάλεσαν αναταράξεις στο στράτευμα. Δημιουργήθηκαν νέες μονάδες, οι οποίες ήταν οργανωμένες διαφορετικά από τις παλιές. Υπήρχαν έτσι δυσκολίες στον ελιγμό και στην ανάπτυξη τους για μάχη, αλλά το πεζικό και πυροβολικό απέδωσαν έξοχα στην άμυνα.

Όπως έδειξαν οι μάχες του Zorndorf και του Kunersdorf, οι Ρώσοι ήταν εξαίρετοι στρατιώτες στην άμυνα. Ένας Αυστριακός διοικητής σημείωσε: «Το κουράγιο τους μονάχα έφερε τη νίκη παρά τις δυσκολίες και την ανικανότητα των στρατηγών τους» (Lloyd Ετήσια Αναφορά 1766). Το πυροβολικό αναδιοργανώθηκε επίσης κατά τη διάρκεια του πολέμου και αυτό φάνηκε με την απόδοση του στη μάχη του Zorndorf. Δημιουργήθηκαν ξεχωριστά σώματα πυροβολικού που έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στη μάχη του Kunersdorf, σταματώντας την προέλαση των Πρώσων και προκαλώντας τους μεγάλες απώλειες.


Αυστρία

Ο Αυστριακός στρατός παράτασσε 201.000 άντρες το 1756. Οι Αυστριακοί είχαν συστήσει μια επιτροπή αναδιοργάνωσης μετά τις ήττες στους Σιλεσιακούς Πολέμους το 1748 και εντυπωσιασμένοι από την πειθαρχία και την δεξιότητα των Πρώσων, συνέταξαν καινούργια εγχειρίδια που τα μοίρασαν σε όλο το στρατό. Η εντατική εκπαίδευση εισήχθη σε όλους τους κλάδους. Βελτιώθηκε η πειθαρχία στο πυρ του τακτικού πεζικού γραμμής, αλλά όχι στον ίδιο βαθμό με τους Πρώσους. Ο πρίγκιπας Joseph Wenzel Liechtenstein, ο οποίος είχε διοριστεί Διευθυντής Πυροβολικού το 1744, δημοσίευσε ένα εγχειρίδιο εκπαίδευσης και έκανε το πυροβολικό πιο επαγγελματικό και ικανό να παίζει καθοριστικό ρόλο στη μάχη, ρίχνοντας καταιγιστικές ομοβροντίες κατά του Πρωσικού πεζικού.

Ο Αυστριακός στρατός άλλαξε μέσα σε οκτώ χρόνια και ο Βρετανός Στρατηγός Joseph Yorke σημείωσε, ότι ο Φρειδερίκος: «Δεν περιφρονούσε τους Αυστριακούς, αλλά το αντίθετο και τον άκουσα πολλές φορές να καλεί τους αξιωματικούς του και να τους διατάσσει να κρατούν σημειώσεις των πράξεων του εχθρού με σκοπό να μάθουν απ’ αυτές» (Yorke προς Earl Hardwicke 31 / 7 / 1758). Οι Αυστριακοί στρατηγοί γνώριζαν την ισχύ πυρός και την ικανότητα ελιγμών του Πρωσικού στρατού και αυτό ήταν ένας λόγος που κράτησαν αμυντική στάση στο μεγαλύτερο διάστημα του πολέμου, προτιμώντας να πολεμούν στους λόφους και τα δάση της Βοημίας και Σιλεσίας.

Ο Φρειδερίκος δυσκολεύονταν στην αντιμετώπιση των Αυστριακών σε λοφώδεις οχυρωμένες θέσεις εξαιτίας της έλλειψης κινητικότητας των δυνάμεων του. Ένας άλλος σπουδαίος λόγος της αμυντικής στρατηγικής των Αυστριακών ήταν η χρήση των σωμάτων Grenzer. Οι στρατιώτες αυτοί, που αναφέρονται επίσης ως Κροάτες και Pandours, προέρχονταν από άντρες των Βαλκανικών περιοχών. Ήταν ειδικοί να διεξάγουν μικρής κλίμακας μάχες και αψιμαχίες. Οι Αυστριακοί χρησιμοποίησαν αυτά τα σώματα ως ελαφρά στρατεύματα σε αψιμαχίες, αναγνώριση θέσεων και συλλογή τροφής. Αναπτύσσονταν στις πλευρές του στρατού κατά την προέλαση και ανέφεραν τις κινήσεις και θέσεις των Πρώσων πριν τη μάχη.

Κατά τη διάρκεια της μάχης μπορούσαν να επιτεθούν στις πλευρές της Πρωσικής διάταξης, με σκοπό τη διάσπαση της. Τα σώματα αυτά αριθμούσαν 34.000 πεζούς και 6.000 Ουσάρους ιππείς στην αρχή του πολέμου. Ο Φρειδερίκος δήλωσε: «Ο πιο τρομερός αντίπαλος που είχε να αντιμετωπίσει ήταν οι Κροάτες, που ήταν σκληροί, γενναίοι, πιστοί στους διοικητές τους. Είχε το νου του πιο πολύ σ’ αυτούς παρά σε άλλα στρατεύματα, ήταν αδύνατον γι’ αυτόν να αντιπαρατάξει κάτι ισοδύναμο με αυτούς» (Yorke προς Hardwicke 31 / 7 / 1758). Όπως και οι Ρώσοι, οι Αυστριακοί υπέφεραν από εσωστρεφείς στρατηγούς.

Ενώ ήταν άριστοι στην άμυνα, οι Αυστριακοί δυσκολεύονταν να εκδηλώσουν επίθεση εξαιτίας της αδυναμίας συντονισμού μεταξύ των στρατηγών τους. Ο Φρειδερίκος σημείωσε στο έργο του «Ιστορία του Επταετούς Πολέμου», ότι ένας από τους λόγους της επιβίωσης του στον πόλεμο ήταν: «Η έλλειψη ενότητας μεταξύ Ρώσων και Αυστριακών στρατηγών που τους έκανε επιφυλακτικούς, ενώ αντίθετα όφειλαν να ενεργήσουν με πυγμή για να νικήσουν την Πρωσία».

Γαλλία

Ο Επταετής Πόλεμος φανέρωσε το χαμηλό επίπεδο του Γαλλικού στρατού του δέκατου ογδόου αιώνα. Αριθμούσε πάνω από 200.000 άντρες και υπέφερε από ανίκανη ανώτατη ηγεσία, έλλειψη πειθαρχίας, άτολμους αξιωματικούς και καθυστερήσεις στην εφαρμογή των απαραίτητων μετασχηματισμών. Υπήρχαν, ωστόσο, κάποιες εξαιρέσεις για τις γαλλικές δυνάμεις στις αποικίες. Τα γαλλικά στρατεύματα που στάθμευαν στη Βόρεια Αμερική ήταν εξαίρετα στη γραμμική τακτική μάχης. Οι Βρετανοί έμαθαν από τις πρώτες ήττες τους και υιοθέτησαν παρόμοιες τακτικές. Τα στρατεύματα της Γαλλικής Εταιρίας Ανατολικών Ινδιών ήταν επίσης υψηλής ποιότητας.

Στα τέλη της δεκαετίας του 1740 εκπαίδευσαν τους ιθαγενείς στη γραμμική μορφή μάχης. Οι Βρετανοί, όπως και στη Βόρεια Αμερική, έμαθαν από τις ήττες τους και εισήγαγαν τις Γαλλικές θεωρίες στα δικά τους στρατεύματα στην περιοχή. Οι Γάλλοι δεν ήταν σε θέση να ενισχύσουν τις αποικιακές δυνάμεις τους μετά το 1758 επειδή το Βασιλικό Ναυτικό είχε κλείσει επιτυχώς τις θαλάσσιες διόδους προς τις αποικίες. Την ίδια στιγμή, οι Βρετανοί ενίσχυσαν τις αποικίες τους εις βάρος των Γάλλων. Στην πορεία του πολέμου έγινε εμφανής η έλλειψη πειθαρχίας ανάμεσα στις μονάδες του Γαλλικού στρατού στη Βόρεια Αμερική και Ινδία.

Στην Πεδιάδα του Αβραάμ τα Γαλλικά στρατεύματα άνοιξαν πυρ πολύ νωρίς και έχασαν τη συνοχή τους μετά τις Βρετανικές ομοβροντίες. Στην Ινδία οι διακοπές στην πληρωμή των μισθών των στρατιωτών οδήγησαν σε λιποταξίες και στην αποσύνθεση των στρατιωτικών μονάδων. Οι Βρετανοί απέκτησαν πλεονέκτημα από την εισαγωγή λιποτακτών Γάλλων στις δικές τους δυνάμεις. Η πλειοψηφία του τακτικού Γαλλικού στρατού χρησιμοποιήθηκε εναντίον του Στρατού της Αυτού Μεγαλειότητας στη Γερμανία και όλα αυτά τα προβλήματα φάνηκαν στη γερμανική εκστρατεία. Με την έναρξη του πολέμου, ο Γαλλικός στρατός ήταν εκπαιδευμένος στις νέες τακτικές, αλλά αυτές δεν απέδωσαν άμεσα και έτσι αποδείχτηκε κατώτερος των αντιπάλων του.

Οι τακτικές και οργανωτικές αλλαγές απέδωσαν στο τέλος του πολέμου, αλλά ήταν πολύ αργά. Στη διάρκεια κάθε εκστρατείας ο στρατός έχασε το 1/5 της δύναμης του από απώλειες, αρρώστιες και λιποταξίες. Αυτό ήταν ένα σοβαρό πρόβλημα για το Γαλλικό στρατό στη Γερμανία, επειδή το σύστημα πληρωμών κατέρρεε συνεχώς και η χαλαρή πειθαρχία του Γαλλικού στρατού γινόταν όλο και περισσότερο εμφανής. Τα πράγματα έγιναν ακόμα χειρότερα εξαιτίας της έλλειψης σοβαρών αξιωματικών, που να ήταν ικανοί να επιβάλλουν την πειθαρχία και τις διαταγές τους στις μονάδες κατά τη διάρκεια μιας εκστρατείας.

Ο Henry Lloyd σημείωσε για το Γαλλικό στρατό: «Αν απωθούνταν, ένιωθαν τόσο πολύ εξουθενωμένοι ώστε ήταν δύσκολο να επιτεθούν ξανά, εξεγείρονταν και κατηγορούσαν τους διοικητές τους και λιποτακτούσαν» (Ετήσια Αναφορά 1766). Οι ανώτατοι διοικητές απέτυχαν επίσης να ενώσουν τις δυνάμεις τους την κρίσιμη στιγμή για να εξοντώσουν το Στρατό της Αυτού Μεγαλειότητας στη Γερμανία. Στρατιώτες από διάφορα μικρά Γερμανικά κρατίδια υπηρέτησαν με το Γαλλικό στρατό στη Γερμανία (Reichsarmee). Ωστόσο τα μικρά αυτά Γερμανικά κρατίδια δεν πρόσφεραν στρατιώτες της ίδιας ποιότητας με αυτούς που υπηρετούσαν στο Στρατό της Αυτού Μεγαλειότητας.


Τα Γερμανικά στρατεύματα δεν εκπαιδεύονταν σε καιρό ειρήνης και έτσι δεν απέδωσαν τα αναμενόμενα στη μάχη του Rossbach. Ο Γαλλικός στρατός αναγνώρισε την αξία των ελαφρών στρατευμάτων και τις διάφορες αλλαγές στην προέλαση και διάταξη της μάχης. Αυτές αποτέλεσαν τα βασικά συστατικά του Γαλλικού στρατού της εποχής του Ναπολέοντα. Βρίσκονταν ωστόσο σε νηπιακό στάδιο κατά τη διάρκεια του Επταετούς Πολέμου.

ΤΟ ΞΕΣΠΑΣΜΑ ΤΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ

Αφού δεν υπάρχει κάποιο γεγονός που οδήγησε στην έκρηξη του Επταετούς Πολέμου, είναι καλύτερο να περιγράψουμε τα στρατιωτικά γεγονότα του 1756 και να τα συσχετίσουμε με τις πολιτικές εξελίξεις του 1756 και των αρχών του 1757. Το κεφάλαιο αυτό επικεντρώνεται στις εξελίξεις στη Βόρεια Αμερική, Μινόρκα και Σαξονία που επηρέασαν καταλυτικά την εξέλιξη του πολέμου. Το 1756 έλαβε χώρα στη Βόρεια Αμερική μόνο μια κύρια σύγκρουση. Η Γαλλική και Βρετανική κυβέρνηση είχαν διορίσει νέους αρχιστράτηγους για τις εκστρατείες τους στη Βόρεια Αμερική. Οι Γάλλοι διόρισαν το Μαρκήσιο Louis Joseph de Montcalm, ενώ οι Βρετανοί τον Στρατηγό John Campbell (Κόμης του Loudon).

Ο Montcalm έφτασε στη Βόρεια Αμερική με ενισχύσεις 1.000 αντρών και έξι πλοία γραμμής. Οι Γάλλοι επιτέθηκαν και κατέστρεψαν το Βρετανικό οχυρό στο Oswego τον Αύγουστο. Ο Montcalm τότε ενίσχυσε το Γαλλικό Οχυρό Carillon (Ticonderoga) στο νοτιοδυτικό άκρο της Λίμνης Champlain. Οι δυο πλευρές ξεχειμώνιασαν χωρίς συγκρούσεις στην περιοχή της λίμνης George. Η Γαλλική εισβολή στη Μινόρκα τον Απρίλιο του 1756 ήταν το γεγονός που προκάλεσε την πρώιμη κήρυξη πολέμου μεταξύ Γαλλίας και Μεγάλης Βρετανίας. Το Βασιλικό Ναυτικό διέθετε μια κύρια ναυτική βάση στο Port Mahon στη Μινόρκα και μια άλλη στο Γιβραλτάρ με κύριο ρόλο να αναχαιτίζουν κάθε Γαλλική κίνηση στη Μεσόγειο και να παρατηρούν το γαλλικό στόλο στο λιμάνι της Τουλόν.

Υπήρχαν αναφορές, ότι οι Γάλλοι ετοιμάζονταν για εισβολή στη Μεγάλη Βρετανία και έτσι ο Ναύαρχος John Byng στάλθηκε στην περιοχή με 10 επιπλέον πλοία της γραμμής για να προστατέψει τις δυο βάσεις. Το Βασιλικό Ναυτικό είχε ήδη αναπτύξει πολλά πολεμικά πλοία για την προστασία των εμπορικών οδών μεταξύ Δυτικών Ινδιών και Βορείου Αμερικής, καθώς και για την αναχαίτιση των Γαλλικών εμπορικών και πολεμικών πλοίων. Οι Βρετανοί είχαν 2.500 στρατιώτες στη Μινόρκα, ενώ οι Γάλλοι υπό την ηγεσία του Ναυάρχου Κόμη Augustin de la Gallissonniere είχαν συγκεντρώσει μια δύναμη εισβολής από 12 πολεμικά πλοία και 15.000 στρατιώτες.

Οι Γάλλοι αποβιβάστηκαν και πολιόρκησαν το Port Mahon στα μέσα Απριλίου. Στις 8 Μαΐου άνοιξαν πυρ κατά των οχυρώσεων του Port Mahon και οι Βρετανικές ενισχύσεις απέπλευσαν από το Γιβραλτάρ. Τα νέα για την εισβολή έφτασαν στο Λονδίνο και η Μεγάλη Βρετανία κήρυξε τον πόλεμο στη Γαλλία στις 17 Μαΐου 1756. Η ναυμαχία της Μινόρκα έγινε στις 20 Μαΐου. Η ίλη του Byng αριθμούσε 13 πολεμικά πλοία. Οι Βρετανοί είχαν πέντε πλοία βαριά χτυπημένα και έτσι οι Γάλλοι απέκλεισαν το Port Mahon. Ο Byng θεώρησε ότι οι ενισχύσεις που ήταν εν πλω, δεν επαρκούσαν για τη λύση της πολιορκίας του Port Mahon και επέστρεψε στο Γιβραλτάρ. Η φρουρά στη Μινόρκα παραδόθηκε στις 28 Μαΐου.

Ο Ναύαρχος Byng καταδικάστηκε σε θάνατο δια τυφεκισμού από στρατιωτικό δικαστήριο. Έγινε αμέσως αντιληπτό, ότι η σύγκρουση μεταξύ Μεγάλης Βρετανίας και Γαλλίας επρόκειτο να διαδοθεί σε όλη την Ευρώπη. Η προστασία του εμπορίου από το Βασιλικό Ναυτικό και η παρεμπόδιση των Γάλλων να χρησιμοποήσουν τις θαλάσσιες οδούς έγινε επιτακτική και προτάθηκε η ανάληψη πιο επιθετικών πρωτοβουλιών στις αποικίες. Η Μεγάλη Βρετανία και Γαλλία συνειδητοποίησαν, ότι η σύγκρουση στις αποικίες θα διαρκούσε πολύ. Η Γαλλία έβλεπε, ότι το Ανόβερο βρίσκονταν υπό την προστασία της Βρετανίας και ότι η Βρετανία είχε δυσκολίες στην εξεύρεση νέων αντρών για το στρατό.

Η κατάσταση έφτασε σε κρίσιμο σημείο το 1756, όταν το Ανόβερο έπρεπε να παρέχει στρατό στη Βρετανία για την προστασία των ακτών της από πιθανή Γαλλική εισβολή. Ο Φρειδερίκος Β' της Πρωσίας είδε τα σύννεφα του πολέμου να μαζεύονται στον ορίζοντα. Ήξερε από τους κατασκόπους του στις πρωτεύουσες της Ευρώπης, ότι η Αυστρία και Ρωσία είχαν κινητοποιήσει τις δυνάμεις τους και τον Ιούνιο άρχισε να κινητοποιεί τις δικές του δυνάμεις. Θεώρησε, ότι ο Εκλέκτορας της Σαξονίας μπορούσε να ήταν αναμεμιγμένος στις Αυστριακές και Ρωσικές προετοιμασίες. Οι Πρώσοι ολοκλήρωσαν την κινητοποίηση τους στα τέλη Αυγούστου και στις 29 του μηνός ο Φρειδερίκος μπήκε στη Σαξονία με 63.000 άντρες.

Ο Σαξονικός στρατός αριθμούσε μόνο 18.000 άντρες και υποχώρησε στο οχυρωμένο στρατόπεδο στην Pirna, όπου οι Πρώσοι τους απέκλεισαν. Συμπεραίνοντας ότι, το στρατόπεδο ήταν πολύ καλά οχυρωμένο, ο Φρειδερίκος αποφάσισε να τους αφήσει να λιμοκτονήσουν και κυρίευσε τη Δρέσδη και τη Λειψία. Ένα τμήμα του στρατού του υπό τη διοίκηση του Πρίγκιπα Φερδινάνδου του Brunswick στάλθηκε στα σύνορα με τη Βοημία για να ξεχειμωνιάσει. Εν τω μεταξύ, ένα τμήμα του Αυστριακού στρατού με 40.000 άντρες υπό τη διοίκηση του Στρατάρχη Maximilian U. von Browne πλησίαζε τους Πρώσους στα Βοημικά σύνορα με σκοπό να τους απωθήσει πίσω στη Σαξονία και να λύσει την πολιορκία της Pirna.

Ο Φρειδερίκος αρχικά έστειλε ενισχύσεις στον Φερδινάνδο, αλλά στις 30 Σεπτεμβρίου προέλαυσε με 29.000 στρατιώτες για να εκτιμήσει ο ίδιος την κατάσταση. Οι δυο στρατοί ετοιμάστηκαν για μάχη κοντά στο Lobositz. Οι Πρώσοι διέθεταν 18.000 πεζούς, 10.500 ιππείς και 97 πυροβόλα. Οι Αυστριακοί συγκέντρωσαν 26.500 πεζούς, 7.500 ιππείς και 94 πυροβόλα. Οι αψιμαχίες είχαν ήδη ξεκινήσει στο λόφο Lobosch στα αριστερά, καθώς ο Φρειδερίκος πλησίαζε τις Αυστριακές γραμμές. Στις 07:00 π.μ. στις 1 Οκτωβρίου έστειλε μια δύναμη ιππικού να κάνει αναγνώριση των Αυστριακών γραμμών. Αναχαιτίστηκε από πυκνό αυστριακό πυρ. Και μια δεύτερη επίθεση ιππικού δεν κατάφερε να διασπάσει τις Αυστριακές γραμμές.

Οι Αυστριακοί ενίσχυσαν τους άτακτούς τους στο λόφο Lobosch με επιπλέον άντρες, καθώς μια ακόμα επίθεση του Πρωσικού πεζικού αποτύγχανε να διαρρήξει τις γραμμές τους. Μετά από έξι ώρες οι Πρώσοι δυσκολεύονταν να εκτοπίσουν τους Αυστριακούς. Πραγματοποιήθηκε τότε μια τελευταία επίθεση κατά του λόφου Lobosch και οι Πρώσοι στάθηκαν τυχεροί. Κατάφεραν να διασπάσουν την εχθρική γραμμή. Το πρωσικό πεζικό με τη βοήθεια του πυροβολικού απώθησε τους Αυστριακούς προς την πόλη. Και οι δυο πλευρές έχασαν ίσο αριθμό αντρών, περίπου 3.000 άντρες, αλλά οι Πρώσοι άλλαξαν τη γνώμη τους για τις ικανότητες του Αυστριακού πεζικού.


Όπως σημείωσε και ένας στρατιώτης: «Δεν ήταν οι ίδιοι οι παλιοί Αυστριακοί» (Duffy Ο Στρατός του Μεγάλου Φρειδερίκου). Οι Αυστριακοί πέτυχαν την αποστολή τους με τη διάσωση των Σαξόνων στην Pirna και προσδοκούσαν, ότι οι Σάξονες θα κινούνταν εναντίον των Πρώσων. Αντί γι’ αυτό ο Σαξονικός στρατός παραδόθηκε στις 17 Οκτωβρίου 1756. Ο Φρειδερίκος συγκέντρωσε τα ηττημένα στρατεύματα και τους ανακοίνωσε, ότι ενσωματώνονταν στον πρωσικό στρατό ως κανονικές μονάδες. Η γενική πρακτική ήταν η διάσπαση των μονάδων και ο διαμοιρασμός τους στα υπάρχοντα συντάγματα. Η απόφαση αυτή του Φρειδερίκου θα είχε επιπτώσεις μελλοντικά, όταν ολόκληρα Σαξονικά τάγματα θα λιποτακτούσαν και δήλωναν υποταγή είτε στους Αυστριακούς είτε στους Γάλλους.

Ο Βρετανός απεσταλμένος Sir Andrew Mitchell ήταν παρών στην τελετή ενσωμάτωσης των Σαξονικών συνταγμάτων στον Πρωσικό στρατό. Σε ένα γράμμα του σημείωσε: «Κυριακή στις 17 του μηνός ο Σαξονικός στρατός προχωρούσε με τους διοικητές τους, πέρασε μεταξύ δυο ταγμάτων της Πρωσικής Φρουράς. σύμφωνα με τους κανόνες του πολέμου, καθώς κάθε σύνταγμα ορκιζόταν ξεχωριστά, η τελετή διήρκεσε έως την επόμενη μέρα» (Mitchell στον Earl Holdernesse 21 Οκτωβρίου 1756). Τα στρατιωτικά γεγονότα του 1756 έσβησαν κάθε ελπίδα για μια ειρηνική λύση της κατάστασης στην Ευρώπη. Τα γεγονότα στη Σαξονία έδειξαν, ότι ο πόλεμος ήταν αναπόφευκτος και η Μεγάλη Βρετανία και Γαλλία δεν είχαν άλλη επιλογή παρά να συμμετάσχουν.

Στις 11 Ιανουαρίου 1757 η Ρωσία έγινε ο τρίτος υπογράφων της Πρώτης Συνθήκης των Βερσαλλιών, σφραγίζοντας τη συμμαχία μεταξύ Ρωσίας, Αυστρίας και Γαλλίας εναντίον της Πρωσίας και Μεγάλης Βρετανίας. Η Μεγάλη Βρετανία και Πρωσία εν τω μεταξύ άρχισαν να μετατρέπουν το Συνέδριο του Westminster σε επιθετική συμφωνία.

ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ

Σύντομη Επισκόπηση του Πολέμου

Θέατρα Επιχειρήσεων

Ο πόλεμος διεξήχθη σε διάφορα θέατρα επιχειρήσεων. Το πρώτο θέατρο ήταν η Βόρεια Αμερική και η Καραϊβική, όπου Βρετανοί και Γάλλοι πολέμησαν μέχρις εσχάτων. Στη Βόρεια Αμερική οι Βρετανοί υπέστησαν αρχικά ήττες, επειδή ο στρατός τους δεν ήταν εκπαιδευμένος ή εξοπλισμένος να μάχεται σε δασώδες έδαφος. Το 1758 οι ελλείψεις αυτές διορθώθηκαν και η πλάστιγγα του πολέμου έγειρε υπέρ των Βρετανών. Το 1760 οι Βρετανοί εξαπέλυσαν τριπλή επίθεση κατά των Γάλλων στη Βόρεια Αμερική και στα τέλη του έτους είχαν πετύχει το σκοπό τους, την εξάλειψη δηλαδή της Γαλλικής παρουσίας στη Βόρεια Αμερική.

Το θέατρο επιχειρήσεων της δυτικής Ευρώπης ήταν στη δυτική Γερμανία και οι συγκρούσεις έγιναν ανάμεσα στο Γαλλικό και Γερμανικό στρατό, συμμάχου των Βρετανών. Μετά από αρχικές ήττες, ο βρετανικός και συμμαχικός στρατός αναδιοργανώθηκε για να προστατέψει το δυτικό πλευρό της Πρωσίας και να αποτρέψει τη Γαλλική κατάκτηση του Ανόβερου. Το θέατρο επιχειρήσεων της κεντρικής Ευρώπης ήταν το θέατρο των μαχών και εκστρατειών Πρώσων, Αυστριακών και Ρώσων. Οι περισσότερες μάχες δόθηκαν στη Σαξονία, Σιλεσία, Βοημία και την περιοχή του ποταμού Οντέρ. Ο Φρειδερίκος άρχισε τον πόλεμο με σκοπό να χτυπήσει και να κυριεύσει την πλούσια επαρχία της Σαξονίας.

Η στρατηγική του το 1757 ήταν να καταφέρει το τελειωτικό χτύπημα στον Αυστριακό στρατό, πριν οι Ρώσοι εισέλθουν πλήρως στον πόλεμο και έτσι η χρονιά αυτή σημαδεύτηκε από μια σειρά μεγάλων μαχών, οι οποίες όμως δεν έδωσαν στον Φρειδερίκο την αποφασιστική νίκη που επιθυμούσε. Η αναθεωρημένη στρατηγική του για το 1758 ήταν να καταφέρει πλήγματα στους Αυστριακούς και Ρώσους, ώστε να τους εμποδίσει να σχηματίσουν ένα ενιαίο μέτωπο, αλλά εξαιτίας των αυξημένων απωλειών του, η στρατηγική του άλλαξε τελείως το 1759 σε στρατηγική άμυνα. Το σχέδιο του ήταν να επιτρέψει στους εχθρούς του να κινηθούν εναντίον του και μετά κάνοντας χρήση των εσωτερικών γραμμών, να τους νικήσει καθένα ξεχωριστά.

Επέλεξε αυτό το σχέδιο, διότι αναγνώρισε ότι ήταν δύσκολο να νικήσεις τους Αυστριακούς και Ρώσους, όταν βρίσκονταν σε άμυνα. Μέχρι τη λήξη του πολέμου προσπαθούσε να σταματήσει την προσπάθεια Αυστριακών και Ρώσων να ενωθούν και να νικήσουν τον πρωσικό στρατό. Το τελευταίο θέατρο επιχειρήσεων ήταν η Ινδία. Αρχικά αυτός ήταν ένας πόλεμος μεταξύ δυο εμπορικών εταιριών, της Γαλλικής και Βρετανικής Εταιρίας Ανατολικών Ινδιών. Ο πόλεμος ήταν μικρής κλίμακας συγκρινόμενος με τις μάχες της Ευρώπης και Βορείου Αμερικής, αλλά το τίμημα της κυριαρχίας στην Ινδία ήταν πολύ σημαντικό. Και οι δυο εταιρίες ανέπτυξαν τοπικά μικτά στρατεύματα ιθαγενών και Ευρωπαίων, ενισχυμένα με λίγους στρατιώτες που έστειλαν οι δυο κυβερνήσεις.

Οι εκστρατείες άρχισαν στη Βεγγάλη το 1756 και έληξαν εις όφελος της Βρετανίας το 1757 με τη μάχη του Plassey. Η σύγκρουση τότε μεταφέρθηκε στη νότια Ινδία, στην επαρχία Carnatic, όπου ο πόλεμος είχε πιο Ευρωπαϊκή χροιά. Οι Γάλλοι πέρασαν πρώτοι στην επίθεση το 1758, αλλά δε μπόρεσαν να κρατήσουν το πάνω χέρι, εξαιτίας των ναυτικών εξελίξεων εις βάρος τους. Ο αποκλεισμός του Γαλλικού ναυτικού από το Βρετανικό σήμαινε, ότι οι Γάλλοι δεν είχαν ελπίδα να λάβουν ενισχύσεις από τη θάλασσα.

Ο Ναυτικός Πόλεμος

Ο ναυτικός πόλεμος διεξήχθη κυρίως μεταξύ Βρετανίας και Γαλλίας. Το Βασιλικό Ναυτικό είχε πλοία χωρητικότητας 277.000 τόνων το 1755 και 375.000 τόνων το 1760. Το Γαλλικό ναυτικό είχε αντίστοιχα 162.000 τόνους το 1755 και 156.000 τόνους το 1760. Οι Βρετανοί φοβούνταν μήπως οι Γάλλοι και Ισπανοί συμμαχήσουν, επειδή η συνδυασμένη δύναμη των δυο εθνών θα υπερείχε του Βασιλικού Ναυτικού. Εν τέλει, η Ισπανία δε μπήκε στον πόλεμο έως το 1762 και αφού οι Γάλλοι είχαν εκδιωχθεί απ’ τις θάλασσες, η Βρετανία ήταν ελεύθερη να αντιμετωπίσει το νέο εχθρό. Το Βασιλικό Ναυτικό χρησιμοποίησε τρεις διαφορετικές στρατηγικές κατά τη διάρκεια του πολέμου.

Η πρώτη ήταν η κατάληψη και καταστροφή του Γαλλικού εμπορικού στόλου σε όλους τους ωκεανούς, που θα στερούσε από τη Γαλλική κυβέρνηση ένα μεγάλο ποσοστό από τα κέρδη των αποικιών και ταυτόχρονα θα αύξανε τα βρετανικά έσοδα για τη συνέχιση του πολέμου. Η δεύτερη ήταν η ακινητοποίηση και αποδυνάμωση του Γαλλικού στόλου μέσω του αποκλεισμού του στα Γαλλικά λιμάνια. Η τρίτη και τελευταία στρατηγική ήταν οι συνδυασμένες επιχειρήσεις του στόλου στις αποικίες και τη Γαλλία. Κατά τη διάρκεια του πολέμου το Βασιλικό Ναυτικό είχε τη δυνατότητα να αυξάνει τον αριθμό των πλοίων του με την κατασκευή νέων και την κατάληψη των Γαλλικών (και αργότερα Ισπανικών) πολεμικών πλοίων.


Το Βασιλικό Ναυτικό κατασκεύασε ή αιχμαλώτισε 69 πλοία, ενώ Γάλλοι και Ισπανοί πρόσθεσαν μαζί μόνο έξι πλοία στους στόλους τους. Το μεγαλύτερο πρόβλημα του Γαλλικού ναυτικού ήταν η έλλειψη ενιαίας στρατηγικής σε κυβερνητικό επίπεδο, αφού οι γνώμες στη Γαλλική αυλή διίστανται μεταξύ αυτών που επιθυμούσαν το ναυτικό και αποικιακό πόλεμο και αυτών που ευνοούσαν έναν πόλεμο στην Ευρώπη υποστηρίζοντας, ότι ο ναυτικός πόλεμος ήταν δευτερεύουσας σημασίας για την κατάκτηση του Ανόβερο. Ο ναυτικός όρος «πλοίο της γραμμής» αναφέρεται σε πλοία τριών ιστίων με 60 ή περισσότερα κανόνια (η ελάχιστη δύναμη πυρός που μπορούσε να αντιμετωπίσει τον εχθρό).

Πλοία με λιγότερα από 60 κανόνια αναφέρονταν ως καταδρομικά και φρεγάτες. Τα πλοία της πρώτης κλάσης μετέφεραν 90 - 100 ή περισσότερα κανόνια, της δεύτερης κλάσης 80 - 90 κανόνια συνήθως και της τρίτης κλάσης είχαν 64 - 74 κανόνια. Τα πλοία της τέταρτης κλάσης (φρεγάτες) μετέφεραν συνήθως 50 κανόνια και τα πλοία της πέμπτης και έκτης κλάσης (καταδρομικά) μετέφεραν 24 - 40 κανόνια. Κάθε ναυτικό προσπαθούσε να τυποποιήσει τις κλάσεις του, αλλά τα κυριευμένα πλοία και οι αλλαγές στη σχεδίαση το έκαναν δύσκολο. Το Βασιλικό Ναυτικό στις 10 Απριλίου 1759 διέθετε:

Δυο πλοία της πρώτης κλάσης, 10 πλοία της δεύτερης, 40 της τρίτης, 47 της τέταρτης, 32 της πέμπτης και 60 της έκτης κλάσης. Οι ναυτικές τακτικές που χρησιμοποιήθηκαν στον πόλεμο αυτό είχαν αναπτυχθεί στη διάρκεια του περασμένου αιώνα. Η πιο συνηθισμένη τακτική ήταν η παράταξη πλοίων σε γραμμή, που ήταν παρόμοια με τη γραμμική τακτική μάχης στους στρατούς. Μια μοίρα σχημάτιζε μια γραμμή και επιτίθονταν στον αντίπαλο στόλο με συνεχόμενες ομοβροντίες από την ίδια πλευρά των πλοίων. Τα πλοία κάλυπταν το ένα το άλλο, καθώς πλησίαζαν την εχθρική γραμμή.

Ωστόσο μερικοί ναύαρχοι προσδοκούσαν να δώσουν μια μάχη εκ του συστάδην ή να διασπάσουν την εχθρική γραμμή των πλοίων, αλλιώς οι ναυμαχίες μπορούσαν να καταλήξουν σε συμπλοκές μεταξύ πλοίων. Οι «Κανονισμοί Μάχης» υποχρέωναν τους ναυάρχους να ακολουθούν τη γραμμική διάταξη και τακτική. Ωστόσο πολλές φορές άλλαζαν και προτιμούσαν τη μάχη εκ του συστάδην. Στις αρχές του πολέμου η υπεροχή των Γάλλων στην κατασκευή των πλοίων τους έδωσε υπεροχή στους ελιγμούς και το στρατηγικό πλεονέκτημα. Από το 1756 οι Βρετανοί άρχισαν να βελτιώνουν τις δικές τους σχεδιάσεις. Επίσης ενέταξαν κάθε συλληφθέν Γαλλικό πλοίο σε υπηρεσία το συντομότερο δυνατό.

Το Βασιλικό Ναυτικό ανέπτυξε την πλειονότητα του στόλου στο θέατρο της Βορείου Αμερικής και γύρω από την Αγγλία με σκοπό να διαταράξει το επικερδές εμπόριο μεταξύ της Γαλλίας και των αποικιών της και επιπλέον να προστατέψει τη Μεγάλη Βρετανία από πιθανή Γαλλική εισβολή. Το Γαλλικό ναυτικό σημείωσε επιτυχίες με το ξέσπασμα του πολέμου. Κυρίευσε τη Μινόρκα και ενίσχυσε την αποικία της Νέας Γαλλίας. Το 1757 το Βασιλικό Ναυτικό άρχισε να αναχαιτίζει κάθε γαλλικό εμπορικό πλοίο στον Κόλπο του Μεξικού και να αποκτά πολλά χρηματικά λάφυρα. Επίσης άρχισε τον αποκλεισμό των κύριων Γαλλικών λιμανιών προσπαθώντας να κυριεύσει και να καταστρέψει τα Γαλλικά πλοία, καθώς και να κυριεύσει τα ουδέτερα πλοία με τον ισχυρισμό ότι το φορτίο τους προορίζονταν για τη Γαλλική αγορά.

Η Βρετανική κυβέρνηση προσέλαβε επίσης ιδιώτες (κουρσάρους) για να ερευνούν και να κυριεύουν κάθε Γαλλικό εμπορικό πλοίο. Η πολιτική αυτή αναστάτωσε πολλά ουδέτερα κράτη. Τα Βρετανικά εμπορικά πλοία το 1758 είχαν ναυτική προστασία από πολεμικά πλοία (convoy) για την αντιμετώπιση Γαλλικών επιθέσεων, αλλά αυτό δεν εμπόδισε τους Γάλλους να αποσπάσουν ένα 10% του εμπορικού φορτίου με τη βοήθεια των κουρσάρων. Το Βασιλικό Ναυτικό υπέστη απώλειες το 1757 και 1758 στις αποστολές κατά του Rochefort και St. Malo, καθώς και στην εκστρατεία του Louisbourg το 1757. Ωστόσο, το 1758 ο Βρετανός ναύαρχος Henry Osborne νίκησε μια Γαλλική δύναμη στα Ισπανικά χωρικά ύδατα προσπαθώντας να ασκήσει πίεση στο στόλο της Τουλόν.

Ο Βρετανός ναύαρχος Sir Edward Hawke νίκησε επίσης μια Γαλλική δύναμη στο Basque Roads, η οποία ήταν έτοιμη να σαλπάρει για τη Νέα Γαλλία. Η ανικανότητα των Γάλλων να ενώσουν τους στόλους της Τουλόν, Βρέστης και Χάβρης για να σπάσουν τον αποκλεισμό του Βασιλικού Ναυτικού ήταν ένας αποφασιστικός παράγοντας σ’ αυτές τις νίκες. Το Βασιλικό Ναυτικό είχε το πλεονέκτημα το 1758 να διαθέτει βάσεις όπως αυτή του Γιβραλτάρ, η οποία βοηθούσε τον ανεφοδιασμό του στόλου έξω από τη Βρέστη εμπόδιζε το στόλο της Τουλόν από κάθε ενέργεια. Οι Βρετανοί επίσης βελτίωσαν το λιμάνι του Halifax στη Νέα Σκοτία με αποτέλεσμα την επιτυχή έκβαση των εκστρατειών του Louisbourg και Κεμπέκ.

Μετά την πτώση της Γαλλικής ναυτικής βάσης του Louisbourg το 1758, το Βασιλικό Ναυτικό μπορούσε να βρίσκεται στην περιοχή του ποταμού Αγίου Λαυρεντίου το λιγότερο ένα μήνα νωρίτερα απ’ ότι αν σάλπαρε από τη Μεγάλη Βρετανία και περνούσε πρώτα από το Halifax. Μόνο εμπόδιο ήταν η παρουσία των πάγων. Το 1759 σημαδεύτηκε από δυο αποφασιστικές συγκρούσεις που έθεσαν τέρμα στην προσπάθεια του γαλλικού ναυτικού να έχει το πάνω χέρι. Ο Γάλλος Αρχιπλοίαρχος Μαρκήσιος de la Clue σάλπαρε με 12 πλοία της γραμμής από την Τουλόν για τη Βρέστη. Ο Βρετανός Ναύαρχος Edward Boscawen, διοικητής στο Γιβραλτάρ, με 14 πλοία της γραμμής σάλπαρε για να αναχαιτίσει τους Γάλλους.

Στις 18 Αυγούστου οι δυο στόλοι συναντήθηκαν στο Lagos έξω από την Πορτογαλία. Οι Βρετανοί κυρίευσαν τρία πλοία και κατέστρεψαν άλλα δυο. Οι Γάλλοι υποχώρησαν και σάλπαραν προς Λισαβόνα, όπου οι Βρετανοί τους απέκλεισαν. Ακόμα και μετά την αποτυχία στο Lagos, οι Γάλλοι συνέχισαν να προετοιμάζονται για μια εισβολή στη Βρετανία, ώστε να αντισταθμίσουν την πίεση στη Νέα Γαλλία. Το Νοέμβριο του 1759 ένα μεγάλο μέρος της δύναμης αποκλεισμού του Βασιλικού Ναυτικού στη Βρέστη επέστρεψε στο λιμάνι στο Torbay εξαιτίας μιας καταιγίδας. Οι Γάλλοι αποφάσισαν να εξαπολύσουν μια επίθεση. Ο Γάλλος ναύαρχος Hubert de Conflans σάλπαρε με 21 πλοία της γραμμής και φρεγάτες και ήρθε σε επαφή με τα πλοία του Βασιλικού Ναυτικού.

Ο Βρετανός ναύαρχος Edward Hawke διέλυσε άμεσα τη Γαλλική δύναμη διαθέτοντας 25 πλοία της γραμμής, καταδρομικά και φρεγάτες. Οι Γάλλοι υποχώρησαν προς τον κόλπο Quiberon, ελπίζοντας ότι η παρουσία υφάλων θα εμπόδιζε τους Βρετανούς να τους καταδιώξουν. Το Βασιλικό Ναυτικό όμως, παρόλο τους κινδύνους από τους βράχους και υφάλους, άρχισε την καταδίωξη και στις 20 Νοεμβρίου έγινε άλλη μια ναυμαχία. Ο Hawke κατέστρεψε ή κυρίευσε επτά πλοία, ενώ έχασε μόνο δυο και οι Γάλλοι υποχώρησαν. Αυτή ήταν η τελευταία κύρια προσπάθεια των Γάλλων να εισβάλουν στα Βρετανικά νησιά.


Ο Γαλλικός στόλος παρέμεινε στα λιμάνια για το υπόλοιπο του πολέμου. Το Βασιλικό Ναυτικό συνέχισε να επιτηρεί τις διάφορες Γαλλικές βάσεις. Επίσης αύξησε την πίεση στους Γαλλικούς εμπορικούς στόλους σε όλη τη διάρκεια του πολέμου. Το 1760 η Γαλλία, εξαιτίας των απωλειών στη Νέα Γαλλία και στον εμπορικό της στόλο, είχε προβλήματα χρηματοδότησης των επιχειρήσεων της στη Γερμανία και της πληρωμής της ετήσιας επιχορήγησης στην Αυστρία. Το Βασιλικό Ναυτικό διεξήγαγε επιθετικές επιχειρήσεις στην Καραϊβική εναντίον των Γαλλικών και από το 1762 και μετά εναντίον των Ισπανικών αποικιών.

1756

Με την σύναψη ειρήνης μεταξύ Πρωσίας και Βρετανίας ο Φρειδερίκος Β' πίστευε ότι ο κίνδυνος πολέμου είχε εξαλειφθεί. Ωστόσο μάθαινε από κατασκόπους του στις Ευρωπαϊκές αυλές πως δημιουργούνταν ένας επικίνδυνος δεσμός της Γαλλίας με την Ρωσία, η οποία Ρωσία ήταν εχθρός της Πρωσίας. Έτσι διέταξε την επιστράτευση στα σύνορα με την Ρωσία. Σύντομα έμαθε την συμμαχία μεταξύ Αυστρίας, Ρωσίας, Γαλλίας και Σαξωνίας. Για να αποφύγει ένα πολλαπλό χτύπημα,αποφάσισε να καταλάβει την Σαξωνία. Στις 29 Αυγούστου 1756 η Πρωσία πέρασε τα σύνορα της Σαξωνίας χωρίς κήρυξη πολέμου. Η Σαξωνία πέρασε μέσα σε λίγες μέρες στην Πρωσία. Η κατάληψη της Σαξωνίας είχε μεγάλο στρατιωτικό και οικονομικό όφελος για τον Φρειδερίκο.

Από την μια είχε με τα Μεταλλουργικά όρη ένα φυσικό τείχος προστασίας με την Αυστρία. Από την άλλη η Σαξωνία μπορούσε να γεμίσει τα άδεια κρατικά ταμεία της Πρωσίας.

1757

Στις 22 Ιανουαρίου 1757 η Ρωσία και η Αυστρία έγιναν σύμμαχοι και πέντε μέρες μετά κηρύχθηκε ο πόλεμος στην Πρωσία. Στη συνέχεια η Γαλλία υπέγραψε συμμαχία με την Αυστρία, τον Μάιο του 1757. Στην ανατολική Πρωσία μπόρεσαν τα Ρώσικα στρατεύματα να νικήσουν τα Πρωσικά, και στη συνέχεια η Αυστρία κατέλαβε την Σιλεσία από την Πρωσία. Η Πρωσία έβλεπε πολλές ήττες και από τα δύο μέτωπα. Στις 5 Νοεμβρίου συνέβη η μάχη του Ρόσμπαχ, όπου ο Φρειδερίκος της Πρωσίας ήρθε αντιμέτωπος με την Γαλλία και τα Αυστριακά στρατεύματα. Μετά τη νίκη του αποσύρθηκε στη Σιλεσία την οποία τελικά επανακατέλαβε το Δεκέμβριο του 1757.

Βόρεια Αμερική

Ο λόρδος Loudon ανέμενε τους πρώτους μήνες του 1757 συγκεκριμένες οδηγίες για την εκστρατεία στη Βόρεια Αμερική. Τον Απρίλιο διατάχτηκε να εξαπολύσει μια επίθεση κατά του Γαλλικού λιμανιού του Louisbourg στο νησί Cape Breton. Το Louisbourg ήταν μια καλά φρουρούμενη και σημαντική βάση για το Γαλλικό ναυτικό. Προστάτευε την είσοδο του ποταμού του Αγ. Λαυρεντίου, που ήταν η κεντρική αρτηρία του εμπορίου της Νέας Γαλλίας. Ο Loudon αναγκάστηκε να αποσύρει πολλά από τα τακτικά του στρατεύματα από την περιοχή της Νέας Υόρκης με σκοπό να συγκεντρώσει επαρκή δύναμη για την επίθεση του.

Αρχές Ιουλίου οι Βρετανοί είχαν συγκεντρώσει επτά τάγματα τακτικού πεζικού στο Halifax, όπου περίμεναν τη ναυτική μοίρα να τους μεταφέρει και να συγκρουστούν με τα Γαλλικά πλοία στο Louisbourg. Ωστόσο κατά τη διάρκεια της αναμονής τους, έμαθαν ότι οι Γάλλοι είχαν 27 πλοία της γραμμής στο Louisbourg και 7.000 άντρες. Αυτή η δύναμη θεωρήθηκε ότι ήταν πολύ μεγάλη για να την αντιμετωπίσουν και έτσι η αποστολή ακυρώθηκε και τα στρατεύματα επέστρεψαν στη Νέα Υόρκη. Εν τω μεταξύ οι Γάλλοι εκμεταλλεύτηκαν το γεγονός, ότι η Νέα Υόρκη ήταν απροστάτευτη. Ο Montcalm συγκέντρωσε 8.000 Γάλλους, Καναδούς πολιτοφύλακες και ιθαγενείς Αμερικανούς συμμάχους στο βόρειο άκρο της λίμνης George και χώρισε τη δύναμη του σε δυο μέρη.

2.500 άντρες διέσχισαν την ενδοχώρα και 5.000 άντρες έπλευσαν με βάρκες τη λίμνη. Ο αντικειμενικός σκοπός τους ήταν το Βρετανικό Οχυρό William Henry, που βρισκόταν υπό τη διοίκηση του Αντισυνταγματάρχη Munro στο νότιο άκρο της λίμνης. Στις 3 Αυγούστου οι Γάλλοι περικύκλωσαν το οχυρό για να το πολιορκήσουν και μετά από τρεις ημέρες χτύπησαν τη δυτική πλευρά του οχυρού με τα πυροβόλα. Το οχυρό διέθετε 17 πυροβόλα και μικτή δύναμη 2.200 αντρών (τακτικό πεζικό και αποίκους) και χρειάζονταν ενίσχυση. Το κοντινότερο οχυρό, το Οχυρό Edward, βρισκόταν σε απόσταση 14 μιλίων (22km) νότια του Οχυρού William Henry. Ο Βρετανός διοικητής του, Συνταγματάρχης Webb, περίμενε ενισχύσεις προτού ξεκινήσει.

Έχοντας συγκεντρώσει μια δύναμη 4.000 αντρών, τακτικού πεζικού και αποίκων, έλαβε πληροφορίες, ότι ο Montcalm είχε 12.000 άντρες. Διαπίστωσε ότι χρειάζονταν περισσότερα στρατεύματα. Ο Webb έστειλε ένα γράμμα στο Οχυρό William Henry συμβουλεύοντας τους Βρετανούς να ζητήσουν ανακωχή, αλλά το γράμμα έπεσε στα χέρια του Montcalm. Αυτός έσφιξε την πολιορκία του οχυρού και έτσι ο Munro συνθηκολόγησε στις 9 Αυγούστου με απώλειες 300 αντρών. Επιτράπηκε στους Βρετανούς να φύγουν οπλισμένοι για την ασφάλεια τους έναντι επιθέσεων από ιθαγενείς και με συνοδεία ενός Γαλλικού συντάγματος προς το Οχυρό Edward.

Καθ’ οδόν, μια δύναμη 3.000 Ινδιάνων συμμάχων των Γάλλων επιτέθηκε στη Βρετανική φάλαγγα. Οι Γάλλοι προσπάθησαν να σταματήσουν την επίθεση των Ινδιάνων, αλλά περισσότεροι από 100 σκοτώθηκαν, ανάμεσα τους γυναίκες και παιδιά. Η πτώση του οχυρού William Henry εξάλειψε τη Βρετανική παρουσία στη λίμνη George. Οι Γάλλοι έκαψαν το οχυρό και επέστρεψαν στο Οχυρό Carillon (Ticonderoga) στα βόρεια. Οι δυο πλευρές άρχισαν να προετοιμάζονται για την εκστρατεία του 1758, ενώ οι αψιμαχίες μεταξύ Βρετανών, Γάλλων και Ινδιάνων συνεχίστηκαν.

Δυτική Ευρώπη

Μετά την εισβολή του Φρειδερίκου στη Σαξονία, η Γαλλία ήταν υποχρεωμένη να τιμήσει τη συμφωνία και έστειλε 24.000 άντρες στην Αυστρία και ταυτόχρονα άρχισε να προετοιμάζεται για μια εισβολή στο Ανόβερο και τις Πρωσικές επαρχίες Geldern και Cleve. Ο Φρειδερίκος Β' ενημέρωσε το Βρετανό απεσταλμένο Sir Andrew Mitchell για τις Γαλλικές προθέσεις και εκτίμησε ότι οι Γάλλοι συγκέντρωναν στρατό 50.000 αντρών. Οι Βρετανοί δεν επιθυμούσαν να στείλουν δυνάμεις στην περιοχή. Η στρατολόγηση νέων αντρών ήταν προβληματική και η κυβέρνηση θεωρούσε τον πόλεμο στις αποικίες ως πρώτη προτεραιότητα της.

Ο Φρειδερίκος εισηγήθηκε την επιστροφή των στρατευμάτων της Έσσης και του Ανόβερο που στάθμευαν στη Βρετανία για να προστατέψουν την περιοχή από μια πιθανή εισβολή. Αυτά αριθμούσαν 35.000 άντρες και η Πρωσία προσφέρθηκε να παρέχει επιπλέον 8.000 - 10.000 άντρες και ζήτησε από τα κράτη του Brunswick και Saxe-Gotha να παρέχουν επιπλέον 10.000 άντρες. Τα στρατεύματα της Έσσης, Brunswick και Saxe-Gotha θα πληρώνονταν με Βρετανική επιχορήγηση και αυτά του Ανόβερου όφειλαν υποταγή στο Βασιλιά της Αγγλίας, που ήταν επίσης και ο Εκλέκτορας του Ανόβερο.


Το Βρετανικό Υπουργικό Συμβούλιο συμφώνησε στο σχέδιο του Φρειδερίκου για ένα «Στρατό Παρατήρησης» (Συμμαχικό στρατό), πλήρωσε για το σκοπό αυτό Βρετανικά χρήματα αλλά δεν ενέπλεξε Βρετανούς στρατιώτες για να προστατέψει το Ανόβερο και τις πρωσικές επαρχίες στη δύση έναντι της Γαλλίας. Το Μάρτιο του 1757 τα Γαλλικά στρατεύματα βρίσκονταν σε κινητοποίηση. Ο στρατός αριθμούσε 100.000 άντρες περίπου, στον οποίο περιλαμβάνονταν Αυστριακά και Γερμανικά - συμμαχικά στρατεύματα. Διοικητής ήταν αρχικά ο Αντιστράτηγος Πρίγκιπας Soubise και αργότερα (από τις 27 Απριλίου) ο Στρατάρχης d’Estrees. Ο Συμμαχικός στρατός αριθμούσε μόνο 47.000 άντρες.

Στις 30 Μαρτίου ο Δούκας του Cumberland, γιος του Γεωργίου Β', ανέλαβε τη διοίκηση του Συμμαχικού στρατού με διαταγές να προστατέψει τις επικράτειες της Πρωσίας και Ανόβερο, αλλά να μην ενεργήσει επιθετικά. Στις αρχές Απριλίου οι Γάλλοι διέσχισαν το Ρήνο και προέλαυσαν προς το Wesel και την 1η Μαΐου υπογράφτηκε η Δεύτερη Συνθήκη των Βερσαλλιών. Ήταν μια επιθετική συμφωνία ανάμεσα στη Γαλλία, Αυστρία και Ρωσία, σύμφωνα με την οποία, η Γαλλία όφειλε να παρέχει 105.000 στρατιώτες και να αναλάβει την επιχορήγηση 10.000 Γερμανών στρατιωτών στον πόλεμο ενάντια στην Πρωσία. Η Γαλλία επίσης έπρεπε να δώσει στην Αυστρία 22,5 εκατομμύρια λίβρες για την πολεμική της προσπάθεια.

Οι σκοποί της συνθήκης ήταν η στρατιωτική καταστροφή της Πρωσίας και η υποστήριξη της Αυστρίας στη διεκδίκηση της Σιλεσίας. Οι Γάλλοι συνέχισαν την προέλαση τους εναντίον του Συμμαχικού στρατού και στις αρχές Ιουνίου ο Cumberland αποφάσισε να σταματήσει και να δώσει μάχη στο Brackwede. Ωστόσο, ο Soubise έστειλε τα ελαφρά στρατεύματα του γύρω από τις πλευρές του συμμαχικού στρατού και απείλησε τις επικοινωνίες τους και έτσι ο Cumberland αποφάσισε να οπισθοχωρήσει. Οι Γάλλοι συνέχισαν να προελαύνουν με σκοπό να υπερφαλαγγίσουν το συμμαχικό στρατό. Τελικά στις 24 Ιουλίου ο Cumberland άρχισε να οχυρώνει το στρατό του στις περιοχές του Hastenbeck και Voremberg.

Έγιναν αψιμαχίες μεταξύ των εμπροσθοφυλακών των δυο στρατών και οι δυο πλευρές προσπαθούσαν να αντιληφθούν τις προθέσεις του εχθρού. Ο Soubise διαπίστωσε, ότι ο Cumberland προετοιμαζόταν για μάχη. Ο Γαλλικός στρατός είχε 50.000 πεζούς, 10.000 ιππείς και 68 πυροβόλα, ενώ ο Συμμαχικός στρατός είχε 30.000 πεζούς, 5.000 ιππείς και 28 πυροβόλα. Η κύρια γραμμή πεζικού του Cumberland απλωνόταν βόρεια του Hastenbeck και κατά μήκος του δρόμου προς ανατολικά. Η αριστερή πλευρά και το κέντρο του ήταν πολύ καλά οχυρωμένα, αλλά το δεξί άκρο του δεν απαιτούσε ισχυρή προστασία, επειδή καλύπτονταν από φυσικές οχυρώσεις, όπως ήταν τα έλη.

Η Γαλλική επίθεση στόχευε στο κέντρο της παράταξης του Cumberland στο Obensburg. Οι Γάλλοι γνωρίζοντας την αριθμητική υπεροχή τους σε άντρες και πυροβολικό, βάδισαν κατευθείαν εναντίον του λόφου του Obensburg, ο οποίος προστατεύονταν από τρεις λόχους κυνηγών. Στις 03:00 π.μ. στις 26 Ιουλίου η Γαλλική προέλαση ξεκίνησε και στις 08:00 π.μ. οι δυο στρατοί είχαν εμπλακεί ολοκληρωτικά. Σύντομα επικράτησε σύγχυση στο πεδίο της μάχης και οι δυο πλευρές χτυπούσαν τους δικούς τους άντρες. Οι δυο διοικητές έδιναν λανθασμένες αναφορές για επιθέσεις στις πλευρές και σε άλλες θέσεις της παράταξης. Ο D’Estrees είδε το ιππικό του να επιτίθεται χωρίς διαταγή.

Αφού έλαβε πληροφορίες για τις κινήσεις των Συμμάχων, διέταξε τα στρατεύματα του να αποσυρθούν από το πεδίο της μάχης στις 14:00 μ.μ. περίπου. Φτάνοντας στη νότια πλευρά του ποταμού Haste έλαβε αναφορές ότι ο Cumberland είχε οπισθοχωρήσει επίσης από το πεδίο της μάχης. Αυτό σήμαινε, ότι ο Cumberland ήταν σε πλήρη υποχώρηση και έτσι ο d’Estrees έστειλε τις μονάδες του πίσω να καταλάβουν το πεδίο της μάχης και να κυνηγήσουν τον εχθρό. Οι Γάλλοι είχαν 1.000 νεκρούς και 1.200 τραυματίες, ενώ οι Σύμμαχοι είχαν 311 νεκρούς, 900 τραυματίες και 200 αγνοούμενους. Μετά τη μάχη το περισσότερο τμήμα του Ανόβερου κατέχονταν από τους Γάλλους.

Στις 8 Σεπτεμβρίου ο Cumberland υπέγραψε το Συνέδριο του Kloster Zeven με τους Γάλλους. Αυτό όριζε, ότι ο Συμμαχικός στρατός έπρεπε να δια- λυθεί και θα γίνονταν ανταλλαγή αιχμαλώτων πολέμου. Η Βρετανική κυβέρνηση πίστευε, ότι εάν το Βασιλικό Ναυτικό και στρατός ένωναν τη δράση τους σε επιχειρήσεις κατά των Γαλλικών ακτών, ο Γαλλικός στρατός θα αναγκαζόταν να αναδιπλωθεί από το Ανόβερο για να προστατέψει τις ακτές. Η Βρετανική κυβέρνηση δεν ήθελε ακόμα να στείλει στρατό στο Ανόβερο, φοβούμενη ότι θα παρέμενε στην περιοχή για πολλούς μήνες. Δέκα συντάγματα συγκεντρώθηκαν στο νησί Wight με σκοπό να επιτεθούν στο Γαλλικό λιμάνι του Rochefort.

Τα στρατεύματα πέρασαν το καλοκαίρι εκεί αναμένοντας την άφιξη των μεταγωγικών. Τα πλοία τελικά έφτασαν στις 8 Σεπτεμβρίου την ίδια μέρα με το Συνέδριο του Kloster Zeven. Στις 23 Σεπτεμβρίου ο στόλος και στρατός κυρίευσαν το νησί d’ Aix. Ωστόσο, εξαιτίας των άσχημων καιρικών συνθηκών και αναφορών για αρκετά μεγάλες Γαλλικές ενισχύσεις στο Rochefort, ο στόλος και στρατός επέστρεψαν στο Portsmouth στις 3 Οκτωβρίου. Πολλές Βρετανικές επιδρομές έγιναν κατά των Γαλλικών ακτών και λιμανιών κατά τα επόμενα έτη του πολέμου.

Κεντρική Ευρώπη

Ο Φρειδερίκος Β' ξεκίνησε την εκστρατεία του 1757 στις 18 Απριλίου. Εισέβαλε στη Βοημία με σκοπό την ολοκληρωτική καταστροφή του Αυστριακού στρατού. Διαίρεσε το στρατό του σε τέσσερα ξεχωριστά σώματα συνολικού αριθμού 116.000 αντρών και προέλαυσε στη Βοημία από τέσσερις διαφορετικούς άξονες, ελπίζοντας να υπερφαλαγγίσει τους Αυστριακούς. Ο Αυστριακός στρατός βρισκόταν υπό τη διπλή διοίκηση του Στρατάρχη Browne και Πρίγκιπα Κάρολου της Λωραίνης, γαμπρού της Μαρίας Θηρεσίας. Οι δυο στρατοί συναντήθηκαν σε ένα υψίπεδο ανατολικά της Πράγας στις αρχές Μαΐου. Οι Πρώσοι διέθεταν 47.000 πεζούς, 17.000 ιππείς και 210 πυροβόλα, ενώ οι Αυστριακοί 45.000 τακτικούς πεζούς, 2.000 άτακτους, 12.600 ιππείς και 60 πυροβόλα.

Στις 06:00 π.μ. στις 6 Μαΐου οι δυο στρατοί άρχισαν τη μάχη. Οι Αυστριακοί κατείχαν το υψίπεδο και το βόρειο τμήμα της διάταξης τους καλύπτονταν από τις οχυρώσεις της Πράγας. Οι Πρώσοι διαπίστωσαν μετά από αναγνώριση, ότι η νότια πλευρά προσφέρονταν για επιχειρήσεις. Έτσι το Πρωσικό ιππικό επιτέθηκε στο δεξί των Αυστριακών και οι ιππείς τους τράπηκαν σε φυγή. Ο στρατάρχης Browne άρχισε να ενισχύει την ανατολική άκρη του υψιπέδου με πεζικό και πυροβολικό, ενώ η πρώτη γραμμή των Πρώσων επιτέθηκε κατευθείαν προς τους Αυστριακούς και αποκρούστηκε. Ωστόσο, αυτή η αντεπίθεση πρόσφερε στους Πρώσους μια μοναδική ευκαιρία.


Μετακινώντας το πεζικό τους νοτιοανατολικά, οι Αυστριακοί άφησαν ένα κενό στην παράταξη τους στο βορρά. 22 Πρωσικά τάγματα εισχώρησαν στο κενό και απομόνωσαν το δεξί άκρο του Αυστριακού στρατού από τον υπόλοιπο στρατό και επιτέθηκαν στους Αυστριακούς από τα αριστερά, αναγκάζοντας τους να υποχωρήσουν προς την Πράγα. Οι Πρώσοι ήταν νικητές σε αυτή τη μάχη, αλλά είχαν μεγαλύτερες απώλειες, χάνοντας 14.200 άντρες έναντι 13.400 των Αυστριακών. Ο Αυστριακός στρατός υποχώρησε στην Πράγα. Η συνολική δύναμη του μαζί με τη φρουρά της Πράγας ήταν 50.000 άντρες. Στις 29 Μαΐου ο Φρειδερίκος άρχισε την πολιορκία της πόλης. Εάν η πόλη έπεφτε, ο Φρειδερίκος μπορούσε να επιβάλει δυσμενείς όρους στους Αυστριακούς για να τερματίσουν τη σύγκρουση.

Ωστόσο, ο Αυστριακός Στρατάρχης Leopold J. v. Daun είχε συγκεντρώσει στρατό 30.000 αντρών στην ανατολική Βοημία. Ο Φρειδερίκος έστειλε μια δύναμη 18.000 αντρών υπό τη διοίκηση του Αντιστράτηγου Δούκα του Bevern να παρατηρεί κάθε κίνηση του Daun και με 14.000 άντρες σκόπευε να τον ανατρέψει από την θέση του κοντά στο Kolin. Ο Daun είχε ενισχυθεί στις αρχές Ιουνίου και παρέταξε τους άντρες του κατά μήκος μιας χαμηλής σειράς λόφων που γνώριζαν καλά οι Αυστριακοί από προηγούμενες ασκήσεις τους. Οι Πρώσοι διέθεταν 19.500 πεζούς, 15.000 ιππείς και 98 πυροβόλα. Οι Αυστριακοί είχαν 35.000 πεζούς, 18.000 ιππείς και 154 πυροβόλα. Τη νύκτα 17 - 18 Ιουνίου οι Πρώσοι βάδισαν γύρω από τις αυστριακές θέσεις με την ελπίδα να εμφανιστούν στην κορυφογραμμή πίσω τους και να τους απωθήσουν στην πεδιάδα.

Οι Πρώσοι σκόπευαν να επιτεθούν στη δεξιά πλευρά της παράταξης των Αυστριακών, αλλά αναγκάστηκαν να ακυρώσουν το σχέδιο τους καθώς ο Daun είχε προλάβει την κίνηση τους και ενισχυθεί. Κατά το απόγευμα στις 18 Ιουνίου οι Πρώσοι εξαπέλυσαν μια μετωπική επίθεση κατά των θέσεων των Αυστριακών στην κορυφογραμμή. Μια Αυστριακή αφήγηση αναφέρει: «Αυτοί (οι Πρώσοι) επιτέθηκαν στο πλευρό με ζωντάνια τη στιγμή που οι Αυστριακοί ετοιμάζονταν να σχηματίσουν τις γραμμές τους. Παρόλα αυτά οι Αυστριακοί απέκρουσαν την επίθεση με ένα πυκνό πυρ από μουσκέτα και πυροβόλα» (St Paul 1757 Η Άμυνα της Πράγας). Μετά από τρεις ώρες μάχης το κέντρο των Αυστριακών άρχισε να καταρρέει.

Δημιουργήθηκε ένα κενό στη γραμμή τους και οι Πρώσοι έσπευσαν να το εκμεταλλευτούν. Τότε τα Αυστριακά πυροβόλα χτύπησαν το Πρωσικό πεζικό που προσπαθούσε να εισέλθει στο κενό, ενώ το Σαξονικό ιππικό επιτέθηκε με τη σειρά του κατά των Πρώσων προκαλώντας τους μεγάλες απώλειες. Οι Αυστριακοί τελείωσαν τη μάχη με την κατάληψη του χωριού Krzeczor. Ένας Αυστριακός αξιωματικός του επιτελείου σημείωσε: «Ο εχθρός τράπηκε ολοκληρωτικά σε φυγή, ορισμένοι έτρεχαν στο δρόμο προς το Kolin και συνελήφθησαν·. Άλλοι πήραν το δρόμο προς το Nimburg, ένα τρίτο τμήμα πήγε κατευθείαν στο Bomimisch-Brod. Καθώς ο ήλιος έδυε, έληξε και η ένδοξη μάχη, η οποία έκανε θρύλο για πάντα το όνομα του Daun» (St Paul 1757 Η Άμυνα της Πράγας).

Ο Βρετανός απεσταλμένος στους Πρώσους Sir Andrew Mitchell έγραψε ένα γράμμα στο Λονδίνο για τη μάχη του Kolin, στο οποίο σημείωσε τα εξής: «Οι Πρώσοι επιτέθηκαν με μεγάλη γενναιότητα και παλικαριά. Ωστόσο ο Αυστριακός στρατός βρίσκονταν σε πλεονεκτικότερη θέση» (ο Mitchell στο στρατόπεδο έξω από την Πράγα, 20 Ιουνίου 1757). Οι Πρώσοι έχασαν 13.700 άντρες και οι Αυστριακοί 9.000. Με την ήττα στο Kolin ο Φρειδερίκος αναγκάστηκε να οπισθοχωρήσει από την Πράγα και να εγκαταλείψει τη Βοημία, επιτρέποντας στους Αυστριακούς να συγκεντρώσουν 100.000 άντρες. Η επόμενη μεγάλη μάχη έγινε στην Ανατολική Πρωσία μεταξύ Πρώσων και Ρώσων.

Εξαιτίας της πρωσικής επίθεσης στη Σαξονία, ο Εκλέκτορας της Σαξονίας και Βασιλιάς της Πολωνίας έδωσαν άδεια στο Ρωσικό στρατό να διασχίσει την περιοχή του για να χτυπήσει την Πρωσία. Οι Ρώσοι κινήθηκαν κατά της επαρχίας της Ανατολικής Πρωσίας στα τέλη Ιουνίου. Η Ανατολική Πρωσία, απομονωμένη από την κύρια πρωσική επαρχία του Βραδεμβούργου / Πομερανίας, διέθετε μόνο 32.000 άντρες στρατό υπό τη διοίκηση του Στρατάρχη Hans v. Lehwaldt. Οι Ρώσοι υπό τη γενική διοίκηση του Στρατάρχη Stephen Fedorovich Apraksin ανέπτυξαν 55.000 άντρες σε πέντε σώματα κατά μήκος ενός φαρδιού μετώπου. Κυρίευσαν το λιμάνι του Μεμέλ στις 5 Ιουλίου με σκοπό να κινηθούν προς την πρωτεύουσα της Ανατολικής Πρωσίας Koenigsberg.

Ο Lehwaldt αποφάσισε να επιτεθεί στις ρωσικές φάλαγγες, παρόλο που οι Πρώσοι με 24.000 άντρες ήταν λιγότεροι αριθμητικά σε αναλογία 2 προς 1. Στις 30 Αυγούστου ο Lehwaldt και ο Πρωσικός στρατός εμφανίστηκαν από τα δυτικά κοντά στην πόλη του Gross-Jaegersdorf και επιτέθηκαν στους Ρώσους γύρω στις 05:00 π.μ. Οι Πρώσοι ήταν παραταγμένοι με τη γνωστή λεπτή γραμμική διάταξη τους. Ξάφνιασαν τους Ρώσους και προσπάθησαν να εκμεταλλευτούν τη σύγχυση τους. Ακολούθησε σκληρή μάχη στην τοποθεσία Norkitten Wood. Τα Ρωσικά πυροβόλα προκάλεσαν βαριές απώλειες στους Πρώσους, οι οποίοι εξαντλήθηκαν και άρχισαν να υποχωρούν. Έχασαν 4.500 άντρες και οι Ρώσοι 6.000.

Οι Ρώσοι δεν καταδίωξαν τους Πρώσους και έτσι αυτοί υποχώρησαν ανενόχλητοι. Οι Πρώσοι από την πλευρά τους έδειξαν σεβασμό για τις μαχητικές ικανότητες των Ρώσων, οι οποίοι εμφανίστηκαν δυνατότεροι στις μετέπειτα μάχες του Zorndorf και Kunersdorf. Οι Ρώσοι αποφάσισαν να αποχωρήσουν από την Ανατολική Πρωσία και επέστρεψαν στην Πολωνία τον Οκτώβριο. Οι λόγοι της απόφασης αυτής δεν είναι ξεκάθαροι, αλλά ο Apraksin καθαιρέθηκε και διατάχτηκε να παρουσιαστεί σε ένα δικαστήριο στην Αγ. Πετρούπολη. Ο Πρωσικός στρατός άφησε επίσης την Ανατολική Πρωσία οπισθοχωρώντας στην Πομερανία για να αναμετρηθεί με τους Σουηδούς που προσπαθούσαν να καταλάβουν την περιοχή.

Οι Ρώσοι επέστρεψαν στην Ανατολική Πρωσία τον Ιανουάριο 1758 με 72.000 άντρες και επιτέθηκαν χειμωνιάτικα. Οι Πρώσοι μη διαθέτοντας στρατό στην Ανατολική Πρωσία, δεν αντιστάθηκαν και έτσι οι Ρώσοι κυρίευσαν την επαρχία, την οποία κράτησαν μέχρι το τέλος του πολέμου. Όπως έδειξαν και άλλες μάχες, οι νίκες σε τοπικό επίπεδο δεν ήταν τόσο σημαντικές όσο ήταν η καταστροφή του στρατού του αντιπάλου. Η επόμενη μεγάλη μάχη ήταν μεταξύ των Πρώσων και των Γάλλων και Γερμανών συμμάχων τους (Reichsarmee) στο Rossbach. Ήταν η μοναδική φορά που ο Πρωσικός και Γαλλικός στρατός συναντήθηκαν στο πεδίο της μάχης κατά τη διάρκεια του πολέμου.

Ο Στρατάρχης Soubise προέλασε με ένα μεγάλο απόσπασμα Γάλλων και Γερμανών του Reichsarmee δύναμης 42.000 αντρών κατά του Βραδεμβούργου. Αφήνοντας 30.000 άντρες στη Σαξονία / Σιλεσία για να εμποδίζουν τους Αυστριακούς και εξαιτίας των απωλειών στο Kolin, ο Φρειδερίκος διέθετε μόνο 21.000 άντρες για να αντιμετωπίσει τους Γάλλους. Αφού αποσύρθηκε στην Πρωσία για ανάπαυση, ο Φρειδερίκος έκανε μεταβολή, καθώς οι Γάλλοι άρχισαν να κινούνται ανατολικά και στις 4 Νοεμβρίου αντιμετώπισε τους Γάλλους και Γερμανούς συμμάχους τους κοντά στο Rossbach. Οι Γάλλοι και Γερμανοί βάδισαν κατευθείαν προς το πρωσικό στρατόπεδο ελπίζοντας ότι οι Πρώσοι θα εγκατέλειπαν την περιοχή.


Όταν όμως έμαθε, ότι ο Γάλλο-Γερμανικός στρατός βρισκόταν σε κίνηση, ο Φρειδερίκος διέταξε τον Υποστράτηγο Frederick Wilhelm v. Seydlitz να επιτεθεί στους Γάλλους με 38 ίλες ιππικού. Οι ίλες του διέσπασαν εύκολα την εμπροσθοφυλακή των Γάλλο-Γερμανών και τους απώθησαν, ενώ ο στρατός τους βρισκόταν ακόμα σε κίνηση. Το Πρωσικό πεζικό επιτέθηκε με τη σειρά του στο Γαλλικό και Γερμανικό πεζικό και διέσπασε τις γραμμές του. Το Πρωσικό ιππικό εξαπέλυσε μια δεύτερη επίθεση και σάρωσε από πίσω το Γαλλικό και Γερμανικό πεζικό, ενώ το Πρωσικό πυροβολικό έριχνε συνεχώς ομοβροντίες. Ο Φρειδερίκος σημείωσε, ότι η μάχη συνέβη τόσο γρήγορα ώστε δεν υπήρχε χρόνος για το στρατό του να εμπλακεί πλήρως και έτσι «δέκα τάγματα του δεξιού έμειναν ιδανικοί θεατές» (Φρειδερίκος Β' Ιστορία του Επταετούς Πολέμου).

Οι Γάλλο-Γερμανοί έχασαν 10.000 άντρες, ενώ οι Πρώσοι 548. Ο Φρειδερίκος είχε κερδίσει μια σπουδαία νίκη, αλλά έπρεπε να επιστρέψει αμέσως στα ανατολικά για να αντιμετωπίσει μια Αυστριακή αντεπίθεση. Ο Φρειδερίκος έκανε χρήση της τακτικής του ελιγμού επί των εσωτερικών γραμμών κατά τα υπόλοιπα έτη του πολέμου, χτυπώντας ένα στρατό και έπειτα κάνοντας μεταβολή εναντίον ενός άλλου. Οι Γάλλοι δεν εισέβαλαν στις κύριες Πρωσικές περιοχές ξανά, καθώς οι επιθέσεις τους από δω και στο εξής κατευθύνονταν εναντίον του Ανόβερο. Οι Αυστριακοί εισέβαλαν στη Σιλεσία στις αρχές Νοεμβρίου και νίκησαν τον Πρωσικό στρατό εκεί δύναμης 19.000 αντρών κοντά στο Breslau, την πρωτεύουσα της Σιλεσίας στις 22 Νοεμβρίου και κυρίευσαν την πόλη στις 25.

Ο Φρειδερίκος με 30.000 στρατό κινήθηκε γρήγορα προς το Breslau. Ενισχύθηκε από τους εναπομείναντες άντρες του ηττημένου στρατού της Σιλεσίας και ανέβασε τον αριθμό της δύναμης του σε 33.000 άντρες. Οι Αυστριακοί υπό τη διοίκηση του Πρίγκιπα Κάρολου της Λωραίνης είχαν 66.000 άντρες. Στις 5 Δεκεμβρίου οι δυο στρατοί συναντήθηκαν στο Leuthen. Αυτή η μάχη θεωρείται η πιο λαμπρή μάχη στην καριέρα του Φρειδερίκου και έμεινε γνωστή εξαιτίας της χρήσης της λοξής τάξης. Ο Φρειδερίκος παραδέχτηκε, ότι ήθελε «να αποφύγει τα ίδια λάθη που διέπραξε στις μάχες της Πράγας και του Kolin» (Φρειδερίκος Β' Ιστορία του Επταετούς Πολέμου). Η τακτική της λοξής τάξης ήταν μια πολύ δύσκολη άσκηση και δεν επιδείχτηκε ξανά με την ίδια δεξιοτεχνία από τους Πρώσους.

Οι Αυστριακοί αναπτύχθηκαν σε μια μεγάλη ανοικτή πεδιάδα με τεράστιες και ατελείωτες γραμμές πεζικού. Ο Κάρολος νόμιζε, ότι οι Πρώσοι θα προέλαυναν και χτυπούσαν το δεξί της παράταξης του και όταν οι Πρώσοι κινήθηκαν στις 08:00 π.μ., ενίσχυσε την πλευρά του αυτή. Αντί αυτού όμως ο Φρειδερίκος έστειλε τον περισσότερο στρατό του από τα νότια και υπό την κάλυψη του εδάφους χωρίς να το αντιληφθούν οι Αυστριακοί. Η επίθεση του σκόπευε να χτυπήσει τη νότια αριστερή πλευρά των Αυστριακών και να τους απωθήσει έτσι από το νότο προς το βορά, προκαλώντας τους σύγχυση.

Προσποιήθηκε μια ψεύτικη επίθεση στο κέντρο της αυστριακής παράταξης, αλλά ο διοικητής της αριστερής πτέρυγας Στρατηγός Nadasti, κατάλαβε ότι οι Πρώσοι έρχονταν εναντίον του και ζήτησε ενισχύσεις. Οι Πρώσοι επιτέθηκαν σε 14 τάγματα Βυρτεμβέργιων και άρχισαν να απωθούν την Αυστριακή γραμμή προς βορά. Ο Κάρολος, συνειδητοποιώντας τον κίνδυνο, διέταξε αμέσως το πεζικό να ενισχύσει τη νότια πλευρά του, αλλά αυτή η κίνηση της τελευταίας στιγμής δημιούργησε σύγχυση και δυσκολίες ελιγμού στο χωριό Leuthen. Ο Φρειδερίκος σημείωσε, ότι: «Οι Αυστριακοί βλέποντας την υπερκέραση της παράταξης τους, προσπάθησαν να αλλάξουν τη διάταξη τους. Ήταν όμως πολύ αργά για να σχηματίσουν ένα παράλληλο μέτωπο με τους Πρώσους» (Φρειδερίκος Β' Ιστορία του Επταετούς Πολέμου).

Τα Πρωσικά πυροβόλα και τα μουσκέτα προξένησαν βαριές απώλειες στους Αυστριακούς, οι οποίοι κατά τις 15:00 μ.μ. άρχισαν να υποχωρούν από το χωριό Leuthen. Το Αυστριακό ιππικό διατάχτηκε να ενεργήσει επίθεση κατά του Πρωσικού πεζικού στα αριστερά, αλλά δέχτηκε επίθεση πλευρικά από το Πρωσικό ιππικό. Η μάχη διήρκεσε μέχρι το απόγευμα καθώς οι Πρώσοι συνέχιζαν να απωθούν τους Αυστριακούς προς βορρά. Οι Αυστριακοί έχασαν 22.000 άντρες, ενώ οι Πρώσοι 11.000 άντρες. Ο πρίγκιπας Κάρολος απαλλάχτηκε των καθηκόντων του. Πολλοί θεώρησαν, ότι η νίκη στο Leuthen ήταν μεγαλύτερη από εκείνη στο Rossbach, αφού οι Αυστριακοί διέθεταν πιο επαγγελματικό στρατό απ’ εκείνον των Γάλλο-Γερμανών.

Ένας αυτόπτης Πρώσος μάρτυρας σημείωσε, ότι: «Οι Αυστριακοί αμύνθηκαν με μεγάλη γενναιότητα αλλά επιτέλους έχασαν. Ποτέ δεν πολέμησαν με τόση γενναιότητα απ’ ότι τώρα» (Lloyd History of the Late War in Germany). Η λοξή τάξη ήταν επιτυχής διότι, οι Αυστριακοί δεν αναγνώρισαν την απειλή έγκαιρα και δεν είχαν τη συνδρομή των σωμάτων Grenzer. Μετά τη νίκη αυτή, η πρωτοβουλία των κινήσεων πέρασε στους Πρώσους για τον επόμενο χρόνο. Ωστόσο ο πρωσικός στρατός είχε μεγάλες απώλειες από τις προηγούμενες εκστρατείες του και έπρεπε να επαναφέρει τα συντάγματα του σε ένα αποδεκτό επίπεδο ισχύος. Αυτό επηρέασε τις μελλοντικές επιχειρήσεις.

Η ικανότητα της διεξαγωγής μιας μάχης όπως αυτή του Leuthen απαιτούσε ένα στρατό με υψηλό επίπεδο εκπαίδευσης και πειθαρχίας. Πολλοί βετεράνοι με πολλά χρόνια εμπειρίας είχαν πεθάνει ή ήταν τραυματισμένοι. Ήταν δύσκολο πλέον για τους Πρώσους να κερδίζουν διαδοχικές μάχες, ενώ οι Αυστριακοί έμαθαν ότι η μάχη με τους Πρώσους σε ανοικτό πεδίο δεν ήταν η καλύτερη λύση. Οι Αυστριακοί επίσης έμαθαν ότι η καλύτερη αναγνώριση των θέσεων των Πρώσων ισοσκέλιζε το πλεονέκτημα της χρήσης της λοξής τάξης.

Ινδία

Η Γαλλική και Αγγλική (Βρετανική) Εταιρία Ανατολικών Ινδιών είχαν δημιουργήσει δικούς τους στρατούς για να προστατεύσουν πρωτίστως τους διάφορους εμπορικούς σταθμούς σε ολόκληρη την περιοχή. Και οι δυο εταιρίες είχαν συστήσει συμμαχίες με τοπικούς πρίγκιπες με σκοπό να συμπληρώνουν τα στρατεύματα τους με ντόπιους σε περίπτωση πολέμου. Το ξέσπασμα των εχθροπραξιών άρχισε στην επαρχία της Βεγγάλης το 1756. Οι Βρετανοί στην Καλκούτα είχαν ακούσει φήμες για επικείμενο πόλεμο με τη Γαλλία και έτσι οι δυο εταιρίες στη Βεγγάλη άρχισαν να ενισχύουν τους σταθμούς τους. Ο τοπικός Nawab, Siraj-ud-daula, δεν επιθυμούσε τη Βρετανική παρουσία και οι Βρετανοί δεν είχαν καλές σχέσεις μαζί του.

Διέταξε Βρετανούς και Γάλλους να σταματήσουν τις προετοιμασίες για πόλεμο. Οι Γάλλοι συμμορφώθηκαν, αλλά οι Βρετανοί όχι, οπότε ο Nawab κινήθηκε εναντίον τους. Μέχρι τα τέλη Ιουνίου 1756 ο στρατός του Nawab κυρίευσε όλους τους Βρετανικούς σταθμούς και την Καλκούτα. 50 με 60 Βρετανοί έμποροι φυλακίστηκαν σε μια μικρή φυλακή στο Οχυρό William. Η φυλακή δεν ήταν κατάλληλη για τόσο μεγάλο αριθμό κρατουμένων και περίπου 40 άτομα πέθαναν από ασφυξία λόγω του αναποτελεσματικού εξαερισμού. Το επεισόδιο αυτό έμεινε γνωστό στην ιστορία ως η Μαύρη Τρύπα της Καλκούτας και έγινε η αφετηρία για την ήττα του Nawab.


Η Αγγλική Εταιρεία Ανατολικών Ινδιών έστειλε μια μικρή δύναμη από το Madras στη Βεγγάλη για να ανακαταλάβει τους διάφορους σταθμούς. Τέσσερα πλοία της γραμμής συγκεντρώθηκαν υπό τη διοίκηση του Ναυάρχου Charles Watson, μεταφέροντας 600 Ευρωπαίους στρατιώτες της Εταιρίας, τρεις λόχους του 39ου Συντάγματος Πεζικού και 900 Sepoys (Ινδοί στρατιώτες της Εταιρίας). Τη γενική διοίκηση είχε ο Robert Clive, ο οποίος είχε κερδίσει φήμη ως στρατιωτικός διοικητής της εταιρίας κατά τη διάρκεια του Δεύτερου Πολέμου στο Carnatic το 1751 - 1753. Ο στόλος και στρατός κυρίευσαν εύκολα την Καλκούτα στις 30 Δεκεμβρίου 1756 και έπειτα κινήθηκαν βόρεια για να κυριεύσουν το Hooghly.

Μετά απ’ αυτό, γύρισαν πίσω στην Καλκούτα, όπου στα μέσα του Ιανουαρίου 1757 έφτασαν τα νέα της κήρυξης πολέμου ανάμεσα στη Γαλλία και Μεγάλη Βρετανία. Ο Nawab, εξαγριωμένος από την επίθεση στο Hooghly, κινήθηκε νότια κατά των Βρετανών με 40.000 στρατό. Οι Βρετανοί φοβούμενοι μια επίθεση των Γάλλων με τον Nawab στην Καλκούτα, θέλησαν να διαπραγματευτούν με τον Nawab, ο οποίος όμως αρνήθηκε. Στις 4 Φεβρουαρίου έγινε μια μάχη ανάμεσα στους δυο στρατούς. Ο Nawab διέθετε 40.000 άντρες, ενώ οι Βρετανοί είχαν 600 ναύτες, 650 Ευρωπαίους στρατιώτες και 800 Sepoys. Η επίθεση του Clive κατά του στρατοπέδου του Nawab δεν ήταν ιδιαίτερα επιτυχής.

Έχασε 100 Ευρωπαίους και 50 Sepoys. Ο Nawab ωστόσο έχασε 600 άντρες και πέντε μέρες αργότερα υπέγραψε συνθήκη με τους Βρετανούς. Ο Nawab αναγκάστηκε να παραδώσει την Καλκούτα και να αποκαταστήσει όλα τα προνόμια των Βρετανών εμπόρων στη Βεγγάλη. Ο Clive μετά επιτέθηκε εναντίον του Γαλλικού σταθμού στο Chandernagore, που παραδόθηκε στις 23 Μαρτίου. Ο Nawab, φοβούμενος την ολοένα και μεγαλύτερη απειλή της Βρετανικής παρουσίας στη Βεγγάλη, άρχισε να έχει επαφές με τη Γαλλική Εταιρεία Ανατολικών Ινδιών στο Pondicherry και την Arcot. Ωστόσο μια συνωμοσία γινόταν μέσα στο ίδιο του το σπίτι.

Ο θείος του και χρηματοδότης του στρατού του, Mir Jaffar, ήταν ο αρχηγός της συνωμοσίας. Ο Clive αποφάσισε να υποστηρίξει τον Mir Jaffar και καθώς ο Nawab οπισθοχωρούσε με το στρατό του βόρεια στο Plassey, οι συνωμότες υπέγραψαν μια συνθήκη που έδινε στον Mir Jaffar το θρόνο της Βεγγάλης, Orissa και Bihar με αντάλλαγμα την υπαγωγή όλων των Γαλλικών σταθμών της περιοχής σε Βρετανικό έλεγχο. Ο Clive αποφάσισε στη συνέχεια να επιτεθεί στο στρατό του Nawab στο Plassey, 800 μίλια (1.300 km) βόρεια της Καλκούτας. Είχε στη διάθεση του 900 Ευρωπαίους στρατιώτες, 200 Topasses (ντόπιους Πορτογάλους στρατιώτες) και 2.100 Sepoys.

Οι Βρετανοί έφτασαν χρησιμοποιώντας πλωτά μέσα και δια ξηράς και προέλασαν στην πεδιάδα νότια του Plassey, όπου στις 23 Ιουλίου η μάχη άρχισε. Ο στρατός του Nawab αριθμούσε 35.000 πεζούς και 18.000 ιππείς συν ένα απόσπασμα Γαλλικού πυροβολικού από το σταθμό του Chandernagore. Οι Βρετανοί αναπτύχθηκαν σε γραμμική διάταξη, με τους Ευρωπαίους στρατιώτες στο κέντρο και τους Sepoys και Topasses στα άκρα. Οι Γάλλοι άρχισαν τη μάχη στις 08:00 το πρωί με τα πυροβόλα τους και οι ομοβροντίες από τις δυο πλευρές συνεχίστηκαν μέχρι τις 11:00. Μια καταιγίδα μούσκεψε το απόθεμα πυρίτιδας του Nawab και έτσι οι μονάδες που στάλθηκαν να χτυπήσουν τους Βρετανούς αναχαιτίστηκαν από πυκνό πυρ πυροβολικού.

Μετά απ’ αυτή την αναποδιά ο στρατός του Nawab άρχισε να οπισθοχωρεί και τότε οι Βρετανοί εξαπέλυσαν την επίθεση τους. Αφού κυρίευσαν την περιοχή με τη δεξαμενή του νερού, τα στρατεύματα του Nawab επιτέθηκαν ξανά για να αναχαιτιστούν από το πυρ των πυροβόλων και μουσκέτων. Ο Clive τότε συνειδητοποίησε ότι το πλευρό του ήταν καλυμμένο από στρατεύματα πιστά στον Mir Jaffar. Αποφάσισε να κάνει μια τελική επίθεση και κατέλαβε τα υψώματα και λόφους που βρίσκονταν μπροστά του. Ο στρατός του Nawab υποχώρησε και στις 5 το απόγευμα η μάχη είχε τελειώσει.

Μια κατάθεση ενός αξιωματικού του στρατού της Αγγλικής Εταιρείας Ανατολικών Ινδιών αναφέρει : «Ο στρατός του Nawab υπερτερούσε των Βρετανών 20 προς 1 αλλά οι Βρετανοί είχαν κουράγιο, στρατιωτική πειθαρχία και αυτό που ήταν το πιο σημαντικό και στους δυο ήταν η προδοσία των αξιωματικών του Nawab (Mir Jaffar) (Clive) κέρδισε μια νίκη, με τεράστιες συνέπειες» (Mss Eur). Οι Βρετανοί είχαν 25 νεκρούς και 50 τραυματίες, ενώ οι απώλειες του Nawab ήταν περίπου 500 νεκροί. Ο Nawab διέφυγε από το πεδίο της μάχης και δολοφονήθηκε όντας αιχμάλωτος.

Ο Mir Jaffar πήρε το θρόνο της Βεγγάλης και οι δεσμοί που δημιουργήθηκαν από τη συμμαχία του με τους Βρετανούς έκαναν την περιοχή της Βεγγάλης πηγή σημαντικών εσόδων για την επερχόμενη σύγκρουση με τους Γάλλους στην περιοχή του Carnatic. Αν και ήταν μια σημαντική νίκη, η μάχη του Plassey δε σήμαινε την απαρχή της Βρετανικής κυριαρχίας στην Ινδία, όπως ισχυρίζονται ορισμένες πηγές. Η μετέπειτα μάχη του Wandiwash και η πολιορκία του Pondicherry θα εξασφάλιζαν τη Βρετανική κυριαρχία.

1758

Στις αρχές του έτους οι Ρώσοι προσπάθησαν αν φτάσουν ως την Πομερανία και να ενωθούν με τα Αυστριακά στρατεύματα,αυτό όμως το εμπόδισε ο Φρειδερίκος. Ωστόσο οι Ρώσοι συνέχισαν να κατέχουν την ανατολική Πρωσία. Τα Αυστριακά στρατεύματα ξανακατέλαβαν την Σιλεσία,ενώ η Γαλλία υπέστη μία σημαντική ήττα στον Ρήνο και έτσι έχασε όλες τις περιοχές δυτικά του Ρήνου.

Βόρεια Αμερική

Οι Βρετανοί άρχισαν την εκστρατεία του 1758 στη Βόρεια Αμερική ενισχυμένοι σημαντικά με τακτικά και αποικιακά στρατεύματα και σχεδίαζαν μια τριπλή επίθεση στις Γαλλικές περιοχές. Οι στόχοι ήταν πρώτον το Οχυρό Carillon (Ticonderoga στους Βρετανούς) στο νοτιοδυτικό άκρο της λίμνης Champlain, έπειτα το οχυρό και λιμάνι του Louisbourg, η επίθεση στο οποίο ήταν να γίνει το 1757 και τέλος το Οχυρό Duquesne στη δυτική Πενσυλβάνια. Ο Γάλλος Στρατηγός Montcalm στάθμευε στο Οχυρό Carillon με 4.000 άντρες. Ο νέος Βρετανός διοικητής στη Βόρεια Αμερική, Στρατηγός James Abercromby, συγκέντρωσε 7.000 τακτικούς στρατιώτες και 9.000 αποίκους στο Οχυρό Edward και στις 5 Ιουλίου διέσχισε προς βορά τη λίμνη George.


Το απόγευμα της 6ης τα στρατεύματα αποβιβάστηκαν στο βόρειο άκρο της λίμνης και άρχισαν την πορεία τους προς το Οχυρό Carillon. Οι Γάλλοι έμαθαν, ότι οι Βρετανοί πλησίαζαν και κάλεσαν ενισχύσεις 400 αντρών, οι οποίοι έφτασαν στο Οχυρό Carillon στις 4 Ιουλίου. Τα δέντρα μπροστά από το οχυρό είχαν κοπεί για να προσφέρουν μεγαλύτερη ορατότητα και να παρεμποδίσουν τους επιτιθέμενους και χτίστηκε επίσης ένα μεγάλο χαράκωμα με πεσμένους κορμούς δέντρων μπροστά του. Ο Montcalm τοποθέτησε επτά από τα οκτώ τάγματα του στις εξωτερικές οχυρώσεις. Στις 8 Ιουλίου οι Βρετανοί έστειλαν τα αποικιακά τους στρατεύματα να επιτεθούν χωρίς την υποστήριξη πυροβολικού, εξαιτίας λανθασμένων πληροφορίων, και αναχαιτίστηκαν εύκολα.

Τότε, ο Abercromby έστειλε τα τακτικά στρατεύματα του, τα οποία έπεσαν στην παγίδα των κορμών και δέχτηκαν καταιγιστικά πυρά από τα Γαλλικά μουσκέτα και πυροβόλα. Οι Βρετανοί επιχείρησαν έξι επιθέσεις κατά μέτωπο μεταξύ 13:00 μ.μ. και 18:00 μ.μ., οι οποίες απέτυχαν. Μια τελική επίθεση από το 42ο σύνταγμα Highlanders (Black Watch) και το 4ο τάγμα του 60ου συντάγματος πεζικού των Αμερικανών κατευθύνθηκε εναντίον των Γαλλικών οχυρώσεων που φυλάσσονταν από το Βασιλικό Σύνταγμα της Roussillon. Μετά από μια ώρα σκληρής μάχης σώμα με σώμα η επίθεση σταμάτησε και οι Βρετανοί υποχώρησαν στη νότια πλευρά της λίμνης George. Οι Γάλλοι έχασαν 350 άντρες, ενώ οι Βρετανοί είχαν απώλειες 1.600 τακτικών και 334 αποικιακών στρατιωτών.

Το Σεπτέμβριο ο Στρατηγός Abercromby αντικαταστάθηκε από τον Υποστράτηγο Jeffrey Amherst. Οι Βρετανοί είχαν ορισμένες επιτυχίες στην περιοχή της Νέας Υόρκης. Μια μικρή μονάδα 2.000 αντρών, υπό τη διοίκηση του Πλοίαρχου Bradstreet εξαπέλυσε μια επίθεση κατά του Γαλλικού Οχυρού Frontenac στη Λίμνη Οντάριο στις 25 Αυγούστου. Το οχυρό, το οποίο ήταν μια σημαντική βάση ανεφοδιασμού όλων των γαλλικών οχυρών στη δυτική πλευρά των Μεγάλων Λιμνών και του Οχάιο, παραδόθηκε δυο μέρες αργότερα. Με την πτώση του οχυρού διακόπηκε η επικοινωνία μεταξύ του Κεμπέκ και των δυτικών οχυρών, ενώ τα λάφυρα ήταν περίπου 800.000 στερλίνες.

Όπως είχε συμβεί την περασμένη χρονιά, το Halifax ήταν η κύρια περιοχή συγκέντρωσης για μια επίθεση κατά του Louisbourg. Η Βρετανική αποστολή, υπό τη διοίκηση του Υποστράτηγου Jeffrey Amherst, αποτελούνταν από 14 τάγματα τακτικού πεζικού συν δυο επίλεκτες μονάδες γρεναδιέρων και ελαφρού πεζικού, συνολικά 10.000 άντρες περίπου. Το Βασιλικό Ναυτικό διέθετε 23 πλοία της γραμμής, 10 φρεγάτες και μεταφορικά πλοία. Οι Γάλλοι είχαν τέσσερα τάγματα τακτικού πεζικού, 24 λόχους πεζοναυτών και διάφορες μονάδες Καναδών πολιτοφυλάκων. Σύνολο 4.500 άντρες με διοικητή τον Κυβερνήτη Ιππότη Augustin de Drucour. Το Γαλλικό ναυτικό είχε πέντε πλοία της γραμμής και επτά φρεγάτες.

Το φρούριο του Louisbourg ήταν πολύ καλά οχυρωμένο. Είχε τέσσερις εξωτερικές αμυντικές γραμμές που κάλυπταν ολόκληρη την παραλία. Υπήρχαν τέσσερις προμαχώνες, ο Dauphin, ο King, ο Queen και ο Princess, με 219 πυροβόλα και 17 όλμους. Οι Βρετανοί αποβιβάστηκαν στο λιμανάκι Freshwater στη νοτιοδυτική πλευρά του οχυρού το πρωί στις 8 Ιουνίου. Η αποβατική δύναμη χωρίστηκε σε τρεις ταξιαρχίες. Η κεντρική ταξιαρχία, υπό τη διοίκηση του Ταξίαρχου James Wolfe, έλαβε πρώτη το βάπτισμα του πυρός. Ένας αυτόπτης μάρτυρας της απόβασης περιέγραψε την καταστρεπτική ικανότητα του Γαλλικού πυροβολικού:

«Μια οβίδα των 24 λιβρών μας έπαιξε άσχημο παιχνίδι. Πέρασε πάνω από τα χέρια μου και σκότωσε το Λοχία McKenzie ο οποίος βρισκόταν κοντά μου αριστερά, μια άλλη οβίδα έκοψε τα πόδια ενός συντρόφου που κρατούσε το πηδάλιο της βάρκας». Η κεντρική ταξιαρχία κατείχε μέρος της παραλίας και μια δεύτερη ταξιαρχία αποβιβάστηκε υπό τη διοίκηση του Ταξίαρχου Lawrence. Αυτή η ταξιαρχία μπόρεσε να κυριεύσει τα δυτικά χαρακώματα. Οι Γάλλοι, φοβούμενοι να μην αποκοπούν από το φρούριο, υποχώρησαν με τους Βρετανούς να τους καταδιώκουν μέχρι που σταμάτησαν από τα Γαλλικά πυρά.

Ο Στρατηγός Amherst αποφάσισε να πολιορκήσει το Louisbourg και κατάφερε να περικυκλώσει το φρούριο στις 20 Ιουνίου, αφού τα στρατεύματα του κυρίευσαν και τις τελευταίες Γαλλικές εξωτερικές θέσεις στα βόρεια. Το Βασιλικό Ναυτικό, σε υποστήριξη των χερσαίων τμημάτων, κατέστρεψε την Γαλλική πυροβολαρχία στο λιμάνι στις 25 Ιουνίου. Έξι Γαλλικά πλοία βυθίστηκαν σκόπιμα από τους Γάλλους για να κλείσουν την είσοδο του λιμανιού και έτσι με την κίνηση αυτή οι Γάλλοι βρέθηκαν εντελώς περικυκλωμένοι. Στις 9 Ιουλίου οι αμυνόμενοι έκαναν μια επιδρομή κατά των Βρετανικών θέσεων. Επτακόσιοι Γάλλοι επιτέθηκαν και κατέλαβαν την πρώτη γραμμή, αλλά η Βρετανική αντεπίθεση τους ανάγκασε να υποχωρήσουν στο φρούριο.

Κατά τα μέσα Ιουλίου οι Βρετανοί άρχισαν να καθαρίζουν και τα τελευταία Γαλλικά χαρακώματα που βρίσκονταν κοντά στο τείχος. Το Βρετανικό πυροβολικό, χρησιμοποιώντας τα χαρακώματα που βρίσκονταν κοντά στα τείχη, ήταν σε θέση να βομβαρδίσει το οχυρό και έτσι ο Γάλλος διοικητής άρχισε να κάνει διαβήματα για παράδοση, η οποία έγινε τελικά την 1η Αυγούστου. Οι Βρετανοί είχαν 500 νεκρούς και 1.000 τραυματίες, ενώ οι Γάλλοι είχαν 1.000 νεκρούς περίπου και 2.000 τραυματίες. Η κατάληψη του Louisbourg σήμαινε, ότι ο δρόμος για μια επίθεση στην καρδιά της Νέας Γαλλίας ήταν ανοικτός μέσω του ποταμού του Αγ. Λαυρεντίου. Η τελευταία κύρια εκστρατεία στη Βόρεια Αμερική, αν και μικρότερης κλίμακας από τις προηγούμενες δυο, ήταν σημαντική για δυο λόγους.
  • Πρώτον, ο στρατός που επιτέθηκε στην περιοχή γύρω από το Οχυρό Duquesne ήταν διαφορετικός από τον αντίστοιχο του 1755. Ο Βρετανικός στρατός είχε διδαχθεί από την ήττα του και εφάρμοσε τις πρακτικές του αγώνα στα δάση στις κύριες μονάδες του. 
  • Δεύτερον, το Οχυρό Duquesne ήταν η πραγματική αιτία για το ξέσπασμα του πολέμου και η πτώση του σε Βρετανικά χέρια θα άλλαζε το πολιτικό τοπίο σε μεγάλο βαθμό. Δυο Βρετανικά τάγματα τακτικού πεζικού και μερικές αποικιακές μονάδων, περίπου 4.000 άντρες, ανέλαβαν τη διάνοιξη ενός δρόμου προς το Οχυρό Duquesne με σκοπό να το κυριεύσουν. 
Με βάση κάποιες σημειώσεις του διοικητή του 4ου τάγματος του 60ου συντάγματος πεζικού των Αμερικανών, ο τρόπος προέλασης ήταν διαφορετικός από εκείνον της εκστρατείας του Braddock:

«Στην κορυφή της φάλαγγας βρίσκονταν ένας δεκανέας και έξι ξυλοκόποι, ένας οδηγός μισό μίλι πιο μπροστά, ένας λοχίας και άλλοι δώδεκα ξυλοκόποι τετρακόσια μέτρα πιο πίσω και η υπόλοιπη φάλαγγα ακόμα τετρακόσια μέτρα πιο πίσω. Η εμπροσθοφυλακή αποτελούνταν από έναν υπολοχαγό, ένα λοχία και τριάντα άντρες να βαδίζουν ο ένας πίσω από τον άλλον. Μια μονάδα ξυλοκόπων ακολουθούσε από πίσω με ένα λόχο πεζικού για προστασία. Ακολουθούσε αμέσως μια μονάδα πυροβολικού, σε όλες τις πλευρές της φάλαγγας υπήρχαν ακροβολιστές, οι οποίοι δεν έχαναν την επαφή με την κύρια φάλαγγα» (Bouquet Papers).


Η δύναμη αυτή προέλαυνε καθ’ όλη τη διάρκεια του καλοκαιριού, ανοίγοντας τον καινούργιο δρόμο και χτίζοντας μικρά οχυρά κατά μήκος του για την προστασία και τον ανεφοδιασμό του στρατού. Αρχές Σεπτεμβρίου η δύναμη βρίσκονταν κοντά στο Οχυρό Duquesne. Περίπολοι των δυο πλευρών ενεπλάκησαν σε μικρές αψιμαχίες. Στις 14 Σεπτεμβρίου οι Βρετανοί οπισθοχώρησαν, όταν η Γαλλική φρουρά επιτέθηκε στις θέσεις τους, προκαλώντας τη διασπορά των αποικιακών μονάδων και την επιστροφή τους στο Οχυρό Ligionier. Οι Γάλλοι έστειλαν μια δύναμη 400 αντρών να καταδιώξουν και να επιτεθούν στους Βρετανούς που υποχωρούσαν, αλλά αυτοί ανασυντάχτηκαν και κατάφεραν να τους απωθήσουν.

Οι Βρετανοί πλησίαζαν στο Οχυρό Duquesne στα τέλη Οκτωβρίου και στις 24 Νοεμβρίου βρίσκονταν λίγα μίλια μακριά. Απ’ αυτή την πλεονεκτική θέση παρακολουθούσαν τους Γάλλους να οπισθοχωρούν στο Venango καίγοντας το οχυρό. Οι Βρετανοί το ξανάχτισαν και το μετονόμασαν σε Οχυρό Pitt (η τοποθεσία του σημερινού Πίτσμπουργκ).

Δυτική Ευρώπη

Η Βρετανική κυβέρνηση αρνήθηκε να επικυρώσει το Συνέδριο του Kloster Zeven, το οποίο καθόριζε τη διάλυση του Συμμαχικού στρατού του Ανόβερο και έδινε την άδεια στο γαλλικό στρατό να κατέχει μεγάλο μέρος του. Ήξεραν, ότι η κατοχή του Ανόβερο από τη Γαλλία σήμαινε την απώλεια των αποικιακών εδαφικών κερδών με αντάλλαγμα την επιστροφή του σε μελλοντική συμφωνία ειρήνης. Ο Συμμαχικός στρατός βρισκόταν σε φάση αναδιοργάνωσης, υπό τη διοίκηση του Πρίγκιπα Φερδινάνδου του Brunswick, το γαμπρό του Φρειδερίκου Β'. Ο Φερδινάνδος βρίσκονταν σε υπηρεσία σε προηγούμενες εκστρατείες του πολέμου όπως και στη μάχη του Rossbach.

Ενώ οι συζητήσεις συνεχίζονταν σχετικά με τη συνέχιση του πολέμου στο Ανόβερο, το αποτέλεσμα της μάχης του Rossbach έδειξε ότι ήταν δυνατή μια νέα εκστρατεία. Στα τέλη Νοεμβρίου 1757 ο Συμμαχικός στρατός ανασχηματίστηκε. Η Βρετανική κυβέρνηση συμφώνησε ξανά να πληρώσει για τη συντήρηση του στρατού, αλλά χωρίς τη συμμετοχή Βρετανικών μονάδων. Ο Φερδινάνδος αναλώθηκε το Νοέμβριο και Δεκέμβριο στην εκπαίδευση του στρατού και στην ανύψωση του ηθικού του. Ένα Γαλλικό σώμα στρατού με διοικητή τον Louis Francois Armand du Plessis Δούκα de Richelieu, ο οποίος είχε αντικαταστήσει τον d’Estrees, προέλαυσε κατά του νέου στρατού.

Ο Φερδινάνδος όμως κινήθηκε πρώτος. Αναλαμβάνοντας την πρωτοβουλία, έδιωξε τις διάφορες Γαλλικές φρουρές που ξεχειμώνιαζαν και δεν είχαν εφόδια και ενισχύσεις. Ο Φερδινάνδος υπερίσχυσε των Γάλλων στη στρατηγική και έθεσε τις βάσεις για μελλοντικές επιχειρήσεις. Στις 18 Φεβρουαρίου 1758 ανακατέλαβε την πόλη του Ανόβερο και στα τέλη Μαρτίου δεν υπήρχε κανένας Γάλλος στο κρατίδιο. Η εκστρατεία διήρκεσε μόνο έξι βδομάδες και οι Γάλλοι υποχώρησαν πίσω από το Ρήνο. Οι απώλειες των Γάλλων σε νεκρούς, τραυματίες και αγνοούμενους ήταν 16.000 άντρες, ενώ του Φερδινάνδου μόνο 200. Το ηθικό είχε αποκατασταθεί στο Συμμαχικό στρατό, ενώ το Γαλλικό είχε καταρρακωθεί.

Το υπόλοιπο της χρονιάς αναλώθηκε σε κινήσεις και ελιγμούς μεταξύ των δυο στρατών, καθώς η μια πλευρά προσπαθούσε να κερδίσει πλεονέκτημα έναντι της άλλης. Ο στρατός του Φερδινάνδου, που μετονομάστηκε σε Στρατό της Αυτού Μεγαλειότητας στη Γερμανία, έφτασε τις 40.000 άντρες στα τέλη Μαΐου. Στις 3 Αυγούστου το πρώτο βρετανικό απόσπασμα έφτασε στο Ανόβερο για να ενωθεί με το νέο στρατό. Αποτελούνταν από έξι συντάγματα ιππικού και πέντε τάγματα πεζικού. Σηματοδότησε τη δέσμευση της Βρετανίας για μια εκστρατεία στην Ευρώπη. Απ’ αυτό το σημείο άλλαξε ο στρατηγικός χάρτης των επιχειρήσεων στο δυτικό θέατρο. Το Ανόβερο απαλλάχτηκε από τους Γάλλους και το δεξί πλευρό του Φρειδερίκου ήταν ασφαλές.

Το υπόλοιπο της εκστρατείας χαρακτηρίστηκε από μια σειρά ελιγμών και από τις δυο πλευρές. Ο στρατός του Φερδινάνδου δεν επέτρεπε την πρόσβαση των Γάλλων στο Ανόβερο και τη δυτικό σύνορο της Πρωσίας. Ο Γαλλικός στρατός προσπάθησε να καταστρέψει το στρατό του Φερδινάνδου με μια μεγάλη κυκλωτική κίνηση και να κυριεύσει το Ανόβερο. Αυτό δέσμευσε μεγάλο αριθμό Γάλλων στρατιωτών, οι οποίοι ήταν απαραίτητοι στον πόλεμο στις αποικίες.

Κεντρική Ευρώπη

Ενώ οι Πρώσοι είχαν την πρωτοβουλία των κινήσεων στις αρχές του 1758, το έτος αυτό θα αποδεικνύονταν αιματηρό και πολύ επικίνδυνο. Η επιτυχία του Φερδινάνδου σήμαινε ότι η Πρωσία απέφυγε την αναμέτρηση με τους Γάλλους, αλλά είχε να αντιμετωπίσει τους Ρώσους, οι οποίοι την απειλούσαν με άμεση επίθεση, που θα είχε καταστροφικές συνέπειες. Η Πρωσία έδωσε το 1758 δυο κύριες μάχες, στο Zorndorf και στο Hochkirch, με τίμημα τις βαριές απώλειες σε άντρες και την απώλεια της ικανότητας ενός αποφασιστικού πλήγματος κατά του εχθρού. Ο Φρειδερίκος αποφάσισε να χτυπήσει πρώτα τους Αυστριακούς, επειδή νόμιζε ότι οι Ρώσοι δεν θα κινούνταν μέχρι το καλοκαίρι.

Κυρίευσε το τελευταίο οχυρό της Αυστρίας στη Σιλεσία, το Schweidnitz, στα μέσα Απριλίου και μετά εισέβαλε στη Μοραβία με 130.000 στρατό. Ο αντικειμενικός του σκοπός ήταν να πολιορκήσει τη σημαντική πόλη Olmutz. Μια πρωσική φάλαγγα, που βρισκόταν καθ’ οδόν προς ενίσχυση της πολιορκίας, δέχτηκε επίθεση από ένα Αυστριακό σώμα. Ο Φρειδερίκος ήξερε, ότι η πολιορκία διαρκούσε περισσότερο απ’ όσο υπολόγιζε και πληροφορήθηκε επίσης, ότι οι Ρώσοι κινούνταν προς τον ποταμό Οντέρ. Αποφάσισε λοιπόν να αποσυρθεί από το Olmutz και να χτυπήσει τους Ρώσους. Ο Στρατηγός Apraksin είχε αντικατασταθεί στη διοίκηση των Ρωσικών στρατευμάτων από το Στρατηγό Villim Villimovich Fermor.

Ο Fermor ήταν διοικητής του Ρωσικού στρατού που ανακατέλαβε την Ανατολική Πρωσία το χειμώνα 1757 - 1758. Ο Ρωσικός στρατός προέλαυνε από την Ανατολική Πρωσία στην Πολωνία σε μεγάλες φάλαγγες και κατέστρεφε τα πάντα στο πέρασμα του. Ο Βρετανός απεσταλμένος, Sir Andrew Mitchell, έγραψε ότι: «Οι (Πρώσοι) στρατιώτες γνώριζαν για τις βαρβαρότητες που διέπρατταν οι Ρώσοι παντού· και αν γινόταν μάχη, θα ήταν πολύ αιματηρή» (Mitchell στον Holdernesse 18 / 8 / 1758). Υπήρχε ένα Πρωσικό σώμα 26.000 αντρών υπό τη διοίκηση του Αντιστράτηγου Christoph v. Dohna, ο οποίος είχε αντικαταστήσει τον Lehwaldt, κοντά στον ποταμό Οντέρ.

Ο Φρειδερίκος προέλασε με 11.000 άντρες για να αναλάβει τη διοίκηση του αποσπάσματος του Οντέρ, αφήνοντας το υπόλοιπο του στρατού του στη Σιλεσία για να αντιμετωπίζει τις Αυστριακές επιθέσεις. Οι δυο Πρωσικοί στρατοί συναντήθηκαν στις 22 Αυγούστου και προωθήθηκαν στην ανατολική πλευρά του Οντέρ για να αναζητήσουν το Ρωσικό στρατό. Στις 25 Αυγούστου οι δυο στρατοί συναντήθηκαν κοντά στο χωριό του Zorndorf. Ο Fermor παρέταξε 43.000 άντρες σε μια βαλτώδη κοιλάδα περιτριγυρισμένη από λόφους. Ο Πρωσικός στρατός έφτασε στα βόρεια των ρωσικών θέσεων και μετά κινήθηκε προς νότο σε μια προσπάθεια να τους επιτεθεί από τα μετόπισθεν.


Ο Fermor όμως κατάφερε να αλλάξει τη διάταξη των μονάδων του και να αντιμετωπίσει τους Πρώσους. Ο Φρειδερίκος αποφάσισε να κάνει πλευρική επίθεση με το αριστερό του στρατού του. Οι Πρώσοι άνοιξαν πυρ με το πυροβολικό τους. Μια αφήγηση ανέφερε: «Στις εννέα το πρωί η μάχη άρχισε με πυρά πυροβόλων και όλμων που έπεφταν στο δεξί άκρο των Ρώσων ασταμάτητα για δυο ώρες. Τίποτα δεν μπορούσε να περιγράψει τη τρομερή καταστροφή που προκάλεσαν, ούτε την υπομονή με την οποία οι Μοσχοβίτες πεζικάριοι υπέφεραν μια τέτοια σφαγή που μπορούσε να κλονίσει και τους βετεράνους ακόμα» (Annual Register 1762). Στις 11:00 π.μ. οκτώ Πρωσικά τάγματα εξαπέλυσαν μια αντεπίθεση εναντίον του Ρωσικού δεξιού, ελπίζοντας να το διασπάσουν.

Οι Ρώσοι έκαναν μια επίθεση εναντίον των Πρώσων, η οποία ανάγκασε το αριστερό των Πρώσων να στραφεί προς το κέντρο της Ρωσικής παράταξης, σε αντίθεση με τις αρχικές διαταγές. Οι Ρώσοι εξαπέλυσαν μια επίθεση κατά του πρωσικού αριστερού. Ο Πρώσος Αντιστράτηγος Seydlitz επιτέθηκε με το ιππικό για να αποκαταστήσει την τάξη. Οι Ρώσοι απωθήθηκαν αλλά συνέχιζαν να πολεμούν. Το δεξί άκρο των Πρώσων άρχισε να κινείται μπροστά, αλλά δεν κατάφερε τίποτα περισσότερο. Η μάχη άρχισε να γίνεται χαώδης και εξελίχτηκε σε μονομαχία σώμα με σώμα. Ο Sir Andrew Mitchell σημείωσε: «Ότι παρόλο που η κατάσταση ήταν απελπιστική για τους Ρώσους, αυτοί συνέχιζαν να αγωνίζονται σαν δαιμονισμένοι» (Mitchell’s Journal regarding Zorndorf).

Ο Seydlitz έσπευσε να απωθήσει το Ρωσικό ιππικό που είχε επιτεθεί κατά του Πρωσικού κέντρου. Η μάχη εξελίχτηκε σε μικρές συγκρούσεις αντρών που προσπαθούσαν να κερδίσουν έδαφος μέχρι το απόγευμα, όταν και οι δυο στρατοί τελικά αποσύρθηκαν, «αφήνοντας το πεδίο της μάχης στους νεκρούς». Οι Ρώσοι αποχώρησαν πρώτοι και ο Mitchell μαζί με τον Φρειδερίκο εξέτασαν το πεδίο της μάχης. Μεταγενέστερα έγραψε, «δε θα κάνω καμιά περιγραφή καθώς προτιμώ να το ξεχάσω». Η μάχη έληξε ισόπαλη. Οι Πρώσοι έχασαν 13.000 άντρες και οι Ρώσοι 19.000. Βολές από τα πυροβόλα συνέχιζαν να ακούγονται όλη τη νύχτα μέχρι το επόμενο πρωί.

Καμιά πλευρά δεν είχε τη θέληση να επιτεθεί στις 26 Αυγούστου και οι δυο στρατοί παρέμειναν κοντά ο ένας με τον άλλον μέχρι την 1η Σεπτεμβρίου. Έπειτα απ’ αυτή τη συμπλοκή ο Φρειδερίκος έστρεψε την προσοχή του στους Αυστριακούς, προελαύνοντας στη Σαξονία με στοιχεία του στρατού της μάχης του Zorndorf. Συναντήθηκε με μια πρωσική δύναμη 24.000 αντρών. Οι Αυστριακοί συγκέντρωσαν ένα σώμα 80.000 αντρών υπό τη διοίκηση του Στρατάρχη Leopold J. v. Daun και εισέβαλαν στη Σαξονία, όπου οι δυο στρατοί ξόδεψαν πέντε εβδομάδες σε κινήσεις και ελιγμούς. Οι δυο στρατοί συναντήθηκαν το πρωί της 14ης Οκτωβρίου κοντά στο χωριό Hochkirch.

Ένας Πρώσος στρατιώτης ανέφερε ότι γίνονταν αψιμαχίες στις 03:30 π.μ. και δόθηκε η διαταγή «Στα Όπλα!» (Paret, Frederick the Great: A Profile). Επειδή ο Φρειδερίκος αρχικά νόμιζε ότι αντιμετώπιζε μόνο ελαφρά Αυστριακά στρατεύματα και όχι ολόκληρο τον Αυστριακό στρατό, ορισμένες μονάδες των Πρώσων δεν είχαν λάβει τις θέσεις τους, όταν οι Αυστριακοί επιτέθηκαν στο στρατόπεδο τους στις 05:00 π.μ. Το Αυστριακό αριστερό απώθησε τους Πρώσους πέρα από το χωριό του Hochkirch, ενώ η Πρωσική αριστερή πλευρά δέχτηκε επίθεση από μια μεγάλη Αυστριακή δύναμη που κυρίευσε το χωριό Koditz.

Η αυστριακή πίεση κατά των πλευρών των Πρώσων προκάλεσε σοβαρές απώλειες και έτσι οι Πρώσοι, αντιλαμβανόμενοι ότι λιγόστευαν τα πυρομαχικά τους, άρχισαν να οπισθοχωρούν. Παρά την αρχική επιτυχία τους, οι Αυστριακοί ήταν εξαντλημένοι από τη σκληρή μάχη και απέτυχαν να καταδιώξουν τους Πρώσους. Οι Πρώσοι έχασαν 9.000 άντρες και οι Αυστριακοί 8.000. Ο Αυστριακός στρατός κινήθηκε στη συνέχεια κατά της Δρέσδης και την πολιόρκησε. Η πολιορκία αυτή δε διήρκεσε πολύ, επειδή ο Daun μαθαίνοντας ότι ένας ενισχυμένος Πρωσικός στρατός κινούνταν εναντίον του, υποχώρησε στην οχυρωμένη πόλη της Pirna. Το 1758 έληξε με καλούς οιωνούς για τον Φρειδερίκο.

Είχε διώξει τους Ρώσους από την Πρωσία και ανάγκασε τους Αυστριακούς να αποχωρήσουν από τη Σιλεσία και το μεγαλύτερο μέρος της Σαξονίας. Ωστόσο ο στρατός του αιμορραγούσε. Οι απώλειες του έως τώρα κυμαίνονταν στους 100.000 άντρες περίπου, οι περισσότεροι από τους οποίους ήταν βετεράνοι.

Ινδία

Ο πόλεμος το 1758 στην Ινδία μετακινήθηκε στην περιοχή του Carnatic. Η πόλη του Pondicherry ήταν το Γαλλικό διοικητικό κέντρο, όπως και το Madras για τους Βρετανούς. Στα τέλη του 1757 οι Γάλλοι είχαν ενισχυθεί με 1.000 τακτικούς στρατιώτες και αυτό ανάγκασε τους Βρετανούς στο Madras να κρατήσουν αμυντική στάση, επειδή η Βρετανία ήταν αδύνατο να στείλει ενισχύσεις την ίδια στιγμή. Τον Απρίλιο του 1758 ένας Γαλλικός στόλος και ενισχύσεις υπό τη διοίκηση του Στρατηγού Κόμη Lally de Tollendal έφτασαν στο Γαλλικό λιμάνι του Pondicherry με τις εξής διαταγές: «Ν' αρχίσει πόλεμος κατά των οχυρών και ναυτικών εγκαταστάσεων των Βρετανών. Οι Βρετανοί αιχμάλωτοι στρατιώτες θα στέλνονταν πίσω στην Αγγλία και δε θα παρέμεναν στην Ινδία» (Orme Collection).

Έγινε μια μικρή ναυμαχία στις 2 Απριλίου μεταξύ εννέα Γαλλικών και επτά Αγγλικών πλοίων. Το αποτέλεσμα ήταν ισόπαλο, αν και οι Γάλλοι έχασαν περισσότερους άντρες. Την ίδια μέρα μια γαλλική δύναμη 1.000 Ευρωπαίων στρατιωτών και 1.000 Sepoys επιτέθηκε στο Βρετανικό οχυρό του Cuddalore κοντά στο Οχυρό St. David. Μέσα στις επόμενες λίγες μέρες οι Γάλλοι ενισχύθηκαν και άρχισε η πολιορκία. Η φρουρά αποτελούνταν μόνο από 500 Sepoys της Εταιρίας Ανατολικών Ινδιών και συνθηκολόγησε στις 4 Μαΐου. Οι Γάλλοι επιτέθηκαν και στο Οχυρό St. David, που παραδόθηκε στις 2 Ιουνίου. Μετά τις εξελίξεις αυτές, οι Βρετανοί εκκένωσαν όλες τις φρουρές και οχυρώθηκαν στο Madras.

Ο Lally ξόδεψε όλους τους καλοκαιρινούς μήνες σε επιθέσεις στην ύπαιθρο γύρω από το Madras. Καθώς χρειαζόταν χρήματα για τα στρατεύματα του και ναυτικές δυνάμεις, οι άντρες του κυρίευσαν παράνομα Ολλανδικά πλοία και εμπορικούς σταθμούς για να αυξήσουν τα κέρδη τους. Στις 3 Αυγούστου ο Βρετανός Ναύαρχος Edward Pocock νίκησε το γαλλικό στόλο του Αρχιπλοίαρχου Κόμη Anne Antoine d’Ache στη ναυμαχία του Negapatam. Ο στόλος υποχώρησε στο Pondicherry και παρέμεινε εκεί για το υπόλοιπο του πολέμου. Οι Βρετανοί ενισχύθηκαν το φθινόπωρο από το 79ο Σύνταγμα Πεζικού του Draper, στο οποίο ανατέθηκε η άμυνα της στρατηγικής θέσης στο Conjeveram.


Ο Lally με μια δύναμη από 2.300 Ευρωπαίους στρατιώτες και 5.000 Sepoys αποφάσισε να κινηθεί εναντίον των Βρετανών στο Madras και στο Οχυρό του Αγ. Γεωργίου. Οι Βρετανοί υπερασπιστές αριθμούσαν 1.750 Ευρωπαίους στρατιώτες και 2.200 Sepoys, υπό τη διοίκηση του Συνταγματάρχη Stringer Lawrence. Στις 13 Δεκεμβρίου οι Γάλλοι έφτασαν στα περίχωρα της πόλης και στις 14 δόθηκαν σκληρές μάχες στους δρόμους. Και οι δυο πλευρές αποσύρθηκαν από την πόλη. Οι Βρετανοί απωθήθηκαν πίσω στο οχυρό και οι Γάλλοι άρχισαν την κατασκευή οχυρωματικών έργων για να το πολιορκήσουν. Η πολιορκία, που συνεχίστηκε για δυο μήνες, δεν ήταν επιτυχής για τους Γάλλους.

Μια Βρετανική ναυτική μοίρα έφτασε με ενισχύσεις για το Madras στις 16 Φεβρουαρίου 1759 και στις 17 Φεβρουαρίου ο Lally υποχώρησε στο Pondicherry, καθώς η Βρετανική ναυτική δύναμη έπλευσε νότια.

1759

Βόρεια Αμερική

Οι Βρετανοί σχεδίασαν μικρές επιθέσεις κατά των δυτικών οχυρών της Νέας Γαλλίας ταυτόχρονα με τις επιχειρήσεις τους εναντίον του Οχυρού Carillon και της πόλης του Κεμπέκ. Στα τέλη Μαΐου λόχοι τριών ταγμάτων πεζικού προέλασαν προς το Οχυρό Niagara. Η κύρια Βρετανική δύναμη, υπό τη διοίκηση του Ταξίαρχου Prideaux, έφτασε στο Οχυρό Niagara στις 7 Ιουλίου και το πολιόρκησε αμέσως. Η Γαλλική φρουρά αριθμούσε 110 άντρες τακτικού πεζικού, 180 πεζοναύτες και 100 Καναδούς πολιτοφύλακες με διοικητή τον Λοχαγό M. Pouchot. Καθώς οι Βρετανοί έσκαβαν χαρακώματα, έγιναν πολλές αψιμαχίες μεταξύ των δυο πλευρών. Στις 16 Ιουλίου οι Βρετανοί άρχισαν να βομβαρδίζουν το οχυρό.

Ο Βρετανός διοικητής σκοτώθηκε τυχαία από βλήμα όλμου και ο Sir William Johnson τον αντικατέστησε αμέσως. Ο Γάλλος διοικητής σημείωσε ότι «τα πυρά από τα μουσκέτα τους παρενοχλούσαν συνεχώς τις πυροβολαρχίες μας» (Pouchot, Μνήμες του Πολέμου στη Β. Αμερική μεταξύ Γάλλων και Βρετανών). Οι Βρετανοί νίκησαν μια Γαλλική δύναμη ενίσχυσης από 800 άντρες στις 24 Ιουλίου και το οχυρό παραδόθηκε δυο μέρες αργότερα. Τα υπόλοιπα Γαλλικά οχυρά στο Οχάιο εκκενώθηκαν στη διάρκεια του Ιουλίου και οι Γάλλοι οπισθοχώρησαν δυτικά στο Οχυρό Detroit.

Οι Βρετανοί είχαν διώξει τους Γάλλους από την κοιλάδα του Οχάιο και με την κατάληψη του Οχυρού Frontenac λίγους μήνες πριν, η λίμνη Οντάριο έγινε το κομβικό σημείο για μια εκστρατεία στο Μόντρεαλ. Ο Στρατηγός Amherst και 11.000 Βρετανοί στρατιώτες συγκεντρώθηκαν στο νότιο άκρο της Λίμνης George στις 21 Ιουλίου και έπλευσαν βόρεια για να πολιορκήσουν το Οχυρό Carillon. Ο Γάλλος διοικητής Συνταγματάρχης Bourlamanque και η φρουρά των 3.500 αντρών κατέστρεψαν το οχυρό και υποχώρησαν βορειότερα στις 26 Ιουλίου. Ο Amherst επισκεύασε το οχυρό και το μετονόμασε σε Ticonderoga. Ολόκληρη η λίμνη George ήταν σε Βρετανικά χέρια.

Οι Βρετανικές δυνάμεις προέλασαν στη συνέχεια κατά του Γαλλικού Οχυρού St. Frederic στο Crown Point, στη δυτική όχθη της Λίμνης Champlain, αλλά στις 1 Αυγούστου πληροφορήθηκαν ότι οι Γάλλοι εγκατέλειψαν τη θέση αυτή και είχαν οπισθοχωρήσει στο Isle aux Noix στο βόρειο άκρο της λίμνης. Οι Βρετανοί χρειάζονταν ένα στολίσκο για την επίθεση τους στο βόρειο άκρο της λίμνης Champlain, αλλά η εκστρατεία όδευε προς το τέλος της. Η προέλαση προς το Μόντρεαλ μέσω της λίμνης έπρεπε να περιμένει μέχρι το 1760. Αφού πέρασαν τα επικίνδυνα νερά του ποταμού του Αγ. Λαυρεντίου, οι Βρετανοί έφτασαν κοντά στο Κεμπέκ στις 21 Ιουνίου με 21 πλοία της γραμμής, 22 φρεγάτες και μικρά καΐκια, περίπου 100 μεταφορικά, 11 τάγματα τακτικού πεζικού, αποικιακά στρατεύματα και μηχανικό, υπό τη διοίκηση του Υποστράτηγου James Wolfe.

Η ασφαλής άφιξη της δύναμης του Wolfe έγινε χάρη στις πληροφορίες και την ακριβή έρευνα του ποταμού του Αγ. Λαυρεντίου από τον James Cook, πλοιάρχου του Pembroke και αργότερα φημισμένου εξερευνητή του Ειρηνικού. Ο Γάλλος διοικητής Montcalm κάλεσε όλες τις εφεδρείες του και έτσι ο συνολικός αριθμός των υπερασπιστών ήταν περίπου 15.000 άντρες, από τους οποίους οι 4.000 ήταν τακτικό πεζικό, 1.000 πεζοναύτες και οι υπόλοιποι πολιτοφύλακες. Υπήρχαν επίσης οκτώ φρεγάτες του Γαλλικού ναυτικού. Οι Βρετανοί αποβιβάστηκαν ανενόχλητοι στο Ile d’Orleans στις 26 Ιουνίου και παρέταξαν τα στρατεύματα απέναντι από τις Γαλλικές οχυρώσεις κατά μήκος του ποταμού Montmorency στις 10 Ιουλίου.

Οι Γάλλοι ανέπτυξαν τα στρατεύματα τους στην πόλη και βορειοανατολικά αυτής σε οχυρωμένες θέσεις. Στις 31 Ιουλίου έγινε μια Βρετανική επίθεση κατά των γαλλικών χαρακωμάτων κοντά στους καταρράκτες του Montmorency. Η μικρή αυτή συμπλοκή έληξε με ήττα των Βρετανών που έχασαν 500 άντρες. Ο Wolfe έλπιζε να παρασύρει τους Γάλλους σε ανοικτή μάχη, αλλά ο Montcalm δεν έπεσε στην παγίδα. Καθώς πλησίαζε το φθινόπωρο, ο Wolfe έπρεπε να αποφασίσει είτε να επιτεθεί στην πόλη, είτε να οπισθοχωρήσει μέχρι το επόμενο έτος. Αποφάσισε να αποβιβάσει το στρατό του πίσω από την πόλη στη βόρεια πλευρά του ποταμού. Το Κεμπέκ και το φρούριο του βρίσκονταν ψηλά σε ένα λόφο.

Η πόλη είχε ένα γκρεμό στα νότια δίπλα στην όχθη του ποταμού. Ο Wolfe τοποθέτησε μερικά στρατεύματα του σε βάρκες και τα έστελνε πάνω κάτω στο ποτάμι στις αρχές Σεπτεμβρίου, προσπαθώντας να εντοπίσει κάποιο πιθανό σημείο απόβασης. Το απόγευμα στις 12 - 13 Σεπτεμβρίου επιλέχθηκε τελικά ένα σημείο. Οι κινήσεις τους δεν εντοπίστηκαν από τους Γάλλους και τα πλοία αποβίβασαν τους στρατιώτες στο επιλεγμένο σημείο. Στις 05:00 π.μ. στις 13 Σεπτεμβρίου οι πρώτοι Βρετανοί ελαφροί πεζοί σκαρφάλωσαν τους λόφους και έφτασαν στην κορυφή. Στις 07:00 π.μ. μεγάλος αριθμός Βρετανών στρατιωτών εισέρχονταν στην Πεδιάδα του Αβραάμ πίσω από την πόλη του Κεμπέκ.

Ο Montcalm έστειλε πέντε τάγματα και μερικούς πολιτοφύλακες στην πεδιάδα και στις 09:00 π.μ. οι Γαλλικές δυνάμεις παρατάχθηκαν σε γραμμικό σχηματισμό μάχης. Οι Βρετανοί παρατάχθηκαν επίσης σε γραμμική διάταξη με ορισμένα στρατεύματα σε ρόλο ακροβολιστών στα βόρεια της παράταξης. Στις 10:00 π.μ. το πρωί ο Montcalm έδωσε διαταγή επίθεσης. Ο Wolfe διέταξε το στρατό του να μην ανοίξει πυρ μέχρι οι Γάλλοι να φτάσουν σε απόσταση 40 γιαρδών (37 μ.). Οι Γάλλοι άνοιξαν πυρ στις 130 γιάρδες (119 μ.), αλλά ήταν μακριά για να προκαλέσουν σοβαρές απώλειες στους Βρετανούς. Οι Γάλλοι συνέχισαν να προχωρούν ρίχνοντας σποραδικά πυρά, ενώ οι Βρετανοί περίμεναν.

Τελικά όταν έφτασαν εντός βολής, δυο Βρετανικά τάγματα άνοιξαν πυρ, προκαλώντας μεγάλη ζημιά στη Γαλλική παράταξη. Οι Βρετανοί τότε προέλασαν και έριξαν μια δεύτερη ομοβροντία. Οι Γάλλοι άρχισαν να αποδιοργανώνονται και υποχώρησαν πίσω στο φρούριο. Ο Υποστράτηγος Wolfe σκοτώθηκε καθώς οι Βρετανοί καταδίωκαν τους Γάλλους. Ο Montcalm τραυματίστηκε επίσης και πέθανε το επόμενο πρωί. Η πόλη του Κεμπέκ συνθηκολόγησε στις 18 Σεπτεμβρίου. Οι Βρετανοί είχαν 61 νεκρούς και 600 τραυματίες, ενώ οι Γάλλοι είχαν περίπου 1.000 νεκρούς, τραυματίες και αιχμαλώτους. Ωστόσο, ο Γαλλικός στρατός της Νέας Γαλλίας δεν είχε πλήρως ηττηθεί.

Ένα τμήμα του πολιόρκησε τους Βρετανούς στο Κεμπέκ κατά τη διάρκεια του χειμώνα, ενώ ο υπόλοιπος υποχώρησε στο Trois Rivieres και Μόντρεαλ για να ξεχειμωνιάσει.


Δυτική Ευρώπη

Ο Φερδινάνδος άρχισε την εκστρατεία του 1759 με μια επίθεση κατά των Γάλλων κοντά στη Φρανκφούρτη και Wesel. Οι δυο στρατοί συναντήθηκαν στο Bergen στις 13 Απριλίου. Ο Φερδινάνδος επιτέθηκε βιαστικά χωρίς να έχει συγκεντρώσει τις δυνάμεις του και χωρίς την υποστήριξη πυροβολικού. Παρόλα αυτά όμως, καμιά πλευρά δεν κατάφερε το αποφασιστικό πλήγμα στον αντίπαλο. Οι Γάλλοι έμειναν στο πεδίο της μάχης, περιμένοντας και άλλη επίθεση και ο Φερδινάνδος κατάφερε να υποχωρήσει με το στρατό του ανέπαφο. Οι Γάλλοι αποφάσισαν να κινηθούν ξανά προς το Ανόβερο στις αρχές Ιουνίου. Ο Γαλλικός στρατός, που αριθμούσε 60.000 άντρες υπό τη διοίκηση του Στρατάρχη Louis Georges Erasme Contades, κινήθηκε πρώτος.

Μια δεύτερη Γαλλική δύναμη υπό τη διοίκηση του Στρατάρχη Victor-Francois Δούκα de Broglie, που αριθμούσε 20.000 άντρες, ήταν σε εφεδρεία. Από τα μέσα Ιουνίου οι δυο Γαλλικές δυνάμεις προέλαυναν κατά του στρατού του Φερδινάνδου που αριθμούσε περίπου 35.000 άντρες. Ο Φερδινάνδος κινήθηκε βόρεια χωρίς να χάσει επαφή με τη δύναμη του Contades. Και οι δυο πλευρές προσπαθούσαν να υπερκεράσουν η μια την άλλη και να κόψουν τις γραμμές ανεφοδιασμού τους. Ο Φερδινάνδος σκόπευε να οχυρωθεί στο Minden, που ήταν κύριος σταθμός ανεφοδιασμού, αλλά οι δυνάμεις του de Broglie κυρίευσαν την πόλη πρώτες στις αρχές Ιουλίου. Αυτό σήμαινε ότι το Ανόβερο ήταν σε κίνδυνο με το Φερδινάνδο και το στρατό του να βρίσκονται δυτικά των Γάλλων στο Minden.

Οι Γάλλοι παρέμειναν στην περιοχή και ο Φερδινάνδος έπρεπε να χωρίσει τη δύναμη του για να αναμετρηθεί με τα Γαλλικά ελαφρά στρατεύματα που έκαναν επιδρομές στην ύπαιθρο. Στα τέλη Ιουλίου ο Φερδινάνδος ένωσε το στρατό του, αν και ο Στρατάρχης Contades έμεινε με την εντύπωση ότι βρισκόταν διεσπαρμένος σε όλη την ύπαιθρο. Μαθαίνοντας, ότι οι σύμμαχοι έκαναν μια κίνηση προς το Minden, συγκέντρωσε το στρατό του για μάχη. Στις 31 Ιουλίου οι διαταγές του επικεντρώθηκαν στη σημασία του δεξιού άκρου του de Broglie: «Η επίθεση της εφεδρείας θα είναι γρήγορη και ορμητική με σκοπό την πανωλεθρία του σώματος του Wangenheim» (Mss King’s).

Σκόπευε να εκθέσει το αριστερό άκρο του στρατού του Φερδινάνδου. Ο Contades ανέπτυξε επίσης το στρατό του σε ασυνήθιστη διάταξη, τοποθετώντας το πεζικό του στις πλευρές και το ιππικό του στο κέντρο. Τα στρατεύματα του παρατάχθηκαν για μάχη στις 03:00 π.μ. Το σώμα του de Broglie άρχισε να κινείται στις 04:00 π.μ. στις 1 Αυγούστου, αλλά τα στρατεύματα του Φερδινάνδου ήταν προετοιμασμένα και σταμάτησαν την προέλαση του Broglie. Οι δυο κύριοι στρατοί συνέχιζαν να παρατάσσονται στις θέσεις μάχης και οι δυο πλευρές άνοιξαν πυρ με τα πυροβόλα τους. Καθώς οι δυο στρατοί ήρθαν πιο κοντά τα πυρά έγιναν φονικότερα. Εννέα τάγματα πεζικού του Φερδινάνδου (τρία Ανοβεριανά και έξι Βρετανικά) κινήθηκαν προς το Γαλλικό κέντρο όπου βρισκόταν το ιππικό.

Το Γαλλικό πυροβολικό έριξε ομοβροντίες στα εννέα τάγματα που πλησίαζαν, ενώ το συμμαχικό πυροβολικό στο δεξί άκρο του πεζικού, υποστήριζε την προέλαση. Οι Γάλλοι εξαπέλυσαν 11 ίλες ιππικού κατά των εννέα ταγμάτων του Συμμαχικού πεζικού. Το πεζικό περίμενε τους Γάλλους να έρθουν σε απόσταση βολής 30 ποδιών (9 μ.) και άνοιξε πυρ. Η ομοβροντία προκάλεσε πολλές απώλειες στους Γάλλους που υποχώρησαν. Ο Contades προσπάθησε να ανασυγκροτηθεί και κίνησε το πεζικό του, προσπαθώντας να αποδιοργανώσει τα εννέα τάγματα πεζικού των συμμάχων. Την ίδια στιγμή έγινε και μια δεύτερη επίθεση του Γαλλικού ιππικού, η οποία είχε την ίδια τύχη με την προηγούμενη.

Σε αυτό το σημείο ο Φερδινάνδος διέταξε το Λόρδο Sackville, διοικητή του συμμαχικού ιππικού, να επιτεθεί. Απέτυχε να εκτελέσει την εντολή αυτή και αντικαταστάθηκε μετά τη μάχη. Το Γαλλικό πεζικό επίσης απέτυχε στην επίθεση του. Ένας Βρετανός αξιωματικός σημείωσε, ότι οι Σύμμαχοι: «Ανακάλυψαν ένα μεγάλο σώμα πεζικού αποτελούμενο από 17 συντάγματα να κινείται προς το πλευρό μας, το σύνταγμα μας άλλαξε τη διάταξη του και τους αντιμετώπισε» (National Army Museum). Ο Φερδινάνδος έστειλε περισσότερες μονάδες πεζικού για να υποστηρίξει τα εννέα τάγματα. Μια τρίτη επίθεση του Γαλλικού ιππικού απέτυχε επίσης. Στις 11:00 π.μ. η μάχη τελείωσε και η αριστερή πλευρά του συμμαχικού στρατού ανάγκασε τον Broglie να υποχωρήσει.

Ένας αξιωματικός ενός Βρετανικού συντάγματος έγραψε στη μητέρα του μερικές μέρες μετά τη μάχη: «Δε με νοιάζει ποιος ξέρει τι νιώθω, όταν λέω ότι ικανοποιήθηκε η περιέργεια μου, αλλά δεν επιθυμώ ποτέ να ξαναδώ μια δεύτερη σφαγή των συντρόφων μου» (National Army Museum). Ο συμμαχικός στρατός είχε 2.900 νεκρούς και τραυματίες, πολλοί από τους οποίους ανήκαν στα εννέα τάγματα. Οι Γάλλοι έχασαν γύρω στους 8.000 άντρες. Οι δυο στρατοί ξεχειμώνιασαν, κατέχοντας τα ίδια εδάφη που είχαν και πριν. Εξαιτίας της πρωσικής ήττας στο Kunersdorf, ο Φερδινάνδος έστειλε ενισχύσεις στο Φρειδερίκο, κάτι που περιόρισε τις επιθετικές του δυνατότητες.

Κεντρική Ευρώπη

Οι Ρώσοι ξόδεψαν τους πρώτους μήνες του 1759 προετοιμάζοντας το στρατό τους για μια νέα επίθεση στην Πρωσία. Η Ρωσική δύναμη υπό τη διοίκηση του Στρατηγού Petr Semenovich Saltykov και αριθμώντας 50.000 άντρες, ξεκίνησε τέλη Ιουνίου. Οι Αυστριακοί έστειλαν ένα σώμα στρατού 20.000 αντρών με διοικητή των Αντιστράτηγο Gideon Ernst v. Loudon να ενωθεί με τους Ρώσους σε μια κοινή προσπάθεια να καταστρέψουν τον κύριο Πρωσικό στρατό σε μια αποφασιστική εκστρατεία. Στις 23 Ιουλίου ο Ρωσικός στρατός συνάντησε ένα Πρωσικό σώμα στρατού και το νίκησε στο Paltzig. Ο Φρειδερίκος, μαθαίνοντας τα νέα της ήττας, προέλασε με 19.000 άντρες προς το Paltzig.

Έφτασε στις αρχές Αυγούστου και ανέλαβε τη διοίκηση του πρωσικού σώματος από τον ηττημένο Αντιστράτηγο Johann Heinrich v. Wedell. Ο στρατός του αριθμούσε τώρα 50.000 άντρες. Και οι δυο στρατοί ελίσσονταν κοντά στον ποταμό Οντέρ. Ο Satlykov φοβήθηκε μήπως ο στρατός του αποκοπεί από την προέλαση του Φρειδερίκου και αποφάσισε να οχυρωθεί σε μια κορυφογραμμή κοντά στο χωριό του Kunersdorf στην ανατολική πλευρά του ποταμού Οντέρ. Ένας Πρώσος αξιωματικός σημείωσε: «Αυτοί (οι Ρώσοι) κατείχαν ένα πολύ δυνατό οχυρωμένο στρατόπεδο υπό την προστασία κανονιών» (Lloyd, Ιστορία του Πολέμου στη Γερμανία). Οι Πρώσοι άρχισαν να προελαύνουν κατά των ρωσικών θέσεων στις 02:00 π.μ. στις 12 Αυγούστου.

Δεν είχαν κάνει όμως καλή αναγνώριση της εχθρικής διάταξης και έλπιζαν να ελιχθούν γύρω από τις ρωσικές θέσεις και να επιτεθούν από τα νώτα. Ωστόσο, οι Ρώσοι είχαν οχυρώσει τις θέσεις τους με χαρακώματα και θεωρώντας, ότι η επίθεση θα κατέληγε στην κορυφογραμμή Muhl Berge, οχύρωσαν τη θέση αυτή και τοποθέτησαν πολλά πυροβόλα. Οι Πρώσοι εμφανίστηκαν και επιτέθηκαν στην αριστερή πλευρά των Ρώσων από τρεις κατευθύνσεις. Αν και δεχόντουσαν βροχή από οβίδες, κατάφεραν να κυριεύσουν τη βορειοανατολική περιοχή των οχυρώσεων. Μια δεύτερη Πρωσική επίθεση εκδηλώθηκε κατά του Kuh-Grund, αλλά ήταν ανεπιτυχής.


Ο Φρειδερίκος σημείωσε ότι: «Η επίθεση επαναλήφθηκε πολλές φορές, αλλά η πυροβολαρχία εκεί μας έκανε μεγάλη ζημιά» (Φρειδερίκος Β' Ιστορία του Επταετούς Πολέμου). Το μεσημέρι εξαπολύθηκε μια επίθεση του Πρωσικού ιππικού κατά της γραμμής Grosser-Spitzberg, που απέτυχε επίσης. Το Ρωσικό πυροβολικό έριξε ομοβροντίες στις φάλαγγες του ιππικού και μια επίθεση του Ρωσικού-Αυστριακού ιππικού αποδεκάτισε τους επιζώντες. Ο Soltykov σημείωσε: «Οι Πρώσοι συνέχιζαν να επιτίθενται και είχαν πολλές απώλειες, οι γραμμές τους ήταν εκτεθειμένες στο πυροβολικό» (Lloyd Ιστορία του Πολέμου στη Γερμανία).

Στις 06:00 μ.μ. οι Πρώσοι άρχισαν να οπισθοχωρούν από το πεδίο της μάχης, αλλά οι Ρώσοι απέτυχαν να τους καταδιώξουν και να τους καταστρέψουν ολοκληρωτικά. Ο Φρειδερίκος είχε 19.000 νεκρούς, τραυματίες και αγνοούμενους, ενώ ο ενωμένος Ρωσο-Αυστριακός στρατός είχε 15.000 νεκρούς και τραυματίες περίπου. Ο Ρωσικός στρατός διέσχισε τον ποταμό Οντέρ σκοπεύοντας να φτάσει στο Βερολίνο, αλλά ήταν αναγκασμένος να στραφεί νότια για να βοηθήσει ένα άλλο Αυστριακό σώμα στρατού, που είχε αποκοπεί από τις γραμμές επικοινωνιών του. Οι σχέσεις μεταξύ των Ρώσων και Αυστριακών άρχισαν να χειροτερεύουν όπως φαίνεται σε ένα γράμμα του Ρώσου διοικητή στον Αυστριακό ομόλογο του, Daun:

«Κύριε έκανα αρκετά για ένα χρόνο. Κέρδισα δυο νίκες, οι οποίες κόστισαν στους Ρώσους 27.000 άντρες. Περιμένω μόνο μέχρι να κερδίσεις και εσύ δυο μάχες και θα αρχίσω πάλι. Μέχρι τότε, τα στρατεύματα μου θα δράσουν ξεχωριστά» (Φρειδερίκος Β' Ιστορία του Επταετούς Πολέμου). Η μάχη στο Kunersdorf ήταν η χειρότερη ήττα του Φρειδερίκου, αλλά όχι η μόνη το 1759. Έχασε τη στρατηγική πόλη της Δρέσδης στις 4 Σεπτεμβρίου και ένα Πρωσικό σώμα 13.000 αντρών στο Maxen στις 20 Νοεμβρίου. Ο στρατός του αιμορραγούσε.

Η ανικανότητα του Αυστριακού και Ρωσικού στρατού να κάνουν μια συνδυασμένη επιχείρηση κατά του Βερολίνου και των υπολειμμάτων του Πρωσικού στρατού, αποδείχτηκε αποφασιστικής σημασίας, διότι επέτρεψε στον Φρειδερίκο να προετοιμαστεί για μια άλλη εκστρατεία.

Ινδία

Δεν έγιναν σημαντικές μάχες το 1759 στην Ινδία, καθώς οι δυο πλευρές προσπαθούσαν να ισχυροποιήσουν τις θέσεις τους. Ο Lally και οι δυνάμεις του έπρεπε να υποχωρήσουν προς το Pondicherry καθώς το Madras ενισχυόταν και λόγω της απειλής ανταρσίας του στρατού, αφού ήταν απλήρωτος για πολλούς μήνες. Η ανταρσία δεν έγινε, αλλά 60 άντρες δραπέτευσαν και ενώθηκαν με τους Βρετανούς. Διακόσιοι Βρετανοί έφτασαν ως ενισχύσεις τον Ιούνιο και το φθινόπωρο ο Συνταγματάρχης Eyre Coote έφτασε με 1.000 άντρες επιπλέον. Ανέλαβε επίσης και τη διοίκηση όλων των στρατευμάτων της Αυτού Μεγαλειότητας και της Εταιρίας.

1760

Βόρεια Αμερική

Οι Βρετανοί προέλασαν προς το Μόντρεαλ κατά την εκστρατεία του 1760. Ωστόσο, η Βρετανική φρουρά στο Κεμπέκ πέρασε ένα δύσκολο χειμώνα, καθώς οι 2.300 από τους 5.600 άντρες της, είχαν αρρωστήσει. Μια μεγάλη Γαλλική δύναμη από 8.500 άντρες με διοικητή τον Υποστράτηγο Francois-Gaston, Chevalier de Levis, έφτασε από το Μόντρεαλ στις αρχές της άνοιξης και πολιόρκησε την πόλη. Οι Γάλλοι έλπιζαν να νικήσουν τους Βρετανούς και να ανακαταλάβουν την πόλη πριν λιώσουν οι πάγοι στο ποταμό του Αγ. Λαυρεντίου και επιτρέψουν στο Βασιλικό Ναυτικό να εμφανιστεί με ενισχύσεις. Ο Βρετανός διοικητής, Υποστράτηγος George Murray, αποφάσισε να αντιμετωπίσει το Γαλλικό στρατό που συγκεντρωνόταν στην Πεδιάδα του Αβραάμ στις 28 Απριλίου.

Η Βρετανική φρουρά ηττήθηκε και επέστρεψε στην πόλη για να προετοιμαστεί και να αντιμετωπίσει μια νέα Γαλλική πολιορκία. Στις 16 Μαΐου έφτασαν δυο πλοία του Βασιλικού Ναυτικού και ενίσχυσαν τους Βρετανούς, αναγκάζοντας έτσι τους Γάλλους να λύσουν την πολιορκία και να επιστρέψουν στο Μόντρεαλ. Η συμβολή του Βασιλικού Ναυτικού έπαιξε καθοριστικό ρόλο στη μοίρα του Καναδά, απ’ ότι ήταν η πρώτη μάχη της Πεδιάδας του Αβραάμ τον προηγούμενο Σεπτέμβριο. Κατά τα μέσα καλοκαιριού οι Βρετανοί εισέβαλαν στο Μόντρεαλ από τρεις κατευθύνσεις. Η πρώτη από την πόλη του Κεμπέκ, η δεύτερη από τη λίμνη Champlain και η τρίτη από τον ποταμό του Αγ. Λαυρεντίου.

Η τρίτη ήταν η πιο σημαντική, διότι είχε σκοπό να εμποδίσει τα Γαλλικά στρατεύματα να υποχωρήσουν από το Μόντρεαλ προς τα δυτικά. Στις 6 Σεπτεμβρίου οι τρεις στρατοί πλησίασαν και περικύκλωσαν το νησί του Μόντρεαλ και στις 8 Σεπτεμβρίου η Γαλλική φρουρά παραδόθηκε στο Στρατηγό Amherst.

Ινδία

Αφού ο Coote συγκέντρωσε το καινούργιο στρατό του, που αποτελούνταν από δυο τάγματα τακτικού πεζικού και διάφορα στρατεύματα της Εταιρείας και Sepoys, ξεκίνησε από το Madras στο νότο, κυριεύοντας ξανά διάφορες Βρετανικές θέσεις που είχαν πέσει στα χέρια του εχθρού. Ο Γάλλος διοικητής Lally έλπιζε ότι οι νέες Βρετανικές δυνάμεις θα στέλνονταν βόρεια στη Βεγγάλη για να αντιμετωπίσουν τις δυνάμεις της Ολλανδικής Εταιρίας Ανατολικών Ινδιών που είχαν κινηθεί εναντίον των Βρετανών. Ωστόσο, τα Βρετανικά στρατεύματα στη Βεγγάλη κατάφεραν να νικήσουν τους Ολλανδούς στις 25 Νοεμβρίου 1759 χωρίς εξωτερική βοήθεια και έτσι ο Coote έστρεψε όλη την προσοχή του να νικήσει τους Γάλλους στην περιοχή του Carnatic.

Οι δυο στρατοί προσπαθούσαν με ελιγμούς να κερδίσουν το στρατηγικό πλεονέκτημα και στις 22 Ιανουαρίου, συναντήθηκαν έξω από το οχυρό του Wandiwash. Η μάχη του Wandiwash διεξήχθη κυρίως μεταξύ των τακτικών μονάδων των δυο στρατών, παρατεγμένων σε γραμμική διάταξη. Ένα ξεχωριστό χαρακτηριστικό αυτής της μάχης ήταν, ότι τα ντόπια στρατεύματα των Βρετανών ήταν εξοπλισμένα με τον ίδιο τρόπο, όπως και τα ευρωπαϊκά για πρώτη φορά. Ο Lally ανέπτυξε το στρατό του με το Ευρωπαϊκό ιππικό στο δεξί άκρο. Δίπλα βρισκόταν το σύνταγμα της Lorraine. Το σύνταγμα της Γαλλικής Εταιρείας Ανατολικών Ινδιών βρισκόταν στο κέντρο της παράταξης και το σύνταγμα του ίδιου του Lally στο αριστερό άκρο.

Οι Sepoys των Γάλλων ήταν παραταγμένοι πίσω από την πρώτη γραμμή και η συνολική δύναμη ήταν 4.000 άντρες. Ο Coote ανέπτυξε το στρατό του με όμοιο τρόπο, με την πρώτη γραμμή να αποτελείται από τα Ευρωπαϊκά στρατεύματα της Εταιρείας. Το σύνταγμα του Draper βρισκόταν στα δεξιά και του Coote στα αριστερά. Ένα τάγμα Sepoys βρίσκονταν και στις δυο πλευρές. Η δεύτερη γραμμή αποτελούνταν από ένα μικτό τάγμα γρεναδιέρων και Sepoys και στην τρίτη γραμμή υπήρχε μόνο το ιππικό. Οι Βρετανοί αριθμούσαν περίπου 4.000 άντρες. Είναι αξιοσημείωτο ότι, αυτή η αποφασιστική μάχη έγινε με πολύ μικρό αριθμό αντρών και αυτό δείχνει τη δυσκολία, με την οποία μπορούσαν Γαλλία και Αγγλία να στείλουν τακτικά στρατεύματα στην Ινδία, εξαιτίας των αναγκών τους σε άλλες περιοχές.


Οι δυο στρατοί άρχισαν να κινούνται στις 07:00 π.μ. και αμέσως ξεκίνησαν οι πρώτες αψιμαχίες και ανταλλαγή πυρών του πυροβολικού. Οι Γάλλοι έστειλαν το σύνταγμα της Lorraine κατά του συντάγματος του Coote. Έπειτα από μια ομοβροντία των μουσκέτων, οι δυο πλευρές ήρθαν σε μια άγρια μάχη σώμα με σώμα. Οι Γάλλοι υποχώρησαν πρώτοι χάνοντας πολλούς άντρες και η μάχη κρίθηκε τελικά, όταν ένα κάρο με πυρομαχικά των Γάλλων στο αριστερό άκρο της παράταξης τους ανατινάχτηκε από το Βρετανικό πυροβολικό. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να χάσει τη συνοχή της η Γαλλική διάταξη.

Το σύνταγμα του Draper επιτέθηκε τότε κατά της αριστερής πλευράς των Γάλλων, πιέζοντας την προς το κέντρο και προκαλώντας έτσι μεγαλύτερη ζημιά και απώλεια της συνοχής ολόκληρης της διάταξης τους. Στις 14:00 μ.μ. οι Γάλλοι βρίσκονταν σε πλήρη υποχώρηση. Είχαν 600 νεκρούς, τραυματίες και αιχμαλώτους, ενώ οι Βρετανοί μόνο 200 νεκρούς και τραυματίες. Ο επόμενος αντικειμενικός σκοπός του Coote ήταν να κυριεύσει όλες τις Γαλλικές θέσεις έξω από την πόλη του Pondicherry και μετά να πολιορκήσει την ίδια την πόλη. Αφού έλαβε μερικές ενισχύσεις, ο Coote άσκησε πίεση κατά των τελευταίων Γαλλικών θέσεων, ενώ το Βασιλικό Ναυτικό απέκλεισε το Pondicherry από τη θάλασσα. Στις 15 Ιανουαρίου 1761 οι Γάλλοι παρέδωσαν το Pondicherry, την τελευταία σταθερή τους βάση στην Ινδία.

Δυτική Ευρώπη

Ο πόλεμος μεταξύ των Γάλλων και του Φερδινάνδου συνεχίστηκε με τα ίδια αποτελέσματα όπως και το 1759. Ο Στρατός της Αυτού Μεγαλειότητας ενισχύθηκε με ένα δεύτερο Βρετανικό απόσπασμα την άνοιξη και καλοκαίρι του 1760, φτάνοντας έτσι τα οκτώ συντάγματα ιππικού και δέκα πεζικού. Οι Γάλλοι εξαπέλυσαν μια επίθεση με σκοπό να καταστρέψουν την ικανότητα του Φερδινάνδου να διεξάγει άλλη εκστρατεία. Καθώς οι Γάλλοι πλησίαζαν, ο Φερδινάνδος κατάφερε να καταστρέψει τις γραμμές επικοινωνιών των Γάλλων. Μετά από πολλούς ελιγμούς, στις 31 Ιουλίου κοντά στο Warburg, ο στρατός του Φερδινάνδου ήρθε σε επαφή με μια μεγάλη Γαλλική δύναμη με διοικητή τον Αντιστράτηγο Le Chevalier du Muy.

Ο Φερδινάνδος χώρισε τη δύναμη του σε τρία τμήματα με αντικειμενικό σκοπό να υπερφαλαγγίσει τις Γαλλικές θέσεις. Μετά από σύντομες αψιμαχίες οι Γάλλοι άρχισαν να οπισθοχωρούν. Ο Φερδινάνδος αποφάσισε να εμπλέξει το Βρετανικό ιππικό υπό τη διοίκηση του Sir John Manners, Μαρκήσιο του Granby, κατά του κέντρου του Γαλλικού στρατού. Το ιππικό έπρεπε να καλύψει πέντε μίλια (8 km) για να επιτεθεί στις Γαλλικές θέσεις. Είκοσι δυο ίλες Βρετανικού ιππικού επιτέθηκαν με ορμή κατά του Γαλλικού ιππικού και πεζικού, προκαλώντας χάος. Όπως σημείωσε ένας Βρετανός στρατιώτης: «Επιτέθηκαν τόσο καλά, ώστε έκαναν τους Γάλλους να υποχωρήσουν, σκοτώνοντας και πιάνοντας πολλούς αιχμαλώτους» (John Tory’s Journal).

Το Συμμαχικό πεζικό δεν μπόρεσε να ακολουθήσει την επίθεση του ιππικού εξαιτίας του εδάφους και αυτό επέτρεψε στους Γάλλους να οπισθοχωρήσουν. Οι Σύμμαχοι είχαν 1.200 νεκρούς και οι Γάλλοι 6.000 νεκρούς, τραυματίες και αιχμαλώτους. Οι δυο πλευρές ανασυγκροτήθηκαν μετά τη μάχη του Warburg, κάνοντας ελιγμούς και στέλνοντας ελαφρά στρατεύματα να κόψουν τα δίκτυα εφοδιασμού του αντιπάλου. Οι Γάλλοι αρχές φθινοπώρου προέλασαν βόρεια για να επιτεθούν στο Ανόβερο από μια διαφορετική κατεύθυνση και οι δυο στρατοί συναντήθηκαν στο Kloster Kamp στις 16 Οκτωβρίου. Η μάχη ξεκίνησε νωρίς με τη συμπλοκή των ελαφρών στρατευμάτων των δυο στρατών.

Σύντομα γενικεύτηκε σε όλο το μέτωπο με πάρα πολλές απώλειες και από τις δυο πλευρές. Η μάχη έγερνε πότε προς τη μια πότε προς την άλλη πλευρά, μέχρι που μια επίθεση του Γαλλικού ιππικού προκάλεσε αναστάτωση στις γραμμές του Συμμαχικού πεζικού, που υποχώρησε. Κατά το μεσημέρι η μάχη είχε τελειώσει. Οι δυο πλευρές είχαν 3.000 άντρες νεκρούς, τραυματίες και αιχμαλώτους. Ο Φερδινάνδος οπισθοχώρησε στο Warburg αφού προσπάθησε με διάφορους ελιγμούς να αποδιοργανώσει τους Γάλλους και οι δυο στρατοί ξεχειμώνιασαν.

Οι Γάλλοι δεν κατάφεραν να καταστρέψουν το Συμμαχικό στρατό για άλλη μια χρονιά, παρά την αυξανόμενη πίεση στους διοικητές του στρατού να νικήσουν τον Φερδινάνδο και να κυριεύσουν το Ανόβερο, για να αντισταθμίσουν τις απώλειες στη Νέα Γαλλία και Ινδία.

Κεντρική Ευρώπη

Ο πόλεμος ξεκίνησε στη Σιλεσία όταν ένα αυστριακό σώμα στρατού υπό το Στρατηγό Loudon νίκησε ένα πρωσικό σώμα στο Landeshut στις 23 Ιουνίου. Οι Αυστριακοί υπερίσχυαν των Πρώσων, 34.000 άντρες έναντι 11.000. Οι Πρώσοι ηττήθηκαν εύκολα χάνονταν 10.000 άντρες. Οι Αυστριακοί τότε προέλασαν με δυο σώματα για να καταστρέψουν τον κύριο Πρωσικό στρατό. Ο Στρατάρχης Daun και ο Στρατηγός Loudon ένωσαν τις δυνάμεις τους κοντά στο χωριό Liegnitz. Οι Αυστριακοί αριθμούσαν περίπου 90.000 άντρες, ενώ ο Φρειδερίκος μόνο 30.000. Καθώς τα δυο Αυστριακά σώματα κινούνταν προς τους Πρώσους στις 15 Αυγούστου, ο Φρειδερίκος μετακίνησε τις θέσεις του τη νύχτα ώστε να εξαρθρώσει το σχέδιο επίθεσης τους.

Ο Loudon συνάντησε τους Πρώσους πρώτος και οπισθοχώρησε μετά από δυο ώρες σκληρής μάχης. Το κύριο Αυστριακό σώμα απέτυχε να φτάσει εγκαίρως στη μάχη και έτσι χωρίς ενισχύσεις το σώμα του Loudon έχασε 8.000 άντρες, ενώ οι Πρώσοι 3.000. Ο Φρειδερίκος επέδειξε για άλλη μια φορά την ικανότητα να υπερισχύει έναντι υπεράριθμου εχθρού και έτσι όχι μόνο επιβίωσε, αλλά κέρδισε σημαντικές νίκες. Ο Φρειδερίκος είχε πάλι τον έλεγχο της κεντρικής Σιλεσίας. Εν τω μεταξύ, Ρωσικά και Αυστριακά στρατεύματα σε μια σπάνια κοινή επιχείρηση, εξαπέλυσαν μια επίθεση κατά του Βερολίνου με 35.000 άντρες. Στις 9 Οκτωβρίου οι συνδυασμένες δυνάμεις τους κυρίευσαν την πόλη και απαίτησαν την πληρωμή φόρου υποτέλειας.

Ο Φρειδερίκος προέλασε προς το Βερολίνο με ένα σώμα και η επιδρομή έληξε τρεις μέρες αργότερα. Την ίδια στιγμή ο Daun εισέβαλε με τον κύριο Αυστριακό στρατό των 55.000 αντρών στη Σαξονία και αμέσως ο Φρειδερίκος έσπευσε να αντιμετωπίσει την απειλή αυτή. Προέλασε με 48.000 άντρες, χωρίζοντας το σώμα του στα δυο. Ένα σώμα κινήθηκε νότια για να εμποδίσει τυχόν αυστριακές ενισχύσεις από τη Δρέσδη και ο Φρειδερίκος βάδισε με το άλλο σώμα για να συγκρουστεί με τους Αυστριακούς κοντά στο Torgau. Οι δυο στρατοί συναντήθηκαν στις 3 Νοεμβρίου. Ο Daun είχε αντιληφθεί επιτυχώς τις κινήσεις του Φρειδερίκου και άλλαξε τη διάταξη του.

Ο Φρειδερίκος άρχισε τη μάχη στις 14:00 μ.μ. με μια επίθεση κατά του κέντρου των Αυστριακών. Οι Αυστριακοί απέκρουσαν την επίθεση με ένα σφοδρό κανονιοβολισμό. Μια δεύτερη Πρωσική επίθεση αποκρούστηκε επίσης. Οι Πρώσοι είχαν πολλές απώλειες και φαίνονταν, ότι είχαν χάσει το μαχητικό πνεύμα τους, όταν το δεύτερο σώμα έφτασε στο πεδίο της μάχης και επιτέθηκε στους Αυστριακούς από πίσω. Καθώς η νύχτα έπεφτε, οι Αυστριακοί άρχισαν να χάνουν τη συνοχή τους και υποχώρησαν κατευθείαν προς τη Δρέσδη. Και οι δυο στρατοί είχαν 16.000 νεκρούς.


1761 - 1763

Η στρατιωτική και οικονομική εξόντωση των αντιπάλων, η επιθυμία για τερματισμό της σύγκρουσης και ο θάνατος της Αυτοκράτειρας Ελισάβετ της Ρωσίας σημάδεψαν τα τελευταία έτη του πολέμου. Ο πόλεμος στην Κεντρική Ευρώπη χαρακτηρίστηκε από τον αμυντικό αγώνα της Πρωσίας, μια απελπισμένη προσπάθεια να διατηρήσει την ύπαρξη της, καθώς Αυστριακοί και Ρώσοι συγκέντρωναν τεράστιους στρατούς για να τη νικήσουν. Με το θάνατο της Ελισάβετ και την άμεση αποχώρηση της Ρωσίας από το προσκήνιο, η Πρωσία μπόρεσε να συγκεντρώσει όλους τους πόρους της κατά του μοναδικού εχθρού της, της Αυστρίας. Ο πόλεμος στη Δυτική Ευρώπη δεν άλλαξε σημαντικά. Οι Γάλλοι βιάζονταν να κυριεύσουν το Ανόβερο.

Έβλεπαν, ότι η ειρήνη πλησίαζε και ήθελαν να έχουν ένα σημαντικό πλεονέκτημα στα χέρια τους στις ειρηνευτικές συνομιλίες. Ωστόσο, ο Φερδινάνδος και ο Συμμαχικός στρατός εμπόδισαν επιτυχώς τις προσπάθειες τους. Το τελευταίο θέατρο των επιχειρήσεων ήταν η Ισπανική Αυτοκρατορία. Η Ισπανία, σύμμαχος της Γαλλίας την τελευταία στιγμή, δεν είχε στρατό και στόλο έτοιμους για πόλεμο το 1762 και ηττήθηκε από τις συνδυασμένες επιχειρήσεις του έμπειρου και ισχυρότερου Βασιλικού Ναυτικού και Βρετανικού στρατού.

Κεντρική Ευρώπη

Ο στρατός του Φρειδερίκου αριθμούσε στις τελευταίες φάσεις του πολέμου περισσότερους από 100.000 άντρες, από τους οποίους οι περισσότεροι ήταν νεοσύλλεκτοι και αιχμάλωτοι πολέμου, άπειροι σε συνδυασμούς ελιγμών και γρήγορων προελάσεων. Ο Φρειδερίκος έτσι άλλαξε τη στρατηγική του σε στατικό πόλεμο, με τον οποίο προσπαθούσε να νικήσει τον αντίπαλο κάνοντας χρήση οχυρωματικών έργων και στρατηγικών ελιγμών. Δυο μεγάλα Ρωσικά και Αυστριακά σώματα συνολικού αριθμού 130.000 αντρών προέλασαν εναντίον των Πρώσων στη Σιλεσία. Ο Φρειδερίκος άρχιζε να χτίζει ένα μεγάλο στρατόπεδο στο Bunzelwitz, κοντά στο Schweidnitz, στις 20 Αυγούστου 1761.

Μέσα στο στρατόπεδο υπήρχαν 66 τάγματα πεζικού και 143 ίλες ιππικού. Το στρατόπεδο ήταν οχυρωμένο καλά και το έδαφος εμπόδιζε Αυστριακούς και Ρώσους να χρησιμοποιήσουν το πυροβολικό τους. Ωστόσο, ο Φρειδερίκος έκανε ένα τακτικό σφάλμα. Σκεπτόμενος, ότι οι Αυστριακοί και Ρώσοι δεν θα επιτίθονταν στο στρατόπεδο, απέσυρε τη περισσότερη δύναμη του και κινήθηκε προς το Neisee στις 26 Σεπτεμβρίου. Κατά την απουσία του, τη νύκτα της 30ης Σεπτεμβρίου, οι Αυστριακοί κυρίευσαν το Bunzelwitz. Μόνο ο θάνατος της Αυτοκράτειρας Ελισάβετ της Ρωσίας στις 5 Ιανουαρίου 1762 έσωσε το Πρωσικό κράτος από την καταστροφή.

Ο γιος και διάδοχος της, Μέγας Πρίγκιπας Πέτρος, ήταν θαυμαστής του Φρειδερίκου και αναζήτησε ειρήνη με την Πρωσία. Η Συνθήκη της Αγ. Πετρούπολης στις 2 ή 5 Μαΐου έλυσε τα χέρια του Φρειδερίκου που κατεύθυνε πλέον όλες τις ενέργειες του κατά των Αυστριακών. Ο Πέτρος εκθρονίστηκε από τη σύζυγο του, Αικατερίνη τη Μεγάλη, στις 18 Ιουλίου. Αυτή επιθυμούσε τον πόλεμο με την Πρωσία, αλλά τελικά οι Ρώσοι έμειναν ουδέτεροι, ενώ Πρώσοι και Αυστριακοί μάχονταν για τον έλεγχο της Σιλεσίας και Σαξονίας, γνωρίζοντας ότι η ειρήνη δεν απείχε μακριά. Οι Πρώσοι κατάφεραν να έχουν το πλεονέκτημα στις δυο επαρχίες και έτσι, με τις δυο πλευρές εξουθενωμένες, οι διαπραγματεύσεις άρχισαν στις 29 Νοεμβρίου 1762.

Δυτική Ευρώπη

Οι Γάλλοι έριξαν περισσότερα στρατεύματα στη σύγκρουση με τον Φερδινάνδο και το Συμμαχικό στρατό, διαισθανόμενοι ότι η ειρήνη πλησίαζε. Ο Φερδινάνδος έκανε μια χειμερινή επίθεση το 1761, αλλά αναγκάστηκε να οπισθοχωρήσει στις αρχικές του θέσεις. Καθώς πλησίαζε η άνοιξη, οι Γάλλοι συγκέντρωσαν δυο μεγάλα σώματα συνολικού αριθμού 130.000 αντρών υπό τη διοίκηση των Broglie και Soubise. Στις 16 Ιουλίου ο Γαλλικός στρατός νικήθηκε στο Vellinghausen, αλλά ο Φερδινάνδος ήταν για άλλη μια φορά ανήμπορος να μετατρέψει την ήττα σε φυγή. Αυτή η αποτυχία επέτρεψε στο Γαλλικό στρατό να αποκτήσει ξανά την πρωτοβουλία και να επιχειρήσει ένα χτύπημα κατά των κύριων βάσεων ανεφοδιασμού του Συμμαχικού στρατού.

Μετά από πολλούς ελιγμούς, με τους οποίους κάθε πλευρά προσπαθούσε να κερδίσει το πλεονέκτημα έναντι της άλλης, η Γαλλική επίθεση σταμάτησε στις αρχές Νοεμβρίου. Ο Φερδινάνδος είχε πετύχει να κρατήσει τα δυο Γαλλικά σώματα σε συνεχή κίνηση για πάνω από έξι μήνες, ενώ τα συμμαχικά ελαφρά στρατεύματα παρενοχλούσαν τις γραμμές επικοινωνιών τους. Τελικά, ο Φερδινάνδος εξαπέλυσε μια αντεπίθεση που εξαφάνισε τη Γαλλική απειλή από το Ανόβερο εντός μιας εβδομάδας. Στα τέλη Μαΐου 1762 οι δυο στρατοί συγκεντρώθηκαν για άλλη μια εκστρατεία. Η κύρια μάχη του 1762 έγινε στο Wilhelmstahl στις 24 Ιουνίου, όπου ο Συμμαχικός στρατός αιφνιδίασε το Γαλλικό στο στρατόπεδο του και προκάλεσε μια ακόμα ήττα.

Ενώ τίποτε δεν πήγαινε σύμφωνα με το σχέδιο για τους Συμμάχους, η νίκη αυτή ανάγκασε τους Γάλλους να σταματήσουν τις επιθέσεις στην περιοχή. Αργότερα, ο Συμμαχικός στρατός προέλασε βόρεια για να πολιορκήσει το Cassel. Στις 1 Νοεμβρίου η πόλη συνθηκολόγησε και σύντομα έφτασαν τα νέα της έναρξης διαπραγματεύσεων μεταξύ της Γαλλικής και Βρετανικής κυβέρνησης.

ΠΟΛΕΜΟΣ ΜΕ ΙΣΠΑΝΙΑ ΚΑΙ ΓΑΛΛΙΑ

Από την άνοιξη του 1761 η Γαλλική αυλή είχε προσεγγίσει τη Βρετανική κυβέρνηση για ειρηνευτικές συνομιλίες. Ωστόσο, υπήρχαν ενδείξεις, ότι είχε γίνει μυστική συμφωνία μεταξύ Γαλλίας και Ισπανίας για μια πιθανή είσοδο της Ισπανίας στον πόλεμο. Βασισμένη σε αυτές τις πληροφορίες, η Βρετανική κυβέρνηση αποχώρησε από τις διαπραγματεύσεις και σχεδίασε μια επίθεση στην Ισπανία. Ήταν μια καλή ευκαιρία να εξαφανίσουν τους Ισπανούς για πάντα από τις θάλασσες. Οι Βρετανοί έστειλαν μια μικτή δύναμη κατά των Ισπανικών και Γαλλικών αποικιών στην Καραϊβική και τις Φιλιππίνες.

Ένα μεγάλο μέρος αυτής της δύναμης αποτελούνταν από Βρετανούς στρατιώτες, που προέρχονταν από τη Βόρεια Αμερική και είχαν συμμετάσχει στις νίκες στον Καναδά και την Ινδία. Οι συνδυασμένες επιχειρήσεις του Βασιλικού Ναυτικού και Βρετανικού στρατού έφτασαν σε υψηλό επίπεδο επαγγελματισμού συγκριτικά με τα προηγούμενα έτη. Το Γαλλικό νησί της Γουαδελούπης είχε κυριευτεί σε μια προηγούμενη αποστολή το 1759 και χρησιμοποιούνταν ως βάση για την εκστρατεία κατά της Dominica τον Ιούνιο του 1761. Η Dominica παραδόθηκε στις 7 Ιουνίου. Στις αρχές του 1762, ο στόλος και ο στρατός επιτέθηκαν στο νησί της Μαρτινίκας, το οποίο παραδόθηκε έπειτα από σκληρές μάχες στις 12 Φεβρουαρίου.


Αφού κυριεύτηκαν και άλλα μικρότερα νησιά, οι Βρετανοί βρίσκονταν σε απόσταση αναπνοής από την Αβάνα στις 6 Ιουνίου. Μετά από ένα χρόνο τα περισσότερα νησιά της Καραϊβικής ήταν σε Βρετανικά χέρια. Μια μοίρα έξι Βρετανικών πλοίων της γραμμής απέκλεισε τα Ισπανικά πλοία στο λιμάνι της Αβάνας. Μέχρι τον Ιούλιο οι Βρετανικές δυνάμεις είχαν περικυκλώσει την Αβάνα και άρχισαν το βομβαρδισμό της, ο οποίος σταμάτησε στις 10 Αυγούστου. Για τους Βρετανούς, η μεγαλύτερη απειλή σε αυτή την εκστρατεία ήταν οι ασθένειες. Είχαν 1.000 νεκρούς και τραυματίες στις μάχες με τους Ισπανούς, ενώ 5.000 πέθαναν από αρρώστιες μέχρι τον Οκτώβριο.

Η Γαλλία παρακολουθούσε τις κινήσεις των Βρετανών και όταν τα Βρετανικά στρατεύματα αποχώρησαν για τις επιχειρήσεις στις Δυτικές Ινδίες, μια Γαλλική ναυτική μοίρα και 1.500 άντρες κυρίευσαν τη Νέα Γη στις 27 Ιουνίου 1762. Η αποικία ήταν ζωτικής σημασίας και το κίνητρο ήταν τα εδαφικά ανταλλάγματα στις ειρηνευτικές διαπραγματεύσεις. Η στρατηγική τους όμως ήταν εντελώς ανεπιτυχής, καθώς οι Βρετανοί κυρίευσαν πάλι τη Νέα Γη στα μέσα Σεπτεμβρίου. Η επίθεση στη Μανίλα στις Ισπανικές Φιλιππίνες έγινε από τα βρετανικά στρατεύματα στην Ινδία. Η δύναμη αποτελούνταν από 1.000 Ευρωπαίους και 2.000 Sepoys.

Έφτασε στη Μανίλα στις 25 Σεπτεμβρίου 1762 και την πολιόρκησε αμέσως, ενώ οι Ισπανοί αντεπιτέθηκαν πολλές φορές. Στις 6 Οκτωβρίου οι Βρετανοί κατάφεραν ένα ρήγμα στα τείχη της πόλης και όπως σημείωσε ένας αξιωματικός της εκστρατείας: «Η επίθεση ήταν τόσο ξαφνική, ώστε δεν υπήρχε γι’ αυτούς χρόνος να μας αντιμετωπίσουν στο ρήγμα και στους προμαχώνες και υποχώρησαν κατευθείαν στα σπίτια» (Orne Collection). Μετά την απώλεια της Μανίλας, οι Ισπανοί παρέδωσαν όλες τις κτήσεις τους στα νησιά των Φιλιππίνων και επικεντρώθηκαν στο σύμμαχο της Βρετανίας, την Πορτογαλία, στην οποία εισέβαλαν τον Απρίλιο του 1762.

Οι Βρετανοί απάντησαν αμέσως στέλνοντας 7.000 άντρες ως ενισχύσεις και ενσωματώνοντας Βρετανούς αξιωματικούς στον Πορτογαλικό στρατό. Οι Βρετανοί κατάφεραν να σταματήσουν την εισβολή και να προκαλέσουν βαριές απώλειες, αλλά δεν μπόρεσαν να καταστρέψουν εντελώς τους Ισπανούς και να τους διώξουν από την Πορτογαλία. Με την άνοδο του Γεωργίου Γ' στον Βρετανικό θρόνο το 1760, η Βρετανική στρατηγική άρχισε να αλλάζει. Ο Γεώργιος Γ' νοιαζόταν περισσότερο για τον πόλεμο στις αποικίες και λιγότερο για τον πόλεμο στη Γερμανία. Τον Οκτώβριο του 1761 έληξε η κυβερνητική συμμαχία του William Pitt και του Δούκα του Newcastle, που είχε αποφασίσει τη διεξαγωγή ενός κοινού αποικιακού και Ευρωπαϊκού πολέμου.

Ο Λόρδος Bute έγινε πρωθυπουργός και απ’ αυτό το σημείο η Βρετανία άρχισε να εγκαταλείπει την Πρωσία πολιτικά και οικονομικά. Τα δυο έθνη συμφώνησαν αρχικά να μην κάνουν ξεχωριστές διαπραγματεύσεις, αλλά η Βρετανία παραβίασε τη συμφωνία, όταν άρχισε να βολιδοσκοπεί τους Γάλλους. Το γεγονός αυτό προκάλεσε σοβαρή ρήξη στις σχέσεις μεταξύ Πρωσίας και Βρετανίας. Ο Επταετής Πόλεμος τελείωσε τελικά με δυο ξεχωριστές συνθήκες ειρήνης. Η πρώτη, η Συνθήκη του Παρισιού, υπογράφτηκε από τις Μεγάλη Βρετανία, Γαλλία και Ισπανία στις 10 Φεβρουαρίου 1763. Σύμφωνα με αυτήν, η Βρετανία προσάρτησε τον Καναδά, τη νήσο Cape Breton, τη Νέα Γη, την κοιλάδα του ποταμού Οχάιο και όλα τα εδάφη ανατολικά του Μισισιπή.

Η Γαλλία παραιτήθηκε από τις διεκδικήσεις της στη Νέα Γαλλία και έλαβε μόνο ως αντάλλαγμα δυο νησιά στην ακτή της Νέας Γης, τα St. Pierre και Miquelon. Έλαβε επίσης τη Μαρτινίκα, Γουαδελούπη και Marie Galante στην Καραϊβική, ενώ η Βρετανία διατήρησε τη Γρενάδα και όλες τις Μικρές Αντίλλες εκτός της St. Lucia. Επίσης η Βρετανία έγινε η κυρίαρχη Ευρωπαϊκή δύναμη στην περιοχή του Carnatic και Βεγγάλης στην Ινδία, ενώ το Pondicherry επιστράφηκε στους Γάλλους με τον όρο να μην οχυρωθεί. Το νησί Belle (στην ακτή της Γαλλίας) επιστράφηκε στη Γαλλία με αντάλλαγμα τη Μινόρκα, ενώ οι Βρετανοί επέστρεψαν το Goree στη Δυτική Αφρική με αντάλλαγμα τη Σενεγάλη.

Η Γαλλία συμφώνησε επίσης να εκκενώσει όλες τις Γερμανικές περιοχές του Γεωργίου Γ' και των Συμμάχων του. Η Βρετανία επέστρεψε την Κούβα και τις Φιλιππίνες στην Ισπανία με αντάλλαγμα τη Φλόριντα και την αποχώρηση της από την Πορτογαλία. Οι Αυστριακοί και Πρώσοι υπέγραψαν τη Συνθήκη Ειρήνης του Hubertusburg στις 15 Φεβρουαρίου 1763. Τα δυο κράτη επανήλθαν στα σύνορα του 1756. Η Αυστρία εκκένωσε τη Σιλεσία και η Πρωσία αποχώρησε από τη Σαξονία. Ο Φρειδερίκος δεν είχε κάποιο εδαφικό κέρδος, ενώ ο σκοπός της Αυστρίας και Ρωσίας δεν επιτεύχθηκε.

Η Σιλεσία παρέμεινε κομμάτι της Πρωσίας και ο διαμελισμός της Πρωσίας ως κράτους δεν πραγματοποιήθηκε. Ουσιαστικά, ο πόλεμος ενδυνάμωσε το ρόλο της Πρωσίας και την έκανε μια κύρια ευρωπαϊκή δύναμη.

Η ΕΙΡΗΝΗ - ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ ΕΠΤΑΕΤΟΥΣ ΠΟΛΕΜΟΥ 

Οι Γαλλοβρετανικές εχθροπραξίες έληξαν το 1763 με τη Συνθήκη των Παρισίων (1763), που περιελάμβανε διάφορες περίπλοκες ανταλλαγές εδαφών. Η Γαλλία είχε τη δυνατότητα να επιλέξει ανάμεσα στα εδάφη της Νέας Γαλλίας και τη Γουαδελούπη και επέλεξε τη δεύτερη γιατί την προμήθευε με ζάχαρη. Αυτό βόλευε και τους Βρετανούς, αφού τα νησιά της Καραϊβικής τους προμήθευαν με άφθονη ζάχαρη και η παραχώρηση της Νέας Γαλλίας του άφησε κυρίαρχους όλης της Βόρειας Αμερικής ανατολικά του Μισισιπή με την εξαίρεση της Νέας Ορλεάνης.

Παρόλ’ αυτά, το τέλος της απειλής της Νέας Γαλλίας και η επακόλουθη αναδιοργάνωση αυτών των αποικιών υπήρξε ένας από τους παράγοντες που επέτρεψαν την έκρηξη της Αμερικανικής Επανάστασης. Η Ισπανία έχασε τον έλεγχο της Φλόριντα (πέρασε στα χέρια των Βρετανών) αλλά πήρε τη Νέα Ορλεάνη και την περιοχή της Λουϊζιάνας δυτικά του Μισισιπή από τους Γάλλους. Η Γαλλία επίσης επέστρεψε τη Μινόρκα στους Βρετανούς. Τα Eυρωπαϊκά σύνορα επέστρεψαν στην προπολεμική τους κατάσταση σύμφωνα με τη συνθήκη του Hubertusburg (Φεβρουάριος 1763). Αυτό σήμαινε την επιβεβαίωση του Pρωσικού ελέγχου της Σιλεσίας.

Η Πρωσία επιβίωσε των επιθέσεων τριών αντιπάλων, που ο καθένας μόνος του ήταν μεγαλύτερος σε έκταση από την ίδια. Σύμφωνα με ορισμένους ιστορικούς, η Πρωσική επιρροή αυξήθηκε σημαντικά σε βάρος της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Αυτή η επιρροή σημαδεύει την απαρχή του σύγχρονου Γερμανικού κράτους, ένα γεγονός τουλάχιστον εξίσου σημαντικό με την αποικιακή Αυτοκρατορία που δημιούργησε η Βρετανία. Άλλοι ιστορικοί, όπως ο Φρεντ Άντερσον στο Crucible of War, διαφωνούν. Σύμφωνα με τον Άντερσον: «Πέρα από τις αναπόφευκτες προσαρμογές στον τρόπο με τον οποίο οι διπλωμάτες έβλεπαν την Πρωσία ως παίκτη στην Ευρωπαϊκή πολιτική, έξι χρόνια γενναίας σπατάλης και άγριας αιματοχυσίας δεν κατόρθωσαν σχεδόν τίποτα».


Από στρατιωτικής πλευράς, οι μάχες αυτές καθαυτές ήταν λιγότερο ενδιαφέρουσες από τους εξαιρετικούς ελιγμούς του Φρειδερίκου. Αυτή η ευέλικτη στρατηγική θα γινόταν αργότερα αντικείμενο θαυμασμού από τον ίδιο τον Βοναπάρτη. Πράγματι, ο Επταετής Πόλεμος, ήταν η τελευταία μείζων στρατιωτική σύγκρουση στην Ευρώπη πριν τους πολέμους της Γαλλικής Επανάστασης στα τέλη του 18ου αιώνα.

ΤΟ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟ ΚΑΙ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟ ΚΟΣΤΟΣ ΤΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ

Ενώ οι ιστορικοί θεωρούν ότι ήταν ένας κλασικός πόλεμος περιορισμένης έκτασης του δέκατου ογδόου αιώνα, ο Επταετής Πόλεμος είχε στοιχεία ενός παγκοσμίου πολέμου. Είναι αξιοσημείωτα η μεγάλη σπατάλη πόρων των συμμετεχόντων για να διατηρήσουν τους στρατούς τους ετοιμοπόλεμους και η επίδραση που είχε στους διάφορους πληθυσμούς. Οι πολίτες στα διάφορα θέατρα επιχειρήσεων υπέφεραν πάρα πολύ, ει- δικά αν ήταν αποκλεισμένοι σε μια εμπόλεμη ζώνη. Παρόλο που πλήρωναν φόρους και αντιμετώπιζαν ελλείψεις στη σίτιση τους, δεν είχαν και τις καλύτερες σχέσεις με τους στρατούς. Όλοι οι στρατοί ήταν ένοχοι για την κακομεταχείριση του ντόπιου πληθυσμού. Η έλλειψη εφοδίων και χρημάτων οδηγούσαν πολλούς στρατούς στη λεηλασία των τοπικών κοινοτήτων.

Αυτό συνέβαινε τις πιο πολλές φορές σε εχθρικό έδαφος, αλλά ήταν σύνηθες να αρπάζουν εφόδια και προμήθειες από τις περιοχές τις οποίες έπρεπε να προστατεύουν. Ο πόλεμος στο δυτικό θέατρο επιχειρήσεων έχει να επιδείξει πολλά παραδείγματα λεηλασίας και κακομεταχείρισης και από τις δυο πλευρές. Οι Βρετανικές δυνάμεις που βρίσκονταν με τον Στρατό της Αυτού Μεγαλειότητας στη Γερμανία το 1758 έδειξαν προσβλητική και αγενή συμπεριφορά στους κατοίκους, επειδή δεν ήταν Βρετανοί. Οι Γερμανοί από τη μεριά τους χρέωναν με υψηλούς τόκους την διατροφή του στρατού και έτσι υπήρχαν περιπτώσεις Βρετανών στρατιωτών που λεηλατούσαν τις τοπικές περιοχές.

Και οι Γαλλικές δυνάμεις στην περιοχή έκαναν το ίδιο. Ο Βρετανός απεσταλμένος σημείωσε: «Αυτοί (ο Γαλλικός στρατός) είχαν κάνει τις πιο βάρβαρες πράξεις λεηλασίας και αυτό δείχνει ότι αληθινός σκοπός των Γάλλων είναι η ερήμωση και η ερείπωση της Γερμανίας» (Mitchell to Holdernesse 1 / 2 / 1758). Ο Γαλλικός στρατός περιόρισε τις λεηλασίες μετά τη μάχη του Minden, καθώς ολόκληρη σχεδόν η χώρα είχε απογυμνωθεί στην αρχή της εκστρατείας. Πολλά χώρια καίγονταν όταν οι κάτοικοι αντιστέκονταν στις Γαλλικές πράξεις λεηλασίας. Τα αρχεία για το κεντρικό θέατρο επιχειρήσεων αναφέρουν πολλές περιπτώσεις λεηλασίας και καταστροφών.

Ένας Πρώσος στρατιώτης, που υπηρέτησε κατά την πρώτη εκστρατεία στη Σαξονία το 1756, σημείωσε ότι: «Κατά την προέλαση, κάθε άντρας γέμιζε το σακίδιο του -εννοείται στην εχθρική περιοχή- με οτιδήποτε μπορούσε να κουβαλήσει» (Childs Στρατοί και Πόλεμος στην Ευρώπη). Οι Πρώσοι χρησιμοποίησαν τη Σαξονία ως μια προωθημένη στρατιωτική βάση για επιχειρήσεις σε όλη τη διάρκεια του πολέμου, γι’ αυτό και γνώρισε πολλές καταστροφές. Οι Αυστριακοί και ιδιαίτερα οι Πρώσοι λεηλατούσαν την ύπαιθρο πριν από κάθε εκστρατεία. Οι Πρώσοι επίσης έμπαιναν στα γειτονικά Γερμανικά πριγκιπάτα για να αναζητήσουν χρηματική υποστήριξη του πολέμου και νεοσύλλεκτους για την ενίσχυση του Πρωσικού στρατού.

Οι εκστρατείες στη Βοημία είχαν επίσης πολύ μεγάλο κόστος. Οι φόροι είχαν αυξηθεί στις Αυστριακές επαρχίες για την υποστήριξη της πολεμικής προσπάθειας και η Βοημία με τον αγροτικό πλούτο της πλήρωσε τους περισσότερους. Οι Πρώσοι έκαναν επιδρομές στην επαρχία λεηλατώντας και απαιτώντας από τους κατοίκους χρηματική εισφορά. Μετά τη μάχη του Kolin ο Πρωσικός στρατός λεηλάτησε και κατέστρεψε πολλά χωριά, ώστε όπως καταγράφτηκε στο «Αυστριακό Ημερολόγιο», «αφού οι Πρώσοι συνέχιζαν να καίνε χωριά στο πέρασμα τους, ο Συνταγματάρχης Loudon τους διεμήνυσε ότι, αν επιμείνουν σε τέτοιες πράξεις, θα ήταν ανελέητος στους αιχμαλώτους τους» (St. Paul 1757 Η Άμυνα της Πράγας).

Το Βερολίνο κυριεύτηκε δυο φορές και αναγκάστηκε να πληρώσει εισφορές στις Αυστριακές και Ρωσικές δυνάμεις. Οι Κοζάκοι του Ρωσικού στρατού διέπραξαν διάφορες φρικαλεότητες κατά του πρωσικού πληθυσμού στην περιοχή του ποταμού Οντέρ και αυτό έκανε τους Πρωσικούς στρατούς στις μάχες του Zorndorf και Kunersdorf να είναι ανελέητοι στους αιχμάλωτους Ρώσους. Εκτιμάται, ότι ένα πέμπτο του πληθυσμού της Πρωσικής επαρχίας της Πομερανίας χάθηκε κατά τη διάρκεια της σύγκρουσης από φρικαλεότητες που διαπράχθηκαν και την έλλειψη τροφής, λόγω της λεηλασίας της περιοχής από τους Ρώσους.

Ωστόσο, η Ανατολική Πρωσία που κατακτήθηκε από τους Ρώσους, δεν είχε τόσες μεγάλες καταστροφές, εξαιτίας του γεγονότος ότι δεν ήταν θέατρο πολέμου μετά το 1757. Υπήρχαν επίσης πολλά παραδείγματα κακομεταχείρισης του πληθυσμού κατά τη διάρκεια του πολέμου στη Βόρεια Αμερική. Ο κόσμος που ζούσε στις αποικίες ζούσε με το φόβο των επιδρομών από τις άτακτες δυνάμεις των δυο πλευρών. Οι Γάλλοι και Ινδιάνοι σύμμαχοι τους, ιδιαίτερα στις αρχές του πολέμου, έσπερναν τον τρόμο στους αποίκους. Η επίθεση των Ινδιάνων συμμάχων των Γάλλων κατά της φρουράς και των κατοίκων του Οχυρού William Henry στα δάση της Νέας Υόρκης πέρασε στην ιστορία ως σφαγή.

Και οι Βρετανοί υιοθέτησαν παρόμοιες τακτικές. Ο Γαλλικός πληθυσμός στην Acadia απελάθηκε στη Λουϊζιάνα. Οι καταδρομείς του Roger επιτέθηκαν στον καταυλισμό των Ινδιάνων συμμάχων των Γάλλων στο St. Francis, σκοτώνοντας και συλλαμβάνοντας τους περισσότερους. Κατά τη διάρκεια της μάχης για την κατάκτηση του Κεμπέκ, ο Wolfe εξέδωσε διαταγές για ερήμωση της υπαίθρου. Τα κίνητρα του ήταν δυο:
  • Πρώτον να σύρει έξω τους Γάλλους για μάχη. 
  • Δεύτερον να καταστρέψει τα χωριά των Ινδιάνων (Wolfe Οδηγίες σε Νεαρούς Αξιωματικούς). 
Παρόμοιες καταστάσεις εμφανίστηκαν και στην Ινδία. Οι Γαλλικές μονάδες, εξαιτίας ότι πληρώνονταν σπάνια, λεηλατούσαν συχνά την ύπαιθρο για εφόδια και τροφή. Καθώς οι Βρετανοί προσέγγιζαν στο Pondicherry το 1761, έλαβαν διαταγές για ερήμωση της υπαίθρου. Ο πόλεμος δημιούργησε αρκετά οικονομικά προβλήματα στα συμμετέχοντα κράτη. Διήρκεσε περισσότερο απ’ όσο περίμεναν. Η Πρωσία και Αυστρία έλπιζαν σε μια σύντομη και αποφασιστική εκστρατεία στην κεντρική Ευρώπη, ενώ Μεγάλη Βρετανία και Γαλλία έβλεπαν ότι θα διαρκούσε πολύ. Πολύ ιστορικοί είδαν τη Μεγάλη Βρετανία ως τον κύριο νικητή του πολέμου. Ωστόσο, οι βρετανικές νίκες ήταν πολύ δαπανηρές για το έθνος αναφορικά με το χρέος.


Η ναυπήγηση του στόλου και τη συντήρηση του στρατού στο μέτωπο κόστισε πάρα πολύ. Για παράδειγμα, 1.968.477 στερλίνες απαιτούνταν για τη συντήρηση του Στρατού της Αυτού Μεγαλειότητας το 1759 και αυτό ήταν μόνο ένα ελάχιστο μέρος του κόστους για τον υπόλοιπο στρατό και το Βασιλικό Ναυτικό που αναπτύχθηκαν στις αποικίες. Τα έσοδα από φόρους το 1760 ήταν 15.000.000 στερλίνες, διπλάσια από αυτά του 1756, αλλά ακόμα πολύ χαμηλά και έτσι το κράτος έπρεπε να δανειστεί για τη συνέχιση του πολέμου. Το εθνικό χρέος της Μεγάλης Βρετανίας ανέβηκε από 75.000.000 στερλίνες το 1756 σε 133.000.000 το 1763. Η Πρωσία, ένα μικρό κράτος συγκριτικά με τη Μεγάλη Βρετανία, ήταν επίσης σε δεινή θέση, όσον αφορά την οικονομία της.

Η κυβέρνηση είχε απόθεμα 13.000.000 talers στην αρχή της σύγκρουσης. Κατά τη διάρκεια του πολέμου, οι φόροι στην Πρωσία έφτασαν τα 43.000.000 talers, που ήταν βαρύ φορτίο για τον πληθυσμό. Ο Φρειδερίκος υποτίμησε το νόμισμα του κράτους τρεις φορές στη διάρκεια του πολέμου και συγκέντρωσε έτσι επιπλέον 29 .000.000 talers. Συμπεριέλαβε επίσης και τα αποθεματικά της Σαξονίας, Σιλεσίας και Πομερανίας. Τα κατακτημένα εδάφη, όπως η Σαξονία, λεηλατήθηκαν εντελώς και αυτό πρόσθεσε ακόμα 53.000.000 talers στα ταμεία. Ένα σημαντικό στοιχείο της οικονομικής πολιτικής του Φρειδερίκου ήταν η συμφωνία της ετήσιας επιχορήγησης από τη Μεγάλη Βρετανία.

Ο Φρειδερίκος υπέγραψε μια συνθήκη επιχορήγησης με την Μεγάλη Βρετανία στις 11 Απριλίου 1758 με βάση την οποία, η Βρετανία παρείχε 27.000.000 talers, που ήταν ένα σημαντικό ποσό του συνολικού προϋπολογισμού του πολέμου. (Duffy Army of Frederick the Great). Όταν η ηγεσία της Βρετανικής κυβέρνησης πέρασε στο Λόρδο Bute το 1762, η ετήσια επιχορήγηση διακόπηκε και δημιούργησε περισσότερα οικονομικά προβλήματα στην Πρωσία. Ο πόλεμος κόστισε στην Αυστρία 392.000.000 gulden. Τα ετήσια έξοδα ήταν περίπου 28.000.000 gulden και ο στρατιωτικός προϋπολογισμός στη διάρκεια του πολέμου ήταν τρεις φορές ο προϋπολογισμός σε καιρό ειρήνης.

Οι Αυστριακοί είχαν έλλειμμα και αυτό ανάγκασε την κυβέρνηση να αυξήσει τους φόρους. Αυτό απέφερε συνολικά 144.000.000 gulden σε όλη την διάρκεια του πολέμου. Η Γαλλική επιχορήγηση στην Αυστρία ήταν μικρότερη από εκείνη των Βρετανών στην Πρωσία, περίπου 25.000.000 gulden (Szabo, Kaunitz and Enlightened Absolutism). Το 1760 η Γαλλία παρείχε μόνο 12.000.000 gulden ετήσια επιχορήγηση λόγω της απώλειας της Νέας Γαλλίας και του εμπορικού στόλου. Η Αυστρία επίσης υποσχέθηκε επιχορήγηση 1.000.000 ρούβλια το χρόνο στη Ρωσία μετά την υπογραφή της Πρώτης Συνθήκης των Βερσαλλιών, η οποία όμως ήταν δύσκολο να διατηρηθεί στη διάρκεια του πολέμου.

Πολλά περιουσιακά στοιχεία του βασιλικού θησαυροφυλακίου πωλήθηκαν για να αυξηθούν τα έσοδα, αλλά το χρέος συνέχιζε να αυξάνει. Η οικονομική κατάσταση ανάγκασε να γίνουν περικοπές στις θέσεις των αξιωματικών το 1760. Στα τέλη του 1761, κάθε σύνταγμα είχε μειωθεί κατά δυο λόχους και το 12% περίπου του στρατού είχε διαλυθεί. Οι αξιωματικοί στη Σιλεσία πληρώνονταν με επιταγές που εξοφλούνταν στο τέλος του πολέμου και αυτό είχε ως συνέπεια το χρέος και το κόστος του πολέμου να αυξάνεται και να γίνεται η μάστιγα της Αυστρίας. Οι Ρώσοι ήταν σε θέση να ανταπεξέλθουν στο κόστος του πολέμου, εξαιτίας της σκληρότητας με την οποία επιβάλλονταν οι φόροι σε όλα τα επίπεδα της κοινωνίας και της απογύμνωσης της υπαίθρου από τις πρώτες ύλες.

Το σύστημα δεν ήταν καλά οργανωμένο και αυτό σήμαινε ότι υπήρχε ευρεία διαφθορά, ιδίως στην ύπαιθρο. Οι αυστηροί κυβερνητικοί κανονισμοί προκαλούσαν επίσης εξεγέρσεις, οι οποίες όμως διαλύονταν αμέσως. Προς το τέλος του πολέμου η έλλειψη εσόδων είχε αντίκτυπο στην πολεμική προσπάθεια και λεγόταν, ότι η Αυτοκράτειρα Ελισάβετ προσφέρθηκε να πουλήσει τα διαμάντια και φορέματα της για τη συνέχιση του πολέμου. Η Γαλλία, όπως αναφέρθηκε πιο πάνω, είχε οικονομικές δυσκολίες. Ο πόλεμος κόστιζε στο Γαλλικό κράτος 24,5 εκ. λίβρες το χρόνο για τη συντήρηση των Γαλλικών στρατιών.

Το κόστος διατήρησης ξένων στρατευμάτων ήταν 12,5 εκ. λίβρες το χρόνο, αλλά το Γαλλικό κράτος δεν μπορούσε να παρέχει το σανό και τις προμήθειες που χρειάζονταν ο Γαλλικός στρατός στη Γερμανία. Αυτά παρέχονταν από τα διάφορα Γερμανικά κρατίδια που κατείχαν οι Γάλλοι ή ήταν σύμμαχοι τους. Τα επιτόκια στη Γαλλία αυξάνονταν σταθερά όσο η κυβέρνηση αύξανε το δανεισμό της. Το Γαλλικό κράτος αποφάσισε να χρηματοδοτήσει τον πόλεμο μέσω δανείων αντί φόρων και εξαιτίας αυτής της απόφασης, το εθνικό χρέος αυξήθηκε από 1.360 εκ. λίβρες το 1753 στις 2.350 εκ. λίβρες το 1764 (Riley The Seven Year’s War and the Old Regime in France).

Οι Γαλλικές ήττες στη θάλασσα και τις αποικίες επηρέασαν το θαλάσσιο εμπόριο και ξεκίνησε μια μαζική ναυπήγηση πλοίων στα τέλη του πολέμου, που οδήγησε σε περαιτέρω έξοδα. Η απώλεια των εσόδων από τις αποικίες και το υπερπόντιο εμπόριο περιόρισαν την ικανότητα της Γαλλίας να διεξάγει πόλεμο. Μείωσε στο μισό την ετήσια επιχορήγηση προς την Αυστρία και τα στρατεύματα της συχνά αντιμετώπιζαν ελλείψεις στη μισθοδοσία τους.

ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ ΚΑΙ ΣΥΝΕΠΕΙΕΣ

Τα αποτελέσματα του Επταετούς Πολέμου υπήρξε εξαιρετικά σημαντικό για την κατοπινή ιστορία της Ευρώπης. Ο Φρειδερίκος ο Μέγας κατάφερε αποφασιστικό πλήγμα στους Αυστριακούς και ανάγκασε την Μαρία Θηρεσία να εγκαταλείψει κάθε αξίωση της στη Σιλεσία. Η απόκτηση της περιοχής αυτής αύξησε την έκταση της Πρωσίας κατά ένα τρίτο και παραπάνω, ανυψώνοντας έτσι το βασίλειο των Hohenzollern στο επίπεδο μιας δύναμης πρώτου μεγέθους. Στον αγώνα για την κυριαρχία των αποικιών οι Βρετανοί αναδείχθηκαν σε θριαμβευτές. Από την κάποτε μεγαλειώδη Αυτοκρατορία τους στην Αμερική, οι Γάλλοι έχασαν τα πάντα εκτός από δύο μικροσκοπικά νησάκια στα ανοιχτά των ακτών της Νέας Γης, τη Γουαδελούπη και λίγες ακόμη κτήσεις στις Δυτικές Ινδίες, καθώς και ένα τμήμα της Γουιάνας στη Νότια Αμερική.

Όλες οι περιοχές που έχασαν οι Γάλλοι αποκτήθηκαν από τη Μεγάλη Βρετανία, με την εξαίρεση της Λουιζιάνας, που η Γαλλία παραχώρησε στην Ισπανία ως ανταμοιβή για τη συμμετοχή της στον πόλεμο. Οι Βρετανοί επέτρεψαν τη διατήρηση Γαλλικών εμπορικών αποστολών στην Ινδία, αλλά απαγόρευσαν την οικοδόμηση Γαλλικών οχυρών ή τη διατήρηση στρατευμάτων στη χώρα εκείνη. Το θησαυροφυλάκιο της Γαλλίας είχε αδειάσει πια εντελώς, το εμπόριο της είχε σχεδόν καταστραφεί, ενώ οι πιθανότητες κυριαρχίας της στην Ευρώπη είχαν σοβαρά κλονιστεί. Ο Επταετής Πόλεμος τελείωσε με τις συνθήκες ειρήνης του Παρισιού και του Hubertusburg. Η Πρωσία παρέμεινε ανέπαφη και απέφυγε το διαμελισμό από τους εχθρούς της.


Έχασε μεν το 10% του πληθυσμού της και ήταν οικονομικά κατεστραμμένη, κέρδισε δε μεγάλη φήμη. Μετά τον πόλεμο, η Πρωσία ήταν αδιαφιλονίκητα μια μεγάλη Ευρωπαϊκή δύναμη ισότιμη με την Αυστρία ως προς την επιρροή και παρουσία της στη Γερμανική Δίαιτα. Μέσα στα επόμενα 100 χρόνια η Πρωσία εξαφάνισε την Αυστρία ως το κύριο Γερμανικό κράτος. Η απόδοση του Πρωσικού στρατού οδήγησε πολλούς να ισχυριστούν, ότι ήταν ο καλύτερος στην Ευρώπη. Κάποια κράτη, όπως η Μεγάλη Βρετανία, η Ρωσία και η Γαλλία προσπάθησαν να υιοθετήσουν διάφορα Πρωσικά μοντέλα οργάνωσης για τους στρατούς τους.

Οι αδυναμίες του Πρωσικού στρατού έγιναν φανερές στον πόλεμο της Βαυαρικής Διαδοχής (1778 - 1779), 15 χρόνια μετά τον Επταετή και η απόδοση του στο πεδίο της μάχης συνέχισε να φθίνει στα υπόλοιπα έτη του αιώνα. Η οριστική ταπείνωση ήρθε με την ήττα των Πρώσων από τον Ναπολέοντα στη μάχη της Ιένας το 1806. Η Γαλλία στο τέλος του πολέμου ήταν μια σκιά του προηγούμενου εαυτού της. Η ανάγκη στρατιωτικού ανασχηματισμού ήταν επιτακτική και πολλοί πίεζαν για την υιοθέτηση των Πρωσικών μοντέλων οργάνωσης. Το σώμα του πυροβολικού μετασχηματίστηκε με επιτυχία υπό την καθοδήγηση του Jean de Baptiste Gribeauval κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1760 και αυτό φάνηκε στις μετέπειτα εκστρατείες των στρατών της Επανάστασης και Ναπολέοντα.

Οι προσπάθειες δημιουργίας ενός ευέλικτου στρατού οδήγησαν στη δημιουργία των μεραρχιών. Μονάδες ελαφρού πεζικού δημιουργήθηκαν το 1788 και αυτό σήμαινε, ότι οι Γαλλικές μονάδες κατά την προέλαση τους, θα ήταν οργανωμένες σε μεραρχίες όλων των όπλων και με το ελαφρύ πεζικό να προηγείται του κυρίου σχηματισμού για την αναγνώριση και καταδίωξη του εχθρού. Το Γαλλικό ναυτικό ξεκίνησε ένα μεγάλο πρόγραμμα ναυπήγησης νέων πλοίων και ολόκληρη η δομή του άλλαξε, από την τυποποίηση του οπλισμού και σκαφών στην ίδρυση ναυτικών κολεγίων. Το Γαλλικό ναυτικό αποτελούσε πρωταρχική απειλή για το Βασιλικό Ναυτικό στη διάρκεια του Αμερικανικού Πολέμου της Ανεξαρτησίας.

Ωστόσο, το χρέος που δημιούργησε ο πόλεμος και η ανάγκη επανεξοπλισμού προκάλεσαν καθυστερήσεις στο μετασχηματισμό της κεντρικής διοίκησης. Το αυξανόμενο χρέος και τα βάρη που έπεφταν στις πλάτες του λαού ήταν μια από τις αιτίες που οδήγησαν στη Γαλλική Επανάσταση. Ο πόλεμος τερμάτισε τις διεκδικήσεις της Αυστρίας στη Σιλεσία. Η Μαρία Θηρεσία συνειδητοποίησε ότι η στρατιωτική αντιπαράθεση με την Πρωσία δεν ήταν βιώσιμη και έτσι η Αυστρία αφιερώθηκε τα επόμενα χρόνια στον εσωτερικό ανασχηματισμό του κράτους. Υπό την ηγεσία του Kaunitz, η Αυστριακή Αυτοκρατορία απέκτησε πιο κεντρική διοίκηση. Με διάφορες διατάξεις έγινε και σημαντική οικονομική μεταρρύθμιση και το χρέος έγινε διαχειρίσιμο.

Το 1788 τα έσοδα του κράτους διπλασιάστηκαν και το χρέος ήταν χαμηλότερο σχετικά με αυτό της Γαλλίας και Βρετανίας. Η Ρωσία τελείωσε τον πόλεμο βαθιά ικανοποιημένη. Οι στρατοί της είχαν νικήσει τον Πρωσικό στρατό σε διάφορες μάχες. Όπως και η Αυστρία, η Ρωσία απέφυγε την αντιπαράθεση με την Πρωσία, επιλέγοντας τον πόλεμο κατά των Οθωμανών στα Βαλκάνια και σημείωσε σημαντικές νίκες κατά των Τούρκων. Ο Ρωσικός στρατός άρχισε τελικά να δρέπει τα αποτελέσματα του μετασχηματισμού του, που είχε ξεκινήσει στη διάρκεια του πολέμου. Μέχρι το τέλος του αιώνα, η Πολωνία είχε σβηστεί από τον Ευρωπαϊκό χάρτη, καθώς η Πρωσία, η Αυστρία και η Ρωσία μοίρασαν τα εδάφη της.

Η Ρωσία εισήλθε στον Επταετή Πόλεμο ως αουτσάϊντερ. Εξαιτίας της απόδοσης του στρατού της στον πόλεμο και αργότερα εναντίον των Τούρκων, άρχισε να θεωρείται σημαντική Ευρωπαϊκή δύναμη και συνέχιζε να παίζει καθοριστικό ρόλο στις Ευρωπαϊκές υποθέσεις. Ενώ η Μεγάλη Βρετανία εμφανίζεται ως ο μεγάλος νικητής του πολέμου, το κόστος του πολέμου την επηρέασε βαθύτατα απ’ ότι οι νίκες της. Ο στρατός της απέδωσε καλά, αλλά τα παθήματα δεν έγιναν μαθήματα, όπως φάνηκε στον πόλεμο της Αμερικανικής Ανεξαρτησίας το 1775, δώδεκα χρόνια αργότερα. Επίσης η Βρετανία απομονώθηκε πολιτικά από την υπόλοιπη Ευρώπη.

Με το Συνέδριο του Westminster έχασε τις συμμαχίες με Αυστρία και Ρωσία και η εγκατάλειψη της Πρωσίας τα τελευταία έτη του πολέμου σήμαινε, ότι η Βρετανία δεν είχε συμμάχους στην ήπειρο. Το κόστος του πολέμου και η στρατιωτική προστασία των νέων αποικιών προκάλεσε σοβαρά οικονομικά προβλήματα και έτσι η Βρετανική κυβέρνηση εγκατέλειψε τις 13 αποικίες στη Βόρεια Αμερική, όταν απαγόρεψε την εγκατάσταση αποίκων στα νέα εδάφη που κέρδισε με τη Συνθήκη του Παρισιού. Οι άποικοι πρόβαλλαν το δικαίωμα εγκατάστασης εκεί και ένιωσαν προδομένοι, όταν η Βρετανική κυβέρνηση αξίωσε από τις νέες αποικίες να πληρώσουν για την προστασία τους.

Αφού η κυβέρνηση δεν μπορούσε να φορολογήσει τους αποίκους με άμεσο τρόπο, άρχισε να επιβάλει δασμούς στις εισαγωγές αγαθών. Η Πράξη του 1765 ήταν η αρχή της διάλυσης των σχέσεων μεταξύ των Βρετανών και αποίκων, ενώ η Πράξη του Κεμπέκ το 1774 οδήγησε στην περαιτέρω χειροτέρευση. Αυτή η Πράξη, η οποία έδινε συγκεκριμένα δικαιώματα στους Γάλλο-Καναδούς αποίκους για τη θρησκεία τους, τον Καθολικισμό και επιπλέον διοικητικές αρμοδιότητες στα νέα εδάφη της κοιλάδας του Οχάιο, εξόργισε τις 13 αποικίες και το 1775 εξεγέρθηκαν ανοικτά κατά των Βρετανών. Το 1778 οι Γάλλοι υποστήριξαν τους Αμερικανούς επαναστάτες.

Ορισμένοι παρατηρητές ισχυρίζονταν, ότι κίνητρο τους ήταν η επιθυμία τους να νικήσουν τους Βρετανούς και να ανακτήσουν ορισμένα από τα χαμένα εδάφη του Επταετούς Πολέμου. Το 1783 η Βρετανία είχε χάσει τις 13 αποικίες και έστρεψε την προσοχή της στην Ινδία, η οποία θα γινόταν το πιο πολύτιμο πετράδι του Στέμματος.

ΠΟΡΤΡΑΙΤΟ ΕΝΟΣ ΣΤΡΑΤΙΩΤΗ

Ένας Στρατιώτης του Βρετανικού 68ου Συντάγματος Πεζικού

Το κεφάλαιο αυτό αναφέρεται στο ημερολόγιο ενός ανώνυμου στρατιώτη και περιγράφει τις Βρετανικές επιθέσεις στην ακτή της Γαλλίας το 1758. Όπως συνέβη και το 1757, οι επιχειρήσεις αυτές είχαν σκοπό να αναγκάσουν τους Γάλλους να αποσύρουν δυνάμεις από το δυτικό θέατρο του πολέμου. Ο στρατιώτης αυτός δίνει μια θαυμάσια εικόνα της ζωής εντός του στρατοπέδου. Επίσης τονίζει τη δυσκολία εφαρμογής συνδυασμένων επιχειρήσεων, κατά τις οποίες το πεζικό υπέστη τρομερές απώλειες χωρίς την υποστήριξη του πυροβολικού. Δυστυχώς ο συγγραφέας δεν ανέφερε το όνομα του στο ημερολόγιο ή την ημερομηνία έκδοσης του, οπότε οι πληροφορίες που έχουμε για αυτόν είναι πολύ λίγες.


Ο στρατιώτης γεννήθηκε στην Οξφόρδη το 1743. Στην ηλικία των 15 ετών κατατάχτηκε στο 68ο Σύνταγμα Πεζικού. Ίσως να έκανε λάθος στο νούμερο του συντάγματος, αφού το 68ο συμμετείχε στη δεύτερη και τρίτη αποβατική επιχείρηση και όχι στην πρώτη, στην οποία ήταν παρών ο στρατιώτης. Περιγράφει το ταξίδι του με άλλους νεοσύλλεκτους από το Ντόβερ στο νησί Wight το Μάϊο. Ο στρατιώτης περιγράφει την άφιξη του στο νησί Wight και οι αναφορές που έχουμε από εκείνη την περίοδο, δείχνουν ότι τα συντάγματα κατασκήνωναν σε δικό τους χώρο και όχι μαζί με τους πολίτες. Έχουμε λεπτομερή εικόνα του πως ήταν οργανωμένα τα στρατόπεδα. Σε όλους τους άντρες δίνονταν τα υλικά για να στήσουν τις σκηνές τους και να μαζέψουν άχυρο για τα κρεβάτια τους.

Σε κάθε σκηνή έμεναν έξι άντρες και δίνονταν δυο κουβέρτες στον καθένα. Τα κρεβάτια ήταν τοποθετημένα με τέτοιο τρόπο, ώστε το κεφάλι ενός στρατιώτη να μην γειτνιάζει με τα πόδια του άλλου. Ο παλιότερος κοιμόταν μακριά από την είσοδο της σκηνής και ο νεότερος δίπλα. Έπειτα αναλύει το σύνταγμα και τον τρόπο οργάνωσης του στρατοπέδου. Θεωρητικά κάθε σύνταγμα είχε οκτώ λόχους πεζικού συν δυο λόχους γρεναδιέρων. Οι λόχοι χωρίζονταν μεταξύ τους με δρόμο και σε κάθε πλευρά του δρόμου υπήρχαν δέκα σκηνές αντικριστές η μια με την άλλη. Οι σκηνές των λοχίων βρίσκονταν μπροστά από τις υπόλοιπες εννέα και τα μουσκέτα όλων των αντρών ήταν τοποθετημένα σε ιδιαίτερη σκηνή μπροστά από τη σκηνή του λοχία.

Οι σκηνές των γρεναδιέρων βρίσκονταν πλευρικά των σκηνών των υπόλοιπων οκτώ λόχων και στο κέντρο υπήρχαν τα τύμπανα και τα εμβλήματα του συντάγματος. 150 βήματα μακρύτερα από τις σκηνές υπήρχε η φρουρά του στρατοπέδου, η οποία είχε τις δικές της σκηνές για τους άντρες και τους αξιωματικούς. Πίσω από τις σκηνές των στρατιωτών υπήρχαν η μεγάλη σκηνή των κατώτερων αξιωματικών (υπολοχαγών), των λοχαγών και των υπόλοιπων στην ιεραρχία. Όταν ο στρατιώτης έφτασε, εξετάστηκε από ένα γιατρό. Μετά παρουσιάστηκε μπροστά στους αξιωματικούς, οι οποίοι των ενημέρωσαν σε ποιο σύνταγμα ανήκει, σχεδιάζοντας το νούμερο στο καπέλο του.

Κατατάχτηκε στο δεύτερο τάγμα του 68ου Συντάγματος Πεζικού και εφοδιάστηκε με κόκκινο χιτώνα, καπέλο, σκούφο, όπλο, σπαθί κ.λπ. Την επόμενη μέρα άρχισε η εκπαίδευση στις πορείες (την τέχνη των ελιγμών) και στη χρήση του μουσκέτου. Η εκπαίδευση διήρκεσε δέκα μέρες και την ενδέκατη ήρθε η διαταγή του απόπλου. Αν αυτές οι λίγες ημέρες θεωρούνταν η κανονική εκπαίδευση, δεν είναι παράξενο που οι νεοσύλλεκτοι έδειξαν δυσκολίες στην κατανόηση και εκμάθηση τους. Το ημερολόγιο του στρατιώτη συνεχίζει με μια λεπτομερή λίστα των προμηθειών που είχαν μαζί τους οι άντρες στα πλοία. Κάθε Δευτέρα έπαιρναν 4 λίβρες (1,8 κιλά) ψωμί, 230 γραμμάρια τυρί και 340 γραμμάρια βούτυρο.

Την Τρίτη λάμβαναν 4 λίβρες βοδινό κρέας, 4 λίβρες αλεύρι και 11 λίβρες (1/2 κιλό) φρούτα και ψωμί. Την Τετάρτη οι άντρες έπαιρναν τις ίδιες προμήθειες με τη Δευτέρα. Την Πέμπτη λάμβαναν 2 λίβρες (900 γραμμάρια) χοιρινό κρέας αντί βοδινό. Το Σάββατο οι προμήθειες ήταν οι ίδιες με της Τρίτης και την Κυριακή ήταν ίδιες με της Πέμπτης. Εκ πρώτης όψεως φαίνεται λοιπόν, ότι οι στρατιώτες τότε σιτίζονταν καλά. Ο στόλος είχε 24 πλοία της γραμμής και ο στρατός 13.000 άντρες. Ο στόλος έφτασε στις 5 Ιουνίου απέναντι από το Cancalle Bay κοντά στο St Malo και ο στρατός αποβιβάστηκε την επόμενη μέρα. Ο στρατιώτης έγραψε, ότι «μας έδωσαν προμήθειες για έξι μέρες».

Επίσης περιγράφει το πως τα πλοία μετέφεραν ακατάπαυστα τους άντρες στην ακτή. Σχολίασε, ότι στην περιοχή βρίσκονταν μόνο 100 Γάλλοι και περιγράφει επίσης, ότι οι κάτοικοι του Cancalle έφυγαν μακριά και οι ναύτες και οι στρατιώτες βρήκαν ευκαιρία να λεηλατήσουν την πόλη. Ο στρατός προέλασε μέχρι το St Malo, αλλά το σύνταγμα του μαζί με άλλο ένα έμειναν στο Cancalle. Ο στρατιώτης αναφέρει, ότι «από τις 3 π.μ. έως αργά το απόγευμα τα δυο συντάγματα ασχολούνταν με την κατασκευή οχυρώσεων». Τα στρατεύματα που είχαν πάει στο St Malo επιβιβάστηκαν ξανά στα πλοία, επειδή έλαβαν νέα για μια μεγάλη Γαλλική δύναμη που πλησίαζε και ο στρατιώτης αναφέρει επίσης, ότι και το δικό του σύνταγμα έκανε το ίδιο στο Cancalle.

Ο στόλος έπλευσε προς το Χερβούργο, αλλά λόγω άσχημων καιρικών συνθηκών, επέστρεψε πίσω στο Πόρτσμουθ. Ο στρατιώτης αναφέρει επιγραμματικά τη δεύτερη αποβατική επιχείρηση έξω από το Χερβούργο στις 6 Αυγούστου. Η δύναμη που αποβιβάστηκε στην ακτή ήρθε σε συμπλοκή με τους Γάλλους στις 7 Αυγούστου, τους απώθησε και επέτρεψε στο υπόλοιπο του στρατού να αποβιβαστεί την επόμενη μέρα. Το Χερβούργο παραδόθηκε και οι λιμενικές εγκαταστάσεις διαλύθηκαν. Ο στρατός επιβιβάστηκε ξανά στα πλοία. Στις 3 Σεπτεμβρίου ο στόλος έφτασε στο St Lunaire Bay, κοντά στο St Malo. Η Βρετανική δύναμη δεν κατάφερε ξανά να πολιορκήσει το St Malo και ο στρατιώτης ξόδεψε τον περισσότερο χρόνο του για να περιγράψει την επερχόμενη καταστροφή.

Περιγράφει πως οι Βρετανοί συνέλαβαν μερικούς Γάλλους λιποτάκτες κοντά στο στρατόπεδο τους. Οι λιποτάκτες τους προειδοποίησαν, ότι μια μεγάλη Γαλλική δύναμη πλησιάζει. Μετέφερε την πληροφορία στους αξιωματικούς του, αλλά εκείνοι δεν έδωσαν μεγάλη σημασία. Στις 11 Σεπτεμβρίου άρχισε η επιβίβαση στα πλοία. Περιγράφει τι ακολούθησε: «Ο Γαλλικός στρατός εμφανίστηκε και άρχισε να μας χτυπά με τα πυροβόλα του. Εμείς δεν μπορούσαμε να απαντήσουμε, επειδή δεν είχαμε πυροβόλα στην ακτή, αλλά το έκανα τα πλοία όσο ήταν δυνατόν. Τη στιγμή εκείνη το σύνταγμα μας άρχισε να επιβιβάζεται στις βάρκες, ενώ οι οβίδες έπεφταν ανάμεσα μας.

Η συμπλοκή γενικεύτηκε στην ακτή και πολλοί σύντροφοι μας δεν κατάφεραν να μας ακολουθήσουν στα πλοία. Έμειναν στην ακτή πολεμώντας γενναία. Μερικοί σκοτώθηκαν και άλλοι παραδόθηκαν». Το 68ο Σύνταγμα Πεζικού επέστρεψε στην Αγγλία και ξεχειμώνιασε στο Rochester. Το Απρίλιο του 1759 το σύνταγμα ανέλαβα καθήκοντα φρουράς στο νησί Jersey και μετά, την άνοιξη του 1760, μεταφέρθηκε στη Γουαδελούπη με τα ίδια καθήκοντα. Εκεί παρέμεινε για περισσότερο από τρία χρόνια και επέστρεψε στην Αγγλία στις 23 Αυγούστου 1763. Ο στρατιώτης αποστρατεύτηκε στις 28 Σεπτεμβρίου.

ΠΟΡΤΡΑΙΤΟ ΕΝΟΣ ΠΟΛΙΤΗ

Η Μαρτυρία μιας Μοναχής

Τα γεγονότα που παρουσιάζονται εδώ αποτελούν μαρτυρία μιας Γαλλίδας μοναχής που ήταν παρών στη πολιορκία και κατοχή του Κεμπέκ το 1759 - 1760. Δε γνωρίζουμε το όνομα της, ούτε αν γεννήθηκε στη Γαλλία ή στον Καναδά. Αυτό που ξέρουμε είναι, ότι ήταν αδελφή στο Γενικό Νοσοκομείο του Κεμπέκ και το Τάγμα της είχε σπίτια στη Γαλλία και τη Νέα Γαλλία. Επίσης δε γνωρίζουμε την ηλικία της, αν και από αναφορές της στις «νεαρές αδελφές», υποθέτουμε ότι ήταν μεταξύ 20 και 30 ετών. Τα περισσότερα στοιχεία που υπάρχουν στη μαρτυρία της μοναχής σχετίζονται με στρατιωτικά γεγονότα, που επηρέασαν την ίδια, τη γυναικεία μονή και τους πολίτες του Κεμπέκ.


Η μαρτυρία της επικεντρώνεται στην περίοδο της Βρετανικής πολιορκίας του Κεμπέκ και αναφέρεται στον τρόπο με τον οποίο οι Γάλλοι αντιμετώπισαν τους Βρετανούς, τονίζοντας τη δυσκολία τους να βρουν στρατιώτες για να τους αντιμετωπίσουν. Καναδοί πολιτοφύλακες και στρατιώτες από το Μόντρεαλ κλήθηκαν να βοηθήσουν. Παρόλα αυτά, οι άντρες αυτοί δεν ήταν αρκετοί να προστατέψουν ολόκληρη την περιοχή γύρω από το Κεμπέκ. Επίσης γίνεται αναφορά στις ασθένειες, που έφεραν οι πρώτοι στρατιώτες από τη Γαλλία το 1755. Αυτές οι ασθένειες σε συνδυασμό με τις απώλειες στις μάχες, επηρέασαν τη δυναμικότητα του Γαλλικού στρατού.

Ο αποκλεισμός του Βασιλικού Ναυτικού εμπόδισε το Γαλλικό Ναυτικό να φέρει ενισχύσεις σε άντρες και προμήθειες στη Νέα Γαλλία. Έδωσε την ευκαιρία στους Βρετανούς να κυριεύσουν τη νότια όχθη του ποταμού Αγ. Λαυρεντίου απέναντι από το Κεμπέκ. Ο πρώτος βομβαρδισμός της πόλης, όπως καταγράφεται σε αυτή τη μαρτυρία, έγινε στις 24 Ιουλίου. Η μοναχή εξηγεί, ότι ο βομβαρδισμός έπληξε σοβαρά την πόλη. Περιγράφει τους πληγωμένους που έφταναν στη μονή για θεραπεία και άλλους πολίτες που έψαχναν καταφύγιο για να ξεφύγουν από τις εχθρικές οβίδες. Η μονή βρισκόταν εκτός εμβέλειας του Βρετανικού πυροβολικού.

Κάθε οίκημα της μονής, οι στάβλοι, οι σοφίτες και η εκκλησία γέμισαν από τραυματίες και πρόσφυγες. Η άφιξη μοναχών από δυο άλλες μονές της περιοχής βοήθησε σημαντικά την περίθαλψη των άρρωστων και τραυματιών, αλλά περιόρισε τις διαθέσιμες μερίδες τροφής. Ο βομβαρδισμός και αποκλεισμός της πόλης προκάλεσαν λιμό στους κατοίκους. Οι αποθήκες τροφίμων και άλλα καταστήματα καταστράφηκαν ολοσχερώς από το πυροβολικό με συνέπεια η κατάσταση να γίνεται απελπιστική. Η μάχη της Πεδιάδας του Αβραάμ στις 13 Σεπτεμβρίου 1759 είχε ως αποτέλεσμα την κατάκτηση του Κεμπέκ από τους Βρετανούς. Οι μοναχές και οι πρόσφυγες ανέμεναν το αποτέλεσμα της μάχης εντός της μονής, βλέποντας με τρόμο τη σφαγή που γινόταν μπροστά στα μάτια τους.

Η μοναχή περιγράφει το πως αυτή και οι αδελφές έτρεξαν στο πεδίο της μάχης για να βοηθήσουν τους τραυματίες και ετοιμοθάνατους. Όταν συνειδητοποίησαν ότι η πλάστιγγα έγερνε υπέρ των Βρετανών, έστρεψαν το κεφάλι τους προς τον ουρανό υμνώντας το Θεό. Σημειώνει με ανακούφιση την άμεση άφιξη ενός Βρετανού αξιωματικού, ο οποίος τις καθησύχασε, λέγοντας τους ότι ήταν εκεί για να χρησιμοποιήσουν μέρος της μονής και να εξαναγκάσουν τους εναπομείναντες Γάλλους να παραδοθούν. Με το μεγαλύτερο μέρος της πόλης σε Βρετανικά χέρια, η μοναχή περιγράφει πως οι πολίτες ήταν διστακτικοί στο να παραδοθούν ή να πολεμήσουν.

Απέναντι σε αυτούς που επιθυμούσαν να αντισταθούν, οι Bourgeois (αστική τάξη ή εύποροι πολίτες) και οι έμποροι τους ανέφεραν ότι είχαν θυσιάσει όλα τα υλικά αγαθά και τα σπίτια τους στον αγώνα κατά των Βρετανών χωρίς αποτέλεσμα. Έτσι και ο υπόλοιπος πληθυσμός αναγκάστηκε να παραδοθεί στους Βρετανούς. Η Γάλλοι συνθηκολόγησαν ζητώντας να γίνουν αποδεκτοί κάποιοι όροι. Η μοναχή μνημονεύει δυο: Το δικαίωμα στη θρησκεία και στα δικαιώματα των πολιτών. Με δεδομένο τους περιορισμούς για τους καθολικούς που ίσχυαν στη Μ. Βρετανία και Ιρλανδία, το δικαίωμα των Γάλλων να συνεχίσουν να ασκούν τα θρησκευτικά τους καθήκοντα ήταν πολύ σημαντικό και έτσι οι Βρετανοί συμφώνησαν αμέσως.

Επίσης αναφέρει, ότι ήταν υποχρεωμένες να επιτρέψουν τη παραμονή φρουράς τριάντα Βρετανών στρατιωτών στη μονή. Η Βρετανική κατοχή του Κεμπέκ έφερε κάποια σταθερότητα στην πόλη, αλλά η μοναχή και η κοινότητα της έβλεπαν το μέλλον με αβεβαιότητα. Οι προμήθειες τους ήταν λιγοστές και παραπονούνταν, ότι δεν είχαν ούτε κρασί, ούτε άλλα είδη πρώτης ανάγκης για τους τραυματίες. Αναγνώρισαν την υπεροχή των Βρετανών, ελπίζοντας όμως βαθιά μέσα τους, ότι κάτι θα άλλαζε μελλοντικά. Το χειμώνα του 1759 - 1760 πίστευαν ότι οι Γάλλοι θα κυρίευαν ξανά το Κεμπέκ και θα αποτελούσαν μέρος της Γαλλικής Αυτοκρατορίας.

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΚΟ ΥΛΙΚΟ

ΧΑΡΤΕΣ


Ο ΠΟΛΕΜΟΣ ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΠΙΝΑΚΕΣ


(Κάντε κλικ στις φωτογραφίες για μεγέθυνση)