Τρίτη, 29 Αυγούστου 2017

ΡΗΤΟΡΙΚΗ: ΔΗΜΟΣΘΕΝΗΣ - Περὶ τοῦ στεφάνου (196-205)

[196] Ἔστι δὲ ταυτὶ πάντα μοι, τὰ πολλά, πρὸς ὑμᾶς, ἄνδρες δικασταί, καὶ τοὺς περιεστηκότας ἔξωθεν καὶ ἀκροωμένους, ἐπεὶ πρός γε τοῦτον τὸν κατάπτυστον βραχὺς καὶ σαφὴς ἐξήρκει λόγος. εἰ μὲν γὰρ ἦν σοὶ πρόδηλα τὰ μέλλοντ᾽, Αἰσχίνη, μόνῳ τῶν ἄλλων, ὅτ᾽ ἐβουλεύεθ᾽ ἡ πόλις περὶ τούτων, τότ᾽ ἔδει προλέγειν· εἰ δὲ μὴ προῄδεις, τῆς αὐτῆς ἀγνοίας ὑπεύθυνος εἶ τοῖς ἄλλοις, ὥστε τί μᾶλλον ἐμοῦ σὺ ταῦτα κατηγορεῖς ἢ ἐγὼ σοῦ;

[197] τοσοῦτον γὰρ ἀμείνων ἐγὼ σοῦ πολίτης γέγον᾽ εἰς αὐτὰ ταῦθ᾽ ἃ λέγω (καὶ οὔπω περὶ τῶν ἄλλων διαλέγομαι), ὅσον ἐγὼ μὲν ἔδωκ᾽ ἐμαυτὸν εἰς τὰ πᾶσι δοκοῦντα συμφέρειν, οὐδένα κίνδυνον ὀκνήσας ἴδιον οὐδ᾽ ὑπολογισάμενος, σὺ δ᾽ οὔθ᾽ ἕτερ᾽ εἶπες βελτίω τούτων (οὐ γὰρ ἂν τούτοις ἐχρῶντο), οὔτ᾽ εἰς ταῦτα χρήσιμον οὐδὲν σαυτὸν παρέσχες, ὅπερ δ᾽ ἂν ὁ φαυλότατος καὶ δυσμενέστατος ἄνθρωπος τῇ πόλει, τοῦτο πεποιηκὼς ἐπὶ τοῖς συμβᾶσιν ἐξήτασαι, καὶ ἅμ᾽ Ἀρίστρατος ἐν Νάξῳ καὶ Ἀριστόλεως ἐν Θάσῳ, οἱ καθάπαξ ἐχθροὶ τῆς πόλεως, τοὺς Ἀθηναίων κρίνουσι φίλους καὶ Ἀθήνησιν Αἰσχίνης Δημοσθένους κατηγορεῖ.

[198] καίτοι ὅτῳ τὰ τῶν Ἑλλήνων ἀτυχήματ᾽ ἐνευδοκιμεῖν ἀπέκειτο, ἀπολωλέναι μᾶλλον οὗτός ἐστι δίκαιος ἢ κατηγορεῖν ἑτέρου· καὶ ὅτῳ συνενηνόχασιν οἱ αὐτοὶ καιροὶ καὶ τοῖς τῆς πόλεως ἐχθροῖς, οὐκ ἔνι τοῦτον εὔνουν εἶναι τῇ πατρίδι. δηλοῖς δὲ καὶ ἐξ ὧν ζῇς καὶ ποιεῖς καὶ πολιτεύει καὶ πάλιν οὐ πολιτεύει. πράττεταί τι τῶν ὑμῖν δοκούντων συμφέρειν· ἄφωνος Αἰσχίνης. ἀντέκρουσέ τι καὶ γέγον᾽ οἷον οὐκ ἔδει· πάρεστιν Αἰσχίνης. ὥσπερ τὰ ῥήγματα καὶ τὰ σπάσματα, ὅταν τι κακὸν τὸ σῶμα λάβῃ, τότε κινεῖται.

 [199] Ἐπειδὴ δὲ πολὺς τοῖς συμβεβηκόσιν ἔγκειται, βούλομαί τι καὶ παράδοξον εἰπεῖν. καί μου πρὸς Διὸς καὶ θεῶν μηδεὶς τὴν ὑπερβολὴν θαυμάσῃ, ἀλλὰ μετ᾽ εὐνοίας ὃ λέγω θεωρησάτω. εἰ γὰρ ἦν ἅπασι πρόδηλα τὰ μέλλοντα γενήσεσθαι καὶ προῄδεσαν πάντες καὶ σὺ προὔλεγες, Αἰσχίνη, καὶ διεμαρτύρου βοῶν καὶ κεκραγώς, ὃς οὐδ᾽ ἐφθέγξω, οὐδ᾽ οὕτως ἀποστατέον τῇ πόλει τούτων ἦν, εἴπερ ἢ δόξης ἢ προγόνων ἢ τοῦ μέλλοντος αἰῶνος εἶχε λόγον.

[200] νῦν μέν γ᾽ ἀποτυχεῖν δοκεῖ τῶν πραγμάτων, ὃ πᾶσι κοινόν ἐστιν ἀνθρώποις ὅταν τῷ θεῷ ταῦτα δοκῇ· τότε δ᾽ ἀξιοῦσα προεστάναι τῶν ἄλλων, εἶτ᾽ ἀποστᾶσα τούτου Φιλίππῳ, προδεδωκέναι πάντας ἂν ἔσχεν αἰτίαν. εἰ γὰρ ταῦτα προεῖτ᾽ ἀκονιτεί, περὶ ὧν οὐδένα κίνδυνον ὅντιν᾽ οὐχ ὑπέμειναν οἱ πρόγονοι, τίς οὐχὶ κατέπτυσεν ἂν σοῦ; μὴ γὰρ τῆς πόλεώς γε, μηδ᾽ ἐμοῦ.

[201] τίσι δ᾽ ὀφθαλμοῖς πρὸς Διὸς ἑωρῶμεν ἂν τοὺς εἰς τὴν πόλιν ἀνθρώπους ἀφικνουμένους, εἰ τὰ μὲν πράγματ᾽ εἰς ὅπερ νυνὶ περιέστη, ἡγεμὼν δὲ καὶ κύριος ᾑρέθη Φίλιππος ἁπάντων, τὸν δ᾽ ὑπὲρ τοῦ μὴ γενέσθαι ταῦτ᾽ ἀγῶνα ἕτεροι χωρὶς ἡμῶν ἦσαν πεποιημένοι, καὶ ταῦτα μηδεπώποτε τῆς πόλεως ἐν τοῖς ἔμπροσθεν χρόνοις ἀσφάλειαν ἄδοξον μᾶλλον ἢ τὸν ὑπὲρ τῶν καλῶν κίνδυνον ᾑρημένης.

[202] τίς γὰρ οὐκ οἶδεν Ἑλλήνων, τίς δὲ βαρβάρων, ὅτι καὶ παρὰ Θηβαίων καὶ παρὰ τῶν ἔτι τούτων πρότερον ἰσχυρῶν γενομένων Λακεδαιμονίων καὶ παρὰ τοῦ Περσῶν βασιλέως μετὰ πολλῆς χάριτος τοῦτ᾽ ἂν ἀσμένως ἐδόθη τῇ πόλει, ὅ τι βούλεται λαβούσῃ καὶ τὰ ἑαυτῆς ἐχούσῃ τὸ κελευόμενον ποιεῖν καὶ ἐᾶν ἕτερον τῶν Ἑλλήνων προεστάναι;

[203] ἀλλ᾽ οὐκ ἦν ταῦθ᾽, ὡς ἔοικε, τοῖς Ἀθηναίοις πάτρια οὐδ᾽ ἀνεκτὰ οὐδ᾽ ἔμφυτα, οὐδ᾽ ἐδυνήθη πώποτε τὴν πόλιν οὐδεὶς ἐκ παντὸς τοῦ χρόνου πεῖσαι τοῖς ἰσχύουσι μέν, μὴ δίκαια δὲ πράττουσι προσθεμένην ἀσφαλῶς δουλεύειν, ἀλλ᾽ ἀγωνιζομένη περὶ πρωτείων καὶ τιμῆς καὶ δόξης κινδυνεύουσα πάντα τὸν αἰῶνα διατετέλεκε.

[204] καὶ ταῦθ᾽ οὕτω σεμνὰ καὶ προσήκοντα τοῖς ὑμετέροις ἤθεσιν ὑμεῖς ὑπολαμβάνετ᾽ εἶναι ὥστε καὶ τῶν προγόνων τοὺς ταῦτα πράξαντας μάλιστ᾽ ἐπαινεῖτε. εἰκότως· τίς γὰρ οὐκ ἂν ἀγάσαιτο τῶν ἀνδρῶν ἐκείνων τῆς ἀρετῆς, οἳ καὶ τὴν χώραν καὶ τὴν πόλιν ἐκλιπεῖν ὑπέμειναν εἰς τὰς τριήρεις ἐμβάντες ὑπὲρ τοῦ μὴ τὸ κελευόμενον ποιῆσαι, τὸν μὲν ταῦτα συμβουλεύσαντα Θεμιστοκλέα στρατηγὸν ἑλόμενοι, τὸν δ᾽ ὑπακούειν ἀποφηνάμενον τοῖς ἐπιταττομένοις Κυρσίλον καταλιθώσαντες, οὐ μόνον αὐτόν, ἀλλὰ καὶ αἱ γυναῖκες αἱ ὑμέτεραι τὴν γυναῖκ᾽ αὐτοῦ.

[205] οὐ γὰρ ἐζήτουν οἱ τότ᾽ Ἀθηναῖοι οὔτε ῥήτορ᾽ οὔτε στρατηγὸν δι᾽ ὅτου δουλεύσουσιν εὐτυχῶς, ἀλλ᾽ οὐδὲ ζῆν ἠξίουν, εἰ μὴ μετ᾽ ἐλευθερίας ἐξέσται τοῦτο ποιεῖν. ἡγεῖτο γὰρ αὐτῶν ἕκαστος οὐχὶ τῷ πατρὶ καὶ τῇ μητρὶ μόνον γεγενῆσθαι, ἀλλὰ καὶ τῇ πατρίδι. διαφέρει δὲ τί; ὅτι ὁ μὲν τοῖς γονεῦσι μόνον γεγενῆσθαι νομίζων τὸν τῆς εἱμαρμένης καὶ τὸν αὐτόματον θάνατον περιμένει, ὁ δὲ καὶ τῇ πατρίδι, ὑπὲρ τοῦ μὴ ταύτην ἐπιδεῖν δουλεύουσαν ἀποθνῄσκειν ἐθελήσει, καὶ φοβερωτέρας ἡγήσεται τὰς ὕβρεις καὶ τὰς ἀτιμίας, ἃς ἐν δουλευούσῃ τῇ πόλει φέρειν ἀνάγκη, τοῦ θανάτου.

***
[196] Όλα αυτά τα πολλά που εξιστόρησα απευθύνονται σε σας, κύριοι δικαστές, και σε όσους στέκονται γύρω από το δικαστήριο και ακούν, γιατί προς αυτόν τουλάχιστον τον κατάπτυστο θα αρκούσαν λίγα λόγια και σταράτα. Αν λοιπόν, Αισχίνη, μόνο σε σένα από όλους τους άλλους αποκαλυπτόταν το μέλλον, έπρεπε να προειδοποιήσεις την πόλη τότε, όταν αυτήν την απασχολούσε αυτό· αν όμως δεν το προέβλεπες, είσαι και συ συνυπεύθυνος όσο και οι άλλοι για την άγνοια· συνεπώς, για ποιό λόγο δικαιούσαι εσύ περισσότερο να κατηγορείς εμένα από ό,τι εγώ εσένα;

[197] Σε ό,τι αφορά αυτά καθεαυτά τα γεγονότα που αναφέρω (για την ώρα δεν συζητώ για τα άλλα) είμαι πολύ καλύτερος πολίτης από εσένα, καθόσον αφιέρωσα τον εαυτό μου σε ενέργειες που όλοι έκριναν ότι είναι συμφέρουσες, χωρίς να δειλιάσω ούτε και να υπολογίσω κανέναν προσωπικό κίνδυνο. Εσύ όμως ούτε έκανες άλλες προτάσεις καλύτερες από αυτές (γιατί τότε, δεν θα υιοθετούσαν αυτές) ούτε στην υλοποίηση αυτών πρόσφερες τον εαυτό σου καθόλου χρήσιμο, αλλά αποδείχτηκε ότι, στα γεγονότα που συνέβησαν, έχεις κάνει ό,τι ακριβώς θα έκανε ο πιο φαύλος άνθρωπος και ο χειρότερος εχθρός της πόλης. Και την ώρα που ο Αρίστρατος στη Νάξο και ο Αριστόλαος στη Θάσο, οι δεδηλωμένοι εχθροί της πόλης, παραπέμπουν σε δίκη τους φίλους των Αθηναίων, εδώ στην Αθήνα ο Αισχίνης κατηγορεί τον Δημοσθένη.

[198] Και όμως, όποιος έχτισε πάνω στα ατυχήματα των Ελλήνων για να δοξαστεί, αυτός αξίζει μάλλον να θανατωθεί παρά να κατηγορεί άλλον· όποιον επίσης έχουν ευνοήσει οι ίδιες περιστάσεις που ευνόησαν και τους εχθρούς της πόλης, αυτός δεν μπορεί να είναι φίλος της πατρίδας. Ξεσκεπάστηκες και από τον τρόπο που ζεις και ενεργείς και από τις πράξεις σου, τόσο όταν πολιτεύεσαι όσο και όταν απέχεις από την πολιτική. Πάει να γίνει κάτι που νομίζετε ότι σας συμφέρει· άφωνος ο Αισχίνης· πήγε κάτι στραβά και δεν έγινε όπως έπρεπε· νά τος μπροστά ο Αισχίνης. Είναι όπως οι ρήξεις αγγείων και οι κακώσεις μυών και νεύρων που, όταν το σώμα πάθει κάτι κακό, τότε ενεργοποιούνται.

[199] Επειδή όμως στέκεται πολύ επίμονα στα αποτελέσματα, θέλω να σας πω κάτι παράδοξο. Αλλά, για όνομα του Δία και των θεών, ας μην το θεωρήσει κανείς υπερβολικό και ας μην εκπλαγεί, αλλά ας εξετάσει καλοπροαίρετα αυτό που λέω. Έστω λοιπόν ότι ήταν φανερά σε όλους όσα επρόκειτο να συμβούν και ότι ο καθένας τα προέβλεπε και ότι εσύ, Αισίχνη, προειδοποιούσες και διαμαρτυρόσουν με φωνές και κραυγές, εσύ που ούτε μιλιά δεν έβγαλες· ακόμη και σ᾽ αυτή την περίπτωση δεν έπρεπε η πόλη να απομακρυνθεί από τις δικές μου προτάσεις, αν βέβαια αναλογιζόταν τη δόξα, τους προγόνους ή την υστεροφημία της.

[200] Τώρα βέβαια φαίνεται ότι απέτυχε η πόλη να αντιμετωπίσει τα γεγονότα, πράγμα που είναι κοινή μοίρα όλων των ανθρώπων, όταν το αποφασίσει ο θεός. Αλλά τότε, αν η πόλη μας, που διεκδικούσε την ηγεμονία των άλλων πόλεων, εγκατέλειπε στη συνέχεια την αξίωση αυτή χάρη του Φιλίππου, θα κατηγορούνταν ότι πρόδωσε όλους τους Έλληνες. Γιατί, αν είχε αφήσει χωρίς αγώνα στην τύχη τους αυτά για τα οποία οι πρόγονοί μας υπέμειναν κάθε κίνδυνο, ποιός δεν θα σε έφτυνε κατάμουτρα, Αισχίνη;

[201] Όχι βέβαια την πόλη ούτε και εμένα. Με ποιά μάτια θα αντικρίζαμε, για όνομα του Δία, τους ανθρώπους που θα επισκέπτονταν την πόλη μας, αν τα πράγματα είχαν φτάσει στο σημείο που έφτασαν τώρα, και αν ο Φίλιππος είχε εκλεγεί ηγεμόνας και κυρίαρχος όλων των Ελλήνων, και αν άλλοι είχαν κάνει αυτόν τον αγώνα, για να μην συμβούν αυτά, χωρίς τη δική μας συμμετοχή, τη στιγμή μάλιστα που ποτέ ως τώρα η πόλη σε όλη την ιστορία της δεν προτίμησε την ασφάλεια, που θα της έφερε ντροπή, από τον κίνδυνο για τα ωραία ιδανικά.

[202] Ποιός από τους Έλληνες, ποιός από τους βαρβάρους δεν γνωρίζει ότι και οι Θηβαίοι και οι Λακεδαιμόνιοι, που είχαν την υπεροχή πριν από αυτούς, και ο Πέρσης βασιλιάς με μεγάλη ευχαρίστηση και χαρά θα έδιναν στην πόλη μας τη δυνατότητα να έπαιρνε ό,τι ήθελε και να κρατούσε τις κτήσεις της, αρκεί να εκτελούσε τις διαταγές τους και να άφηνε άλλον να έχει την ηγεμονία των Ελλήνων;

[203] Αλλά τέτοιου είδους συμβιβασμοί δεν ήταν, όπως φαίνεται, πατροπαράδοτοι για τους Αθηναίους ούτε ανεκτοί ούτε και στη φύση τους· ούτε και μπόρεσε κανείς ποτέ ως τώρα σε όλη την ιστορία της να πείσει την πόλη να συγκαταλέγεται μεταξύ των ισχυρών μεν αλλά καταπιεστών και να είναι υποχείριο άλλων, αρκεί να έχει την ασφάλειά της· αντίθετα, δεν έπαψε να αγωνίζεται συνεχώς και να διακινδυνεύει για τα πρωτεία, την τιμή και τη δόξα.

[204] Αυτά τα θεωρείτε τόσο έντιμα και ταιριαστά στα ήθη σας, ώστε επαινείτε πάρα πολύ τους προγόνους που τα τήρησαν. Πολύ φυσικό· γιατί ποιός δεν θα θαύμαζε για την αρετή τους εκείνους τους άνδρες, που έστερξαν να εγκαταλείψουν τη γη τους και την πόλη τους και να μπουν στα σκάφη, προκειμένου να μην εκτελέσουν τις διαταγές των Περσών, εκλέγοντας ναύαρχο αυτόν που τους συμβούλευσε αυτά, τον Θεμιστοκλή, και λιθοβολώντας μέχρι θανάτου τον Κυρσίλο, που τους πρότεινε να υπακούσουν στις διαταγές, και μάλιστα όχι μόνο τον ίδιο αλλά και οι γυναίκες σας τη γυναίκα του!

[205] Γιατί οι Αθηναίοι της εποχής εκείνης δεν αναζητούσανε ούτε ρήτορα ούτε στρατηγό για να τους εξασφαλίσει άνετη δουλεία, αλλά πίστευαν ότι δεν αξίζει ούτε και να ζουν, αν δεν μπορούσαν να κάνουν αυτό ελεύθεροι. Ο καθένας τους νόμιζε ότι είχε γεννηθεί όχι μόνο για χάρη του πατέρα του και της μητέρας του αλλά και για χάρη της πατρίδας του. Αλλά ποιά η διαφορά; Αυτός που πιστεύει πως έχει γεννηθεί μόνο για χάρη των γονιών του, περιμένει τον μοιραίο και φυσικό θάνατο, ενώ αυτός που πιστεύει ότι έχει γεννηθεί και για την πατρίδα θα είναι πρόθυμος να πεθάνει, προκειμένου να μην την δει σκλαβωμένη, και θα θεωρήσει τους εξευτελισμούς και τις ταπεινώσεις, που κατ᾽ ανάγκη θα υπομένει σε μια υποδουλωμένη πόλη, φοβερότερες και από τον θάνατο.

Ο ΠΕΡΙΚΛΗΣ ΚΑΙ Η ΑΘΗΝΑ

     Με μια λέξη, τολμώ να το πω, η Αθήνα είναι ο δάσκαλος των Ελλήνων και νομίζω πως ο κάθε μας πολίτης θα μπορούσε, με την μεγαλύτερη ευκολία και χάρη, πολλά και άξια έργα να κάνη σε πολλές εκδηλώσεις της ζωής. Ότι αυτό που λέω δεν είναι ρητορικός κομπασμός, αλλά η αλήθεια η πραγματική, το δείχνει η δύναμη της πολιτείας που, μόνη απ’ όλες τις άλλες πόλεις, είναι ανώτερη από την φήμη της στην ώρα της δοκιμασίας, η μόνη που οι εχθροί της, όταν τους νικήσωμε, δεν αγανακτούν επειδή κατατροπώθηκαν από αναξίους, η μόνη που οι σύμμαχοί της δεν μπορούν να πουν ότι έχουν ανάξιο αρχηγό. Την δύναμή μας δεν την αποκτήσαμε με άσημες, αλλά με λαμπρές πράξεις και γι’ αυτό μας θαυμάζουν και θα μας θαυμάζουν πάντα, χωρίς να έχωμε ανάγκη από έναν Όμηρο για να τραγουδήση τις πράξεις μας ούτε από κανέναν άλλο ποιητή που θα μάγευε προσωρινά με τα ωραία του λόγια, αλλά θαρχό- ταν αργότερα η γνώση της αλήθειας να μας ζημιώση. Η τόλμη μας ανάγκασε την πάσα γη και θάλασσα να μας ανοίξουνε το διάβα και πα­ντού εστήσαμε μνημεία αθάνατα για τα καλά ή τα κακά που μας έτυχαν.
Επιτάφιος του Περικλέους, 431/-430 π.χ., Θουκυδίδου Ιστορία, Β’ 41
 
ΑΠΟ ΤΗ ΔΕΚΑΕΤΙΑ ΤΟΤ 450 ΜΕΧΡΙ ΤΟ 429 π.χ. Ο ΕΠΙΦΑΝΕΣΤΕΡΟΣ Αθηναίος πολιτικός υπήρξε ο Περικλής, σε βαθμό μάλιστα ώστε η Αθήνα της εποχής αυτής να είναι σήμερα γνωστή ως η «Αθήνα του Περικλή». Ο αυτοκράτορας Αδριανός γνώριζε πολύ καλά το παράδειγμα του Περικλή. Στο πλαίσιο της ευνοϊκής του πολιτικής για την Αθήνα, ο Αδριανός βάσισε κατά πάσα πιθανότητα τον «Πανελλήνιο» ρόλο που επεφύλασσε στην πόλη σε ένα πρόγραμμα το οποίο οι βιογράφοι απέδωσαν στον ίδιο τον Περικλή. Ο Περικλής συνέχισε να εμπνέει τον σύγχρονο κόσμο. Το 1915, στη διάρκεια του πολέμου με τη Γερμανία, στα λεωφορεία του Λονδίνου διάβαζε κανείς αφισοκολλημένα τα λαμπρά λόγια για την ελευθερία από τον Επιτάφιο τον Περικλεούς.

Ο Περικλής ως ιστορικό πρόσωπο παραμένει μάλλον αινιγματικός. Γεννήθηκε στα μέσα της δεκαετίας του 490 π.Χ. από ευγενή πατέρα, τον Ξάνθιππο, και μητέρα από το αριστοκρατικό αλλά αμφιλεγόμενο γένος των Αλκμεωνίδων. Ως νέος, σημαδεύτηκε από δύο σημαντικές αλλαγές: τη νέα Αθηναϊκή Ηγεμονία, που κέρδισαν οι συμπατριώτες του χάρη στον αποφασιστικό τους ρόλο στον αγώνα κατά των Περσών εισβολέων, και τον ενισχυμένο χαρακτήρα της αθηναϊκής δημοκρατίας μετά τις μεταρρυθμίσεις του Κλεισθένη το 508 π.Χ. Οι Αθηναίοι, όπως διαπίστωσε ο Περικλής, ήταν ιδιαίτεροι, καθώς άλλωστε παραδέχονταν και οι υπόλοιποι Έλληνες – έστω και απρόθυμα κάποιες φορές. Η δημοκρατία ήταν τώρα το καλά θεμελιωμένο σκηνικό για τη σταδιοδρομία του πολιτικού και η πεποίθηση ότι μπορούσε να εκλείψει δεν ήταν παρά ευσεβής πόθος των «αρίστων». Στα νεανικά χρόνια του Περικλή, τη δεκαετία του 480 π.Χ., η πολιτική δραστηριότητα του λαού είχε ενταθεί και μια σειρά οστρακισμών αποδείκνυε ότι ο αθηναϊκός λαός ήταν σε θέση πλέον να ψηφίζει για την αποπομπή από τις συνελεύσεις του και των πιο επιφανών εκπροσώπων της αριστοκρατίας. Το 489 π.Χ. ο πατέρας του Περικλή είχε ήδη εκμεταλλευτεί την κοινή γνώμη παραπέμποντας σε δίκη, ενώπιον λαϊκού δικαστηρίου, έναν ήρωα σαν τον Μιλτιάδη, τον μέγα νικητή του Μαραθώνα. Ο απόλυτος κριτής των εξελίξεων, σύμφωνα με τις προθέσεις του Κλεισθένη, ήταν πλέον η λαϊκή πλειοψηφία στην Εκκλησία του Δήμου. Κάποιος, λοιπόν, που μπορούσε να κερδίσει την εμπιστοσύνη του λαού θα κατόρθωνε πολύ περισσότερα πράγματα από έναν παλιομοδίτη αριστοκράτη, όσο γενναίος πολεμιστής ή λαμπρός αθλητής και αν ήταν ο τελευταίος, και όσο καλές διασυνδέσεις και αν είχε στον ευρύτερο ελληνικό κόσμο.
 
Την εμπιστοσύνη αυτή μόνο ο πολιτικός λόγος είχε τη δυνατότητα να την εξασφαλίσει, υποβάλλοντας πολιτικές προτάσεις στην Εκκλησία του Δήμου με στόχο να κερδίσει την εύνοιά του για να τις εγκρίνει. Οι πολιτικές επιτυχίες δεν εξαρτιόνταν κατ’ αρχάς από τον γραπτό λόγο και τη διάδοσή του. Είναι αλήθεια ότι τα ψηφίσματα που επικυρώνονταν από την Εκκλησία επιδεικνύονταν σε περίοπτη θέση στην αγορά πάνω σε λευκές στήλες, έτσι ώστε να τα συμβουλεύεται «όποιος επιθυμούσε». Κατά τη γνώμη μου, οι περισσότεροι Αθηναίοι γνώριζαν ανάγνωση και, σε μικρότερο ποσοστό, γραφή, αλλά πιθανότατα η πλειοψηφία της Εκκλησίας δεν μπήκε ποτέ στον κόπο να διαβάσει κάποιο λογοτεχνικό κείμενο. Για τους αναλφάβητους βρισκόταν πάντα κάποιος που μπορούσε να διαβάσει φωναχτά το κείμενο ενός ψηφίσματος, όμως αν ο Περικλής βάσιζε την πολιτική του εκστρατεία σε γραπτά μανιφέστα, θα είχε χάσει το μεγαλύτερο μέρος από τους ψηφοφόρους του: στην Αθήνα, τα πολιτικά γραπτά αφήνονταν στους θεωρητικούς και τους θιασώτες της ολιγαρχίας που δεν βρίσκονταν στο προσκήνιο. Η κυκλοφορία βιβλίων σε μορφή παπύρου, οι σκηνές ανάγνωσης και γραφής στα αθηναϊκά αγγεία, τα κείμενα των αριστουργημάτων της δραματουργίας που διαβάζουμε και θαυμάζουμε σήμερα είναι μαρτυρίες οι οποίες αφορούν τις λόγιες συνήθειες μιας μικρής καλλιεργημένης μειοψηφίας. Ο πολιτικός πολιτισμός ήταν προφορικός.
 
Τα δύο μαθήματα που διδάχτηκε ο Περικλής στα νεανικά του χρόνια, η ανωτερότητα της Αθήνας και ο δημόσιος ρόλος κάθε Αθηναίου πολίτη, έμελλε να διαμορφώσουν το πολιτικό του όραμα. Η σημαντικότερη απόδειξη για τους λόγους και τα έργα του βρίσκονται στις Ιστορίες του νεότερού του και θαυμαστή του Θουκυδίδη (γεννήθηκε περί το 460-455 π.Χ.). Ο Θουκυδίδης τιμούσε τη ρητορική ικανότητα του Περικλή, τη νηφάλια και πρακτική του διάνοια, τις ηθικές αντιστάσεις του έναντι του χρηματισμού και της διαφθοράς, καθώς και την ικανότητά του (σύμφωνα με τον Θουκυδίδη) να ελέγχει και να καθοδηγεί τον ευμετάβολο λαό, εις τρόπον ώστε η «πολιτεία φαινομενικά ήταν δημοκρατία, ενώ πραγματικά την κυβερνούσε ο πρώτος της πολίτης». Στην άποψη του Θουκυδίδη για τον Περικλή συνέτεινε και το γεγονός ότι ο τελευταίος ήταν ένας «ημέτερος», ένας γενναίος αριστοκράτης και ικανός στρατηγός. Αλλά η θέση του Θουκυδίδη δεν παρέμεινε χωρίς αντίλογο και οι απόψεις του Πλάτωνα αποδείχτηκαν πιο ισχυρές, παρότι γράφτηκαν μια γενιά μετά τον θάνατο του Περικλή.
 
Πολέμιος της δημοκρατίας ο Πλάτων υποστήριξε ότι ο Περικλής ήταν ένας ακραιφνής «δημαγωγός» που είχε παραπλανήσει τους Αθηναίους και τους είχε διαφθείρει. Δεν ήταν δυνατόν να αποσείσει τις ευθύνες του για την ήττα των Αθηναίων από τους Σπαρτιάτες στον Πελοποννησιακό Πόλεμο που ακολούθησε. Μεταγενέστεροι συγγραφείς επιχείρησαν να γεφυρώσουν τις αντιμαχόμενες αυτές απόψεις ισχυριζόμενοι ότι ο Περικλής ξεκίνησε ως «δημαγωγός», όπως τον καταγγέλλει και ο Πλάτων, αλλά στη συνέχεια κατέκτησε την ολύμπια ανωτερότητα που θαύμαζε τόσο ο νεαρός Θουκυδίδης. Το πιο χαρακτηριστικό βιογραφικό σημείωμα για την προσωπικότητα του Περικλή διασώζεται από έναν σύγχρονό του που δεν ήταν Αθηναίος, τον προσηνή Ίωνα από τη Χίο. Στη συνάντησή του με τον Περικλή, οΊωνας χαρακτήρισε τον Αθηναίο πολιτικό «θρασύ και υπέρ το δέον αλαζόνα, με εξόφθαλμα περιφρονητική και απορριπτική συμπεριφορά». Και άλλοι διάσημοι Αθηναίοι, όπως ο Σοφοκλής, είχαν την ίδια εντύπωση με τον Ίωνα.
 
Μπορούμε να συμπεράνουμε ότι ο Περικλής γνώριζε πως ήταν προικισμένος με εξαιρετικές φιλοδοξίες και αίσθημα ευθύνης. Λέγεται ότι ήταν ένας μονόχνοτος πολιτικός και δεν ήξερε τίποτε άλλο από τον δρόμο που οδηγούσε από το σπίτι του στο κέντρο της αθηναϊκής πολιτικής σκηνής. Λέγεται επίσης ότι απέφευγε, στο μέτρο του δυνατού, τις κοινωνικές εκδηλώσεις: το να είναι κανείς δημοφιλής πολιτικός ήταν μια σοβαρή και χρονοβόρα αποστολή. Στους στενούς του φίλους συγκαταλέγονταν διανοούμενοι από άλλα μέρη της Ελλάδας, όπως ο Δάμων, ο θεωρητικός της μουσικής, και ο Αναξαγόρας, ο οποίος εξόργιζε τους απλούς ανθρώπους ισχυριζόμενος ότι ο «θεϊκός» ήλιος δεν ήταν παρά μια φλεγόμενη σφαίρα. Οι ώρες που χαλάρωνε ο Περικλής δεν ήταν με τη γυναίκα του, από την οποία χώρισε με συναινετικό τρόπο, αλλά με τη διάσημη ερωμένη του, την Ασπασία, που καταγόταν από την εκλεπτυσμένη ελληνική Μίλητο της Ανατολής. Φημολογείται πως η Ασπασία ήταν πραγματική αυθεντία όσον αφορά τις παγίδες που κρύβουν τα προξενιά ή τα μυστικά που κάνουν μια καλή «σύζυγο». Οι κωμικοί ποιητές στην Αθήνα έκαναν πάταγο, υποστηρίζοντας ότι κατάφερε να μπλέξει τον Περικλή σε διάφορους πολέμους εκτός αττικών συνόρων, ότι τον δίδαξε τη ρητορική τέχνη και τη φιλοσοφία, ότι του προμήθευε κορίτσια και ότι επιπλέον διηύθυνε οίκο ανοχής, ενώ, παρωδώντας τη δίκη της επί σκηνής, την έκριναν ένοχη για «ασέβεια» απέναντι στους θεούς. Οι μεταγενέστεροι αρέσκονταν να φαντάζονται ότι δεξιωνόταν έναν κύκλο ανθρώπων με υψηλή αισθητική και πνευματώδη λόγο, αλλά στην ουσία δεν γνωρίζουμε τίποτε γι’ αυτήν. Με απολαυστική μοχθηρία, ο Πλάτων της απέδωσε αργότερα έναν ευφραδή «Επιτάφιο λόγο» με τον οποίο εγκωμίαζε την Αθήνα. Με περισσή κακοήθεια διακωμωδούσε τους αυθεντικούς επιτάφιους λόγους του Περικλή, ένας εκ των οποίων απαθανατίστηκε στις Ιστορίες του Θουκυδίδη. Το ελάχιστο που μπορούμε να πούμε είναι ότι ο Περικλής όντως την αγαπούσε τη γυναίκα. Ήταν ο πρώτος άνδρας της Ιστορίας που φέρεται να δίνει πάντα ένα παθιασμένο φιλί στην αγαπημένη του το πρωί όταν ξεκινά για τις καθημερινές του δραστηριότητες και άλλο ένα όταν επιστρέφει στο σπίτι κάθε βράδυ. Καμία ιστορική πηγή δεν τον συνδέει με την παιδεραστία.
 
Οι γιοι του Περικλή δεν διακρίνονταν για την ευφυΐα τους και οι χαρακτήρες τους ήταν ασήμαντοι – η οικογενειακή ζωή του έμοιαζε πολύ συνηθισμένη. Ποιο ήταν λοιπόν το «περίκλειο» στοιχείο που έκανε την Αθήνα της εποχής του να ξεχωρίζει; Ο Περικλής εξελέγη στρατηγός και στη δεκαετία του 430 π.Χ. επανεκλεγόταν κάθε χρόνο στο ίδιο αξίωμα: ήταν, ωστόσο, απλώς ένας από το δεκαμελές επιτελείο. Δεν κατείχε καμία ξεχωριστή θέση και τα επιτεύγματά του στην πολιτική εξαρτιόνταν υποχρεωτικά από τη ρητορική του δεινότητα στις μεγάλες δημόσιες συνελεύσεις. Είναι σαφές ότι ο ίδιος υπήρξε μονάχα μια φωνή μέσα σε μια ευρύτερη ομάδα σημαντικών ηγετών, μερικοί από τους οποίους έπαιζαν συμβουλευτικό ρόλο στη χάραξη της πολιτικής του γραμμής. Δεν μπορούσε ποτέ να αποφασί­σει κάτι και να το επιβάλει, όπως θα έκανε ένας σύγχρονος πρωθυπουργός στο υπουργικό του συμβούλιο. Παρ’ όλα αυτά, υπάρχει ένα διακριτό νήμα που συνδέει όσα γνωρίζουμε για τους Αθηναίους από τα τέλη της δεκαετίας του 450 έως περίπου το 430 π.Χ. Ο Περικλής είναι αυτός ο οποίος, αναμφισβήτητα, εξέφρασε με λόγια και βοήθησε τον λαό να επιλέξει όσα συγκεχυμένα επιθυμούσε αλλά δεν ήταν σε θέση να διατυπώσει με σαφήνεια.
 
Στην εξωτερική πολιτική οι Αθηναίοι δεν ακολούθησαν πιστά τη γραμμή του Περικλή. Όπως και ο ίδιος, έτσι και οι συμπολίτες του παρέμειναν αφοσιωμένοι στην πολιτική κληρονομιά του Θεμιστοκλή. Το 450/449 π.Χ. συνήψαν ειρήνη με τον Πέρση βασιλιά, κάτι που θα είχε εγκρίνει ο πρεσβύτερος Θεμιστοκλής· με το ίδιο πνεύμα αντιμετώπισαν ευνοϊκά όσους Έλληνες από τη Δύση τούς προσέγγισαν με προτάσεις συμμαχίας στη δεκαετία του 430 και του 420 π.Χ., κάποιος Αθηναίος στρατηγός, μάλιστα, ανέπτυξε για λίγο στρατιωτική δράση στη Νεάπολη: υπάρχουν ενδείξεις, τίποτε παραπάνω, ότι και ο Θεμιστοκλής ενδιαφερόταν για την Ελλάδα της Δύσης. Στον ελλαδικό χώρο, ο Περικλής μνημονευόταν για μια πραγματικά θεμιστόκλεια φράση: «Βλέπω τον πόλεμο να έρχεται από την Πελοπόννησο». Εννοούσε ότι ο εχθρός ήταν οι Σπαρτιάτες. Μια τέτοια παρατήρηση πρέπει να διατυπώθηκε πολύ πριν από τον μοιραίο πόλεμο, που άρχισε το 431 π.Χ., αλλιώς δεν θα είχε νόημα. Αν η αθηναϊκή εξάπλωση ανησυχούσε τους συμμάχους της Σπάρτης στη βόρεια Πελοπόννησο, τόσο το χειρότερο γι’ αυτούς. Όπως απέδειξε και το παράδειγμα του Θεμιστοκλή, υπήρχε πρόσφορο έδαφος για τους Αθηναίους προκειμένου να ανατρέψουν τα φιλοσπαρτιατικά καθεστώτα και να προσεταιριστούν τις πόλεις αυτές. Ο Περικλής είχε ζήσει τον βραδυφλεγή πόλεμο στην Ελλάδα εναντίον της Σπάρτης και των συμμάχων της στο διάστημα μεταξύ 460 και 446 π.Χ. Είχε πειστεί και ο ίδιος πως το καλύτερο για τους Αθηναίους ήταν να οχυρωθούν πίσω από τα Μακρά Τείχη, το θεμιστόκλειο αυτό έργο, και να αντιμετωπίσουν τις διά ξηράς επιδρομές των Σπαρτιατών. Έτσι είχαν τη δυνατότητα να αντέξουν χάρη στη ναυτική υπεροχή τους, κληροδότημα του Θεμιστοκλή, και με τα πλοία τους να εξασφαλίζουν πάντα επάρκεια τροφίμων. Αν συμμαχούσαν με τη φίλη γείτονα πόλη των Μεγάρων, θα απέτρεπαν σε κάθε περίπτωση την εύκολη πρόσβαση των Σπαρτιατών στην αθηναϊκή επικράτεια: μπορούσαν να «νικήσουν στο τέλος», χωρίς να χρειαστεί να διακινδυνεύσουν τα πάντα σε μια μάχη. Αν οι Σπαρτιάτες επιχειρούσαν εντέλει να λεηλατήσουν την Αθήνα, οι Αθηναίοι θα έστρεφαν εναντίον τους το ιππικό και θα τους έτρεπαν σε φυγή. Στα χρόνια του Περικλή το ιππικό εξαπλασιάστηκε και εισήχθη το νέο πρόγραμμα «ασφαλιστικής» αποζημίωσης για τα άλογα των ιππέων. Ο Περικλής δεν ήταν ο τύπος του φανατισμένου φιλολαϊκού πολιτικού.
 
Η σθεναρή, νουνεχής επιμονή του Περικλή σε αυτή την πολιτική συνδυαζόταν με κάτι νέο και πολύ βαθύτερο από τον οπορτουνισμό του Θεμιστοκλή στη διεθνή σκηνή. Όταν ένας ευγενής Αθηναίος, ο ομοϊδεάτης Καλλίας, πραξικοπηματικά συνομολόγησε ειρήνη με την Περσία το 449 π.Χ., ο Περικλής απάντησε συγκαλώντας ένα πανελλήνιο συνέδριο στην Αθήνα, το οποίο θα εξέταζε την ανοικοδόμηση των κατεστραμμένων ναών της πόλης, την τέλεση νέων θυσιών στους θεούς και την απρόσκοπτη και ειρηνική χρήση των θαλασσών. Αποτέλεσμα θα ήταν να συνεχίσουν οι σύμμαχοι των Αθηναίων να πληρώνουν εισφορά για τους σκοπούς αυτούς, σε μια ελληνική συμμαχία διαρκείας στο επίκεντρο της οποίας βρισκόταν η Αθήνα. Όπως αναμενόταν, η Σπάρτη αρνήθηκε να παρευρεθεί, αλλά το 449 π.Χ. άρχισαν να οικοδομούνται οι καινούργιοι ναοί στην Ακρόπολη χάρη στις συνεχιζόμενες συμμαχικές εισφορές. Η ειρήνη με την Περσία παρουσιάστηκε ως «νίκη» και έτσι ο προηγούμενος όρκος των Αθηναίων, που δεν επέτρεπε ποτέ πια την ανοικοδόμηση των ερειπωμένων ιερών, καταστρατηγήθηκε από ένα νέο οικοδομικό πρόγραμμα. Για τον Περικλή, η Αθήνα ήταν το μέγα κέντρο του ελεύθερου ελληνικού κόσμου, ο πανάξιος ηγέτης των πολυάριθμων Ελλήνων συμμάχων. Το πείσμα του να διατηρήσει την Αθηναϊκή Συμμαχία, ή «Αυτοκρατορία», ήταν εντυπωσιακό. Όλες οι απόπειρες εξέγερσης καταπνίγηκαν: ακόμη και οι σύμμαχοί της, όπως ο ίδιος αναφέρει σε όσα έχει καταγράψει ο Θουκυδίδης, ήταν αδύνατον να πουν «ότι έχουν ανάξιο αρχηγό». Οι Αθηναίοι όφειλαν να «αγαπούν» την πόλη τους και τη δύναμή της. Η Αθήνα ήταν αξιοθαύμαστη για το νέο κάλλος της, για τον χαρακτήρα των κατοίκων της και για την εξαιρετική τους χάρη, την ικανότητα και τη διαλλακτικότητά τους (οι δούλοι, στο κάτω κάτω, ήταν απλά αντικείμενα). Με διαφορετικές πιθανότητες επιτυχίας, μπορούμε να αποδώσουμε στον Περικλή μια σειρά από προτάσεις για το καλό των συμπολιτών του. Περίπου από το 448 π.Χ. και μετά Αθηναίοι πολίτες ίδρυσαν νέες αποικίες ή εποίκισαν αθηναϊκές κτήσεις σε συμμαχικά εδάφη: η πολιτική αυτή υπαγορεύτηκε πιθανότατα από τον Περικλή. Οι περισσότεροι από τους αποίκους προέρχονταν από τις κατώτερες τάξεις και κατάφεραν να καλυτερέψουν τη ζωή τους αξιοποιώντας τη νέα γη εκτός συνόρων. Από τις αρχές .του 450 π.Χ. οι Αθηναίοι που συμμετείχαν στα δικαστήρια λάμβαναν μία μικρή ημερήσια αποζημίωση: αυτή η κρατική αμοιβή ψηφίστηκε ύστερα από πρόταση του Περικλή. Συν τω χρόνω όλοι οι Αθηναίοι έφτασαν να επιδοτούνται με το απαραίτητο χρηματικό ποσό προκειμένου να προμηθεύονται τα «εισιτήριά» τους για τους δραματικούς αγώνες και για τα υπόλοιπα δρώμενα στις μεγάλες αθηναϊκές εορτές: μία ακόμη παραχώρηση προς τον αθηναϊκό λαό που, αν και από πολλούς αμφισβητείται ο εμπνευστής της, νομίζω πως πρέπει να αποδώσουμε με βεβαιότητα στον Περικλή.
 
Με δική του προτροπή επίσης θεσπίστηκαν αυστηρότερες προϋποθέσεις για τον προσδιορισμό του γνήσιου Αθηναίου πολίτη. Ο Περικλής πέτυχε να ψηφιστεί νόμος ο οποίος αναγνώριζε ως γνήσιους πολίτες μόνον όσους είχαν και τους δύο γονείς τους Αθηναίους πολίτες. Ο νόμος αυτός δεν είχε αναδρομική ισχύ και αφορούσε τα παιδιά που είχαν γεννηθεί από το 451 π.Χ. και μετά, έτσι ήταν αρκετά δημοφιλής ώστε να ψηφιστεί από τους Αθηναίους πολίτες. Με τον συγκεκριμένο νόμο ο Περικλής επιδίωκε πιθανότατα να προτρέψει τους άνδρες της Αθήνας να νυμφεύονται Αθηναίες, και το θέμα αυτό είχε αποκτήσει επείγοντα χαρακτήρα από τη στιγμή που πολλοί Αθηναίοι λάμβαναν, όπως είδαμε, νέους κλήρους εκτός συνόρων, τους οποίους μίσθωναν ή καλλιεργούσαν οι ίδιοι. Ο Περικλής είχε αντιληφθεί ότι οι αθηναϊκές οικογένειες δεν ήθελαν να έχουν ανύπαντρες κόρες και οι γιοι να παίρνουν γυναίκες από την αλλοδαπή: ο αυστηρότερος προσδιορισμός του γνήσιου Αθηναίου πολίτη συμβάδιζε επίσης με το αθηναϊκό αίσθημα της κοινής ταυτότητας.
 
Όλοι αυτοί οι νεωτερισμοί διαπνέονταν από τη σταθερή πεποίθηση ότι οι πολίτες της Αθήνας ήταν ξεχωριστοί, ότι κάθε άρρην ενήλικας ήταν ικανός να επωμιστεί πολιτικά καθήκοντα, ότι οι πολίτες έπρεπε να ανταμείβονται για τον ρόλο τους και ότι οι τέχνες τιμού­σαν τους θεούς και εκπολίτιζαν τους αποδέκτες τους. Ο ίδιος ο Περικλής προήδρευε στην επιτροπή που επιθεωρούσε τα λαμπρά νέα κτήρια στην Ακρόπολη. Ήταν στενός φίλος του μεγάλου γλύπτη Φειδία και η συμβολή του ταυτίστηκε με την επιτυχή έκβαση του οικοδομικού προγράμματος. Υπό την καθοδήγησή του, το πέπλο που ύφαναν οι κόρες των Αθηναίων για τη θεά Αθηνά μεταφέρθηκε στη νέα της «κατοικία», τον Παρθενώνα, όπου αναρτήθηκε ως επιβλητικό φόντο πίσω από το τεράστιο καινούργιο άγαλμα της θεάς το οποίο φιλοτέχνησε ο Φειδίας. Ο Περικλής πρότεινε επίσης την ανέγερση ενός ιδιαίτερου περίστυλου Ωδείου ακριβώς κάτω από την Ακρόπολη. Έγινε τόπος διεξαγωγής μουσικών αγώνων στις μεγάλες εορτές, αν και οι κωμικοί ποιητές το χαρακτήρισαν αλαζονικό κατασκεύασμα που είχε ως πρότυπο τη λαφυραγωγημένη σκηνή του Πέρση βασιλιά Ξέρξη.
 
Μεταξύ του 560 και 510 π.Χ. οι Αθηναίοι τύραννοι οραματίστηκαν μια μεγαλοπρεπή Αθήνα τώρα, για πρώτη φορά συναντάμε ένα όραμα για τους Αθηναίους πολίτες. Κανένας προηγούμενος πολιτικός, ούτε καν ο Κλεισθένης, δεν σχετιζόταν, από όσο ξέρουμε, με φιλόσοφους και διανοούμενους. Σε αντίθεση με παλαιότερους αριστοκράτες, ο Περικλής δεν απαίτησε να γραφτούν ποιήματα και άλλα κείμενα προς τιμήν του: δεν προσπάθησε καν να χαράξει το όνομά του σε αυτά που θεωρήθηκαν κτήρια όλων των Αθηναίων πολιτών. Συνέλαβε την ιδέα μιας νέας κοινότητας, με επαυξημένη δύναμη και με την ισότιμη συμμετοχή των ανδρών της Αθήνας. Οι επαφές του με τους ανθρώπους του πνεύματος έφταναν ως τον Πρωταγόρα, τον φιλόσοφο ο οποίος προσκλήθηκε, σύμφωνα με τους μεταγενέστερους, προκειμένου να συντάξει, υπό την καθοδήγηση του Περικλή, τους νόμους για τη νέα αποικία των Θούριων στη Νότια Ιταλία. Στη μουσική, στην πολιτική θεωρία, στη χρήση της ρητορικής τέχνης και του καθαρού λόγου ο Περικλής επέδειξε πρωτοφανή διαύγεια πνεύματος. Ήταν το απόσταγμα της νέας αθηναϊκής υπεροχής στη διάρκεια της ζωής του, η οποία προσέλκυσε προικισμένους και ευφυείς ειδήμονες στην πόλη του, που δελεάστηκαν από τις παροχές και το μεγαλείο της πόλης. Αυτός και οι φίλοι του δεν πίστευαν σε εκείνο το παλαιό αρχαϊκό φόβητρο των θεών που δεν δίσταζαν να τους τιμωρήσουν για τα ατοπήματα ενός μακρινού προγόνου. Διέθεταν τη διαύγεια της νέας κλασικής διάνοιας.
 
Στη συντροφιά αυτή, ο τυχαίος «θυμός» των θεών δεν αποτελούσε πειστική «εξήγηση της κακοτυχίας»: οι απόγονοι δεν θεωρούνταν υπεύθυνοι για τα προγονικά αμαρτήματα. Η σαφέστερη αυτή κατανόηση της έννοιας της ευθύνης αποτελεί για μας ένα ορόσημο για τη μετάβαση από την αρχαϊκή στην κλασική εποχή. Στην Αθήνα, ο Περικλής και οι φίλοι του αντιλαμβάνονταν τα πράγματα κατ’ αυτόν τον τρόπο, και το σημαντικό σε αυτή την αίσθηση αλλαγής που αποκομίζουμε είναι ότι λίγοι συμμερίζονταν αυτή την αντίληψη· οι περισσότεροι άνθρωποι στην «κλασική Ελλάδα» συνέχιζαν να βαυκαλίζονται με τις παλαιότερες ιδέες της Αρχαϊκής περιόδου. Στις αποικίες της Δύσης, και συγκεκριμένα στον Σελινούντα, οι πολίτες έτρεμαν ακόμη τα «εκδικητικά πνεύματα» που κυκλοφορούσαν ανάμεσά τους· στην Κυρήνη, πίστευαν έναν μύθο για την «οργή» του Απόλλωνα που είχε να κάνει με την ίδρυση της πόλης και ταλαιπωρούνταν με τελετές οι οποίες κατεύναζαν τον φόβο των μιασμάτων. Στους Λοκρούς, οι πολίτες έστελναν κάθε χρόνο μια χορεία παρθένων στην Τροία προκειμένου να εξιλεωθούν για κάποιο «κακό» που έκαναν οι πρόγονοί τους στη μυθική εποχή των ηρώων. Ο αιών του Περικλέους δεν ταυτίζεται με έναν Πανελλήνιο διαφωτισμό, ήταν όμως μια εποχή όπου οι άνθρωποι του πνεύματος και η πεφωτισμένη τους σκέψη άνθισαν για πρώτη φορά γύρω από έναν φιλομαθή πολιτικό ηγέτη.
 
Κάποια στοιχεία απηχούν στον Επιτάφιο που εκφώνησε ο Περικλής το 430 π.Χ., τον οποίο ο Θουκυδίδης αποδίδει με δικά του λόγια διεκδικώντας την πιστή απόδοση της ουσίας του. Πίσω από τα λαμπρά περίκλεια επιχειρήματα, διακρίνουμε μιαν απάντηση στους επικριτές της εποχής του. «Φιλοκαλοῦμεν γάρ μετ’ εὐτελείας καί φιλοσοφοῦμεν ἄνευ μαλακίας». Στη δημοκρατία μας, κάθε άνθρωπος μπορεί να συνεισφέρει, ανεξαρτήτως της καταγωγής του, όμως οι Αθηναίοι σέβονταν την ιδιωτική ζωή των συμπολιτών τους και δεν τους κάκιζαν αν ενεργούσαν για προσωπική ευχαρίστηση. Η ελευθερία διαποτίζει τόσο την πολιτική όσο και την ιδιωτική ζωή, αλλά είναι μια ελευθερία που υπακούει στον νόμο. Η αθηναϊκή ελευθερία δεν είναι «ασυδοσία». Ωστόσο λογίζεται «άχρηστος εκείνος που δεν ενδιαφέρεται για τα πολιτικά». Όσον αφορά τις γυναίκες, δεν προβλέπεται πα­ρόμοια συμμετοχή. Ο λόγος του τελειώνει με μία σύντομη αναφορά στη «γυναικεία αρετή» για όσες ήταν τώρα χήρες. Τις προτρέπει να «φροντίσουν ώστε να γίνεται όσο το δυνατόν λιγότερος λόγος γι’ αυτές μεταξύ των ανδρών» και να περνούν απαρατήρητες. Εκφράζει την άποψη πως θα αποτελεί μεγάλη δόξα γι’ αυτές «να μη φανούν κατώτερες του προορισμού τους». Υπαινίσσεται, λοιπόν, ότι η φύση τους ούτως ή άλλως δεν είναι και η καλύτερη. Δίνει «μία αμιγώς αρνητική εντολή να μην παραβιάσουν τους περιορισμούς που θέτει η ίδια τους η φύση». Εδώ, όπως και αλλού, ο Περικλής διατυπώνει αυ­τό που ήταν αποδεκτό από το ακροατήριό του – και το οποίο θα απέρριπταν πολλοί από τους σύγχρονους αναγνώστες του. Για τους άνδρες, το ιδανικό δεν είναι «δημόσια λάμψη, ιδιωτική μιζέρια». Η φτώχεια δεν είναι ντροπή. Ντροπή είναι να μην προσπαθεί κανείς να απαλλαγεί από αυτήν. Σε όλη τη δεκαετία του 430 π.Χ., οι κωμικοί ποιητές της Αθήνας και οι πολιτικοί αντίπαλοι του Περικλή προσπάθησαν να σατιρίσουν, ακόμη και να παραπέμψουν σε δίκη τον Περικλή, την Ασπασία και τους ανθρώπους του πνεύματος και της τέχνης που ανήκαν στον κύκλο τους. Ο «ολύμπιος» Περικλής, ισχυρίζονταν οι κωμωδιογράφοι, κατευθυνόταν από την ερωμένη του: ξεκίνησε τον πόλεμο με τη Σπάρτη – γιατί όχι; – για να αποφύγει το σκάνδαλο. Οι κωμικοί ποιητές τον αποκαλούσαν «σχινοκέφαλον». Στην αρχαία ελληνική χλωρίδα σχίνος ήταν η διαφορετική ονομασία του φυτού σκίλλα που είχε στρογγυλό, απαλό βολβό, και τον προσφωνούσαν έτσι εννοώντας πως το κεφάλι του ήταν στρογγυλό και είχε πρόωρη φαλάκρα. Λέγεται ότι συχνότατα φορούσε στρατιωτική περικεφαλαία στις δημόσιες εμφανίσεις του, πιθανόν για να κρύψει τη φαλάκρα του, καθώς και για να θυμίζει τη διάρκεια της θητείας του ως στρατηγού. Η κωμική σάτιρα και οι απόπειρες να προσαχθεί σε δίκη αποτελούν απόδειξη της ελευθερίας την οποία εκθείασε ο Περικλής. Το κοινό απολάμβανε το «κίτρινο» χιούμορ των ποιητών, αλλά το όραμα του Περικλή ήταν τελικά αυτό που επέζησε.

Όταν το συναίσθημα γίνεται δικαιολογία

Όλα σου πάνε σκατά. Έχεις χαθεί με τις παρέες σου, κάνεις λάθη στη δουλειά σου, είσαι συνέχεια ανήσυχος και νευρικός κι όταν σε ρωτήσουν «γιατί» βάζεις μπροστά τον έρωτα. Ερωτεύτηκες∙ και;

Ούτε ο πρώτος είσαι ούτε κι ο τελευταίος. Φταίει ο έρωτας για όλα. Ναι, ο έρωτας αυτός που αύριο μεθαύριο δε θα αντέξει τον ασφυκτικό κλοιό που δημιουργείς γύρω του και θα σε παρατήσει στα κρύα του λουτρού.

Έχεις μάθει να ερωτεύεσαι, να πέφτεις με τα μούτρα και να απορείς μετά γιατί δε δούλεψε η ιστορία σας και γιατί λήξατε τόσο άδοξα. Εκεί που ο άλλος γνωρίζει ένα πολυτάλαντο, δραστήριο κι ενδιαφέρον άτομο, καταλήγει να βγαίνει με ένα παλαβό, άβουλο πλάσμα κι απορεί πώς γίνεται να έπεσε τόσο έξω. Και πάλι πετάς σαν αιτία τον έρωτα.

Δε γίνεται να φταίει για όλα ο έρωτας, όμως. Το θέμα είναι εσωτερικό και καθαρά δικό σου. Είναι οι ανασφάλειές σου, η έλλειψη αυτοπεποίθησης κι η μόνιμη ανησυχία σου που ευθύνονται. Αν εσύ αποφάσισες να τα αφήσεις όλα σε δεύτερη μοίρα για να ασχολείσαι συνεχώς κι ανελλιπώς με το καινούριο σου αμόρε, δε σημαίνει ότι αιτία είναι ο έρωτας. Και μην ξεχνάς ότι η κατάχρηση σε οποιοδήποτε τομέα της ζωής δεν έκανε ποτέ καλό σε κανένα.

Όλα απαιτούν ισορροπίες και σωστούς χειρισμούς, πόσο μάλλον ένας άνθρωπος με αισθήματα κι αντοχές. Διαπιστώνει ο άλλος πως την ώρα που κοιμότανε εσύ σκάλιζες το κινητό του και προσπαθείς να τον πείσεις ότι φταίει που είσαι τόσο ερωτευμένος μαζί του. Όχι, μαλάκα. Η ανασφάλειά σου κι η έλλειψη εμπιστοσύνης σου ευθύνονται.

Ακόμη κι υποψίες να έχεις για πιθανή απιστία, αναφέρεις το θέμα ευθέως και χειρίζεσαι την κατάσταση ως ώριμος ενήλικας κι όχι σαν την κατίνα του χωριού. Και στην τελική αν ο έρωτάς σας είναι τόσο μεγάλος και δυνατός, γιατί να έχεις τέτοιες αμφιβολίες. Άβολη αλήθεια που πονάει, ε;

Λένε ότι στο όνομα της αγάπης και του έρωτα γίνονται τα μεγαλύτερα εγκλήματα. Πιο άκυρη δήλωση από αυτή δεν έχω ακούσει στην ζωή μου. Στο όνομα της δειλίας και του εγωισμού, ίσως. Στο όνομα της αγάπης και του έρωτα συμβαίνουν τα ομορφότερα θαύματα, αλλιώς μιλάμε για έρωτες μονόπλευρους χωρίς ανταπόκριση.

Κι όταν ο άλλος σε ρωτά για τις υστερικές σου συμπεριφορές και τους παραλογισμούς, το ρίχνεις στο γεγονός ότι δε θέλεις να τον χάσεις, ενώ βαθιά μέσα σου ξέρεις ότι παλεύεις για κάτι που έχει ήδη λήξει. Κι όσο περισσότερο παλεύεις κι αγωνίζεσαι, τόσο μεγαλώνουν τα λάθη σου και τόσο ο άλλος απομακρύνεται από σένα.

Μέχρι τη στιγμή που αντιλαμβάνεσαι ότι ο πραγματικός έρωτας δεν πιέζει και δεν εξαναγκάζει, δεν είναι απειλητικός και χειριστικός. Συνειδητοποιείς επιτέλους ότι πραγματικός έρωτας κι αληθινή αγάπη είναι να υπολογίζεις τις ανάγκες και τις επιθυμίες του άλλου κι αν δεις ότι οι διαφορές σας είναι πια τόσο μεγάλες που δε γεφυρώνονται να μάθεις να αποχωρείς, να επιτρέπεις στον άλλο να αποχωρεί και να διεκδικεί τον χώρο και τον χρόνο του.

Ο έρωτας δεν είναι δικαιολογία για τίποτα άλλο πέρα απ’ την ικανοποίηση και την ευτυχία που σου προσφέρει. Οτιδήποτε άλλο πέρα από αυτό δεν είναι έρωτας. Είναι απελπισμένες και φρούδες προσπάθειες για να κρατήσεις κάποιον που επιλέγει να φύγει.

Κι όμως αν ήταν πραγματικός έρωτας, δε θα έφευγε και δε θα έπρεπε να προσπαθήσεις τόσο. Κι αν για σένα είναι τόσο σημαντικός ο άλλος όσο λες, δείξ’ το σεβόμενος την επιθυμία του να αποχωρίσει. Γιατί αν είσαι πραγματικά ερωτευμένος θα χαίρεσαι με την ευτυχία του άλλου κι ας νιώθεις εσύ μέσα σου χίλια κομμάτια. Θα τον σκέφτεσαι χαμογελαστό και χαρούμενο όπως όταν τον πρωτογνώρισες και παρ’ όλο που ένα κομμάτι μέσα σου θα πονά, ένα άλλο θα χαίρεται γιατί θα ξέρεις ότι κάπου εκεί έξω υπάρχει κι είναι καλά, έστω και μακριά σου.

Κι αν κάποια στιγμή ηρεμήσει και δοκιμαστεί και δει ότι τα συναισθήματά του για σένα είναι τελικά εξίσου δυνατά με τα δικά σου, ξέρει πού θα σε βρει κι αν τα δικά σου είναι τόσο δυνατά θα είσαι εκεί έτοιμος να τον δεχτείς πίσω.

Γιατί κάπως έτσι χτίζονται οι αληθινοί έρωτας κι οι αγάπες. Μέσα απ’ την κατανόηση, τη συγχώρεση και την καρτερικότητα κι όχι μέσα από επιμονές, εμμονές κι αδικαιολόγητες συμπεριφορές.

Η επανάσταση των αισθήσεων

Όλοι σε διάφορες φάσεις της ζωής μας έχουμε ευχηθεί να αναστηθούμε από τις στάχτες μας ζώντας ένα μεγάλο έρωτα. Φανταζόμαστε ότι θα έρθει από μια επουράνια δύναμη και θα μας σώσει από το βούρκο που ήμαστε φυλακισμένοι. Για αυτό λοιπόν ελπίζουμε και ονειρευόμαστε χωρίς σταματημό.

Είναι άραγε αλήθεια αυτό ή ένα ψέμα; Ποιος μπορεί να ορίσει τον έρωτα και τα επακόλουθα του; Γράφονται στα περιοδικά μυστικά επιτυχίας, με τις φωτογραφίες που τα συνοδεύουν, να είναι πάντα έγχρωμες και ελκυστικές. Όλα μοιάζουν να είναι τοποθετημένα σε κουτάκια και εσύ πρέπει να διαλέξεις το σωστό.

Για να είμαι ειλικρινής δε πιστεύω τίποτα από όλα αυτά. Απεχθάνομαι την κανονικότητα τους και την υποτιθέμενη αυθεντία τους.

Ο έρωτας δεν είναι συναίσθημα, ούτε περιτύλιγμα αστραφτερών περιοδικών. Είναι μια κατάσταση, ένα αίτημα ζωής που είτε το έχεις, είτε όχι.

Δεν περιμένω να βρω το άλλο μου μισό, αλλά θέλω να γίνω ολόκληρος ώστε να συναντήσω κάτι επίσης ολόκληρο και αληθινό. Είμαι σίγουρος ότι θα αναρωτηθούν πολλοί πως θα γίνει αυτό, κι αν έχουν δικαίωμα όλοι να συμμετέχουν σε αυτή την ανάσταση της ψυχής και του σώματος.

Μπορεί να συμμετέχουν όλοι σε αυτή τη διαδικασία χωρίς περιορισμούς και νουθεσίες. Υπάρχει μόνο ένας κανόνας που δε πρέπει να παραβιαστεί σε καμία περίπτωση. Όλοι ανεξαιρέτως θα βουτήξουν στους πιο σκοτεινούς ωκεανούς της ψυχής τους χωρίς αναπνευστήρα. Η διαδικασία θα είναι χρονοβόρα και ψυχοφθόρα. Θα μοιάζει μια διαρκής αναζήτηση για να συγκροτήσεις αυτό που έχει χαθεί με αυτό που πρόκειται να έρθει. Στη διαδρομή θα ανακαλύψεις μύθους, ταμπού, και ένα τεράστιο φόβο για επαφή. Όλοι έχουμε ανατραφεί με μια συγκεκριμένη εικόνα για τον εαυτό μας και το σώμα μας. Σκοπός είναι τα γκρεμίσουμε όλα και να ξαναχτίσουμε πάλι τον εαυτό μας από την αρχή. Να απομυθοποιήσουμε τους προσωπικούς μας μύθους, να κατανοήσουμε την αναιτιότητα των ταμπού, και να καταλάβουμε ότι η επαφή είναι το πιο ωραίο βάλσαμο της ζωής.

Κάθε φορά που θα πετάμε ένα άχρηστο κομμάτι, θα νιώθουμε πόνο αλλά και μια ανείπωτη χαρά. Θα συνδέουμε ξανά τα χαμένα κομμάτια του εαυτού μας. Αυτή η προσπάθεια δε πρέπει να περιέχει μόνο μοναχικότητα. Γιατί υπάρχει κίνδυνος να χαθούμε στο λαβύρινθο του εαυτού μας. Το εγώ οφείλει να συνδιαλέγεται με το εμείς και πάλι το αντίθετο.

Δε θα αργήσει η στιγμή που θα μπορούμε να συνευρεθούμε σε όλα τα επίπεδα χωρίς κανέναν φόβο. Τα κορμιά θα είναι καθαρά και λεία, για να στηρίξουν την επανάσταση των αισθήσεων. Δεν υπάρχει μεγαλύτερη ελευθερία να επιλέγεις και να επιλέγεσαι. Να γονιμοποιείς το φως σου σε κάποιον και αυτός σε εσένα. Όλη αυτή η διαδικασία του έρωτα, είναι ο μόνος τρόπος να νικήσεις το φόβο του θανάτου ή τουλάχιστον να το μετριάσεις.

Αυτό που λαχταρώ είναι να μην ερωτεύομαι πλάτες αλλά τις παλάμες των χεριών. Δε θέλω έναν άνθρωπο να με κουβαλήσει, επειδή είμαι ανεπαρκής. Θέλω απλά ένα ζεστό άγγιγμα και ένα πιστό συνοδοιπόρο στο όμορφο ταξίδι της ζωής. Και πριν χαθούμε στην άβυσσο της αιωνιότητας, να πω:

"Μπορούσα να περπατήσω και μόνος μου, αλλά μαζί σου η διαδρομή ήταν πιο όμορφη και ουσιαστική".

Άν ακολουθήσεις αυτό το δρόμο, ακόμα και ο θάνατος δε θα είναι τόσο φρικτός. Για τον απλούστατο λόγο, ότι θα έχεις αναστηθεί χιλιάδες φορές κατά τη διάρκεια της ζωής σου.

Αυτό από μόνο του δεν αξίζει;

Αγάπη χωρίς όρια και όρια με αγάπη

Να μεγαλώσω το παιδί μου βάζοντας του όρια ή με απεριόριστη αγάπη και άνευ όρων αποδοχή;
Συχνά οι γονείς έρχονται για συμβουλευτική με αυτό το δίλημμα. Αναρωτιούνται αν είναι πιο αποτελεσματικό να θέσουν στο παιδί τους όρια ή να το μεγαλώσουν με απεριόριστη αγάπη και άνευ όρων αποδοχή.

Επίσης, συχνά έχουν δοκιμάσει τα πάντα και νιώθουν ότι βρίσκονται σε αδιέξοδο και χωρίς διαθέσιμες λύσεις: "Μα έχω προσπαθήσει να του βάλω όρια πολλές φορές χωρίς αποτέλεσμα. Ωραία τα λέτε θεωρητικά, αλλά αν ήσασταν στο σπίτι θα καταλαβαίνατε.", "Τον αφήνω συνέχεια να κάνει ό, τι θέλει, αλλά παρόλα αυτά έχει συχνά ξεσπάσματα θυμού. "
Γιατί άραγε οι γονείς δεν είναι ικανοποιημένοι από καμία από τις θέσεις του παραπάνω ερωτήματος;

Συχνά αυτό που γίνεται είναι ότι οι γονείς αντιλαμβάνονται το όριο σαν τιμωρία και την άνευ όρων αποδοχή και την αγάπη σαν μία κατάσταση στην οποία δε χωράει καμία αρνητική συμπεριφορά και κανένα δύσκολο συναίσθημα.

Έτσι, τις περισσότερες φορές οι γονείς απαντούν στο δίλημμα αυτό με το να τοποθετούνται σε δύο πόλους. Από τη μία πλευρά στέκονται εκείνοι οι οποίοι είναι φανατικοί υποστηρικτές των ορίων και από την άλλη πλευρά στέκονται γονείς, οι οποίοι αδυνατούν να θέσουν οποιοδήποτε όριο και επιτρέπουν τα πάντα.

Στην πραγματικότητα, οι γονείς και των δύο πόλων, αντιλαμβάνονται το όριο σαν τιμωρία και επομένως είτε το θέτουν στο παιδί τους με έναν τέτοιο τρόπο είτε γι' αυτό το λόγο αποφασίζουν να μην το θέσουν καθόλου.

Ας δούμε ένα παράδειγμα: Ο τρίχρονος Βασίλης στην παιδική χαρά σπρώχνει τη Μαρία επειδή του πήρε τη σειρά του στην τσουλήθρα.

Σενάριο 1ο: Οι γονείς που θέτουν όρια:

Η μαμά του αμέσως τον αρπάζει από το χέρι και του λέει φωνάζοντας πως δεν επιτρέπεται να σπρώχνει τα άλλα παιδιά. Ο Βασίλης τινάζεται προσπαθώντας να ξανασπρώξει τη Μαρία και τότε η μαμά του τον απομακρύνει λέγοντάς του ότι είναι κακό παιδί και ότι θα τον βάλει τιμωρία επειδή έσπρωξε τη Μαρία. Ο Βασίλης γίνεται έξω φρενών και φεύγουν. Στο σπίτι η μητέρα του ενημερώνει τον μπαμπά για ό, τι έγινε και οι δυο μαζί ανακοινώνουν στο Βασίλη ότι δε θα φάει παγωτό επειδή έσπρωξε τη Μαρία στην παιδική χαρά.

Οι γονείς του σεναρίου έκαναν αυτό που νόμιζαν καλύτερο. Προσπάθησαν να βάλουν στο Βασίλη ένα όριο σε σχέση με τη βία. Όμως, το έκαναν με έναν τιμωρητικό τρόπο και χωρίς καμία σύνδεση με τα συναισθήματα του Βασίλη και των άλλων. Στο τέλος της ημέρας εκείνοι είναι πολύ πιθανό να νιώθουν εξουθενωμένοι και αποσυνδεδεμένοι από το παιδί τους και ο Βασίλης να νιώθει αδικημένος και ότι δεν τον καταλαβαίνουν. Επίσης, στο μέλλον, μην μπορώντας να διαχειριστεί το θυμό του, είναι πολύ πιθανό να ξανασπρώξει ένα άλλο παιδάκι όταν τον ενοχλήσει κάτι.

Σενάριο 2ο: Οι γονείς που αγαπούν χωρίς όρια:

Η μαμά του Βασίλη προσπαθεί να τον σταματήσει από το να σπρώχνει. Σκύβει προς το μέρος του και προσπαθεί να του ζητάει με γλυκιά φωνή να μην ξανασπρώξει τη Μαρία. Εκείνος μοιάζει σαν να μην την ακούει καθόλου και προσπαθεί να την ξανασπρώξει φωνάζοντας. Τελικά τον σπρώχνει και η Μαρία και ο Βασίλης βάζει τα κλάματα. Η μητέρα της Μαρίας την παίρνει και φεύγουν και η μητέρα του Βααίλη τον αγκαλιάζει, του λέει πως δε θα ξανααφήσει άλλο παιδί να του πάρει τη σειρά. Στο σπίτι ο Βασίλης διηγείται στον μπαμπά τι έγινε και εκείνος τον αγκαλιάζει το Βασίλη και του λέει πως ό, τι κι αν συνέβη τον αγαπάει πολύ.

Κι εδώ, οι γονείς του σεναρίου έκαναν αυτό που νόμιζαν καλύτερο. Ήταν τρυφεροί με το παιδί τους, το αγκάλιασαν, του έδειξαν την αγάπη τους και το διαβεβαίωσαν πως τον αποδέχονται ό, τι κι αν κάνει.

Όμως, δεν έβαλαν κανένα σαφές όριο σε σχέση με τη βία και δεν προσεφεραν στο παιδί τους καμία νοηματοδότηση γι' αυτό που έγινε.

Στο τέλος της ημέρας είναι πιθανό να νιώθουν κουρασμένοι και μη αποτελεσματικοί και ο Βασίλης να νιώθει μπερδεμένος σε σχέση με το τι επιτρέπεται να κάνει και τι όχι. Την επόμενη φορά που θα γίνει κάτι τέτοιο είναι πολύ πιθανό να ξανασπρώξει ένα άλλο παιδάκι.

Όμως τι θα μπορούσε να γίνει διαφορετικά;

Ας ξαναγυρίσουμε στο παράδειγμά μας.

Η Μαρία λοιπόν παίρνει τη σειρά του Βασίλη στην τσουλήθρα και εκείνος τη σπρώχνει.

Σενάριο 3ο: Αγάπη χωρίς όρια και όρια με αγάπη:

Εδώ, είναι πολύ βοηθητικό η μαμά να προσπαθήσει να μπει στη θέση του παιδιού της και να καταλάβει πώς εκείνο μπορεί να νιώθει. Είναι πολύ πιθανό πως ο Βασίλης νιώθει αδικημένος και θυμωμένος που του πήραν την σειρά. Όμως, η ηλικία του δεν του επιτρέπει να έχει εύκολη πρόσβαση σε αυτά τα συναισθήματα. Έτσι, μην μπορώντας να ονομάσει και να διαχειριστεί το θυμό του, σπρώχνει τη Μαρία.

Για το λόγο αυτό είναι σημαντικό η μαμά, μαζί με την οριοθέτηση που θα κάνει σε σχέση με τη βία, να λειτουργήσει ως συναισθηματικός καθρέφτης, να αναγνωρίσει και να νομιμοποιήσει τα συναισθήματα του Βασίλη. Για παράδειγμα, θα μπορούσε κρατώντας το Βασίλη από το χέρι να πει σταθερά και ήρεμα:

"Ξέρω ότι θύμωσες που σου πήρε τη σειρά, αλλά δεν επιτρέπεται να χτυπάμε τους άλλους. Η Μαρία φοβήθηκε, πόνεσε".

Με την ίδια σταθερότητα, μπορεί να χρειαστεί να απομακρύνει το Βασίλη αν συνεχίσει να σπρώχνει το κοριτσάκι. Και αργότερα στο σπίτι, σε κάποια ήρεμη στιγμή, θα μπορούσαν μαζί με τον μπαμπά να εξηγήσουν στο Βασίλη γιατί δεν επιτρέπεται να χτυπάμε τους άλλους και πώς μπορεί να ένιωσε το κοριτσάκι με τη συμπεριφορά του. Επίσης, θα ήταν πολύ βοηθητικό να του αναγνωρίσουν ότι θύμωσε και ένιωσε αδικημένος και να προσπαθήσουν να σκεφτούν μια εναλλακτική για το τι μπορεί να κάνει σε τέτοιες περιπτώσεις (πχ να πει στη Μαρία ότι είναι η σειρά του όταν τη βλέπει να πλησιάζει την τσουλήθρα ή ακόμα και να της πει ότι θύμωσε μαζί της και ότι δε θα ήθελε να ξαναγίνει αυτό).

Στο τέλος της μέρας οι γονείς του σεναρίου αυτού θα είναι κι αυτοί κουρασμένοι, αλλά είναι πιο πιθανό να νιώθουν συνδεδεμένοι με το παιδί τους. Ο Βασίλης μάλλον θα νιώθει πως οι γονείς του τον αγαπούν και τον καταλαβαίνουν. Επίσης, θα ξέρει ότι έσπρωξε τη Μαρία επειδή θύμωσε και θα έχει κατανοήσει πως επιτρέπεται να θυμώνει, αλλά δεν επιτρέπεται να σπρώχνει τους άλλους.
Τελικά χρειάζονται ή όχι τα όρια;

Η ύπαρξη ορίων σε κάποια βασικά θέματα είναι απαραίτητη ώστε ένα παιδί να μπορέσει να νιώσει ασφάλεια. Είναι πολύ σημαντικό το παιδί να κατανοήσει ότι δεν επιτρέπεται να χτυπάει τους άλλους, να τους πονάει, να τους κάνει κακό και ότι αντίστοιχα κανείς δεν επιτρέπεται να το χτυπάει, να το πονάει. Επίσης, χρειάζεται να ξέρει ότι η συμπεριφορά του έχει συγκεκριμένη επίδραση στους άλλους ανθρώπους.

Είναι όμως εξίσου σημαντικό τα όρια μπαίνουν εκεί όπου πραγματικά υπάρχει νόημα και να τίθενται με φροντίδα και με γνώμονα την ομαλή συνύπαρξη του παιδιού με τους άλλους και όχι ως τιμωρία ή άσκηση ελέγχου. Επίσης, είναι σημαντικό να μπαίνουν στο πλαίσιο της σχέσης μας με το παιδί και όχι ανεξάρτητα και έξω από αυτήν.

Χρειάζεται δηλαδή όταν βάζουμε όρια να διατηρούμε τη σύνδεσή μας με το παιδί μας και να μην το κάνουμε με τρόπο που θέτει υπό αμφισβήτηση τη σχέση και δίνει το μήνυμα της απόρριψης.

Ακόμα, είναι ιδιαίτερα βοηθητικό να πλαισιώνουμε την όποια οριοθέτηση λειτουργώντας ως συναισθηματικός καθρέφτης των παιδιών μας και βοηθώντας τα να αναγνωρίσουν τα συναισθήματα τα οποία τα κάνουν να έχουν δύσκολες συμπεριφορές.

Ας απαντήσουμε λοιπόν στο δίπολο "αγάπη ή όρια" με μια σύζευξη: "Αγάπη χωρίς όρια και όρια με αγάπη".

Νοιώθουμε τον πόνο, αλλά όχι και την έλλειψη του πόνου

Νοιώθουμε τον πόνο, αλλά όχι και την έλλειψη του πόνου· -νοιώθουμε την έγνοια, αλλά όχι και την έλλειψή της· το φόβο, αλλά όχι και τη σιγουριά.
 
Νοιώθουμε τον πόνο και την επιθυμία, όπως νοιώθουμε και την πείνα και τη δίψα. Μόλις όμως εισακουστούν, τελειώνουν όλα, σαν την μπουκιά, που μόλις την καταπιούμε, παύει να υπάρχει για την αίσθησή μας. Αυτά τα τρία μεγαλύτερα αγαθά της ζωής, υγεία, νιάτα και Ελευθερία, όσο καιρό τα κατέχουμε, δεν τα κατέχουμε ευσυνείδητα, και τα εκτιμούμε μόνο όταν τα χάσουμε, γιατί είναι και αρνητικά αγαθά. Τις ευτυχισμένες μέρες της περασμένης μας ζωής τις παρατηρούμε μόνο όταν αντικατασταθούν με μέρες οδύνης...
 
Όσο μεγαλώνουν οι απολαύσεις μας, τόσο πιο αναίσθητοι γινόμαστε: η συνήθεια δεν είναι πια ευχαρίστηση. Απ’ αυτό και μόνο αυξάνεται η ικανότητά μας να υποφέρουμε· κάθε συνήθεια που καταργείται, προξενεί οδυνηρό συναίσθημα.
 
Οι ώρες κυλούν τόσο πιο γρήγορα όσο πιο ευχάριστες είναι, και τόσο πιο αργά, όσο είναι πιο θλιβερές, γιατί το θετικό δεν είναι η απόλαυση, αλλά η οδύνη, γιατί αυτής γίνεται αισθητή η παρουσία.
 
Η ανία μας δίνει την έννοια του χρόνου, και η διασκέδαση μας την αφαιρει. Κι’ αυτό αποδείχνει πως η ύπαρξή μας είναι τόσο πιο ευτυχισμένη, όσο λιγότερο την αισθανόμαστε: γι’ αυτό, καλλίτερα θα ήταν να απαλλασσόμαστε απ’ αυτήν. Δεν θα μπορούσαμε απόλυτα να φανταστούμε μια μεγάλη έντονη χαρά, αν δεν την διαδεχόταν μια μεγάλη δυστυχία: γιατί τίποτα δεν μπορεί να φτάσει σε μια κατάσταση γαλήνης και μόνιμης χαράς· το πολύ να καταφέρουμε να διασκεδάσουμε, και να ικανοποιηθούμε την ματαιοδοξία μας.
 
Έτσι, όλοι οι ποιητές αναγκάζονται να ρίχνουν τούς ήρωες τους σε καταστάσεις γεμάτες αγωνίες και βάσανα, για να μπορέσουν να τους απαλλάξουν πάλι απ’ αυτά και το δράμα και η επική ποίηση δεν μας δείχνουν άλλο από ανθρώπους που αγωνίζονται, πού υποφέρουν χιλιάδες βάσανα, και κάθε μυθιστόρημα μας δίνει για θέαμα τους σπασμούς και τους κλονισμούς της δύστυχης ανθρώπινης καρδιάς. Ο Βολταίρος, ο τυχερός Βολταίρος, αν και τόσο ευνοήθηκε από την φύση, σκέφτεται το ίδιο πράγμα μ’ εμένα, όταν λέει: «Η ευτυχία δεν είναι παρά ένα όνειρο, ενώ Η οδύνη είναι πραγματική», και προσθέτει: «Αυτό το νοιώθω τώρα και ογδόντα χρόνια. Δεν ξέρω τίποτ’ άλλο παρά να καρτερώ, και να λέω μέσα μου πώς οι μύγες γεννιούνται για να τις τρώνε οι αράχνες, και οι άνθρωποι για να τούς τρώνε οι θλίψεις». 
 
Αυτός ο κόσμος, τόπος σφαγής όπου αγωνιώδη και βασανισμένα όντα ζουν μόνο καταβροχθίζοντας το ένα το άλλο, όπου κάθε θήραμα γίνεται ζωντανός τάφος χιλιάδων άλλων, και συντηρεί τη ζωή του μόνο σαν την πληρώσει με μια μακριά σειρά από μαρτύρια, όπου η ικανότητά του να υποφέρει μεγαλώνει ανάλογα με την νόηση, και κατά συνέπεια στον άνθρωπο φθάνει στην ανώτατη της βαθμίδα· αυτόν τον κόσμο, οι αισιόδοξοι θέλησαν να τον προσαρμόσουν με το σύστημά τους, και να μας τον αποδείξουν a priori σαν τον καλύτερο δυνατό κόσμο.
 
Είναι κραυγαλέος ο παραλογισμός. Μου λένε ν’ ανοίξω τα μάτια μου και να στρέψω τα βλέμματά μου στην ομορφιά του κόσμου που τον φωτίζει ο ήλιος, να θαυμάσω τα βουνά του, τις κοιλάδες του, τα ποτάμια του, τα φυτά του, τα ζώα του, και ξέρω ’γώ τί άλλο: Δεν είναι λοιπόν ο κόσμος άλλο παρά ένας μαγικός φανός ; Βέβαια είναι λαμπρό το θέαμα, άλλο είναι όμως να παίζεις και συ το ρόλο σου σ’ αυτόν.
 
Ύστερα από τον αισιόδοξο, έρχεται ο άνθρωπος των τελικών αιτίων αυτός που επαινεί τη σοφή διάταξη, που απαγορεύει στους πλανήτες να συγκρούονται με τη μύτη στο τρέξιμό τους, που εμποδίζει τη γη με τη θάλασσα να μπερδευτούν σε ένα τεράστιο αμάλγαμα, και τις κρατάει όπως πρέπει χωρισμένες, που κάνει ώστε να μην μένουν όλα ακίνητα μέσα σ’ έναν αιώνιο πάγο, ή να τα τρώει η φωτιά, που, χάρη στην κλίση της εκλειπτικής, δεν επιτρέπει στην άνοιξη να είναι αιώνια κι’ αφήνει φρούτα να ωριμάζουν, κτλ... αλλά αυτά είναι απλές conditiones sine quibus non. Γιατί αν πρέπει να υπάρχει ένας κόσμος, αν πρέπει να διαρκέσουν αυτοί οι πλανήτες, έστω και για ίσο χρόνο με όσον κάνει η ακτίνα ενός απλανούς αστέρα για να φτάσει ως αυτούς, κι’ αν δεν εξαφανίζονται σαν τον γιο του Λέσσιγκ αμέσως μόλις γεννιούνται, θα έπρεπε να μην είχαν στηθεί τόσο αδέξια τα πράγματα ώστε να κινδυνεύει τώρα να καταρρεύσει το βασικό οικοδόμημα.
 
Ας έρθουμε τώρα στα αποτελέσματα αυτού του τόσο εξυμνημένου έργου, ας κοιτάξουμε τους ηθοποιούς που κινούνται πάνω σ’ αυτήν την τόσο γερά κατασκευασμένη μηχανή να βλέπουμε τον πόνο να εμφανίζεται ταυτόχρονα με την ευαισθησία, και να μεγαλώνει όσο αυτή γίνεται νοήμων βλέπουμε να συμβαδίζουν ο πόθος και η οδύνη, να αναπτύσσονται απεριόριστα, ώσπου τελικά η ανθρώπινη ζωή να μην προσφέρει τίποτ’ άλλο παρά θέματα για τραγωδίες ή για κωμωδίες. Γι’ αυτό, αν είμαστε ειλικρινείς, πολύ λίγη διάθεση θα έχουμε για να ψάλλουμε το αλληλούια των αισιόδοξων 
 
Αν έχει φτιάξει ένας Θεός αυτόν τον κόσμο, δεν θα ήθελα να είμαι αυτός ο Θεός: η δυστυχία του κόσμου θα μου σπάραζε την καρδιά. (Επιστολές). 
 
Αν φανταζόμαστε έναν δημιουργό δαίμονα, θα είχαμε ωστόσο το δικαίωμα να του φωνάζουμε, δείχνοντάς του την δημιουργία του : «Πώς τόλμησες να διακόψεις την Ιερή ακινησία του χάους, για να ξεπετάξεις από μέσα του μια τέτοια μάζα δυστυχίας και αγωνίας; (Επιστολές) 
 
Σοπενχάουερ - Οι οδύνες του κόσμου

Το κορίτσι που της άρεσε να δημιουργεί ιστορίες

Γράφει, διαβάζει και σκίζει. Καθισμένη στην αγαπημένη της θέση μπροστά από το παράθυρο, προσπαθεί να βάλει σε μια σειρά τις σκέψεις της. Γράφει με μανία, δεν την ικανοποιούν οι λέξεις που έχει διαλέξει και σκίζει τις σελίδες τη μία μετά την άλλη.

Γύρω της ένας μικρός πανικός. Τσαλακωμένα χαρτιά πεταμένα τριγύρω, τα ξύσματα του μολυβιού της έχουν ξεχειλίσει από το τασάκι και έχουν πέσει στο πάτωμα. Και ας επιμένεις εσύ πως το μολύβι είναι ξεπερασμένο. Επιμένει πως οι λέξεις είναι συναισθήματα. Πώς είναι δυνατόν να τα νιώσεις αν δεν ακούς αυτό το μαγευτικό ήχο του μολυβιού, καθώς ¨πετάει¨ πάνω στο χαρτί;

Εσύ κάθεσαι και τη χαζεύεις.Εκείνη δε σε έχει ακούσει να μπαίνεις. Τόσο αφοσιωμένη είναι στις λέξεις της. Ήξερες εξάλλου από την αρχή ότι το να δημιουργεί ιστορίες ήταν η αγαπημένη της απασχόληση. Δε σε ενόχλησε ποτέ αυτή της η αφοσίωση. Ήταν κιόλας το χαρακτηριστικό που σε γοήτευσε από την αρχή.  Κάθεσαι και την παρατηρείς. Θέλεις να αποτυπώσεις αυτή την εικόνα για πάντα στο μυαλό σου.

Είναι νευριασμένη, ανάβει το ένα τσιγάρο πίσω από το άλλο και στο βάθος ακούγεται η φωνή του Johny Cash. Παίζει το αγαπημένο της τραγούδι, μια μελαγχολική μελωδία, η οποία ξέρεις ότι  την ηρεμεί και την εμπνέει.

Αναρωτιέσαι αν γράφει για σένα. Λένε ότι αν γνωρίσεις κάποια στιγμή σου συγγραφέα, δε πρόκειται να πεθάνεις ποτέ. Έχεις εξασφαλίσει ήδη την ύπαρξη σου στα χαρτιά του. Άραγε είσαι τόσο σημαντικός για να κερδίσεις αυτό το προνόμιο;

Δε θα μάθεις ποτέ, γιατί σπάνια  σου δείχνει τις ιστορίες της. Τις μοιράζεται μόνο όταν νιώσει ότι έχουν ολοκληρωθεί και είναι έτοιμες να ¨πετάξουν¨ να φύγουν μακριά. Και εσύ το σέβεσαι αυτό.

Περνάει η ώρα και εκείνη ακόμη δε σε έχει καταλάβει. Δεν αντέχεις άλλο, πηγαίνεις δίπλα της και της δίνεις ένα φιλί. Εκείνη γυρίζει εκνευρισμένη  και σε κοιτά γιατί τη διέκοψες. Της παίρνει λίγα δευτερόλεπτα, αλλά  χαμογελά.

Ένα λεπτό αργότερα σου έχει γυρίσει την πλάτη και συνεχίζει να γράφει. Δε της θυμώνεις όμως, την αφήνεις να ολοκληρώσει και αυτή την ιστορία της και μετά ξέρεις πως θα είναι δική σου. Δε θα τη μοιράζεσαι με άλλες ιστορίες. Εσύ, θα είσαι η ιστορία της.

Ο Προκρούστης

Ο Προκρούστης, στην ελληνική μυθολογία, ήταν ο απάνθρωπος ιδιοκτήτης μιας μικρής έκτασης στην περιοχή του Κορυδαλλού στην Αττική, στον δρόμο ανάμεσα στην Αθήνα και την Ελευσίνα, εκεί όπου τελούνταν τα ομώνυμα μυστήρια. Ο Προκρούστης είχε μια ιδιόμορφη αντίληψη για τη φιλοξενία: απήγαγε ταξιδιώτες, τους προσέφερε ένα πλουσιοπάροχο δείπνο και μετά τους προσκαλούσε να περάσουν τη νύχτα σ’ ένα πολύ ιδιαίτερο κρεβάτι. Ήθελε το μήκος του κρεβατιού να ταιριάζει απόλυτα στον ταξιδιώτη. Αν ήταν ψηλός και τα πόδια του εξείχαν, ο Προκρούστης τα έκοβε με ένα κοφτερό τσεκούρι· αν ήταν πιο κοντός, τραβούσε τα πόδια του μέχρι να φτάσουν το μήκος του κρεβατιού (λέγεται ότι το πραγματικό του όνομα ήταν Δαμάστης ή Πολυπήμων, αλλά του δόθηκε το προσωνύμιο Προκρούστης, που σημαίνει «αυτός που τανύει», δηλαδή τεντώνει).

Σε μια καθαρή περίπτωση θείας δίκης, ο Προκρούστης πιάστηκε στην ίδια του την παγίδα. Ένας από τους ταξιδιώτες έτυχε να είναι ο ατρόμητος Θησέας, ο οποίος λίγο νωρίτερα στην ηρωική του καριέρα είχε σκοτώσει τον Μινώταυρο. Μετά το συνηθισμένο δείπνο, ο Θησέας ανάγκασε τον Προκρούστη να ξαπλώσει στο ίδιο του το κρεβάτι. Έπειτα, προκειμένου να χωρέσει το σώμα του τέλεια σε αυτό, όπως απαιτούσε άλλοτε και ο ίδιος από τους φιλοξενούμενούς του, τον αποκεφάλισε. Έτσι, λοιπόν, ο Θησέας ακολούθησε τη μέθοδο του Ηρακλή, πληρώνοντας τον εχθρό του με το ίδιο νόμισμα.

Σύμφωνα με κάποιες πιο μοχθηρές εκδοχές (όπως αυτή στη Βιβλιοθήκη του Ψευδο-Απολλόδωρου), ο Προκρούστης είχε δύο κρεβάτια, ένα μικρό κι ένα μεγάλο: ανάγκαζε τα κοντά θύματα να ξαπλώνουν στο μεγάλο κρεβάτι, και τα ψηλά στο μικρό.

Η ΜΕΤΑΦΟΡΙΚΗ ΕΝΝΟΙΑ ΤΗΣ ΠΡΟΚΡΟΥΣΤΕΙΑΣ ΚΛΙΝΗΣ
Η χρήση της Προκρούστειας κλίνης ως μεταφοράς δεν αφορά μόνο στην τοποθέτηση κάποιου πράγματος στο λάθος πλαίσιο· αφορά κυρίως στην ανάστροφη λειτουργία αλλαγής της λάθος μεταβλητής, στην προκειμένη περίπτωση του ανθρώπου αντί του κρεβατιού. Σημειωτέον, κάθε αποτυχία αυτού που ονομάζουμε «σοφία» (σε συνδυασμό με τεχνική επάρκεια) μπορεί να αναχθεί σε περίπτωση Προκρούστειας κλίνης.

Η νόηση είναι κληρονομική ή επίκτητη;

Η μήτρα της ευφυΐας (και της βλακείας) ήταν ανέκαθεν αντικείμενο επιστημονικού σκυλοκαβγά: γεννήθηκαν ή έγιναν; Ετσι βγήκαν από τα γεννοφάσκια τους ή τους γάνωσε το μυαλό ο κόσμος όπου φύτρωσαν; Με δυο λόγια, η νόηση είναι κληρονομική (γονίδιο) ή επίκτητη (περιβάλλον). Η σκέψη της σπουδαίας Horney για το ζήτημα υπαγορεύεται μάλλον από τα ουμανιστικά της αισθήματα: «αν το δέντρο μαραζώσει από την έλλειψη του ήλιου, αν μείνει καχεκτικό από τη φτώχεια του εδάφους, ποτέ δεν θα πούμε πως αυτή ήταν η πραγματική του φύση. Και η απάντηση του Cyrulnik, ενός από τους μετριοπαθέστερους της διαμάχης, έρχεται απροσδόκητα ειρωνική: «ο σκύλος μου μεγάλωσε σ’ ένα περιβάλλον όπου καθημερινά τραγουδιέται η Τόσκα, αλλά ποτέ δεν έμαθε να την τραγουδάει ο ίδιος». Η λαϊκή εμπειρία δεν έχει τέτοιου είδους διλήμματα: για την υποψήφια νύφη λένε «δες τη μάνα της για να δεις πώς θα γίνει», για το νήπιο «φτυστός ο πατέρας του» και «τα μάτια σου έχει» ή «πήρε τη μύτη του παππού του, μακάρι να πάρει και το μυαλό του».

Η αντίθεση έμφυτο-επίκτητο έχει προ πολλού ξεφύγει από την επιστημονική μονομέρεια και έχει αναχθεί σε ιδεολογικοπολιτικό ζήτημα- στο παρελθόν εν ονόματι αυτών των δύο θεωριών έγιναν διαχωρισμοί, ρατσιστικές αθλιότητες και εγκλήματα. Όμως, τα σύνορα μεταξύ έμφυτου-επίκτητου δεν είναι διόλου ξεκάθαρα· το δίποδο δεν είναι ούτε γενετικά «απολύτως προγραμματισμένο», αλλά ούτε και «λευκή σελίδα» να τη γεμίσεις χαρίσματα. Όσο στραβωμάρα είναι να θεωρείται αμελητέο τo ευνοϊκό περιβάλλον (διαπαιδαγώγηση,μόρφωση, κουλτούρα) άλλο τόσο χοντροκεφαλιά είναι να μηδενίζονται τα γενετικά χαρακτηριστικά (μόνο οι κληρονομικές ασθένειες είναι κοντά 5.000). Αν το δέντρο της Hοrney είναι από τη φύτρα του χαμοκερασιά, όσο ιδανικές συνθήκες ανάπτυξης και να του εξασφαλιστούν ποτέ δεν θα γίνει ψηλόλιγνο κυπαρίσσι ή μεγαλοπρεπής πλάτανος. Νοητικά καθένας μας κληρονομεί ένα ορισμένο οικόπεδο, μικρό ή μεγάλο· αν σου αναλογούν μόνο 200 τετραγωνικά, ανάλογα με το περιβάλλον, μπορείς να στήσεις παράγκα ή να φτιάξεις μια χαρά μεζονέτα, αλλά είναι αδύνατον να σηκώσεις πυραμίδα.

Όσο απωθητικοί είναι κάποιοι μαυρόψυχοι ευγονιστές άλλο τόσο ξύλινοι και κούφιοι είναι κάποιοι κοινωνιολόγοι που αγνοούν επιδεικτικά την κληρονομικότητα και διογκώνουν υπέρμετρα τις επιδράσεις του περιβάλλοντος- λες και αν ένα κουνάβι μεγαλώσει σε σαλόνι δεν θα βρομάει. Ερμηνεύουν με όρους κοινωνικούς ακόμα και βαθιά ριζωμένα ένστικτα, όπως την ερωτική ζήλια του αρσενικού (τόσο εμφανής στους πιθήκους και σε άλλα πρωτεύοντα), σαν καπιταλιστικό δηλητηρίασμα περί «ιδιοκτησίας». Αν διαγράψουμε τα γενετικά χαρακτηριστικά, τότε τι νόημα έχει ο πρώιμος διαχωρισμός των σπουδών σε θετικές και κλασικές ή ο επαγγελματικός προσανατολισμός των νέων που ανιχνεύει έμφυτες δεξιότητες, ένστικτα στοιχεία και κλίσεις. Το σχετικό σκαρίφημα του Leroi-Gourhan εννοεί πολλά: μεταξύ 1.000 ατόμων που θα ακολουθήσουν μουσικές σπουδές, μόνο το 1 το «έχει μέσα του». Και μεταξύ 1.000 που «το έχουν», μόνο το 1 θα έχει την ευκαιρία να μαθητεύσει στη μουσική, γιατί τα υπόλοιπα δεν είχαν τα ανάλογα ερεθίσματα από το περιβάλλον τους ή κανένας δεν διέγνωσε εγκαίρως την κλίση τους.

Η βλακεία είναι ανίατη.
Μυαλό δεν πουλάνε ούτε στα θρανία ούτε στη λαϊκή· ή το ‘χεις ή σου λείπει, και αυτό κανείς δεν μπορεί να το αλλάξει. Το φάρμακο κατά της βλακείας δεν έχει ακόμα βρεθεί· όσο πιθανό είναι να βγάλει ο μονόχειρας καινούργιο χέρι άλλο τόσο πιθανό είναι να βάλει μυαλό το ντουβάρι. Ούτε οι νουθεσίες ούτε τα γράμματα ούτε τα χρόνια μπορούν να προσθέσουν ένα δράμι μυαλό· είναι σαν να γράφεις στο νερό. Οι αρχαίοι δεν εντυπωσιάζονταν διόλου με τους πολυμαθείς και πολυδιαβασμένους σοφολογιότατους: «ως ουδέν η μάθησις, αν μη νους παρή». Ούτε οι σύγχρονοι σοβαροί θαμπώνονται με τους περισπούδαστους. Στη δεκαετία του 1970, όταν ο Κωνσταντίνος Καραμανλής όργωνε τις ευρωπαϊκές χώρες για να πετύχει την ένταξη της Ελλάδας στην Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα, του πρότειναν να πάρει μαζί του κι έναν υψηλόβαθμο διπλωμάτη και πολιτικό επιστήμονα επειδή, συν τοις άλλοις, μιλούσε εφτά γλώσσες. Ο έμπειρος πολιτικός, που γνώριζε τον προτεινόμενο, αγρίεψε (δεν ήθελε και πολύ): “Τι να τον κάνω αυτόν; Και στις εφτά βλακείες θα λέει”.

Εγωισμός

Πόσο εγωιστές είμαστε τελικά και πόσο αυτό μπορεί να επηρεάσει τη ζωή μας, αρνητικά ή θετικά;

Όταν κάποιος σου λέει πως φέρεσαι πολύ εγωιστικά, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι σε κατακρίνει. Το μήνυμα είναι ξεκάθαρο, «φέρεσαι εγωιστικά», σημαίνει πως δίνεις πιο πολύ σημασία στον εαυτό σου, παρά σε οτιδήποτε άλλο συμβαίνει έξω από σένα.

Ο εγωισμός υπάρχει στην ανθρώπινη φύση ήδη από την εμβρυακή φάση, καθώς σύμφωνα με τον Richard Dawkins στο βιβλίο «Το εγωιστικό γονίδιο», αναφέρει ο ίδιος πως το έμβρυο προκειμένου να διασφαλίσει την επιβίωσή του, μπορεί να βάλει σε κίνδυνο τη ζωή της μητέρας, καθώς απορροφά από κείνη όλα τα θρεπτικά συστατικά που υπάρχουν στον οργανισμό της.

Ένα «εγωιστικό γονίδιο» που ποτέ δεν έφυγε από τη φύση μας και ποτέ δε θα φύγει.

Το ερώτημα είναι, κατά πόσο είναι παραγωγικός ο εγωισμός;
Όλα τα βιβλία που μιλάνε για self-help προτρείνουν τους αναγνώστες τους να επενδύουν περισσότερο στον εαυτό τους, να τρώνε καλύτερα, να ασκούνται και να βελτιώνουν την ιδέα που έχουν τον εαυτό τους, εκτιμώντας τον με σκοπό να τον σέβονται περισσότερο.

Ωστόσο όλα αυτά αφορούν τον άνθρωπο σε συνάρτηση με τον ίδιο του τον εαυτό, τί γίνεται όμως όταν στο προσκήνιο παρεμβάλονται και άλλοι άνθρωποι;

Η ψυχολογία μιλάει για ανθυποβολή του εαυτού μας στους άλλους ανθρώπους. Οι άλλοι αποτελούν τον καθρέφτη μας , καθώς τα μοναδικά πράγματα που μπορούμε να δούμε και να κατανοήσουμε, είναι αυτά που ήδη ξέρουμε. Αυτό δικαιολογεί γιατί μερικές φορές δεν μπορούμε να καταλάβουμε τις αντιδράσεις και τις συμπεριφορές άλλων ανθρώπων, διότι εμείς δεν είμαστε έτσι, επομένως δεν μπορούμε να εντοπίσουμε κάτι κοινό, με αποτέλεσμα να μη μπορούμε να το ερμηνεύσουμε.

Έτσι όταν εντοπίζουμε εγωιστική συμπεριφορά σε άλλους ανθρώπους, δεν είναι καθόλου απίθανο να είμαστε εμείς αρκετά εγωιστές, χωρίς όμως να μπορούμε να το αντιληφθούμε.

Ο εγωισμός δεν είναι παραγωγικός, πιο πολύ θα έλεγα πως τον «θετικό» εγωισμό τον συγχέουμε με την αξιοπρέπεια, διότι αυτή είναι που μας κάνει να γινόμαστε καλύτεροι άνθρωποι και να μη ξεπέφτουμε, παρά ο εγωισμός.

Στην ουσία ο εγωισμός είναι καταστοφικός για το άτομο, διότι όταν κάποιος έχει πολύ, δεν έχει αντικειμενική κρίση της πραγματικότητάς του, αισθάνεται πως απειλείται και πως όλος ο κόσμος συνομωτεί εναντίον του. Γι’αυτό το λόγο ένα εγωιστικό άτομο δεν ακούει ούτε και βλέπει καθαρά, είναι τόσο πολύ πεπεισμένο στη δική του πραγματικότητα, που οτιδήποτε άλλο μοιάζει απλά παράλογο.

Παρ’όλα αυτά όλοι έχουμε υπάρξει εγωιστές και θα υπάρχουμε στο μέλλον, ωστόσο το θέμα δεν είναι τόσο αν θα επωφεληθούμε των συγκυριών, καθώς ένα εγωιστικό άτομο δεν είναι ποτέ ικανοποιημένο, αλλά αν θα έχουμε αρκετή αξιοπρέπεια ώστε να ξεπεράσουμε τα εγωιστικά μας «θέλω», και να δουμε πιο καθαρά την πραγματικότητα.

Μερικές φορές ο εγωισμός μας βάζει παροπίδες, με αποτέλεσμα να χάνουμε καλές ευκαιρίες για τη ζωή μας, επειδή απλά ήμασταν πολύ εγωιστές για να τις κυνηγήσουμε, διότι αν χάναμε ο εγωισμός μας θα πληγωνόταν.

Ο εγωισμός είναι ένας μηχανισμός άμυνας όταν η ζώνη οικειότητάς απειλείται. Χωρίς αυτόν όμως ζούμε καταστάσεις που ποτέ δε θα πιστεύαμε πως θα ζήσουμε και εμπειρείες που μόνο ονειρευόμασταν.

Γιατί δεν πρέπει να ερωτεύεστε τους εγωιστές;

Ας πάρουμε ως δεδομένο πως οι άνθρωποι δεν είμαστε όντα αψεγάδιαστα. Κανείς δεν είναι τέλειος, όλοι έχουμε τα μικρά και μεγάλα ελαττώματά μας. Ως εδώ όλα κατανοητά και λογικά. Υπάρχουν όμως και κάποια ελαττώματα που δεν είναι μικρά, ούτε χαριτωμένα, που δεν είναι το αλάτι κι η νοστιμιά σε μία σχέση αλλά μάλλον η ταφόπλακα.

Μια σχέση αφορά πάντα δύο άτομα, δύο διαφορετικούς ως και άκρα αντίθετους χαρακτήρες κι ο μόνος τρόπος για να επιβιώσει είναι αυτή η προσωπική «συμφωνία», αυτό που ονομάζουμε «αμοιβαίοι συμβιβασμοί». Υπάρχουν όμως κι άτομα που ο εγωισμός τους δεν τους επιτρέπει καμία υποχώρηση κι η εμπειρία μου με κάνει πια να πιστεύω πως εκεί που μπαίνει ο εγωισμός, ο έρωτας φεύγει τρέχοντας. Οι εγωιστικές προσωπικότητες πέρα από εγωκεντρισμό συνήθως διακατέχονται από ναρκισσισμό κι αλαζονεία. Αγαπούν τον εαυτό τους τόσο που αφήνουν περιθώρια αμφιβολίας αν μπορούν πραγματικά να αγαπήσουν κάποιον άλλον.

Επιδιώκουν να έχουν πάντα τον έλεγχο, το «πάνω χέρι». Συχνά τείνουν να γίνονται καταπιεστικοί κι εμμονικοί. Επικαλούνται το δύσκολο παρελθόν τους που τους σκλήρυνε ενώ στην ουσία απλώς λειτουργούν με μία ιεραρχία όπου στην κορυφή βασιλεύει η αφεντιά τους. Απαιτούν να ακολουθήσεις το δικό τους πρόγραμμα, ικανοποιούν τις δικές τους ανάγκες, καλύπτουν τα δικά τους κενά, αδιαφορούν για τα δικά σου «θέλω» κι ανάγκες και στην ουσία σε χρησιμοποιούν ως εργαλείο για την επίτευξη της δικής τους ισορροπίας.

Ο εγωισμός τους αναγάγει τον εαυτό τους σε κάτι ανώτερο με άμεση συνέπεια τη δική σου ηθική υποβάθμιση. Προτεραιότητα αδιαμφισβήτητη το δικό τους συμφέρον, γαλήνη κι ευημερία, αδιαφορώντας για τις δικές σου ψυχικές ανάγκες. Δε θα τρέξουν πίσω σου φυσικά, δε θα σηκώσουν το ακουστικό τους ούτε θα στείλουν πρώτοι αυτό το μήνυμα που τόσο περιμένεις, δε θα παραδεχτούν το λάθος τους ή μάλλον θα περιμένουν τη δική σου «συγγνώμη» ακόμη κι αν δε φταις.

Δε θα σε σταματήσουν όταν πας να φύγεις, δε θα κλείσει την πόρτα για να μη βγεις, ούτε θα χτυπήσει το δικό σου κουδούνι…

Η συμπεριφορά του αυτή θα του χαρίσει μια στιγμιαία υπεροχή, μια αίσθηση εξουσίας ή και ανωτερότητας, ο εγωιστής θα νιώσει μια περηφάνια για το υπερυψωμένο «εγώ» του που δε λύγισε. Δε θα αργήσει όμως να ακολουθήσει η μοναξιά και το κενό ως συνέπεια όσων έκανε ή δεν έκανε.

Και το σκηνικό αυτό θα επαναληφθεί πολλές φορές, με τους πρωταγωνιστές να αλλάζουν, τα στόρι όμως να μένει ίδιο.

Όσο για το αν θεραπεύεται ο εγωισμός, είναι σα να ρωτάμε αν οι άνθρωποι αλλάζουν. Αλλάζουν, αρκεί να το συνειδητοποιήσουν και κυρίως να το θελήσουν. Ίσως να μην είναι και το τέρας που παρουσιάζω, ίσως να κάνει και κάποια υποχώρηση. Είσαι όμως σίγουρος πως κι αυτή δεν την κάνει για να αντιστρέψει τους ρόλους και να ‘χει πάλι τον έλεγχο;

Ένας εγωιστής άνθρωπος δεν μπορεί να ερωτευτεί. Μπορεί να διεκδικήσει με σκοπό να κατακτήσει. Αυτό ναι, μπορεί να το κάνει με επιτυχία καθώς αποτελεί μια πρόκληση και μία νίκη για τον εαυτό του.

Είναι αδύναμος όμως στην πραγματικότητα και δειλός. Αυτή του τη δειλία προσπαθεί να καλύψει όταν επιδιώκει τον έλεγχο και το «ατσαλάκωτο» σκληρό πρόσωπό του. Κι οι δειλοί άνθρωποι είναι ανίκανοι να ζήσουν τον έρωτα, αδυνατούν να ερωτευτούν, εξάλλου δεν τον αξίζουν. Ο έρωτας θέλει θυσίες κι αμοιβαίες υποχωρήσεις. Θέλει να πέφτεις με τα μούτρα κι ας έχεις πιθανότητες να τα σπάσεις.

Ο έρωτας δε γουστάρει τον έλεγχο. Κανείς δεν έχει το «πάνω χέρι» εδώ. Έχουν κι οι δύο χέρια ενωμένα, ακόμα κι όταν σφάζονται.

Πρέπει να είσαι έτοιμος όχι να βρεις τον άλλον στη μέση της διαδρομής, αλλά να τη κάνεις ολόκληρη μόνος σου για να τον βρεις, όσο μεγάλη και δύσκολη κι αν είναι. Δεν έχει μέτρο η αγάπη, δεν υπολογίζεται. Δεν μπορείς να βάλεις τα συναισθήματά σου σ’ ένα σακί, να τα μετρήσεις στη ζυγαριά μαζί με τα δικά του να δεις αν είναι ίσα. Και να μπορούσες όμως, δεν θα ήθελες να το κάνεις, δε θα σ’ ένοιαζε.

Μην ερωτεύεστε λοιπόν εγωιστές, εκτός από κακομαθημένοι, είναι κι επικίνδυνα λογικοί. Αυτοί μετράνε με το στανιό τι δώσανε, μη δώσουν κάτι παραπάνω και θίξουν τον εγωισμό τους. Μονάχα τους τρελούς να ερωτεύεστε, αυτοί θα διέσχιζαν χιλιόμετρα για σας, θα σκαρφάλωναν βουνά, μόνο για ένα χαμόγελό σας.

Πέτα τις στάχτες της ζωής σου και ξεκίνα από την αρχή

Να στέκεσαι πάντα σε ένα σημείο που να ξέρεις πως κάθε στιγμή, θα μπορείς να φύγεις.
Να μην φοβάσαι να φύγεις.
Να μην φοβάσαι να χαθείς.
Να μην φοβάσαι την λήθη.

Είναι εκείνες οι φορές που ότι έχτισες θα το γκρεμίσεις συθέμελα. Θα πάρεις μια βαριοπούλα και δεν θα αφήσεις τίποτα όρθιο. Κι όταν όλα θα έχουν γίνει γκρεμίδια, θα τους βάλεις φωτιά και θα τα κάψεις. Και μέσα από αυτή την στάχτη θα ξαναγεννηθείς.

Να μη φοβάσαι να τα γκρεμίσεις όλα.
Μην ακούς τους βολεμένους της ζωής που θα πανικοβληθούν από την φυγή σου. Μην ασχοληθείς με εκείνους που θα ταραχτούν από την επιλογή σου. Φοβούνται μήπως οι δονήσεις ξυπνήσουν την καλά κοιμισμένη ζωούλα τους.

Εκείνοι μετράνε με αριθμούς την ζωή κι εσύ την μετράς με ιστορία.
Ιστορία επαναλαμβανόμενη και ποτέ ίδια με την προηγούμενη φορά. Ποτέ ίδια με την προηγούμενη στιγμή.
Μην φοβάσαι την σιωπή μετά το τέλος.
Μην φοβάσαι την σκόνη και την στάχτη.
Μην φοβάσαι το καινούριο και το άγνωστο που ξημερώνει.

Κάθε καινούριο, φοβίζει. Κάθε βήμα που δεν έχεις ξανακάνει είναι άγνωστο και κουβαλάει μέσα του σκοτάδι και σκιές. Ακόμα πιο σκοτεινό είναι να μένεις εκεί που δεν ανήκεις. Εκεί που δεν χωράς. Όταν έχουν αλλάξει όλα γύρω σου κι εσένα σου ζητάνε να μείνεις ίδιος. Σαν να μην αλλάζουν όλα μέρα με την μέρα.

Κι όσο προσπαθείς να τα κρατάς ζωντανά, ίδια, απαράλλακτα, τόσο εξαντλείσαι από μια μάχη εκ των προτέρων χαμένη. Παρακαλάς να παγώσουν οι στιγμές. Προσπαθείς να τις αναβιώσεις και να τις κάνεις ίδιες. Μα δεν μπορείς. Γιατί δεν είναι τίποτα ίδιο. Ούτε κι εσύ.

Και τότε ξέρεις πως πρέπει να φύγεις.
Είναι εκείνος ο κόμπος που κουβαλάς από καιρό μέσα σου. Δεν θυμάσαι πότε μπήκε μέσα σου, δεν θυμάσαι και πώς είναι να αναπνέεις χωρίς αυτόν. Δεν θυμάσαι πώς είναι να ξυπνάς το πρωί και να μην είναι αυτός ο κόμπος η πρώτη αίσθησή σου. Δεν θυμάσαι πώς να ανασάνεις.

Δεν καταλαβαίνεις πότε ο κόμπος γίνεται λυγμός και ο λυγμός, πόνος.
Κι ο πόνος δεν έχει αρχή και τέλος. Δεν έχει σημείο εκκίνησης και λήξης. Ο πόνος σε εξελίσσει.
Ο πόνος σου δίνει την ώθηση που χρειάζεσαι για να προχωρήσεις στο καινούριο. Δεν σου ελαφραίνει τον πόνο. Όμως δεν σου δίνει τον χρόνο να τα επεξεργάζεσαι όλα όπως πριν. Δεν σου δίνει το χρόνο να σκαλίζεις τις στάχτες.

Μέχρι να αρχίσεις να συνηθίζεις στο καινούριο και τα μάτια σου να νιώθουν το σκοτάδι οικείο και να διακρίνουν τις σκιές. Και τότε αρχίζεις να νιώθεις λιγότερο τον κόμπο και περισσότερο τον πόνο. Γιατί κάθε μνήμη ξύνει τις πληγές. Θυμάσαι. Δεν έχεις βυθιστεί σε λήθη. Θυμάσαι. Και τότε βγαίνει από μέσα σου μια κραυγή.
Μια κραυγή εκκωφαντική.
Μια κραυγή που τρομάζει τα μέσα σου.
Μια κραυγή που σπάει τα πάντα μέσα σου και γύρω σου.

Και τώρα ξέρεις.
Αρχίζεις να πατάς στα πόδια σου.
Αρχίζεις να ανακτείς τις δυνάμεις σου.
Αρχίζεις να μιλάς χωρίς να κομπιάζεις.
Αρχίζεις να κοιτάς τον ήλιο κατάματα χωρίς τα σκούρα σου γυαλιά.

Φεύγεις.
Ο δρόμος μπροστά σου και αναζητάς τα θέλω σου. Όχι τα θέλω των γύρω σου. Όχι τα θέλω της ζωής που έζησες. Τα δικά σου. Τα ολόδικά σου. Και κάπου εκεί ξέρεις πως ο δρόμος σου σε βγάζει κι απόψε σε μια θάλασσα.
Πετάς μέσα το μπουκάλι με τις στάχτες της ζωής σου.

Αναπνέεις.
Ξεκινάς από την αρχή.
Στο καινούριο και το άγνωστο.
Κάθε φορά που θα στραβοπατάς θα αναζητάς την ζεστασιά του παρελθόντος.
Κι όσο θυμάσαι πως το παρελθόν είναι φυλακή, θα προχωράς προς την αντίθετη κατεύθυνση. Η μνήμη θα σου δίνει την δύναμη να περπατάς αντίθετα.

Να προσέχεις.

Όσο μιλάς πίσω από πλάτες, χαρακτηρίζεσαι εσύ, όχι ο άλλος.

Η καλοσύνη, δεν είναι a la carte και η ηθική δεν έρχεται κατά παραγγελία.

Δεν είναι κάτι που το επιλέγεις ανάλογα την ώρα και τη μέρα.

Καλοσύνη δεν είναι η ουδετερότητα.
Δεν είναι το “έλα μωρέ” και το “δεν είναι έτσι ακριβώς”.
Ουδετερότητα δεν είναι τα χαμόγελα μπροστά σε κάποιον και το φτυάρι που βγαίνει μόλις γυρίσει αυτός ο κάποιος την πλάτη του.
Ουδετερότητα δεν είναι τα γκρι σχόλια και οι μπεζ μαχαιριές στην πλάτη.

Το θάρρος της γνώμης το έχουν εκείνοι που δεν φοβούνται να σπάσουν σε χίλια κομμάτια.
Το θάρρος της γνώμης το έχουν εκείνοι που έχουν κάνει χίλια λάθη κι έχουν χάσει τη ζωή από τα χέρια τους, ξανά και ξανά.
Εκείνοι που έχουν βρεθεί στο τίποτα και τα έχουν χτίσει όλα από την αρχή.

Ουδετερότητα, δεν είναι η κατ’ ανάγκη καλοσύνη ούτε το υποκριτικό “για να μην πληγωθεί”.
Ουδετερότητα δεν είναι να φοβάσαι να ταράξεις τα νερά για να μην βραχείς.
Ουδετερότητα δεν είναι να κοιτάς τους πάντες, να κρίνεις τους πάντες, αλλά από απόσταση ασφαλείας.

Αν έχεις κάτι να πεις, πες τον μπροστά στον άλλο.
Μπροστά.. κοιτώντας στα μάτια..
Μην μπερδεύεις λοιπόν την ουδετερότητα και την καλοσύνη με την ανάγκη και την υποκρισία.
Μπορείς να δείχνεις όσο θες με το δάχτυλο προτεταγμένο αλλά δεν θα ξεχνάς ποτέ, πως τα άλλα τρία δάχτυλα δείχνουν τον εαυτό σου!

Κι όσο αυτά που έχεις να πεις τα λες πίσω από πλάτες, χαρακτηρίζεσαι εσύ, όχι ο άλλος.
Γιατί ο άλλος, μπορεί πάντα να έχει την επιλογή να ζητήσει συγγνώμη, να διορθώσει τα λάθη του ή ακόμα και να σου αποδείξει πως είχες εσύ άδικο.
Εσύ από την άλλη, δεν έχεις καμία επιλογή.

Εσύ επέλεξες την μάσκα της προσποιητής καλοσύνης... και τώρα θα πρέπει να ζήσεις σε αυτή.

Πολλαπλός οργασμός: Τί είναι και πώς επιτυγχάνεται

Όλες οι γυναίκες είναι φυσιολογικά/ανατομικά ικανές να πετύχουν πολλαπλούς οργασμούς κατά την σεξουαλική επαφή...

Οπότε, γιατί ο πολλαπλός οργασμός είναι κάτι τόσο σπάνιο για τόσες πολλές γυναίκες;

Αυτό οφείλεται σε διάφορους λόγους με τους πιο βασικούς να είναι ο χρόνος και η διάθεση. Πολλά ζευγάρια δεν αφιερώνουν αρκετό χρόνο στην σεξουαλική επαφή, η οποία καταντάει να γίνεται σχεδόν μηχανικά. Την ίδια στιγμή, διάφορα άλλα προβλήματα καθημερινότητας ρίχνουν την σεξουαλική επιθυμία.
Επίσης, πολλές γυναίκες νιώθουν ικανοποιημένες με έναν και μόνο οργασμό και δεν αναζητούν ή επιδιώκουν καν έναν δεύτερο ή τρίτο, πόσο μάλλον την μοναδική αίσθηση του πολλαπλού οργασμού.

Τι είναι, όμως, ένας πολλαπλός οργασμός;
Ο πολλαπλός οργασμός είναι μια σειρά οργασμών που συμβαίνουν σε γρήγορη διαδοχή. Και είναι κάτι που μπορεί να συμβεί μόνο στις γυναίκες. Αυτό οφείλεται στο γεγονός, ότι, σε αντίθεση με τους άνδρες, οι γυναίκες δεν βιώνουν μια περίοδο σεξουαλικής ανάδρασης (το χρονικό διάστημα μετά την εκσπερμάτιση, όταν ο άντρας χρειάζεται χρόνο για να επανέλθει). Έτσι, οι γυναίκες μπορούν και ανταποκρίνονται αμέσως μετά τον δικό τους οργασμό σε συνεχόμενη και περισσότερη κλειτοριδική, ή/και κολπική διέγερση.

Πώς μπορεί μια γυναίκα να “εκπαιδεύσει” τον εαυτό της να έχει πολλαπλούς οργασμούς
 
Οι γυναίκες μπορούν να “διδάξουν” τους εαυτούς τους να έχουν πολλαπλούς οργασμούς.

Μάθετε καλά το σώμα σας
Πρέπει πρώτα απ' όλα να έχετε έστω και έναν οργασμό κάθε φορά, προτού αναζητήσετε τους πολλαπλούς οργασμούς. Αναζητήστε και εντοπίστε εκείνα τα σημεία ακριβώς που σας ερεθίζουν περισσότερο και εκείνα που έχουν την αντίθετη επίδραση. Αυτό είναι το βασικό θεμέλιο για τη σεξουαλική ανταπόκριση.

Εξασκηθείτε 
Χρειάζεται... προπόνηση (τόσο με... τον εαυτό σας, όσο και με το σύντροφό σας) για να επιτευχθεί ο πολλαπλός οργασμός. Θα πρέπει να αφεθείτε στην φαντασία σας και να κάνετε ό,τι χρειάζεται για να ερεθίσετε τον εαυτό σας. Μην διστάσετε να χρησιμοποιήσετε κάποιο ειδικό μέσο λίπανσης, ώστε να μπορείτε να συνεχίσετε να προσπαθείτε για περισσότερους οργασμούς διεγείροντας ολόκληρη την περιοχή των γεννητικών σας οργάνων, ενώ εστιάζετε την προσοχή σας στην κλειτορίδα σας, τον κόλπο και το δικό σας σημείο-G.

Στην σεξουαλική επαφή δεν πρέπει να βιάζεστε
Επιβραδύνετε τις κινήσεις σας και κάντε πολλά ερωτικά προκαταρκτικά παιχνίδια, που εστιάζουν κυρίως στην διέγερση της κλειτορίδας. Έτσι θα επιτευχθεί ευκολότερα ο πολλαπλός οργασμός.

Να είστε ξεκούραστες πριν την σεξουαλική επαφή 
Η ικανότητα να φτάσετε σε πολλαπλό οργασμό περιορίζεται από την έλλειψη ύπνου. Μετά από ένα οργασμό, πολλές γυναίκες αισθάνονται χαλαρές. Τόσο χαλαρές, που μπορεί να θέλουν να κοιμηθούν. Αλλά εάν είστε ξεκούραστες, μπορείτε να αντισταθείτε σε αυτόν τον πειρασμό του ύπνου και να συνεχίσετε την... προσπάθεια για έναν ακόμα οργασμό (και άλλον, και άλλον...)

Μετά τον πρώτο οργασμό, οι επόμενοι οργασμοί “έρχονται” ευκολότερα
Θα μπορούσε να σας πάρει και 10 έως 15 λεπτά για να φτάσετε στον πρώτο σας οργασμό, αλλά ο δεύτερος μπορεί να συμβεί μέσα σε μόλις πέντε λεπτά, και ο τρίτος σε μόλις δύο λεπτά.

Η αλήθεια είναι ότι η γυναίκα δεν έχει έναν αλλά …12 ολόκληρους οργασμούς, ανάλογα με την περίσταση.
 
Δες λοιπόν ποιοι είναι αυτοί οι οργασμοί και προετοιμάσου:
 
1. Οργασμός του σημείου G
Πολλοί λένε ότι αυτό το μικρό, σπογγώδες σημείο πάνω από το μπροστινό τοίχωμα του κόλπου είναι ένας “μύθος”. Είναι γνωστό και ως σημείο Graffenberg και αποτελεί την πιο... μυστηριώδη ερωτογενή περιοχή της γυναίκας.
 
2. Οργασμός από τον ερεθισμό του στήθους ή θηλής
Σύμφωνα με μια μελέτη που δημοσιεύεται στο επιστημονικό περιοδικό ScienceofRelationships, η διέγερση της θηλής ενεργοποιεί μια περιοχή του εγκεφάλου που είναι γνωστή ως γεννητικός αισθητικός φλοιός. Αυτή είναι η ίδια περιοχή του εγκεφάλου που ενεργοποιείται και από τη διέγερση της κλειτορίδας, του κόλπου και του τραχήλου της μήτρας. Αυτό σημαίνει ότι οι εγκέφαλοι των γυναικών φαίνεται ότι επεξεργάζονται τα ερεθίσματα από τη θηλή και εκείνα από τη διέγερση των γεννητικών τους οργάνων με τον ίδιο τρόπο.
 
3. Οργασμός από έντονο ερωτικό φιλί
Τα χείλη είναι γεμάτα με νευρικές απολήξεις, που ταξινομούνται ως μια βλεννογονοδερματική περιοχή του σώματος. Δηλαδή είναι παρόμοια με το εξωτερικό του αιδοίου, τις θηλές και την κλειτορίδα. Αυτό σημαίνει ότι έχουν την δυνατότητα να σας διεγείρουν σεξουαλικά.
 
4. Οργασμός από πρωκτική διείσδυση
Αν θέλετε να το δοκιμάσετε στο σεξ, χρησιμοποιήστε αρκετό λιπαντικό υγρό και προχωρήστε αργά, χωρίς... βιασύνες. Πρέπει να προετοιμάσετε πρώτα την περιοχή του πρωκτού για την διείσδυση.
 
5. Οργασμός του σημείου U
Το γράμμα προέρχεται από την λέξη “urethra”, δηλαδή την ουρήθρα σας. Η ουρήθρα περιβάλλεται από τις τρεις πλευρές από την κλειτορίδα. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι κλειτορίδα είναι στην πραγματικότητα πολύ μεγαλύτερη από ό,τι νομίζετε, αφού φτάνει 7-12 εκατοστά βαθιά μέσα της. Όταν το σημείο U διεγείρεται, ο ιστός που περιβάλλει το άνοιγμα διογκώνεται με αίμα, προκαλώντας έτσι τους αδένες να παράγουν προστατικό υγρό (το υγρό του γυναικείου οργασμού) και την διεγείρει.
 
6. Οργασμός του "σημείου Α"
Αυτό είναι το εσωτερικό του κόλπου, επίσης γνωστό ως το πρόσθιος θόλος. "Αναζητήστε" το την ώρα του σεξ στο μπροστινό τοίχωμα του κόλπου, μέχρι προς την περιοχή του αφαλού. Μερικοί λένε ότι είναι ένα σημαντικό σημείο πίεσης, διότι μπορεί να θεωρηθεί ως έμμεση διέγερση του σημείου G.
 
7. Οργασμός από ερεθισμό του τραχήλου της μήτρας
Αυτός είναι επίσης γνωστός ως βαθύς οργασμό ή οργασμός οπισθίου θόλου. Είναι παρόμοιο με το σημείο A στο ότι ανταποκρίνεται καλύτερα στην πίεση και όχι στην επαναλαμβανόμενη διέγερση. Αυτός ο οργασμός θα έρθει ως αποτέλεσμα βαθιάς διείσδυσης στο σεξ.
 
8. Οργασμός από ερεθισμό της κλειτορίδας
Σχεδόν όλες οι γυναίκες μπορούν να έχουν κλειτοριδικό οργασμό, και, μάλιστα, πολλές δεν είναι σε θέση να έχουν κανενός άλλου είδους οργασμό. Αυτό συμβαίνει, επειδή η κλειτορίδα έχει περίπου 8.000 νευρικές απολήξεις και δεν συγκρίνεται με κανένα άλλο σημείο στο σώμα.
 
9. Οργασμός από ερεθισμό ξεχωριστής ή προσωπικής ζώνης
Αυτός ο οργασμός προκαλείται από ερεθισμό ενός εντελώς προσωπικού και ιδιαίτερου σημείου, που μπορεί να κάνει το άτομο να διεγερθεί σεξουαλικά. Περιοχές όπως η κλείδα, ο αυχένας, ή το εσωτερικό των μηρών μπορεί να την οδηγήσει να βιώσει τον οργασμό.
 
10. Οργασμός από ερεθισμό πολλαπλών σημείων
Αυτού του τύπου ο οργασμός έρχεται όταν ερεθίζονται πάνω από μία ευαίσθητες περιοχές ταυτόχρονα στο σώμα.
 
11. Οργασμός με πνευματικό ερεθισμό (μόνο με τη σκέψη, φαντασίωση)
Είναι ο οργασμός που έρχεται ως “δώρο” του #1 σεξουαλικού της οργάνου: του εγκεφάλου σας. Οι πολύ έντονες σκέψεις και φαντασιώσεις έχει αποδειχτεί ότι είναι εφικτό να προκαλέσουν οργασμό σε ορισμένα άτομα.
 
12. Πολλαπλός οργασμός
Όποια γυναίκα έχει βιώσει αυτόν τον τύπο οργασμού, παραδέχεται ότι όμοιός του δεν υπάρχει. Ο πολλαπλός οργασμός έχει δύο τύπους. Ο ένας είναι όταν ο ένας οργασμός ακολουθεί τον άλλο, αλλά ενδιαμέσως υπάρχει μία μικρή περίοδος παύσης. Ο δεύτερος και πιο έντονος ακόμα είναι όταν ο ένας οργασμός ακολουθεί το άλλο χωρίς σταματημό...
 
Μαθήματα από εξειδικευμένο Σεξοθεραπευτή (sex coach) είναι το πρώτο βήμα για την τέλεια απόλαυση!

Η κατάπτωσή μας

Αηδία. Μία ανυπέρβλητη προσβλητική ανθρώπινη αηδία.
Αυτό ήμασταν χρόνια τώρα.
Καθώς ξεκίνησε, ποτέ κανείς δεν το σταμάτησε.

Το άφησαν για χιλιάδες χρόνια να αναπαράγεται με κάθε κόστος. Με κάθε αναδυόμενο ηλίθιο κανόνα ηθικής συμπεριφοράς. Λογιζόμαστε για ΕΝ – ΛΟΓΑ ζώα. Καταλαβαίνεις; Καταλαβαίνεις τη σοβαρότητα της κατάστασης; Δεν υπήρξαμε ποτέ έν-λογα παρά μόνο όταν οι αποφάσεις που πάρθηκαν για τις ζωές μας θα ήταν η μόνη μας καταστροφή. Η καταστροφή μας για την λεγόμενη εξέλιξη. Η καταστροφή μας στο όνομα μιας ενωμένης κοινωνίας. Μιας κοινωνίας που κάθε τι είναι λάθος όταν αντιτίθεται σε κράτη και θρησκείες.

Σε κοινωνίες που τα “θέλω” της ψυχής οφείλουν να κατατάσσονται με τα “πρέπει” τους.
Κι αυτό δεν ήταν ποτέ ούτε στο ελάχιστο η καταστροφή μας. Εκείνη η οποία μας διαλύει χρόνια τώρα, ύπουλα και κρυφά, καθώς όλοι οι αγωνιστές είναι ελεεινοί πλεονέκτες και οι πολιτικοί φρικτοί υποκριτές είναι η μάταιη αγωγή. Η μάταιη παιδαγωγική αγωγή, που ως μόνον αποτέλεσμα καταφέρνει να θωρακίζει τα παιδιά σε ένα σύστημα που τους αποκλείει από τον ίδιο τους τον εαυτό. Τους απαγορεύει κάθε ουσιαστική επαφή με τον εσωτερικό τους κόσμο και με κάθε είδους χαρά. Μεγαλώνουμε λοιπόν.

Η ζωή μας γίνεται το μεγαλύτερο βασανιστήριο της ύπαρξής μας. Η κάθε ξεχωριστή μέρα βιώνεται ουσιαστικά λες και είμαστε κινούμενα ζόμπι. Στερούμε κάθε δυνατότητα πραγματικής ευχαρίστησης στο όνομα μιας καλύτερης μέρας. Μιας μέρας που δεν προβλέπεται ποτέ να έρθει. Γίναμε το χειρότερο είδος σε όλη τη φύση όταν έπρεπε να μάθουμε απ’ αυτήν.

Γίναμε οι εχθροί του εαυτού μας. Χάσαμε κάθε επαφή με το παιδί μέσα μας που πάλευε για χρόνια μέχρι να ενηλικιωθούμε να μας σώσει. Ένα παιδί που η μόνη του ανάγκη ήταν μία ειλικρινής ελευθερία που του την κλέψανε με το που γεννήθηκε. Ως μόνη συνέπεια ήταν και είναι η συνεχόμενη κατάπτωσή μας. Λυγίζεις μπροστά σε αυτό που φοβάσαι. Λυγίζεις μπροστά σε μία αλήθεια που το μόνο που μπορεί να κάνει είναι σε σώσει. Μα ασφαλώς… δημιούργησαν ένα είδος γεμάτο δειλία και απάθεια.

Αντικρίζεις τη ζωή με ένα συνεχόμενο μόχθο και τρόμο.
Λες και είναι η αιτία των προβλημάτων σου.

Γιατί; Γιατί ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΙΣ στον εαυτό σου να δει πως το λάθος στην πραγματικότητα υπήρξε μόνο δικό ΣΟΥ. Περιπλέκεις τη ζωή σου. Ψάχνεις συνεχώς τι πρέπει να κάνεις. Πώς πρέπει να φτιάξεις το μέλλον σου, όσο πιο υλιστικά επιτυχώς γίνεται. Παλεύεις να πολεμήσεις όλες τις καθημερινές ηλιθιότητες που ακούς. Αρνείσαι να ακούσεις ωστόσο μία αληθινή κουβέντα που ενδέχεται να είναι η σωτηρία σου. Αποφασίζεις να παραμείνεις ένας άπραγος ηλίθιος που μανιωδώς κρύβει την αλήθεια από το “είναι” του. Δικάζεις και κρίνεις όλους τριγύρω σου στη προσπάθεια να νιώσεις ολοκληρωμένος.

Για μία στιγμή όμως. Τι στα αλήθεια φταίει τελικά; Πώς μπορείς τόσο απελπιστικά να διαλύεις κάθε νέα ζωή που μπορεί να σου δώσει το κατάλληλο μάθημα; Δυστυχώς είναι κι αυτό απλό.. Δεν το σκέφτηκες ποτέ πως από φόβο και μόνο στο νέο και στο πραγματικό αποφασίζεις και διατάζεις τη νέα ζωή να μπει στα δικά σου τετραγωνάκια. Στο δικό σου τρόπο σκέψης. Δυσκολεύεις τη ζωή σου, γιατί μόνο έτσι νιώθεις πως θα τα καταφέρεις. Ενώ όλα στη φύση έρχονται και φεύγουν με τον πιο απλό και όμορφο τρόπο. Μα όχι! Στο ανθρώπινο είδος δεν έφτασε ποτέ αυτή η απλότητα.

Φαύλος Κύκλος
Μη κάνεις τον κόπο να ρωτήσεις γιατί αναπαράγεις ένα φαύλο κύκλο. Πάλι θα φροντίσεις να δώσεις την απάντηση με την οποία ΔΕΝ θα έρθεις σε ρήξη. Μετά από χρόνια υποκρισίας απέναντι στον ίδιο σου τον εαυτό, έμαθες να δίνεις απαντήσεις με τις οποίες βολεύεσαι. Απαντήσεις οι οποίες θα φέρουν την θεωρητικά καταλληλότερη λύση. Μα εφήμερη. Έγινες μία φθηνή απομίμηση που το παιδί μέσα σου θα σιχαινόταν να αντικρίσει στα μάτια. Κι αν είχε φωνή για να ουρλιάξει θα ήταν μόνο μία κουβέντα: “Εσύ μας κατάντησες έτσι!”.

Δεν έχω κάποια ελπίδα να καταλάβουν οι άνθρωποι τα φρικαλέα πράγματα που αναπαράγουν. Έχω ωστόσο ένα μικρό παραθυράκι στο μυαλό μου που λέει πως ίσως κάποιος, κάποια μέρα δει την ανθρώπινη εσωτερική σωτηρία στα μάτια και στις πράξεις των παιδιών. Πασχίζεις να συνεχίσεις το είδος μόνο και μόνο για λόγους εγωιστικούς, δήθεν ανθρωπιστικούς.

Δήθεν πως σε ενδιαφέρει να βοηθήσεις το παιδί σου να χτίσει ένα νέο, καλύτερο και ορθότερο μέλλον. Το προσδίδεις σε μία έμφυτη ανάγκη σου ν’ αναπαραχθείς και όχι στην ανάγκη σου να εξιλεωθείς από τις αμαρτίες σου. Αμαρτίες που τόσο απλόχερα θα παραδώσεις στο παιδί σου, διδάσκοντάς το να κάνει το ίδιο. Διδάσκοντάς το, πως το σωστό είναι η φυγή από την αλήθεια, πως το σωστό είναι αυτό που ορίζει η κάθε κοινωνική επιταγή. Τι γίνεται όταν το παιδί σου όμως όλα αυτά δεν τα βρίσκει σωστά;

Μα φυσικά… είναι παιδί και δεν έχει τη δική σου τη φωνή, τη δική σου πυγμή. Έχεις τόσα πολλά μέσα να το υποτάξεις σε αυτά που εσύ ήθελες να κάνεις στη ζωή σου, σε αυτά που εσύ από επιλογή απέρριψες για ένα “καλύτερο” αύριο. Και χωρίς ποτέ να το συνειδητοποιείς οδεύεις το ίδιο σου το σπλάχνο να κάνει το ακριβώς αντίθετο. Το μαθαίνεις να κρύβει τις ορμές του, – τις φυσικές – ορμές του. Εκείνες που η φύση επιτάσσει, εκείνες που ονομάζεις “κακές”. Δημιουργείς ένα χάος στη ψυχή του, μία βρώμα που το αποκαλείς αγάπη.

Ζητάει ελευθερία και θαρρείς πως ζητάει εκατομμύρια. Θεωρείς τόσο δεδομένο πως οι κοινωνικοί και ηθικοί κανόνες, έχουν στόχο να βελτιώσουν τη συμπεριφορά του, να τον μάθουν να “διαβάζει” τους ανθρώπους, όταν ΕΣΥ ο ίδιος, με το ίδιο μέσο απέτυχες παταγωδώς να το κάνεις.

ΚΑΙ ΑΚΟΜΑ ΔΕΝ ΕΜΑΘΕΣ.
Δεν έμαθες πως το κάθε παιδί πράττοντας ελεύθερα και ψυχικά καθαρά έχει την ικανότητα χωρίς διδαχή να τα κάνει αυτά. Εν τέλει το ζήτημα ποιο είναι; Εσύ ή τα παιδιά; Πώς θα μιλούσαμε για τα παιδιά όταν ως άνθρωπος καθημερινά βαδίζεις σε μία συνεχή κατάπτωση του εαυτού σου αρνούμενος να δεις πως σφάλλεις. Ζητάς συγχώρεση. Ζητάς αγάπη. Ζητάς μία χαρούμενη ζωή. Ορμάς στον γκρεμό, οραματίζοντας τον ως παράδεισο. Συγχέεις κάθε νόημα των λέξεων, κάθε φορά με τον τρόπου που σε συμφέρει. Καταστρέφεις τη φύση σου, διότι την τρέμεις. Τρέμεις εκείνα που δεν γνωρίζεις. Γνωρίζεις μόνο εκείνα που σε συμφέρουν και πορεύεσαι έτσι.

Θα έλεγα πως ήταν δικαίωμα σου. Μα δεν είναι πλέον. Όχι όταν εσύ και το μεγαλύτερο ανθρώπινο ποσοστό των τελευταίων 100 χρόνων, ορθώνετε τοίχος στο μέλλον. Σ’ ένα μέλλον που δεν καταφέρατε να προσθέσετε ένα μικρό τουβλάκι προς την ανθρώπινη βελτίωση. Μία βελτίωση που όλοι σας ονομάσατε οικονομική. Μα κανένας σας ψυχική. Κανένας σας ενεργειακή.

Βαδίσατε σε ένα κάστρο που χτίσατε από άμμο και έχετε την απαίτηση να κυβερνήσουμε εμείς πλέον σε αυτό. Διαλύθηκε δεν το βλέπετε; Όσο και να χτίζετε στην άμμο, πάντα θα διαλύεται. Δεν χτίσατε πότε σε κάτι ουσιαστικό. Επιστήμες, θρησκείες, νόμοι, κοινωνίες… μα που είναι εκείνο το οποίο απαρτίζει τη φύση σου; Σε ποιον ακριβώς κλάδο τον τοποθέτησες και τον ξέχασες; Πώς το ξέχασες; Πώς το άφησες;

Η δειλία είναι σκληρό πράγμα. Υποτάσσει και το πιο δυνατό ζώο. Μακάρι να ήμασταν από τα δυνατά. Μα αναπάραξατε μία γενιά μέσα στην αδυναμία. Προσβολή σε αυτό που είχαμε την δυνατότητα να είμαστε και το στερήσατε. Αηδία γι αυτό που θελήσατε να κατασκευάσετε.

Για μία στιγμή μόνο σκέψου. Μιλάς για ελευθερία και καταπιέζεις την πρώτη κύρια ανάγκη σου να εναρμονίζεσαι με την φύση. Μιλάς για αλλαγή, όταν αποφασίζεις ρητά να μείνεις στάσιμος. Διογκώνεις το “εγώ” σου, κάνοντας αποτρόπαιες πράξεις.