Σάββατο, 26 Αυγούστου 2017

ΡΗΤΟΡΙΚΗ: ΔΗΜΟΣΘΕΝΗΣ - Περὶ τοῦ στεφάνου (169-179)

[169] Ἑσπέρα μὲν γὰρ ἦν, ἧκε δ᾽ ἀγγέλλων τις ὡς τοὺς πρυτάνεις ὡς Ἐλάτεια κατείληπται. καὶ μετὰ ταῦθ᾽ οἱ μὲν εὐθὺς ἐξαναστάντες μεταξὺ δειπνοῦντες τούς τ᾽ ἐκ τῶν σκηνῶν τῶν κατὰ τὴν ἀγορὰν ἐξεῖργον καὶ τὰ γέρρ᾽ ἐνεπίμπρασαν, οἱ δὲ τοὺς στρατηγοὺς μετεπέμποντο καὶ τὸν σαλπικτὴν ἐκάλουν· καὶ θορύβου πλήρης ἦν ἡ πόλις. τῇ δ᾽ ὑστεραίᾳ, ἅμα τῇ ἡμέρᾳ, οἱ μὲν πρυτάνεις τὴν βουλὴν ἐκάλουν εἰς τὸ βουλευτήριον, ὑμεῖς δ᾽ εἰς τὴν ἐκκλησίαν ἐπορεύεσθε, καὶ πρὶν ἐκείνην χρηματίσαι καὶ προβουλεῦσαι πᾶς ὁ δῆμος ἄνω καθῆτο.

[170] καὶ μετὰ ταῦτα ὡς ἦλθεν ἡ βουλὴ καὶ ἀπήγγειλαν οἱ πρυτάνεις τὰ προσηγγελμέν᾽ ἑαυτοῖς καὶ τὸν ἥκοντα παρήγαγον κἀκεῖνος εἶπεν, ἠρώτα μὲν ὁ κῆρυξ «τίς ἀγορεύειν βούλεται;» παρῄει δ᾽ οὐδείς. πολλάκις δὲ τοῦ κήρυκος ἐρωτῶντος οὐδὲν μᾶλλον ἀνίστατ᾽ οὐδείς, ἁπάντων μὲν τῶν στρατηγῶν παρόντων, ἁπάντων δὲ τῶν ῥητόρων, καλούσης δὲ [τῆς κοινῆς] τῆς πατρίδος [φωνῆς] τὸν ἐροῦνθ᾽ ὑπὲρ σωτηρίας· ἣν γὰρ ὁ κῆρυξ κατὰ τοὺς νόμους φωνὴν ἀφίησι, ταύτην κοινὴν τῆς πατρίδος δίκαιον ἡγεῖσθαι.

[171] καίτοι εἰ μὲν τοὺς σωθῆναι τὴν πόλιν βουλομένους παρελθεῖν ἔδει, πάντες ἂν ὑμεῖς καὶ οἱ ἄλλοι Ἀθηναῖοι ἀναστάντες ἐπὶ τὸ βῆμ᾽ ἐβαδίζετε· πάντες γὰρ οἶδ᾽ ὅτι σωθῆναι αὐτὴν ἐβούλεσθε· εἰ δὲ τοὺς πλουσιωτάτους, οἱ τριακόσιοι· εἰ δὲ τοὺς ἀμφότερα ταῦτα, καὶ εὔνους τῇ πόλει καὶ πλουσίους, οἱ μετὰ ταῦτα τὰς μεγάλας ἐπιδόσεις ἐπιδόντες· καὶ γὰρ εὐνοίᾳ καὶ πλούτῳ τοῦτ᾽ ἐποίησαν.

[172] ἀλλ᾽, ὡς ἔοικεν, ἐκεῖνος ὁ καιρὸς καὶ ἡ ἡμέρα ᾽κείνη οὐ μόνον εὔνουν καὶ πλούσιον ἄνδρ᾽ ἐκάλει, ἀλλὰ καὶ παρηκολουθηκότα τοῖς πράγμασιν ἐξ ἀρχῆς, καὶ συλλελογισμένον ὀρθῶς τίνος εἵνεκα ταῦτ᾽ ἔπραττεν ὁ Φίλιππος καὶ τί βουλόμενος· ὁ γὰρ μὴ ταῦτ᾽ εἰδὼς μηδ᾽ ἐξητακὼς πόρρωθεν, οὔτ᾽ εἰ εὔνους ἦν οὔτ᾽ εἰ πλούσιος, οὐδὲν μᾶλλον ἔμελλ᾽ ὅ τι χρὴ ποιεῖν εἴσεσθαι οὐδ᾽ ὑμῖν ἕξειν συμβουλεύειν.

[173] ἐφάνην τοίνυν οὗτος ἐν ἐκείνῃ τῇ ἡμέρᾳ ἐγὼ καὶ παρελθὼν εἶπον εἰς ὑμᾶς, ἅ μου δυοῖν εἵνεκ᾽ ἀκούσατε προσσχόντες τὸν νοῦν, ἑνὸς μέν, ἵν᾽ εἰδῆθ᾽ ὅτι μόνος τῶν λεγόντων καὶ πολιτευομένων ἐγὼ τὴν τῆς εὐνοίας τάξιν ἐν τοῖς δεινοῖς οὐκ ἔλιπον, ἀλλὰ καὶ λέγων καὶ γράφων ἐξηταζόμην τὰ δέονθ᾽ ὑπὲρ ὑμῶν ἐν αὐτοῖς τοῖς φοβεροῖς, ἑτέρου δέ, ὅτι μικρὸν ἀναλώσαντες χρόνον πολλῷ πρὸς τὰ λοιπὰ τῆς πάσης πολιτείας ἔσεσθ᾽ ἐμπειρότεροι.

[174] εἶπον τοίνυν ὅτι «τοὺς μὲν ὡς ὑπαρχόντων Θηβαίων Φιλίππῳ λίαν θορυβουμένους ἀγνοεῖν τὰ παρόντα πράγμαθ᾽ ἡγοῦμαι· εὖ γὰρ οἶδ᾽ ὅτι, εἰ τοῦθ᾽ οὕτως ἐτύγχανεν ἔχον, οὐκ ἂν αὐτὸν ἠκούομεν ἐν Ἐλατείᾳ ὄντα, ἀλλ᾽ ἐπὶ τοῖς ἡμετέροις ὁρίοις. ὅτι μέντοι ἵν᾽ ἕτοιμα ποιήσηται τἀν Θήβαις ἥκει, σαφῶς ἐπίσταμαι. ὡς δ᾽ ἔχει» ἔφην «ταῦτα, ἀκούσατέ μου.

[175] ἐκεῖνος ὅσους ἢ πεῖσαι χρήμασιν Θηβαίων ἢ ἐξαπατῆσαι ἐνῆν ἅπαντας ηὐτρέπισται· τοὺς δ᾽ ἀπ᾽ ἀρχῆς ἀνθεστηκότας αὐτῷ καὶ νῦν ἐναντιουμένους οὐδαμῶς πεῖσαι δύναται. τί οὖν βούλεται, καὶ τίνος εἵνεκα τὴν Ἐλάτειαν κατείληφεν; πλησίον δύναμιν δείξας καὶ παραστήσας τὰ ὅπλα τοὺς μὲν ἑαυτοῦ φίλους ἐπᾶραι καὶ θρασεῖς ποιῆσαι, τοὺς δ᾽ ἐναντιουμένους καταπλῆξαι, ἵν᾽ ἢ συγχωρήσωσι φοβηθέντες ἃ νῦν οὐκ ἐθέλουσιν, ἢ βιασθῶσιν.

[176] εἰ μὲν τοίνυν προαιρησόμεθ᾽ ἡμεῖς» ἔφην «ἐν τῷ παρόντι, εἴ τι δύσκολον πέπρακται Θηβαίοις πρὸς ἡμᾶς, τούτου μεμνῆσθαι καὶ ἀπιστεῖν αὐτοῖς ὡς ἐν τῇ τῶν ἐχθρῶν οὖσιν μερίδι, πρῶτον μὲν ἃν εὔξαιτο Φίλιππος ποιήσομεν, εἶτα φοβοῦμαι μὴ προσδεξαμένων τῶν νῦν ἀνθεστηκότων αὐτῷ καὶ μιᾷ γνώμῃ πάντων φιλιππισάντων, εἰς τὴν Ἀττικὴν ἔλθωσιν ἀμφότεροι. ἂν μέντοι πεισθῆτ᾽ ἐμοὶ καὶ πρὸς τῷ σκοπεῖν, ἀλλὰ μὴ φιλονικεῖν περὶ ὧν ἂν λέγω γένησθε, οἶμαι καὶ τὰ δέοντα λέγειν δόξειν καὶ τὸν ἐφεστηκότα κίνδυνον τῇ πόλει διαλύσειν.

[177] τί οὖν φημὶ δεῖν; πρῶτον μὲν τὸν παρόντ᾽ ἐπανεῖναι φόβον, εἶτα μεταθέσθαι καὶ φοβεῖσθαι πάντας ὑπὲρ Θηβαίων· πολὺ γὰρ τῶν δεινῶν εἰσιν ἡμῶν ἐγγυτέρω, καὶ προτέροις αὐτοῖς ἐστιν ὁ κίνδυνος· ἔπειτ᾽ ἐξελθόντας Ἐλευσῖνάδε τοὺς ἐν ἡλικίᾳ καὶ τοὺς ἱππέας δεῖξαι πᾶσιν ὑμᾶς αὐτοὺς ἐν τοῖς ὅπλοις ὄντας, ἵνα τοῖς ἐν Θήβαις φρονοῦσι τὰ ὑμέτερα ἐξ ἴσου γένηται τὸ παρρησιάζεσθαι περὶ τῶν δικαίων, ἰδοῦσιν ὅτι, ὥσπερ τοῖς πωλοῦσι Φιλίππῳ τὴν πατρίδα πάρεσθ᾽ ἡ βοηθήσουσα δύναμις ἐν Ἐλατείᾳ, οὕτω τοῖς ὑπὲρ τῆς ἐλευθερίας ἀγωνίζεσθαι βουλομένοις ὑπάρχεθ᾽ ὑμεῖς ἕτοιμοι καὶ βοηθήσετε, ἐάν τις ἐπ᾽ αὐτοὺς ἴῃ.

[178] μετὰ ταῦτα χειροτονῆσαι κελεύω δέκα πρέσβεις, καὶ ποιῆσαι τούτους κυρίους μετὰ τῶν στρατηγῶν καὶ τοῦ πότε δεῖ βαδίζειν ἐκεῖσε καὶ τῆς ἐξόδου. ἐπειδὰν δ᾽ ἔλθωσιν οἱ πρέσβεις εἰς Θήβας, πῶς χρήσασθαι τῷ πράγματι παραινῶ; τούτῳ πάνυ μοι προσέχετε τὸν νοῦν. μὴ δεῖσθαι Θηβαίων μηδέν (αἰσχρὸς γὰρ ὁ καιρός), ἀλλ᾽ ἐπαγγέλλεσθαι βοηθήσειν, ἂν κελεύωσιν, ὡς ἐκείνων ὄντων ἐν τοῖς ἐσχάτοις, ἡμῶν δ᾽ ἄμεινον ἢ ᾽κεῖνοι προορωμένων· ἵν᾽ ἐὰν μὲν δέξωνται ταῦτα καὶ πεισθῶσιν ἡμῖν, καὶ ἃ βουλόμεθ᾽ ὦμεν διῳκημένοι καὶ μετὰ προσχήματος ἀξίου τῆς πόλεως ταῦτα πράξωμεν, ἂν δ᾽ ἄρα μὴ συμβῇ κατατυχεῖν, ἐκεῖνοι μὲν αὑτοῖς ἐγκαλῶσιν ἄν τι νῦν ἐξαμαρτάνωσιν, ἡμῖν δὲ μηδὲν αἰσχρὸν μηδὲ ταπεινὸν ᾖ πεπραγμένον».

[179] Ταῦτα καὶ παραπλήσια τούτοις εἰπὼν κατέβην. συνεπαινεσάντων δὲ πάντων καὶ οὐδενὸς εἰπόντος ἐναντίον οὐδέν, οὐκ εἶπον μὲν ταῦτα, οὐκ ἔγραψα δέ, οὐδ᾽ ἔγραψα μέν, οὐκ ἐπρέσβευσα δέ, οὐδ᾽ ἐπρέσβευσα μέν, οὐκ ἔπεισα δὲ Θηβαίους, ἀλλ᾽ ἀπὸ τῆς ἀρχῆς ἄχρι τῆς τελευτῆς διεξῆλθον, καὶ ἔδωκ᾽ ἐμαυτὸν ὑμῖν ἁπλῶς εἰς τοὺς περιεστηκότας τῇ πόλει κινδύνους. Καί μοι φέρε τὸ ψήφισμα τὸ τότε γενόμενον.

***
[169] Ήταν βράδυ, όταν έφτασε κάποιος και έφερε την είδηση στους πρυτάνεις ότι έχει καταληφθεί η Ελάτεια. Αμέσως μετά την είδηση αυτή, ενώ ακόμη δειπνούσαν, άλλοι από αυτούς πετάχτηκαν επάνω, άρχισαν να διώχνουν τους μικροπωλητές από τις σκηνές και έκαψαν τα παραπήγματα, ενώ άλλοι έστελναν και καλούσαν τους στρατηγούς και φώναζαν να έρθει ο σαλπιγκτής. Έτσι, η αναταραχή απλωνόταν σε ολόκληρη την πόλη. Την άλλην ημέρα, μόλις ξημέρωσε, οι πρυτάνεις συγκαλούσαν τη Βουλή στο Βουλευτήριο και εσείς πηγαίνατε στον χώρο της Συνέλευσης. Και προτού η Βουλή θέσει το θέμα προς συζήτηση και ετοιμάσει την ημερήσια διάταξη, όλος ο λαός είχε πάρει ήδη τις θέσεις του πάνω στο λόφο της Πνύκας.

[170] Ύστερα από αυτά, μόλις ήρθαν οι Βουλευτές και ανακοίνωσαν οι πρυτάνεις την είδηση που τους είχε έρθει, παρουσίασαν τον αγγελιαφόρο και εκείνος επιβεβαίωσε το γεγονός· και ενώ ρωτούσε ο κήρυκας «ποιός επιθυμεί να μιλήσει;», κανείς δεν ανέβαινε στο βήμα. Ο κήρυκας συνέχισε να επαναλαμβάνει την ερώτηση, αλλά παρ᾽ όλα αυτά κανείς δεν σηκωνόταν να μιλήσει, αν και ήταν παρόντες όλοι οι στρατηγοί, όλοι οι ρήτορες και η πατρίδα καλούσε τον άνδρα που θα μιλούσε για τη σωτηρία της. Γιατί το οποιοδήποτε κάλεσμα του ρήτορα το δίκαιο επιβάλλει να θεωρείται κοινό κάλεσμα της πατρίδας.

[171] Αν λοιπόν έπρεπε να σηκωθούν και να μιλήσουν όσοι επιθυμούσαν να σώσουν την πόλη, όλοι εσείς καθώς και οι άλλοι Αθηναίοι θα σηκωνόσασταν και θα ανεβαίνατε στο βήμα, γιατί προφανώς όλοι επιθυμούσατε να τη σώσετε. Αν όμως έπρεπε να μιλήσουν οι πιο πλούσιοι, θα ανέβαιναν οι Τριακόσιοι. Αν πάλι αυτοί που ήταν και τα δύο αυτά, και πατριώτες και πλούσιοι, θα σηκώνονταν όσοι αργότερα έκαναν τις μεγάλες εκείνες δωρεές, καθόσον τις έκαναν, επειδή αγαπούσαν την πόλη και ήταν και πλούσιοι.

[172] Αλλά, όπως φαίνεται, εκείνη η περίσταση και εκείνη η ημέρα καλούσε όχι μόνο έναν άνδρα πατριώτη και πλούσιο αλλά και κάποιον που από την αρχή παρακολουθούσε από κοντά τα πράγματα και είχε μαντέψει σωστά για ποιό σκοπό έκανε αυτά ο Φίλιππος και ποιές ήταν οι επιθυμίες του. Γιατί όποιος δεν είχε αντιληφθεί αυτά ή δεν τα είχε εξετάσει πολύ πιο μπροστά, δεν επρόκειτο να γνωρίζει καθόλου τί έπρεπε να κάνει ούτε και να έχει τη δυνατότητα να σας συμβουλεύσει, όσο πατριώτης και πλούσιος και αν ήταν.

[173] Παρουσιάστηκα λοιπόν εκείνη την ημέρα εγώ, ανέβηκα στο βήμα και μίλησα σε σας· αυτά σας παρακαλώ να ακούσετε ξανά από εμένα με πολλή προσοχή για δυο λόγους: πρώτον , για να αντιληφθείτε ότι ήμουν ο μόνος από τους ρήτορες και τους πολιτικούς που φάνηκα πατριώτης στις δύσκολες εκείνες ημέρες και έκανα για σας σ᾽ αυτή τη φοβερή στιγμή τόσο με τους λόγους όσο και με τις προτάσεις μου αυτά που έπρεπε· δεύτερον, αν μου αφιερώσετε λίγο χρόνο, θα αποκτήσετε πολύ μεγαλύτερη πείρα για την εν γένει πορεία των πολιτικών πραγμάτων στο μέλλον.

[174] Είπα λοιπόν τότε ότι «όσοι έχουν καταθορυβηθεί από την ιδέα ότι οι Θηβαίοι είναι σίγουρα στη διάθεση του Φιλίππου, έχω τη γνώμη πως αυτοί αγνοούν την παρούσα κατάσταση. Γιατί, αν το πράγμα είχε έτσι, δεν θα ακούγαμε ότι αυτός βρισκόταν στην Ελάτεια αλλά στα σύνορά μας. Ότι όμως έχει έρθει για να τακτοποιήσει προς όφελός του τα πράγματα στη Θήβα, είμαι απόλυτα βέβαιος. Ακούστε τώρα είπα, πώς έχουν τα πράγματα.

[175] Εκείνος, όσους από τους Θηβαίους μπορούσε να δελεάσει ή να εξαπατήσει με χρήματα, τους έχει όλους του χεριού του· αλλά εκείνους που από την πρώτη στιγμή τού αντιστάθηκαν και που ακόμη και τώρα είναι εναντίον του δεν μπορεί με κανέναν τρόπο να τους δελεάσει. Τί λοιπόν θέλει και για ποιό σκοπό έχει καταλάβει την Ελάτεια;
Με την επίδειξη ισχύος στους γείτονες των Θηβαίων και με την παρουσία απειλής κοντά στη Θήβα, επιδιώκει αφενός να ενθαρρύνει και να αποθρασύνει τους φίλους του, αφετέρου να τρομοκρατήσει τους αντιπάλους του, ώστε ή να δεχτούν να κάνουν από φόβο όσα τώρα αρνούνται ή να εξαναγκαστούν να συμμορφωθούν.

[176] Αν λοιπόν, είπα, είμαστε αποφασισμένοι στη σημερνή δύσκολη περίσταση να θυμόμαστε όλα τα δυσάρεστα που έχουν κάνει σε μας οι Θηβαίοι και να μην τους εμπιστευόμαστε πια με την ιδέα ότι είναι με το μέρος των εχθρών, κατά πρώτον θα κάνουμε όσα ακριβώς θα ευχόταν ο Φίλιππος, και κατά δεύτερο λόγο φοβάμαι μήπως, αν αυτοί που τώρα του αντιστέκονται, δεχτούν τις δελεαστικές του προτάσεις και γίνουν όλοι άνθρωποι του Φιλίππου, βαδίσουν και οι δυο μαζί εναντίον της Αττικής. Αν όμως ακολουθώντας τη συμβουλή μου εξετάσετε σωστά την κατάσταση και δεν αντιμετωπίσετε με εριστική διάθεση αυτά που σας προτείνω, πιστεύω ότι και τις προτάσεις μου θα βρείτε αποδεκτές και θα αποσοβήσω τον κίνδυνο που απειλεί την πόλη.

[177] Τί λοιπόν λέω ότι πρέπει να κάνουμε; Πρώτα απ᾽ όλα απαλλαγείτε από τον τωρινό σας φόβο ή μάλλον κατευθύνετέ τον αλλού· να ανησυχείτε όλοι για την τύχη των Θηβαίων, γιατί αυτοί βρίσκονται πολύ πιο κοντά παρά εμείς στις συμφορές· αυτοί είναι που πρώτοι κινδυνεύουν. Στη συνέχεια, όσοι είστε σε στρατεύσιμη ηλικία, καθώς και το ιππικό, βγείτε στην Ελευσίνα και δείξετε σε όλους ότι βρίσκεστε σε επιφυλακή. Έτσι, οι ομοϊδεάτες σας στη Θήβα θα έχουν εξίσου το θάρρος να μιλήσουν για τα δίκαιά τους, εάν δουν ότι, όπως ακριβώς υπάρχει στην Ελάτεια μια δύναμη έτοιμη να σπεύσει σε βοήθεια αυτών που πουλούν την πατρίδα τους στον Φίλιππο, έτσι και σεις είστε σε ετοιμότητα και ότι θα σπεύσετε να βοηθήσετε αυτούς που θέλουν να αγωνιστούν για την ελευθερία τους, αν κάποιος βαδίσει εναντίον τους.

[178] Εν συνεχεία προτείνω να ορίσετε δέκα πρεσβευτές και να τους εξουσιοδοτήσετε να αποφασίσουν μαζί με τους στρατηγούς για το πότε πρέπει να βαδίσουν προς τα εκεί και γενικά για τη στρατιωτική επιχείρηση· όσον αφορά στη συμβουλή μου σχετικά με τον τρόπο χειρισμού του πράγματος εκ μέρους των πρέσβεων μετά την άφιξή τους στη Θήβα, σ᾽ αυτό, κάντε μου τη χάρη και δώστε πολύ μεγάλη προσοχή. Να μη ζητήσουν τίποτε από τους Θηβαίους (άσχημη η στιγμή για κάτι τέτοιο), αλλά να υποσχεθούν ότι θα τους βοηθήσετε, αν μας καλέσουν, γιατί εκείνοι, κατά τη γνώμη μου, βρίσκονται στον έσχατο κίνδυνο, ενώ εμείς προβλέπουμε το μέλλον καλύτερα από εκείνους.
Έτσι λοιπόν, αν δεχτούν την προσφορά μας και πεισθούν σε μας, εμείς θα έχουμε ρυθμίσει όσα επιθυμούμε και θα έχουμε ενεργήσει αντάξια προς το όνομα της πόλης μας· αν όμως κατά σύμπτωση δεν πετύχουμε αυτά, εκείνοι θα κατηγορούν τους εαυτούς τους, αν τώρα κάνουν κάποιο σφάλμα, ενώ εμείς δεν θα έχουμε κάνει τίποτε που να μας ντροπιάζει ή να μας μειώνει».

[179] Αυτά και άλλα παρόμοια είπα και κατέβηκα από το βήμα. Τότε όλοι σαν ένα σώμα επιδοκίμασαν τα λόγια μου και κανένας δεν έφερε καμιάν αντίρρηση. Ούτε είπα βέβαια αυτά χωρίς να κάνω γραπτές προτάσεις, ούτε έκανα γραπτές προτάσεις χωρίς να πάω ως πρεσβευτής, ούτε και πήγα ως πρεσβευτής στη Θήβα χωρίς να πείσω τους Θηβαίους. Αντίθετα, πήρα επάνω μου όλη την υπόθεση από την αρχή ως το τέλος και έδωσα ολόψυχα τον εαυτό μου για χάρη σας προς αντιμετώπιση των κινδύνων που είχαν περιζώσει την πόλη. Κάνε μου τη χάρη, γραμματέα, και φέρε το ψήφισμα που εγκρίθηκε τότε.

Χορός και αρχαίο δράμα

Ένα βασικό στοιχείο σχετικό με το αθηναϊκό δράμα της κλασικής αρχαιότητας που αδυνατούμε να συλλάβουμε και σταθερά μας διαφεύγει είναι ο ρόλος του Χορού. Ο ρόλος δηλαδή μιας 15μελούς ή 12μελούς ομάδας στις τραγωδίες ή και μεγαλύτερης στις κωμωδίες, που καταλάμβανε τον κυκλικό χώρο της ορχήστρας. Σε αυτή τη θέση, η οποία ήταν χώρος πρωτογενής  για το αρχαίο θέατρο, ο Χορός τραγουδούσε και, παράλληλα, εκτελούσε χορευτικές κινήσεις (ὄρχησιν), διαμοιρασμένος σε ημιχόρια και υπό τους ήχους της μουσικής αυλού.
 
Οι χορικές παραστάσεις  –και η χορική ποίηση ως απαραίτητο συστατικό τους– δεν αποτελούν αποκλειστικό χαρακτηριστικό του αθηναϊκού δράματος. Είναι φαινόμενο που παρατηρείται σε παγκόσμια κλίμακα στις προ-βιομηχανικές κοινωνίες, καθώς μέσα από τέτοιες πρακτικές οι άνθρωποι αναπαριστούν τελετουργικά τους αρχετυπικούς τους μύθους και τις αφηγήσεις τους πάνω στις κάθε λογής κοινές αξίες τους, συσφίγγοντας έτσι τους δεσμούς τους, διαμορφώνοντας και αναδιαμορφώνοντας συλλογικές ταυτότητες.
 
Και με τον τρόπο ακριβώς αυτόν λειτουργούσαν και στον ελληνόφωνο κόσμο της αρχαιότητας, όπου την πρωτοκαθεδρία στα χορικά δρώμενα την είχαν οι δωρικές πόλεις, με τη γνωστή τους εμμονή στις φυλετικές παραδόσεις. Στο πλαίσιο των δωρικών αυτών δρωμένων καλλιεργήθηκε και ο διθύραμβος, ύμνος αφιερωμένος στον Διόνυσο, στον οποίο Χορός 50 θιασωτών, μεταμφιεσμένων σε Σατύρους και Σειληνούς (δηλαδή στους θρυλικούς διονυσιακούς ακόλουθους), τραγουδούσε και απέδιδε με τις κινήσεις του σώματος τα πάθη και τους άθλους του θεού.
 
Ωστόσο, όταν το είδος αυτό εισήχθη στην Αττική, που διέθετε τη δική της, ιωνική – και μάλλον ισχυρότερη– φλέβα διονυσιασμού, ο ριζοσπαστισμός του αθηναϊκού πνεύματος επέφερε μια σημαντική καινοτομία. Κι έτσι, στην κρασομάνα πεντελική Ικαρία, που αποτελούσε βασικό πυρήνα της ντόπιας διονυσιακής λατρείας, ο Αθηναίος ποιητής Θέσπις στάθηκε απέναντι στον διθυραμβικό Χορό, διαλεγόμενος μαζί του, ως υποκριτής που για πρώτη φορά υποδυόταν τον θεό τον ίδιο. Έτσι γεννήθηκε –λένε οι πηγές– το αθηναϊκό δράμα. Κι έτσι πραγματώθηκε ο συγκερασμός δύο διαφορετικών αντιλήψεων: της συλλογικής και της ατομικής. Ή για να το πούμε πιο σωστά, αναδύθηκε η ατομική ταυτότητα μέσα από τη συλλογική και, από τελετουργική άποψη, της αφέθηκε το περιθώριο για να αναπνεύσει και να υπάρξει ελεύθερα. Κι από τότε, στο αθηναϊκό θέατρο άρχισε να καταλαμβάνει όλο και περισσότερο χώρο η έκφραση της ατομικής σκέψης και τα δράματα απέβαλαν τους περιορισμούς της διονυσιακής θεματολογίας κι απέκτησαν ποικιλία στο περιεχόμενο κι οι βασικοί χαρακτήρες των έργων έγιναν περισσότεροι κι αυξήθηκε ο αριθμός των υποκριτών κι, αντίστοιχα, μειώθηκε ο αριθμός των συμμετεχόντων στον Χορό.
 
Και φτάνουμε, λοιπόν, στα έργα της ακμής που, στα δικά μας μάτια, περιστρέφονται αποκλειστικά γύρω από τη σύγκρουση –από άποψη θέσεων, στάσεων και συμπεριφορών– δύο τουλάχιστον διαφορετικών χαρακτήρων που αντιπροσωπεύουν ο καθένας τους μια διαφορετική τάξη δικαίου. Εν μέρει, δεν έχουμε άδικο να το βλέπουμε το θέμα έτσι. Γιατί τι άλλο αποτελούσε άξονα στη δραματική πλοκή από τον αγώνα λόγων μεταξύ αντιτιθέμενων ηρώων; Το πράγμα αποτελούσε αντανάκλαση, όπως εύστοχα έχει παρατηρήσει ο Jean-Pierre Vernant, των αγώνων λόγου που συνηθίζονταν στις συνελεύσεις του αθηναϊκού δήμου ή στα λαϊκά δικαστήρια. Και το κοινό του θεάτρου διψούσε για τέτοιες κορυφώσεις της έντασης, ίσως ακόμη περισσότερο απ’ όσο διψάμε εμείς τώρα.
 
Κι έτσι, στα μάτια τα δικά μας, το αθηναϊκό δράμα πραγματωνόταν στα λεγόμενα επεισόδια, δηλαδή στον θεατρικό χρόνο που προοριζόταν για τους ήρωες, με τους εκτενείς τους μονολόγους ή τις κεραυνοβόλες τους στιχομυθίες. Οπότε, στα μάτια τα δικά μας, τι ήτανε τα χορικά; Μικρά μουσικο-χορευτικά διαλείμματα, εκτελεσμένα από ομάδες με πολύχρωμα κοστούμια, μικρές επιβραδύνσεις και ανάπαυλες στην περιπέτεια, προορισμένες να ξεκουράσουν λίγο το κοινό απ’ το πολύ suspense και να διατηρούν αμείωτο το ενδιαφέρον του μέχρι το τέλος. Μόνο που δεν σκεφτόμαστε τα χορικά ως χρόνο κατάλληλο για κατανάλωση ποπ-κορν και αναψυκτικών!
 
Παραβλέπουμε, λοιπόν, το γεγονός ότι, όταν ένας ποιητής ζητούσε άδεια απ’ τις αρχές της πόλης να συμμετάσχει στους δραματικούς αγώνες των Μεγάλων Διονυσίων, σύμφωνα με το θεατρικό πρωτόκολλο, «ᾔτει χορόν» κι έψαχνε χορηγό, χρηματοδότη δηλαδή για να ασκήσει τον Χορό του. Παραβλέπουμε επίσης ότι ο Χορός εμπλεκόταν διαρκώς (συνήθως μέσω του Κορυφαίου του) σε άμεσο διάλογο με τους βασικούς χαρακτήρες κάθε έργου ή συνέπασχε μαζί τους, και ότι στα τραγούδια του εξέφραζε τις δικές του σκέψεις του γύρω από τα τεκταινόμενα στην υπόθεση. Κι ούτε που το σκεφτόμαστε ότι, σε κάποιες περιπτώσεις, ο Χορός λειτουργούσε σχεδόν σαν κομβικής σημασίας ήρωας, όπως στις Ευμενίδες του Αισχύλου, στις οποίες ο Κορυφαίος ενός Χορού Ερινύων εκτέλεσε τόσο βίαια τον Δέσμιο Ύμνο γύρω από τον μητροκτόνο Ορέστη, τρελαίνοντάς τον με τύψεις, ώστε πολλοί από το κοινό λιποθύμησαν απ’ την τρομάρα τους –κι ήτανε τόσο έντονη η ανάμνηση εκείνου του άγριου χορού, που διαπέρασε τους αιώνες και διασώθηκε για εμάς σε όσα έγραφε για εκείνη την πρώτη παράσταση βυζαντινός σχολιαστής!
 
Γιατί, λοιπόν, συνέβαιναν όλα αυτά που εμείς αδυνατούμε να συλλάβουμε; Επειδή στο αθηναϊκό δράμα ο Χορός αντιπροσώπευε όχι τόσο τον φορέα απολιθωμένων παραδόσεων (έτσι όπως γινόταν συνήθως στις κοινωνίες φυλετικής οργάνωσης), αλλά ένα ισχυρότατο συλλογικό σώμα, σώμα πολιτικό, με άποψη και αίτημα δικαιοσύνης. Αντιπροσώπευε τον ίδιο τον αθηναϊκό δήμο που ήταν απαιτητικός και επιθετικός κι, εν τέλει, από την ψήφο του κρίνονταν οι υποθέσεις όλες και στην αγορά και στα λαϊκά δικαστήρια και στους ίδιους τους δραματικούς αγώνες.
 
Κατά ειρωνεία της τύχης, όπως συνέπασχε με τους ήρωες του ο Χορός του αρχαίου δράματος, έτσι κατέληξε να συμπάσχει –και μάλιστα να πέφτει– μαζί με τους πολιτικούς του “ήρωες” κι ο αθηναϊκός δήμος. Κανένας άλλος δεν διέκρινε καλύτερα την αναλογία αυτήν μεταξύ θεάτρου και πολιτικής, με έμφαση μάλιστα στον ρόλο του Χορού, από τον ιστορικό Θουκυδίδη. Γιατί εκείνος παρουσίασε τους αθηναίους οπλίτες, οι οποίοι από διάφορα σημεία στην ξηρά παρακολουθούσαν την τελική ναυμαχία που έμελλε να κρίνει την έκβαση της μεγαλεπήβολης, αλλά και ριψοκίνδυνης, επιχείρησης των Αθηναίων στη Σικελία, σαν να ήταν μέλη ενός Χορού τραγωδίας. Ανάλογα με την ορατότητα που είχαν –λέει– διάφορες ομάδες οπλιτών προς διαφορετικές εστίες της ναυτικής σύγκρουσης είτε ζητωκραύγαζαν όλοι μαζί, είτε θρηνούσαν, και με τις κινήσεις των σωμάτων τους εκδήλωναν με αγωνία τις εντυπώσεις και τα συναισθήματά τους. Επρόκειτο για εκείνο το μεγάλο δράμα στο οποίο η πόλη εκτελούσε την πιο πικρή της ὄρχησιν.

Δεν Γουστάρεις Τα Δανεισμένα Χαμόγελα

Νιώθεις εξάρτηση μ’ εκείνο το πρόσωπο που μόλις το βλέπεις νιώθεις ήρεμος. Νιώθεις ότι εξαρτιέσαι από εκείνη που το μόνο που σου προκαλεί είναι ένα μεγάλο κενό. Και αυτό, γιατί λείπει. Λείπει από εσένα, από τη ζωή σου, από την ρουτίνα σου και από όλες τις στιγμές σου. Έχεις το συναίσθημα της εξάρτησης και όταν αυτό αφορά εκείνη κάνει τα πράγματα ακόμα πιο χειρότερα. Ξέρεις, αυτή είναι η χειρότερη μορφή εξάρτησης. Να τρελαίνεσαι μακριά της και να γνωρίζεις ταυτόχρονα ότι δεν σου ανήκει πλέον. Ούτε αυτή, αλλά ούτε και οι στιγμές σας.

Πέφτεις. Λυγίζεις. Σου λείπει και νιώθεις ότι δεν υπάρχει ουσία μακριά της. Περνάς τα βράδια σου με την σκέψη της. Λιώνεις τσιγάρα στον τοίχο και σκέφτεσαι ότι ο πόνος σου αξίζει, γιατί έτσι νιώθεις. Βάζεις τον εαυτό σου σε μία διαδικασία όπου ακόμα και αν τρελαίνεσαι σε κάνει να νιώθεις αυτό. Δεν θέλεις να ξεχάσεις. Γεμίζεις με όλα εκείνα τα αρνητικά συναισθήματα και η ψυχή σου σκοτεινιάζει τόσο, που κάθε σκιά μέσα σου παίρνει την μορφή της. Ξυπνάς κάθε πρωί και φοβάσαι ότι θα πάει χαμένη άλλη μία μέρα μακριά της. Ζεις με τα φαντάσματα των σκιών της.

Σου λείπει και δεν μπορείς να κάνεις τίποτα γι’ αυτό. Νιώθεις ότι του ανήκεις ακόμα και τώρα που είναι μακριά σου. Κάθε κομμάτι σου είναι μοιρασμένο σ’ εκείνη και κάθε σκέψη σου έχει το όνομα της. Μπορεί να φαίνεσαι δυνατός και να δείχνεις ότι προχωράς, μα ακόμα λιώνεις για μία της λέξη. Μπορεί να δείχνεις ότι δεν σπας, ακόμα και όταν παίρνεις ένα μήνυμα της, μα οι άμυνές σου διαλύονται και μένεις μ’ ένα τεράστιο κενό. Μπορεί να μην του απαντάς καν σ’ αυτό το μήνυμα μα εκείνη ξέρει ότι σου ανήκεις και έτσι. Μπορεί να μην είσαι ανοιχτό βιβλίο γενικά, αλλά στα μάτια της ειδικά είσαι ένα βιβλίο από εκείνα που κρύβουν σημειώσεις και γρίφους και εκείνη έχει το κλειδί για να τους αποκρυπτογραφήσει.

Σου λείπει και όσο και αν δεν το δείχνεις αυτό φαίνεται. Και εκείνη το ξέρει καλύτερα από τον καθένα. Προσπαθείς να ζεις σα να μην έφυγε ποτέ, μα πιο το νόημα; Γιατί να ζεις έτσι; Γιατί να ζεις νιώθοντας για κάποια που λείπει; Γιατί να έχεις για ναρκωτικό εκείνη; Σκέφτεσαι ότι θες να τα διώξεις όλα. Κοιτάζοντας κάθε φωτογραφία της ή ακόμα διαβάζοντας κάθε συνομιλία μαζί του σκέφτεσαι ότι θες να τα αφήσεις όλα πίσω. Μην περιμένεις τελείες να αναπηδήσουν στην ανοιχτή συνομιλία της. Μην περιμένεις να δεις άλλη μία φωτογραφία της για να την νιώσεις κοντά σου. Απλά γάματα. Χωρίς λόγο. Χωρίς γιατί. Χωρίς τίποτα. Σταμάτα να είσαι κολλημένος με κάτι που σου λείπει. Όσο ελεύθερος και αν δείχνεις πάντα θα είσαι αιχμάλωτη των σκέψεων της.

Δεν αξίζει ν’ ανήκεις κάπου που σου λείπει. Δεν αξίζει να χαραμίζεις τις μέρες σου για εκείνη. Δεν αξίζει να βρίσκεις συνέχεια δικαιολογίες για να την κρατήσεις κοντά του. Και τελοσπάντων δεν γουστάρεις να είναι η πρώτη σου σκέψη. Δεν γουστάρεις να είναι ούτε η πρώτη επιλογή σου ούτε η δεύτερη. Δεν γουστάρεις τα δανεισμένα χαμόγελα για να δείχνεις ότι δεν σου λείπει. Ούτε τις αποστάσεις, ούτε τις σιωπές. Αυτό που γουστάρεις… Αυτό που πρέπει να γουστάρεις, είναι να μάθεις ν’ ανήκεις στον εαυτό σου. Να μάθεις να έχεις εξάρτηση από την δύναμη σου και την σιγουριά σου. Να βασίζεσαι σε επιλογές που αφορούν εσένα. Να γουστάρεις που η ζωή είναι έτσι και παρόλο αυτά που σου συμβαίνουν, να γουστάρεις να την ζεις έτσι, με σένα δυνατό. Μάθε να μην ανήκεις σε ότι σου λείπει. Μάθε να μην ανήκεις σε αναμνήσεις. Μάθε ν’ ανήκεις στον εαυτό σου.

Τι είναι οι πεποιθησεις, τι είμαστε χωρις αυτές;

Σχετική εικόναΟι πεποιθησεις μας δινουν μια αισθηση ταυτοτητας. Μας βοηθανε να τοποθετουμε τον εαυτο μας σε ενα πλαισιο και γινονται βαση για να χτισουμε τις σκεψεις μας και τον τροπο συμπεριφορας μας. Σε δευτερη φαση λειτουργουν ως ζωνη ασφαλειας αναμεσα σε εμας και σε κατι εξωτερικο.

Στην ουσια οι πεποιθησεις ειναι απλως ταμπελες που χρησιμοποιουμε για να αναγνωρισουμε κατι αγνωστο. Τις τοποθετουμε πανω στο ''αγνωστο'' και ειτε προσπαθουμε να τις επιβεβαιωσουμε ειτε να τις απορριψουμε, σε μια προσπαθεια να φτιαξουμε μια σχεση οικειοτητας ή αποφυγης μαζι του.

Ως ενηλικες το λογικο κομματι του εαυτου μας ειναι ανεπτυγμενο και φιλτραρει σε μεγαλο βαθμο τον τροπο που θα δημιουργησει μια πεποιθηση. Ως παιδια ομως αυτο ειναι εξαιρετικα δυσκολο. Οι λεξεις που ακουμε στην παιδικη ηλικια εχουν μεγαλη βαρυτητα και δυναμικη και αποτυπωνονται βαθια μεσα μας.

Ο παιδικος νους τις πλαθει στην υπερβολη τους και αρχαριος να τις επεξεργαστει τις καταγραφει μεσα του με μορφες και μεγεθη πλασματικα. Μεγαλωνοντας, καποιες τις απορριπτουμε αναγνωριζοντας τες ως ψευδαισθησεις, ενω καποιες αλλες τις κραταμε βαθια μεσα μας και τις τροφοδοτουμε εστω και ασυνειδητα.

Με το περασμα του χρονου οι πεποιθησεις μετατρεπονται σε ενα συμπλεγμα καναλιων με ατελειωτες διακλαδωσεις οπου η αληθεια με την ψευδαισθηση απεχουν ελαχιστα μεταξυ τους και εμεις δυσκολευομαστε να τις ξεχωρισουμε.

Αν φανταστουμε τον εαυτο, και προσπαθησουμε να φανταστουμε την θεση των πεποιθησεων πανω στον εαυτο αυτες θα λεγαμε οτι βρισκονται στο εξωτερικο περιβλημα του. Στην επιδερμιδα του εαυτου μας. Και οσο πιο μακρια απο το κεντρο του, τοσο περισσοτερες και περιπλοκες με ατελειωτες διακλαδωσεις ειναι και οι πεποιθησεις μας. Οσο ομως εμβαθυνουμε στον εαυτο στοχευοντας στο κεντρο του, ο εαυτος μας ο ιδιος προσπαθει να τις συρρικνωσει ή καλυτερα να τις ενσωματωσει σε εναν δρομο. Εναν δρομο ορατο, καθαρο και πλατυ. Την Αληθεια. Ο εαυτος προσπαθει να μετατρεψει τις πεποιθησεις σε Αληθειες. Και αυτος ηταν ο σκοπος τους εξαρχης.

Στον πυρηνα μας εχουμε μονο Αληθεια δεν εχουμε πεποιθησεις. Αυτες λειτουργουν απλα ως μεσο, ως γεφυρες για να εμβαθυνουμε σταδιακα στον εαυτο και να φτασουμε στην Αληθεια μας. Οι πεποιθησεις ειναι εξαιρετικα ευπλαστες, τις διαμορφωνουμε οπως θελουμε συνεχως, η Αληθεια ομως ειναι παγια, σταθερη και αναλλοιωτη. Μπροστα στην Αληθεια καθε πεποιθηση μας μικρη μεγαλη, χανεται,χανει την δυναμη της.

Οσο λοιπον εμεις αφηνουμε την επιφανεια και εμβαθυνουμε στον εαυτο μας, εκεινος θα προσπαθησει να τις διασπασει για να τις διαχωρισει σε ψευδεις και αληθινες. Οτι δεν μοιαζει στην Αληθεια θα πρεπει να διαλυθει. Επειδη ομως σε μεγαλο βαθμο οι πεποιθησεις μας, μας εξυπηρετουν δινοντας μας την αισθηση της ταυτοτητας μας, αντιστεκομαστε να τις σπασουμε γιατι ενδομυχα φοβομαστε οτι θα χασουμε ενα μερος της.

Στην επιφανεια του εαυτου διαχειριζομαστε τις πεποιθησεις μας μεσω της νοησης και αισθανομαστε οτι τις ελεγχουμε. Κατω απο την επιφανεια ομως μας ελεγχουν εκεινες.

Ειμαστε ο πιο αυστηρος και ο πιο σκληρος κριτης του εαυτου μας. Και συχνα τετοιες ειναι και οι πεποιθησεις που δημιουργουμε γι αυτον. Και μαλιστα οσο πιο σκληροι οι χαρακτηρισμοι που του αποδιδουμε τοσο πιο πιστευτοι γινονται. Ο αυθεντικος μας εαυτος δεν θα μας αποκαλουσε ποτε αναξιους για παραδειγμα, γιατι γνωριζει πως αξιζουμε καθε χαρα και ευλογια. Την αναξιοτητα την προκαλει ο ιδιος μας ο νους που εκπαιδευμενος να στηριζει καθε συμπερασμα σε γεγονοτα και επιβεβαιωσεις δεν βρισκει λογους να νιωθει αξιος, οποτε μοιραια νιωθει αναξιος.

Η λεξη που θα μπορουσε να συνοδευει την πεποιθηση ειναι το ''υποθετω'', και η λεξη που θα συνοδευε την Αληθεια το ''γνωριζω''. Με αυτον τον απλο τροπο ισως μπορεσουμε να διαχωρισουμε ως ενα σημειο τις ψευδαισθησεις απο τις αληθειες μεσα μας. Οταν υποθετω ειναι πεποιθηση, οταν γνωριζω ειναι αληθεια! Και επιβαλλεται οι πεποιθησεις μας να ειναι ελαστικες ωστε να επαναπροσδιοριζονται συνεχεια. Ο αυθεντικος μας εαυτος μας καλει συνεχεια να τον γνωρισουμε,το μονο που ζηταει απο εμας ειναι να τον εμπιστευτουμε και να απαγκιστρωθουμε απο την επιφανεια που θα μας ταλαιπωρει με τις ψευδαισθησεις της.

Ξέρεις ποιος πραγματικά είσαι;

Αποτέλεσμα εικόνας για fille aux cheveux noirsΕίσαι ισχυρός …
όταν πάρεις τη θλίψη σου και της διδάξεις να χαμογελάει.

Είσαι γενναίος …
όταν θα ξεπεράσεις τον φόβο σου, και βοηθήσεις τους άλλους να κάνουν το ίδιο.

Είσαι ευτυχισμένος …
όταν βλέπεις ένα λουλούδι, και είσαι ευγνώμων για αυτή την ευλογία.

Είσαι τρυφερός …
όταν ο δικός σου πόνος, δεν τυφλώνει τον πόνο των άλλων.

Είσαι σοφός …
όταν ξέρεις τα όρια της σοφίας σου.

Είσαι αληθινός …
όταν παραδέχεσαι ότι υπάρχουν φορές, που κοροϊδεύεις τον εαυτό σου.

Είσαι ζωντανός …
όταν η αυριανή ελπίδα σημαίνει περισσότερα για εσένα, απ’ ότι το χθεσινό λάθος.

Είσαι μεγάλος …
όταν ξέρεις τι είσαι, αλλά όχι αυτό που πρόκειται να γίνεις.

Είσαι ελεύθερος …
όταν έχεις τον έλεγχο του εαυτού σου, και δεν εύχεσαι να ελέγχεις τους άλλους.

Είσαι αξιότιμος …
όταν βρεις την τιμή σου, ώστε να μπορείς να τιμήσεις τους άλλους.

Είσαι γενναιόδωρος …
όταν μπορείς να πάρεις τόση γλύκα, όση μπορείς και να δώσεις.

Είσαι ταπεινός …
όταν δεν ξέρεις πόσο ταπεινός είσαι.

Είσαι στοχαστικός …
όταν με βλέπεις όπως ακριβώς είμαι, και μου φέρεσαι απλά, όπως ακριβώς είσαι εσύ.

Είσαι ελεήμων …
όταν θα συγχωρήσεις στους άλλους, τα λάθη που καταδικάζεις στον εαυτό σου.

Είσαι όμορφος …
όταν δεν χρειάζεσαι έναν καθρέφτη για να σου το πει.

Είσαι πλούσιος …
όταν ποτέ δεν χρειάζεσαι, περισσότερα από όσα έχεις.

Εσύ είσαι εσύ …
όταν βρίσκεσαι σε ειρήνη… τότε ποιος δεν είναι;…!

Πρόκλος: Οι πέντε τρόποι γνώσης των όντων

1. Δοξασία
Αρχικώς λοιπόν θα αναφέρουμε ότι όπως εξηγεί ο Πρόκλος, στο «Περί πρόνοιας και ειμαρμένης και του εφ ημί, 27 – 32», η γνώση που οι παλαιοί συνήθιζαν να αποδίδουν πρώτη στις ψυχές που αρχίζουν να καθαίρονται ήταν: η δοξασία [δόξα], που χαρακτηρίζει όσους μέσα από την εμπειρία τους εκπαιδεύονται στις πράξεις, και όσους ξεκινούν να απελευθερώνονται από τα ανθρώπινα και να ασχολούνται με τα όντως Όντα. Γιατί και η εκπαίδευση είναι κάθαρση της αμετρίας των παθών, και πολύ περισσότερο η πορεία από τη μετριοπάθεια στην απάθεια, όταν η λογική θέλει ακόμα να συμπάσχει, αλλά με μέτρο, και αποτινάσσει όλα τα δεσμά των παθών.

2. Εικασία
Η επόμενη μορφή γνώσης, υψηλότερη, ξεκινάει από κάποιες αρχές που εκλαμβάνονται ως δεδομένες [εικασίες], γνωρίζει τις αιτίες και καταλήγει πάντα στα αναγκαία συμπεράσματα. Τέτοιος είναι ο συλλογισμός που ξεκινώντας από αναπόδεικτες αρχές ανακάλυψε την αριθμητική και τη γεωμετρία, οι οποίες είναι ανώτερες από την γνώση που στηρίζεται μόνο στην δοξασία, επειδή αυτές συλλογίζονται και καταλήγουν σε συμπεράσματα ξεκινώντας από αναπόδεικτες αρχές. Επειδή όμως σταματούν στις δικές τους αρχές παραλείπουν τις υψηλότερες αιτίες αυτών των αρχών, για αυτό λοιπόν αποδεικνύουν ότι υπολείπονται από την τελειότατη γνώση.

3. Διαλεκτική
Ανεβαίνοντας σε ένα ανώτερο επίπεδο, βρίσκεται η τρίτη μορφή γνώσης που ανεβαίνει μέχρι το ανυπόθετο Ένα μέσα από όλα τα είδη, διαιρώντας κάποια, αναλύοντας κάποια άλλα, δημιουργώντας πολλά από το ένα και ένα από τα πολλά. Αυτή την γνώση ο Σωκράτης στην Πλατωνική «Πολιτεία, 534.e» την ονομάζει διαλεκτική ή διάνοια και την τοποθετεί πριν την νόηση – την όρισε δε ως το «επιστέγασμα των μαθηματικών – θριγκὸς τοῖς μαθή μασιν ἡ διαλεκτικὴ», ενώ στην «Επινομίδα, 992.a» την αποκαλεί κοινό δεσμό τους – «δεσμὸς γὰρ πεφυκὼς πάντων τούτων εἷς ἀναφανήσεται διανοουμένοις». Γιατί από αυτή και ο γεωμέτρης και οποιοσδήποτε άλλος επιστήμονας θα πάρει την θεωρία για τις δικές του αρχές, θεωρία η οποία ξαναενώνει τις πολλές αρχές που διαιρέθηκαν από την μία αρχή των πάντων. Ότι το Ένα υπάρχει σε όλα τα όντα και ότι αντιστοιχεί στο σημείο της γεωμετρίας, στη μονάδα της αριθμητικής και στο πιο απλό στοιχείο κάθε επιστήμης, το αποδεικνύει κάθε επιστήμη παράγοντας από το απλό στοιχείο της όσο εμπίπτουν στον τομέα της. Όμως καθένα από αυτά τα απλά στοιχεία λέγεται και είναι μια συγκεκριμένη αρχή, ενώ η αρχή όλων των όντων είναι η γενική αρχή. Και μέχρι αυτό ανεβαίνει η ύψιστη των επιστημών.

4. Νόηση
Ανεβαίνοντας ένα ακόμη επίπεδο, βρίσκεται η τέταρτη μορφή γνώσης, πιο απλή από την προηγούμενη. Την γνώση αυτή, η οποία δεν χρησιμοποιεί πλέον συλλογιστικές μεθόδους, όπως τις αναλύσεις, τις συνθέσεις, τις διαιρέσεις ή τις αποδείξεις, αλλά ατενίζει τα όντως Όντα με απλές συλλήψεις και ενοράσεις, την εξυμνούν όσοι μπορούν να ενεργούν σύμφωνα με αυτήν, αποκαλώντας την πλέον με σεβασμό Νόηση και όχι επιστήμη. Άλλωστε, ο σταγειρίτης Αριστοτέλης, στα έργο του «Αναλυτικά Ύστερα, Α’ 3, 72.b 24», λέγει ότι η εντός μας νόηση είναι ανώτερη από την επιστήμη, μιας και είναι εκείνη με την οποία γνωρίζουμε τους «Όρους» για τους οποίους ο ίδιος ο Αριστοτέλης στα «Ηθικά Νικομάχεια, Ζ’ 8, 1142.a 25-30» λέγει ότι είναι εκείνες οι αρχές «ὧν οὐκ ἔστι λόγος», είναι δηλαδή εκείνες οι αρχές οι οποίες δεν γίνονται αντιληπτές από τον συλλογισμό και την λογική απόδειξη αλλά από την νοητική ενόραση – μάλιστα οι Όροι διαφέρουν από τις υποθέσεις, στον βαθμό που οι υποθέσεις θεωρούνται ως δεδομένες από την ανθρώπινη σκέψη για να αποτελούν την αρχή του συλλογισμού, ενώ οι Όροι είναι από μόνοι τους δεδομένοι. Ο Πλάτων επίσης στον «Τίμαιο, 37.c» δηλώνει πως η νόηση και η επιστήμη είναι γνώσεις της ψυχής για τα όντα – «ὅταν δὲ αὖ περὶ τὸ λογιστικὸν ᾖ καὶ ὁ τοῦ ταὐτοῦ κύκλος εὔτροχος ὢν αὐτὰ μηνύσῃ, νοῦς ἐπιστήμη τε ἐξ ἀνάγκης ἀποτελεῖται». Γιατί φαίνεται πως υπάρχει επιστήμη της ψυχής, εφόσον η ψυχή είναι γνώση. Και βέβαια υπάρχει και νόηση της ψυχής, εφόσον η ψυχή είναι εικόνα της όντως νοήσεως. Γιατί ο νους με το να ορά ή ορθά με το να είναι τα νοητά, μέσω μιας σύλληψης και επαφής με τα αντικείμενα της νόησής του γνωρίζει τόσο τον εαυτό του ως υποκείμενό που νοεί όσο και εκείνα που βρίσκονται εντός του, και για αυτό νοεί τι είναι εκείνα, και ταυτόχρονα νοεί ότι ο ίδιος τα νοεί, και έτσι γνωρίζει ποιος είναι ο ίδιος. Με το να μιμείται, λοιπόν, η ψυχή αυτόν όσο μπορεί, γίνεται και η ίδια νους, υπερβαίνονται την επιστήμη και αφήνοντας τις ποικιλόμορφες μεθόδους με τις οποίες διακοσμείτο προηγουμένως. Και ανυψώνοντας μόνο το όμμα της στα όντας Όντα, τα νοεί και η ίδια με την επαφή, όπως ο Νους. Όμως η ψυχή έρχεται σε επαφή με διαφορετικό ον κάθε φορά, ενώ ο νους έρχεται σε επαφή με όλα ταυτόχρονα. Γιατί «ο πατέρας των πάντων έδεσε την ψυχή με το πεπρωμένο», συνεπώς και για τον λόγο ότι η ψυχή είναι συνδεδεμένη με το πεπρωμένο, δεν δύναται να φτάσει πλήρως τον νου και να γίνει η ίδια νους, έτσι η νόησή της δεν είναι ταυτόχρονη και υπερ-χρονική, όπως του νου, αλλά πάντα χρονική.

5. Άρρητη γνώση
Ανεβαίνοντας ένα ακόμη επίπεδο, το ύστατο, βρίσκεται η πέμπτη μορφή γνώσης, η οποία επαινείται από τους θεολόγους των Ελλήνων που συνηθίζουν να επαινούν την γνώση που βρίσκεται πάνω από τον νου και να την κατονομάζουν ως μια μανία αληθινά ένθεη – βλέπε και «Συμπόσιο, 218.b» αλλά και «Φαίδρο, 245.b-c». Στο πέμπτο αυτό επίπεδο ανέβηκαν πολλοί λίγοι φιλόσοφοι και θεολόγοι (Πλάτων, Πυθαγόρας, Ορφέας κ.λ.π.). Ο Αριστοτέλης, για παράδειγμα, ανέβηκε μέχρι τη νοητική ενέργεια (τέταρτο επίπεδο) και θέλησε να μας πείσει ότι δεν υπάρχει τίποτα πάνω από αυτήν (κάθε φιλόσοφος ανάλογα με την διανοητικότητα και πνευματικότητά του ανεβαίνει σε ένα ορισμένο ύψος). Λένε, οι μεγάλοι θεολόγοι, λοιπόν, ότι αυτή είναι το «Ένα» της ψυχής και ότι δεν διεγείρει πλέον την νοητική δύναμη της ψυχής αλλά συνδέει την ψυχή άμεσα με το Ένα. Γιατί τα πάντα αναγνωρίζονται από το όμοιό τους : το αισθητό από το αισθητό, το επιστητό από την επιστήμη, το νοητό από τον νου, το Ένα από το ενιαίο. Γιατί, όπως είπαμε, όταν η ψυχή νοεί ακόμα, γνωρίζει τον εαυτό της και επίσης γνωρίζει μέσω της επαφής όσα νοεί. Όταν όμως υπερνοεί, αγνοεί και τον εαυτό της και εκείνα, και απολαμβάνει την ηρεμία που της παρέχει η σύνδεσή της με το Ένα, κλείνοντας τα όμματα στις γνώσεις, μένοντας άφωνη και σιωπηλή με μία εσωτερική σιωπή. Γιατί πως αλλιώς μπορεί να συνδεθεί με εκείνο που είναι το πιο ανέκφραστο από όλα, αν όχι κοιμίζοντας τους λόγους που έχει εντός της; Γίνεται, λοιπόν, Ένα για να ορά το Ένα ή ορθά για να μην ορά το Ένα. Γιατί όταν ορά, θα δει το νοητό Ένα και ότι το Ένα που βρίσκεται πάνω από τον Νου, και θα νοήσει κάποιο Ένα και όχι το «αὐτοέν». Όταν, λοιπόν, πραγματοποιεί αυτή την όντως θεϊκή ενέργεια της η ψυχής και πιστέψει μόνο στον ίδιο του τον εαυτό, δηλαδή στο «άνθος του νου», και εξασφαλίσει στον εαυτό του μια ηρεμία όχι μόνο από τις εξωτερικές κινήσεις αλλά και από τις εσωτερικές και γίνει θεός όσο αυτό είναι δυνατόν στην ψυχή, τότε μόνο θα γνωρίσει όπως γνωρίζουν ου Θεοί τα πάντα με τρόπο άρρητο.

Όσο, όμως, (περί)στρεφόμαστε γύρω από αυτά που βρίσκονται εδώ κάτω, θα έχουμε δυσκολίες στο να πειστούμε ότι το θείο γνωρίζει τα πάντα αδιαίρετα και υπεραιωνίως, ότι τα όντως Όντα είναι αιώνια, ότι όσα γεννιούνται εξελίσσονται μέσα στον χρόνο και ότι μέσα στο Ένα δεν υπάρχει ούτε χρόνος ούτε αιώνας (αιωνιότητα)!

Ο ρόλος του μάρτυρα τελειώνει πάντα με δάκρυα

Ο ρόλος του μάρτυρα φαίνεται πολύ ωραίος και ευγενής από απόσταση, αλλά από κοντά είναι χάλια. Αν έχεις ζήσει ποτέ με έναν μάρτυρα ή αν έχεις δοκιμάσει και ο ίδιος να τον παραστήσεις, τότε ξέρεις πόσο άσχημος και οδυνηρός μπορεί να γίνει. Με το ρόλο του μάρτυρα, κανείς δεν κερδίζει αληθινά. Όλοι χάνουν. Η θυσία έχει να κάνει με απώλεια και τελειώνει πάντα με δάκρυα.

Η θυσία δεν είναι βιώσιμη λύση. Δε λειτουργεί ποτέ πραγματικά. Κάθε επιτυχία είναι προσωρινή. Μπορείς να χειριστείς μια κατάσταση για λίγο, αλλά τελικά το κόστος είναι υπερβολικά υψηλό για όλους. Κάθε φορά που μπαίνεις στον πειρασμό να το παίζεις οσιομάρτυρας, διάβαζε τις παρακάτω δέκα σκέψεις για τη θυσία. Ελπίζω ότι θα αλλάζεις γνώμη.

1. Η θυσία προέρχεται από το εγώ. Το εγώ είναι η περιορισμένη σου αντίληψη για τον εαυτό σου. Είναι μια σκέψη διαχωρισμού και έλλειψης. Η θυσία είναι μια «μικρή ιδέα» και αποτελεί ένδειξη ότι δε σκέφτεσαι με ολόκληρο το νου σου.

2. Δεν υπάρχει καμιά ανάγκη για θυσία. Ο ρόλος του μάρτυρα είναι ένας ρόλος που πάντα απονέμεται από σένα. Η θυσία δεν είναι ποτέ δικαιολογημένη, επειδή υπάρχει πάντα ένας καλύτερος τρόπος.

3. Με τη θυσία όλοι χάνουν. Αν χάνεις εσύ, τότε χάνουν όλοι. Στην πραγματικότητα, δεν υπάρχει χάνω/κερδίζεις στις σχέσεις. Ο μόνος λόγος να μην το πιστέψεις αυτό είναι να εξακολουθείς να πιστεύεις ότι είσαι χωρισμένος απ’ όλους.

4. Η θυσία δεν είναι αγάπη. Μοιάζει με αγάπη, αλλά δεν μπορεί να είναι, επειδή, όταν θυσιάζεσαι ή το παίζεις μικρός ή χάνεις σκόπιμα, δε δίνεις πραγματικά τον εαυτό σου. Όταν δίνεις τον εαυτό σου χωρίς όρους, δε χάνεις ποτέ.

5. Η θυσία είναι φόβος, θυσιάζεσαι εκεί που φοβάσαι. Τι φοβάσαι; Την απόρριψη, την αποτυχία, την απώλεια, την ευτυχία, την επιτυχία, το να έχεις όλα όσα θέλεις;

6. Η θυσία είναι ενοχή. Είναι ένας τρόπος να πληρώσεις γι’ αυτό που πιστεύεις ότι δεν αξίζεις. Είναι ένας τρόπος να εξασφαλίζεις ότι η επιτυχία, η ευτυχία και η αγάπη δε θα σε χαλάσουν. Δυστυχώς, αν το πιστεύεις αυτό, τότε όσες θυσίες και να κάνεις δε θα είναι ποτέ αρκετές.

7. Η θυσία δεν είναι δόσιμο. Δεν είναι δώρο’ είναι ανταλλαγή. Όταν παίζεις τον μάρτυρα, τότε δίνεις όλο και περισσότερο με όρους, μ’ ένα σωρό κρυφά συναισθηματικά γραμμάτια, τα οποία πρέπει να πληρωθούν μέσα σε μέρες, ώρες, λεπτά, δευτερόλεπτα...

8. Η θυσία είναι έλεγχος. Ακούγεται παράξενο, αλλά ίσως να τη χρησιμοποιείς σαν έναν τρόπο να ελέγχεις τις σχέσεις σου, να αποφεύγεις την οικειότητα, να παραμένεις στο διαχωρισμό, να εμμένεις στο παρελθόν και να μην το αφήνεις να φύγει. Ίσως η θυσία να είναι φόβος για την ανεξέλεγκτη ευδαιμονία!

9. Η θυσία καταλήγει πάντα σε απώλεια. Οι άνθρωποι που θυσιάζονται καταλήγουν πάντα να απαιτούν να θυσιαστούν και όλοι οι άλλοι. Ορκίζονται ότι δεν το απαιτούν, αλλά είναι αλήθεια!

10. Η θυσία δεν είναι το δώρο σου στους άλλους. Όταν πιστεύεις στο ρόλο του μάρτυρα, τότε αισθάνεσαι το δόσιμο σαν χάσιμο, την αυτοδέσμευση σαν αλυσίδες, την αγάπη σαν καθήκον, και τίποτε δεν γίνεται από καρδιάς. Το δώρο σου είναι να αγαπάς, όχι να χάνεις.

Η αξία μας είναι ανεξάρτητη από τα αποτελέσματα των πράξεών μας

Μερικοί από μας έχουμε προγραμματιστεί να πιστεύουμε ότι χρειάζεται να είμαστε καλύτεροι, πρώτοι ή τέλειοι για να αξίζουμε την αγάπη και το σεβασμό.

Κάποιοι έχουν γεννηθεί με μια τέτοια τάση, ενώ άλλοι αποκτούν ένα τέτοιο σύστημα πεποιθήσεων από τους γονείς ή το σχολείο. Οι γονείς και οι δάσκαλοι μπορεί να συμβάλουν με καλές προθέσεις σ’ έναν παρόμοιο προγραμματισμό με το να μας δίνουν περισσότερη προσοχή και αγάπη όταν τα καταφέρνουμε.

Αυτό μας κάνει να πιστεύουμε ότι χρειάζεται να είμαστε καλοί ή τέλειοι για να αξίζουμε την αποδοχή και την αγάπη. Αυτό μπορεί να μας κάνει πολύ ανταγωνιστικούς με τους άλλους επιδιώκοντας τα καλά αποτελέσματα και την τελειότητα.

Ένας τέτοιος προγραμματισμός δημιουργεί εσωτερική ένταση και φόβο ότι μπορεί να μην είμαστε τέλειοι στην εμφάνιση, το σπίτι, την εργασία, την έκφρασή μας, κλπ. Μας κάνει ανίκανους να επιτρέπουμε στους άλλους να κάνουν πράγματα για μας, επειδή μπορεί να μην τα κάνουν τέλεια.

Αυτό είναι κουραστικό για μας και για τους άλλους. Καταβάλουμε τον εαυτό μας και νιώθουμε αδικία επειδή οι άλλοι δεν μας βοηθούν, αλλά δεν τους επιτρέπουμε να το κάνουν, γιατί μπορεί να μην το κάνουν τέλεια ή γιατί θέλουμε να πιστωθούμε ότι το έχουμε κάνει εμείς. Χάνουμε πολύ χρόνο και ενέργεια αναζητώντας την ψευδαίσθηση της τελειότητας ή του να είμαστε καλύτεροι από τους άλλους.

Κανείς δεν μας το ζητά. Στην πραγματικότητα, είναι φανερό ότι ενοχλούνται απ’ αυτό και μας εκτιμούν λιγότερο από κάποιον άλλο που δεν έχει αυτή την πίεση και τον ανταγωνισμό για τελειότητα. Είμαστε λιγότερο ευχάριστοι στην παρέα. Η ψευδαίσθηση είναι ότι θα είμαστε πιο αγαπητοί αν επιθυμούμε να είμαστε τέλειοι. Προφανώς ισχύει το αντίθετο.

Είναι θαυμάσιο να προσπαθούμε να κάνουμε το καλύτερο που μπορούμε και να αναζητάμε να έχουμε το καλύτερο δυνατό αποτέλεσμα. Αλλά αυτό είναι διαφορετικό από την προσκόλλησή μας στο αποτέλεσμα και την ανικανότητά μας να βιώσουμε την αξία μας αν κάτι δεν είναι τέλειο. Ταυτόχρονα, δημιουργούμε ένταση στους άλλους με το άγχος μας σε σχέση με το αποτέλεσμα.

Ας εστιαστούμε στο να κάνουμε την καλύτερη προσπάθεια και ας συνειδητοποιήσουμε ότι η αξία μας είναι αμετάβλητη και εντελώς άσχετη με τα αποτελέσματά μας. Δεν αξίζουμε περισσότερο ή λιγότερο την αγάπη και το σεβασμό λόγω των αποτελεσμάτων μας.

Όχι η μέρα δεν έχει 24 ώρες

Νομίζεις πως η μέρα έχει 24 ώρες; Είναι επιστημονικά αποδεδειγμένο πως κάνετε λάθος.
«Δεν υπάρχει ο χρόνος που ρέει προς μια κατεύθυνση και κυριολεκτικά χρόνος σε συμπαντική κλίμακα ΔΕΝ υφίσταται» Richard Feynman.

Στον νέο κόσμο ο άνθρωπος είναι αιχμάλωτος του Χρόνου, είναι αιχμάλωτος σε έναν αριθμητικό υπολογισμό ωρών, λεπτών, ετών. Ο χρόνος ποτέ δεν φτάνει και αν κάποια στιγμή έχει λίγο παραπάνω ή δεν ξέρει τι να τον κάνει (!) ή τον σπαταλάει σε ανοησίες! Τα ποιοτικά χαρακτηριστικά του δεν υπάρχουν αλλά και ούτε που ξέρει ο άνθρωπος αν υπάρχει αυτό που δεν έχει. Πάντα έτσι ήταν στο γραμμικό κόσμο του ασήμαντου κι ενεργοβόρου “Εγώ” ο άνθρωπος και όλα τα όντα που συνυπάρχουν μαζί του, οργανικά και ανόργανα, είναι κάτω από την κηδεμονία, την εξουσία και τα καπρίτσια του χρόνου. Κακώς λένε ότι το αντίθετο της Ζωής είναι ο Θάνατος, δεν είναι, ο Χρόνος είναι.

Υπάρχει ο χρόνος;
Όπως τον αντιλαμβανόμαστε και όπως μας χρησιμοποιεί του στυλ “Θέλω να κάνω αυτό ή το άλλο αλλά δεν έχω χρόνο” ή “Δεν προλαβαίνω τρέχω όλη την ώρα” ή “καλή νέα χρονιά” κι άλλα τέτοια όμορφα κι ανόητα λόγια και σκέψεις σου δίνουν την εντύπωση ότι ο χρόνος υπάρχει. Αλλά η σύγχρονη επιστήμη και σχεδόν η Κβαντική θεωρία αλλά πιο ολοκληρωμένα η θεωρία του Χάους και των Fractal λένε ότι ο χρόνος όπως τον μετράς καθημερινά, είτε τον κυνηγάς, είτε σε κυνηγάει, Δεν υπάρχει. Τουλάχιστον όχι, με την έννοια που σε έχουν μάθει να του δίνεις.

Σε κάποιες Πνευματικές κοινωνίες ο χρόνος είναι Ενέργεια του Σύμπαντος. Ένα ποτάμι που πρέπει να διαβούμε πλέοντας, ενώ στις σκληρές μεταβιομηχανικές κοινωνίες ο χρόνος είναι απρόσωπος, εξωτερικός, ξέχωρος από την πνευματικότητα. Όσο υπάρχει η ξεπερασμένη πλέον αντίληψη ότι ο Χρόνος είναι μια ευθεία γραμμή που ξεκινάει από κάπου στο άγνωστο και καταλήγει κάπου αλλού στο μακρινό μέλλον, τόσο θα είναι δύσκολο να ερμηνεύσεις, αλλά και να αξιοποιήσεις τις Πνευματικές κι Ενεργειακές διαστάσεις του.

Η Θεωρία του Χάους αλλά και η Κβαντική θεωρία αντικαθιστούν την γραμμή (γραμμικός χρόνος) με μια ατέλειωτη πολύπλοκη σχηματική παράσταση Fractal διάστασης. Σε κάθε κλίμακα μεγέθυνσης το Fractal αποκαλύπτει καινούργια σχήματα και νέους ατελείωτους δαιδάλους.

Ποιό απλά, κάθε τι που φαίνεται με την πρώτη ματιά γραμμικό δηλ. μια ευθεία μπορεί, αν μελετηθεί σε βάθος να εμφανίζει στροφές, καμπύλες, αραβουργήματα σε Fractal ατελείωτες λεπτομέρειες. Άλλωστε η θεωρία του Χάους δηλώνει ξεκάθαρα πως τίποτε δεν υπάρχει ευθεία στην φύση. Δεν υπάρχουν ευθείες γραμμές. Άρα ο χρόνος πως μπορεί να είναι γραμμικός; Πως μπορεί κάτι τόσο Πνευματικό όπως ο ΧωροΧρόνος να είναι μια ευθεία γραμμή όταν τίποτε δεν είναι γραμμικό;

Υπάρχουν δισεκατομμύρια δισεκατομμυρίων σύμπαντα που σε κάποια από αυτά ο χρόνος όπως τον ξέρεις εδώ σε αυτό το Σύμπαν, όπως τον μετράς με το ακριβό σου ρολόι, πολύ απλά δεν Υπάρχει. Τώρα πως εσύ καταφέρνεις να μην έχεις κάτι που δεν υπάρχει; Αυτή είναι μια καλή ερώτηση … κι αν κάνεις καλές ερωτήσεις θα έχεις και καλές απαντήσεις.

Ο χρόνος όχι μόνο δεν υπάρχει “πάντα” αλλά δεν υπάρχει και “παντού” Η Κβαντική και η θεωρία της Σχετικότητας, δεν θεωρούν τον χρόνο ως απόλυτο. “Υπάρχει όμως πάντα” λέει. Αλλά η Κβαντική δίνει και μια άλλη διάσταση στο θέμα “Χρόνος” Χρησιμοποιώντας τον ισομορφισμό του Sidis, μπορούμε να ισχυριστούμε ότι όντως ο χρόνος υπάρχει πάντα. Το πρώτο πρόβλημα που προκύπτει είναι, αν υπάρχει ο χρόνος παντού και όχι πάντα, εφόσον υπάρχουν και άλλες διαστάσεις στο χωροχρόνο, διότι η λέξη “πάντα” είναι αποκλειστικά χρονική.

Υπάρχει, λοιπόν, ένας χώρος όπου δεν υπάρχει ο χρόνος; Αν και είναι φαινομενικά παράδοξο, η ίδια η κβαντική θεωρία μας επιτρέπει να απαντήσουμε θετικά. Για να γίνει αυτό πρέπει και αρκεί να εισαγάγουμε το διάστημα του Planck. Στην ουσία, υπάρχει ένα όριο που δεν μπορούμε να ξεπεράσουμε μέσα στο διακριτό χωροχρόνο. Συνεπώς, όχι μόνο ο χρόνος δεν είναι απόλυτος, μα επιπλέον δεν αποτελεί αναγκαστικά ένα συνεχές στοιχείο.

Υπάρχει μόνο και μόνο για σένα, εκεί που μπορείς να του δώσεις ένα νόημα. Όμως αυτό το νόημα δεν είναι αντικειμενικό και γι’ αυτόν το λόγο υπάρχει αυτή η απορία. Αν όμως αποδεχτούμε ότι υπάρχει Κβάντωση της Ενέργειας και του Χώρου, είναι φυσιολογικό να γενικεύσουμε αυτή την έννοια και στο Χρόνο εφόσον ο ΧώροΧρόνος αποτελεί μια ενιαία οντότητα.

Αυτές οι μη συνεχόμενες υπάρξεις του χώρου προσφέρουν δυνατότητες ερμηνείας του διαστήματος του χρόνου με τις μικροτοπικές αλλαγές φάσης. Ο χρόνος με αυτόν τον τρόπο έχει μια γεωμετρία που δεν είναι πια γραμμική ή μονοδιάστατη τυπλογικά. ..και αυτή η γεωμετρία μπορεί να είναι και μορφοκλασματική εφόσον η θεωρία των Fractal μπορεί να κωδικοποιήσει το Χώρο Με άλλα λόγια, ο χρόνος παρουσιάζεται ως μια πολυπλοκότερη έννοια που εμπεριέχει μη κλασικά στοιχεία.

Κατά τον Heidegger, ο χρόνος δεν είναι ένα πράγμα υπάρχον, αλλά μια εκτύλιξις η οποία γίνεται εις την ενότητα των κινήσεών της. Η κριτική της εννοίας του χρόνου είναι ανάλογος προς την του χώρου. Ο απόλυτος χρόνος, ανεξάρτητος μεταβλητών, είναι φανταστικός και παράλογος. Η κριτική του φαινομενικού χρόνου κατά τον Λεϊβνίτιο είναι όμοια προς την του χώρου.

Ο χρόνος αντιμετωπίζεται συμφώνως προς την σκέψη του Αριστοτέλη είναι γενικώς η μετάβασης, η πραγματική διάρκεια του σωματικού κόσμου. Η διάρκεια ενός σώματος δεν είναι εις τον χρόνο, αλλά, από κοινού με την διάρκεια των άλλων σωμάτων, αποτελεί τον πραγματικό χρόνο. Ο χρόνος, ως πραγματικός, είναι μια όψης της πραγματικής διάρκειας του σωματικού σύμπαντος, από την οποίαν δεν διακρίνεται.

Εις τον Καντ, ο χρόνος είναι ανάλογος προς τον χώρο. “Δεν είναι εμπειρική έννοια, προερχομένη από την εμπειρία τινός, είναι μια αναγκαία παράσταση, η οποία ίσταται εις την βάση όλων των διαισθήσεων. Δεν είναι μια έννοια, ως λέγεται, παγκόσμιος, αλλά μια καθαρή μορφή της υλικής διαισθήσεως. Ο χρόνος ουδέν άλλο είναι ει μή η μορφή της εσωτερικής αισθήσεως, ήτοι της διαισθήσεως ημών των ιδίων και της εσωτερικής μας καταστάσεως”.

Κατά τον Έγελο “οι διαστάσεις του χρόνου παρόν, μέλλον, παρελθόν, είναι το γίγνεσθαι ως τοιούτον εις την εξωτερικότητα του”.

Εις την φιλοσοφία των ημερών μας, ο χρόνος εμφανίζεται ως κατηγορία του πραγματικού.

Ο Νεοπλατωνισμός θεωρεί τον χρόνο υποκειμενικό.

Ο Πλωτίνος συνάπτει τον χρόνο όχι με τον φυσικό κόσμο, αλλά με την ψυχή και την αιωνιότητα, υποστηρίζοντας ότι ο χρόνος αποτελεί την ζωή της ψυχής και συνίσταται εις την κίνηση, δια της οποίας η ψυχή μεταβαίνει από μίαν κατάσταση ζωής εις άλλην κατάσταση ζωής.

Ο Καρτέσιος υποστηρίζει ότι ο χρόνος “ον διακρίνομεν από την γενικώς λαμβανομένην διάρκειαν και λεγομένην ότι είναι ο αριθμός της κινήσεως, ουδέν άλλο είναι ει μη ωρισμένος τις τρόπος μεθ’ ου σκεπτόμεθα την διάρκειαν ταύτην”. Διά τούτο χρόνος “έξω της αληθινής διαρκείας των πραγμάτων, ουδέν άλλο είναι ει μη εις τρόπος του σκέπτεσθαι”.

Ο Νεύτων και ο S. Clarke διατείνονται ότι ο χρόνος, ως και ο χώρος, είναι αναγκαία συνέπεια της υπάρξεως του Θεού και εν ιδίωμά του, άνευ του οποίου ο Θεός δεν θα ήτο αιώνιος.

Ο Λεϊβνίτιος διατυπώνει το παράδοξον ότι “ο Θεός θα εξαρτάται κατά τινα τρόπον εκ του χρόνου και θα έχη ανάγκην τούτου”. Επιμένει δε ότι ο χρόνος είναι “καθαρώς σχετικός είναι μία τάξις διαδοχών, η τάξις των ασταθών δυνατοτήτων, αίτινες έχουν μία συνάφειαν. Ο απόλυτος χρόνος, ο οποίος ευρίσκεται έξω των προσκαίρων πραγμάτων, είναι μηδέν”.

Ο G. Berkeley κρίνει τον απόλυτον χρόνον του Νεύτωνος και υποστηρίζει ότι “ο χρόνος είναι μηδέν όταν γίνεται αφαίρεσις από την διαδοχήν των ιδεών του νοός μας”.

Εις την αρχαία Ελληνική φιλοσοφία, ο χρόνος θεωρείται υπό πνεύμα ρεαλιστικό.
Ο Πυθαγόρης θεωρούσε τον χρόνο ως σφαίρα η οποία περιβάλλει το παν (H. Diels, Die Frag..).
Ο Πλάτων συνάπτει την μεταβλητότητα με τον χρόνο και την αιωνιότητα με το αμετάβλητο.
Ο Αριστοτέλης αναφερόμενος εις τον χρόνο διατείνεται ότι, ο χρόνος αποτελεί μίαν όψιν της διαρκούς κινήσεως των σωμάτων, επ’ αυτού δε στηρίζεται η υποκειμενικότης του. Ο χρόνος δεν είναι η κίνησις, εφ’ όσον υπάρχουν πολλαί κινήσεις επί μέρους, ενώ ο χρόνος είναι μοναδικός.
Οι Στωϊκοί δέχονται ότι ο χρόνος είναι ασώματος, ενδιάμεσον της κινήσεως του σύμπαντος (Διογένης Λαέρτιος).
Ο Ζήνων χρησιμοποιεί τον περί ενδιαμέσου ορισμό του χρόνου και υποστηρίζει ότι “χρόνος είναι ψυχή και όρος ταχύτητος και βραδύτητος των όντων επί μέρους και συμφώνως προς αυτόν άρχονται, λήγουν και υπάρχουν τα πάντα”
Σε αυτό το γίγνεσθαι της αδιάκοπης χρονικής «ροής» ο Ηράκλειτος θα διαβλέψει μια σύνθεση της ύπαρξης και της ανυπαρξίας, που την πιστοποιούμε ως εμπειρία αδιάκοπα καινούργιων πραγματοποιήσεων: «στο ίδιο ποτάμι δεν γίνεται να μπούμε δυο φορές» – τα νερά που μας βρέχουν κάθε φορά είναι άλλα. Η «ροή» είναι κυκλική, όχι σταθερή περιοδική επανάληψη των ίδιων γεγονότων, αλλά μια αδιάκοπα επιστρεπτική ενοποίηση κάθε έκφανσης του υπάρχειν (ροή συναγωγής και διασκορπισμού, σύστασης και αφανισμού, παρουσίας και απουσίας).
Χρόνος είναι ο Κρόνος, (Δημιουργός») ένας θεός, ένα ον, που γεννάει παιδιά και τα τρώει (δημιουργεί, δημιουργεί, δημιουργεί, στο άπειρο, δημιουργίες) Η εικόνα αναπαράγει τη χρονική διαδοχή σαν πραγματικότητα προσωποποιημένη: Κάποιος «θεός-δημιουργός» μεταβάλλει αδιάκοπα το παρόν, σε παρελθόν, την ύπαρξη σε ανυπαρξία και τούμπαλιν ΤΑΥΤΟΧΡΟΝΑ.
Η κριτική σκέψη, που πρωτογέννησαν στην ανθρώπινη Ιστορία, οι προ-αρχαίοι Έλληνες Φιλόσοφοι, αποπροσωποποίησε τον γεννήτορα-δημιουργό:

Τον χρόνο τον γεννάει η μεταβολή, η αέναη στο σύμπαν κίνηση. Ταυτίζεται ο χρόνος με την ουράνια σφαίρα στην κίνησή της, τα ουράνια σώματα είναι «όργανα χρόνου», μέτρα για να μετράμε τον χρόνο. Σε άμεση συνάρτηση με την ύλη, που είναι το δεδομένο και άναρχο υποκείμενο της κινητικής μεταβολής, είναι και ο χρόνος αγέννητος, άπειρος (δίχως πέρατα), στοιχείο αναπόσπαστο της κοσμικής ολότητας, ανερμήνευτα δεδομένο «γίγνεσθαι» συστατικό του υπάρχειν.

Η Fractal Εννοια του Χρόνου
Υπάρχει μια ιστορία σε πολλές κουλτούρες και πολιτισμούς με πολλές παραλλαγές που όμως λέει το ίδιο. Την έννοια του Fractal Χρόνου και την θεώρηση του Κβαντικού Άλματος. Δεν είναι Επιστημονική αλλά Πνευματική. Άλλωστε οι Πνευματικοί και οι Φιλόσοφοι από πάντα Ξέρουν κι αυτούς τους φιλόσοφους απλά επιβεβαιώνουν σήμερα οι επιστήμονες της σύγχρονης κοινωνίας.
Μια μέρα ένας μοναχός γυρνώντας από το δάσος που είχε πάει για να μαζέψει ξύλα, στάθηκε για να ακούσει ένα πουλί που κελαηδούσε. Μαγεύτηκε με το τραγούδι του που ήταν πάρα πολύ ωραίο και ο μοναχός στάθηκε λίγη ώρα πριν να συνεχίσει τον δρόμο του και την δουλειά του. Όταν επέστρεψε στο μοναστήρι, βρήκε νέα πρόσωπα άγνωστα σε αυτόν, άλλο μοναστήρι και άλλο χρόνο. Ακούγοντας το τραγούδι του πουλιού είχε περάσει ένας ολόκληρος αιώνας και οι φίλοι του είχαν πεθάνει. Μπαίνοντας ολοκληρωτικά σε ένα πολύ μικρό λεπτό του χρόνου είχε αγγίξει την αιωνιότητα.

Αν νομίζετε ότι η κάθε μέρα της ζωής σας έχει ακριβώς 24 ώρες, πλανάστε πλάνην οικτρά. Όπως είναι γνωστό, η διάρκεια της ημέρας αλλάζει ανά περιόδους εξ αιτίας μεταβολών στην περιστροφή της Γης, αναφέρουν  νεότερες έρευνες. Νέα μελέτη «μετράει» κάθε πότε ακριβώς συμβαίνει αυτό, εντοπίζοντας μάλιστα έναν «έξτρα», άγνωστο ως τώρα παράγοντα που «παίζει» με το εικοσιτετράωρό μας και φαίνεται να συνδέεται με το ΜΑΓΝΗΤΙΚΟ πεδίο της Γης.

«Λόξυγκας» στην περιστροφή της Γης
Η περιστροφή της Γης παρουσιάζει διακυμάνσεις κάθε χρόνο ή ανά δεκαετία εξαιτίας μεταβολών που σημειώνονται στην ατμόσφαιρα και στους ωκεανούς της αλλά και στο εσωτερικό της, στον μανδύα και τον πυρήνα της. Ωστόσο οι ακριβείς μεταβολές που προκαλούν οι διακυμάνσεις αυτές στη διάρκεια της ημέρας και τα «μοτίβα» που ακολουθούν δεν ήταν πλήρως γνωστά στους επιστήμονες. Μια ομάδα ερευνητών με επικεφαλής τον Ρίτσαρντ Χολμ του Πανεπιστημίου του Λίβερπουλ της Βρετανίας ανέλυσε αστρονομικά και δορυφορικά δεδομένα από το 1969 ως σήμερα με στόχο να τις καταγράψει.

Στη μελέτη τους, που δημοσιεύθηκε στην επιθεώρηση «Nature», παρουσιάζουν τη σαφέστερη «απεικόνιση» της διάρκειας του εικοσιτετραώρου μας για τα τελευταία πενήντα χρόνια. Οι ερευνητές εντόπισαν τρεις διαφορετικούς παράγοντες που προκαλούν «λόξυγκα» στην κίνηση της Γης καθώς αυτή γυρίζει γύρω από τον εαυτό της – και αυξομειώνουν σε διαφορετικό βαθμό τη διάρκεια της μέρας μας σε τρεις διαφορετικούς κύκλους.

Επιρροές από τα «σπλάχνα» της Γης
Κατ’ αρχάς κατέγραψαν λεπτομερώς μια γνωστή διακύμανση, κατά την οποία η διάρκεια της ημέρας αυξάνεται ή μειώνεται ανά περίπου μια δεκαετία κατά μερικά χιλιοστά του δευτερολέπτου για να επανέλθει μετά στα «φυσιολογικά» της επίπεδα. Η διακύμανση αυτή οφείλεται σε βραδείες μεταβολές που σημειώνονται στον πυρήνα της Γης.

Ο δεύτερος κύκλος που καταγράφηκε οφείλεται επίσης σε διεργασίες που σημειώνονται στο εσωτερικό του πλανήτη, και συγκεκριμένα στους συνεχείς κλυδωνισμούς που παρατηρούνται από την αλληλεπίδραση του ρευστού πυρήνα και του στερεού μανδύα του, και ως τώρα δεν ήταν πολύ γνωστός στους ειδκούς. Όπως αποδείχθηκε, ο κύκλος αυτός διαρκεί 5,9 έτη και αλλάζει τη διάρκεια της ημέρας κατά κλάσματα του χιλιοστού του δευτερολέπτου κάθε χρόνο.

Μαγνητική αναπήδηση
Οι ερευνητές κατέγραψαν όμως και μια τρίτη κατηγορία μεταβολών, η οποία ως τώρα δεν είχε παρατηρηθεί. Είδαν ότι τρεις φορές μέσα στα τελευταία χρόνια, και συγκεκριμένα το 2003, το 2004 και το 2007, η περιστροφή του πλανήτη παρουσίασε μικρές «αναπηδήσεις». Οι αναπηδήσεις αυτές παρεμβάλλονται αλλάζοντας τις πιο μακροπρόθεσμες μεταβολές κατά ένα κλάσμα του χιλιοστού του δευτερολέπτου και διαρκούν για μερικούς μήνες προτού τα πράγματα επανέλθουν στη φυσιολογική τους κατάσταση.

Ελέγχοντας δορυφορικές δεδομένα σχετικά με το μαγνητικό πεδίο της Γης την τελευταία 20ετία οι επιστήμονες είδαν ότι ανάλογες αναπηδήσεις, οι οποίες συμπίπτουν με αυτές της περιστροφής, σημειώνονται και στο μαγνητικό πεδίο του πλανήτη. Ο κ. Χολμ υποπτεύεται ότι αυτές οι ξαφνικές μεταβολές ενδεχομένως προκαλούνται όταν ένα κομμάτι λιωμένου πυρήνα προσκολλάται προσωρινά στον μανδύα, αλλάζοντας τη γωνιακή ταχύτητα της Γης.

Χρόνος Καθρέφτης
Κατά τον Richard Feynman δεν υπάρχουν δυο αντίθετα ηλεκτρικά φορτία. Αυτό που υπάρχει είναι η μεταξύ των φορτίων αντίθετη κίνηση στο χρόνο. Τα περίφημα διαγράμματα Feynman! Ναι αλλά η βαλίτσα πάει μακριά! Τότε που το «πέταξε» το σήκωσαν οι φυσικοί σαν άλλον ένα σβώλο απ’ αυτούς που μέχρι τότε «παίζανε» Μόνο που ο R. Feynman τους πέταξε χειροβομβίδα! Ήρθε η ώρα ν’ την απασφαλίσουμε.

Ο δε χρόνος είναι κυριολεκτικά άλλος ένας χώρος και σαν χώρος απλά υπάρχει, δεν κινείται. Δυο φορτία –έστω δυο ηλεκτρόνια, κινούνται μεταξύ τους αντίθετα, πρέπει να λάβουμε υπ’ όψη σε ποιο χώρο τα παρατηρούμε. Στο «χώρο» χώρο ή στο «χώρο» χρόνο!!! Στον πρώτο «χώρο» τα βλέπουμε με ίδιο φορτίο, αλλά αν τα παρατηρούμε στο «χώρο» χρόνο τότε το ένα θα το βλέπουμε ηλεκτρόνιο και το άλλο ποζιτρόνιο!!! Μια συμμετρία ανάλογη του καθρέφτη –το δεξί γίνεται αριστερό ή αλλιώς στον άξονα των χ τα συν γίνονται πλην στο είδωλο.
Δηλαδή ο «χώρος» χρόνος είναι ΚΑΘΡΕΦΤΗΣ!

Αυτό που υπάρχει «έξω» από τον καθρέφτη –το πραγματικό, μέσα στον καθρέφτη είναι είδωλο ΑΥΛΟ και όχι μόνο! Το είδωλο εντός του καθρέφτη περιέχει μονάχα την πληροφορία της μορφής του εκτός αυτού αντικειμένου και με την ολογραφία-είδωλο του καθρέφτη-ολογράμματος! Περί της ΟΥΣΙΑΣ του αντικειμένου περί της δομής του, περί της συστάσεως του και τα δυο είδωλα έχουν ΟΥΔΕΜΙΑ πληροφορία –ουδαμώς φέρουν πλήρως!

Α: Ο καθρέφτης «περιέχει» Μόνο είδωλα!
Β: Ο χρόνος είναι καθρέφτης
Γ: Ο «χώρος» χρόνος περιέχει είδωλα -μορφικές πληροφορίες
Δ: Ο χωροχρόνος είναι μιγαδικός. Περιέχει τα αντικείμενα ΚΑΙ τα είδωλα τους!
Ε: Η μορφή· που δεν είναι η ουσία του πράγματος, φαίνεται μόνο στον καθρέφτη ως είδωλο αντικειμένου
Στ: Το είδωλο σου προσφέρει μόνο αντίληψη του αντικειμένου (όχι Κατανόηση) Επίγνωση
Ζ: Επειδή όλες οι παρατηρήσεις και μετρήσεις της φυσικής γίνονται επί/εντός του καθρέφτη χρόνου, μόνο αντίληψη έχουμε και ποτέ κατανόηση των πραγμάτων π.χ. αντιλαμβανόμαστε το ηλεκτρικό φορτίο, ΤΙ ΕΙΝΑΙ δεν κατανοούμε ακόμα. Να θυμίσω βεβαίως ότι αξιωματική θεμελιώδη έννοια της φυσικής -μητέρας των επιστημών, αποτελεί ο χρόνος!

Το ολογραφικό σύμπαν; Το τελευταίο ‘φρούτο’ της φυσικής.
Η: Έχουμε «γεννηθεί» από το ΟΛΟΝ – ΕΝ – ΠΑΝ – ΠΗΓΗ ως όντα με επιγνωστική αναπηρία; Ή μας «τροποποίησαν» κάποιοι, κάποτε, για λόγους που μόνο οι κάποιοι γνωρίζουν κι εμείς εικασίες να κάνουμε μόνο μπορούμε!

Η ΑΝΤΙΛΗΨΗ ΤΩΝ ΠΡΑΓΜΑΤΩΝ ΑΞΙΖΕΙ ΟΣΟ ΚΑΙ ΜΙΑ ΤΡΥΠΑ ΣΤΟ ΝΕΡΟ.
ΑΠΟΛΥΤΩΣ ΤΙΠΟΤΑ ΣΟΥ ΛΕΕΙ ΓΙΑ ΤΗΝ ΟΥΣΙΑ / ΦΥΣΗ / ΠΟΙΟΝ ΤΩΝ ΠΡΑΓΜΑΤΩΝ!
Αγκάλιασε, χαστούκισε, φίλησε, φτύσε το είδωλο σου στο καθρέφτη! ΟΧΙ το γυαλί! Χειρούργησε το ανοίγοντας του τομή, επιδιόρθωσε μια βλάβη όποιου οργάνου του, σκούπισε τα αίματα, ράψε το (μη ξεχάσεις και το φακελάκι)! Μπορείς να τα κάνεις αυτά στο είδωλο σου; Όχι; Γιατί όχι;

Διότι το είδωλο είναι και άυλο και σε άλλο κυριολεκτικά χώρο, αυτόν μέσα στον καθρέφτη! Ενώ εσύ αυτή καθαυτή η οντότητα έχεις ύλη και χώρο – όχι χρόνο. Και με την λέξη ύλη να εννοούμε πλέον το ποιόν το φέρον! Και ΔΕΝ ΙΣΧΥΕΙ η αντιμεταθετική ιδιότητα! Τροποποίηση σε σένα επιφέρει τροποποίηση στο είδωλο σου!! ΟΧΙ, ΤΟ ΑΝΤΙΘΕΤΟ!!!

Πως, τίνι τρόπω απαλλάσσεσαι από τον καθρέφτη; Μήπως η συνείδηση μας είναι εγκλωβισμένη στο καθρέφτη – «χώρο» του χρόνου, ώστε να έχει μόνο αντίληψη της φέρουσας οντότητας της και όχι ΕΠΙΓΝΩΣΗ; Πατάμε με το ένα πόδι σ’ αυτό που όντως είμαστε και με το άλλο πόδι στο είδωλο-εικονική πραγματικότητα.

Μόνοι μας το πάθαμε; Μας το πάθανε; Δεν ξέρω ! Από την πιο στυγνή υλιστική θεώρηση των πραγμάτων ως την πιο αποκρυφιστική και μεταφυσική, υπάρχει τέτοια ποικιλία, που δε φτάνει μια ζωή να διαλέγεις!

Η θεωρεία της σχετικότητας είναι μια σαχλαμάρα. Η δε κβαντική, θ’ αποδειχθεί ότι είναι μια απλή περιγραφική θεωρεία, μη δυνάμενη να προσδιορίσει ή εξηγήσει την ύλη. Το «γιατί αυτό έτσι». π.χ γιατί το ηλεκτρόνιο είναι σταθερό, γιατί έχει τόση μάζα, γιατί σπιν 1/2. Σχέσεις βρήκε η κβαντοφυσική. Αντικατέστησε την αιτιοκρατία με την πιθανοκρατία.

Το χάος όμως, το απρόβλεπτο χάος ΕΙΝΑΙ αιτιοκρατικό … αυστηρά.
Όσον αφορά το χρόνο. Ούτε ο χρόνος, ούτε η μάζα, ούτε το φορτίο, ούτε το πεδίο γνωρίζουμε Τι είναι. Όχι, δε μας τα λέει καλά η κβαντοφυσική! Παρατηρώντας τη φύση, ΕΝΑ είναι το απόφθεγμα – του Θαλή. «Ισχυρότατον η ανάγκη, κρατεί γαρ πάντων». Κι εδώ κόλλησε το μούτρο μας στο τείχος του αδιεξόδου. ΠΑΡΑΔΕΧΘΗΚΑΜΕ κι ΑΠΟΔΕΧΘΗΚΑΜΕ την ΥΠΟΤΑΓΗ μας στην ΑΝΑΓΚΗ.

Κι ενός κακού -της υποταγής, μύρια έπονται.
Οι ερειπιώνες που κτίζει επιμελώς ο άνθρωπος από τότε που ΥΠΟΤΑΧΘΗΚΕ στην ΑΝΑΓΚΗ. Ακόμα κι αν κάποιοι άλλοι τον υπέταξαν, θα πρεπε να επιλέξει το θάνατο, δηλαδή την ανυπαρξία παρά τη ΣΚΛΑΒΙΑ της ΥΠΟΤΑΓΗΣ δηλαδή το ΥΠ(Ο) άρχειν! Ψηφίζω υπέρ των αρχών, αλλά ΤΙΝΟΣ οι αρχές; Θέσπιση αρχών εξ υμών ερήμην ημών; Ένας από τους λόγους που τα φράκταλ είχαν τόση απήχηση είναι η ευκολία και η ομορφιά των παραστάσεων τους. ΟΜΩΣ!

Η ΜΟΡΦΗ ανήκει στα Φράκταλ.
Η ΔΟΜΗ ανήκει στη λωρίδα του Μέμπιους.
Στην Σχετικότητα και την Κβαντοφυσική, οι θεωρίες πεδίου και αιθέρα δεν λαμβάνουν υπ’ όψιν τους τις θαυμαστές ιδιότητες της, άμεσα συγγενείς με τους στροβίλους των πεδίων και του αιθέρα. Περί οξύνειας και διανοίας των λαμπρών επιστημόνων σας μεταφέρω τούτο μόνο. Οι γαλαξίες – λένε οι αστροφυσικοί – περιστρέφονται ως συμπαγείς δίσκοι, σαν περιστρεφόμενα ταψιά. «Το μετρήσαμε» είναι το επιχείρημα τους. Ξέρετε πόσοι εξωγήινοι πέθαναν γελώντας όταν το άκουσαν; Σχεδόν όλοι τους, γι’ αυτό και δεν τους εντοπίσαμε ακόμα κι ούτε πρόκειται!
ΜΕΜΝΗΣΘΕ ΑΠΙΣΤΗΤΕ.-

Να είναι οι μέρες σου γρήγορες σαν αστραπή και να ζεις μέσα σε μια στιγμή χιλιάδες χρόνια. Κρισναμούρτι.

Ζήνων ο Ελεάτης

1. Εισαγωγικές επισημάνσεις
· Ήταν μαθητής του Παρμενίδη.
· Ο Παρμενίδης διατύπωσε τη θεωρία του Είναι.
· Η θεωρία αυτή ονομάζεται οντολογία.
· Με τα επιχειρήματά του ο Ζήνων επιχείρησε να στηρίξει αυτή την οντολογία του Παρμενίδη.
· Τα επιχειρήματα αυτά είναι ένα είδος έμμεσων αποδείξεων.
· Η μέθοδος του Ζήνωνα:
· Είναι η απόδειξη δια της εις άτοπον απαγωγής:
– Τι σημαίνει η εις άτοπον απαγωγή;
– Σημαίνει καθ’ υπόθεση λήψη μιας θέσης ως αληθούς, με σκοπό να δειχθεί το αβάσιμό της εν ονόματι των απαράδεκτων συμπερασμάτων που προκύπτουν λογικά απ’ αυτήν.
– Ξεκινά από τις θέσεις των αντιπάλων της θεωρίας του Παρμενίδη. Αυτές οι θέσεις παίζουν ρόλο προκείμενων στο συλλογισμό του Ζήνωνα.
– οι αντίπαλες θέσεις είναι:
α) υπάρχει πολλαπλότητα πραγμάτων και κίνηση του όντος.
β) το ον είναι διαιρετό.
– Ξεκινώντας απ’ αυτές τις θέσεις ο Ζήνων καταλήγει σε αντιφατικά συμπεράσματα ή σε «παράδοξα».
– Αυτά τα συμπεράσματα και τα «παράδοξα» στρέφονται κατά της πολλαπλότητας και της κίνησης του όντος.
· Το ερώτημα για το Είναι ο Ζήνων το μεθερμηνεύει [το μετατρέπει] σε ερώτημα για τα «σήματα» του όντος. Το ον ως τέτοιο περιπίπτει σε λήθη.
–π.χ. στο απόσπασμα: «αν το ον δεν είχε μέγεθος ….μέγεθος και πάχος» το ον παρουσιάζεται να έχει μέγεθος. Αυτό παραπέμπει στο «σήμα»μέγεθος του όντος και όχι σε κάποια πολλαπλότητα.
–Έτσι παρατηρείται ένα ασύμβατο ανάμεσα στην πολλαπλότητα και το Είναι.

2. Επιχειρήματα κατά της πολλαπλότητας

Για να επιχειρηματολογήσει ο Ζήνων κατά της πολλαπλότητας εξετάζει την ύπαρξη των πραγμάτων, δηλαδή τα όντα, ως προς το μέγεθος και ως προς τον αριθμό τους. 

α) Ως προς το μέγεθος:

· Παράδειγμα με τα πράγματα:
· Εάν δεχθούμε ότι υπάρχουν πολλά πράγματα, τότε αυτά πρέπει να έχουν διάφορα μεγέθη: να είναι μεγάλα και μικρά.
· Μεγάλα τόσο, ώστε να είναι άπειρα στο μέγεθος, δηλαδή να έχουν άπειρο μέγεθος.
· Μικρά τόσο, ώστε να μην έχουν καθόλου μέγεθος, δηλαδή να είναι μηδέν.
· Το μηδέν όμως δεν είναι πράγμα. Επομένως, αν δεχθούμε την ύπαρξη των πραγμάτων, δηλαδή την πολλαπλότητά τους, τότε αυτά πρέπει να έχουν άπειρο μέγεθος, αφού δεν μπορούν να υπάρχουν ως μηδέν.
· Το ίδιο και με την πραγματικότητα:
· Αν αυτή είναι πολλαπλό σύνολο, τούτο συνεπάγεται ότι αυτή αποτελείται από μέρη.
· Αν τα μέρη διαιρεθούν ως το έσχατο σημείο, γίνονται μονάδες χωρίς μέγεθος, άρα παύουν να είναι μέρη, δηλαδή δεν είναι σύνολα μονάδων.
· Συμπέρασμα: αν τα πράγματα είναι πολλά, είναι αναγκαστικά μικρά και μεγάλα.
· Μικρά σημαίνει ότι είναι μονάδες χωρίς μέγεθος και μεγάλα σημαίνει ότι είναι σε τέτοιο βαθμό που να καταλήγουν να είναι άπειρα.
· Ανασκευή: επειδή τα παραπάνω σχετικά (μικρά και μεγάλα) αποκλείονται, η αρχική υπόθεση της πολλαπλότητας των πραγμάτων ανασκευάζεται.

β) Ως προς τον αριθμό:

· Αν τα πράγματα είναι πολλά, ο αριθμός τους πρέπει να είναι πεπερασμένος.
· Γιατί; Επειδή τα πράγματα κατά τον αριθμό είναι τόσα όσα υπάρχουν: ούτε λιγότερα ούτε περισσότερα.
· Ταυτόχρονα όμως, αν τα πράγματα είναι πολλά, σημαίνει ότι κατά τον αριθμό είναι όχι μόνο πεπερασμένα, σύμφωνα με την παραπάνω συλλογιστική, αλλά και άπειρα σύμφωνα με την εξής συλλογιστική: πολλά κατά τον αριθμό σημαίνει ότι ανάμεσα τους υπάρχουν άλλα και άλλα ανάμεσα σε τούτα τα άλλα κ.ο.κ. ως το άπειρο.
· Η υπόθεση συνεπώς ότι η πραγματικότητα είναι ένα πεπερασμένο σύνολο πραγμάτων αίρεται, γιατί με την ίδια λογική μπορεί να αποδειχθεί ή να ανασκευασθεί η απειρότητά τους.
· Το πεπερασμένο και το άπειρο του αριθμού των πραγμάτων δεν μπορεί να ισχύει ταυτόχρονα: δεν αληθεύουν και τα δύο.
· Γι’ αυτό το λόγο αποκλείονται και τα δύο. Και με τον αποκλεισμό αυτό αποκλείεται συγχρόνως και η «διχοτομία» του όντος.

3. Επιχειρήματα κατά της κίνησης

α) Το παράδοξο του σταδίου ή της διχοτομίας
· Η κίνηση είναι αδύνατη, κατά τον Ζήνωνα. Γιατί;
· Επειδή ένα κινούμενο σώμα, π.χ. ένας δρομέας, προτού φτάσει στο τέρμα του σταδίου, πρέπει κατ’ αρχήν να έχει διανύσει τη μισή απόσταση.
· Προτού ωστόσο διανύσει τη μισή απόσταση, πρέπει να έχει διανύσει το μισό διάστημα της μισής απόστασης κ.ο.κ. ως το άπειρο.
· Τι δείχνει αυτό;
· Δείχνει ότι ένας χώρος, που αποτελείται από άπειρη σειρά σημείων, είναι αδύνατο να διανυθεί σε πεπερασμένο χρόνο.
· Ο Ζήνων λαμβάνει ως προϋπόθεση ότι ο χώρος είναι ως το άπειρο διαιρετός και πως μια ορισμένη έκταση ορίζεται από άπειρη σειρά σημείων.
· Για να ολοκληρώσει έτσι ο δρομέας τη διαδρομή πρέπει να διανύσει μια άπειρη σειρά σημείων.
· Σε τούτη την άπειρη σειρά δεν υπάρχει πρώτος όρος και ο δρομέας, κατά το παράδοξο αυτό, δεν μπορεί να ξεκινήσει.
· Η κίνηση συνεπάγεται λογικές δυσχέρειες, που την καθιστούν προβληματική in mente [= στο νου].

β) Το παράδοξο του Αχιλλέα
· Ένα σώμα ταχύτατο, ας πούμε ο Αχιλλέας, δεν μπορεί να φτάσει ποτέ ένα βραδύτερο σώμα, π.χ. μια χελώνα, που κινείται μπροστά του. Γιατί;
· Επειδή η χελώνα, ως προπορευόμενο κινούμενο σώμα, χωρίζεται από το άλλο κινούμενο σώμα, τον Αχιλλέα, με άπειρες υποδιαιρέσεις του διαστήματος, τις οποίες ο Αχιλλέας δεν μπορεί να καλύψει.
· Υποθετικά, ο Αχιλλέας είναι χίλιες φορές ταχύτερος από την χελώνα, η δε τελευταία, κατά τη στιγμή της εκκίνησης, προηγείται του Αχιλλέα κατά 10.000 μέτρα.
· Όταν ο Αχιλλέας θα έχει διανύσει 10.000, η χελώνα θα προηγείται του Αχιλλέα κατά δέκα μέτρα.
· Όταν ο Αχιλλέας καλύψει την απόσταση των δέκα μέτρων, η χελώνα πάλι θα προηγείται κατά 1 εκ. κ.ο.κ. ως το άπειρο.
· Σύμφωνα με τον Αριστοτέλη, το παράδοξο του Αχιλλέα δεν διαφέρει από εκείνο της διχοτομίας.
· Η μόνη διαφορά ανάμεσα στα δύο παράδοξα είναι ότι στο δεύτερο του Αχιλλέα τα μεσοδιαστήματα των δύο σωμάτων δεν διχοτομούνται ως το άπειρο, αλλά υποδιαιρούνται σε υποδιαστήματα ως το άπειρο.
· Λογικές δυσχέρειες [ή αντιφάσεις] συνεπάγεται η κίνηση και στο παράδοξο του Αχιλλέα: από τη μια η παρατήρηση δείχνει πως ο Αχιλλέας φτάνει τη χελώνα, από την άλλη όμως ο λόγος φαίνεται να αποδεικνύει το αντίθετο, δηλαδή δεν την φτάνει.
· Η προκείμενη έτσι: η κίνηση του όντος είναι δυνατή –αυτή είναι η θέση των αντιπάλων του Παρμενίδη που θέλει να καταρρίψει ο Ζήνων– συνεπάγεται μια αντιφατικότητα, από την οποία προκύπτει η αλήθεια της θέσης του Παρμενίδη περί ακινησίας του όντος.

γ) Το παράδοξο του βέλους
· Ένα βέλος, που φαίνεται ότι κινείται, σε κάθε χρονική στιγμή καλύπτει χώρο ίσο με τις διαστάσεις του και εντός αυτού του χώρου μένει ακίνητο.
· Η υποτιθέμενη διαδρομή του βέλους αποτελείται από τμήματα του χώρου που είναι ίσα προς τις διαστάσεις του.
· Από εδώ προκύπτει ότι το βέλος ηρεμεί [ή είναι ακίνητο] σε κάθε χρονική στιγμή, η οποία αντιστοιχεί σε κάθε τέτοιο τμήμα του χώρου. Τι σημαίνει αυτό;
· Πως το βέλος βρίσκεται πάντοτε σε ακινησία μέσα σε όλο το χώρο και καθ’ όλο το χρόνο.
· Σε όλο το χώρο, γιατί αυτός εδώ συντίθεται από μέρη ίσα κάθε φορά με τις διαστάσεις του βέλους.
· Και καθ’ όλο το χρόνο, γιατί αυτός εδώ συντίθεται από τις αντίστοιχες στιγμές, οι οποίες δεν έχουν διάρκεια και είναι αδιαίρετες και εντός των οποίων αναγκαστικά βρίσκεται το κινούμενο βέλος.
· Ποια είναι η βάση αυτού του επιχειρήματος;
· Είναι η προκείμενη, σύμφωνα με τον Αριστοτέλη, ότι ο χρόνος συντίθεται από αδιαίρετες στιγμές χωρίς διάρκεια.
· Η πιο πάνω θέση είναι σύμφωνη με τη θέση του Παρμενίδη ότι το ον «ούτε ήταν ποτέ ούτε θα είναι, γιατί τώρα είναι όλο μαζί». Δηλαδή το ον ή ένα πράγμα μπορεί να θεωρείται μόνο ότι είναι [=αδιαίρετος χρόνος] και όχι ότι υπήρξε ή θα υπάρχει [=χρόνος χωρίς διάρκεια].
· Στο παράδοξο του βέλους, εάν γίνει αποδεκτό ότι υπάρχει κίνηση, τότε το βέλος θα υπάρχει σε έναν τόπο και δεν θα υπάρχει συγχρόνως.
· Λαμβάνοντας λοιπόν ως προϋπόθεση ότι ο χρόνος έχει ατομική δομή, δεν μπορεί να καθίσταται καταληπτή η κίνηση εν γένει, το γίγνεσθαι.
· Σημαντική είναι η ιδέα του Ζήνωνα ότι ο χώρος και ο χρόνος συντίθενται από αδιαίρετα minima, γιατί προετοιμάζει τη γένεση της ατομικής θεωρίας.

4. Γενικότερη σημασία του επιχειρήματος του Ζήνωνα

· Ο λόγος αυτονομείται, δηλαδή παύει να υπηρετεί το Είναι.
· Το Είναι μεθερμηνεύεται ως εν και λειτουργεί ως ελεγκτική διαλεκτική.
· Αυτή η διαλεκτική προετοιμάζει τη μετάβαση στη σοφιστική ρητορική και την οντολογία.
· Από το είναι ο λόγος στρέφεται στην αντίθεση του ενός και των πολλών.
· Δια της εις άτοπον απαγωγής, ο λόγος δείχνει ότι θεμελιώδη δόγματα του κοινού νου, π.χ. ότι υπάρχει πολλαπλότητα και κίνηση, εμπεριέχουν αντίφαση ή οδηγούν σε μια πρόοδο ως το άπειρο.
· Ο λόγος δεν είναι πλέον προσδεδεμένος στο Είναι και διαμάχεται παρά πάντα τα λεγόμενα, δηλαδή αντιμάχεται την communis opinion [=την κοινή γνώμη] στις ποικίλες εκδοχές της.
· Επίσης ο λόγος, αποχωριζόμενος από το Είναι, ανακαλύπτει μέσα του το πεδίο της αλήθειας υπό τον χαρακτήρα της επιχειρηματολογίας που αυτο-θεμελιώνεται.
· Ερέθισμα για βαθύτερη έρευνα στα μαθηματικά και στη φυσική θεωρία αποτέλεσαν το πρόβλημα του συνεχούς και της διαιρετότητας συνεχών μεγεθών.
· Αυτό το πρόβλημα παίζει σημαντικό ρόλο στα «παράδοξα» του Ζήνωνα.
· Σε κάθε περίπτωση κύριος σκοπός των επιχειρημάτων του Ζήνωνα είναι να στηρίξουν τις βασικές θέσεις της οντολογίας του Παρμενίδη.
· Η όλη επιχειρηματολογία του Ζήνωνα διακρίνεται για λογική σαφήνεια.
· Γι’ αυτό ο Αριστοτέλης τον θεώρησε θεμελιωτή της Διαλεκτικής.

B. Brecht: Οι Ευθυγραμμιζόμενοι

Εισαγωγικές Υποτυπώσεις

1. Το μεταφραζόμενο εδώ ποίημα του Μπρεχτ διαβάστηκε από τον ίδιο σε εκπομπή του ραδιοφωνικού σταθμού της Μόσχας το 1935. Φέρει τον τίτλο: An die Gleichgeschalteten (=Στους ευθυγραμμιζόμενους). Ο τίτλος έλκει την καταγωγή του από την έκφραση Gleichschaltung (=ευθυγράμμιση) που χρησιμοποιούσαν επισήμως οι Ναζί, ευθύς ως ανέλαβαν την εξουσία τον Ιανουάριο του 1933.

2. Η εφαρμογή της Gleichschaltung στον τύπο και σε όλη τη δημόσια ζωή της Γερμανίας υποδήλωνε τον υποτιθέμενο «επαναστατικό χαρακτήρα» της «εθνικής αναγέννησης» που επαγγελόταν το ναζιστικό καθεστώς. Υπό το πνεύμα αυτής της Gleichschaltung το καθεστώς ψήφισε τους λεγόμενους νόμους ευθυγράμμισης, δυνάμει των οποίων το κόμμα των Ναζί αναγορεύτηκε σε μοναδικό φορέα ή εκφραστή της κρατικής εξουσίας, απαγορεύοντας την ίδρυση και λειτουργία άλλων κομμάτων.

3. Αυτό το ναζιστικό πνεύμα ευθυγράμμισης είναι χαρακτηριστικό όλων εκείνων των πολιτικών δυνάμεων που κυβερνούν καθεστωτικά. Σε όλους τους χρόνους, μηδέ εξαιρουμένου και του παρόντος, βλέπουμε δημοσιογράφους, διανοούμενους, πολιτικούς, «επιστήμονες», συνδικαλιστές και παρόμοιους: «φρόνιμα και τακτικά να πηγαίνουν με εκείνον που νικά» (Βάρναλης). Στη συνέχεια παρουσιάζεται μια ολοκληρωμένη μετάφραση του ποιήματος. Μετά τη μετάφραση ακολουθεί το γερμανικό κείμενο. 


Στους ευθυγραμμιζόμενους

Για να μη χάσει το ψωμί του
Σε καιρούς αυξανόμενης καταπίεσης
Αποφασίζει κάποιος, να μην λέει πια την αλήθεια
Για τα εγκλήματα του καθεστώτος γύρω από τη διατήρηση
Της εκμετάλλευσης, αλλά
Και τα ψέματα του καθεστώτος να μη διαδίδει, δηλαδή
να μην αποκαλύπτει πραγματικά τίποτα, αλλά
Και τίποτα να μην ωραιοποιεί. Αυτός που έτσι ενεργεί
Φαίνεται μόνο να επιβεβαιώνει ξανά πως είναι αποφασισμένος
Και στους καιρούς της αυξανόμενης καταπίεσης
Να μην χάνει το κύρος του, μα στην πραγματικότητα
Είναι βέβαια αποφασισμένος μόνο
Να μην χάνει το ψωμί του. Σίγουρα, αυτή του η απόφαση
Να μην λέει καμιά αναλήθεια, τον εξυπηρετεί σε τούτο:
Από δω και πέρα να αποσιωπά την αλήθεια. Αυτό βέβαια μπορεί
Λίγο μόνο καιρό να κρατήσει. Αλλά και στον
Καιρό αυτό,
Που στη διάρκειά του περιφέρονται στα δημόσια αξιώματα και
Στων εφημερίδων τις συντάξεις
Στα επιστημονικά εργαστήρια και στων εργοστασίων τις αυλές ως Άνθρωποι που από το στόμα τους καμιά δεν βγαίνει αναλήθεια,
Αρχίζει κιόλας η βλαβερότητά τους. Όποιου τ’ αυτί
Δεν ιδρώνει μπρος στη θέα αιματηρών εγκλημάτων, τα κάνει ακριβώς Να έχουν την όψη του φυσικού. Χαρακτηρίζει
Το φοβερό ανοσιούργημα ως κάτι τόσο ανάξιο για να το προσέξουμε όσο η βροχή
Αλλά και τόσο μη-δυνάμενο να εμποδιστεί όσο η βροχή.
Έτσι υποστηρίζει ήδη με τη σιωπή του
Τους εγκληματίες, σε λίγο όμως
Θα παρατηρήσει πως, για να μη χάσει το ψωμί του
Πρέπει όχι μόνο την αλήθεια να αποσιωπά, αλλά
Και τα ψέματα να λέει.

Όχι δυσμενώς
Υποδέχονται οι καταπιεστές αυτόν, που είναι έτοιμος
Να μη χάσει το ψωμί του.
Αυτός δεν περιφέρεται σαν κάποιος δωροδοκημένος
Αφού κανείς τίποτα δεν του έχει δώσει, μα
Και τίποτα από κανέναν δεν έχει πάρει.
Όταν ο εγκωμιαστής,
Καθώς σηκώνεται απ’ το τραπέζι των εξουσιαστών, το στόμα του ανοίγει
Και βλέπει κανείς τα υπολείμματα απ’ το γεύμα, ακούει κανείς
Τα εγκώμιά του με αμφιβολία.
Τα εγκώμια όμως εκείνου
Που χτες ακόμα τους καθύβριζε και στο επινίκιο γλέντι
δεν ήταν προσκαλεσμένος
Περισσότερη έχουν αξία. Μα αυτός
Είναι ο φίλος των καταπιεσμένων. Τον γνωρίζουν.
Ό,τι λέει, ισχύει
Κι ό,τι δεν λέει, δεν ισχύει.
Και τώρα μας λέει πως δεν υπάρχει
Καθόλου καταπίεση.
Στην καλύτερη περίπτωση στέλνει ο φονιάς
Τον αδελφό του δολοφονημένου
Που τον έχει εξαγοράσει να επιβεβαιώσει
Πως τον αδελφό του
Τον σκότωσε ένα κεραμίδι που έπεσε από τη σκεπή. Το απλό ψέμα Προφανώς δεν βοηθάει πλέον άλλο αυτόν που θέλει
Να μη χάσει το ψωμί του. Τώρα υπάρχουνε πολλοί
Στο είδος του. Γρήγορα
Ανακατώνεται στον ανηλεή ανταγωνισμό όλων όσων
Θέλουν να μη χάσουν το ψωμί τους: δεν αρκεί πια
η θέληση να ψεύδεται.
Η ικανότητα είναι αναγκαία και η εμπάθεια γίνεται ισχυρή.
Η επιθυμία, να μη χάσει το ψωμί του αναμιγνύεται
Με την επιθυμία, μέσω ιδιαίτερης τέχνης στις πιο ασυνάρτητες
αερολογίες
Να προσδίνει νόημα, το ανέκφραστο
Να μπορεί να το λέγει.
Συμβαίνει τότε, αυτός στους καταπιεστές
Να χρειάζεται να απευθύνει περισσότερα υμνολόγια από κάθε άλλον, Γιατί σκιάζεται από την υποψία ότι κάποτε παλιότερα
Την καταπίεση είχε καταγγείλει. Έτσι
Οι γνώστες της αλήθειας γίνονται οι πιο άγριοι ψεύτες.
Και όλα τούτα ισχύουν μόνο
Μέχρι να περάσει κάποιος και να τους ζητήσει να λογοδοτήσουν
Για την προηγούμενη τιμιότητά τους, για την αλλοτινή τους αξιοπρέπεια
και τότε
Χάνουν το ψωμί τους.

Αριστοτέλης: περί πολιτικής

Ο πολίτης και η πόλη

Κείμενο

Γι’ αυτόν που ασχολείται με το σύστημα διακυβέρνησης, πιο ειδικά με τη φύση [ή την ουσία] και τα χαρακτηριστικά του κάθε επί μέρους συστήματος, το πρώτο σχεδόν θέμα για διερεύνηση είναι η πόλη, το τι τέλος πάντων είναι η πόλη. Διότι σήμερα υπάρχουν διαφορετικές γνώμες πάνω σ’ αυτό το θέμα, καθώς άλλοι ισχυρίζονται ότι την τάδε συγκεκριμένη πράξη την έκανε η πόλη, ενώ άλλοι ισχυρίζονται ότι δεν την έκανε η πόλη αλλά η ολιγαρχία ή ο τύραννος [=η συγκεκριμένη εκάστοτε «κυβέρνηση»]· εξάλλου βλέπουμε όλη τη δραστηριότητα του πολιτικού και του νομοθέτη να σχετίζεται με την πόλη, το δε σύστημα διακυβέρνησης να είναι ένας τρόπος οργάνωσης αυτών που ζουν στην πόλη. Επειδή όμως η πόλη ανήκει στην κατηγορία των σύνθετων πραγμάτων, όπως όλα εκείνα τα πράγματα που το καθένα τους είναι ένα όλον, αποτελούμενο όμως από πολλά μέρη, είναι φανερό ότι πρέπει πρώτα να ψάξουμε να βρούμε τι είναι ο πολίτης· γιατί η πόλη είναι ένα σύνολο πολιτών. Επομένως πρέπει να εξετάσουμε ποιον πρέπει να ονομάζουμε πολίτη και ποια είναι η φύση του. Πράγματι, για το περιεχόμενο της λέξης πολίτης διατυπώνονται πολλές φορές διαφορετικές μεταξύ τους γνώμες· δεν υπάρχει δηλαδή μια γενική συμφωνία για το περιεχόμενο της λέξης πολίτης· γιατί κάποιος, ενώ είναι πολίτης σε ένα δημοκρατικό πολίτευμα, πολλές φορές δεν είναι πολίτης σε ένα ολιγαρχικό πολίτευμα. 

Σχολιασμός

1. Μεθοδολογικά στοιχεία:

1. Το ζητούμενο:
α. Να διερευνήσουμε τι είναι η πόλη.
β. Προϋπόθεση γι’ αυτό: να διερευνήσουμε τι είναι ο πολίτης.
γ. Η όλη διερεύνηση λαμβάνει χώρα στο πλαίσιο διερεύνησης του τρόπου διακυβέρνησης.

2. Η νοητή γραμμή: πολιτεία –πόλη– πολίτης:

Πολιτεία = πολίτευμα, σύστημα ή τρόπος διακυβέρνησης μιας πόλης
Πόλη = έχει το νόημα του σημερινού κράτους με την έννοια της πολιτικά συγκροτημένης κοινωνίας και της αντίστοιχης διακυβέρνησής της και όχι με την έννοια της απρόσωπης εξουσίας.
Πολίτης = ορίζεται ανάλογα με το πολίτευμα.

α) Εάν θέλουμε να εξετάσουμε το πολίτευμα, πρέπει πρωτίστως να σκεφτούμε πάνω στη φύση της πόλης.
β) Για να εισχωρήσουμε στην ουσία του όλου που είναι η πόλη, πρέπει να ξεκινήσουμε από το μέρος που λέγεται πολίτης.
γ) Γύρω από την έννοια του πολίτη δεν υπάρχει συμφωνία ή ομοφωνία.

Προηγούμενες αναλύσεις του Αριστοτέλη:

α. Η πόλη προηγείται, σύμφωνα με τη φυσική τάξη [=φύσει], σε σχέση με την οικογένεια και τον καθένα από μας.
β. Ο άνθρωπος είναι πολιτικό ζώο, καθότι έχει λόγο, σκέπτεται και διαλέγεται για σύνθετες καταστάσεις, αξίες και σχέσεις ζωής.
γ. Γενικώς, ο Αριστοτέλης έθεσε το πολιτικό φαινόμενο με βάση την πόλη και την πολιτική της έκφραση: τον πολίτη.
δ) Ακολουθήθηκε η γενετική μέθοδος.
 
Ανάλυση:

· Τι σημαίνει η έννοια πολιτεία; Σημαίνει σύστημα διακυβέρνησης μιας πόλης, το πολίτευμα. Κάτι παρόμοιο με το σημερινό σύνταγμα.

· Η διερεύνηση ή εξέταση:

– του πολιτεύματος γενικά,
– της φύσης του κάθε πολιτεύματος,
– των ιδιαίτερων γνωρίσματά του,
προϋποθέτει την εξέταση σχετικά με το τι είναι η πόλις.

· Η συλλογιστική πορεία είναι η εξής: από το αφηρημένο στο συγκεκριμένο ή από το γενικό προς το ειδικό ή μερικό.

· Συγκεκριμένα ξεκινάμε από το πολίτευμα και για να το κατανοήσουμε προχωρούμε πιο εξειδικευμένα στην πόλη και από εδώ στον πολίτη.

· Γιατί πρέπει να προηγηθεί η διερεύνηση της έννοιας της πόλης;

· Επειδή υπάρχουν διαφορετικές απόψεις ως προς το ποιος είναι γενεσιουργός παράγοντας της πολιτικής πράξης και ποιος φέρει την ευθύνη.

· Χρειάζεται συνεπώς να διευκρινίζεται αν την ευθύνη τη φέρνει η πόλη γενικά ή οι φορείς της εξουσίας, ειδικά αν πρόκειται για ολιγαρχικά ή τυραννικά καθεστώτα.

· Άλλος λόγος για τη διερεύνηση της πόλης είναι η ανάγκη να εξηγήσουμε, να κατανοήσουμε, να μελετήσουμε την όλη πολιτική δραστηριότητα, τις συγκεκριμένες πράξεις του πολιτικού και του νομοθέτη.

· Επίσης είναι αναγκαίο να διερευνηθεί πώς είναι οργανωμένη η πόλη σε συνάφεια με τον τρόπο διακυβέρνησής της.

· Ο Αριστοτέλης μας υποδεικνύει την αναλυτική μέθοδο ως οδηγό για την εξέταση της έννοιας της πόλης.

· Κατά τη μέθοδο τούτη, πρέπει να ξεκινήσουμε από τη μελέτη της έννοιας του πολίτη για να αποκρυπτογραφήσουμε με ακρίβεια την ουσία της πόλης.

· Γιατί πρέπει να ακολουθήσουμε αυτή τη μέθοδο εξέτασης;

α) Επειδή η πόλη αποτελείται από μέρη, τα οποία είναι οι πολίτες.
β) Επειδή και για την έννοια του πολίτη υπάρχουν διαφορετικοί ορισμοί και προσδιορισμοί.

· Άρα πρέπει να εξετάσουμε την έννοια του πολίτη και να την εξετάσουμε προς διπλή κατεύθυνση:

α) Ποιος πρέπει να αποκαλείται πολίτης;
β) Ποια είναι η φύση του;

· Προτού όμως ο φιλόσοφος ασχοληθεί με τον πολίτη προβαίνει σε έναν έμμεσο προσδιορισμό της πόλης ως όλου σε σχέση με τα μέρη, δηλαδή τους πολίτες.

· Τι είναι η πόλη;

· Είναι ένα όλο με πολλά μέρη.

· Αυτό το όλο όμως δεν προκύπτει ακριβώς ως άθροισμα των μερών.

· Είναι το σύνολο που βασίζεται μεν στα μέρη, εδώ στους πολίτες, αλλά σε κάθε περίπτωση τα υπερβαίνει και συγκροτείται ως μια υπέρτερη έννοια, ως ένα πλέον ποσοτικά και ποιοτικά.

· Με μια λέξη είναι ένα όλο διαφορετικό τόσο από τα μέρη του όσο και από το άθροισμά τους.

· Το τι είδους όλο είναι, μπορεί να εξαχθεί από παρόμοιες αναφορές του φιλοσόφου στο έργο του Μετά τα Φυσικά (1041b 10-33).

· Εκεί χρησιμοποιεί το παράδειγμα της συλλαβής, σύμφωνα με το οποίο η τελευταία δεν είναι μόνο ένα άθροισμα φωνήεντος και συμφώνου αλλά και κάτι άλλο.

· Αυτή είναι το αίτιο που συντελεί ώστε η συλλαβή να είναι συλλαβή, να έχει ένα νόημα και να αποτελεί την ουσία του κάθε πράγματος.

· Το ίδιο συμβαίνει και με την πόλη: είναι η ουσία και η αλήθεια των συστατικών της μερών και συγχρόνως ο δημιουργικός λόγος [=παράγοντας, αιτία] για την ολοκλήρωση των μερών της και για μια αυτάρκη ζωή.

· Ας σκεφτούμε λίγο πιο συγκεκριμένα, γιατί δεν εννοούν όλοι το ίδιο πράγμα με τη λέξη πολίτης.

· Τα κριτήρια για την διαφορετική κατανόηση της έννοιας του πολίτη έχουν ισχύ, ανάλογα με την περίπτωση και την κατάσταση, κυρίως την πολιτική κατάσταση.

· Έτσι είναι δυνατόν ένα άτομο να αναγνωρίζεται ως πολίτης, σύμφωνα με το δημοκρατικό πολίτευμα, και να μην αναγνωρίζεται σύμφωνα με το ολιγαρχικό.

· Με βάση και άλλες αναφορές των Πολιτικών (1275 b 5-6), ο Αριστοτέλης αποσαφηνίζει ότι το πολίτευμα που επιτρέπει να ομιλεί κανείς για πολίτη είναι η δημοκρατία, ενώ τα άλλα πολιτεύματα δεν εγγυώνται με απόλυτη βεβαιότητα την έννοια του πολίτη, γιατί δεν λειτουργεί η εκκλησία του δήμου και τα λαϊκά δικαστήρια.

· Πώς κατανοείται ο τρόπος δράσης των πολιτικών;

· Ο φιλόσοφος καταθέτει έναν διαχρονικά ισχύοντα προβληματισμό για τη νομιμότητα της εκάστοτε πολιτικής εξουσίας και για το βάρος της πολιτικής ευθύνης.

· Ως προς τη νομιμότητα το ερώτημα είναι: ποιος φέρει τελικά την ευθύνη για τις διάφορες ενέργειες και πράξεις της πολιτικής εξουσίας: οι συγκεκριμένοι εκάστοτε πολιτικοί ή γενικά η πόλη;

· Στην αρχαία Ελλάδα υπήρχε η πεποίθηση ότι την ευθύνη την φέρνουν οι εκάστοτε πολιτικές ηγεσίες ή ανελεύθερα καθεστώτα και όχι γενικά η πόλη.

· Ο Αριστοτέλης αντλεί ίσως τον πιο πάνω προβληματισμό από το ιστορικό παράδειγμα των Θηβαίων.

· Σύμφωνα με τον Θουκυδίδη (ΙΙΙ 62), όταν οι Θηβαίοι κατηγορήθηκαν από τους Πλαταιείς για μηδισμό, απάντησαν ότι γι’ αυτό υπεύθυνη δεν είναι όλη η πόλη, αλλά η ολιγαρχία που κυβερνούσε.

· Υπάρχουν περιπτώσεις όμως όπου η ευθύνη καταμερίζεται σε ολόκληρη την πόλη, σήμερα θα λέγαμε στον λαό.

· Τέτοιες είναι κυρίως οι περιπτώσεις, όπου επικρατεί δημοκρατικό πολίτευμα. Παράδειγμα ο Σπαρτιάτης Γύλιππος προτείνει, μετά την ολοσχερή καταστροφή των Αθηναίων στη Σικελία, οι ηττημένοι Αθηναίοι να υποστούν τα ίδια που έκαναν και αυτοί σε φάσεις που ήταν νικητές.

· Βέβαια, συνεχίζει, μπορεί να μην φταίει ο λαός, αλλά η ηγεσία του. Όμως η ηγεσία καθοδηγεί τον λαό με βάση αυτά που του αρέσουν και ηχούν ευάρεστα.

· Εάν λοιπόν ο λαός έχει σωστές κατευθύνσεις και αποφασίζει σωστά με την ψήφο του ή με άλλους τρόπους μπορεί να συνετίσει τους πολιτικούς.

· Στις σύγχρονες εποχές, ο αριστοτελικός προβληματισμός εξακολουθεί να έχει αμείωτη ισχύ, σχετικά με το ποιος έχει την ευθύνη για τις σωστές ή λανθασμένες επιλογές της πολιτικής εξουσίας.

· Σε κάθε περίπτωση, η σχέση λαού και πολιτικής εξουσίας ως προς την ευθύνη των πολιτικών πράξεων ποτέ δεν είναι μονοσήμαντη, αλλά αμφίδρομη.