Παρασκευή, 25 Αυγούστου 2017

ΡΗΤΟΡΙΚΗ: ΔΗΜΟΣΘΕΝΗΣ - Περὶ τοῦ στεφάνου (166-168)

[166] Λέγε δὴ καὶ τὰς ἀποκρίσεις.

ΑΠΟΚΡΙΣΙΣ ΑΘΗΝΑΙΟΙΣ.
[Βασιλεὺς Μακεδόνων Φίλιππος Ἀθηναίων τῇ βουλῇ καὶ τῷ δήμῳ χαίρειν. ἣν μὲν ἀπ᾽ ἀρχῆς εἴχετε πρὸς ἡμᾶς αἵρεσιν, οὐκ ἀγνοῶ, καὶ τίνα σπουδὴν ἐποιεῖσθε προσκαλέσασθαι βουλόμενοι Θετταλοὺς καὶ Θηβαίους, ἔτι δὲ καὶ Βοιωτούς· βέλτιον δ᾽ αὐτῶν φρονούντων καὶ μὴ βουλομένων ἐφ᾽ ὑμῖν ποιήσασθαι τὴν ἑαυτῶν αἵρεσιν, ἀλλὰ κατὰ τὸ συμφέρον ἱσταμένων, νῦν ἐξ ὑποστροφῆς ἀποστείλαντες ὑμεῖς πρός με πρέσβεις καὶ κήρυκα συνθηκῶν μνημονεύετε καὶ τὰς ἀνοχὰς αἰτεῖσθε, κατ᾽ οὐδὲν ὑφ᾽ ἡμῶν πεπλημμελημένοι. ἐγὼ μέντοι ἀκούσας τῶν πρεσβευτῶν συγκατατίθεμαι τοῖς παρακαλουμένοις καὶ ἕτοιμός εἰμι ποιεῖσθαι τὰς ἀνοχάς, ἄν περ τοὺς οὐκ ὀρθῶς συμβουλεύοντας ὑμῖν παραπέμψαντες τῆς προσηκούσης ἀτιμίας ἀξιώσητε. ἔρρωσθε.]

[167] ΑΠΟΚΡΙΣΙΣ ΘΗΒΑΙΟΙΣ.
[Βασιλεὺς Μακεδόνων Φίλιππος Θηβαίων τῇ βουλῇ καὶ τῷ δήμῳ χαίρειν. ἐκομισάμην τὴν παρ᾽ ὑμῶν ἐπιστολήν, δι᾽ ἧς μοι τὴν ὁμόνοιαν καὶ τὴν εἰρήνην ἀνανεοῦσθε. πυνθάνομαι μέντοι διότι πᾶσαν ὑμῖν Ἀθηναῖοι προσφέρονται φιλοτιμίαν βουλόμενοι ὑμᾶς συγκαταίνους γενέσθαι τοῖς ὑπ᾽ αὐτῶν παρακαλουμένοις. πρότερον μὲν οὖν ὑμῶν κατεγίγνωσκον ἐπὶ τῷ μέλλειν πείθεσθαι ταῖς ἐκείνων ἐλπίσι καὶ ἐπακολουθεῖν αὐτῶν τῇ προαιρέσει. νῦν δ᾽ ἐπιγνοὺς ὑμᾶς τὰ πρὸς ἡμᾶς ἐζητηκότας ἔχειν εἰρήνην μᾶλλον ἢ ταῖς ἑτέρων ἐπακολουθεῖν γνώμαις, ἥσθην καὶ μᾶλλον ὑμᾶς ἐπαινῶ κατὰ πολλά, μάλιστα δ᾽ ἐπὶ τῷ βουλεύσασθαι περὶ τούτων ἀσφαλέστερον καὶ τὰ πρὸς ἡμᾶς ἔχειν ἐν εὐνοίᾳ· ὅπερ οὐ μικρὰν ὑμῖν οἴσειν ἐλπίζω ῥοπήν, ἐάν περ ἐπὶ ταύτης μένητε τῆς προθέσεως. ἔρρωσθε.]

[168] Οὕτω διαθεὶς ὁ Φίλιππος τὰς πόλεις πρὸς ἀλλήλας διὰ τούτων καὶ τούτοις ἐπαρθεὶς τοῖς ψηφίσμασιν καὶ ταῖς ἀποκρίσεσιν, ἧκεν ἔχων τὴν δύναμιν καὶ τὴν Ἐλάτειαν κατέλαβεν, ὡς οὐδ᾽ ἂν εἴ τι γένοιτ᾽ ἔτι συμπνευσάντων ἂν ἡμῶν καὶ τῶν Θηβαίων. ἀλλὰ μὴν τὸν τότε συμβάντ᾽ ἐν τῇ πόλει θόρυβον ἴστε μὲν ἅπαντες· μικρὰ δ᾽ ἀκούσαθ᾽ ὅμως αὐτὰ τἀναγκαιότατα.

***
[166] Διάβασε τώρα και τις απαντήσεις.

ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΠΡΟΣ ΤΟΥΣ ΑΘΗΝΑΙΟΥΣ
Ο βασιλιάς των Μακεδόνων Φίλιππος απευθύνει χαιρετισμό στη Βουλή και τον Δήμο των Αθηναίων. Δεν αγνοώ ποιά στάση κρατούσατε απέναντί μου από την πρώτη στιγμή και ποιά σπουδή δείχνατε θέλοντας να προσεταιριστείτε τους Θεσσαλούς και τους Θηβαίους, ακόμη δε και τους άλλους Βοιωτούς. Αυτοί όμως σκέφτονται πιο λογικά και δεν επιθυμούν να εξαρτήσουν τη δική του στάση από σας, αλλά θα τοποθετηθούν ανάλογα με το συμφέρον τους. Έτσι τώρα εσείς αλλάζοντας τακτική στείλατε σ᾽ εμένα πρέσβεις και κήρυκα, κάνετε λόγο για συνθήκες και μου ζητάτε ανακωχή, χωρίς καθόλου να σας έχω αδικήσει. Παρ᾽ όλα αυτά εγώ, αφού άκουσα τους πρέσβεις σας, αποδέχομαι τα αιτήματά σας και είμαι πρόθυμος να κάνω την ανακωχή που μου ζητάτε, αν βέβαια και εσείς αποπέμψετε τους κακούς σας συμβούλους και τους τιμωρήσετε με στέρηση πολιτικών δικαιωμάτων όπως τους πρέπει. Να είστε καλά].

[167] ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΠΡΟΣ ΤΟΥΣ ΘΗΒΑΙΟΥΣ
[Ο βασιλιάς των Μακεδόνων Φίλιππος απευθύνει χαιρετισμό στη Βουλή και τον Δήμο των Θηβαίων. Πήρα την επιστολή σας με την οποία ανανεώνετε την ομόνοια και την ειρήνη μ᾽ εμένα. Πληροφορούμαι όμως ότι οι Αθηναίοι καταβάλλουν κάθε προσπάθεια, επιθυμώντας να σας βρουν σύμφωνους στα αιτήματά τους. Παλαιότερα σας κατηγορούσα για την τάση σας να βασίζεστε στις ελπίδες εκείνων και να ακολουθείτε την πολιτική τους. Τώρα όμως που έχω επίγνωση ότι επιδιώκετε να έχετε ειρήνη μ᾽ εμένα παρά να υιοθετείτε τις γνώμες άλλων, χάρηκα και μάλιστα σας επαινώ για πολλούς λόγους, ιδιαίτερα όμως επειδή διαμορφώσατε ασφαλέστερη άποψη γι᾽ αυτά τα ζητήματα και επειδή κρατάτε φιλική στάση απέναντί μου, πράγμα που ελπίζω ότι θα αποφέρει σε σας όχι μικρό όφελος, εφόσον βέβαια δεν αλλάξετε διαθέσεις. Να είστε καλά].

[168] Αφού με τη μεσολάβηση αυτών των ανθρώπων έφερε ο Φίλιππος τις δύο πόλεις σε τέτοιες σχέσεις μεταξύ τους και ενθαρρύνθηκε από τα ψηφίσματα και τις απαντήσεις, ήρθε με τις στρατιωτικές του δυνάμεις και κατέλαβε την Ελάτεια, με την ιδέα ότι, οτιδήποτε και αν συνέβαινε, εμείς και οι Θηβαίοι θα ήταν αδύνατο να έρθουμε πια σε συνεννόηση. Την ταραχή που προκλήθηκε τότε μέσα στην πόλη, τη γνωρίζετε βέβαια όλοι· ωστόσο, ακούστε λίγα, τα πιο βασικά.

Το θέατρο στην αρχαία Αθήνα

Αν και η γένεσή του ανάγεται στην περίοδο της τυραννίας του Πεισιστράτου, το θέατρο, ως κοινωνικός θεσμός και καλλιτεχνική εκδήλωση, αλλά κυρίως ως πλαίσιο ουσιαστικού διαλόγου γύρω από τα ζωτικά -μεταφυσικά, ηθικά, κοινωνικά- προβλήματα του ανθρώπου, αποτελεί, αναμφίβολα, καρπό αποκλειστικό, και χαρακτηριστικό, των συνθηκών που επικράτησαν μετά την εγκαθίδρυση της δημοκρατίας. Μάλιστα, ανάμεσα σε όσα ποιητικά είδη γεννήθηκαν μετά την εποχή του έπους, το δράμα είναι το πρώτο που εκπροσωπείται από γηγενείς, δηλαδή Αθηναίους, ποιητές και όχι από ξένους που σταδιοδρομούσαν στην Αθήνα. Εξάλλου, η διαμόρφωση, η λειτουργία και οι βαθμιαίοι μετασχηματισμοί των τριών δραματικών ειδών (τραγωδίας, σατυρικού δράματος και κωμωδίας) μέσα στον 5ο αιώνα παρακολουθούν, διαγράφοντας καμπύλη αντίστοιχη με τη διαδρομή της δημοκρατίας, από τη γέννηση στην ακμή ως την αρχή της παρακμής.  Η λαϊκή στήριξη, ως προϋπόθεση για την επιβίωση της τυραννίας, εξηγεί μια σειρά παραχωρήσεων προς τα κατώτερα κοινωνικά στρώματα, ανάμεσα στις οποίες και η οργάνωση εορτών, με κυρίαρχη τη συμμετοχή του λαού και φυσικό αποτέλεσμα τη διαδικασία μιας δυναμικής αυτοσυνειδησίας, προστάδιου της δημοκρατίας. Αυτής της πολιτικής αποτέλεσμα υπήρξε η υιοθέτηση του δημοφιλέστατου Διονύσου και ο συνακόλουθος εγκαινιασμός πάνδημων εκδηλώσεων με πυρήνα τις θεατρικές παραστάσεις και απεριόριστα περιθώρια ελευθερίας. Η πρώτη βέβαια μνεία δραματικών αγώνων, με έργα τραγωδίας, στην Αθήνα εντάσσει το γεγονός στην ίδια περίοδο (535/4 π.Χ.), αν και είναι άγνωστο σε ποιο χώρο και ποια καλλιτεχνικά συμφραζόμενα εμφανίστηκε ο σκιώδης τραγωδός Θέσπις, που κατονομάζεται ως νικητής. Είναι, πάντως, βέβαιο ότι η λαμπρότερη, μετά τα Παναθήναια, αλλά ετήσια εορτή των εν 'Αστει (ή Μεγάλων) Διονυσίων οργανώθηκε οριστικά πριν από τη στροφή του αιώνα, οπωσδήποτε μετά τις κλεισθένειες μεταρρυθμίσεις, και μάλιστα επί το "δημοκρατικότερο", όπως μαρτυρεί η σταδιακή ενσωμάτωση στο πρόγραμμα και άλλων δύο λαϊκότερων δραματικών ειδών: του σατυρικού δράματος (περ. 500) και της κωμωδίας (486). Μια άλλη, αρχαιότερη, διονυσιακή εορτή, τα Λήναια, ήταν πολύ πιο περιορισμένης κοινωνικής και καλλιτεχνικής σημασίας. Η εξασφάλιση μόνιμου θεατρικού χώρου (λίγο πριν από τους μηδικούς πολέμους, στη ΝΑ πλευρά της Ακρόπολης, μέσα στο ιερό τέμενος του Διονύσου Ελευθερέως), χωρητικότητας τουλάχιστον 15.000 θεατών, τονίζει την ιδιαίτερη σημασία που δινόταν στη λειτουργία αυτού του σύνθετου θεσμού ανάμεσα σε εκείνους που θα συντελούσαν στη διαμόρφωση ενός νέου είδους πολίτη.
 
            Η άλλη οργάνωση των διονυσιακών εορτών, ιδιαίτερα των δραματικών αγώνων στα Μεγάλα Διονύσια, που συνέπιπταν με την αρχή της άνοιξης (τέλος Μαρτίου), αντανακλούσε τους στόχους και το μηχανισμό του δημοκρατικού συστήματος, αποσκοπώντας, αφ' ενός, στην ενδυνάμωση της πολιτικής συμμετοχικότητας, χάρη σε μια ειδική δραστηριοποίηση των πολιτών, και αφ' ετέρου, στην επίδειξη της κοινωνικής ευμάρειας στους ξένους που κατέκλυζαν την Αθήνα. Εκτός από κάποιες πάνδημες εκδηλώσεις (πομπές, οργανωμένες πανηγύρεις με ανάλογα δρώμενα κ.λπ.), μεγάλος αριθμός πολιτών έπαιρνε μέρος στις παραστάσεις, είτε ως ερασιτέχνες ερμηνευτές (λ.χ. μέλη των 15μελών τραγικών/σατυρικών και 24μελών κωμικών χορών για 17 έργα κάθε φορά) είτε ως βοηθοί σκηνής. Δεν αποκλείεται η συμμετοχή να καθοριζόταν με ένα σύστημα ποσόστωσης για κάθε μία από τις 10 φυλές, όπως συνέβαινε λ.χ. με την εκτέλεση των 20 (10 παιδικών και 10 ανδρικών) 50μελών διθυραμβικών χορών, αλλά και με την εκλογή των 10 κριτών που αξιολογούσαν τις παραστάσεις. 'Οπως και σε άλλες ανάλογης σημασίας δραστηριότητες (λ.χ. το ναυτικό εξοπλισμό), η οικονομική ευθύνη αναλαμβανόταν, εν μέρει, από μια μορφή λειτουργίας, τη χορηγία, που κάλυπτε όχι μόνο τη συγκρότηση και την προετοιμασία (διδασκαλία, σκευή, αποζημίωση) των χορών αλλά και την υπόλοιπη οργάνωση μιας παράστασης (κομπάρσους, σκηνικά κ.λπ.), εκτός από τις ανάγκες των επαγγελματιών καλλιτεχνών, δηλαδή των υποκριτών, που αποτελούσαν ευθύνη του κράτους.
 
            Παραπλανητικά θα χαρακτηρίζαμε τις θεατρικές παραστάσεις στην Αθήνα απλώς ως «καλλιτεχνικό» γεγονός, ενώ επρόκειτο ουσιαστικά για πολύ πιο σύνθετη εκδήλωση κοινωνικοπολιτικών στόχων, η οποία, με τη βαθμιαία «κοσμικοποίησή» της, προσέλαβε σημασία ανάλογη με τη λειτουργία της Βουλής ή της Ηλιαίας -δεν είναι συμπτωματικό το γεγονός ότι εποπτευόταν από τον επώνυμο άρχοντα, αξιωματούχο με πολιτικές αρμοδιότητες, και όχι από τον άρχοντα βασιλέα, αρμόδιο για θρησκευτικές εκδηλώσεις. Εξάλλου, το ότι ακόμη και η παρακολούθηση των παραστάσεων συνιστούσε χρέος του πολίτη, όπως η συμμετοχή του σε άλλες πολιτικές δραστηριότητες, αποδεικνύει η παροχή οικονομικής ενίσχυσης, του θεωρικού, ανάλογης με την αποζημίωση για τη θητεία στην Ηλιαία, για όσους δεν μπορούσαν να ανταποκριθούν στη δαπάνη αγοράς εισιτηρίων.
 
Μόνο αν η ελευθερία του λόγου, ως προϋπόθεση εκτόνωσης ή ελέγχου, και ο διάλογος, ως δυνατότητα αντιπαράθεσης αντίθετων θέσεων, θεωρηθούν βασικά συστατικά της δημοκρατίας, είναι δυνατό να κατανοηθεί η συμβολή του θεάτρου στη διαμόρφωση πολιτικής συνείδησης και στη διαδικασία παιδευτικής εμπειρίας. Για το μέσο Αθηναίο πολίτη όλες οι ανοιχτές εκδηλώσεις (Εκκλησία, Βουλή, δικαστήρια, θέατρο) όπου κυριαρχούσε ο λόγος υποκαθιστούσαν την απουσία συστηματικής εκπαίδευσης. Ιδιαίτερα το δράμα όμως, γεννημένο στο πλαίσιο της διονυσιακής λατρείας, όπου συνδυαζόταν η ψυχαγωγική απελευθέρωση με την τέλεση δρωμένων από τις πηγές του μύθου, μετασχημάτισε τα στοιχεία αυτά σε δυναμικούς παράγοντες, οι οποίοι, μέσω του δραματοποιημένου λόγου, συνέβαλλαν στην καλλιέργεια πνευματικής εγρήγορσης. Αυτό ισχύει κυρίως για την τραγωδία, πραγματικό θέατρο ιδεών, που δεν λειτουργούσε ως απλή αντανάκλαση (παρά-)δεδομένων ηθικών και πολιτικών αρχών, αφού με τους προβληματισμούς της, ακόμη και μέσα στο συμβατικό πλαίσιο που όριζαν τα θρησκευτικά συμφραζόμενα, ανίχνευε περιοχές άγνωστες, επιχειρώντας διερευνήσεις τολμηρές και επικίνδυνες, αλλά φυσικές σε μια κοινωνία που εξασφάλιζε τεράστιο περιθώριο ελεύθερης έκφρασης.
 
        Ως το τέλος του 5ου αιώνα η τραγωδία δεν απέβαλε τη σχέση της με τον παραδοσιακό μύθο, αποκλειστική πηγή του προς δραματοποίηση υλικού της, αλλά απαλλαγμένη από περιορισμούς ή δεσμεύσεις που θα επιβάλλονταν από οποιονδήποτε, ανύπαρκτο τότε, δόγμα. Ωστόσο, η προοπτική της δραματουργικής μετάπλασης αυτού του υλικού δημιουργήθηκε με την υπαγωγή του σε μια νέα αντίληψη για τον κόσμο και τη θέση του ανθρώπου μέσα σε αυτόν. Πρόκειται για την ανάδυση του "τραγικού" που προϋποθέτει, αφ' ενός, την απελευθέρωση από όσες δυνάμεις, θρησκευτικές ή πολιτικές, χειραγωγούσαν τη σκέψη και, αφ' ετέρου, την ένταξη σε ένα πλαίσιο εντάσεων και αντιθέσεων, όπως αυτό που προέκυψε κατά τη μετάβαση από την αρχαϊστική τυραννία του 6ου αιώνα στη νεοτερική δημοκρατία του 5ου. Από μιαν άποψη, η επίμονη, και όχι πάντα τελεσφόρα, προσπάθεια να ενσωματωθούν στο νέο πολιτικό σώμα τα αριστοκρατικά κατάλοιπα, μονίμως παρόντα στον κρατικό μηχανισμό, αντανακλάται στη διαδικασία ένταξης του παραδοσιακού μύθου σε ένα "σύγχρονο" κόσμο, με αναγνωρίσιμα κοινωνικά χαρακτηριστικά, και ζωογόνησης των προσώπων του με εκφραστικά σχήματα φορτισμένα από τις εννοιολογικές πολυσημίες, μέσα από τις οποίες πάλευε να διαμορφωθεί μια νέα πολιτική γλώσσα σε χώρους όπως η Βουλή, η Εκκλησία, τα δικαστήρια.
 
Αλλά η τραγωδία, ως πολιτικός θεσμός, δεν εξαντλείται σε αυτό το αντανακλαστικό επίπεδο, αφού η θεματική και η προβληματική της ήταν, άμεσα ή έμμεσα, προσανατολισμένες στο σύγχρονο γίγνεσθαι. Μάλιστα, η σχέση αυτή ήταν αμεσότερη στις πρώτες φάσεις της διαδρομής της, που συμπίπτουν με γεγονότα, όπως οι μηδικοί πόλεμοι, καθοριστικά για την εδραίωση της εθνικής, συνακόλουθα και της δημοκρατικής, φυσιογνωμίας της Αθήνας. Στην περίοδο μεταξύ 490 και 470 χρονολογούνται οι μοναδικές παραστάσεις έργων με θέματα δανεισμένα από τη σύγχρονο ιστορία. Η «Μιλήτου άλωσις» του Φρυνίχου όμως, που αντλούσε το «μύθο» της από την οδυνηρή περιπέτεια της μεγάλης μικρασιατικής πόλης (494), στοίχισε στον ποιητή της ένα βαρύτατο πρόστιμο, επειδή, κατά πληροφορία Ηροδότου, είχε θυμίσει στους Αθηναίους «οικεία κακά». Απτόητος ο Φρύνιχος επέστρεψε μετά τη ναυμαχία της Σαλαμίνας (480), σε ένα ανάλογο θέμα (την ήττα των Περσών στη ναυμαχία) με τις «Φοίνισσες», πρότυπο των «Περσών» του Αισχύλου (472).
 
            Είναι αξιοσημείωτη η συγκεκριμένη χρονική στιγμή, αν συνδυαστεί με την πολιτική περιπέτεια του Θεμιστοκλή, του θριαμβευτή της Σαλαμίνας, ο οποίος λίγους μήνες μετά την παράσταση εξοστρακίστηκε. ίσως, μάλιστα, δεν είναι συμπτωματική η απουσία και της ελάχιστης, έστω έμμεσης και ανώνυμης, μνείας του προσώπου του στο κείμενο του έργου. Πάντως, δεν είναι δυνατό να συμμεριζόταν την καταδίκη του εμπνευστή της θαλάσσιας υπεροχής των Αθηναίων ο ποιητής ενός δράματος, το οποίο, πέρα από την ηθική διδαχή για τις οδυνηρές επιπτώσεις της πολιτικής αλαζονείας, άφηνε στη συνείδηση του θεατή ένα κατάλοιπο εθνικής υπερηφάνειας. Ας προστεθεί μια ενισχυτική πληροφορία: χορηγός των "Περσών" ήταν ο, νεότατος τότε, Περικλής!
 
Το πρόβλημα των πολιτικών συμπαθειών του Αισχύλου αντιμετωπίζεται και με αφορμή το τελευταίο δράμα της «Ορέστειας», τις «Ευμενίδες», όπου η μέθοδος της μυθοποίησης λειτουργεί πολύ πιο ριζοσπαστικά, αφού εδώ ένα πολύ πρόσφατο ιστορικό γεγονός (συγκεκριμένα, ο περιορισμός των αρμοδιοτήτων του Αρείου Πάγου μόνο στην εκδίκαση περιπτώσεων φόνου) συνιστά το θεματικό πυρήνα ενός παραδοσιακού μύθου διασκευασμένου με πρωτοφανή τόλμη: ανατρέπεται η παράδοση που συνέδεε την ίδρυση του σεπτού δικαστηρίου με μια δίκη θεϊκή, με κατηγορούμενο τον Άρη και δικαστές του υπόλοιπους θεούς. Η μετατόπιση πραγματοποιείται σε δύο επίπεδα: α) υπόδικος γίνεται ο θνητός Ορέστης. β) από Αθηναίους πολίτες συγκροτείται το πρώτο δικαστήριο, στο οποίο προεδρεύει η προστάτιδα θεά της Αθήνας και συνηγορεί ο Απόλλων. Δύο, επίσης, στοιχεία από τη διαδικασία συνάπτονται με την ιστορική πραγματικότητα: α) πράγματι, μετά τις ριζοσπαστικές μεταρρυθμίσεις του διδύμου Περικλή-Εφιάλτη, κύρια αρμοδιότητα του Αρείου Πάγου παρέμεινε η εκδίκαση περιπτώσεων φόνου. β) η ισοψηφία ως αθωωτικό αποτέλεσμα, όπως στη δίκη του Ορέστη, όντως ίσχυε κατά τον 5ο αιώνα. Το ερώτημα αν ο ποιητής επικροτούσε τον ακρωτηριασμό ενός από τα συντηρητικά κατάλοιπα του περελθόντος φαίνεται να φωτίζει ο παραλληλισμός Θεμιστοκλή-Εφιάλτη: η δολοφονία του δευτέρου (462) ήταν πολύ νωπή κατά την παράσταση των «Ευμενίδων» (458).
 
Η παροχή προστασίας στον Ορέστη συνδυάζει το τυπικό θέμα της ικετείας με τον εγκωμιασμό της φωτισμένης και ανεξίκακης δημοκρατικής πόλης, που προσφέρει, αντίθετα από την ξενηλατική Σπάρτη, άσυλο στους κατατρεγμένους. Προς τον ίδιο στόχο είναι προσανατολισμένοι, εκτός από τον «Οιδίποδα επί Κολωνώ» του Σοφοκλή, και δύο από τα λεγόμενα «πολιτικά» δράματα του Ευριπίδη, οι «Ηρακλείδες» και οι «Ικέτιδες», παρουσιασμένα στη δύσκολη περίοδο μεταξύ των 425 και 420. Δεν μπορεί να μη θεωρηθεί πολιτικά ευθύβολη η απόφαση του ποιητή να εμφανίσει, στο πρώτο, τους Θησεΐδες Ακάμαντα και Δημοφώντα, βασιλείς της Αθήνας, να προστατεύσουν τα παιδιά του μέγιστου σπαρτιατικού ήρωα, του Ηρακλή και, στο δεύτερο, το μέγιστο αθηναϊκό ήρωα, τον Θησέα, να συντρέχει, εναντίον των Θηβαίων, τις Αργείες μητέρες να εξασφαλίσουν όρους ταφής για τα παιδιά τους. Αντιλαμβανόμαστε τι απήχηση είχαν στο κοινό οι δραστικές προσαρμογές των μύθων και στα δύο έργα, που μυθοποιούσαν τη σχέση της αθηναϊκής δημοκρατίας με ολιγαρχικούς αντιπάλους, όπως η Σπάρτη και η Θήβα. Οι ανθρωπιστικές παρεμβάσεις του Αττικού ήρωα, αιτιολογημένες αναχρονιστικά από μία ιδεολογία καθαρά δημοκρατική, σε δράματα όπως ο «Οιδίπους επί Κωλωνώ» του Σοφοκλή ή οι «Ικέτιδες» και ο «Ηρακλής Μαινόμενος» του Ευριπίδη, αποτελούν δείγμα αναγωγής στο χώρο του μύθου προτύπων πολιτικής συμπεριφοράς.
 
Γεννημένη στους κόλπους της διονυσιακής λατρείας και η κωμωδία, από την αρχή, αφ' ενός, αξιοποίησε την αχαλίνωτη ελευθερία που της πρόσφερε το συγκεκριμένο πλαίσιο εκδηλώσεων και, αφ' ετέρου, ανταποκρίθηκε στην ανάγκη του ταπεινού ανθρώπου να εκτονωθεί μέσω της γελοιογραφικής ακύρωσης των δυνάμεων που τον καταπίεζαν. Οι δυο αυτοί όροι ίσχυαν και μετά την ένταξη του είδους στο επίσημο κρατικό πρόγραμμα. Γι' αυτό η κωμωδία, σε όλη τη διάρκεια του 5ου αιώνα, στη φάση της που αποκαλείται "Αρχαία" και εκπροσωπείται αποκλειστικά από τον Αριστοφάνη, διατήρησε, σε αντίθεση με την τραγωδία, την εξάρτησή της από την άμεση πραγματικότητα, από την οποία αντλούσε συγκεκριμένα και υπαρκτά θέματα και πολύ συχνά επώνυμα πρόσωπα, εντάσσοντάς τα σε έναν πέρα ως πέρα κατασκευασμένο μύθο -άρα είχε χαρακτήρα εμφανώς «πολιτικό».
   
Οι κωμωδίες του Αριστοφάνη, που καλύπτουν χρονικό φάσμα περίπου 40 ετών (425-388), εκπλήσσουν με την τόλμη τους, που εκφράζεται όχι μόνο με μια απερίγραπτη αθυροστομία αλλά και με την ονομαστική στηλίτευση των κακώς κειμένων, πραγμάτων και προσώπων. Αυτή η κατάσταση ασυλίας, φυσική μόνο σε ένα καθεστώς που αξιοποιεί την απεριόριστη ψυχολογική εκτόνωση ως εφαλτήριο πολιτικής δραστηριοποίησης, παρουσιάζει μια κάμψη μετά τη στροφή του αιώνα, οπότε η κωμωδία, αποβάλλοντας τη συνάφειά της με τα πολιτικά συμφραζόμενα, στρέφεται προς μια γενική, και πάντως άκακη, κοινωνική σάτιρα, διατυπωμένη σε ένα αποκαθαρμένο γλωσσικό ιδίωμα. Δείγματα της αλλαγής, όχι άσχετης με την πολιτική μετριοπάθεια που κυριάρχησε μετά την περιπέτεια του πολέμου, προσφέρουν τα δύο τελευταία από τα σωζόμενα έργα του Αριστοφάνη: οι «Εκκλησιάζουσες» (392) και ο «Πλούτος» (388).
     
Από πολλές απόψεις, η πολιτική εμβέλεια της κωμωδίας, σε σύγκριση με της τραγωδίας, ήταν λιγότερο ουσιαστική και, παρά τα φαινόμενα, επικίνδυνη. Κατ' αρχάς, πρόθεση του κωμικού δεν αποτελούσε η σοβαρή και δεοντολογική πραγμάτευση ζωτικών θεμάτων, άρα και η διαφώτιση του κοινού ως προς την αντιμετώπισή τους, αλλά απλώς η γελοιογραφική αξιοποίησή τους. Εφόσον ο ποιητής ούτε λύσεις πρότεινε ούτε πρότυπα συμπεριφοράς προέβαλλε (η σύναψη ιδιωτικής ειρήνης στους "Αχαρνείς" αποτελεί καθαρή ουτοπία, ενώ ο "φιλειρηνικός" Δικαιόπολις αποδεικνύεται τέρας υστεροβουλίας), η πολιτική, ειδικότερα δημοκρατική, οπτική του υλοποιείται, κατά κύριο λόγο, στην επιλογή των ηρώων του από τα καταπιεζόμενα κοινωνικά στρώματα: αγρότες και γυναίκες. Από αυτή την άποψη η κωμωδία, προκαλώντας ένα είδος ταύτισης του μέσου θεατή με τον ήρωα, ο οποίος θριάμβευε, έστω και στο χώρο της ουτοπίας, αλλά και αποδυναμώνοντας, με την τολμηρή γελοιογράφησή της, τις δυνάμεις της καταπίεσης, πρόσφερε μια ευκαιρία καθοριστικής εκτόνωσης, δώρο ευπρόσδεκτο της δημοκρατικής πολιτείας.
 
 Όχι ότι λείπουν οι σοβαρές πολιτικές αιχμές από τα κείμενα του Αριστοφάνη. απλώς δεν συνιστούν το κύριο σώμα των έργων, αφού οι οξύτερες από αυτές εμφανίζονται διάσπαρτες, ιδίως στα μέρη της "παράβασης", και μόνιμα κωμικά παραμορφωμένες. Αν και σαφώς συντηρητικός ο ποιητής, στην οξύτατη κριτική του για τα κακώς κείμενα ουδέποτε υπαινίσσεται την ανάγκη αλλαγής του πολιτεύματος. απλώς μεμψιμοιρεί για τη δυσλειτουργία του. Εκπροσωπώντας το μέσο Αθηναίο εξοργίζεται με την αμφισβητική ιδεολογία των σοφιστών, τους οποίους γελοιογραφεί στο πρόσωπο του Σωκράτη ("Νεφέλες") και παρ' όλο που γοητεύεται με τα ανήσυχα δράματα του Ευριπίδη, τον καταψηφίζει προκρίνοντας τον αρχαϊστικό Αισχύλο ("Βάτραχοι"). Πάντως, τουλάχιστον η λειτουργία της κωμωδίας ως καθρέφτη της πραγματικότητας δεν μπορεί να αμφισβητηθεί, αφού και ο Σωκράτης καταδικάστηκε σε θάνατο και ο Ευριπίδης, όπως πριν από μισό αιώνα ο Αισχύλος, πέθανε αυτοεξόριστος (;) με 4 μόνο νίκες στο ενεργητικό του.
 
Η περιγραφή του θεατρικού θεσμού πρέπει να συμπληρωθεί με την ιδιόμορφη συμβολή του σατυρικού δράματος, του πιο άγνωστου, λόγω ισχνότητας του σωζόμενου υλικού, από τα τρία δραματικά είδη. Κάποια ερεθιστικά κατάλοιπα, κυρίως από έργα του Αισχύλου και του Σοφοκλή, αφήνουν την εντύπωση ότι εδώ διατηρήθηκε η βακχική απελευθέρωση που επικρατούσε στις γνησιότερες, περιθωριακές βέβαια, εκδηλώσεις της διονυσιακής λατρείας. Ωστόσο, το κάθε ένα από τα δραματικά είδη ανταποκρινόταν σε διαφορετικές ανάγκες του θεατή-πολίτη: η τραγωδία, προβάλλοντας τους ζωτικούς προβληματισμούς του ανθρώπου στο χώρο του μύθου, τόνιζε τη διαχρονικότητά τους, καλλιεργώντας ταυτόχρονα μια δημιουργική σχέση με το παρελθόν. η κωμωδία, συρρικνώνοντας με τη σάτιρά της τις δυνάμεις καταπίεσης και στηλιτεύοντας τα τρωτά της πολιτικής, ενίσχυε την πίστη στην ελευθερία. το σατυρικό δράμα, ενοφθαλμίζοντας στην ατμόσφαιρα χυμούς βακχείας, ανήγε το θεατρικό φαινόμενο στις αρχέγονες ζωογόνες πηγές. Ο συνδυασμός αυτός πρέπει να πλούτιζε το δέκτη τους με μια εμπειρία όμοια της οποίας δεν έχει προσφέρει έκτοτε στον άνθρωπο κανένας άλλος πολιτικός χώρος μέσα στο γνωστό ιστορικό χρόνο.   

Πώς η προσωπικότητά μας επηρεάζει τον τρόπο που ονειροπολούμε

 Οι περισσότεροι άνθρωποι αντιλαμβάνονται τις έννοιες της ονειροπόλησης και της φαντασίας ως ταυτόσημες. Η ονειροπόληση είναι μία νοητική διαδικασία που περιλαμβάνει ένα είδος φαντασιωσικής δραστηριότητας αλλά πέρα από αυτό, οι θεωρητικοί έχουν ορίσει την ονειροπόληση ποικιλοτρόπως.

Ορισμοί Ονειροπόλησης

Για παράδειγμα, για τον Sigmund Freud, η ονειροπόληση ταυτίζεται με τη φαντασίωση. Σύμφωνα με αυτόν τον ορισμό, η ονειροπόληση είναι μια δραστηριότητα που διαφέρει σημαντικά από την πραγματικότητα και συμβαίνει είτε μέσα από τη φαντασιωσική ολοκλήρωση επιθυμιών που δεν μπορούν να πραγματοποιηθούν, είτε μέσα από τη φαντασίωση του εαυτού ή των άλλων που συμπεριφέρονται διαφορετικά από το αναμενόμενο. Ένα παράδειγμα για να γίνει αυτός ο ορισμός πιο κατανοητός, είναι η φαντασίωση ενός ερωτευμένου πως ζει ευτυχισμένες στιγμές με το αντικείμενο του πόθου του.

Ένας επιπλέον τρόπος για να ορίσουμε την ονειροπόληση είναι ως διαδικασία της σκέψης που λειτουργεί ανεξάρτητα από την τρέχουσα δραστηριότητα. Για παράδειγμα, όλοι κάποια στιγμή έχουμε ζήσει την εμπειρία να διαβάζουμε ένα κείμενο και ξαφνικά να συνειδητοποιούμε πως η προσοχή μας έχει στραφεί σε κάτι εντελώς διαφορετικό, όπως μία συνάντηση που πρόκειται να γίνει ή σε ερωτικές φαντασιώσεις.

Ιδιότητες Ονειροπόλησης

Η συστηματική παρατήρηση και διερεύνηση της ονειροπόλησης είχε την αφετηρία της το 1921 από τον Julien Varendonck ο οποίος εξήγαγε συμπεράσματα για της ιδιότητες της ονειροπόλησης τα οποία φαίνεται να θεωρούνται έγκυρα μέχρι και σήμερα.

Σύμφωνα με τον παραπάνω, η ονειροπόληση μπορεί να:

α) Βασίζεται σε τμήματα της συμπεριφοράς τα οποία βρίσκονται ήδη στο ρεπερτόριο εκείνου που ονειροπολεί.

β) Αποτελείται από ιστορίες με αρχή, μέση και τέλος.

γ) Έχει παιγνιώδη χαρακτήρα, αν και συνηθέστερα αποτελείται από σκέψεις για σοβαρά ζητήματα.

δ) Ενεργοποιείται από συναισθηματικά εσωτερικά ξεσπάσματα που σχετίζονται με πρότερες σκέψεις και εμπειρίες.

ε) Παρεκκλίνει από τη λειτουργική μνήμη.

στ) Σχετίζεται με την κατάκτηση ενός στόχου, χωρίς όμως να στέκεται στον τρόπο που θα επιτευχθεί ο στόχος αυτός.

Ψυχομετρία και Ονειροπόληση

Ψυχομετρικά, φάνηκε πως υπάρχουν τρία, ανεξάρτητα μεταξύ τους είδη ονειροπόλησης, η θετική και εποικοδομητική ονειροπόληση, η ενοχική και δυσφορική ονειροπόληση και η ονειροπόληση που σχετίζεται με τη δυσκολία στη διατήρηση της προσοχής. Μάλιστα, σε μελέτη στην οποία συσχετίσθηκαν τα είδη ονειροπόλησης με χαρακτηριστικά της προσωπικότητας, φάνηκε πως οι ανταγωνιστικοί, αγχώδεις, οξύθυμοι και συναισθηματικά ασταθείς άνθρωποι τείνουν να χρησιμοποιούν περισσότερο τα είδη της ονειροπόλησης που σχετίζονται με την ενοχική και δυσφορική ονειροπόληση όπως και με την ονειροπόληση που δυσκολεύει στη διατήρηση της προσοχής.

Άνθρωποι που είναι εργατικοί, ευσυνείδητοι και οργανωτικοί τείνουν να χρησιμοποιούν τη θετική-εποικοδομητική ονειροπόληση, ωστόσο πολύ περισσότερο την ονειροπόληση που σχετίζεται με τη δυσκολία στη διατήρηση της προσοχής. Επιπλέον, χαρακτηριστικά προσωπικότητας όπως είναι η φιλικότητα, η εξωστρέφεια, η δεκτικότητα σε νέες εμπειρίες, η κοινωνικότητα και η συγκαταβατικότητα φάνηκε να σχετίζονται με το είδος της ονειροπόλησης που χαρακτηρίστηκε θετικό και εποικοδομητικό.

Η ίδια έρευνα έδειξε ότι άνθρωποι με τάσεις στον αρνητισμό φαίνεται να επιβεβαιώνονται από τις ονειροπολήσεις τους ή ακόμα και ότι οι ίδιες οι ονειροπολήσεις τους κάνουν να σκέφτονται πιο αρνητικά. Το αντίστροφο συμβαίνει σε ανθρώπους με αισιοδοξία και τάση στο να βιώνουν περισσότερο θετικά συναισθήματα. Μάλιστα, αυτό θα μπορούσε να συνδεθεί με το φαινόμενο της αυτοεκπληρούμενης προφητείας σύμφωνα με το οποίο, ο τρόπος που σκεφτόμαστε για τις καταστάσεις, τείνει να επιβεβαιώνεται από την πραγματικότητα. Για παράδειγμα, ένας φοιτητής που είναι βέβαιος πως θα αποτύχει στις επερχόμενες εξετάσεις, είναι πολύ πιθανό να μην αποδώσει καλά σε αυτές.

Μην ανησυχείτε για ό,τι δεν μπορείτε να ελέγξετε

Υπάρχει μια σκληρή αλήθεια στη ζωή που κάποιοι άνθρωποι αρνούνται να αποδεχτούν: δεν μπορούμε να έχουμε τον πλήρη έλεγχο όλων των πραγμάτων που συμβαίνουν στη ζωή μας.

Όσοι αντιστέκονται σε αυτή την αλήθεια γίνονται «control freaks». Προσπαθούν να διαχειριστούν τα πάντα, ακόμα και την παραμικρή λεπτομέρεια, αρνούνται να αφήσουν στη μέση μια δραστηριότητα και πιέζουν τους άλλους ανθρώπους να αλλάξουν. Νομίζουν ότι μπορούν να αποκτήσουν τον έλεγχο των άλλων και των καταστάσεων, όπως επίσης και να εμποδίσουν τα άσχημα από το να συμβούν.

Άλλα άτομα γνωρίζουν ότι δεν μπορούν να τα εμποδίσουν, αλλά παρόλα αυτά ανησυχούν συνεχώς γι’ αυτά. Αγχώνονται για τα πάντα, από τις φυσικές καταστροφές, μέχρι τις ασθένειες. Οι ανησυχίες αυτές τους κρατούν συνεχώς απασχολημένους και τελικά σπαταλούν το χρόνο και την ενέργειά τους σε αυτές. Αν έχετε αντιληφθεί ότι ξοδεύετε το χρόνο σας, ανησυχώντας για πράγματα που δεν μπορείτε να ελέγξετε, τότε αυτά τα έξι βήματα μπορούν να σας βοηθήσουν:

1. Καθορίστε τι μπορείτε να ελέγξετε

Όταν πέφτετε σε αυτή την παγίδα, κάντε ένα διάλειμμα για να εξετάσετε τι είναι τελικά αυτό που μπορείτε να ελέγξετε. Δεν μπορείτε να εμποδίσετε για παράδειγμα έναν κατακλυσμό, αλλά μπορείτε να προετοιμαστείτε γι’ αυτόν. Δεν μπορείτε επίσης να ελέγξετε τη συμπεριφορά του άλλου, αλλά μπορείτε να ρυθμίσετε την αντίδρασή σας σε αυτή. Αναγνωρίστε ότι, ορισμένες φορές, αυτό που έχετε τη δυνατότητα να ελέγξετε είναι η προσπάθεια και η στάση σας. Ως εκ τούτου, θα εστιάζετε σε αυτά τα στοιχεία και έτσι θα γίνεστε πιο αποτελεσματικοί.

2. Εστιάστε στην επιρροή σας

Μπορείτε να επηρεάσετε ανθρώπους και συνθήκες, αλλά δεν μπορείτε να εξαναγκάσετε κάτι να κινηθεί με τον δικό σας τρόπο. Οπότε, αν και μπορείτε να προσφέρετε στο παιδί σας τα εργαλεία που χρειάζεται για να έχει καλούς βαθμούς στο σχολείο, δεν μπορείτε να το κάνετε να αριστεύει συνεχώς. Κι αν και μπορείτε να οργανώσετε ένα καλό πάρτι, σίγουρα δε μπορείτε να εξαναγκάσετε τους καλεσμένους σας να περάσουν υπέροχα.

Για να έχετε όσο το δυνατόν μεγαλύτερη επιρροή, εστιάστε στην αλλαγή της συμπεριφοράς σας. Να είστε ένα καλό πρότυπο και να θέτετε υγιή όρια για τον εαυτό σας. Όταν ανησυχείτε για τις επιλογές κάποιου άλλου, μοιραστείτε την άποψή σας μαζί του. Όμως, μην επιχειρείτε να διορθώσετε κάποιον που δε θέλει να κάνει αυτό το βήμα.

3. Αναγνωρίστε τους φόβους σας

Αναρωτηθείτε τι είναι αυτό που φοβάστε ότι θα συμβεί: Προβλέπετε ένα καταστροφικό αποτέλεσμα; Αμφιβάλλετε για την ικανότητά σας να αντιμετωπίσει την απογοήτευση; Συνήθως, το χειρότερο σενάριο δεν είναι τόσο τραγικό, όσο εσείς φαντάζεστε. Υπάρχει μεγάλη πιθανότητα να είστε δυνατότεροι απ’ όσο νομίζετε.

Εντούτοις, οι άνθρωποι απασχολούν το νου τους με σκέψεις όπως: «Δεν μπορώ να επιτρέψω στην επιχείρησή μου να αποτύχει», που τελικά δεν παίρνουν τον χρόνο να ρωτήσουν τον εαυτό τους «Τι θα έκανα αν η επιχείρησή μου αποτύγχανε;». Αν αντιληφθείτε ότι μπορείτε να χειριστείτε το χειρότερο πιθανό σενάριο, θα καταφέρετε να διοχετεύσετε την ενέργειά σας σε πιο παραγωγικές κινήσεις.

4. Διαχωρίστε την υπερανάλυση από την επίλυση του προβλήματος

Η αναπαραγωγή των συζητήσεων στο κεφάλι σας ή η φαντασίωση μιας καταστροφικής συνέπειας ξανά και ξανά δε βοηθά ούτε στο ελάχιστο. Η επίλυση του προβλήματος, από την άλλη, βοηθά.

Αναρωτηθείτε λοιπόν αν το σκεπτικό σας αποδεικνύεται αποτελεσματικό. Αν τελικά καταφέρνετε δραστικά να λύνετε τα προβλήματα, δηλαδή αν επιχειρείτε δημιουργικά να βρίσκετε τρόπους αύξησης των πιθανοτήτων επιτυχίας, συνεχίστε με αυτό τον τρόπο. Αν, ωστόσο, χάνετε το χρόνο σας υπεραναλύοντας, αλλάξτε διαδρομή. Αναγνωρίστε ότι οι σκέψεις σας δεν βοηθάνε, σηκωθείτε και κάντε κάτι άλλο για λίγα λεπτά, ώστε να εστιάσετε τον εγκέφαλό σας σε κάτι πιο παραγωγικό.

5. Δημιουργήστε ένα σχέδιο διαχείρισης του στρες

Άσκηση, υγιεινή διατροφή και αρκετός ύπνος είναι λίγα μόνο από τα βασικότερα πράγματα που χρειάζεται να φροντίσετε να κάνετε. Χρειάζεται επίσης να βρείτε χρόνο να διαχειρίζεστε το στρες σας, ώστε να λειτουργείτε πιο αποτελεσματικά. Ανακουφιστείτε από αυτό μέσω του διαλογισμού, ενός χόμπι στο οποίο θα αφιερώνεστε πλήρως ή περάστε χρόνο με τους φίλους σας. Μειώστε ή διακόψτε ανθυγιεινούς τρόπους αντιμετώπισης του άγχους, όπως γκρίνια, αλκοόλ ή άλλες ουσίες.

6. Αναπτύξετε υγιείς τρόπους αυτo-επιβεβαίωσης

Έχω δύο φράσεις που χρησιμοποιώ, ώστε να υπενθυμίζω στον εαυτό μου, είτε να δράσει, είτε να ηρεμήσει. Το πρώτο είναι «Κάν’το να συμβεί». Κάθε φορά που πιάνω τον εαυτό μου να λέει: «Ελπίζω να τα καταφέρω σήμερα», σταματώ και επαναλαμβάνω «Κάντο να συμβεί». Μου υπενθυμίζει ότι έχω τον έλεγχο τουλάχιστον των δικών μου πράξεων.

Ύστερα, όταν πέφτω στην παγίδα να σκεφτώ κάτι για το οποίο δεν έχω έλεγχο όπως «Εύχομαι να μην βρέξει το Σάββατο», σταματώ και λέω στον εαυτό μου ότι «μπορώ να το χειριστώ». Αυτές οι μικρές, σύντομες φράσεις που έχω πάντα έτοιμες προς χρήση, με κρατούν από το να χάνω τον χρόνο σε πράγματα που ξέρω ότι τελικά δεν μπορώ να ελέγξω.

Ξεχάσατε ότι ο έρωτας δεν περιγράφεται

Κάθομαι δίπλα σε γνωστούς μου, τους ακούω να συζητούν για τον έρωτα και ο καθένας δίνει την δική του εκδοχή. Με κάποιους συμφωνώ, με κάποιους διαφωνώ, οι εμπειρίες των ανθρώπων είναι λογικό να διαφέρουν, έχουν χάσμα και κενό μεταξύ τους.

Ο καθένας διασχίζει τον χάρτη της δικής του ζωής, είτε συντροφικά, είτε μοναχικά, αλλά ο παρονομαστής είναι κοινός. Όλοι και όλες κάπου, κάποτε, κάποιον τον ερωτεύτηκαν μέχρι τρέλας.

Άσχετα αν στην πορεία της ζωής τους κατέληξαν σε μίζερες σχέσεις αντί να επιλέξουν τους θανατηφόρους έρωτες. Άσχετα αν τους τελείωσε η επιθυμία και ξεκίνησε η υποχρέωση μέσα τους.

Αυτόπαγιδεύτηκαν γιατί αποφάσισαν να κρίνουν λογικά και με ψυχραιμία κάθε τους κίνηση. Δεν υπάρχει μεγαλύτερος παραλογισμός και αυτόκαταπίεση από αυτό νομίζω.

Συνεχίζω να τους ακούω να περιγράφουν γλαφυρά το σκηνικό δράματος που ζουν αλλά για να πούμε την αλήθεια, υπεύθυνοι για όλη αυτή την αποκαλούμενη τραγωδία είναι οι ίδιοι. Μόνοι τους εγκλωβίστηκαν στην ανασφάλεια της σιγουριάς που προσφέρει η μιζέρια.

Παρατηρώ την κατάντια της ζωής τους  και την επικίνδυνη δειλία τους, στερούνται μόνοι τους χαρές που η ζωή απλόχερα τους προσφέρει. Επέλεξαν να πλανηθούν μέσα στην πολιτεία που έχει συνέχεια θόρυβο και στερήθηκαν την απομόνωση σε μια ερημική παραλία. Έπνιξαν αθόρυβα μέσα τους φλογισμένους πόθους και επιθυμίες από την ατολμία τους να εκφραστούν ελεύθερα. Αυτό τώρα πληρώνουν για αυτό τους πνίγουν τα απωθημένα και μας περιγράφουν υποτιθέμενους έρωτες.

Ξεχάσατε ότι ο έρωτας δεν περιγράφεται. Όποιος κατάφερε και τον περιέγραψε δεν τον έζησε ποτέ, ούτε καν τον προσέγγισε.

Πες πως η ίδια η φύση ξάφνου παίρνει το λόγο και μαλώνει έναν από μας

Και τέλος, πες πως η ίδια η φύση ξάφνου παίρνει το λόγο και μαλώνει έναν από μας:

«Γιατί, θνητέ, αφήνεσαι να βυθιστείς σ’ ένα τόσο αρρωστημένο πένθος;
Τι κλαίγεσαι κι αναστενάζεις για το θάνατο; Αν ήταν ευχάριστη η ζωή σου που πέρασε και πάει, κι αν όλες οι χάρες της δεν πήγαν χαμένες σαν να χύθηκαν μέσα από ένα τρύπιο πιθάρι, τότε γιατί δεν αποσύρεσαι σαν χορτάτος συνδαιτυμόνας από το συμπόσιο της ζωής και δεν προτιμάς, ανόητε, μια γαλήνη δίχως έγνοιες; Μα αν όσα αποκόμισες σκόρπισαν και χάθηκαν και σου είναι βάρος η ζωή, τι γυρεύεις να της προσθέσεις κι άλλα, για να χαθούν κι αυτά κι όλα άχαρα να σβήσουν; Δεν είναι καλύτερα, να δώσεις ένα τέλος στη ζωή και στα βάσανα;

Γιατί εγώ δεν μπορώ να μηχανευτώ και να επινοήσω τίποτα πια που να σ’ ευχαριστήσει.
Όλα τα πράγματα είναι όπως ήταν πάντα. Και ίδια θα παραμένουν, ακόμα κι αν το σώμα σου δεν έχει κιόλας μαραθεί απ’ τα χρόνια και τα μέλη σου δεν έχουν λιώσει ακόμα κι αν ζήσεις τόσο που να ξεπεράσεις όλες τις γενιές, ακόμα κι αν ποτέ σου δεν πεθάνεις.»

Τι θ’ απαντήσουμε, αν όχι ότι η φύση δίκαια μας δικάζει κι ότι είναι αληθινή η κατηγορία που απαγγέλλει; Κι αν πάλι κάποιος γέρος με χρόνια στην πλάτη, παραπονεθεί παραπάνω απ’ το κανονικό και κλαφτεί που θα πεθάνει, δεν θα ‘χει δίκιο η φύση να υψώσει τη φωνή και να τον μαλώσει ακόμα πιο σκληρά;

«Σκούπισε τα δάκρυα σου, ανάξιε, και σταμάτα τις κλάψες. Τώρα μαραίνεσαι, αφού πρώτα γεύτηκες όλα τα δώρα της ζωής. Μα επειδή πάντα ποθείς αυτό που δεν έχεις και περιφρονείς αυτά που έχεις, κύλησε η ζωή σου λειψή κι αχάριστη και ξάφνου στέκει πλάι στο προσκέφαλο σου ο θάνατος, και συ δεν έχεις τη δύναμη, χορτασμένος και ικανοποιημένος απ’ όλα, ν’ αποσυρθείς.

Όμως τώρα παράτα τα όλα τούτα που δεν ταιριάζουν στην ηλικία σου, κι άντε, με ήσυχη την ψυχή, κάνε τόπο και σε άλλους- έτσι πρέπει»

Λουκρήτιος

Οι συνήθειες που αμελούμε και που συνθέτουν μια ευτυχισμένη σχέση

Αποτέλεσμα εικόνας για dramma бегу за тобойΤελικά το πρότυπο σε όλα είναι ο παππούς και η γιαγιά κι αυτό διόλου τυχαίο δεν είναι. Ό,τι μυστικό πει η γιαγιά για τη μαγειρική, απογειώνει κάθε φαγητό και οι συμβουλές της για τις δουλειές του σπιτιού, ή τα γιατροσόφια της, έχουν πάντα αποτέλεσμα. Γι’ αυτό είναι η καλύτερη νοικοκυρά και προσπαθούμε να της μοιάσουμε. Υπάρχει όμως και κάτι άλλο: Αυτή η αγάπη που υπάρχει ακόμα ζωντανή με τον άντρα της και που μετράει τόσα πολλά χρόνια. Ακόμα και τώρα κοιτάζουν ο ένας τον άλλον στα μάτια, με τόση τρυφερότητα, κάτι που θαυμάζεις και ταυτόχρονα ζηλεύεις που στις μέρες μας είναι τόσο σπάνιο φαινόμενο.

Υπάρχει ωραιότερη εικόνα από ένα ηλικιωμένο ζευγάρι να περπατά χέρι – χέρι; Η δική μου, αγαπημένη εικόνα, είναι όταν ο παππούς μου αγκαλιάζει τη γιαγιά και τη φιλάει τρυφερά στο μέτωπο, ενώ στα μάτια τους φωλιάζει όλη η αγάπη του κόσμου. Ονειρεύεσαι και για εσένα ένα παρόμοιο μέλλον με τον σύντροφό σου; Αυτά είναι τα μυστικά των ευτυχισμένων αυτών ζευγαριών, που ξέρουν τι θα πει πραγματική αγάπη, που νοιάζονται ο ένας για τον άλλον και που όταν κάτι χαλάει, δεν το παρατούν, αλλά το φτιάχνουν, μαζί.

#1 Μοιράζονται τις περισσότερες στιγμές τους. Κάπως έτσι τα ζευγάρια δένονται ακόμα περισσότερο, αποκτούν κοινά ενδιαφέροντα και ανακαλύπτουν πράγματα που τους αρέσει να κάνουν μαζί. Επίσης, δοκιμάζουν συνεχώς καινούρια πράγματα κι έτσι ανανεώνουν τη σχέση τους, κρατώντας την – κακή – ρουτίνα μακριά από αυτήν (γιατί υπάρχει και η καλή ρουτίνα, εκείνη που απολαμβάνεις, στιγμές καθημερινές που αγαπάς και δεν αλλάζεις με τίποτα). Είναι σημαντικό να περνάς χρόνο μαζί με τον άνθρωπό σου, είτε αυτό σημαίνει να μείνετε ξαπλωμένοι στον καναπέ, αγκαλιά, κάτω από την κουβέρτα σας, παρακολουθώντας την αγαπημένη σας σειρά, είτε να πάτε για σκι, ή στο γήπεδο, για να παρακολουθήσετε την αγαπημένη του ομάδα. Η σχέση είναι στιγμές. Ακόμα και οι πιο μικρές και καθημερινές, έχουν σημασία.

#2 Πηγαίνουν κάθε βράδυ μαζί στο κρεβάτι. Και αν εκείνη νυστάξει νωρίτερα, θα κοιμηθεί στον καναπέ, δίπλα του, την ώρα που εκείνος θα βλέπει μπάλα. Χωρίς αυτόν δεν τη χωράει το κρεβάτι και με εκείνον δίπλα βολεύεται καλύτερα από ποτέ. Προσπάθησε να το κάνεις κι εσύ αυτό με τον άνθρωπό σου. Να πηγαίνετε πάντοτε μαζί για ύπνο, γιατί εκείνα τα λίγα λεπτά που θα αφιερώσετε ο ένας στον άλλον πριν κοιμηθείτε, είναι πολύ σημαντικά, ειδικά όταν η σχέση θα αρχίσει να μετράει αρκετά χρόνια. Κάποτε θα το θυμηθείς και θα το εκτιμήσεις… Μην γίνετε κι εσείς σαν εκείνα τα ζευγάρια που, επειδή έχουν διαφορετικά προγράμματα και ωράρια, τελικά καταλήγουν απλοί συγκάτοικοι. Αντί να μείνεις στο σαλόνι να δεις τηλεόραση, πήγαινε ξάπλωσε μαζί του, πάρτον αγκαλιά και δες τηλεόραση εκεί.

#3 Ποτέ δεν πηγαίνουν για ύπνο μαλωμένοι. Συζητούν και λύνουν όποια παρεξήγηση ή πρόβλημα έχει δημιουργηθεί. Κανένας τσακωμός δεν υπερισχύει της αγάπης σας, τίποτα δεν είναι πιο σημαντικό και πιο δυνατό από όλα αυτά που σας δένουν. Πες του ότι τον αγαπάς, πάρτον και μια αγκαλιά και πηγαίντε στο κρεβάτι σας μαζί, κλείνοντας άλλη μία ημέρα της κοινής ζωής σας όμορφα.

#4 Ξεκινούν την ημέρα τους με μια μεγάλη αγκαλιά και ένα γλυκό φιλί και με τον ίδιο ακριβώς τρόπο την κλείνουν. Μην ξεχνάς ποτέ να ακουμπάς, να αγκαλιάζεις και να φιλάς τον σύντροφό σου, όσο περισσότερο μπορείς, όσα χρόνια κι αν είστε μαζί.

#5 Έχουν εμπιστοσύνη ο ένας στον άλλον, γι’ αυτό και η σχέση τους βασίζεται σε γερά θεμέλια και δύσκολα μπορεί να κλονιστεί. Η εμπιστοσύνη είναι το Α και το Ω σε μια σχέση. Να τον εμπιστεύεσαι, να μην είσαι ανασφαλής, ώστε να μην καταδικάσεις τη σχέση σου χωρίς λόγο. Αν αποδειχτεί ότι δεν άξιζε την εμπιστοσύνη σου, δεν πειράζει. Τότε μόνο, όταν βρεθείς αντιμέτωπη με το πρόβλημα, θα βρεις τον τρόπο να το παλέψεις, να το διώξεις και να ορθοποδήσεις. Εσύ όμως, να έχεις πίστη στον άνθρωπό σου, γιατί ζώντας με φόβους που έχουν να κάνουν με το παρελθόν, βλάπτεις το παρόν και διώχνεις μακριά περιπτώσεις που μπορεί και να αξίζουν, εκτός του ότι χαλάς την ψυχική υγεία και ηρεμία σου.

#6 Τα αγαπημένα ζευγάρια επικεντρώνονται στα θετικά στοιχεία της σχέσης και του συντρόφου τους και δικαιολογούν τα αρνητικά. Νομίζεις ότι τότε, τα χρόνια που ο παππούς και η γιαγιά σου ήταν νέοι, όλοι οι άντρες και οι γυναίκες ήταν τέλειες; Όχι φυσικά, απλά τότε υποστήριζαν αυτό που έκαναν και σέβονταν τον άνθρωπό τους και τα συναισθήματά τους περισσότερο.

#7 Υποστηρίζουν ο ένας τον άλλον και δεν δίνουν δικαιώματα σε τρίτους να μιλούν για τη σχέση τους και να κατακρίνουν τον σύντροφό τους.

#8 Δεν ξεχνούν τα μικρά πράγματα, τις λεπτομέρειες, τις πιο απλές στιγμές της καθημερινότητας που έχουν τεράστια σημασία. Δεν ξεχνούν να φιλιούνται, να αγκαλιάζονται. Δεν αμελούν τα χάδια, τα αγγίγματα και τις όλο νόημα ματιές. Καθετί που φαντάζει μικρό, κρύβει μέσα του μια τεράστια σημασία.

Ποτέ μην θεωρήσεις αυτό που έχεις δεδομένο. Για να κρατήσεις κάτι στη ζωή σου, χρειάζεται προσπάθεια! Μόνο έτσι θα είσαι ευτυχισμένη στη σχέση σου, μέχρι και τα βαθιά γεράματα…

Ο μύθος του Προδίκου

Ο παραστατικότατος μύθος του Προδίκου, όπως διέσωσε στα απομνημονεύματά του ο Ξενοφών. Όταν ο Ηρακλής βρισκόταν ακόμα στην νεαρότατη ηλικία των μόλις 18 ετών, ζούσε στον Κιθαιρώνα, έχοντας δάσκαλό του τον Λίνο.

Εκεί λοιπόν κατά την διάρκεια μίας δύσκολης στιγμής της ζωής του, είχε λάβει την απόφαση να ακολουθήσει αντί της «Ηδίστης και ράστης οδού της κακίας» την «χαλεπήν και μακράν οδό της αρετής».

Ας παρακολουθήσουμε λοιπόν τον σχετικό και παραστατικότατο μύθο του Προδίκου, τον οποίο μας διέσωσε στα απομνημονεύματά του ο Ξενοφών. (Β1,21)

Κάποια ημέρα που ο Ηρακλής είχε απομακρυνθεί από το ποίμνιο και τους ποιμένες του πατέρα του, κάθισε σε ένα ερημικό μέρος και άρχισε να σκέφτεται και να αναρωτιέται για το ποια θα είναι η οδός που θα πρέπει να ακολουθήσει στην ζωή του.

Τότε είδε να εμφανίζονται και να κατευθύνονται προς το μέρος του δύο πολύ ψηλές γυναίκες, με τελείως διαφορετική εμφάνιση κινήσεις και συμπεριφορά.

Η μία γυναίκα φερόταν πολύ σεμνά, ήταν πολύ καθαρή και ντυμένη με λιτά και όμορφα ρούχα. Είχε κίνηση και στάση απλή και το βλέμμα της ήταν σοβαρό και μετριόφρον.

Η άλλη γυναίκα ήταν παχύσαρκη και επιδεικτική. Φορούσε πολυτελή και πανάκριβα ρούχα τα οποία όμως ήταν άκομψα και διαλεγμένα χωρίς καθόλου γούστο. Το βλέμμα της ήταν προκλητικό. Παρατηρούσε γύρω της τα πάντα με αυθάδη τρόπο, ενώ το πρόσωπό της ήταν πολύ έντονα μακιγιαρισμένο.

Επιπλέον, επιτάχυνε το βήμα της, ώστε να είναι αυτή η πρώτη που θα βρεθεί μπροστά στον έφηβο Ηρακλή και μόλις τον πλησίασε του είπε τα εξής λόγια: «Βλέπω Ηρακλή, ότι αυτό που σκέφτεσαι είναι το ποιος θα μπορούσε να είναι για σένα ο καλύτερος τρόπος ζωής.

Έχω να σου πω λοιπόν, ότι να αποφασίσεις να με ακολουθήσεις, θα περάσεις μία πολύ όμορφη ζωή χωρίς να καταβάλεις καμία ιδιαίτερη προσπάθεια. Ό,τι και αν είναι αυτό που επιθυμείς, θα μπορούσες πολύ εύκολα να το αρπάξεις από τους άλλους και όχι να προσπαθήσεις να το αποκτήσεις με την δική σου προσωπική εργασία. Αυτό που μπορώ να σου προσφέρω είναι την εύκολη απόλαυση όλων σου των αισθήσεων και θα ζεις μόνο για να απολαμβάνεις.»

Ο Ηρακλής όταν άκουσε όλες τις δελεαστικές προτάσεις αυτής της γυναίκας, την ρώτησε: «Και ποιο είναι το όνομά σου;»

Εκείνη του απάντησε: «Οι φίλοι μου με ονομάζουν ΕΥΔΑΙΜΟΝΙΑ, οι εχθροί μου όμως με ονομάζουν ΚΑΚΙΑ.»

Εν τω μεταξύ έφτασε και η δεύτερη ψηλή γυναίκα, η οποία είπε με την σειρά της στον έφηβο Ηρακλή:

«Και εγώ έρχομαι να σου μιλήσω, διότι γνωρίζω τους γονείς σου και τους προγόνους σου και έμαθα τον τρόπο που ανατράφηκες.

Όλα αυτά μου δίνουν την ελπίδα ότι θα με ακολουθήσεις. Δεν θα προσπαθήσω όμως να σε εξαπατήσω, ούτε και θα σου υποσχεθώ απολαύσεις χωρίς κόπους και χωρίς την προσωπική σου προσπάθεια. Αυτό που μπορώ να κάνω είναι να σου παρουσιάσω την ζωή, έτσι όπως την έφτιαξαν οι Θεοί. Δηλαδή, θα πρέπει να περιποιείσαι και να ευεργετείς τους φίλους σου, εάν θέλεις να σε αγαπούν και εκείνοι. Πρέπει να εργάζεσαι και να κοπιάζεις για τον τόπο σου, αν θέλεις οι άνθρωποι του τόπου σου να προοδεύσουν.»

Επίσης, αποστόμωσε αμέσως την Κακία που εξακολουθούσε να είναι παρούσα, όταν επιχείρησε να την διακόψει με την ανόητη παρατήρηση: «Βλέπεις πόσο δύσκολα και κοπιαστικά έργα σου προτείνει αυτή η γυναίκα, αγαπητέ μου Ηρακλή»

Αυτή η δεύτερη γυναίκα όμως, μίλησε τόσο μεστά και πειστικά ώστε ο Ηρακλής αναγνώρισε στο πρόσωπό της την ΑΡΕΤΗ και μολονότι ο δρόμος που του πρότεινε ήταν ιδιαιτέρως δύσκολος, αποφάσισε να τον ακολουθήσει.

Άρχισε λοιπόν να μάχεται κατά των ανθρώπινων κακών και κατά των τεράτων και των θηρίων που εμφωλεύουν στην ψυχή κάθε ανεξαιρέτως ανθρώπου, για να δείξει στους όμοιούς του την απόφαση που θα πρέπει να λάβουν και αυτή, αν θέλουν να ζήσουν μία ζωή με αρχές και ιδανικά και να γίνουν τελικά άνθρωποι αντάξιοι του ονόματός τους.

ΗΘΙΚΟ ΔΙΔΑΓΜΑ λοιπόν αυτού του καταπληκτικού μύθου, το οποίο δια μέσου του Ηρακλή, φτάνει μέχρι και τις μέρες μας, είναι ότι σε κάθε στιγμή της ζωής μας, όσο μεγάλες και αν είναι οι πάσης φύσεως δυσκολίες που πιθανόν να μας καταδυναστεύουν, εμείς αυτό που θα πρέπει να κάνουμε, είναι να μιμηθούμε το παράδειγμα του Ηρακλή.

Ο Ηρακλής αποτελεί το αιώνιο πρότυπο του ανθρώπου εκείνου που έχει μάθει να δίνει και να κερδίζει στην ζωή του μάχες και αγώνες, διότι έχει ως θεμελιώδες κίνητρό του, το να ξεπερνά κάθε μέρα τον εαυτό του ως προς το θέμα της Αρετής, ακόμα και όταν όλοι δίπλα του τον πολεμούν ανελέητα και δεν μπορούν να καταλάβουν τα πραγματικά του κίνητρα.

Στην πραγματικότητα σε αυτό το ΣΤΑΥΡΟΔΡΟΜΙ ΤΗΣ ΑΡΕΤΗΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΚΑΚΙΑΣ, βρισκόμαστε κάθε μέρα, σε κάθε σημαντική απόφαση που καλούμαστε να πάρουμε στην ζωή μας.

Ας σκεφτούμε λοιπόν όλοι μας, ας απομονωθούμε για λίγο από την πολύβουη καθημερινότητα και ας αναλογιστούμε και εμείς, όπως ακριβώς και ο Ηρακλής:

Ποιος είναι ο δρόμος που θα επιλέξουμε για να λύσουμε το επόμενο πρόβλημά μας; Ο δύσκολος και κακοτράχαλος δρόμος που οδηγεί όμως στην Αρετή ή ο εύκολος και ευχάριστος δρόμος που αναπόφευκτα οδηγεί στην Κακία;

Δώστε «χώρο» στα παιδιά σας. Μην τα ρωτάτε διαρκώς «τι έχεις;»

Παραχωρήστε στα παιδιά σας το δικαίωμα να έχουν έναν δικό τους χώρο για να δημιουργήσουν, να σκεφτούν, να απομονωθούν ή να κάνουν οτιδήποτε θέλουν. Ο δημιουργικός άνθρωπος έχει ανάγκη να απομονώνεται.

Μην τα ρωτάτε συνέχεια «Τι τρέχει;», ή «Γιατί δεν έρχεσαι μαζί μας;» ή «Μίλησέ μου, είμαι η μητέρα σου». Το ίδιο το παιδί που έρχεται τρέχοντας στην αγκαλιά σας με ένα χτυπημένο γόνατο, στην ηλικία των 9 ετών, θα τρέξει να κλειστεί στο δωμάτιό του, τρία χρόνια αργότερα, χτυπώντας την πόρτα, και θα γίνει έξω φρενών, αν προσπαθήσετε να το βοηθήσετε ή να του μιλήσετε για το γόνατό του. Εσείς είστε ο ίδιος γονιός, μόνο που έχουν περάσει τρία χρόνια και μέσα σ’ αυτά το παιδί έχει διανύσει το 25% της παιδικής ζωής.

Τώρα το παιδί σας έχει ανάγκη για να μείνει μόνο του, να σκεφτεί πράγματα, να αποφασίσει πώς θα αντιδράσει, χωρίς την παρέμβαση ενός «παρείσακτου» γονιού (που στην πραγματικότητα έχει κίνητρο την αγάπη). Αν βλέπετε μια παρόμοια σκηνή στο σπίτι σας, αντί να σας ταράζει το γεγονός ότι τα παιδιά δεν έρχονται πια σε σας, ή να πιστεύετε ότι κάτι τους συμβάινει, πέστε ένα σιωπηλό μπράβο στον εαυτό σας. «Πέτυχα κάτι. Έχουν μάθει να αντιμετωπίζουν μόνα τους τα προβλήματά τους κι αυτό ακριβώς είναι το καθήκον του γονιού, να διδάσκει τα παιδιά να σκέφτονται μόνα τους και να βρίσκουν μόνα τους τη δική τους μοναδική λύση».

Αν προσπαθήσετε να πιέσετε τα παιδιά σας και επιμένετε να σας λένε τα πάντα, ή αν τα κατασκοπεύετε, ψάχνοντας τα πράγματά τους, όταν λείπουν από το σπίτι, παραβιάζετε μια βασική αρχή της αποτελεσματικής και δημιουργικής γονεϊκής συμπεριφοράς. Τα παιδιά έχουν ανάγκη τον ιδιωτικό χώρο, έχουν ανάγκη ένα μέρος που να είναι δικό τουςκαι που να μην υποβάλλεται σε αυθαίρετες επιθεωρήσεις. Αν θέλετε να τα βοηθήσετε να αναπτύξουν μια αίσθηση προσωπικής δημιουργικότητας, μην ερμηνεύετε την επιθυμία τους να μείνουν μόνα, σαν απόρριψη. Είναι φυσιολογική, υγιής και απολύτως απαραίτητη γι’ αυτά.

Άλλωστε κι εμείς οι μεγάλοι έχουμε ανάγκη να απομονωνόμαστε και χρειαζόμαστε χρόνο για να σκεφτούμε χωρίς κάποιος να μας ρωτάει τι κάνουμε και αν όλα πηγαίνουν καλά. Έχουμε ανάγκη τη μοναξιά, για να μπορέσουμε να συγκεντρωθούμε στα δικά μας θέματα.

Αν δοκιμάσετε να το κάνετε αυτό μαζί με άλλους, θα αποδειχτεί αδύνατον. Αν δεν βρεθείτε απολύτως μόνοι σας, να σκεφτείτε, να γράψετε, να χαζέψετε, να διαβάσετε – χωρίς κατασκοπευτικά βλέμματα – δεν θα μπορείτε να λειτουργήσετε. Κάπως έτσι είναι και τα παιδιά μας. Πρέπει να τους δίνουμε το χώρο και το χρόνο της απομόνωσης που ζητούν και να μη συμπεραίνουμε ότι τους συμβαίνει κάτι, όταν απλώς ζητούν να μείνουν μόνα τους. Αντίθετα αυτό, αποτελεί σημάδι ωριμότητας.

Κάθε φορά που ανησυχείτε για τον καιρό που περνούν τα παιδιά σας μόνα τους, θυμηθείτε: «Οι άνθρωποι που δεν αντέχουν να μείνουν μόνοι τους συνήθως δεν μπορούν να υποφέρουν το άτομο με το οποίο μένουν μόνοι τους, δηλαδή τον εαυτό τους». Αν θέλουν να απομονωθούν για να κάνουν κάτι δημιουργικό, αυτό σημαίνει ότι τα παιδιά αυτά, έχουν γερή, υγιή εικόνα του εαυτού τους. Διαφορετικά, θα ένιωθαν πιο πολύ το φόβο, παρά την επιθυμία της μοναξιάς.

Θεοκαυγάδες στης Τροίας το πεδίο

Του Ήφαιστου η τρομερή φωτιά σταμάτησε τον κάμπο πια να καίει, μα πήρε φωτιά τούτη τη φορά ένας καυγάς μες στο πεδίο της μάχης.

Ο ποιητής περιγράφει ένα θεοκαυγά, που ξεκινά ο θεός του πολέμου, Άρης:
«στα χέρια ήρθαν με φωνές, όλη η γη βογγούσε
και βρόντηξε ο ουρανός. Τους άκουσε ο Δίας
καθισμένος στον Όλυμπο' γέλασε η καρδιά του
από χαρά που έβλεπε εκείνους να μαλώνουν».

Στην Αθηνά ο Άρης με χάλκινο κοντάρι γυρνά, με λόγια βρίζοντάς την:

ΑΡΗΣ:
«Γιατί πάλι, σκυλόμυγα, θεούς σε καβγά βάζεις;
Θαρρώ πως όσα έκαμες θα μου πληρώσεις τώρα».

Η κονταριά του στην ασπίδα της απέτυχε, μα όχι και της Παλλάδας η ριξιά με πέτρα απ' τη γή τη μαύρη:
«Αυτή στο σβέρκο του έριξε, του κόπηκαν τα μέλη.
Πλέθρα επτά σωριάστηκε, του σκονίστηκε η κόμη
και βρόντησαν τα όπλα του».

Γελώντας η Παλλάδα, του είπε με καμάρι:
«Άμυαλε, δεν κατάλαβες πως είμαι πιο αντρεία;»

Και η Αφροδίτη τρέχει για βοήθεια, αλλά τη βρίζει η Ήρα.
Η Αθηνά στο στήθος τη χτυπά, στο έδαφος τη ρίχνει, στον Άρη δίπλα στο χώμα, ενώ από τα λόγια της δε λείπει η χαρά της:

ΑΘΗΝΑ:
«Τέτοιοι ας ήταν όλοι τους που βοηθούν τους Τρώες
κάθε φορά που πολεμούν τους αντρείους Αργείους».

Φίλοι μου, ο ΞΑΝΘΟΣ, ο ΑΡΗΣ, η ΑΦΡΟΔΙΤΗ που με τους Τρώες είναι, εκτός μάχης έχουν τεθεί, κι απομένουν οι άλλοι.

Ο ΠΟΣΕΙΔΩΝΑΣ το φιλοτρώα ΦΟΙΒΟ πείθει, τη μάχη μαζί ν' αφήσουνε, αφού δεν πρέπει οι θεοί αντίμαχοι να γίνονται για των θνητών τη χάρη.

Την απομάκρυνση του ΦΟΙΒΟΥ απ' τη μάχη η ΑΡΤΕΜΗ, η κυνηγός, με καλό μάτι δεν βλέπει:

ΑΡΤΕΜΗ:
«Άμυαλε, έτσι άχρηστο τι μου κρατάς το τόξο»;”

Η ΗΡΑ όμως καραδοκεί:
«Σκύλα ξεδιάντροπη, τώρα πώς θέλησες να έρθεις
αντίκρυ μου; Σαν δύσκολα μαζί μου να τα βάλεις,
κι ας είσαι και τοξεύτρια'»

Την αφοπλίζει, πιάνοντας με το ζερβί τα δυο της χέρια, για να της βγάλει με το δεξί τα τόξα απ' τους ώμους, στ΄αυτιά χτυπώντας την μ' αυτά, χαιρέκακα γελώντας:
«θρηνώντας έφυγε η θεά σαν άγριο περιστέρι».

Κι απ’τους θεούς, οι ύβρεις, η Έριδα κι ο ανταγωνισμός δε φαίνεται ποτέ να λείπουν.
Ο άνθρωπος τους έπλασε κατ’ εικόνα του, και μόνο την αθανασία τούς χάρισε, ώστε όσες κονταριές και να δεχτούν, το θάνατο ποτέ να μην γνωρίσουν.

¨Είναι ο πόθος ο διακαής, ο ευσεβής, που τον έκαναν πραγματικότητα στο πλάσιμο των θεών τους.

Εναν θεό αθάνατο τον έχουν πάντα ανάγκη, να προσεύχονται σ’αυτόν και τη λύση να προδοκούν στα αδιέξοδά τους.

Τεχνολογική πρόοδος: Σκέψεις για τις συνέπειες


Οι εξελίξεις στην τεχνολογία υπήρξαν πάντοτε ένας καθοριστικός παράγοντας που σηματοδοτούσε σημαντικές αλλαγές στην πορεία της ανθρωπότητας με πολλαπλές επιδράσεις σε μία σειρά τομέων της ζωής των ανθρώπων.
 
Οι παλαιότερες γενιές που είναι ακόμα κοινωνικά και οικονομικά ενεργές έχουν γίνει μάρτυρες μίας σειράς εξελίξεων οι οποίες επηρέασαν καθοριστικά την καθημερινότητά μας. Αρκεί να αναλογιστεί κανείς ότι η επανάσταση των προσωπικών υπολογιστών άρχισε τη δεκαετία του 1980 με την εξέλιξή τους, αλλά και γενικότερα την εξέλιξη της τεχνολογίας της πληροφορικής, να κινείται με ρυθμούς γεωμετρικής προόδου μέσα σε διάστημα τεσσάρων δεκαετιών. Η εμφάνιση του διαδικτύου γκρέμισε τα στεγανά στην πληροφόρηση και στη γνώση, ενώ η εξάπλωση των κινητών τηλεφώνων και πιο πρόσφατα των έξυπνων κινητών τηλεφώνων έφερε επανάσταση στον τρόπο επικοινωνίας και κοινωνικής δικτύωσης.
 
Πέρα από τα παραπάνω, οι εξελίξεις στην τεχνολογία είναι ραγδαίες σε πολλούς τομείς της ανθρώπινης δημιουργίας, από την ιατρική, την τεχνολογία τροφίμων έως τη γενετική, τη διαστημική τεχνολογία, την τεχνολογία των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας και τόσους άλλους τομείς που κάποιος ειδικότερος θα μπορούσε να μνημονεύσει.
 
Μπορεί η εξέλιξη της τεχνολογίας να εμφανίζεται σε διαφόρους τομείς της ανθρώπινης ζωής με διαφορετικά τεχνικά χαρακτηριστικά και εφαρμογές, οι επιπτώσεις της όμως έχουν κάποια κοινά χαρακτηριστικά. Καταρχήν, παρατηρούμε ότι ο ρυθμός εξέλιξης της τεχνολογίας επιταχύνεται θεαματικά, κυριολεκτικά με ρυθμούς γεωμετρικής προόδου. Έπειτα παρατηρούμε ότι οι εξελίξεις στην τεχνολογία επηρεάζουν σημαντικά την οικονομία είτε από την πλευρά της παραγωγής (με την αύξηση της παραγωγικότητας) είτε μέσω των αλλαγών στην καταναλωτική συμπεριφορά. Επιπλέον επηρεάζονται οι κοινωνικές σχέσεις και συμπεριφορές και μέσω της παγκοσμιοποίησης υπάρχουν σοβαρές ανακατατάξεις και σε επίπεδο πολιτικών δομών και κρατικών καθεστώτων. Οι εξελίξεις που δημιουργούνται από την τεχνολογία απαιτούν και γρήγορα αντανακλαστικά από τις ρυθμιστικές αρχές και τους νομοθέτες. Διαχρονικά, ωστόσο, παρατηρούμε ότι  υπάρχει μεγάλη υστέρηση από την πλευρά των ρυθμιστικών αρχών στην αντιμετώπιση των θεμάτων που προκύπτουν από τις ραγδαίες εξελίξεις στην τεχνολογία.

Αυτή τη στιγμή εκτιμώ ότι η ανθρωπότητα βρίσκεται σε μία διαδικασία μετάβασης στη νέα μεταβιομηχανική εποχή όπου θα πρέπει να αναπτύξει νέα μοντέλα οικονομικής και κοινωνικής οργάνωσης που θα ανταποκρίνονται στις νέες συνθήκες. Ήδη τα θέματα που προκύπτουν από τις τεχνολογικές εξελίξεις και ειδικότερα με τις εξελίξεις στον τομέα της τεχνητής νοημοσύνης απασχολούν όλο και περισσότερο επιστημονικούς φορείς, επιχειρήσεις και αρχές. Το τμήμα έρευνας της Dell Technologies σε συνεργασία με το Institute for the Future διερευνούν τις μελλοντικές εξελίξεις, καταλήγοντας μεταξύ άλλων ότι το 2030 η εξάρτηση των ανθρώπων από τις μηχανές θα έχει εξελιχθεί σε μία σχέση συνεργατικότητας, με τους ανθρώπους να παρέχουν δεξιότητες, όπως δημιουργικότητα, πάθος και επιχειρηματικό πνεύμα. Από την άλλη πλευρά, ο Elon Musk (ιδρυτής της Tesla motors) κρούει τον κώδωνα του κινδύνου και καλεί τις ρυθμιστικές αρχές να σχεδιάσουν εκ των προτέρων τα όρια και τους κανόνες σχετικά με θέματα τεχνητής νοημοσύνης γιατί θεωρεί ότι μπορεί να οδηγηθούμε σε ανεξέλεγκτες καταστάσεις με σημαντικές αρνητικές επιπτώσεις στην ανθρωπότητα.
 
Αν εστιάσουμε στις οικονομικές συνέπειες των παραπάνω, θα μπορούσαμε να πούμε ότι ειδικότερα οι εξελίξεις στη ρομποτική και την τεχνητή νοημοσύνη θα μεταβάλουν ριζικά τα μοντέλα απασχόλησης, περιορίζοντας δραστικά σε πρώτη φάση τη συμμετοχή της ανειδίκευτης χειρωνακτικής εργασίας στη βιομηχανική παραγωγή αλλά σε δεύτερη φάση και με τη ραγδαία εξέλιξη των εφαρμογών τεχνητής νοημοσύνης, θα υπάρξει υποκατάσταση θέσεων και στον τομέα υπηρεσιών με σταδιακή διείσδυση και σε πιο εξειδικευμένους τομείς.
 
Εκτιμάται ότι το 85% των θέσεων εργασίας για το 2030 δεν έχει ακόμα επινοηθεί. Η συνεπαγόμενη αύξηση της παραγωγικότητας θα οδηγήσει σε σημαντική άνοδο του παγκόσμιου ΑΕΠ δημιουργώντας όμως παράλληλα την όξυνση δύο προβλημάτων: της απασχόλησης και της ανισοκατανομής του πλεονάζοντος πλούτου που θα δημιουργείται ως αποτέλεσμα της μείωσης του κόστους παραγωγής με τη χρήση ρομποτικής και ανανεώσιμων μορφών ενέργειας. Εδώ καλούμαστε να προετοιμαστούμε για ένα νέο οικονομικό μοντέλο που θα πρέπει να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά τις αλλαγές, δίνοντας λύσεις που θα οδηγούν σε δικαιότερη κατανομή της υπεραξίας που δημιουργείται από τις εξελίξεις στην τεχνολογία χωρίς να εμποδίζουν την αναπτυξιακή διαδικασία με παράλληλη αποτελεσματική αντιμετώπιση και του θέματος της απασχόλησης.
 
Η αντιμετώπιση του θέματος της δικαιότερης κατανομής της υπεραξίας θα μπορούσε να βασιστεί σε μοντέλα που θα καθορίζουν προσαρμογές μισθών και συμμετοχή των εργαζομένων στα κέρδη με παράλληλη σταδιακή μείωση των ωρών εργασίας. Η μείωση θέσεων εργασίας σε πρώτη φάση μπορεί να υποκατασταθεί από τη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας σε νέους τομείς που ακόμα δεν υπάρχουν και που θα σχετίζονται με την τεχνολογία της πληροφορικής και την τεχνητή νοημοσύνη. Αυτό βέβαια προϋποθέτει ότι τα εκπαιδευτικά συστήματα θα πρέπει να έχουν προετοιμαστεί έτσι ώστε να μπορούν να προσανατολιστούν, αλλά και να προσανατολίσουν τους νέους προς τις νέες τάσεις. Με δεδομένο ότι η εξαφάνιση κάποιων επαγγελμάτων και η εμφάνιση νέων θα γίνεται με ολοένα και επιταχυνόμενους ρυθμούς η διαδικασία προσαρμογής των εκπαιδευτικών συστημάτων θα πρέπει και αυτή να ανεβάσει ρυθμούς.
 
Σε μία πιο μακροχρόνια θεώρηση θα μπορούσαμε να δούμε μία υποκατάσταση των εργασιών που εκτελούνται από ανθρώπους από  μηχανές τεχνητής νοημοσύνης σε ποσοστό άνω του 90%. Ήδη πρόσφατη μελέτη δείχνει ότι 70% των εργασιών που εκτελούνται σήμερα από ανθρώπους θα μπορούσαν να γίνουν από ρομπότ, οπότε τα παραπάνω θέματα θα οξυνθούν περισσότερο. Αν δεν έχουμε ήδη ξεκινήσει την αντιμετώπισή τους στο πρώιμο στάδιο, τότε θα υπάρχει σοβαρότατο πρόβλημα. Το πιθανότερο είναι ότι δεν θα έχουμε καταφέρει να φτάσουμε σε αυτό το στάδιο αν δεν έχουμε βάλει ήδη σε εφαρμογή κάποιο σχέδιο. Έτσι στο μακροχρόνιο σενάριο ο άνθρωπος θα έχει πολύ περιορισμένη συμμετοχή στην παραγωγική διαδικασία και αυτή θα εστιάζει σε τομείς υπηρεσιών υψηλής εξειδίκευσης κυρίως γύρω από τον κλάδο πληροφορικής τεχνολογίας.
 
Για να υπάρχει βελτίωση του βιοτικού επιπέδου με μείωση των ανισοτήτων, είναι αναγκαίο να υπάρξει σημαντική μείωση των ωρών εργασίας με παράλληλη αύξηση της αμοιβής της εργασίας καθώς και ανάπτυξη του τομέα δραστηριοτήτων αναψυχής, αφού ο ελεύθερος χρόνος θα υπερβαίνει κατά πολύ τον χρόνο εργασίας. Η κοινωνία μας θα προσομοιάζει με τη λειτουργία της κοινωνίας στην Αρχαία Αθήνα, όπου οι περισσότερες εργασίες εκτελούντο από τους δουλοπάροικους (στη σύγχρονη εκδοχή τους τα ρομπότ), με τους Αθηναίους πολίτες (ο σύγχρονος άνθρωπος στην περίπτωσή μας) να ασχολούνται με την πολιτική, αλλά και με τις τέχνες και τον αθλητισμό, με ιδιαίτερα υψηλές επιδόσεις.
 
Κλείνοντας να επισημάνουμε ότι υπάρχουν και σοβαρά θέματα που σχετίζονται με την ηθική αντιμετώπιση των ζητημάτων από τις παραπάνω εξελίξεις που θα απαιτήσουν νομοθετικές ρυθμίσεις καθώς και τη δημιουργία νέων ελεγκτικών μηχανισμών και ρυθμιστικών αρχών. Η ιστορία έχει δείξει ότι τα αποτελέσματα κάθε σημαντικής τεχνολογικής εξέλιξης εξαρτώνται από τη χρήση για την οποία γίνεται. Έτσι μπορεί η τεχνολογία να βελτιώσει ριζικά το επίπεδο διαβίωσης των ανθρώπων, αλλά και να οδηγήσει σε καταστροφικές εξελίξεις στην ανθρωπότητα. Το παράδειγμα της χρήσης της πυρηνικής τεχνολογίας είναι χαρακτηριστικό με Χιροσίμα/Ναγκασάκι αλλά και Τσέρνομπιλ να θυμίζουν πολλά σε όλους μας. Ας ελπίσουμε ότι στο νέο κύμα τεχνολογικής προόδου η ανθρωπότητα θα βρεθεί πιο ώριμη, οδηγώντας τον πλανήτη προς την ενάρετη πλευρά της εκμετάλλευσής της, περιορίζοντας στο ελάχιστο τις αρνητικές της πλευρές.

Max Stirner: Ο Μοναδικός και η Ιδιοκτησία του

Όλα είναι δημιουργήματα του Εγώ

Ποιος είναι ο Μαξ Στίρνερ; Είναι γερμανός φιλόσοφος, ακριβέστερα διανοητής, που αναδείχθηκε μέσα από την εγελιανή παράδοση, βασικά μέσα από την εγελιανή αριστερά και επιχείρησε να προχωρήσει πέρα απ’ αυτή. Προς ποια κατεύθυνση; Προς τη μοναδικότητα του Εγώ (του). Στο κύριο έργο του με τίτλο ο μοναδικός και η ιδιοκτησία του (der Einzige und sein Eigentum), δημοσιευμένο το 1844, μας καλεί να εισχωρήσουμε στον εαυτό του Εγώ μας, να τον κατανοήσουμε ως δική μας υπόθεση ο καθένας και έτσι να φτάσουμε στο σημείο να αντικρίζουμε την υπόθεση της ανθρωπότητας, του θεού, της ελευθερίας, κάθε δηλαδή ξένη προς το Εγώ μας υπόθεση και αλλοτριωτική γι’ αυτό, ως δική μας υπόθεση. Ως δική μας υπόθεση όχι με το τρέχον νόημα ότι πρέπει να ταυτιζόμαστε με αυτή: να δίνουμε όλο μας το Είναι, να εμπνεόμαστε, να ενθουσιαζόμαστε, να θυσιαζόμαστε για μια δήθεν κοινή υπόθεση, αλλά με το νόημα ότι η κάθε τέτοια υπόθεση είναι μια εγωιστική υπόθεση, υπηρετεί δηλαδή το δικό της Εγώ, ακόμη κι αν επικαλείται το γενικό καλό, και έτσι εμείς πρέπει να αποσπόμαστε από τον εγωισμό αυτών των υποθέσεων, έχοντας επίγνωση ότι πρόκειται για κάτι ξένο, και να επιστρέφουμε στον δικό μας εγωισμό, στην υπεράσπιση και ανάδειξη ως κεντρομόλου δύναμής μας του δικού μας Εγώ.

Πού έγκειται η πρωτοτυπία της σκέψης του; Στο ότι ξαναδίνει στο Εγώ τη χαμένη του τιμή και το υψώνει σε ύπατη δύναμη δημιουργίας των πάντων. Όλες εκείνες οι δυνάμεις, όπως ο θεός, το πνεύμα, ο ανθρώπινος κόσμος, η πολιτική εξουσία κ.λπ., που υποτίθεται ότι απεργάζονται την αποδυνάμωση του Εγώ και πρεσβεύουν κάτι ανώτερο από τον εγωισμό, στην ουσία προκύπτουν απ’ αυτό το Εγώ και υπηρετούν έναν δικό τους ιδιοτελή εγωισμό. Πρέπει συνεπώς να μαθαίνουμε πως πίσω από την κήρυξη πολέμου ενάντια στο Εγώ γενικά κρύβεται η εξουσία ενός ξένου προς εμάς εγωισμού, που θέλει να κατασπαράξει το δικό μας Εγώ, ό,τι δηλαδή είναι χρήσιμο και ωφέλιμο σε μας, προς ίδιον όφελος. Ας αποτιμάμε λοιπόν τον ρόλο των ως άνω δυνάμεων στο πλαίσιο του γεγονότος ότι είναι δημιουργήματα του Εγώ. Ο θεός, για παράδειγμα, είναι το παν του παντός για τον εαυτό του και ως τέτοιος προβάλλει ως ο υπέρτατος εγωιστής: όπως λέει ο Στίρνερ, ο θεός σκέφτεται μόνο τον εαυτό του, αυτόν μόνο έχει μπροστά στα μάτια του· τα πάντα πρέπει να είναι της αρεσκείας του. Πράγματι, η έννοια της θεότητας, ας πούμε υπό τη μορφή του χριστιανισμού, είναι παρούσα στον άνθρωπο ως μια αδιαφιλονίκητη εξουσία του Εγώ και υπ’ αυτή την εξουσία θέλει να υποτάξει τους ανθρώπους, κηρύσσοντας προκλητικά και παραπλανητικά τη μελλοντική τους συνεύρεση με τον θεό. Όποιος αμφισβητεί αυτή τη θρησκευτική εξουσία ενός ξένου Εγώ πάνω του, κατονομάζεται άθρησκος, άθεος, απόβλητος … και ως τέτοιος αξίζει να χαθεί.

Κάτι παρόμοιο συμβαίνει και με την πολιτική εξουσία. Μας λέγει ότι με ανιδιοτέλεια και περισσή αγάπη θυσιάζεται για τον λαό∙ ότι αντλεί το νόημα της ύπαρξής της από τον αγώνα για το κοινό καλό. Στην πράξη όμως αγωνίζεται για το δικό της καλό, για τα δικά της εγωιστικά συμφέροντα και ζητεί την υποταγή του δικού σου Εγώ στην επικράτηση του δικού της φίλαυτου Εγώ. Άμα αρνηθείς να υπηρετείς ανιδιοτελώς τον εγωισμό της, άμα αμφισβητείς τη μοναδικότητά της και προσπαθήσεις να αποσπάσεις το Εγώ σου απ’ αυτή, ρίχνεσαι στα μπουντρούμια. Κάθε δύναμη –πολιτική, πνευματική, θρησκευτική, επιστημονική κ.λπ.– που αντιστρατεύεται το δικό μου/σου Εγώ και κηρύσσει την άρνηση του εαυτού, ποτέ δεν το αντιστρατεύεται ρητά, ποτέ δεν ζητεί φανερά την άρνησή του, εκτός εάν πρόκειται για στιγμιαία όξυνση ή αντιπαράθεση· πάντοτε διοχετεύει την απάρνηση του Εγώ σου μέσα από την ενθάρρυνση της ανιδιοτέλειας. Σου λένε: να είσαι ανιδιοτελής, να εργάζεσαι για το κοινό συμφέρον κ.α. Με αυτό τον τρόπο σου λένε παραιτήσου από το δικό σου Εγώ, δηλαδή πάψε να είσαι ιδιοκτήτης του δικού σου σκοπού που είναι ωφέλιμος για σένα, εάν θέλεις να σώσεις τον εαυτό σου. Στην πράξη όμως σε κατακρημνίζουν στο βάραθρο της παραλυσίας. Σου αφαιρούν κάθε δυνατότητα να ελέγχεις τον εαυτό σου, να τον διαθέτεις όπως εσύ θέλεις, να αυτοποροσδιορίζεσαι κατά το δικό σου Geschmack (=γούστο).

Την ίδια στιγμή που οι ως άνω δυνάμεις αφαιρούν από τον άνθρωπο την εγκυρότητα του εαυτού του, τον φυλακίζουν μέσα σε έναν κόσμο της ηθικότητας που ανάγει την πλήρη του έκφραση στο κράτος. Η ηθικότητα, κατά τον Στίρνερ, είναι πλήρως ασυμβίβαστη με το Εγώ και τον εγωισμό. Γιατί; Επειδή δίνει εγκυρότητα όχι στο Εγώ, όχι σε μένα, αλλά στον άλλο άνθρωπο που αυτή μεταφέρει μέσα σε μένα. Εδώ έγκειται και η μακροζωία του κράτους: απαιτεί από το κάθε «εμένα» να συμπεριφέρεται ως ηθικό ον και όχι ως εγωιστής, έτσι όπως τον εννοεί ο Στίρνερ. Τούτο σημαίνει ότι αποδέχομαι το κράτος ως το ύψιστο ιερό, μπροστά στο οποίο το Εγώ μου πρέπει να επιδεικνύει χρηστομάθεια, να δίνει καθημερινά εξετάσεις σεβασμού και συγχρόνως το ίδιο να αποδυναμώνεται θανάσιμα. Στη συνάφεια τούτη τα δικαιώματα που μου εκχωρεί το κράτος είναι τόσα και τέτοια που ισχυροποιούν το ίδιο και εξασθενίζουν εμένα. Παρόμοια και ο δικαστής είναι ο μηχανικός που εφαρμόζει τη βούληση του κράτους. Ο μόνος εξολοθρευτής του κράτους μπορεί να είναι η μοναδική, η ιδιαίτερη βούληση του Εγώ. Προκειμένου λοιπόν να διαιωνίσει τη δεσποτεία του –είτε η τελευταία έχει τη μορφή του Ενός, της Απόλυτης Μοναρχίας, είτε των Πολλών, της Δημοκρατίας– το κράτος δυσφημεί την ατομική βούληση του Εγώ ως κακή, ανορθολογική κ.λπ. Με ποιο τρόπο; Με τα έργα και τις ημέρες του κομματικού εγωισμού. Το κράτος δεν μπορεί να υπάρχει χωρίς τα κόμματα. Αυτά ποδηγετούν τον λαό και έχουν ως κύριο στόχο τον καταθρυμματισμό της ιδίας βούλησης του Εγώ. Γι’ αυτό και το κράτος αντιτάσσει στον αυθεντικό εγωισμό του Μοναδικού τον επικίνδυνο εγωισμό του κόμματος.

1. Τον κάθε αξιόλογο στοχαστή και φιλόσοφο τον διαβάζουμε όχι για να τον ακολουθήσουμε ή να τον εφαρμόσουμε επί ποινή θανάτου, όπως κάνουν τα σαρκοφάγα ζώα των παντοειδών μηχανισμών με τις ιδεολογίες τους, ανάμεσα στους μηχανισμούς και χώροι, αλλά για να σκεφτούμε σε βάθος περί τα φαινόμενα που μας κατακλύζουν και εν πολλοίς μας καθορίζουν.

2. Ο Στίρνερ επιχειρεί να αναδείξει τη δύναμη του Εγώ, η οποία είναι πανταχού παρούσα, ακόμη και σε εκείνους τους ανθρώπους, τους θεσμούς και σε ό,τι άλλο που υποτίθεται ότι υπερβαίνει/ουν τον ατομικό του/τους εγωισμό για το κοινό καλό. Εδώ έγκειται το μεγαλείο της σκέψης του Στίρνερ: αποκαλύπτει την υποκρισία των πιο εγωπαθών πραγματικοτήτων που δουλεύουν για τον εαυτό τους με τη μάσκα του δημόσιου λειτουργού ή του υπερασπιστή του κοινού συμφέροντος. Πάρε για παράδειγμα τους επαγγελματίες πολιτικούς που επικαλούνται την υπεράσπιση του δημόσιου συμφέροντος, ενώ στην ουσία εργάζονται ως οι πιο ειδεχθείς εγωιστές για το δικό τους συμφέρον. Όχι λιγότερο και κάποιοι "καλλιτέχνες", "προφέσσορες", "λογοτέχνες", "συνδικαλιστές", "θρησκευτικοί παράγοντες" κ.ο.κ.

Π. Κονδύλης: Περί Ουτοπίας

Η Ουτοπία στη ζωή μας

Εισαγωγικές παρατηρήσεις

· Αποτελεί η Ουτοπία οργανικό στοιχείο της ανθρώπινης κοινωνίας ή είναι μια εξωκοινωνική ή και αντικοινωνική κατάσταση που αμφισβητεί την εύρυθμη λειτουργία της ανθρώπινης συμβίωσης και κλονίζει τα ορθολογικά της θεμέλια;

· Σε κάθε περίπτωση η Ουτοπία είναι γέννημα της ιστορικότητας του ανθρώπου και προβάλλει πάντοτε ως το αντίπαλο δέος μιας σιδερόφρακτης, ψυχρής και τυπολατρικής ορθολογικότητας που συνήθως χαρακτηρίζει τη λειτουργία των κοινωνικών, πολιτικών, επιστημονικών, θρησκευτικών και πολιτιστικών πραγμάτων.

· Η ουτοπική σύσταση του νοήμονος ανθρώπου τον διανοίγει μπροστά σε έναν άπειρο κόσμο δυνατοτήτων και του επιτρέπει να διαρρηγνύει τα στενά όρια της θνητότητάς του ή το περίβλημα των εκάστοτε δεινών του παρόντος προς μια άλλη μεταστοιχείωση του οράματος και της προσδοκίας.

· Αναδυόμενη ως ουτοπία της ανθρώπινης κατάστασης η Ουτοπία βρίσκεται συνήθως σε διαρκή ένταση με το υφιστάμενο, με την εξορθολογισμένη του κατασκευή, με την εργαλειακή του διαχείριση και με την αβάσταχτη στειρότητά του ή μονοσήμαντότητά του.

· Απ’ αυτή την άποψη εμφανίζεται σχεδόν πάντοτε στη ζωή μας ως μια ευδαιμονική μετα-παροντική πραγμάτωση, που μας ανατροφοδοτεί συνεχώς με μια γοητευτική μυθικότητα της γλώσσας και με τον ενδόμυχο πόθο ενός ελευσόμενου ευ ζην.

Κείμενα

I. «Η Ουτοπία θα ήταν ιστορικά άχρηστη ή και επιζήμια, αν η ιστορική πράξη μπορούσε να συρρικνωθεί στο στενό σχήμα που υποτυπώνουν οι ορθολογιστικές προκαταλήψεις. Επί πλέον, δεν θα ήταν σε θέση να έρθει σε επαφή με τις πραγματικότητες, μέσα στις οποίες κινείται κάθε πράξη ανεξάρτητα από την “ορθολογικότητα” των εκάστοτε φορέων της, αν ήταν φτιαγμένη αποκλειστικά από την ύλη των ονείρων. Δεν μπορεί φυσικά να αμφισβητηθεί ότι η διάσταση του ασυμβίβαστου ονείρου ενοικεί σε κάθε ουτοπικό σχέδιο· αυτή του δίνει φτερά και αυτή το ωθεί στην πράξη. Η ίδια δεν συλλαμβάνεται με λόγια, ωστόσο κρύβεται μέσα σε όλα εκείνα τα στοιχεία της Ουτοπίας, τα οποία εκφράζονται με λόγια. Συνυφαίνεται με λαχτάρες που πάνε πέρα από την επιθυμία της τελειωτικής αρμονικής ρύθμισης της ανθρώπινης συμβίωσης και αφορούν στην πραγμάτωση πολύ προσωπικών και πολύ ενδόμυχων πόθων, γυρεύουν δηλαδή την εσωτερική γαλήνη κι ευδαιμονία και συχνά θέλουν να υπερνικήσουν τη βιολογική φθαρτότητα του ανθρώπου, την αρρώστια και τον θάνατο» (Παναγιώτης Κονδύλης: Η Ηδονή, Η Ισχύς, Η Ουτοπία. Εκδ. στιγμή, Αθήνα 1992, σσ. 120-121).

ΙΙ. «Η Ουτοπία στρέφεται ιδιαίτερα εναντίον εκείνων των στοιχείων της συγκαιρινής της πραγματικότητας, τα οποία θεωρεί ως ρίζες των υφιστάμενων δεινών. Η περιγραφή της ιδεώδους κοινωνικής κατάστασης γίνεται σε συνεχή αντιπαράθεση με το παρόν, και έτσι το υπαρκτό μετατρέπεται σε αρνητικό προσδιορισμό του ουτοπικού. Ασκώντας την πολεμική της ενάντια στην υφιστάμενη κατάσταση, η Ουτοπία δεν αντιπαραθέτει σε τούτη εδώ μονάχα ανθρωπολογικές σταθερές ή έσχατους σκοπούς, ήτοι η αντιπαράθεση ουτοπικής κατάστασης και παρόντος δεν είναι μόνο ηθική και λογική, αλλά επίσης άμεση και απτή· οι ουτοπικοί θεσμοί αποτελούν μέσα για την πραγμάτωση του μέλλοντος, συνάμα όμως και μέσα για την καταπολέμηση του παρόντος, δηλαδή των εμποδίων που στέκουν στο δρόμο της Ουτοπίας» (ό.π., σ.125).

Ο Πλάτων και η θεωρία των ιδεών

Π Λ Α Τ Ω Ν: 427–347 π.Χ

Περί της θεωρίας των ιδεών

· Η θεωρία των ιδεών αποτελεί τον κορμό, τον πυρήνα της πλατωνικής φιλοσοφίας.
· Βασικό γνώρισμά της είναι η διάκριση ανάμεσα στον κόσμο του γίγνεσθαι και στον κόσμο του Είναι.
· Ο κόσμος του Είναι: είναι προσιτός στη νόηση και είναι αιώνιος και αμετάβλητος.
· Ο κόσμος του γίγνεσθαι: βρίσκεται σε διαρκή μεταβολή και είναι προσιτός στην αίσθηση.
· Η πλατωνική θεωρία των δύο κόσμων θα μπορούσε να εκληφθεί, κατά κάποιο τρόπο, ως σύνθεση και περαιτέρω ανάπτυξη βασικών αρχών της φιλοσοφίας του Παρμενίδη και του Ηράκλειτου:
α) ο ελεατικός κόσμος του Είναι.
β) ο κόσμος της αέναης μεταβολής του Ηράκλειτου.

Κατά τον Παρμενίδη:
α) το ον είναι εν και ομοιογενές.
β) είναι προσιτό μόνο στο νου.
γ) απέναντι στο εν του νοείν κείτεται η πολλαπλότητα των φαινομένων.
· Ο Παρμενίδης, όπως και οι άλλοι Προσωκρατικοί, έθεσαν μάλλον το πρόβλημα κατά τον Πλάτωνα παρά το έλυσαν.
· Το πλατωνικό πρόβλημα μπορεί να διατυπωθεί συνοπτικά ως εξής: πώς το ον, ενώ είναι ένα, είναι συνάμα και πολλά;
· Τι οδήγησε τον Πλάτωνα στη διάκριση αυτών των δύο κόσμων;
· Κατά τον Αριστοτέλη, ο Πλάτων ξεχώρισε τις ιδέες [=ο κόσμος του Είναι για τον Πλάτωνα-δηλαδή ο κόσμος των ιδεών είναι ο μόνος πραγματικός κόσμος] ως αντικείμενα γνώσης από τον κόσμο της αίσθησης, διότι τα αισθητά πράγματα υπόκεινται σε διαρκή μεταβολή και ως εκ τούτου δεν εμπίπτουν στη σφαίρα του επιστητού.
· Οι γνωσιολογικές και οντολογικές καταβολές της πλατωνικής θεωρίας των δύο κόσμων: Όπως επισημαίνει ο Αριστοτέλης, ο Πλάτων προσδιορίζει ή χαρακτηρίζει τον κόσμο της αίσθησης με όρους της ηρακλείτειας θεωρίας.
· Αυτό δεν εμποδίζει τον Πλάτωνα να απορρίψει την ηρακλείτεια θεωρία στην κύρια εκδοχή της, σύμφωνα με την οποία όλα κινούνται με όλους τους τρόπους ταυτόχρονα.
· Το επιχείρημα που χρησιμοποιεί ο Πλάτων ενάντια σε τούτη τη θεωρία είναι ότι η τελευταία αυτό-αναιρείται.
· Συγκεκριμένα: αν η ηρακλείτεια θεωρία ισχύει, τότε δεν μπορούμε να μιλάμε για μια ιδιότητα ενός πράγματος, αφού την ίδια στιγμή που θεωρούμε ότι μια ιδιότητα υπάρχει, την αναιρούμε ως μη υπάρχουσα, αφού όλα κινούνται.
· Αυτή εξάλλου η θέση του Ηράκλειτου αίρει τη δυνατότητα της γλώσσας· επομένως δεν είναι δυνατό να διατυπωθεί γλωσσικά.
· Τα πράγματα έχουν μια σταθερή ουσία, πάνω στην οποία βασίζεται η λειτουργία της γλώσσας.
· Οι ιδέες είναι τα ιδεατά νοήματα με τη βοήθεια των οποίων σκεπτόμαστε και μιλούμε για τον κόσμο.
· Επειδή στον κόσμο της εμπειρίας δεν υπάρχουν πράγματα σταθερά και αναλλοίωτα, τα αντικείμενα της γνώσης, σύμφωνα με τον Πλάτωνα, θα πρέπει να ανήκουν σε ένα κόσμο διαφορετικό απ’ αυτόν της εμπειρίας.
· Αυτός ο διαφορετικός κόσμος είναι ο υπερβατικός κόσμος.
· Ο Πλάτων θεμελιώνει τη Μεταφυσική ως θεωρία του υπερβατικού, το οποίο διακρίνεται από το υπερβατολογικό.
· Υπερβατικό: σύνολο έσχατων αρχών, οι οποίες θεμελιώνουν το αισθητό ον πέρα από την εμπειρία. Αποτελούν τον αποχρώντα και αληθή λόγο του.
· Υπερβατολογικό: βρίσκεται και αυτό πέραν της σφαίρας της εμπειρίας και είναι σύνολο των έσχατων αρχών, οι οποίες καθιστούν την εμπειρία δυνατή. Το υπερβατολογικό δεν είναι ον, όπως είναι το υπερβατικό.
· Στον Φαίδωνα ο Πλάτων τονίζει ότι εγκατέλειψε τη σφαίρα των αισθητών πραγμάτων, για να μεταβεί στη σφαίρα του υπερβατικού, των «λόγων», όπου βρίσκεται η αλήθεια των όντων.
· «Λόγοι» από το λογίζεσθαι και διανοείσθαι: έννοιες, κρίσεις, επιχειρήματα, ορισμοί.
· Εφόσον οι «λόγοι» έχουν για αντικείμενό τους τις ιδέες, καθιστούν τη γνώση των αισθητών πραγμάτων δυνατή.
· Λέει ο Σωκράτης στο Φαίδωνα: αν θέλουμε να γνωρίσουμε στ’ αλήθεια τα επί μέρους όντα, πρέπει η ψυχή μας να αρχίσει να συλλογίζεται, αποχαιρετώντας το σώμα.
· Στο έργο του Πλάτωνα απαντούν διάφορα επιχειρήματα προς υποστήριξη της θεωρίας των ιδεών.
· Στο έργο του Παρμενίδης αναφέρει ο Πλάτων ότι η ύπαρξη των ιδεών κρίνεται αναγκαία, με το νόημα ότι όποιος την απορρίπτει αίρει τη δυνατότητα του διαλέγεσθαι.
· Κάθε εγχείρημα αναίρεσης της θεωρίας των ιδεών προϋποθέτει κατ’ ανάγκη την παραδοχή της ύπαρξής τους, εφόσον αυτές διασφαλίζουν τη συνάφεια νοείν-λέγειν-Είναι.
· Το επιχείρημα του Πλάτωνα για την αναγκαιότητα της ύπαρξης των ιδεών έχει δυο πλευρές: α) μια γνωσιο–λογική και β) μια σημασιο-λογική.

α) Γνωσιο–λογική:

· Η γνώση των πραγμάτων προϋποθέτει τη γνώση των ιδεών. Δηλαδή η γνώση των ιδεών προηγείται και είναι αναγκαία για να γνωρίσουμε τα πράγματα.
· Π.χ: για να μπορώ να πω ότι το χ είναι κ, χρειάζεται να γνωρίζω ήδη τι είναι το κ, δηλ. να γνωρίζω αυτό που είναι το ον ή το πράγμα (Πλάτων), να γνωρίζω, με άλλα λόγια την ουσία (ιδέα).
· Στον πρώιμο διάλογό του Ευθύφρων επισημαίνει αυτή τη λειτουργία των ιδεών, όπως φαίνεται στο παρακάτω κείμενο:
«Αυτήν λοιπόν ακριβώς την ιδέα εξήγησέ μου την, τι πράγμα είναι, για να την έχω πάντα υπόψη μου και να την χρησιμοποιώ ως υπόδειγμα ώστε ό,τι μεν συμφωνεί με όσα εσύ ή κανείς άλλος κάμνει, να λέγω ότι είναι όσιο, και ό,τι δεν συμφωνεί, να λέγω ότι δεν είναι όσιο».
· Σχολιασμός του παραπάνω κειμένου: το βασικό φιλοσοφικό ζήτημα εδώ είναι η λειτουργία των ιδεών. Πιο συγκεκριμένα η ιδέα λειτουργεί ως υπόδειγμα ή ως μέτρο, με βάση το οποίο αποτιμάται εάν τα όσα λέγουν οι συνομιλητές του κειμένου για το όσιο συμφωνούν με την ιδέα του.
· Γενικότερα λοιπόν η ιδέα είναι το κριτήριο για το εάν ένα πράγμα ή μια πράξη έχει μια ορισμένη ιδιότητα ή όχι, αν π.χ. ένα α είναι κόκκινο ή αν μια πράξη είναι δίκαιη.
· Έτσι η γνώση των ιδεών καθιστά δυνατή τη γνώση των πραγμάτων.
· Η γνώση δεν έχει για μοναδικό ή αποκλειστικό της στήριγμα την αίσθηση.
· Με την αίσθηση προσλαμβάνουμε το επί μέρους ον, το μερικό, όχι όμως και την ουσία του, δηλαδή όπως είναι καθεαυτό.
· Για να το γνωρίσουμε αληθινά, πρέπει να το σκεφτούμε (λογίζεσθαι) μέσα από αληθινές έννοιες, μέσα από αληθινά κατηγορήματα.
· Τα κατηγορήματα αυτά δεν μας τα δίνει η αίσθηση, γιατί είναι νοητά, ανήκουν δηλαδή στον κόσμο των ιδεών.
· Ως νοητά δεν υπόκεινται σε μεταβολή.
· Σύμφωνα λοιπόν με τη σκέψη του Πλάτωνα, για να γνωρίσουμε την αλήθεια, πρέπει πρώτα να γνωρίζουμε τις ιδέες.
· Η αίσθηση δε μας δίνει έγκυρη γνώση, γιατί τα αισθητά –που αποτελούν το αντικείμενό της– βρίσκονται σε διαρκή μεταβολή.
· Το αντικείμενο, δηλαδή οι ιδέες που παραμένουν αμετάβλητες είναι που διασφαλίζουν τη γενική εγκυρότητα της γνώσης. Δεν είναι το υποκείμενο με τη νεώτερη σημασία του γνωστικού Εγώ.
· Από την παραπάνω θέση του Πλάτωνα προκύπτει η υποτίμηση της γνωστικής αξίας της αίσθησης: το αισθητό αντικείμενο, δηλαδή το αντικείμενο που προσλαμβάνεται δια των αισθήσεων και ανήκει στην αισθητή πραγματικότητα, βρίσκεται σε διαρκή μεταβολή. Γι’ αυτό μας οδηγεί σε πλάνη, σε ψευδείς κρίσεις.
· Για τον ίδιο ακριβώς λόγο στο έργο του Τίμαιος ο Πλάτων χαρακτηρίζει τη θεωρία που παρουσιάζει εκεί μέσα για το φυσικό κόσμο ως δαξασία (δόξα, εἰκότα), όχι ως επιστήμη.
· Ο Πλάτων θέτει εδώ το πρόβλημα της a priori [=εκ των προτέρων] γνώσης, δηλαδή προϋποθέτει τη γνώση των ιδεών.
· Θέτοντας λοιπόν αυτό το πρόβλημα γίνεται ο πατέρας της θεμελιώδους διάκρισης στη φιλοσοφία ανάμεσα στο a priori και το a posteriori [=εκ των υστέρων] στοιχείο της γνώσης.
· Το a priori στον Πλάτωνα έχει το χαρακτήρα ενός αιτήματος: πρέπει να υπάρχει γνώση a priori, γιατί η αίσθηση έχει μόνο τον αισθητό κόσμο ως αντικείμενο.
· Αυτός ο κόσμος είναι μεταβλητός, είναι κόσμος του γίγνεσθαι που ανήκει στην περιοχή της δόξας, δηλαδή της γνώμης, και όχι της επιστήμης.
· Η επιστήμη είναι έγκυρη γνώση.
· Αυτή η έγκυρη γνώση είναι γνώση a priori, με κύρια γνωρίσματα τη γενικότητα (καθολικότητα) και αναγκαιότητα.
· Επομένως πρέπει να υπάρχει ένας αιώνιος κόσμος και μια γνωστική πρόσβασή μας στον κόσμο. Αυτή η γνωστική πρόσβαση είναι και πρέπει να είναι η επιστήμη, η έγκυρη γνώση.
· Γενική εγκυρότητα της γνώσης σημαίνει τρία πράγματα:
α) εγκυρότητα για όλα τα υποκείμενα
β) εγκυρότητα στο χρόνο
γ) εγκυρότητα για όλα τα αντικείμενα
· Ποιος διασφαλίζει τη γενική εγκυρότητα της γνώσης;
· Οι ιδέες. Αυτές έχουν εγκυρότητα για όλα τα υποκείμενα· δεν γνωρίζουν τη γένεση και τη φθορά –είναι αεί όντα– και έχουν κύρος για όλα τα εμπειρικά αντικείμενα, γιατί αυτά το «είναι» τους το οφείλουν στις ιδέες (μέθεξις=μετοχή-συμμετοχή του εν λόγω «είναι» στις ιδέες), όπως δείχνει και το παρακάτω κείμενο του Πλάτωνα: 

«Αλλά φαίνεται σ’ εμένα τουλάχιστον ότι η καλύτερη ερμηνεία είναι η εξής περίπου: αυτές οι ιδέες στέκονται πάνω στη φύση των πραγμάτων σα να είναι υποδειγματικά πρότυπα, ενώ τα άλλα όντα έχουν ομοιότητα προς αυτές και αποτελούν απομιμήματα των ιδεών, και αυτή η μετοχή (μέθεξη) που έχουν τα άλλα όντα, δηλαδή τα αισθητά αντικείμενα στις ιδέες, συνίσταται σε τούτο μόνο: ότι είναι ομοιώματα ιδεών».

· Σχολιασμός: οι ιδέες ενυπάρχουν στο είναι, δηλαδή στη φύση των πραγμάτων, και αποτελούν υποδειγματικά πρότυπα, με τα οποία μοιάζουν τα υπόλοιπα αισθητά όντα, είναι δηλαδή απομιμήσεις των ιδεών. Αυτά τα όντα λοιπόν μετέχουν με αυτό τον τρόπο, δηλαδή με τον τρόπο της ομοιότητάς τους προς τις ιδέες, στις ιδέες τούτες.
· Η ψυχή παραβάλλεται, από τον Πλάτωνα, με κέρινο εκμαγείο «πάνω στο οποίο αποτυπώνουμε ό,τι θέλουμε να κρατήσουμε στη μνήμη μας από όσα βλέπουμε ή ακούμε ή από μόνοι μας σκεπτόμαστε, όμοια όπως αποτυπώνουμε εικόνες σε δακτυλίδια» (Πλάτων).
· Η πλατωνική ιδέα, με βάση αυτό το πλαίσιο, μπορεί να συγκριθεί με τη χαραγμένη σε μια σφραγίδα παράσταση.
· Άμα η σφραγίδα τοποθετηθεί πάνω σε μαλακό κερί, αυτή θα αφήσει πάνω του έκτυπα απεικονίσματα της παράστασης που έχει χαραχθεί.
· Τα έκτυπα αυτά απεικονίσματα ο Πλάτων τα παραβάλλει με τα σταθερά όντα:
· Όπως από τη χαραγμένη στη σφραγίδα παράσταση, η οποία είναι μία, μπορεί να προέλθει απεριόριστο πλήθος αποτυπωμάτων πάνω στο κερί, έτσι και από την επίδραση της ιδέας, η οποία είναι μία, στην ύλη μπορεί να προέλθει άπειρο πλήθος αισθητών όντων.
· Τα αισθητά προσλαμβάνουν τη μορφή τους από την ιδέα, παρότι η τελευταία έχει διαφορετική υπόσταση από τα αισθητά.
· Εξ αυτού του λόγου, ο Πλάτων θεωρεί πως οι ιδέες είναι οι αιτίες της ύπαρξης των όντων.
· Τα αισθητά όντα τείνουν να ταυτισθούν με τις ιδέες, αλλά σε κάθε περίπτωση παραμένουν κατώτερα. Οι ιδέες είναι τα όντως όντα:
· «Αυτά [τα αισθητά όντα] κατέχονται από μια τάση να είναι σαν την απόλυτη ισότητα [=ιδέα], αλλά είναι κατώτερά της […]. Στον αισθητό κόσμο ως ίσα τείνουν να φτάσουν στην απόλυτη ισότητα, αλλά συγκριτικά με αυτήν παραμένουν υποδεέστερα».

β) Σημασιο-λογική:

· Γιατί είναι αναγκαία η ύπαρξη των ιδεών;
· Επειδή η σημασιολογική λειτουργία των γλωσσικών εκφράσεων, μέσα από τις οποίες αναφερόμαστε στον κόσμο, δεν εξηγούνται διαφορετικά:
· «Συνήθως δεχόμαστε ότι υπάρχει μια ορισμένη ιδέα –μια σε κάθε περίπτωση– για κάθε σύνολο επί μέρους πραγμάτων, για τα οποία χρησιμοποιούμε το αυτό όνομα».
· Όπως αναφέρει ο Πλάτων στον Σοφιστή, η συμπλοκή των ειδών καθιστά δυνατό τον λόγο.
· Σε σχέση με τη ρήση του Παρμενίδη: μόνο το ον είναι νοητό, ενώ το μη ον δεν είναι, ο ύστερος Πλάτων υποστηρίζει ότι αυτή η ελεατική θέση αίρει τη γλώσσα και τη γνώση.
· Στην τελευταία φάση της φιλοσοφίας του ο Πλάτων κινείται προς μια διαλεκτική του Είναι και του Μηδενός, μέσα από την οποία επιχειρεί να γεφυρώσει το χάσμα ανάμεσα στο νοητό βασίλειο των ιδεών και τον αισθητό κόσμο.
· Το μη ον δεν είναι το εναντίον του όντος, αλλά έτερον τι.
· Βάση της συμπλοκής των ειδών είναι η μίξη του Είναι και του μη-Είναι, της ταυτότητας και της διαφοράς.
· Τα όντα είναι δύο ειδών: το ορατό και το αόρατο.
· Τα ορατά είναι σύνθετα, μεταβάλλονται (υφίστανται αλλοίωση), τα δεύτερα είναι αμετάβλητα και πάντοτε διατηρούν κατά τον ίδιο τρόπο την ταυτότητά τους.
· Ταυτότητα και αναλλοίωτο ή αμετάβλητο συνιστούν γνωρίσματα των ιδεών, των όντων δηλαδή που δεν υπάρχουν στον αισθητό κόσμο.
· Οι φράσεις ή εκφράσεις που χρησιμοποιεί ο Πλάτων για να δηλώσει τη σχέση της ιδέας με τα αισθητά πράγματα είναι τέτοιες, όπως: εν επί πολλών, εν επί πολλοίς, τι κατά πολλών.

 ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΟΙ ΙΔΕΕΣ;

· Οι ιδέες συνοπτικά είναι: 1. εν επί πολλών 2. το ο εστιν [=αυτό που υπάρχει] και 3. δεν είναι ορατές, αλλά νοητές.
 
1. οι πλατωνικές ιδέες δεν είναι αριθμητικές ενότητες, όπως υποστηρίζει ο Αριστοτέλης.
· Αυτές είναι τα καθόλου, οι γενικές ουσίες, ενώ τα αισθητά πράγματα είναι αριθμητικά πολλά. Βλ. σχετικό κείμενο παρακάτω:
· «Νομίζω ότι εσύ από το εξής έχεις σχηματίσει τη γνώμη ότι μια είναι κάθε ιδέα: όταν σου φανούν κάποτε πολλά πράγματα πως είναι μεγάλα, αφού ρίξεις μια ματιά σε όλα αυτά, ίσως σου φαίνεται ότι μια κάποια ιδέα η ίδια δεσπόζει σε όλα και αυτό σε κάνει να νομίζεις ότι μια είναι η ιδέα του μεγέθους».

2. Οι ιδέες είναι τὸ ὃ ἐστίν, ὃ τυγχάνει ἓκαστον ὂν [=οι ιδέες είναι αυτό που υπάρχει, αυτό που συμβαίνει να είναι το κάθε ον].
· Το ρήμα ἐστίν εδώ έχει υπαρκτική σημασία. Δηλαδή οι ιδέες υπάρχουν, όπως υπάρχουν τα αισθητά πράγματα.
· Σε τι διαφέρει το οντολογικό status των ιδεών από εκείνο των αισθητών πραγμάτων;
· Οι ιδέες είναι το ἀεὶ ὂν, ἀθάνατον και ὡσαύτως ἔχον [=αυτό που πάντοτε υπάρχει, που είναι αθάνατο, που βρίσκεται πάντοτε στην ίδια κατάσταση].
· Αυτές δεν υπόκεινται σε γένεση και φθορά.