Παρασκευή, 18 Αυγούστου 2017

ΡΗΤΟΡΙΚΗ: ΔΗΜΟΣΘΕΝΗΣ - Περὶ τοῦ στεφάνου (121-125)

[121] Ἀκούεις, Αἰσχίνη, τοῦ νόμου λέγοντος σαφῶς, «πλὴν ἐάν τινας ὁ δῆμος ἢ ἡ βουλὴ ψηφίσηται· τούτους δ᾽ ἀναγορευέτω». τί οὖν, ὦ ταλαίπωρε, συκοφαντεῖς; τί λόγους πλάττεις; τί σαυτὸν οὐκ ἐλλεβορίζεις ἐπὶ τούτοις; ἀλλ᾽ οὐδ᾽ αἰσχύνει φθόνου δίκην εἰσάγων, οὐκ ἀδικήματος οὐδενός, καὶ νόμους μεταποιῶν, τῶν δ᾽ ἀφαιρῶν μέρη, οὓς ὅλους δίκαιον ἦν ἀναγιγνώσκεσθαι τοῖς γ᾽ ὀμωμοκόσιν κατὰ τοὺς νόμους ψηφιεῖσθαι;

[122] ἔπειτα τοιαῦτα ποιῶν λέγεις πόσα δεῖ προσεῖναι τῷ δημοτικῷ, ὥσπερ ἀνδριάντ᾽ ἐκδεδωκὼς κατὰ συγγραφήν, εἶτ᾽ οὐκ ἔχονθ᾽ ἃ προσῆκεν ἐκ τῆς συγγραφῆς κομιζόμενος, ἢ λόγῳ τοὺς δημοτικούς, ἀλλ᾽ οὐ τοῖς πράγμασι καὶ τοῖς πολιτεύμασιν γιγνωσκομένους. καὶ βοᾷς ῥητὰ καὶ ἄρρητ᾽ ὀνομάζων, ὥσπερ ἐξ ἁμάξης, ἃ σοὶ καὶ τῷ σῷ γένει πρόσεστιν, οὐκ ἐμοί.

[123] καίτοι καὶ τοῦτ᾽, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι· ἐγὼ λοιδορίαν κατηγορίας τούτῳ διαφέρειν ἡγοῦμαι, τῷ τὴν μὲν κατηγορίαν ἀδικήματ᾽ ἔχειν, ὧν ἐν τοῖς νόμοις εἰσὶν αἱ τιμωρίαι, τὴν δὲ λοιδορίαν βλασφημίας, ἃς κατὰ τὴν αὑτῶν φύσιν τοῖς ἐχθροῖς περὶ ἀλλήλων συμβαίνει λέγειν. οἰκοδομῆσαι δὲ τοὺς προγόνους ταυτὶ τὰ δικαστήρι᾽ ὑπείληφα, οὐχ ἵνα συλλέξαντες ὑμᾶς εἰς ταῦτα ἀπὸ τῶν ἰδίων κακῶς τἀπόρρητα λέγωμεν ἀλλήλους, ἀλλ᾽ ἵν᾽ ἐξελέγχωμεν ἐάν τις ἠδικηκώς τι τυγχάνῃ τὴν πόλιν.

[124] ταῦτα τοίνυν εἰδὼς Αἰσχίνης οὐδὲν ἧττον ἐμοῦ πομπεύειν ἀντὶ τοῦ κατηγορεῖν εἵλετο. οὐ μὴν οὐδ᾽ ἐνταῦθ᾽ ἔλαττον ἔχων δίκαιός ἐστιν ἀπελθεῖν. ἤδη δ᾽ ἐπὶ ταῦτα πορεύσομαι, τοσοῦτον αὐτὸν ἐρωτήσας. πότερόν σέ τις, Αἰσχίνη, τῆς πόλεως ἐχθρὸν ἢ ἐμὸν εἶναι φῇ; ἐμὸν δῆλον ὅτι. εἶθ᾽ οὗ μὲν ἦν παρ᾽ ἐμοῦ δίκην κατὰ τοὺς νόμους ὑπὲρ τούτων λαβεῖν, εἴπερ ἠδίκουν, ἐξέλειπες, ἐν ταῖς εὐθύναις, ἐν ταῖς γραφαῖς, ἐν ταῖς ἄλλαις κρίσεσιν·

[125] οὗ δ᾽ ἐγὼ μὲν ἀθῷος ἅπασι, τοῖς νόμοις, τῷ χρόνῳ, τῇ προθεσμίᾳ, τῷ κεκρίσθαι περὶ πάντων πολλάκις πρότερον, τῷ μηδεπώποτ᾽ ἐξελεγχθῆναι μηδὲν ὑμᾶς ἀδικῶν, τῇ πόλει δ᾽ ἢ πλέον ἢ ἔλαττον ἀνάγκη τῶν γε δημοσίᾳ πεπραγμένων μετεῖναι τῆς δόξης, ἐνταῦθ᾽ ἀπήντηκας; ὅρα μὴ τούτων μὲν ἐχθρὸς ᾖς, ἐμοὶ δὲ προσποιῇ.

***
[121] Ακούς, Αισχίνη, τον νόμο να λέει καθαρά «εκτός εάν ο δήμος ή η Βουλή αποφασίσει να στεφανώσει κάποιους, γι᾽ αυτούς η αναγόρευση να γίνεται στο θέατρο». Τότε γιατί με συκοφαντείς ελεεινέ; Προς τί σοφίζεσαι αυτούς τους ισχυρισμούς; Γιατί δεν καθαρίζεις το μυαλό σου με ελλέβορο; Δεν ντρέπεσαι να με σέρνεις στα δικαστήρια από φθόνο και όχι για κάποιο αδίκημα, άλλους νόμους να μεταποιείς, από άλλους να αφαιρείς σημαντικά μέρη, ενώ δίκαιο θα ήταν να διαβάζονται ολόκληροι από αυτούς που έχουν ορκιστεί ότι θα αποφασίζουν σύμφωνα με αυτούς;

[122] Έπειτα, ενώ κάνεις αυτά, αραδιάζεις ένα σωρό προσόντα που πρέπει να έχει ένας πολιτικός που αγαπά τον λαό. Μοιάζει σαν να έχεις αναθέσει την κατασκευή ανδριάντα με συγκεκριμένες προδιαγραφές και κατόπιν τον παραλαμβάνεις χωρίς να έχει τα χαρακτηριστικά που θα έπρεπε σύμφωνα με τη συγγραφή ή σαν να διακρίνονται οι δημοκρατικοί πολίτες από τα λόγια και όχι από τις πράξεις και την πολιτική τους δάση. Εκστομίζεις εναντίον μου επίθετα που λέγονται και δεν λέγονται, «ως εξ αμάξης», που ταιριάζουν σε σένα και στο σόι σου, όχι σ᾽ εμένα.

[123] Ακόμη, πρέπει να έχετε υπόψη σας, Αθηναίοι, και τούτο· νομίζω ότι η κατηγορία διαφέρει από τη λοιδορία στο εξής· η μεν κατηγορία προϋποθέτει αδικήματα, για τα οποία οι ποινές προβλέπονται από τους νόμους, ενώ η λοιδορία ύβρεις, που οι εχθροί ανταλλάσσουν μεταξύ τους ανάλογα με τον χαρακτήρα τους. Έχω όμως τη γνώμη ότι οι πρόγονοί μας έχτισαν αυτά εδώ τα δικαστήρια, όχι για να σας συγκεντρώνουμε σ᾽ αυτά και να χλευάζουμε ο ένας τον άλλον αποκαλύπτοντας από την ιδιωτική μας ζωή μυστικά σκάνδαλα, αλλά για να ελέγχουμε εάν κάποιος συμβαίνει να έχει κάνει κάποιο αδίκημα σε βάρος της πόλης.

[124] Ενώ λοιπόν τα γνωρίζει αυτά ο Αισχίνης εξίσου καλά με εμένα, προτίμησε να με διαπομπεύει παρά να με κατηγορεί. Αλλά και από την άποψη αυτή δεν είναι καθόλου δίκαιο να φύγει χωρίς να εισπράξει τα ίσα. Θα προχωρήσω αμέσως σ᾽ αυτά, αφού προηγουμένως του κάνω μία μόνο ερώτηση. Ποιό από τα δύο, Αισχίνη, να πει κανείς ότι είσαι; Εχθρός της πόλης ή δικός μου; Προφανώς δικός μου. Αλλά άφηνες κάθε φορά την ευκαιρία όπου μπορούσες σύμφωνα με τους νόμους να με τιμωρήσεις για λογαριασμό αυτών των πολιτών, αν βέβαια είχα κάνει κάποιο αδίκημα, με την απόδοση ευθυνών (: υποβολή σε έλεγχο), με τις μηνύσεις, με τις κάθε είδους νομικές διαδικασίες.

[125] Όπου όμως ήμουν αθώος από κάθε άποψη, με βάση τους νόμους, με βάση την πάροδο του χρόνου, την προθεσμία, τις κατ᾽ επανάληψη προηγούμενες δικαστικές, αποφάσεις για όλα τα ζητήματα, από το ότι ποτέ ως τώρα δεν αποδείχτηκε ότι σας αδικούσα έστω και στο παραμικρό, όπου επίσης κατ᾽ ανάγκη θα μετείχε η πόλη περισσότερο ή λιγότερο στη δόξα των πολιτικών ενεργειών, εδώ έρχεσαι να με αντιμετωπίσεις; Πρόσεξε μήπως, ενώ εμφανίζεσαι ως δικός μου εχθρός, είσαι στην πραγματικότητα εχθρός αυτών εδώ.

Αντίσταση στην εξουσία - Η «ΑΝΤΙΓΟΝΗ» του Σοφοκλή

Η ΑΝΤΙΓΟΝΗ του Σοφοκλή συλ­λαμβάνει ένα ηθικό και πολιτι­κό δίλημμα που έμελλε να δια­δραματίσει πρωταγωνιστικό ρόλο στην εξέλιξη των ιδεών για την ισχύ και αυθεντία του Δικαίου από την αρ­χαιότητα μέχρι σήμερα. Αν δεχτούμε ότι σαν πολίτες μιας πολιτείας έχουμε δικαιώματα και υποχρεώσει απέναντι της1, να σεβόμαστε τους νόμους της και να προάγουμε τις αξίες και τους σκοπούς της, τότε μέχρι πού φτάνει η υποχρέωση μας αυτή; Αν οι νόμοι της πολιτείας είναι καταφανώς άδικοι, ή έστω, έτσι πιστεύουμε, πρέπει και να τους υιοθετήσουμε και να τους εφαρ­μόσουμε; Ή μήπως έχουμε δικαίωμα, ενδεχομένως και υποχρέωση, να ενα­ντιωθούμε σε αυτούς και να προσπα­θήσουμε να τους αλλάξουμε;

    Παρότι δίκαια θαυμάζουμε την ηθι­κή ωριμότητα των τραγικών και της εποχής τους στη σύλληψη και διατύ­πωση του διλήμματος, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι σήμερα διαβάζουμε την Αντιγόνη μέσα από τη σύγχρονη εμπειρία. Δεν είναι τυχαίο ότι η Αντι­γόνη υπήρξε πάντοτε και ένα κείμενο αντίστασης και παρηγοριάς για κατα­πιεσμένους, όπως για παράδειγμα, στη Νότια Αφρική την περίοδο του απαρτχάιντ2. Με άλλα λόγια, η Αντιγό­νη δεν είναι μόνο ένας δείκτης ηθικής και πολιτικής συνείδησης της Aθήνας, αλλά παράλληλα και ένα εν δυνάμει σύστημα αξιών και επιχειρημάτων που θέτει η νεωτερική εποχή σε άμε­ση συνάφεια με ηθικά, πολιτικά και δικαϊκά προβλήματα.

    Πώς μπορούμε όμως να γεφυρώσου­με αυτό το τεράστιο χάσμα ιδεών, θε­σμών, εννοιών και, εν τέλει, ιστορίας που χωρίζει τις γενεσιουργούς περιστάσεις της σοφόκλειας Αντιγόνης από τη δική μας στάση απέναντι στους νόμους; Αν δεν προσεγγίσουμε το σοφό­κλειο δίλημμα με την αναγκαία προ­σοχή και επιφύλαξη υπάρχει τεράστιος κίνδυνος να ηττηθούμε σε δύο μέτωπα, τόσο ως προς την ερμηνεία της Αντιγόνης όσο και ως προς την ανασυγκρότηση του διλήμματος με σύγχρονες παραμέτρους.

     Το παράδειγμα του Χέγκελ

    Το πρόβλημα με την Αντιγόνη (όπως άλλωστε με τόσα άλλα σπουδαία κεί­μενα της αρχαιότητας) έγκειται στο ότι έχουμε, δυστυχώς, εθιστεί σε μια στερεότυπη ανάγνωση που αναπαρά­γεται σαν να μην υπάρχει ιστορία των ιδεών, σα να μην έχουν προηγηθεί οι ερμηνείες του Χέγκελ ή του Κίρκεγκορντ και τόσων άλλων, αλλά και ο αν να μην έχουν καθόλου μετατοπισθεί οι όροι του προβλήματος. Και όμως, το να ασχοληθούμε, φερ’ ειπείν, με το πώς o Χέγκελ διαβάζει την Αντι­γόνη μπορεί να αποδειχθεί καίριο για ένα τουλάχιστον πράγμα: να συνειδη­τοποιήσουμε ότι δεν είναι βέβαιο τι ακριβώς εκπροσωπούν η Αντιγόνη και ο Κρέων και ότι δεν είναι διόλου αυτο­νόητο ότι όποιος επικαλείται τους «άγραφους νόμους» εκφράζει αναγκα­στικά και την αξιολογικά υπέρτερη σκοπιά∙ αλλά ακόμα και αν την εκφρά­ζει, δεν σημαίνει και ότι η σκοπιά αυ­τή πρέπει αναγκαστικά να κατισχύσει, ότι δηλαδή η αυθεντία των θετών νό­μων θα πρέπει να καμφθεί έναντι της εικαζόμενης ηθικής ανωτερότητας των άγραφων νόμων.

    Αν λοιπόν η στάση της Αντιγόνης υπαγορεύεται από την ηθική του οί­κου και τις υποχρεώσει απέναντι στους συγγενείς και στους νεκρούς, και αν αναγνωρίσουμε στο πρόσωπο του Κρέοντα, όχι τη δεσποτική, μερο­ληπτική και αλαζονική κρατική εξου­σία, αλλά τον εκπρόσωπο του κρατικά οργανωμένου, κοινού συμφέροντος, τότε δεν είναι διόλου βέβαιο ότι η Αντιγόνη είναι εκείνη που εκπροσω­πεί την αξιολογικά ανώτερη σκοπιά. Σύμφωνα μάλιστα με την προσέγγιση του Χέγκελ, η τραγική σύγκρουση ανάμεσα στις δύο αντιλήψεις νόμου και στις εκατέρωθεν βουλήσεις δεν εκφράζει παρά ένα αναγκαίο στάδιο npos μια πιο ολοκληρωμένη σύνθεση.

    Πώς θα μεταφράσουμε λοιπόν την κανονιστική σύγκρουση ms Αντιγό­νης στη σύγχρονη πολιτική και δικαϊκή γλώσσα; Αναγκαστικά θα πρέπει να σταθεροποιήσουμε και να παγιο­ποιήσουμε το σοφόκλειο δίλημμα με τους όρους της σύγχρονης πολιτικής εμπειρίας και των παραδεδεγμένων δικαϊκών εννοιών. Aς πούμε, λοιπόν, ότι η διαταγή του Κρέοντα (να παρα­μείνει άταφος ο Πολυνείκης) είναι ισο­δύναμη με έναν νόμο που έχει τεθεί σύμφωνα με τις προβλεπόμενες διαδικασίες και αναγνωρίζεται ως τέτοιος. Κι ας υποθέσουμε ότι, αντίστοιχα, η πράξη της Αντιγόνης να θάψει τον αδελφό της, ως παραβίαση ισχύοντος νόμου, συνιστά αδίκημα. Τότε, θα πρέπει να συμπεράνουμε ότι δίκαια τι­μωρήθηκε η Αντιγόνη, αφού γνώριζε το παράνομο της συμπεριφοράς της.

     Φυσικό Δίκαιο και νομικός θετικισμός

    Από πού θα πρέπει λοιπόν να πιαστού­με αν θέλουμε να θέσουμε εν αμφιβο­λία τον παραπάνω συλλογισμό; Μια οδός θα μας οδηγούσε κατ’ ευθείαν στο κεντρικό κεφάλαιο της φιλοσοφίας του Δικαίου. Αν συντασσόμαστε με τον «νομικό θετικισμό», τότε θα πρέ­πει να δεχτούμε ότι η ισχύς του νόμου βασίζεται στο γεγονός ότι έχει θεσπι­σθεί με την προβλεπόμενη διαδικασία. Αυτό σημαίνει, ότι το Δίκαιο ισχύει ανεξάρτητα από το περιεχόμενο του και ισχύει ακόμα και αν είναι καταφανώς άδικο. Εδώ το Δίκαιο δεν συμπί­πτει κατ' ανάγκην με την ηθική. Αν πά­λι συντασσόμαστε με τη σχολή του «Φυσικού Δικαίου», τότε δεχόμαστε ότι το Δίκαιο έλκει την ισχύ του από κάποιες θεμελιώδες ηθικές αρχές (χωρίς αυτό να συνεπάγεται ταύτιση Δι­καίου και Ηθικής). Αν, δηλαδή, το θετό Δίκαιο αποτυγχάνει στην ανάδειξη της ηθικής του ακεραιότητας, τότε και στο μέτρο αυτό, θα πρέπει να του αρνηθούμε την ισχύ.

Και οι δύο αυτές προ­σεγγίσει στην «έννοια του Δικαίου» έχουν συνέπειες για το πώς θα πρέπει να εφαρμοσθεί το Δίκαιο, αλλά και για το νομικό χα­ρακτηρισμό της στάσης του κάθε πο­λίτη απέναντι σε αυτό. Οι συνέπειες καθίστανται, όπως όλοι γνωρίζουμε, ιδιαίτερα δραματικές στις περιπτώ­σει βαθιά ανήθικων και άδικων καθε­στώτων τόσο κατά τη διάρκεια τους όσο και μετά την κατάλυση τους (με­ταβατική δικαιοσύνη)3.

     Ανυπακοή στο δημοκρατικό Δίκαιο

    Αν λοιπόν η Αντιγόνη είχε την ηθική με το μέρος της, και αν πιστεύουμε ότι η έννομη τάξη θα έπρεπε να συμβαδί­ζει και όχι να αντιμάχεται τους ηθικούς νόμους, τότε δεν παρέβη ουσια­στικά τον νόμο και θα έπρεπε επομένως να έχει απαλλαγεί. Η κρίση αυτή είναι ευχερής, όταν ακριβώς έχουμε να κάνουμε με εξόφθαλμα άδικους νόμους ιδιαίτερα σε καθεστώτα «βαθιάς αδικίας». Οι άνθρωποι που ζουν υπό τον ζυγό μιας τυραννίας έχουν το ηθι­κό αλλά και το νομικό δικαίωμα, αν όχι και την υποχρέωση, να αντιστα­θούν, ακόμα και να επαναστατήσουν. Μπορούμε όμως να ισχυρισθούμε το ίδιο για την περίπτωση της ανυπακοής4 στους νόμους σε περιόδους δημοκρατικής και δικαιοκρατικής ομαλότητας;

    Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ακόμα και σε δημοκρατικές και δικαιοκρατούμενες πολιτείες ενδέχεται να ψηφι­σθούν νόμοι ή να εκδοθούν διατάγμα­τα αμφιλεγόμενα ως προς την ηθικοπολιτική τους νομιμότητα και τη συνταγματικότητα τους. Ταυτόχρονα, μια από τις αξίες της δημοκρατίας είναι ότι συμβάλλει στη συλλογική ηθική και πολιτική ωρί­μαση και στην επανεξέταση πάγιων δικαιοπολιτικών αντιλήψεων. Το πει­ραματικό στοιχείο της δημοκρατίας συνεπάγεται ακριβώς την παραδοχή του ενδεχόμενου ατέλειας, αλλά και την ανάληψη της ευθύνης αποκατάστασής της.

    Συνεπώς, η δημοκρατία δεν απο­κλείει από μόνη ms το ενδεχόμενο του ακραία άδικου νόμου ή της ηθικά ιδιαίτερα προβληματικής πολιτικής. Στην πρώτη περίπτωση το ερώτημα αφορά την άμεση προσβολή του (άδι­κου) κανόνα Δικαίου που έχει θεσπι­σθεί με δημοκρατικές διαδικασίες, ενώ στη δεύτερη, την έμμεση (με τη διάπραξη παράνομων πράξεων: π.χ. παρακώλυση συγκοινωνιών, παράνο­μη βία) αμφισβήτηση μιας αμφιλεγόμενης πολιτικής. Το ερώτημα λοιπόν είναι αν η θεσμική προεξόφληση ms πολιτικής ατέλειας και της ενδεχόμενης αδικίας μάς επιτρέπει να φτάνου­με μέχρι την πολιτική ανυπακοή, προ­κειμένου αυτή να διορθωθεί, θα μπο­ρούσε κανείς να επιχειρηματολογήσει ως εξής: το θεσμικό πλαίσιο λειτουργίας μιας δημοκρατικής πολιτείας προβλέπει ένα σύστημα ατομικών ελευθεριών, πολιτικών δικαιωμάτων και διαδικασιών, που σκοπό έχει την εξάντληση των πιθανοτήτων του λάθους. Γιατί λοιπόν να αναγνωρίσουμε ένα έκτακτο δικαίωμα ανυπακοής, αν επαρκούν τα τακτικά δικαιώματα και οι έννομες ευχέρειες που παρέχει ο δημοκρατικός διάλογος για την απο­κάλυψη της πλάνης ή της αδικίας;

    Ηθική ή Δίκαιο;

    Πριν απαντήσουμε πρέπει να προβού­με σε μια διασάφηση. Η έμμεση ή άμε­ση πολιτική ανυπακοή κρίνεται σε δύο επίπεδα νομιμοποίησα: ηθικοπολιτικό και νομικό. Το να αναγνωρίσου­με ότι υπάρχουν λόγοι που νομιμοποι­ούν ηθικοπολιτικά την πολιτική ανυ­πακοή, δεν σημαίνει ότι οι λόγοι αυτοί είναι δεσμευτικοί και για την αξιολό­γηση από πλευράς Δικαίου και ότι η ανυπακοή θα πρέπει να μείνει ατιμώ­ρητη. Άλλωστε η τιμώρηση του πολι­τικά ανυπάκουου ενδέχεται να εξυπη­ρετεί ακριβώς τις επιδιώξει του, καθιστώντας τον «μάρτυρα» και σύμβολο του αγώνα εναντίον της αδικίας. Η ανάδειξη της ηθικής ανωτερότητας αποτελεί πολύ ισχυρότερο πολιτικό όπλο από την αναγνώριση ενός νομι­κού δικαιώματος.

     Παράμετροι της ανυπακοής

    Ποιοι λόγοι όμως θα μπορούσαν να συ­νηγορήσουν στην αναγνώριση ενός έκτακτου, κατ’ αρχήν ηθικοπολιτικού δικαιώματος ανυπακοής; Όπως αντι­λαμβανόμαστε, η έμμεση ή άμεση πα­ράβαση του νόμου έχει διπλό κόστος : πρωτογενώς για συλλογικά αγαθά και ατομικά δικαιώματα, και παράγωγα« για την αυθεντία και υπόληψη του Δι­καίου. Άρα ένα έκτακτο δικαίωμα ανυπακοής οφείλει να αντισταθμίζει τις παρενέργειες που ενδέχεται να προκαλεί.

    Η κρίση αυτή εξαρτάται ωστόσο από παραμέτρους που, κάποτε, είναι εξαιρετικά δύσκολο να απαντηθούν με οριστικό τρόπο εκτός συμφραζομένων. Ιδού μερικές από αυτές:

- Ιδιωτικός (π.χ. συνείδηση, προσω­πικό συμφέρον) ή δημόσιος (π.χ. γενι­κευμένο συμφέρον) χαρακτήρας των λόγων της ανυπακοής;

- Ανυπακοή χάριν θεμελιωδών αξιών και δικαιωμάτων (ελευθερία, ισότητα κ.λπ.) ή με σκοπό την επίτευ­ξη πολιτικών στοχοθεσιών (αναθεώ­ρηση αγροτικής πολιτικής);

- Ανυπακοή χάριν ηθικοπολιτικών αξιών που συνέχονται με την έννομη τάξη (π.χ. ειρήνη) ή χάριν αξιών που έρχονται σε ριζική αντίθεση με τις ισχύουσες ουσιαστικές και διαδικαστικέε αξίες (πχ. εγκαθίδρυση θεοκρα­τικού καθεστώτος);

- Ανυπακοή με βίαια (π.χ. σαμποτάζ εγκαταστάσεων) ή ειρηνικά (π.χ. σύ­ντομη κατάληψη) μέσα;

- Ανυπακοή ως έσχατο μέσο (όταν έχει εξαντληθεί η νομική oδός) ή ως συνήθης τακτική πολιτικής αμφισβήτησης (παράλληλα ή ανεξάρτητα από τη νομική οδό, αλλά ως μέρος του πο­λιτικού παιγνιδιού);

- Ανυπακοή ως μέσο αντίστασης σε ισχύοντες νόμους (π.χ. εργατική νομο­θεσία) ή έμμεση μέθοδος πίεσης για την πρόληψη μιας επικείμενης ή τη διαμόρφωση μιας νέας πολιτικής (π.χ. για το περιβάλλον);

     Ανυπακοή χάριν του Δικαίου

     Θεωρία και πρακτική των τελευταίων δεκαετιών ανέδειξαν, για παράδειγμα, cos συστατικό στοιχείο της πολιτικής ανυπακοής τον αναμορφωτικό και παιδαγωγικό της σκοπό. Κινήματα για την ειρήνη, την καταπολέμηση του ρατσισμού, την προστασία του περιβάλλοντος ή των δικαιωμάτων των ζώων αναμφισβήτητα συνέβαλαν στην αναθεώρηση των απόψεων μας σε θεμελιώδη ζητήματα για το ορθό, το δίκαιο, το αγαθό. Μέσω, ακριβώς, της συστηματικής αμφισβήτησης, οι συγκεκριμένες πρακτικές πολιτικής ανυπακοής όξυναν την συνείδηση μας για τα ζητήματα αυτά. Εκ των υστέρων μάς φαίνεται μάλιστα ότι ίσως η αμφισβήτηση αυτή να μην ήταν τόσο «εκτός Δικαίου», όσο νομί­ζαμε. Η πολιτική ανυπακοή είναι, κα­τά συνέπεια, συνήθως στραμμένη στο μέλλον αφού επιδιώκει να προλά­βει ή να αλλάξει κάτι που το Δίκαιο, η κοινωνία και η πολιτική δεν αντιλαμ­βάνονται ακόμη ή αδυνατούν για οποιαδήποτε αιτία να επεξεργασθούν δικαιοπολιτικά. Η ιδέα ms εξελικτικής αυτοαναμόρφωσης και προσαρμογής είναι σύμφυτη με το δημοκρα­τικό δικαΐκό σύστημα. Συνεπώς, η πο­λιτική ανυπακοή δεν είναι παρά ένα έκτακτο, εξαιρετικό μέσο εξυπηρέτη­σης του συγκεκριμένου σκοπού. Επει­δή όμως στο άλλο άκρο ελλοχεύει η αναρχία ή και η ιδιοτέλεια οφείλουμε να αναγνωρίσουμε ηθικοπολιτική νο­μιμοποίηση μόνο σε εκείνες τις παραβάσεις του νόμου που κατά κάποιο τρόπο προάγουν τις ουσιαστικές και διαδικαστικές αξίες του Δικαίου, έστω και αν στρέφονται προς στιγμήν ενα­ντίον του. Αν και είναι πολύ δύσκολο να διατυπώσουμε έναν γενικό κανό­να, βέβαιο είναι ότι η παραβίαση νό­μου με στόχο την αλλαγή μιας πολιτικής, που μας θίγει ιδιωτικά χωρίς όμως να προσβάλλει θεμελιώδη δικαι­ώματα ή ένα ζωτικό συλλογικό αγαθό, είναι απλώς παρανομία και όχι πολιτι­κή ανυπακοή, ιδιαίτερα σε ένα δημο­κρατικό δικαϊκό σύστημα που είναι δομικά προγραμματισμένο να ακούει και να μαθαίνει.

    Μήπως λοιπόν η στάση της Αντιγόνης σηματοδοτεί μια στροφή προς τα πίσω, μια συντηρητική επανάσταση που έχει στόχο όχι την όξυνση της σύγχρονης ηθικής συνείδησης για το δίκαιο και το άδικο αλλά αντίθετα την άμβλυνσή της; H επίκληση άγραφων «νόμων» της παράδοσης ενδέχεται πράγματι να είναι καμιά φορά κατα­χρηστική και να συσκοτίζει τους λόγους της ανυπακοής στον νόμο. Ταυ­τόχρονα, όμως, οι θεμελιώδες αξίες που έχουν παγιωθεί στη σύγχρονη συ­νείδηση έχουν διαρκώς ανάγκη την υπεράσπιση τους απέναντι σε πλάνες και επιβουλές. Όταν λοιπόν αναστοχαζόμαστε την περίπτωση της Αντιγόνης και την τραγική ανυπακοή της στον νόμο του Κρέοντα, αλλά και στον νόμο της ζωής, δεν θα πρέπει να λη­σμονούμε ότι τα ερωτήματα τίθενται στα σύγχρονα πολιτικοδικαϊκά συμ­φραζόμενα. Η Αντιγόνη μπορεί να εί­ναι ένα ερμηνευτικά γόνιμο πολιτικό σύμβολο (και βέβαια όχι μόνο), αλλά το σύμβολο αυτό δεν έχει από μόνο του καθοδηγητική αξία. Η στάση της Αντιγόνης πρέπει να πλαισιωθεί και από μια πληρέστερη ανάπτυξη των λό­γων για τους οποίους αξίζει να παρα­βούμε ακόμα και του Θετούς νόμους, αν χρειασθεί. Η Αντιγόνη μάς λέει ου­σιαστικά, ότι χωρίς τον σεβασμό των πάτριων νόμων η ζωή της δεν έχει αξία. Όσο και αν μάς συγκλονίζει η σταθερότητα των κινήτρων και η ηρωικότητα των επιλογών της, η Αντι­γόνη τάσσεται σε τελευταία ανάλυση όχι μόνο κατά της εξουσίας, αλλά και κατά της ζωής (519-521). Αν υπάρχουν σήμερα λόγοι από τη σκοπιά της ηθικής, που να νομιμοποιούν την στιγμι­αία και κατά το δυνατόν χωρίς άσκη­ση βίας εναντίωση στο Δίκαιο (πολιτι­κή ανυπακοή), οι λόγοι αυτοί πρέπει να είναι λόγοι κατάφασης στη ζωή και στις πολιτικές αξίες που την ρυθμί­ζουν.

Βιβλιογραφία:

Bedau, H., Α., (επιμ.), «Civil Disobedience in focus», Routledge 1991
Nussbaum, M., C., « The fragility of goodness» (κεφ. 3), Cambridge University Press 1986.
Ρολς, Τζ,., «Θεωρία της Δικαιοσύνης» (κεφ. VI), Πόλις 2001.
Steiner, G., «Antigones», Clarendon Press 19X4.
---------------
1 Η αυτονόητη αυτή πολιτική πεποίθηση δεν έχει καθόλου αυτονόητα θεμέλια. Βλ. σχετικά A. John Simmons, «Moral Principles and Political Obligations». Princelon University Press 1979.

2 Στο θεατρικό έργο «To νησί» που είναι γραμμένο και διαδραματίζεται στην περίοδο του απαρχάϊντ δύο μαύροι πολιτικοί κρατούμενοι ανεβάζουν την «Αντιγόνη» του Σοφοκλή.

3 Η κατάλυση ολοκληρωτικών καθεστώτων οδηγεί στην επανεξέταση της συμπεριφοράς των αξιωματούχων του καθεστώτος απέναντι στους πολίτες και συνακόλουθα στην επαναξιολόγηση του νομικού πλέγματος που τα διείπε κατά την υπό κρίσιν περίοδο. Αυτό συνέβη μετά το τέλος του Β΄Παγκοσμίου Πολέμου στη Γερμανία, μετά τη συνένωση των δύο Γερμανιών στις αρχές του ’90, αλλά και μετά την πτώση των λατινοαμερικανικών δικτατοριών (αποσπασματικά εδώ).

4 Μιλώντας για πολιτική ανυπακοή εννοούμε συνεπώς μια δημόσια συμπεριφορά «απείθειας» στον νόμο που έχει συγκεκριμένους πολιτικούς στόχους, για την προαγωγή των οποίων αναζητεί τουλάχι­στον ηθικοπολιτική νομιμοποίηση.

Το Εγώ στις ερωτικές σχέσεις

Ένα από τα κύρια χαρακτηριστικά του Εγώ είναι η αίσθηση της ανεπάρκειας και του ανολοκλήρωτου. Για να αντισταθμίσει αυτή την αίσθηση το Εγώ αναπτύσσει διάφορες στρατηγικές και ψάχνει για ευκαιρίες που θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει. Κάθε φορά που “γεμίζει το κενό” αισθάνεται μια παροδική πληρότητα, η οποία όμως λήγει πολύ σύντομα, και έτσι η προσπάθειά του να το ξαναγεμίσει συνεχίζεται.

Αυτή η αίσθηση της ανεπάρκειας εκφράζεται με λόγια όπως “δεν είμαι ο εαυτός μου”, “δεν είμαι ολοκληρωμένος όπως είμαι”, “δεν αισθάνομαι σαν στο σπίτι μου” ή “δεν έχω φτάσει ακόμα εκεί που θέλω”.

Μεταξύ άλλων λοιπόν, ένας τομέας που χρησιμοποιεί πολύ συχνά το Εγώ για να αντισταθμίσει την αίσθηση της ανεπάρκειάς του είναι οι ερωτικές σχέσεις.

Μόλις το Εγώ βρει ένα άτομο που κρίνει ότι θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει για να γεμίσει το κενό του, εστιάζει όλη την προσοχή του πάνω του και ασυνείδητα το εξιδανικεύει.

Πιστεύει πλέον ότι βρήκε το άτομο που θα του γεμίσει αυτό το κενό και θα το ολοκληρώσει.

Εξού και η έκφραση “αυτός (ή αυτή) είναι ο ένας και μοναδικός (ή η μία και μοναδική)”.

Δημιουργείται μια εμμονή με την εικόνα του άλλου ατόμου.

Και τότε λέει κανείς ότι είναι ερωτευμένος.

Και μερικές φορές, αν είσαι τυχερός, θα βρεις έναν άνθρωπο που θα νιώθει το ίδιο για σένα: δηλαδή εσύ θα είσαι εκείνος που θα τον ολοκληρώνει.

Και θα αισθάνεσαι τέλεια.

Μπορεί να τον παντρευτείς κιόλας, αφού πρώτα βέβαια τον βάλεις να υπογράψει ένα συμβόλαιο που θα λέει ότι για την υπόλοιπη ζωή του θα ολοκληρώνει και εκείνος εσένα και δεν θα σε εγκαταλείψει.

Και σ’ αυτό το σημείο τελειώνει συνήθως η ρομαντική ταινία. Εδώ είναι που ο σκηνοθέτης λέει “cut”.

Αλλά η πραγματική ζωή συνεχίζεται.

Και αφού παντρευτείτε, ή ακόμα και κατά τη διάρκεια του γαμήλιου ταξιδιού, εμφανίζονται οι πρώτες αμφιβολίες για το αν ο άλλος θα μπορέσει να ικανοποιήσει αυτή την τεράστια απαίτηση να σε ολοκληρώσει.

Σιγά-σιγά επιστρέφεις στην καθημερινότητά σου, στη δουλειά σου ή στην οικογένειά σου, και βλέπεις ότι η αίσθηση της ανεπάρκειας είναι ακόμα εκεί.

Σταδιακά αντιλαμβάνεσαι ότι ο άλλος δεν συμπεριφέρεται σύμφωνα με τις προσδοκίες σου για να σε κάνει ευτυχισμένο.

Την προσδοκία αυτή τη βλέπεις γραμμένη ακόμα και σε αγγελίες: π.χ. “άντρας μόνος ψάχνει γυναίκα που θα τον κάνει ευτυχισμένο”.

Με τον καιρό λοιπόν, η ίδια αίσθηση της ανεπάρκειας και του φόβου επιστρέφει, ενώ η αυταπάτη της εξιδανίκευσης του άλλου σβήνει.

Με τον νου σου όμως, αρχίζεις να κατηγορείς τον άλλον για τη δυστυχία σου και λες “αυτός φταίει που εγώ είμαι δυστυχισμένος”.

Αναβιώνεις και ξαναβιώνεις την ίδια κατάσταση του Εγώ, αυτή τη φορά όμως σε πιο έντονο βαθμό, γιατί για αρκετό καιρό την είχες καταπιέσει.

Κάθε φορά που ο άλλος δεν ικανοποιεί την ανάγκη σου να νιώσεις ολοκληρωμένος, η υποτιθέμενη αγάπη μετατρέπεται σε μίσος ή επιθετικότητα.

Μπορεί να κλείνεσαι στον εαυτό σου και να σε ρωτάει ο άλλος “τι έχεις;” και εσύ να μη μιλάς, ή μπορεί ακόμα και να του πετάς αντικείμενα για να τον εκδικηθείς.

Και έτσι η σχέση μπορεί να λειτουργεί καλά για ένα διάστημα και μετά να περνάει μια κρίση, μετά να ξαναλειτουργεί για λίγο και μετά να ξαναπερνάει μια κρίση, κ.ο.κ. Και όσο περνάει ο καιρός οι περίοδοι που δεν λειτουργεί η σχέση μεγαλώνουν και διαρκούν περισσότερο.

Η ευτυχία του γάμου μετατρέπεται σε δυστυχία μέσα στη σχέση και πολλές φορές ακολουθεί και το διαζύγιο.

Όλα αυτά είναι οι διάφορες μορφές που πηγάζουν από την ίδια αιτία: την προσπάθειά σου να ολοκληρωθείς μέσα από έναν άλλον άνθρωπο, μια άλλη μορφή.

Και ο πόνος που αναδύεται είναι ο πόνος του Εγώ.

Στις περιπτώσεις όπου το ενδιαφέρον και ο έρωτας δεν βρίσκουν αντίκρυσμα στον άλλον, ο νους δημιουργεί διάφορες φαντασιώσεις και ιστορίες, όπου ο εαυτός και το Εγώ νιώθουν πολύ άσχημα και μειονεκτικά.

Γι’ αυτό είναι πολύ πιθανό μετά τον μονόδρομο έρωτα να ακολουθήσει το μίσος και η αντιπάθεια για το άλλο πρόσωπο.

Και εκεί φαίνεται ξεκάθαρα ότι ποτέ δεν υπήρχε αγάπη, αλλά ήταν απλά μια βαθιά ανάγκη του Εγώ που ήθελε να ικανοποιηθεί.

Όλοι χρειαζόμαστε μερικές φορές να μείνουμε μόνοι

Μερικές φορές χρειάζεται να μείνεις μόνος. Όχι μόνο για να γίνεις ανεξάρτητος, αλλά για να ωριμάσεις, να αναλογιστείς, να ηρεμήσεις. Είναι ο χρόνος που θες για να πάρεις μια βαθιά ανάσα, να αφιερώσεις στο να ανακαλύψεις περισσότερα για τον εαυτό σου, και να αναθεωρήσεις την όψη με την οποία αντιμετωπίζεις την καθημερινότητα, τη ρουτίνα και τη ζωή γενικότερα.

Υπάρχει μεγάλη διαφορά στο να νιώθεις μόνος και να νιώθεις μοναξιά. Γι’ αυτό και λένε πως καλύτερα να είσαι μόνος παρά με ανθρώπους που σε κάνουν να νιώθεις μόνος, και που ενισχύουν τη μοναξιά σου.

Γιατί όλοι χρειαζόμαστε μερικές φορές να μείνουμε μόνοι.
Οι εσωστρεφείς άνθρωποι είναι αυτοί που νιώθουν πιο έντονα και πιο συχνά την ανάγκη αυτή. Για αυτό και αντιδρούν και δυσανασχετούν στις πολύωρες (επιβεβλημένες) οικογενειακές συγκεντρώσεις. Γιατί είναι ωραίο να συναντιέστε μια κάθε τόσο (όχι παραπάνω), αλλά για λίγο. Σε μικρές δόσεις. Δεν αντέχουν περισσότερο. Γιατί θέλουν να νιώθουν πως μπορούν να κάνουν αυτό που θέλουν όταν το θελήσουν: να σηκωθούν να πάνε αλλού, να χαθούν στις σκέψεις τους, να χαζέψουν μια ταινία, να βυθιστούν στις σελίδες ενός βιβλίου, δίχως το φόβο πως θα φανούν ασεβείς, αγενείς και αδιάφοροι, ή, ακόμα χειρότερα, την ανησυχία του τι θα πουν οι άλλοι. Στο κάτω κάτω ποτέ δεν μάθαμε τι είπε ο κόσμος, αλλά στην τελική, ποτέ δε μας ενδιέφερε πραγματικά.

Αν δεν μπορούμε να νιώσουμε ελεύθεροι και άνετοι σε αυτό που κάνουμε, εγκλωβιζόμαστε σε μια ζωή που στο τέλος θα μας καταπνίξει. Και τι θα καταλάβουμε έτσι; Το όλο θέμα δεν είναι να χαιρόμαστε την κάθε στιγμή; Και να ψάχνουμε τρόπους να γινόμαστε καλύτεροι και να βελτιώνουμε το περιβάλλον μας; Μια ύπαρξη καταπιεσμένη είναι δυστυχής. Και εμείς ήρθαμε στη ζωή με κλάμα για να φύγουμε με χαμόγελο. Το ενδιάμεσο είναι αυτό που προσπαθούμε να κάνουμε να αξίζει. Και είναι αυτό που έχει την μεγαλύτερη σημασία.

Η δύναμη της απόρριψης και η σημασία της για τη ζωή!

Η απόρριψη είναι μία αρετή που κανένας δεν την θέλει. Είναι μια γυναίκα που πραγματικά όλοι την απεχθάνονται, είτε άντρες, είτε γυναίκες. Για ποιο λόγο συμβαίνει αυτό; Θα το δούμε παρακάτω. Τα αποτελέσματα που έχεις αυτή την στιγμή στην ζωή σου έχουν καθοριστεί κατά ένα πολύ μεγάλο βαθμό από την αίσθηση της απόρριψης. Τι θέλω να πω; Πολλές φορές οι άνθρωποι θέλοντας να αποφύγουμε να νιώσουμε ότι δεν είμαστε αρκετοί, ότι δεν είμαστε αγαπητοί, ότι δεν είμαστε σημαντικοί, δεν είμαστε χρήσιμοι, δεν είμαστε αποδεκτοί, ότι δεν ανήκουμε κάπου… καθορίζουμε τις αποφάσεις μας. Και αυτές οι αποφάσεις μας, καθορίζουν τον προορισμό μας. Αυτό τον προορισμό που είχαμε ως τώρα.

Όμως είναι έτσι τα πράγματα; Ή απλά κάποια στιγμή πήραμε μία απόφαση ότι η απόρριψη είναι ένα κακό πράγμα με αποτέλεσμα θέλοντας να την αποφύγουμε και να έχουμε βρεθεί αυτή την στιγμή σε ένα σημείο που να μην το θέλουμε ή να είμαστε σε ένα πολύ καλό σημείο αλλά όχι στο σημείο που πραγματικά θα μπορούσαμε να είμαστε ή στο σημείο που αξίζουμε;

Πάμε λοιπόν να δούμε τα πράγματα από την αρχή. Καταρχήν ήμουν ένας άνθρωπος που για πάρα πολλά χρόνια βασανιζόμουν από το συναίσθημα της απόρριψης. Δεν μπορούσα να δω χαρά στα χείλη μου. Για ποιο λόγο; Γιατί ό,τι κι αν έκανα, το έκανα με γνώμονα να είμαι το καλό παιδί. Κι αυτό γιατί δεν ήθελα να με απορρίψουν οι άλλοι άνθρωποι. Αυτό ξέρεις τι μου κόστισε; Μου κόστισε την ίδια μου την ζωή. Μου κόστισε την σωματική μου υγεία, την χαρά μου, την ηρεμία μου αλλά και την ασφάλεια του να μπορώ να δημιουργώ εγώ την ζωή που θέλω. Δεν ξέρω αν θα μπορούσαν να μπουν σε λόγια το τι κόστισε στην ζωή μου το να θέλω να μην νιώθω απόρριψη.

Μέχρι που κάποια στιγμή συνειδητοποίησα το εξής: Απόρριψη είναι εκείνο το μονοπάτι που δίνει την ζωή στον άνθρωπο. Καταρχήν γνωρίζουμε ότι το σώμα, το μυαλό και το συναίσθημα είναι ακριβώς τα ίδια πράγματα. Πάμε λοιπόν να δούμε τι συμβαίνει στο σώμα. Γιατί ότι συμβαίνει στο σώμα συμβαίνει και στο μυαλό. Θα μπορούσε να ζήσει ένας άνθρωπος χωρίς την ιδιότητα της απόρριψης; Εάν το σκεφτείς καθημερινά, κάθε στιγμή, ο ανθρώπινος οργανισμός απορρίπτει είτε μέσω των ούρων, είτε μέσω του ιδρώτα, είτε με οποιονδήποτε άλλο θα μπορούσε να υπάρχει. Για ποιον όμως λόγο το κάνει αυτό;

Φαντάσου ότι έχουμε ένα ποτήρι εδώ μπροστά μας. Αυτό το ποτήρι είναι η αποθήκη που ο οργανισμός μας αντέχει να υποστηρίξει. Η αποθήκη των τοξινών. Αν λοιπόν οι τοξίνες ξεπεράσουν αυτό το ποτήρι και ξεχειλίσει τότε τι γίνεται; Αρχίζει το σώμα και αρρωσταίνει γιατί δεν μπορεί να απορροφηθεί, δεν μπορεί να διοχετευτεί αυτή η τοξίνη μέσω των συστημάτων του οργανισμού προς τα έξω με αποτέλεσμα να λιμνάζει μέσα μας και το σώμα να αρρωσταίνει. Έτσι λοιπόν μέσω κάποιων συστημάτων που έχει το σώμα διώχνεται, απορρίπτεται αυτή η τοξίνη και έτσι μπορούμε να απολαμβάνουμε την αίσθηση της υγείας.

Ακριβώς το ίδιο πράγμα συμβαίνει και στον συναισθηματικό μας κόσμο, στο συναισθηματικό μας σώμα. Εάν δεν μάθουμε να αποβάλλουμε τους τοξικούς ανθρώπους, τις τοξικές συνήθειες, τις τοξικές σκέψεις τότε αρρωσταίνει η ψυχή μας, αρρωσταίνει η καρδιά μας. Και αν αρρωστήσει η καρδιά μας τότε θα αρρωστήσει και το σώμα μας.

Τι γίνεται όμως όταν οι άλλοι μας απορρίπτουν; Είναι υπέροχο! Γιατί ξέρεις τι συμβαίνει; Ποτέ στην ζωή σου δεν θα μπορούσες να νιώθεις χαρά και ηρεμία όταν βρίσκεσαι σε ένα περιβάλλον στο οποίο δεν είσαι συμβατός. Και επειδή εκείνη την στιγμή δεν έχεις εσύ, χωρίς να το κρίνουμε – για οποιοδήποτε λόγο, την επίγνωση ότι δεν ταιριάζεις σε αυτό το περιβάλλον έρχεται το περιβάλλον και σου λέει “Φίλε, δεν πειράζει, αλλά εσύ δεν είσαι για εδώ. Χρειάζεται να βρεις κάτι άλλο στην ζωή σου.” Και είναι υπέροχο γιατί έτσι μέσα από αυτή την διαδικασία προσφέρεις στον εαυτό σου, στην ζωή σου, στα συναισθήματα σου αλλά και στους άλλους ανθρώπους.

Πρόσεξε όμως πως το προσφέρεις; Μέσα από την ιδιότητα της αποδοχής. Μέσα από την αποδοχή ότι η απόρριψη είναι μια ιδιότητα που αν δεν υπήρχε τότε δεν θα ήσουν ζωντανός σωματικά σίγουρα και συναισθηματικά δύο φορές σίγουρα.

Έτσι λοιπόν εάν αποφασίσεις τώρα να αποδεχτείς την αίσθηση της απόρριψης ως μία ιδιότητα που εάν δεν υπήρχε στην ζωή σου τότε θα έβαζες την υπογραφή σου για να πεθάνεις συναισθηματικά θα ανακαλύψεις ότι πολύ σύντομα η ζωή σου θα αλλάξει με ταχύτατα. Γιατί; Γιατί θα αλλάξει η ποιότητα των αποφάσεων σου. Και όταν αλλάξουν οι αποφάσεις σου θα αλλάξει το πεπρωμένο σου και θα έχεις την ζωή που θέλεις και αξίζεις.

Να Αγαπάς τον Εαυτό σου και να Ζεις με Πάθος!

Η σκέψη είναι δύσκολη. Γι’ αυτό οι περισσότεροι άνθρωποι κρίνουν

Δεν θα βρεις εύκολα άνθρωπο να τα έχει καλά με τον εαυτό του. Για αυτό και ξεχωρίζει. Τον καταλαβαίνεις από χιλιόμετρα. Δεν έχει κανενός είδους κόμπλεξ, τα έχει βρει με το «εγώ» του. Χαμογελάει αβίαστα και ξέρει να λέει όχι. Είναι ευγενικός, χωρίς να θέλει να είναι αρεστός σε όλους. Μπορεί να μείνει μόνος του, δεν φοβάται την μοναχικότητα. Διαφέρει επίσης από την ανωτερότητα στον λόγο. Όχι τόσο στον τρόπο χειρισμού, όσο στην ποιότητα αυτού. Δεν θα τον ακούσεις ποτέ να κακολογεί κάποιον, να τον κρίνει, να μιλάει πίσω από την πλάτη του. Το πιο πιθανό είναι πως αν νιώσει την ανάγκη να πει κάτι για κάποιον, θα το πει στον ίδιο. Αν και τις περισσότερες φορές είναι τόσο απασχολημένος με άλλα πράγματα, για να ασχοληθεί τις αδυναμίες των άλλων. Ως επί το πλείστον δεν τον απασχολούν.

Οι άνθρωποι αυτοί έχουν προσωπικότητες που λαμποκοπάνε. Για αυτό σου λέω πως δεν μπορούν να περάσουν απαρατήρητοι. Ίσως να διαβάζουν πολλά βιβλία ή ίσως να ταξιδεύουν πολύ. Το μόνο σίγουρο είναι πως κανείς δεν μπορεί να τους χαλάσει την ημέρα, επειδή οι ίδιοι δεν το επιτρέπουν. Αυτοί οι άνθρωποι έχουν μάθει να σκέφτονται. Να λειτουργούν το μυαλό και όχι απλά να το διαθέτουν. Η σκέψη είναι δύσκολη άλλωστε, για αυτό οι περισσότεροι άνθρωποι κρίνουν.

Υπάρχουν και οι άλλοι. Οι κριτές. Εκείνοι που δεν θέλεις να συναντήσεις στο διάβα σου. Εκείνοι που πάντα έχουν έναν κακό λόγο για κάποιον, εκείνοι που κρίνουν τις ζωές των άλλων (τις περισσότερες φορές, χωρίς να ξέρουν). Δεν υπάρχει κάποια δικαιολογία στην συμπεριφορά τους και όμως, είναι μια από τις πιο αποδεκτές συμπεριφορές της κοινωνίας. Το να κρίνεις τους άλλους έχει γίνει μάλιστα μόδα. Είναι το πρώτο πράγμα που κάνουν οι κυρίες στις γειτονιές, οι φίλοι όταν βγουν για καφέ, τα περιοδικά, οι τηλεοράσεις και όχι μόνο. Ο μιμητισμός στα χειρότερά του. Ο άνθρωπος μαθαίνει από την κούνια του, πως είναι ευκολότερο να κρίνει παρά να σκεφτεί. Οπότε αυτό κάνει.

Το εύκολο δεν είναι πάντα και το ενάρετο. Κάποια στιγμή όλοι υποπίπτουμε σε λάθη. Το θέμα είναι πόσο επιτρέπουμε σε αυτά να μας ελέγχουν και πόσο τελικά ελέγχουμε εμείς οι ίδιοι τον εαυτό μας. Δεν είναι ωραία η ιδέα να είμαστε υποχείρια του κακού μας εαυτού. Αν είναι να είμαστε υποχείρια κάποιου, ας είμαστε του καλού μας εαυτού.

Όσο οι άνθρωποι καταφέρνουν να αντιστέκονται στο επιβαλλόμενο τόσο η σκέψη θα νικά.
Όσο οι άνθρωποι καταφέρνουν να αποφεύγουν να κρίνουν τους άλλους, τόσο θα φτάνουν πιο κοντά στους ολοκληρωμένους εαυτούς.

Στο ξαναλέω η σκέψη είναι δύσκολη, για αυτό οι περισσότεροι άνθρωποι κρίνουν.

Εσύ τι κάνεις;

Είναι δική σου η ζωή, μην το ξεχνάς!

Πάμε μια βόλτα.
Βάλε στο πίσω κάθισμα φόβους, ανασφάλειες και όλα αυτά που καταπίνουν την ενέργειά σου.
Για οδηγό μην αφήσεις κανέναν. Είναι δική σου η ζωή, μην το ξεχνάς!
Κάνε συνοδηγό σου τη χαρά, την αισιοδοξία, κάποιον που σε κάνει να χαίρεσαι που υπάρχεις.
Και ξεκίνα.
Πήγαινε ως εκεί που ονειρευόσουνα να πας.
Κάνε όλα αυτά που ευχόσουν και παρακαλούσες κάποτε να μπορέσεις να κάνεις.
Ζήσε τέρμα, πάτα το γκάζι γι’ αυτό.
Φρέναρε και σταμάτα όπου χρειάζεται περισσότερο προσοχή, όπου υπάρχει λόγος, όταν η ψυχή σου από μόνη της επιζητά μία στάση.
Πολλές φορές δε θα μοιάζει με βόλτα.
Θα είναι σκοτάδι και δύσκολα.
Μα πάλι θ’ αλλάξει αυτό.
Θα συνεχίσεις τη βόλτα.
Γιατί αδιάκοπα κάπως έτσι συμβαίνει στη ζωή μας.
Γκαζώνουμε όταν είμαστε καλά, φρενάρουμε στα δύσκολα, σταματάμε για κάτι σημαντικό. Μα όπως κι αν είναι τα πράγματα έρχεται η στιγμή που συνεχίζουμε
και πάλι.
Γι’ αυτό σου λέω.
Πάμε μια βόλτα.

Πένθος ή υγιής εγωισμός;

«ΝΑ ΜΠΟΡΟΥΜΕ ΝΑ ΞΕΚΙΝΑΜΕ ΠΑΛΙ από την αρχή, να αφήνουμε πράγματα πίσω μας, να μαθαίνουμε να λειτουργούμε αλλιώς, να μην εξαρτιόμαστε από το βλέμμα του άλλου, να πατάμε γερά στα πόδια μας… Αυτά είναι τα πράγματα που μας βοηθάνε να μεγαλώσουμε, που μας κάνουν αυτό που είμαστε τελικά. Γιατί είμαστε, σε μεγάλο βαθμό, το αποτέλεσμα της ανάπτυξης και της ωρίμανσής μας. Αυτά, και τα δύο, εξαρτώνται από το αν τα καταφέραμε ή όχι, και με ποιον τρόπο, να αντιμετωπίσουμε τις απώλειες που έχουμε υποστεί: εμπειρίες οδυνηρές, που καθορίζουν όμως τον τρόπο που υπάρχουμε στον κόσμο. Και βέβαια, αυτό περιλαμβάνει και τον δικό μας ιδιαίτερο τρόπο να αντιμετωπίζουμε το πένθος». Jorge Bucay, Ο δρόμος των δακρύων

Πένθος ή ένα είδος εγωισμού; Υγιούς εγωισμού. Αναπόφευκτου. Προστατευτικού. Είναι δύσκολη η απώλεια, αφήνει κενά… Αυτό που δεν μας είναι σαφές, είναι το πόσο συχνά βιώνουμε ή βιώσαμε πένθος, για την ακρίβεια ανολοκλήρωτο πένθος. Με απλά λόγια: πόσες φορές δεν μπορέσαμε ή δεν σκεφτήκαμε καν να πούμε ένα συνειδητό «Αντίο» σε κάτι που… έφυγε και ΔΕΝ θα ξαναγυρίσει.

ΠΕΝΘΟΣ… ναι, είναι μια λέξη που παραπέμπει στο θάνατο, κι όμως, πενθούμε και για άλλα πράγματα, για άλλα που για κάποιον λόγο πειστήκαμε πως είναι ασήμαντα. Όπως για παράδειγμα το να σπάσει μια αγαπημένη κούπα μας: «Εντάξει, θα πάρεις άλλη!» Ωστόσο δεν θα είναι πια η ίδια και όποιο συναισθηματικό φορτίο συνδέουμε με αυτήν.

Ή… όταν δεν προλάβαμε να μπούμε εγκαίρως στο λεωφορείο και χρειάστηκε να περιμένουμε άλλα 10 λεπτά στη στάση για το επόμενο, ναι, και τότε, όσο υπερβολικό κι αν φαίνεται… βιώνουμε πάλι αυτά τα στάδια του πένθους. Ή πάλι, όταν κατά λάθος σκίσαμε το μπουφάν μας, το παντελόνι, το μπλουζάκι μας…δεν έχει σημασία τι… και χρειάστηκε να το πετάξουμε. Ας σκεφτούμε πόσες πιθανές λύσεις σκεφτήκαμε σε μια αντίστοιχη περίπτωση, για να μην χρειαστεί να πούμε «Αντίο».

Πόσο μάλλον όταν αλλάζουμε σπίτι, δουλειά, πόλη, αυτοκίνητο, κάτι που έχουμε ή νομίζαμε ότι έχουμε. Ή όταν λήγει μια σχέση, ερωτική, φιλική… Όταν μιλάμε για πένθος δεν μιλάμε μόνο για τον θάνατο αγαπημένων προσώπων. Στη ζωή μας οι απώλειες αποτελούν ένα φαινόμενο πολύ ευρύτερο. Βιώνουμε την απώλεια και όταν μας εγκαταλείπουν, όταν αλλάζουμε και «χάνουμε» κομμάτια του εαυτού μας, όταν παραιτούμαστε συνειδητά ή ασυνείδητα από όνειρα και προσδοκίες μας. Για κάθε ναι που λέμε, λέμε και ένα σιωπηλό όχι. Κάθε όχι μεταφράζεται αυτόματα ως απώλεια. Για κάποιους είναι ιδιαίτερα γοητευτικές οι αλλαγές, ωστόσο κάθε αλλαγή φέρει αρχικά μαζί της τα στάδια του πένθους, με μια διαφορετική, πιο ήπια μορφή μάλλον και αυτό ίσως κάνει τα στάδια λιγότερο αναγνωρίσιμα.

Ωστόσο είναι αναγκαίο να ολοκληρώνουμε τις διαδικασίες του εκάστοτε πένθους μας. Καθώς συνειδητοποιούμε τι ακριβώς συνέβη και πια συναισθήματά μας κινητοποίησαν ποιες ενέργειές μας, θα βοηθηθούμε να αποδεχτούμε τη νέα πραγματικότητα και να προχωρήσουμε με νέα γνώση.

Κατά τη Elisabeth Kübler Ross περνάμε 5 στάδια

1. Άρνηση

«Όχι, ρε ‘συ! Αποκλείεται!», η πρώτη σκέψη… συνήθως το πρώτο που θα βγει από το στόμα κάποιου που μόλις πληροφορήθηκε την απώλεια. Ανάγκη του συστήματός μας, να χωνέψει καταρχήν την πληροφορία. Άλλοτε χωνεύεται εύκολα, άλλοτε δύσκολα, ανάλογο πάντα της αξίας του απολεσθέντος. Είτε πρόκειται για άνθρωπο, είτε πρόκειται για αντικείμενο… συμβάν… εμπειρία. Της συναισθηματικής αξίας. Ακόμα κι αν ενίοτε προσπαθούμε να κρυφτούμε πίσω από την υλική αξία. Μια άρνηση να αποχωριστούμε το συναίσθημα που μας προκαλούσε η ύπαρξη αυτού που απωλέσαμε, τα συναισθήματα της χαράς και ασφάλειας πρωτίστως. Πολλές φορές ακολουθεί ένα «Γιατί;» και κάπως έτσι μπαίνουμε σε επόμενο στάδιο…

2. Διαπραγμάτευση

«Μήπως έχει γίνει κάποιο λάθος;» Και ακολουθούν διάφορες πιθανές λύσεις και υποθέσεις για το τι θα μπορούσε να αλλάξει τη συνθήκη. Αναρωτιόμαστε τι θα μπορούσαμε να είχαμε κάνει «σωστότερα», «καλύτερα», τι μπορούμε να κάνουμε έστω τώρα, τι μπορεί να γίνει… Κάποιοι, ανάλογα πάλι με την απώλεια, κάνουν ότι μπορούν για να αποτρέψουν το επόμενο βήμα, αυτό που πονάει μάλλον περισσότερο, κάποιοι άλλοι ξαναγυρίζουν στην άρνηση, για να αντέξουν την θεωρητική «αδυναμία» τους να βρουν έναν τρόπο να «επιστρέψουν» το(ν) απολεσθέν(τα), στροβιλιζόμενοι σε έναν φαύλο κύκλο. Μέχρι να έρθει ο ήχος της επικείμενης θλίψης ή του επικείμενου θυμού, για να σπάσει αναπάντεχα, βίαια μερικές φορές αυτόν τον φαύλο κύκλο.

Φαντάζομαι τους ανθρώπους σαν με το αυτί κολλημένο στη ράγα ενός τρένου, τρομαγμένους από αυτό που έρχεται και προσπαθούν να μάθουν πόσο χρόνο έχουν ακόμα μακριά από αυτό που αποφεύγουν. Με κάνει να σκέφτομαι ότι τελικά δεν αρνούμαστε την απώλεια αυτή καθεαυτή… αρνούμαστε τον ερχομό των όχι ακόμα αποδεκτών συναισθημάτων.

3. Θλίψη

Όπως αυτή την «καταραμένη» θλίψη, που μάθαμε από μικρά παιδιά να αποφεύγουμε σα διάολοι το λιβάνι. «Μην κλαις!» Αυτή τη διαολεμένη θλίψη, που όντως… μας διαβάλει… από τους εαυτούς μας, από τη χαρά κι από την ασφάλεια.

Και ενώ μας έχει ήδη καταβάλει θέλουμε να της πάμε κόντρα. Τη θλίψη συνήθως τη φοβόμαστε. Κόντρα λοιπόν! Δε θα της περάσει. Είμαστε πιο δυνατοί από αυτήν, ε; Λες και είναι θέμα δύναμης, εξουσίας, κυριαρχίας. Ο φόβος της θλίψης μας κάνει να ξεχνάμε τους εαυτούς μας, παρόλο που η θλίψη έχει στόχο να θυμηθούμε τον Εαυτό μας. Χρειάζεται λοιπόν να μπούμε μέσα της και να τη βιώσουμε ολοκληρωτικά, για να μπορέσουμε να την ξεπεράσουμε. Και χρειάζεται δύναμη η θλίψη. Χρειάζεται δύναμη και κατανόηση, για να έρθουμε ξανά σε επαφή με τα κομμάτια ή τις πλευρές του εαυτού που ξεχάσαμε να θυμόμαστε.

Και θέλοντας ή μη, με κάποιον τρόπο μπαίνουμε και σε αυτή… ο καθένας με τον δικό τρόπο του, στο δικό του ρυθμό και χρόνο: γελάμε, κλαίμε, κοιμόμαστε, μένουμε άυπνοι, τρώμε περισσότερο, τρώμε λιγότερο ή και καθόλου, θυμόμαστε, ξεχνάμε… κι ό,τι άλλο βιώνει κανείς βιώνοντας τη θλίψη του.. για να μπορέσει να αντέξει άλλο ένα φυσιολογικό στάδιο.

4. Θυμός

Αχ, αυτό το συναίσθημα του θυμού, αυτό κι αν το αποφεύγουμε. Αν είναι μία φορά «κακό» το να κλαίμε… εδώ να δεις! Βίαιο συναίσθημα ο θυμός ακούμε, να μεταμορφώνουμε το θυμό μας ακούμε, να αποφεύγουμε το θυμό μας λένε… κι άλλα παρόμοια.

Βίαιος είναι ο θυμός που δεν εκφράστηκε, βίαιος είναι ο θυμός που συγκαλύπτει τη θλίψη που δεν εκφράστηκε. Πώς να μεταμορφώσω ένα συναίσθημα, όταν δεν έχω έρθει σε επαφή μαζί του; Όταν δεν το έχω κατανοήσει ακόμα; Σα να μας ζητούν να φτιάξουμε ένα σαλιγκάρι με την πλαστελίνη, χωρίς να τη βγάλουμε από το κουτί της! ΔΕΝ γίνεται. Κι όταν μου δίνεις πλαστελίνη, θέλω να την ακουμπήσω. Θέλω να τη βγάλω από τις διάφανες ζελατίνες της, να τη βάλω στις χούφτες μου και να την πλάσω. Αυτός είναι ο σκοπός. ΟΧΙ να την αφήσω στο κουτί της. Και μπορεί να την πλάσω πολύ και να σπάσει και να χρειαστεί να την ξαναενώσω, μέχρι να πετύχω το επιθυμητό σχήμα, μόνο έτσι θα μπορέσω να το πετύχω όμως. Πλάθοντας και ξαναπλάθοντας ΚΑΙ ξαναπλάθοντας την πλαστελίνη! Μπορεί και να … βρίσω λιγάκι την ώρα που θα ξανασπάσει… δεν πειράζει, καλά θα κάνω.

Και κάπως έτσι επιτρέπουμε στον εαυτό μας να βιώσει και το συναίσθημα του θυμού. Το βγάζουμε από τη «διάφανη ζελατίνα» του και του δίνουμε διάφορες μορφές. Καθόλου βίαιες. Δε βοηθά κανέναν η βία. Η ίδια η έκφραση: «Θυμώνω που…» είναι από μόνη της αρκετή για να μειώσει την ένταση. Του θυμού που νιώθουμε επειδή δεν θα ξαναδούμε, δεν θα ξανακούσουμε, δεν θα ξανανιώσουμε τελικά, αυτό(ν) που μας ενέπνεε χαρά και ασφάλεια. Και είναι τόσο φυσιολογικό να θυμώνουμε με αυτό, μα τόσο φυσιολογικό.

Η απαγόρευση δημιουργεί βία, η κατάχρηση είναι βία.

Τα συναισθήματα εμφανίζονται ως μια αποτοξίνωση του ΕΙΝΑΙ μας από το μη χρήσιμο. Και πράγματι, ΔΕΝ είναι χρήσιμο να θυμώνουμε είτε με τους εαυτούς μας, είτε με κάποιον/κάτι, επειδή δεν θα είναι πια εκεί να μας δίνει την αίσθηση της ασφάλειας. Για να το μάθουμε αυτό όμως, χρειάζεται να περάσουμε από αυτήν την διαδικασία.

Για να αποδεχτούμε αυτή την απουσία, χρειάζεται να αποδεχτούμε τη δυσκολία να ανακαλύψουμε αυτή τη δεδομένη στιγμή τη δύναμη μέσα μας, να μας το προσφέρουμε αφ’ εαυτού. Και είναι εντάξει αυτό. Είμαστε άνθρωποι και είναι στη φύση μας να έχουμε ανάγκη την επαφή και την αλληλεπίδραση με τον άλλον.

Χρειάζεται λοιπόν να δώσουμε σε όλα μας τα συναισθήματα τη χαρά πως έχουν σημασία, πως είναι σημαντικά, πως επιδιώκουν να μας «πουν» κάτι χρήσιμο για την εξέλιξή μας. Ας δούμε τα συναισθήματά μας ως πλευρές του εαυτού μας… χρειάζονται χώρο για να εκφραστούν. Δεν μπορώ να κινήσω την παλάμη μου αφήνοντας τα δάχτυλα ακίνητα. Όπου παλάμη ο εαυτός, όπου δάχτυλα το εκάστοτε συναίσθημα…

5. Αποδοχή

Κι όταν πια έχουμε βιώσει ολοκληρωτικά τα προηγούμενα στάδια, τώρα πια χωρίς ενοχή, χωρίς ντροπή, πολύ συχνά ακολουθώντας άλλη σειρά ή επιστρέφοντας σε κάποιο προηγούμενο στάδιο, ξανά και ξανά, τότε μπορούμε να φτάσουμε και στην αποδοχή του συμβάντος. Να κρατήσουμε τα όμορφα που αποκτήσαμε από αυτό που απωλέσαμε και να συνεχίσουμε ευγνωμονώντας αυτό που μας ωφέλησε. Και όποτε νιώθουμε την ανάγκη της επαφής, να κλείνουμε τα μάτια και να ανασύρουμε την πληροφορία/ανάμνηση που χρειαζόμαστε με ένα χαμόγελο απρόσμενης εσωτερικής συνάντησης. Ίσως να εμφανίζεται και κάνα δάκρυ που και που.. δεν πειράζει. Είναι το δάκρυ της συγκίνησης, για όσα ζήσαμε κάποτε, για όλα όσα μας δίδαξε αυτό το κάποτε. Ας κυλήσει ως μνημόσυνο αγάπης…

Αβραάμ Μάσλοου: Το περιβάλλον δεν του δίνει δυνατότητες και ικανότητες∙ τις έχει σε στοιχειώδη ή εμβρυακή μορφή

Ο Αβραάμ Μάσλοου ήταν ο πρωτοπόρος της μελέτης της ανάπτυξης στην αυτοπραγμάτωση και στο ολοκληρωμένο ανθρώπινο ον. Απομόνωσε και μελέτησε ένα είδος παρόρμησης σʹ ολόκληρη τη ζωή που φαινόταν να σπρώχνει το άτομο προς την κατεύθυνση της ανάπτυξης σε ολοκληρωμένο άνθρωπο. Βρήκε ότι μέσα απʹ όλες τις φάσεις της ζωής μια ισχυρή δύναμη προωθεί τα ανθρώπινα όντα προς την ενότητα της προσωπικότητας, για να γίνουν πιο ολοκληρωμένα όντα.

Συμπαίρανε ότι:
Ο άνθρωπος επιδεικνύει με το δικό του τρόπο μια πίεση προς όλο και μια πιο ολοκληρωμένη Ύπαρξη, όλο και μεγαλύτερη τέλεια πραγμάτωση του ανθρωπισμού του, ακριβώς με την ίδια φυσική, επιστημονική έννοια που μπορούμε να πούμε ότι μια βελανιδιά ʺπιέζει προς την κατεύθυνσηʺ του να γίνει δρυς, ή ότι μια τίγρις μπορεί να παρατηρηθεί ότι ʺπιέζει προςʺ το να είναι τιγρίσια, ή ένα άλογο προς το να είναι αλογίσιο. Σε τελευταία ανάλυση ο άνθρωπος δεν έχει διαμορφωθεί μέσα στον ανθρωπισμό, ούτε έχει διδαχθεί να είναι ανθρώπινος. Ο ρόλος του περιβάλλοντος είναι τελικά να του επιτρέψει ή να τον βοηθήσει να πραγματώσει τις ανθρώπινές του δυνατότητες, και όχι τις περιβαλλοντικές δυνατότητες. Το περιβάλλον δεν του δίνει δυνατότητες και ικανότητες∙ τις έχει σε στοιχειώδη ή εμβρυακή μορφή, όπως ακριβώς έχει εμβρυακά χέρια και πόδια.

Και η δημιουργικότητα, ο αυθορμητισμός, η ατομικότητα, η αυθεντικότητα, η φροντίδα για τους άλλους, η ικανότητα νʹ αγαπάει, η επιδίωξη της αλήθειας είναι εμβρυακές δυνατότητες που ανήκουν στο βιολογικό του είδος, ακριβώς τόσο, όσο και τα χέρια, τα πόδια, ο εγκέφαλος και τα μάτια του.
Το μεγαλύτερο ενδιαφέρον του Μάσλοου ήταν η εξερεύνηση και ανάπτυξη του μοναδικού, ολοκληρωμένα κατανοητού ανθρώπινου όντος. Τα αντικείμενα που επέλεξε για μελέτη ήταν γενικά ηλικιωμένοι άνθρωποι, που είχαν ήδη περάσει τις περισσότερες φάσεις της ζωής και είχαν πετύχει φανερά στη διαδικασία της ζωής ως ώριμα πρόσωπα.

Μελέτησε την αυτοπραγμάτωση, κύρια, ως μια τελική φάση. Φυσικά υπάρχει θαυμασμός στην παρατήρηση και τη μελέτη προσώπων που έχουν φθάσει σε μεγάλη ηλικία έχοντας, σε μεγάλο βαθμό, κατανοήσει την υπόστασή τους. Όλοι έχουμε γνωρίσει τέτοιους ανθρώπους, άτομα που ζουν, όπως περιγράφει ο Μάσλοου, με ικανότερη αίσθηση της πραγματικότητας, μεγαλύτερη ευρύτητα αντιλήψεων, αυθορμητισμό, πιο στέρεη ταυτότητα, μεγαλύτερη αντικειμενικότητα, δημιουργικότητα, πιο δημοκρατική νοοτροπία, όπως επίσης και μεγαλύτερη ικανότητα ν’ αγαπούν.
Για μένα, το να ζει κανείς ολοκληρωμένα σε κάθε φάση είναι η πραγματική πρόκληση.

Βρίσκεται στη δυνατότητα να ζούμε τη ζωή μας και να πραγματώνουμε τον εαυτό μας κάθε στιγμή, ζώντας την κάθε στιγμή και κατανοώντας την ολότητά της.

Ο κόσμος έχει μια διαφορετική όψη, και γι’ αυτό ένα διαφορετικό νόημα και σκοπό σε κάθε στιγμή της ζωής. Είναι φανερό, για παράδειγμα, ότι η αγάπη που μαθαίνει κάποιος στην παιδική ηλικία είναι ριζικά διαφορετική και έχει μικρή σχέση με αυτή που βιώνει ο ώριμος άνθρωπος. Το ίδιο συμβαίνει με την εξάρτηση, την πίστη, την ηθική και την υπευθυνότητα.

Κάθε φάση εμπεριέχει τις δικές της μοναδικές σημασίες, απαιτήσεις και δυνατότητες.
Μπορούν να πραγματωθούν μόνον, αν κάθε φάση βιώνεται και κατανοείται πλήρως.

Φιλόσοφοι και γυναίκες: ένα αποτυχημένο προξενιό

Από την αρχαία εποχή ανάμεσα στις γυναίκες και στους φιλοσόφους υπήρχε ένα αγεφύρωτο χάσμα.

Από τον Θαλή τον Μιλήσιο, που τον πήρε στο ψιλό μια Θρακιώτισσα υπηρέτρια μέχρι τον Βιτγκενστάιν και τα καμώματά του με την Μαργαρίτα, οι φιλόσοφοι προώθησαν συστηματικά αυτόν τον εξοστρακισμό, τόσο στη θεωρία όσο και στην πράξη. Μια έμμεση απόδειξη αυτού του αποτυχημένου προξενιού είναι το γεγονός ότι κανείς από τους πιο αρχαίους φιλοσόφους, τους προσωκρατικούς, δεν παντρεύτηκε. Ο πρώτος που αποτόλμησε αυτό το βήμα ήταν ο Σωκράτης, που παντρεύτηκε την Ξανθίππη. Τα επακόλουθα είναι γνωστά σε όλους.

Ούτε καν ο Πλάτωνας, που σε όλα τα φιλοσοφικά ζητήματα είχε πρότυπό του τον Σωκράτη, στο συγκεκριμένο αυτό ζήτημα, δεν ακολούθησε το παράδειγμά του. Στην Πολιτεία του μάλιστα αναγνωρίζει ίσα δικαιώματα για τις γυναίκες, τις οποίες και αποδέχεται στη μελέτη της φιλοσοφίας: όλα ωραία και καλά, μόνο που η πολιτεία που περιγράφει στο έργο του είναι ουτοπική. Στον Τίμαιο αντίθετα, όπου αναπτύσσει τη θεωρία της μετεμψύχωσης, υποστηρίζει ότι οι ψυχές είναι καταρχήν αρσενικές: αυτές που διάγουν βίο απρεπή προορίζονται να ξαναγεννηθούν σε γυναικείο σώμα, κι αν συνεχίσουν να παραφέρονται, θα ξαναγεννηθούν σε σώμα ζώου. Καταλήγει έτσι να τοποθετήσει τη γυναίκα σε χαμηλότερο επίπεδο, σε κάτι ανάμεσα στον άνδρα και στα ζώα.

Ένας άλλος μαθητής του Σωκράτη, ο Αντισθένης ο Κυνικός, υποστήριζε ότι ο έρωτας είναι ανωμαλία της φύσης, κι ότι αν τύχαινε καμιά φορά να βρεθεί η Αφροδίτη στο βεληνεκές του τόξου του, δε θα δίσταζε ούτε στιγμή να την καρφώσει με το βέλος του (Κλήμης Αλεξανδρεύς, Στρώματα II, 20,107,2). Για την οριστική απαλλαγή από τέτοια προβλήματα, ο Διογένης από την Σινώπη συνιστούσε την αυτοϊκανοποίηση (Διογένης Λαέρτιος, Βίοι φιλοσόφων, VI, 2).

Για να βρούμε έναν μεγάλο φιλόσοφο που να έχει παντρευτεί κανονικά, πρέπει να περιμένουμε μέχρι τον Αριστοτέλη, ο οποίος ήξερε πάρα πολύ καλά να συνδυάζει τη στοχαστική ζωή με την συζυγική. Αυτός παντρεύτηκε την Πυθία κι έκανε μαζί της μια κόρη. Και δεν σταμάτησε εκεί: όταν χήρεψε συγκατοίκησε με μια άλλη γυναίκα, την Ερπυλλίδα, η οποία του έδωσε έναν γιο, τον Νικόμαχο. Από τη θέρμη με την οποία αναφέρεται και στις δύο γυναίκες στην διαθήκη του, συμπεραίνουμε ότι και οι δύο σχέσεις του ήταν ευτυχισμένες:ο Σταγειρίτης γράφει ρητά στη διαθήκη του ότι θέλει η γυναίκα του να ταφεί δίπλα στον ίδιο και αφήνει στην Ερπυλλίδα ένα μεγάλο μέρος της κληρονομιάς του.

To πόσο βαθιά ήταν ριζωμένη η ιδέα της ασυμβατότητας της φιλοσοφικής δραστηριότητάς με τις γυναικοδουλειές φαίνεται κι από το γεγονός, ότι ακόμα και τον άψογο «δάσκαλο των σοφών» (Δάντης) στους αιώνες που ακολούθησαν, τον συκοφάντησαν και του απέδωσαν μια πολύ λιγότερο τιμητική εικόνα για τις σχέσεις του με το άλλο φύλο. Πρόκειται συγκεκριμένα για την ιστορία του Αριστοτέλη και της Φυλλίδας, του σοφού και της όμορφης εταίρας. Η ιστορία έφτασε μέχρι τις μέρες μας μέσω της αραβικής μετάφρασης (Καλίλα ουά Ντίμνα) ενός ινδικού κειμένου (Παντσατάντρα) η οποία διαδόθηκε μέσα από διάφορες μεσαιωνικές αφηγήσεις που συνοδεύονταν από καλλιτεχνικές απεικονίσεις, ανάμεσα στις οποίες η πιο γνωστή είναι μια ξυλογραφία του Χανς Μπάλντουνγκ. Η Φυλλίς συναντάει τον Αλέξανδρο, που μαθήτευε στον Αριστοτέλη και τον ξεμυαλίζει με τα κάλλη της. Και τον αποσπά από τα μαθήματα. Ο Αριστοτέλης παραπονέθηκε στον βασιλιά, ο οποίος απαγορεύει στον ερωτοχτυπημένο γιο του να συναντιέται με την όμορφη κυρία. Εκείνη εκδικείται, υποσχόμενη στον φιλόσοφο την εύνοιά της -με την προϋπόθεση ότι θα πέσει στα τέσσερα και θα της επιτρέψει να τον καβαλικέψει. Μην μπορώντας ν’ αντισταθεί στην καλλίγραμμη ομορφιά της, ο Αριστοτέλης δέχεται, χωρίς να ξέρει ότι η πονηρή πλανεύτρα έχει ειδοποιήσει τον ίδιο τον βασιλιά για το θέαμα που θ’ ακολουθούσε: ο μεγάλος διανοητής γίνεται έτσι περίγελος της μακεδονικής αυλής. Ντροπιασμένος, αποσύρεται σ’ ένα νησί για να γράψει ένα δοκίμιο σχετικά με την γυναικεία διπλοπροσωπία.

Σε τελευταία ανάλυση, επιβεβαιώνεται το δόγμα, ότι —— στις γυναίκες και στον έρωτα οι μεγάλοι φιλόσοφοι δεν τα καταφέρνουν καθόλου. Και όποτε το επιχειρούν, συμβαίνουν παρατράγουδα, καταστροφές και χάος: ο Αβελάρδος με την Ελοΐζα, ο Νίτσε με την Λου, ο Βέμπερ με την Έλσα, ο Σέλερ με τις πάμπολλες ερωμένες του, ο Χάιντεγκερ με την Χάνα, ο Βιτγκενστάιν με την Μαργαρίτα. Ο κατάλογος αυτός τραβάει σε μάκρος και αντισταθμίζεται μόνο εν μέρει από κάποια αντίθετα παραδείγματα: τον έρωτα του Σέλινγκ για την Καρολίνα, το ειδύλλιο του Κοντ και της Κλοτίλδης, τη συμβίωση του Ζίμελ με την Γερτρούδη (που συνέγραψε με ψευδώνυμο σπουδαία βιβλία), την επεισοδιακή συνάντηση του Μπατάιγ και της Λάουρας.

ΑΡΘΟΥΡ ΣΟΠΕΝΧΑΟΥΕΡ, Η ΤΕΧΝΗ ΝΑ ΖΕΙΣ ΜΕ ΤΙΣ ΓΥΝΑΙΚΕΣ

«Η Υπόθεση του Ρίμαν» – Μπερνάρντ Ρίμαν και Καρλ Φρίντριχ Γκάους

Ο Μπερνάρντ Ρίμαν, ως μεταπτυχιακός φοιτητής στο Πανεπιατήμιο του Γκέτινγκεν, έθεσε τη διδακτορική του διατριβή στην κρίση του Καρλ Φρίντριχ Γκάους. Η εργασία του Ρίμαν ήταν εξαιρετική και εντυπωσίασε τον Γκάους. Δεν ήταν εύκολη υπόθεση να εντυπωσιάσει κανείς τον Γκάους. Όταν οι φοιτητές του παρέδιδαν τις εργασίες τους, τις επέστρεφε είτε με τον χαρακτηρισμό «ασήμαντη» είτε -στην καλύτερη περίπτωση- με το σχόλιο ότι στα συμπεράσματα αυτά έχει ήδη καταλήξει και ο ίδιος.

Ο Ρίμαν προερχόταν από φτωχή οικογένεια και, συχνά, αντιμετώπιζε οικονομικά προβλήματα. Όταν πέθανε ο Γκάους, οι φίλοι του Ρίμαν πίεσαν τις αρχές του πανεπιστημίου να του δοθεί η θέση τού επίκουρου καθηγητή. Τα οικονομικά της σχολής, όμως, δεν το επέτρεψαν, παρά μόνο αφού πέρασαν δύο χρόνια.

Μετά από πολλά χρόνια, ο Χίλμπερτ κατέλαβε με τη σειρά του τη θέση τού καθηγητή στο ίδιο πανεπιστήμιο.

Ένα ακόμη πράγμα που συνδέει τους τρεις άνδρες είναι η διάσημη, στον κόσμο των μαθηματικών, Υπόθεση του Ρίμαν. Πρόκειται για μία εικασία που έχει σχέση με τις ιδιότητες των πρώτων αριθμών, η οποία αρχικά διατυπώθηκε από τον Γκάους και, στη συνέχεια επεκτάθηκε από τον Ρίμαν και, έτσι, της δόθηκε το όνομα του τελευταίου. Μετά από την επίλυση του Τελευταίου Θεωρήματος του Φερμά, η Υπόθεση του Ρίμαν αναρριχήθηκε στην κορυφή της λίστας των διασημότερων προβλημάτων των μαθηματικών, των οποίων αναζητείται η απόδειξη. Η Υπόθεση του Ρίμαν ήταν ένα από τα 23 προβλήματα που ο Χίλμπερτ είχε θέσει στο συνέδριο του 1900, στο Παρίσι. Λέγεται ότι ο Χίλμπερτ, όταν τον ρώτησαν ποια θα ήταν τα πρώτα του λόγια αν ποτέ ξυπνούσε ύστερα από ύπνο 500 χρόνων, απάντησε: «Θα ρωτούσα αν αποδείχθηκε η Υπόθεση του Ρίμαν». Πρόκειται ίσως για το μεγαλύτερο ανοικτό πρόβλημα σήμερα. Όπως συνέβη και με το Τελευταίο Θεώρημα του Φερμά, ένα τεράστιο ποσό θεσπίστηκε ως βραβείο για την απόδειξη της Υπόθεσης του Ρίμαν. Το 2000, το Ινστιτούτο των Μαθηματικών Κλέι ανακοίνωσε ότι προσφέρει 1.000.000 δολάρια για όποιον αποδείξει την ισχύ της εικασίας, όχι, όμως, και γι’ αυτόν που θα αποδείξει ότι η εικασία δεν ισχύει!

Άρης ο χαλκάρματος

Η γνώση η οποία «κινεί» τον Έλληνα σήμερα είναι σε ολοκληρωτικό βαθμό προϊόν κατάστασης ενεργειών ανθρώπων της εξουσίας που λειτούργησαν σχεδόν μηδενιστικά προς τους Έλληνες Θεούς. Στο άκουσμα του Θεού Άρη ο Έλληνας καλεί στην μνήμη του πρόχειρες μουτζουρωμένες εικόνες των παιδιάστικων του χρόνων λουσμένες από παραμύθια.

Οι εικόνες της παιδικής αθωότητας παγίωσαν ένα αίσθημα καταλυτικής και ανύπαρκτης γνώσης, ένοχο και υβριστικό απέναντι στο Πάνθεον των Ολυμπίων Θεών και ταυτοχρόνως προσβλητικό απέναντι στο ηλικιακό βάρος του καθενός σε σχέση με το αποθεματικό ταμείο της γνώσης του.

Ο Θεός Άρης γόνος του συμπαντικού Νου Δία και της νοητής ύλης Ήρας, αντιπροσωπεύει για εμάς τον Θεό του πολέμου, σε διαφορετική όμως τοποθέτηση και σχέση με την αδελφή του Αθηνά, η οποία και αυτή λαμβάνει μερίδιο των πολεμικών επιχειρήσεων.

Ο Άρης και η Αθηνά παρουσιάζονται πάνοπλοι και ο χώρος και των δύο είναι τα πολεμικά πεδία, με την διαφορά ότι η Αθηνά εκπροσωπεί την λογική σκέψη, την συγκροτημένη λήψη αποφάσεων, ενώ ο Άρης την παρόρμηση, την βιασύνη, την νεότητα του μυαλού και την έλλειψη πνευματικότητας.

Ο κρανοσείστης Άρης, βρίσκεται σε διαρκή σύγκρουση με την αγέστρατη Αθηνά, εκφράζοντας έτσι την αιώνια σύγκρουση του πνεύματος και της ύλης. Ρόλο καταλυτικό σε αυτή την μάχη κρατά η καλλίπυγος Αφροδίτη, το σμίξιμο Άρη και Αφροδίτης έρχεται να ενεργοποιήσει το δίπολο του πνεύματος και της ύλης.

Κάθε φορά που ο Άρης ανέμελα κολυμπά στην ζεστή καλοκαιρινή θάλασσα του έρωτα είναι χωρίς τα όπλα του, γέρνοντας στην «αγκαλιά» της Άρειας απαλλαγμένος από τα βαρίδια της ύλης τα οποία είναι ο πολεμικός «εξοπλισμός» των ατίθασων παρορμήσεων του. Η λανθάνουσα πνευματική υπόσταση του Άρη είναι αιχμάλωτη της ύλης, των μετάλλων και του βαρύ οπλισμού, δείχνοντας ανήμπορη να εκφραστεί, μέχρι που ενεργοποιείται ο Θε(ί)ος Έρωτας, προκαλώντας τον καυτό πόθο για γνώση, ανύψωση και πνευματικότητα.

Η συνεύρεση τους θα συμβολίζει πάντα τον αιώνιο ΠΑΝανθρώπινο αγώνα για επανένωση του πνεύματος και της αγνής και ανόθευτης ύλης.

Η γονιδιακή συμμετοχή του Νου και της νοητής ύλης συνυπάρχουν στον Άρη και πάντα θα τον τροφοδοτούν στην αιώνια ετούτη μάχη.

Οι Έλληνες παλαιότερα γνώριζαν τον Θεό Άρη και δικαίως τιμούσαν, εξάλλου ο αγώνας τους για εσωτερική βελτίωση έχριζε προϋπόθεσης σύναψης συμμαχίας με τον Θεό Άρη, εξοικονομώντας έτσι την ασφαλή προϋπόθεση, πως από αυτή την σχέση θα προκύψει ένας καλύτερος άνθρωπος, ένας καλύτερος κόσμος, μια δικαιότερη ανθρωπότητα.

Σπερθίας και Βούλης: "...ούτε στον νόμο μας είναι γραμμένο να προσκυνούμε άνθρωπο"

-«Αν δεν προσκυνήσετε τον μεγάλο βασιλιά θα σας θανατώσουμε».

-«Θανατώστε μας, άλλωστε για αυτό ήρθαμε, αλλά δεν προσκυνάμε!».

Όταν, στην πρώτη εκστρατεία των Περσών, ο Δαρείος έστειλε κήρυκες στην Σπάρτη, όπως έκανε και σε όλες τις πόλεις της Ελλάδος, για να ζητήσουν «γην και ύδωρ», οι Λακεδαιμόνιοι τους πέταξαν σε ένα πηγάδι και τους καλούσαν να πάρουν από κει «γην και ύδωρ» και να τα παν στον βασιλιά τους..

Στους Λακεδαιμονίους, λοιπόν, ξέσπασε ο θυμός του Ταλθυβίου, του κήρυκα του Αγαμέμνονος. Γιατί στην Σπάρτη υπάρχει ναός του Ταλθυβίου, ζουν και οι απόγονοί του, οι ονομαζόμενοι Ταλθυβιάδες, που τους έχουν δοθεί ως τιμητικό προνόμιο όλες οι αποστολές κηρύκων που στέλνει η Σπάρτη. Εξ αιτίας όμως αυτού του γεγονότος, οι Σπαρτιάτες έκαναν θυσίες αλλά άδικα περίμεναν αίσια προμηνύματα. Κι αυτό κράτησε πολύ καιρό στην πόλη τους.

Και καθώς οι Λακεδαιμόνιοι αγανακτούσαν και το θεωρούσαν μεγάλη συμφορά, συγκαλούσαν πολλές φορές συνέλευση των πολιτών τους κι ο κήρυκας φώναζε:

"Ποιος Σπαρτιάτης δέχεται με την θέλησή του να δώσει την ζωή του για την Σπάρτη; "

Τότε λοιπόν παρουσιάσθηκαν ο Σπερθίας, ο γιος του Ανηρίστου, κι ο Βούλις, ο γιος του Νικολάου, Σπαρτιάτες που κι από την φύση τους ήσαν προικισμένοι με χαρίσματα κι από την πλουσιότερη τάξη της πόλης, ανέλαβαν εθελοντικά να τιμωρηθούν από τον Ξέρξη για την θανάτωση των κηρύκων του Δαρείου στην Σπάρτη.

Έτσι οι Σπαρτιάτες τους έστειλαν στους Πέρσες για να θανατωθούν. 

Αξιοθαύμαστη στάθηκε και αυτή η τολμηρή πράξη των ανδρών αυτών, αλλά κοντά σ’ αυτήν και τα λόγια τους. Δηλαδή, στην πορεία τους προς τα Σούσα φθάνουν στην αυλή του Υδάρνη.

Κι ο Υδάρνης, Πέρσης στην καταγωγή, ήταν διοικητής των στρατιωτικών δυνάμεων στα παραθαλάσσια της Μικράς Ασίας· αυτός τους φιλοξένησε κάνοντάς τους το τραπέζι· και πάνω στο τραπέζι, τους ρώτησε:

 " Άνδρες Λακεδαιμόνιοι, γιατί δεν δέχεστε να γίνετε φίλοι του βασιλιά; Να, βλέπετε πώς ξέρει ο βασιλιάς να τιμά τους άνδρες που έχουν αρετή, ρίχνοντας μία ματιά σε μένα και την θέση που κατέχω. Έτσι λοιπόν κι εσείς, αν γίνετε άνθρωποι του βασιλιά (γιατί έχει σχηματίσει την γνώμη πως είσθε άνδρες με αρετή), ο καθένας σας θα μπορούσε να εξουσιάζει μία περιοχή της Ελλάδος που θα του παραχωρούσε ο βασιλιάς."

Η απόκρισή τους ήταν η εξής:

"Υδάρνη, η συμβουλή που μας απευθύνεις στηρίζεται σε μονόπλευρη εμπειρία· γιατί μας συμβουλεύεις για δύο πράγματα, που το ένα τους το δοκίμασες, το άλλο όμως όχι· δηλαδή γνωρίζεις πολύ καλά πώς ζουν οι δούλοι, όμως δεν δοκίμασες έως σήμερα την ελευθερία, τι άραγε να ’ναι, γλυκό η όχι. Γιατί αν κάποτε την δοκίμαζες, θα μας συμβούλευες να αγωνιζόμαστε γι’ αυτήν όχι μονάχα με δόρατα, αλλά και με πελέκεις(με τσεκούρια)."

 Αυτή την απάντηση έδωσαν στον Υδάρνη. Η συνέχεια είναι εξ ίσου εντυπωσιακή.

«Κι από κει ανέβηκαν στα Σούσα· κιόταν παρουσιάσθηκαν στον βασιλιά πρώτα πρώτα, ενώ οι σωματοφυλακές του τους πρόσταζαν, ασκώντας βία, να πέσουν και να προσκυνήσουν τον βασιλιά, δεν δέχθηκαν με κανέναν τρόπο να το κάνουν, όσο κι αν εκείνοι τους έσπρωχναν το κεφάλι προς τα κάτω· γιατί, επέμεναν πως ούτε στον νόμο τους είναι γραμμένο να προσκυνούν άνθρωπο ούτε γι’ αυτό ήλθαν (ούτε γαρ σφι εν νόμω είναι άνθρωπον προσκυνέειν ούτε κατά ταύτα ήκειν), [Ηροδότου Ιστορία, βιβλίο 7ο, 136, 5-6]

Κι αφού με αγώνα απέφυγαν την προσκύνηση, κατόπιν λένε τα εξής και με το ακόλουθο περίπου περιεχόμενο:

«Βασιλιά των Μήδων, εμάς μας έστειλαν οι Λακεδαιμόνιοι ως αντιστάθμισμα για τους κήρυκές σας που θανατώθηκαν στην Σπάρτη, για να πληρώσουμε εμείς για τον θάνατό τους.»

Μετά από σύντομη συνομιλία, ο Ξέρξης δείχνοντας μεγαλοψυχία τους χάρισε τη ζωή.

ΟΥΚ ΕΛΛΗΝΙΚΟΝ ΤΟ ΠΡΟΣΚΥΝΕΙΝ!

Πολυμερές κινείται προς το φως

polymereΕπιστήμονες στην Ολλανδία και τις ΗΠΑ ανέπτυξαν ένα νέο πολυμερές, το οποίο μπορεί να «κυματίζει» και να κινείται μόνο του προς τα εμπρός όταν βρίσκεται υπό την επήρεια του φωτός. Το εν λόγω πολυμερές, παραπέμπει κάπως σε σαρανταποδαρούσα, καθώς μπορεί να «περπατά» όταν δέχεται φως.
 
Αναπτύχθηκε από επιστήμονες του Τεχνολογικού Πανεπιστημίου Eindhoven στην Ολλανδία και είναι ένας ειδικός τύπος πλαστικού, φτιαγμένου από ένα υγρό κρυσταλλικό πολυμερές που χρησιμοποιείται ευρέως στις οθόνες LCD.
 
Η κίνηση προκύπτει επειδή η μια πλευρά συστέλλεται αντιδρώντας στο φως, ενώ η άλλη διαστέλλεται μέσα στο πλαστικό της πλαίσιο, όπως εξηγεί η Αν Hélène Gélébart, μια εκ των ερευνητών.
 
«Υπάρχουν κάποιες παράμετροι- κλειδιά. Η πρώτη είναι το να έχεις ένα μόριο το οποίο μπορεί να φτάσει σε κατάσταση ηρεμίας γρήγορα, ώστε να μπορούμε να έχουμε παραμόρφωση στη μία κατεύθυνση αλλά και επαναφορά στην αρχική θέση μόλις σβήσει το φως. Η δεύτερη παράμετρος, η οποία είναι πραγματικά κρίσιμη, είναι η αυτοσκίαση. Για να το πετύχουμε αυτό, φτιάξαμε αυτό το προ-καμπυλωμένο σχήμα, έτσι ώστε όταν το φως πέφτει στην ταινία το ένα μέρος να φωτίζεται αλλά το άλλο να μένει στη σκιά» λέει η ίδια σχετικά.
 
Στο ανθρώπινο μάτι το υλικό φαίνεται διαφανές, αλλά απορροφά πλήρως το υπεριώδες φως που χρησιμοποιείται, δημιουργώντας σκιά. Το πολυμερές μπορεί να κινείται σε ταχύτητα περίπου μισού εκατοστού ανά δευτερόλεπτο- ταχύτητα αντίστοιχη αυτής μιας πραγματικής σαρανταποδαρούσας.
 
Σύμφωνα με τον Jan Mulde, άλλον έναν εκ των ερευνητών, το υλικό αυτό μπορεί κάποια στιγμή να «δει» καθημερινή χρήση: «Αν το εφαρμόσουμε σε ηλιακά πάνελ στην έρημο, αν έχουμε αμμοθύελλα, τότε αυτά λερώνονται και είναι δύσκολο να απομακρύνουμε την άμμο- κάποιος πρέπει να πάει εκεί να τα καθαρίσει. Αυτό το υλικό, με τη βοήθεια του ηλιακού φωτός, είναι ικανό να δονείται και να διώχνει τη σκόνη».
 
Άλλες εφαρμογές θα μπορούσαν να περιλαμβάνουν μικρά ρομπότ που μπαίνουν μόνα τους σε στενούς χώρους, καθοδηγούμενα από το φως, για αποστολές σε δυσπρόσιτα σημεία.

Νανοσωματίδια «ξεγελούν» το σώμα για να μην απορρίπτει μοσχεύματα

alt-ynews_nanoparticles-saltzmanΧρησιμοποιώντας νανοσωματίδια, ερευνητές του Yale ανέπτυξαν ένα σύστημα χορήγησης φαρμάκου που θα μπορούσε να μειώσει τις επιπλοκές στις μεταμοσχεύσεις «κρύβοντας» τον ιστό του νεοαφιχθέντος οργάνου από το ανοσοποιητικό σύστημα του ασθενούς. Παρά τη σημαντική πρόοδο που έχει γίνει στον τομέα των μεταμοσχεύσεων, η απόρριψη οργάνων, βραχυπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα, εξακολουθεί να αποτελεί κίνδυνο, ο οποίος αυξάνεται περισσότερο όταν ο δωρητής είναι νεκρός, εξαιτίας ζημιάς στα όργανα.
 
Μια μικροσκοπική εικόνα ενδοθηλιακών κυττάρων μαζί με νανοσωματίδια

Ένας από τους βασικούς λόγους απόρριψης οργάνων είναι τα Τ- κύτταρα, τα οποία ταυτοποιούν και επιτίθενται σε ξένα σώματα. Τα πιο ισχυρά από αυτά ενεργοποιούνται από μια ομάδα πρωτεϊνών που είναι γνωστές ως HLA (human leukocyte antigens) στην επιφάνεια ενδοθηλιακών κυττάρων που καλύπτουν τα αιμοφόρα αγγεία του μοσχεύματος. Επιστήμονες κατάφεραν να «σιγάσουν» τις πρωτεΐνες αυτές χρησιμοποιώντας ένα είδος RNA (siRNA), ωστόσο, όταν χορηγείται με συμβατικό τρόπο, οι επιπτώσεις του siRNA διαρκούν μόλις λίγες ημέρες. Ένα μεταμοσχευμένο όργανο από έναν νεκρό δωρητή κατά κανόνα χρειάζεται εβδομάδες «επούλωσης» και μείωσης του κινδύνου απόρριψης. Το siRNA μπορεί επίσης να προκαλέσει επιπλοκές στα ενδοθηλιακά κύτταρα άλλων οργάνων.
 
Για να αυξήσουν τη χρονική διάρκεια των επιπτώσεων του siRNA, οι ερευνητές του Yale ανέπτυξαν ένα σύστημα χορήγησης φαρμάκου στο οποίο νανοσωματίδια βασιζόμενα σε πολυμερές μπορούν να μεταφέρουν siRNA στο σημείο του μοσχεύματος και να απελευθερώνουν αργά το φάρμακο. Επίσης, ανέπτυξαν μεθόδους εισαγωγής των νανοσωματιδίων στο όργανο πριν αυτό μεταμοσχευτεί, έτσι ώστε να λαμβάνει θεραπεία μόνο αυτό και όχι όλο το σώμα. Τα αποτελέσματα της δουλειάς αυτής δημοσιεύτηκαν στο Nature Communications.
 
Τα νανοσωματίδια αυτά, που δημιουργήθηκαν στο εργαστήριο του Mark Saltzman, μπορούν να προσαρμοστούν έτσι ώσε να έχουν ειδικές ιδιότητες. Σύμφωνα με τον Mark Saltzman, είναι σχεδιασμένα να έχουν ένα μικρό θετικό φορτίο, ώστε να αλληλεπιδρούν με το αρνητικό φορτίο του νουκλεϊκού οξέος του siRNA. Αυτή η «συνεργασία» καθιστά το σωματίδιο έναν «φυσικό» φορέα για το φάρμακο, εν αντιθέσεις με νανοσωματίδια που διατίθενται αυτή τη στιγμή για την ίδια δουλειά στο εμπόριο, τα οποία μπορούν να μεταφέρουν περιορισμένες ποσότητες του φαρμάκου.

Η ταχύτερη λάμψη του κόσμου!

Το φως άναψε μόνο για 53 πεντάκις εκατομμυριοστά του δευτερολέπτου: Αμερικανοί ερευνητές καμαρώνουν για τον ταχύτερο παλμό φωτός που έχει επιτευχθεί μέχρι σήμερα, μια εξέλιξη που διευρύνει το παράθυρο για τη μελέτη της ύλης σε υποατομικό επίπεδο. Η ερευνητική ομάδα στο Πανεπιστήμιο της Κεντρικής Φλόριντα περιγράφει στην επιθεώρηση Nature Communications πώς παρήγαγε έναν παλμό ακτίνων Χ που διήρκεσε μόλις 53 attosecond ή 5,3 x 10-19 δευτερόλεπτα.

Ήταν ένας ασύλληπτα γρήγορος παλμός, δεδομένου ότι στον χρόνο αυτόν το φως προλαβαίνει να διανύσει απόσταση μικρότερη από το ένα χιλιοστό του πάχους μιας ανθρώπινης τρίχας. Όπως οι κάμερες υψηλής ταχύτητας μπορούν να καταγράφουν βίντεο γρήγορων φαινομένων όπως η πτήση μιας υπερηχητικής σφαίρας, οι παλμοί ακτίνων Χ επιτρέπουν στους φυσικούς να απαθανατίζουν τα ταχύτατα ηλεκτρόνια σε άτομα και μόρια, εξηγεί ανακοίνωση του πανεπιστημίου.

«Παλμοί ακτίνων Χ στην κλίμακα των attosecond θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν προκειμένου να βιντεοσκοπήσουμε σε αργή κίνηση ηλεκτρόνια και άτομα σε ζωντανά κύτταρα» λέει ο καθηγητής Ζενγκού Τσανγκ, επικεφαλής της μελέτης.

Σουμέριοι λογιστές, Φοίνικες έμποροι κι Έλληνες γλεντζέδες – Η επινόηση της γραφής

Verba volant, scripta manent (Τα λόγια πετάνε, τα γραπτά μένουν)

Qui scribit, bis legit (Όποιος γράφει, διαβάζει δυο φορές.)

Τη σύγχρονη εποχή, ειδικά στον δυτικό κόσμο, σχεδόν όλοι οι άνθρωποι είναι εγγράμματοι. Η γραφή (και η ανάγνωση) θεωρούνται ικανότητες δεδομένες για όλους. Και υπάρχει η (ψευδής όπως θα δούμε) πεποίθηση ότι η επινόηση της γραφής ήταν of the people, by the people, for the people.
 
Όμως είναι πλέον εξακριβωμένο ότι πριν γίνει ΚΑΙ όργανο της ποίησης, της φαντασίας, της ψυχαγωγίας, της επιστήμης, η “κυριότερη λειτουργία της αρχαίας γραφής ήταν να διευκολύνει την υποδούλωση άλλων ανθρώπινων όντων”.
Αυτή η έκφραση ανήκει στον ανθρωπολόγο Claude Levi–Strauss, ο οποίος αναφέρει και μια σχετική ιστορία απ’ τα ταξίδια του, κάτι σαν παραβολή (μόνο που είναι αληθινή)

Ο Λεβιστρός βρέθηκε στον Αμαζόνιο κι έζησε αρκετό καιρό με φυλές που δεν είχαν ξανασυνασυναντήσει Ευρωπαίους. Όπως είναι φυσικό κατέγραφε τα πάντα στο σημειωματάριο του.
Ο αρχηγός κάποιας φυλής τον ρώτησε τι ακριβώς έκανε μ’ εκείνο το κομμάτι ξύλο (το μολύβι) και γιατί έφτιαχνε εκείνα τα σχέδια. Ο Λεβιστρός του εξήγησε τι είναι η γραφή. Ο αρχηγός εντυπωσιάστηκε και του ζήτησε ένα κομμάτι χαρτί κι ένα μολύβι. Έπειτα φώναξε όλα τα μέλη της φυλής και μπροστά στα έκπληκτα μάτια, στ’ ανοιχτά στόματα, ξεκίνησε να γράφει κι εκείνος, μ’ όλη τη σοβαρότητα που ταιριάζει σ’ έναν αρχηγό.
Βεβαίως αυτά που “έγραφε” δεν ήταν παρά γραμμές, σαν σκουλήκια (έτσι ενωμένα όπως του φάνηκαν τα γαλλικά γράμματα).
Σαν τέλειωσε γύρισε κι έδειξε το γραπτό του στη φυλή. Κι εκείνοι εντυπωσιάστηκαν με την ανωτερότητα του αρχηγού τους, που μπορούσε να κάνει αυτό που κανείς άλλος δεν καταλάβαινε.
Ο αρχηγός, και μόνο αυτός, κατείχε πλέον μια δύναμη υπέρτατη, αυτή της γραφής.

Για να καταλάβουμε τι εννοεί ο Λεβιστρός πρέπει να δούμε πού επινοήθηκε η γραφή. Σε ποιες κοινωνίες, από ποιους και για ποιο σκοπό χρησίμευε.
Καταρχήν καμία πρωτογονική κοινωνία, κυνηγών-τροφοσυλλεκτών, δεν είχε γραφή. Η αρχαιότερη (γνωστή) σφηνοειδής γραφή είναι αυτή που δημιουργήθηκε στην αυτοκρατορία των Σουμερίων, όταν κυβερνούσε ο αρχιερέας-βασιλιάς, Ενσί (3.000 π.Χ).
Ανεξάρτητα από αυτούς, χωρίς καμιά επιρροή, ανέπτυξαν γραφή και οι Ινδιάνοι του Μεξικό, στην αυτοκρατορία των Μάγια (600 π.Χ.)
 
Άλλες πρωτογραφές (επηρεασμένες πιθανότατα από εκείνη των Σουμέριων) ήταν στην Αίγυπτο, στην Κίνα, στην Κοιλάδα του Ινδού, στους Χετταίους και στη Μινωϊκή Κρήτη.
Ποιο είναι το κοινό χαρακτηριστικό όλων αυτών των κοινωνιών; Ήταν αυτοκρατορίες ή βασίλεια με ισχυρή πολιτική εξουσία, γραφειοκρατία και οργανωμένη θρησκεία.
Όλες αυτές οι πρωτογραφές ήταν λογογραφικές (σφηνοειδής, ιερογλυφικά, ιδεογράμματα) ή συλλαβικές, όπως η Γραμμική Α και Β.
Τα αρχαία συστήματα γραφής ήταν δυσνόητα και επιτηδευμένα, φτιαγμένα από εξειδικευμένους γραφείς για εξειδικευμένους γραφείς και δεν μπορούσε να τα καταλάβει κανείς άλλος από τους εξειδικευμένους γραφείς. Ήταν ένα εργαλείο εξουσίας για τον εκάστοτε ηγεμόνα -και το ιερατείο.
Όπως γράφει ο Jared Diamond: Οι βασιλείς κι οι ιερείς των αρχαίων Σουμερίων ήθελαν να χρησιμοποιείται η γραφή απ’ τους επαγγελματίες γραφείς για να καταγράφουν τους αριθμούς των προβάτων που είχαν να λάβουν ως φόρους, κι όχι από τις μάζες για να γράφουν ποίηση και να εξυφαίνουν συνωμοσίες”.

Το 90% των πινακίδων από την σουμεριακή πόλη Ουρούκ αποτελούν διοικητικές καταγραφές καταβληθέντων αγαθών, μεριδίων τροφής σε εργάτες και διανομής αγροτικών προϊόντων. Τα υπόλοιπα είναι κυρίως προπαγανδιστικά κείμενα για το μεγαλείο του βασιλιά.
Το 1/3 του συνόλου των πινακίδων της Γραμμικής Β απ’ το ανάκτορο της Κνωσσού αποτελούν λογιστικές καταγραφές προβάτων και μαλλιού.
Κι αφού μπορούμε να διακρίνουμε τον γραφικό χαρακτήρα των γραφέων (λογιστών ουσιαστικά) στις πινακίδες, βρίσκουμε ότι όλα τα σωζόμενα έγγραφα της Γραμμικής Β’ από την Κνωσσό είναι έργο 75 μόνο γραφέων. Ίσως αυτοί να ήταν και οι μόνοι που ήξεραν γραφή.
Όπως φαίνεται οι λογιστές προηγούνται των ποιητών.

Παρόμοιες περιορισμένες χρήσεις χαρακτηρίζουν την αρχαία αιγυπτιακή, μεσοαμερικανική και κινεζική γραφή.
Τα πρώιμα ιερογλυφικά των Αιγυπτίων κατέγραφαν θρησκευτικά και κρατικά προπαγανδιστικά κείμενα, καθώς και λογαριασμούς (παντού υπήρχαν λογιστές).
Τα σωζόμενα γραπτά κείμενα των Μάγια ήταν αφιερωμένα σε προπαγανδιστικά κείμενα και νίκες βασιλέων, καθώς και αστρονομικές παρατηρήσεις των ιερέων (γνώση ιερή, όχι για τον λαό).
Τα αρχαιότερα σωζόμενα κινεζικά κείμενα αποτελούνται από θρησκευτικές μαντείες για δυναστικές υποθέσεις (οι βασιλιάδες και οι ιερείς πάντα πλέουν μαζί).
 
Οι περιορισμένες χρήσεις και οι περιορισμένοι χρήστες της πρώιμης γραφής υποδεικνύουν τους λόγους για τους οποίους η γραφή εμφανίστηκε τόσο αργά κατά την εξελικτική πορεία των ανθρώπων.
Τα πρώιμα συστήματα γραφής εξυπηρετούσαν τις ανάγκες πολιτικών θεσμών (όπως την τήρηση αρχείων και τη βασιλική προπαγάνδα) σε σύνθετους -και με συγκεντρωτική εξουσία- πολιτισμούς.
Και οι χρήστες ήταν γραφειοκράτες πλήρους απασχόλησης, που έκαναν αυτό και μόνο -ενώ έτρωγαν απ’ τα πλεονάσματα τροφής που παρήγαν οι γεωργοί.
 
Με πιο απλά λόγια: Η γραφή επινοήθηκε απ’ την ανάγκη των πρώτων βασιλιάδων και ιερέων να ελέγξουν πιο αποτελεσματικά τους υπηκόους και τους πιστούς τους.
Όμως δημιούργησαν ένα όπλο που μπορούσε να στραφεί και εναντίον τους. Η αρχή αυτής της επανάστασης έγινε από τους εμπόρους Φοίνικες, που επινόησαν την πρώτη αλφαβητική γραφή και την μεταλαμπάδευσαν στους Έλληνες, που έγραψαν πολύ πιο ενδιαφέροντα κείμενα.

Με την πτώση του μυκηναϊκού πολιτισμού εξαφανίστηκε η Γραμμική Β (αφού κανείς δεν πλήρωνε πια τους 50 γραφείς που τη γνώριζαν).
Όταν επέστρεψε η γραφή στην Ελλάδα, η νέα γραφή, οι χρήστες της και οι χρήσεις της ήταν πολύ διαφορετικές.
 
Οι Έλληνες δανείστηκαν το φοινικικό αλφάβητο και το βελτίωσαν με την επινόηση των φωνηέντων. Η αλφαβητική γραφή ήταν πιο εύχρηστη και μπορούσε να μάθει να τη χειρίζεται οποιοσδήποτε.
Η ευκολία της νέας γραφής, σε συνδυασμό με τα νέα πολιτικά συστήματα που αναδύονταν, έδωσαν την ευκαιρία στους ανθρώπους (όχι στους γραφειοκράτες) να γράψουν όσα σκέφτονταν κι αισθάνονταν.
 
Η ελληνική αλφαβητική γραφή από τη στιγμή της εμφάνισης της έγινε όχημα για την ποίηση και την ψυχαγωγία.
Το πρώτο σωζόμενο δείγμα ελληνικής αλφαβητικής γραφής, χαραγμένο σε αθηναϊκή οινοχόη γύρω στα 740 π.Χ., είναι ένας ποιητικός στίχος που αναγγέλει έναν αγώνα χορού: “Όποιος απ’ τους χορευτές φανεί πιο επιδέξιος στον χορό θα κερδίσει αυτό το αγγείο”.
Το επομένο σωζόμενο δείγμα της, όπως και το πρώτο, δεν αφορά καθόλου σε λογιστικές καταγραφές φόρων και προβάτων, ούτε προπαγανδιστικές ιδέες και θρησκευτικές προφητείες.
 
Είναι τρεις στίχοι δακτυλικού εξάμετρου χαραγμένοι πάνω σε σκύφο:
“Είμαι το θαυμάσιο ποτήρι του Νέστορα. Όποιος πιει από αυτό το ποτήρι, αμέσως θα τον καταλάβει ο πόθος της καλλιστεφάνωτης Αφροδίτης”. (σκύφος των Πιθηκουσών)
Τα αρχαιότερα σωζόμενα δείγματα των ετρουσκικών και ρωμαϊκών αλφαβήτων (γεννήματα του ελληνικού) είναι επίσης επιγραφές σε ποτήρια και οινοχόες.
Δεν είναι τυχαίο ότι η νέα γραφή, αυτή που έμαθε ο λαός (of the people, by the people, for the people), είναι συνδεδεμένη εξαρχής με το γλέντι, τον χορό, την ποίηση και τον πόθο.
Αυτές είναι λέξεις που κανείς λογιστής δεν θα μπορούσε να χαράξει στις πήλινες πλάκες του.
 
Μόνο αργότερα, η χρήση του αλφάβητου, που χάρη στην ευκολία της εκμάθησης του είχε γίνει το όχημα της ιδιωτικής επικοινωνίας, επεκτάθηκε και το υιοθέτησαν για δημόσιους και γραφειοκρατικούς σκοπούς οι κυβερνώντες.
Όπως ακριβώς συνέβη με τη “μαλλιαρή” δημοτική, τη γλώσσα που μιλούσε ο λαός κι απεχθάνονταν οι δικτάτορες, οι επαΐοντες κι οι ιερείς.
 
Συμπερασματικά: Η γραφή, σαν ζωντανός οργανισμός, μοιάζει να εξελίσσεται κι αυτή, να προσαρμόζεται στον κόσμο όπου γράφεται.
Δημιουργήθηκε για να εξυπηρετήσει τις ελίτ, αλλά μεταλλάχτηκε, έτσι ώστε να μπορεί να εκφράσει κάθε ιδιαιτερότητα του λαού.
Η ιστορία της ανθρωπότητας μπορεί να εκφραστεί με τον τρόπο της γραφής. Πόσο διαφέρει ένα tweet κάποιου ψευδώνυμου χρήστη από τον Δίσκο της Φαιστού; (που είναι κάποιου ανώνυμου γραφέα.)
Η πιο σημαντική διαφορά είναι αυτή που δίνει το εξελικτικό πλεονέκτημα στη γραφή: Πόσοι μπορούν να τη διαβάσουν; Και πόσοι να τη γράψουν;

Νίτσε: Εμείς οι φιλόλογοι

Να πάτε να κρύψετε τα καλά έργα σας και να ομολογήσετε στους ανθρώπους τα αμαρτήματα σας. Βούδας
Ένα άσχημο πνευστό: πρέπει πρώτα να αρχίσει να ηχεί.
Πόσο λίγο διέπει τα ανθρώπινα πράγματα το λογικό, πόσο πολύ τα διέπει η σύμπτωση, τούτο γίνεται φανερό από την αναντιστοιχία που παρατηρείται ανάμεσα στο λεγόμενο επάγγελμα και την εμφανή έλλειψη κλίσης προς αυτό: οι ευτυχείς περιπτώσεις αποτελούν εξαίρεση, όπως και οι ευτυχισμένοι γάμοι — που κι αυτοί δεν οφείλονται στο λογικό.
 
Ο άνθρωπος επιλέγει το επάγγελμα σε μια στιγμή που δεν είναι ακόμα σε θέση να κάνει επιλογές· δε γνωρίζει τα διαφορετικά επαγγέλματα, δε γνωρίζει τον ίδιο του τον εαυτό- περνάει έπειτα τα πιο δραστήρια χρόνια του σ’ αυτό το επάγγελμα, χρησιμοποιεί εκεί όλη του τη στοχαστικότητα, γίνεται πιο έμπειρος. Όταν φτάσει στο κορύφωμα της γνώσης, είναι πια, συνήθως, πολύ αργά να ξεκινήσει κάτι καινούργιο, κι η σοφία είχε σχεδόν πάντοτε εδώ στη γη κάτι από την ανημποριά του γέροντα κι από τη μειωμένη μυϊκή δύναμη.
 
Το ζητούμενο είναι, ως επί το πλείστον, να επανορθώσει κατά κάποιον τρόπο κανείς τις έμφυτες αδυναμίες του φυσικού προικισμού του· πολλοί θα διαπιστώσουν ότι το υστερότερο κομμάτι της ζωής το χαρακτηρίζει μια αποφασιστικότητα που έχει αναδυθεί από κάποιαν αρχική δυσαρμονία· βιώνεται δύσκολα. Ωστόσο στο τέλος της ζωής έχει πια κανείς συνηθίσει – μπορεί κανείς τότε να πλανάται σχετικά με τη ζωή του και να παινεύει τη βλακεία του: bene navigavi cum naufragium feci, και να αρχίσει μάλιστα να ψέλνει ύμνους στην «Πρόνοια».
 
Ρωτώ σχετικά με τη γένεση του φιλολόγου και ισχυρίζομαι ότι:
  1. Ο νέος άνθρωπος δεν μπορεί καν να γνωρίζει τι είναι οι Έλληνες και οι Ρωμαίοι,
  2. δεν ξέρει αν ο ίδιος είναι κατάλληλος να τους ερευνήσει,
  3. και προπαντός δεν ξέρει κατά πόσο είναι κατάλληλος να διδάξει με εργαλείο αυτή τη γνώση. Αυτό επομένως που επιδρά καθοριστικά επάνω του δεν είναι η επίγνωση για τον εαυτό του και την επιστήμη του, αλλά:
α) μίμηση,
β) νωθρότητα, καθώς εξακολουθεί να ασχολείται με ό,τι ασχολιόταν στο σχολείο,
γ) σιγά-σιγά και ο σκοπός του βιοπορισμού.
 
Έχω τη γνώμη ότι οι 99 στους 100 φιλολόγους δε θα έπρεπε να ήσαν φιλόλογοι.
 
Ορισμένες αυστηρότερες θρησκείες ζητούν από τον άνθρωπο να εννοεί τη δραστηριότητα του ως μέσο ενός μεταφυσικού σχεδίου: έτσι, μια αποτυχημένη επιλογή επαγγέλματος «εξηγείται» ως δοκιμασία του ατόμου. Οι θρησκείες νοιάζονται μόνο για τη σωτηρία του ατόμου: είτε για δούλο πρόκειται ή για ελεύθερο, έμπορο ή σπουδαγμένο, ο σκοπός της ζωής του δεν έγκειται στο επάγγελμα του, κι έτσι μια λαθεμένη επιλογή δεν είναι καμιά μεγάλη συμφορά.
 
Τούτο αποτελεί παρηγοριά για τους φιλολόγους· οι γνήσιοι ωστόσο φιλόλογοι έχουν ξεκάθαρη επίγνωση: τι θα γίνει με μια επιστήμη που τη θεραπεύει ένα τέτοιο 99 τοις εκατό; Αυτή η ουσιαστικά ακατάλληλη πλειονότητα ρυθμίζει την επιστήμη και θέτει απαιτήσεις ανάλογες με τις ικανότητες και τις κλίσεις της πλειονότητας: με αυτότυραννάει τον πραγματικά ικανό, εκείνο τον εκατοστό. Αν συμβαίνει να έχει στα χέρια της την αγωγή, την ασκεί ακολουθώντας συνειδητά ή ασύνειδα το δικό της πρότυπο. Τι θα απογίνει λοιπόν με τον κλασικό χαρακτήρα των Ελλήνων και των Ρωμαίων;
 
Προς απόδειξη:
 
Α. Η αναντιστοιχία ανάμεσα στους φιλολόγους και τους Αρχαίους.
Β. Η ανικανότητα των φιλολόγων να ασκήσουν παιδευτικό έργο με τη βοήθεια των Αρχαίων.
Γ. Η νόθευση της επιστήμης εξαιτίας (της ανικανότητας) των πλειονοτήτων, των λαθεμένων απαιτήσεων, της απάρνησης των ουσιαστικών στόχων αυτής της επιστήμης.
 
Oλ’ αυτά αφορούν τη γένεση του τωρινού φιλολόγου: σκεπτικά μελαγχολική θέση. Πώς αλλιώς όμως πλάθονται φιλόλογοι;
 
Μίμηση της αρχαιότητας: δεν πρόκειται άραγε για μιαν αρχή (Prinzip) που τελικά έχει αναιρεθεί;
Φυγή από την πραγματικότητα στους αρχαίους: με αυτό δε νοθεύεται η αντίληψη για την αρχαιότητα;
 
Μένει ακόμη ένα είδος θεώρησης: να εννοήσουμε πώς τα μεγαλύτερα παράγωγα του πνεύματος έχουν ένα τρομερό και κακό βάθος· η σκεπτική θεώρηση: ο ελληνικός κόσμος εξετάζεται ως το ωραιότερο παράδειγμα της ζωής.
 
Δύσκολο να κρίνει κανείς σωστά.
 
Κάτι παρηγορητικό από εμένα ειδικά για τους τυραννισμένους Διαλεχτούς: θα χρησιμοποιούν όλες εκείνες τις πλειονότητες απλά ως βοηθούς τους, κι επίσης θα αξιοποιούν προς όφελος τους την προκατάληψη – που ακόμη υπάρχει – υπέρ της διδασκαλίας των κλασικών μαθημάτων χρειάζονται πολλούς εργάτες. Είναι ωστόσο απολύτως απαραίτητο να έχουν οι ίδιοι επίγνωση των στόχων τους.
 
Η φιλολογία ως επιστήμη για την αρχαιότητα δεν έχει, φυσικά, αιώνια διάρκεια – το υλικό της θα εξαντληθεί. Αυτό που δε θα εξαντληθεί είναι η διαρκώς νέα προσαρμογή κάθε εποχής στην αρχαιότητα, η αναμέτρηση της με αυτήν. Αν ανατεθεί στο φιλόλογο ως έργο του να κατανοήσει καλύτερα, διαμέσου της αρχαιότητας, τη δική του εποχή, τότε το έργο του είναι αιώνιο. – Αυτή είναι η αντινομία της φιλολογίας: στην πραγματικότητα η αρχαιότητα γινόταν πάντοτε κατανοητή μόνο με βάση το παρόν – και πρέπει τώρα να γίνει το παρόν κατανοητό με βάση την αρχαιότητα;
 
Πιο σωστά: η εξήγηση της αρχαιότητας γινόταν με βάση αυτό που είχε βιωθεί, και με βάση την αρχαιότητα, που την είχαμε προσεγγίσει κατ’ αυτό τον τρόπο, γινόταν η ταξινόμηση, η αξιολόγηση αυτού το οποίο είχε βιωθεί. Έτσι, το βίωμα αποτελεί, βέβαια, την απαραίτητη προϋπόθεση για έναν φιλόλογο – τούτο όμως σημαίνει: ότι πρώτα θα είναι άνθρωπος, και μόνον έπειτα θα γίνει γόνιμος ως φιλόλογος. Από αυτό έπεται ότι κατάλληλοι για φιλόλογοι είναι οι ωριμότεροι άνθρωποι, εφόσον στη βιωματικά πιο πλούσια περίοδο της ζωής τους δεν ήσανφιλόλογοι.
 
Γενικώς όμως: μόνο με τη γνώση του παρόντος μπορεί κανείς να λάβει την παρόρμηση προς την κλασική αρχαιότητα. Δίχως αυτή τη γνώση – πούθε θα ερχόταν η παρόρμηση; Αν προσέξει κανείς πόσο λίγοι φιλόλογοι υπάρχουν πέρα από εκείνους που ζουν από αυτό το επάγγελμα, μπορεί να συμπεράνει τι συμβαίνει με εκείνη την παρόρμηση προς την αρχαιότητα – σχεδόν δεν υπάρχει· γιατί δεν υπάρχουν ανιδιοτελείς φιλόλογοι.
 
Πρέπει, έτσι, να τάξουμε ως έργο: να πάρουμε από τα χέρια των φιλολόγων την καθολική παιδευτική επίδραση που ασκούν! Μέσο: περιορισμός της τάξης των φιλολόγων αμφιλεγόμενο το κατά πόσο θα φέρουμε σε επαφή τη νεολαία με αυτή την τάξη. Κριτική του φιλολόγου. Η αξιοπρέπεια της αρχαιότητας: βουλιάζει μαζί σας: πόσο βαθιά πρέπει να ‘χετε βουλιάξει, αφού αυτή η αξιοπρέπεια έχει κατεβεί τώρα τόσο χαμηλά!
 
Ένα μεγάλο πλεονέκτημα για το φιλόλογο είναι ότι η επιστήμη του έχει κάνει τόσο μεγάλη προεργασία, προκειμένου να πάρει αυτός στα χέρια του, αν μπορέσει, την κληρονομιά — δηλ. να επιχειρήσει την αποτίμηση του ελληνικού στοχασμού στο σύνολο του. Όσο καταπιανόταν κανείς με επιμέρους ζητήματα, οδηγείτο σε μια παρανόηση των Ελλήνων. Τους αναβαθμούς αυτής της παρανόησης πρέπει να τους σημειώσουμε: Σοφιστές του 2ου αι., οι φιλόλογοι-ποιητές της Αναγέννησης, ο φιλόλογος ως δάσκαλος των ανώτερων τάξεων (Goethe – Schiller).
 
Το να εκφέρει κανείς κρίση είναι εξαιρετικά δύσκολο.
 
Πώς είναι κανείς καταλληλότατος για αυτή την αποτίμηση;
— Οπωσδήποτε όχι όταν προετοιμάζεται ως φιλόλογος με τον τρόπο που γίνεται τώρα. Να ειπωθεί πώς τα μέσα καθιστούν εδώ τον τελικό στόχο αδύνατον.
 
Επομένως ο φιλόλογος δεν αποτελεί αυτός καθαυτόν τον τελικό σκοπό της φιλολογίας.
 
Οι περισσότεροι άνθρωποι δε λογαριάζουν, προφανώς, διόλου τον εαυτό τους για άτομο· αυτό δείχνει η ζωή τους. Η χριστιανική απαίτηση να συλλογίζεται καθένας τη σωτηρία του και μόνον αυτή, έχει αντίθετη της την ανθρώπινη ζωή γενικά, όπου καθένας ζει μόνο σαν ένα σημείο ανάμεσα σε σημεία, όχι μόνο πέρα για πέρα ως το αποτέλεσμα παλαιότερων γενεών αλλά και ως κάτι που ζει με το βλέμμα στραμμένο σ’ αυτούς που έρχονται.
 
Μόνο σε τρεις μορφές της ύπαρξης ο άνθρωπος παραμένει άτομο: ως φιλόσοφος, ως άγιος, ως καλλιτέχνης. Αρκεί να δει κανείς πώς χαραμίζει τη ζωή του ένας άνθρωπος της επιστήμης: τι σχέση έχουν τα μόρια της αρχαίας ελληνικής με το νόημα της ζωής; — Βλέπουμε έτσι και εδώ πόσο αναρίθμητα πολλοί άνθρωποι ουσιαστικά ζουν μόνο και μόνο για να προετοιμάσουν έναν πραγματικό άνθρωπο: παραδείγματος χάριν οι φιλόλογοι για να προετοιμάσουν το φιλόσοφο, ο οποίος ξέρει να αξιοποιήσει την κοπιαστική δουλειά τους, προκειμένου να αποφανθεί για την αξία της ζωής. Βεβαίως, όταν δεν υπάρχει οδήγηση, το μεγαλύτερο μέρος εκείνης της κοπιαστικής εργασίας είναι χωρίς νόημα και περιττό.
 
Εκτός από το πλήθος των ατάλαντων φιλολόγων υπάρχει, αντίστροφα, και ένας αριθμός «γεννημένων» φιλολόγων, οι οποίοι για τον ένα ή τον άλλο λόγο εμποδίζονται να γίνουν κάτι. Το σημαντικότερο εμπόδιο όμως που σταματάει αυτούς τους γεννημένους φιλολόγους είναι η κακή εκπροσώπηση της φιλολογίας από τους ατάλαντους φιλολόγους.
 
Ας αναλογιστεί κανείς πόσο διαφορετικά αναπαράγεται μια επιστήμη και πόσο διαφορετικά ένα ειδικό ταλέντο μέσα σε μια οικογένεια. Σωματική αναπαραγωγή της επιμέρους επιστήμης είναι κάτι εντελώς σπάνιο. Θα ‘ταν άραγε εύκολο τα παιδιά των φιλολόγων να γίνουν φιλόλογοι; Dubito. Δεν προκύπτει καμιά συσσώρευση φιλολογικών ικανοτήτων, όπως, ας πούμε, συνέβαινε με τις μουσικές ικανότητες στην οικογένεια του Beethoven. Οι περισσότεροι ξεκινούν από την αρχή: και μάλιστα με βιβλία, όχι με ταξίδια κλπ. Ίσως όμως αγωγή.
 
Οι περισσότεροι άνθρωποι βρίσκονται προφανώς κατά τύχη στον κόσμο: δε διαφαίνεται επάνω τους καμιά αναγκαιότητα υψηλότερης μορφής. Καταπιάνονται μ’ αυτό και μ’ εκείνο, το ταλέντο τους είναι μέτριο. Τι παράξενο! Ο τρόπος που ζουν δείχνει ότι θεωρούν τον εαυτό τους ένα τίποτα, τον χαλαλίζουν καθώς επιδίδονται σε τιποτένια πράγματα (είτε για μικροπρεπή πάθη πρόκειται ή για ασήμαντα μικροπράγματα του επαγγέλματος τους).
 
Στα λεγόμενα βιοποριστικά επαγγέλματα που καθένας οφείλει να διαλέξει, είναι αποτυπωμένη μια ολιγάρκεια των ανθρώπων: σαν να λένε με το επάγγελμα τους ότι προορισμός μας είναι να φανούμε χρήσιμοι στους συνανθρώπους μας και να τους υπηρετήσουμε, κι ο γείτονας μας επίσης, το ίδιο κι εκείνου ο γείτονας. Κι έτσι καθένας υπηρετεί τον άλλο, κανένας δεν ασκεί ένα επάγγελμα για τον εαυτό του αλλά πάντοτε για χάρη κάποιων άλλων.
 
Έχουμε έτσι μια χελώνα ακουμπισμένη επάνω σε μιαν άλλη που κι αυτή πάλι έχει ακουμπήσει σε μιαν άλλη και ούτω καθεξής. Όταν καθένας εντοπίζει το σκοπό του σε κάποιον άλλο, τότε κανένας τους δεν έχει ένα δικό του σκοπό για τον οποίο να υπάρχει· κι αυτό το «να υπάρχουμε ο ένας για τον άλλο» είναι η κωμικότερη κωμωδία.
 
Ματαιοδοξία είναι η αβίαστη κλίση να εμφανίζεται κανείς ως άτομο, ενώ δεν είναι- να εμφανίζεται δηλαδή ως ανεξάρτητος, ενώ είναι εξαρτημένος. Η σοφία είναι το αντίθετο: εμφανίζεται ως εξαρτημένη, ενώ είναι ανεξάρτητη.
 
Οι ομηρικές σκιές του Άδη – με πρότυπο ποιας λογής ύπαρξη είναι ζωγραφισμένες; Πιστεύω ότι αποτελούν την περιγραφή του φιλολόγου· κάλλιο μεροκαματιάρης παρά μια αναιμική ανάμνηση από τα περασμένα – τα μεγάλα και τα μικρά (θυσία πολλών προβάτων).
 
Η στάση του φιλολόγου απέναντι στην αρχαιότητα είναι στάση απολογητική ή, ακόμη, καθορίζεται από την πρόθεση του να εντοπίσει στην αρχαιότητα ό,τι εκτιμά η δική μας εποχή. Το σωστό αφετηριακό σημείο είναι το αντίθετο: να ξεκινάς δηλαδή από την επίγνωση για τα στραβά που υπάρχουν στη νεότερη εποχή και να κοιτάς προς τα πίσω – πάρα πολλά πράγματα που μας σκανδαλίζουν στην αρχαιότητα προβάλλουν τότε ως βαθυστόχαστη αναγκαιότητα.
 
Πρέπει να το αντιληφθεί κανείς ξεκάθαρα ότι γινόμαστε εντελώς παράλογοι όταν υπερασπιζόμαστε την αρχαιότητα και την εξωραΐζουμε: τι είμαστε εμείς!
 
Αποτελεί λανθασμένη αντίληψη να λέει κανείς ότι πάντοτε υπήρχε μια κάστα που κρατούσε στα χέρια της τη μόρφωση ενός λαού – επομένως, ότι οι άνθρωποι των γραμμάτων είναι απαραίτητοι. Γιατί οι άνθρωποι αυτοί κατέχουν απλώς τη γνώση σχετικά με τη μόρφωση (κι αυτό μόνο στην καλύτερη περίπτωση). Κάπως πιο μορφωμένοι άνθρωποι θα υπάρχουν και σ’ εμάς, κάστα όχι· αυτοί όμως θα είναι ελάχιστοι.
 
Μεγάλο μέρος της αξίας της αρχαιότητας έγκειται στο ότι τα κείμενα της είναι τα μόνα τα οποία οι σύγχρονοι άνθρωποι εξακολουθούν να τα διαβάζουν προσεκτικά.
 
Υπερένταση του μνημονικού – κάτι πολύ συνηθισμένο στους φιλολόγους- περιορισμένη ανάπτυξη της κρίσης.
 
Όποιος δεν έχει καμιά αίσθηση για το συμβολικό δεν έχει και για την αρχαιότητα: η φράση αυτή έχει την εφαρμογή στους νηφάλιους φιλολόγους.
 
Σκοπός μου είναι: να ανάψω μεγάλη έχθρα ανάμεσα στον τωρινό «πολιτισμό» και στην αρχαιότητα. Όποιος θέλει να υπηρετήσει το πρώτο πρέπει να μισήσει το δεύτερο.
 
Κοιτάζοντας προσεκτικά προς τα πίσω οδηγούμαστε στην επίγνωση ότι είμαστε ένας πολλαπλασιασμός πολλών παρελθόντων: πώς θα ήτανε, λοιπόν, δυνατόν να αποτελούμε και τον τελικό στόχο; — Γιατί όμως όχι; Τις περισσότερες ωστόσο φορές διόλου δε θέλουμε να είμαστε ένας τέτοιος σκοπός, ξαναμπαίνουμε αμέσως στη σειρά, δουλεύουμε σε μια γωνίτσα και ελπίζουμε ότι το έργο μας δε θα πάει εντελώς χαμένο για τους επιγενόμενους.
 
Τούτο όμως είναι πραγματικά πίθος των Δαναΐδων: δεν οδηγεί πουθενά, πρέπει να κάνουμε τα πάντα ξανά από την αρχή για μας και μόνο για μας και, για παράδειγμα, να μετρήσουμε την επιστήμη επάνω μας, θέτοντας το ερώτημα: Τι είναι για εμάς η επιστήμη; Κι όχι: Τι είμαστε εμείς για την επιστήμη;
 
Στ’ αλήθεια παίρνει κανείς στη ζωή του τον εύκολο δρόμο, αν εκλάβει τον εαυτό του έτσι απλά με ιστορικό πρίσμα και τον θέσει στην υπηρεσία της ιστορίας. «Πάνω απ’ όλα είναι η σωτηρία του εαυτού σου», πρέπει να πούμε μέσα μας, και δεν υπάρχει θεσμός άλλος που να πρέπει να τον σεβαστείς παρεκτός από τη δική σου την ψυχή.
 
Αλλά τώρα ο άνθρωπος, καθώς μαθαίνει τον εαυτό του, τον βρίσκει αξιολύπητο, τον περιφρονεί, χαίρεται να ανακαλύπτει κάτι αξιοτίμητο έξω από αυτόν. Κι έτσι πετάει σαν κάτι άχρηστο τον εαυτό του, καθώς τον εντάσσει σε κάτι άλλο, και «εκτίει» τη ζωή του εκπληρώνοντας αυστηρά το καθήκον του. Ξέρει ότι δεν εργάζεται για τον εαυτό του· θα βοηθάει όσους τολμούν να υπάρχουν για λογαριασμό τους — όπως ο Σωκράτης.
 
Οι περισσότεροι άνθρωποι αιωρούνται σαν ένα σμάρι μπαλόνια κάθε πνοή του ανέμου τους μετακινεί πότ’ εδώ και πότε εκεί.
Συμπέρασμα: επιστήμονας πρέπει να γίνεται κανείς από αυτογνωσία, άρα από αυτοπεριφρόνηση, πρέπει δηλαδή να έχει συναίσθηση ότι είναι υπηρέτης ενός Ανωτέρου από αυτόν, που θα ‘ρθει ύστερα από αυτόν. Διαφορετικά είναι πρόβατο.
Δουλειά του ελεύθερου ανθρώπου είναι να ζει για τον εαυτό του και όχι εν αναφορά προς άλλους. Για τούτο οι Έλληνες θεωρούσαν αναξιόπρεπο να ασκεί κανείς ένα επάγγελμα.
 
Η ελληνική αρχαιότητα δεν έχει ακόμη αξιολογηθεί, ως ολότητα· είμαι βέβαιος ότι αν κατά παράδοση δεν την περιέβαλλε αυτός ο άκριτος θαυμασμός, οι σύγχρονοι άνθρωποι θα την τίναζαν από πάνω τους με αποστροφή: η αίγλη της, επομένως, είναι κίβδηλη, από χρυσόχαρτο.
 
Ο ανειλικρινής ενθουσιασμός για την αρχαιότητα, με τον οποίο ζουν πολλοί φιλόλογοι. Στην πραγματικότητα η αρχαιότητα εισβάλλει επάνω μας, όσο είμαστε νέοι, μ’ ένα πλήθος από τετριμμένα πράγματα, ιδίως πιστεύουμε ότι είμαστε πέραν της ηθικής. Ο Όμηρος και ο Walter Scott — ποιος θα ‘παιρνε το βραβείο; Ας είμαστε ειλικρινείς! Αν ο ενθουσιασμός ήταν μεγάλος, δύσκολα θα αναζητούσε κανείς εκεί το επάγγελμα του. Εννοώ: μόνον αργότερα αρχίζει να αχνοφαίνεται τι μπορούν να μας δώσουν οι Έλληνες: όταν πια θα ‘χουμε βιώσει πολλά και θα ‘χουμε στοχαστεί πολύ.
 
Πιστεύουν ότι η φιλολογία έχει τελειώσει – κι εγώ πιστεύω ότι δεν έχει ακόμη καν αρχίσει.
 
Τα μεγαλύτερα γεγονότα που έχουν συμβεί στη φιλολογία είναι η εμφάνιση του Goethe, του Schopenhauer και του Wagner: με αυτούς μπορεί κανείς να ρίξει ένα βλέμμα που να φτάνει ως πιο πέρα. Μπορούμε τώρα να ανακαλύψουμε τον 5ο και τον 6ο αιώνα.
 
Πού γίνεται φανερή η επίδραση της αρχαιότητας; Ούτε στη γλώσσα, ούτε στη μίμηση κάποιου πράγματος, ούτε καν σε κάτι στραβό, όπως αυτό με το οποίο φανέρωσαν αυτή την επίδραση οι Γάλλοι. Τα μουσεία μας κατακλύζονται από κόσμο· νιώθω αηδία όταν βλέπω γυμνές φιγούρες σε ελληνικό στυλ: όταν έχω μπροστά μου αυτό τον Φιλισταϊσμό που θέλει να τα καταπιεί όλα.
 
Il faut dire la vérité et s’immoler. Voltaire
 
Ας υποθέσουμε προς στιγμήν ότι υπήρχαν κάποια πιο ελεύθερα και ανώτερα πνεύματα, που δε θα ικανοποιούνταν με τη μόρφωση που είναι τώρα της μόδας και που θα την έσυραν στα δικαστήρια τους να τη δικάσουν. Τι θα είχε να τους πει η κατηγορουμένη;
 
Προπαντός τούτο: «Ανεξάρτητα από το αν έχετε ή όχι δικαίωμα να με κατηγορείτε, μην τα βάζετε μαζί μου, αλλά με αυτούς που με έπλασαν· αυτοί έχουν χρέος να με υπερασπιστούν, κι εγώ το δικαίωμα να σιωπήσω: είμαι απλώς το δημιούργημα τους».
 
Θα άρχιζε τότε η ανάκριση των δημιουργών, κι ανάμεσα τους θα ξεχώριζε κανείς και μιαν ολόκληρη τάξη, αυτήν των φιλολόγων. Η τάξη αυτή απαρτίζεται αφενός από ανθρώπους, οι οποίοι χρησιμοποιούν τη γνώση τους γύρω από την ελληνική και τη ρωμαϊκή αρχαιότητα για να παιδαγωγήσουν με αυτήν νέους δεκατριών έως είκοσι χρόνων, και αφετέρου από ανθρώπους που ως έργο τους έχουν να μορφώνουν διαρκώς τέτοιους δασκάλους, δηλαδή από παιδαγωγούς των παιδαγωγών οι φιλόλογοι της πρώτης κατηγορίας διδάσκουν στα γυμνάσια, της δεύτερης είναι καθηγητές στα πανεπιστήμια.
 
Στους πρώτους εμπιστευόμαστε διαλεχτούς νέους που έγκαιρα έχει γίνει φανερό ότι διαθέτουν ταλέντο και ευγενικό φρόνημα και που οι γονείς τους μπορούν να ξοδέψουν αρκετό χρόνο και χρήματα- αν τους εμπιστευθεί κανείς και άλλους νέους που δεν πληρούν αυτούς τους τρεις όρους, είναι στο χέρι των δασκάλων να μη τους δεχθούν.
 
Η δεύτερη κατηγορία, αυτή που την απαρτίζουν οι φιλόλογοι του πανεπιστημίου, αναλαμβάνει τους νέους ανθρώπους, που νιώθουν την ανάγκη να αφιερωθούν στο πιο υψηλό και πιο απαιτητικό επάγγελμα: να γίνουν δάσκαλοι και παιδαγωγοί του ανθρώπινου γένους- και αυτοί πάλι έχουν τη δυνατότητα να βάλουν κατά μέρος τους παρείσακτους. Οσάκις λοιπόν καταγγέλλεται η παιδεία μιας εποχής, τούτο ισοδυναμεί με επίθεση κατά των φιλολόγων: είτε δηλαδή σκόπιμα επιδιώκουν εκείνην ακριβώς την κακή παιδεία, επειδή – λόγω διεστραμμένης αντιλήψεως – τη θεωρούν καλή, είτε πάλι δεν την επιδιώκουν αλλά είναι οι ίδιοι πάρα πολύ αδύναμοι για να επιβάλλουν το καλό, που γνωρίζουν ποιο είναι. Η ευθύνη τους επομένως έγκειται στην ελλειμματική γνώση τους ή στην αδυναμία της βούλησης τους. Στην πρώτη περίπτωση θα λέγατε ότι δεν ξέρουν τίποτε καλύτερο, στη δεύτερη ότι δεν μπορούν.
 
Καθώς όμως οι φιλόλογοι ασκούν το παιδαγωγικό έργο με τη βοήθεια κυρίως της ελληνικής και της ρωμαϊκής αρχαιότητας, η ελλειματική γνώση τους που δεχτήκαμε στην πρώτη περίπτωση θα μπορούσε να εκδηλωθεί είτε με το ότι οι φιλόλογοι δεν κατανοούν την αρχαιότητα, είτε πάλι όμως και με το ότι τη μεταφέρουν κακώς στην εποχή μας ως το πιο σημαντικό τάχα μέσο αγωγής, δεδομένου ότι η αρχαιότητα δεν έχει ή δεν έχει τώρα πια μορφωτική αξία.
 
Αν αντιθέτως καταλογίσει κανείς στους φιλολόγους αδυναμία της βούλησης τους, σωστά τότε αυτοί θα αναγνώριζαν στην αρχαιότητα εκείνη την παιδευτική σημασία και ισχύ, δε θα ήσαν όμως οι φιλόλογοι τα κατάλληλα εργαλεία, με τα οποία θα ήταν δυνατό να εκδηλώνει η αρχαιότητα αυτή την ισχύ. Πράγμα που σημαίνει ότι κακώς θα ήσαν δάσκαλοι και ότι βρίσκονται σε λαθεμένη θέση. Πώς βρέθηκαν όμως εκεί; Εξαιτίας μιας πλάνης σχετικά με τον εαυτό τους και τον προορισμό τους.
Για να καταλογίσει επομένως κανείς στους φιλολόγους το μέρος της ευθύνης που τους ανήκει για την κακή κατάσταση της σύγχρονης παιδείας θα μπορούσε να συγκεφαλαιώσει τις διαφορετικές δυνατότητες στην ακόλουθη πρόταση.
Τρία πράγματα οφείλει να κατανοήσει ο φιλόλογος προκειμένου να αποδείξει την αθωότητα του: την αρχαιότητα, το παρόν, τον εαυτό του. Η ενοχή του έγκειται στο ότι είτε την αρχαιότητα δεν κατανοεί, είτε το παρόν, είτε τον εαυτό του. Ερώτημα πρώτο: κατανοεί ο φιλόλογος την αρχαιότητα;
------------
Σημείωση
Wir Philologen [Εμείς οι φιλόλογοι] είναι ο τίτλος ενός ακόμη ανολοκλήρωτου Παράκαιρου Στοχασμού. Όπως διαφαίνεται από τις σωζόμενες καταγραφές, ο Nietzsche θα επιχειρούσε εκεί μια συνολική κριτική αποτίμηση της κλασικής φιλολογίας και των φορέων της, των κλασικών φιλολόγων, θα προσπαθούσε να προσδιορίσει τους στόχους των κλασικών σπουδών, θα ανασκεύαζε λανθασμένες αντιλήψεις για την κλασική – ιδίως την Ελληνική – αρχαιότητα, θα αμφισβητούσε την αξίωση των φιλολόγων ότι πρέπει να έχουν αυτοί υπό τον έλεγχο τους την εκπαίδευση, κυρίως όμως θα τόνιζε ότι σε τελική ανάλυση η κλασική φιλολογία είναι επιστήμη «χαμηλών προδιαγραφών», η οποία πάντοτε θα χρειάζεται να τη στεφανώνει ένα πλατύτερο φιλοσοφικό όραμα· στο πλαίσιο αυτό ο Νίτσε θα προσπαθούσε ακόμη να αποσαφηνίσει και τη δική του θέση απέναντι στην επιστήμη του.
 
Οι κατάλοιπες καταγραφές ανάγονται στο χρονικό διάστημα από το φθινόπωρο του 1874 ως το καλοκαίρι του επομένου έτους, ανήκουν δηλαδή στην περίοδο που ο Νίτσε ήταν καθηγητής της κλασικής φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο της Βασιλείας (1869-1879), και απλώνονται σε εκατό, περίπου, σελίδες του 8ου τόμου της Kritische Studienausgabe (Βερολίνο 1980). Από τα σημειώματα αυτά μεταφράσαμε εδώ όσα έχει συμπεριλάβει ο K. Schiechta στον τελευταίο τόμο της δικής του τρίτομης έκδοσης των Απάντων του Νίτσε.
 
Σχετικά με αυτά τα περισσότερο ή λιγότερο πρόχειρα σχεδιάσματα (ορισμένα αποτελούν απλώς στηρίγματα της μνήμης), ο αναγνώστης πρέπει να έχει υπ’ όψη του ότι δεν πρόκειται για καθαυτό αποσπάσματα, δηλαδή σπαράγματα από ένα ολοκληρωμένο έργο, αλλά για απομεινάρια από το προζύμι με το οποίο πλαθόταν κάτι που έμελλε να μην ολοκληρωθεί ποτέ – που. όμως, ακόμη και σε αυτή την ατελή μορφή του διατηρεί την αξία του. Γιατί αν αναλογιστούμε ότι στα εκατόν είκοσι χρόνια που κύλισαν από τότε η κλασική φιλολογία δεν έχει, ουσιαστικά, αλλάξει τροχιά, αντιλαμβανόμαστε ότι αυτά τα ταπεινά απομεινάρια εξακολουθούν να είναι και επίκαιρα και προφητικά!