Τετάρτη, 26 Ιουλίου 2017

ΡΗΤΟΡΙΚΗ: ΔΗΜΟΣΘΕΝΗΣ - Περὶ τοῦ στεφάνου (39-42)

[39] Λέγε δὴ τὴν ἐπιστολὴν ἣν ἔπεμψε Φίλιππος μετὰ ταῦτα.

ΕΠΙΣΤΟΛΗ.
[Βασιλεὺς Μακεδόνων Φίλιππος Ἀθηναίων τῇ βουλῇ καὶ τῷ δήμῳ χαίρειν. ἴστε ἡμᾶς παρεληλυθότας εἴσω Πυλῶν καὶ τὰ κατὰ τὴν Φωκίδα ὑφ᾽ ἑαυτοὺς πεποιημένους, καὶ ὅσα μὲν ἑκουσίως προσετίθετο τῶν πολισμάτων, φρουρὰς εἰσαγηοχότας, τὰ δὲ μὴ ὑπακούοντα κατὰ κράτος λαβόντες καὶ ἐξανδραποδισάμενοι κατεσκάψαμεν. ἀκούων δὲ καὶ ὑμᾶς παρασκευάζεσθαι βοηθεῖν αὐτοῖς γέγραφα ὑμῖν, ἵνα μὴ πλεῖον ἐνοχλῆσθε περὶ τούτων· τοῖς μὲν γὰρ ὅλοις οὐδὲν μέτριόν μοι δοκεῖτε ποιεῖν, τὴν εἰρήνην συνθέμενοι καὶ ὁμοίως ἀντιπαρεξάγοντες, καὶ ταῦτα οὐδὲ συμπεριειλημμένων τῶν Φωκέων ἐν ταῖς κοιναῖς ἡμῶν συνθήκαις. ὥστε ἐὰν μὴ ἐμμένητε τοῖς ὡμολογημένοις, οὐδὲν προτερήσετε ἔξω τοῦ ἐφθακέναι ἀδικοῦντες.]

[40] Ἀκούεθ᾽ ὡς σαφῶς δηλοῖ καὶ διορίζεται ἐν τῇ πρὸς ὑμᾶς ἐπιστολῇ πρὸς τοὺς αὑτοῦ συμμάχους, ὅτι «ἐγὼ ταῦτα πεποίηκ᾽ ἀκόντων Ἀθηναίων καὶ λυπουμένων, ὥστ᾽ εἴπερ εὖ φρονεῖτ᾽, ὦ Θηβαῖοι καὶ Θετταλοί, τούτους μὲν ἐχθροὺς ὑπολήψεσθε, ἐμοὶ δὲ πιστεύσετε», οὐ τούτοις τοῖς ῥήμασιν γράψας, ταῦτα δὲ βουλόμενος δεικνύναι. τοιγαροῦν ἐκ τούτων ᾤχετ᾽ ἐκείνους λαβὼν εἰς τὸ μηδ᾽ ὁτιοῦν προορᾶν τῶν μετὰ ταῦτα μηδ᾽ αἰσθάνεσθαι, ἀλλ᾽ ἐᾶσαι πάντα τὰ πράγματ᾽ ἐκεῖνον ὑφ᾽ ἑαυτῷ ποιήσασθαι· ἐξ ὧν ταῖς παρούσαις συμφοραῖς οἱ ταλαίπωροι κέχρηνται.

[41] ὁ δὲ ταύτης τῆς πίστεως αὐτῷ συνεργὸς καὶ συναγωνιστὴς καὶ ὁ δεῦρ᾽ ἀπαγγείλας τὰ ψευδῆ καὶ φενακίσας ὑμᾶς, οὗτός ἐσθ᾽ ὁ τὰ Θηβαίων ὀδυρόμενος νῦν πάθη καὶ διεξιὼν ὡς οἰκτρά, καὶ τούτων καὶ τῶν ἐν Φωκεῦσι κακῶν καὶ ὅσ᾽ ἄλλα πεπόνθασιν οἱ Ἕλληνες ἁπάντων αὐτὸς ὢν αἴτιος. δῆλον γὰρ ὅτι σὺ μὲν ἀλγεῖς ἐπὶ τοῖς συμβεβηκόσιν, Αἰσχίνη, καὶ τοὺς Θηβαίους ἐλεεῖς, κτήματ᾽ ἔχων ἐν τῇ Βοιωτίᾳ καὶ γεωργῶν τὰ ἐκείνων, ἐγὼ δὲ χαίρω, ὃς εὐθὺς ἐξῃτούμην ὑπὸ τοῦ ταῦτα πράξαντος.

[42] Ἀλλὰ γὰρ ἐμπέπτωκ᾽ εἰς λόγους, οὓς αὐτίκα μᾶλλον ἴσως ἁρμόσει λέγειν. ἐπάνειμι δὴ πάλιν ἐπὶ τὰς ἀποδείξεις, ὡς τὰ τούτων ἀδικήματα τῶν νυνὶ παρόντων πραγμάτων γέγον᾽ αἴτια.

***
[39] Διάβασε, τώρα, γραμματέα, την επιστολή που έστειλε ο Φίλιππος ύστερα από αυτά.

ΕΠΙΣΤΟΛΗ
[Ο Βασιλιάς των Μακεδόνων Φίλιππος χαιρετά τη Βουλή και τον Λαό των Αθηναίων.
Μάθετε ότι Εμείς έχουμε περάσει τα στενά των Θερμοπυλών και έχουμε υποτάξει τη Φωκίδα· σε όσες μικρές πόλεις προσχωρούσαν οικειοθελώς έχουμε εγκαταστήσει φρουρές· εκείνες που δεν υπάκουσαν τις κυριέψαμε εξ εφόδου, τις εξανδραποδίσαμε και τις ισοπεδώσαμε. Επειδή πληροφορούμαι ότι ετοιμάζεστε να τους βοηθήσετε, σας έγραψα για να μην ανησυχείτε πλέον γι᾽ αυτούς. Σε γενικές γραμμές μού δίνετε την εντύπωση ότι δεν ενεργείτε καθόλου λογικά, αφού, ενώ έχετε συνάψει την ειρήνη, έχετε βγάλει στρατό από την πόλη εναντίον μου, και μάλιστα τη στιγμή που οι Φωκείς δεν έχουν συμπεριληφθεί στις κοινές μας συνθήκες. Συνεπώς, εάν δεν τηρήσετε τα συμπεφωνημένα, δεν θα πετύχετε τίποτε παραπάνω από το να κάνετε πρώτοι εσείς την αρχή αδίκων χειρών].

[40] Ακούτε με πόση σαφήνεια δηλώνει στην προς εσάς επιστολή του και υπαινίσσεται προς τους συμμάχους του ότι «Εγώ έχω κάνει αυτά αντίθετα προς τη θέληση και τα συμφέροντα των Αθηναίων, ώστε, αν βέβαια είστε έξυπνοι, Θηβαίοι και Θεσσαλοί, αυτούς θα τους θεωρήσετε εχθρούς, σ᾽ εμένα όμως θα έχετε εμπιστοσύνη». Δεν τα έγραψε βέβαια με αυτές τις λέξεις, αλλά αυτό το μήνυμα ήθελε να περάσει. Έτσι, με αυτά εξαπατώντας τους τούς παραπλάνησε τόσο ώστε να μην μπορούν να προβλέψουν ούτε και το παραμικρό απ᾽ όσα επακολούθησαν ούτε και να υποψιαστούν, αλλά να αφήσουν εκείνον να έχει τα πάντα υπό τον έλεγχό του· εξαιτίας αυτών έχουν υποστεί οι ταλαίπωροι τις τωρινές συμφορές.

[41] Ο συνεργός του Φιλίππου, αυτός που τον βοήθησε να κερδίσει αυτή την εμπιστοσύνη, εκείνος που έφερε εδώ τις ψεύτικες ειδήσεις και σας εξαπάτησε, είναι αυτός που τώρα οδύρεται για τα παθήματα των Θηβαίων και που τόσο τραγικά τα περιγράφει, μολονότι ο ίδιος είναι υπαίτιος για τις συμφορές και αυτών και των Φωκέων και για όλα γενικά τα παθήματα που έχουν υποστεί οι Έλληνες. Προφανώς υποφέρεις, Αισχίνη, για τα συμβάντα και συμπονείς τους Θηβαίους, εσύ που έχεις κτήματα στη Βοιωτία και καλλιεργείς την περιουσία εκείνων, ενώ εγώ, την έκδοση του οποίου ζητούσε από την πρώτη στιγμή ο δράστης των κακών αυτών, πανηγυρίζω.

[42] Αλλά έχω παρασυρθεί σε θέματα τα οποία μάλλον θα έπρεπε να αναφέρω λίγο αργότερα. Γι᾽ αυτό θα επανέλθω πάλι στα γεγονότα που αποδεικνύουν ότι τα αδικήματα αυτών στάθηκαν η αιτία της σημερινής κατάστασης.

Η ΑΘΗΝΑΪΚΗ Ή ΑΤΤΙΚΗ ΤΡΑΓΩΔΙΑ

Αλλά ο πιο σημαντικός θεσμός, για τον οποίο θα πω λίγα λόγια πριν παραχωρήσω τη θέση στη συζήτηση, είναι η τραγωδία. Νομίζω ότι σας έχω ήδη επισημάνει ότι παρά τα όσα ακούγονται. δεν υπάρχει ελληνική αλλά αθηναϊκή ή αττική τραγωδία και αυτό δεν είναι τυχαίο. Είναι αλήθεια ότι, σύμφωνα με κάποιες μαρτυρίες, είχαν υπάρξει στη Σικυόνα, πόλη της Πελοποννήσου κοντά στην Κόρινθο, τραγικοί χοροί πριν εμφανιστεί η τραγωδία στην Αττική. Οι χοροί όμως είναι πολύ σύνηθες φαινόμενο στις ελληνικές πόλεις. Η «αναπαράσταση» σημαντικότατου τμήματος της πανταχού παρούσας στην Ελλάδα ποιητικής παραγωγής στηρίζεται σε αυτούς. Η τραγωδία είναι κάτι άλλο. Οι πρώτες τραγωδίες δημιουργήθηκαν στην Αθήνα περί το έτος 500· στη συνέχεια η τραγωδία εξαπλώνεται, και από τα μέσα του 4ου αιώνα παίζονται έργα έξω από την Αττική, και στα υπόλοιπα μέρη της Ελλάδας. Ανάμεσα σε αυτά τα δύο ορόσημα μεσολαβεί ενάμισης αιώνας σπουδαίας δημιουργίας - και αυτή πραγματοποιείται στην Αττική. Θα επανέλθουμε επ' αυτού. Αναφέρομαι σήμερα στο θέμα επειδή θέλω να συνδέσω την τραγωδία με τα ζητήματα του αυτοπεριορισμού και της δημιουργίας.
 
Έχουμε εδώ ένα εμβληματικό παράδειγμα. Οι Αθηναίοι κληρονομούν, από τη Σικυόνα ή από αλλού, ένα χορό που τραγουδά, ορχείται και απαγγέλλει, αλλά δεν είναι χορός της τραγωδίας. Ξεκινώντας από ένα μικρό συστατικό, δημιουργείται ένα νέο είδος, με την πλήρη έννοια του όρου. Διότι η τραγωδία είναι ένα ον που υπάρχει όσο ένας γαλαξίας και ακόμη περισσότερο, είναι ενότητα μορφής και ύλης, είναι οργάνωση που φέρει σημασίες. Όμως μια δημιουργία είναι κάτι εντοπίσιμο, μπορούμε δε να χρονολογήσουμε την ανάδυση, την εμφάνισή της. Από πού αναδύεται; Κατά μία έννοια από το τίποτα. Δεν αρκεί ότι στη Σικυόνα αντικαταστάθηκε ένας ραψωδός από μια ομάδα προσώπων που απαγγέλλουν. Σας θυμίζω ότι αυτή την εποχή δεν υπάρχει, στους Έλληνες, καθαρή «απαγγελία», διότι η ποίηση τραγουδιέται και επίσης, σε πολλές περιπτώσεις χορεύεται. Μπορούμε να φανταστούμε, αν θέλετε, σαν ένα μπαλέτο με τραγούδι. Η τραγωδία, από την άλλη, είναι ιδιαίτερα πλούσιο και πολύπλοκο αντικείμενο, μια δημιουργία με πολλές διαστρωματώσεις. Τι μας επιτρέπει να μιλάμε γι’ αυτή; Καταρχάς τα κείμενα. Από τα εκατό περίπου έργα που συνέθεσε καθένας από τους τρεις μεγάλους τραγικούς, έχουμε, τολμώ να πω, την τύχη ότι διασώθηκαν μόνον επτά του Αισχύλου, επτά του Σοφοκλή και δεκαπέντε περίπου του Ευριπίδη. Η λίστα αυτή είχε αναχθεί σε «κανόνα», παγιωμένο ήδη κατά την Αρχαιότητα, έγκυρη, δηλαδή, αναφορά στα έργα που θεωρούνται ως τα πιο ωραία ή τα πιο σημαντικά. Όμως, ακόμη και με αυτές τις τριάντα τραγωδίες, μας είναι σχεδόν αδύνατο να εξερευνήσουμε πραγματικά όλη τους τη σημασία - μπορούμε λοιπόν κατά μία έννοια να θεωρούμαστε ευτυχείς που δεν διασώθηκαν και οι τριακόσιες... Ο φίλος μου φιλόλογος Olof Gigon λέει ότι μερικές φορές φοβάται μήπως οι ανασκαφές που διεξάγονται στο Herculanum φέρουν στο φως καμιά δεκαπενταριά ακόμη τραγωδίες του Ευριπίδη, πράγμα που θα ήταν καταστροφικό για τους συναδέλφους του.
 
Όπως και να έχει το πράγμα, το υπάρχον σύνολο τραγωδιών μας αποκαλύπτει μια εξαιρετικά μεγάλη ποσότητα δεδομένων. Αν και δεν τίθεται θέμα υποβιβασμού της τραγωδίας σε πολιτική λειτουργία, όποια ευρύτητα κι αν δίνουμε στον όρο πολιτική, είναι αναμφίβολο ότι η τραγωδία έχει επίσης πολιτική διάσταση, ακόμη κι αν αυτή δεν πρέπει να αναζητηθεί κατά πρώτο λόγο, όπως συμβαίνει εν γένει, στις πολιτικές θέσεις των ποιητών, πράγμα που καταλήγει να μεταμορφώσει τις τραγωδίες σε στρατευμένα έργα Ούτε και αρκεί να επικαλεστούμε την Ορέστεια του Αισχύλου ως εγκώμιο της μετάβασης από την αυτοδικία στη δημόσια δικαιοσύνη παρά το γεγονός ότι αυτό ισχύει απόλυτα. Η πραγματική πολιτική διάσταση της τραγωδίας πρέπει να αναζητηθεί κατά πρώτο λόγο στα οντολογικά της θεμέλια και κατά δεύτερο στο ρόλο που παίζει στο πλαίσιο των θεσμών αυτοπεριορισμού της δημοκρατίας. Οι δύο αυτές πλευρές είναι εξάλλου στενά συνδεδεμένες, ή ακόμη αποτελούν τις δύο όψεις της ίδιας πραγματικότητας. Τα οντολογικά θεμέλια είναι αυτά που σας ανέφερα στην αρχή της χρονιάς μιλώντας για την ελληνική φαντασιακή σύλληψη του κόσμου. Η τραγωδία επιβεβαιώνει διαρκώς, όχι μέσω του λόγου και της λογικής, αλλά μέσω της παράστασης των πραγμάτων, ότι το ον είναι το χάος και επιτρέπει σε όλους να το δουν. Καθώς το πεδίο της τραγωδίας ταυτίζεται προφανώς με το πεδίο της ανθρώπινης δράσης και όχι της κοσμολογίας η της «φυσιολογίας», το χάος παίρνει εδώ τη μορφή της κατάφωρης έλλειψης κάθε θετικής αντιστοιχίας μεταξύ των προθέσεων των ανθρώπινων πράξεων από τη μία, και των αποτελεσμάτων τους από την άλλη. Η τραγωδία μάς δείχνει, κάθε φορά, ένα πρόταγμα (projet) δράσης: στους Πέρσες ο Ξέρξης εκστρατεύει για να καταλάβει την Ελλάδα. Στην Ορέστεια η Κλυταιμνήστρα και ο Αίγισθος συνωμοτούν για να σκοτώσουν τον Αγαμέμνονα, στη συνέχεια ο Ορέστης αποφασίζει να εκδικηθεί τον πατέρα του σκοτώνοντας τη μητέρα του. Στους Επτά επί Θήβας (και στις Φοίνισσες) ο Πολυνείκης βαδίζει εναντίον των Θηβών για να ανακτήσει τη βασιλεία. Στην Αντιγόνη, ο Κρέων εννοεί να παγιώσει την τάξη στην πόλη απαγορεύοντας να ταφεί ο Πολυνείκης σύμφωνα με τα έθιμα... Αυτό το πρόταγμα δράσης μπορεί φυσικά να φαίνεται ως προβολή των επιθυμιών ή των παθών ενός ατόμου. Μπορεί όμως να πρόκειται και για επαναφορά τάξης στον κόσμο, όπως στην περίπτωση του Κρέοντα στην Αντιγόνη και του Οιδίποδα στο Οιδίπους Τύραννος (απομακρύνοντας το λοιμό που μάστιζε την πόλη). Υπάρχει επομένως ένα πρό­ταγμα που τείνει προς την τάξη, και που, από μια στιγμή και μετά, θα μετασχηματισθεί - κι εδώ βρίσκεται το μεγαλείο του έργου. Μόνο από τη μέση του έργου, ίσως και μετά, στον Οιδίποδα Τύραννο το πρόταγμα του ήρωα μετασχηματίζεται σε κατάφωρη επιθυμία αυτογνωσίας, αναζήτησης της ίδιας του της ταυτότητας, καθώς η ομίχλη που σκέπαζε το παρελθόν του αρχίζει τότε να διαλύεται. Επομένως αυτό το πρό­ταγμα δράσης αποτυγχάνει, αλλά όχι με την κοινότοπη έννοια διότι αυτό που δείχνει η τραγωδία δεν είναι ότι οι προθέσεις και οι δυνάμεις του ανθρώπινου όντος είναι μηδαμινές σε σύγκριση με την τάξη των πραγμάτων, και ως εκ τούτου θα ήταν καταδικασμένες σε αποτυχία· δεν δείχνει απλώς ότι δεν ελέγχουμε τις συνέπειες των πράξεών μας. Αυτό που δείχνει επίσης και κυρίως είναι ότι δεν είμαστε κύριοι της σημασίας των πράξεών μας. Φυσικά, οι δύο απόψεις δεν μπορούν να αποσυνδεθούν, δεδομένου ότι η σημασία των πρά­ξεών μας δεν μπορεί να περιοριστεί στις προθέσεις που τις διέπουν, ακόμη κι αν υποθέσουμε ότι οι προθέσεις ανήκουν στη σημασία (δεν θα μιλήσουμε γι’ αυτό σήμερα). Η τραγω­δία δείχνει ότι δεν είμαστε κύριοι του νοήματος των πρά­ξεών μας.
 
Πώς ακριβώς λειτουργεί η τραγωδία; Σας θυμίζω αυτό που είπαμε στην αρχή του χρόνου για το ζεύγος χάος/κόσμος και τη σχέση της ύβρεως με το χάος του κόσμου: κατά μία έννοια, το χάος και η ύβρις, η παραβίαση των ορίων, ενυπάρχουν στο ίδιο το ανθρώπινο ον. Και βεβαίως η τραγωδία πραγματεύεται διαρκώς την ύβριν με τα διάφορα πρόσωπά της. Νομίζω ότι σας παρέθεσα το απόσπασμα της Hannah Arendt όπου λέει, και απολύτως δικαίως, ότι η αμεροληψία έρχεται στον κόσμο με τους Έλληνες. Αναφερθήκαμε σε αυτό συζητώντας για την Ιλιάδα και τα ομηρικά έπη, αλλά το ίδιο ισχύει και στην τραγωδία. Στους Πέρσες του Αισχύλου, παραδείγματος χάρη, δεν θα βρείτε σε όλο το έργο ούτε μία λέξη μίσους ή περιφρόνησης για τους Πέρσες που είχαν κατακτήσει την Ελλάδα και ιδιαίτερα την Αττική, την πατρίδα του ποιητή, για τους Πέρσες που είχε ο ίδιος πολεμήσει στον Μαραθώνα και στη Σαλαμίνα, που είχαν κάψει τους ναούς των θεών του... Όχι μόνο δεν λέγεται τίποτα εναντίον τους, αλλά το μόνο πραγματικά ανθρώπινο πρόσωπο του έργου είναι η Άτοσσα, η μητέρα του Ξέρξη, μια μεγαλοπρεπής, σοφή και αξιοσέβαστη γυναίκα. Πώς λοιπόν εξηγεί ο Αισχύλος αυτή την καταστροφή; Την αποδίδει στην ὕβριν του Ξέρξη. Δεν τίθεται θέμα να τη δει ως απόρροια της υποτιθέμενης «βαρβαρότητας» των Περσών. Ωστόσο η τραγωδία γράφτηκε και παίχτηκε στην Αθήνα το 472, δηλαδή επτά χρόνια μετά τη μάχη των Πλαταιών, και πήρε το πρώτο βραβείο, ενώ ο πόλεμος συνεχιζόταν στη Μικρά Ασία, στην Κύπρο, στις Φοινικικές ακτές... Εξήντα χρόνια αργότερα, το 415, ο Ευριπίδης στις Τρωάδες δείχνει την ὕβριν των Ελλήνων, οι οποίοι μετά την πτώση της Τροίας επιδίδονται σε ένα όργιο ωμότητας και κτηνωδίας, σκοτώνοντας, βιάζοντας πάνω στους βωμούς των θεών, κατακρημνίζοντας τα παιδιά από τα τείχη. Λέει στους Έλληνες και ιδιαίτερα στους Αθηναίους: ιδού τα τέρατα που είστε, που είμαστε. Και αυτό έχει ακόμη μεγαλύτερο αντίκτυπο δεδομένου ότι το έργο παίζεται ένα χρόνο μετά τη σφαγή των Μηλιών, μιας από τις μεγαλύτερες τερατωδίες που διέπραξαν οι Αθηναίοι κατά τον Πελοποννησιακό Πόλεμο. Θα επανέλθουμε σε αυτό το περιστατικό, που περιγράφεται από τον Θουκυδίδη στα πλαίσια μιας πολύς σημαντικής συζήτησης για το δίκαιο και την βία. Εν ολίγοις, οι κάτοικοι της Μήλου αρνήθηκαν να προσχωρήσουν στην Αθηναϊκή Συμμαχία. Μετά από σειρά διαπραγματεύσεων, οι Αθηναίοι τους πολιορκούν, τους νικούν, σκοτώνουν όλους τους ενήλικες άνδρες και υποδουλώνουν τις γυναίκες και τα παιδιά. Απίστευτη ὕβρις, που ο Ευριπίδης σκηνοθετεί, καθόσον η Τροία είναι εδώ απλώς οφθαλμοφανές ψευδώνυμο της Μήλου.
 
            Ωστόσο, η τραγωδία με το μεγαλύτερο βάθος από άποψη πολιτικής διάστασης είναι ίσως Αντιγόνη του Σοφοκλή. Στη συζήτηση αυτή θεωρώ δεδομένο ότι γνωρίζετε όλοι το έργο. Από πολύ καιρό έχει γίνει αντικείμενο πολυάριθμων ερμηνειών, ιδιαίτερα από τους Γερμανούς της μεγάλης περιόδου, δηλαδή γύρω στο 1800, μεταξύ των οποίων φυσικά και ο Hegel κ.λπ. Υπάρχει ένα θέμα που επανέρχεται διαρκώς σε αυτές τις ερμηνείες, πρόκειται για την αντίθεση μεταξύ ανθρώπινου και θείου νόμου. Συχνά οι διάφοροι ερμηνευτές επιχείρησαν να διαβάσουν την Αντιγόνη σαν λίβελλο εναντίον του ανθρώπινου νόμου υπέρ του θείου ή, εν πάση περιπτώσει, σαν απεικόνιση της διαμάχης τους. Ασφαλώς η διαμάχη αυτή είναι παρούσα στο κείμενο, και μάλιστα επανέρχεται συνεχώς. Η Αντιγόνη επιχειρηματολογεί και λέει στον Κρέοντα: γνωρίζω ότι υπάρχει κάτι άλλο από τους νόμους σου, υπάρχουν οι νόμοι που έρχονται από τον Δία, που μας διατάσσουν να τιμούμε τους νεκρούς και να τους θάβουμε κατά τα ειωθότα. Ο Κρέων λέει και επαναλαμβάνει ότι καμία πόλη δεν μπορεί να υπάρξει αν οι νόμοι της δεν γίνονται σεβαστοί, ότι ο νόμος του εναντίον του Πολυνείκη, προδότη της πατρίδας του, πρέπει να εφαρμοστεί και ότι όποιος θέλει να σεβαστεί τα καθήκοντά του απέναντι στο ίδιο του το αίμα οφείλει κατά μείζονα λόγο να σεβαστεί τις υποχρεώσεις του απέναντι στην πόλη. Αυτός είναι, μπορώ να πω, ο εμφανής λόγος. Και πράγματι, συνήθως, οι ακροατές, οι αναγνώστες δεν μπορούν παρά να ταυτιστούν με την αδύναμη, την αγνή, την ηρωική, την απελπισμένη Αντιγόνη και να στραφούν εναντίον του Κρέοντα, του στενοκέφαλου, του υπερφίαλου, του αυταρχικού, του φιλύποπτου. Η υπόθεση φαίνεται σαφής.
 
Αυτό θα σήμαινε ότι για ακόμη μία φορά θα μας διέφευγε η σημαντικότερη σημασία. Δεν θα σας παρουσιάσω σήμερα μια πλήρη θεμελίωση της ερμηνείας που προτείνω, θα έπρεπε στην περίπτωση αυτή να πάρουμε το κείμενο και να το επεξεργαστούμε - θα επανέλθουμε αναμφίβολα, εξάλλου. Ας παρατηρήσουμε ότι αυτή η αντίθεση μεταξύ ανθρώπινου και θείου νόμου αγνοεί ένα πράγμα: η ταφή των νεκρών υπήρξε ανέκαθεν, στους Έλληνες όπως και παντού, ανθρώπινος αλλά και θείος νόμος. Η δε υπεράσπιση της πατρίδας αποτελεί για τους Έλληνες όχι μόνο ανθρώπινο, αλλά και θείο νόμο - ο Κρέων αναφέρεται εξάλλου ρητά σε αυτό. Υπάρχουν, όπως ξέρετε, ιερές ονομασίες για το έδαφος της πόλης, ιδιαίτερα στην Αθήνα αλλά και αλλού. Αυτό αρχίζει με τον Όμηρο, που μιλά για ἱερόν πτολίεθρον («ιερή πόλη»), συνεχίζει με τον Πίνδαρο και άλλους μεταγενέστερους. Όσο για το χορό, παρατηρούμε ότι σε όλη τη διάρκεια του έργου αμφιταλαντεύεται ανάμεσα στις δύο αυτές θέσεις, τις οποίες τοποθετεί πάντα στο ίδιο επίπεδο, χωρίς να ευνοεί καμία. Το περίφημο χορικό των στίχων 332 ως 375, στο οποίο θα επανέλθουμε λεπτομερώς, εξυμνεί τη δόξα του ανθρώπου και αρχίζει με αυτή τη φράση, τόσο πασίγνωστη όσο και δύσκολη να μεταφραστεί, που λέει περίπου: «Υπάρχουν πολλά τρομερά πράγματα, αλλά τίποτα δεν είναι πιο τρομερό από τον άνθρωπο». Πολλά τά δεινά κοὐδέν ἀνθρώπον δεινότερον πέλει«Τρομερό», δεινόν, όχι μόνο με την έννοια «αυτού που προ- καλεί φόβο», παρόλο που η λέξη έχει και αυτή τη σημασία. Το επίθετο δεινός υποδεικνύει κάποιον που έχει εξαιρετικές, i πιθανώς και τρομακτικές, ικανότητες. Οφείλω να σας πω ότι, στην πράξη, η πλειονότητα των ερμηνευτών της αρχαίας Ελλάδας δεν βλέπει τη φιλοσοφική σημασία αυτού του στάσιμου. Βεβαίως η σημασία αυτή δεν εκφράζεται με τρέχοντα λόγο, αλλά ποιητικά: πρόκειται στην ουσία για μια θεώρηση του ανθρώπου ως δημιουργού και της ιστορίας ως ανθρώπινης δημιουργίας. Το πράγμα είναι απολύτως σαφές και χρειάζονται όλες οι σύγχρονες παρωπίδες για να επιμένουν να σχολιάζουν την Αντιγόνη επί σειρά σελίδων χωρίς να το λαμβάνουν υπόψη, λέγοντας, παραδείγματος χάριν, ότι οι Έλληνες είχαν μια κυκλική αντίληψη για την ιστορία. Κι όμως, αυτό που μας παρουσιάζει ο χορός είναι ο άνθρωπος που εφευρίσκει τη γλώσσα, τις τέχνες, τους νόμους, που χτίζει πόλεις, που δημιουργεί θεσμούς. Ο Σοφοκλής δεν είχε διαβάσει τη Φαντασιακή θέσμιση της κοινωνίας και δεν χρησιμοποιεί τους παραπάνω όρους, αλλά γι’ αυτό ακριβώς μιλά. Και το στάσιμο τελειώνει με το εγκώμιο του ανθρώπου που είναι ικα­νός να «συνυφάνει» τους νόμους της πόλης και τη θεία δικαιοσύνη. Αυτό είναι το συμπέρασμά του και σε αυτό έγκειται το όλο πρόβλημα.
 
Σας θυμίζω κάπως πιο λεπτομερειακά τι λέει ο χορός, αυτό το πάντα εξαιρετικά σημαντικό στοιχείο από την άποψη των σημασιών της τραγωδίας. Ο άνθρωπος διαθέτει εξαιρετική γνώση και τέχνας ικανές για ανέλπιστα επιτεύγματα. Κατευθύνεται πότε προς το καλό, πότε προς το κακό, και ο ανώτερος των ανθρώπων, ο καλύτερος για την πόλη (ὑψίπολις), είναι επομένως αυτός που συνυφαίνει (περσινών) τους νόμους της γης, ή τους νόμους της γης του (νόμους χθόνιους) και τη δικαιοσύνη των θεών, με την οποία είναι δεμένος με όρκο (θεῶν ἔνορκον δίκαν). Άλλη τοποθέτηση του χορού, πιο κάτω στο έργο: είναι στη σκηνή της διαφωνίας του Κρέοντα με το γιο του Αίμονα (στ. 626-765), στροφή ουσιαστική της τραγωδίας που και αυτή έχει επίσης υπερβολικά αγνοηθεί. Σημειώστε ότι ο ίδιος ο Αίμων δεν παίρνει καθόλου το μέρος του θείου απέναντι στο ανθρώπινο δίκαιο. Ο χορός, σχολιάζοντας τους αντιτιθέμενους λόγους γιου και πατέρα, δηλώνει (στ. 725): εὖ γάρ εἴρηται διπλῇ, και οι δύο λόγοι σωστά εκφράστηκαν. Οι αντίθετοι λόγοι ισορροπούν. Από την άλλη, η ιδέα ότι η Αντιγόνη εκφράζει αποκλειστικά τον θείο νόμο διάψευδε- ται, εν μέρει τουλάχιστον, από ένα παράδοξο επιχείρημα, που ο Σοφοκλής έχει ίσως δανειστεί από τον Ηρόδοτο, ο οποίος το αναφέρει σε σχέση με ένα επεισόδιο στην Περσία. Η Αντιγόνη εξηγεί πράγματι, στο τέλος του έργου (στ. 908-915), ότι αν έκανε όλα αυτά, ήταν επειδή επρόκειτο για τον αδελφό της, διότι, λέει, αν είχε πεθάνει ο σύζυγός της, θα μπορούσε να παντρευτεί κάποιον άλλο, και αν ήταν ένα από τα παιδιά της, θα μπορούσε να κάνει άλλα. Αλλά όταν η μητέρα και ο πατέρας έχουν πεθάνει, δεν είναι δυνατό να υπάρξει άλλος αδελφός. Ο Πολυνείκης ήταν λοιπόν μοναδικός, αναντικατάστατος και του όφειλε τα πάντα. Αυτό το παράδοξο επιχείρημα μπορεί να φανεί σαν σοφιστεία, εν πάση περιπτώσει όμως δεν έχει καμία σχέση με τον θείο νόμο. Ο θείος νόμος δεν όρισε ποτέ ότι πρέπει να θάβουμε τους αναντικατάστατους αδελφούς και όχι τους αδελφούς που θα ήταν δυνατό να αντικατασταθούν όταν η μητέρα είναι ακόμη σε ηλικία που μπορεί να τεκνοποιήσει ούτε ότι μπορούμε να παραλείψουμε την ταφή του συζύγου, επειδή μπορεί να βρεθεί αφθονία συζύγων, και ούτω καθεξής. Ορίζει απλώς ότι πρέπει να θάβουμε τους νεκρούς. Όμως η Αντιγόνη λέει: εγώ όφειλα να θάψω τον αδελφό μου, που ήταν αναντικατάστατος. Πίσω από αυτό το επιχείρημα κάτι άλλο βεβαίως διαγράφεται - και νομίζω ότι δεν είναι υπερβολικά παρακινδυνευμένο να προβάλλουμε. Διότι τα πρόσωπα της τραγωδίας είναι προφανώς πολυδιάστατα, δεν μπορούμε να τα υποβιβάσουμε σε φορείς αφηρημένων αρχών. Αλλιώς δεν θα μιλούσαμε για τραγωδία, αλλά για σοσιαλιστικό ρεαλισμό ή έργο-διακήρυξη. Τι κρύβεται πίσω από αυτή τη φράση της Αντιγόνης; Το πάθος της για τον αδελφό της βεβαίως. Θεωρήστε το αν θέλετε αιμομικτικό ή όχι. Εν πάση περιπτώσει ό, τι διακρίνει κανείς σε αυτές τις λέξεις· είναι μια αγάπη για τον Πολυνείκη που εκλογικεύεται- αποδεικνύοντας ότι το αντικείμενό της είναι αναντικατάστατο. Έτσι και ο Κρέων, όταν λέει ότι δεν μπορεί να υπάρξει πόλη χωρίς σεβασμό των νόμων, δεν μιλά προφανώς ούτε σαν πολιτικός φιλόσοφος ούτε σαν καθηγητής δικαίου. Η θέση που προβάλλει είναι υπερκαθορισμένη από πολύ ξεκάθαρα μέσα στο έργο εμπαθή κίνητρα: την επιθυμία εξουσίας που τον κυριαρχεί και τον ωθεί διαρκώς να υποπτεύεται ότι είναι αργυρώνητοι όσοι του αντιλέγουν. Έχουμε εδώ μια άλλη διάσταση: τα ψυχικά κίνητρα των προσώπων - αγάπη για τον αδελφό, αγάπη για την εξουσία— και όλο το ψυχολογικό σύμπλεγμα που τα συνοδεύει, η έπαρση και η καχυποψία του Κρέοντα κ.λπ. Έτσι οι αφηρημένες αρχές, πραγματικά παρούσες και συζητούμενες, ενσαρκώνονται μέσα στα πάθη των προσώπων. Θα μπορούσαμε μάλιστα να πούμε το αντίστροφο, δηλαδή ότι και στις δύο περιπτώσεις, τα πάθη εκλογικεύονται σε αφηρημένες αρχές.
 
Φυσικά, αν έσφαλε μόνον ο Κρέων, δεν θα είχαμε πλέον τραγωδία, αλλά θα βρισκόμασταν σε έναν κόσμο θετικών και αρνητικών ηρώων, δηλαδή στη σύγχρονη ανοησία. Ο Κρέων δεν έχει εντελώς άδικο, και ο χορός το υπογραμμίζει διαρκώς. Η μεγάλη στροφή, από τη διαλεκτική άποψη του έργου, είναι ο λόγος του Αίμονα (στ. 683-723). Στην αρχή της σκηνής, επεμβαίνει προκειμένου να αλλάξει ο Κρέων την ετυμηγορία εναντίον της Αντιγόνης. Ο Κρέων απαγγέλλει τότε έναν μακροσκελή λόγο (στ. 639-680) στον οποίο υποστηρίζει τη νομιμότητα - δεν υπάρχει πόλη δίχως νόμο. Αλλά σας υπενθυμίζω ότι, σε αντίθεση με την ερμηνεία «θείος νόμος εναντίον ανθρώπινου νόμου», δεν υπάρχει ουσιαστικά στους Έλληνες λατρεία των θεών έξω από την πόλη, και ότι οι κύριες θρησκευτικές τελετές είναι πολιτειακές: οι θεοί λατρεύονται μέσα στην πόλη και δεν θα μπορούσαν να υπάρχουν θεοί χωρίς πόλη, όχι με την οντολογική έννοια, αλλά σε ό,τι σχετίζεται με τη λατρεία, τις θυσίες κ.λπ. Ο Αίμων απαντώντας σε όσα εξέθεσε ο Κρέων δεν προσπαθεί καθόλου να τα ανασκευάσει τοποθετούμενος στο ίδιο πεδίο. Και εδώ ακριβώς όλη η τραγωδία αλλάζει χρώμα, αλλάζει σημασία. Ο Αίμων λέει στον πατέρα του (στ. 683-684): ο νους ή η κρίση (φρένες) είναι το πιο σημαντικό πράγμα που μπορούν να δώσουν οι θεοί στους ανθρώπους. Σε ό, τι με αφορά, ούτε θα μπορούσα (οὔτ’ ἄν δυναίμην) ούτε θα ήξερα (μήτ’ ἐπισταίμην) να πω ότι τα λόγια σου δεν είναι σωστά. Δεν θα μπορούσα - ένας γιος δεν λέει στον πατέρα του ότι κάνει λάθος - ο λόγος σου δεν είναι ανασκευάσιμος. Ο Αίμων λοιπόν, για να κάνει τον πατέρα του ν’ αλλάξει γνώμη, καταφεύγει σε ένα επιχείρημα άλλης φύσεως, το οποίο επανέρχεται και το οποίο αποτελεί για μένα προφανώς το πολιτικό δίδαγμα του έργου. Το γεγονός ότι πρέπει ο καθένας να ακούει την άποψη του άλλου και ότι κανείς δεν έχει ποτέ δίκιο μόνος του (φρονεῖν μόνος, στ. 707). Ακόμη κι αν έχει κάποιος δίκιο, αν ακούει μόνο το δίκιο του, έχει άδικο. Για αυτό μιλά η Αντιγόνη και όχι για την υπεροχή του θείου νόμου απέναντι στον ανθρώπινο. Φυσικά ο πείσμων Κρέων δεν ακούει την προειδοποίηση.
 
Το επαναλαμβάνω και πάλι - αν λάβουμε υπόψη όλα όσα έχουν γραφτεί τα τελευταία χρόνια στη Γαλλία -, θα βρεθούν ίσως κάποιοι αρκετά επιπόλαιοι για να ισχυριστούν ότι υποστηρίζω τον Κρέοντα και την τυραννία, αλλά αυτό δεν έχει και πολλή σημασία. Αν ο Κρέων ήταν απλώς ένα τέρας, η Αντιγόνη δεν θα ήταν τραγωδία, αλλά έργο τρόμου και φρίκης. Η απόφασή του είναι πολιτική, βασίζεται σε εξαιρετικά στέρεους πολιτικούς λόγους. Αυτό που λέει ο Σοφοκλής στους Αθηναίους είναι ότι πολύ καλοί πολιτικοί λόγοι μπορούν να γίνουν πολύ κακοί αν είναι μόνο πολιτικοί, με τη στενή έννοια του όρου. Με άλλα λόγια: ο χώρος που ανάγεται στην πολιτική είναι δυνάμει οικουμενικός, περιλαμβάνει, παραδείγματος χάρη, ερωτήματα, όπως αν πρέπει ή όχι να θάψουμε κάποιον νεκρό, να σκοτώσουμε ή να χαρίσουμε τη ζωή σε κάποιον άνθρωπο - μην ξεχνάτε ότι κάθε κοινότητα έχει δικαίωμα ζωής και θανάτου πάνω στα μέλη της, ακόμη κι αν απαγορεύει στον εαυτό της να το εφαρμόζει, απόφαση την οποία μπορεί πάντα να αναθεωρήσει. Και λόγω ακριβώς της οικουμενικότητας, για να είναι δίκαιη, μια πολιτική απόφαση πρέπει να λάβει υπόψη όλους τους παράγοντες, ακόμη και τους μη πολιτικούς. Κατά δεύτερο λόγο, ακόμη κι όταν πιστεύει κανείς, εμπιστευόμενος τις βαθιές του γνώσεις και τη σωστή του κρίση, ότι έχει πάρει μια καλή απόφαση, η απόφαση αυτή μπορεί να αποδειχτεί κακή, ακόμη και καταστροφική. Όσο και να έχει σκεφτεί κανείς εκ των προτέρων μια πράξη δεν θα έχει ποτέ την απόλυτη εγγύηση της μελλοντικής σημασίας της πράξης αυτής, η οποία προφανώς συμπεριλαμβάνει τις συνέπειές της.
 
Δύο θέματα πριν τελειώσω: Κατά πρώτον, αυτή η σημασία του έργου εκφράζεται και πάλι στις τελευταίες φράσεις του χορού, στο τέλος (στ. 1346 κ. εξ.), όταν λέει ότι το φρονεῖν προηγείται κατά πολύ της ευτυχίας (το φρονεῖν, δηλαδή η ικανότητα να σκεφτεί κανείς σωστά λαμβάνοντας υπόψη όσα δεν γνωρίζει ο χορός. Οι Λατίνοι μεταφράζουν τη λέξη ως prudentia, που δεν αποδίδει - ούτε κατά προσέγγιση- το νόημά της). Προσθέτει ακόμη ότι δεν πρέπει να είναι κανείς ασεβής απέναντι στους θεούς και ότι στα βαρύγδουπα λόγια των υπερφίαλων απαντούν τα βαριά χτυπήματα της μοίρας που τους διδάσκει το φρονεῖν μόνο αφού έχουν πλέον γεράσει. Η τραγωδία κλείνει λοιπόν με μια φράση που καταδικάζει όποιον επιμένει να έχει μόνος του δίκιο, μόνος φρονεῖν. Θυμηθείτε τον Ηράκλειτο: ξυνόν ἐστί πᾶσι τό φρονεῖν, Υπάρχει ένα επιπλέον σημείο που στηρίζει την ερμηνεία μου στο τέλος των Επτά επί Θήβας του Αισχύλου, έτσι όπως η τραγωδία μάς παραδόθηκε. Το έργο γράφτηκε περί το 470. Πάνω από εβδομήντα χρόνια μετά, με αφορμή μια νέα παράσταση, κάποιος (για τον οποίο είμαστε βέβαιοι ότι δεν είναι ο Αισχύλος - εξάλλου η ίδια η γλώσσα του κειμένου είναι διαφορετική) πρόσθεσε ένα τελευταίο απόσπασμα. Την εποχή εκείνη η Αντιγόνη του Σοφοκλή είχε ήδη παιχτεί με τεράστια επιτυχία και ο άγνωστος συγγραφέας της προσθήκης στο τέλος των Επτά θέλησε πιθανώς να το εκμεταλλευτεί αυτό, διότι το κείμενό του αφήνει την αίσθηση ότι, μετά το τέλος του έργου, θα υπήρχε μια συνέχεια που θα επανερχόταν περίπου στη δράση της Αντιγόνης. Το μακροσκελές αυτό απόσπασμα τελειώνει με ένα χορικό, όπου ο χορός διαιρείται σε δύο μέρη, κάθε δε μέρος τραγουδά για λογαριασμό του. Το πρώτο λέει (στ. 1072-1077): θα υποστηρίζω πάντοτε αυτούς που είναι αλληλέγγυοι με τη γενεά τους, δηλαδή με το αίμα τους (όπως η Αντιγόνη με τον αδελφό της), διότι αυτό που η πόλη θεωρεί ως σωστό αλλάζει με το χρόνο, ενώ ο νόμος του αίματος είναι μόνιμος. Το άλλο τμήμα λέει (στ. 1078-1083): θα υποστηρίζω πάντοτε την πόλιν και το δίκαιον έτσι όπως το καθορίζει η πόλις. Έχουμε εδώ μια καθόλου αμελητέα μαρτυρία για τον τρόπο με τον οποίο οι Αθηναίοι του τέλους του 5ου αιώνα έβλεπαν το ζήτημα· αντιμετώπιζαν ακριβώς τις δύο αντίθετες θέσεις χωρίς να σκέφτονται ότι έπρεπε να τα­χθούν ριζικά υπέρ της μίας ή της άλλης. Συνοψίζω για να κλείσω. Μία από τις σημασίες της Αντιγόνης είναι το πρόβλημα της δημοκρατίας, δηλαδή της πολιτικής δράσης, παρόλο που στο έργο το υποκείμενο της δράσης είναι βασιλιάς. Η τραγωδία μάς επιτρέπει να δούμε την αβεβαιότητα που υπερισχύει στο πεδίο αυτό, τον μονίμως εύθραυστο και ανολοκλήρωτο χαρακτήρα των αιτιών και των κινήτρων πάνω στα οποία μπορούμε να βασίζουμε τις αποφάσεις μας. Σκιαγραφεί μάλιστα, όπως σας είπα, την ιδέα ότι αυτά τα κίνητρα δεν είναι αναγκαστικά αγνά. Αυτό που έχουμε εδώ κατά βάθος είναι μια επίμονη προειδοποίηση εναντίον της ύβρεως, ακόμη και όταν αυτή κρύβεται πίσω από ανώτερα κίνητρα και μιλά μια εντελώς λογική και εκλογικευμένη γλώσσα. Για να το πω και πάλι: ακόμη και όταν πιστεύετε ότι η δράση σας και η απόφασή σας βασίζονται στα καλύτερα κίνητρα του κόσμου, είναι πιθανό να παίρνετε τερατώδεις αποφάσεις ή αποφάσεις τα αποτελέσματα των οποίων θα είναι τερατώδη. Ιδού τι λένε στον αθηναϊκό δῆμον στα μέσα του 5ου αιώνα οι ποιητές του.

Η ζωή θα σπάσει την σιωπή σου, όταν υπάρχει λόγος να το κάνει

Σχετική εικόναΟ λόγος μου δεν μπορεί να σου μιλήσει, δεν έχει φωνή. Η φωνή του κάπου κρύβεται και διστάζει μπροστά στη θέα του πλήθους. Η βουή δεν είναι το φόρτε της, προτιμά την σιωπή, μέσα από το όνειρο, το γέλιο, το δάκρυ.

Η σιωπή την εκφράζει, η σιωπή της μιλά. Όταν σωπαίνεις μπροστά στο χάος του κόσμου, δεν είναι δειλία, δεν είναι υποταγή όπως κάποιοι διαδίδουν. Είναι απάντηση προς όσα σου κρύβουν. Ο κόσμος μας δεν είναι «όμορφος αγγελικά πλασμένος», είναι ένας μουσώνας από αγγέλους και δαίμονες.

Αν φωνάξεις ποιους θα ξυπνήσεις; Οι άγγελοι θα σ’ αγκαλιάσουν σφιχτά μες στα πάλλευκα φτερά τους. Οι δαίμονες θα σε πνίξουν ή θα περιμένουν το σκοτάδι σου, για να ρουφήξουν τις ζεστές στάλες από το αίμα των ονείρων σου.

Εσύ διάλεξε τον ήσυχο δρόμο, τα πάντα θα έρθουν και θα το δεις. Επίλεξε για σένα, αποφάσισε για σένα. Όμως ένα πράγμα να ξέρεις, όπου κι αν είσαι ό,τι κι αν κάνεις: «η σιωπή είναι αρετή που λίγοι την έχουν».

Θέλει κότσια, θέλει τσαγανό, θέλει μαγκιά να κοντρολάρεις το σώμα. Όταν μιλάς και μιλάς όπου πρέπει, κάνεις κουμάντο. Μέσα από ευθείες και κάθετες γραμμές χαράζεις τη ζωή σου. Η ζωή σου θα πάρει τον λόγο και θα σπάσει τη σιωπή, όταν αυτή το θελήσει. Εκεί θα γελάσεις, θα ανέβεις τη σκάλα μπροστά σου χωρίς δισταγμούς, χωρίς φόβους να σου βαραίνουν τη σκέψη.

Δεν έκανες λάθος. Η ζωή προχωρά όπως ο άνεμος, η βροντή και το κύμα…

Αν θες, βρίσκεις τρόπο

Αν θες πραγματικά, θα είσαι δω. Δε θα βρεις καμία δικαιολογία. Δε θα προσπαθήσεις να ξεφύγεις. Θα παλέψεις για τον έρωτά σου και θα κερδίσεις. Μόνο αν το θες πραγματικά. Σε αντίθετη περίπτωση, απλώς σταμάτα. Δεν υπάρχει καμία δικαιολογία. Κανένα «λίγο» και κανένα «με δόσεις» δεν μπορεί να σταθεί. Είναι απάτη και το ξέρεις πολύ καλά. Ο Έρως ήταν ο φτερωτός θεός της αγάπης. Δεν πα’ να βρίσκεσαι όπου θες, θα σε βρει. Θα έρθει χωρίς καμία προειδοποίηση να σε χτυπήσει με τα βέλη του. Και θα σου δώσει και σένα φτερά για να τον αναζητείς συνέχεια. Όπου κι αν βρίσκεσαι, ό,τι κι αν κάνεις, θα βρίσκεις τον τρόπο και τον χρόνο για τον άνθρωπο που αγαπάς.

Θα ταξιδέψεις για να τον βρεις με οποιοδήποτε μέσο. Θα φτάσεις στην άλλη άκρη της γης για να βρεθείς στην αγκαλιά του. Θα βρεις τον χρόνο μέσα στη μέρα να τον πάρεις ένα τηλέφωνο για να ακούσεις τη φωνή του. Θα βρεθείς έξω απ’ την πόρτα του, θα τον πάρεις να φύγετε για μια βόλτα δίχως προορισμό.

Έτσι απλά. Γιατί στη σκέψη του και μόνο χαμογελάς. Γιατί μ’ ένα μήνυμά του ενεργοποιούνται τα εσωτερικά σου φτερά. Είναι η μόνη σου προτεραιότητα. Είναι το ησυχαστήριο σου, η ηρεμία σου, το τσιρότο στις πληγές σου. Το άγχος φεύγει μ’ ένα φιλί κι η αισιοδοξία επιστρέφει. Διότι αύριο είναι μια καινούργια μέρα και θα τα καταφέρουμε, αγάπη μου, μαζί.

Όσο ρομαντικά κι αν τα εκφράζουμε γραπτώς, η πραγματικότητα  δεν είναι ακριβώς έτσι. Δεν προλαβαίνεις να τα σκεφτείς, απλώς γίνονται, συμβαίνουν, υπάρχουν. Κι όταν καμιά φορά κάτσεις να τα σκεφτείς, σκας ένα χαμόγελο και λες πως είσαι πολύ τυχερός που το ζεις. Κι αυτό πράγματι είναι έρωτας.

Οι δικαιολογίες, όμως, δεν είναι έρωτας. Είναι κάτι άλλο. Είναι ανάγκη, είναι ανασφάλεια, είναι φόβος, είναι βόλεμα. Δε θα σε βρουν ξυστά ή λίγο τα βέλη. Αν σε βρουν, θα σε χτυπήσουν βαθιά, θα το νιώσεις και δε θα μπορείς να ξεφύγεις. Έτσι είναι, τι να κάνουμε; Δεν το ζεις συχνά, σαφώς, αλλά κάπως έτσι έχουν τα πράγματα.

Όταν βρίσκεις προφάσεις να αποφύγεις, να γλιστρήσεις, να ξεφύγεις, τότε κάπου υπάρχει προβληματάκι, φίλε. Κάτι δεν πάει και τόσο καλά στη σχέση σου. Ίσως να είναι πίεση κι αυτό είναι κατανοητό. Μα αν αγαπάς, θα τη διαχειριστείς, θα την ανατρέψεις, δε θα την πολεμήσεις. Εκτός αν για σένα δεν αξίζει να προσπαθήσεις, εκτός κι αν άρχισαν να φεύγουν από πάνω σου κι από μέσα σου τα σημάδια του βέλους.

Κι αν όντως έχουν φύγει, φύγε κι εσύ. Μην προσποιείσαι, μη δημιουργείς ελπίδες, μη βρίσκεις καμία δικαιολογία γιατί αυτό θα φανεί. Και τα πράγματα θα γίνουν πολύ πιο πολύπλοκα και πολύ χειρότερα και πολύ πιο δύσκολα διαχειρίσιμα. Γιατί αν ήθελες πραγματικά, θα ήσουν εκεί με κάθε κόστος. Θα έβρισκες εσύ τον τρόπο.

Θα αναρωτιέται κανείς αν οι άνθρωποι είμαστε πιο δυνατοί τελικά απ’ τον έρωτα για να τον ανατρέπουμε. Αν τελικά δεν είναι ανίκητος στις μάχες κι αν έχει κι αυτός μία αχίλλειο πτέρνα. Κι αν αυτοί που έρχονται καμιά φορά και μας πετάνε βέλη, θα μπορούσαν να είναι θεοί-απομιμήσεις με ψεύτικο οπλισμό που δεν κάνει καλά τη δουλειά του.

Κι αν είναι ψεύτικος, τότε ερωτευόμαστε λίγο; Είναι ο έρωτας χένα η οποία σβήνει παρά την αρχική της αίγλη; Ή μήπως φοβόμαστε να μελανιάσουμε το σώμα μας κι αρκούμαστε στη χένα βρίσκοντας χιλιάδες δικαιολογίες; Αν το κάνεις, να το κάνεις σωστά.

Όπως και να ‘χει δε θα κρίνει κανένας. Έτσι είναι αυτά τα πράγματα. Καμία ταινία και κανένα λογοτεχνικό έργο δεν κατάφεραν να αποτυπώσουν ακριβώς την αλήθεια. Το θέλουμε το παραμύθι μας. Ας το ζήσουμε όσο κρατάει κι ας είμαστε και λίγο προσεχτικοί. Ας έχουμε – όσο γίνεται– ένα καλό φινάλε.

Όταν πραγματικά θέλεις να είσαι εκεί κι όταν ο έρωτας ακόμα είναι στα ντουζένια του, καμία δικαιολογία, καμία υποχώρηση, κανένα ελαφρυντικό. Θα βρεις τον δρόμο. Έστω κι αν είναι γεμάτος ρωγμές.

Ο σύντροφος δεν είναι συνένοχός σου

Σχετική εικόναΚάθομαι και σκέφτομαι τι νομίζουμε τελικά ότι είναι η σχέση. Επειδή ο άλλος επέλεξε να είναι δίπλα σου και σου έχει δώσει το δικαίωμα να τον αποκαλείς σύντροφο κι άνθρωπό σου, θεωρείς ότι είναι κι υποχρεωμένος να συμφωνεί, να αποδέχεται και να υπερασπίζει την κάθε σου μαλακία. Δεν είμαι και τίποτα ειδικός στις σχέσεις, αλλά θα διαφωνήσω κάθετα.

Ο σύντροφός σου δεν είναι εκεί για να ουρλιάζει μαζί σου στις ώρες που η βλακεία κι η παράνοιά σου χτυπάνε κόκκινο. Ο σύντροφός –ο σωστός σύντροφος τουλάχιστον– θα σου πάει κόντρα και θα σου την πει. Θα σε βάλει στη θέση σου και θα σου υποδείξει τα λάθη σου και τους παραλογισμούς σου.

Σαφώς και θα σε υπερασπιστεί και θα σε προστατεύσει όταν χρειαστεί, αλλά δε θα σου χαϊδεύει τα αυτιά για να νιώθεις εσύ καλά. Δεν είναι συνένοχός σου, όπως δε θα γίνεις κ εσύ ποτέ δικός του. Στην τελική, ο έρωτας κι η αγάπη είναι η απόλυτη μορφή εμπιστοσύνης. Χαρίζεις σε κάποιον ό,τι πολυτιμότερο έχεις, καρδιά, μυαλό και κορμί.

Ο σύντροφός σου είναι ο σκληρότερος κριτής σου, είναι αυτός που σε έχει μάθει κι απ’ την καλή σου κι απ’ την ανάποδη. Έχει δεχτεί τα καμώματά σου, έχει φάει ψυχρολουσία, έχει αγαπήσει κι έχει γνωρίσει κάθε πτυχή του χαρακτήρα σου. Ξέρει ακριβώς γιατί έχεις αντιδράσει όπως αντέδρασες κι ίσως σε καταλάβει, αλλά σε καμιά περίπτωση δε θα πάρει το μέρος σου εάν η αντίδρασή σου ήταν αδικαιολόγητη.

Όσο κουραστική κι αν ήταν η μέρα σου, δεν είχες δικαίωμα να μιλήσεις απότομα στη μάνα σου ή να γίνεσαι επιθετικός κι εριστικός απέναντι στον άνθρωπό σου και ξέρεις πολύ καλά ότι αφού ηρεμήσεις, θα σου την πει. Κι όσο πιο δεμένοι είστε κι όσο περισσότερο σε νοιάζεται, τόσο περισσότερο θα σου τη λέει. Ξέρει τη δυναμική και τις δυνατότητες και θα σε σπρώξει στα όρια ώστε να δεις πού μπορείς να φτάσεις και να επανασυστηθείς στον εαυτό σου.

Οι τρελές και παράλογες συμπεριφορές δε θα τον ακουμπήσουν και δε θα τον επηρεάσουν. Θα σε αφήσει να κάνεις ό,τι σου κατέβει να κάνεις, θα αφήσει να ξεθυμάνει ό,τι έχεις μέσα σου κι όταν πια θα έχεις καταλάβει κι εσύ πόσο γελοία φέρθηκες, θα σου το τονίσει κι ο ίδιος. Νομίζω το ξέρεις πολύ καλά ότι δεν υπάρχει χειρότερο πράγμα απ’ το να πέφτεις και να μειώνεσαι στα μάτια αυτού που αγαπάς, πόσο μάλλον όταν το προκαλείς εσύ ο ίδιος.

Στην τελική άκου κι αυτό. Εάν πάντοτε τάσσεται υπέρ σου και βαριέται να διαπληκτιστεί μαζί σου, πόσο αντικειμενικός είναι απέναντί σου; Και πόσο αληθινός; Σε βάζει σε σκέψεις. Αν απ’ την άλλη όσο εύκολα θα σου την πει για την εκάστοτε άδικη συμπεριφορά σου, παίρνει και το μέρος σου εκεί που έχεις δίκιο και σου συμπαραστέκεται, ξέρεις ότι έχεις δίπλα σου έναν άνθρωπο που σε αντιμετωπίζει σαν ίσο κι όμοιο κι όχι σαν μπιμπελό που φοβάται μην του ραγίσει ή σαν αδύναμο κι ανυπεράσπιστο πλάσμα που δεν μπορεί να αντιμετωπίσει την αλήθεια των πράξεών του.

Δεν ξέρω ποιον απ’ τους δυο συντρόφους θα προτιμούσες  δίπλα σου, αλλά εγώ επέλεξα τον πρώτο. Και ένα έχω να σου πω. Όσο θα τρέμεις τη στιγμή που θα την ακούσεις επειδή ξέρεις ότι έφταιξες, τόσο θα το χαίρεσαι και θα το ευχαριστιέσαι όταν θα τον βλέπεις να υπερηφανεύεται και να σε επαινεί γιατί θα ξέρεις ότι όλα είναι αληθινά.

Δε φοβάται να σου μιλήσει ανοιχτά, δε φοβάται τα ξεσπάσματά σου, δε σε λυπάται και δε σε μειώνει. Απαιτεί από σένα να σταθείς στο ύψος σου και να φερθείς αντίστοιχα κι εσύ με τη σειρά σου πράττεις το ίδιο και γνωρίζεις καλά ότι μπορείς να του εκφράσεις ό,τι σε απασχολεί χωρίς να σε κρίνει ή να σε σαμποτάρει.

Ο σύντροφος δεν είναι συνένοχός σου και δε θα έπρεπε να απαιτείς να γίνει. Μη γίνετε συνένοχοι. Γίνετε κριτές και βοηθήστε ο ένας τον άλλο να ανέβει, πάντα με σεβασμό κι εκτίμηση. Αγάπη δε σημαίνει συνεχής και τυφλή αποδοχή, αλλά εποικοδομητική διαφωνία και βελτίωση.

Ψυχολογία της Συνειδητότητας

Αποτέλεσμα εικόνας για Ψυχολογία της Συνειδητότητας Η αντίληψη που έχουμε για την ύπαρξη στον κόσμο, για μας, για τον κόσμο, είναι μια αυθαίρετη κατασκευή που χρησιμοποιεί όμως πραγματικά στοιχεία… ή αλλιώς, κατασκευάζουμε αυθαίρετα την εικόνα της πραγματικότητας χρησιμοποιώντας πραγματικά στοιχεία. Είναι το αποτέλεσμα, η σύνθεση, η τελική εικόνα της πραγματικότητας αυθαίρετη, όχι τα στοιχεία της πραγματικότητας που χρησιμοποιούμε.
 
Ας το εξηγήσουμε αυτό. Η συνηθισμένη επίγνωση της ύπαρξής μας στον κόσμο και του περιβάλλοντος, της πραγματικότητας που συλλαμβάνουμε τελικά, είναι μια εκλεκτική διαδικασία, που επηρεάζεται, και διαφοροποιείται, από αντιλήψεις, πεποιθήσεις, συναισθήματα, τις ίδιες τις αισθήσεις.
Η άμεση εμπειρία της ύπαρξης στον κόσμο, του κόσμου (σαν περιβάλλοντος), φαίνεται καταρχήν αληθινή. Είμαστε εδώ, βλέπουμε, ακούμε, αντιδρούμε στον κόσμο. Όλα φαίνονται τόσο αληθινά. Είναι όμως;
Έχουμε συνεχώς επαφή με τον κόσμο. Αλλά όλα αυτά που συμβαίνουν δεν «εισέρχονται» όλα ανεξέλεγκτα μέσα μας. Και δεν θα ήταν δυνατόν, γιατί ο εγκέφαλος, το νευρικό σύστημα, οι αισθήσεις, θα αδυνατούσαν να ανταπεξέλθουν σε μια τέτοια δραστηριότητα. Από όλα αυτά που συμβαίνουν απομονώνουμε όσα μας «ενδιαφέρουν», ενώ όλα τα άλλα είναι πληροφοριακός θόρυβος. Αυτό το φιλτράρισμα των πληροφοριών μας προφυλάσσει βέβαια από τον κατακλυσμό των πληροφοριών, αλλά και μας «προσανατολίζει» μέσα στον κόσμο. Με την εκλεκτική πρόσληψη των πληροφοριών προσανατολιζόμαστε στην αντίληψη της πραγματικότητας. Ρυθμίζουμε την ζωή μας, και καθοδηγούμε τις εξωτερικές δραστηριότητές μας, τις πράξεις μας, για την επίτευξη των σκοπών που θέτουμε.
Όμως τι είναι αυτό που καθορίζει τα «ενδιαφέροντά» μας; Ανάγκες της ύπαρξης (να υπάρχουμε), της ζωής (να ζήσουμε, να ζούμε), κι εξωτερικές ανάγκες (να πραγματοποιούμε τους σκοπούς μας). Όλα αυτά όμως δεν είναι απλές εσωτερικές αισθήσεις που δημιουργούν δράσεις και πράξεις. Αντιλαμβανόμαστε με ορισμένο τρόπο την ύπαρξή μας, έχουμε σχηματίσει πεποιθήσεις για την ζωή, τον τρόπο που πρέπει να ζούμε (ανάλογα με τα κοινωνικά πρότυπα που επικρατούν), κι έχουμε προσανατολίσει την δράση μας στον εξωτερικό κόσμο σύμφωνα με τους προσωπικούς στόχους μας… Διδαχθήκαμε, μάθαμε, να αντιλαμβανόμαστε με ένα ορισμένο τρόπο, ανάλογα με την οικογένεια, την κοινωνία, τον τόπο που βρεθήκαμε, τις εξωτερικές συνθήκες.
Όλα αυτά μπορεί να φαίνονται φυσιολογικά για τους περισσότερους ανθρώπους που έχουν ταυτιστεί με το «περιεχόμενο της σκέψης» τους, τις πεποιθήσεις τους, τον τρόπο ζωής… και δρουν απλά σαν αυτόματα, στο επίπεδο της σκέψης, της ψυχολογικής αντίδρασης και της πρακτικής εξωτερικής ζωής. Εύλογα θα μπορούσαν να πουν «και πως πρέπει να ζούμε»; Δεν συνειδητοποιούν το μέγεθος της διαμόρφωσής τους, που δεν προέρχεται απλά από την ζωή, αλλά από την κοινωνία, από ισχυρές ομάδες που διευθύνουν τις τύχες των ανθρώπων και κατευθύνουν τους πληθυσμούς εκεί που θέλουν, σαν πρόβατα… Οι άνθρωποι δεν συνειδητοποιούν ότι ζουν σε ένα «κατασκευασμένο κόσμο», όπου αντιλήψεις, εκπαίδευση, πληροφόρηση, ζωή, συνήθειες, τα πάντα «ελέγχονται». Είναι τόσο αφελείς που πιστεύουν ότι ζουν στην αλήθεια, στη δημοκρατία, στην ελευθερία, στην δικαιοσύνη… ενώ δεν εφαρμόζεται πρακτικά τίποτα από αυτά.
Οι άνθρωποι είναι μισοξύπνιοι, μισοκοιμισμένοι, που αγνοούν ότι ζουν σε μια «κατασκευασμένη πραγματικότητα» κι ότι έχουν προγραμματιστεί να «συνεργάζονται» σε αυτή την «κατασκευή»… τελικά οι άνθρωποι κατασκευάζουν μόνοι τους τις αλυσίδες τους… Πάνω στο φόντο του «παγκόσμιου ονείρου» κατασκευάζουν συνεχώς το «προσωπικό όνειρό» τους.
Το ότι μπορεί πολλοί άνθρωποι να υιοθετούν παρόμοιες αντιλήψεις, πεποιθήσεις, δράσεις, πράξεις, δεν σημαίνει ότι όλα αυτά είναι αυτόματα αληθινά… Μήπως η πίστη των ανθρώπων ότι η γη είναι επίπεδη, έκανε πράγματι την γη επίπεδη;… Ή μήπως η πίστη των ανθρώπων ότι η «κατασκευασμένη πραγματικότητά» τους είναι η πραγματικότητα, την κάνει αληθινή;
Βέβαια, μπορεί αυτός ο τρόπος αντίληψης να μας προφυλάσσει από την σύγχυση των πληροφοριών, να μας βοηθά να προσανατολιζόμαστε και να επιβιώνουμε, φιλτράροντας την αντίληψη της πραγματικότητας, δεν παύει όμως να είναι μια αυθαίρετη κατασκευή που μας παραπλανά… δεν είναι η Πραγματικότητα, δεν μπορεί Ποτέ να Γίνει η Πραγματικότητα… Η ασφάλεια που προσφέρει η «κατασκευασμένη πραγματικότητα» είναι η ασφάλεια της φυλακής για κάποιον που δεν γνωρίζει πώς να ζήσει στην ελευθερία… Η Πραγματικότητα μπορεί να είναι Τελείως Διαφορετική από αυτό που φαντάζονται οι άνθρωποι.
Η Ορθή Αντίληψη της Πραγματικότητας Γίνεται σε Πραγματικό Χρόνο, Εδώ, Τώρα, στην Στιγμή που Ρέει, Παρατηρώντας με Πλήρη Προσοχή, «αυτά που συμβαίνουν»… όχι μέσα από το σύστημα σκέψης, αντιλήψεις, πεποιθήσεις, τρόπους ζωής… δηλαδή χωρίς να φιλτράρουμε «αυτά που συμβαίνουν», χωρίς να «παραποιούμε»… Αφήνοντας την Ζωή να μας Οδηγεί… Αυτός που Απλά Βλέπει, Παρατηρεί, με Προσοχή, «αυτά που συμβαίνουν», ανακαλύπτει μια Πραγματικότητα Τελείως Διαφορετική από αυτήν που εμφανίζει η φιλτραρισμένη αντίληψη του κόσμου.
Μια Τέτοια Αντίληψη της ύπαρξης, του κόσμου, «αυτού που συμβαίνει», είναι μια χωρίς όρους γνωστική διαδικασία, μια ελεύθερη δράση, μια διευρυμένη επίγνωση της Πραγματικότητας, που Αποκαλύπτει την Ουσιαστική Ενότητά της, αφού παύουν οι διαχωρισμοί υποκειμένου-αντικειμένου, εγώ-κόσμος, εγώ-άλλοι…
Αυτή η Διευρυμένη Αντίληψη (σαν γνωστική διαδικασία), αυτή η χωρίς όρους επίγνωση, είναι ακριβώς ο Στόχος όλων των Εσωτερικών Παραδόσεων… Είναι κάτι που έχει να κάνει με τον Άνθρωπο, την Συνειδητότητά του, την Επίγνωσή του, όχι με θεωρίες, διδασκαλίες, που είναι όλα κατασκευές της σκέψης, δηλαδή διανοητικά σκουπίδια, αφού η σκέψη εκλαμβάνει τις έννοιες-λέξεις σαν αληθινά πράγματα
Η Καρδιά όλων των αληθινών, είναι ακριβώς Αυτή η Εμπειρία της Πραγματικότητας, που από το Κατώφλι της Διευρυμένης Επίγνωσης (που Συλλαμβάνει την Ενότητα της Ύπαρξης) Βαθαίνει μέχρι την Πλήρη Εμπειρία, Αυτού που Πραγματικά Υπάρχει, Αυτού που Στηρίζει τα Πάντα, της Άχρονης Πηγής των Πάντων.
Όταν λοιπόν στις Παραδόσεις λέμε να απαρνηθούμε τον «κόσμο τούτο», να ανυψωθούμε στην Πραγματικότητα, εννοούμε να βγούμε από το σύστημα σκέψης που φιλτράρει και παραποιεί την πραγματικότητα, να βγούμε από το «σπήλαιο της σκέψης», όπου αντικρύζουμε μόνο σκιές, να βγούμε Έξω, στο Φως της Πραγματικότητας, όπου ο Ήλιος της Αλήθειας Λάμπει και Φανερώνει τα «πράγματα όπως είναι»… Έτσι το περιέγραφε ο Πλάτωνας πριν 2500 χρόνια στον «μύθο του σπηλαίου».
Και το ερώτημα είναι, «Καταλαβαίνουν οι άνθρωποι ότι είναι μέσα στο σπήλαιο της σκέψης και βλέπουν σκιές»; Καταλαβαίνουν ότι Εκεί Έξω από το σπήλαιο υπάρχει ένας Αληθινός Κόσμος, ένας Φωτεινός Κόσμος; Θέλουν να βγουν από το σπήλαιο; Η προτιμούν να φυτοζωούν μέσα στις αυταπάτες τους;
Η Γνώση Έχει Διατυπωθεί εδώ και χιλιάδες χρόνια. Και δεν υπάρχουν σωτήρες για να σώσουν κανένα. Καθένας έχει την απόλυτη ευθύνη του εαυτού του. Και το μόνο ερώτημα που μπορεί να τεθεί (να θέσει ο καθένας στον εαυτό του) είναι αυτό: «Που θέλεις να ζεις; Στο Φως; Στην αυταπάτη»; Η επιλογή είναι δικαίωμά σου… όπως και οι συνέπειες κάθε επιλογής αναπόφευκτες… κι οφείλεις να τις αντιμετωπίζεις με αξιοπρέπεια…
Το Τελικό Συμπέρασμα είναι ότι υπάρχει μια Ευρύτερη Επίγνωση, κάτι τελείως διαφορετικό από την απλή επίγνωση του συνηθισμένου ανθρώπου που είναι ένα φιλτράρισμα όσων συμβαίνουν, μια προσωπική κατασκευή της πραγματικότητας, μια παραποίηση, ένα όνειρο… όση ασφάλεια κι αν φαίνεται να έχει. Η επίγνωση του συνηθισμένου ανθρώπου διαστρεβλώνεται από τις επιλογές, τον ωφελιμισμό, προσωπικά ενδιαφέροντα και συμφέροντα, παγιωμένες δράσεις…
Αυτό που αντιλαμβάνεται ο συνηθισμένος άνθρωπος μέσα από το οποιοδήποτε σύστημα σκέψης του, δεν είναι ούτε πλήρης, ούτε επαρκής εικόνα της πραγματικότητας, είναι μια αυθαίρετη κατασκευή που δεν μπορεί να προσφέρει ούτε Ελευθερία, ούτε Αλήθεια, ούτε Ευτυχία…

Μην ψάχνεις την αποδοχή, ζήσε τη ζωή σου ελεύθερα και γέμισε τη ψυχή σου με νέες εμπειρίες

-na-ise-panta-o-eaftos-sou-afto-ine-mystikoΟι νέες εμπειρίες γεμίζουν την ψυχή, ενώ η ανάγκη γι ‘αποδοχή την αδειάζει. Οι νέες εμπειρίες είναι κάτω απ’ τον έλεγχο σου ενώ η άποψη των άλλων όχι…Γι αυτό ποτέ μην θυσιάσεις εμπειρίες μόνο και μόνο επειδή δεν είναι αποδεχτές από τους άλλους.
 
Σε μια έρευνα που διεξήχθη σε 12.000 ανθρώπους, βρήκε πως τα άτομα που αναζητούν νέες εμπειρίες είναι πιο ευτυχισμένα απ’ τα άτομα που κυνηγούν υλικά αγαθά.
 
Το κυνήγι της αποδοχής δεν πρόκειται να τελειώσει ποτέ πολύ απλά γιατί δεν θέτεις εσύ τα όρια αλλά το άτομο που προσφέρει την αποδοχή. Ακόμα, η ηρεμία σου θα εξαρτάται απ’ το αν θα πάρεις αποδοχή ή όχι.
 
Απ’ την άλλη, η δημιουργία νέων εμπειριών προσφέρει μακροπρόθεσμη αξία στην ζωή σου – είναι ένα είδος επένδυσης που δεν χάνει ποτέ την αξία του. Έρευνες έχουν δείξει ότι εμπειρίες που ήταν δύσκολες, άλλαξαν πιο γρήγορα και πιο θετικά τα άτομα που ενεπλάκησαν σ’ αυτές απ’ ότι εμπειρίες που ήταν εύκολες και άνετες.
 
Πέντε αρνητικές συνέπειες του να έχεις ανάγκη την αποδοχή
 
#1. Χάνεις την δημιουργικότητα σου
Είναι αδύνατο να είσαι δημιουργικός όταν αναζητάς συνεχώς αποδοχή απ’ τους άλλους. Οι ιδέες σου είναι τα δικά σου, προσωπικά, δημιουργήματα και δεν γίνεται να τις αλλάζεις ή να τις καταπιέζεις επειδή κάποιος δεν τις εγκρίνει. Αν το κάνεις, μειώνεις δραματικά την μάθηση που πρόκειται να πάρεις βάζοντας σ’ εφαρμογή τις ιδέες σου.
 
#2. Χάνεις την ταυτότητα σου
Όταν αναζητάς συνεχώς αποδοχή, χάνεις την αίσθηση του εαυτού σου. Οι απόψεις σου και οι συμπεριφορές σου είναι άμεση έκφραση της προσωπικότητας σου. Όσο περισσότερο την καταπιέζεις τόσο περισσότερο χάνει την υπόσταση της.
 
#3. Η καριέρα σου φτάνει γρήγορα σε τέλμα
Το μονοπάτι που σου ταιριάζει περισσότερο είναι και αυτό που αισθάνεσαι πιο εύκολα την παρόρμηση ν’ ακολουθήσεις. Κανείς δεν μπορεί να κρίνει τα όνειρα σου και το ένστικτο σου.
Αντί να μένεις συγκεντρωμένος για το που θέλεις να φτάσεις, συγκεντρώνεσαι στο τι πρόκειται να πουν οι άλλοι. Σε δεύτερο επίπεδο, δεν πρόκειται ποτέ να κάνεις κάτι σπουδαίο αν περιμένεις να σου προσφέρει κίνητρο κάποιος εξωτερικός παράγοντας.
 
#4. Βρίσκεσαι συνεχώς σε μια κατάσταση πίεσης και ενοχής
Για να καταφέρνεις συνεχώς να παίρνεις αποδοχή απ’ τους άλλους, θα πρέπει διαρκώς να καταπιέζεις τις δικές σου ανάγκες έναντι των άλλων. Θα προσπαθείς να κάνεις τους άλλους ευτυχισμένους αντί τον εαυτό σου.
Θα ζεις για τους άλλους και όχι για εσένα….
 
#5. Ζεις στον φόβο
Η συνεχής ανησυχία για το αν θα πάρεις την αποδοχή ή όχι, σε τοποθετεί σε ένα πλαίσιο φόβου. Φοβάσαι μήπως οι αποφάσεις σου δεν γίνουν αποδεχτές και τι συνέπειες θα υπάρξουν έπειτα.
Το παράδοξο με την ανάγκη για αποδοχή βρίσκεται πως όταν αν τα πράγματα δεν πάνε καλά, θα είσαι ο πρώτος που θα δεχτεί τις συνέπειες.
 
Πέντε πλεονεκτήματα του να κυνηγάς νέες εμπειρίες
 
#1. Μαθαίνεις τι να μην κάνεις
Ανάπτυξη σημαίνει να δημιουργείς τις διαδικασίες μέσω των οποίων μαθαίνεις τι δεν θέλεις. Οι εμπειρίες είναι εξαιρετικοί δάσκαλοι επειδή μας δείχνουν όχι μόνο τι χρειάζεται να κάνουμε αλλά και τι χρειάζεται ν’ αποφεύγουμε.
 
#2. Μαθαίνεις τις αξίες σου και τις δυνάμεις σου
Η αποδοχή απ’ τους άλλους είναι ένας φτωχός τρόπος να καταλάβεις εις βάθος σε τι είσαι πραγματικά καλός. Αν κάποιος έχει ως κεντρική αξία την ασφάλεια, μέσω της άποψης του, θα σε αποτρέψει στο να κυνηγήσεις μια ιδέα ή ένα όραμα.
Όσες περισσότερες εμπειρίες έχεις τόσο πιο γρήγορα θα καταλάβεις τις δυνάμεις σου και τα φυσικά σου ταλέντα.
 
#3. Γίνεσαι πιο ενδιαφέρον άνθρωπος
Το να κάνεις τα ίδια πράγματα και δραστηριότητες κάθε μέρα δεν είναι εμπειρία. Είναι έλλειψη εμπειρίας και κάτι βαρετό. Κυνηγώντας εμπειρίες όμως, προσφέρεις τις ευκαιρίες στον εαυτό σου να ξεδιπλώσει τα χαρίσματα του.
 
#4. Οι σχέσεις σου θα δυναμώσουν
Όταν ζεις ξεχωριστές εμπειρίες με άλλα άτομα, οι δεσμοί που σας ενώνουν μένουν για πάντα. Ακόμα, οι άνθρωποι που θα σταθούν δίπλα σου στο κυνήγι νέων εμπειριών, είναι άτομα που σου ταιριάζουν.
 
#5. Αποκτάς καλύτερη αντίληψη του κόσμου
Οι εμπειρίες, σου προσφέρουν το χάρισμα της στρατηγικής σκέψης. Όταν δοκιμάζεις νέα πράγματα, επεκτείνεις την αντίληψη σου. Ανυψώνεις τον εαυτό σου στο επόμενο επίπεδο και αποκτάς μεγαλύτερη σιγουριά στον εαυτό σου.
 
Το κυνήγι νέων εμπειριών είναι ένα παράθυρο προς νέους κόσμους που σου δίνουν την δυνατότητα να τους διαμορφώσεις στηριζόμενος στις βαθύτερες αξίες σου.

Όταν φοβάσαι, ο φόβος διακλαδώνεται σε αναρίθμητες γενεές

«Οι μελλούμενες γενεές δε σαλεύουν μέσα στον αβέβαιο καιρό, μακριά από σένα. Ζουν, ενεργούν και θέλουν μέσα στα νεφρά και στην καρδιά σου…
 
Κατά που θα κινήσεις;

Πώς θ΄ αντικρίσεις τη ζωή και το θάνατο, την αρετή και το φόβο; Όλη η γενεά καταφεύγει στο στήθος σου και ρωτάει και προσδοκάει με αγωνία.
 
Έχεις ευθύνη. Δεν κυβερνάς πια μονάχα τη μικρή ασήμαντη ύπαρξη σου.
 
Είσαι μια ζαριά όπου για μια στιγμή παίζεται η μοίρα του σογιού σου.
 
Κάθε σου πράξη αντιχτυπάει σε χιλιάδες μοίρες. Όπως περπατάς, ανοίγεις, δημιουργείς την κοίτη όπου θα μπει και θα όδέψει ο ποταμός των απόγονων.
 
Όταν φοβάσαι, ο φόβος διακλαδώνεται σε αναρίθμητες γενεές και εξευτελίζεις αναρίθμητες ψυχές μπροστά και πίσω σου.
 
Όταν υψώνεσαι σε μια γενναία πράξη, η ράτσα σου αλάκερη υψώνεται και αντρειεύει.»
 
Ασκητική – Νίκος Καζαντζάκης

ΝΑ ΑΝΤΙΠΑΛΕΨΟΥΜΕ ΤΗΝ ΑΥΤΟΕΞΑΠΑΤΗΣΗ 'Η ΟΧΙ;

Αποτέλεσμα εικόνας για ΑΥΤΟΕΞΑΠΑΤΗΣΗΠροτού να ξεκινήσουμε, αξίζει να αναρωτηθούμε αν συντρέχει πραγματικά λόγος να αντιπαλέψουμε την αυτοεξαπάτηση στη ζωή μας. Όπως έχουμε δει, η φυσική επιλογή έχει ευνοήσει την ικανότητά μας να εξαπατούμε τον εαυτό μας, διότι μας βοηθά να εξαπατούμε αποτελεσματικότερα τους άλλους. Γιατί, λοιπόν, να θελήσουμε να περιστείλουμε μια ιδιότητα που υπηρετεί το εξελικτικό μας συμφέρον; Δεν θα ήταν πιο χρήσιμο να αξιοποιούσαμε επιλεκτικά την αυτοεξαπάτηση προς όφελός μας – σε καταστάσεις στις οποίες έχει μεγαλύτερη πιθανότητα να φανεί αποδοτική- παρά να την καταπολεμήσουμε συνολικά; Δεν παραβιάζει άραγε η γενική προσπάθεια χαλιναγώγησης της αυτοεξαπάτησης την προσήλωσή μας στο εξελικτικό ιδιοσυμφέρον μας;

Όσο βάσιμη και αν φαντάζει η παραπάνω ένσταση, απαντώ απερίφραστα: Δεν δίνω δεκάρα τσακιστή. Δεν πιστεύω ότι πρέπει να θεμελιώνουμε τη ζωή μας, τις διαπροσωπικές σχέσεις μας και τις κοινωνικές αλληλεπιδράσεις μας σε ψέματα. Μάλιστα, από ηθική άποψη, ο συνδυασμός της εξαπάτησης με την αυτοεξαπάτηση μου φαίνεται διπλά κατακριτέος. Στην περίπτωση της απλής εξαπάτησης, το θύμα είναι μόνο ένα· αλλά όταν η εξαπάτηση συνοδεύεται και από αυτοεξαπάτηση, τότε τα εξαπατώμενα άτομα είναι δύο. Επιπλέον, όταν εξαπατάτε τον εαυτό σας, βασίζετε αυτοβούλως τη συμπεριφορά σας σε αναλήθειες, γεγονός που ενδέχεται να έχει αρνητικές παρεπόμενες συνέπειες, τις οποίες να μην μπορείτε να προβλέψετε και οι οποίες να επιδεινώνονται με την πάροδο του χρόνου.

Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η φυσική επιλογή έχει επίσης ευνοήσει την τάση μας να ασκούμε σεξουαλική βία σε γυναίκες, να εξαπολύουμε απρόκλητες επιθέσεις όταν κρίνουμε ότι μας συμφέρει, και ενίοτε να κακοποιούμε τα ίδια τα παιδιά μας. Δεν επικροτώ καμία από αυτές τις συμπεριφορές , ασχέτως αν κατά καιρούς φάνηκαν χρήσιμες στους εξελικτικούς προγόνους μας. Όπως χαρακτηριστικά μου είπε κάποτε ένας εξελικτικός βιολόγος: «Τα γονίδιά μου δεν δίνουν δεκάρα για την πάρτη μου, και ούτε εγώ για τη δική τους».

Μια μεταβλητή στην οποία όντως δίνω σημασία είναι η ιδέα της εξελικτικά σταθερής στρατηγικής- δηλαδή, μιας στρατηγικής η οποία, στο πλαίσιο ενός (καλώς ορισμένου) εξελικτικού παιγνίου, δεν ωθείται ποτέ στην εξαφάνιση. Στις ανθρώπινες κοινωνίες, δεν αποκλείεται ο περιορισμός της αυτοεξαπάτησης και η ειλικρίνεια (ή έστω η προσπάθεια να φανεί κανείς ειλικρινής και να μην εξαπατά τον εαυτό του)να αποτελούν εξελικτικά σταθερές στρατηγικές – με άλλα λόγια, να μην μπορούν να οδηγηθούν στην εξαφάνιση, έστω και αν η συχνότητά τους στον πληθυσμό διατηρείται χαμηλή. Αν η στρατηγική της ειλικρίνειας οδεύει αναπόδραστα προς τον εξελικτικό της αφανισμό, τότε ίσως θα όφειλα να επανεξετάσω την προσωπική μου στάση. Αν, όμως, είναι εξελικτικά σταθερή, έστω και με χαμηλή συχνότητα στον πληθυσμό, τότε προτιμώ να προκρίνω, ως προσωπική στρατηγική, την προσπάθεια περιστολής της αυτοεξαπάτησης (χωρίς βέβαια να έχω αξιόλογη πιθανότητα επιτυχίας).

Στην προσωπική μου ζωή, έχω πολλές φορές βιώσει την αυτοεξαπάτηση υπό τη μορφή μιας σειράς από μικρές επιτυχίες που ακολουθούνται από μια μεγάλη αποτυχία. Φουσκώνω από αυτοπεποίθηση, προβάλλω μια αυτάρεσκη εικόνα στους γύρω μου και απολαμβάνω κάποια από τα παροδικά οφέλη αυτής της αυταπάτης, προτού τελικά προσγειωθώ ανώμαλα στη σκληρή πραγματικότητα. Η ανώμαλη προσγείωση συχνά συνοδεύεται από βαριές απώλειες, οι οποίες εν μέρει οφείλονται στην τυφλότητα που είχε επιφέρει η υπέρμετρη αυτοπεποίθησή μου. Λόγου χάριν, υπάρχει κίνδυνος να αγνοήσω τις πρόδηλες ενδείξεις ότι μια υποτιθέμενα ευτυχισμένη σχέση στην πραγματικότητα φθίνει άσχημα· κλείνοντας τα μάτια μου, βελτιώνω προσωρινά την ψυχολογική μου διάθεση αναβάλλοντας το αναπόφευκτο ξεκαθάρισμα λογαριασμών – και ανεβάζοντας το κόστος του. Όπως έχουμε δει, εύκολα παγιδεύεται κανείς στον φαύλο κύκλο της άρνησης και δύσκολα απεμπλέκεται από αυτόν. Για να το θέσουμε διαφορετικά, η αυτοεξαπάτηση συχνά έχει καταστροφικές συνέπειες. Αυτό δεν ισχύει μόνο για γεγονότα με ευρύ κοινωνικό αντίκτυπο, όπως η εξαπόλυση αδικαιολόγητων πολεμικών επιθέσεων και η εφαρμογή εσφαλμένων οικονομικών πολιτικών, αλλά και για επιλογές που αφορούν τον στενό προσωπικό μας κύκλο. Μπορεί μεν να αντλήσουμε προσωρινά οφέλη από την εξαπάτηση του εαυτού μας και των άλλων, αλλά δύσκολα θα αποφύγουμε να επωμιστούμε ένα βαρύ μακροπρόθεσμο κόστος.

Πιστεύω ότι αυτός είναι ένας γενικός κανόνας στη ζωή- ότι τα οφέλη της αυτοεξαπάτησης εκδηλώνονται άμεσα, ενώ το κόστος της άγνοιας γίνεται αισθητό με καθυστέρηση. Πειράματα σε επίμυς έχουν αποδείξει ότι αυτού του είδους οι επιδράσεις- δηλαδή, όσες εκδηλώνονται με χρονική υστέρηση- είναι πολύ δύσκολο να συνδεθούν με τις αιτίες που τις προκαλούν. Οι άμεσες συνέπειες μιας πράξης, θετικές ή αρνητικές, είναι συνήθως προφανείς· οι μακροπρόθεσμες επιδράσεις εξακριβώνονται με πολύ μεγαλύτερη δυσκολία. Τα πράγματα γίνονται ακόμη χειρότερα από το γεγονός ότι έχουμε την ισχυρή τάση να επικεντρωνόμαστε στο παρόν και να υποτιμούμε τις απώτερες μελλοντικές συνέπειες των ενεργειών μας.

ROBERT TRIVERS, Η ΜΩΡΙΑ ΤΩΝ ΑΝΟΗΤΩΝ

''Ιπτάμενες μηχανές'' στα έργα του Αισχύλου

Ο Αισχύλος ήταν Τραγικός ποιητής. Γεννήθηκε το 525 π.Χ. ή το 524 π.Χ. στην Ελευσίνα

Ήταν γόνος του ευγενούς γαιοκτήμονα Ευφορίωνα, του γένους των Κοδριδών, ενώ παρουσιάστηκε νωρίς στους δραματικούς αγώνες, κατά την 70η Ολυμπιάδα (499/496 π.Χ.), όταν διαγωνίσθηκε εναντίον των δραματικών ποιητών Πρατίνα και του Χοιρίλου. Ήταν Αθηναίος πολίτης που μετείχε στις μάχες κατά των Περσών, ενώ είχε και δυο αδέλφια, που επίσης πολέμησαν στη μάχη του Μαραθώνα, τον Αμυνία και τον Κυναίγειρο.

Ο τελευταίος μάλιστα πέθανε στον Μαραθώνα στη προσπάθεια του να κρατήσει με τα χέρια του, καθώς ήταν χειροδύναμος και πιθανότατα παλαιστής, ένα πλοίο των Περσών πριν βγει στα ανοιχτά. Αυτή η συμμετοχή του απηχεί στον θεατρικό και ποιητικό στίβο αυτή ακριβώς την ιστορική στιγμή της πόλεως, την ερμηνεύει ιδεολογικά, πολιτικά και φιλοσοφικά και ερμηνεύεται από αυτήν. Στο έργο του συμπυκνώνεται η έννοια του δικαίου, καθώς και η συνείδηση του ποιητή ως μαχόμενου πολίτη.

 Σύμφωνα με τον G. Thomson ο Αισχύλος ήταν οπαδός του Πυθαγόρα και τα δράματά του είναι γεμάτα πυθαγόρειες ιδέες. Ο ίδιος θεωρούσε ως το μεγαλύτερο επίτευγμα της ζωής του τη συμμετοχή του στη μάχη του Μαραθώνα, στη ναυμαχία του Αρτεμισίου και στη ναυμαχία της Σαλαμίνας. Όλα τα προηγούμενα πρέπει να εξετάζονται μαζί με την πιθανή συμμετοχή του στα Ελευσίνια Μυστήρια, στη λατρεία της Δήμητρας και της Περσεφόνης. Τα έργα του Αισχύλου βρίθουν από αναφορές σε ιπτάμενα σκάφη. Αν και γραμμένα περίπου 2500 χρόνια πριν την πρώτη επίσημη πτήση αεροσκάφους, είτε αυτή ήταν του Λεονάρντο ντα Βίντσι, είτε των αδελφών Ράιτ, μας εγείρει την φαντασία όσον αφορά την τεχνολογία των αρχαίων προγόνων μας και τις γνώσεις που κατείχαν τα ιερατεία κρυμμένες από τα μάτια των αμύητων.

Φυσικά, δεν μπορούμε να πούμε ότι σε ιστορική αφήγηση, όπως π.χ. της ναυμαχίας της Σαλαμίνας, έλαβαν μέρος αεροσκάφη σε κοινή θέα τόσο των Ελλήνων όσο και των βαρβάρων, όμως, ο ποιητής μέσα στην αφήγηση ενσωματώνει έμμεση αναφορά σε αυτά, δίνοντας μια εναλλακτική διάσταση στον αναγνώστη και προσαρμόζοντας το αθάνατο έργο του σε όλες τις μετέπειτα κοινωνίες, έτσι ώστε αυτός να διακρίνει στο έργο στοιχεία από το επίπεδο ανάπτυξης του πολιτισμού του καιρού του.

Έτσι, διαβάζοντας τους Πέρσες (στίχος 555) βλέπουμε μια αναφορά σε πλοία ομόπτερα γαλανά, που οδήγησαν τους πεζούς και τους ναύτες στον θάνατο. Και αν προκαλεί απορία το ότι τα πλοία έχουν φτερά, εξίσου εύλογη απορία πρέπει να δημιουργεί και το γεγονός ότι σκοτώνουν και πεζούς. Ένα αεροπλάνο που πετάει, βέβαια, επάνω από την σύγκρουση δύο καραβιών, μπορεί να βάλλει εναντίον τους το ίδιο εύκολα, όσο και αν πετούσε επάνω από την σύγκρουση δύο πεζοπόρων τμημάτων και υποστήριζε τις φίλιες θέσεις.

 Στις Ευμένιδες (στίχοι 250-251) διαβάζουμε για τον χορό των Ευμενίδων που πετά χωρίς φτερά επάνω από τον πόντο, σαν σε πλοίο. Επίσης, το αρχαίο κείμενο χρησιμοποιεί την λέξη Πόντος, για τον οποίο κατά καιρούς έχει λεχθεί από μεγάλους συγγραφείς και ερευνητές του 20ου αιώνα, ότι δεν ενέχει την έννοια της λέξης θάλασσα, αλλά καλύπτει πιθανότατα τον χώρο μεταξύ των πλανητών, δηλαδή το στρώμα της ατμόσφαιρας, της στρατόσφαιρας και του διαστρικού κενού.

Από το ίδιο πλοίο που πετά, κατεβαίνει ο Ορέστης στο έργο Χοηφόροι (στίχος 3), ο οποίος προσεύχεται στον χθόνιο Ερμή και κατέρχεται στην γη και όχι υπό της γης, όπως ίσως θα ερμήνευαν ειρωνικά οι σχολιαστές. Και ίσως να είναι το ίδιο ιπτάμενο πλοίο που σαν πολεμικό πουλί πήγε τον πατέρα του Αγαμέμνωνα με τον Μενέλαο στην Τροία, η οποία αναφέρεται στον Αγαμέμνωνα (στίχος 110) σαν Αία. Η έννοια της Αίας σαν ονομασία του πλανήτη Γή, θα αναζητηθεί σε άλλο σημείο της μελέτης μας. Τα ίδια αυτά σκάφη στον Αγαμέμνωνα (στίχοι 126-130) αναφέρονται σαν ιπτάμενοι σκύλοι.

Αν λάβουμε υπόψιν την ιδιαίτερη σχέση των αρχαίων μας προγόνων με τον Κύνα ή αστερισμό του Κυνός, η φαντασία μας μπορεί να αρχίσει να παίζει επικίνδυνα παιχνίδια με διαστημόπλοια από τον Σείριο, σε υλική μορφή. Ο ιπτάμενος μας σκύλος του Διός θα φανεί και πάλι στον Προμηθέα Δεσμώτη (στίχοι 1035-1036) όπου τρώει το συκώτι του Προμηθέα, θέμα το οποίο θα συναντήσουμε και σε άλλη πιο «ειδική» ενότητα της παρούσας μελέτης γύρω από τον Αισχύλο.

 Στις Ικέτιδες (στίχος 202) έχουμε μία αναφορά στο όρνεο του Ζηνός, πιθανώς όχι σαν τον βασιλιά αετό, αλλά με πιο μεταλλική μορφή. Συνεχίζοντας στους στίχους 213-215 έχουμε τις περιστέρες (πλειάδες) Δαναΐδες να κυνηγιούνται από τα μέχρι πρότινος συγγενικά γεράκια. Συσχετίζοντας έτσι το γεράκι με τον Απόλλωνα (Σείριο) και τις περιστέρες με τις γνωστές Πλειάδες. Αξίζει ναι παραθέσουμε και τους στίχους 499, 500 της ίδιας τραγωδίας, όπου συναντούμε τα αρπακτικά γεράκια εναντίον των δρακόντων. 

Στον στίχο 546 από την ίδια τραγωδία, όπου ο Αισχύλος μας μιλά για τα βέλη του φτερωτού βοσκού, που κέντρισε την Ιώ, στο μεγάλο ταξίδι της ανά τις Ηπείρους. (Σύμφωνα με τις διάφορες πηγές, η περιπέτειά της άρχισε όταν η Ήρα αντιλήφθηκε την παράνομη σχέση μεταξύ αυτής και του Δία. Τότε ο Δίας, για να την προστατεύσει από το μένος της συζύγου του, τη μεταμόρφωσε σε αγελάδα.) Δεν χρειάζεται να πούμε, βέβαια, πως το αναφερόμενο ταξίδι ανάμεσα σε Ασία, Ευρώπη και Αφρική δεν θα μπορούσε ποτέ να γίνει από μια ....αγελάδα όπως την εννοούν οι '(παν)άξιοι' σχολιαστές των αρχαίων μας κειμένων, αλλά πράγματι η φαντασία μας θα μπορούσε να πλάσει ιπτάμενα σκάφη ...σαν πιο λογική εξήγηση. Τέλος, στις Ικέτιδες ο Αισχύλος, κάνει λόγο για ''γοργοφτερα'' (σκαφη;) (στίχος 725);

Ο χορός των Ωκεανίδων είναι πιο αποκαλυπτικός στον Προμηθέα Δεσμώτη (στίχοι 128-139), όταν λέει στον Προμηθέα ότι έφτασε σε αυτόν με φτερωτό όχημα. Μην ξεχνάμε ότι ο Προμηθέας οδηγήθηκε, άγνωστο πώς, στην κορυφή του Καυκάσου από τον Ήφαιστο, το Κράτος και την Βία, για να σταυρωθεί στον βράχο. Οι Ωκεανίδες, σύμφωνα με τα λεγόμενά τους (στίχοι 291-293), αφήνουν τον γοργό όχημα και τον αγνό αιθέρα και πατούν το πόδι τους επάνω στην γη. Βέβαια, αφού όπως λέει και ο πατέρας τους Ωκεανός (στίχοι 296-300) διένυσαν μεγάλες αποστάσεις κυβερνώντας το γοργόφτερο άρμα τους, όχι με χαλινάρια, αλλά μόνο με την σκέψη, σαν να είχαν βάλει τον αυτόματο πιλότο σε ένα σύγχρονο μεταγωγικό αεροσκάφος. Πιθανώς, όμως, το εν λόγω άρμα να είναι πιο προηγμένης τεχνολογίας από τα σημερινά αεροπλάνα, μιας και θέλει να διανύσει τον απέραντο αιθέρα (διαστρικό κενό) με τα τέσσερα ποδάρια του να πατήσουν και πάλι την φωλιά του (βάση) για να ξεκουραστεί (στίχοι 407-409). Ακόμα, έχουμε την μάχη των γερακιών με τις περιστέρες στους στίχους 868-869.

Τέλος, για να κλείσουμε το παρόν, ας δούμε την δημοφιλή ιπτάμενη αιγίδα (ασπίδα) της Αθηνάς στις Ευμένιδες (στίχος 404), αιγίδα γνωστή για τις «πτήσεις» της και από όλους τους αρχαίους Έλληνες Κλασσικούς. Τι γνώρισε ο Αισχύλος στα μυστήρια τα οποία μυήθηκε;

Η αθανασία της ψυχής και η μετά θάνατον ζωή μεσα από την Αρχαία ελληνική φιλοσοφία

Αποτέλεσμα εικόνας για Η αθανασία της ψυχής και η μετά θάνατον ζωή μεσα από την Αρχαία ελληνική φιλοσοφίαΑποτελεί αναμφισβήτητο γεγονός η διαπίστωση ότι επί χιλιάδες χρόνια, ανάμεσα στις δοξασίες των ανθρώπων, κυρίαρχη διάσταση κατέχει η προσήλωση στην ιδέα της αθανασίας της ψυχής. Από αυτή τη δήλωση συνάγεται το συμπέρασμα ότι η ψυχική αθανασία ή Παλιγγενεσία όπως απεκαλείτο από τους προγόνους μας, αντίληψη σύμφωνα με την οποία η ψυχή είναι άφθαρτη και παραμένει αναλλοίωτη και μετά τον λεγόμενο θάνατο ή μετάσταση του σώματος, του θνητού της δηλαδή περιβλήματος, δεν είναι ούτε πρόσφατη, ούτε βέβαια και παρωχημένη.

 Ανάγεται ιστορικά στο απώτατο παρελθόν, η προέλευσή της προέρχεται από την αρχέγονη αρχαιότητα, συνυφασμένη με τα καίρια υπαρξιακά ερωτήματα τα οποία διακατέχουν την ανθρώπινη ύπαρξη, ίσως ακόμη και από κτίσεως κόσμου. Συνδέεται δε άμεσα, λόγω της φύσεώς της, με τα υπαρξιακά και μεταφυσικά ερωτήματα τα οποία προβληματίζουν την ανθρώπινη ύπαρξη.

Και αυτό είναι απόλυτα λογικό, αφού η απάντηση σε ένα τέτοιο κρίσιμο όσο και θεμελιώδες ερώτημα, παρέχει αλλυσιδωτά απαντήσεις σε μία σειρά από καίρια ζητήματα σχετιζόμενα με την προέλευση, τον σκοπό της ανθρώπινης ζωής, και την τελική κατάληξή της. Το τρίπτυχο του Εγώ, της ανθρώπινης δηλαδή υποστάσεως, συνίσταται σε πνεύμα, σώμα και ψυχή. Το τρίτο από αυτά τα συστατικά στοιχεία της ζώσης υπάρξεως, είναι Θεϊκό και αθάνατο.

Η πεποίθηση ότι η ψυχή είναι άφθαρτη, αντιπροσωπεύοντας την αθάνατη υπόσταση του ανθρώπου, αποτελεί μία από τις θεμελιώδεις αρχές των Μυστών οι οποίοι διαιωνίζουν την πανάρχαια μυστηριακή παράδοση.

Σε αυτή ακριβώς την αρχή, εδραιώνεται και ο Νόμος της Μετενσαρκώσεως. Ένας νόμος ο οποίος πρεσβεύει την επιστροφή της πνευματικής αρχής σε ένα νέο σαρκικό, θνητό, περίβλημα. Οι Μυστηριακοί θεσμοί, με προεξέχοντες αυτόν των Ορφικών Μυστηρίων και εκείνον της Ελευσίνος, αποτελούσαν τελετουργικά δρώμενα. Διαρθρώνονταν στα Ελάσσονα (ή μικρά) Μυστήρια, κατά τη διάρκεια των οποίων λάμβαναν χώρα προκαταρκτικοί καθαρμοί, ενώ επακολουθούσε η συμβολική απεικόνιση της καταβάσεως της ψυχής στην υλική ουσία, στο σώμα, καθώς και η περιγραφή των δοκιμασιών που υφίσταται, εξαιτίας αυτής της ενώσεως με τον υλικό παράγοντα. Αντιθέτως, τα Μείζονα Μυστήρια, αποσκοπούσαν στο να καταστήσουν τον μυούμενο γνώστη της καταστάσεως εκείνης που επιφέρει την ψυχική ευφορία, η οποία επιτυγχάνεται όταν η αείζωη ψυχική ουσία αποδεσμευθεί από την κατώτερη υλική φύση.

Την αθανασία της ψυχής πρέσβευαν ήδη πρώτοι οι Πελασγοί, μέσω των θρησκευτικών τους αντιλήψεων, κάνοντας λόγο για πέραν του θανάτου ζωή. Στα Ελευσίνια Μυστήρια, κατά την διεξαγωγή της Μυήσεως στο Τελεστήριο, οι μυούμενοι, εν μέσω αμυδρου φωτός, έβλεπαν παραστάσεις από την μετά θάνατον ζωή, προερχόμενες τόσο από τα Ηλύσια Πεδία, όσο και από τον ζοφερό Άδη. Αρχικά, θα πρέπει να μας προβληματίσει ένα επιτάφιο επίγραμμα Ιεροφάντου, στο οποίο όπως συνάγεται από την Αρχαιολογική Εφημερίδα αναφέρονται τα ακόλουθα: "Ωραία πραγματικά απόκρυφη διδασκαλία (μας μεταβιβάσθηκε) από τους Θεούς. Ότι ο θάνατος, όχι μόνο δεν είναι επιζήμιος για τους ανθρώπους, αλλά αντίθετα είναι ωφέλιμο πράγμα".

Πρόκειται για μία επιγραφή, η οποία σαφέστατα αναφέρεται στην αντίληψη της διαιωνίσεως του βίου και μετά την μετάσταση του σώματος, ένα οριακό γεγονός που δίνει τέλος στην ανθρώπινη ύπαρξη, υπό τη γήϊνη-φθαρτή της μορφή. Το Αθάνατο είναι θνητό. Το θνητό είναι αθάνατο. Ο θάνατος είναι αθάνατη ζωή για τους θνητούς. Για τους αθάνατους, η θνητή ζωή είναι θάνατος", διατείνεται ο φιλόσοφος Ηράκλειτος, ο αποκαλούμενος και "σκοτεινός" (και αυτό διότι το "Περί Φύσεως" σύγγραμμά του απευθυνόταν μόνο σε μυημένους, γι' αυτό και το νόημά του ήταν στριφνό και συνεπώς "σκοτεινό", δυσνόητο για τους αδαείς περί της ουσίας των μυστηρίων).

Ο ίδιος φιλόσοφος και μύστης αναφέρει ότι 'Το ίδιο πράγμα είναι ο ζωντανός και ο νεκρός, ο ξύπνιος και ο κοιμισμένος, ο νέος και ο γέρος. Γιατί τα πρώτα αφού αλλάξουν κατάσταση, γίνονται τα δεύτερα και αυτά πάλι όταν αλλάξουν κατάσταση γίνονται τα πρώτα". 

Πρόκειται ευκρινώς περί μίας φιλοσοφικής ενατενίσεως του ζητήματος της ψυχικής αθανασίας, η οποία μας παρέχει με σαφήνεια την αντίληψη των μυημένων στα αρχαία μυστήρια περί της εννοίας την οποία προσλαμβάνουν οι όροι "θάνατος" και "ζωή", οι τόσο σχετικοί σε περιεχόμενο, από ουσιαστικής απόψεως για όσους δύνανται να δουν την βαθύτερη έννοια των πραγμάτων, σύμφωνα με το προαιώνιο εξελικτικό σχέδιο που διέπει κάθε κοσμική δημιουργία.

 Ανατρέχοντας στους ακατάλυτους φυσικούς νόμους, οι οποίοι διέπουν κάθε Κοσμική έκφανση, όντας διακρινόμενη από μία ακατάβλητη ισχύ, καθίσταται αντιληπτό ότι καμμίας υλικής φύσεως μορφή αλλά και κανενός είδους ενέργεια δεν υπόκειται σε οριστικό αφανισμό. Απλά υπόκειται σε αέναες μεταβολές, υφίσταται διάφορους μετασχηματισμούς, επιβεβαιώνοντας τη θεμελιώδη αρχή του Ηρακλείτου 'Τα πάντα ρει". Τίποτε στο κοσμικό βασίλειο δεν αφανίζεται, δεν πεθαίνει, υπόκειται όμως σε μορφική μεταβολή. Με γνώμονα αυτήν την αρχή, θα μπορούσαμε να ισχυρισθούμε ότι τα πάντα βρίσκονται σε ένα διαρκές γίγνεσθαι.

Τα πάντα υπόκεινται στον νόμο της μεταβολής, τίποτε δεν παραμένει αμετάβλητο. Παράλληλα όμως δεν υφίσταται κανένα υλικό δημιούργημα το οποίο να αποτελεί μία ύπαρξη ολοκληρωτικά καινούργια. Κάθε έκφανση στο σύμπαν ανάγεται ως προς τα συστατικά της στοιχεία σε μία ανασύνθεση αρχών.Σε αυτή ακριβώς τη διαπίστωση προέβη και ο μέγας φιλόσοφος και επιστήμων Θαλής, όταν αποφαινόταν 'Τίποτε δεν διαφέρει ο θάνατος από τη ζωή".

Συνεπώς, με βάση τα όσα αναφέρθηκαν, επέρχεται η διαπίστωση ότι καμμία από τις μορφές που έρχεται σε εκδήλωση στη φύση δε συνιστά μία νέα δημιουργία.

Αντίθετα, αποτελεί μία αναδημιουργία, καθώς συντίθεται από προαιώνιες αρχές και στοιχεία τα οποία ουδέποτε καταστράφηκαν, απλώς υπέστησαν μία διαδικασία μεταστοιχειώσεως. Εφ’ όσον λοιπόν υφίσταται μία μεταλλαγή και κατ’ επέκταση εξέλιξη των υλικών δημιουργημάτων, και κατ' ακολουθία και του φυσικού-υλικού φορέα του ανθρώπου (σώμα), τότε είναι λογικό και απολύτως παραδεκτό ότι θα επέρχεται και μία εξελικτική μεταβολή και του ψυχικού φορέα ο οποίος ζωογονεί την ύλη. Πριν υπεισέλθουμε στην ουσία του εξεταζομένου ζητήματος, ας επιχειρήσουμε μία ετυμολογική ανάλυση της λέξεως "ψυχή". Θα διαπιστώσουμε ότι προέρχεται από το ρήμα "ψύχω", το οποίο σημαίνει "φυσώ’αλλά και "αναπνέω".

Έτσι, η ψυχή κατά τούς Ομηρικούς χρόνους, αποκτά την έννοια της ζωτικής δυνάμεως. Συνεπώς, κατ’ αυτή την αντίληψη, η ψυχή εισέρχεται στο σώμα καθιστώντας το έμβιο ον, με την πρώτη αναπνοή, εγκαταλείπει δε αυτό με την τελευταία αναπνοή.

Πνεύμα και ψυχή, αυτές είναι οι ενεργειακές δυνάμεις οι οποίες καθιστούν τη ζωή ενσυνείδητη.

 Συνεπώς ο άνθρωπος πρωτίστως αποτελεί μία πνευματική οντότητα, η οποία καθ’ όλη τη διάρκεια της υπάρξεώς της, στο γήινο επίπεδο, χρησιμοποιεί ένα θνητό περίβλημα για την ανάπτυξή της. Γι’ αυτό ακριβώς τον λόγο, συχνά αποδίδεται στο σώμα ο χαρακτηρισμός "όχημα της ψυχής".

Ασφαλώς επ’ αυτού δεν είναι καθόλου τυχαίος ο ισχυρισμός του Πλουτάρχου ο οποίος στα "Ηθικά" αποφαίνεται ότι: "Ψυχής γαρ όργανον το σώμα". Ο δε Ισοκράτης στον "Περί Αντιδόσεως" λόγο του αναφέρει ότι Ή φύση, μας δημιούργησε με σώμα και ψυχή ...της μεν ψυχής έργο είναι να σκέπτεται ...του δε σώματος να εκτελεί τις αποφάσεις της ψυχής".

Στο ίδιο πνεύμα κινείται και η άποψη του Πλάτωνος στον "Μένωνα" όπου υποστηρίζει ότι: Ή ψυχή του ανθρώπου είναι αθάνατη και συμβαίνει άλλοτε μεν να τελειώνει -την επίγεια παρουσία της-, πράγμα που ως γνωστάν οι άνθρωποι το ονομάζουν θάνατο, άλλοτε να ξαναγιεννιέται, αλλά ποτέ δεν χάνεται". Την ίδια αντίληψη προβάλλει και στον "Γοργία" όπου ισχυρίζεται ότι o θάνατος δεν είναι τίποτε άλλο, παρά ο χωρισμός δύο πραγμάτων του ενός από το άλλο, δηλαδή της ψυχής από το σώμα".

Υπό μία γενική έννοια, κυριαρχεί η αντίληψη ότι η ψυχή κατά την επίγεια παρουσία της εξελίσεται μέσω των πράξεων του ατόμου φορέα της. 'Οταν αυτός ο ψυχικός φορέας επιτελέσει την εκπλήρωση της αποστολής του, τότε η ψυχή τον εγκαταλείπει, και μεθιστάμενη εκ νέου στο ουράνιο πεδίο, αναμένει την επανενσάρκωσή της σε ένα νέο υλικό φορέα, προκειμένου να συνεχίσει το έργο της προς την ηθική τελειοποίηση στο γήϊνο και πάλι επίπεδο.

 Όταν αντίθετα μία ψυχή ενσαρκώνεται, εγκαταλείπει το υπερπέραν και αποχωρίζεται από μία οικογένεια ψυχών, ενώ όταν επέρχεται ο λεγόμενος θάνατος, εισέρχεται εκ νέου στο ουράνιο πεδίο, απ’ όπου άλλωστε έλκει και την προέλευσή της. Εάν η ψυχή κατά την γήϊνη παρουσία της κατόρθωσε να ανελιχθεί σε ικανοποιητικό βαθμό, εκδηλώνοντας τις μέγιστες πνευματικές δυνάμεις, τότε επέρχεται η ολοκλήρωση της αποστολής της και μετά την διάλυση του ανθρώπινου οργανισμού, όντας ευρισκόμενη στην υπέρτατη βαθμίδα της εξελικτικής ανελίξεως (Θέωση), μεταβαίνει στα Ηλύσια Πεδία, έναν ουράνιο χώρο ο οποίος ανταποκρίνεται στην ποιοτική της κατάσταση. Αντίθετα, εάν η τελείωση δεν πραγματώθηκε κατά την διάρκεια του ενσαρκωμένου βίου της, τότε η ψυχή μεθίσταται στον Άδη.

Το εκπαιδευτικό έργο που χαρακτηρίζει τη δόμηση της ψυχικής προσωπικότητας, δεν παύει να διεξάγεται κατά τη διάρκεια που η ψυχή παραμένει στο ουράνιο πεδίο. Απλά προσλαμβάνει διαφορετικές εκφράσεις από αυτές με τις οποίες εκδηλώνεται κατά την επίγεια παρουσία της, εκδηλώσεις οι οποίες δεν είναι αντιληπτές με τις αντικειμενικές αισθήσεις. Κατά τον Πλάτωνα, η ψυχή ενσαρκώνεται, μέχρι να επέλθει η τελειοποίησή της, κατά μέσο όρο 777 φορές.

Κάθε δε πλήρης κύκλος ενσαρκώσεώς της, διαρκεί κατά μέσον όρο 144 έτη και ακολούθως καλείται εκ νέου να εμψυχώσει έναν υλικό φορέα. Οπωσδήποτε, εάν αποδεχόμαστε την αθανασία της ψυχής μετά τη μετάσταση, ευνόητο είναι ότι θα πρέπει να αποδεχθούμε ότι η αθάνατη υπόστασή της υφίσταται και προ της γεννήσεως.

Ο Πλάτων μάλιστα στον 'Τίμαιο"προσδιορίζει και τον σαρκικό φορέα εντός του οποίου θα ενσαρκωθεί η ψυχή, ανάλογα με την πορεία της στον πρότερο βίο. Οι δειλοί θα γίνουν γυναίκες, οι επιπόλαιοι πουλιά, οι αμαθείς άγρια ζώα, ενώ οι διεφθαρμένοι ερπετά. Καθόλου τυχαία, η ψυχή αποκαλείται ως "ο εσωτερικός άνθρωπος". Το καθήκον της ψυχής επικεντρώνεται στο να καταστήσει εφικτό να διεισδύσουν οι αμετάβλητοι νόμοι της Αρμονίας μέσα στο σώμα, νόμοι οι οποίοι κυριαρχούν στον ουρανό.

Ο Πλάτων στον 'Τίμαιο" υποστηρίζει ότι αρχικά η ψυχή κατοικεί σε ένα άστρο και όταν αποφασισθεί κατέρχεται σε ένα σώμα. Από αυτή την εξ ιστόρηση συνάγεται η διαπίστωση ότι η ψυχή ως προϋπάρχουσα είναι αρχαιότερη του σώματος. Θα πρέπει λοιπόν να φροντίζουμε ιδιαιτέρως την ψυχική αγωγή και καλλιέργεια, αφού όπως δηλώνει ο Πλάτων στο Συμπόσιο", η ψυχή αποτελεί την πηγή της γνώσεως. Έτσι ο ψυχικός παράγοντας αναδεικνύεται σε ένα θεϊκό δώρο, είναι το θείο πνεύμα μέσα στην ανθρώπινη φύση, ο δαίμων εκείνος που πρέπει να κατευθύνει τον άνθρωπο σε κάθε πράξη του, ισχυρίζεται και πάλι ο Πλάτων στον "Τίμαιο". Τον κυρίαρχο ρόλο του δαίμονος της ψυχής, όπου δαίμων είναι το πνεύμα, υποδηλώνοντας την αφύπνιση και εγρήγορση του Εσώτερου Εαυτού, διαπιστώνουμε στην περίπτωση του Σωκράτη, ο οποίος ανήγαγε κάθε πράξη του στις παρορμήσεις ή στις αποτροπές που δεχόταν από το δαιμόνιο που έδρευε στον Ναό της ψυχής του.

Τα πρώτα επίσημα στοιχεία για την αθανασία της ψυχής, ενυπάρχουν στα Ορφικά Μυστήρια, τα οποία αποτελούν το υπόβαθρο όλων των Ελληνικών Μυστηρίων. Σύμφωνα με τις ορφικές κοσμογονικές αντιλήψεις, ο άνθρωπος δημιουργήθηκε από την τέφρα των κατακεραυνωμένων Τιτάνων, γι' αυτό και διαθέτει θνητή υπόσταση. Ωστόσο όμως, της κεραυνοβολήσεως των Τιτάνων, προηγήθηκε ο εξ’ αυτών κατασπαραγμός των σαρκών του Διονύσου, γεγονός στο οποίο οφείλεται και η θεϊκή πτυχή της ανθρώπινης προελεύσεως.

 Με τον διαμελισμό του Διονύσου, επήλθε και ο κατακερματισμός της Θεϊκής ουσίας στις επιμέρους εκφράσεις και μορφές του Κοσμικού Όλου. Στον άνθρωπο επομένως συνυπάρχει τόσο το θνητό-τιτανικό, όσο και το αθάνατο-Θεϊκό στοιχείο, τα οποία εκφράζονται από το σώμα και την ψυχή αντίστοιχα. Η συμπεριφορά της ψυχικής προσωπικότητας δεν είναι ανεξέλεγκτη, υπόκειται σε αρχές και κανόνες, καθώς οι Θεοί θέσπισαν τον Νόμο της Ειμαρμένης ή Νόμο της Ανταποδοτικής Δικαιοσύνης.

Σύμφωνα με τον Νόμο αυτό, ο οποίος έχει απαρέγκλιτη ισχύ, και εφαρμόζεται έναντι των πάντων, σε έκαστο αποδίδεται αυτό ακριβώς που του αξίζει, σύμφωνα με τα έργα του. Η δε διάπραξη ανομημάτων, επιδέχεται εξιλέωση μόνο δια της διαπράξεως αντιστοίχως αξιόλογων θετικών πράξεων. Η διαδικασία της κρίσεως των έργων τα οποία σχετίζονται προς την ψυχική προσωπικότητα. ονομάσθηκε ψυχοστασία, κατά την οποία η ψυχή του ετοιμοθανάτου ζυγιζόταν, ενώπιον δικαστών (Αίαντας, Αιακός, Ραδάμανθυς), σύμφωνα με τις αντιλήψεις πάντοτε που επικρατούσαν στα αρχαία Μυστήρια, και αποφαίνονταν σε σχέση προς αυτήν.

Αξίζει να αποδωθεί έμφαση στο γεγονός ότι στον Πλατωνικό Γοργία"εκφράζεται αυτή η αντίληψη της ψυχοστασίας κατά τρόπο έκδηλο. Συγκεκριμένα αναφέρεται ότι οι υποχθόνιοι δικαστές του Άδη θα εξετάσουν την ψυχή γυμνή, αποστερημένη από το θνητό της περίβλημα που τη συσκοτίζει.

 Περί της Ειμαρμένης, ο ατομικός φιλόσοφος Λεύκιππος αναφέρει τα ακόλουθα: 'Τα πάντα γίνονται κατ' αναγκαιότητα, την αναγκαιότητα δε αυτή ονομάζουμε ειμαρμένη". Κοινή ήταν η αντίληψη στους Ορφικούς μυσταγωγούς (Λίνο, Ορφέα, Μουσαίο κ.α.) αλλά και στους μεταγενέστερους Πυθαγορείους φιλοσόφους, ότι η ψυχή προϋπάρχει του σώματος και επιζεί της μεταστάσεως αυτού. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να τονισθεί ότι ο Πυθαγόρας απέδωσε στην ψυχή ηθική σημασία. Ο Πορφύριος στον Βίο του Πυθαγόρα, αναφέρει τα ακόλουθα: "Πρώτα λέει (ο Πυθαγόρας) ότι η ψυχή είναι αθάνατη, ύστερα ότι μεταβάλλεται σε άλλα είδη ζωντανών όντων κι ακόμα, ότι όλα ξαναγίνονται σύμφωνα με περιοδικές κινήσεις. Κι όλα τα ζωντανά και έμψυχα είναι συγγενή".

Οι Πυθαγόρειοι απέδιδαν ιδιαίτερη έμφαση στην ψυχική καθαρότητα, την οποία επετύγχαναν τόσο καταφεύγοντας στην μέθοδο των σωματικών αποχών, όσο και μέσω της μουσικής τέχνης, η οποία μέσω της αρμονικής της διαστάσεως, καθορίζει το ήθος της ψυχής. Κάτω από αυτή τη θεώρηση, η ψυχή, κατά τους Πυθαγόρειός φιλοσόφους, αποτελούσε παράγοντα αρμονίας, αλλά και εξισορροπήσεως μεταξύ δυνάμεων αντιθέτων τα οποία ενυπήρχαν στο σώμα.

 Η ίδια αντίληψη εκτίθεται, μεταγενέστερα, και στον πλατωνικό διάλογο "Φαίδων', όπου ο Σιμμίας ισχυρίζεται ότι η ψυχή συνιστά αρμονία των αντιθέσεων οι οποίες συνθέτουν το σώμα. Από την αντίληψη της ανωτερότητος της ψυχής, απέρρευσε μάλιστα και η Ορφική αντίληψη, σύμφωνα με την οποία το σώμα αποτελεί για την ψυχή μία ασφυκτική φυλακή, είναι το σήμα, δηλαδή ο τάφος που περιορίζει τραγικά τη δράση της ψυχικής προσωπικότητας.

Επομένως, κατά τους Ορφικούς φιλοσόφους, η Αληθινή Ζωή εκκινά μετά τον διαχωρισμό της ψυχής από τα δεσμό του σώματος. Όπως μας πληροφορεί ο νεοπλατωνικός φιλόσοφος Πρόκλος, οι Ορφικοί μύστες διατύπωναν την ακόλουθη ευχή: "Κύκλου τ' αν λήξαι και αναπνεύσαι κακότητος", η οποία είναι ευχή απαλλαγής της ψυχής από το μαρτύριο των ενσαρκώσεων, ούτως ώστε να αναπνεύσουν από την ανθρώπινη κακία.

 Μέρος μάλιστα της διαδικασίας της νεκρικής τελετής, στον κύκλο των Ορφικών φιλοσόφων, ήταν η απόθεση στα χέρια των μεταστάντων, μίας μικρής πλάκας, προερχομένης από χρυσό, επί της οποίας χαράσονταν τα ακόλουθα λόγια: "Αυτάμ εμοί γένος ουράνιον". Επρόκειτο για μία σαφή δήλωση της ουράνιας καταγωγής του ανθρώπου.

Περί της αντιλήψεως της Θεϊκής καταγωγής της ψυχής, συνηγορούν οι Ορφικές πινακίδες της Πετέλιας, στις οποίες ο νεκρός εμφανίζεται να επαίρεται για την ουράνια καταγωγή του, ενώ σε μία άλλη πινακίδα προερχομένη από τους Θουρίους, άλλος μεταστάς, αναφέρεται αορίστως στην πτώση του στο γήϊνο πεδίο, συνεπεία των αδίκων πράξεων και των συστημάτων τα οποία διέπραξε κατά τη διάρκεια του γήϊνού του βίου.

Σύμφωνα με τους Ορφικούς Μύστες, η ψυχή εξέπεσε από το Θεϊκό πεδίο στο γήϊνο, πλήρης λήθης και ανηθικότητας,όπως συνάγεται και από τον Πλατωνικό "Φαιδρό", κατάσταση όμως η οποία δεν είναι οριστική, καθώς μέσα από τον κύκλο των επανενσαρκώσεών της, η ψυχική προσωπικότητα επιζητεί την επανένωσή της με τη Θεϊκή αρχή, από την οποία άλλωστε και προέρχεται.

Από όσα εκτέθηκαν, προκύπτει ότι η πίστη στην επανενσάρκωση των ψυχών στο γή'ίνο επίπεδο αποτελούσε μία πανάρχαιη δοξασία, όμως μόνο οι Ορφικοί φιλόσοφοι και μύστες προσέδωσαν ένα περιεχόμενο μυ- στηριακό σε αυτή την αντίληψη. Στη Θεϊκή καταγωγή της ψυχής αναφέρονται με σαφήνεια και οι Ορφικοί Ύμνοι. Αξίζει να γίνει μνεία στο γεγονός ότι στα Ορφικά η ψυχή αποκαλείται γλυκύ τέκνο του Διός. Συγκεκριμένα, όπως συνάγεται από τα "Ορφέως Αποσπάσματα" (XXIV, Πρόκλου Εις Τίμαιον, υπό τον τίτλο "Ο Θεός πατήρ των Ψυχών", αναφέρεται: "Απεκαλείτο δε (η ψυχή) γλυκύ τέκνον του Διός". Και ολίγον, κατόπιν, αφού προεκάλεσε την Θεολογίαν, που παρεδόθη υπό του Θεού, λέγει λοιπόν η ψυχή περί του Διός, ο οποίος εδημιούργησε το σύμπαν. "...εν μέσω των διανοιών του πατρός, κατοικώ εγώ η ψυχή, που εμψυχώνω τα πάντα με την θερμότητα. Διότι έθεσε τον μεν νουν εντός της ψυχής, την δε ψυχήν εντός του οκνηρού σώματος, ημάς (τον νουν και την ψυχήν) εγκαχέστησεν ο πατήρ των ανθρώπων και των Θεών".

Από την παράθεση των ανωτέρω, καθίσταται αντιληπτό ότι η Ψυχή είναι άϋλη και αόρατη, αποτελεί δε τμήμα της Συμπαντικής ψυχής. Μία φάση δε των Ορφικών τελετουργιών, των τόσο μεστών σε περιεχόμενο αλλά και σε συμβολισμούς, περιελάμβανε και την Τελετή του Τροχού, κατά την οποία ο Ιεροφάντης κατηχούσε τους μυουμένους σχετικά με την εσωτερική αντίληψη της επανενσαρκώσεως της ψυχής.

 Επίσης, αξίζει να τονισθεί ότι κατά την μεγάλη Εορτή των Ανθεστηρίων, η ψυχή αναδυόταν συμβολικά από ένα πιθάρι που αντιπροσώπευε τον τάφο, ένα τελετουργικό δρώμενο το οποίο είναι πρόδηλο ότι έλκει την καταγωγή του από τις εσώτερες Ορφικές παραδόσεις. Η Ψυχή επιπροσθέτως, ασκεί καθοδηγητικό ρόλο, έχει δηλαδή προορισμό όχι να υποτάσσεται και να υπακούει, αλλά να οδηγεί και να άρχει, όπως αναφέρει ο Πλάτων στον "Φαίδωνα".

Κατά τον Όμηρο, η ψυχή ενυπάρχει στο σώμα, ενώ όταν επέρχεται ο θάνατος, η ψυχή αποσύρεται στον Άδη, όπου και κινείται σαν μία άϋλη σκιά. Για τους Ορφικούς φιλοσόφους, όπως αναφέρθηκε, η ψυχή αποτελεί “πραγματικό ον Θείας φύσεως και αθάνατον ειμαρμένης". Τα Ορφικά Μυστήρια δίδασκαν ότι μόλις η ψυχή απαλλαγεί από το σώμα, εφ’ όσον διήγαγε βίο αγαθό, ανέρχεται σε Ανώτερους Κόσμους, τελειοποιηθείσα, ενώ στην αντίθετη περίπτωση μετενσαρκώνεται, έως ότου ανελιχθεί.

Η ψυχή, ανερχόμενη την διαβαθμισμένη εξελικτική κλίμακα των θνητών, ημιθέων, Θεών,ανελίσεται σε ανώτερα πνευματικά στάδια, φθάνοντας τελικά στην ιδεώδη κατάσταση της γαλήνης και της ευδαιμονίας. Δια των διαδοχικών της εξαγνισμών και ανελίξεων, η ψυχή κατορθώνει να αποκτήσει έναν πνευματικό και πλέον υλικό οργανισμό, δια του οποίου ανέρχεται στην ουράνια κλίμακα.

Ο μυσταγωγός Πλούταρχος, μυημένος στα Δελφικά Μυστήρια, στο έργο του "Βίοι Παράλληλοι" δικαιώνει αυτή την αντίληψη, προσθέτοντας μάλιστα ότι: "Οι ψυχές. πολύ φυσικά και σύμφωνα με τη Θεία δικαιοσύνη, μεταβάλλονται από ανθρώπους σε ήρωες, από ήρωες σε ημιθέους και από ημιθέους σε Θεούς, αν καθαριστούν και εξαγνιστούν τελείως, αποβάλλοντας κάθε τι που είναι θνητό και που υπόκειται σε πάθη".

Οι Πυθαγόρειοι, όπως αναφέρεται στα “Χρυσά Έπη του Πυθαγόρα", θεωρούσαν ότι μετά το θάνατο και την απαλλαγή από το θνητό περίβλημα, αναδεικνύεται η άφθαρτη υπόσταση του ανθρώπου, επί της οποίας ο θάνατος δεν έχει κυριαρχία. Περί της ψυχικής αθανασίας αποφαίνεται όμως και ο Εμπεδοκλής, στο σύγγραμμά του "Καθαρμοί", όπως άλλωστε και ο Ηράκλειτος, ο οποίος μάλιστα κάνει λόγο για εξωτερικό και εσωτερικό -ψυχικό- φως.

Ο "σκοτεινός" Εφέσιος φιλόσοφος ακόμη υπεστήριζε ότι η γνώση της ψυχής έχει άμεση συνάφεια με την γνώση της δομής του κόσμου. Ο Εμπεδοκλής συγκεκριμένα, στο προαναφερόμενο έργο του, υποστηρίζει ότι βρίσκεται στα πρόθυρα της απολυτρώσεως από τον κύκλο των γεννήσεων. Σε αυτή την αντίληψη αποδίδεται και η δήλωση "Αθάνατος εγώ κι όμοιος Θεός.. .Τια τους προσωκρατικούς φιλοσόφους και ειδικότερα για τον Αναξιμένη (6ος αιών π.Χ.), η ψυχή ταυτίζεται με την αρχή της φύσεως. Σύμφωνα με την κοσμοαντίληψη του Αναξιμένους, η ψυχή εκπροσωπεί την κοσμική τάξη, από τις αρχές της οποίας διέπεται και ο άνθρωπος. Ο γνωμικός ποιητής Φωκυλίδης, θεωρεί ότι η μετάσταση αποτελεί την αφετηρία για την Θέωση και αυτό διότι "αφού θα εγκσταλείψουμε το νεκρό σώμα μας εδώ κάτω, θα γίνουμε Θεοί, γιατί μέσα μας κατοικούν ψυχές αθάνατες και αδιάφθαρτες".

Ο Ησίοδος ακόμη στη Θεογονία του υπαινίσσεται τη Θεϊκή καταγωγή της ψυχής αλλά ταυτόχρονα επεσήμανε και τη θνητή υπόσταση του ανθρώπου, απευθυνόμενος δε προς τις Μούσες, τις παρότρυνε: "Υμνήστε των αθανάτων το Ιερό γένος, που αιώνια ζουν, αυτούς που από τη γη γεννήθηκαν και τον έναστρο ουρανό".

Την αθανασία της ψυχής, αποδέχονται και άλλες μεγάλες προσωπικότητες της πνευματικής ζωής της αρχαίας Ελλάδας, όπως ο τραγικός ποιητής Σοφοκλής, ο οποίος ενστερνιζόμενος την αντίληψη ότι η ψυχή απελευθερώνεται μόλις αποδεσμευθεί από το σώμα, ισχυρίζεται ότι το πρώτο από τα αγαθά, είναι να μη γεννηθείς (τελειωθείς πλέον και ανερχόμενος σε Ανώτερα Πεδία), το δεύτερο είναι να πεθάνεις όσο το δυνατόν νωρίτέρα”.

Έχοντας διαποτισθεί από ανάλογες αντιλήψεις, ο φιλόσοφος Κλεόμβροτος ο Αμβρακεύς, θα οδηγηθεί στην μέλλουσα ζωή, πηδώντας από έναν πύργο, ενώ ο πασίγνωστος φιλόσοφος Ηγησίας ο Πεισιθάνατος ασκούσε τόσο μεγάλη επιρροή στις τάξεις των μαθητών του, ώστε όταν οι αυτοκτονίες αυξήθηκαν σε σημαντικό βαθμό εξαιτίας των κηρυγμάτων του περί της αξίας του θανάτου και την προσδοκία της μελλούσης ζωής, ο Πτολεμαίος ο Φιλάδελφος έκλεισε τις σχολές του προκειμένου να ανασχέσει αυτό το φιλοσοφικό και κοινωνικό φαινόμενο.

’Αλλο σαφές δείγμα το οποίο υποδηλώνει την προσήλωση στην ιδέα της ψυχικής αθανασίας, προέρχεται από χωρία της Οδύσσειας, όπου εμφανίζεται ο Οδυσσέας, κατερχόμενος στον Άδη, να καλεί τις ψυχές των νεκρών, προκειμένου να συναντήσει και να συμβουλευθεί τον Τειρεσία.

Στην Οδύσσεια, ο Όμηρος παραθέτει τον διάλογο που λαμβάνει χώρα ανάμεσα στον Οδυσσέα και στην ψυχή του μάντη Τειρεσία, σύμφωνα με τον οποίο, η ψυχή του μάντη φέρεται να λέει: "Θα προτιμούσα να είμαι δούλος ενός φτωχού αγρότη, παρά να είμαι των νεκρών του Άδη βασιλιάς". Πρόκειται για μία φράση που υποδηλώνει την απέχθεια της ψυχής του νεκρού προς το ζοφερό βασίλειο του Κάτω Κόσμου. Κατά την ομηρική περίοδο, κυριαρχούσε η αντίληψη ότι η ψυχή όχι μόνο ζει μετά την μετάσταση, αλλά ότι καταφεύγει στα οστά του νεκρού.

Γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο οι Έλληνες διατηρούσαν την ωμοπλάτη του Πέλοπος, πιστεύοντας ότι είχαν έτσι εξασφαλισμένη και την συμπαράσταση της ψυχής του. Ο Κίμων ακόμη, πολύ αργότερα, έφερε τα οστά του Θησέως στην Αθήνα, διότι κατ’ αυτόν τον τρόπο θεωρούσαν ότι έτσι επετύγχαναν την υπηρεσία και την βοήθεια της ψυχής του σε αντιξοότητες που ανέκυπταν για την Πολιτεία.

Ο Ησίοδος μνημονεύει το γεγονός ότι οι Λακεδαιμόνιοι απέκτησαν "μία μεγάλη ανωτερότητα στις μάχες ενάντια στους 7εγεάτες", όταν μετέφεραν από την Τεγέα στην Σπάρτη τα οστά του Ορέστη. Δεν θα πρέπει επίσης να παραβλεφθεί η παραδοσιακή αντίληψη που διακατείχε τις οικογένειες των νεκρών κατά το απώτατο παρελθόν, ότι τα πνεύματα και οι ψυχές των μεταστάντων της οικογένειας και κατ' επέκταση της φυλής, διατηρούν τους συνεκτικούς τους δεσμούς με τα οικεία τους πρόσωπα. Ασκούν συμβουλευτικό αλλά και προστατευτικό ρόλο επί αυτών, λαμβάνουν μέρος σε πολέμους και αγωνίζονται "υπέρ βωμών και εστιών", πλησίον των ζώντων.

Σύμφωνα με τον Πλούταρχο οι Έλληνες είχαν δει στον Μαραθώνα αλλά και στην Σαλαμίνα, την ψυχή του Θησέως να ηγείται του στρατεύματος και να πολεμά κατά των Περσών, διασπείροντάς τους τον φόβο και τον πανικό. Άλλο σχετικό παράδειγμα συμμετοχής των ψυχών στα εγκόσμια, ενισχύοντας την αντίληψη της ψυχικής αθανασίας, αντλείται από τον επικό κύκλο του Τρωικού Πολέμου.

Στην Ιλιάδα συγκεκριμένα, οι Θεοί και οι Θεές, που συνιστούν ψυχές αναχθείσες στην Θεϊκή Τάξη, τοποθετούνταν άλλες μεν υπέρ των Ελλήνων, άλλες δε υπέρ των Τρώων. Επίσης ανάλογη περίπτωση έχουμε και με το περιστατικό του Κλεισθένους, τυράννου της Συκιώνος, ο οποίος πολεμώντας τον Άργο, φρόντισε να εξασφαλίσει από τη Θήβα τα οστά του Μελανίππου και του Μενεσθέως, δύο επιφανών πολεμικών μορφών του Θηβαϊκού κύκλου, προκειμένου να αντιτάξει τον δυναμισμό της ψυχής τους στον ήρωα του Άργους Άδραστο.

Ανάλογα και οι Έλληνες της Ομηρικής περιόδου καλούσαν τις ψυχές των νεκρών με τα ονόματά τους, κάνοντας γι' αυτούς ειδικές σπονδές με γλυκό κρασί καθώς και με μελόνερο με πασπαλισμένο αλεύρι (Οδύσσεια). Από αυτή την περιγραφή, διαφαίνεται ότι οι αρχαιοέλληνες είχαν καθιερώσει τις χοές ως ένα είδος τελετουργικής επικλήσεως, το οποίο συνεδύαζε τον εξευμενισμό με την έκκληση προς τις ψυχές.

Οπωσδήποτε όμως υπήρχαν και ειδικές τελετουργίες με ψυχολατρικές διαστάσεις, οι οποίες εκτελούνταν σε Ιερούς χώρους, στα επωνομαζόμενα Νεκυμαντεία, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγεται και το Ψυχοπομπείο του Ταινάρου. Σύμφωνα με την Αρχαιοελληνική εξ’ άλλου αντίληψη, η ψυχή αφού υποστεί τη διαδικασία της ψυχοστασίας, στη συνέχεια προπαρασκευάζεται για την προσεχή της επανενσάρκωση, για τα δε αδικήματα που διέπραξε, καλείται να αντιμετωπίσει τη Θεά Νέμεση και τις Ερινύες, οι οποίες και την καταδιώκουν ανηλεώς. Κατά την μεταομηρική περίοδο η οποία τελεί υπό την ιδεολογική επίδραση του Ηρωικού στοιχείου, κυριαρχεί η αντίληψη ότι η ψυχή του τεθνεώντος Ήρωος ανελίσσεται, ακολουθώντας την Ατραπό της Θεώσεως.

Πότε όμως και γιατί επέρχεται ο θάνατος και ποιά είναι η αναγκαιότητα που τον επιβάλλει; Αναμφίβολα ο θάνατος δεν συνιστά παρά το βιολογικό τέλος το οποίο επισφραγίζει είτε μία δυσαρμονική κατάσταση, είτε δίνει τέλος στην κατάρρευση του οργανισμού η οποία επέρχεται από την νέκρωση των περισσοτέρων κυττάρων του, καθώς πλέον δεν είναι σε θέση να τα αντικαταστήσει με την δημιουργία νέων και υγιών. Ο Πλάτων τόσο στον Tίμαιο" και στον "Θεαίτητο" όσο και στον διάλογο "Φαιδρός", διαπραγματεύεται το ζήτημα της Αθανασίας της Ψυχής: "Κάθε ψυχή είναι αθάνατη, διότι κάθε τι που κινείται από μόνο του είναι αθάνατο. Κάθε άλλο όμως, που κάτι άλλο κινεί και από κάτι άλλο κινείται, όταν τερματίζει την κίνησή του τερματίζει και τη ζωή του. Μόνο λοιπόν αυτό που κινεί το ίδιο τον εαυτό του είναι και πηγή κίνησης για το υπόλοιπα, όσα κινούνται, επειδή ακριβώς ποτέ δεν εγκαταλείπει τον εαυτό του.

Η αρχή επομένως, είναι κάτι που δεν δημιουργείται. Διότι κατ' ανάγκη, κάθε τι που δημιουργείται οφείλει τη δημιουργία του σε μία αρχή. Η αρχή όμως σε τίπστε. Διότι εάν η αρχή πραγματοποιείται από κάτι άλλο, δεν θα ήταν δυνατό να ονομασθεί αρχή.

Εφ' όσον λοιπόν δεν δημιουργείται, αναγκαστικά είναι και άφθαρτη. Διότι εάν πραγματικά χαθεί η αρχή, ούτε η ίδια είναι δυνατόν να δημιουργήσει κάτι άλλο, ούτε κάτι άλλο από αυτήν, εάν αναγκαστικά τα πάντα οφείλουν τη δημιουργία τους σε μία αρχή. Έτσι λοιπόν η αρχή της κίνησης είναι το ον εκείνο που κινεί μόνο του τον εαυτό.

Αυτό μάλιστα δεν είναι δυνατό ούτε να χαθεί ούτε να γεννηθεί, διαφορετικά και ολόκληρος ο ουρανός και στο σύνολό της η δημιουργία θα καταποντισθούν και θα σταθούν και ποτέ δεν θα έχουν αρχή, από την οποία θα κινηθούν και πάλι.

Αφού λοιπόν αποδείξαμε πως είναι αθάνατο αυτό που κινεί τον εαυτό του, δεν θα διστάσει κανείς να ομολογήσει ότι και η ουσία και η αιτία ύπαρξης της ψυχής είναι αυτή η ίδια η ύπαρξη. Διότι κάθε σώμα στο οποίο η κίνηση προέρχεται από εξωτερικές δυνάμεις, είναι άψυχο. Αυτό όμως στο οποίο η κίνηση προέρχεται από τον ίδιο τον εαυτό του, είναι έμψυχο και τέτοιου είδους είναι η φύση της ψυχής. Αν όμως αυτό έτσι έχει, εάν δηλαδή αυτό που κινεί μόνο του τον εαυτό του δεν είναι τίποτε άλλο παρά η ψυχή, αναγκαστικά η ψυχή θα είναι κάτι αδημιούργητο και αθάνατο...''.

Ο Σωκράτης, δια της μεταστάσεώς του, διδάσκει στους μαθητές του την αρχή της Αθανασίας της Ψυχής. Στον "Φαίδωνα" αναπτύσεται η σχετική σωκρατική αντίληψη με ιδιαίτερη ευκρίνεια: Εκείνος που χρησιμοποιώντας καθαρή διάνοια επιδιώκει να συλλάβει την εσωτερική έννοια των πραγμάτων, απαλλαγμένος, όσο μπορεί από τα μάτια και τα αυτιά και όλο γενικά το σώμα, που ταράζει την ψυχή και δεν την αφήνει να αποκτήσει την αλήθεια και τη φρόνηση. Θάνατος δεν ονομάζεται η λύση και ο χωρισμός της ψυχής από το σώμα. Να λύνουν όμως την ψυχή πιο πολλή προθυμία δείχνουν πάντα μόνο εκείνοι που φιλοσοφούν αληθινά και το μελέτημα τούτο είναι χαρακτηριστικό των φιλοσόφων, η λύση και ο χωρισμός της ψυχής από το σώμα. Όπως ανέφερα στην αρχή, θα ήταν φαιδρό ο άνθρωπος να προπαρα- σκευάζεται σε όλη του τη ζωή για να είναι είναι κοντά στον θάνατο και να αγανακτεί σαν έρθει τέλος σ' αυτόν...".

Και προσθέτει: "Και μεν το σώμα εστίν ημίν σήμα, της δε ψυχής τούτο". Στον "Γοργία" ο μεγάλος μυσταγωγάς Σωκράτης εκφράζει την ακόλουθη αντίληψη: "Ποιός γνωρίζει εάν η ζωή είναι θάνατος και ο θάνατος ζωή;". Επανερχόμενοι στις σωκρατικές διδαχές,διαπιστώνεται ότι ο Σωκράτης διαμόρφωσε την ηθική του στάση με γνώμονα την επιδίωξη της απελευθερώσεως της ψυχής από το θνητό της περίβλημα, το σώμα. Σύμφωνα προς αυτήν, η ψυχή με την επανενσάρκωσή της διέρχεται μέσα από τη λήθη και κατά συνέπεια δεν διατηρεί μνήμες από τις προηγούμενες ενσαρκώσεις της. Σε σχέση με το γεγονός αυτό, υφίσταται μία σκοπιμότητα η οποία άπτεται του ιδίου του σχεδιασμού της ζωής.

Η ψυχή δεν διατηρεί μνήμες από πρώτερες ενσαρκώσεις της, ώστε να έχει την ευχέρεια να δοκιμασθεί εκ νέου και μέσα από την υπέρβαση των δοκιμασιών που υφίσταται, να εξελιχθεί και να ανελιχθεί. Ωστόσο η ανάμνηση των αιωνίων αρχετύπων υφίσταται υποσυνείδητα. Επειδή η ψυχή είναι άμεσα συνυφασμένη με το Αιώνιο Ον, όταν παραμείνει μόνη της, αποχωριζόμενη από το σώμα, επανακτά τις αναμνήσεις της και επανευρίσκει την Αιώνια Αλήθεια. Τίθεται επομένως το ζήτημα της αθανασίας της ψυχής, όντας αχώριστη από την Αιώνια Αρχή που κυριαρχεί στο σύμπαν. Αυτή η διαπίστωση παρέχει στον Πλάτωνα την ευχέρεια να ισχυρίζεται στον διάλογο "Θεαίτητος"ότι "Κάθε άνθρωπος έχει εν εαυτώ το θειον Άρχον", μετέχει δηλαδή της Θείας ουσίας, δια του ψυχικού τμήματος της δυαδικής υποστάσεώς του. Γι' αυτό λοιπόν, όταν η ψυχή ερευνά μέσα της πηγαίνει κατ’ ευθείαν στο ον το καθαρό, το αιώνιο, το αθάνατο, το αναλλοίωτο, και συγγενεύοντας συνενώνεται πάντα μαζί του απαλλασσόμενη από την προηγούμενη πλάνη και υπάρχει πάντα αναλλοίωτη, αφού ενώνεται και με το αναλλοίωτο εκείνο ον. Η ψυχική αυτή κατάσταση, ονομάζεται φρόνηση, διατείνεται ο Σωκράτης.

Και συνεχίζει στον διάλογο "Φαίδων", υποστηρίζοντας τα κατωτέρω: "Σκέψου λοιπόν αν από όσα είπαμε δεν συμπεραίνεται ότι η ψυχή μεν είναι όμοια με το Θείο, το αθάνατο, το λογικό, το αδιάλυτο, και πάντα ίσο, προς τον εαυτό του, ενώ το σώμα είναι όμοιο με κάθε τι ανθρώπινο, θνητό, άλογο, διαλυτό και ουδέποτε ίσο προς τον εαυτό του...". Στο έργο του Πλάτωνος "Αξίοχος", ο Σωκράτης υποστηρίζει ότι αφ' ης στιγμής η σύνθεση σώματος-ψυχής παύσει να υφίσταται και η ψυχή εγκατασταθεί πλέον σε οικείο της τόπο, δηλαδή στο Ουράνιο πεδίο, το εναπομείναν σώμα δεν αποτελεί τίποτε άλλο παρά χώμα στερούμενο λογικής και άρα δεν αποτελεί πλέον άνθρωπο. "Ημείς μεν γαρ εσμέν ψυχήν", υποστηρίζει και η ψυχή είναι ένα ζώο αθάνατα εγκλωβισμένο σε θνητό φρούριο, διδάσκει ανά τους Αιώνες ο μύστης Σωκράτης.

Στον Αξίοχο, επίσης, ο Σωκράτης υποστηρίζει ότι η ψυχή μετέχει των ανθρωπίνων δοκιμασιών και πόνων ως συνάλγουσα, επιζητώντας πάντοτε όμως τον συγγενή της αιθέρα. Επομένως, η μετάσταση, συνιστά μεταβολή κακού σε καλό. " Ώστε η του ζην απαλλαγή κακού τινός έστιν εις αγαθόν μεταβολή". Καταλήγοντας, ο Σωκράτης απευθυνόμενος στον ετοιμοθάνατο Αξίοχο, του λέγει τα ακολουθα: “Ώστε ουκ εις θάνατον αλλά εις αθανασίαν μεταβάλλεις ω Αξίοχε". Στον Φαίδωνα εξ' άλλου υποστηρίζει τα ακόλουθα: 'Το μεν θνητόν αποθνήσκει, το δε αθάνατον σων και αφιάφθορον ρίχεται απών υπεκχώρησαν τω θανάτω".

Σύμφωνα με την σωκρατική αντίληψη, όπως αυτή προκύπτει από το έργο "Απομνημονεύματα" του Ξενοφώντος, και τα ζώα διαθέτουν ψυχή, πλην όμως ο Δημιουργός επιμελήθηκε ώστε ο άνθρωπος να αποκτήσει ψυχή αρίστη, δηλαδή απείρως εξελιγμένη. Η ειδοποιός διαφορά μεταξύ ανθρώπων και ζώων. έγκειται στο γεγονός ότι ο μεν άνθρωπος είναι αυτοσυνείδητος, ενώ τα ζώα όχι. Επιπροσθέτως στον "Φίληβο", ο Σωκράτης εκθέτει την αντίληψη ότι "Σοφία μην και νους άνευ ψυχής ουκ αν ποτέ γενοίσθην" δηλαδή νους και σοφία άνευ ψυχής δεν δύνανται να υπάρξουν. Επίσης οι Στωϊκοί φιλόσοφοι, έχοντας δεχθεί επιρροές από την πλατωνική διδασκαλία, δέχονταν ότι η ψυχή αποτελεί τμήμα της αναπόσπαστης ψυχής του Κόσμου. Ακόμη και αυτός ο ορθολογιστής Αριστοτέλης, ο οποίος αντέκρουε τις πλατωνικές ιδέες περί μετεμψυχώσεως και ψυχικής αθανασίας, υπεστήριζε ότι η ψυχή ταυτίζεται με το στοιχείο της ζωής.

Ο Πλάτων υπεστήριξε ότι η ψυχή είναι τρισυπόστατη, δηλαδή διακρίνεται σε τρία επιμέρους τμήματα. Πρόκειται για το θυμοειδές και επι- θυμητικόν, καθώς και για την ανώτερη ψυχή, η οποία προϋπάρχει της ανθρώπινης γεννήσεως στο γήϊνο πεδίο και επιζεί της μεταστάσεώς της. Πρέπει να αναφερθεί ότι ο Πλάτων, όντας μυημένος,προσέδιδε στην Ψυχή έναν καταφανώς εσωτερικό συμβολισμό, σύμφωνα με τον οποίο η ψυχή απεικονιζόταν ως ένα ζεύγος φτερωτών αλόγων, αγόμενα από τον ηνίοχο. Ο ηνίοχος, που αλληγορικά αντιστοιχεί στον Νου, από κοινού με το λευκό άλογο που αντιπροσωπεύει το θυμικό, προσπαθούν να συμμορφώσουν το μελανό άλογο το οποίο ανταποκρίνεται στο επιθυμητικό, ώστε ευθυγραμμιζόμενο προς τον προορισμό τους, να πορευθούν προς την ουράνια ανάταση, στην οποία οδηγεί η πορεία προς τον μυητικό Όλυμπο.

Ακριβώς στο σημείο αυτό πραγματοποιείται σαφής μνεία στις δύο πολικότητες οι οποίες διαπερνούν ολόκληρο το σύμπαν, στη θετική και στην αρνητική δύναμη, η σύνθεση των οποίων άγει και υπηρετεί τον σκοπό της Δημιουργίας. Σύμφωνα εξ’ άλλου με τον Πλατωνικό διάλογο Τίμαιος", η γένεση της ψυχής του κόσμου ανάγεται στον Ύπατο θεό Δία, στον θεϊκό Τεχνίτη, διαχεόμενη σε ολόκληρη την έκφανση της δημιουργίας. Επιπροσθέτως στη Ζ’ Επιστολή του Πλάτωνος, εκφράζεται η αντίληψη ότι η ψυχή είναι αθάνατη, βρίσκει δε απόλυτη ανταπόδοση για τις πράξεις της μόνο όταν απαλλαγεί από το σωματικό της περίβλημα, οπότε έχοντας καθαρθεί ολοκληρωτικά και εξελιχθεί, μεθίσταται πλέον στα Ηλύσια Πεδία.

Η υπέρτατη αρχή στο Σύμπαν, δημιούργησε τον άνθρωπο κατ' εικόνα και καθ’ ομοίωσή του. Αστό το βαρυσήμαντο γεγονός υποδηλώνει άλλωστε και η ετυμολογική ανάλυση της λέξεως “Άνθρωπος". Ο Άνω Θρώσκων, αυτός που τείνει θα λέγαμε συμβολικά προς τα πάνω, αυτός που είναι προορισμένος να επιτελέσει το σχέδιο της Ανατάσεως. Δεν θα είχε κανένα νόημα η εξελικτική συνέχεια του Πολιτισμού, δεν θα είχε καμμία σημασία η τάση για πρόοδο και ανύψωση σε όλες τις εκφάνσεις του πολιτιστικού γίγνεσθαι, εάν τα πάντα ήταν φθαρτά, εφήμερα, παροδικά. Κάτι τέτοιο όμως δεν συμβαίνει. Οι φυσικοί νόμοι διδάσκουν ότι τίποτε δεν πεθαίνει, απλά όλα μεταβάλλονται.

Όπως προαναφέρθηκε, ο ψυχικός παράγοντας και η αείζωη ιδιότητα - ποιότητα αυτού, αναδείχθηκε μέσω των αρχέγονων μυστηριακών θεσμών. Ο βαθύτερος σκοπός των μυσταγωγικών θεσμοθεσιών ήταν η δια τελετουργικών πράξεων Αφύπνιση του Εσώτερου, Αθάνατου, Εαυτού, η ψυχική και πνευματική ανάταση, ο εξαγνισμός και η ανύψωση στον Μυητικό Όλυμπο με στόχο την κατανόηση του ανθρωπίνου προορισμού και τη βαθμιαία επίτευξη της αυτογνωσίας.

Τα Ελευσίνια, όπως και όλα τα πανάρχαια Ελληνικά Μυστήρια, δίδασκαν δια της αλληγορίας και των συμβολισμών ότι η Ζωή εκδηλώνεται κατά περιοδικό τρόπο άλλοτε στο γήινο επίπεδο, δια της παρουσίας της Περσεφόνης στον κόσμο των ζώντων, και άλλοτε στον κάτω κόσμο, στο πεδίο των ψυχών δια της παρουσίας της στο βασίλειο του Άδη. Η αληθινή ευτυχία δεν συνίσταται στην απόκτηση απλά ορισμένων υλικών αγαθών, είναι συνυφασμένη με την εμπέδωση ορισμένων ψυχικών αρετών και εσωτερικών ιδιοτήτων, μεταξύ των οποίων διακρίνουμε το θάρρος, την ευθύτητα στον χαρακτήρα και την ευφυΐα, σύμφωνα με τον διάλογο "Ευθυδημος" του Πλάτωνος.

Ίσως βέβαια να υποστηριχθεί η άποψη ότι η ευτυχία στο εξωτερικό επίπεδο διακόπτεται από το οριακό γεγονός του θανάτου, το οποίο νεκρώνει κάθε βιολογική διεργασία του ζώντος οργανισμού. Ωστόσο, όμως, ο κατά τον Πυθαγόρα Γεωμέτρης του Σύμπαντος, ο οποίος έθεσε τα πάντα σε τάξη ηπως επιμαρτυρεί ο Πλάτων στον διάλογο "Φιληβος" μερίμνησε ωστε η αδιάκοπη εναλλαγή θανάτων και γεννήσεων να προσδίδει στην εξελικτική πορεία της ύλης, μία συμβολική συνέχεια, μία αέναη ανακύκλωση.

Η ψυχή στο αιώνιο ταξίδι της, ακολουθώντας τον Θεό και περιφρονώντας αυτό που άτοπα ονομάζουμε όντα και σηκώνοντας το βλέμμα της προς το μόνο πραγματικό Ον, το είχε θαυμάσει και ξαναθυμάται αυτό που είχε δει, υποστηρίζει ο Πλάτων στον "Φαιδρό", κάνοντας λόγο για τα Αιώνια Αρχέτυπα.

Τι επιζητεί όμως η ψυχή. εδραζόμενη εντός της ύλης;

Αναμφίβολα επιζητεί το νοητό Αγαθό, το οποίο μόνο μέσα στον Απόλυτο κόσμο των ιδεών ανευρίσκεται. Στην αρχή της εργασίας αυτής υποστηρίχθηκε ότι σύμφωνα με τις αρχέγονες αρχαιοελληνικές μυστηριακές αντιλήψεις, το πνευματικό στοιχείο και η ψυχή ζωτικοποιούν την ύπαρξη. Αυτή ακριβώς η αντίληψη ενυπάρχει αυτούσια στην αρχαία ελληνική φιλοσοφική σύλληψη όπου σύμφωνα με τον Αριστοτέλη, στο έργο του "Περί Ψυχής" υποστηρίζεται ότι η ψυχή παρέχει στο ζωντανό ον εντός του οποίου εισέρχεται, την εμψυχωτική κίνηση και την αίσθηση. Η δε ψυχή του Κόσμου, τυγχάνει αλάνθαστη, όπως προκύπτει από τους "Νόμους" του Πλάτωνος.

Ποιες είναι όμως οι ιδιότητες που χαρακτηρίζουν την Ψυχή;

Η Ψυχή κατ’ αρχήν είναι αόρατη, νοητή και θεία διατείνεται ο μυσταγωγός Πλάτων στο "Φαίδωνα". Διάνοια και Ψυχή βρίσκονται σε άμεση συνάφεια. Μέσω της γυμναστικής και του χορού, η ψυχή επιδιώκει να εμφυτεύσει τους αμετάβλητους και ακατάβλητους νόμους της Αρμονίας εντός του σώματος το οποίο εμψυχώνοντας καλείται παράλληλα και να διαπλάσσει.

Ας προσέξουμε την υψηλή αντίληψη της πλατωνικής διδασκαλίας για τον καθο-δηγητικό ρόλο που ασκεί η ψυχή, μία αντίληψη η οποία δικαιολογείται, βρίσκοντας άλλωστε την ιστορική της δικαίωση μέσα από την ανωτερότητα του ίδιου του Ελληνικού Πολιτισμού. Μέσα από τήν ύψιστη εμπειρία της πνευματικής καθοδηγήσεως του σώματος, καθίσταται αντιληπτή η ηγεμονική φύση της ψυχής.

Γιατί όμως η ψυχή ενσαρκώνεται στην ύλη;

Στο καίριο αυτό ερώτημα, προηγήθηκε η απάντηση, υποστηρίζοντας ότι μέσω των διαδοχικών ενσαρκώσεων η ψυχή σταδιακά τελειοποιείται, δηλαδή φροντίζει για τον εαυτό της, όπως αποφαίνεται ο Πλάτων στην Απολογία του Σωκράτους, στον Φαίδωνα αλλά και στους Νόμους.

Παράλληλα, όμως, ο Πλάτων στον "Φαίδρο" μας αποκαλύπτει και έναν άλλο επιπρόσθετο και εξ’ ίσου σημαντικό ρόλο που ωθεί την ψυχή στην διαδικασία της ενσαρκώσεως. Η Ψυχή είναι επιφορτισμένη να εμψυχώνει αυτό που είναι στερημένο από ψυχή, δηλαδή εμψυχώνοντας τον προηγουμένως άψυχο άνθρωπο, του παρέχει τη δυνατότητα να ανυψωθεί στη Θεϊκή τάξη, κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωση του Ύπατου Δημιουργού, έχοντας μέσα του πλέον εμφωλεύσει ο σπινθήρας του Θείου Πνεύματος