Σάββατο, 22 Ιουλίου 2017

ΡΗΤΟΡΙΚΗ: ΔΗΜΟΣΘΕΝΗΣ - Περὶ τοῦ στεφάνου (9-16)

Σχετική εικόνα[9] Εἰ μὲν οὖν περὶ ὧν ἐδίωκε μόνον κατηγόρησεν Αἰσχίνης, κἀγὼ περὶ αὐτοῦ τοῦ προβουλεύματος εὐθὺς ἂν ἀπελογούμην· ἐπειδὴ δ᾽ οὐκ ἐλάττω λόγον τἄλλα διεξιὼν ἀνήλωκε καὶ τὰ πλεῖστα κατεψεύσατό μου, ἀναγκαῖον εἶναι νομίζω καὶ δίκαιον ἅμα βραχέ᾽, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, περὶ τούτων εἰπεῖν πρῶτον, ἵνα μηδεὶς ὑμῶν τοῖς ἔξωθεν λόγοις ἠγμένος ἀλλοτριώτερον τῶν ὑπὲρ τῆς γραφῆς δικαίων ἀκούῃ μου.

[10] Περὶ μὲν δὴ τῶν ἰδίων ὅσα λοιδορούμενος βεβλασφήμηκεν περὶ ἐμοῦ, θεάσασθ᾽ ὡς ἁπλᾶ καὶ δίκαια λέγω. εἰ μὲν ἴστε με τοιοῦτον οἷον οὗτος ᾐτιᾶτο (οὐ γὰρ ἄλλοθί που βεβίωκ᾽ ἢ παρ᾽ ὑμῖν), μηδὲ φωνὴν ἀνάσχησθε, μηδ᾽ εἰ πάντα τὰ κοινὰ ὑπέρευ πεπολίτευμαι, ἀλλ᾽ ἀναστάντες καταψηφίσασθ᾽ ἤδη· εἰ δὲ πολλῷ βελτίω τούτου καὶ ἐκ βελτιόνων, καὶ μηδενὸς τῶν μετρίων, ἵνα μηδὲν ἐπαχθὲς λέγω, χείρονα καὶ ἐμὲ καὶ τοὺς ἐμοὺς ὑπειλήφατε καὶ γιγνώσκετε, τούτῳ μὲν μηδ᾽ ὑπὲρ τῶν ἄλλων πιστεύετε (δῆλον γὰρ ὡς ὁμοίως ἅπαντ᾽ ἐπλάττετο), ἐμοὶ δ᾽, ἣν παρὰ πάντα τὸν χρόνον εὔνοιαν ἐνδέδειχθ᾽ ἐπὶ πολλῶν ἀγώνων τῶν πρότερον, καὶ νυνὶ παράσχεσθε.

[11] κακοήθης δ᾽ ὤν, Αἰσχίνη, τοῦτο παντελῶς εὔηθες ᾠήθης, τοὺς περὶ τῶν πεπραγμένων καὶ πεπολιτευμένων λόγους ἀφέντα με πρὸς τὰς λοιδορίας τὰς παρὰ σοῦ τρέψεσθαι. οὐ δὴ ποιήσω τοῦτο· οὐχ οὕτω τετύφωμαι· ἀλλ᾽ ὑπὲρ μὲν τῶν πεπολιτευμένων ἃ κατεψεύδου καὶ διέβαλλες ἐξετάσω, τῆς δὲ πομπείας ταύτης τῆς ἀνέδην γεγενημένης, ὕστερον, ἂν βουλομένοις ᾖ τουτοισί, μνησθήσομαι.

[12] Τὰ μὲν οὖν κατηγορημένα πολλά, καὶ περὶ ὧν ἐνίων μεγάλας καὶ τὰς ἐσχάτας οἱ νόμοι διδόασι τιμωρίας, τοῦ δὲ παρόντος ἀγῶνος ἡ προαίρεσις αὕτη· ἐχθροῦ μὲν ἐπήρειαν ἔχει καὶ ὕβριν καὶ λοιδορίαν καὶ προπηλακισμὸν ὁμοῦ καὶ πάντα τὰ τοιαῦτα, τῶν μέντοι κατηγοριῶν καὶ τῶν αἰτιῶν τῶν εἰρημένων, εἴπερ ἦσαν ἀληθεῖς, οὐκ ἔνι τῇ πόλει δίκην ἀξίαν λαβεῖν, οὐδ᾽ ἐγγύς.

[13] οὐ γὰρ ἀφαιρεῖσθαι δεῖ τὸ προσελθεῖν τῷ δήμῳ καὶ λόγου τυχεῖν, οὐδ᾽ ἐν ἐπηρείας τάξει καὶ φθόνου τοῦτο ποιεῖν· οὔτε μὰ τοὺς θεοὺς ὀρθῶς ἔχον οὔτε πολιτικὸν οὔτε δίκαιόν ἐστιν, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι· ἀλλ᾽ ἐφ᾽ οἷς ἀδικοῦντά μ᾽ ἑώρα τὴν πόλιν, οὖσί γε τηλικούτοις ἡλίκα νῦν ἐτραγῴδει καὶ διεξῄει, ταῖς ἐκ τῶν νόμων τιμωρίαις παρ᾽ αὐτὰ τἀδικήματα χρῆσθαι, εἰ μὲν εἰσαγγελίας ἄξια πράττονθ᾽ ἑώρα, εἰσαγγέλλοντα καὶ τοῦτον τὸν τρόπον εἰς κρίσιν καθιστάντα παρ᾽ ὑμῖν, εἰ δὲ γράφοντα παράνομα, παρανόμων γραφόμενον· οὐ γὰρ δήπου Κτησιφῶντα μὲν δύναται διώκειν δι᾽ ἐμέ, ἐμὲ δ᾽, εἴπερ ἐξελέγξειν ἐνόμιζεν, αὐτὸν οὐκ ἂν ἐγράψατο.

[14] καὶ μὴν εἴ τι τῶν ἄλλων ὧν νυνὶ διέβαλλε καὶ διεξῄει ἢ καὶ ἄλλ᾽ ὁτιοῦν ἀδικοῦντά μ᾽ ὑμᾶς ἑώρα, εἰσὶ νόμοι περὶ πάντων καὶ τιμωρίαι, καὶ ἀγῶνες καὶ κρίσεις πικρὰ καὶ μεγάλ᾽ ἔχουσαι τἀπιτίμια, καὶ τούτοις ἐξῆν ἅπασι χρῆσθαι, καὶ ὁπηνίκ᾽ ἐφαίνετο ταῦτα πεποιηκὼς καὶ τοῦτον τὸν τρόπον κεχρημένος τοῖς πρὸς ἐμέ, ὡμολογεῖτ᾽ ἂν ἡ κατηγορία τοῖς ἔργοις αὐτοῦ.

[15] νῦν δ᾽ ἐκστὰς τῆς ὀρθῆς καὶ δικαίας ὁδοῦ καὶ φυγὼν τοὺς παρ᾽ αὐτὰ τὰ πράγματ᾽ ἐλέγχους, τοσούτοις ὕστερον χρόνοις αἰτίας καὶ σκώμματα καὶ λοιδορίας συμφορήσας ὑποκρίνεται· εἶτα κατηγορεῖ μὲν ἐμοῦ, κρίνει δὲ τουτονί, καὶ τοῦ μὲν ἀγῶνος ὅλου τὴν πρὸς ἔμ᾽ ἔχθραν προΐσταται, οὐδαμοῦ δ᾽ ἐπὶ ταύτην ἀπηντηκὼς ἐμοὶ τὴν ἑτέρου ζητῶν ἐπιτιμίαν ἀφελέσθαι φαίνεται.

[16] καίτοι πρὸς ἅπασιν, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, τοῖς ἄλλοις οἷς ἂν εἰπεῖν τις ὑπὲρ Κτησιφῶντος ἔχοι, καὶ τοῦτ᾽ ἔμοιγε δοκεῖ καὶ μάλ᾽ εἰκότως ἂν λέγειν, ὅτι τῆς ἡμετέρας ἔχθρας ἡμᾶς ἐφ᾽ ἡμῶν αὐτῶν δίκαιον ἦν τὸν ἐξετασμὸν ποιεῖσθαι, οὐ τὸ μὲν πρὸς ἀλλήλους ἀγωνίζεσθαι παραλείπειν, ἑτέρῳ δ᾽ ὅτῳ κακόν τι δώσομεν ζητεῖν· ὑπερβολὴ γὰρ ἀδικίας τοῦτό γε.

***
[9] Εάν λοιπόν ο Αισχίνης με κατηγορούσε μόνο για όσα ζητήματα αναφέρονταν στην καταγγελία του, θα περιόριζα και εγώ την απολογία μου κατευθείαν στην προκαταρκτική απόφαση της Βουλής. Επειδή όμως αφιέρωσε το μεγαλύτερο μέρος του λόγου του αναπτύσσοντας άσχετα θέματα, και μάλιστα αράδιασε ένα σωρό ψέματα εναντίον μου, θεωρώ ότι είναι αναγκαίο και συνάμα δίκαιο, Αθηναίοι, να πω στην αρχή λίγα λόγια γι᾽ αυτά τα θέματα, για να μην παρασυρθεί κανένας από σας από λόγια άσχετα με την υπόθεση και παραξενευτεί ακούγοντας την υπεράσπισή μου σχετικά με την καταγγελία.

[10] Σχετικά λοιπόν με όσες βλασφημίες έχει εκστομίσει για την ιδιωτική μου ζωή χλευάζοντάς με, κοιτάξτε πόσο ευθεία και δίκαιη είναι η απάντησή μου. Αν λοιπόν με ξέρετε να είμαι τέτοιος που ο Αισχίνης με παρέστησε με τις κατηγορίες του (δεν έχω ζήσει, άλλωστε, και κάπου αλλού παρά ανάμεσά σας), μην ανεχθείτε μήτε και τη φωνή μου, και αν ακόμη έχω διαχειριστεί τις δημόσιες υποθέσεις παραπάνω από καλά, αλλά σηκωθείτε και καταδικάστε με χωρίς καμιά επιφύλαξη. Αν όμως έχετε σχηματίσει τη γνώμη για μένα και ξέρετε ότι είμαι πολύ καλύτερος από αυτόν και από καλύτερους γονείς και ακόμη ότι τόσο εγώ προσωπικά όσο και οι δικοί μου άνθρωποι είμαστε, για να μην πω τίποτε το προσβλητικό, τόσο καλοί όσο ο μέσος όρος των ευυπόληπτων πολιτών, τότε μήτε καν να δίνετε πίστη σ᾽ αυτόν για τις εν γένει καταγγελίες του (γιατί προφανώς είναι όλες κατά τον ίδιο τρόπο χαλκευμένες), σε μένα όμως δείξτε και σήμερα την εύνοια που μου έχετε δείξει σε όλη μου τη ζωή σε πολλές προηγούμενες δίκες.

[11] Αλλά, ενώ είσαι πανούργος, Αισχίνη, φάνηκες εντελώς αφελής πιστεύοντας ότι εγώ θα αφήσω κατά μέρος τη συζήτηση για τις ενέργειές μου ως ιδιώτη και πολιτικού ανδρός και θα στραφώ προς τις λοιδορίες σου. Δεν πρόκειται βέβαια να το κάνω αυτό· δεν είμαι τόσο ανόητος. Αλλά θα εξετάσω πρώτα όσα ψέματα και συκοφαντίες εκτόξευες εναντίον μου για την πολιτική μου δράση, και στη συνέχεια, αν αυτοί εδώ οι δικαστές επιθυμούν να με ακούσουν, θα αναφερθώ στον εκ μέρους σου γνωστό και ασύστολο διασυρμό.

[12] Τα εγκλήματα λοιπόν για τα οποία με κατηγορεί είναι πολλά και για μερικά από αυτά οι νόμοι επιβάλλουν αυστηρές ποινές και ακόμη και την εσχάτη των ποινών. Ο στόχος όμως της σημερινής δίκης είναι ο ακόλουθος: ενέχει κακία και αποβλέπει σε εξευτελισμό, λοιδορία, προπηλακισμό και μαζί όλα τα παρόμοια· αλλά για τις κατηγορίες και τις αιτιάσεις που έχουν διατυπωθεί, αν πράγματι ήταν αληθείς, δεν μπορεί η πόλη να μου επιβάλει ικανοποιητική τιμωρία, ούτε κατά προσέγγιση.

[13] Γιατί δεν πρέπει να αφαιρείται από κάποιον το δικαίωμα να παρουσιαστεί στο λαϊκό δικαστήριο και να πάρει τον λόγο, ούτε ακόμη να γίνεται αυτό από κακεντρέχεια και φθόνο. Μά τους θεούς, Αθηναίοι, δεν είναι ούτε σωστό ούτε δημοκρατικό, ούτε δίκαιο. Αλλά, αν με έβλεπε να διαπράττω σε βάρος της πόλης αδικήματα, και μάλιστα τόσο φοβερά όσο αυτά που τώρα περιέγραφε και ανέπτυσσε με τρόπο δραματικό, όφειλε να επωφεληθεί από τις τιμωρίες που προβλέπονταν από τους νόμους την ώρα που διαπράττονταν αυτά τα αδικήματα, καταγγέλλοντάς με και με αυτόν τον τρόπο εισάγοντάς με σε δίκη ενώπιόν σας, αν βέβαια με έβλεπε να διαπράττω αδικήματα άξια καταγγελίας, ή μηνύοντάς με για εισήγηση παράνομων ψηφισμάτων, αν με έβλεπε να κάνω παράνομες προτάσεις. Γιατί σίγουρα δεν μπορεί για λογαριασμό μου να διώξει δικαστικά τον Κτησιφώντα, αλλά ούτε αυτόν θα είχε καταγγείλει, αν πράγματι πίστευε ότι θα μπορούσε να αποδείξει την ενοχή μου.

[14] Επίσης, αν με έβλεπε να διαπράττω εις βάρος σας κάποιο από τα άλλα αδικήματα που μόλις τώρα συκοφαντικά απαριθμούσε ή ακόμη οποιοδήποτε άλλο, υπάρχουν για όλα νόμοι, τιμωρίες, νομικές διαδικασίες και δικαστικές αποφάσεις, που επισύρουν σκληρές ποινές και βαριά πρόστιμα, και όλα αυτά μπορούσε να τα χρησιμοποιήσει εναντίον μου. Και, εάν είχε κάνει φανερά αυτά και, ακολουθώντας αυτόν τον τρόπο, είχε χρησιμοποιήσει τα νόμιμα μέσα που ταίριαζαν στην περίπτωσή μου, τότε η κατηγορία του θα συμφωνούσε με τα έργα του.

[15] Τώρα όμως, αφού βγήκε από τον σωστό και δίκαιο δρόμο και απέφυγε να παρουσιάσει τις αποδείξεις την ώρα που συνέβησαν τα ίδια τα γεγονότα, ύστερα από μεγάλο χρονικό διάστημα συσσώρευσε αιτιάσεις, σκώμματα και λοιδορίες και τις απαγγέλλει σαν θεατρίνος. Έπειτα, ενώ κατηγορεί εμένα, εισάγει σε δίκη τον Κτησιφώντα. Θεωρεί ως κυριότερη αιτία της όλης αντιπαράθεσης την έχθρα του προς εμένα, αλλά, χωρίς να έχει αναμετρηθεί μαζί μου πουθενά γι᾽ αυτή την έχθρα, είναι φανερό ότι επιδιώκει να στερήσει τα πολιτικά δικαιώματα κάποιου άλλου.

[16] Και όμως, κοντά σε όλα τα άλλα επιχειρήματα που θα μπορούσε κάποιος να επικαλεσθεί, Αθηναίοι, υπέρ του Κτησιφώντος, εγώ τουλάχιστον νομίζω πως πολύ δικαιολογημένα θα μπορούσε να αναφέρει τούτο, ότι έντιμο θα ήταν να αντιμετωπίζουμε την προσωπική μας έχθρα εμείς μεταξύ μας και όχι να παραμερίσουμε τον ανταγωνισμό μας και να αναζητούμε κάποιον άλλον για να του κάνουμε κακό· γιατί κάτι τέτοιο θα ήταν υπερβολική αδικία.

ΠΡΟΜΗΘΕΥΣ ΔΕΣΜΩΤΗΣ

Αποτέλεσμα εικόνας για prometheus statueΜια τελευταία υπενθύμιση πριν περάσω στο έργο: υπήρχε στην Αθήνα, και απ’ ό, τι φαίνεται στην Αθήνα και μόνο, η λατρεία του Προμηθέα. O Προμηθέας δεσμώτης είναι πιθανώς ένα από τα τελευταία έργα του Αισχύλου (525-456) και παίχθηκε μετά τους Επτά επί Θήβας (ανέβηκαν το 467), ίσως σε κάποια στιγμή χρονικά κοντά με την Ορέστεια, που θεωρείται συχνά ως το απόγειό του έργου του, και που παρουσιάστηκε το 468. Το έργο ήταν μέρος μιας τριλογίας. Γνωρίζουμε τους τίτλους των άλλων δύο έργων: Προμηθέας πυρφόρος και Προμηθέας λυόμενος. Μπορούμε, σύμφωνα με αυτό, να φανταστούμε μια «φυσική» σειρά. Πρώτος ο Προμηθεύς «πυρφόρος» (δίνει τη φωτιά στους ανθρώπους), στη συνέχεια «δεσμώτης» (τιμωρείται από τον Δία) και τέλος «λυόμενος» (όπου θα είχαμε την τελική συμφιλίωση, και καταστράφηκε από τους χριστιανούς μια και δικαίωνε την επιλογή του Προμηθέα σε σχέση με τον εγωισμό των θεών, όπου αντίθετα στον χριστιανισμό η γνώση [πυρ] είναι μια αιώνια κατάρα και αμαρτία σε όλους τους ανθρώπους!). Διαθέτουμε ένα αρχαίο σχόλιο που φαίνεται να μην αποδέχεται αυτή τη διάταξη, αλλά σε ό, τι με αφορά δεν το θεωρώ αποφασιστικό. Εν πάση περιπτώσει το πρόβλημα που μας αφορά είναι προφανώς η εικόνα του Προμηθέα και οι σημασίες που παρουσιάζονται στο έργο.
 
Όπως ξέρετε, το επίθετο «προμηθεϊκός» αποτελεί τρέχοντα όρο στους νεότερους χρόνους. Η σημασία του παραπέμπει στην εξέγερση του Προμηθέα εναντίον του Δία, σύμφωνα με μια ανάγνωση του έργου που βλέπει σε αυτό τη μόνιμη καταγγελία της εξουσίας, πράγμα που ενόχλησε έντονα τους φιλολόγους, διότι θέτει υπό αμφισβήτηση μια κυρίαρχη ιδέα για τη φιλοσοφία και τη θεολογία του Αισχύλου, που βασίζεται ουσιαστικά στην Ορέστεια. Η ιδέα αυτή ερμηνεύει το σύνολο των τραγωδιών του ως βαθμιαία διαδικασία κάθαρσης της αρχαϊκής θρησκείας μέσω της δημιουργίας της μορφής του Δία ως πηγής δικαιοσύνης και αμεροληψίας. Θα μπαίναμε στον πειρασμό να δούμε εδώ μια απλή προβολή, όπως συμβαίνει με άλλους φιλολόγους που καταφέρνουν να βρουν το Θεό των χριστιανών (τον δικό τους Θεό) στους συγγραφείς της ειδωλολατρικής Αρχαιότητας - ιδιαίτερα στον Πλάτωνα. Πράγμα εξάλλου σχετικά εύκολο, διότι τελικά η φιλοσοφία του ήταν η μήτρα όλων όσων βρίσκουμε ως ορθολογική θεολογία στο χριστιανισμό. Παρ’ όλ’ αυτά πολλοί σημαντικοί φιλόλογοι ήταν προφανώς πανευτυχείς να συναντήσουν έναν πρόγονο του Θεού των χριστιανών στη μορφή του Δία. Μπορούμε πράγματι να διαβάσουμε μερικά αποσπάσματα της Ορέστειας με αυτή την οπτική. Όχι βέβαια ως αναγγελία του χριστιανισμού, αλλά ως σκιαγράφηση μιας ήδη υπάρχουσας τάσης στους προσωκρατικούς, όπως στον Ξενοφάνη ή τον Ηράκλειτο, και η οποία αποσπάται από την κοινή παράσταση των θεών (με τις ιστορίες των εγκλημάτων τους, των μοιχειών κ.λπ.) και τους αναγάγει σε κάτι διαφορετικό, και ίσως σε έναν μοναδικό θεό. Ακόμη μία φορά, έχουμε εδώ την ασυγκράτητη τάση προς μια ενωτική οντολογία, ένα στοιχείο της οποίας είναι ο μονοθεϊσμός. Ωστόσο, δεν βρίσκουμε τίποτε από όλα αυτά στον Προμηθέα δεσμώτη, αντιθέτως μάλιστα. Σε τέτοιες περιπτώσεις υπάρχει μια πολύ εύκολη λύση, την οποία δεν παρέλειψαν να την προτείνουν και σε αυτή την περίπτωση. Πρόκειται για τη διατύπωση υποψίας σχετικά με την αυθεντικότητα του κειμένου που ενοχλεί. Υποστηρίχθηκε, πράγματι, ότι ο Αισχύλος δεν μπορεί να είναι ο συγγραφέας αυτής της τραγωδίας, μιας και δεν συνάδει με τη θεολογία του. Ευτυχώς η θέση αυτή δεν επικράτησε. Ένα πράγμα είναι σίγουρο κατ’ εμέ: η μορφή και η γλώσσα του έργου που είναι υπέροχες δηλώνουν μια συγγένεια, μια προφανή ταυτότητα ουσίας με τα στοιχεία που βρίσκουμε στις άλλες τραγωδίες του Αισχύλου. Θα ισχυριζόμουν ευχαρίστως ότι ο Προμηθέας είναι η κορυφή της ποιητικής τραγικής γλώσσας. Οι αντιρρήσεις υποχωρούν προβάλλοντας το γεγονός ότι καθώς το έργο έπρεπε να είναι το πρώτο (ή ίσως το δεύτερο) μιας τριλογίας που κατέληγε σε συμφιλίωση, η διαμάχη με τον Δία αναγκαστικά ξε- περνιόταν, καθώς ο Δίας εξελισσόταν τελικά σε ηθικά αποδεκτή μορφή. Είναι δυνατό, και μάλιστα πολύ πιθανό. Αλλά το ζήτημα δεν βρίσκεται εδώ. Έχετε παρά ταύτα ένα έργο ολοκληρωτικά εστιασμένο στην καταγγελία της στυγνότητας του Δία, της αδικίας του, του μίσους του για τους ανθρώπους, της τυραννίας που ασκούσε - και της στυγνότητας και αδικίας κάθε εξουσίας. Ας πάρουμε ένα σημείο αναφοράς: ας υποθέσουμε μάλιστα ότι στο επόμενο έργο ή στο μεθεπόμενο η τραγωδία καταλήγει σε συμφιλίωση. Μπορείτε να φανταστείτε ένα χριστιανικό έργο του οποίου το πρώτο ή το δεύτερο μέρος θα συνίστατο σε μια σειρά από κατάρες εναντίον του Θεού, επαναλαμβάνοντας και εξωθώντας στα άκρα τις εκφράσεις του Ιώβ, κατηγορώντας αδιάκοπα το Θεό ως άδικο, στυγνό, εγωκεντρικό, αυθαίρετο και ούτω καθεξής; Είναι απολύτως αδιανόητο, ακόμη κι αν σε μια τρίτη φάση μάς έδειχνε έναν «αληθινό» πατέρα Θεό, δίκαιο, ελεήμονα κ.λπ. Ε, λοιπόν, τη στιγμή που ο Αισχύλος ανεβάζει την τριλογία του, οι σημασίες αυτές μπορούν να παρουσιαστούν δημόσια, χωρίς να προκαλέσουν κανένα σκάνδαλο — και αυτό ακριβώς μας ενδιαφέρει. Προϊόν της σκέψης, οι σημασίες αυτές εκφράστηκαν, έγιναν δεκτές και βρίσκονται προφανώς σε βαθιά αρμονία με το στοιχείο που, ανεξάρτητα από τον Προμηθέα, διακρίναμε την περασμένη χρονιά ως το κεντρικό στοιχείο των ελληνικών φαντασιακών σημασιών.
 
Θα εξετάσω τώρα πιο λεπτομερειακά τους πυρήνες των σημασιών που παρουσιάζονται στο έργο, διευκρινίζοντας ότι δεν πρόκειται καθόλου για θέσεις, αλλά μάλλον για πόλους, για σχήματα που μας επιτρέπουν να συλλάβουμε τον κόσμο, να του δώσουμε νόημα, για σχήματα γύρω από τα οποία οργανώνονται τα πάντα. Μπορούμε να διακρίνουμε τουλάχιστον πέντε. Το πρώτο αφορά στη θρησκεία, και ιδιαίτερα τον πρόσκαιρο χαρακτήρα της θεότητας. Το δεύτερο αρνείται στην εξουσία κάθε ηθική διάσταση, κάθε χαρακτήρα δικαιοσύνης: η εξουσία - θεία εν προκειμένω - είναι η εξουσία, δεν υπάρχει τίποτε άλλο να λεχθεί επ’ αυτού. Μπορεί μάλιστα να τη βρει κανείς άδικη, αυτό όμως εμφανίζεται μέσα από την οπτική ενός συγκεκριμένου ατόμου (εδώ του Προμηθέα). Τρίτον, έχουμε μια ολόκληρη σειρά θεωρήσεων πάνω στη φύση της εξουσίας γενικά, που εξετάζονται μέσω της κατεξοχήν εξουσίας, δηλαδή της εξουσίας του Δία. Ο τέταρτος πυρήνας αφορά στην ουσία της ανθρωπότητας. Εδώ παρεμβάλλεται το περίφημο απόσπασμα του Προμηθέα για τις τέχνες που έδωσε στους ανθρώπους και όλα όσα τους έμαθε, πράγμα που βεβαίως θέτει το ερώτημα: τι σημαίνει, μέσα στην προοπτική αυτού που ονόμασα αναδυόμενη συνείδηση της αυτοσυγκρότησης της ανθρωπότητας, το γεγονός ότι αυτός που έδωσε όλα αυτά είναι ο Προμηθέας; Τέλος βρίσκουμε την αντίθεση της καθαρής βίας, της ωμής βίας από τη μια μεριά, και της σκέψης από την άλλη. Εδώ πρέπει να αναφέρουμε ένα μεθοδολογικό πρόβλημα, που προηγείται από κάθε ανάλυση απολύτως. Θα ήταν βεβαίως όχι μόνο επικίνδυνο, αλλά εντελώς καταδικαστέο να αποσπάσουμε μερικές φράσεις από ένα κείμενο για να τους προσδώσουμε μια σημασία ανεξάρτητα από το σύνολο του οποίου αποτελούν μέρος. Πράγματι, μια σε βάθος εργασία θα απαιτούσε συγκεκριμένη ανάλυση του Προμηθέα, κάτι που δεν μπορούμε να κάνουμε. Θα σας παρουσιάσω απλώς ένα είδος θεματικής ανθολογίας του έργου, μια συλλογή αποσπασμάτων και προτάσεων. Αλλά στην πραγματικότητα δεν έχω αμφιβολίες επ’ αυτού. Είναι για μένα προφανές ότι τα αποσπάσματα αυτά υποστηρίζονται από το υπόλοιπο κείμενο και ότι από μεθοδολογική άποψη είναι απολύτως πειστικά λόγω του πλήθους τους και της συχνότητάς τους. Τα θέματα για τα οποία θα μιλήσω επανέρχονται διαρκώς.
 
Σχετικά με τον πρόσκαιρο χαρακτήρα του θείου ή ακριβέστερα των θεών ξαναβρίσκουμε το παλιό θέμα της διαδοχής των θεοτήτων στην εξουσία, και κατά συνέπεια τον μεταβατικό χαρακτήρα αυτής της εξουσίας. Ο Ουρανός υποσκελίζεται από τον Κρόνο, ο Κρόνος από τον Δία κ.λπ. Το πρώτο κείμενο που έχουμε για αυτό το θέμα είναι φυσικά η Θεογονία του Ησιόδου. Το κείμενο αυτό αντιστοιχεί βαθύτατα στην περίφημη φράση του Αναξίμανδρου [Σημ.: ο Αναξίμανδρος τοποθετείται ανάμεσα στον Ησίοδο και τον Αισχύλο, ο μόνος δε που το ξεχνάει είναι ο Heidegger] σύμφωνα με την οποία «όλα τα όντα οφείλουν να πληρώσουν τα μεν στα δε δίκην και τίσιν, ποινή και αποζημίωση, για την αδικία τους», η αδικία δε είναι στην περίπτωση αυτή το απλό γεγονός της ύπαρξής τους. Στην περίπτωση των θεοτήτων, γνωρίζουμε καλά ποια είναι η αδικία τους, η ὕβρις τους, διότι κάθε γενιά αρνείται να παραχωρήσει τη θέση της στη νεότερη και προσπαθεί να την καταστρέψει - αυτό αληθεύει τόσο για τον Ουρανό, όσο και για τον Κρόνο. Υπάρχει βεβαίως στην ελληνική κοινωνία μια πίστη, μια λαϊκή ευσέβεια: οικοδομούνται ναοί, λατρεύονται οι θεοί, τους προσφέρονται θυσίες. Και στη συνέχεια, σε ένα δεύτερο επίπεδο της πίστης, που δεν διαχωρίζεται από αυτή, βρίσκουμε την παραπάνω άποψη για τους θεούς. Πρόκειται για δύο στοιχεία που μπορεί να φανούν - και είναι πράγματι - αντιφατικά, πλην όμως έτσι έχουν τα πράγματα. Ο προσωρινός χαρακτήρας της θείας εξουσίας ισχύει επίσης και για τον Δία. Πρόκειται για την έμφυτη, την εγγενή τάξη του κόσμου, και από την άποψη αυτή δεν έχει πολύ σημασία αν το δεύτερο ή το τρίτο μέρος της τριλογίας παρουσίαζε μια τελική συμφιλίωση, διότι η εξουσία του ίδιου του Δία είναι σαφώς καταδικασμένη να εκλείψει. Αυτό λέγεται στους στίχους 164-165 από το χορό των Ωκεανίδων: ο Δίας δεν θα πάψει να κάνει κακό «πριν κάποιος άλλος, με ένα τέχνασμα, καταλάβει τον ανίκητο του θρόνο», την ανώτατη εξουσία. Έτσι και ο Προμηθέας, σε μία από τις απειλητικές του προφητείες που επανέρχονται συνεχώς στη διάρκεια του έργου, λέει για τον Δία (στ. 166-177): «θα έχει σίγουρα την ανάγκη μου, αυτός, ο πρώτος των μακαρίων, για να του δείξω τη νέα βουλή της μοίρας που θα του στερήσει το σκήπτρο του και τις τιμές του... και αυτό, δεν θα το αποκαλύψω πριν δεχτεί να ξεπληρώσει αυτή την προσβολή που μου επιβάλλει». Μπορούμε να παραθέσουμε πολλά άλλα αποσπάσματα. Στίχοι 189-190: ο Δίας θα επανέλθει με ευνοϊκότερες διαθέσεις μετά από το πλήγμα που τον περιμένει. Ο Προμηθέας αναγγέλλει (στ. 756) ότι μια μέρα ο Δίας θα πέσει από την τυραννίδα του -στη γλώσσα των τραγικών, η λέξη αυτή υποδηλώνει την απόλυτη εξουσία-, ότι η βασιλεία του δεν θα διαρκέσει για πολύ ακόμη (στ. 939-940). Λέει δε αλλού (στ. 516) ότι ο Δίας πρέπει να τιμωρηθεί από τις Ερινύες με την αλάνθαστη μνήμη και από τις Μοίρες «με τις τρεις μορφές» (ο Αισχύλος χρησιμοποιεί εδώ μια εκπληκτική έκφραση: Μοῖραι τρίμορφοι - πράγμα που σημαίνει επίσης τη Μοίρα που έχει τρεις μορφές). Και όταν ο χορός τον ρω­τά: μήπως ο Δίας είναι πιο αδύναμος από τις Μοίρες και τις Ερινύες; Απαντά ότι κανείς, ούτε ο Δίας ούτε οποιοσδήποτε άλλος μπορεί να ξεφύγει από την πεπρωμένην του. Αυτή ακριβώς η Μοίρα, ή Ανάγκη, τοποθετημένη πάνω από τη θεία εξουσία, συνθλίβει ό, τι υπάρχει και επιτρέπει την έλευση του καινούργιου. Το ξαναβρίσκουμε αυτό στον τελευταίο διάλογο (στ. 944-1039) ανάμεσα στον Ερμή και τον Προμηθέα. Θυμάστε ότι ο Προμηθέας είχε περιγράψει στην Ιώ όσα την περίμεναν και της είχε αναγγείλει, προκειμένου να την παρηγορήσει για τα μελλοντικά της βάσανα, ότι ένας από τους απογόνους της, μετά από πολλές γενιές, θα ερχόταν να τον ελευθερώσει και ταυτόχρονα να κλονίσει την εξουσία του Δία. Οι Ολύμπιοι το άκουσαν αυτό και έστειλαν τον Ερ­μή στον Προμηθέα για να μάθουν περί τίνος ακριβώς πρόκειται. Ο Ερμής προσπαθεί να κάνει τον Προμηθέα να μιλήσει απειλώντας τον ο Προμηθέας αρνείται και το έργο τελειώνει με την πραγματοποίηση των απειλών του Ερμή, ένα είδος κατακλυσμού με κεραυνούς και αστραπές, όπου η γη σχίζεται και καταπίνει τον Προμηθέα κάτω από τα κομμάτια του βουνού στο οποίο τον είχε δέσει στην αρχή ο Ήφαιστος εκτελώντας τις διαταγές του Κράτους και της Βίας, της Ισχύος και της Βίας (και όχι Pouvoir, εξουσία και Force, βία, όπως μεταφράζει ο Mazon). Επομένως, σε αυτό τον τελευταίο διάλογο, ο Προμηθέας βεβαιώνει (στ. 958-959) ότι η εξουσία του Δία, η τρίτη κατά σειρά, θα πέσει όπως και οι προηγούμενες, αἴσχιστα καί τάχιστα, σύντομα και πολύ άσχημα, ότι η τυραννία του θα τελειώσει.
 
Έχουμε λοιπόν εδώ έναν πρώτο πυρήνα σημασιών, οι οποίες είναι ευρύτατα παρούσες σε όλη τη μυθολογία. Ο Προμηθέας τις επαναλαμβάνει με ιδιαίτερη ένταση, συνοδεύοντάς τες με αυτή την εκπληκτική φράση που θα μας επιτρέψει να περάσουμε στο δεύτερο θέμα. Είναι στην αρχή του έργου, όταν το Κράτος λέει (στ. 49-50): ἅπαντ' ἐπράχθη πλήν θεοῖσι κοιρανεῖν/ἐλεύθερος γάρ οὔτις ἐστί πλήν Διός. «Τα πάντα ρυθμίστηκαν, τακτοποιήθηκαν - settled, θα λέγαμε στα Αγγλικά -, εκτός από τη διακυβέρνηση των θεών». Όλα τα άλλα παγιώθηκαν από καταβολής χρόνου: ο ρόλος κάθε θεότητας, η ανάπτυξη των φυτών, η αντιστοίχιση του τάδε δένδρου στην τάδε νύμφη κ.λπ. Παραμένει ένα μόνο ακαθόριστο στοιχείο, κορυφαίο, το στοιχείο του θεοῖσι κοιρανεῖν, το γεγονός της κυριαρχίας επί των ίδιων των θεών (η μετάφραση του Mazon εδώ μου φαίνεται ελλιπής). Και το Κράτος προσθέτει αυτή την εκπληκτική φράση: «Επομένως, κανείς δεν είναι ελεύθερος, εκτός από τον Δία». Ο Αισχύλος, προφανώς, δεν γράφει φιλοσοφική διατριβή, το πρόβλημά του δεν είναι ο λόγος με την έννοια της συγκροτημένης απόδειξης. Στην πραγματικότητα, έχουμε ταυτόχρονα δύο απόψεις: αφενός μια Μοίρα, μια Ειμαρμένη, επιβάλλεται σε όλους, συμπεριλαμβανομένου και του Δία του οποίου και επιφέρει την πτώση, και αφετέρου το γεγονός ότι υπάρχει όντως, στην κορυφή, ένα και μόνο ελεύθερο ον. Και το ον αυτό είναι ο Δίας. Τα πάντα έχουν ρυθμιστεί, εκτός από ένα πράγμα: ποιος θα είναι ο αφέντης των θεών \Σημ. Περίθ.: Αν ο Δίας δεν είχε την εξουσία κατόπιν διατάγματος της Μοίρας, θα ήταν ελεύθε­ρος. Επίσης όμως: η ανώτατη εξουσία διακυβεύεται σε μια πιθανή μάχη. Ο Προμηθέας διαβεβαιώνει: τη μάχη αυτή θα τη χάσει.]
 
Αυτό μας φέρνει στο ερώτημα της φύσης της εξουσίας, και καταρχήν στο γεγονός ότι στερείται απολύτως κάθε ηθικής ιδιότητας και κάθε δικαίου. Έχουμε ένα παράδειγμα μεταξύ άλλων στους στίχους 231-233, όπου ο Προμηθέας διηγείται ότι ο Δίας, αφού κατέλαβε την εξουσία, θέλησε να καταστρέψει τους δυστυχείς θνητούς για να δημιουργήσει μια άλλη φυλή. Στη συνέχεια υπάρχουν όλα όσα αναφέρονται στο πρόσωπο της Ιούς. Η ιστορία της εξηγείται διά μακρών (στ. 640-686): ο Δίας την ποθούσε και δεν σταμάτησε να την πολιορκεί μέχρι να πετύχει το σκοπό του, χρησιμοποιώντας τα πιο απίθανα μέσα - της στέλνει ερωτικά όνειρα και καταλήγει να απειλήσει τον πατέρα της ότι θα σβήσει τη γενιά του αν δεν τη διώξει από το σπίτι του. Η Ιώ γίνεται τότε θύμα της Ήρας και ο Δίας μάς παρουσιάζεται σαν κάποιος ο οποίος, προκειμένου να ικανοποιήσει μια παροδική επιθυμία, πατάει επί πτωμάτων, καταστρέφει οικογένειες. Στη συνέχεια, ο Προμηθέας θα κάνει ένα περιφρονητικό σχόλιο για τη στάση του αυτή (στ. 737-738): αυτός, ο θεός, επειδή επιθυμούσε μιγῆναι, να πλαγιάσει με αυτή τη θνητή, της επέβαλε αυτές τις τρομερές περιπλανήσεις. Το ίδιο θέμα επανέρχεται στον τελευταίο διάλογο με τον Ερμή, όπου ο Προμηθέας δείχνει ένα Δία να ασκεί αυτό που θα μπορούσαμε να ονομάσουμε μια αδιάφορη τυραννία, η οποία δεν υπολογίζει τίποτα, και ακόμη λιγότερο τους ανθρώπους.
 
Το τρίτο σημείο αφορά στη φύση της εξουσίας γενικά, θείας ή άλλης, δηλαδή στον εγγενώς αυθαίρετο χαρακτήρα της και μπορώ να πω αδικαιολόγητο. Πέρα από τις ιδιαίτερες κατηγορίες που απευθύνονται στον Δία μέσα στο έργο, βλέπουμε ότι το ζήτημα της «αδικίας» του δεν τίθεται καν. Η εξουσία, δρώντας, συνθλίβει ό, τι της αντιστέκεται ή συναντά στο δρόμο της και δεν χρειάζεται να ρωτήσουμε αν αυτό είναι δίκαιο ή όχι. Εδώ θα κάνω μια ιστορική παρατήρηση. Στον Προμηθέα, όλες αυτές οι καταγγελίες εναντίον της εξουσίας μοιάζουν σαφώς συνδεδεμένες με τον πρόσφατο χαρακτήρα της. Παραφράζοντας θα λέγαμε: κάθε εξουσία είναι κακή, αλλά μια νεοπαγής εξουσία είναι ακόμη πιο κακή από τις άλλες. Υπάρχει ωστόσο μια νεοπαγής εξουσία στην Αθήνα του 5ου αιώνα, αυτό είναι μάλιστα το ουσιώδες γεγονός της εποχής εκείνης: πρόκειται βεβαίως για την εξουσία του δήμου, η κατάτμηση της οποίας ολοκληρώθηκε με τις μεταρρυθμίσεις του Εφιάλτη το 462, επομένως, ίσως, τη στιγμή ακριβώς που παίζεται η τραγωδία. Και η άλλη νεοπαγής εξουσία είναι η εξουσία των Αθηνών πάνω στις συμμαχικές ελληνικές πόλεις με τη σύσταση μετά τους Μηδικούς Πολέμους της Ομοσπονδίας της Δήλου, αρχή αυτού που ονομάστηκε αθηναϊκή ηγεμονία. Σχετικά με αυτή την ηγεμονία, κατά τον Θουκυδίδη, ο Περικλής απευθυνόμενος στους Αθηναίους λέει: μην ξεχνάτε ότι κατέχετε την ηγεμονία ως τυραννία, δηλαδή ως εξουσία που κατακτήθηκε μέσω της βίας και ότι - πρόκειται για μια κλασική παροιμία που προέρχεται από τους Επτά σοφούς - μπορεί να είναι εύκολο να γίνει κανείς τύραννος, είναι όμως δύσκολο να εγκαταλείπει αυτή την εξουσία ατιμωρητί. Εν ολίγοις, η τυραννία θα ήταν το καλύτερο πράγμα αν το τέλος της δεν ήταν πάντα ολέθριο. Η ιστορία, δυστυχώς, δεν το αποδεικνύει αυτό πάντοτε, είδαμε δε πρόσφατα ακόμη τυράννους που πέθαναν στο κρεβάτι τους. Το αποδεικνύει όμως αρκετά συχνά. Ο Περικλής προειδοποιεί λοιπόν τους Αθηναίους για τον κίνδυνο που διατρέχει αυτός που θέλει να εγκαταλείψει την τυραννία: πέφτουν επάνω του και τον σκοτώνουν. Στον Προμηθέα ο Ήφαιστος (στ. 35) περιγράφει αυτή τη φύση της εξουσίας, και ειδικότερα της νεοπαγούς εξουσίας: άπας τραχύς όσης αν νέον κράτη, όλοι όσοι ανέβηκαν πρόσφατα στην εξουσία, όσοι μόλις κατέλαβαν την εξουσία, είναι σκληροί, ανελέητοι. Και ο χορός, στους στίχους 149-151: νέοι οἰκονόμοι κρατοῦσ’ Ὀλυμπου, νέοι κυβερνώντες βασιλεύουν στον Όλυμπο, νεοχμοῖς δέ δή νόμοις Ζεῦς ἀθέσμως κρατύνει, και ο Δίας, με καινούργιους νόμους (η ελληνική όμως λέξη λέει πολύ περισσότερα από αυτό), ασκεί μια εξουσία χωρίς κανόνες. Νεοχμός είναι αυτός που θα μεταφράζαμε στα Αγγλικά με το new­fangled., ένα είδος νέας, περίεργης ανακάλυψης. Οι Ωκεανίδες, που μιλάνε εδώ, αντιπροσωπεύουν την παλαιά τάξη των Τιτάνων, είναι Τιτανίδες, όπως και ο Προμηθέας. Για αυτές πρόκειται επομένως για νεωτερίζουσες νομοθεσίες, με κάποια απόχρωση περιφρόνησης. Και προσθέτουν (στ. 152): ο Δίας κυριαρχεί (κρατύνει) και καταστρέφει αυτό που πριν ήταν τεράστιο, που ασκούσε τεράστια εξουσία. Λίγο πιο κάτω, όταν ο Προμηθέας προειδοποιείται να φοβάται την οργή του Δία, απαντά (στ. 186): ξέρω ότι είναι τραχύς, σκληρός, ανελέητος, και ότι έχει το δίκαιο στη διάθεσή του, παρ’ ἑαυτῷ τό δίκαιον ἔχων. Ο Δίας εφευρίσκει το δίκαιο, δημιουργεί το δίκαιο, απλώς και μόνο επειδή έχει την εξουσία. Ξαναβρίσκουμε το ίδιο θέμα στην επόμενη σκηνή, όπου ο Ωκεανός (στ. 324) λέει: έχουμε τώρα έναν τραχύ μονάρχη, που δεν είναι υπεύθυνος - τυπικός πολιτικός όρος της αθηναϊκής δημοκρατίας - που δεν δίνει λογαριασμό σε κανένα. Και ο χορός επανέρχεται (στ. 402-403): αυτά τα αποτρόπαια πράγματα επιβάλλονται από τον Αία με βάση δικούς του και μόνο νόμους, ἰδίοις νόμοις κρατύνων.
 
Βλέπουμε λοιπόν ότι αυτή η τραγωδία επαναλαμβάνει και τονίζει τον πυρήνα σημασιών που σχετίζεται με τον προσωρινό χαρακτήρα της εξουσίας, ακόμη και της θείας, τον ολοσχερή διαχωρισμό της από κάθε ηθική ή δικαιοσύνη, το γεγονός ότι δημιουργεί ένα δίκαιο που είναι δίκαιο απλώς και μόνο επειδή η εξουσία το ονομάζει έτσι - η εξουσία είναι η εξουσία, τελεία και παύλα. Ιδού τι διακηρύσσεται στον Προμηθέα δεσμώτη, και αυτό άκουσαν όλοι οι Αθηναίοι περί το 460 π.Χ.
 

Θεωρητικοί σε πείραμα που πρότειναν βρίσκουν στοιχεία για τα φερμιόνια Majorana

Το 1928, ο φυσικός Paul Dirac έκανε την εκπληκτική πρόβλεψη ότι κάθε θεμελιώδες σωμάτιο στο σύμπαν έχει ένα αντισωμάτιο – το όμοιο δίδυμο αλλά με αντίθετο φορτίο. Όταν σωμάτιο και αντισωμάτιο συναντηθούν θα εκμηδενιστούν, απελευθερώνοντας μια ποσότητα ενέργειας. Ως συνήθως, λίγα χρόνια αργότερα το πρώτο σωμάτιο αντιύλης – το αντίθετο του ηλεκτρονίου, ποζιτρόνιο – ανακαλύφθηκε και η αντιύλη γρήγορα έγινε μέρος της λαϊκής κουλτούρας. Όμως το 1937, ένας άλλος λαμπρός φυσικός, ο Ettore Majorana, εισήγαγε μια νέα ανατροπή: Πρόβλεψε ότι στην κατηγορία των σωμάτιων που είναι γνωστά ως φερμιόνια, που περικλείει τα πρωτόνιο, νετρόνιο, ηλεκτρόνιο, νετρίνο και κουάρκ, θα πρέπει να υπάρχουν σωμάτια που θα πρέπει τα ίδια να είναι αντισωμάτιά τους.

Τώρα, μια ομάδα επιστημόνων βρήκε το πρώτο στέρεο στοιχείο ενός τέτοιου φερμιονίου Majorana. Ανακαλύφθηκε σε μια σειρά εργαστηριακών πειραμάτων σε εξωτικά υλικά στο Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνιας, σε συνεργασία με το Πανεπιστήμιο Stanford. Η ομάδα ανέφερε τα αποτελέσματά της στο περιοδικό Science, 20 Ιουλίου. «Η ομάδα μας πρόβλεψε ακριβώς που θα βρει το φερμιόνιο Majorana και τι θα ψάξει σαν «όπλο που καπνίζει» για την πειραματική υπογραφή του», δήλωσε ο Shoucheng Zhang, θεωρητικός φυσικός και ένας από τους κύριους συγγραφείς της ερευνητικής μελέτης. «Η ανακάλυψη αυτή ολοκληρώνει μια από τις πιο έντονες αναζητήσεις της βασικής φυσικής, που διήρκεσε ακριβώς 80 χρόνια». Μολονότι η έρευνα για το περίφημο φερμιόνιο μοιάζει περισσότερο διανοητική παρά πρακτική, πρόσθεσε, θα πρέπει να έχει εφαρμογές στην πραγματική ζωή για την οικοδόμηση δυνατών κβαντικών υπολογιστών, αν και αυτό είναι ομολογουμένως κάτι για το μακρινό μέλλον.

Ο ιδιαίτερος τύπος φερμιονίου Majorana που παρατήρησε η ερευνητική ομάδα είναι γνωστό ως «χειραλικό» φερμιόνιο επειδή κινείται κατά μήκος μιας μονοδιάστατης διαδρομής σε μόλις μια κατεύθυνση. Ενώ τα πειράματα στα οποία παράγεται είναι εξαιρετικά δύσκολο να επινοηθούν, να γίνουν οι διατάξεις και να πραγματοποιηθούν, το σήμα που παρήχθη ήταν καθαρό και ευκρινές, λένε οι ερευνητές. «Η έρευνα αυτή ολοκληρώνει ένα κυνήγι πολλών χρόνων να βρεθούν τα χειραλικά φερμιόνια Majorana. Θα είναι ένα ορόσημο στο πεδίο», είπε ο Tom Devereaux, διευθυντής στο Ινστιτούτο Υλικών και Ενέργειας του Stanford (SIMES), στο SLAC, όπου ο Zhang είναι κύριος ερευνητής.

«Φαίνεται να είναι μια πραγματικά καθαρή παρατήρηση για κάτι νέο», δήλωσε ο Frank Wilczek, θεωρητικός φυσικός στο MIT και κάτοχος βραβείου Nobel, ο οποίος δεν ενεπλάκη στη μελέτη. «Ουσιαστικά δεν είναι έκπληξη, επειδή οι φυσικοί θεωρούσαν για πολύ καιρό ότι τα φερμιόνια θα μπορούσαν να αναδυθούν από τους τύπους των υλικών που χρησιμοποιήθηκαν σε αυτό το πείραμα. Όμως (οι ερευνητές) τοποθέτησαν μαζί διάφορα στοιχεία που πριν δεν είχαν ποτέ τοποθετηθεί μαζί και διαχειρίστηκαν τα πράγματα έτσι που είναι πραγματικό ορόσημο ότι το νέο αυτό είδος του κβαντικού σωμάτιου μπόρεσε να παρατηρηθεί με ένα καθαρό, ισχυρό τρόπο».

Να θέλεις να ανέβεις ψηλά

Να θέλεις να ανέβεις ψηλά, να αγωνίζεσαι για να αγγίξεις όλα τα όνειρά σου. Να μην ακούς εκείνους που γελάνε όταν ακούνε τους στόχους και τις προσδοκίες σου, δεν αντέχουν να βλέπουν ότι υπάρχουν άνθρωποι που συνεχίζουν να ονειρεύονται σε έναν κόσμο άχρωμο.

Να θέλεις να ανέβεις ψηλά. Όχι από έπαρση ή για να ασκήσεις εξουσία στους ανθρώπους. Όχι γιατί θέλεις να τους πατήσεις ή να μεθύσεις από το κρασί της εξουσίας. Αλλά για να γευτείς τη χαρά εκείνη του να έχεις καταφέρει να αγκαλιάσεις το όνειρό σου σε έναν κόσμο που κάνει τα πάντα για να σε απομακρύνει από αυτό. Να φτάσεις εκείνη την πηγή, να πιεις νερό και εσύ να ξεδιψάσεις.

Να θέλεις να φτάσεις ψηλά. Όχι για να τιμωρήσεις κάποιον άνθρωπο αλλά για να αποδείξεις πόσο μεγάλη είναι η αξία σου στους ανθρώπους εκείνους που σε πάτησαν και σε αντιμετώπισαν σαν κάτι λιγότερο. Για να δείξεις ότι η αξία σου είναι μεγάλη και μπορείς να καταφέρεις περισσότερα από όσα υπολόγιζαν μερικοί. Να θέλεις να ανέβεις όχι για να σε δουν οι άλλοι, αλλά για να δεις εσύ τον κόσμο και από ψηλά.

Να θέλεις να ανέβεις ψηλά. Για να καταλάβεις τελικά ότι η μαγεία βρίσκεται περισσότερο στη διαδρομή για την επίτευξη των στόχων μας και όχι τόσο το να φτάσουμε εκεί. Γιατί σημασία τελικά να έχει η διαδρομή προς την κορυφή και όχι τόσο η ίδια…

Συμβιβασμός Vs αποδοχής

«Δε μου αρέσει να συμβιβάζομαι.» «Τα θέλω όλα ή τίποτα.» «Δε γουστάρω τα ημίμετρα.» Φράσεις που ακούω συχνά από διάφορους ανθρώπους εδώ κι εκεί.

Κοινό γνώρισμα όλων αυτών η μεγάλη ψυχική ένταση και το αμετακίνητο της θέσης τους. Άνθρωποι συχνά απογοητευμένοι από τη ζωή τους ή καλύτερα θυμωμένοι με τη ζωή τους που προτιμούν να βιώνουν μία σκληρή πραγματικότητα αντί να προσαρμοστούν σε κάτι που δε χωρά στα πρότυπά τους.

Αυτή η σκληρή κατάσταση μπορεί να αφορά στα επαγγελματικά τους, στα κοινωνικά τους ή πιο συχνά στα συναισθηματικά τους. Και τι είναι όλοι αυτοί οι άνθρωποι; Ήρωες της καθημερινότητας ή αυτοκαταστροφικές ιδιοσυγκρασίες;

Αλλά δεν είναι αυτό το θέμα μας. Ο προβληματισμός μου έχει να κάνει με τις περίεργες καταστάσεις που όλοι μας λίγο πολύ καλούμαστε να αντιμετωπίσουμε αργά ή γρήγορα. Πόσοι άραγε άνθρωποι από εμάς είχαν την τύχη ή και την ατυχία να έρθουν τα πράγματα βολικά στη ζωή τους. Να έχουν πάει όλα βάση προγράμματος; Και κατά πόσο αυτό τελικά μπορεί να θεωρηθεί ευτυχία;

Έχω ακούσει ιστορίες που κάποιος κατάκτησε αυτό που ήθελε αλλά στην πορεία του βγήκε ξινό και έχω ακούσει και ιστορίες που κάποιος λούστηκε κάτι που απευχόταν αλλά τελικώς του βγήκε σε καλό. Και βλέπω φυσικά και τους αξιαγάπητους κατά τα άλλα φίλους μας, που δε δοκίμασαν ποτέ να προσαρμοστούν στις καταστάσεις και έμειναν για πάντα στάσιμοι, γεμάτοι νευρώσεις και οργή. Είναι όμως στα αλήθεια συμβιβασμός να παίρνεις τα πράγματα όπως σου έρχονται;

Ας δούμε όμως πρώτα τι σημαίνει συμβιβασμός. Ο συμβιβασμός έχει να κάνει με κάτι που μπορούμε να αλλάξουμε αλλά για κάποιο λόγο δεν τολμάμε. Παράδειγμα. Περιτριγυριζόμαστε από τοξικούς ανθρώπους και δεν τους κάνουμε πέρα γιατί φοβόμαστε μη μείνουμε μόνοι. Ή μου τη δίνει η δουλειά μου αλλά δεν ψάχνω για κάτι άλλο γιατί δεν πιστεύω πως υπάρχουν δουλειές μέσα στην κρίση.

Τι γίνεται όμως με τα πράγματα που δε μπορούμε να αλλάξουμε; Κι αλήθεια μπορούμε να διακρίνουμε ποιες είναι εκείνες οι καταστάσεις που δεν αλλάζουν;

Πείτε πως πάμε μια βόλτα στο δάσος. Έχουμε στρώσει τα τραπεζομάντιλα μας, έχουμε απλώσει τα πιάτα μας και απολαμβάνουμε την ομορφιά της φύσης. Περνάμε τέλεια και δεν θέλουμε να το κουνήσουμε από εκεί. Ξαφνικά όμως πιάνει μία φωτιά που έρχεται απειλητικά κατά πάνω μας. Εκεί τι κάνουμε; Φεύγουμε από το δάσος ή μένουμε και καιγόμαστε επειδή  δε γουστάρουμε να γυρίσουμε στην πόλη; Μήπως και στην καθημερινότητά μας υπάρχουν πολλές τέτοιες φωτιές που τις αγνοούμε γιατί δε θέλουμε να μετακινηθούμε και τελικά γινόμαστε κάρβουνο;

Η ζωή δυστυχώς είναι γεμάτη από απρόοπτες καταστάσεις που μας ξεβολεύουν. Κάποιος αγαπάει το ποδόσφαιρο και είναι καλός σε αυτό αλλά παθαίνει ένα ατύχημα και μένει εκτός γηπέδων. Κάποιος έχει παντρευτεί τη γυναίκα που αγάπησε αλλά εκείνη αρρωσταίνει και πεθαίνει. Κάποιος άλλος έχει μια επιτυχημένη επιχείρηση αλλά μέσα στην κρίση τα  χάνει όλα. Κάποιος άλλος θέλει να γίνει γονιός αλλά είναι υπογόνιμος. Τόσα κι άλλα τόσα παραδείγματα που «για αλλού τραβήξαμε και αλλού η ζωή μας πάει». Το να το πάρουμε απόφαση είναι τελικά συμβιβασμός ή αποδοχή. Και τι είναι τέλος πάντων η αποδοχή;

Η αποδοχή δεν είναι τίποτα άλλο από την παραδοχή πως δεν είμαστε Θεοί. Είναι μία μορφή ταπείνωσης  αν θέλετε, μία κατάσταση άρνησης του εγώ μας. Σίγουρα δεν είναι και ό,τι πιο ευχάριστο, θέλει μεγάλα ψυχικά αποθέματα και θάρρος για να συμφιλιωθείς με την αποτυχία. Κανείς μας δε θέλει να αισθάνεται ηττημένος.

Κι όμως αυτές οι μεγάλες ήττες είναι αυτές που μας σμιλεύουν είτε προς το καλύτερο είτε προς χειρότερο. Αν δεν τις αποδεχτούμε μπορεί να μεταμορφωθούμε σε σκιές του εαυτού μας ή και σε τέρατα. Αν τις αγκαλιάσουμε όμως τότε ο πόνος που μας χαρίζουν βρίσκει το πεδίο ελεύθερο να μας μεταμορφώσει. Να μας ξεκλειδώσει δυνατότητες και χαρίσματα που ούτε καν τις φανταζόμασταν.

Το δώρο των αναμνήσεων

Σε ένα μέρος, κάπου μακριά από παντού, ζούσε μια παράξενη πεταλούδα που άλλαζε μορφές. Τη μέρα ξυπνούσε ως ένα μεγάλο κίτρινο λουλούδι, ανάμεσα από δροσερά χορταράκια πράσινου γρασιδιού. Το απόγευμα γινόταν σταγόνα και ταξίδευε, πότε ως βροχή, πότε με τα νερά της θάλασσας και πότε ως ποτάμι. Το βράδυ γινόταν μια λευκή φωτεινή πεταλούδα που στα φτερά της είχε όλες τις αποχρώσεις των χρωμάτων εναλλάξ. Τη μία φώτιζε ένα κόκκινο περίγραμμα στην άκρη των φτερών της, την άλλη ένα μωβ, την άλλη ένα πράσινο και όλα τα υπόλοιπα χρώματα κατά καιρούς.

Η πεταλούδα αυτή είχε έναν σκοπό, μια αποστολή. Να μοιράζει αναμνήσεις. Οι άνθρωποι βλέπετε τον τελευταίο καιρό δε δούλευαν καθόλου πάνω σε αυτό το θέμα. Δούλευαν σκληρά για να βγάλουν χρήματα να ζήσουν, δούλευαν πολλές ώρες για να πετύχουν το καλύτερο αποτέλεσμα, δούλευαν μακριά από το σπίτι τους ή μέσα σε αυτό αλλά δε δούλευαν πάνω στις αναμνήσεις τους.

Η πεταλούδα, καθώς είχε ζήσει πολλά χρόνια σε αυτόν και άλλους κόσμους πιο μακρινούς, ήξερε ότι μετά από χρόνια όλοι αυτοί οι άνθρωποι θα υποφέρουν από έλλειψη αναμνήσεων. Ο στόχος της λοιπόν ήταν να μαζεύει από τα στοιχεία της φύσης, από τη ζωή, όλα τα μυστικά. Ως λουλούδι μάζευε τα μυστικά του αέρα και της γης. Ως σταγόνα μάζευε όλα τα μυστικά του νερού και ως πεταλούδα μάζευε τα μυστικά της φωτιάς πετώντας από πάνω της όπου εκείνη άναβε. Τα μυστικά όπως καταλαβαίνετε ήταν πάρα πολλά, αμέτρητοι δυνατοί συνδυασμοί άρα αμέτρητες δυνατές αναμνήσεις.

Τα βράδια λοιπόν ξεκινούσε από τον τόπο της και πετούσε πάνω από τις ζωές των ανθρώπων. Συνήθως τους έβρισκε ξαπλωμένους στα κρεβάτια τους, λόγω της ώρας. Μερικοί ήταν κουκουλωμένοι αγκαλιά με τους συντρόφους τους. Σε αυτούς χάριζε την ανάμνηση όλων των δυνατών στιγμών τους, να την έχουν σαν όαση στα δύσκολα της ζωής και της σχέσης τους. Μερικοί ήταν με τους συντρόφους τους αλλά κάθε άλλο παρά αγκαλιά κοιμόντουσαν. Σε αυτούς χάριζε την ανάμνηση της ζωής τους πριν τη σχέση τους και την ανάμνηση όσων ερωτεύτηκαν στον άλλον αλλά και του δικού τους εαυτού τότε, όταν όλα ξεκινούσαν και φάνταζαν μαγικά. Σε όσους ήταν μόνοι χάριζε την ανάμνηση της θαλπωρής που κάποια στιγμή ένιωσαν στη ζωή τους και αυτή θα τους έκανε αργά ή γρήγορα να την αναζητήσουν ξανά και μέσα από σχέσεις με άλλους ανθρώπους. Στους πονεμένους χάριζε την ανάμνηση της πηγαίας δύναμής τους, αυτής που τους κράτησε ζωντανούς μέχρι και τώρα παρά όλα τα δύσκολα της ζωής τους.

Αναμνήσεις συναισθημάτων, στιγμών, ανθρώπων, εικόνων, ονείρων. Η πεταλούδα ένωνε τα μυστικά του κόσμου και τα μεταμόρφωνε σε δώρα. Ο στόχος της ένας: να σώσει το δυνατόν περισσότερους ανθρώπους από την έλλειψη αναμνήσεων. Και μία ελπίδα: Ο κάθε άνθρωπος να μάθει να αγαπά τις αναμνήσεις του και να χαρίζει το ίδιο δώρο στους αγαπημένους του.

Καλό καλοκαίρι, γεμάτο μελλοντικές αναμνήσεις…

Η ζωή έχει φως και σκοτάδι. Επίλεξε τι θέλεις να βλέπεις.

Σε μια φάση ενδοσκόπησης και έντονης αυτοκριτικής μου ήρθε στο μυαλό, η έννοια του αυτεξούσιου. Δεν ξέρω αν το γνωρίζεις αλλά αποτελεί ανθρώπινη ιδιότητα.

Έχεις αναρωτηθεί ποτέ τι σημαίνει αυτό το δώρο που σου δόθηκε; Αν ανοίξουμε ένα λεξικό θα δούμε πως αυτεξούσιος είναι αυτός που εξουσιάζει τον εαυτό του, αυτός που δεν υπόκειται στην εξουσία άλλου, ο ελεύθερος.

Έτσι ορίζεται η έννοια, η οποία βεβαίως επιδέχεται διεξοδικής ανάλυσης, που δεν είναι όμως του παρόντος. Εδώ θα περιοριστούμε σε μια πιο επιφανειακή προσέγγισή της. Τι σημαίνει λοιπόν το αυτεξούσιο στην πράξη• το να επιλέγεις τι θέλεις και τι όχι, το πως θα συμπεριφερθείς στις διαπροσωπικές σου σχέσεις, την οπτική που θα τηρήσεις απέναντι στα γεγονότα, την πορεία σου στη ζωή, την προσωπικότητα που θέλεις να δομήσεις, τον άνθρωπο που θέλεις να γίνεις. Γίνεται λοιπόν σαφές ότι η ζωή μας, είναι το αποτέλεσμα των επιλογών μας. Η ευθύνη βαραίνει εμάς. Δεν χωράει λοιπόν γκρίνια, μεμψιμοιρία, μετάθεση ευθυνών.

Μα…θα μου πεις, ξέρεις τι μου έτυχε εμένα στη ζωή μου; Επιλογή μου ήταν οι ατυχίες, οι δυσκολίες, οι αρρώστιες; Δικαιολογημένη η αντίδραση σου. Όχι δεν ήταν επιλογή σου αυτά • ήταν τα μαθήματα σου.

Η ζωή για όλους μας είναι ένα άγνωστο πεδίο που δεν ξέρουμε τι θα μας φέρει, και όποιος προσπαθεί να την προβλέψει, να την ελέγξει, απλώς την χάνει. Η ευθύνη μας, έχει να κάνει με την στάση που θα επιλέξουμε να κρατήσουμε απεναντι στα δώρα της ζωής. Και βλέπεις χαρακτηρίζω ως δώρα τα συμβάντα της. Για να σου δώσω να καταλάβεις τι Θέλω να πω, θα σου παραθέσω ένα παράδειγμα.

Ο πόνος είναι κοινός για όλους τους ανθρώπους. Άλλοι όμως επιλέγουν να τον κάνουν αφορμή για ενδοσκόπηση, εξέλιξη, δημιουργία, κοινωνική προσφορά, αγάπη και άλλοι επιλέγουν το δρόμο του σκοταδιού, του θυμού, του μίσους, της καταστροφής.

Έχεις αναρωτηθεί ποτέ, τι φταίει και μερικοί άνθρωποι ευχαριστιούνται με το να καταστρέφουν, να εκμεταλλεύονται, να εξαπατούν, να προκαλούν πόνο; Δεν μπόρεσαν να διαχειριστούν με θετικό τρόπο τα κενά, τον θυμό, τον δικό του πόνο και τον μετέτρεψαν σε δύναμη καταστροφής. Επιλογή και αυτή! Μάλλον θα αναρωτιέσαι που θέλω να καταλήξω.

Σε λίγο θα σου γίνει ξεκάθαρο. Αφού λοιπόν η ζωή μας είναι το άθροισμα των επιλογών μας, πρέπει να γίνουμε ικανοί να επιλέγουμε. Ένας ο δρόμος γι αυτό, η εσωτερική καλλιέργεια, η αυτογνωσία. Ξεπέρασε την υλική σου φύση, σταμάτα το αδιάκοπο κυνήγι των εφήμερων, γιατί δεν βρίσκεται εκεί η ευτυχία. Γίνε λίγο περισσότερο εσωτερικός άνθρωπος και γνώρισε τον εαυτό σου, τις πραγματικές ανάγκες σου, τις επιθυμίες σου, θέσε τους στόχους σου. Εδώ βρίσκεται το μυστικό. Και θα έρθει και η ζωή και θα σου δώσει και αυτή την δυνατότητα μέσα από τις δυσκολίες, τις αποτυχίες να μάθεις να προχωράς σε σωστές επιλογές.

Άρα, αυτό που θέλω να σου πω είναι να σταματήσεις να γκρινιάζεις για την ζωή σου. Είναι επιλογή σου! Επιλογή σου είναι και να την αλλάξεις! Σήκωσε τα μανίκια και αγωνίσου. Τίποτα δεν χαρίζεται σε κανέναν.

Η πραγματική ευτυχία κατακτάται ! Επεσες; Σήκω! Απέτυχες; Ξαναπροσπάθησε! Βούλιαξες; Ζήτα χέρι να αναδυθείς!

Σκοτείνιασες; Ψάξε το φως!

Πληγώθηκες; Αγκάλιασε!

Προδόθηκες; Αγάπησε!

Η ζωή έχει φως και σκοτάδι. Επίλεξε τι θέλεις να βλέπεις.

Μια μεγάλη καρδιά ξέρει να γεμίζει με λίγα

Αποτέλεσμα εικόνας για persone che vanno viaΟ φτωχός στερείται πολλά πράγματα που ποτέ του δεν ονειρεύτηκε ν’ αποκτήσει. Ο φιλάργυρος, ο πλεονέκτης και ο μίζερος στερούνται όλα όσα κεντρίζουν τις ανικανοποίητες επιθυμίες τους. -Σενέκας

Αυτή είναι για μένα – και για όλους σχεδόν – η δυσκολότερη πρόκληση.

Και είναι φυσικό να είναι έτσι, με δεδομένο ότι για την πλειονότητα των πνευματικών δασκάλων, η δυσκολία αυτής της δοκιμασίας ισοδυναμεί με το βάρος που μας κρατά δεμένους μακριά από την οριστική γνώση της αλήθειας.

Είναι η χειρότερη παγίδα, αυτή της προσκόλλησης στα κεκτημένα και σε κάποια επιθυμία μας.

Άλλοι θέλουν ένα σπίτι λίγο πιο μεγάλο, έναν μεγαλύτερο λογαριασμό στην τράπεζα, λίγη παραπάνω φήμη, ένα καλύτερο όνομα ή ακόμα περισσότερη εξουσία. Άλλος θέλει να φτάσει να γίνει πρόεδρος, άλλος πρωθυπουργός κι άλλη Μις Κόσμος.

Αυτή η πρόκληση ξεπερνιέται μόνο αν βρούμε το κουράγιο να ξεφορτωθούμε ορισμένα απ’ αυτά τα πράγματα, και καταφέρουμε να παραιτηθούμε, αν χρειαστεί, από τα ματαιόδοξα σχέδιά μας.

Ο άνθρωπος που αναζητά πρέπει να μάθει ότι όλα όσα επιθυμεί – κι εκείνα ακόμα που δεν έχει σκεφτεί να επιθυμήσει – ίσως και να τα’ αποκτήσει μια μέρα. Δεν μπορεί, όμως, ν’ αλλάξει το γεγονός ότι αυτά τα πράγματα, οι τόποι ή οι δεσμοί φέρνουν χαρές τόσο κίβδηλες, όσο κι αυτά τα ίδια τα πράγματα.

Λένε οι σούφι:
Το μόνο πολύτιμο πράγμα που έχεις, είναι αυτό που δεν θα μπορούσες να χάσεις σ’ ένα ναυάγιο.

Αν το δεχτούμε ως αληθές, πρέπει να συμπεράνουμε ότι μόνο τα ελάχιστα που μπορούν να διασωθούν από μια ολοκληρωτική καταστροφή είναι αληθινά πολύτιμα. Αυτό, όμως, παρόλο που ακούγεται τραγικό ή δύσκολο, δεν αποτελεί απαραιτήτως πρόβλημα, διότι μια μεγάλη καρδιά ξέρει να γεμίζει με λίγα – όπως τονίζει ο Αντόνιο Πόρτσια.

Η αποδέσμευση από αγαπημένα πράγματα είναι, όπως είπα, η πιο περίπλοκη δοκιμασία για τον άνθρωπο που αναζητά.

Είναι ένα μάθημα που δεν διδάσκεται αλλά εξασκείται, δεν ορίζεται αλλά βιώνεται, δεν είναι αντικείμενο αδιαφορίας αλλά υπέρβασης, κατακτάται, όχι όμως από φόβο προς την εξάρτηση.

Τις λέξεις δεν τις φέρνει ο άνεμος… Οι λέξεις δημιουργούν πραγματικότητες

Ας θυμόμαστε ότι οι λέξεις έχουν τεράστια δύναμη όταν καταλήγουν να επηρεάζουν το είδος της εμπειρίας που βιώνουμε.

Υπάρχει μια σχετική ιστορία από την Ιαπωνία που μας θυμίζει την απίστευτη ισχύ των λέξεων και την ικανότητά τους να μεταβάλλουν τα συναισθήματά μας:

Ήταν κάποτε ένας σαμουράι, δεινός ξιφομάχος μα χαρακτήρας εγωκεντρικός και αλαζόνας. Νόμιζε πως ήταν κάποιος όταν σκότωνε κι έτσι έψαχνε διαρκώς ευκαιρίες να προκαλέσει, ακόμη και για ασήμαντη αφορμή. Με τον τρόπο αυτό ο σαμουράι συντηρούσε την ιδέα που είχε για τον εαυτό του και τον άτεγκτο χαρακτήρα του.
Κάποτε πήγε σ’ ένα χωριό και είδε  κόσμο να συρρέει σε ένα μέρος. Ο σαμουράι έκοψε το δρόμο ενός από αυτούς τους ανθρώπους και τον ρώτησε κοφτά:
“Που πηγαίνετε όλοι τόσο βιαστικά;”
“Ευγενικέ πολεμιστή”, αποκρίθηκε ο άνδρας που μάλλον είχε ήδη αρχίσει να τρέμει για τη ζωή του, “πηγαίνουμε να ακούσουμε τον δάσκαλο Ουέι”.
“Ποιος είναι αυτός ο Ουέι;”.
“Μα πως είναι δυνατόν να μην γνωρίζεις τον δάσκαλο Ουέι, που είναι γνωστός σε όλη την περιοχή;”
Ο σαμουράι ένιωσε άσχημα και πρόσεξε το σεβασμό με τον οποίο μιλούσε ο χωρικός για τον εν λόγω δάσκαλο και όχι για ένα σαμουράι σαν αυτόν. Αποφάσισε λοιπόν πως η δική του φήμη θα ξεπερνούσε εκείνη του Ουέι κι έτσι ακολούθησε το πλήθος στην αχανή αίθουσα που δίδασκε ο δάσκαλος Ουέι.
Ο Ουέι ήταν ηλικιωμένος και κοντός κι αυτό προκάλεσε την περιφρόνηση και τη συγκρατημένη οργή του σαμουράι.
Ο Ουέι άρχισε να μιλά.
“Στη ζωή ο άνθρωπος μπορεί να επιλέξει ανάμεσα σε μια πληθώρα πανίσχυρων όπλων, αλλά για μένα το πιο ισχυρό απ’ όλα είναι η λέξη”.
Μόλις το άκουσε ο σαμουράι, δεν κρατήθηκε και φώναξε:
“Μόνο ένας γέρος σαν εσένα θα μπορούσε να κάνει ένα τέτοιο σχόλιο”, είπε και τράνηξε το σπαθί του, την κατάνα, από το ζωνάρι του. Ύστερα, κραδαίνοντας την, συνέχισε:
“Αυτό είναι ένα πανίσχυρο όπλο και όχι τα λόγια σου”.
Τότε ο Ουέι, κοιτάζοντάς τον κατάματα, απάντησε:
“Είναι φυσικό κάποιος σαν εσένα να μιλά έτσι’ είναι προφανές πως δεν είσαι παρά ένας μπάσταρδος, ένας ακαλλιέργητος αγροίκος, ένας αμόρφωτος και σκέτος παλιάνθρωπος”.
Στο άκουσμα των λόγων αυτών, ο σαμουράι κοκκίνισε ολόκληρος και με σώμα άκαμπτο και μυαλό θολωμένο κινήθηκε καταπάνω του.
“Γέροντα, αποχαιρέτα τη ζωή, διότι ήρθε το τέλος σου”.
Τότε εντελώς απρόσμενα ο Ουέι άρχισε να ζητά συγνώμη.
“Συγχώρα με, άρχοντά μου, δεν είμαι παρά ένας κουρασμένος ηλικιωμένος άνθρωπος και η γλώσσα μου καμιά φορά δεν ξέρει τι λέει. Μπορεί η ευγενική καρδιά του πολεμιστή που κουβαλάς στο στήθος σου να συγχωρήσει τούτο τον ανόητο, που πάνω στην τρέλα του σε σύγχυσε;”
Ο σαμουράι κοκάλωσε και ύστερα από λίγο απάντησε ως εξής:
“Μα φυσικά, ευγενικέ δάσκαλε Ουέι, δέχομαι τη συγνώμη σου”.
τότε ο Ουέι τον κοίταξε στα μάτια και του είπε:
“Φίλε μου, πες μου τώρα: είναι ή δεν είναι πανίσχυρα τα λόγια ενός ανθρώπου;”

Τις λέξεις δεν τις φέρνει ο άνεμος… Οι λέξεις δημιουργούν πραγματικότητες. Γι’ αυτό να αναζητάτε λέξεις που βοηθούν και δεν ακυρώνουν.

Ίσως να εκπλαγείτε με ό,τι αρχίσει να συμβαίνει στη ζωή σας.

ΜΑΡΙΟ ΑΛΟΝΣΟ ΠΟΥΤΖ, Βρες ξανά τον εαυτό σου

Η ενότητα του Ομήρου, Έκτωρ

Ο Όμηρος υπήρξε τυπικός Έλληνας πατριώτης. Στην Ιλιάδα κανείς Έλληνας δεν εκλιπαρεί αντίπαλο για να του χαρίσει τη ζωή, ο θάνατος Έλληνος πάντα εκδικείται ενώ Τρώος σπανίως, οι Έλληνες είναι πειθαρχημένοι κτλ. Ηγέτης των Τρώων υπήρξε ο Έκτωρ και η συμπάθεια με την οποία γράφει γι’ αυτόν ο Όμηρος οδήγησε τον Wilamowitz να υποθέσει ότι υπήρχε ένα παλαιότερο έπος για τον Έκτορα το οποίο απορροφήθηκε από την Ιλιάδα. Οι Έλληνες είχαν την ιδιοτροπία να ενδιαφέρονται για τη δόξα των αντιπάλων τους. Εν τούτοις, δεν μπορούμε να περιμένουμε ότι θα άκουγαν ευχάριστα ένα έπος το οποίο υμνεί τον εχθρό και όχι τους ιδίους. Ο Όμηρος εκθειάζει τον Έκτορα καθώς τον παρουσιάζει ως συνετό άνδρα, φιλόπατρι και καλό οικογενειάρχη αλλά όχι ως καλό πολεμιστή. Τον μόνον σημαντικό Έλληνα που σκοτώνει είναι τον Πάτροκλο (και αυτόν ύστερα από την επέμβαση του Απόλλωνος), λιποθυμά δύο φορές στη μάχη ενώ το βάζει στα πόδια προκειμένου να μην αντιμετωπίσει τον Αχιλλέα. Ο Scott παρατηρεί ότι ο χαρακτήρας του Έκτορος δεν υπάρχει στην εξωομηρική παράδοση και ότι ο Όμηρος χρησιμοποιεί ελληνικά ονόματα για τους Τρώες ήρωες που παρουσιάζει· όλα τα ονόματα της οικογενείας του Πριάμου είναι ελληνικά πριν αυτού του Πάριδος. Επίσης, στην εξωομηρική παράδοση απαντά ο Πάρις ως πρόμαχος της Τροίας. Υποθέτει λοιπόν ότι ο χαρακτήρας του Έκτορος δημιουργήθηκε από τον Όμηρο, ο οποίος επιθυμούσε να πλάσει έναν συμπαθητικό αντίπαλο καθώς ο Πάρις, σε κάθε περίπτωση, υπήρξε ένας μοιχός που δεν σεβάστηκε τη φιλοξενία του Μενελάου και ως εκ τούτου ήταν εντελώς ακατάλληλος για ηθικός ήρωας ενός έπους. Αν και υποβαθμίζεται στην Ιλιάδα, εν τούτοις στο έπος αυτό ο Πάρις παραμένει ο αποτελεσματικότερος Τρώας πολεμιστής, γεγονός που μάλλον απηχεί την παλαιότερη παράδοση. Επειδή ο Έκτωρ δημιουργήθηκε από τον Όμηρο για τις ανάγκες της Ιλιάδος, ο ποιητής μπορούσε να τον σκοτώσει. Αντιθέτως, η προομηρική παράδοση είχε ήδη αποφασίσει τη μοίρα των Ελλήνων πολεμάρχων (π.χ. ο Αγαμέμνων έπρεπε να δολοφονηθεί στις Μυκήνες), επομένως ο ποιητής δεν μπορούσε να επέμβει σε αυτήν. Έχοντας νωρίτερα αναφερθεί στην περίφημη σκηνή του αποχαιρετισμού μεταξύ Έκτορος και Ανδρομάχης την οποία οι αναλυτικοί απορρίπτουν σαν μεταγενέστερη προσθήκη, επισημαίνει ότι ο χαρακτήρας του Έκτορος φανερώνει την ενότητα της δομής της Ιλιάδος διότι χωρίς αυτόν το έπος δεν θα είχε πλοκή.

Όταν ο Ηρόδοτος προλόγιζε τους αλλεπαλλήλους επικούς αγώνες με τους οποίους οι Έλληνες απομάκρυναν από την Ευρώπη τις ορδές του ασιατικού δεσποτισμού, επεσήμανε ότι σκοπός της εξιστορήσεώς του ήταν να διατηρηθεί στο μέλλον, για τις ένδοξες πράξεις Ελλήνων και βαρβάρων, ο έπαινος ο οποίος αναλογεί σε αυτές. Αυτός ο ζήλος να διατηρηθεί η δόξα των εχθρών μαζί με αυτή των συμπατριωτών αποτελεί χαρακτηριστική ιδιορρυθμία των Ελλήνων. Ο Θουκυδίδης ήταν ο ιστορικός αυτού του καταστρεπτικού πολέμου στον οποίο η Αθήνα απόλεσε την αυτοκρατορία της από τις δυνάμεις της Σπάρτης. Εν τούτοις, η ιστορία παρατίθεται τόσο αμερόληπτα ώστε, αν εξαιρέσουμε μία ή δύο επουσιώδεις αναφορές, θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι ο συγγραφέας δεν ήταν Αθηναίος διότι ένας Σπαρτιάτης στρατηγός, ο Βρασίδας, φαίνεται να συγκεντρώνει τον θαυμασμό του Θουκυδίδου. Η ικανότητα αυτή να εξανθρωπίζεται ο αντίπαλος ήταν άγνωστη στους Εβραίους συγγραφείς. Ποτέ δεν προσεγγίζουν με συμπάθεια τους εχθρούς τους ενώ κανέναν από τους ιερούς συγγραφείς δεν φαίνεται να άγγιξε ο οίκτος ή κάποιο άλλο συναίσθημα για τους διαφόρους πληθυσμούς που εκτόπισαν από τις εστίες τους.

Οι Ηρόδοτος και Θουκυδίδης, όντες αμερόληπτοι και εκτιμώντας την αρετή των αντιπάλων τους, ήταν μαθητές του Ομήρου ο οποίος με τόση λεπτότητα μπαίνει στην καρδιά και στα ευγενέστερα συναισθήματα του εχθρού ώστε είναι Τρώας και όχι Έλληνας ο ηθικός ήρωας του ποιήματος. Εν τούτοις ο Όμηρος ήταν Έλληνας με όλες τις συμπάθειες και προκαταλήψεις ενός Έλληνος πατριώτου. Δεν απεικονίζει ποτέ κανέναν συμπατριώτη του να ικετεύει για τη ζωή του ή να συλλαμβάνεται αιχμάλωτος. Ο θάνατος Έλληνος πάντα τιμωρείται ενώ ο θάνατος Τρωός σπανίως. Γενικότερα, όταν ένας Τρώας σκοτώνεται το όνομά του καταγράφεται αλλά οι νεκροί Έλληνες είναι συνήθως ανώνυμοι[1]. Οι Έλληνες βαδίζουν στη μάχη με απόλυτη πειθαρχία και ησυχία [Γ 8-9, Δ 429-432] ενώ οι Τρώες κινούνται με ταραχή και θόρυβο [Γ 2, Δ 436]. Η σύντομη νίκη που επέτυχαν οι Τρώες ήταν αναγκαία λόγω της αποφάσεως του Διός να τιμήσει τον Αχιλλέα. Επομένως, ακόμη και η παροδική επιτυχία των Τρώων, σκόπευε στο να προσφέρει ακόμη μεγαλύτερη δόξα σε έναν Έλληνα. Οι Τρώες βρίσκονταν σε εμπόλεμη κατάσταση διότι παραβίασαν τις ιερές υποχρεώσεις της ξενίας και της φιλίας ενώ οι εχθροπραξίες επαναλήφθηκαν από τον δόλιο τραυματισμό του Μενελάου από τον Πάνδαρο σε παράβαση των πλέον σεπτών όρκων [Δ 127-140]. Ενάντια σε αυτό το πλαίσιο της παραβιάσεως της ξενίας και των όρκων, ο Όμηρος παρουσιάζει τον χαρακτήρα του Έκτορος.

Στην αρχή του ποιήματος, ο ήρωας αυτός του τρωικού στρατού ούτε παρουσιάζεται στη σκηνή ούτε του δίδεται ιδιαίτερη βαρύτητα. Πολύ πριν τον δούμε όμως, γνωρίζουμε ότι πρόκειται για τον κύριο ανταγωνιστή, αυτόν που οι Έλληνες φοβούνται περισσότερο. Στην οργή του, ο Αχιλλεύς ορκίζεται ότι οι Έλληνες θα θρηνήσουν την απουσία του την ημέρα που πολλοί θα πέσουν νεκροί από τα χέρια του ανδροφόνου Έκτορος [Α 242]. Επίσης, ο Αγαμέμνων κάλεσε τους ηγέτες των Ελλήνων μαζί για θυσία και προσευχήθηκε να του προσφέρει ο Ζευς τη δύναμη να κάψει εκείνη την ίδια ημέρα τα ανάκτορα του Πριάμου και να πετάξει τον νεκρό Έκτορα στο χώμα [Β 416]. Από τους λόγους του Αχιλλέως και την προσευχή του Αγαμέμνονος, ο ποιητής κατορθώνει να δημιουργήσει την εντύπωση ότι ο Έκτωρ ήταν γνωστός και ένδοξος πολεμιστής. Επομένως, όταν παρουσιάζονται οι Τρώες για πρώτη φορά, δεν προκαλεί έκπληξη ούτε ότι έχουν εμπιστευτεί στον Έκτορα την προστασία της πόλεως, ούτε αυτό που διαβάζουμε στον κατάλογο των νεών [Β 816-818]:

Τρωσὶ μὲν ἡγεμόνευε μέγας κορυθαίολος Ἕκτωρ
Πριαμίδης· ἅμα τῷ γε πολὺ πλεῖστοι καὶ ἄριστοι
λαοὶ θωρήσσοντο μεμαότες ἐγχείῃσιν[2].

    Όταν οι αντίπαλες δυνάμεις επί τέλους παρατάχθηκαν προκειμένου να ξεκινήσει η μάχη, ο Πάρις βγήκε μπροστά από την παράταξή του προκαλώντας τον καλλίτερο των αντιπάλων του να μονομαχήσει μαζί του. Αμέσως πετάχθηκε ο Μενέλαος, ανυπόμονος να εκδικηθεί αυτόν ο οποίος ατίμασε τον οίκο του αλλά ο Πάρις, τρομοκρατημένος, επιστρέφει γρήγορα στην παράταξη των Τρώων. Τότε ο Έκτωρ τον επέκρινε με αυτά τα λόγια [Γ 39-40]:

δύσπαρι, εἶδος ἄριστε, γυναιμανὲς ἠπεροπευτά,
αἴθ’ ὄφελες ἄγονός τ’ ἔμεναι ἄγαμός τ’ ἀπολέσθαι...[3]

Τον επιτιμά με σκληρά λόγια για την αφροσύνη και τη δειλία του ενώ ολοκληρώνει με έναν δριμύ χλευασμό [Γ 56-57]:

ἀλλὰ μάλα Τρῶες δειδήμονες· ἦ τέ κεν ἤδη
λάινον ἕσσο χιτῶνα κακῶν ἕνεχ’, ὅσσα ἔοργας[4].

Αυτά είναι τα πρώτα λόγια που λέει ο Έκτωρ. Φανερώνουν εξ αρχής ότι δεν συμπαθεί καθόλου την πορεία που χάραξε ο Πάρις και δεν υποστηρίζει καθόλου τον πόλεμο. Ο Πάρις αναγκάζεται να ανανεώσει την πρόκληση και η μονομαχία προετοιμάζεται υπό τον όρο ότι ο νικητής θα πάρει την Ελένη και όλη την περιουσία της, οι Τρώες θα εξακολουθήσουν να ζουν στην Τροία ενώ οι Έλληνες θα επέστρεφαν στην πατρίδα τους. Ο Έκτωρ ήταν αποφασισμένος να συνομολογήσει ειρήνη με κάθε κόστος. Ένοιωθε ότι ο πόλεμος αυτός βασιζόταν σε ανήθικη αιτία.

Ο Πάρις δεν μπόρεσε να νικήσει στη μονομαχία. Διασώθηκε από την Αφροδίτη και ο Μενέλαος έμεινε μόνος, νικητής, στο πεδίο της τιμής. Τότε ο Πάνδαρος, ένας σύμμαχος των Τρώων, δολίως τραυμάτισε τον Μενέλαο, οι σεπτοί όρκοι παραβιάστηκαν και οι Τρώες, με το να σπεύσουν στη μάχη, αποδέχθηκαν την προδοσία του Πανδάρου. Οι Τρώες λοιπόν, ήταν επιβαρυμένοι με διπλή ατιμία: την αρπαγή της Ελένης και την ανανδρία του Πανδάρου.

Η πρώτη αναφορά που έχουμε για τον Έκτορα στη μάχη που ακολούθησε βρίσκεται στον παρακάτω στίχο [Δ 505]:

χώρησαν δ’ ὑπό τε πρόμαχοι καὶ φαίδιμος Ἕκτωρ[5].

Είναι αρκούντος χαρακτηριστικό το γεγονός ότι, στην πρώτη εμφάνιση του πολεμιστή αυτού στο πεδίο της μάχης, βρίσκεται ανάμεσα σε όσους υποχωρούν. Είναι αυτός ο οποίος φιλοτίμησε τον Πάρι να παραστήσει τον άνδρα· είναι αυτός ο οποίος διεξήγαγε τις διαπραγματεύσεις που οδήγησαν στην ανακωχή και στους όρκους [Γ 86-94]. Αλλά, οργισμένος από τη συμπεριφορά του Πάριδος και τη δολιότητα των συμπατριωτών του, τον έχει εγκαταλείψει ο ζήλος του και δεν του κάνει καρδιά να πολεμήσει. Οι Έλληνες είχαν πλησιάσει πολύ κοντά στη νίκη, ακόμη και χωρίς τη βοήθεια του Αχιλλέως, όταν ο Σαρπηδών φιλοτίμησε τον Έκτορα να αναλάβει δράση [Ε 471-492]. Τον κατηγόρησε ότι καλοπιάνει τους συμμάχους του προκειμένου να αναλάβουν αυτοί να πολεμήσουν για την Τροία και τους Τρώες ενώ αυτός στέκει άπραγος, ούτε πολεμώντας, ούτε παρακινώντας άλλους να ανδραγαθήσουν. Ο Έκτωρ έκανε μια ασήμαντη προσπάθεια να ανταποκριθεί στις προτροπές του Σαρπηδόνος αλλά δεν ξαναμπήκε στη μάχη μέχρις ότου ο Άρης ενώθηκε μαζί του και τον ανάγκασε να επιστρέψει στον αγώνα [Ε 590 επ.] Η στιγμιαία δόξα που κέρδισε τότε, δεν ήταν δική του· τη μοιραζόταν με τον θεό του πολέμου.

Σύντομα απομακρύνεται από τη δράση και οι Τρώες ήταν έτοιμοι να υποχωρήσουν όταν ο Έλενος, ο μάντης, αιφνιδίως συμβουλεύει τον Έκτορα να εγκαταλείψει τη μάχη προκειμένου να επιστρέψει στην πόλη και να ζητήσει από τη μητέρα του και τις γυναίκες της Τροίας να κατευνάσουν την Αθηνά, προσφέροντας δώρα στην οργισμένη θεά. Αμέσως σταματά να πολεμά και απευθύνεται στους άνδρες του [Ζ 111-115]:

Τρῶες ὑπέρθυμοι τηλεκλειτοί τ’ ἐπίκουροι,
ἀνέρες ἔστε, φίλοι, μνήσασθε δέ θούριδος ἀλκῆς,
ὄφρ’ ἄν ἐγῶ βείω προτὶ Ἴλιον, ἠδὲ γέρουσιν
εἴπω βουλευτῇσι καὶ ἡμετέρῃς ἀλόχοισι
δαίμοσιν ἀρήσασθαι, ὑποσχέσθαι δ’ ἐκατόμβας[6].

Εν συνεχεία εγκαταλείπει τους σκληρώς πιεζομένους από τους Έλληνες άνδρες του. Ασφαλώς είναι παράδοξο ο ηγέτης να εγκαταλείπει τους στρατιώτες του τη στιγμή του σφοδροτέρου κινδύνου προκειμένου να μεταφέρει ο ίδιος ένα απλό μήνυμα. Μπορούσε να έστελνε τον Έλενο με τη διαταγή να επαναλάβει στην πόλη τη συμβουλή που μόλις του έδωσε ή ακόμη και τον πλέον ασήμαντο στρατιώτη. Πρόκειται για ποιητική, όχι στρατιωτική, σκοπιμότητα χάριν της οποίας ο Όμηρος αποφάσισε να τον μεταχειριστεί ως αγγελιαφόρο. Επιθυμούσε να παρουσιάσει μια σκηνή της καθημερινής ζωής. Ο Έκτωρ χρειαζόταν για τη σκηνή αυτή, επομένως απαλλάχθηκε από τις υποχρεώσεις του στη μάχη.

Η περιγραφή της αποστολής του στην πόλη, η συνάντηση με τη μητέρα του, η σύγκρισή του με τον Πάρι, η συνομιλία με την Ελένη και, πάνω απ’ όλα, η σκηνή μεταξύ της συζύγου, του συζύγου και του βρέφους, γενικώς θεωρείται ως ο απολύτως απόλυτος θρίαμβος της λογοτεχνικής μεγαλοφυΐας. Τα λόγια με τα οποία απευθύνεται στη σύζυγό του ο Έκτωρ, είναι σπουδαία [Ζ 447-449]:

εὖ γὰρ ἐγῶ τόδε οἶδα κατὰ φρένα καὶ κατὰ θυμόν·
ἔσσεται ἦμαρ, ὅτ’ ἄν ποτ’ ὀλώλῃ Ἴλιος ἱρὴ
καὶ Πρίαμος καὶ λαὸς ἐυμμελίω Πριάμοιο[7].

Η μελαγχολία των στίχων αυτών εντείνεται από το γεγονός ότι ακριβώς τα ίδια λόγια χρησιμοποιεί ο Αγαμέμνων όταν αντιλαμβάνεται ότι ο Μενέλαος χτυπήθηκε από τον Πάνδαρο σε παράβαση των όρκων [Δ 163-165]. Παρατηρούμε ότι η καρδιά του Έκτορος δεν είναι ζεστή για τον πόλεμο ενώ ούτε πιστεύει ότι οι Τρώες θα επικρατήσουν. Αισθάνεται ότι οι θεοί δικαίως εστράφησαν κατά του λαού του.

Αν και η σκηνή του αποχαιρετισμού αξιολογείται ως αριστουργηματική από όλους τους εραστές της ποιήσεως, απορρίπτεται σχεδόν ομοφώνως από τους κριτικούς ως μεταγενέστερη προσθήκη που καταστρέφει την εντύπωση που δημιουργεί και την αρμονία του συνόλου[8]. Το γεγονός ότι η ανωτέρω σκηνή του αποχαιρετισμού δεν αποτελεί και τον τελευταίο αποχωρισμό του ζεύγους, φαίνεται στα μάτια τους σαν ο απόλυτος ποιητικός παραλογισμός. Ο Έκτωρ, συμφώνως προς το κείμενο της Ιλιάδος που μας έχει παραδοθεί, επιστρέφει το ίδιο βράδυ μετά το τέλος της μάχης στην οικία και στη σύζυγό του· τη νύκτα έπειτα από τον αποχωρισμό, το βράδυ της πρώτης ημέρας της μάχης και της εικοστής δευτέρας της ιστορίας της Ιλιάδος, το περνά μέσα στην πόλη [Η 310]. Φαίνεται μάλιστα να βρίσκεται στην πόλη και τις δύο επόμενες ημέρες και νύκτες [Η 477, Θ 55][9]. Η επιτυχία των Τρώων κατά τη δευτέρα ημέρα της μάχης, της εικοστής πέμπτης ημέρας της Ιλιάδος, τον υποχρεώνει να στρατοπεδεύσει κοντά στο πεδίο της μάχης και να παραμείνει εκτός των τειχών [Θ 497 επ.] Την επομένη ο Πάτροκλος φονεύεται [Π 855] και αποτρέπεται ο Αχιλλεύς από το να πολεμήσει έως ότου η μητέρα του φέρει τα καινούργια όπλα του [Σ 134-137]. Ο Έκτωρ απορρίπτει τη σοφή συμβουλή του Πολυδάμαντος να επιστρέψει στην πόλη [Σ 254 επ.] Παραμένει τη νύκτα εκτός των τειχών και την επομένη φονεύεται από τον Αχιλλέα [Χ 361-363]. Επομένως, ο Έκτωρ σκοτώθηκε την εικοστή εβδόμη ημέρα της Ιλιάδος ή πέντε ημέρες έπειτα από τη σκηνή του αποχωρισμού. Από τις πέντε μεσολαβήσασες νύκτες, τρεις φαίνεται να τις πέρασε στην πόλη, αναμφισβήτητα στην οικία του, και δύο εκτός των τειχών, κοντά στο στρατόπεδο των Ελλήνων.

Αναμφίβολα, κάθε αναγνώστης τουλάχιστον εκπλήσσεται μαθαίνοντας ότι οι Έκτωρ και Ανδρομάχη συναντήθηκαν ξανά έπειτα από τη σκηνή του αποχαιρετισμού. Η υψηλή κριτική σημειώνει σε αυτό το επεισόδιο τη παραφθορά δύο ή περισσοτέρων ανεξαρτήτων παραδόσεων. Θεωρεί ότι, στην αρχική μορφή του έπους, ο Έκτωρ αποχωρίζεται την Ανδρομάχη προκειμένου να συναντήσει τον εχθρό και σκοτώνεται, επομένως δεν συναντά ποτέ ξανά τη σύζυγο ή τον γιό του. Η δυσκολία την οποία αντιμετωπίζει η κριτική έγκειται στο γεγονός ότι αυτός ο σεπτός αποχωρισμός διαρκεί μόλις για λίγες ώρες ενώ ο αληθής και τελικός αποχωρισμός σκεπάζεται από τη σιωπή. Ανταποκρίνεται αυτή η συμπεριφορά στο ανώτατο επίπεδο του αρίστου προτύπου της ποιητικής τέχνης; Δεν υπάρχει αλήθεια στην ποίηση η οποία να μην είναι επίσης αλήθεια στη ζωή. Οι περισσότεροι αποχαιρετισμοί σε αυτόν τον κόσμο, πράγματι, δεν είναι τελικοί αποχωρισμοί και ασφαλώς δεν υπάρχει πατέρας ή σύζυγος ο οποίος πήγε σε επικίνδυνη μάχη χωρίς κάποιο είδος αποχαιρετισμού σαν αυτού που περιγράφεται. Το πάθος της σκηνής δεν μεταβάλλεται από το τυχαίο γεγονός ότι επέστρεψε ενώ πολλοί από τους συντρόφους του σκοτώθηκαν.

Στην εξιστόρηση της Βίβλου, το πρώτο άτομο το οποίο προετοιμάζεται για τον θάνατό του δίνοντας την εσχάτη ευλογία στον υιό και διάδοχό του, ήταν ο Ισαάκ. Ο Ισαάκ ζητά να ευλογήσει τον υιό του και έπειτα να πεθάνει (Γένεσις κζ΄, 1 επ.) Είναι προφανές ότι ο πατριάρχης πίστευε ότι επίκειται το τέλος του. Δεν πέθανε όμως διότι ζούσε ακόμη όταν ο Ιακώβ επέστρεψε από την εργασία του στον Λάβαν [Γένεσις λε΄, 27-29]. Ασχέτως αν η ιστορία του Ισαάκ είναι αληθής ή όχι, θεωρείτο αληθής τουλάχιστον από τους συντάκτες του έργου. Όπως ο φόβος του Έκτορος δεν ήταν αναγκαίο να πραγματοποιηθεί αμέσως, έτσι δεν ήταν αναγκαίο την ευλογία του Ισαάκ να ακολουθήσει ο θάνατός του. Όταν ο Έκτωρ άφησε τη σύζυγό του και συνάντησε τον Πάρι, πολύ φυσιολογικά είπε στον αδελφό του τι θα κάνουν όταν επί τέλους ξεφορτωθούν τους Έλληνες. Σε αυτό το σημείο έσφαλε, διότι δεν έζησε προκειμένου [Ζ 528]:

κρητῆρα στήσασθαι ἐλεύθερον ἐν μεγάροισιν[10].

Όταν ο Σωκράτης καταδικάσθηκε σε θάνατο, είπε σε όσους τον καταδίκασαν [Πλάτων, Απολογία 39c]:

ἐπιθυμῶ ὑμῖν χρησμῳδῆσαι... καὶ γάρ εἰμι ἤδη ἐνταῦθα ἐν ᾧ μάλιστα ἄνθρωποι χρησμῳδοῦσιν, ὅταν μέλλωσιν ἀποθανεῖσθαι[11].

Εν συνεχεία προβλέπει ότι συγκεκριμένα γεγονότα θα λάβουν χώρα εκ των οποίων κανένα δεν πρόκειται να συμβεί. Η προφανής αστοχία της προφητείας δεν μεταβάλει καθόλου την εντυπωσιακή ιεροπρέπειά της. Η οδύνη της Πηνελόπης κατά τη διάρκεια εκείνης της εικοσαετίας θα ήταν περισσότερο πικρή αν ο Οδυσσεύς τελικώς δεν επέστρεφε; Γνωρίζουμε το αποτέλεσμα και μπορούμε ως εκ τούτου να προβλέψουμε τη θλίψη ή την ανακούφιση, αλλά η Πηνελόπη, ο Έκτωρ και η Ανδρομάχη δεν μπορούσαν. Ο ποιητής επέλεξε να χρωματίσει τα δικά τους συναισθήματα, όχι τα δικά μας. Αυτό, φρονώ, αποτελεί την ουσία του όλου ζητήματος: ο ποιητής προτίμησε να παρουσιάσει τα συναισθήματα των πρωταγωνιστών της πλοκής του ποιήματος αντί αυτών των ακροατών ή αναγνωστών του.

Στον Όμηρο υπάρχει μια τόσο υπέροχη αντίστοιχη σκηνή προς αυτή τη σκηνή αποχαιρετισμού και καθυστερημένης πραγματοποιήσεώς του, που προκαλεί απορία πως οι κριτικοί την παραβλέπουν. Ο αποχωρισμός Οδυσσέως και Καλυψούς βρίσκεται, όσον αφορά την ίδια τουλάχιστον, πολύ κοντά σε αυτόν της έκτης ραψωδίας της Ιλιάδος. Ο τρόπος με τον οποίο ένας σύγχρονος ποιητής θα περιέγραφε τη σκηνή και σε πιο σημείο θα τοποθετούσε τον αποχωρισμό, απεικονίζεται στον Ulysses του Stephen Phillips. Στο έργο αυτό, οι γεμάτοι πάθος αποχαιρετιστήριοι λόγοι ακούγονται στην ακτή. Καθώς μιλάνε ο Οδυσσεύς αναχωρεί, λέγοντας τους τελευταίους λόγους του από το κατάστρωμα του πλοίου του που ήδη αρμένιζε, το οποίο σιγά-σιγά εξαφανίζεται από τα μάτια της θλιμμένης θεάς. Πού τοποθετεί όμως ο Όμηρος, τη σκηνή του αποχαιρετισμού; Η ιστορία περιγράφεται στην πέμπτη ραψωδία της Οδύσσειας. Όταν ο Ερμής προειδοποιεί την Καλύψώ ότι ο Ζευς διέταξε πως ο Οδυσσεύς μπορεί να την εγκαταλείψει, η θεά απρόθυμα τον αναζητεί αλλά προσπαθεί με κάθε τρόπο να τον πείσει να παραμείνει μαζί της και να μετατραπεί σε αθάνατο. Αλλά, αφ’ ου απέτυχε στην προσπάθειά της αυτή, τον αποχαιρετά: «σὺ δὲ χαῖρε καὶ ἔμπης» [ε 205][12] – τα πλέον όμορφα και αξιοπρεπή λόγια αποχωρισμού που έχουν ποτέ ειπωθεί! Θα περιμέναμε αυτά να είναι τα τελευταία τους λόγια και ότι Καλυψώ και Οδυσσεύς θα αποχωριστούν αμέσως. Αλλά δεν φεύγει. Αντιθέτως την ακολουθεί στην οικία της, επί τέσσερις ημέρες εργάζεται να κατασκευάσει τη σχεδία του υπό την καθοδήγησή της και την πέμπτη ημέρα αναχωρεί χωρίς κανείς από τους δύο να πει ούτε μία λέξη αποχαιρετισμού. Θα αποτελούσε μάλλον φονικό παραλληλισμό η παρατήρηση ότι οι Έκτωρ και Ανδρομάχη αποχαιρετίστηκαν, ότι σκοτώθηκε την πέμπτη ημέρα και ότι ο τελευταίος αποχωρισμός τους καλύπτεται από τη σιωπή, όπως ότι οι Οδυσσεύς και Καλυψώ αποχαιρετίστηκαν, ότι αναχώρησε την πέμπτη ημέρα και ότι ο τελευταίος αποχωρισμός τους καλύπτεται από τη σιωπή.

Ότι ο ένας πέθανε την πέμπτη ημέρα και ότι ο άλλος αναχώρησε επίσης την πέμπτη ημέρα έπειτα από τον αποχαιρετισμό, πρόκειται μάλλον περί συμπτώσεως. Το γεγονός όμως, ότι καμία από τις σκηνές του αποχαιρετισμού δεν πραγματοποιείται τη στιγμή της τελευταίας συναντήσεως δεν πρέπει να αποτελεί σύμπτωση αλλά ποιητικό σχέδιο. Κανείς προσεκτικός μελετητής του Ομήρου δεν δυσκολεύεται να αντιληφθεί την ποιητική σκοπιμότητα σε αυτό. Ο ποιητής σταθερώς αποφεύγει σκηνές πολύ μεγάλου τραγικού πάθους ή πολύ μεγάλης συναισθηματικής εντάσεως. Όταν ο Έκτωρ συναντά τον θάνατο από το χέρι του Αχιλλέως, η σύζυγός του δεν παρακολουθεί τη σκηνή έστω και αν διαδραματιζόταν μπροστά από τα τείχη. Ήταν απασχολημένη με την εργασία της στο δωμάτιό της και τη στιγμή του θανάτου χαιρόταν για ένα υφαντό που μόλις είχε ολοκληρώσει [Χ 440-441]. Τι ευκαιρία είχε ο ποιητής να τοποθετήσει την Ανδρομάχη στα τείχη προκειμένου «to tear a passion totatters»13! Ο αυτοέλεγχος του ποιητού φανερώνεται από το γεγονός ότι ποτέ δεν ακούμε τους θρήνους των τραυματιών και ετοιμοθανάτων ενώ κανείς στρατιώτης δεν σηκώνεται προκειμένου να διακόψει τους λυγμούς και τα βογγητά του θανάτου για να στείλει κάποιο δακρύβρεκτο μήνυμα στον πατέρα ή στη μητέρα του. Η τοποθέτηση των αποχαιρετιστηρίων λόγων του Έκτορος και της Ανδρομάχης και του Οδυσσέως και της Καλυψούς πολύ πριν από τον τελευταίο και οριστικό αποχωρισμό αποτελεί άριστο παράδειγμα της ομηρικής και ελληνικής αντιλήψεως που εκφράζεται απολύτως από το γνωμικό «μηδὲν ἄγαν»14 [Δ. Λαέρτιος Α΄, 63] και το οποίο προέτρεπε τους μεγάλους αττικούς ρήτορες να ολοκληρώνουν τους λόγους τους με ήπιες εκφράσεις. Αυτή η αλάνθαστη ποιητική κρίση φανερώνεται στον αποχωρισμό Έκτορος και Ανδρομάχης και στον αποχωρισμό Οδυσσέως και Καλυψούς.

Ακριβώς τη στιγμή που οι Τρώες φαίνονταν να βρίσκονται δίπλα στη νίκη, ένας αετός εμφανίσθηκε από τα αριστερά με ένα ζωντανό φίδι ανάμεσα στα νύχια του. Το φίδι εξακολουθούσε να δαγκώνει τον λαιμό και το στήθος αυτού που το αιχμαλώτισε έως ότου ο αετός αναγκάστηκε να το αφήσει και να πετάξει μακριά ενώ το φίδι έπεσε ανάμεσα στις γραμμές των Τρώων όπου και άρχισε να στριφογυρίζει. Ο δεισιδαίμων Πολυδάμας αμέσως ερμήνευσε τον οιωνό ως διαταγή του Διός να σταματήσει η μάχη, έστω και αν φαινόταν ότι θα οδηγούσε σε μεγάλη νίκη. Η συμβουλή του Πολυδάμαντος είναι εκπληκτικώς όμοια με αυτή που δόθηκε στον Νικία, με τόσο τρομακτικό αποτέλεσμα, πολλούς αιώνες αργότερα στον λιμένα των Συρακουσών [Θουκυδίδης Ζ΄, 50]. Ο Έκτωρ δεν μπορούσε να εγκαταλείψει τη μάχη για το χατήρι ενός πτηνού και ενός φιδιού, οπότε σε άγριο ύφος απήντησε στον μάντη [Μ 237-240, 243]:

τύνη δ’ οἰωνοῖσι τανυπτερύγεσσι κελεύεις
πείθεσθαι, τῶν οὔ τι μετατρέπομ’ οὐδ’ ἀλεγίζω,
εἴτ’ ἐπὶ δεξί’ ἴωσι πρὸς ἠῶ τ’ ἠέλιόν τε,
εἴτ’ ἐπ’ ἀριστερὰ τοί γε ποτὶ ζόφον ἠερόεντα...
εἷς οἰωνὸς ἄριστος ἀμύνεσθαι περὶ πάτρης[15].

Αυτή η απόλυτη ρήξη με τις δεισιδαιμονίες του λαού του πρέπει να συγκλόνισε πολλούς, οι οποίοι ήταν πλέον τρομοκρατημένοι και από τον οιωνό και από την έλλειψη πίστεως του Έκτορος. Δύσκολα αντιλαμβανόμαστε πόσο σύγχρονο το αίσθημα αυτό του Έκτορος είναι· αρκεί να θυμηθούμε ότι, αιώνες μετά τον Όμηρο, μεγάλοι στρατηγοί μετακινούσαν τους στρατούς τους αναλόγως της όψεως του συκωτιού των θυσιασθέντων ζώων. Αργότερα ο Έκτωρ εμψυχώνει τους αποθαρρυμένους άνδρες του με αυτά τα θεσπέσια λόγια [Ο 494-499]:

ἀλλὰ μάχεσθ᾽ ἐπὶ νηυσὶν ἀολλέες· ὃς δέ κεν ὑμέων
βλήμενος ἠὲ τυπεὶς θάνατον καὶ πότμον ἐπίσπῃ
τεθνάτω· οὔ οἱ ἀεικὲς ἀμυνομένῳ περὶ πάτρης
τεθνάμεν· ἀλλ᾽ ἄλοχός τε σόη καὶ παῖδες ὀπίσσω,
καὶ οἶκος καὶ κλῆρος ἀκήρατος, εἴ κεν Ἀχαιοὶ
οἴχωνται σὺν νηυσὶ φίλην ἐς πατρίδα γαῖαν[16].

Όταν επί τέλους ο Αχιλλεύς, ο υιός μιας θεάς που προστατευόταν από θεϊκή πανοπλία, τον συνάντησε στη μάχη, ο Έκτωρ γνώριζε ότι δεν μπορούσε να τον αντιπαλέψει. Η συναίσθηση όμως της τιμής και η αγάπη για την πατρίδα του δεν του επέτρεπαν να ενδιαφερθεί να ασφαλίσει τον εαυτό του πίσω από τα τείχη της πόλεως. Ο Αχιλλεύς του φώναξε [Υ 429]:

ἆσσον ἴθ᾽ ὥς κεν θᾶσσον ὀλέθρου πείραθ᾽ ἵκηαι[17].

Ο Έκτωρ, χωρίς καμία ψευδαίσθηση αλλά και χωρίς φόβο, απήντησε [Υ 431-434]:

Πηλεΐδη μὴ δὴ ἐπέεσσί με νηπύτιον ὣς
ἔλπεο δειδίξεσθαι, ἐπεὶ σάφα οἶδα καὶ αὐτὸς
ἠμὲν κερτομίας ἠδ᾽ αἴσυλα μυθήσασθαι.
οἶδα δ᾽ ὅτι σὺ μὲν ἐσθλός, ἐγὼ δὲ σέθεν πολὺ χείρων[18].

Το μεγαλείο και η μελαγχολία της πορείας που ακολούθησε ο Έκτωρ έγκειται στο εξής: υπήρξε πρόμαχος ενός αγώνος που δεν ενέκρινε, πολεμούσε έναν αντίπαλο που θεωρούσε ανώτερό του και, το πιο θλιβερό απ’ όλα, δεν μπορούσε να προκαλέσει τη συμπάθεια των θεών για έναν αγώνα τον οποίο ο ίδιος καταδίκαζε. Ενεπλάκη στον πόλεμο αποκλειστικώς ως υπερασπιστής της οικογενείας και του κράτους του. Γι’ αυτά παρότρυνε τους άλλους να πεθάνουν και γι’ αυτά ο ίδιος έχασε τη ζωή του. Κανείς άλλος χαρακτήρας στον Όμηρο δεν μοιάζει με τον Έκτορα στα κίνητρα που τον οδήγησαν στη δράση ή στην ευγενή αδιαφορία για τον εαυτό του μέσα στην ανησυχία του για τους άλλους. Αποτελεί ιδιόρρυθμο άγγιγμα της μεγαλοφυΐας του ποιητού ότι τα τελευταία λόγια που λέγονται αναφορικώς με τον Έκτορα προέρχονται από τα χείλη της Ελένης [Ω 762-775], η οποία εγκατέλειψε την ίδια της την οικία και σκέπτεται τους άλλους μόνον όσον αφορά την ιδική της ευτυχία.

Η έκταση της συμπάθειας του ποιητού φανερώνεται στον τελευταίο στίχο της Ιλιάδος:

ὣς οἵ γ᾽ ἀμφίεπον τάφον Ἕκτορος ἱπποδάμοιο[19].

Ο πρώτος στίχος του ποιήματος αναφέρει τον Αχιλλέα τον Έλληνα· ο τελευταίος στίχος τον Έκτορα τον Τρώα.

Ο Έκτωρ έχει το προνόμιο να αποτελεί τον μοναδικό χαρακτήρα ο οποίος αναφέρεται και στις είκοσι τέσσερις ραψωδίες της Ιλιάδος. Ούτε καν ο Αχιλλεύς δεν μοιράζεται μαζί του το προνόμιο αυτό, αφ’ ου δεν αναφέρεται, αμέσως ή εμμέσως, στην τρίτη ραψωδία. Ο Αγαμέμνων, ο ηγέτης των Ελλήνων, δεν αναφέρεται στη δωδέκατη [Μ], εικοστή [Υ] και εικοστή πρώτη [Φ] ραψωδία. Παρ’ όλο που ο Έκτωρ περιλαμβάνεται σε κάθε ραψωδία της Ιλιάδος, δεν αναφέρεται ούτε σε μια ραψωδία της Οδύσσειας. Εμφανίζεται αποκλειστικώς σε ένα μόνον ποίημα, στο οποίο όμως είναι αναντικατάστατος. Χωρίς τον Έκτορα η Ιλιάς δεν θα είχε πλοκή. Είναι αναμφισβήτητο ότι ο χαρακτήρας του Έκτορος, με την υποτιθέμενη ανδρεία και φήμη η οποία δεν αναλογεί όμως καθόλου στα πραγματικά του κατορθώματα, είναι εκ πρώτης όψεως άκρως προβληματικός. Ο Mahaffy θεωρεί: «τον χαρακτήρα και τη θέση του Έκτορος ως την πιο έντονη και καθαρή ασυνέπεια ολόκληρης της Ιλιάδος»[20]. Προσπαθεί να ισορροπήσει το ζήτημα υποθέτοντας ότι, στην αρχική μορφή της Ιλιάδος, ο Έκτωρ ήταν ανώτερος όλων των Ελλήνων πλην του Αχιλλέως και συμπεραίνει ότι οι διάφορες δύσκολες στιγμές με τον Αίαντα [Ξ 409-420], τον Διομήδη [Λ 349-356] και τους υπολοίπους προστέθηκαν από βάρδους προκειμένου να δοξάσουν τους Έλληνες αυτούς εις βάρος του αυθεντικού ήρωος, του Έκτορος.

Ο Wilamowitz, σε όλο το βιβλίο του Die Ilias und Homer, υποθέτει ότι ο χαρακτήρας του Έκτορος
προϋπήρχε σε κάποιο παλαιότερο έπος γραμμένο αποκλειστικώς προς τιμήν του, ονομάζοντας το ποίημα αυτό Das Hektorgedicht. Ισχυρίζεται ότι ο συντάκτης της Ιλιάδος πήρε αποσπάσματα του έπους αυτού και τα προσάρμοσε στο ποίημα που γνωρίζουμε σήμερα. Το απλό γεγονός ότι ο Έκτωρ αναφέρεται σε κάθε ραψωδία της Ιλιάδος καταδεικνύει πόσο αναγκαίος είναι για την πλοκή και χωρίς αυτόν η δράση θα ήταν πολύ περιορισμένη. Αν ποτέ υπήρξε ένα αρχικό ποίημα με τον Έκτορα ως πρωταγωνιστή, πρέπει να είχε συντεθεί από έναν Έλληνα βάρδο προκειμένου να τέρψει ένα ελληνικό ακροατήριο. Αυτό είναι εξ ίσου πιθανό με έναν Ισπανό βάρδο ο οποίος θα τραγουδά στο ισπανικό κοινό τη δόξα του Drake ή με Γάλλους βάρδους οι οποίοι θα τέρπουν τους κατοίκους της Γαλλίας με τα ένδοξα κατορθώματα του διαδόχου του γερμανικού θρόνου. Γνωρίζω ότι οι Σέρβοι βάρδοι τραγουδούν τις δικές τους ήττες στο Κοσσυφοπέδιο, αλλά για να τιμήσουν τους δικούς τους ηγέτες, όχι για να δοξάσουν τους Τούρκους αρχηγούς. Ο έπαινος, έως κάποιο βαθμό, για τον Έκτορα ήταν απολύτως θεμιτός για έναν Έλληνα βάρδο που τραγουδούσε ενώπιον ελληνικού ακροατηρίου όταν, στο τέλος, ακόμη και αυτός ο ήρωας υποκύπτει στον ισχυρότερο Έλληνα πρόμαχο. Αλλά ένα ελληνικό τραγούδι αποκλειστικώς αφιερωμένο στην εξιστόρηση της δόξας του Έκτορος και στις δυσκολίες που περιήλθαν εξ αιτίας του οι Έλληνες, είναι μάλλον απίθανο να υπήρξε. Ακόμη και όταν ο Έκτωρ είναι ο γενναιότερος και επιτυγχάνει τα περισσότερα, αισθανόμαστε ότι ως ήρωας είναι περιορισμένων δυνατοτήτων και ότι ο ποιητής μνησικακεί όταν προσπαθεί να δοξαστεί εις βάρος των Ελλήνων. Γενικότερα, είτε ένας θεός βρίσκεται στο πλευρό του [Ε 603-604, Π 728-730] είτε ο θεός στην πραγματικότητα σκοτώνει τον εχθρό επιτρέποντας στον Έκτορα να δοξαστεί. Γιατί, παρ’ όλο που ο Αχιλλεύς κατηγορεί αποκλειστικώς τον Έκτορα για την απώλεια του Πατρόκλου, στην πραγματικότητα τον έπαινο δικαιούται ο Απόλλων [Π 788-806].

Ο Bethe[21], ακολουθώντας τον Dümmler[22], υποστήριξε τη θεωρία ότι οι περισσότεροι από τους ήρωες της Ιλιάδος μεταφέρθηκαν στο ποίημα αυτό από άλλα τραγούδια ή έπη και ότι, στην αυθεντική εκδοχή τους, τα τραγούδια αυτά δεν σχετίζονταν με την Τροία. Υποστήριξε επίσης ότι ο Έκτωρ ήταν παλιά ένας Θηβαίος ήρωας και εξηγεί το γεγονός ότι εμφανίζεται να πολεμά στην Τροία διατυπώνοντας την υπόθεση ότι η αρχική παράδοση για τον Έκτορα τον συνέδεε με κάποια Τροία στην Αττική και η μεταγενέστερη παράδοση τον μετέφερε στην Τρωάδα. Η υπόθεση αυτή στηρίζεται στη μεταγενέστερη παράδοση ότι ο τάφος του Έκτορος βρισκόταν στη Θήβα [Παυσανίας Θ΄, 18, 5-6]. Πληροφορίες για τον τάφο του Έκτορος αντλούμε από ένα σχόλιο στη ραψωδία Ν 1[23]:

οἱ γὰρ ἐν Βοιωτίᾳ Θηβαῖοι πιεζόμενοι κακοῖς ἐμαντεύοντο περὶ ἀπαλλαγῆς. χρησμὸς δὲ αὐτοῖς ἐδόθη, παύσεσθαι τὰ δεινά, ἐὰν ἐξ Ὀφρυνίου τῆς Τρῳάδος τὰ Ἕκτορος ὀστᾶ διακομισθῶσιν εἰς τὸν παρ’ αὐτοῖς καλούμενον τόπον Διὸς γονάς. οἱ δὲ τοῦτο ποιήσαντες καὶ τῶν κακῶν ἀπαλλαγέντες…[24]

Εάν ο Έκτωρ υπήρξε πράγματι Θηβαίος ήρωας, αυτό θα έπρεπε να ήταν γνωστό από παλιά και θα το ανέφεραν οι Θηβαίοι συγγραφείς. Είμαστε τυχεροί να μπορούμε να επαληθεύσουμε τις θηβαϊκές παραδόσεις από τα κείμενα δύο παλαιών ποιητών, των Ησιόδου και Πινδάρου. Ο Ησίοδος ξεπερνά σε αρχαιότητα όλους τους συγγραφείς πλην του Ομήρου και ο Πίνδαρος, από άποψη αρχαιότητος, διαθέτει ελαχίστους ανταγωνιστές. Όταν στην αρχαιότητα του Πινδάρου προστεθεί το γεγονός ότι αποτελεί θησαυρό αναφορών για τους μύθους και τις παραδόσεις, πρέπει να θεωρείται ως η απόλυτη αυθεντία όλων των αρχαίων παραδόσεων, ειδικώς εκείνων οι οποίες με κάποιο τρόπο συνδέονται με τη Θήβα. Οι δύο αυτοί ποιητές, οι Ησίοδος και Πίνδαρος, δεν είναι απλώς αρχαίοι αλλά, και αυτό έχει μεγαλύτερη σημασία στο ζήτημα που πραγματευόμαστε, είναι απολύτως ανεξάρτητοι από τον Όμηρο. Όχι μόνον αποτελούν τεράστια αποθήκη παραδόσεων οι οποίες δεν απαντούν στον Όμηρο αλλά, αδίστακτα, φθάνουν στο σημείο να αντιφάσκουν μαζί του[25]. Είμαστε βέβαιοι, λοιπόν, ότι μελετώντας τους ποιητές αυτούς μελετούμε αμόλυντες πηγές, ο σεβασμός των οποίων για τον Όμηρο δεν θα είχε στερέψει τα ποτάμια της θηβαϊκής παραδόσεως αναφορικώς με τον Έκτορα.

Ο Έκτορας δεν περιλαμβάνεται σε κανένα από τα έργα που αποδίδονται στον Ησίοδο. Ο Τρώας πολεμιστής τον οποίο αναφέρει είναι ο Αινείας. Αφηγείται ότι ο Αινείας γεννήθηκε στις πλαγιές του όρους Ίδη [Θεογονία 1008-1010], επομένως ο Αινείας δεν ανήκε σε μια ευρωπαϊκή αλλά σε μια ασιατική Τροία. Ο Ησίοδος, επίσης, τοποθετεί στις Νήσους των Μακάρων τους πολεμιστές εκείνους οι οποίοι διέσχισαν με τα πλοία τη θάλασσα προκειμένου να φέρουν πίσω την ομορφόμαλλη Ελένη [«Έργα και Ημέραι» 161-174]. Η πληροφορία αυτή είναι ιδιαιτέρως κατατοπιστική διότι αποκαλύπτει την παράδοση που επικρατούσε στην ευρωπαϊκή Ελλάδα. Αν δεχθούμε ότι οι Έλληνες άποικοι ή εξόριστοι πήραν μαζί τους τα παλιά τραγούδια τους και άλλαξαν με νέα ονόματα τα παλιά, τοποθετώντας μια ασιατική Τροία εκεί που κάποτε υπήρχε μια αττική Τροία, πως μπορούμε να εξηγήσουμε το γεγονός ότι εκεί πίσω, στην παλιά πατρίδα, ένας Βοιωτός ποιητής τραγουδά για την ίδια ασιατική Τροία; Αν ο Ησίοδος είχε ζήσει μερικούς αιώνες αργότερα θα υποθέταμε ότι είχε επηρεαστεί από τον Όμηρο. Δεν μπορούμε, όμως, να το υποθέσουμε αυτό για έναν ποιητή που είναι αξιοσημείωτα διαφοροποιημένος από τον Όμηρο και ο οποίος ήταν περίπου σύγχρονός του. Ο Ησίοδος δεν προσφέρει ούτε τον παραμικρό υπαινιγμό ότι την εποχή του ο Έκτωρ θεωρούταν ήρωας της Θήβας.

Ο Πίνδαρος αναφερόταν στον Έκτορα με ασυνήθιστη συμπάθεια και τον αποκαλούσε με θαυμασμό [Ολυμπιόνικος Β΄, 80-81]:

...Τροίας
ἄμαχον ἀστραβῆ κίονα...[26]

Είναι αναμφισβήτητο ότι αυτή η Τροία δεν βρισκόταν στην Αττική αλλά πρόκειται για την Τροία της ασιατικής Τρωάδος, διότι ο Πίνδαρος σημειώνει ότι η δόξα άνθισε για τον Έκτορα στα νερά του Σκαμάνδρου [Νεμεόνικος Θ΄, 38-40]. Αυτός ο ποιητής αναφέρει το όνομα του Έκτορος τουλάχιστον έξι φορές, ποτέ όμως δεν υπαινίσσεται ότι σχετιζόταν με κάποιον τρόπο με τη Θήβα του Πινδάρου. Πάντα τον παρουσιάζει ως τον υπερασπιστή ο οποίος δοξάζει την ασιατική Τροία. Μπορεί κάποιος, αναλογιζόμενος αυτό το σημαντικό στοιχείο, να ισχυριστεί ότι ο Πίνδαρος γνώριζε ότι κάποτε ο Έκτωρ τον οποίο τόσο θαύμαζε ήταν πρόμαχος της δικής του αγαπημένης αλλά κακότυχης πόλεως και απέκρυψε την πληροφορία αυτή; Η γνώση των παραδόσεων, όπως φαίνεται στα έργα του Πινδάρου, αποδεικνύει ότι θα γνώριζε παρόμοια παράδοση αν βέβαια υπήρχε. Η σιωπή του Πινδάρου αναφορικώς με τον Έκτορα αποτελεί πλήρη απόδειξη ότι ο Έκτωρ δεν θεωρείτο εκείνη την εποχή ότι είχε κάποιο σύνδεσμο με τη Θήβα. Όχι μόνον ο Πίνδαρος δεν τραγουδά για κανέναν άλλον Έκτορα εκτός των Τρώα Έκτορα αλλά, και αυτό είναι πολύ σημαντικότερο, δεν διαθέτει άλλες πληροφορίες για τον Έκτορα εκτός αυτών που αντλεί από τον Όμηρο. Είναι εύκολο να διαβάσουμε κάποιο στίχο σε κάποιο χωρίο της Ιλιάδος που να δικαιολογεί και εξηγεί κάθε αναφορά του Πινδάρου στον Έκτορα. Ο Πίνδαρος δεν ακολουθούσε πιστά τον Όμηρο, όπως έχω ήδη σημειώσει. Εκτός από τις διαφορές του από τον Όμηρο, συχνά προσθέτει λεπτομέρειες που δεν αναφέρονται στην Ιλιάδα. Για παράδειγμα (Νεμεόνικος Γ΄, 52) εξιστορεί πως ο Αχιλλεύς, λόγω της ασυνήθιστης ταχύτητος των ποδιών του, έπιανε ελάφια χωρίς δίκτυα ή σκυλιά. Αυτή η λεπτομέρεια δεν απαντά στον Όμηρο αλλά βρίσκεται σε αρμονία με τη φράση «πόδας ὠκὺς Αχιλλεύς»[27]. Ο Πίνδαρος δεν προσθέτει πληροφορίες ή νέα στοιχεία στην ομηρική απεικόνιση του Έκτορος. Το πρόβλημα του Έκτορος βρίσκεται ακριβώς στην καρδιά της Ιλιάδος. Αυτός ο ήρωας δεν είχε ρόλο σε καμία προηγούμενη Hektorgedicht, ούτε σε καμία περιπέτεια που συνδέεται με τη Θήβα. Το πρώτο και μοναδικό ποίημα που τον απεικονίζει είναι η Ιλιάς.

Στους πρώτους χίλιους στίχους της Ιλιάδος μας συστήνονται οι Αχιλλεύς, Αγαμέμνων, Αίας ο
Τελαμώνιος, ο έτερος Αίας, ο υιός του Οϊλέως, οι Ιδομενεύς, Διομήδης, Νέστωρ, Μενέλαος, Κάλχας και Πάτροκλος. Οι Έλληνες πρωταγωνιστές έχουν εμφανισθεί στη σκηνή από την αρχή. Στη συνέχεια, και αφ’ ου στις επόμενες σκηνές έπαιξαν τους ρόλους τους, επανεμφανίζονται στους αγώνες, πραγματοποιούν τις αποχαιρετιστήριες βολές με τα τόξα τους και εξαφανίζονται χωρίς κανένα σημάδι της «μήνιος» και χωρίς πληγές από τα τραύματά τους. Επανέρχονται λοιπόν, στην κατάσταση που βρίσκονταν πριν από το ξέσπασμα της «μήνιος». Προφανώς ο Όμηρος είχε εξ αρχής στον νου του ευδιάκριτα τους χαρακτήρες των Ελλήνων ηρώων. Η παράδοση, στο μεγαλύτερο μέρος, παρείχε τα ονόματά τους και είχε ήδη καθορίσει τη μοίρα καθενός. Ο Αγαμέμνων δεν μπορεί να σκοτωθεί στη μάχη διότι ο θάνατος τον περιμένει στην επιστροφή του. Οι Οδυσσεύς, Διομήδης, Νέστωρ και Μενέλαος δεν μπορούν να πέσουν στην Τροία αφ’ ου οι νόστοι τους αποτελούν ένα ήδη καθορισμένο μέρος της επικής παραδόσεως. Ούτε κανείς πολεμιστής μπορεί να δοξαστεί σκοτώνοντας τον Αίαντα. Οι Έλληνες ηγέτες, όπως επίσης και η μοίρα τους, είχαν ήδη πλήρως διαμορφωμένη τη δική τους παράδοση η οποία, περνώντας από τη μια γενεά στην άλλη, ήταν σαφής και ορισμένη· αντιθέτως, η παράδοση για τους Τρώες ήρωες ήταν ασαφής και αόριστη. Ο Όμηρος δεν γνώριζε τους Τρώες και οι μόνες πληροφορίες του γι’ αυτούς ήταν όσες διατήρησε η ελληνική υπερηφάνεια και πατριωτισμός. Ενώ οι Έλληνες ηγέτες μας συστήνονται εξ αρχής και γνωρίζουμε ποιος πρόκειται να πρωταγωνιστήσει στις επόμενες σκηνές, δεν υπάρχει παρόμοια εισαγωγή για τους Τρώες. Πλην των Έκτορος και Πριάμου, που αναφέρονται συχνά στην πρώτη ραψωδία, οι Τρώες ονομάζονται μόνον όταν δρουν. Ο Πάρις δεν εισάγεται και δεν γίνεται η παραμικρή νύξη για την εμπλοκή του στον πόλεμο μέχρι που συναντά τον Μενέλαο στη μονομαχία. Οι Αινείας, Γλαύκος και Σαρπηδών εμφανίζονται για πρώτη φορά στη ραψωδία Ε, ο Έλενος στη Ζ, ο Δόλων στην Κ, ο Πολυδάμας στη Λ, ο Κόων που υποχρεώνει τον Αγαμέμνονα να υποχωρήσει και ο Σώκος που τραυματίζει τον Οδυσσέα, αμφότεροι κερδίζουν τη δόξα και τον θάνατο στην πρώτη τους εμφάνιση. Ακόμη και ο Εύφορβος, ο οποίος προορίζεται να δοξαστεί καθώς τραυματίζει τον Πάτροκλο [Π 806-815], δεν αναφέρεται πριν από το κατόρθωμά του αυτό. Το έπος προδήλως συντέθηκε από την οπτική γωνία των Ελλήνων. Οι Τρώες εισάγονται ή δημιουργούνται απλώς για να έχουν οι Έλληνες αντιπάλους.

Ο Όμηρος φαίνεται εξαιρετικώς αδύναμος στην αναζήτηση ονομάτων και κατορθωμάτων για τους Τρώες. Η παράδοση, η ελληνική παράδοση, τον προμήθευε με ελάχιστα ξένα ονόματα γι’ αυτό, αντιστοίχως, σχεδόν σε όλους τους Τρώες αποδίδει όμορφα ελληνικά ονόματα. Στην τέταρτη ραψωδία αναφέρεται ένας Έλληνας με το όνομα Χρομίος ενώ στις επόμενες ραψωδίες τέσσερις Τρώες εμφανίζονται με το ίδιο όνομα. Ένας Έλληνας και τρεις Τρώες έχουν το ελληνικό όνομα Μελάνιππος, ένας Έλληνας και δύο Τρώες καλούνται Άντιφος, δύο Τρώες έχουν το όνομα Άδραστος, δύο Αστύνοος, δύο Έννομος, δύο Οφελέστης, δύο Πυλάρτης, δύο Θερσίλοχος και περισσότεροι από είκοσι ακόμη Τρώες, όπως οι Αλάστωρ, Μέδων, Νοήμων, Ορέστης, έχουν στο ποίημα τα ίδια ονόματα με μερικούς άλλους Έλληνες. Η παράδοση δεν προσέφερε στον Όμηρο ούτε το όνομα της συζύγου του Έκτορος, ειδάλλως δεν θα εμφανιζόταν με το ελληνικό όνομα Ανδρομάχη. Το ίδιο ισχύει για τον υιό του Αστυάνακτα όπως επίσης και για τους ετεροθαλείς και αμφιθαλείς αδελφούς του Δηΐφοβο, Έλενο, Πολύδωρο, Πολίτη, Αντίφονο και Αγάθωνα.

Ο Πάρις είναι ο μόνος από τους Τρώες ηγέτες ο οποίος διαθέτει ένα αναμφισβήτητα ξένο όνομα. Φαίνεται απίθανο η παράδοση να είχε διατηρήσει το όνομα του υιού και να είχε λησμονήσει το όνομα του πατρός. Επομένως, η παράδοση που αναφέρει ο Απολλόδωρος (Β΄, 6, 4) ότι ο Πρίαμος κάποτε ονομαζόταν Ποδάρκης, πρέπει μάλλον να γίνει δεκτή διότι καταδεικνύει ότι οι Έλληνες θεωρούσαν το «Πρίαμος» σαν ξένο όνομα το οποίο και μετέφεραν στη γλώσσα τους με το ελληνικό αντίστοιχο. Εάν υποτεθεί ότι ο Έκτωρ είχε ποτέ το τρωικό όνομα Δαρείος, ο Όμηρος δεν φαίνεται να το γνωρίζει, και ο Έκτωρ δεν απαντά στον Όμηρο παρά μόνο με το ωραίο ελληνικό του όνομα. Παρ’ όλο που η παράδοση γνωρίζει ότι ένας ξένος πρίγκιπας με ένα ξένο όνομα ταξίδεψε στην Ελλάδα προκειμένου να ξελογιάσει την Ελένη, δεν γνωρίζει τα ονόματα των συντρόφων του. Επομένως, ο ποιητής βάζει το πλοίο να ναυπηγήθηκε από τον Έλληνα Φέρεκλο, τον γιο του Έλληνος Τέκτονος, ο πατέρας του οποίου, με τη σειρά του, ήταν επίσης Έλληνας, ο Άρμων [Ε 59-64]. Ο Έκτωρ στο όνομα, ενδυμασία, χαρακτήρα και γενικότερα σε όλα, είναι ένας Έλληνας δανεισμένος στον εχθρό· με τα ίδια σταθμά, ο Πάρις είναι εξ ολοκλήρου ξένος.

Η εξήγησή μου για όλες αυτές τις δυσκολίες που αναφύονται εκτιμώντας τον ρόλο που διαδραματίζουν οι Έκτωρ και Πάρις στη δράση της Ιλιάδος είναι η εξής: ο Πάρις ήταν ο παραδοσιακός ηγέτης και πρόμαχος των Τρώων αλλά για ηθικούς λόγους δεν μπορούσε να αναδειχθεί σε πρωταγωνιστή του ποιήματος. Ο ποιητής, λοιπόν, τον υποβάθμισε και δημιούργησε έναν ήρωα που ως χαρακτήρας είχε αρκετή ευγένεια ώστε να κερδίζει τη συμπάθεια για τον αγώνα του. Ο Έκτωρ, όπως παρουσιάζεται στον Όμηρο, αποτελεί δημιουργία του ποιητού που συνέλαβε την ιδέα να συνθέσει την Ιλιάδα. Χωρίς τον Όμηρο δεν θα υπήρχαν παραδόσεις για τον Έκτορα[28].
Κατ’ αρχάς θα εξετάσουμε τη θέση του Πάριδος στην παράδοση και στον Όμηρο. Γνωρίζουμε ελάχιστα για το περιεχόμενο των Κυκλικών ποιημάτων, εν τούτοις μαθαίνουμε ότι ο Πάρις ήταν ο πρωταγωνιστής στα «Κύπρια», ότι ήταν ένα άτομο αρκετά σημαντικό προκειμένου να κληθεί να κρίνει τις θεές, ότι πήγε με στόλο στην Ελλάδα προκειμένου να απαγάγει την Ελένη και ότι στην επιστροφή του κατόρθωσε να λεηλατήσει την πλούσια πόλη της Σιδώνος. Όλα αυτά βρίσκονται σε αρμονία με την Ιλιάδα έστω και αν δεν εκφράζονται σαφώς. Κανενός άλλου Τρωός τα κατορθώματα δεν βρίσκουν θέση στην εξιστόρηση των «Κυπρίων»[29]. Η φράση που βρίσκεται στην περίληψη του ποιήματος [απ. 1, 10]: «καὶ θνήισκει Πρωτεσίλαος ὑφ’ Ἕκτορος»[30], δεν αποτελεί ανεξάρτητη παράδοση αλλά βασίζεται στην Ιλιάδα και στην ξεκάθαρη αλλοίωση του Ομήρου, όπως εξηγούμε κατωτέρω. Στην «Αιθιοπίδα» ο Αχιλλεύς σκοτώνεται από τον Πάρι με τη βοήθεια του Απόλλωνος [απ. 1, 3]. Κανείς άλλος Τρώας δεν αναφέρεται από τον Πρόκλο στη «Χρηστομάθεια» σαν συμμέτοχος στα γεγονότα του ποιήματος. Στη «Μικρά Ιλιάδα» ο Πάρις σκοτώνεται από τον Φιλοκτήτη ο οποίος είχε μόλις επιστρέψει από τη Λήμνο [απ. 1, 2]. Ακόμη και σε αυτό το σημείο ο Πάρις δεν σκοτώνεται σαν δειλός ή ενώ προσπαθεί να φύγει αλλά είναι αρκούντος γενναίος προκειμένου να αντιμετωπίσει τον Φιλοκτήτη σε μονομαχία. Κανείς άλλος Τρώας δεν έχει ρόλο σε αυτό το ποίημα, εκτός από τον Έλενο ο οποίος ως προδότης πληροφορεί τους Έλληνες πως μπορεί να αλωθεί η πόλη του. Επομένως βλέπουμε ότι στα πρώτα τρία ποιήματα του Κύκλου, εξαιρώντας την Ιλιάδα, ο Πάρις είναι ο μόνος Τρώας του οποίου τα κατορθώματα είναι αρκούντος σημαντικά προκειμένου να συμπεριληφθούν στην περίληψη του Πρόκλου. Μόνος ο Πάρις από όλους τους Τρώες είχε την τιμή να προξενήσει τον θάνατο ενός Έλληνος ηγέτου, και ο ηγέτης αυτός δεν ήταν κανείς άλλος παρά ο ίδιος ο Αχιλλεύς.

Ο χαρακτήρας του Πάριδος στην Ιλιάδα περιλαμβάνει συνεχείς αντιφάσεις. Η πρώτη μεγάλη αντίφαση είναι ότι αυτός που αποδείχθηκε να είναι τόσο άνανδρος και δειλός αναφέρεται για πρώτη φορά ως «Ἀλέξανδρος θεοειδής» [Γ 16]. Γιατί χρησιμοποιείται αυτός ο τιμητικός επιθετικός προσδιορισμός; Ο σχολιαστής στη Μ 93 σημειώνει ότι ο Πάρις καλείτο Αλέξανδρος από τη στιγμή που υπερασπίστηκε την πατρίδα του όταν ο εχθρός της επιτέθηκε. Προφανώς, οι τιμητικοί επιθετικοί προσδιορισμοί «δῖος», «θεοειδής», «βασιλεύς» Αλέξανδρος[31], οι οποίοι εκ πρώτης όψεως φαίνονται τόσο ακατάλληλοι στον Όμηρο, βρίσκονται σε απόλυτη αρμονία με τις προομηρικές παραδόσεις. Η δεύτερη αντίφαση συνίσταται στο γεγονός ότι ένας Έλληνας, με την αντίληψή ότι ο όμορφος είναι επίσης γενναίος, «καλὸς καὶ ἀγαθός», θα απεικόνιζε έναν δειλό ως άσχημο. Ο Πάρις είναι «εἶδος ἄριστος»[32] [Γ 39] και εξ αιτίας της ομορφιάς του οι Έλληνες αμέσως συμπέραναν ότι πρόκειται για τον Τρώα πρόμαχο. Ήταν τα σωματικά ελαττώματα του Θερσίτη στα οποία ο ποιητής προσδίδει τη μεγαλύτερη έμφαση και ο Όμηρος έχει μια πραγματική δυσκολία στο να απεικονίσει την όμορφη φιγούρα του Πάριδος στη μορφή ενός ανάνδρου, ικανού για τον αναξιοπρεπή ρόλο που διαδραματίζει στην τρίτη ραψωδία. Μια τρίτη αντίφαση βρίσκεται στην αδιάκοπη επιρροή που ασκεί ο Πάρις. Αφ’ ου ξέφυγε από τον Μενέλαο ντροπιάζοντας τον εαυτό και τον αγώνα του, θα έπρεπε να διατήρησε ελάχιστη επιρροή ή δύναμη. Εν τούτοις, το απόγευμα της ίδιας ημέρα, όταν ο Αντίνωρ έθεσε το προφανές ζήτημα ότι οι όρκοι έπρεπε να τηρηθούν και η Ελένη μαζί με την περιουσία της να επιστρέψει στους Έλληνες [Η 348-353], ο Πάρις σηκώθηκε και με προσβλητικό τρόπο αρνήθηκε να συζητήσει την ιδέα της επιστροφής της Ελένης. Ο Έκτωρ σιωπούσε, κανείς δεν απήντησε, και ο κήρυκας εστάλη να πληροφορήσει τους Έλληνες για την απόφαση του Πάριδος[33]. Η δύναμη επιβολής του Πάριδος υπήρξε τόσο δυσανάλογη με τον χαρακτήρα που περιγράφει το ποίημα, ώστε ο Ηρόδοτος (Β΄, 120) μπορούσε να εξηγήσει την αντίφαση μόνον αναφερόμενος σε μια παράδοση συμφώνως προς την οποία η Ελένη δεν βρέθηκε ποτέ στην Τροία αλλά έμεινε αιχμάλωτη στην Αίγυπτο ειδάλλως ο Έκτωρ, παρά τη θέληση του Πάριδος, θα την είχε επιστρέψει στους Έλληνες. Αξίζει επίσης να σημειωθεί ότι, ενώ οι άλλοι παντρεμένοι γιοί του Πριάμου κατοικούσαν στο ανάκτορο του πατρός τους (Ζ 242), ο Πάρις διατηρεί δικό του ανάκτορο.

Ο Πάρις στον Όμηρο δεν είναι ούτε δειλός ούτε άνανδρος. Οι πολεμικές του ικανότητες φαίνονται ξεκάθαρα παρά την προσπάθεια του ποιητού να τον παρουσιάσει σαν μέτριο και δειλό στρατιώτη. Αυτό φανερώνεται από το γεγονός ότι ο ίδιος και όχι ο Έκτωρ επιβάλει την απόφαση της συνελεύσεως και από τις κατωτέρω τυχαίες λεπτομέρειες: ο Πάρις ήταν επί κεφαλής ενός από τα πολυπληθέστερα στρατιωτικά τμήματα των Τρώων (Μ 93). Όταν ο Αινείας πιεζόταν επικίνδυνα από τους Έλληνες, ζήτησε βοήθεια: «Πάριν τ’ ἐσορῶν»[34] (Ν 490). Στο κρισιμότερο σημείο της μάχης ο Έκτωρ αναθάρρησε βλέποντας τον Πάρι (Ν 767):

θαρσύνονθ᾽ ἑτάρους καὶ ἐποτρύνοντα μάχεσθαι[35].

Επί πλέον, στην πολεμική τέχνη και στη γενναιότητα του Πάριδος (Λ 504) οφείλεται ότι οι Τρώες δεν υποχώρησαν την τρίτη ημέρα της μάχης.

Μόνον ένας Έλληνας κάποιας σημασίας σκοτώθηκε στη μάχη στην Ιλιάδα και σχετικώς λίγοι τραυματίστηκαν. Ο Πάρις υπήρξε ο μόνος Τρώας ο οποίος τραυμάτισε έναν σπουδαίο Έλληνα χωρίς όμως στη συνέχεια να σκοτωθεί ο ίδιος. Οι Εύφορβος και Έκτωρ, που προκάλεσαν τον θάνατο του Πατρόκλου [Ρ 59-60 και Χ 361-362], ο Πάνδαρος που τραυμάτισε τον Μενέλαο [Ε 290-295], ο Κόων που τραυμάτισε τον Αγαμέμνονα [Λ 261-263] και ο Σώκος που μαχαίρωσε τον Οδυσσέα [Λ 446-449], πλήρωσαν για τη σύντομη δόξα που απέκτησαν με τις ζωές τους. Αλλά ο Πάρις, δίχως θεϊκή βοήθεια, τραυμάτισε τον Διομήδη [Λ 376-377], τον Μαχάονα [Λ 505-507] και τον Ευρύπυλο [Λ 581-584] ενώ σκότωσε τον Ευχήνορα [Ν 663-672], τον Μενέσθιο [Η 8-9] και τον Δηΐοχο [Ο 341-342] χωρίς ο ίδιος να πάθει τίποτε. Η μεγαλοσύνη του στον Όμηρο ομοιάζει στον χαρακτήρα που απαντούμε στα «Κύπρια», στην «Αιθιοπίδα» και στη «Μικρά Ιλιάδα».

Ο Πάρις ήταν τοξότης αλλά αυτό δεν αποτελούσε ντροπή παρά την οργή του Διομήδης επειδή χτυπήθηκε από βέλος [Λ 386-387]. Ένας λαός που θεωρούσε την ενέδρα ως ευκαιρία να κερδίσει δόξα (Α 227) και μια παράδοση που δόξαζε τοξότες όπως οι Τεύκρος και Φιλοκτήτης ή ανέδειξε το τόξο του Ηρακλέους στο σημαντικότερο αγαθό του και το τόξο του Οδυσσέως σε κριτή γάμου, δεν μπορούσε να θεωρεί την τοξευτική ικανότητα σαν πηγή ατιμίας. Η μοναδική αδυναμία του Πάριδος είναι η ηθική αδυναμία. Όσο σπουδαίος και αν ήταν στην παράδοση και είναι στον Όμηρο, ένας κάλπικος φίλος και μοιχός δεν επιτρέπεται να παρουσιάζεται ως επικός ηγέτης. Κανένας λαός υπό τη διοίκηση τέτοιου ηγέτη δεν μπορεί να κερδίσει τη συμπάθεια. Η παράδοση δεν προίκισε τους Τρώες με κανέναν άλλον ηγέτη, επομένως ο ποιητής πρέπει να δημιουργήσει έναν.

Ο Έκτωρ δεν απαντά στην προομηρική παράδοση όπως παραδίδεται στα «Κύπρια». Σε αυτό το ποίημα το όνομά του αναφέρεται μόλις μια φορά, όταν υποτίθεται ότι σκότωσε τον Πρωτεσίλαο. Ο Όμηρος αγνοούσε το περιστατικό αυτό, όπως καταδεικνύει η αναφορά του στον θάνατο του πολεμιστού (Β 698 επ.) Σε αυτό το χωρίο του καταλόγου σημειώνεται ότι κάποιος Δάρδανος σκότωσε τον Πρωτεσίλαο, ο οποίος δεν μπορεί να είναι ο Έκτωρ αφ’ ου ο Όμηρος δεν χρησιμοποιεί ποτέ τη λέξη Δάρδανος για Τρώα[36]. Ο συγγραφέας των «Κυπρίων», έχοντας μπροστά του την Ιλιάδα, δεν μπορεί να αντιληφθεί γιατί ένας τόσο σημαντικός ήρωας όπως ο Έκτωρ δεν διαθέτει κανένα έρεισμα στην εξωομηρική παράδοση. Επομένως, δημιούργησε ένα κατόρθωμα γι’ αυτόν αφαιρώντας σιωπηρώς τον ομηρικό Δάρδανο τον οποίο αντικατέστησε με τον Έκτορα. Η προσπάθεια στο σημείο αυτό να αποδοθεί στον Έκτορα θέση στον Κύκλο η οποία δεν του αποδιδόταν από την προομηρική παράδοση είναι προφανής και δεν μπορεί να υπάρξει διαφορετική άποψη.

Δεν χρειάζεται ιδιαίτερη προσοχή προκειμένου να παρατηρήσουμε ότι πολλοί από τους ηγέτες που περιγράφονται στην Ιλιάδα έχουν χαρακτηρισμούς που δεν εξηγούνται από την πλοκή του ιδίου του ποιήματος. Ο Πρίαμος δεν χρησιμοποιεί, και δεν μπορούσε να χρησιμοποιήσει, δόρυ αλλά αποκαλείται: «ἐυμμελίης Πρίαμος»[37] ενώ αν και δεν λαμβάνει καμία απόφαση παραμένει «θεόφιν μήστωρ ἀτάλαντος»[38] [Η 366]. Ο Αχιλλεύς, είτε στέκεται είτε κάθεται, είναι «ποδάρκης» ή «πόδας ὠκὴς»[39] αλλά τη μοναδική φορά που του δίδεται η ευκαιρία να αποδείξει την ταχύτητά του απέτυχε να πιάσει τον Έκτορα [Χ 199-201]. Θα χρειαστεί τη βοήθεια της Αθηνάς η οποία τον προστάζει να ξεκουραστεί όσο αυτή προσπαθεί να ξεγελάσει τον Έκτορα προκειμένου να πλησιάσει. Το απλό γεγονός ότι ένας επιθετικός προσδιορισμός που χρησιμοποιείται για τον Αχιλλέα δεν μπορεί να ερμηνευθεί από τα γεγονότα της Ιλιάδος, φανερώνει ότι πρόκειται για παραδοσιακό ήρωα και όχι για επινόηση του ποιητού. Την ερμηνεία του επιθέτου πρέπει να την αναζητήσουμε αλλού. Ο Οδυσσεύς νωρίς στην Ιλιάδα αποκαλείται «πτολίπορθος»[40] (Β 270) και την εξήγηση βρίσκουμε όχι στην Ιλιάδα αλλά στην παράδοση. Πολλά ακόμη παραδείγματα μπορούν να υποδειχθούν αλλά τα ανωτέρω επαρκώς καταδεικνύουν ότι στην Ιλιάδα μερικοί επιθετικοί προσδιορισμοί αποτελούν έμμεση απόδειξη για άλλες παραδόσεις που δεν χρησιμοποιούνται από τον ποιητή. Αν ο Έκτωρ ήταν ένας παλαιός και παραδοσιακός ήρωας θα έπρεπε να μεταφέρει μαζί του στο ποίημα κάποιες ενδείξεις της παλαιοτέρας παραδόσεως[41]. Στην Ιλιάδα απαντούν είκοσι επτά επιθετικοί προσδιορισμοί που αποδίδονται στον Έκτορα[42] – ένας ασυναγώνιστος πλούτος και ποικιλία επιθέτων. Εν τούτοις, κανείς δεν αναφέρεται σε καμία σχέση, χαρακτηριστικό ή ποιότητα που δεν περιέχεται στο ποίημα. Η Ιλιάς παρέχει πλήρη εξήγηση για κάθε ιδιότητα που αποδίδει ο Όμηρος στον Έκτορα. Αν ο αριθμός των επιθέτων ήταν μικρός, αυτό θα μπορούσε να ήταν τυχαίο. Στην περίπτωσή μας όμως, ο παράγων τύχη είναι άσχετος και μπορούμε με βεβαιότητα να συμπεράνουμε ότι η παράδοση, η οποία στους τόσους επιθετικούς προσδιορισμούς δεν άφησε σημάδια της επιρροής της, δεν είχε επιρροή να αφήσει και ο χαρακτήρας του Έκτορος ήταν υπεράνω της δύναμεώς της να τον διαμορφώσει ή μεταβάλει[43].

Όπως ήδη σημειώθηκε, ο Τρώας ηγέτης, ο Πάρις, τον οποίο αναφέρει η παράδοση, ήταν για ηθικούς λόγους ανάξιος να παρουσιαστεί σαν τον μεγάλο ηγέτη κάποιας από τις δύο παρατάξεις. Ο ποιητής λοιπόν, αναγκάστηκε να τον αντικαταστήσει με άλλον του οποίου οι ανθρώπινες και ηθικές αρετές τον καθιστούσαν κατάλληλο για την ηγεσία. Η υποβάθμιση του Πάριδος περιείχε μια μεγάλη αντίφαση, την εντύπωση ότι ο πολεμιστής ο οποίος πραγματοποίησε τόσα πολλά ήταν δειλός. Η δημιουργία του Έκτορος προκαλεί τη δεύτερη μεγάλη αντίφαση, την εντύπωση ότι ο πολεμιστής ο οποίος πραγματοποίησε τόσα λίγα υπήρξε ο μέγας πρόμαχος. Η παράδοση περιόριζε το περιθώριο του ποιητού και στις δύο περιπτώσεις. Μπορούσε να δημιουργήσει έναν ήρωα αλλά δεν μπορούσε να δημιουργήσει έναν πόλεμο. Η ανδρεία των Τρώων περιγράφεται μόνον με αόριστες εκφράσεις καθώς κανείς Έλληνας ο οποίος είναι ανεξαρτήτως σημαντικός[44] δεν σκοτώνεται στην Ιλιάδα. Ο Πάτροκλος ξεχωρίζει εξ αιτίας της στενής του φιλίας με τον Αχιλλέα και πλην αυτού μόνον δύο Έλληνες κάποιας σημασίας σκοτώνονται, ο Μέδων ο νόθος αδελφός του Αίαντος του Οϊλέως [Ο 332-334] και ο άχρωμος Τληπόλεμος [Ε 655-659]. Από την πλευρά τον Τρώων, η σφαγή είναι σχεδόν ολοκληρωτική: οι Άδρηστος [Π 694] (τα ελληνικά ονόματα χρήζουν προσοχής), Αστεροπαίος [Φ 179], Δόλων [Κ 457], Εύφορβος [Ρ 59-60], Ιππόθοος [Ρ 313-315], Κεβριόνης [Π 737-739], Λυκάων [Ε 290-296], Σώκος [Λ 446-449], Κόων [Λ 261-263], Πάνδαρος [Ε 290-296], Σαρπηδών [Π 502-503] και Έκτωρ [Χ 361-363] σκοτώθηκαν. Ο Πάρις είναι ο μόνος Τρώας ο οποίος τραυμάτισε έναν ηγέτη χωρίς να το πληρώσει με τη ζωή του [Λ 376-377]. Προφανώς η δύναμη της παραδόσεως έδενε τα χέρια του Ομήρου και προσέφερε στον Πάρι έναν γοητευτικό βίο στην Ιλιάδα.

Ο Έκτωρ είναι αποδέκτης μεγάλων επαίνων αλλά τα γεγονότα της Ιλιάδος δεν δικαιολογούν την τόσο μεγάλη θέση ως πολεμιστού η οποία του αποδίδεται. Υποχωρεί στην πρώτη εμφάνισή του στη μάχη [Δ 505], δεν μπορεί να αντισταθεί στον Αίαντα στη μονομαχία [Η 260-272], παρ’ ολίγον να σκοτωθεί από τον Διομήδη με δόρυ [Λ 349-356] και από τον Αίαντα με πέτρα [Ξ 409-420], λιποθυμώντας και στις δύο περιπτώσεις. Επίσης, φεύγει προκειμένου να μην αντιμετωπίσει τους Οδυσσέα [Δ 494-505], Αγαμέμνονα [Λ 163-164], Πάτροκλο [Π 588], Διομήδη [Λ 354], Αίαντα [Λ 540-543, Ο 247-252] και Αχιλλέα [Υ 443-448, Χ 188]. Μόνον ως άνθρωπος, υιός και πατέρας ο Έκτωρ πραγματικά κερδίζει τον σεβασμό, δηλαδή μόνον στις αρετές εκείνες που μπορεί να φανεί ευγενής χωρίς να πολεμά τους Έλληνες.

Γιατί ο Έκτωρ είναι τόσο ανώτερος ως άνθρωπος αλλά τόσο κατώτερος ως στρατιώτης; Αν κάποιος διαβάσει τον κατάλογο των Τρώων θα παρατηρήσει, όπως ήδη σημειώσαμε, ότι με ελάχιστες εξαιρέσεις έχουν ελληνικά ονόματα, επομένως είναι μάλλον ελληνικές προσαρμογές ή δημιουργίες. Οι Έλληνες διέθεταν τις δικές τους παραδόσεις των δικών τους ηγετών που πολέμησαν στην Τροία προκειμένου να πάρουν την Ελένη την οποία απήγαγε από τον Μενέλαο ο Πάρις. Ο Πάρις έχει ξένο όνομα και η θέση του στην παράδοση είναι σαφής. Αλλά η παράδοση, όσον αφορά τους Τρώες, ελάχιστα στοιχεία προσφέρει. Δεν παραδίδει ποιος ναυπήγησε το πλοίο, επομένως ο ποιητής αναφέρει ως ναυπηγό έναν Έλληνα με μια μακρά σειρά Ελλήνων προγόνων. Το όνομα Έκτωρ επίσης έχει ένα ωραίο ελληνικό νόημα και είναι ασφαλώς ελληνικό. Είναι αμφίβολο αν η φιλονικία μεταξύ Αχιλλέως και Αγαμέμνονος είχε μεγαλύτερη θέση στην αρχική ελληνική παράδοση για την Τροία από τη φιλονικία μεταξύ Αχιλλέως και Οδυσσέως η οποία περιγράφεται σε μόλις δέκα στίχους στην ογδόη ραψωδία της Οδύσσειας (θ 73 επ.) Στην έναρξη της Ιλιάδος οι Έλληνες είναι έξω από την Τροία και οι Τρώες μέσα στα τείχη. Οι Έλληνες δεν χάνουν κανέναν ηγέτη, πολεμιστή ή βασιλιά που να είναι πραγματικά σημαντικός. Στο τέλος του ποιήματος αμφότερες οι πλευρές βρίσκονται περίπου στις ίδιες θέσεις που βρίσκονταν στην αρχή του. Για την πλευρά των Τρώων, η σφαγή εξελίχθηκε σχεδόν σε αφανισμό. Όσοι σκοτώθηκαν, οι Άδρηστος, Πάνδαρος, Έκτωρ και οι υπόλοιποι, δημιουργήθηκαν προκειμένου να συμμετάσχουν στα γεγονότα που προκλήθηκαν από την οργή του Αχιλλέως. Δεν υπήρξαν ποτέ παλαιότερα και με τον θάνατό τους ο ποιητής δικαιολογεί την απουσία τους από τα μεταγενέστερα γεγονότα της επικής παραδόσεως. Αυτό εξηγεί τις αντιφάσεις στον χαρακτήρα του Έκτορος. Οι Έλληνες ηγέτες ήταν ήδη γνωστοί και οι τύχες τους προδιαγεγραμμένες. Η παράδοση είχε αποφασίσει ότι ο Αίας θα αυτοκτονούσε, ότι ο Αχιλλεύς θα σκοτωνόταν από τον Πάρι, ο Αγαμέμνων από τη σύζυγό του και τον εραστή της· η μοίρα καθενός εξ αυτών, είχε ήδη καθοριστεί. Τί είχε περισσέψει για τον Έκτορα; Κανείς νέος Έλληνας στρατηγός εξαιρετικής αξίας δεν μπορούσε να προστεθεί και κανείς τοπικός ήρωας δεν μπορούσε να αντικατασταθεί, όπως ακριβώς σε ένα σύγχρονο διήγημα που αφηγείται έναν σύγχρονο πόλεμο δεν μπορείς να προσθέσεις νέους και σημαντικούς στρατηγούς στον κατάλογο των επιφανών ηρώων. Ο Όμηρος τότε αναγκάστηκε να δημιουργήσει έναν Τρώα πολέμαρχο χωρίς το προνόμιο να μπορεί να του επιτρέψει να σκοτώσει κανέναν από τους πραγματικά σημαντικούς Έλληνες. Το μεγαλείο του Έκτορος επομένως, έγκειται στον άνθρωπο και όχι στον στρατιώτη. Ακόμη και σε αυτήν την περίπτωση όμως, έπρεπε να κερδίσει κάποια πολεμική δόξα, γι’ αυτό ο ποιητής δημιούργησε τον χαρακτήρα του Πατρόκλου.

Ο Πάτροκλος δεν εμφανίζεται στον κατάλογο των νεών και παρουσιάζεται στα «Κύπρια» κάτω από την επιρροή της Ιλιάδος [Φ 34-44, Ψ 746-747], όταν γράφουν [απ. 1, 11]:

Λυκάονά τε Πάτροκλος εἰς Λῆμνον ἀγαγὼν ἀπεμπολεῖ[45].

Ο συγγραφέας των «Κυπρίων», αδυνατώντας να εξηγήσει την απουσία του Πατρόκλου από την παράδοση, μετέβαλε την ιστορία του Λυκάονος όπως απαντά στον Όμηρο προκειμένου να δώσει μια θέση στον Πάτροκλο στο ποίημά του. Στην Ιλιάδα ο Αχιλλεύς και όχι ο Πάτροκλος πωλεί τον Λυκάονα. Προφανώς, ο συγγραφέας των «Κυπρίων» τροποποίησε την Ιλιάδα προκειμένου να εξασφαλίσει έστω και μια μικρή δόξα ο Πάτροκλος, με τον ίδιο τρόπο που έδωσε στον Έκτορα την τιμή να σκοτώσει τον Πρωτεσίλαο. Δεν υπήρχαν οικογένειες που να διεκδικούν την καταγωγή τους από τον Πάτροκλο και ο ποιητής δικαιολογεί την απουσία ηρωικών στοιχείων ακολουθώντας το απλό τέχνασμα ότι είχε σκοτώσει τους νεανικούς του συντρόφους και έφυγε στην εξορία [Ψ 85-88].
Δεν υπάρχει χώρος για τον Φοίνικα σε ένα ποίημα το οποίο εκθειάζει τον Πάτροκλο αφ’ ου καθένας εξ αυτών όφειλε την εξέχουσα θέση του στη φιλία του Αχιλλέως. Η δημιουργία του Έκτορος προκάλεσε την υποβάθμιση του Πάριδος, η δημιουργία του Πατρόκλου την ουσιαστική παραμέριση του Φοίνικος[46]. Ο Όμηρος, όπως ένας Αθηναίος πατέρας, μπορούσε να σκοτώσει μόνον τα δικά του τέκνα. Μπορούσε να εκθέσει τον Πάτροκλο αλλά το τέκνο της παραδόσεως, ο Φοίνιξ, δεν επιτρεπόταν να σκοτωθεί. Αντιστοίχως μπορεί να σκοτώσει τον Έκτορα και επίσης, αφ’ ου ανήκει αποκλειστικώς στον ποιητή, μπορούσε με το στόμα του να εκφράσει τις προσωπικές του προχωρημένες ιδέες για τη θρησκεία, τον πατριωτισμό και για τις σχέσεις στην οικογένεια. Στη θρησκεία ο Έκτωρ είναι ειλικρινώς ορθολογιστής. Μάλλον θα τάραξε τους ακροατές του Ομήρου, όπως και τον σχολιαστή[47], με τη γενναία του άρνηση να υπακούσει σε έναν ξεκάθαρο οιωνό (Μ 237) και μάλλον απηχεί τον πατριωτισμό του ποιητού όταν λέει στους Τρώες για τη δόξα που περιβάλει όποιον πεθαίνει υπερασπιζόμενος την πατρίδα του. Τα ιδανικά του για τις οικογενειακές σχέσεις φαίνονται από την τρυφερότητα με την οποία ο Έκτωρ συμπεριφέρεται στην Ανδρομάχη. Αξίζει να σημειωθεί ότι αυτός ο αφοσιωμένος σύζυγος ανατράφηκε σε έναν πολυγαμικό οίκο ενώ ο ίδιος αποτελεί τον πρόμαχο ενός πολέμου που θεμελιώνεται στην προδοσία και στη μοιχεία. Με τον Έκτορα ο ποιητής φαίνεται να βγάζει τη μάσκα του και να δηλώνει τις ιδικές του αντιλήψεις.

Η αντιπάθεια με την οποία Αθηνά και Ήρα αντιμετώπιζαν τον Έκτορα, τον ακολούθησε ακόμη και μετά τον θάνατό του. Αμφότερες αγανάκτησαν ακόμη και στη σκέψη ότι το σώμα του έπρεπε να γλυτώσει την ατίμωση και να μην δοθεί στα σκυλιά [Ω 25-30]. Αυτή η κακία δεν μπορεί να εξηγηθεί από κανένα περιστατικό του ποιήματος. Ο λόγος ήταν ότι ο Έκτωρ υπήρξε πρόμαχος ενός πολέμου ο οποίος ξέσπασε επειδή περιφρονήθηκε η ομορφιά τους. Δεν τον μισούσαν γι’ αυτό που ήταν αλλά για τον αγώνα του. Ο Έκτωρ διαδραματίζει στην Ιλιάδα τον ρόλο που έχει ο Πάρις στην παράδοση και μόνο αυτό το γεγονός, ότι αντικαθιστά τον Πάρι, εξηγεί την οργή τους εναντίον του. Ο θυμός που νιώθουν κατά του Πάριδος πρέπει να ξεθυμάνει σε αυτόν που ανέλαβε τη θέση του. Αυτό δεν σημαίνει ότι το μέρος που διαδραματίζει ο Έκτωρ στις σκηνές της Ιλιάδος ανήκε αρχικώς στον Πάρι αφ’ ου καμία από αυτές τις σκηνές δεν υπήρχε πριν από τον Όμηρο. Αλλά στην παράδοση ο Πάρις ήταν ο ηγέτης των Τρώων και εναντίον του ήταν οργισμένες οι Ήρα και Αθηνά. Στο πλαίσιο αυτής της παραδόσεως, ο Όμηρος συνέθεσε ένα νέο ποίημα. Η μήνις του Αχιλλέως αποτελεί ουσιαστικώς δημιουργία του ποιητού αλλά την οργή των δύο θεών κατά του Τρώος ηγέτου τη βρήκε ως βασικό μέρος της προϋπαρχούσης παραδόσεως. Όταν, λοιπόν, ο Όμηρος δημιούργησε έναν νέο ηγέτη, η οργή αυτή κληροδοτήθηκε στη νέα ηγεσία[48].

Ο Milton χρησιμοποίησε τις πηγές του περίπου με τον ίδιο τρόπο που χρησιμοποίησε και ο Όμηρος τις δικές του. Ο Milton έπρεπε να έχει έναν Αδάμ, μια Εύα, έναν κήπο της Εδέμ, έναν Σατανά, ένα Δένδρο της Γνώσεως. Ο πειρασμός έπρεπε να εμφανιστεί υπό τη μορφή όφεως και η γυναίκα έπρεπε να είναι η πρώτη που θα αμαρτήσει. Όλα αυτά ο ποιητής τα βρήκε στην ιστορία της Βίβλου και ήταν αναγκασμένος να τα διατηρήσει. Αλλά η ποίηση, οι περιγραφές και το μεγαλύτερο μέρος των γεγονότων ήταν δικά του. Αντιστοίχως ο Όμηρος, διέθετε έναν κατάλογο Ελλήνων ηρώων, μια σύντομη αναφορά στην οργή του Αχιλλέως και γνώριζε την ιστορία για την αρπαγή της Ελένης από τον Πάρι, έναν πρίγκιπα της Τροίας. Η παράδοση του παρείχε ελάχιστες πληροφορίες για τους Τρώες, γι’ αυτό δημιούργησε τον μακρύ κατάλογο Τρώων με ελληνικά ονόματα. Αν και η παράδοση αναφέρει τον θάνατο σπουδαίων Ελλήνων ηρώων στην Τροία, όπως οι Πρωτεσίλαος, Παλαμήδης, Αχιλλεύς και Αίας, δεν αναφέρει τον θάνατο κανενός εξ αυτών κατά τη διάρκεια της οργής του Αχιλλέως. Επομένως, ο ποιητής ήταν αναγκασμένος να αρκεσθεί στον θάνατο ενός τόσο χαμηλοβάθμου ηγέτου όπως ο Πάτροκλος.

Η Ιλιάς δεν αποτελεί την παραγωγή ενός ποιητού ο οποίος αναδιαμόρφωσε και μετέτρεψε το έργο άλλων σε ένα αρμονικότερο σύνολο, που βρήκε τους χαρακτήρες του ήδη έτοιμους και τους επεξεργάσθηκε ξανά τοποθετώντας τους άλλοτε σε αυτό και άλλοτε σε εκείνο το σημείο, που προσέθεσε λίγο εδώ και αφήρεσε λίγο από εκεί. Αποτελεί το έργο ενός ποιητού που σε μεγάλο μέρος δημιούργησε τους δικούς του χαρακτήρες και τους έδωσε τα ονόματά τους. Ο Όμηρος ήταν ο πρώτος ποιητής που δημιούργησε τον χαρακτήρα του Έκτορος και του έδωσε όνομα, ένα ελληνικό ουσιαστικό το οποίο μετέτρεψε σε κύριο όνομα, το όνομα ενός ήρωος. Πόσο διαφανή είναι τα περισσότερα από τα ονόματα του Έκτορος και της οικογένειάς του: Αστυάναξ, Δηΐφοβος, Πολύδωρος, Πολίτης, Αντίφονος και Αγάθων! Τα ονόματα όμως των ηρώων που αναμφισβήτητα ανήκουν στην παράδοση, ονόματα όπως Πηλεύς, Τυδεύς, Αίας, Ικάριος και Βελλεροφόντης, δεν αποκαλύπτουν τόσο εύκολα την καταγωγή τους. Γιατί είναι τα ονόματα αυτά τόσο σκοτεινά ενώ τα ονόματα του Έκτορος και της οικογενείας του τόσο διαφανή; Ο λόγος είναι ότι τα ονόματα του Έκτορος και των αδελφών του, πλην του Πάριδος, δεν ανήκουν στην παράδοση και δεν αποτελούν παραδοσιακά ονόματα. Είναι ονόματα που επινοήθηκαν από τον ίδιο τον Όμηρο. Θα μπορούσε να υπάρχει, πράγματι, παράδοση πίσω από τον Όμηρο, αλλά μόνον εκ συμπτώσεως· πραγματικό σκοπό του αποτελεί η ποίηση.

Η κακοποίηση του νεκρού Έκτορα

Ο Πηλείδης Αχιλλέας, παίρνοντας εκδίκηση για το θάνατο του Πάτροκλου, σκοτώνει τον Έκτορα.
Σκυλεύει τον νεκρό αντίπαλο, αλλά δεν σταματά στη σκύλευση, που θα ήταν και το πρέπον...
Κι ενώ πάντα στο νου του τριγυρνά το πάρσιμο της Τροίας, τη σκέψη αυτή παραμερνά, τον Πατρόκλο για να θάψει, σύροντας ως τρόπαιο τον Έκτορα μαζί του.
Επιτίθεται στο άψυχο σώμα του...

Δένει τον Έκτορα από τα πόδια στο άρμα του με λουριά που έχει περάσει από τους αστραγάλους και τον σέρνει πίσω του ως το αχαϊκό στρατόπεδο, ζητώντας μάλιστα από τους συντρόφους του να γυρίσουν στα πλοία ψέλνοντας της νίκης το τραγούδι.

ΑΧΙΛΛΕΑΣ:
«Άκλαφτος, άταφος, νεκρός κείτεται πλάι στα πλοία
ο Πάτροκλος' δεν γίνεται αυτόν να τον ξεχάσω.
Όμως τραγουδώντας τώρα της νίκης το τραγούδι
ας πάμε στα καράβια μας κι ας σύρουμε και τούτον.
Μεγάλη δόξα πήραμε'...»
(Ιλιάδα, ραψ. Χ)

Το πάθος του για σκοτεινή εκδίκηση δεν σίγασε ακόμα, ο θάνατος τού φαίνεται ασήμαντη απάντηση στου Πάτροκλου το αίμα, και αποφασίζει σ' όλους με γύρο θριαμβευτικό το “θήραμα” να δείξει:
“των δυο ποδιών του τρύπησε τα νεύρα από πίσω
από φτέρνα σ' αστράγαλο, βοϊδόλουρα περνούσε,
τα έδεσε στ' αμαξι του' σερνόταν το κεφάλι.
Στο σύρσιμο του Έκτορα ανέβαινε η σκόνη'
τα μαύρα μαλλιά σκόρπιζαν' βρισκόταν μες στη σκόνη
το χαριτωμένο πιο πριν κεφάλι του' ο Δίας
να το ντροπιάζουν οι εχθροί άφηνε μες στη γη του¨".
Στο χώμα του αχαϊκού στρατοπέδου πετά το σώμα του εχθρού
Οι μνήμες του φέρνουν δάκρυα πολλά και: “ξεφρενιασμένος στο γυαλό δε σταματά να γυρνάει”.

Το φως της αυγής στο πόδι πάντα τον ανταμώνει και τότε είναι που με θυμό τυφλό:
“ ...έζευε τα άλογα στ' αμάξι
σφιχτόδενε τον Έκτορα να σέρνεται από πίσω'
τρεις τον γυρόφερνε φορές στου Πάτροκλου το μνήμα
και στη σκηνή τον γύριζε' κι αυτόν τον παρατούσε
στη σκόνη μπρούμυτα, άπλυτο' κάθε ζημιά ωστόσο
έδιωχνε απ' τον νεκρό ο Φοίβος' τον πονούσε
τον νεκρό' και τον σκέπαζε με τη χρυσή ασπίδα,
μη ξεγδαρθεί το σώμα του τότε, καθώς σερνόταν.

Η προσβολή στον νεκρό αντίπαλο είναι μεγάλη..
-Ο Έκτορας είναι μες στη σκόνη και μπρούμυτα, ενώ ένας νεκρός θα έπρεπε ανάσκελα στο τάφο του μέσα είναι.
- Η ιερόσυλη αυτή πράξη γίνεται στην πατρίδα του, μπροστά στα μάτια των δικών του ανθρώπων που αδυνατούν να αντιδράσουν.
-Και φυσικά, δραματική είναι η εικόνα αυτής της τωρινής παραμόρφωσης, ο εξευτελισμός του ήρωα, ενός νέου βασιλιά, αφέντη στην ουσία της Τροίας, που λιγο πριν διέθετε ομορφια, μεγαλείο, κύρος και δύναμη...

Αν και δώδεκα μέρες ο Έκτορας μένει άταφος, το σώμα του το προστατεύει από την ανήκουστη σκληρότητα ο θεός που τον αγάπησε, ο Απόλλωνας:
"Με τ' ολόχρυσο σκουτάρι του τρογύρα
τον σκέπαζε όλο, ως τον βωλόσουρνε μην ξεγδαρθεί στο χώμα".
( Ιλιάδα ραψ. Ω ). ·

Κι από κοντά η Αφροδίτη έδιωχνε τα σκυλιά, να μη ζυγώσουν και τον κατασπαράξουν.
Τον άλειψε μάλιστα με αθάνατο ροδόνερο και τον σκεπάζει με παχύ γαλάζιο σύννεφο να μην ξεράνει ο ήλιος το δέρμα του.....
Η ύβρη του Αχιλλέα όλο και φουσκώνει 12 ημέρες τώρα...
Η ασέβεια στο νεκρό τρέφει την ικανοποίηση για την εκδίκηση, που στο όνομα της φιλίας παίρνει...
Η λογική καταργείται και το θυμοειδές κάνει κράτος στην ψυχή του.
Ο θεός, που υπεραγαπά τον Έκτορα, δεν αντιδρά, αφήνει τον Αχιλλέα να παραδοθεί στης Άτης τα πλοκάμια και μετά στης μοίρας τα γραμμένα.....
---------------------
[1] Frey, “Hektor”, Bern Program 1895. Σκοτώθηκαν 189 επώνυμοι Τρώες και 53 επώνυμοι Έλληνες. Εξ αυτών, ο Έκτωρ σκότωσε 28 Έλληνες [ο Scott μάλλον εννοεί ότι όλοι οι Τρώες νεκροί υπήρξαν αριστοκράτες ενώ οι Έλληνες νεκροί ήταν συνήθως ταπεινής καταγωγής (εξ ου και ανώνυμοι). Κατά κανόνα στον Όμηρο, όσο σπουδαιότερης καταγωγής ήταν ο άνδρας, τόσο καλλίτερος μαχητής θεωρείται].
[2] [«Στους Τρώες αρχηγός ήταν ο μέγας Έκτορας το λοφίο της περικεφαλαίας του οποίου ανεμίζει, ο γιος του Πριάμου. Μαζί με αυτόν ανυπόμονα πολλοί και άριστοι πολεμιστές οπλίζονταν»].
[3] [«Ελεεινέ Πάρι, στη μορφή πανέμορφε, που επιθυμείς ασυγκράτητα τις γυναίκες να ξεμυαλίζεις, μακάρι να μην είχες ποτέ γεννηθεί και άγαμος να πέθαινες»].
[4] [«Αλλά οι Τρώες είναι πολύ ελαστικοί ειδάλλως σε χιτώνα από πέτρες θα βρισκόσουν για τόσα κακά που τους έχεις προξενήσει»].
[5] [«Τότε υποχώρησαν οι [Τρώες] πρόμαχοι και ο λαμπρός Έκτωρ»].
[6] [«Γενναιόψυχοι Τρώες και επιφανείς σύμμαχοι! Φερθείτε ως άνδρες, φίλοι, και φέρτε στο νου σας την ασυγκράτητη ανδρεία σας καθώς επιστρέφω στο Ίλιον προκειμένου να ζητήσω από τους γέροντες και τις γυναίκες να προσευχηθούν στους θεούς και να τάξουν εκατόμβες»].
[7] [«Γιατί το γνωρίζω καλά, και στην καρδιά και στην ψυχή, ότι θα έρθει η ημέρα όπου το ιερό Ίλιον θα χαθεί όπως και ο Πρίαμος με τον πολεμικό λαό του»].
[8] [“The parting of Hector and Andromache”, The Classical Journal, 9 (1914), 274-277].
[9] [Το τέλος της πρώτης ημέρας της μάχης, ακολούθησαν δύο ημέρες ανακωχής, Η 421-432 και Η 433 επ.]
[10] [«Να πιούμε έναν κρατήρα για τη σωτηρία μας στα μέγαρα»].
[11] [«Επιθυμώ να χρησμοδοτήσω σε εσάς... διότι βρίσκομαι ήδη στη στιγμή που οι άνθρωποι καλλίτερα χρησμοδοτούν, όταν μέλλει να πεθάνουν»].
[12] [«Σε κάθε περίπτωση, ας πας στο καλό» (ο Scott παραθέτει τη φράση στην ελληνική)].
[13] [Η φράση, που μεταφράζεται ως «σπαράζει το πάθος σε κουρέλια», προέρχεται από τον «Άμλετ» III, ii. Σημαίνει ότι ο ηθοποιός δεν χρειάζεται να χειρονομεί έντονα ή να φωνάζει προκειμένου να συγκινήσει τον θεατή αλλά το πάθος πρέπει να προέρχεται από την εγκράτεια και ευγένεια του υποκριτού].
[14] [Ο Scott παραθέτει τη φράση στην ελληνική].
[15] [«Με κελεύεις να εμπιστευτώ την τύχη μου στα πτηνά με τις μακριές φτερούγες. Δεν ενδιαφέρομαι γι’ αυτά, ούτε προσέχω αν πετούν από τα δεξιά και προς τον ήλιο στην ανατολή ή από τα αριστερά προς τη σκοτεινή δύση... Ένας είναι ο άριστος οιωνός, να πολεμάς για την πατρίδα σου»].
[16] [«Πολεμάτε όλοι μπροστά στα πλοία και αν κάποιος σκοτωθεί χτυπημένος από βλήμα ή κοντάρι, ας συναντήσει τον θάνατο γνωρίζοντας ότι είναι ένδοξο να πεθαίνει κάποιος για την πατρίδα του. Αλλά η γυναίκα και τα παιδιά που αφήνει πίσω, και το σπίτι και τα κτήματα θα γλυτώσουν, αν οι Αχαιοί αναχωρήσουν με τα πλοία για τη γλυκιά γη της πατρίδας τους»].
[17] [«Έλα πιο κοντά προκειμένου να βρεις τον θάνατο ταχύτερα»].
[18] [«Γιέ του Πηλέα, μην ελπίζεις ότι σαν να ήμουν νήπιο θα με φοβίσεις με τα λόγια αυτά, γιατί μπορώ και εγώ να πω άσχημα λόγια και βρισιές. Γνωρίζω ότι είσαι φοβερός μαχητής και ότι εγώ είμαι πολύ κατώτερός σου»].
[19] [«Έτσι πραγματοποίησαν την ταφή του ιπποδαμαστή Έκτορα»].
[20] History of Greek Literature, I, 87.
[21] Neue Jahrbücher, VII, 657, XIII, 1.
[22] Studniczka, Kyrene, Anhang II.
[23] Ο χρησμός αυτός και το σχόλιο αναλύονται από τον Radtke, Hermes, XXXVI, 35.
[24] [«Επειδή οι Θηβαίοι στη Βοιωτία βασανίζονταν από ατυχίες, ζήτησαν χρησμό για το πώς θα απαλλαγούν απ’ αυτές. Ο χρησμός έλεγε ότι θα απαλλαγούν από τα δεινά εάν από το Οφρύνιο της Τρωάδος έφερναν τα οστά του Έκτορος στην περιοχή όπου οι Θηβαίοι αποκαλούν Διός γονάς. Αυτοί τούτο πραγματοποίησαν και από τις ατυχίες απαλλάγησαν…»].
[25] “Hector as a Theban hero in the light of Hesiod and Pindar”, The American Journal of Philology, 35 (1914), 309-317 [πρόκειται για το πρώτο μέρος ενός άρθρου υπό τον τίτλο: “Two Homeric personages”]. Έχω αναπτύξει παλαιότερα την ανεξαρτησία του Ομήρου όπως καταδεικνύεται στα έργα των Ησιόδου και Πινδάρου (A comparative study of Hesiod and Pindar, Johns Hopkins University, διδακτορική διατριβή, 1898) [βλ. συνοπτικώς σελ. 45-46. Να σημειωθεί ότι οι μύθοι και παραδόσεις που απαντούν σε διαφορετική μορφή στον Όμηρο απ’ ό,τι στους Ησίοδο και Πίνδαρο, δεν σχετίζονται με τα τρωϊκά. Ο Scott στη διατριβή του δεν αναφέρει αν κάτι απ’ όσα γράφει ο Όμηρος για τα τρωϊκά απαντά στους Ησίοδο και Πίνδαρο].
[26] [«…της Τροίας ακαταμάχητη και αδάμαστη κολώνα»].
[27] [«Ο ταχύς στα πόδια Αχιλλεύς». Απαντά σποραδικώς στην Ιλιάδα, βλ., π.χ., Α 364, Ι 307, Σ 187].
[28] [“Paris and Hector in tradition and in Homer”, Classical Philology, 8 (1913), 160-171].
[29] [Ο Frederick Combellack, “Homer and Hector”, The American Journal of Philology, 65 (1944), 209-243, σημειώνει (σελ. 220-221) ότι στην επιτομή του Πρόκλου για τα «Κύπρια» αναφέρονται διάφοροι Τρώες ήρωες και οι πράξεις τους. Για παράδειγμα, η Αφροδίτη προτρέπει τον υιό της Αινεία να ταξιδέψει στην Ελλάδα με τον Πάρι, η Κασσάνδρα προφητεύει το μέλλον, ο Αχιλλεύς αρπάζει τα βόδια του Αινεία, ο Τρωίλος φονεύεται από τον Αχιλλέα κτλ. Απαντώντας (“Homer and Hector”, The American Journal of Philology, 66 (1945), 187-189), ο Scott επισημαίνει ότι οι αναφορές του Combellack είναι ορθές, εν τούτοις το γεγονός ότι ο τάδε σκοτώνεται από τον Αχιλλέα ή ο Αχιλλεύς αρπάζει τα βόδια του δείνα ή κάποιος άλλος πείθεται να ταξιδέψει, δεν αποτελεί κατόρθωμα. Το μόνο κατόρθωμα το οποίο αποδίδεται σε Τρώα πλην του Πάριδος στα «Κύπρια», είναι ο φόνος του Πρωτεσιλάου από τον Έκτορα, περιστατικό το οποίο ο Scott θεωρεί αλλοίωση της Ιλιάδος από τον ποιητή των «Κυπρίων»].
[30] [«Και πεθαίνει ο Πρωτεσίλαος από τον Έκτορα»].
[31] [«Θεϊκός», «ο οποίος μοιάζει με θεό», «βασιλικός». Απαντούν σποραδικώς στην Ιλιάδα, π.χ., Γ 329, Ζ 332, Δ 96 αντιστοίχως].
[32] [«Στη μορφή πανέμορφος»].
[33] [Ο Πάρις πρότεινε να κρατήσει την Ελένη αλλά να επιστρέψει την περιουσία της προσθέτοντας σε αυτήν πολλά ακόμη δώρα· οι Έλληνες απέρριψαν την πρόταση].
[34] [«Προσβλέποντας στον Πάρι»].
[35] [«Να δίνει θάρρος στους συντρόφους του και να τους προτρέπει να πολεμήσουν»].
[36] Βλ. Leaf, Troy, 159.
[37] [«Ο Πρίαμος με το καλό δόρυ από μελιά». Απαντά συχνά, βλ., π.χ., Δ 165, Ζ 449].
[38] [«Σύμβουλος ισότιμος των θεών»].
[39] [«Γερός στα πόδια» και «ταχύς στα πόδια». Απαντούν συχνά, βλ, π.χ., Α 121, Υ 445, Ψ 889 και Π 48, Ψ 93, Ω 138 αντιστοίχως].
[40] [«Πορθητής των πόλεων»].
[41] [Το γεγονός ότι ο Έκτωρ αντιμετωπίζει τόσο συχνά τον Αίαντα δεν αποτελεί απόδειξη για την ύπαρξη κάποιας προομηρικής παραδόσεως. Ο Όμηρος αναφέρει σαφώς ότι ο Αίας ήταν ο καλλίτερος στρατιώτης μετά τον Αχιλλέα. Επομένως, κατά την απουσία του Αχιλλέως, ήταν φυσιολογικό να αντιμετωπίζει αυτός τον πολέμαρχο των Τρώων. Με την επιστροφή του Αχιλλέως, ο Αίας απομακρύνεται από το προσκήνιο και ο πολέμαρχος των Ελλήνων, ο Αχιλλεύς, αντιμετωπίζει και φονεύει τον πολέμαρχο των Τρώων, τον Έκτορα. Βλ. “Paris and Hector…”, ό.π. 171].
[42] [Όλοι αναφέρονται στο “Paris and Hector…”, ό.π. 166].
[43] [Αντιθέτως, ο Denys Page, «Η Ιλιάς και η ιστορία» (ελληνική έκδοση Παπαδήμας 1968), σελ. 281, πιστεύει ότι αυτό το πλήθος επιθέτων (και γενικότερα το ευρύ στερεότυπο λεξιλόγιο το οποίο χρησιμοποιείται για τον Έκτορα), που απαντά σε πολλές κλητικές πτώσεις και σε διαφόρους συνδυασμούς ώστε να διευκολύνεται η διαμόρφωση του μέτρου, δεν μπορεί παρά να αποτελεί δημιουργία μακράς εξελίξεως και όχι δημιουργία ενός μόνου ποιητού].
[44] [Ο οποίος να είναι ο ίδιος σημαντικός (π.χ. ο Αγαμέμνων ή ο Νέστωρ) και να μην αντλεί τη θέση του στο ποίημα από τη σπουδαιότητα κάποιου άλλου. Για παράδειγμα, ο Πάτροκλος όχι μόνον δεν διέθετε στρατό (δεν αναφέρεται στον κατάλογο των νεών, Β 685-694) αλλά δεν ήταν καν διοικητής ενός εκ των πέντε ταγμάτων του στρατού των Μυρμιδόνων (Π 171-197), ούτε φαίνεται να διέθετε κάποια άλλη ιδιότητα (π.χ. ο Κάλχας δεν διοικούσε στρατό αλλά ήταν μάντης) ή να πραγματοποίησε κάποιο κατόρθωμα. Χωρίς τη φιλία του Αχιλλέως, ο Πάτροκλος μάλλον θα μας ήταν άγνωστος].
[45] [«Τον Λυκάονα ο Πάτροκλος τον πηγαίνει στη Λήμνο όπου τον πωλεί για δούλο»].
[46] [Για τον Φοίνικα βλ. λεπτομερώς, “Phoenix in the Iliad”, The American Journal of Philology, 33 (1912), 68-77].
[47] [Το κείμενο του σχολιαστού: «Ὁ φρόνιμος καὶ θεὸν τιμᾶν οἶδε καὶ οἰωνοῖς πείθεσθαι, ὅπερ Ἕκτωρ οὐ συνίησιν» δηλαδή: «Ο φρόνιμος και τον θεό τιμά και στους οιωνούς τους οποίους αντιλαμβάνεται πείθεται, γεγονός το οποίο ο Έκτωρ δεν κατανόησε»].
[48] [“The choice of Paris in Homer”, The Classical Journal, 14 (1919), 329-330].