Δευτέρα, 17 Ιουλίου 2017

ΡΗΤΟΡΙΚΗ: ΔΗΜΟΣΘΕΝΗΣ - Περὶ συντάξεως (11-17)

[11] Τί οὖν ταῦτα νῦν, [φαίη τις ἄν,] λέγω; ὅτι φημὶ δεῖν ὑμᾶς, ἐπειδὴ τὸ μὲν πάντας μισθοφορεῖν δυσχεραίνουσί τινες, τὸ δὲ συνταχθῆναι καὶ παρασκευασθῆναι παρὰ πάντων χρήσιμον εἶναι δοκιμάζεται, ἐντεῦθεν ἄρξασθαι τοῦ πράγματος, καὶ προθεῖναι περὶ τούτων τῷ βουλομένῳ γνώμην ἀποφήνασθαι. ὡς οὕτως ἔχει· ἂν μὲν ὑμεῖς νῦν πεισθῆτε τούτων καιρὸν εἶναι, ὅταν αὐτῶν εἰς χρείαν ἔλθητε, ἕτοιμ᾽ ὑπάρξει· ἂν δ᾽ ἀκαιρίαν ἡγησάμενοι παρίδητε, ὅταν δέῃ χρῆσθαι, τότ᾽ ἀναγκασθήσεσθε παρασκευάζεσθαι.

[12] Ἤδη δέ τις εἶπεν ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοί που λέγων, οὐχ ὑμῶν τῶν πολλῶν, ἀλλὰ τῶν διαρρηγνυμένων εἰ ταῦτα γενήσεται, «τί δ᾽ ὑμῖν ἐκ τῶν Δημοσθένους λόγων ἀγαθὸν γέγονεν; παρελθὼν ὑμῶν, ὅταν αὐτῷ δόξῃ, ἐνέπλησε τὰ ὦτα λόγων, καὶ διέσυρε τὰ παρόντα, καὶ τοὺς προγόνους ἐπῄνεσεν, καὶ μετεωρίσας καὶ φυσήσας ὑμᾶς κατέβη.»

[13] ἐγὼ δ᾽ εἰ μὲν ὑμᾶς δυναίμην ὧν λέγω τι πεῖσαι, τηλικαῦτ᾽ ἂν οἶμαι τὴν πόλιν πρᾶξαι ἀγαθὰ ὥστ᾽, εἰ νῦν εἰπεῖν ἐπιχειρήσαιμι, πολλοὺς ἂν ἀπιστῆσαι ὡς μείζοσιν ἢ δυνατοῖς· οὐ μὴν οὐδὲ τοῦτο μικρὸν ὠφελεῖν οἶμαι, εἰ τὰ βέλτιστ᾽ ἀκούειν ὑμᾶς συνεθίζω. δεῖ γάρ, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, τὸν βουλόμενόν τι ποιῆσαι τὴν πόλιν ἡμῶν ἀγαθὸν τὰ ὦτα πρῶτον ὑμῶν ἰάσασθαι· διέφθαρται γάρ· οὕτω πολλὰ καὶ ψευδῆ καὶ πάντα μᾶλλον ἢ τὰ βέλτιστ᾽ ἀκούειν εἴθισθε.

[14] οἷον (ὅπως δὲ μὴ θορυβήσει μοι μηδείς, πρὶν ἂν ἅπαντ᾽ εἴπω) ἀνέῳξαν δήπου πρώην τινὲς τὸν ὀπισθόδομον. οὐκοῦν οἱ παριόντες ἅπαντες τὸν δῆμον καταλελύσθαι, τοὺς νόμους οὐκέτ᾽ εἶναι, τοιαῦτ᾽ ἔλεγον. καίτοι, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, (καὶ σκοπεῖτ᾽ ἂν ἀληθῆ λέγω) οἱ μὲν ταῦτα ποιοῦντες ἄξι᾽ ἐποίουν θανάτου, ὁ δῆμος δ᾽ οὐ διὰ τούτων καταλύεται. πάλιν κώπας τις ὑφείλετο· μαστιγοῦν, στρεβλοῦν πάντες οἱ λέγοντες, τὸν δῆμον καταλύεσθαι. ἐγὼ δὲ τί φημί; τὸν μὲν ὑφαιρούμενον θανάτου ποιεῖν ἄξια, ὥσπερ ἐκεῖνοι, τὸν δῆμον δ᾽ οὐ διὰ τούτων καταλύεσθαι.

[15] ἀλλὰ πῶς καταλύεται, οὐδεὶς λέγει οὐδὲ παρρησιάζεται. ἐγὼ δὲ φράσω· ὅταν ὑμεῖς, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, φαύλως ἠγμένοι, πολλοὶ καὶ ἄποροι καὶ ἄοπλοι καὶ ἀσύντακτοι καὶ μὴ ταὐτὰ γιγνώσκοντες ἦτε, καὶ μήτε στρατηγὸς μήτ᾽ ἄλλος μηδεὶς ὧν ἂν ὑμεῖς ψηφίσησθε φροντίζῃ, καὶ ταῦτα μηδεὶς λέγειν ἐθέλῃ μηδ᾽ ἐπανορθοῖ, μηδ᾽ ὅπως παύσεται τοιαῦτ᾽ ὄντα πράττῃ, ὃ νῦν ἀεὶ συμβαίνει.

[16] καὶ νὴ Δί᾽, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, ἕτεροί γε λόγοι παρερρυήκασι πρὸς ὑμᾶς ψευδεῖς, καὶ πολλὰ τὴν πολιτείαν βλάπτοντες, οἷον «ἐν τοῖς δικαστηρίοις ὑμῖν ἐστιν ἡ σωτηρία,» καὶ «δεῖ τῇ ψήφῳ τὴν πολιτείαν ὑμᾶς φυλάττειν.» ἐγὼ δ᾽ οἶδ᾽ ὅτι ταῦτα μὲν ὑμῖν [τὰ δικαστήρια] τῶν πρὸς ἀλλήλους δικαίων ἐστὶ κύρια, ἐν δὲ τοῖς ὅπλοις δεῖ κρατεῖν τῶν ἐχθρῶν, καὶ διὰ τούτων ἐστὶν ἡ σωτηρία τῆς πολιτείας.

[17] οὐ γὰρ τὸ ψηφίσασθαι τοῖς ἐν τοῖς ὅπλοις ποιήσει τὸ νικᾶν, ἀλλ᾽ οἱ μετὰ τούτων κρατοῦντες τοὺς ἐχθροὺς καὶ ψηφίζεσθαι καὶ ἄλλ᾽ ὅ τι ἂν βούλησθε ποιεῖν ὑμῖν ἐξουσίαν καὶ ἄδειαν παρασκευάσουσι· δεῖ γὰρ ἐν μὲν τοῖς ὅπλοις φοβερούς, ἐν δὲ τοῖς δικαστηρίοις φιλανθρώπους εἶναι.

***
[11] Τότε λοιπόν ποιος ο λόγος, θα μπορούσε να πει κανείς, που λέω τώρα αυτά; Επειδή φρονώ ότι, καθώς μερικοί δυσαρεστούνται με την αρχή να υπηρετούν με μισθό όλοι οι πολίτες, ενώ η οργάνωση και η προετοιμασία επιδοκιμάζεται από όλους ως κάτι χρήσιμο, πρέπει να ξεκινήσετε το πράγμα από αυτό το σημείο και να δώσετε στον καθένα, αν το θέλει, την ευκαιρία να εκφράσει τις απόψεις του πάνω στα θέματα αυτά. Γιατί το ζήτημα έχει ως εξής: αν εσείς πεισθείτε ότι τώρα είναι η κατάλληλη στιγμή γι᾽ αυτές τις αλλαγές, όλα θα είναι έτοιμα όταν τα χρειαστείτε· αν όμως θεωρήσετε αυτήν τη στιγμή ως ακατάλληλη και την αφήσετε ανεκμετάλλευτη, τότε θα αναγκασθείτε να προετοιμάζεστε όταν ακριβώς θα χρειαστεί να τα χρησιμοποιήσετε.

[12] Ήδη, Αθηναίοι, κάποιος μιλώντας κάπου, όχι κανείς από σας εδώ τους πολλούς, αλλά από αυτούς που θα εκραγούν, αν πραγματοποιηθούν αυτές οι αλλαγές, είπε: «τι καλό έχει γίνει ως τώρα από τους λόγους του Δημοσθένη; Ανεβαίνει στο βήμα, όταν αυτός κρίνει, γεμίζει συνήθως τα αυτιά σας με λόγια, διασύρει τη σημερινή κατάσταση, εξυμνεί τους προγόνους μας και στη συνέχεια κατεβαίνει από το βήμα, αφού προηγουμένως έχει αναπτερώσει τις ελπίδες μας και μας έχει γεμίσει με υπερηφάνεια».

[13] Αν όμως μπορούσα εγώ να σας πείσω για κάτι από όσα προτείνω, πιστεύω ότι θα πρόσφερα τόσο μεγάλα οφέλη στην πόλη, ώστε, αν επιχειρούσα να τα αναφέρω τώρα, πολλοί από σας δεν θα τα πίστευαν, επειδή κατά τη γνώμη τους θα ήταν μεγαλύτερα παρά τέτοια που θα μπορούσαν να πραγματοποιηθούν (: θα ξεπερνούσαν τα όρια του δυνατού). Ωστόσο, αν σας συνηθίζω να ακούτε τις καλύτερες συμβουλές και αυτό ακόμη δεν το θεωρώ μικρό όφελος για σας. Γιατί αυτός που επιθυμεί, Αθηναίοι, να κάνει κάποιο καλό στην πόλη, πρέπει πρώτα να καθαρίσει τα αυτιά σας, γιατί έχουν πάθει μεγάλη ζημιά: έχετε συνηθίσει να ακούτε τόσα πολλά ψέματα και τα πάντα μάλλον παρά τα καλύτερα.

[14] Για παράδειγμα (και ας μη με διακόψει κανείς με τις φωνασκίες του πριν τελειώσω αυτό που έχω να σας διηγηθώ): κάποιοι πριν λίγο καιρό διέρρηξαν, όπως γνωρίζετε, τον οπισθόδομο του Παρθενώνα. Με αφορμή λοιπόν αυτήν την ενέργεια όλοι όσοι πέρασαν από το βήμα έλεγαν ότι έχει καταλυθεί η δημοκρατία, ότι δεν υπάρχουν πια νόμοι και άλλα παρόμοια. Παρ᾽ όλα αυτά, Αθηναίοι (σημειώστε αν όσα λέγω είναι αληθινά) παρόλο που όσοι έκαναν αυτά άξιζε να πεθάνουν, η δημοκρατία δεν κινδυνεύει να καταλυθεί από τέτοιες ενέργειες. Κάποιαν άλλη φορά έκλεψε κάποιος κουπιά. «Μαστιγώστε τον, βασανίστε τον» φώναζαν όλοι οι ρήτορες, «η δημοκρατία καταλύεται». Ποια είναι η δική μου γνώμη; Υποστηρίζω, όπως και εκείνοι, ότι ο κλέφτης αξίζει την ποινή του θανάτου, αλλά η δημοκρατία δεν κινδυνεύει να καταλυθεί από τέτοιες ενέργειες.

[15] Κανένας όμως δεν αναφέρει ούτε και έχει το θάρρος να πει ποιος είναι ο πραγματικός κίνδυνος της κατάλυσης του δημοκρατικού πολιτεύματος. Θα σας πω εγώ όμως ποιος είναι: η δημοκρατία, Αθηναίοι, κινδυνεύει, όταν σας παρασύρουν σε λάθος δρόμο, όταν παρά το πλήθος σας είστε αβοήθητοι, άοπλοι, ανοργάνωτοι και διαφωνείτε, όταν ούτε κάποιος στρατηγός ούτε άλλος κανένας δεν ενδιαφέρεται για όσα εσείς θα αποφασίσετε, όταν κανένας δεν θέλει να σας πει αυτά ούτε και να διορθώσετε τα σφάλματά σας, όταν κανένας δεν προβαίνει σε καμιάν ενέργεια για να πάψει να υπάρχει μια τέτοια κατάσταση, που τώρα αποτελεί κάτι το μόνιμο.

[16] Ναι, μα τον Δία, έχουν κατορθώσει να περάσουν σε σας άλλα λόγια ψεύτικα, που κάνουν μεγάλο κακό στην πολιτεία, όπως «στα δικαστήρια βρίσκεται η σωτηρία σας» και «πρέπει με την ψήφο σας να διαφυλάξετε την πολιτεία». Δεν αμφιβάλλω ότι, όσον αφορά αυτά, τα δικαστήρια είναι αρμόδια (: κυρίαρχα) στο να εξασφαλίζουν τα δίκαια των πολιτών μεταξύ τους· τους εχθρούς όμως πρέπει να τους κατακτήσετε με τα όπλα και από αυτά εξαρτάται η σωτηρία της πολιτείας.

[17] Γιατί δεν θα δώσουν τη νίκη στους στρατιώτες σας οι αποφάσεις, αλλά όσοι με τη βοήθεια των όπλων υπερισχύσουν των εχθρών, αυτοί είναι εκείνοι που θα δώσουν σε σας τη δυνατότητα και το ελεύθερο και να ψηφίζετε και γενικά να κάνετε ό,τι θέλετε. Γιατί στις μάχες πρέπει να είστε φοβεροί, στα δικαστήρια όμως συμπονετικοί.

Ἡ γέννηση τῆς πόλης: ἡ ἀνάδειξη τοῦ πολιτικοῦ στοιχείου

Στήν προσπάθειά μας νά ἐρευνήσουμε τήν πολιτική ὀργάνωση τοῦ κόσμου τῶν ἐπῶν καί νά φωτίσουμε τά σημεῖα τοῦ κειμένου πού ἀναγγέλλουν τή γέννηση τῆς πόλης, πρέπει νά λάβουμε ὑπόψη ὅτι οἱ περισσότεροι ἥρωες τῆς Ἰλιάδας καί τῆς Ὀδύσσειας εἶναι βασιλιάδες. Πρέπει λοιπόν κατ’ ἀρχάς νά ἀναλύσουμε τή φύση τῆς βασιλείας κατά τούς «ἡρωικούς χρόνους».
 
1. Ο ΘΕΣΜΟΣ ΤΗΣ ΒΑΣΙΛΕΙΑΣ ΣΤΑ ΟΜΗΡΙΚΑ ΕΠΗ
 
Πρόκειται γιά ἕνα πρόβλημα πολύπλοκο, πού ἔχει γίνει ἀντικείμενο πολυάριθμων συζητήσεων μέ συχνά ἀντιφατικά συμπεράσματα. Ἄς ἀρχίσουμε ὅμως μέ τόν ἐνδιαφέροντα ὁρισμό πού δίνει ὁ Ἀριστοτέλης στό Γ' βιβλίο τῶν Πολιτικῶν. Ὁ φιλόσοφός του 4ου αἰώνα ὑποστηρίζει ὅτι ἡ βασιλεία στούς ὁμηρικούς χρόνους στηριζόταν «στή συγκατάθεση τῶν ὑπηκόων, ἦταν κληρονομική καί λειτουργοῦσε σύμφωνα μέ τό νόμο». Καί προσθέτει: «Ἐπειδή δηλαδή οἱ πρῶτοι πρόγονοι ἀναδείχτηκαν εὐεργέτες τοῦ λαοῦ στίς τέχνες ἤ στόν πόλεμο, ἤ ἐπειδή συγκέντρωσαν σέ συνοικισμούς τούς διασπαρμένους, ἤ ἐπειδή ἔδωσαν γῆ στούς ἀκτήμονες, ἔγιναν βασιλιάδες μέ τή θέληση τοῦ λαοῦ καί παρέδιδαν τή βασιλεία κληρονομικά στούς διαδόχους τους. Εἶχαν τήν ἀρχιστρατηγία σέ καιρό πολέμου καί τελοῦσαν τίς θυσίες πού δέν ἦταν στή δικαιοδοσία τῶν ἱερέων, καί ἐπιπλέον γίνονταν καί κριτές στίς δίκες, ἄλλοι χωρίς νά ὁρκιστοῦν καί ἄλλοι ἀφοῦ ἔκαναν ὅρκο ὅτι θά κρίνουν δίκαια· ὁ ὅρκος ἦταν νά ὑψώνουν τό σκῆπτρο πρός τόν οὐρανό. Οἱ βασιλεῖς λοιπόν κατά τούς ἀρχαίους χρόνους εἶχαν συνεχή ἐξουσία καί στά θέματα τῆς πόλης καί σέ ἄλλα τοπικά θέματα, καθώς καί στίς ἐξωτερικές ὑποθέσεις» (Πολιτικά Γ΄ 1285b, 5-14).
 
Κατά πόσο ἄραγε ἰσχύει αὐτός ὁ ὁρισμός γιά τούς ἥρωες τῆς Ἰλίαδας καί τῆς Ὀδύσσειας, τήν προέλευση καί τή μεταβίβαση τῆς βασιλικῆς ἐξουσίας τους, τήν ἔκταση καί τά ὅριά της; Γιά τήν προέλευση τῆς βασιλείας τά ἔπη δέν μᾶς δίνουν καμία πληροφορία. Ἀπό τά λόγια ὅμως τοῦ Ἀγαμέμνονα, ὅταν κατηγορεῖ τόν Ἀχιλλέα ὡς τόν πιό μισητό ἀπ' ὅλους τους διογενεῖς βασιλιάδες συνάγεται ὅτι ἡ βασιλική ἐξουσία εἶχε προέλευση θεϊκή. Πράγματι, ὅπως ἔχουμε ἤδη ἀναφέρει, οἱ περισσότεροι ἥρωες ἦταν καρποί τῆς ἕνωσης ἕνος θεοῦ ἤ μίας θεᾶς μέ ἕναν θνητό ἤ μιά θνητή. Σ’ αὐτή τήν καταγωγή κυρίως στηριζόταν τό βασιλικό τους ἀξίωμα καί ὄχι στή θέληση τοῦ λαοῦ καί τά εὐεργετήματα πού ἀναφέρει ὁ Ἀριστοτέλης. Ὁ ὁρισμός ὅμως τοῦ φιλοσόφου ἀληθεύει στίς ἑξῆς τρεῖς περιπτώσεις: πρῶτα πρῶτα στήν περίπτωση τοῦ Βελλεροφόντη, πού ἀπέκτησε τό βασίλειο τῆς Λυδίας ἀφοῦ ἔκανε πολλά κατορθώματα στήν ὑπηρεσία τοῦ βασιλιᾶ τῶν Λυκίων (Ζ 178 κέ.)· ἐπίσης στήν περίπτωση τοῦ Ἀλκινόου, τοῦ βασιλιᾶ τῶν Φαιάκων, ἤ τοῦ πατέρα τοῦ Ναυσιθόου, ὁ ὁποῖος πράγματι συνένωσε τούς Φαίακες καί ἀπό «τήν Ὑπέρεια τήν ἁπλόχωρη» τούς ἔφερε στή Σχερία, ὅπου «τήν πόλη μέ τειχιά περίζωσε, τούς ἔχτισε καί σπίτια, | καί στούς θεούς ναούς ἐσήκωσε, καί μοίρασε χωράφια» (ζ 9-10). Τέλος, στήν περίπτωση τοῦ Ὀδυσσέα, τοῦ βασιλιᾶ τῆς Ἰθάκης, ὁ ὁποῖος, σύμφωνα μέ τά λόγια της Πηνελόπης, «ποτέ κανέναν δέν ἀδίκησε μέ λόγο γιά μέ πράξη» (δ 690). Ἄρα ἡ βασιλική ἐξουσία στόν κόσμο πού περιγράφει ὁ Ὁμηρος στηριζόταν στήν πολεμική ὑπεροχή, στό συνοικισμό τῶν κατοίκων καί τή διανομή τῆς γῆς, στήν εὔνοια πρός τό λαό καί στή φροντίδα ὥστε νά θριαμβεύει πάντα ἡ δικαιοσύνη.
 
Ὡστόσο, πρέπει νά εἴμαστε ἐπιφυλακτικοί ὡς πρός τόν τρόπο μέ τόν ὁποῖο ἕνας φιλόσοφός του 4ου αἰώνα ἑρμηνεύει τίς περιπτώσεις αὐτές πού προέρχονται ἀπό μιά ἐντελῶς διαφορετική ἐποχή καί νοοτροπία. Εἶναι βέβαια φανερό ὅτι τήν τελευταία αὐτή περίοδο τῶν σκοτεινῶν χρόνων, στήν ὁποία ἀναφέρονται τά ποιήματα, κάθε ἐξουσία ἀπέρρεε κυρίως ἀπό τήν πολεμική ἰσχύ. Μολονότι ὅμως ἡ ἱστορία τοῦ Ναυσιθόου παραπέμπει, ὅπως ἤδη πολλές φορές ἀναφέραμε, στήν ὀργάνωση τῶν ἀποικιῶν καί τίς ἐξουσίες τοῦ οἰκιστῆ, τοῦ ἱδρυτῆ δηλαδή τῆς νέας πόλης, ἡ περίπτωση τοῦ Ὀδυσσέα φέρνει στήν ἐπιφάνεια τό σημαντικό πρόβλημα τῆς δικαιοσύνης στίς σχέσεις τοῦ βασιλιᾶ, ἤ τῶν βασιλιάδων, μέ τό λαό. Εἶναι ἐνδιαφέρον ὅτι ὁ ποιητής, στό ἴδιο χωρίο, ἀντιπαραθέτει τήν ἀδικία τῶν ἄλλων βασιλιάδων στή δίκαιη διακυβέρνηση τοῦ Ὀδυσσέα. Αὐτό μας θυμίζει τάς σκολιάς δίκας τῶν βασιλιάδων τοῦ Ἡσιόδου. Ἄλλα στό θέμα αὖτο θά ἐπανέλθουμε.
 
Ὁ Ἀριστοτέλης στόν ὁρισμό του ἐμμένει καί στόν κληρονομικό χαρακτήρα τῆς βασιλείας τῶν ἡρωικῶν χρόνων. Ἀλλά καί στό σημεῖο αὐτό τά ἔπη δέν μᾶς παρέχουν παρά μόνο ἐλλιπεῖς, ἄν ὄχι ἀντιφατικές, πληροφορίες. Οἱ περισσότεροι ἥρωες, ὅπως φαίνεται, κληρονόμησαν ἤ πρόκειται νά κληρονομήσουν τήν πατρική βασιλική ἐξουσία: εἶναι οἱ περιπτώσεις τοῦ Ἀχιλλέα, πού ὁ πατέρας του ὁ Πηλέας εἶναι βασιλιάς τῶν Μυρμηδόνων, τοῦ Ἀγαμέμνονα, τοῦ Μενελάου, καί ἀσφαλῶς τοῦ Ἀλκινόου, πού ἀνέβηκε στό θρόνο μετά τό θάνατο τοῦ πατέρα του Ναυσιθόου. Ὑπάρχουν ὅμως καί δύο ἐξαίρεσεις ὅπου δέν ἐφαρμόζεται αὐτός ὁ κανόνας: ἡ μία εἶναι ὁ Πρίαμος, παρά τό γεγονός ὅτι ἔχει τόσο πολλούς ἀπογόνους. Ἄν πεθάνει ὁ Ἕκτωρ, ὁ πιό γενναῖος καί ἱκανός γιός του, τόν Πρίαμο δέν θά τόν διαδεχτεῖ κάποιος ἀπό τους ἄλλους γιούς του, ἀλλά ὁ Αἰνείας. Ἔτσι τουλάχιστον προφητεύει ὁ Ποσειδῶν (Τ 307), ἐπιβεβαιώνοντας παραδόξως ὅσα ἔλεγε ὁ Ἀχιλλέας στόν ἴδιο τόν Αἰνεία (Τ 178 κέ.):
 
«Αἰνεία, τί τόσο ἀπό τό ἀσκέρι σας ξαλάργαρες κι ἐστάθης; Μπᾶς κι ἡ καρδιά σου τώρα σ’ ἔσπρωξε νά χτυπηθεῖς μαζί μου, μέσα στούς Τρῶες τούς ἀλογάρηδες λογιώντας ν’ ἀφεντέψεις, τήν ἐξουσία τοῦ Πρίαμου παίρνοντας;»
 
Ἡ δεύτερη ἐξαίρεση μᾶς ὁδηγεῖ ἄλλη μιά φορά στήν Ἰθάκη. Ἡ οἰκογένεια τοῦ Ὀδυσσέα εἶναι «ἡ πιό βασιλική οἰκογένεια» τοῦ νησιοῦ. Ὁ Ὀδύσσεας διαδέχτηκε τόν πατέρα τοῦ Λαέρτη στό θρόνο τῆς Ἰθάκης. Ὁ Λαέρτης ὅμως ζεῖ, καί δέν γνωρίζουμε τί τόν ἀνάγκασε νά ἀποσυρθεῖ στήν ἐξοχή καί νά παραιτηθεῖ ἀπό τό θρόνο γιά χάρη τοῦ γιοῦ του.
 
Ό Μ. I. Finley παρατηρεῖ ὅτι ὁ Ὀδύσσεας δέν σφετερίστηκε τό θρόνο ἀφοῦ, ὅπως ἀποδεικνύεται ἀπό τίς τελευταῖες σκηνές τοῦ ἔπους, μέ τόν πατέρα του τόν συνέδεε μιά βαθιά ἀγάπη. Πρέπει λοιπόν νά δεχτοῦμε ὅτι ὁ Λαέρτης, ἐπειδή δέν ἦταν πιά σέ θέση νά ἀσκεῖ τήν ἐξουσία, τή μεταβίβασε στό γιό του. Μολονότι ὅμως ἡ τύχη τοῦ Ὀδυσσέα μετά τήν πτώση τῆς Τροίας δέν εἶναι γνωστή, ὁ Τηλεμαχος, ἄν καί εἶναι πιά ἱκανός νά κυβερνήσει, δέν παίρνει τή θέση του. Οἱ μνηστῆρες μάλιστα περιμένουν νά διαλέξει ἡ Πηνελόπη κάποιον ἀπό αὐτούς γιά σύζυγο, ὁ ὁποῖος, ἀφοῦ τήν παντρευτεῖ, θά γίνει ὁ νέος βασιλιάς τῆς Ἰθάκης. Πρόκειται γιά ἕνα δύσκολο πρόβλημα, πραγματική σπαζοκεφαλιά γιά ὅσους προσπαθοῦν νά καταλάβουν ποιοί μηχανισμοί μεταβίβασης τῆς ἐξουσίας ἴσχυαν στόν ὁμηρικό κόσμο. Μερικοί ὑποστήριξαν ὅτι δῆθεν εἶχαν ἐπιβίωσει στοιχεῖα μίας μητριαρχίας ἡ ὁποία ὑποτίθεται ὅτι ὑπῆρχε ἀπό πολύ παλιά. Τό μόνο πού βλέπει κανείς εἶναι ὅτι στήν Ἰθάκη, τήν πιό «πραγματική» πόλη τῆς Ὀδύσσειας, ἡ βασιλική ἐξουσία κινδύνευε νά πάψει νά ἀποτελεῖ προνόμιο τῆς οἰκογένειας τοῦ Ὀδυσσέα καί νά περάσει σέ κάποιον ἄλλον ἀπό τους εὐγενεῖς τοῦ νησιοῦ. Ἀπό τήν ἄλλη μεριά, ὁ ἴδιος ὁ Τηλέμαχος, ἀφοῦ δηλώνει ὅτι «ὁ Δίας ἄν τό ‘δινε», δέν θ’ ἀρνιόταν τό θρόνο, παραδέχεται ὅτι (α 394 κέ.):
 
«Ὡστόσο ἐδῶ στή θαλασσόζωστην Ἰθάκη μέσα κι ἄλλοι
βασιλαρχόντοι Ἀργίτες βρίσκουνταιἰ πολλοί, καί νιοί καί γέροι·
 μιά κι ὁ Ὀδύσσεας ἐχάθη, κάποιος τούς τό βασιλίκι ἄς πάρει.
Ὅμως στό σπίτι καί στούς σκλάβους μας, πού κούρσεψε ὁ Ὀδύσσεας
ὁ ἀρχοντικός γιά μένα, κύβερνος ἐγώ θά μείνω μόνο!»
 
Τότε ὁ μνηστήρας Εὐρύμαχος τοῦ ἀπαντᾶ (α 400-1):
 
«Τοῦτα θεῶν βουλή, Τηλέμαχε, τά κυβερνᾶ, ποιός θά ‘ναι
ὁ Ἀργίτης πού στή θαλασσόζωστη θά ρηγαδέψει Ἰθάκη».
 
Ἑπομένως, κάθε φορά πού ὑπάρχει κάποιο πρόβλημα ὡς πρός τήν κληρονομική μεταβίβαση τῆς ἐξουσίας, οἱ θεοί καί μόνον οἱ θεοί ἔχουν τόν τελευταῖο λόγο. Αὐτή ὅμως ἡ ἀπόδοση κάθε ἐκτροπῆς ἀπό τόν κανόνα στή θεϊκή παρέμβαση μπορεῖ νά καλύπτει τήν ἀμφισβήτηση τοῦ κληρονομικοῦ χαρακτήρα τῆς βασιλείας.
 
Τό παράδειγμα τῆς Ἰθάκης μᾶς ὁδηγεῖ στό συμπέρασμα ὅτι τό βασιλικό ἀξίωμα συνεπάγεται καί ὁρισμένα προνόμια. Ὁ Τηλεμαχος ὁμολογεῖ: «Νά ρηγαδεύεις δέ μοῦ φαίνεται κακό· γοργά γεμίζει | τό σπίτι ἀπό καλά καί γίνεσαι καί σύ πιό τιμημένος» (ἅ 392-3). Ὁ βασιλιάς λοιπόν ἀπολαμβάνει ὁρισμένα ὑλικά ὀφέλη εἴτε ὡς δῶρα, εἴτε ὡς «μερτικό», ὅταν μοιράζονται τά λάφυρα. Πράγματι, τό μεγαλύτερο μέρος τῶν δώρων πού ἀνταλλάσσονται, σύμφωνα μέ τό ἔθιμο, ἀνάμεσα στίς ἀριστοκρατικές οἰκογένειες προσφέρεται στό βασιλιά, ἐπειδή οἱ εὐγενεῖς θέλουν νά ἀποκτήσουν τήν εὔνοιά του ἤ νά συγγενέψουν μαζί του λόγω τῆς ὑπεροχῆς του. Μέ τόσα λοιπόν ἄφθονα καί πολυποίκιλα δῶρα ὁ οἶκος του εἶναι ὁ πλουσιότερος. Μήπως, ὅμως, γιά νά αὐξήσει τά πλούτη του, ἐπιβάλλει στό λαό καί φόρους; Μᾶς πληροφορεῖ σχετικά τό ν τῆς Ὀδύσσειας, πού ἀναφέρεται στό βασίλειο τοΰ Ἀλκινόου. Ἔχουμε βέβαια ἤδη ἐπισημάνει ὅτι οἱ πληροφορίες πού μᾶς δίνει τό ἔπος γιά τή Σχερία εἶναι ἀσαφεῖς. Ἐντούτοις σέ κάποιο σημεῖο ὑπάρχει μιά πολύ σημαντική ἔνδειξη. Μέσα στό σεντούκι μέ τά δῶρα πού πρόσφεραν οἱ Φαίακες στόν Ὀδυσσέα, ὁ Ἀλκίνοος βάζει ἐπιπλέον ἕναν μεγάλο τρίποδα καί ἕνα λέβητα λέγοντας: «μαζώνουμε μετά τό ἀντιμεμά τους | ἀπ’ τό λαό· βαρύ τό χάρισμα νά πέσει σ’ ἕναν μόνο!» (ν 14-5). Σ’ αὐτή τήν περίπτωση βέβαια ἡ εἰσφορά ἐπιβάλλεται γιά νά ἀντισταθμίσει τά δῶρα πού προσφέρθηκαν γενναιόδωρα στόν Ὀδυσσέα. Πάντως εἶναι ἀλήθεια ὅτι ὁ βασιλιάς καί οἱ σύμβουλοί του ἀποκομίζουν τά περισσότερα ὀφέλη ἀπό τή συνήθεια ἀνταλλαγῆς δώρων πού χαρακτηρίζει τίς κοινωνικές σχέσεις τῶν ἡρωικῶν χρόνων.
 
Ἡ βασιλική λοιπόν ἰδιότητα συμβαδίζει μέ τήν κατοχή ἑνός πλούσιου οἴκου, ὁ ὁποῖος ἐξασφαλίζει στό βασιλιά μιά ἐξέχουσα θέση στήν κοινωνία, ἐφόσον ἡ ἰσχύς ἐξαρτᾶται τόσο ἀπό τήν καταγωγή ὅσο καί ἀπό τό γόητρο. Ὁ βασιλιάς ὅμως δέν εἶναι μόνο κύριος τοῦ οἴκου, ἤ τοῦ τεμένους ὅπως λέει καμιά φορά ὁ ποιητής θέλοντας νά τονίσει τό «βασιλικό» στοιχεῖο. Κυβερνᾶ καί μιά πόλη καί μιά περιοχή. Μιά προσεκτική ἀνάγνωση τῶν ἐπῶν ἀποκαλύπτει ὅτι οἱ κοινότητες πού ἐξουσίαζαν αὐτοί οἱ βασιλιάδες διέφεραν μεταξύ τους.
 
Πάνω σ’ αὐτό ἡ Ἰλιάδα δέν μᾶς βοηθᾶ καί πολύ. Μέ ἐξαίρεση τόν περίφημο Νηῶν Κατάλογον στό Β, ὁ ὁποῖος θεωρεῖται ἀπό πολλούς ἐπιστήμονες παρεμβολή, ὅπου γίνεται ἡ ἀπαρίθμηση τῶν λαῶν πού ἑνώθηκαν ὑπό τίς διαταγές τοῦ Ἀγαμέμνονα, οὐσιαστικά μᾶς δίνει πληροφορίες μόνο γιά τήν Τροία: ἡ πόλη περιβάλλεται ἀπό τείχη, μέσα στά ὁποῖα βρίσκονται τό ἀνάκτορο τοῦ Πριάμου καί ἕνας ναός ἀφιερωμένος στήν Ἀθηνᾶ, ὅπου ἡ γριά βασίλισσα Ἑκάβη καλεῖ τίς γερόντισσες νά προσευχηθοῦν γιά τή σωτηρία τῆς πόλης ἀπό τόν κίνδυνο, δηλαδή, σ’ αὐτή τήν περίπτωση, ἀπό τόν ὁρμητικό Διομήδη. Τό ἀνάκτορο καί ὁ ναός βρίσκονται στήν κορυφή τῆς ἀκρόπολης. Ἔτσι, ἡ Τροία, τουλάχιστον ὅσο μποροῦμε νά τή φανταστοῦμε, θυμίζει περισσότερο τίς «μυκηναϊκές» πόλεις παρά τήν πόλιν τοῦ 8ου αἰώνα.
 
Ἀντίθετα, ἡ Ὀδύσσεια δέν εἶναι καθόλου φειδωλή σέ λεπτομέρειες σχετικά μέ τή φανταστική Σχερία καί τήν πραγματική Ἰθάκη. Ὁ ποιητής περιγράφει τή Σχερία μέ ἰδιαίτερη ἀκρίβεια, καθώς ἡ Ναυσικᾶ ἐξηγεῖ στόν Ὀδυσσέα πῶς νά φτάσει στό ἀνάκτορο τοῦ πατέρα τῆς (ζ 259 κέ.):
 
«ὅση ὥρα θά περνοῦμε ξώμερα καί καλλουργιές κι ἀμπέλια,
ἐσύ ἀπ’ τίς μοῦλες καί τήν ἅμαξα πιό πίσω λίγο τρέχα
μέ βιάση, ἀντάμα μέ τίς βάγιες μου· τή στράτα ἐγώ θά δείχνω.
Στήν πολιτεία σάν ὅμως φτάσουμε, πού γύρα καστροτείχι
ψηλό τή ζώνει, καί δεξόζερβα διπλό λιμάνι ἀνοίγει,
κι εἶναι στενή ἡ μπασιά, καί τ’ ἄρμενα τά γυριστά σερμένα
μιάν ἄκρη ὡς ἄλλη, τί καθένας τούς κρατάει δικό του τόπο —
ἐκεῖ ‘ναι κι ἡ ἀγορά, στόν ὄμορφο τοΰ Ποσειδώνα δίπλα
βωμό, καί γύρω ἔχει νά κάθουνται κουβαλημένες πέτρες,
στή γῆ χωστές· ἐκεῖ γιά τ’ ἄρμενα τά μελανά τά ξάρτια,
πανιά καί παλαμάρια, φτιάνουνε, καί τά κουπιά τορνεύουν».
 
Στήν ἀρχή ὁ Ὀδύσσεας πρέπει νά σταθεῖ στό περιβόλι του Ἀλκινόου, ἔξω ἀπό τά τείχη, γιά νά μή δοῦν ὅτι τόν συνοδεύει ἡ Ναυσικᾶ. Ἔπειτα (ζ 297 κέ.):
 
«σά λογιάσεις πιά πῶς μπήκαμε, καί σύ γιά τῶν Φαιάκων
τήν πολιτεία ξεκίνα· φτάνοντας, τό ἀρχοντικό πού πέφτει
τοῦ Ἀλκίνου, τοῦ ἀντρειωμένου κύρη μου, γιά ρώτα νά σοῦ δείξουν.
θά τό ‘βρεις εὔκολα· θά σοῦ ‘δειχνε κι ἕνα μωρό τό δρόμο·
κανένα ἀρχοντικό δέ βρίσκεται μέσα στούς Φαίακες ὅλους,
πού μέ τοῦ Ἀλκίνοου τοῦ λιοντόκαρδου νά μοιάζει τό παλάτι».
 
Ἐδῶ λοιπόν ἀναφέρονται ὅλα τά μέρη ἀπό τά ὁποῖα ἀποτελεῖται μιά πόλη, ὅπως τά ἔφεραν στό φῶς οἱ ἀνασκαφές ὁρισμένων πόλεων τοῦ ἀποικιακοῦ κόσμου: ἡ περιοχή γύρω ἀπό τήν πόλη, πού ἔχει καλλιεργηθεῖ καί μοιραστεῖ, τό τεῖχος πού περικλείει τά σπίτια, ἡ κατοικία τοῦ βασιλιᾶ πού ξεχωρίζει γιά τή μεγαλοπρέπειά της, ὁ δημόσιος χῶρος μέ τό ἱερό του Ποσειδώνα, τό λιμάνι ὅπου εἶναι ἀραγμένα τά πλοῖα· ἐκεῖ κοντά ζοῦν καί οἱ τεχνίτες πού φτιάχνουν σχοινιά, πανιά ἡ ἄρμενα, αὐτοί πού ἡ Ναυσικᾶ φοβᾶται τά πικρόλογά τους. Μολονότι λοιπόν ἡ Σχερία εἶναι φανταστική, ἔχει ὅλα τά χαρακτηριστικά ἕνός τόπου πραγματικοῦ.
 
Γιά τήν Ἰθάκη δέν ὕπαρχει παρόμοια περιγραφή. Ὁ ποιητής ὡστόσο ἀναφέρει ἐπανειλημμένα τήν ἀγορά, τόν εὐρύ δηλαδή χῶρο ὅπου γίνονται οἱ συναθροίσεις τοῦ δήμου, καθώς καί τήν πόλη, ὅπου βρίσκονται οἱ κατοικίες τῶν εὐγενῶν καί τοῦ βασιλιᾶ, καί τούς ἀγρούς πού τήν περιβάλλουν. Ἔτσι, ὅταν ὁ Λαέρτης παραιτήθηκε ἀπό τό θρόνο, ἐγκατέλειψε τήν πόλη καί πῆγε νά ζήσει στούς ἀγρούς μόνο μέ μιά γριά ὑπηρέτρια. Ἐπίσης, γιά τήν ὑδροδότηση τῆς πόλης ὑπάρχει μιά κρήνη «γάργαρη, οὕθε ὁ κόσμος ἔπινε νερο—τήν εἶχαν χτίσει | ὁ Ἴθακος, λένε, κι ὁ Πολύχτορας κι ὁ Νήριτος» (ρ 206-7).
 
Ἀνάμεσα σ’ αὐτά τά δύο ἄκρα, τήν ὀχυρωμένη δηλαδή ἀκρόπολη, ὅπου δεσπόζει τό ἀνάκτορο, καί τήν περιτειχισμένη πόλη μέ τά σπίτια, τήν ἀγορά, τό λιμάνι, τά ἱερά καί τήν περιοχή της, ὑπάρχουν ὅλα αὐτά τά «βασίλεια» πού ἡ φύση τούς παραμένει ἀκαθόριστη, λόγου χάρη τό βασίλειο τῶν Μυρμηδόνων, ἤ τό βασίλειο τῶν Λυκίων, ὅπου βασιλεύει ὁ Σαρπηδών, ἀλλά καί τό βασίλειο τοῦ Ἀγαμέμνονα, ὁ ὁποῖος δέν κυβερνᾶ μόνο τίς Μυκῆνες ἀλλά ἕναν πολύ εὐρύτερο χῶρο, πράγμα πού τοῦ δίνει τή δυνατότητα νά προσφέρει στόν Ἀχιλλέα, γιά νά τόν δελεάσει ὥστε νά ἐπιστρέψει στή μάχη, ἑφτά ἀπό τίς πόλεις πού ἐξουσιάζει μαζί μέ τήν εὔφορη ἐδαφική περιοχή τους (I 153 κέ.):
 
«κι εἶναι ὅλες στό γιαλό, στό σύνορό της ἀμμουδάτης Πύλος·
καί μέσα ζοῦνε πολυπρόβατοι καί πολυγελαδάροι
νοικοκυραῖοι, πού σάν ἀθάνατο θά τόν τιμοῦν μέ δῶρα,
καί θά πλερώνουν καί δοσίματα, σά ρήγας τους πού θά 'ναι».
 
Ἐδῶ ὁ ποιητής ἀναφέρεται καί πάλι στά ὀφέλη πού ἕνας βασιλιάς ἀποκομίζει ἀπό τίς προσφορές τοῦ λαοῦ του. Μερικοί ἐπιστήμονες ὑποστήριξαν ὅτι, ἄν ὁ Ἀχιλλέας δεχόταν αὐτές τίς πόλεις, θά γινόταν κατά κάποιον τρόπο ὑποτελής τοῦ βασιλιᾶ τῶν Μυκηνῶν. Στήν Ὀδύσσεια ὑπάρχει ἕνα ἀνάλογο πρόβλημα. Ὁ Μενέλαος, ὅταν φιλοξενεῖ τόν Τηλεμαχο, ἀναφέρει τά δῶρα πού θά ἤθελε νά προσφέρει στόν Ὀδυσσέα μετά τήν ἐπιστροφή του ἀπό τήν Τροία, γιά νά τόν ἀποζημιώσει γιά τίς δοκιμασίες πού πέρασε ἐξαιτίας του, ὑπερασπίζοντας τήν τιμή του (δ 175 κέ.):
 
«νά τόν ξεσήκωνα, σέ ἀργίτικη πιά πολιτεία νά μένει,
κι ἕνα παλάτι ἐκεῖ νά τοῦ 'χτιζα* τί ἀπ' ὅσες ἀφεντεύω
ἐδῶ ἕνα γύρο, κάποια θά 'βρισκα ν’ ἀδειάσω, νά τοῦ δώσω».
 
Ἄν ὁ Ὀδύσσεας ἐγκατέλειπε τό νησί του, πού εἶχε «μόνο γιδοβοσκές», γιά τήν εὔφορη Πελοπόννησο, θά γινόταν ἄραγε ὑποτελής τοῦ Μενελάου; Παρά τήν αἰσθητή διαφορά πού παρουσιάζουν αὐτές οἱ δύο περιπτώσεις, ἀπό τή μιά δηλαδή οἱ εἰσφορές πού θά πλήρωναν οἱ κάτοικοι τῶν πόλεων, τίς ὁποῖες προσφέρει ὁ Ἀγαμέμνων στόν Ἀχιλλέα μαζί μέ τήν περιοχή πού τίς περιβάλλει, κι ἀπό τήν ἄλλη ἡ πόλη τήν ὁποία ὁ Μενέλαος θά ἄδειαζε ἀπό τους κατοίκους της γιά νά τή χαρίσει στόν Ὀδυσσέα, μποροῦμε εὔκολα νά ἀντιληφθοῦμε γιατί μερικοί ἐπιστήμονες, βασισμένοι σέ παρόμοια ἀποσπάσματα, μίλησαν γιά φεουδαρχία. Πρέπει πάντως νά τονίσουμε ὅτι καί στίς δύο περιπτώσεις ἡ προσφορά ἐντάσσεται στό πλαίσιο τῆς ἀνταλλαγῆς δώρων μεταξύ ἴσων. Ὁ βίαιος τρόπος μέ τόν ὁποῖο ὁ Ἀχιλλέας ἀρνεῖται τά δῶρα τοῦ Ἀγαμέμνονα τό ἀποδεικνύει περίτρανα (I 378 κέ.):
 
«Κι ὅλα τά δῶρα του τά ὀχτρεύομαι καί γιά σκουπίδια τά ‘χω.
Κι ἄν μοῦ ‘δινε καί δέκα κι εἴκοσι φορές πιό πλήθια ἀπ’ ὅ,τι
τό βιός του τώρα ἀκέριο, κι ἔβαζε κι ἄλλα ἀπό πάνω ἀκόμα·
τοῦ Ὀρχομενοῦ τά πλούτη ἄν μου ‘δινε καί τῆς αἰγύπτιας Θήβας,
πού θησαυρούς κεῖ πέρα ἀρίφνητους τό κάθε σπίτι κρύβει,
κι εἶναι κι ἀτή της ἑκατόπορτη, κι ἀπό τήν κάθε πόρτα
διακόσιοι πολεμάρχοι χύνουνται μέ ἁμάξια ὁμάδι κι ἄτια·
κι ἀκόμα τόσα δῶρα ἄν μοῦ ‘δινε, ὅση ‘ναι ἡ σκόνη κι ἡ ἄμμο,
πάλε δέ γίνεται ὁ Ἀγαμέμνονας τή γνώμη μου ν’ ἀλλάξει,
ἄν τή βαριά ντροπή πού μοῦ ‘γινε δέ μοῦ πλερώσει πρῶτα».
 
Στήν κοινωνία τῶν ἡρώων ἰσχύει ἡ ἰσότητα. Συνεπῶς ἡ μοναρχία πού ἀσκεῖ στήν πόλη ὁ «βασιλικότερος» ἀπό αὐτούς δέν θά μποροῦσε νά εἶναι ἀπόλυτη. Ὡς πρός αὐτό τά ποιήματα δέν ἀφήνουν καμιά ἀμφιβολία. Ἄλλωστε ὁ τρόπος ζωῆς καί οἱ συνήθειες σέ καιρό εἰρήνης διαφαίνονται στόν τρόπο πού ζεῖ καθημερινά ὁ στρατός τῶν Ἀχαιῶν. Ἐδῶ μας βοηθᾶ καί πάλι τό παράδειγμα τῆς Σχερίας, ἡ ὁποία, ὅπως εἴπαμε, εἶναι μιά πόλη φανταστική, οὐτοπική ἴσως, ἐξιδανικευμένη πάντως εἰκόνα βασιλείου, ὅπως θά τό ἡθελε ὁ ποιητής καί οἱ ἀκροατές του. Στή Σχερία λοιπόν ὁ Ἀλκίνοος εἶναι βασιλιάς, χωρίς ὅμως νά εἶναι ἀπόλυτος μονάρχης. Κυβερνᾶ μέ τή βοήθεια ἑνός συμβουλίου δώδεκα βασιλέων, στούς ὁποίους, ὅπως φαίνεται, προστίθενται καμιά φορᾶ καί οἱ γέροντες. Ἀλλά μονάχα οἱ βασιλεῖς ἔχουν τό προνόμιο νά κρατοῦν τό ἔμβλημα τῆς βασιλείας, τό σκῆπτρο, μιά ράβδο μέ χρυσά καρφιά. Σέ ἐξαιρετικές περιπτώσεις συγκαλεῖται στήν ἀγορά, πού βρίσκεται στό κέντρο τῆς πόλης, ὁ δῆμος, δηλαδή οἱ Φαίακες, πού εἶναι κωπηλάτες, ἄνθρωποι τῆς θάλασσας, καί τά καράβια τους ταξιδεύουν χωρίς κυβερνήτη. Ἀπό τό δῆμο θά στρατολογηθοῦν οἱ πενήντα δύο κωπηλάτες τοῦ πλοίου πού θά φέρει τόν Ὀδυσσέα στήν Ἰθάκη. Ὁ δῆμος βέβαια της Σχερίας δέν ἔχει τίποτε τό κοινό μέ τό δῆμο τῶν Ἀθηνῶν τῆς κλασικῆς ἐποχῆς. Δέν ξέρουμε ἄν στό δῆμο ἀνήκουν καί οἱ τεχνίτες πού φτιάχνουν τά ἄρμενα, τά σχοινιά καί τά πανιά, αὐτοί πού ἡ Ναυσικᾶ φοβᾶται τά πειράγματά τους. Εἶναι πάντως βέβαιο ὅτι οἱ «ὑπηρέτες» πού δουλεύουν στούς ἀγρούς δέν ἀνήκουν σ’ αὐτό τό λαό τῶν κωπηλατῶν. Ὅποια ὅμως καί νά εἶναι ἡ σύνθεση τοῦ δήμου, ὅταν συγκαλεῖται στήν ἀγορά δέν ἔχει ἄλλη ἐξουσία παρά νά ἐπευφημεῖ καί νά ἐπιδοκιμάζει τίς ἀποφάσεις τοῦ βασιλιᾶ καί τῶν συμβούλων του.
 
Ἀπό τή Σχερία ἄς πᾶμε τώρα στήν Ἰθάκη. Κι ἐκεῖ λειτουργεῖ ἕνα συμβούλιο καί συγκαλοῦνται λαϊκές συνελεύσεις. Ἤ κατάσταση ὅμως εἶναι κάπως ἰδιόμορφη λόγω τῆς μακρόχρονης ἀπουσίας τοῦ βασιλιᾶ. Καί πάλι πρέπει νά τονίσουμε ὅτι ὅσα ἀφηγεῖται ὁ ποιητής σχετικά μέ τήν Ἰθάκη δέν εἶναι λογικό νά θεωρηθοῦν γεγονότα ἱστορικά, ἀφοῦ, ἄν ὅλα αὐτά συνέβαιναν στήν πραγματικότητα, εἴτε θά εἶχε ὁριστεῖ ἕνας διάδοχος εἴτε θά εἶχε ἐπιβληθεῖ κάποιος μέ τή βία. Πάντως ἡ δράση τῆς Ὀδύσσειας ἀρχίζει οὐσιαστικά μέ τή σύγκληση μιᾶς συνέλευσης τῶν Ἰθακησίων, στήν ἀρχή τῆς δεύτερης ραψωδίας. Ὁ Τηλεμαχος ὀργανώνει μιά συζήτηση στήν ἀγορά, καί ἀκολουθώντας τή συμβουλή τῆς Ἀθηνᾶς συγκαλεῖ ἐκεῖ τό λαό. Ὁ γερό-Αἰγύπτιος, μιλώντας πρῶτος, παρατηρεῖ ὅτι σίγουρα ἡ συγκέντρωση γίνεται γιά κάποιο σοβαρό λόγο, ἀφοῦ «βουλή οὔτε μιά φορά δέν κάναμε καί σύναξη ἀπό τότε | πού ὁ ἰσόθεος Ὀδύσσεας ἐμίσεψε στά βαθουλά καράβια (β 26-7). Στήν Ἰθάκη λοιπόν, ὅπως καί στή Σχερία, λειτουργεῖ ἕνα συμβούλιο ὅπου μετέχουν οἱ γεροντότεροι, οἱ πιό εὐγενεῖς, ἀλλά καί ὅσοι ἐποφθαλμιοῦν τό θρόνο τοῦ Ὀδυσσέα. Ἐπίσης συγκαλεῖται καί ὁ δῆμος, ὄχι γιά νά ἀποφασίσει ἀπό κοινοῦ μέ τό συμβούλιο, ἀλλά, ὅπως καί στή Σχερία, γιά νά πληροφορηθεῖ κάποιο σπουδαῖο νέο. Αὐτό συνάγεται καί ἀπό τήν ἐρώτηση τοῦ Αἰγυπτίου (β 28 κέ.):
 
«Μά τώρα ποιός ἐδῶ μᾶς σύναξε; ποιόν βρῆκε ἀνάγκη τόση;
Να ‘ναι ἄντρας τάχα ἀπό τους νιούτσικους γιά ἀπό τους πιό γερόντους;
Τάχα μήν τοῦ ‘ρθε ξάφνου μήνυμα πώς διαγυρνᾶ ὁ στρατός μας,
 κι ὡς τό ‘μαθε ἀπό μᾶς πρωτύτερα, νά μᾶς τό πεῖ γυρεύει;
Μή γι’ ἄλλο κάτι, τήν κοινότη μας πού ἀγγίζει, θά μιλήσει;»
 
Ὅπως καί στή Σχερία, λοιπόν, ὁ βασιλιάς κυβερνᾶ μέ τή βοήθεια ἑνός συμβουλίου ὅπου μόνον οἱ σύμβουλοι ἔχουν, ὅπως φαίνεται, τό δικαίωμα τοῦ λόγου. Σέ ἐξαιρετικές περιπτώσεις συγκαλεῖται καί ὁ λαός τῆς Ἰθάκης ὁ ὁποῖος, ἄν καί στήν πραγματικότητα δέν ἔχει καμία ἐξουσία, πρέπει παρ’ ὅλα αὐτά νά πληροφορεῖται ὅσα ἀποφασίζουν ὁ βασιλιάς καί οἱ σύμβουλοί του.
 
Ὅπως μᾶς πληροφορεῖ ἡ Ἰλιάδα, τά ἴδια ἰσχύουν καί γιά τό στρατό τῶν Ἀχαιῶν, πού ἔχει στρατοπεδεύσει μπροστά στά τείχη τῆς Τροίας, θα ’τᾶν βέβαια ὑπερβολικό νά μιλήσουμε, ὅπως μερικοί σύγχρονοι ἐπιστήμονες, γιά «στρατιωτική δημοκρατία». Ὅπως οὐσιαστικά σέ ὁλόκληρη τήν ἑλληνική ἱστορία, ἔτσι κι ἐδῶ δέν γίνεται διάκριση ἀνάμεσα στήν πολεμική καί τήν «πολιτική» δραστηριότητα τῶν ἀνθρώπων. Ἄρα δέν πρέπει νά μᾶς ἐντυπωσιάζει τό γεγονός ὅτι ὁ στρατός τῶν Ἀχαιῶν λειτουργεῖ ὅπως καί ἡ πόλη σέ καιρό εἰρήνης. Ἔτσι ὁ Ἀγαμέμνων, ὄντας ὁ ἀρχηγός της ἐκστρατείας, ἀποφασίζει ἀπό κοινοῦ μέ τούς συμβούλους του, καί μόνο σέ σοβαρές περιστάσεις συγκαλεῖ τούς ἀχαιούς πολεμιστές, οἱ ὁποῖοι ἔχουν ὅση ἰσχύ εἶχαν καί στήν πόλη. Αὐτο ἐπιβεβαιώνεται σέ δύο σημεῖα: στό Β τῆς Ἰλιάδας, ὁ Ἀγαμέμνων συγκαλεῖ τό συμβούλιο πρίν συγκεντρώσει τούς πολεμιστές, καί ἑπομένως οἱ βασιλεῖς, οἱ σκῆπτρα ἔχοντες, παίρνουν τίς ἀποφάσεις, οἱ ὁποῖες ἀργότερα θά ἀνακοινωθοῦν ἁπλῶς στή συνέλευση τῶν Ἀχαιῶν. Ἔπειτα, ὅταν ἕνας πολεμιστής, ὁ θερσίτης, τολμᾶ νά ἐκφράσει τή γνώμη του, ὁ Ὀδυσσέας τόν βάζει βίαια στή θέση του.
 
Συνεπῶς ἡ βασιλεία στόν κόσμο τοῦ Ὁμηρου, ὅπως ἐμφανίζεται στά ἔπη, εἶναι μιά λειτουργία πού ἀνατίθεται ἀπό τούς θεούς στούς ἄριστους, σέ ὅσους δηλαδή κατάγονται ἀπό ἐκλεκτή οἰκογένεια, δέν ἔχει ὅμως τίποτε τό κοινό μέ τήν ἀπόλυτη ἐξουσία τοῦ ἄνακτος τῆς μυκηναϊκῆς περιόδου. Ὁ ὁμηρικός βασιλιάς εἶναι primus inter pares καί ξεχωρίζει μόνο ἀπό τά πλούτη του, τή σοφία του, τό αἴσθημα δίκης πού τόν διακρίνει, ἰδιότητες δηλαδή «βασιλικές», οἱ ὁποῖες μπορεῖ νά χαρακτηρίζουν μόνο μιά οἰκογένεια, πράγμα πού νομιμοποιεῖ τήν ἀρχή τῆς κληρονομικῆς βασιλείας, εἶναι ὅμως δυνατόν, ἄν οἱ περιστάσεις τό ἐπιβάλουν, νά περάσουν ἀπό μιά οἰκογένεια σέ ἄλλη. Ἡ ὕπαρξη ἕνος συμβουλίου βασιλέων ἤ γερόντων καί ἡ σύγκληση, ὑπό ὁρισμένες συνθῆκες, συνελεύσεων, εἴτε τῶν πολεμιστῶν στό στρατόπεδο εἴτε τοῦ δήμου στήν ἀγορά, μᾶς ἀναγκάζουν νά ἀναρωτηθοῦμε γιά τήν ἔκταση τῆς βασιλικῆς ἐξουσίας καί μαρτυροῦν τήν ἀνάδειξη μιᾶς πολιτικῆς διάστασης πού ἀναγγέλλει τήν πόλη.
 
2. Η ΑΝΑΔΕΙΞΗ ΤΟΥ ΠΟΛΙΤΙΚΟΥ ΣΤΟΙΧΕΙΟΥ
 
Σύμφωνα μέ τόν ὁρισμό τοΰ Ἀριστοτέλη, ἀπό ὅπου ξεκινήσαμε τήν ἔρευνά μας γιά τή φύση τῆς μοναρχίας στόν κόσμο τοῦ Ὁμηρου, ἡ βασιλική ἐξουσία τῶν «ἡρωικῶν χρόνων» καλύπτει τρεῖς ἁρμοδιότητες: τή στρατιωτική, τή θρησκευτική καί τή δικαστική. Πράγματι, οἱ βασιλιάδες στούς ὁποίους ἀναφέρεται ὁ Ὅμηρος χαρακτηρίζονται πρῶτα πρῶτα πολέμαρχοι. Αὐτό ἰσχύει γιά τούς βασιλιάδες τῆς Ἰλιάδας, στούς ὁποίους περιλαμβάνεται καί ὁ Νέστωρ. Δέν ἰσχύει ὅμως γιά τόν Πρίαμο πού, ὅπως φαίνεται, δέν μετέχει διόλου στή διοίκηση τῶν στρατιωτικῶν ἐπιχειρήσεων τῶν Τρώων, τήν ὁποία ἔχει ἀναλάβει ὁ Ἕκτωρ. Τό ἴδιο περίπου συμβαίνει καί στήν περίπτωση τοῦ Ἀλκινόου στήν Ὀδύσσεια, μόνο πού θα ‘ταν δύσκολο νά φανταστοῦμε τό βασιλιά ἑνός τόπου σάν τή Σχερία ἐπικεφαλῆς μίας στρατιωτικῆς ἐκστρατείας. Ἀντίθετα, μιά καί ὁ πόλεμος συμβαδίζει μέ τή λεηλασία, ὁ Ὀδυσσέας θά ὁδηγήσει ὁ ἴδιος τό στρατό του σέ ἐπιδρομές γιά νά μπορέσει νά ξαναφτιάξει τήν περιουσία του.
 
Οἱ θρησκευτικές ἁρμοδιότητες τοῦ βασιλιᾶ εἶναι ἐξίσου προφανεῖς: προΐσταται στίς θυσίες πού τελοῦνται πρίν ἀπό τά ἐπίσημα γεύματα στά ὁποῖα, ἐκτός ἀπό τόν ἴδιο, μετέχουν οἱ σύμβουλοί του καί οἱ καλεσμένοι του. θυσίες τελοῦν ὁ Νέστωρ στήν παραλία τῆς Πύλου, τή στιγμή πού φτάνουν ὁ Τηλέμαχος καί οἱ σύντροφοί του, καί ὁ Ἀλκίνοος στό ἀνάκτορό του, πρίν ἀπό τό γεῦμα πού δίνεται πρός τιμήν τοῦ Ὀδυσσέα.
 
Τέλος, μένουν οἱ δικαστικές ἁρμοδιότητες. Ὅπως εἴδαμε καί πιό πάνω, ἕνα ἀπό τά χαρίσματα τοῦ Ὀδυσσέα εἶναι τό αἴσθημα τῆς δικαιοσύνης πού τόν διακρίνει. Ὅσο κυβερνοῦσε, ἡ δίκη θριάμβευε στήν Ἰθάκη. Κακοί βασιλιάδες, ἀντίθετα, εἶναι ὁσοι «ξεστρατίζουν τή δικαιοσύνη μέ ἄδικες ἀποφάσεις» σέ συνελεύσεις πού γίνονται στήν ἀγορά. Ἄς θυμηθοῦμε τήν περίφημη σκηνή τῆς δίκης πού εἶναι σκαλισμένη πάνω στήν ἀσπίδα του Ἀχιλλέα (Σ 497 κέ.):
 
Κι οἱ ἄντρες στή σύναξη ἐμαζώνουνταν, πλῆθος μεγάλο, κι εἶχε
καβγάς ἀνάψει· δυό τους μάλωναν γιά κάποιου σκοτωμένου
τήν ξαγορά· κι ὁ πρῶτος φώναζε κι ὁρκίζουνταν στούς ἄλλους
πώς εἶχε ξεπλερώσει, ὁ δεύτερος πώς τίποτα δέν πῆρε.
Καί σέ κριτή κι οἱ δυό τους γύρευαν νά πᾶν νά βγάλει κρίση.
Κι ὁ κόσμος ἐμοιράστη κι ἔπαιρνε καί τῶν δυονῶ τό μέρος·
κι οἱ κράχτες νά κρατήσουν πάλευαν τόν κόσμο, κι οἱ γερόντοι
στά μαγλινά πεζούλια ἐκάθιζαν, στό ἅγιο τό ἁλώνι μέσα·
κι ἀπό τους κράχτες τούς βροντόλαλους ραβδιά στά χέρια ἔπαιρναν,
κι αὐτά κρατώντας ἐσηκώνουνταν νά κρίνουν ἕνας ἕνας.
Κι ἦταν στή μέση ἐκεῖ δυό τάλαντα χρυσάφι ἀπιθωμένο,
ὅποιος ἀπ’ ὅλους φρονιμότερα μιλοῦσε νά τό πάρει.
 
Τό κείμενο παρουσιάζει πολλές δυσκολίες: πρῶτα πρῶτα, ἐπειδή ὁ βασιλιάς εἶναι ἀπών. Ἤ μᾶλλον ἐπειδή δέν παρίσταται ἕνας βασιλιάς ἀλλά πολλοί βασιλιάδες, οἱ γέροντες πού κρατοῦν τό σκῆπτρο, αὐτό τό ραβδί «πού φύλλα πιά καί κλωνιά | δέ θά πετάξει κι οὐδέ θ’ ἀνοίξει πιά, τί ὁλόγυρά τοῦ ‘χεῖ ὁ χαλκός θερίσει | φύλλα καί φλούδα, καί στά χέρια τους οἱ ἄργιτες κρισολόγοι | τώρα τό σφίγγουν διαφεντεύοντας τή δικαιοσύνη πάντα, | ὡς το ‘χεῖ ὁρίσει ὁ Δίας» (Α 234 κέ.). Ἔπειτα, ἐπειδή ὁ λαός πού παρευρίσκεται, μιά καί ἡ ὑπόθεση ἐκδικάζεται στήν ἀγορά, ἐκφράζει βίαια τή γνώμη του ἔχοντας χωριστεῖ σέ δυό «κόμματα». Τέλος, ἐπειδή ὅποιος ἐκφράσει τή «φρονιμότερη» κρίση θά ἀμειφθεῖ —ἀπό ποιόν; Πρόκειται σίγουρα γιά μιά σκηνή παρμένη ἀπό τή λειτουργία τῶν πρώτων πόλεων, ὅταν τό δικαστικό λειτούργημα τό ἀσκοῦσαν μόνο οἱ βασιλεῖς, τούς ὁποίους ὁ Ἡσίοδος κατηγορεῖ, ὅπως εἴδαμε, γιά σκόλιας δίκας, ἀλλά ἔπαιρνε ἡδη μέρος στή διαδικασία καί ὁ λαός, ὑποστηρίζοντας τόν ἕνα ἡ τόν ἄλλο ἀντίδικο. Στίς πρῶτες αὐτές πόλεις δέν ὑπάρχουν βέβαια ἀκόμα γραπτοί νόμοι πού νά καθορίζουν ἕνα κράτος δικαίου, κοινό γιά ὅλους, ὁ δῆμος ὡστόσο διεκδικεῖ ἤδη, ὅπως φαίνεται, κάποια συμμετοχή, ἔστω καί διά βοῆς, στή λήψη τῶν δικαστικῶν ἀποφάσεων, καί ἤδη ὑποστηρίζονται ἀντικρουόμενες ἀπόψεις.
 
Αὐτή ἡ σκηνή τῆς δίκης, ὅσο κι ἄν εἶναι μεμονωμένη καί παρεκβατική, ἔχει ὁπωσδήποτε ὁρισμένα κοινά χαρακτηριστικά μέ τίς συνελεύσεις πού περιγράφονται στήν Ἰλιάδα καί τήν Ὀδύσσεια, τά ὁποῖα μᾶς βοηθοῦν νά μαντέψουμε πῶς ἀναδείχτηκε τό πολιτικό στοιχεῖο μέσα στήν πόλη πού μόλις τότε γεννιόταν. Ἄς ἐξετάσουμε ὁρισμένα παραδείγματα: ἡ συνέλευση τῶν Τρώων στό Η τῆς Ἰλιάδας εἶναι «ὅλο βοή, φωνές καί τάραχο», ἔστω καί ἄν ἡ φασαρία κοπάζει, ὅπως φαίνεται, μόλις ὁ Πρίαμος παίρνει τό λόγο. Ἐπίσης στίς δυό συνελεύσεις τῶν Τρώων, στό Μ καί τό Σ, ὁ Ἕκτωρ συγκρούεται μέ τόν «γνωστικό» Πολυδάμαντα, ὁ ὁποῖος κάνει μιά πολύ ἐνδιαφέρουσα παρατήρηση: «Ἕχτορα, πάντα ἐσύ στή σύναξη ζητᾶς νά μέ ἀποπαίρνεις, | καί πού μιλῶ σωστά, τί ἀταιρίαστο πολύ ν’ ἀντιμιλήσει | σέ σένα τοῦ λαοῦ ἕνας ἄνθρωπος» (Μ 211-3). Πράγματι, καί τίς δυό φορές ἐπικρατεῖ ἡ γνώμη τοῦ Ἕκτορα μέ τήν ἐπιδοκιμασία τῶν Τρώων. Ὁ ποιητής ὅμως, ἀφοῦ ἀναφέρεται στίς ἐπευφημίες τους, προσθέτει ὅτι θά μποροῦσαν νά ἔχουν ἄλλη γνώμη: «οἱ ἀνέμυαλοι! Τό νοῦ τους σάλεψε τότε ἡ Ἀθηνά ἡ Παλλάδα, | πού πῆγαν κι ἄκουσαν τόν Ἕχτορα, στραβή κι ἄς εἶχε γνώμη, | ὅμως κανείς τόν Πολυδάμαντα, πού γνωστικά ἐμιλοῦσε» (Σ 311313).
 
Ἄλλη μιά περίπτωση πού ὁ λαός καλεῖται νά ἀντιταχθεῖ στή γνώμη ἑνός βασιλιᾶ ἡ ἑνός ἥρωα συναντοῦμε στήν Ὀδύσσεια. Ἐκεῖ ὁ σοφός Μέντωρ, ὅταν ἔρχεται ἡ σειρά του νά μιλήσει, καλεῖ τό λαό τῆς Ἰθάκης, πού ἔχει συναχτεῖ στήν ἀγορά, νά στραφεῖ ἐναντίον τῶν μνηστήρων: «μέ τό λαό τόν ἀποδέλοιπο θυμώνω, πού καθόστε | ἀμίλητοι ὅλοι καί δέ στρώνετε στά λόγια αὐτούς τούς λίγους | μνηστῆρες, τόσο πλῆθος πού ‘σαστε, νά τούς ἀνακρατῆστε!» (β 239-41). Μέ τήν ἔκφραση «τόσο πλῆθος πού ‘σαστε» διατυπώνεται οὐσιαστικά γιά πρώτη φορά ἡ ἀρχή της πλειοψηφίας, πού θά ἀποτελέσει ἀργότερα τόν θεμέλιο λίθο τῆς ἀθηναϊκῆς δημοκρατίας τοῦ 5ου αἰώνα. Ἡ προτροπή τοῦ Μέντορα νά λύσουν τή σιωπή τους σχετίζεται μέ τό δικαίωμα τοῦ λόγου, πού συμβαδίζει μέ τό δημοκρατικό πολίτευμα. Στή συνέχεια παρατηροῦμε ὅτι οἱ προτροπές τοῦ Μέντορα ἔχουν ἀποτελέσματα. Ὅταν ὁ Τηλεμαχος ἐπιστρέφει, οἱ μνηστῆρες θέλουν καί πάλι νά τόν παγιδέψουν. Ὁ Ἀντίνοος, ὁ ἀρχηγός τους, γιά νά τούς ἀναγκάσει νά δράσουν ὅσο γίνεται συντομότερα, προβάλλει ὡς ἐπιχείρημα τό γεγονός ὅτι «οὐδέ κι ὁ κόσμος τήν ἀγάπη του γιά μᾶς ὡς πρῶτα δείχνει. | Μά ἐλᾶτε, πρίν αὐτος [ὁ Τηλεμαχος] σέ σύναξη τούς Ἀχαιούς καλέσει» (π 375-6), μιά σύναξη πού θά τήν ἔπειθε μέ τό ρητορικό του ταλέντο. Ἐπίσης, μετά τή σφαγή τῶν μνηστήρων, συγκαλεῖται στήν ἀγορά μιά ἄλλη σύναξη (ω 420 κέ.), ὅπου συγκρούονται ὅσοι θέλουν νά ἐκδικηθοῦν τόν Ὀδυσσέα μέ αὐτούς πού θεωροῦν ὅτι ἡ τιμωρία ἦταν θεόσταλτη. Βέβαια ἡ στάσις, ἡ σύγκρουση δηλαδή ἀνάμεσα στίς δυό παρατάξεις τῶν Ἰθακήσιων, θά ἀποφευχθεῖ χάρη στή μεσολάβηση τῆς Ἀθηνᾶς. Ὡστόσο διαφαίνονται ἐδῶ ὁρισμένα σημάδια πού ἀναγγέλλουν τήν ταραγμένη ἐποχή τῶν ἑλληνικῶν πόλεων στίς ἀρχές τῆς ἀρχαϊκῆς περιόδου, καί ἐπιπλέον ἴσως τά δείγματα κάποιας ἐξέλιξης πού προοιωνίζονται, σύμφωνα μέ τήν ἔκφραση τοῦ Ρ. Vidal-Naquet, τόν «πολιτισμό τοῦ πολιτικοῦ λόγου», δηλαδή τόν ἑλληνικό πολιτισμό.
 
Καί τώρα ἄς ἀνακεφαλαιώσουμε. Ὁ ποιητής πού ἔγραψε τήν Ἰλιάδα καί τήν "Ὀδύσσεια —ἄς τόν πούμε Ὁμηρο, ἀφοῦ ἔτσι τόν ὀνόμασαν οἱ ἀρχαιοι—θέλησε νά διηγηθεῖ στούς ἀκροατές τοῦ τά σπουδαία κατορθώματα τῶν ἥρωών του παλιοῦ καιροῦ, πού ζοῦσαν στή μνήμη τῶν συγχρόνων του. Τούς φανταζόταν νά ζοῦν μέσα σέ ἀνάκτορα πού τά ἐρείπιά τους διατηροῦσαν κάτι ἀπό τήν παλιά μεγαλοπρέπεια, ἐ'ἴτε θαμμένους μέσα σέ τάφους πού τά πλούτη τούς δελέαζαν τούς ἐπιδρομεῖς ἡ ἔνε-πνεαν εὐλάβεια στούς πιστούς. Οἱ θεοί ἦταν παρόντες, καί αὐτοί κατεύθυναν τίς πράξεις τῶν ἥρωων ἐμπνέοντας τούς θάρρος ἡ δειλία, προκαλώντας τούς θυμό ἡ σύγχυση. Συγχρόνως ὅμως οἱ ἥρωες, μολονότι γΓ αὐτούς ὁ χρόνος δέν περνοῦσε καί παρέμεναν ἐ'ἴτε αἰώνια γέροντες, ὅπως ὁ Νέστωρ, εἴτε αἰώνια νέοι, ὅπως ὁ Ὀδύσσεας, εἶχαν νά ἀντιμετωπίσουν κάποτε τόν ὀϊχτιστον θάνατον, πού δέν ἔχει παρηγοριά. Στά «σπίτια» τούς ζοῦσαν σάν τούς πολεμιστές τῶν σκοτεινῶν χρόνων, περιστοιχισμένοι ἀπό τους ὑπηρέτες καί τά μέλη τῆς οἰκογένειάς τους. Ἀντάλλασσαν δῶρα καί ἔκαναν ἐπιδρομές, γιά νά ἅρπαξουν πλούτη καί νά ἀποκτήσουν μέ αὖτο τόν τρόπο τή δύναμη καί τό γόητρο πού θά τούς ἐπέτρεπε νά ἄσκουν στούς ὁμοιούς τους μιά περιορισμένη ἐξουσία, ἡ ὁποια ὅμως θά μποροῦσε νά ἐνισχυθεῖ, ἄν χρειαζόταν νά ἀντιμετωπιστεῖ κάποιος κοινός κίνδυνος. Δέν ὕπαρχει ἀμφιβολία ὅτι, ἔστω καί ἄν ἡ φαντασία τοῦ ποιητῆ ἄντλει στοιχεῖα ἀπό τους ἡρωι-κούς χρόνους τῆς μυκηναϊκῆς ἐποχῆς, χρησιμοποιοῦνται σύγχρόνως καί στοιχεῖα τῆς πραγματικότητας τῶν σκοτεινῶν χρόνων, κατά τή διάρκεια τῶν ὁποίων διαμορφώθηκαν τά ἔπη καθώς μεταδίδονταν προφορικά ἀπό τους ἀοιδούς. Τήν ὁριστική μορφή τους ὅμως τήν παίρνουν ὅταν ἀρχίζει νά δημιουργεῖται ἡ πόλη. Ἴσως γι’ αὐτό ὁ ποιητής θέλησε νά περιλάβει ὁρισμένα χαρακτηριστικά τῶν πόλεων πού μόλις εἶχαν σχηματιστεῖ: λόγου χάρη τόν τόπο ὅπου κατά ἄτακτα χρονικά διαστήματα —στήν Ἰθάκη κάθε εἴκοσι χρόνια!— συγκαλεῖται ὁ δῆμος, δηλαδή ὅλα τά μέλη τῆς κοινότητας πού ἔχουν δικό τους «σπίτι», σέ μιά συνέλευση ὅπου προεδρεύουν τά μέλη τοῦ συμβουλίου, οἱ γέροντες, οἱ βασιλιάδες, οἱ μόνοι πού ἔχουν τό δικαίωμα τοῦ λόγου, καί μολαταύτα προσπαθοῦν καί αὐτοί νά ἐξασφαλίσουν τή συναίνεση τοῦ δήμου. Ἀπό τή στιγμή λοιπόν πού ὁ δῆμος εἶχε τή δυνατότητα νά ἔρθει σέ ἀντίθεση μέ τήν ἐξουσία ἀποκτοῦσε βαρύνουσα σημασία, καί ἄξιζε τόν κόπο νά ἐξασφαλίσει κανείς τήν εὔνοιά του.
 
Ἤδη, λοιπόν, στήν πρώτη αὐτή μορφή πολιτικῆς ζωῆς ἐμφανίζονται οἱ πρῶτες ἐκδηλώσεις τῆς κρίσης πού θά προκαλέσει βαθιά ἀναστάτωση στόν ἑλληνικό κόσμο τῆς ἀρχαϊκῆς ἐποχῆς καί θά ὁδηγήσει στή γέννηση τῆς πόλης, μίας κοινότητας πού τό οὐσιῶδες καί πρωταρχικό στοιχεῖο της εἶναι τό πολιτικό. Στήν Ἰθάκη ἡ κρίση ξεσπᾶ μᾶλλον ἐπειδή ἀμφισβητεῖται ἡ κληρονομικότητα τῆς βασιλείας καί τό ἀποκλειστικό δικαίωμα τοῦ συμβουλίου καί τοῦ βασιλιᾶ νά λαμβάνουν τίς ἀποφάσεις. Βέβαια, ὡς ἀντιστάθμισμα στήν πραγματική Ἰθάκη προβάλλεται ἡ ἰδανική Σχερία. Καί δέν εἶναι τυχαῖο ὅτι γιά τόν ποιητή καί τό κοινό του ἡ πόλη τῶν Φαιάκων, ὅπου βασιλεύει ὁ Ἀλκίνοος, εἶναι ἕνα πρότυπο πού αἰωρεῖται ἀνάμεσα σέ δυό κόσμους, ἕνα νησί τῶν θαυμάτων, προάγγελος τῶν ἄλλων νησιῶν πού θά ἀνακαλύψουν ὅσοι θά κάνουν τήν οὐτοπία πραγματικότητα. Ἀλλά κι ἄν ἀκόμα τό νησί τῶν Φαιάκων ἔθρεψε τή φαντασία ὅσων ἔφυγαν γιά νά ἱδρύσουν τίς νέες πόλεις, ἔμεινε τελικά ἕνα ἄπιαστο ὄνειρο.
 
Δέν εἶναι λοιπόν διόλου εὔκολο νά καθορίσουμε τόν τρόπο μέ τόν ὁποῖο ὁ ἱστορικός θά μποροῦσε νά χρησιμοποιήσει τό ἔργο τοῦ Ὁμήρου. Τά ἔπη εἶναι πρῶτα ἀπ’ ὅλα ἕνα δημιούργημα τῆς φαντασίας, καί ἔτσι πρέπει νά διαβάζονται. Περιέχουν ὅμως καί τίς ἀξίες πού ἐκφράζουν, ὅπως εἴδαμε, μιά ἀριστοκρατική κοινωνία πολεμιστῶν. Μαρτυροῦν ἐπίσης, ἄμεσα ἡ ἔμμεσα, τίς ἀλλαγές πού ἀρχίζουν νά ἐπηρεάζουν τόν ἑλληνικό κόσμο μέ τήν ἀρχή τῶν ἱστορικῶν χρόνων. Γιά ὅλους αὐτούς τούς λόγους τά ἔπη ἀποτελοῦν γιά τόν ἱστορικό ἀστείρευτη πηγή πληροφοριῶν. Τέλος, πρέπει νά τά ἀντιμετωπίζουμε ὡς σύνολο, γιατί μόνο ἔτσι θά μπορέσουν νά μᾶς βοηθήσουν νά φωτίσουμε τούς «πρώτους χρόνους τῆς Ἔλλάδας».

Σοφία, φιλοσοφία και αλήθεια…

Αποτέλεσμα εικόνας για Σοφία, φιλοσοφία και αλήθεια… Σοφία είναι όλα αυτά που έχουν «γίνει κτήμα σου» , από όλες τις γνώσεις και τις πληροφορίες που έχεις αποκτήσει. Η διαδικασία αυτή είναι συσσωρευτική συν το χρόνω, απαιτεί κατανόηση, και βίωση - ει δυνατόν -, της ανθρώπινης υπόστασης αλλά και συμπαντικών μυστικών.

Ο Πλάτωνας αναφέρει πως: “...η γνώση αυτή (η σοφία), δεν είναι κάτι που μπορεί να περιγραφεί με λόγια όπως οι άλλες επιστήμες. Χρειάζεται μακρά μελέτη του θέματος και διάπλαση του εαυτού με αυτήν. Τότε, είναι σαν μία σπίθα να ξεπηδά και να ανάβει ένα φως που από εκεί και μετά είναι ικανό να αυτοσυντηρείται”.

Σύμφωνα με τον Χόρχε Μπουκάι (Jorge Bucay) :

“Η σοφία δεν έχει καμία αντιστοιχία με τις γνώσεις ενός ανθρώπου. Στην πραγματικότητα, σοφία είναι όλα εκείνα που μένουν από τις γνώσεις κάποιου, όταν ο ίδιος αποποιείται όλα αυτά που έχει μάθει. Ξεκινάμε από ένα σταθμό που ονομάζεται άγνοια. Είναι ο σταθμός, στον οποίο μένουν όλοι εκείνοι που ούτε καν γνωρίζουν ότι δεν γνωρίζουν και, επομένως, δεν έχουν καμία ανάγκη να μάθουν. Αν κάποιος αποφασίσει να ανέβει στο τρένο, είναι επειδή κάποιος τού έχει απλώσει το χέρι.

Αν ανέβει στο τρένο και ακολουθήσει τον σωστό δρόμο, θα φτάσει στον τόπο των ερευνητών. Αν το κάνει καλά και δεν χάσει τον δρόμο του, θα φτάσει και στον επόμενο σταθμό. Τον σταθμό των δασκάλων. Κάποιοι από τους δασκάλους αποφασίζουν να διδάξουν, ενώ ορισμένοι θέλουν να μείνουν μόνοι με τις γνώσεις τους. Αν ένας δάσκαλος ζήσει πολλά πράγματα για πολλά χρόνια, ίσως καταφέρει να ανέβει ξανά στο τρένο για να φτάσει στον σταθμό της σοφίας, που είναι ο τελευταίος. Είναι ο τόπος όπου ζουν όλοι αυτοί που ούτε καν γνωρίζουν ότι γνωρίζουν.

Είναι αστείο, αλλά, αν ρωτήσεις έναν πραγματικά σοφό, θα σου απαντήσει «δεν γνωρίζω αν γνωρίζω», όπως ακριβώς θα σου απαντούσε ένας αδαής. Ίσως γι΄ αυτό σε αυτή την κοινωνία που ζούμε θεωρούμε αδαείς κάποιους σοφούς και κάποιους αδαείς τούς θεωρούμε σοφούς”.

Ο Σωκράτης υποστήριζε πως: ‘Αρχή σοφίας της αγνοίας η γνώσις’, δηλαδή: “ Η γνώση της άγνοιας του συνιστά την αφετηρία της (αληθινής) σοφίας για έναν άνθρωπο” . Η γνώση είναι μία ατέρμονη και επίπονη διαδικασία, και προϋποθέτει μια διαρκή αναθεώρηση προηγουμένων πεποιθήσεων κι απόψεων. Είναι όπως το ποτάμι που σταματά να ρέει, βαλτώνει, γίνεται λίμνη αποσύνθεσης, και εστία μολύνσεων..

Ο Κρισναμούρτι , αναφέρει σχετικά με όσους υποστηρίζουν πως κατέχουν την αλήθεια και την περιορίζουν μέσα από τυπολατρίες και δόγματα:

“ Η αλήθεια δεν έχει μονοπάτι και αυτή είναι η ομορφιά της αλήθειας, είναι η ζωή. Ένα πεθαμένο πράγμα έχει μονοπάτι για να το φτάσεις γιατί είναι κάτι στατικό, αλλά μόλις δεις ότι η αλήθεια είναι κάτι ζωντανό που κινείται, που δεν έχει σταμάτημα, που δεν είναι σε κανένα ναό, τζαμί ή εκκλησία και που καμία θρησκεία, κανένας δάσκαλος και κανένας φιλόσοφος, κανένας δεν μπορεί να σε οδηγήσει σε αυτή - τότε θα δεις επίσης ότι αυτό το ζωντανό πράγμα είναι αυτό που πραγματικά είσαι εσύ – ο θυμός σου, η βαρβαρότητα σου, η βία σου, η απόγνωση σου, η αγωνία και η θλίψη μέσα στην οποία ζεις.

Μέσα στην κατανόηση όλων αυτών βρίσκεται η αλήθεια, και μπορείς να την κατανοήσεις μόνο εάν ξέρεις να βλέπεις αυτά τα πράγματα στην ζωή σου. Και δεν μπορείς να βλέπεις μέσα από μία ιδεολογία, ή ένα φίλτρο από λόγια, μέσα από ελπίδες και φόβους. Βλέπετε λοιπόν ότι δεν μπορείτε να εξαρτιέστε από κανέναν. Δεν υπάρχει οδηγός, δάσκαλος, δε υπάρχει αυθεντία...”

Ως επίλογο θα πρότεινα: Αποφύγετε όσους υποστηρίζουν πως κατέχουν την απόλυτη και μοναδική αλήθεια, ακολουθήστε ίσως όσους την αναζητούν…

Τι σημαίνει πραγματικά το να παίρνουμε μια «καλή» απόφαση;

«Το ρίσκο μιας λάθος απόφασης είναι προτιμότερο από τον τρόμο της αναποφασιστικότητας» – Μαϊμονίδης

Στην καθημερινότητά μας χρειάζεται να παίρνουμε συνεχώς αποφάσεις, είτε σε επαγγελματικό, είτε σε προσωπικό επίπεδο. Είναι φυσικό λοιπόν να αναρωτιόμαστε συχνά αν λαμβάνουμε τις σωστότερες αποφάσεις ή θα μπορούσαμε και καλύτερα. Πώς ακριβώς ορίζεται όμως η «σωστή» απόφαση; Επιφανειακά τουλάχιστον, η απάντηση φαίνεται προφανής. Ωστόσο, στην πραγματικότητα, είναι αρκετά δύσκολο να εντοπίσουμε ακριβώς τι σημαίνει σωστή απόφαση.

Ας εξετάσουμε μια περίπτωση κατά την οποία ένας επιχειρηματίας αποφασίζει να αλλάξει τις τιμές. Όταν ρωτηθεί ποια θεωρεί ότι είναι η καλύτερη απόφαση για τον προσδιορισμό των τιμών, το πιο πιθανό είναι να απαντήσει ότι είναι αυτή που «θα αυξήσει τις πωλήσεις της επιχείρησής μου» ή εκείνη που «θα αποφέρει στην εταιρία μου το μεγαλύτερο κέρδος». Όταν το περιβάλλον στο οποίο κινείται η επιχείρηση είναι ανταγωνιστικό, θα ισχυριστεί ότι η καλύτερη απόφαση όσον αφορά στις τιμές είναι εκείνη που «επιτρέπει στην επιχείρησή μου να επιβιώσει ανάμεσα στις άλλες».

Το ίδιο ισχύει και για τις προσωπικές αποφάσεις. Για παράδειγμα, ας υποθέσουμε ότι εγώ και η σύζυγός μου θέλουμε να πάμε καλοκαιρινές διακοπές. Περνάμε από μια διαδικασία επιλογής πολλών λεπτομερειών σχετικά με τις διακοπές (προορισμό, χρόνο, τρόπο κλπ.). Ποια θα θεωρούσαμε ότι θα ήταν η καλύτερη απόφαση; Οι περισσότεροι άνθρωποι θα έλεγαν ότι μια καλή απόφαση διακοπών είναι εκείνη που θα μας κάνει να περάσουμε υπέροχα και που θα αξίζει ακριβώς τα χρήματα που θα δώσουμε.

Το πρόβλημα με όλες αυτές τις απαντήσεις είναι ότι αγνοούν τη διαδικασία λήψης της απόφασης και στρέφουν όλη την προσοχή αποκλειστικά και μόνο στα αποτελέσματα. Και αυτή η παράβλεψη είναι προβληματική για τουλάχιστον δύο λόγους.

Είναι δύσκολος (ακόμα και αδύνατος) ο καθορισμός όλων των συνεπειών μιας απόφασης. Όταν λαμβάνουμε αποφάσεις, το κάνουμε σε μια δεδομένη στιγμή, αλλά τα αποτελέσματά τους γεννιούνται αργότερα, ορισμένες φορές μετά από εβδομάδες, μήνες ή ακόμα και χρόνια. Για την ακρίβεια, για τις περισσότερες αποφάσεις, τα αποτελέσματα εμφανίζονται σε μια ακαθόριστη χρονική διάρκεια και βάθος.

Επιστρέφοντας στο παράδειγμα με τις διακοπές, ας πούμε ότι αφού έχουμε συλλογιστεί όλες τις επιλογές προσεκτικά και έχουμε κάνει και τους απαραίτητους υπολογισμούς, αποφασίζουμε τελικά τον προορισμό. Θα γνωρίζουμε αν οι διακοπές μας θα είναι επιτυχημένες μόνο αφού τελειώσουν. Και ακόμα και τότε, το αν θα μπορούσαμε να βρούμε κάτι πιο οικονομικό ή το αν θα περνούσαμε ακόμα πιο ωραία αλλού, θα παραμείνει για πάντα ένα άλυτο μυστήριο.

Παρομοίως, όταν μια επιχείρηση μειώνει τις τιμές της, χρειάζονται εβδομάδες ή και μήνες για να αξιολογηθεί το αποτέλεσμα, το όφελος. Η εταιρία ίσως δεν μπορέσει να μάθει ποτέ πόσες από τις αυξημένες πωλήσεις της οφείλονταν στη μείωση των τιμών ή σε άλλες τυχαίες συνθήκες. Το βασικό επιχείρημα εδώ είναι ότι το έργο του ακριβούς προσδιορισμού των συνεπειών μιας απόφασης είναι πολύ δύσκολο. Οι συνέπειες καθορίζονται από πολλούς παράγοντες που εμείς απλά δεν μπορούμε να ελέγξουμε.

Υπάρχει ένα δεύτερο, εξίσου σημαντικό πρόβλημα σχετικά με τη χρήση των συνεπειών ως βασική μεταβλητή λήψης μια απόφασης: οι επιδράσεις των μη ελεγχόμενων παραγόντων. Αφού έχει ληφθεί μια απόφαση και πριν οι συνέπειες κάνουν την εμφάνισή τους, διάφοροι άλλοι παράγοντες έξω από τον έλεγχο του ατόμου μπορούν να επηρεάσουν σημαντικά τα πράγματα. Τέτοιες επιδράσεις μπορεί να είναι θετικές ή αρνητικές και να μην έχουν ιδιαίτερα να κάνουν με την διαδικασία λήψης της απόφασης.

Αφού πήραμε λοιπόν προσεκτικά την απόφασή μας, μετρήσαμε τα υπέρ και τα κατά, ξεκινήσαμε για τον προορισμό των διακοπών μας. Δυστυχώς, σχεδόν αμέσως, πέφτουμε πάνω σε άσχημο καιρό, ο οποίος όλο και χειροτερεύει. Πλημμύρες και πολύ κίνηση. Και επειδή χάσαμε πολύ χρόνο, αποφασίζουμε να γυρίσουμε πίσω. Δεν υπάρχει κανένας τρόπος να έχουμε προβλέψει αυτή την κατάληξη ή το πώς μια διασκεδαστική εκδρομή θα μπορούσε να μετατραπεί σε εφιάλτη. Σε αυτή την περίπτωση, το αποτέλεσμα ήταν καταστροφικό, αλλά όμως δεν οφειλόταν σε δικό μας λάθος κατά τη διαδικασία λήψης της απόφασης.

Για να προσδιορίσουμε αν η απόφαση είναι η σωστή ή όχι, η έμφαση πρέπει να δίνεται στην διαδικασία και όχι στα αποτελέσματα.

Οι ειδικοί στο ζήτημα της λήψης αποφάσεων μας έχουν προειδοποιήσει να μην βασιζόμαστε μόνο στα αποτελέσματα, όταν αξιολογούμε την ποιότητα μιας απόφασης. Στον τομέα της υγείας, για παράδειγμα, οι γιατροί μαθαίνουν να λαμβάνουν τεκμηριωμένες αποφάσεις, όταν βοηθούν τους ασθενείς να επιλέξουν ανάμεσα σε διάφορες θεραπείες. Μια τέτοια ιατρική απόφαση είναι όταν συλλέγονται όλες οι διαθέσιμες πληροφορίες για τις επιλογές, ζυγίζονται και η τελική απόφαση περιλαμβάνει μια συνεκτίμηση των αξιών τόσο του ασθενή, όσο και του γιατρού.

Προσέξτε ότι σε αυτή τη διαδικασία τίποτα δεν λέγεται για τα αποτελέσματα της υγείας του ασθενή. Αυτή η παράλειψη υπάρχει, γιατί αναγνωρίζονται οι πολυάριθμοι παράγοντες που βρίσκονται εκτός του ελέγχου και των δύο προσώπων και οι οποίες δεν έχουν να κάνουν με τη διαδικασία λήψης της απόφασης. Υπό αυτές τις συνθήκες, το καλύτερο που και τα δύο μέρη έχουν να κάνουν είναι να σκεφτούν από κοινού όλες τις διαθέσιμες πληροφορίες και να εφαρμόσουν την θεραπεία.

Με βάση τα παραπάνω και με έμφαση στη διαδικασία, θα μπορούσα να καταλήξω σε έναν ορισμό για την καλή απόφαση: Μια καλή απόφαση είναι εκείνη που λαμβάνεται προσεκτικά και με σκέψη, περιλαμβάνει και συνυπολογίζει όλους τους σχετικούς παράγοντες, συμφωνεί με τη φιλοσοφία και τις αξίες του ατόμου και μπορεί να εξηγηθεί με ξεκάθαρο τρόπο στους άλλους.

Εσείς τι πιστεύετε;

Παράθυρο στον κόσμο

Αποτέλεσμα εικόνας για scale and proportion in artΟπωσδήποτε παράθυρο, να βλέπω έξω να χαμογελώ. Παράθυρο στον κόσμο, στο δικό μου κόσμο! Χαθήκαμε στα σύννεφα που έδιναν ένα παράξενο φως στο γαλάζιο ουρανό. Κι όμως έρχεται καταιγίδα. Μα εγώ βλέπω φως, ακούω φως, νιώθω φως, έχω το φως μέσα μου. Φως που φωτίζει τη ψυχή μου και οδηγεί το μυαλό μου.

Οπωσδήποτε παράθυρο, να βλέπω τους ανθρώπους ξεμακραίνοντας να μοιάζουν μικροί, ασήμαντοι, ανύπαρκτοι στο άπειρο του κόσμου. Κι εγώ από ψηλά λυπάμαι εκείνους που δεν είδαν, δεν ένιωσαν, δεν ξέρουν τι θα πει ελεύθερη ψυχή! Τα σπίτια μοιάζουν με σπιρτόκουτα, μες την απεραντοσύνη του ουρανού, των σύννεφων και των δικών μου μοναχικών σκέψεων. Το χρώμα του ουρανού αλλάζει, άραγε είναι το φως που φώτισε ή μήπως είναι το φως που ένιωσα;

Οπωσδήποτε παράθυρο, να βλέπω όσα αγάπησα, όσα πόνεσα κι όσα μάτωσα. Να βλέπω πίσω μου όσα άφησα, να παίρνω μαζί μου την θολή εικόνα που σιγά – σιγά χάνεται, σβήνει από τα μάτια και χαράζεται στο μυαλό μου που τώρα μένει ελεύθερο. Στη ψυχή μου που τώρα πια λυτρωμένη από όσα την κρατούσαν παγιδευμένη, απολαμβάνει το ταξίδι που τόσο ονειρευόταν.

Οπωσδήποτε παράθυρο, να νιώθω τη δύναμη του κενού να στροβιλίζεται στο μυαλό μου. Να μη φοβάται πια τα όσα ποτέ φοβήθηκε, τα όσα έγιναν, τα όσα έσβησαν κι ακόμα τα όσα ποτέ δεν έμαθε. Κουρασμένο μυαλό από ιδέες που σάπισαν από την υγρασία που έπεφτε το ξημέρωμα. Και τώρα ήρθε το φως και στέκεται μετέωρο σα μια δροσοσταλιά στην άκρη του φύλου που γέρνει, να φτάσει το χώμα, να νοιώσει τη γη. Η σιγουριά του σταθερού εδάφους παγίδα του σώματος κι ο ουρανός φτερά δίνει στο νου.

Οπωσδήποτε παράθυρο, να ανοίξει, να φύγει ο νους, η ψυχή να λευτερωθεί στα σύννεφα, στο φως του ήλιου, στα χρώματα της ίριδας, στο αόρατου του κόσμου.

Συμπάθησα αγνώστους και σιχάθηκα γνωστούς

Κοίτα τώρα πως εξελίσσεται η ζωή σου. Με έναν τέτοιο τρόπο που ποτέ δε θα ξέρεις τι θα μπορούσε να σου συμβεί στην επόμενη γωνία. Όλα αλλάζουν από την μία στιγμή στην άλλη. Πέφτουν οι μάσκες, τις ραγίζουν οι συνθήκες, τις συνθλίβουν τα αποτελέσματα των πράξεων.

Πόσες σκοτεινές πλευρές και εκπλήξεις μπορούν να μας επιφυλάσσουν οι στιγμές...

Και φτάνει η στιγμή που αναθεωρείς και συλλογίζεσαι ποιους έχεις φίλους και συμμάχους. Ξαφνικά αντιλαμβάνεσαι ότι η τράπουλα με τους ανθρώπους της ζωής σου ανακατεύεται. Καταλαβαίνεις πως όσους θεωρούσες ότι ήξερες καλά, ήταν απλά πολύ καλά μεταμφιεσμένοι. Έλαμπε το περιτύλιγμα και σε ξεγελούσαν τα χρώματα.

Στην πρώτη σου δυσκολία απομακρύνονται και δείχνουν τον πραγματικό τους πρόσωπο. Φεύγει εκείνη η λάμψη που είχαν.

Η εικόνα που αντικρίζεις ξέρω ότι σε τρομάζει, γιατί βλέπεις ανθρώπους που εμπιστευόσουν να σου γυρνούν επιδεικτικά την πλάτη, χάνεις τους ανθρώπους-στηρίγματα μόνο που τέτοια ήταν μόνο στην θεωρία και όχι στην πράξη.

Φρόντισε να αποδεχθείς όσο πιο γρήγορα μπορείς αυτήν την θλιβερή αλήθεια και να αναλύσεις σωστά στο μυαλό σου τα καινούργια σου δεδομένα.

Είναι δύσκολο για εσένα να αποδεχθείς ότι πίσω από αυτά τα πλατιά χαμόγελα βρισκόντουσαν ύπουλα συναισθήματα. Έτσι συμβαίνει όμως τις περισσότερες φορές.

Οι άνθρωποι που αγαπάμε μας πληγώνουν περισσότερο από όλους. Και αν κοιτάξεις τώρα προσεκτικά γύρω σου, θα δεις κάτι, τους μέχρι πρότινος αγνώστους να σου απλώνουν χείρα βοηθείας, να σε κατανοούν και σου συμπαραστέκονται με τον δικό τους τρόπο.

Το αστείο της ιστορίας είναι ότι όλοι αυτοί σε δέχονται όπως είσαι με τις επιλογές σου, δέχονται τον εαυτό σου και δεν επιθυμούν να παρέμβουν για να σε αλλάξουν. Είναι όλοι αυτοί που θα σε κρατήσουν ζωντανή και θα σε αγκαλιάσουν χωρίς περιττές κουβέντες την στιγμή που τους χρειάζεσαι. Είναι όλοι αυτοί που σου προσφέρουν απλόχερα κατανόηση και αγάπη χωρίς ανταλλάγματα. Είναι αυτοί με τους οποίους θα περάσεις τις επόμενες θύελλες της ζωής σου μα πλέον θα σε έχουν και θα τους έχεις μάθει και έτσι μαζί.

Ξέρω ναι είναι άσχημη η προδοσία αλλά μετά την μπόρα ακολουθεί η λιακάδα πάντα με χρώματα φωτεινά.

Κοίταξε γύρω σου τον κόσμο

Κοίταξε τον κόσμο τριγύρω σου. Παρατήρησέ τον καλύτερα και προσπάθησε να αποτυπώσεις όσες περισσότερες εικόνες μπορείς στην μνήμη σου.

Κοίταξε τον άνθρωπο σου και την αγάπη που σου προσφέρει. Κοίταξε την ευτυχία κατάματα, σου χτυπάει την πόρτα, να μην τρομάζεις.

Κοίταξε πως σε κλείνει στην αγκαλιά του ο άντρας που αγαπάς. Κοίταξε τους ανθρώπους που σε εμπιστεύονται και σου εξομολογούνται τις πιο απόκρυφες στιγμές τους. Κοίταξε αυτούς τους λίγους φίλους που έχεις και μέτρα μέρες και νύχτες μαζί τους, που θα ονειρεύεστε και θα ελπίζεται για ένα καλύτερο αύριο. Δεν ξέρω αν οι στόχοι σας θα είναι κοινοί, πάντως το θετικό είναι πως θα υπάρχουν.

Κοίταξε πως η φύση, ο ήλιος, τα ζώα, τα καιρικά φαινόμενα ζωντανεύουν το βλέμμα σου. Σπινθήρες πετάνε τα μάτια σου. Κοίτα αυτόν δίπλα σου που με θάρρος κοιτάζει τον φόβο κατάματα και αντιμετωπίζει την απελπισία του με χιούμορ. Σα να ξορκίζει το κακό. Κοίτα τριγύρω σου τι συμβαίνει, χωρίς αυταπάτες. Δες το ηλικιωμένο ζευγάρι που κάθετε στο παγκάκι και ευτυχισμένο τρώει παγωτό. Σκέψου πόσα παγωτά έχουν φάει μαζί τόσα χρόνια και τι συζητήσεις έχουν κάνει μεταξύ τους. Κοίταξε παραδίπλα τα πιτσιρίκια που παίζουν ιδρωμένα, ενθουσιασμένα μα χαρούμενα στις πλατείες της μεγαλούπολης.

Κοίταξε γύρω σου τους αδικημένους και δώσε τους δίκιο με ένα λαμπερό χαμόγελο, άλλωστε το αξίζουν. Κοίταξε πόσο ευεργετικό είναι το γέλιο. Ο κόσμος σήμερα δυσκολεύεται να γελάσει. Φοβάται μπας και παρεξηγήσουν την ευτυχία του σε έναν κόσμο γεμάτο μιζέρια, για δες που φτάσαμε. Κοίτα καθαρά τι συμβαίνει γύρω σου και χαμογέλα όσο παρατηρείς αυτόν τον περίεργο κόσμο.

Κοίτα πόσο δύσκολο είναι σήμερα να αγαπήσεις και να αγαπηθείς. Κοίτα πόσο χαρούμενους ανθρώπους δημιουργεί ο έρωτας. Και άφησε επιτέλους μία φορά την τύχη σου να σε φλερτάρει. Κοίταξε ακόμα και πίσω σου, αυτούς που άφησες και σε άφησαν. Άνθρωποι-μαθήματα ήταν κι αυτοί.

Κοίτα τα πάντα κατάματα και καθαρά. Πάρε εικόνες, κράτησε τες χαραγμένες στην μνήμη σου και προχώρα μπροστά.

Ο ρόλος της μητέρας στην αντιμετώπιση της ψυχικής ασθένειας

Αποτέλεσμα εικόνας για paul klee mother and childΣε πρόσφατη έρευνα των Markowitz, Angell και Greenberg (2011), μελετήθηκε η επιρροή που άσκησαν οι αξιολογήσεις των μητέρων για την στιγματισμένη ταυτότητα των ψυχικά άρρωστων παιδιών τους πάνω στις κατοπτρισμένες αυτό-αξιολογήσεις τους. Επίσης μελετήθηκε ο τρόπος με τον οποίο οι αξιολογήσεις αυτές επηρεάζουν το αποτέλεσμα της ανάρρωσης. Χρησιμοποιήθηκαν 129 μητέρες ως δείγμα και τα ενήλικα παιδιά τους με σχιζοφρένεια.

Η έρευνα εξετάζει τον τρόπο με τον οποίο η ψυχική ασθένεια οδηγεί σε μια «κατεστραμμένη ταυτότητα» όσον αφορά τα χαρακτηριστικά της εικόνας του εαυτού (π.χ. αναξιόπιστος, ανώριμος, κουτός, ανίκανος) κάτι που στη συνέχεια επηρεάζει το αποτέλεσμα της ανάρρωσης. Το στίγμα μπορεί να επηρεάσει αυτές τις διαστάσεις του εαυτού, προκαλώντας σημαντικές συνέπειες για την ανάρρωση. Για παράδειγμα, τα άτομα που θεωρούν τον εαυτό τους ως λιγότερο ικανό, ή επιτυχημένο ίσως ενεργήσουν με τρόπους που αντιστοιχούν στην στιγματισμένη εικόνα του εαυτού που μειώνουν την ποιότητα της ζωής τους, όπως το να μην κάνουν φίλους, να μην επεκτείνουν την εκπαίδευση τους ή να μην αναζητούν εργασία.

Όπως αναφέρει ο Goffman (1963), το στίγμα που σχετίζεται με την ψυχική ασθένεια αποτελεί τεράστιο εμπόδιο στην ανάρρωση, καθώς έχει την δυνατότητα να μεταμορφώσει την ταυτότητα κάποιου «από ένα ολόκληρο συνηθισμένο άτομο σε ένα αλλοιωμένο». Η ψυχική ασθένεια συνδέεται με ένα σύνολο αρνητικών στερεοτυπικών χαρακτηριστικών (π.χ. επικινδυνότητα, ανικανότητα), γενικά κατά κάποιο τρόπο παρεξηγείται από το γενικό σύνολο και συχνά προβάλλεται αρνητικά και ανακριβώς στα Μ.Μ.Ε. (Phelan et al. 2000; Martin, Pescosolido, and Tuch 2000;Wahl 1995).

Έρευνες έχουν δείξει ότι το εσωτερικευμένο στίγμα σχετίζεται με την απώλεια της κοινωνικοοικονομικής κατάστασης, τον περιορισμό του κοινωνικού δικτύου, την χαμηλότερη αυτό-εκτίμηση και την μείωση της ποιότητας ζωής (Link and Phelan 2001; Markowitz 1998; Rosenfield 1997).

Τα αποτελέσματα της έρευνας δηλώνουν ότι τα αρχικά συμπτώματα και η λειτουργικότητα των ψυχικά ασθενών, σχετίζονται με το πόσο σημαντικά θεωρούν οι άλλοι τα άρρωστα μέλη της οικογένειάς τους, το πώς τα άτομα με ψυχική ασθένεια θεωρούν ότι οι άλλοι τα αντιλαμβάνονται και το πώς αντιλαμβάνονται τα ίδια τον εαυτό τους.

Όπως αναμένονταν, η έρευνα έδειξε ότι τα αρχικά επίπεδα των συμπτωμάτων, η αυτό-αποτελεσματικότητα και η ποιότητα της ζωής σχετίζονται με τον τρόπο με τον οποίο αξιολογούν οι μητέρες τους γιούς και τις κόρες τους με ψυχική ασθένεια. Εκείνα τα άτομα που βελτιώνονται όσον αφορά τα συμπτώματα και την κοινωνική ευημερία καθώς και τα άτομα με υψηλότερα επίπεδα προσωπικού ελέγχου, εκλαμβάνονται από τις μητέρες τους ως πιο ικανά και πιο υγιή σε σχέση με τα άτομα που δεν τα πηγαίνουν τόσο καλά.

Επίσης τα ευρήματα της έρευνας έδειξαν ότι οι αξιολογήσεις των μητέρων αντανακλώνται στις αντιλήψεις των ασθενών για το τι πιστεύουν για αυτούς οι μητέρες τους.

Τα ευρήματα δηλώνουν ότι ως κάποιο βαθμό, η ανάρρωση αποτελεί μια διαδικασία που επηρεάζεται από τις προσδοκίες και την ανατροφοδότηση από σημαντικούς άλλους στην ζωή ατόμων με ψυχική ασθένεια.

Όπως δηλώνει ο Renshaw (2008) σε μια πρόσφατη θεώρηση του, το επίπεδο κριτικής που λαμβάνουν οι ασθενείς από τους φροντιστές τους αποτελεί ένα σημαντικό παράγοντα πρόβλεψης του αρνητικού κλινικού αποτελέσματος μεταξύ ατόμων με σοβαρή ψυχική ασθένεια. Η έρευνα δηλώνει ότι η αντιλαμβανόμενη κριτική από την πλευρά των ατόμων με ψυχική ασθένεια δεν αποτελεί απλά ψευδαίσθηση ή δημιουργία των συμπτωμάτων παράνοιας, αλλά εν μέρει αποτελεί μια αντανάκλαση της γνώμης των μελών της οικογένειας που τα φροντίζει.

Όσους δεν αξίζουν να τους στέλνεις στον αγύριστο

Αποτέλεσμα εικόνας για Όσους δεν αξίζουν να τους στέλνεις στον αγύριστοΝα μάθεις να κλείνεις τις πόρτες από εκεί που τίποτα δε σε κρατάει. Να μη γυρνάς πίσω, να μη ρίχνεις βλέμματα δεύτερα και ματιές λοξές. Να μη σε νοιάζει ποιος έχει δίκιο και ποιος άδικο. Να μην αναλύεις πολλά και να μη σκέφτεσαι το ίδιο πράγμα χίλιες φορές. Το ένστικτό σου πολλές φορές επιλέγει για σένα πριν από σένα.

Ξέρει αυτό που θα σε οδηγήσει, ποιον άνθρωπο θα χωνέψεις και ποιον θα αντιπαθήσεις απ’ το πρώτο λεπτό. Σφίγγει το στομάχι σου και κρατάς στάση αμυντική. Κι ας μη το ξέρεις κι ας μην το καταλάβεις ποτέ. Εκείνο φτιάχνει γύρω σου μια φούσκα προστατευτική και σου κρούει τον κώδωνα. Θα το ‘χεις αισθανθεί κάποιες φορές σε εκείνες τις πρώτες γνωριμίες με φάτσες άγνωστες, με μέρη που δεν έχεις ξαναδεί.

Άλλα σε τραβάνε σα μαγνήτης κι άλλα σε διώχνουν μακριά. Έχουν λευκό μητρώο στο ιστορικό σου. Δε σου έχουν κάνει κάτι, δεν τους ξέρεις αλλά κάτι σου λέει πως δε θες να τους γνωρίσεις. Κάτι στην όψη τους, κάτι στην αύρα τους, κάτι ανεξήγητο σε σπρώχνει σε άλλη κατεύθυνση απ’ τη δική τους.

Άνθρωποι, τόποι, δουλειές που ο οργανισμός σου φωνάζει ένα βροντερό όχι. Όχι μην πας εκεί. Όχι, μην κάτσεις άλλο εδώ. Όχι, δε θα σου κάνει καλό. Τα όχι μας είναι αυτά που μας πάνε ένα βήμα παραπέρα στη ζωή. Τα ναι είναι εύκολα και βολικά. Λες ναι παντού κι όλοι είναι ευχαριστημένοι. Συμφωνείς, γνέφεις καταφατικά κι όλα κυλούν λάδι. Κανείς δεν αντιδρά, κανείς δε δυσαρεστείται.

Μόνο εσύ που κάνεις τον κουφό σε αυτή την εσωτερική φωνή που ουρλιάζει να φύγεις. Εσύ που επιλέγεις να μείνεις σε μια σχέση τελειωμένη από την ανασφάλειά σου και τη λύπηση σου για τον άλλο. Εσύ που συμβιβάζεσαι σε μια δουλειά που σιχαίνεσαι για να βγάζεις τα προς το ζην. Εσύ που ανέχεσαι λόγια και συμπεριφορές για να μην προκαλέσεις αντιπαραθέσεις.

Εσύ που σκύβεις το κεφάλι κι αφήνεσαι στην μοίρα να σε οδηγήσει όπου εκείνη θέλει. Εσύ που δεν ορίζεις τη ζωή σου, που αφήνεις να την ορίζουν οι φίλοι, οι γονείς, οι συγγενείς, η σχέση σου. Εσύ που δέχεσαι γιατί ξέχασες πως είναι να αρνείσαι.

Ξεχνάς τη δύναμη του όχι. Όχι, δε γουστάρω να βγούμε. Όχι, δεν ανέχομαι να μη με σέβεσαι. Όχι, δε θέλω να είμαι η δεύτερη επιλογή. Μου αξίζει να είμαι η πρώτη. Μου αξίζει να κάνω πράγματα που αγαπώ. Μου αξίζει να επιλέγω τι και ποιος θα μπαινοβγαίνει στη ζωή μου.

Να μάθεις να λες όχι. Να το πιστεύεις και να το εννοείς. Να βάζεις τον εαυτό σου προτεραιότητα και τους άλλους δίπλα σου, συνοδοιπόρους και φίλους. Όσους αξίζουν. Όσους δεν αξίζουν να τους στέλνεις στον αγύριστο. Να μη φοβάσαι να εκτεθείς, να μη φοβάσαι μη μείνεις μόνος. Οι αληθινοί μένουν, τα ψεύτικα φεύγουν.

Με τα όχι χτίζονται οι ζωές γιατί αυτά είναι τα δύσκολα. Αυτά που συνειδητά αποφασίζεις πως δε χωράνε στο δισάκι που κουβαλάς στον ώμο σου και τα πετάς στη διαδρομή. Πετώντας τα βάρη, γίνεσαι ελαφρύτερος και προχωράς με σταθερό βήμα.

Τα ναι είναι για τους χαζούς και τους δειλούς. Κι εσύ δεν είσαι ούτε το ένα, ούτε το άλλο.

Έλληνες και Βάρβαροι: Οι διαχρονικές φυλετικές και πολιτιστικές διαφορές δυο διαφορετικών κόσμων

O I.Θ. Kακριδής δίνει μια πολύ γενική ερμηνεία της λέξης βάρβαρος, η οποία θα μπορούσε να ισχύει για την αρχαϊκή γραμματεία και, εν μέρει για την κλασική· πάντως όχι για το σύνολο της αρχαιοελληνικής εποχής και ούτε για το σύνολο της αρχαιοελληνικής γραμματείας.

Tο ενδιαφέρον στην προκειμένη περίπτωση, όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται, είναι ότι η σχετική λέξη δεν είναι ελληνική, αλλά βαρβαρική: «Στους αρχαίους Έλληνες βάρβαρος αρχικά σημαίνει κάθε λαό αλλόγλωσσο, χωρίς καμιά μειωτική απόχρωση. Και κάθε άνθρωπος, που έχει για μητρική του γλώσσα τα ελληνικά, είναι βάρβαρος, άσχετα με την πνευματική του και ψυχική του καλλιέργεια. Ώστε βάρβαρος δεν θα πει παρά αλλόγλωσσος. Και από πού παράγεται η λέξη; Από την επανάληψη της συλλαβής βαρ-. Όταν ακούει κανείς μια γλώσσα που δεν την ξέρει, οποιαδήποτε και να είναι η γλώσσα αυτή, τη νιώθει σαν μια σειρά από συλλαβές δίχως νόημα, σαν ένα λόγο αδιάρθρωτο, χωρίς κλίση, χωρίς σύνταξη, χωρίς κανόνες. Ο πρώτος που έπλασε τη λέξη βάρβαρος θα άκουσε κάποιους ξένους να μιλούν, και με την επανάληψη της συλλαβής βαρ- θέλησε να αποδώσει την παράξενη ακουστική εντύπωση που του έκανε ο ακατανόητος αυτός λόγος. Το παράξενο είναι πως η λέξη βάρβαρος δεν είναι καν ελληνική, είναι βαρβαρική. Στα παλιά ινδικά barbara σημαίνει τραυλός. Barbar και barbaru στα σουμερικά και στα βαβυλωνιακά έχει τη σημασία του ξένος, αλλοεθνής.»

O Dihle, παρακολουθώντας την εξέλιξη της σημασίας της λέξης βάρβαρος μέσα στην πορεία της αρχαιοελληνικής ιστορίας και γραμματείας, εντοπίζει την αλλαγή στη σημασία της με το σημερινό, υποτιμητικό της πλέον, νόημα: «Tα συγκλονιστικά συμβάντα του Πελοποννησιακού πολέμου και των αμέσως επόμενων δεκαετιών μετέβαλαν την αυτοσυνείδηση των Eλλήνων. Oι κύριες αιτίες γένεσης συναισθημάτων μνησικακίας απέναντι στους Πέρσες, τα οποία οι Έλληνες ήσαν ανά πάσα στιγμή έτοιμοι να επεκτείνουν σε ολόκληρο τον κόσμο των βαρβάρων, ακόμη και στα συγγενικά τους φύλα της Mακεδονίας, ήταν η πρόσφατη προσάρτηση των ελληνικών πόλεων της Mικράς Aσίας στο περσικό κράτος το 378 π.X. και το διαρκώς αυξανόμενο βάρος της περσικής διπλωματίας.

Kαι ανάλογη με αυτά τα συναισθήματα ήταν και η πρωτόγνωρη υπεροψία τους. Eνώ οι γνώσεις και οι τέχνες των Eλλήνων άρχιζαν να αλλάζουν παντού τον κόσμο, ο ελληνικός πολιτισμός (από το δεύτερο μισό του 4ου αι. π.X.) εξασθενούσε όλο και περισσότερο. H πολιτική πραγματικότητα χλεύαζε διαρκώς την ασφαλώς δικαιολογημένη περηφάνια των Eλλήνων για τα πολυάριθμα, αναγνωρισμένα από όλους, επιτεύγματα του ελληνικού πολιτισμού που αποτελούσαν αντικείμενο μίμησης.

Σε αυτό το φαινόμενο αντέδρασε μια πολιτική ρητορική, καλώντας τους Έλληνες να ομονοήσουν και να πολεμήσουν από κοινού τον πέρση εχθρό, για να απελευθερώσουν τους αδελφούς στη Mίλητο και την Έφεσσο. Tη γνωρίζουμε από τα κείμενα των ιστορικών και των ρητόρων του 4ου αι. π.X. Aυτό το έδαφος έθρεψε το συναίσθημα ότι οι Έλληνες ήταν εκ φύσεως ανώτεροι από τους βαρβάρους. Kανένας δεν επιχειρηματολόγησε υπέρ αυτής της αντίληψης τόσο επίμονα όσο ο Iσοκράτης (Πανηγυρικός), ο πιο επιφανής ρήτορας του 4ου αι. π.X.

Aλλά εκείνοι που πάνω απ' όλα εκφράζουν εντελώς απροκάλυπτα την αντίληψη για την ανωτερότητα των Eλλήνων έναντι των μη Eλλήνων είναι οι φιλόσοφοι και κυρίως ο Aριστοτέλης και ο Πλάτων. Όταν ο Φίλιππος της Mακεδονίας υπέταξε την Eλλάδα και άρχισε να εξοπλίζεται για να πολεμήσει τους Πέρσες, εμφανιζόταν ως υπέρμαχος της ελληνικής ηθικής και πολέμιος του κόσμου των βαρβάρων.

Εκείνη την εποχή εθεωρείτο αυτονόητο ότι ο μη "Έλλην" εχθρός έπρεπε αναγκαστικά να είναι βάρβαρος, ο οποίος όχι μόνο μιλούσε μία ακατανόητη γλώσσα, αλλά επιπλέον ήταν απολίτιστος και δίχως παιδεία. H λέξη βάρβαρος πήρε τη σημασία που διατηρεί τις ημέρες μας κάτω από τις ιδιαίτερες συνθήκες του 4ου αι. π.X.» ιστορία της λέξης ‘βάρβαρος’ είναι εκτενέστατη και φορτισμένη· βιβλίο ολόκληρο θα μπορούσε να γραφτεί γι’ αυτήν, οπότε με όσα θα γράψω απλώς θα ξύσω την επιφάνεια.

 Στον Όμηρο δεν απαντά η ίδια η λέξη, βρίσκουμε όμως το επίθετο βαρβαρόφωνος. Στον Αγαμέμνονα του Αισχύλου, η Κασσάνδρα αρχικά παρουσιάζεται βουβή, επειδή μιλάει βάρβαρη γλώσσα, που μάλιστα ακούγεται σαν του χελιδονιού κι έτσι χρειάζεται διερμηνέα. Αρχικά λοιπόν, η λέξη ‘βάρβαρος’ σήμαινε τον ξένο, τον αλλόγλωσσο, αυτόν που δεν μιλάει τη δική μας γλώσσα, που μιλάει μιαν αλλόκοτη γλώσσα που ακούγεται σαν «μπαρ-μπαρ-μπαρ». Βέβαια, και μόνο η τέτοια επισήμανση της διαφορετικότητας έχει μιαν υπόρρητη υποτιμητική απόχρωση.

Στις εξιστορήσεις των μηδικών πολέμων, η λ. ‘βάρβαρος’ χρησιμοποιείται για να δηλώσει τους Πέρσες. Μετά τους μηδικούς πολέμους, η υποτιμητική απόχρωση είναι πλέον σαφής· εμφανίζεται η αξιολογική κρίση και αρχίζει η λέξη ‘βάρβαρος’ να σημαίνει «άξεστος, ακαλλιέργητος», π.χ. στις Νεφέλες του Αριστοφάνη ο Σωκράτης λέει για τον Στρεψιάδη «άνθρωπος αμαθής ουτοσί και βάρβαρος». Οι άλλες σημασίες παραμένουν. Λογουχάρη, ο ίδιος Αριστοφάνης χρησιμοποιεί κατ’ επανάληψη τη λέξη ‘βάρβαρος’ για να δηλώσει τους αλλοδαπούς και ειδικά τους Πέρσες, ενώ στους Όρνιθες ο Έποπας καυχιέται ότι δίδαξε στα πουλιά να μιλάνε ενώ πριν ήταν βάρβαρα, δηλ. αλλόγλωσσα. Αλλά και το ρ. βαρβαρίζω έχει στα αρχαία πολλές σημασίες· μπορεί να σημαίνει «μιλάω ξένη γλώσσα», «μιλάω σπασμένα ελληνικά» ή «κάνω γραμματικά λάθη, σολοικισμούς».

Όλα τα παραπάνω τα αναλύει αρκετά εύστοχα ο Στράβωνας σε ένα απόσπασμά του, που επειδή είναι μεγαλούτσικο θα το παραθέσω μόνο σε μετάφραση: Φαντάζομαι, άλλωστε, ότι η λέξη βάρβαρος σχηματίστηκε αρχικά ως ηχομιμητική, για να δηλώσει αυτούς που η προφορά τους χαρακτηρίζεται από δυσκολία και τραχύτητα, όπως και οι λέξεις βατταρίζω, τραυλίζω, ψελλίζω.

Επειδή λοιπόν όλοι όσοι μιλούσαν με βαριά προφορά χαρακτηρίζονταν με τον τρόπο αυτό (δηλ. ηχομιμητικά) βάρβαροι, η προφορά των ξένων εννοώ των μη Ελλήνων θεωρήθηκε ότι ανήκε σ’ αυτήν την κατηγορία. Χρησιμοποίησαν, λοιπόν, με ειδική σημασία τη λέξη βάρβαροι γι’ αυτούς, στην αρχή κοροϊδευτικά, επειδή είχαν βαριά προφορά· στη συνέχεια χρησιμοποιήσαμε τη λέξη καταχρηστικά ως κοινό εθνικό όνομα, αντιδιαστέλλοντας όλους τους άλλους προς τους Έλληνες.

 Γεγονός είναι, βέβαια, ότι με τις συχνές επαφές και σχέσεις με τους βαρβάρους δεν υπήρχε πια η εντύπωση ότι αυτό οφειλόταν σε δυσκολίες προφοράς και σε κάποια διαμαρτία των φωνητικών οργάνων, αλλά στα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των γλωσσών. Στη δική μας γλώσσα όμως διαπιστώθηκε και ένα άλλο πρόβλημα προφοράς, «βαρβαροστομίας» θα μπορούσαμε να πούμε, όταν κάποιος δεν κατάφερνε να μιλήσει σωστά ελληνικά, αλλά πρόφερε τις λέξεις όπως οι βάρβαροι που αρχίζουν να μαθαίνουν ελληνικά και δεν είναι σε θέση να τα μιλήσουν σωστά, όπως και εμείς άλλωστε τις δικές τους γλώσσες.

Στη ρωμαϊκή εποχή, η λέξη ‘βάρβαρος’ σημαίνει αυτούς που δεν είναι Έλληνες ή Ρωμαίοι και ειδικά τους πληθυσμούς που ζούσαν έξω από τα όρια της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, τα limes, και που με τη δύναμη των αριθμών και τις αλλεπάλληλες επιδρομές τους κατάφεραν τελικά να την καταλύσουν την κραταιά αυτοκρατορία. Αυτοί είναι άλλωστε και οι βάρβαροι του καβαφικού ποιήματος, που θα ήταν μια κάποια λύσις… Πας μη Έλλην…;

Ξέρουμε βέβαια ότι «πας μη Έλλην βάρβαρος». Το μάθαμε στο σχολείο. Ανάλογα με τις εποχές, άλλοι δάσκαλοι έσπευδαν να διευκρινίσουν ότι η λέξη ‘βάρβαρος’ δεν έχει μειωτική χροιά αλλά απλώς περιγράφει τον αλλόγλωσσο ή τον αλλοδαπό, ενώ άλλοι δεν θεωρούσαν αναγκαία καμιά διευκρίνιση. Ποιος πρωτοείπε όμως το ρητό αυτό; Το γεγονός είναι ότι σε όλη την αρχαία ελληνική γραμματεία, μαζί και τη βυζαντινή, όπως διασώζεται στον Thesaurus Linguae Graecae, το περίφημο TLG, δεν υπάρχει πουθενά τέτοιο ρητό. Ούτε αυτούσιο, ούτε παρόμοιο. Προκαλεί εντύπωση, αλλά είναι απολύτως βεβαιωμένο ότι τέτοιο αρχαίο ρητό δεν παραδίδεται… στα ελληνικά. Μ’ αυτό δεν λέω ότι το ρητό δεν απηχεί μια πραγματικότητα.

Η διχοτομία Ελλήνων-βαρβάρων υπήρχε στην κλασική αρχαιότητα, όπως αποτυπώνεται καθαρά σε ένα ρητό που ο Διογένης Λαέρτιος αποδίδει στον Θαλή, ενώ άλλοι το απέδιδαν στον Σωκράτη: «Χρωστάω χάρη στην Τύχη για τρία πράγματα: που γεννήθηκα άνθρωπος και όχι ζώο, άνδρας και όχι γυναίκα, Έλληνας και όχι βάρβαρος». Οι Έλληνες, ειδικά μετά τους περσικούς πολέμους, πίστευαν ότι, ελεύθεροι πολίτες καθώς ήταν, ήταν ανώτεροι από τους βαρβάρους που υπάκουαν δουλικά σε έναν βασιλιά. Όπως λέει ο Ευριπίδης στην Ιφιγένεια εν Αυλίδι, είναι λογικό οι Έλληνες να εξουσιάζουν τους βαρβάρους, αλλά όχι το αντίστροφο.

Αυτό όμως δεν εμπόδισε πολλούς Έλληνες συγγραφείς να αναφερθούν με σεβασμό στα επιτεύγματα των βαρβάρων, όπως ο Ξενοφώντας για τους Πέρσες ή ο Ηρόδοτος. Άλλωστε, η διχοτομία του «εμείς» και «οι άλλοι» δεν είναι αποκλειστικότητα των Ελλήνων. Οι Εβραίοι αποκαλούσαν εθνικούς (γκογίμ) τους μη Εβραίους, ονομασία που κατά καιρούς πήρε μειωτικές σημασίες· οι Άραβες αποκάλεσαν ατζέμ τους Πέρσες, λέξη που με τον καιρό έγινε επίσης μειωτική (ατζαμής), ενώ στις περισσότερες σλάβικες γλώσσες οι Γερμανοί λέγονται νέμετς (ή κάτι συναφές) που αρχικά σήμαινε «άλαλος».

Αλλά ας επανέλθουμε στο ρητό «Πας μη Έλλην βάρβαρος».

 Βλέποντας ότι απουσιάζει από την αρχαία γραμματεία, είχα σκεφτεί ότι θα μπορούσε να είναι μεταγενέστερη κατασκευή. Όμως, το βρίσκω στη λατινική γραμματεία, και ειδικότερα στον σχολιασμό της Αινειάδας του Βιργίλιου από τον Σέρβιο Γραμματικό ή Maurus Servius Honoratus. Σχολιάζοντας στον στίχο 504 του 2ου βιβλίου της Αινειάδας τη φράση auro barbarico (βαρβαρικό χρυσάφι), ο Σέρβιος παραθέτει, και μάλιστα στα ελληνικά, το «πας μη Έλλην βάρβαρος», θέλοντας να δείξει ότι οι Έλληνες θεωρούσαν βάρβαρους τους Φρύγες.

 Αυτό μπορούμε να το μεταφράσουμε ελληνικά ως εξής: «βαρβαρικός χρυσός»: δηλαδή μπόλικος· ή βαρβαρικού γούστου, καθώς οι βάρβαροι νοιάζονται περισσότερο για την αφθονία παρά για την κομψότητα· ή λάφυρο από βαρβάρους· ή κυριολεκτικά βαρβαρικός, δηλαδή φρυγικός, καθώς «πας μη Έλλην βάρβαρος». Άλλωστε κι ο Όμηρος αποκαλεί τους Φρύγες βαρβάρους…

Να προσθέσω ότι ο στίχος 2.504 του Βιργιλίου έχει απασχολήσει τους μελετητές, διότι ο Πρίαμος εμφανίζεται εδώ να μιλάει για barbarico auro (βαρβαρικό χρυσάφι) μιλώντας για τα δικά του ανάκτορα και ο Σέρβιος προσπαθεί να το εξηγήσει, -βέβαια, δεν είναι ακριβής ο Σέρβιος όσον αφορά τον Όμηρο, διότι (το είδαμε στην αρχή) ο Όμηρος αποκαλεί όχι βάρβαρους αλλά βαρβαρόφωνους, και όχι τους Φρύγες αλλά τους Κάρες.

Ο Σέρβιος γενικά θεωρείται εγκυρότατος σχολιαστής και είχε πρόσβαση σε πηγές χαμένες σήμερα. Πάντως, επειδή δεν παραθέτει συγγραφέα, δεν μπορούμε να ξέρουμε με βεβαιότητα σε ποιον ανήκει η πατρότητα της φράσης: θα μπορούσε να είναι παρμένη από χρηστομάθεια της εποχής ή από εισαγωγικό μάθημα ελληνικής φιλοσοφίας για Ρωμαίους, ενώ δεν μπορούμε να αποκλείσουμε το ενδεχόμενο να ήταν παροιμιώδης από τότε, αν και σ’ αυτή την περίπτωση μάλλον θα την είχε αποθησαυρίσει κάποιος παροιμιολόγος.

Κατά πάσα πιθανότητα, η φράση αναστήθηκε στα νεότερα χρόνια, είτε από Έλληνες λογίους είτε από Ευρωπαίους. Έχω βρει τη φράση σε αγγλικό Λεξικό της Βίβλου το 1863 και σε παλιότερο σύγγραμμα του 1847, όπως επίσης την έχω βρει και στο Περί ελληνικής συντάξεως του Κ. Ασωπίου (1858). Ο Κ. Ασώπιος παραπέμπει σωστά στον Σέρβιο, αλλά αυτό έχει ξεχαστεί. Στη νεότερη ελληνική βιβλιογραφία το «πας μη Έλλην βάρβαρος» θεωρείται αρχαίο παροιμιώδες χωρίς κανείς να προχωράει παραπέρα.

Αρχικώς η λέξη «βάρβαρος» αναφερόταν στο αλλόγλωσσον. Η σταδιακή συνειδητοποίησις όμως των χαρακτηριστικών στοιχείων του Ελληνισμού, και μάλιστα μετά την σύγκρουση με τους βαρβάρους Πέρσες τον 5ο αι. π.Χ., δίδει πολιτιστικό περιεχόμενο στις λέξεις «Έλλην» και βάρβαρος.

Καλόν κ' Αγαθόν, Αρετή, Λόγος, Σοφία, Ελευθερία, Κάλλος, Αρμονία, Μέτρον, Νόμος, έναντι δουλοφροσύνης, αλαζονίας, εξουσιασμού, ακαλλιέργητου πνεύματος, αμετρίας, ανομίας, αυθαιρεσίας. Χαρακτηριστικό είναι το περιστατικό, όταν, επί Θεμιστοκλέους, ούτε αυτή η παράδοση της φιλοξενίας και της ιερότητας του προσώπου του πρέσβεως δεν έσωσαν τον απεσταλμένο πρέσβη του Πέρση βασιλέως, του οποίου η θανάτωσις απεφασίσθη με την αιτιολογία ότι «φωνήν Ελληνίδα βαρβάροις προστάγμασιν ετόλμησε χρήσαι»!

Γράφει ο Παν. Κ. Χρήστου : «Εφ' όσον η υπερηφάνεια των Ελλήνων έδωσε στον εθνικό τους βίο τόσο πλούσιο περιεχόμενο, ήταν εύλογο να τροποποιηθή και η έννοια του ονόματός των, μεταπίπτοντας από το εθνικό στο πολιτιστικό πεδίο.» Η αίσθησις της Ελληνικής υπεροχής είναι απόλυτος. Αφού όμως η καλλιέργεια των Ελληνικών αξιών και η αντίθεση με τους αλλοφύλους, οι οποίοι εστερούντο τις αξίες αυτές, προσέδωσαν και έντονο φυλετικό χαρακτήρα (εκτός από πολιτιστικό) στην αντίθεση Έλληνος-βαρβάρου, πάλι οι Έλληνες ήταν αυτοί που υπερέβησαν την φυλετική αντίθεση.

Σε αυτό συνετέλεσαν οι Σοφιστές και η υποστηριχθείσα από αυτούς διάκριση μεταξύ φύσεως και συμβατικότητος, οι Κυνικοί και το ανατρεπτικό τους πνεύμα και, τέλος, οι Στωικοί. Και αυτά όταν το Ελληνικό Πνεύμα, μέσω των κατακτήσεων του Αλεξάνδρου, εξαπλώθηκε στα πέρατα της οικουμένης και οι εξελληνισθέντες αλλόφυλοι και οι ελληνίζοντες («ελληνισταί») δεν διέφεραν ουσιαστικώς των εκ καταγωγής Ελλήνων. Τότε κατέστη δυνατόν, όπως επισημαίνει ο Παν. Κ. Χρήστου, μέχρι και να τεθεί στο στόμα του Σκύθη Αναχάρσιδος η φράση «εμοί δε πάντες Έλληνες σκυθίζουσιν»!

Κατά τον Αριστοτέλη ο ορισμός του φύσει δούλου ισχύει και για τον βάρβαρο. Το γεωγραφικό περιβάλλον και οι κλιματολογικοί όροι διά μέσου αμετρήτων γενεών κατέστησαν τους βαρβάρους νωθρούς και «αθύμους», συνεχώς υποδούλους.

Λόγω της αθυμίας τους αυτής οι βάρβαροι στερούνται του πάθους της ελευθερίας και της ικανότητος να άρχουν και να άρχονται πολιτικώς. Ορθώς, λοιπόν, αναφέρει ο Ευριπίδης στην «Ιφιγένεια εν Αυλίδι»: «βαρβάρων δ᾿ Ελληνας αρχειν εικός» και δικαιολογεί το συμπέρασμα της κοινής φύσεως βαρβάρου και δούλου.

Η δουλική αυτή φύση των βαρβάρων έχει ως αποτέλεσμα την ανυπαρξία πολιτικής τάξεως σ’ αυτούς. Τανάπαλιν δε, το αποτέλεσμα αυτό σταθεροποιεί και ενισχύει την δουλική τους φύση. Αντί, λοιπόν, να μετέχουν οι βάρβαροι πολιτικής «κοινωνίας», ως «ζωα πολιτικά», υφίστανται δουλικώς και παθητικώς δεσποτική εξουσία, την οποίαν ο Αριστοτέλης ταυτίζει προς την τυραννία σαν αγελαία ζωντανά (σύγχρονη αγελαία δημοκρατία).

Κατά τον φιλόσοφο σκοπός της υπάρξεως της πολιτικής «κοινωνίας» είναι πρώτιστα η ειρήνη και ο «εν σχολη » βίος και όχι ο πόλεμος ή η «α-σχολία». Γι‘ αυτό ψέγει, όπως και ο Πλάτων, τον μονομερώς φιλοπόλεμο χαρακτήρα της νομοθεσίας των Λακεδαιμονίων. Ο πόλεμος όμως δικαιολογείται, ἀφ᾿ ετέρου, όχι μόνον στην περίπτωση αμύνης κατ’ απροκλήτου επιθέσεως αλλά και όταν δι’ αυτού πρόκειται να υποδουλωθούν οι άξιοι αυτής της τύχης, οπότε και διά του πολέμου αποκαθίσταται η «αρχική» κοσμική τάξις.

 Η έννοια της αναφερομένης «αρχικότητος» δεν εἶναι, φυσικά, χρονική αλλά οντολογική. Είναι, λοιπόν, ο πόλεμος μέσον ανακλήσεως της φυσικής και ηθικής τάξεως, η οποία απαιτεί οι φύσει δούλοι να είναι υποταγμένοι στους ελευθέρους. Έτσι δικαιολογείται προφανώς ο κατά των βαρβάρων αλλά όχι και ο κατά των Ελλήνων πόλεμος. Εκ της αρχής αυτής και της διαπιστώσεως ότι οι βάρβαροι είναι φύσει δούλοι, ο Αριστοτέλης προτρέπει τον Αλέξανδρο να είναι δεσπότης για τους βαρβάρους αλλά ηγεμών για τους Έλληνες.

Ο Σταγειρίτης ενέκρινε τον κατά των βαρβάρων πόλεμο ως πολιτική και στρατιωτική επιχείρηση και όχι ως πολιτιστική ενέργεια. Ασφαλώς δεν ενέκρινε ούτε κάποιαν υπό του Μεγάλου Αλεξάνδρου ίση μεταχείριση Ελλήνων και βαρβάρων, ούτε κάποιαν αφομοιωτική πολιτική, που θα επέφερε τα ακριβώς αντίθετα της Κοσμικής Τάξεως αποτελέσματα. Πάντως η πολιτική εύνοια του μεγάλου Στρατηλάτου προς υποτελείς, εν μέρει υπαγορευθείσα από την ανάγκη ελέγχου μιας ταχύτατα αναδυομένης αχανούς αυτοκρατορίας, κυρίως απευθύνετο προς τους Αρίας καταγωγής λαούς, όπως τους ευγενείς των Περσών.

 Και της οποίας, πάντως, η επέκτασις, εκ των πραγμάτων προκύψασα βαθμηδόν μετά τον πρώιμο θάνατό του, εσήμανε την αρχή των ελληνιστικών χρόνων και το άδοξο τέλος της Ελλάδος ως πολιτικής, πνευματικής και πολιτιστικής δυνάμεως, εχούσης ακεραία την εθνική της ιδιοτυπία. Γενικώς ο Αριστοτέλης σκεπτόταν πολιτικώς σύμφωνα με τις κατηγορίες της «οικίας» και της «πόλεως». Δεν αντιμετώπισε την δυνατότητα υπάρξεως πολυεθνικής κοσμοκρατορίας όχι από στενότητα αντιλήψεως αλλά διότι ορθώς αντιλαμβανόταν ότι, αν μια τέτοια κοσμοκρατορία δημιουργούνταν κατά την εποχή του, θα στερούνταν βαθυτέρων και ουσιωδών ηθικών και πνευματικών δεσμών, άρα και αληθούς πολιτικής τάξεως. Δύναται, λοιπόν, να λεχθεί ότι το πρόβλημα αυτό το οποίο έθεσε ο Αριστοτέλης παραμένει επίκαιρο και για τον σύγχρονο κόσμο.

Μία ρήση του Ισοκράτη (5ος-4ος αι. π.Χ.) περί της κοινής παιδείας των Ελλήνων Ελλήνων, έχει ευρέως χρησιμοποιηθεί καταχρηστικά ως επιχείρημα, κατά τα τελευταία χρόνια, με συστηματικές παραμορφώσεις της έννοιάς της, από άγνοια ή πρόθεση, ακόμη και από επίσημα πρόσωπα της Πολιτείας. Καταρχήν, είναι γενικώς επικίνδυνο να χρησιμοποιούνται αρχαίες φράσεις αποκομμένα, και να τους δίδεται αυθαίρετα η όποια ερμηνεία. Πουθενά δεν αναφέρει ο Ισοκράτης ότι «Ελληνές εισι οι μετέχοντες της ελληνικης παιδείας”, φράση η οποία φυσικά οδηγεί σε άλλες ερμηνείες.

Εν προκειμένω πρόκειται για μία αναφορά που έκαμε ο Ισοκράτης στον μεγαλειώδη πολιτικό λόγο του «Πανηγυρικός», το 380 π.Χ., στην 100η Ολυμπιάδα (ήταν 51 ετών) την οποία κάποιοι ερμηνεύουν κατά το δοκούν, και μέσα από αυθαίρετη ερμηνεία την επιβάλλουν διαστρεβλωμένη στην κοινή λογική.

 Η εν λόγω φράση του Ισοκράτη έχει ως εξής: (Τόσο πολύ ξεπέρασε η πόλη μας [η Αθήνα] όλους τους άλλους στην πνευματική ανάπτυξη και στην τέχνη του λόγου, ώστε οι δικοί της μαθητές έγιναν δάσκαλοι στους άλλους· το όνομα πάλι Έλληνες κατόρθωσε να μη συμβολίζει πια την καταγωγή, αλλά την καλλιέργεια του πνεύματος, και Έλληνες να ονομάζονται πιο πολύ όσοι δέχτηκαν τον τρόπο της δικιάς μας αγωγής και μόρφωσης [σ.σ. εννοεί της παιδείας των Αθηναίων] παρά αυτοί που έχουν την ίδια με εμάς καταγωγή.)

 Ο Ισοκράτης λοιπόν απευθυνόταν σε Έλληνες και παινεύοντας τη πόλη του, την Αθήνα, και το υψηλό επίπεδο παιδείας στο οποίο είχε φθάσει, υποστήριζε ότι αυτή η παιδεία αποτελεί χαρακτηριστικό γνώρισμα της ελληνικής ταυτότητας για όλους τους Έλληνες. Δεν μιλούσε για τους ξένους, τους οποίους αποκαλούσε βαρβάρους και καλούσε όλους τους Έλληνες σε πόλεμο εναντίον τους!

Με τη φράση αυτή ο Ισοκράτης, μαζί με άλλα επιχειρήματά του, υποστήριζε την Πανελλήνια Ιδέα του. Ειδικότερα, υποστήριζε ότι επειδή οι Έλληνες είναι πολιτιστικά πολύ ανώτεροι των Περσών, ήταν δυνατή η υλοποίηση της Πανελλήνιας Ιδέας (δηλαδή η ομόνοια και συνένωση) μέσα από την κοινή παιδεία.

Ο Ισοκράτης με τον Πανηγυρικό λόγο του προσπαθεί να ενώσει τους Έλληνες υπό τη σκέπη της αθηναϊκής ηγεμονίας και χρησιμοποιεί προς τούτο την παιδεία και τον πολιτισμό, όπου η πόλη του είχε τα πρωτεία.

 Έτσι η «ημετέρα παίδευση» δεν είναι γενικά η ελληνική αλλά η αθηναϊκή, κάτω από την οποία καλεί τους Έλληνες να ενωθούν. Στο ίδιο κείμενο, παρακάτω. μιλάει για την ανικανότητα του περσικού στρατού, για να δείξει ότι είναι εφικτή μια εκστρατεία εναντίον της Περσίας : (Θαρρώ λοιπόν πως δεν υπάρχει τόπος που δε γνώρισε σε όλη την έκτασή της τη δειλία και τη νωθρότητα του περσικού στρατού:

Και στα παράλια της Ασίας πολλές φορές νικήθηκε, αλλά και στην Ευρώπη, όταν διάβηκε, πολύ ακριβά το πλήρωσε: Άλλοι χάθηκαν κατά τρόπο άθλιο, άλλοι σώθηκαν ντροπιασμένοι και δειλοί και τελευταία μέσα στα ίδια τα ανάκτορα του Πέρση βασιλιά έγιναν καταγέλαστοι.) Στην συνέχεια μιλάει για το μίσος των Ελλήνων κατά των Περσών (Πανηγυρικός, 158): (Και τόσο ζυμωμένη με τη φύση μας είναι η έχθρα μας με αυτούς, ώστε και από τις διηγήσεις τις παλιές περισσότερο χαιρόμαστε όσες μιλάνε για τους Τρώες και τους Πέρσες, τις διηγήσεις δηλαδή που μας πληροφορούν για όλες τις συμφορές τους.

Θα μπορούσαμε μάλιστα να βρούμε ότι από τον πόλεμο με τους βαρβάρους οι ποιητές μας έχουν εμπνευστεί τραγούδια θριαμβευτικά, ενώ από τους πολέμους μεταξύ μας μονάχα θρήνους θλιβερούς: Τα πρώτα τα τραγουδάμε στις γιορτές μας, ενώ τους θρήνους τούς θυμόμαστε μόνο στις συμφορές μας.) Παρακάτω προτρέπει προς πόλεμο όλων των Ελλήνων κατά των βαρβάρων, τον οποίο πρέπει να μεταφέρουν εκτός Ελλάδας, στην Ασία: (Είναι αδύνατο να εξασφαλίσουμε μια σίγουρη ειρήνη, άμα δεν πολεμήσουμε όλοι μαζί ομόφωνα τους βαρβάρους· αδύνατο να ομονοήσουν οι Έλληνες, προτού πεισθούν και τις ωφέλειες από τον κοινό εχθρό να επιζητούν και τους πολέμους πάλι με τον ίδιο αντίπαλο να κάνουν. Για όλους αυτούς τους λόγους πρέπει να κάνουμε το παν, για να μεταφερθεί το γρηγορότερο από δω ο πόλεμος στο χώρο της Ασίας. Είναι το μόνο αγαθό που θα ήταν δυνατό ίσως να βγάλουμε από τους ανόσιους πολέμους μεταξύ μας, αν θα το αποφασίζαμε επιτέλους να εκμεταλλευτούμε ενάντια στους βαρβάρους για το δικό μας το καλό την πικρή πείρα που μας εξασφάλισαν εδώ.)

Ο Ισοκράτης, αφού έκανε πολλές προσπάθειες να παρακινήσει κάποιους ηγεμόνες της εποχής του να ηγηθούν της Πανελλήνιας Ιδέας, απευθύνθηκε τελικά στον Φίλιππο Β’, (λίγο πριν τον θάνατό του πέθανε 98 ετών) στο πρόσωπο του οποίου είδε τον άνθρωπο που θα μπορούσε να την πραγματοποιήσει. Είναι γνωστό άλλωστε ότι στην επιστολή του προς τον Φίλιππο τον καλούσε να εκστρατεύσει κατά των βαρβάρων Περσών και να τους καταστήσει δούλους του. Του γράφει, μεταξύ άλλων: (Λέω λοιπόν πως πρέπει να γίνεις ο ευεργέτης των Ελλήνων, ο βασιλιάς των Μακεδόνων και ο κυρίαρχος όσο μπορείς πιο πολλών βαρβάρων.) Μπορούμε λοιπόν βασίμως να υποθέσουμε ότι αν ζούσε σήμερα ο Ισοκράτης, θα έπιανε από το αυτί όλους όσους χρησιμοποιούν κατά το δοκούν τα λόγια του και θα τους ρωτούσε πού βρήκαν τέτοιες ερμηνείες!

Ο Ηροδοτος ήταν Έλληνας ιστοριογράφος (490-422 π.Χ.). Καταγόταν από εύπορη και φιλομαθή οικογένεια και ανατράφηκε σ' ένα περιβάλλον λατρείας του Ομήρου και παλιών θρύλων. Έμεινε αρκετά χρόνια στην Αθήνα, όπου συνδέθηκε φιλικά με τους μεγάλους άνδρες της εποχής εκείνης, τον Περικλή και το Σοφοκλή. Μαζί με τον Πρωταγόρα ίδρυσαν την αποικία των Θουρίων στην Ιταλία. Ο Ηρόδοτος έγραψε μια παγκόσμια ιστορία. Οι Αλεξανδρινοί τη χώριζαν σε εννέα βιβλία και στο καθένα έδωσαν το όνομα μιας από τις εννέα Μούσες.

Στα πρώτα τέσσερα βιβλία παρουσιάζει το σχηματισμό και την αύξηση της περσικής δύναμης, στο πέμπτο και έκτο τις πρώτες συγκρούσεις με τους Έλληνες της ηπειρωτικής Ελλάδας, στο τελευταίο μέρος του έκτου και σε ολόκληρα τα δύο επόμενα περιγράφει τις δύο μεγάλες εκστρατείες, που κατέληξαν η πρώτη στη μάχη του Μαραθώνα και η άλλη στη ναυμαχία της Σαλαμίνας.

 Τέλος στο ένατο βιβλίο αναφέρεται στις άλλες νίκες των Ελλήνων.

Χρησιμοποιώντας ως βάση του έργου, που ο ίδιος ονόμασε "Ιστορίης απόδεξις", την αυτοψία, την έρευνα και την κριτική, ο Ηρόδοτος πλησίασε πρώτος την ιστορία, χωρίς όμως να μπορεί να θεωρηθεί αντικειμενικός ιστορικός. Παρά το γεγονός αυτό το έργο του συνολικά είναι μια αξιόπιστη πηγή και η μόνη συνεχής και πλήρης που έχουμε για μια τόσο σημαντική εποχή της ιστορίας. Ο Κικέρωνας τον ονόμασε πατέρα της ιστορίας. Παράλληλα μπορεί να θεωρηθεί πατέρας της γεωγραφίας και πατριάρχης όλων των περιηγητών.

Ακολουθεί η περίφημη απάντηση των Αθηναιων στους πρέσβεις των Περσών και των Σπαρτιατων : Κι οι Αθηναίοι στον Αλέξανδρο έδωσαν την εξής απάντηση: «Πως ο Μήδος έχει δύναμη πολλαπλάσια απ᾽ τη δική μας, αυτό το ξέρουμε κι από μόνοι μας και δεν υπάρχει λόγος να μας κατακρίνεις. Αλλά όμως η λαχτάρα της λευτεριάς μάς παρακινεί να τον αντιμετωπίσουμε μ᾽ όση δύναμη έχουμε. Κι ούτε εσύ να επιχειρήσεις να μας πείσεις κι ούτε εμείς θα πειστούμε να κάνουμε συνθήκες με τον βάρβαρο. Και τώρα πήγαινε ν᾽ αναγγείλεις στον Μαρδόνιο ότι οι Αθηναίοι λένε: όσο ο ήλιος θ᾽ ακολουθεί τον ίδιο δρόμο που και σήμερα πορεύεται, αποκλείεται να κάνουμε συνθήκες με τον Ξέρξη, αλλά θα βγούμε αντίμαχοί του έχοντας τα θάρρη μας στους θεούς που πολεμούν στο πλευρό μας και στους ημιθέους, που εκείνος, αθεόφοβος πέρα για πέρα, πυρπόλησε τους ναούς και τ᾽ αγάλματά τους. Κι εσύ αποδώ και μπρος μην εμφανιστείς μπροστά στους Αθηναίους μεταφέροντας παρόμοιες προτάσεις, κι ούτε, έχοντας την ιδέα πως προσφέρεις καλές υπηρεσίες, να μας παρακινείς να κάνουμε παλιανθρωπιές.

Γιατί δε θέλουμε να σε βρει καμιά συμφορά απ᾽ τους Αθηναίους, ενώ είσαι πρόξενος και φίλος μας». Λοιπόν, αυτή την απάντηση έδωσαν στον Αλέξανδρο, ενώ στους απεσταλμένους της Σπάρτης την ακόλουθη: «Βέβαια, η ανησυχία των Λακεδαιμονίων μήπως κάνουμε συνθήκες με τους βαρβάρους ήταν απόλυτα ανθρώπινη· όμως σχεδόν πρέπει να ντρέπεστε γι᾽ αυτό το φόβο σας, την ώρα που ξέρετε καλά το φρόνημα των Αθηναίων, ότι σε κανένα μέρος τη γης δε βρίσκεται τόσο χρυσάφι, ούτε χώρα υπέροχη σε ομορφιά και γονιμότητα, που θα τα δεχόμασταν ως αντάλλαγμα του μηδισμού μας και της υποδούλωσης της Ελλάδας. Γιατί είναι πολλά και μεγάλα αυτά που μας εμποδίζουν να το κάνουμε αυτό, έστω κι αν το θέλαμε, πρώτα πρώτα και πάνω απ᾽ όλα τα αγάλματα και οι ναοί των θεών που πυρπολήθηκαν κι έγιναν ερείπια, που μας υποχρεώνουν να πάρουμε τη μεγαλύτερη εκδίκηση που μπορούμε, και πολύ λιγότερο να συνομολογήσουμε συνθήκες μ᾽ αυτόν που τα έπραξε· και κατόπιν ο ελληνισμός, ένας κόσμος που στις φλέβες του κυλά το ίδιο αίμα και που μιλά την ίδια γλώσσα κι έχει κοινά τα λατρευτικά κέντρα των θεών και θυσίες και συνήθειες ίδιες κι απαράλλαχτες η προδοσία όλων αυτών θα ήταν αίσχος για τους Αθηναίους. Και να ξέρετε καλά τούτο, αν τυχαίνει να μη το ξέρετε ώς τώρα, όσο θα μένει ζωντανός έστω και ένας Αθηναίος, δε θα κάνουμε συνθήκες με τον Ξέρξη ποτέ.

Βέβαια ήταν ευχάριστη έκπληξη για μας η έγνοια σας για την κατάστασή μας, η πρόνοιά σας για μας που ρήμαξαν τα σπιτικά μας, αφού θέλετε να συντηρήσετε τους ανθρώπους των σπιτιών μας. Η ευεργεσία σας είναι σαν να γίνηκε, όμως εμείς θα κάνουμε πέτρα την καρδιά μας στην κατάσταση που βρισκόμαστε και δε θα σας δώσουμε κανένα βάρος. Μόνο, μια κι έτσι έχουν τα πράματα, να στείλετε το γρηγορότερο το εκστρατευτικό σώμα. Γιατί, κατά τους υπολογισμούς μας, δε θα περάσει πολύς καιρός κι ο βάρβαρος θα εμφανιστεί εδώ κάνοντας εισβολή στη χώρα μας, αλλά αμέσως μόλις πάρει την είδηση ότι δε θα κάνουμε τίποτε απ᾽ όσα εκείνος μας ζητούσε. Λοιπόν, προτού εκείνος εμφανιστεί στην Αττική, έχει ζωτική σημασία να σπεύσετε έγκαιρα σε βοήθεια στη Βοιωτία». Κι οι άλλοι, ύστερ᾽ απ᾽ αυτή την απάντηση των Αθηναίων, πήραν το δρόμο του γυρισμού για τη Σπάρτη.

Ο κόσμος της Άννας Κομνηνής (1.100 μ.χ) κυριαρχείται από την παραδοσιακή «βυζαντινή» διάκριση του κόσμου σε Ρωμαίους και βαρβάρους. Αυτό που θα κάνω σε αυτήν την ανάρτηση είναι να προσπαθήσω να αποσαφηνίσω αυτούς τους δύο όρους και να δείξω με ποια ακριβώς κριτήρια γίνεται αυτή η διάκριση.

Θυμίζω ότι την εποχή που γράφει η Κομνηνή υπάρχουν δύο ειδών ρωμαϊκές ταυτότητες: 1) Η πολιτική ρωμαϊκή ταυτότητα είναι η παλαιότερη και ορίζεται από δύο βασικά κριτήρια: ορθοδοξη χριστιανική πίστη και ρωμαϊκή υπηκοότητα. Δηλαδή οι πολιτικοί Ρωμαίοι είναι οι ορθόδοξοι πολίτες της Βασιλείας των Ρωμαίων ή, μονολεκτικά, της Ρωμανίας και, κατά συνέπεια, οι υπήκοοι του Βασιλέα/Αυτοκράτορα των Ρωμαίων. 2) Η εθνοτική ρωμαϊκή ταυτότητα είναι η πιο πρόσφατη μιας και πρωτοαπαντά στις ιστορίες που γράφτηκαν στα τέλη του 11ου αιώνα, όπως αυτή του Μιχαήλ Ατταλειάτη (μετά το 1080) και η Σύνοψις Ιστοριαν του Ιωάννη Σκυλίτση (στο 1090). Αυτή η δεύτερη ρωμαϊκή ταυτότητα είναι πιο συρρικνωμένη από την πρώτη και αποδίδεται σε ορισμένους μόνοπολιτικούς Ρωμαίους που κατέχουν ένα συγκεκριμένο πολιτισμικό πακέτο, το οποίο περιλαμβάνει -μεταξύ άλλων- την ελληνοφωνία. Με άλλα λόγια, οι εθνοτικοί Ρωμαίοι είναι οι ορθόδοξοι και ελληνόφωνοι πολίτες της Ρωμανίας.

Το βασικό χαρακτηριστικό αυτής της ταυτότητας είναι ότι απαντά στις πηγές μας σε αντιδιαστολή με τους αλλόγλωσσους πολίτες της Ρωμανίας, λ.χ. Αρμένιοι, Βούλγαροι, Αλβανοι, Αρβανίτες, Βλάχοι κλπ. Η Gill Page ορίζει τις δύο Ρωμαϊκές ταυτότητες (πολιτική και εθνοτική) ως εξής: Έτσι, σύμφωνα με τον Σκυλίτση, εντός της Ρωμανίας κατοικούν «Ρωμαιοι» και «γένη/εθνη τους Ρωμαίοις υπήκοα» που συνήθως βρίσκονται προς τα σύνορα της αυτοκρατορίας.

Το ότι ο Σκυλίτσης έχει την ελληνοφωνία ανάμεσα στα κριτήρια της εθνοτικής ρωμαϊκής ταυτότητας του επιτρέπει, από τη μια, να ονομάσει την ελληνική γλώσσα ρωμαϊκή (αφού η Ελληνική ήταν η γλώσσα των Ρωμαίων) και, από την άλλη, να ξεχωρίσει τους βυζαντινούς αιχμαλώτους του Τσάρου Σαμουήλ σε Ρωμαίους και Αρμένιους(πολιτικά Ρωμαίοι και οι δύο, αλλά εθνοτικά Ρωμαίοι μόνον οι ελληνόφωνοι). Κανένας «εξωθεν ετερόφυλος» είτε είναι εχθρός είτε είναι μισθοφόρος των Ρωμαίων δεν γλιτώνει την προσηγορία «βάρβαρος» της Κομνηνής. Τα πράγματα είναι τελείως διαφορετικά για τους «εσωτερικούς ετερόφυλους» Ρωμαίους πολίτες (λ.χ. Βούλγαροι, Αρμένιοι, Αρβανίτες, Βλάχοι): σχεδόν ποτέ δεν χαρακτηρίζονται «βάρβαροι» και οι λίγες εξαιρέσεις είναι διδακτικές.