Τρίτη, 4 Ιουλίου 2017

ΟΙ ΕΚΔΟΧΕΣ ΤΟΥ ΧΟΡΟΥ ΤΗΣ «ΑΝΤΙΓΟΝΗΣ» ΤΟΥ ΣΟΦΟΚΛΗ

Ο μύθος της ΑΝΤΙΓΟΝΗΣ στην λογοτεχνία, τις τέχνες και τη σκέψη της εσπερίας
 
Οι αναγνώστες της ελληνικής τραγωδίας, οι μελετητές, οι θεατράνθρωποι γνωρίζουν ότι ο χορός βρίσκεται από μορφολογική άποψη στην ρίζα και στο κέντρο αυτής της τέχνης[1]. Ο ελληνικός τραγικός χορός αποτελεί όργανο ασύγκριτα εύκαμπτο. Ο ρόλος του στο έργο μπορεί να κυμαίνεται από την πλήρη εμπλοκή ως την αδιαφορία. Οι απόψεις που εκφράζονται από τον χορό μπορούν να εκδιπλώνουν κάθε απόχρωση οξείας αντίληψης ή μυωπίας, ψυχολογικής οξυδέρκειας ή χονδροειδούς τύφλωσης. Ο χορός μπορεί να αλλάξει την ίδια του την φύση κατά την διάρκεια του δράματος (το εντυπωσιακότερο παράδειγμα είναι οι Ευμενίδες του Αισχύλου). Ο χορός, ξεπερνώντας κατά πολύ την όποια περιστρεφόμενη σκηνή ή αψίδα του προσκηνίου, αποτελεί επινόηση που επιτρέπει στον αρχαίο δραματουργό να χειριστεί με ακρίβεια και να τροποποιήσει τις αποστάσεις, τις οπτικές γωνίες μεταξύ του κοινού και του μύθου, μεταξύ του θεατή και της σκηνής. Ο χορός κυριολεκτικά απλώνει τις ρίζες του στην σκοτεινή καθιέρωση των ιεροτελεστικών δραματικών παραστάσεων. Στρέφει, όμως, το βλέμμα του και προς τα εμπρός· πρώτον, στο τμήμα αυτό της πόλεως, από το οποίο στρατολογείται και, κατόπιν, στο κοινό σαν σύνολο, δηλαδή στο πολιτικό σώμα. Έτσι, δρα σαν ένα είδος κινητής γέφυρας, που ο δραματουργός μπορεί να υψώσει ή να κατεβάσει, να συντομεύσει ή να επιμηκύνει κατά βούλησιν, με μετρικά ή χορογραφικά μέσα. Διαμέσου του χορού, ο θεατής μπορεί να συρθεί στην σκηνή ή να αποστασιοποιηθεί από αυτήν μπορεί σχεδόν να εμπλακεί στην σκηνική κατάσταση ή να εμποδιστεί η (απλοϊκή) πρόσβασή του σε αυτήν. Οι πειραματισμοί του εικοστού αιώνα (που στόχευαν είτε στην «συμμετοχή του κοινού», με την τοποθέτηση κρυφά, παραδείγματος χάριν, ηθοποιών στην πλατεία και τα θεωρεία του θεάτρου, είτε στην «αποξένωση του κοινού», όπως ήταν οι αφίσες και οι «αντικειμενικοί» σχολιαστές του Μπρεχτ) είναι απόπειρες πρωτόγονες, σε σύγκριση με την πληθώρα των μορφικών και εννοιολογικών εντυπώσεων που επιτυγχάνονταν διά του χορού στις ελληνικές τραγωδίες. Ο Σοφοκλής εκμεταλλεύεται αριστοτεχνικά αυτήν την πληθώρα[2].

Το ερώτημα γιατί αυτοί οι χορικοί τρόποι γενικά εξαφανίζονται από το δυτικό πεζό θέατρο ήδη από την αρχή της Αναγέννησης, για ποιον λόγο δεν τους συναντούμε παρά σε ιδιαίτερου τύπου δημιουργήματα, όπως ο Samson Agonistes του Μίλτωνα, η Hellas του Σέλλεϋ ή το Φονικό στην Εκκλησιά (Murder in the Cathedral) του T. Σ. Έλιοτ, θα μας οδηγούσε στην καρδιά της πολιτικής και κοινωνικής μας ιστορίας. Θα απαιτούσε να αποσαφηνίσουμε κρίσιμα, αλλά, ίσως, αξεδιάλυτα, ζητήματα της εξέλιξης της δυτικής προσωπικότητας προς την εξατομίκευση, της συνακόλουθης χαλάρωσης που επήλθε στα συλλογικά-κοινοτικά έθιμα ταυτότητας, εκφοράς και χειρονομίας. Θα απαιτούσε, νομίζω, να κατανοήσουμε αυτήν την βαθμιαία μετατόπιση από τα ομιλιακά ενεργήματα στην μουσική και στις μορφές χειρονομίας ορισμένων πρωταρχικών θρησκευτικών, συγκινησιακών, κοινοτικών παρορμήσεων και σημασιολογικών συμβάσεων της Δύσης, μια μεγάλη υποχώρηση, τρόπον τινά, από την εξατομίκευση, τον ιδιωτικό χαρακτήρα και την ορθολογικότητα της λέξης. Όποιοι κι αν είναι οι βαθύτεροι λόγοι, το πικρό εύρημα του Τ. Σ. Έλιοτ σε σχέση με το δικό του έργο The Family Reunion παραμένει αληθινό: όση γνώση και πειθαρχία κι αν επενδύσουμε στον χορό, οι χοροί στην νεώτερη δυτική σκηνή καταλήγουν είτε ως μορφές κάποιας φρικτής/φρικιαστικής παντομίμας είτε σαν ένα τσούρμο παίχτες του ράγκμπι σε απίθανο σύμπλεγμα. Η σημασία αυτού του φαινομένου είναι ότι μια απολύτως θεμελιακή παρουσία και τελεστική πηγή δυνατοτήτων στην σοφόκλεια Αντιγόνη – ένα έργο στο οποίο οι χορικές ωδές φτάνουν σε επίπεδο διανοητικής δύναμης και λυρικής ομορφιάς αξεπέραστο στην λογοτεχνία – δεν συμπεριλαμβάνονται, πλην ελάχιστων περιπτώσεων, στην κληρονομιά της αναδημιουργίας. Ή, ακριβέστερα, έχουν ουσιαστικά χαθεί για το πεζό δράμα.
 
Ο χορός ήταν ο κύριος μοχλός μιας μίξης μουσικής και όρχησης, την οποία μόνο κατ’ εικασίαν μπορούμε να φανταστούμε. Οι αγγειογραφίες μας δίνουν πληροφορίες για τα προσωπεία που φορούσαν στο ελληνικό δράμα. Ελάχιστες νύξεις μας δίνουν για την μουσική συνοδεία και την χορογραφία, που ήταν βασικά στοιχεία της παράστασης. Η πολυποίκιλη, κωδικοποιημένη με ακρίβεια μετρική του δραματικού μονολόγου, του διαλόγου και του χορικού αποτελούν μια «παρασημαντική», ένα ρηματικό αντίστοιχο των μουσικών δεικτών και της χορογραφίας. Αγνοούμε το πόσο μέρος ενός δεδομένου έργου τραγουδιόταν ή ψαλλόταν σύμφωνα με ακριβείς προσωδιακές μετρικές-φωνητικές οδηγίες. Δεν γνωρίζουμε ούτε πόσο συχνά εκινείτο ο χορός ούτε σύμφωνα με ποια μιμητική-μετρική «σημασιολογία». Αυτό που όντως γνωρίζουμε είναι ότι το ελληνικό τραγικό δράμα ήταν θεατρικό είδος πολύ συγγενέστερο προς την όπερα, όπως την γνωρίζουμε, παρά προς τα πεζά θεατρικά έργα μας[3].
 
Το μόνο που έχει διασωθεί από την «μουσική» κάποιου έργου είναι πέντε «νότες» σε ένα παπυρικό απόσπασμα του 2ου π.Χ. αι. από μιαν αντιστροφή του χορού στον Ορέστη του Ευριπίδη (στ. 338-44)· Δεν διαθέτουμε ούτε μία χορογραφική σημειογραφία. Δεν θα ήταν λάθος να παρομοιάσουμε αυτά που γνωρίζουμε για την όλη υφή και τα μέσα των ελληνικών τραγωδιών, με ό, τι θα μπορούσαμε να εικάσουμε για μια όπερα του Βέρντι ή του Βάγκνερ, βασισμένοι απλώς στην μεταγραφή για πιάνο και μια σύνοψη του λιμπρέτου. Ζωτικά προβλήματα παραμένουν αξεδιάλυτα. Ποια είναι η βαρύτητα, ποια είναι η πιθανόν συγκριτική αδυναμία ή ο παραλογισμός του σαρκασμού του Κρέοντα (στ.883), όταν λέει «ἀοιδάς καί γόους πρό τοῦ θανεῖν ὡς οὐδ’ ἄν εἷς παύσαιτ’ ἄν, εἰ χρείη λέγειν» (οι γοερές ψαλμωδίες, οι θρηνωδίες ποτέ και για κανέναν δεν σταμάτησαν τον θάνατο); Σε ποιο μέτρο (κυριολεκτικά), με πόση δύναμη άραγε, η μουσική και η κίνηση του χορού τονίζουν, υπονομεύουν ή τροποποιούν εκ των έσω χωρία τόσο σημαντικά, αλλά και αμφιλεγόμενα, όπως είναι το πρώτο στάσιμο, η ωδή στον έρωτα, η φαινομενική «λογομαχία» με την μελλοθάνατη Αντιγόνη ή ο ευρέως παρανοημένος (;) ύμνος στον Βάκχο, του πέμπτου στάσιμου; Ποιες είναι οι πρωταρχικές νοηματικές σχέσεις στην σοφόκλεια Αντιγόνη ανάμεσα σε ό, τι απαγγέλλεται και σε ό, τι τραγουδιέται, ανάμεσα στα πρόσωπα του έργου που είναι μεν παρόντα, αλλά ακίνητα και σε εκείνα που «εκφράζουν χορεύοντας τον σκοπό τους»;[4]
 
Εν τούτοις, ακριβώς επειδή συνειδητοποίησαν, εν μέρει λόγω του σχολιασμού, εν μέρει διαισθητικά, την «οπερατική» φύση της αρχαίας τραγωδίας, οι «Ορφικές» και νεοπλατωνικές ακαδημίες και camaratas της Βενετίας και της Φλωρεντίας, της Ρώμης και της Μάντουα του δέκατου έκτου αιώνα «επινόησαν» την όπερα ή, για να χρησιμοποιήσουμε την πιο πληροφοριακή γαλλική ονομασία, το drame lyrique. Τα προδρομικά έργα του Γιάκοπο Πέρι (Jacopo Peri) ή του Μοντεβέρντι (Monteverdi) συνελήφθησαν με το πάθος του αρχαιοδίφη. Εδώ, επιτέλους, το θέατρο του Διονύσου ξαναβρήκε την δόξα άλλων καιρών και σε αυτήν την αποκατάσταση, κεντρική θέση κατέχει ο χορός.
 
Η ιστορία των μουσικών επενδύσεων στα χορικά της Αντιγόνης είναι αναπόσπαστο μέρος κάθε μελέτης για τις μεταμορφωνόμενες «Αντιγόνες» της δυτικής κληρονομιάς. Η μελοποίηση ενός κειμένου είναι ερμηνεία τόσο ριζική, όσο και η μετάφραση, ο σχολιασμός ή η παράστασή του. Συνθέτω ένα Lied, μελοποιώ ένα λιμπρέτο, γράφω μια καντάτα για ένα εκκλησιαστικό ή κοσμικό κείμενο σημαίνει καθιστώ δυναμική την ερμηνευτική. Έχω ήδη αναφερθεί στην διαρκή επιτυχία της αβρής, μελωδικής μελοποίησης που έκανε ο Μέ- ντελσον στα χορικά της Αντιγόνης. Μισόν αιώνα αργότερα αυτό το θέμα είχε ξανά πέραση. Ήταν το θέμα του διαγωνισμού για το Βραβείο της Ρώμης (Prix de Rome) του 1893· Ένα χρόνο μετά, η Comedie Francaise ανέβασε μιαν Antigone σε σκηνική και χορωδια­κή μουσική του Σαιν Σανς. Όπως θα μπορούσε κανείς να περιμένει, ο χρωματισμός της μουσικής είναι αυστηρότερος απ’ ό, τι στον Μέντελσον, με μια ακαδημαϊκότερη αντίληψη της αρχαίας πηγής.
 
Όμως, στον εικοστό αιώνα οι μουσικές ερμηνείες και ανα-δημιουργίες του χορού της Αντιγόνης υπήρξαν διεισδυτικότερες. Η Antigone (1927) είναι το αριστούργημα του Άρθουρ Χόνεγκερ (Arthur Honegger). Για το ότι δεν κατόρθωσε να καθιερωθεί στο ρεπερτόριο, ο λόγος ίσως είναι ότι ο Χόνεγκερ ακολούθησε υπερβολικά πιστά την ωχρή, ιδιωματική – και ως εκ τούτου σύντομα παρωχημένη – διασκευή του Κοκτώ στην Antigone του 1922. Η μουσική του Χόνεγκερ δεν κατορθώνει πάντοτε να δώσει ζωή στο βιβλίο. Ωστόσο, οποιοσδήποτε είδε την επανάληψη αυτού του έργου στην Angers, την άνοιξη του 1981, θα πρέπει να έχει πεισθεί από την μουσική του δύναμη. 0 Χόνεγκερ, υιοθετώντας το ύφος που του φαινόταν ως το γνήσιο ύφος των μουσικών συστατικών της αρχαίας ελληνικής τραγωδίας και με κάποια αναφορά στην μελοποίηση των Παθών από τον Μπαχ, συνέθεσε μιαν αυστηρά «συλλαβική» παρτιτούρα. Η μουσική, μας λέει ο ίδιος, πηγάζει από το νόημα και την μορφή της λέξης, από τον «τόνο και τους ρυθμούς του νοήματος» του δραματικού λόγου. 0 Χόνεγκερ περιορίζει τα φωνητικά του στο μέσο περίπου της μουσικής κλίμακας. Αντιστέκεται στους πειρασμούς της cantilena, αλλά και της μουσικής έξαρσης. Οπουδήπο­τε είναι δυνατόν, ο μουσικός τονισμός συμπίπτει με τον φυσικό τονισμό της λέξης. Η Αντιγόνη του Χόνεγκερ είναι χορικό δράμα, τουλάχιστον όσο και ο Oedipus Rex του Στραβίνσκι (όπου το λατινικό – σενέκειο κείμενο του Ντανιελού [Danielou] είναι έξυπνα εύστοχο). Οι πρωταγωνιστές αποσπώνται προσωρινά από την πανταχού παρούσα συλλογικότητα του χορού, από την δεσμευτική tessitura (υφή) του τραγουδιού του. Πέρα από την άμεση καταστροφήν, δονείται η ανθρωπότητα του συγκεντρωμένου χορού, που υποδηλώνει την διάρκεια της πόλης[5].
 
Μόνο το γεγονός ότι ο Καρλ Ορφ μελοποιεί την εκδοχή του Χαίλντερλιν αρκεί, ώστε η Antigona του (1949) να ανήκει αποφασιστικά στις φιλοσοφικές, ποιητικές, πολιτικές περιπέτειες του θέματος της Αντιγόνης στην Γερμανική ιστορία και ευαισθησία. Συνδέεται με τις εγελιανές αναγνώσεις, με τις διαμάχες που διεξήχθησαν κατόπιν γύρω από τον Χέγκελ και τον Χαίλντερλιν, με τις νιτσεϊκές θεωρίες της τραγωδίας, με ό, τι γενικώς παρέθεσα στο πρώτο κεφάλαιο. Το έργο του Ορφ έχει προκαλέσει κριτική και ψυχολογική δυσφορία. Πολλοί το βρήκαν σαγηνευτικά βίαιο. Άλλοι, απλώς βίαιο. Στην Antigona, ο χορός και ο κορυφαίος έχουν μνημειώδη βαρύτητα. Ο τρόπος της εκφοράς είναι, όπως και το σύνολο της παρτιτούρας, γεμάτος απότομες συγκοπές και κρουστικές απηχήσεις, αρθρώνει δε το κείμενο με τρόπο που αγγίζει το Sprechgesang («πεζοτράγουδο»). Ενώ η ενορχήστρωση του Χόνεγκερ είναι παραδοσιακή, τα ηχοχρώματα και η υφή της ορχήστρας του Ορφ στοχεύουν σε «νεο-τελετουργικές» και «εθνογραφικές» εντυπώσεις. Ο κυρίαρχος ρυθμός δίνεται από τις «ομοβροντίες» των πιάνων. Ξυλόφωνα, μαρίμπες, πέτρινα τύμπανα, κουδούνια, ταμπουρίνα, καστανιέτες, γκονγκ της Ιάβας, ένα αμόνι, μια στρατιά από αφρικανικά τύμπανα και τουρκικά κύμβαλα προσδίδουν στους λόγους και τις ωδές του χορού χαρακτήρα σφυροκοπήματος, πυρετώδη, αλλά και κοφτό, μεταλλικό, σχεδόν διάφανο. Αυτοί είναι οι τρεμάμενοι, δύστροποι, αλλά και θαυμαστοί και, κάπου κάπου, εμπνευσμένοι γέροι ευπατρίδες των Θηβών, όπως μπορεί να τους είχε δει ο Σοφοκλής να απαγγέλλουν, να ψάλλουν και να χορεύουν. Κατά την προσωπική μου γνώμη, υπάρχουν στην Antigona του Ορφ επεισόδια που αφήνουν να διαφανεί η χαμένη ολότητα του πρωτοτύπου καλύτερα από κάθε άλλη παραλλαγή ή απομίμηση[6].
 
Υπάρχει κάτι που μπορούμε να πούμε με κάθε βεβαιότητα: εάν παραβάλουμε τις παρτιτούρες που συνέθεσαν ο Μέντελσον, ο Σαιν-Σάνς, ο Χόνεγκερ και ο Ορφ για το πρώτο στάσιμο της σοφόκλειας Αντιγόνης ή για τον αποχαιρετιστήριο διάλογο του χορού με την ηρωίδα, τότε αγγίζουμε την καρδιά του θέματός μας. Τότε ακούμε, βιώνουμε, εκ νέου και λεπτομερειακά «την Αντιγόνη και το θλιμμένο της τραγούδι» μέσα από τον αντίλαλο των διαδοχικών αναγκών και αναγνωρίσεων[7].
 
Όπως σημείωσα παραπάνω, ο σοφόκλειος χορός τείνει να εξαφανισθεί από τις μη λυρικές «Αντιγόνες» μετά τον δέκατο έκτο αιώνα και κάποιες λόγιες εκδοχές, όπως του Γκαρνιέ. Εξαιρέσεις υπάρχουν. Μια από τις πλέον παράδοξες και ενδιαφέρουσες είναι η σλοβενική Αντιγόνη του Ντομινίκ Σμολέ (Dominik Smole), που πρωτοπαραστάθηκε το 1960. Σε αυτήν, η ηρωίδα δεν εμφανίζεται ποτέ. Μέσω του χορού και διαφόρων δευτερευόντων χαρακτήρων βιώνουμε εμείς τον τρόμο και το ηθικοπολιτικό νόημα της μοίρας της. Σε γενικές γραμμές, εντούτοις, οι πολλαπλές δραματικές και λυρικές λειτουργίες του αρ­χαίου ελληνικού χορού έχουν αναδιανεμηθεί. Στην Αντιγόνη του ι866, του Άντολφ φον Βίλμπραντ (Adolf von Wilbrandt), στην εκδοχή του Χαζενκλέβερ το 1917 (που τον επόμενο χρόνο έγινε όπερα) η παρουσία του χορού είναι η παρουσία πλήθους ή «όχλου», που άλλοτε δρα ενωμένο, άλλοτε κατατεμαχίζεται σε θορυβώδεις ομάδες και μεμονωμένες φωνές. Η Αντιγόνη του Γκέρχαρντ Σούλτσε (Gerhard Schultze) (1911) αντικαθιστά τον σοφόκλειο χορό με συμβούλους του Κρέοντα, που κάνουν την είσοδό τους και μιλούν ο καθένας ατομικά. Ανάμεσα στις πρόσφατες λύσεις η γνωστότερη είναι αυτή του Ζαν Ανούιγ. Τον σχολιασμό της δράσης, τους κρίσιμους διαλόγους με την Αντιγόνη, τα προαισθήματα, τις διακηρύξεις των μεγάλων διδαχών που ο Σοφοκλής αναθέτει στον χορό των γερόντων, ο Ανούιγ τα κα­τανέμει στον Le Prologue, που μπορεί να θεωρηθεί ως ο κορυφαίος του χορού, στους Φύλακες, καθώς και στον ίδιο τον Choeur, ο οποίος έχει τόνο θλιμμένου, ελαφρά γλοιώδους μάρτυρα. Αυτό που χάνεται σε όλες αυτές τις παραλλαγές, είναι το λυρικό κέντρο και ο λυρικός βηματισμός του σοφόκλειου έργου.
Ο Μπέρτολτ Μπρεχτ ήταν πολύ καλός ποιητής για να αγνοήσει κάτι τέτοιο. Αισθανόταν, επιπλέον, ότι η κοινωνιολογία και η ποιητική του χορού είναι ιδανικά μέσα για την διδακτική χρήση των κλασικών μύθων. Ο χορός, με τον συλλογικό και «λαϊκίστικο», δημαγωγικό – με την ευρεία έννοια του όρου – χαρακτήρα του, μπορούσε να προσφέρει στο νεώτερο, πιθανότατα αγράμματο, ακροατήριο άμεση πρόσβαση σε έναν κατά τα άλλα απόμακρο, «ελιτίστικο» κυκεώνα. Από την άλλη μεριά, η απόσταση και η αποστασιοποίηση του ίδιου του χορού από τα τρομερά βασιλικά δρώμενα που εκτυλίσσονται μπροστά του, θα βοηθούσαν στο να επιτευχθούν ακριβώς η αποξένωση και η κριτική ψυχραιμία, στις οποίες στοχεύει ο Μπρεχτ.
 
Στις 16 Δεκεμβρίου 1947, ο Μπρεχτ σημείωσε ότι, σταδιακά και μέσα από το εν εξελίξει έργο, αναδυόταν ένας «άκρως ρεαλιστικός λαϊκός θρύλος» μέσα από την «ιδεολογική ομίχλη» του μύθου της Αντιγόνης. Η αντίληψη του Μπρεχτ περί του χορού έπαιξε ουσιαστικό ρόλο σε αυτήν την ανάλυση. Ο ίδιος θεωρούσε ότι στο κείμενο των Σοφοκλή-Χαίλντερλιν τα χορικά είναι συχνά τόσο αινιγματικά και σκοτεινά στον λυρισμό τους, που αντιστέκονται στην αβίαστη κατανόηση. Ωστόσο, μόλις αυτά γίνουν durchstudiert, μόλις «μελετηθούν σε βάθος», τα ίδια αυτά χορικά αποκαλύπτουν μιαν ολοένα αυξανόμενη ομορφιά. Αυτή η μελέτη σε βάθος, που για το μπρεχτικό θέατρο είναι τόσο σπουδαία, όσο και η ίδια η παράσταση, καθιστά τα μέρη του χορού άσκηση αυστηρής δεξιοτεχνίας. Οι σημειώσεις εργασίας του Μπρεχτ και του Κάσπαρ Νέχερ (Caspar Neher) για το ανέβασμα της Αντιγόνης στο Κουρ και στο Βερολίνο, καθώς και οι καταγραφές των δοκιμών, δείχνουν την αυστηρότητα και την διεισδυτικότητα, με τις οποίες διδάχτηκαν οι τέσσερις άν- δρες που αποτελούν τον χορό των Manner von Theben[8].
 
Ωστόσο, ο Μπρεχτ δεν εμφύσησε απλώς θεατρική ζωή στο κείμενο των Σοφοκλή-Χαίλντερλιν στα πλαίσια ενός αντιφασιστικού, αντιστασιακού δράματος. Προσέθεσε ορισμένα δικά του χωρία στα χορικά. Αυτά τα χωρία είναι αποφασιστικής σημασίας για την δική του ανάγνωση και το δικό του «μοντέλο» της Αντιγόνης (και εδώ η λέξη «μοντέλο», όπως και στο Modellbuch του έργου, που δημοσιεύθηκε το 1948, παραπέμπει και στο «διαπλάθω» και στο «προσφέρω ένα παραδειγματικό, κανονιστικό υπόδειγμα»). Καθώς η Αντιγόνη οδηγείται στον θάνατο, οι γέροντες, ξεσπούν:
 
Γύρισε και βάδισε με βήμα σταθερό,
 σαν να ’ταν αυτή που οδηγούσε τους φρουρούς.
Περνώντας την πλατεία, προς τα εκεί Πήγε,
όπου είχαν κιόλας στήσει τις χάλκινες κολόνες για να τιμήσουμε την νίκη.
Εκεί τάχυνε το βήμα.
Χάθηκε.
Και τούτη, όμως, η γυναίκα κάποτε έφαγε
από το ψωμί που ψήνεται στον σκοτεινό βράχο.
Στην σκιά των πύργων που κρύβει την αθλιότητα,
Καθόταν άνετα. Μέχρι που εκείνο που βγήκε
με σκοτωμούς από τον οίκο των Λαβδακιδών,
ξαναγύρισε με σκοτωμούς. Το αιματοβαμμένο χέρι
το μοίρασε στους δικούς του, κι αυτοί
δεν το πήραν, το ξέσκισαν,
Μετά απ’ αυτά μονάχα κάθισε αγριεμένη
έξω στο ύπαιθρο.
Ρίχτηκε στην καλοσύνη!
Το κρύο την εξύπνησε.
Μόνο σαν εξάντλησε όλη την υπομονή της,
μόνο σαν της επιβλήθηκε η τελική βλασφημία,
πέταξε η κόρη του τυφλού Οιδίποδα
την γεροντική καλύπτρα από τα μάτια της
και κοίταξε την άβυσσο.
Τυφλή κι η ίδια η Θήβα, τώρα σύρει τον χορό
και παραπαίοντας ρουφάει το ποτό της νίκης,
το ποτό με τα πολλά μπαχάρια, που το φτιάχνουν στο σκοτάδι
και το καταπίνει και αγάλλεται.
 
Το έργο τελειώνει με μια χορωδιακή φούγκα τεσσάρων φω­νών. Οι γέροντες ακολουθούν τον Κρέοντα «nach unten», «στα βάθη». To «zwingbare Hand», «το καταναγκαστικό χέρι» της κρατικής εξουσίας τσακίστηκε. Όλη αυτή η δυστυχία κι όλα αυτά τα ερείπια δεν ωφελούν παρά τον εχθρό, που έρχεται να γκρεμίσει την πόλη. «Nimmer genugt», «δεν αρκεί ποτέ» ν’ αποκτήσει κανείς σοφία στα γηρατειά του. Τυπικά μπρεχτική διόρθωση στον Σοφοκλή. Ο Μπρεχτ, όμως, επανατοποθέτησε τον χορό στο κέντρο της Αντιγόνης και το έκανε με λυρική λεπτότητα αντάξια του πρωτοτύπου.
 
Τα σχόλια που κάνει ο Μπρεχτ στις σημειώσεις εργασίας (Anmerkungen zur Bearbeitung) για το δεύτερο στάσιμο είναι λακωνικά: «Ο άνθρωπος, τερατωδώς μεγάλος (ungeheuer gross), όταν υποτάσσει την φύση, καταντά, όταν υποτάσσει τον συνάνθρωπό του, ένα μεγάλο τέρας». Ο Μπρεχτ, όπως και ο Χαίλντερλιν πριν από αυτόν, μεταφράζει τα δεινά ως Ungeheuer, λέξη που συνδυάζει «αυτό που είναι τερατώδες», «αυτό που είναι αλλόκοτο», «αυτό που είναι παράξενα, βασανιστικά υπέρμετρο, τόσο θετικά όσο και αρνητικά». Ο Μπρεχτ δεν σκόπευε να εμπλακεί ούτε στην μεταφυσική της ωδής ούτε στην κοινωνική ανθρωπολογία της. Το είχαν ήδη κάνει, πριν από αυτόν, τόσοι άλλοι. Από την μετάφραση της Αντιγόνης που δημοσίευσε ο Μάρτιν Όπιτς (Martin Opitz) το 1636, μέχρι σήμερα, γνωρίζουμε σχεδόν μια εκατοντάδα γερμανικών μεταφράσεων και μιμήσεων. Αυτή η διαδοχή κειμένων συνιστά ίσως το πιο πλούσιο, το πιο ευαίσθητο «βαρόμετρο» που διαθέτουμε, για να παρακολουθήσουμε την εσωτερική γένεση της γερμανικής κοινωνικοφιλοσοφικής ευαισθησίας και την ιστορία της γερμανικής γλώσσας. Δεν θα αποτελούσε σοφιστεία να υποστηρίξουμε ότι το χωρίο πολλά τα δεινά του Σοφοκλή (στ. 332-83) είναι η καρδιά του «οίκου του Είναι» της γερμανικής λογοτεχνίας, υπεράνω, παραδόξως, οποιουδήποτε κειμένου από την Λουθηρανή Βίβλο – ελάχιστες δε σπουδαίες Γραφές εμφανίζονται έκτοτε στα γερμανικά – ή από την εντόπια ποίηση. Ασφαλώς, όμως, το δεύτερο στάσιμο δεσπόζει και σε άλλες λογοτεχνίες και ερμηνευτικές παραδόσεις[9].
 
Έχω, ήδη, αναφερθεί στον κεντρικό ρόλο που παίρνει στην οντολογία και την ποιητική του Χάιντεγκερ. Φαίνεται πως για τον Χάιντεγκερ η ωδή αυτή ήταν το σύμφυτο ιερό σύμβολο, η απόδειξη ότι το Είναι, που είχε σε τέτοια έκταση χαθεί από την δυτική ζωή και σκέψη, συνεχίζει να ακτινοβολεί εμμενώς σε ορισμένα λεκτικά ενεργήματα και μπορεί να ανακτηθεί. Οι ρητές μνείες της ωδής είναι συχνές στον Χάιντεγκερ, οι νύξεις βρίσκονται παντού. Δεν μπορούμε να γνωρίζουμε την πλήρη βαρύτητα και την έκταση των ερμηνειών του Χάιντεγκερ, παρά αφού δημοσιευθεί, ως μέρος των Gesamtwerk (Απάντων), που η έκδοσή τους βρίσκεται εν εξελίξει, η μονογραφία για την «μορφή και την μοίρα της Αντιγόνης», Gestalt und Geschick der An­tigone. Αυτό που, όντως, διαθέτουμε, είναι το σχόλιο που διατυπώνει ο Χάιντεγκερ στην Εισαγωγή στην Μεταφυσική, σειρά διαλέξεων που δόθηκαν το 1935 εκδόθηκαν το 1953[10]· Αυτές οι παρατηρήσεις, μαζί με την μετάφραση (τις μεταφράσεις) του Χαίλντερλιν, την οποία προϋποθέτουν και εσωτερικεύουν, αποτελούν την ζωηρότερη συνάντηση που γνωρίζουμε ανάμεσα στον σοφόκλειο χορό και την δυτική φαντασία μετά την Αθήνα.
 
Ο Χάιντεγκερ προσπαθεί να διασαφήσει την δήλωση του Παρμενίδη, σύμφωνα με την οποία το Νοείν και το Είναι ταυτίζονται. Επιδιώκει να ορίσει την εικόνα του ανθρώπου, την οποία συνεπάγεται αυτή η εξίσωση. Για να το κατορθώσει, στρέφεται προς την «σκεπτόμενη ποίηση», καθαυτήν υπέρτατα αντιπροσωπευτική της «σκέψης μέσα στο Είναι», του δεύτερου στάσιμου της Αντιγόνης. Το δεινότερον είναι η λέξη που θρυμματίζει «από την αρχή όλα τα καθημερινά μέτρα του θέτειν ερωτήματα και του καθορίζειν»[11]. Ο άνθρωπος είναι «ό, τι πιο παράξενο», «το πιο αλλόκοτο». Αυτός περιέχει εξίσου το έσχατο και το αβυσσαλέο, αυτός δε ο δυϊσμός αποκαλύπτεται «μόνο στην ποιητική-διασκεπτική προβολή»[12]. Η γλώσσα της αρχαίας Ελλάδας, κατά μοναδικό τρόπο, όσο παραμένει εντός των ορίων του αρχέγονου «Είναι», διαπερνά τις αντινομίες, που καθίστανται, στην δική μας λογική, αδρανείς και επίπλαστες. Εάν, λοιπόν, δεινόν σημαίνει «το φοβερό», σημαίνει, επίσης, λέει ο Χάιντεγκερ, «την βία που ιδιάζει στην εγγενή και αναγκαία τάση του ανθρώπου να εξασκήσει την φυσική και νοητική του δύναμη». Στην έννοια «του ξένου, του αλλόκοτου, του ανοίκειου» επικεντρώνει ο Σοφοκλής την υπέρτατη αντίληψή του: ο άνθρωπος είναι το δεινότερου, «επειδή ως βιαιοπραγών υπερβαίνει τα όρια του οικείου, και μάλιστα προς την κατεύθυνση του ανοίκειου – με την σημασία του καταδαμάζοντος» (σ. 185).
 
Η δεύτερη στροφή μας λέει ότι ο άνθρωπος, στην άστεγη βία των περιπλανήσεων του, εξοστρακίζεται από το φυσικό και το οικογενειακό πλαίσιό του. Αποκόπτεται, συγκεκριμένα, από την πόλιν. Η πόλις συνήθως μεταφράζεται ως πόλη ή ως πόλη-κρά­τος. Αυτή, όμως, η μετάφραση δεν συλλαμβάνει το πλήρες νόημα. Πόλις σημαίνει μάλλον τον τόπο, το εκεί, μέσα στο οποίο και με την μορφή του οποίου υπάρχει το ιστορικό εδωνά-είναι. Πρόκειται, στην διάλεκτο του Χάιντεγκερ, για την υπαρξιακή μήτρα του ανθρώπου. Ο άνθρωπος, ξεριζωμένος από αυτήν την μήτρα, είναι άπολις, επίθετο που ο τρομακτικός χαρακτήρας του είναι έκδηλος στην Αντιγόνη και ενισχύεται περαιτέρω στην χάϊντεγκεριανή πολιτική ανθρωπολογία.
 
Τώρα ο Χάιντεγκερ επιστρέφει στην αρχή της ωδής και εξετάζει ποιο νόημα πρέπει να δώσουμε στην λαμπρή κατάκτηση της θάλασσας, της στεριάς και του ζωικού βασιλείου από τον άνθρωπο. Το ότι διασχίζει τα χειμωνιάτικα κύματα, το ότι ανοίγει με κοφτερό άροτρο την γη, το ότι πιάνει στα δίχτυα τα πουλιά του ουρανού, σημαίνει πως υποδύεται την κομβική στον άνθρωπο κίνηση της βίαιης αναχώρησης. Ο άνθρωπος, περιπλανώμενος έξω από τον εν οικω εαυτό του, ξεριζώνει, παραβιάζει και παραμορφώνει τους ευαίσθητους ρυθμούς, τον ακριβή «περίβολο» της οργανικής ζωής.
 
Σε αυτό το σημείο, ο Χάιντεγκερ απορρίπτει κάθε ερμηνεία του στάσιμου, που το θεωρεί ως ιστοριστική ανάλυση ή ως κριτική της προόδου (την οποία θα μπορούσαμε να βρούμε στον Ρουσσώ). Όχι, υποστηρίζει ο Χάιντεγκερ: ο Σοφοκλής γνώριζε, όπως και οι προσωκρατικοί, ότι στην απαρχή πρέπει να εντοπίσουμε το ανοσιούργημα του ανθρώπου, το άλμα του προς την δύναμη και την αποξένωση. «Η απαρχή είναι το πιο παράξενο και το δυνατότερο». Ο δικός μας οικολογικός βανδαλισμός δεν αποτελεί παρά εκφυλισμένη, μοιραία συνέπεια της «πρωταρχικής ανοικειότητας». Αυτή η «ανοικειότητα» και η δύναμη που γεννά, προηγούνται του ανθρώπου. Με μια ερμηνεία καθ’ όλα ανάλογη της μεγάλης διαμαρτυρίας του Πάουντ στο Canto LXXXI «Δεν είναι ο άνθρωπος / που έκανε το θάρρος, που έκανε την τάξη ή έκανε την χάρη» («It is not man / Made courage, or made order, or made grace»), ένα Canto βαθιά σοφόκλειο, ο Χάιντεγκερ αποδίδει το έδιδάξατο (στ. 356) όχι ως «εφηύρε», αλλά ως «ευρέθη… και μόνον εκεί μέσα εύρε τον εαυτό του» (σ. 191). Η γλώσσα, η κατανόηση, το πάθος είναι αρχαιότερα και μεγαλύτερα από τον άνθρωπο. Αυτά «τον» μιλούν, «τον» σκέπτονται (πρώτιστη αρχή του Χάιντεγκερ). Όμως, καθόσον αυτός (ο άνθρωπος) είναι ο τόπος του Είναι τους, η βία της πράξης και η βία των λόγων μετέχουν ακατάλυτα στην ύπαρξή του. Αυτή ακριβώς, δε, η πίεση της βίας σε κάθε ανθρώπινη δημιουργικότητα και σύλληψη δικαιολογεί την περιγραφή του ανθρώπου ως δεινοτέρου. «Ο βιαιοπραγών, ο δημιουργός, αυτός που εισβάλλει στο μη-λεγόμενο, που εισδύει στο μη-εσκεμμένο, αυτός που εκβιάζει [να συμβεί] το μη-συμβαίνον και κάνει να φανεί το μη-βλεπόμενο» (σ.195) και αυτό το αλλόκοτο, ωθημένο από την βούληση ον κινδυνεύει διαρκώς να πέσει στην ατη, την μαινόμενη πλάνη. Σε αυτόν, κατ’ εξοχήν, «το κέντρο δεν μπορεί να αντέξει».
 
Για να δείξει ο Χάιντεγκερ όλο το εύρος της σοφόκλειας αυτής αντινομίας, επιδίδεται σε μια τρίτη ερμηνεία της ωδής. Διατυπώνει τώρα την ερμηνευτική του μέθοδο: «Η αυθεντική ερμηνεία πρέπει να δείξει αυτό που δεν κείται πλέον στις λέξεις, αλλά ωστόσο έχει ειπωθεί» (σ. 196).
 
Οι συμφορές του ανθρώπου, που προμηνύονται στην ωδή και καταδεικνύονται στην σοφόκλεια τραγωδία, προκύπτουν από μιαν αναπόφευκτη, οντολογικής τάξεως σύγκρουση. Αυτή «η βιαιοπραγία, [η] αντιτιθέμενη στην υπερδύναμη του Είναι» (σ. 196) δια της οποίας ο άνθρωπος επιβάλλει την ουσία του, πρέπει να συντριβεί. Ο άνθρωπος είναι «ριγμένος στην ανάγκη», αυτή, όμως, η προβολή απορρέει άμεσα από την είσοδο του ανθρώπου στην κατάσταση της ιστορικότητας, στις υπαρξιακές συνθήκες του εδωνά-είναι του. Η εστία, το οικείο, ο νόστος, η επάνοδος στον γενέθλιο τόπο, τα οποία συνάγονται με ασύγκριτο τρόπο από το δεύτερο στάσιμο, είναι εκεί, λέει ο Χάιντεγκερ, «προκειμένου, ρηγνύμενο, να βγει έξω από αυτό, και να αφήσει να εισχωρήσει εντός του το υπερδύναμο που θα κατισχύσει» (0.197). Για τον άνθρωπο, «η πτώση είναι η βαθύτερη και ευρύτερη κατάφαση του καταδαμάζοντος» (σ. 197)· Το συμπέρασμα του Χάιντεγκερ αφήνει ανοιχτή την παράδοξη απεραντοσύνη του τραγικού: «Η έτσι βιωμένη και ποιητικά στο θεμέλιό της επανατοποθετημένη ουσία του ανθρώπου παραμένει, ως προς τον μυστικό της χαρακτήρα, κλειστή στην κατανόηση, όταν τούτη η τελευταία καταφεύγει βιαστικά σε οποιεσδήποτε αξιολογικές κρίσεις» (σ.198)[13]. Κάθε φορά που αναμετριόμαστε, στο έπακρο της συνειδητότητάς μας, με το χορικό πολλά τα δεινά, βαθαίνει και αποσαφηνίζεται «ο μυστικός χαρακτήρας της ουσίας του ανθρώπου».
 
Η γλώσσα του Χάιντεγκερ, η στρατηγική των διαδοχικών του ερμηνειών, αποτελούν στοιχεία απολύτως δικά του. Εδώ, το «ανοίκειο» μιλά στο «ανοίκειο» με τρόπο που χαρακτηρίζεται από ό, τι το δραματικότερο και ποιητικά ανα-δημιουργικότερο έχει να μας προσφέρει η όλη παράδοση της Αντιγόνης. Ωστόσο, το πνεύμα αυτής της ερμηνείας δεν απέχει πολύ από το πνεύμα ενός από τους κλασικότερους ερμηνευτές, του Ε. Ρ. Ντοντς (Ε. R. Dodds):
 
Πάνω απ’ όλα ο ίδιος ο Σοφοκλής, ο τελευταίος μεγάλος υπέρμαχος της αρχαϊκής άποψης για τον κόσμο, του αρχαϊκού κοσμοειδώλου, ήταν αυτός που εξέφρασε την πλήρη τραγική σπουδαιότητα των παλαιών θρησκευτικών θεμάτων, στις πιο ανεξήγητες και χωρίς ηθικοποίηση μορφές τους – την καταθλιπτική αίσθηση της ανθρώπινης αμηχανίας ενώπιον του θεϊκού μυστηρίου και της άτης, που ακολουθεί όλα τα ανθρώπινα επιτεύγματα – και ο οποίος έκαμε όλες αυτές τις σκέψεις μέρος της πολιτιστικής κληρονομιάς του δυτικού ανθρώπου[14].
-------------------------
[1] Κλασική παραμένει η πραγματεία του W. Kranz, Stasimon (Berlin, 1933).
[2] Για μια πρόσφατη μελέτη, βλ. R. W. Β. Burton, The Chorus in Sophocles’ Tragedies (Oxford, 1980).
[3] Πρβλ. Μ. Pintacuda, La musica nella tragedia greca (Cefalu, 1978) για μια επισκόπηση των σωζόμενων μαρτυριών.
[4] Για μια ακριβή εξήγηση αυτού του ζητήματος με παραδείγματα πρβλ. W. J. Ziobro, «Where was Antigone? Antigone, (766-883)», American Journal of Philology, xcii (1971).
[5] Πρβλ. Μ. Landowski, Honegger (Paris, 1978), 9°~4·
[6] Πρβλ. W. Keller, Orffs Antigonae (Mainz, 1950) και R. Munster (ed.), Carl Orff: das Bu.hnenwerk (Munich, 1970).
[7] Δεν μπόρεσα ούτε να ακούσω ούτε να δω την μουσική που συνέθεσε ο άκρως πρωτότυπος Andre Jolivet για το ανέβασμα της Αντιγόνης του Σοφοκλή στο Παρίσι το 1951 και το 1960. Ούτε έχω ακούσει το Death of Antigone του Reginald Smith Brindle, όπερα δωματίου για φωνές, πνευστά και κρουστά, που γράφηκε το 1969 και παρουσιάστηκε σε συναυλία στο Λονδίνο, το Δεκέμβριο του 1978.
[8] To βιβλίο του Bertolt Brecht, Die Antigone des Sophokles. Materialien zur «Antigone» (Frankfurt-on-Main, 1976), περιέχει την ουσιώδη τεκμηρίωση. Για το πώς χειρίσθηκε ο Μπρεχτ το χορό, πρβλ. το γράμμα του της 7ης Φεβρουάριου 1948 στον Νέχερ, όπως αναδημοσιεύεται στο Berltolt Brecht-Caspar Neher, κατά­λογο έκθεσης αφιερωμένης στο έργο των δύο ανδρών, στο Hessisches Landesmu- seum, Darmstadt. 1963. Οι σσ. 323 κ.ε. του βιβλίου Κ. Volker, Brecht: A Biogra­phy, trans. J. Nowell (New York, 1978) περιέχουν συμπληρωματικά δεδομένα για τις δοκιμές και τις περιστάσεις, τόσο τις οικογενειακές, όσο και τις επαγγελματικές, που σχετίζονται με την σύνθεση και το ανέβασμα αυτού του έργου.
[9] Το να καταγράψουμε την γραμματεία που έχει συσσωρευτεί γύρω από το δεύτερο στάσιμο της Αντιγόνης. ισοδυναμεί με το να κατασκευάσουμε μια ολόκληρη βιβλιογραφία των μελετών για τον Σοφοκλή. Θα ισοδυναμούσε επίσης με μια οπωσδήποτε χρήσιμη προσπάθεια να αποτυπωθεί, σε μικρογραφία μεν, αλλά αντιπροσωπευτική, η ιστορία της δυτικής κλασικής ερμηνευτικής. Από τις αναγνώσεις της δραματικής ποίησης από τον A. W. Schlegel και τις αναλύσεις της εξέλιξης της ελληνικής μετρικής από τον Wilamowitz-Mollendorff, το χορικό «πολλά τα δεινά» βρισκόταν στο επίκεντρο της κριτικής και επιστημονικής σκέψης. Τα κείμενα που ακολουθούν είναι ενδεικτικά των ποικίλων προσεγγίσεων: W. Schmid, «Probleme aus der sophokleischen Antigone», Philologus, lxii (1903), 14 κ.ε.· W. Kranz, Stasimon, σ. 219· M. Untersteiner, Sofocle (Florence, 1935), i. 111-23· G. Perrotta, Sofocle (Milan, 1935), 66 κ.ε.· E. Schlesinger, «ΔΕΙΝΟΤΗΣ», Philologus, NS xlv (1936-7), 59-66′ A. Bonnard, La Tragedie et I’homme, a. 45· R. F. Goheen, The Imagery of Sophocles’ Antigone (Princeton University Press, 1951), 58-64· G. Muller, «Ueberlegungen zum Chor der Antigone», Hermes, lxxxix (1961), 400-2· D. A. Hester, «Sophocles the Un- philosophical: A Study in the Antigone», Mnemosyne, xxiv.4 (1971), 26· G. H. Gel- lie, Sophocles, A Reading, σσ. 35-37· W. Jens, Zur Antike, a. 425· R. W. B. Burton, The Chorus in Sophocles ’ Tragedies, σσ. 96-8.
[10] Διαθέσιμο στα ελληνικά, Μ. Heidegger, Εισαγωγή στην Μεταφυσική, μτφ. Χρ. Μαλεβίτσης (Δωδώνη, 1973)·
[11] Μτφ. X. Μαλεβίτση (σ. 183).
[12] Στο ίδιο.
[13] Μια άλλη εκδοχή θα ήταν η εξής: «Θα αποτύχουμε να κατανοήσουμε την μυστηριακότητα της ουσίας του να είσαι άνθρωπος, η οποία έτσι βιώνεται και επαναφέρεται ποιητικά στα θεμέλιά της, εάν αρπαζόμαστε από αξιολογικές κρίσεις».
[14] Ε. R. Dodds, The Greeks and the Irrational (ελλ. μτφρ. Γ. Γιατρομανωλάκης, Οί Έλληνες και το Παράλογο. Αθήνα, εκδόσεις Καρδαμίτσα, 1978) σ. 55>·

Η καλή διάθεση είναι επιλογή

«Δεν μας ενοχλεί το τι μας συμβαίνει, αλλά το τι θεωρούμε ότι μας συμβαίνει…» αναφέρει στο έργο του ο Έλληνας στωικός φιλόσοφος Επίκτητος. Η διαδικασία της αντίδρασης στα ερεθίσματα που δεχόμαστε καθορίζει τη διάθεση μας και είναι διαφορετική σε κάθε άνθρωπο. Για αυτό και κάποιοι μπορεί να βλέπουν ένα ποτήρι μισογεμάτο, άλλοι μισοάδειο και… κάποιοι άλλοι, όπως λέγεται χιουμοριστικά, κοιτούν αν έχει δαχτυλιές το ποτήρι…
 
Οι άνθρωποι αντιδρούν με διαφορετικό τρόπο στο ίδιο ερέθισμα, ή πολλές φορές μπορεί ο ίδιος άνθρωπος έχει άλλη αντίδραση στο ίδιο «πρόβλημα» και αυτό συμβαίνει γιατί η συναισθηματική μας διάθεση, επηρεάζεται από τα γεγονότα ανάλογα με το πώς αντιλαμβανόμαστε τον ίδιο μας τον εαυτό τη δεδομένη στιγμή. Αυτό μας κάνει να δίνουμε διαφορετικές «διαστάσεις» στα θέματα που μας απασχολούν και όχι αυτές που ρεαλιστικά τους αναλογούν και δυστυχώς αυτή η διαδικασία γίνεται βαρόμετρο της διάθεσης μας.
 

Επιρροές στη διάθεση

Η συναισθηματική μας διάθεση, το πότε και το πόσο συχνά νιώθουμε μέσα σε μια μέρα χαρά, λύπη ή ανησυχία επηρεάζεται από δύο παράγοντες, αφενός τα γεγονότα που συμβαίνουν στο περιβάλλον μας και κυρίως τις σκέψεις που κάνουμε συνεχώς για τα γεγονότα. Αυτές οι σκέψεις γίνονται μέσα από το πρίσμα του πως «αντιλαμβανόμαστε» εμείς τον εαυτό μας και αυτό αλλάζει με το πέρασμα των χρόνων και την… συλλογή εμπειριών που έχουμε.
 
Η αλήθεια είναι ότι πέρα από τα πρώιμα παιδικά μας χρόνια, κάθε γεγονός που συμβαίνει, η μνήμη μας το «ερμηνεύει» αλιεύοντας παλαιότερα όμοια γεγονότα και σύμφωνα με τις πεποιθήσεις και την «εικόνα» που έχουμε για εμάς. Επί παραδείγματι, ένα διαγώνισμα στο σχολείο, μπορεί για κάποιους να φαντάζει με παιχνίδι, ενώ για άλλους σημαίνει ένα τεστ δοκιμασίας της προσωπικής τους αξίας.
 
Είναι θετικό το γεγονός ότι δε γεννιόμαστε αισιόδοξοι ή απαισιόδοξοι, εσωστρεφείς ή εξωστρεφείς, τολμηροί ή διστακτικοί. Αυτά τα χαρακτηριστικά τα «υιοθετούμε» μέσα από τις εμπειρίες μας στα πρώτα χρόνια της ζωής μας αλλά δεν μένουν πάνω μας σαν «σφραγίδα» αφού γνωρίζουμε πλέον και μέσα από την πρόοδο των νευροεπιστημών, ότι ο ασυνείδητος τρόπος που βλέπουμε τον εαυτό μας και επομένως το περιβάλλον, μπορεί να αλλάξει, αρκεί να τον επεξεργαστούμε με τη σκέψη μας και να τον κάνουμε συνειδητό.
 

Το συναισθηματικό και το λογικό μυαλό

Το ανθρώπινο μυαλό, λειτουργεί σχεδόν όπως ένας πολύπλοκος ηλεκτρονικός υπολογιστής. Βέβαια υπάρχουν βασικές ομοιότητες και διαφορές με τα άψυχα μηχανήματα.
 
Μια ομοιότητα είναι πως το μυαλό όλων μας είναι «σχεδιασμένο» πάνω στο ίδιο βασικό σχέδιο. Υπάρχει για παράδειγμα πάντοτε ο «συναισθηματικός» και ο «λογικός» εγκέφαλος, οι οποίοι «συνεργάζονται» αρμονικά και συνέχεια.
 
Δεύτερη ομοιότητα είναι πως υπάρχουν πολλές «προσχεδιασμένες διαδικασίες» στον τρόπο λειτουργίας του μυαλού μας, οι οποίες «παράγουν» χημικές ουσίες (νευροδιαβιβαστές), απαραίτητες, προκειμένου να διατηρούμε μία καλή συναισθηματική διάθεση. Ο συναισθηματικός εγκέφαλος προηγείται στη λήψη διαφόρων αποφάσεων διότι θα ήταν μοιραία χρονοβόρο, αν μπροστά σε έναν μεγάλο κίνδυνο δε νιώθαμε φόβο και καθόμασταν με τη λογική να τον επεξεργαστούμε. Οι υπολογιστές δε νιώθουν χαρά, φόβο ή άλλα συναισθήματα αλλά ευτυχώς εμείς, όπως έλεγε ο Αριστοτέλης, ζούμε με συναισθήματα, όχι με τις ώρες στο ηλιακό ρολόι.
 
Τρίτον, ο «δικός μας» υπολογιστής κινείται με στόχο τη συναισθηματική ικανοποίηση και όχι με μαθηματική λογική. Κατ’ αυτόν τον τρόπο ερμηνεύονται οι συνήθειες, σε σχέσεις, πρόσωπα και καταστάσεις, που ενώ με «μαθηματικό» υπολογισμό μπορεί να μην είναι ιδιαίτερα ωφέλιμες, οι άνθρωποι προσκολλούνται σε αυτές λόγω του φόβου να ξεφύγουν και να προχωρήσουν δοκιμάζοντας κάτι καινούριο αλλά άγνωστο.
 
Τέταρτον, παρότι όλοι διαθέτουμε έναν παρόμοιο υπολογιστή φτιαγμένο από το ίδιο υλικό και «καλωδιωμένο» κατά το ίδιο πρότυπο (όπως η αντίδραση του φόβου απέναντι σε ότι θεωρείται απειλή για την επιβίωση), οι εμπειρίες που αποκτούνται κυρίως στα πρώιμα χρόνια της ζωής, επιδρούν πρόσθετα σε αυτή την καλωδίωση του υπολογιστή. Οι εμπειρίες αυτές μπορούν να διαμορφώσουν πεποιθήσεις, αξίες, συναισθηματικές αντιδράσεις, ακόμη και το αν κοιτάζοντας ένα ποτήρι το βλέπουμε μισογεμάτο ή μισοάδειο, μεταφορικά μιλώντας δηλαδή, τον υποκειμενικό τρόπο αντίληψης του περιβάλλοντος.
 
Όταν επομένως γράφεται ένα κείμενο ψυχολογίας, μπορεί να απευθύνεται γενικά, διότι το μυαλό όλων μας έχει τις ίδιες βασικές ανάγκες, αλλά δεν μπορεί να απευθύνεται ειδικά, καθώς οι ξεχωριστές εμπειρίες κάθε ανθρώπου έχουν δημιουργήσει έναν υπολογιστή με τη δική του, μοναδική σε διάφορα σημεία «καλωδίωση».
 

«Προσχεδιασμένες διαδικασίες» προκειμένου να διατηρούμε μία καλή συναισθηματική διάθεση

Από τη φύση μας είμαστε φτιαγμένοι να έχουμε κάποιες βασικές ανάγκες, οι οποίες όταν ικανοποιούνται, εκκρίνονται «θετικές» χημικές ουσίες, που μας κάνουν να νιώθουμε ευχάριστα, ακόμη και ευτυχισμένοι. Μέσα σε αυτές τις ανάγκες πέρα από την πείνα και τη δίψα, είναι και το σεξουαλικό ένστικτο. Τα συναισθήματα συντροφικότητας γεννιούνται χάρη στις χημικές ουσίες που παράγονται στο ανθρώπινο μυαλό κατά τη διάρκεια του σεξ.
 

Η κινητική ορμή…

«Προερχόμαστε» από τη φύση και όπως σε άλλα έμβια όντα, το παιχνίδι και η κίνηση αποτελεί ενστικτώδη εκδήλωση της εσωτερικής έκφρασης του ανθρώπου, που φανερώνεται με μια ποικιλία κινήσεων και αισθήσεων. Το παιχνίδι είναι μια γενική ένδειξη ζωής, γιατί δεν παίζουν μόνο οι άνθρωποι, αλλά και τα ζώα. Στον άνθρωπο όμως συνδυάζεται η ενστικτώδης ορμή για κίνηση και χαρά με την ανάγκη για δημιουργία.
 
Καθώς το μυαλό μας λειτουργεί πρώτα με το συναίσθημα, ο άνθρωπος δεν μπορεί να «αντέξει» την επανάληψη μιας καθημερινής επαναλαμβανόμενης ρουτίνας περιμένοντας μία φορά το χρόνο να ξεφύγει σε κάποιες διακοπές. Όταν η επανάληψη της ίδιας καθημερινότητας «φθείρει» τη συναισθηματική διάθεση, το μυαλό μας χρειάζεται να προσμένει στο άμεσο μέλλον κάτι ευχάριστο, μέσα στην ίδια εβδομάδα έστω, προκειμένου να διατηρήσει την καλή διάθεση. «Η ευτυχία δεν μπορεί να είναι τίποτα λιγότερο και τίποτα περισσότερο από τη σταθερά καλή διάθεση, αυτή που βιώνεις μόνιμα και όχι παροδικά. Διότι το μεγάλο πρόβλημα είναι η διάρκεια, το θέμα είναι (και είναι εφικτό) να διατηρείς τη διάθεσή σου ακμαία κάθε μέρα», υπογράμμιζε ο Επίκουρος.
 

Βρείτε ενδιαφέρονται και το γέλιο σας μέσα από την επαφή

Το μυαλό έχει ανάγκη μία ποικιλία ερεθισμάτων μέσω των αισθήσεων. Η εξερεύνηση του φυσικού περιβάλλοντος, τα διάφορα ενδιαφέροντα και χόμπι που φέρνουν πραγματική επαφή, επικοινωνία και κυρίως το γέλιο, βοηθούν το μυαλό να «παράγει» τις χημικές ουσίες που φέρνουν καλή διάθεση.
 
Η ανθρώπινη επαφή και επικοινωνία είναι «γραμμένη στα γονίδιά» μας ως φυσικό αντικαταθλιπτικό. Όχι, όμως μέσω του γραπτού λόγου, με τον οποίο γίνεται μεγάλο μέρος της επικοινωνίας σήμερα καθότι οι αισθήσεις και ο εγκέφαλος στερούνται με αυτόν τον απρόσωπο τρόπο και χάνουν αμέτρητα ερεθίσματα πληροφοριών, όπως η χροιά της φωνής, το βλέμμα των οικείων μας, η ανάγκη να αναγνωρίζεται η αξία μας και να λαμβάνουμε αποδοχή.
 
Όλοι κρυβόμαστε πίσω από τα προβλήματα μας και «βαριόμαστε» να αλλάξουμε. Υπάρχει ένας φαύλος κύκλος δικαιολογιών και μεταφοράς ευθυνών στον… άλλον, αλλά δυστυχώς με αυτόν τον τρόπο επιλέγουμε ουσιαστικά την απομόνωση και την απομάκρυνση και κανείς δεν κάνει την αρχή της επαφής υπό τον φόβο της αλλαγής και της έκθεσης του εαυτού μας. Ένας μεγάλος εγωισμός συνήθως κρύβει φόβο να δείξουμε τις ευάλωτες πλευρές μας. Ταυτόχρονα όμως είναι και μία αδιαμφισβήτητη απόδειξη ότι έχουμε πολλές ευάλωτες πλευρές. Αυτές, όμως εκλείπουν μόνο όταν εξασκούμαστε και εξοικειωνόμαστε με αυτό που φοβόμαστε.
 

Η συναισθηματική διάθεση αυξάνει σταδιακά

Όταν η συναισθηματική μας διάθεση είναι μέτρια, για λόγους βιολογικούς, η συγκέντρωση της προσοχής μας είναι πιο δύσκολη. Το να προσπαθήσουμε, για παράδειγμα, να διαβάσουμε σε μία τέτοια στιγμή ένα βιβλίο, το οποίο απαιτεί μεγαλύτερη συγκέντρωση, είναι εξαιρετικά δύσκολο. Έτσι συνήθως κάνουμε την «λάθος» επιλογή δηλαδή προτιμάμε την αλληλεπίδραση με μία οθόνη, η οποία όμως δεν «παράγει» κανένα χημικό της καλής διάθεσης. Το μυαλό όμως δε ξεγελιέται, αντιλαμβάνεται ότι δεν αλληλεπιδρούμε πραγματικά, καθώς γνωρίζει ότι απλά κοιτάμε μία οθόνη.
 
Πολλοί άνθρωποι μπορεί λόγω μέτριας διάθεσης να αποφεύγουν να βρεθούν με οικεία πρόσωπα νιώθοντας ότι μπορεί να ακούσουν προβλήματα άλλων και να δαπανήσουν «αρκετή ενέργεια» που πιστεύουν ότι δε διαθέτουν. Οι άνθρωποι που διατηρούν μία σταθερά καλή διάθεση όμως, προσπαθούν να κάνουν τους οικείους τους να γελάσουν, ώστε να «επωφεληθούν» από την ευχάριστη ατμόσφαιρα, που οι ίδιοι δημιουργούν.
 
Ακόμη και το γέλιο των άλλων συμβολίζει την αναγνώριση και την αποδοχή του εαυτού μας από τους άλλους, κάτι που είναι βασική μας ανάγκη, και βοηθά στο να «παραχθούν» τα φυσικά αντικαταθλιπτικά του μυαλού. Ο Αμερικανός συγγραφέας Μαρκ Τουαίην, φαίνεται να είχε συνειδητοποιήσει το γεγονός αυτό λέγοντας, «ο καλύτερος τρόπος να δίνεις κουράγιο στον εαυτό σου είναι να δίνεις κουράγιο στους άλλους».
 
Μόνο όταν επιτύχουμε ένα επίπεδο καλής διάθεσης, μπορούμε να δοκιμάσουμε κάτι που απαιτεί πιο «ισχυρή» καλή διάθεση και περισσότερη συγκέντρωση, όπως το διάβασμα ενός βιβλίου ή ένα ενδιαφέρον που απαιτεί περισσότερη ενέργεια όπως η άθληση.
 

Η καλή διάθεση είναι μέσα σου και είναι επιλογή

Ακόμη και η καλή διάθεση έχει επίπεδα και μοιάζει περισσότερο με σκαλοπάτια που ανεβαίνουμε σταδιακά. Χρειάζεται κάποιες φορές με τη λογική να ωθήσουμε τον εαυτό μας, ίσως και να τον πιέσουμε, να ανέβει ένα σκαλοπάτι το οποίο μπορεί να μην έχει τη διάθεση να το κάνει. Μόλις όμως ανεβούμε ένα, αποκτούμε τη δύναμη για ακόμη ένα ψηλότερο σκαλοπάτι. Έτσι, σύντομα, αρχίζουμε να υποψιαζόμαστε ότι …η διάθεση μας είναι σαν μία σκάλα η οποία μπορεί να φτάσει πραγματικά πολύ ψηλά.
 
Είναι ακριβώς αυτό που εννοούσε ο Πυθαγόρας, έχοντας κατανοήσει τον τρόπο που φιλτράρει το μυαλό τα εξωτερικά ερεθίσματα, αλλά και τον τρόπο που η λογική μπορεί να μας κινητοποιήσει να αναζητήσουμε πράγματα που θα μας δημιουργήσουν θετικά συναισθήματα, λέγοντας, «Μην ψάχνεις την ευτυχία είναι πάντα μέσα σου».
 
Και όταν ο Γάλλος φιλόσοφος Michel de Montaigne έλεγε ότι, «Η αδιαμφισβήτητη απόδειξη σοφίας είναι η συνεχώς καλή διάθεση», εννοούσε ότι όταν ξέρουμε αυτό που πάντοτε συμβαίνει, ότι κάθε εξωτερικό ερέθισμα αγγίζει συναισθηματικά, κάτι που υπάρχει ήδη στο μυαλό μας, τότε μπορούμε με τη σκέψη μας να το αγνοήσουμε ή να επιλέξουμε να του δώσουμε την σημασία που του αναλογεί, τίποτα περισσότερο και τίποτα λιγότερο.

Εγωισμός: Ένας γίγαντας μέσα μας

Αποτέλεσμα εικόνας για oscars red carpet emptyΠότε ο εγωισμός είναι καλός και πότε μπορεί να μας βλάψει; Με ποιον τρόπο μπορούμε να τον διαχειριστούμε και να κρατήσουμε τις ισορροπίες;   Μια φορά και έναν καιρό ήταν ένας γίγαντας, ο οποίος είχε έναν ανθισμένο κήπο, όπου έπαιζαν τα παιδιά του χωριού. Ο γίγαντας, όμως, ήταν πολύ εγωιστής και ήθελε τον κήπο αποκλειστικά για τον εαυτό του. Έχτισε, λοιπόν, μια μεγάλη μάντρα και απαγόρευσε στα παιδιά να μπαίνουν μέσα. Όταν έμεινε μόνος του και είδε τον κήπο μαραμένο, συνειδητοποίησε την απερισκεψία του και αναθεώρησε.
 
Ο Oscar Wilde στο παραμύθι του «Ο εγωιστής γίγαντας» περιγράφει με απλοϊκό τρόπο την έννοια του εγωισμού. Αλήθεια, μήπως όλοι μας κάποιες φορές χτίζουμε μάντρες και στρεφόμαστε γύρω από τον εαυτό μας; Πώς θα ξεφύγουμε από τον εγωκεντρισμό μας και πώς θα συμβιβαστούμε με τις ανάγκες των άλλων;
 
Ο κόσμος περιστρέφεται γύρω μας
Όταν υιοθετούμε εγωιστική συμπεριφορά, βάζουμε σε πρώτη μοίρα το εγώ μας. Αγαπάμε υπέρμετρα τον εαυτό μας και ενδιαφερόμαστε αποκλειστικά και σε υπερβολικό βαθμό για τις δικές μας ανάγκες, το ατομικό μας συμφέρον και τα προσωπικά μας ενδιαφέροντα. Κάθε προσπάθειά μας αποσκοπεί μόνο στην ικανοποίηση των στόχων και των φιλοδοξιών μας και τις περισσότερες φορές αδιαφορούμε για τους συνανθρώπους μας. Η υπερβολική αυτοπεποίθηση μπορεί να ωθήσει στον εγωκεντρισμό και αυτό γιατί η εξωφρενική πίστη στον εαυτό μας μάς κάνει να θεωρούμε ότι είμαστε οι καλύτεροι και ότι μόνο εμείς αξίζουμε, με αποτέλεσμα να καταστρατηγούμε τα δικαιώματα των υπολοίπων.
 
Το εγωιστικό μας γονίδιο
Όπως όλα τα στοιχεία της προσωπικότητάς μας, έτσι και ο εγωισμός είναι γραμμένος στα γονίδιά μας. Η τάση να συμπεριφερόμαστε ναρκισσιστικά και αυτάρεσκα ως έναν βαθμό κληρονομείται. Όμως, το να οδηγούμαστε σε υπερβολές σχετίζεται περισσότερο με τα βιώματά μας και μάλιστα τα πρώιμα, δεδομένου ότι η προσωπικότητά μας αρχίζει να διαμορφώνεται ήδη από τη βρεφική ηλικία. Το περιβάλλον στο οποίο ζούμε και μεγαλώνουμε, οι σχέσεις με τους γονείς και τα αδέλφια μας, αλλά και το πλαίσιο του σχολείου συμβάλλουν σημαντικά στο αν μετέπειτα στη ζωή μας θα λειτουργούμε εγωιστικά ή όχι. Οι διάφορες καταστάσεις που βιώνουμε στην πορεία είναι πιθανό να μας κάνουν να αναθεωρήσουμε, ωστόσο δεν είναι αυτές που θα μας οδηγήσουν σε εγωιστική τάση.
 
Ο… άρρωστος εγωισμός
Ο εγωισμός δεν είναι πάντα κακός. Το να σκεφτόμαστε, να σεβόμαστε και να αγαπάμε τον εαυτό μας, να ικανοποιούμε τις ανάγκες και επιθυμίες μας και να διεκδικούμε όσα μας ανήκουν μέσα σε ένα κοινωνικά αποδεκτό όριο είναι θέμα επιβίωσης και θεωρείται απόλυτα υγιής μορφή εγωισμού. Όταν, όμως, δεν λαμβάνουμε υπόψη μας τις ανάγκες και τα συναισθήματα των άλλων, δεν συμβιβαζόμαστε ποτέ, συμπεριφερόμαστε αυταρχικά, γινόμαστε σκληροί και απάνθρωποι, έχουμε υπερβολικές απαιτήσεις από τους άλλους και προκαλούμε ενοχικά συναισθήματα με στόχο να προσελκύουμε τη μόνιμη προσοχή, τότε ο εγωισμός γίνεται παθολογικός και δημιουργεί προβλήματα. Δεν μας αφήνει να έχουμε υγιείς σχέσεις, αφού κάθε μας κίνηση συνοδεύεται από ανασφάλεια, αίσθημα κατωτερότητας, ζήλια, κτητικότητα, ανυπομονησία, έντονο ανταγωνισμό, αλλά και από μια γενικότερη τάση να εγκαταλείπουμε μπροστά στις δυσκολίες. Ο κακός εγωισμός μάς ωθεί να απαιτούμε συνεχώς αποδείξεις αγάπης και εκτίμησης και να επιζητούμε την αναγνώριση και την επιβεβαίωση.
 
Πώς θα γίνει προσόν
Μπορεί η αγγλίδα συγγραφέας Jane Austen να πίστευε ότι «… ο εγωισμός πρέπει πάντα να συγχωρείται, επειδή δεν υπάρχει ελπίδα θεραπείας», οι ειδικοί ωστόσο βεβαιώνουν ότι υπάρχουν τρόποι για να μετατρέψουμε τον εγωισμό σε προτέρημα. Το βασικότερο, αλλά και το πιο δύσκολο, είναι να αναγνωρίσουμε την εγωκεντρική μας τάση. Κάποιος ο οποίος είναι εγκλωβισμένος στον εγωισμό του (π.χ. πιστεύει ότι έχει πάντα δίκιο, δυσκολεύεται να παραδεχθεί τα λάθη του) δεν μπορεί να αντιληφθεί την υπερβολή στη συμπεριφορά του, μπορεί όμως να διαπιστώσει ότι ο εγωκεντρισμός του δημιουργεί προβλήματα στις σχέσεις του.
 
Άπαξ και αναγνωρίσουμε την τάση αυτή, θα πρέπει κατ’ αρχάς να κατανοήσουμε από πού πηγάζει και ποιες είναι οι συνθήκες που την προκάλεσαν και έπειτα να προσπαθήσουμε να δούμε τα πράγματα με άλλη ματιά. Για παράδειγμα, αν είμαστε εγωιστές γιατί μας φρόντιζαν υπερβολικά στο σπίτι και είχαμε μάθει να έχουμε τα πάντα δικά μας, το να επιχειρήσουμε να γίνουμε αυτόνομοι και ανεξάρτητοι θα βοηθήσει να μη λειτουργούμε τόσο εγωκεντρικά και να σεβόμαστε τους άλλους. Είναι σημαντικό, επίσης, να μάθουμε να διαφωνούμε και να εκφράζουμε τη δυσαρέσκεια και τον θυμό μας την κατάλληλη στιγμή και με ήρεμο τρόπο.

Οι ρίζες των χρόνιων προβλημάτων στις σχέσεις

Αποτέλεσμα εικόνας για σχεσεισΌταν ένα παιδί δεν έχει περάσει τον απαραίτητο χρόνο σ’ ένα σταθερό περιβάλλον αγάπης και ασφάλειας, προκειμένου να εσωτερικεύσει τελικά την αγάπη και να την κάνει δική του, τότε κουβαλάει ένα βαρύ φορτίο για την υπόλοιπη ζωή του, εκτός αν αλλάξει κάτι δραματικά στο περιβάλλον που το διαμορφώνει ή αν βρει τρόπους να το επιλύσει καθώς περνάνε τα χρόνια.

Αν δεν συνδεόμαστε πλήρως με την δική μας αίσθηση αγάπης, τότε στην ουσία είμαστε πληγωμένοι άνθρωποι. Αυτό δεν σημαίνει ότι κάποιος μας έκανε κακό ή ότι είμαστε θύματα. Το νόημα είναι ότι πληγωθήκαμε βαθιά χάνοντας την επαφή με την έμφυτη μας αγάπη και αυτό μας έφερε σύγχυση και πόνο, οπότε είμαστε πληγωμένοι.
Η έλλειψη αγάπης προς τον εαυτό μας και η σύγχυση των ορίων μεταξύ του εαυτού μας και των άλλων ανθρώπων, μας προδιαθέτουν προς το θυμό και την πάλη με πολλούς διαφορετικούς τρόπους.
Ως πληγωμένοι ενήλικες, η αίσθηση της αγάπης και του εαυτού μας «προβάλλεται», σε μικρό ή μεγάλο βαθμό, στον εξωτερικό κόσμο. Συνεχίζουμε να ψάχνουμε άλλους ανθρώπους να μας φροντίσουν και να πάρουν την ευθύνη για τη δική μας ζωή. Δεν διαμορφώνεται ποτέ ένα υγιές όριο μεταξύ του εαυτού μας και του άλλου και καθώς μεγαλώνουμε, αυτό μας δημιουργεί διάφορα προβλήματα στις σχέσεις μας με τους άλλους ανθρώπους.
 
Το πρόβλημα είναι ότι η αίσθηση του εαυτού μας έχει διαμορφωθεί μόνο εν μέρει και η αγάπη για τον εαυτό μας είναι αδύναμη. Έτσι συνεχώς ψάχνουμε έξω από τον εαυτό μας για να γεμίσουμε το κενό. Καθώς περνάμε από την βρεφική ηλικία προς την παιδική ηλικία και από την παιδική ηλικία προς την ενηλικίωση, αναπτύσσουμε μοντέλα προβολής και συνεξάρτησης, καθώς εναποθέτουμε στους άλλους διάφορες αφύσικες ανάγκες και συναισθηματικές ευθύνες.
 
Η έλλειψη αγάπης προς τον εαυτό μας και η σύγχυση των ορίων μεταξύ του εαυτού μας και των άλλων ανθρώπων, μας προδιαθέτουν προς το θυμό και την πάλη με πολλούς διαφορετικούς τρόπους.

Ένα πρόβλημα που δημιουργείται είναι ότι όπως ακριβώς στρεφόμασταν και βασιζόμασταν στη μητέρα μας για να πάρουμε αγάπη, καθώς μεγαλώνουμε συνεχίζουμε να στρεφόμαστε στους άλλους για αγάπη. Επειδή δεν φτάσαμε στο επίπεδο της εσωτερίκευσης της αγάπης ώστε να γίνει δική μας, δεν εμπιστευόμαστε την αγάπη μέσα στην καρδιά μας και έτσι περνάμε τη ζωή μας αναζητώντας μια πηγή αγάπης και ευτυχίας έξω από μας. Για προφανείς λόγους αυτό δεν πετυχαίνει ποτέ και το σχίσμα ανάμεσα στον εαυτό μας και τον άλλο μας προδιαθέτει σε έναν ατελείωτο αγώνα και απογοήτευση.
 
Οι σοφοί όλων των εποχών συμφωνούν ότι ποτέ δεν θα βρούμε ευτυχία έξω από την καρδιά μας. Μόνο εμείς οι ίδιοι μπορούμε να κάνουμε τους εαυτούς μας ευτυχισμένους. Αν αγαπάμε τον εαυτό μας, τότε μπορούμε να μοιραστούμε αυτή την αγάπη με τους άλλους και μπορούμε να ερωτευτούμε άλλους ανθρώπους αλλά δεν μπορούμε να βρούμε αληθινή αγάπη σε μια εξωτερική πηγή.
 
Όταν αναπτύσσουμε μοντέλα προβολής, έχουμε μεγάλο πρόβλημα. Επειδή δε νιώθουμε ασφαλείς μέσα μας, αναζητούμε αγάπη και ευτυχία σε πράγματα και ανθρώπους, περιμένοντας συνεχώς από τους άλλους να γεμίσουν το υπαρξιακό μας κενό. Περνάμε τη ζωή μας σε έναν συνεχή αγώνα για εκπλήρωση της ανάγκης μας, σε μέρη όπου δεν πρόκειται ποτέ να συμβεί. Αναπόφευκτα προκύπτουν βαθιά στοιχεία απογοήτευσης και θέματα διαχείρισης του θυμού.
 
Ένα άλλο θέμα που προκύπτει με την προβολή είναι η επίρριψη ευθυνών. Όπως προβάλλουμε την ανάγκη μας για ευτυχία στους άλλους ανθρώπους, τους ρίχνουμε και την ευθύνη για τη δική μας έλλειψη ευτυχίας.
Υπάρχει η δυνατότητα να ανακαλύψουμε εκ νέου την υγιή αίσθηση του εαυτού μας και ξανασυνδεθούμε με την αγάπη μέσα στην καρδιά μας.
Επειδή η δομή του εγώ μας δεν είχε το χρόνο να αναπτυχθεί κανονικά, δεν έχουμε τα εφόδια να διαχειριστούμε το φυσιολογικό πόνο που φέρνει η ζωή και αυτή η ανικανότητα συνεχίζεται και στην ενήλικη ζωή. Ένας τρόπος με τον οποίο μαθαίνουμε να το αντιμετωπίζουμε αυτό είναι να το προβάλλουμε, δηλαδή να το εναποθέτουμε στους άλλους. Επειδή δεν έχουμε το ψυχικό σθένος να διαχειριστούμε τον προσωπικό και διαπροσωπικό πόνο, το αντιμετωπίζουμε σαν υπαιτιότητα κάποιου άλλου (ότι δηλαδή κάποιος άλλος φταίει για το δικό μας πόνο).
 
Φυσικά αυτή η στρατηγική είναι καταδικασμένη να αποτύχει και όταν οι άλλοι δεν αποδέχονται την ευθύνη που τους ρίχνουμε, θυμώνουμε. Καθώς περνάνε τα χρόνια γινόμαστε κατ’ εξακολούθηση θύματα που υποφέρουν συνεχώς λόγω της αποτυχίας και των ατελειών των άλλων. Το τελικό αποτέλεσμα είναι ότι ζούμε σε μια κατάσταση διαρκούς ενοχοποίησης των άλλων και θυμού.
 
Ωστόσο, τίποτα απ’ όλα αυτά δεν είναι τελεσίδικο. Υπάρχει η δυνατότητα να ανακαλύψουμε εκ νέου την υγιή αίσθηση του εαυτού μας και ξανασυνδεθούμε με την αγάπη μέσα στην καρδιά μας. Αυτό χρειάζεται θέληση, προσπάθεια και δέσμευση, αλλά μπορούμε να το κάνουμε.

Ευτυχώς, δεν είμαι τέλειος!

Αποτέλεσμα εικόνας για Κάθε συνάντηση στη ζωή είναι ένα μάθημα!«Μια στιγμή συμπόνιας προς τον εαυτό σου μπορεί να αλλάξει ολόκληρη τη μέρα σου. Μια σειρά από τέτοιες στιγμές μπορεί να αλλάξει ολόκληρη τη ζωή σου». Christopher K. Germer
Η δρ. Kristin Neff είναι ερευνήτρια και καθηγήτρια στο Πανεπιστήμιο του Τέξας στο Ώστιν. Διευθύνει το Εργαστήριο Έρευνας της Συμπόνιας του Εαυτού και μελετά το πώς αναπτύσσουμε και ασκούμε τη συμπόνια προς τον εαυτό μας. Σύμφωνα με τη δρα Neff, αυτού του είδους η συμπόνια έχει τρία στοιχεία:

1. Καλοσύνη προς τον εαυτό μας: Όταν υποφέρουμε, όταν αποτυγχάνουμε ή όταν νιώθουμε ανεπαρκείς, δείχνουμε ζεστασιά και κατανόηση προς τον εαυτό μας, αντί να αγνοούμε τον πόνο μας ή αντί να αυτομαστιγωνόμαστε με την αυτοκριτική.

2. Κοινή ανθρώπινη φύση: Αναγνωρίζουμε ότι ο πόνος και το αίσθημα της ανεπάρκειας είναι μέρος της κοινής ανθρώπινης εμπειρίας – κάτι που το περνάμε όλοι και όχι κάτι που συμβαίνει «μόνο σ΄εμένα».

3. Συνειδητή επίγνωση: Προσεγγίζουμε ισορροπημένα τα αρνητικά μας συναισθήματα, έτσι ώστε ούτε να τα καταπιέζουμε ούτε να τα υπερτονίζουμε.

Δεν γίνεται να αγνοούμε τον πόνο μας και ταυτόχρονα να νιώθουμε κατανόηση γι΄αυτόν. Η συνειδητή επίγνωση απαιτεί από εμάς να μην ταυτιζόμαστε υπερβολικά με τις σκέψεις και τα συναισθήματά μας, ώστε να μην μας αρπάζει και μας διαλύει η αρνητικότητα. Ένα από εκείνα που αγαπώ στο έργο της Neff είναι ο ορισμός που δίνει για τη συνειδητή επίγνωση. Πολλοί νομίζουν ότι το να έχουμε συνειδητή επίγνωση των συναισθημάτων μας σημαίνει να μην αποφεύγουμε τα αρνητικά συναισθήματα.

Όμως ο δικός της ορισμός μας θυμίζει ότι σημαίνει επίσης να μην ταυτιζόμαστε υπερβολικά με τα συναισθήματά μας και να μην τα τονίζουμε. Νομίζω ότι αυτό είναι το κλειδί για όλους εμάς που αγωνίζονται με την τελειομανία. Θα σας δώσω το «τέλειο» παράδειγμα: πρόσφατα έστειλα ένα ηλεκτρονικό μήνυμα σε μια συγγραφέα, για να τη ρωτήσω αν μπορώ να χρησιμοποιήσω ένα απόσπασμα του έργου της σε αυτό το βιβλίο.

Της έστειλα το πλήρες κείμενο που ήθελα να συμπεριλάβω στο βιβλίο, ώστε να ξέρει για τι ακριβώς πρόκειται. Εκείνη δέχτηκε γενναιόδωρα, αλλά μου συνέστησε να μη χρησιμοποιήσω την παράγραφο που της είχα στείλει στο μήνυμα, γιατί είχα γράψει λάθος το όνομά της.

Έπεσα σε αυτό που αποκαλώ «παράλυση τελειότητας». Για τ΄όνομα του Θεού! Της γράφω για να της ζητήσω να συμπεριλάβω στο βιβλίο μου ένα απόσπασμα από το έργο της και γράφω λάθος το όνομά της! Θα νομίζει ότι είμαι εντελώς άχρηστη! Γιατί είμαι τόσο απρόσεχτη; Δεν έπαθα κρίση ντροπής – δεν βούλιαξα τόσο πολύ -, αλλά δεν αντέδρασα και με συμπόνια προς τον εαυτό μου. Πλησίασα στο να «διαλυθώ από την αρνητική αντιδραστικότητα». Ευτυχώς, δίπλα μου στο τραπέζι, υπήρχε ένα προσχέδιο του κεφαλαίου που διαβάζεις τώρα. Το κοίταξα και χαμογέλασα. «Να είσαι καλή μ΄εσένα Μπρενέ», είπα στον εαυτό μου. «Δεν χάλασε ο κόσμος!»

Με αυτό το παράδειγμα, βλέπεις πόσο εύκολα μπορούσαν η τελειομανία μου και η έλλειψη συμπόνιας προς τον εαυτό μου να με οδηγήσουν στην κατάκριση. Ένα λαθάκι – κι αμέσως θεωρώ ότι είμαι άχρηστη και απρόσεχτη. Ακριβώς με τα ίδια κριτήρια, όταν παίρνω από κάποιον μηνύματα που έχουν λάθη, έχω την κατάκριση στο τσεπάκι. Το πράγμα παίρνει άσχημες διαστάσεις όταν έρχεται η Έλεν και μου λέει ότι έστειλε ένα μήνυμα στη δασκάλα της και έγραψε λάθος το όνομά της.

Τι της λέω; «Τι πράγμα! Αυτό είναι απαράδεκτο!» ή «Και σ΄εμένα έχει συμβεί – όλοι κάνουμε λάθη»; Η τελειομανία δεν πέφτει ποτέ στο κενό. Αγγίζει του πάντες γύρω μας. Την κληροδοτούμε στα παιδιά μας, μολύνουμε το χώρο εργασίας μας με ανέφικτες προσδοκίες, πνίγουμε τους φίλους μας και τους δικούς μας. Ευτυχώς, το ίδιο γρήγορα εξαπλώνεται και η συμπόνια.

Όταν είμαστε καλοί με τον εαυτό μας, δημιουργούμε μια δεξαμενή συμπόνιας την οποία επεκτείνουμε και στους άλλους. Τα παιδιά μας μαθαίνουν να συμπονούν τον εαυτό τους βλέποντας το παράδειγμά μας και οι άνθρωποι γύρω μας νιώθουν ελεύθεροι να εκφράζονται με αυθεντικότητα και σύνδεση.

Κάθε συνάντηση στη ζωή είναι ένα μάθημα!

Είμαι σε μια ηλικία που δεν κρατάω κακία για τίποτα και σε κανέναν απλά απομακρύνομαι! Με αυτό τον τρόπο θέλω να προστατέψω τον εαυτό μου, την ψυχική μου ηρεμία και γαλήνη! Ο κάθε άνθρωπος που μπήκε στην ζωή μου, με δίδαξε κάτι και μου δημιούργησε συναισθήματα! Είτε θετικά, είτε αρνητικά, δεν έχει σημασία αφού και τα δυο είναι εξίσου σημαντικά.

Άλλοτε ένιωσα θαυμασμό για κάποιους ανθρώπους – ένα είδος προς εξαφάνιση – επειδή η καλοσύνη της ψυχής τους υπερτερούσε! Δεν σας κρύβω ότι ένιωσα την ανάγκη να γίνω σαν αυτούς! Να φτάσω έστω στο ελάχιστο της μεγαλοψυχίας, της καλοσύνης, της αγνότητάς τους! Κάποιοι άλλοι μου προκάλεσαν ανάμεικτα συναισθήματα! Δεν μπορούσα να καταλάβω αν ηταν αληθινοί ή έπαιζαν θέατρο, γιατί το βλέμμα προδίδει όσα έχει η καρδιά καλά κρυμμένα!

Ό,τι και αν προσπαθεί να κρύψει ο κάθε άνθρωπος με τα λεγόμενά του, το βλέμμα τα βγάζει στην επιφάνεια: Τη ζηλοφθονία, την κακία την απέχθεια! Άραγε έχω καταλάβει σωστά ή έχω πέσει έξω; δεν θέλω να αδικήσω κανέναν! Και όταν έφτανε η στιγμή να επιβεβαιωθούν οι υποψίες μου, τα έβαζα με τον εαυτό μου, που εθελοτυφλούσα μπροστά στο αυτονόητο!

Μια άλλη κατηγορία ανθρώπων μου προκάλεσε συναισθήματα αγανάκτησης, αηδίας και απογοήτευσης! Και αυτοί όμως είχαν να με διδάξουν κάτι σημαντικό! Ποτέ να μην γίνω σαν αυτούς και να είναι για μένα παραδείγματα προς αποφυγή!

Γι’ αυτό λοιπόν, κάθε συνάντηση στην ζωή μας, είναι ένα μάθημα! Εσύ όμως θα πρέπει να αποφασίσεις από ποια οπτική γωνία θα το δεις: Είσαι έτοιμος να κρατήσεις τα θετικά και να προχωρήσεις με περισσότερη δύναμη ή θα επιτρέψεις στα αρνητικά να εισχωρήσουν σαν αγκάθι στην ψυχή σου που θα στέκεται εμπόδιο στην εξέλιξή σου;

Γιατί πιστεύουμε τόσο εύκολα τις ψευδείς ειδήσεις;

Αποτέλεσμα εικόνας για προπαγανδα μμεΌλοι έχουμε ακούσει τελευταία τον όρο Fake News ή Ψευδείς Ειδήσεις. Ο λόγος που τον έχουμε ακούσει τόσο έντονα το τελευταίο διάστημα είναι λόγο της στρατηγικής που χρησιμοποιήθηκε στην προεκλογική εκστρατεία του Ντόναλτ Τραμπ στις Η.Π.Α. Οι γίγαντες της ενημέρωσης όπως το Facebook και η Google ήρθαν σε πολύ δύσκολη θέση αφού μέσα από τις πλατφόρμες τους διαδόθηκαν η συντριπτική πλειοψηφία αυτών των ψευδών ειδήσεων.

Βέβαια, αν θέλουμε να είμαστε ειλικρινείς, θα πρέπει να παραδεχτούμε ότι οι ψευδείς ειδήσεις δεν είναι επινόηση του Ντόναλτ Τραμπ και των συνομωσιολογικών του μέσων. Επινοήθηκαν πάρα πολλά χρόνια πριν από δικτατορικά αλλά και δημοκρατικά καθεστώτα προκειμένου να προωθήσουν τις ατζέντες τους και πρωταγωνιστές ήταν πάντα τα λεγόμενα mainstream media, δηλαδή τα κυρίαρχα μέσα ενημέρωσης. Η άποψή μας είναι απλά ότι αυτή τη φορά, το παιχνίδι δεν το έκαναν τα κυρίαρχα μέσα ενημέρωσης αλλά τα περιθωριοποιημένα. Και ως εκ τούτου ξαφνικά ανακαλύψαμε τις ψευδείς ειδήσεις.  Βεβαίως, είναι γεγονός ότι το παιχνίδι της πληροφόρησης έχει ξεφύγει από κάθε έλεγχο από όταν αναπτύχθηκαν τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Και όπως κάθε αλλαγή έχει θετικές αλλά και καταστροφικές συνέπειες. Για άλλη μια φορά, ο καθένας θα προβάλλει το περιεχόμενο του εαυτού του σε έναν καινούργιο κόσμο, τον κόσμο του διαδικτύου.

Στο παρακάτω ενδιαφέρον άρθρο, ο Emanuel Maidenberg, Ph. D., καθηγητής κλινικής ψυχιατρικής και βιοσυμπεριφορικών επιστημών στο Dave Geffern School of Medicine, UCLA, εξηγεί γιατί αποδεχόμαστε τόσο εύκολα τις ψευδείς ειδήσεις ως πραγματικές, από τη σκοπιά της ψυχολογίας.

Ζούμε σε αρκετά ενδιαφέροντες καιρούς: τα πανταχού παρόντα κοινωνικά μέσα επιτρέπουν την ραγδαία πρόσβαση σε νέες πληροφορίες, που διαρκώς θρέφουν τις αντιλήψεις και τα συναισθήματά μας. Ορισμένες φορές, ωστόσο, τα κοινωνικά μέσα ψεύδονται. Ο διαχωρισμός ανάμεσα σε αξιόπιστες και αναξιόπιστες πηγές πληροφόρησης αποτελεί μια δύσκολη διεργασία που απαιτεί προσπάθεια και επαγρύπνηση. Δυστυχώς, πολλοί άνθρωποι επιλέγουν αναξιόπιστες πηγές, οι οποίες οδηγούν σε εσφαλμένες πεποιθήσεις.

Η ερώτηση που απασχολεί τους κοινωνικούς επιστήμονες και τους ψυχολόγους είναι ποια είναι εκείνη η ψυχολογική διεργασία που κρύβεται πίσω από το πόσο ευάλωτοι γινόμαστε σε αυθαίρετες και ψευδείς πληροφορίες. Παρόλο που δεν υπάρχουν απλές απαντήσεις, η μέχρι τώρα κατανόηση του πώς οι άνθρωποι αναζητούν και επεξεργάζονται πληροφορίες μας επιτρέπει να κάνουμε τις ακόλουθες θεωρήσεις:

Γνωρίζουμε ότι οι πληροφορίες μεταδίδονται μέσω παρατήρησης και εμπειρίας. Ως παιδιά, μαθαίνουμε μέσα από τους γονείς και τους συνομηλίκους μας. Αυτές οι πρώιμες εμπειρίες, μαζί με τη γενετική μας προδιάθεση, οδηγούν σε συγκεκριμένες προτιμήσεις αξιών: είτε αυτό είναι κοινωνική δικαιοσύνη ή η σημασία της επιτυχίας κλπ.

Οι αφηγήσεις, στις οποίες εκτιθέμεθα, διαμορφώνουν την ερμηνεία μας της πραγματικότητας και των πεποιθήσεων μας. Αυτές οι κεντρικές, θεμελιώδεις πεποιθήσεις, που εξελίσσονται όσο ωριμάζουμε, είναι πιθανό να συνάδουν με τις αξίες και την ιδεολογία- θρησκευτική, πολιτική, πολιτισμική- του άμεσου περιβάλλοντός μας, είτε αυτό βρίσκεται στη Νέα Υόρκη, είτε σε ένα μικρό χωριό στην Ελλάδα.

Μόλις οι πεποιθήσεις μας εσωτερικευθούν πλήρως πια, διατηρούνται εκεί από μια ποικιλία γνωστικών προκαταλήψεων ή αλλιώς «συντομεύσεις της σκέψης μας». Ο κύριος σκοπός αυτών των συντομεύσεων είναι η εξοικονόμηση ενέργειας και η διατήρηση μιας αντίληψης βεβαιότητας. Πυροδοτούμαστε από μια διάχυτη ανάγκη διατήρησης μιας συναισθηματικής και σωματικής ισορροπίας.

Από την πλευρά των μέσων, εκείνοι που επενδύουν στην προώθηση μιας συγκεκριμένης άποψης, έχουν την ικανότητα να βρίσκουν άφθονες ευκαιρίες και έτσι καταλήγουν να πείθουν το κοινό τους.

Αρχικά, χρησιμοποιούν αφηγήσεις και ιστορίες, που περιλαμβάνουν τόσα ακριβώς δεδομένα που να κάνουν ένα γεγονός πιστευτό.

Κατά δεύτερον , χρησιμοποιούν γλώσσα (συγκεκριμένες λέξεις- κλειδιά στον τίτλο για παράδειγμα) που αποκαλύπτει μια επιθυμητή συναισθηματική κατάσταση (συχνά ένα αρνητικό συναίσθημα θυμού, σύγχυσης ή πικρίας). Οι συναισθηματικές καταστάσεις συνδέονται πολύ με το είδος των είδος των σκέψεων που έχουμε και υπαγορεύουν τις επιλογές που κάνουμε συμπεριφορικά.

Τέλος, εμείς κάνουμε το μεγαλύτερο μέρος της δουλειάς για εκείνους. Το υπόλοιπο μέρος της πειθούς ανατίθεται στο ίδιο το άτομο και στα μοτίβα σκέψεων του. Η προσοχή μας θα εστιαστεί σε πληροφορίες που είναι συναφείς με τις ήδη εσωτερικευμένες απόψεις μας. Αυτή η διαδικασία οδηγεί σε μια περαιτέρω ενίσχυση και περιορισμό των μελλοντικών μας επιλογών.

Σύμφωνα με αυτή την οπτική, είναι ευκολότερο για τους περισσότερους από εμάς να «προεπιλέξουμε» εκείνα τα γεγονότα και τις απόψεις που μειώνουν τα άγχη μας και ενισχύουν την άποψη μας για τον κόσμο. Ωστόσο, οι καιροί στους οποίους ζούμε είναι επίσης και επικίνδυνοι· έτσι, υπάρχει επιτακτική ανάγκη να παραμείνουμε σε επαγρύπνηση και με κριτική διάθεση απέναντι στα δήθεν αξιόπιστα  δεδομένα, που στην πραγματικότητα ούτε να μας ενημερώσουν, αλλά ούτε και να μας εξελίξουν θέλουν. Αλλά μόνο να μας κατευθύνουν.

Περίανδρος ο Κορίνθιος

Αποτέλεσμα εικόνας για περίανδρος ο κορίνθιοςΟ Περίανδρος (668 π.Χ. – 584 π.Χ.), ο τύραννος της Κορίνθου έστειλε κάποτε στον Θρασύβουλο [τύραννο της Μιλήτου] έναν κήρυκά του και γύρευε να μάθει με ποια πολιτική θα διαχειριζόταν ασφαλέστατα τα πράγματα της πόλης και κάλλιστα θα τη διαφέντευε.

Ο Θρασύβουλος, λοιπόν, έβγαλε τον απεσταλμένο του Περιάνδρου έξω από την πόλη, τον έμπασε σ’ ένα χωράφι σπαρμένο και μαζί του περνούσε ανάμεσα από τα στάχυα, ρωτώντας κι εξετάζοντας τον κήρυκα εξαρχής ποιος λόγος τον έφερε από την Κόρινθο, ενώ ταυτόχρονα έκοβε, κάθε φορά που έβλεπε ένα στάχυ να ξεπερνά τα αλλά, και αποκεφαλίζοντάς το το έριχνε χάμω, ώσπου μ’ αυτό τον τρόπο κατέστρεψε τα πιο ψηλά και τα πιο ωραία στάχυα του χωραφιού. Κι αφού πέρασε από άκρου σ’ άκρο το χωράφι, δίχως να δώσει καμία άλλη συμβουλή, στέλνει πίσω τον κήρυκα.

Γυρνώντας στην πατρίδα του την Κόρινθο, ο κήρυκας βρέθηκε μπρος στον Περίανδρο, που ανυπόμονος εγύρευε να μάθει την υποθήκη του Θρασύβουλου. Όμως, αυτός ισχυριζόταν πως ο Θρασύβουλος δεν έδωσε καμιά υποθήκη και μάλιστα απορούσε σε τι λογής άνθρωπο τον έστειλε ο Περίανδρος, παράφρονα σχεδόν, να καταστρέφει τα ίδια του τα χτήματα – κι έτσι διηγήθηκε ο κήρυκας όσα είχε δει να κάνει ο Θρασύβουλος.

Ο Περίανδρος, όμως, έπιασε το νόημα της πράξης αυτής και πήρε απόφαση να συμπεριφερθεί όπως τον εσυμβούλευε ο Θρασύβουλος: σκοτώνοντας όσους πολίτες κάπου εξεχώριζαν, έδειξε έτσι όλη την κακότητά του απέναντι στην πόλη και τους κατοίκους της.

Ηροδότου Ιστορίαι  (Ε΄92)

Ο ΑΜΕΡΙΚΑΝΙΚΟΣ ΕΜΦΥΛΙΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ - AMERICAN CIVIL WAR (ΜΕΡΟΣ Γ')

ΚΥΡΙΟΤΕΡΕΣ ΠΟΛΕΜΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ

1η Μάχη του Μανάσας (16-20 Ιουλίου 1861)

Η πρώτη μάχη μεταξύ Βορρά και Νότου έγινε κοντά στην συνοριακή πόλη Μανάσας της Βιρτζίνια, απ' όπου ο Βορράς ξεκίνησε μια εισβολή με τελικό στόχο την κατάληψη της κοιλάδας της Σεναντόα που οδηγούσε στο Ρίτσμοντ.

Ο Λίνκολν είχε ζητήσει οι Βόρειες πολιτείες να του προμηθεύσουν κάπου 75.000 στρατό επί 3μηνη θητεία μόνο, όσο ακριβώς υπολόγιζε ότι θα κρατούσε η όλη εκστρατεία. Στην πλειοψηφία τους ήταν άτομα από τις τοπικές πολιτοφυλακές και άπειροι στον πόλεμο. Ηγέτης τους ορίστηκε ο ταξίαρχος Έρβιν Μακντάουελ που πριν λίγο καιρό ήταν απλός ταγματάρχης και οδηγούσε την πολιτοφυλακή του Ρόουντ Άιλαντ...

Ο ζήλος που επέδειξε για την κινητοποίηση της φρουράς, ενθουσίασε τον Λίνκολν, ο οποίος τον αντάμειψε με μια απότομη προαγωγή που ξάφνιασε πολλούς. Δεν ήταν παρά ένας επιχειρηματίας, με μικρή στρατιωτική πείρα στον πόλεμο των Ινδιάνων που δεν είχε ποτέ του οδηγήσει την μάχη ένα σύνολο άνω των 300 ατόμων. Στον Νότο η κατάσταση δεν ήταν εξαιρετικά διαφορετική στο επίπεδο του απλού στρατιώτη, αλλά οι ηγέτες στο πεδίο της μάχης ήταν πιο καλά πληροφορημένοι και έκαναν σοβαρή προετοιμασία για να αμυνθούν. Διακρίθηκαν εκεί οι στρατηγοί Tζο Τζόνστον , Πιέρ Μπόρεγκαρ και ο ταξίαρχος Τόμας Τζάκσον.


Ο Μακντάουελ, αντίθετα με το σχέδιό του στον χάρτη που έμοιαζε λογικό, έδειξε εκπληκτική ανετοιμότητα, με πάρα πολλά κενά στις τάξεις των πολιτοφυλάκων του, και παρόλο που αριθμητικά υπερτερούσε του αντιπάλου του έκανε σωρεία σφαλμάτων ενώ άλλα τόσα έκαναν και οι διοικητές των μονάδων του. Το αποτέλεσμα ήταν, ότι η επίθεση του Βορρά μετατράπηκε σε μια άτακτη φυγή, πράγμα, που προμήνυε ότι ο πόλεμος δεν θα ήταν με τίποτα μια απλή βόλτα ως το Ρίτσμοντ.

H Κατάληψη της Νέας Ορλεάνης (26 Απριλίου 1862)

Μετά από αυτή την αποτυχία, απογοητευμένος ο Λίνκολν «αποκαθήλωσε» κατ αρχήν τον Μακντάουελ, όπως θα κάνει συστηματικά στο μέλλον με τους ηττημένους στρατηγούς του, με σκοπό να μην συσσωρεύσει εναντίον του την λαϊκή αποδοκιμασία. Όμως στο επιτελείο του, όλοι υπόδειξαν το απροετοίμαστο του στρατού θυμίζοντάς του ότι στην θάλασσα ο Βορράς είχε την απόλυτη υπεροπλία. Έτσι, τελικά υιοθέτησε το σχέδιο του ναυτικού αποκλεισμού των ακτών του Νότου, χάρις στον στόλο των ΗΠΑ που παρέμενε όλος στο πλευρό του Βορρά.

Η κίνηση εκείνη ήταν το πραγματικό όπλο που θα έγερνε τελικά την πλάστιγγα προς το μέρος του νικητή. Ο Νότος αποστερημένος από εξωτερική βοήθεια και χάνοντας όλες τις εξαγωγές των εμπορευμάτων του δεν είχε καμία ελπίδα ανανέωσης των αποθεμάτων του και δεν μπορούσε πια να ελπίζει στη νίκη ειδικά μάλιστα στην περίπτωση που ο πόλεμος θα ήταν χρονικά μακρύς.


Αλλά υπήρξε μια διπλωματική επίπτωση. Η Αγγλία και η Γαλλία που ζημιώνονταν από την έλλειψη των εισαγωγών των εμπορευμάτων τους από τον Νότο, άρχισαν να βλέπουν με άλλο μάτι εκείνη την διαμάχη, κι ως ένα σημείο είδαν και ευκαιρίες στην αμερικανική ήπειρο από την διαίρεση Βορρά – Νότου. Από το 1862 κι έπειτα, διακριτικοί παρατηρητές αυτών των ευρωπαϊκών δυνάμεων βρέθηκαν στον Νότο , με σκοπό να προτείνουν συνεργασία, εάν βέβαια ο Νότος είχε καθόλου προοπτική νίκης, πράγμα που στην αρχή δεν πίστευαν.

Η απόδειξη ότι στο ναυτικό ο Νότος είχε τρομερές αδυναμίες ήρθε σχετικά νωρίς, όταν ένας πολύ τολμηρός ναύαρχος ο Ντέηβιντ Φάραγκατ όρμησε μέσα στο στόμιο του Μισισιπή, ανεβαίνοντας το ποτάμι με στόχο να πάρει την πόλη της Ν. Ορλεάνης. Ο Νότος διέθετε μόνο μερικές μαούνες για φράγματα και μερικές παράκτιες πυροβολαρχίες που προκάλεσαν μεν λίγες ζημιές, δεν εμπόδισαν όμως να αποτρέψουν την απόβαση μέσα στην καρδιά της πόλης που βρίσκεται απάνω στο ποτάμι. Έτσι, ένα χρόνο μετά την έναρξη του πολέμου έπεφτε η Λουιζιάνα. Η νίκη εκείνη, αν και γεωγραφικά πολύ μακριά από το μέτωπο για να αξιοποιηθεί εκείνη την ώρα, εγκαινίαζε ωστόσο το λεγόμενο «Δυτικό Μέτωπο» σε εκείνη την σύρραξη.

Δυτικό Μέτωπο

Η Μάχη του Σάϊλο. 6-7 Απριλίου 1862


Η εμφάνιση του «Δυτικού Μετώπου» ανάγκασε τον Νότο να σκεφθεί την απειλή που μπορεί να έρχονταν μέσω του Κεντάκι με άμεσο στόχο το Μισισιπή. Η πολιτεία του Κεντάκι αν και ουδέτερη, διατηρούσε τους δούλους της σε συμφωνία με τον Βορρά, εφόσον θα δέχονταν το πέρασμα των δυνάμεών του από τα εδάφη της για να πλήξουν τον Νότο. Αλλά υπήρχαν πολλές συμπάθειες μεταξύ Νότου και Κεντάκι και μάλιστα εθελοντές από εκεί πολεμούσαν ήδη στις γραμμές του Νότου, στη δε σημαία του Νότου υπήρχαν 13 άστρα, τα 11 για τις αποσχισθείσες πολιτείες και τα 2 επιπλέον χάριν των εθελοντών από τις ουδέτερες πολιτείες του Μισούρι και Κεντάκι.


Αυτό έκανε τον Νότο να σκεφτεί να εισβάλλει πρώτος στο Κεντάκι για να διασφαλίσει τα σύνορά του. Ήδη από τις αρχές του 1862, αναμένονταν μια εύκολη δράση αλλά οι εκεί στρατιωτικοί διοικητές και από τα δύο μέρη παρουσίασαν ένα αξιοθρήνητο θέαμα οργάνωσης και έλλειψης συνεργασίας το οποίο τελμάτωσε χρονικά την έκβαση της επιχείρησης.

Στα τέλη Μάρτη του 1862 οι δυνάμεις του Νότου έδειξαν αδύναμες να διασφαλίσουν τα πιο σημαντικά στρατηγικά σημεία και προτίμησαν να υποχωρήσουν στα σύνορά τους, στο Τενεσή. Ο Βόρειος ηγέτης απέναντί τους ήταν ο ταξίαρχος Γιουλίσις Γκραντ. Πρώην λοχαγός, είχε εγκαταλείψει τον στρατό λόγω αλκοολισμού κι έχοντας αποτύχει στην πολιτική του ζωή σαν βιοτέχνης, άδραξε την ευκαιρία με την κήρυξη του πολέμου για να καταταγεί και να βρει και πάλι τα μέσα βιοπορισμού. Αλλά υπήρχε κάτι ενδιαφέρον σε αυτόν τον χαρακτήρα : δεν ήταν κομπορρήμων, δεν τον ένοιαζε η προσωπική του αίγλη, και παρέμενε ατάραχος και υπομονετικός μπροστά στις δυσκολίες έτοιμος να πολεμήσει και την επόμενη μέρα.


Πολλοί τον κατηγορούσαν ότι το θάρρος του προέρχονταν από το πιοτό, στο οποίο ήταν πάντα αφοσιωμένος, αλλά το «Δυτικό Μέτωπο» χρειάζονταν ειδικά ένα υπομονετικό χαρακτήρα. Η υποχώρηση ωστόσο του Νότου, του έδωσε την εντύπωση ότι το «Δυτικό Μέτωπο» είχε ήδη καταρρεύσει και αποφάσισε να περάσει τα σύνορα με 48.000 στρατό χτυπώντας την ραχοκοκαλιά του Νότου. Το σχέδιό του ενισχύθηκε από το επιτελείο του Βορρά με την αποστολή μιας πρόσθετης δύναμης 30.000 υπό τον υποστράτηγο Μπιούελ που επρόκειτο στη συνέχεια να τον συναντήσει.

Ο Γκραντ στρατοπεδεύοντας στο Πίτσμπουργκ Λάντινγκ, κοντά στην πόλη του Σάϊλο, με απόλυτη πεποίθηση ότι δεν διέτρεχε κανένα κίνδυνο, δεν έκανε καν αναγνώριση του τοπίου και δεν πήρε κανένα αμυντικό μέτρο, περιμένοντας εκεί να τον συναντήσει ο Μπιούελ. Ο αιφνιδιασμός του υπήρξε πλήρης όταν οι Νότιοι στρατηγοί Α. Τζόνσον και Π. Μπώρεγκαρ του επετέθησαν στριμώχνοντάς τον με την πλάτη στο ποτάμι. Έχοντας εγκαταλείψει το μισό του στρατόπεδο ο Γκραντ μαχόταν για να κερδίσει χρόνο.


Τότε καθώς ο Α. Τζόνσον τραυματίστηκε και πέθανε στην μάχη, όλο το σχέδιο του Νότου έπεσε στα χέρια του Π. Μπώρεγκαρ, του πιο κομπορρήμονα των Νοτίων στρατηγών, ο οποίος την επόμενη κιόλας μέρα έσπευσε να στείλει μήνυμα νίκης στο Ρίτσμοντ, ενώ την ίδια στιγμή αφίχθηκε ο Μπιούελ, ο οποίος με την σειρά του τον αιφνιδίασε απόλυτα. Μέσα σε μια ατμόσφαιρα σύγχυσης ο Μπώρεγκαρ, που μέτραγε ήδη 13.000 νεκρούς, αποφάσισε ότι δεν μπορούσε να ελέγξει τη μάχη και υποχώρησε πέφτοντας από εκείνη τη στιγμή σε δυσμένεια.

Η ήττα στο Σάϊλο εδραίωσε για το Βορρά το «Δυτικό Μέτωπο» και η απειλή για τον Νότο ήταν πλέον ορατή. Ο Γκραντ θεώρησε ότι η επιπόλαιη στάση του τον καθιστούσε υπεύθυνο και σκέφτηκε ακόμα και την παραίτηση, αλλά ο Λίνκολν τον χαρακτήρισε σαν τον στρατηγό που επιτέλους κερδίζει μάχες, πράγμα που αντίθετα τον ανέβασε στην υπόληψη του επιτελείου.

Η Εκστρατεία στην Χερσόνησο (25 Ιουνίου – 2 Ιουλίου 1862)

Αλλά ο Λίνκολν είχε επίτηδες πει αυτά τα λόγια για να κεντρίσει τον εγωισμό ενός άλλου και μάλιστα υπερφιλόδοξου στρατηγού του που τον είχε διαλέξει να διαδεχτεί τον Μακντάουελ, από τα τέλη του 1861. Η επιλογή εκείνη του Λίνκολν ήταν ιδιαίτερα πολιτική. Διάλεξε έναν νέο και φιλόδοξο επιχειρηματία ο οποίος είχε πρότερη πολύ σύντομη θητεία στον στρατό αλλά που πολιτικά είχε μεγάλες γνωριμίες με τους δημοκρατικούς του Βορρά και αργότερα μάλιστα επρόκειτο να αναδειχθεί σε πολιτικό ηγέτη τους. Ήταν ο Τζορτζ Μακλέλαν.


Ο Τζορτζ Μακλέλαν ήταν μικρόσωμος αλλά εξαιρετικά πομπώδης. Είχε το παρατσούκλι ο «Ναπολέων» και ο αυτοθαυμασμός του δεν γνώριζε όρια. Αναμενόμενο όμως ήταν ένα τέτοιο άτομο να πρόσεχε πάνω από όλα την προσωπική του αίγλη ενώ ταυτόχρονα περιφρονούσε τον Λίνκολν : έγραφε στην γυναίκα του συχνά ότι «λυπόταν που η πατρίδα του είχε έναν τέτοιο πολιτικό σαν ηγέτη, αλλά ότι εκείνος θα προσέτρεχε στην επίκληση για την σωτηρία του έθνους του, όπως τον όριζε η μοίρα!». Ο Λίνκολν υπέθεσε ότι θα κατάφερνε τον Μακλέλαν να ξεκινήσει γρήγορα μια δεύτερη εκστρατεία μέσα στο 1861 αλλά εκείνος τον αγνόησε ζητώντας πολύ χρόνο, σωστά ως ένα σημείο, για να ετοιμάσει τον ανεκπαίδευτο στρατό του.

Αρχικά ζήτησε 3 μήνες για την προετοιμασία του αλλά τελικά με συνεχείς αναβολές που ακολουθούσαν άλλοτε πραγματικές αλλά και ενίοτε και αναληθείς δικαιολογίες, πρακτικά δαπάνησε 13 μήνες χωρίς καμία απολύτως δράση στο ποτάμι του Ποτόμακ, το σύνορο Βορρά και Νότου, στο «Ανατολικό Μέτωπο».


Την οργή του Λίνκολν απάλυνε μόνο το γεγονός ότι η κατάσταση του στρατού ήταν τώρα βελτιωμένη και το ότι οι στρατιώτες άρχισαν να εμπιστεύονταν τον Μακλέλαν, πράγμα που δεν συνέβαινε με τους προηγούμενους ηγέτες τους.

Το τελικό σχέδιο του Μακλέλαν ήταν παρόλα αυτά έξοχο σε σύλληψη. Αποφάσισε, αντί να διατρέξει μαχόμενος την Σεναντόα για να φτάσει στο Ρίτσμοντ, να κάνει απευθείας απόβαση στον μυχό του ποταμού που οδηγεί στην πόλη αυτή, παρακάμπτοντας την επίγεια διαδρομή και χτυπώντας κατευθείαν στα νώτα του εχθρού. Διαθέτοντας για πρώτη φορά ατέλειωτες σειρές από εφόδια και ικανή προετοιμασία, φάνηκε να στοχεύει άμεσα στην καρδιά του αντιπάλου και από θέση που δεν μπορούσε παρά ο αντίπαλος να παγιδευτεί, αναγκασμένος σε άμυνα, την χερσόνησο που σχηματίζουν οι ποταμοί Γιόρκ και Τζέημς. Η δύναμη που ζήτησε ο Μακλέλαν ήταν της τάξης των 160.000 ανδρών, πιστεύοντας ότι μια τόσο ισχυρή δύναμη δεν θα μπορούσε να αντιμετωπισθεί από τον Νότο.


Όμως ο Λίνκολν και ο νέος υπουργός αμύνης Εντγουιν Στάντον, πιστεύοντας ότι η Ουάσινγκτον παρέμενε αφύλακτη, του απέσπασαν 50.000 στρατό την τελευταία στιγμή. Ο Μακλέλαν, εξοργίστηκε υπερβολικά, αλλά ο χρόνος περνούσε, πράγμα που έδωσε εν τω μεταξύ στον Νότο την ευκαιρία να αποσύρει δυνάμεις από τα σύνορά του και να τις μεταφέρει στο Ρίτσμοντ. Οι δυνάμεις αυτές, κάπου 55.000 συνολικά, τέθηκαν υπό την διοίκηση του Αντιστράτηγου Τζοζεφ Τζόνστον. Η εμφάνισή του Μακλέλαν μετά από μια επιτυχή απόβαση στην χερσόνησο, ήταν αρκετή για να κάνει την Νότια κυβέρνηση να αποφασίσει μέχρι και την εκκένωση της πρωτεύουσάς της.

Όλα έδειχναν ότι αυτό θα ήταν το τέλος του πολέμου. Μέσα στην απελπισμένη τους άμυνα οι Νότιοι στάθηκαν τυχεροί στο ότι όταν ο Τζόνστον τραυματίστηκε άσχημα ο γηραιός Στρατηγός Ρόμπερτ Λη ζήτησε να αφήσει το γραφείο του για να αντικαταστήσει στο μέτωπο τον διοικητή στο πεδίο της μάχης. Η άδεια του δόθηκε. Αυτό, άλλαξε όχι μόνο την έκβαση εκείνης της μάχης αλλά και όλου του πολέμου.


Ο γηραιός Στρατηγός ήταν πράγματι ο καλύτερος στρατιωτικός των ΗΠΑ, με ένα εξαιρετικό επιθετικό πνεύμα που συνδύαζε την πονηριά με το ρίσκο. Για καλή του τύχη, ο υφιστάμενός του, ο Ταξίαρχος Τόμας Τζάκσον, αποδείχτηκε ένα «αδελφό» πνεύμα το οποίο εκτελούσε τις διαταγές του αρχηγού του με εντελώς παρόμοια αντίληψη. Το «δίδυμο» αυτό, πλαισιωμένο και από έναν εξαιρετικά ενθουσιώδη αρχηγό του ιππικού, τον Ταξίαρχο Τ. Στιούαρτ, μηχανεύτηκαν ένα σωρό τεχνάσματα αντιπερισπασμού και παραπλανητικών κινήσεων ώστε κατάφεραν να διαιρέσουν τις δυνάμεις του Μακλέλαν και να τις εξουδετερώσουν σταδιακά.

Ευκαιρία Ειρήνης

Απόφαση Λίνκολν για Συνέχιση Πολέμου


Ο στρατός των Βορίων αναγκάστηκε μετά από μια βδομάδα σε εγκατάλειψη του σχεδίου και ο Λίνκολν που βρέθηκε σε πολύ δύσκολη θέση καθαίρεσε τον Μακλέλαν. Αναγκαστικά, μετά από την αποτυχία μιας τόσο μεγάλης εκστρατείας ο Βορράς έπρεπε να δεχτεί ότι η αναμέτρηση έπαιρνε άλλες διαστάσεις όχι μόνο χρονικά αλλά και γεωγραφικά.


Ο Λίνκολν μελέτησε την αύξηση της δράσης στο «Δυτικό Μέτωπο», δηλαδή την κατάληψη του άξονα διαδρομής του ποταμού Μισισιπή ο οποίος έμοιαζε με τη σπονδυλική στήλη του Νότου αφού μέσω αυτού του άξονα έρχονταν όλα τα εφόδια του στρατού καθώς και σε αυτόν βασίζονταν όλες οι επικοινωνίες του Νότου. Όμως η έκταση εκείνη ήταν τεράστια και η ανάπτυξη στρατού απαιτούσε κατάληψη και διατήρηση στρατηγικών πόστων μέσα στην καρδιά του εχθρού για μεγάλο διάστημα.

Η εκτίμηση για μια τέτοια δράση ήταν χρονικά πάνω από 2 χρόνια απαιτώντας παράλληλα εξασθένηση του «Ανατολικού Μετώπου». Ήταν στιγμή μεγάλης περισυλλογής στο επιτελείο του Βορρά. Την ίδια ώρα, το αποτέλεσμα του ναυτικού αποκλεισμού είχε πολύ εμφανείς επιπτώσεις στον Νότο. Άρχισαν να λείπουν πολλά αγαθά ακόμα και είδη διατροφής ενώ με την διακοπή των εξαγωγών το δολάριο του Νότου ξέπεσε σε αξία και η μαύρη αγορά έκανε την εμφάνισή της. Η διοίκηση του Νότου κατάλαβε ότι οι ευκαιρίες της εξανεμίζονταν με το πέρασμα του χρόνου και άλλαξε τους στόχους της, εστιάζοντας όλη την προσπάθεια στο να πετύχει θεαματικές νίκες μέσα στο έδαφος του Βορρά και ποντάροντας στην δυσαρέσκεια με την οποία ο κόσμος έβλεπε τον Λίνκολν.


Την στιγμή εκείνη σηκώθηκαν φωνές από τον Βορρά, και κυρίως, των εκεί Δημοκρατικών που δυσαρεστήθηκαν με την αποπομπή του Μακλέλαν. Ζητούσαν φιλικό διακανονισμό με τον Νότο, ελπίζοντας στην ανάπτυξη καλής θέλησης για μια μελλοντική συνένωση. Εξάλλου, ο κόσμος είχε τρομάξει από τις αναπάντεχες ανθρώπινες απώλειες και από την προοπτική ενός μακρόχρονου πολέμου ενώ η δικαιολογία ότι όλα αυτά γίνονταν για την εξάλειψη της δουλείας προκαλούσε από θυμηδία ως και οργή. Υπήρξαν μάλιστα και μυστικές κινήσεις των Δημοκρατικών Βορρά και Νότου, που πριν τον πόλεμο ήταν κομματικοί συνάδελφοι, να προτείνουν και πρόωρες εκλογές για να φύγει ο Λίνκολν. Εκείνη η στιγμή, λένε πολλοί, ήταν ιδανική για να σταματήσει ο πόλεμος.

Ο Νότος είχε καταλάβει το αδιέξοδο, η πολιτική κατάσταση θα ξαναγυρνούσε εκεί που ήταν το 1860, ενώ η δουλεία οικονομικά δεν είχε ελπίδα επιβίωσης την ώρα μάλιστα που άρχισαν να κυκλοφορούν τα πρώτα γεωργικά μηχανήματα, που ήταν και πιο γρήγορα και κυρίως πολύ πιο φτηνά από το κόστος των δούλων. Υπολογίζεται ότι στα επόμενα 50 χρόνια και χωρίς πόλεμο ο Νότος θα είχε πάψει να χρησιμοποιεί δούλους, χωρίς οικονομικές επιπτώσεις, όπως είχε γίνει ήδη πριν με άλλα κράτη (πχ Αγγλία, Γαλλία). Αλλά μια ειρήνη εκείνη την χρονική στιγμή θα ήταν ισοδύναμη με την αποχώρηση του Λίνκολν πιθανόν για πάντα από τον πολιτικό χάρτη της χώρας, πράγμα που υποστήριζαν ακόμα και άτομα από το δικό του κόμμα.


Ο Λίνκολν παρόλο που από τους κατάσκοπους του, είχε πληροφορηθεί για την ύπαρξη αυτών των εσωκομματικών φωνών απέρριψε κάθε ιδέα ειρήνης κι αποφάσισε να αλλάξει στρατηγική και να χτυπήσει τον Νότο ταυτόχρονα στο «Δυτικό» και «Ανατολικό» μέτωπο. Δέχτηκε μάλιστα και την στρατολόγηση νέγρων εθελοντών, χωρίς όμως να τους προσφέρει την ελευθερία τους. Ο νόμος της δουλείας δεν είχε εξαλειφτεί κι ο Λίνκολν δεν ήθελε να δυσαρεστήσει τις φιλικές, αν και θεωρητικά ουδέτερες πολιτείες, του Μισούρι και του Κεντάκι, που του ήταν πάντα απαραίτητες.

Παράλληλα άρχισε να σχετίζεται περισσότερο με τις πολιτικές ομάδες που υποστήριζαν τον αγώνα απελευθέρωσης των δούλων με σκοπό να σχηματίσει καλλίτερες πολιτικές συμμαχίες, που θα τον υποστήριζαν στη συνέχιση του πολέμου. Τότε τον πίεσαν να εκδώσει επιτέλους διάταγμα κατάργησης της δουλείας αλλά εκείνος σκόπευε να το κάνει μόνο υπό μια μορφή που θα ήταν ουδέτερη και χωρίς πρακτικό αποτέλεσμα, με κάποιο ίσως όφελος για τον πόλεμο και μόνο κατά την επόμενη μιας μεγάλης νίκης, για να μη φανεί ότι το πράττει κάτω από πολιτική πίεση.

Η πιο Αιματηρή Μάχη στο Αντίεταμ (25-27 Αυγούστου 1862)

Μεταξύ 25 και 27 Αυγούστου 1862, ο Νότος προσπάθησε να ανοίξει τη διάβασή του προς τον Βορρά, με την προοπτική μιας εκστρατείας στην αντίπαλη περιοχή. Κοντά στο πέρασμα του Μανάσας οι Λη και Τζάκσον με μια αναπάντεχη και αιφνιδιαστική επίθεση που κανείς στον Βορρά δεν περίμενε, πέτυχαν να αιφνιδιάσουν και να στείλουν σε άτακτη φυγή τον στρατηγό Πόουπ, ο οποίος αποδείχτηκε μια ακόμα αποτυχημένη επιλογή του Λίνκολν. Βλέποντας τον κίνδυνο να απειληθεί μέσα στην ίδια του την περιοχή και συνδυάζοντάς το με τις πολιτικές κινήσεις των Δημοκρατικών, ο Λίνκολν ζήτησε την επιστροφή του Μακλέλαν.


Εκείνος προώθησε τον στρατό του σε μια περιοχή που υποψιαζόταν ότι θα περνούσε ο Λη προς την Πενσυλβάνια, τον οποίο πράγματι συνάντησε στις 16 Σεπτεμβρίου 1862. Ο Λη έχει μαζί του σημαντική δύναμη, περίπου 75.000 άνδρες, και θέλει να πετύχει το αποφασιστικό πλήγμα, αλλά η τοποθεσία, κοντά στο ρυάκι του Αντίεταμ, δεν προσφέρεται για μια μάχη ελιγμών, κατά την προσφιλή του τακτική, ενώ ο στρατός του αντιπάλου - περίπου 120.000 ανδρών - του αποκλείει το δρόμο.

Η μάχη είναι στατική και προκαλεί πολλά θύματα από τις βολές μέσα στις πυκνές γραμμές των αντιμαχομένων. Ο Μακλέλαν εμπιστεύεται την αποφασιστική κίνηση της μάχης στον υφιστάμενο του, ταξίαρχο Άμπροζ Μπέρνσαϊντ, ο οποίος αποδεικνύεται διστακτικός και δεν καταφέρνει να περάσει το σχετικό γεφύρι που οδηγεί στο κέντρο του αντιπάλου, στην πρέπουσα στιγμή.


Μετά από δύο ημέρες συνεχών απωλειών, στη διάρκεια των οποίων ο Λη χάνει περίπου 25.000 στρατιώτες, αποφασίζει ότι δεν έχει ελπίδες περαιτέρω προόδου και εγκαταλείπει τη θέση του υποχωρώντας πίσω στον Νότο. Ο Βορράς αριθμεί σχεδόν παρόμοιες απώλειες κι είναι η πρώτη φορά που μια διήμερη μάχη κοστίζει σε εκείνο τον πόλεμο περισσότερους από 50.000 νεκρούς.


Ο Μακλέλαν ωστόσο στέλνει μήνυμα νίκης στον Λίνκολν, εννοώντας ότι απέκρουσε τον εχθρό για πρώτη φορά με επιτυχία. Ο Λίνκολν δέχεται μεν τον χαρακτηρισμό της νίκης για να προβεί σε μια διακήρυξη εναντίον της δουλείας αλλά βρίσκει την ευκαιρία να κατηγορήσει τον Μακλέλαν ως ανίκανο να κυνηγήσει και κατανικήσει τον Λη και τον αποπέμπει ξανά και για πάντα αυτή τη φορά από τον στρατό.

Η Διακήρυξη Χειραφέτησης

Ο κόσμος του Βορρά φρικιά με τις τεράστιες θυσίες ενός τέτοιου πολέμου αλλά ο Λίνκολν πιστεύει ότι μπορεί να περάσει σαν ηθική επιτυχία την «Διακήρυξη Χειραφέτησης» (1η Ιανουαρίου 1863), ένα κείμενο που αναφέρει ότι οι όσοι νέγροι δούλοι βρίσκονται στις περιοχές του Νότου που κατακτά ο Βορράς δεν θα μπορούν να πουληθούν ξανά σαν σκλάβοι. Το κείμενο αυτό αναφέρεται από μερικούς ιστορικούς σαν η απόδειξη ότι ο Λίνκολν σκόπευσε τελικά στην εξάλειψη της δουλείας, αλλά όπως παρατηρούσαν κι οι τότε δημοσιογράφοι, το κείμενο ήταν πολύ προσεγμένο ώστε τελικά να μην υπάρχουν επιπτώσεις, γιατί δεν ελευθέρωνε τους δούλους που υπήρχαν ήδη στον Βορρά ούτε καν όσους πολέμαγαν για τον Βορρά, αλλά έδινε υπόσχεση ελευθέρωσης σε εκείνους του Νότου εφόσον εννοείται ο Βορράς εισέλθει μια μέρα νικητής στην περιοχή τους. Εξαιρούσε δε φυσικά πάντα τους δούλους που ήδη υπήρχαν στις «ουδέτερες πολιτείες».


Αλλά όλα αυτά δεν μπορούσαν να αποκρύψουν την σκληρή πραγματικότητα, τους πάνω από 240.000 νεκρούς στρατιώτες από την αρχή του πολέμου και από τα δύο μέρη. Θα ακολουθούσαν και πολλοί άλλοι! Και σε αυτό το σημείο ο Λίνκολν κέρδιζε ήδη τον πόλεμο σε ουσία, διότι ήξερε, ότι οι απώλειες κοστίζουν στον Νότο που δεν είχε αποθέματα, ενώ εκείνος διέθετε πολλά. Στα λιμάνια του Βορρά οι νέοι άποικοι που έφθαναν είχαν να διαλέξουν μεταξύ της υποχρεωτικής στράτευσης ή της επιστροφής τους. Για αρκετούς από αυτούς που έφθαναν καταπεινασμένοι από την άλλη άκρη του Ατλαντικού ο στρατός ήταν μια λύση ένδυσης και σίτισης.


Ο Βορράς μεταξύ 1862 και 1864 κατάφερε να στρατολογήσει μ αυτόν τον τρόπο κάπου 150.000 επιπλέον στρατιώτες και μετά από τις έκτακτες υποχρεωτικές στρατεύσεις - που προκάλεσαν μεγάλες λαϊκές διαδηλώσεις στην Νέα Υόρκη - άλλους 400.000, παρουσιάζοντας πρόσθετες ενισχύσεις που ισοδυναμούσαν με όλο το αρχικό δυναμικό του Νότου. Η αναλογία 2,5:1 σε ανθρώπινο υλικό υπέρ του Βορρά το 1860, μετετράπη σε 3:1 στα τέλη του 1862 και έφτασε το 10:1 στα τέλη του 1864. Η πορεία προς την ήττα του Νότου ήταν εξασφαλισμένη, απλά δεν είχε συμπληρωθεί ακόμα η μοιραία λίστα όλων των απωλειών που θα ήταν αναγκαίες.

Έτος Στροφής (1863)

Το «Δυτικό Μέτωπο» αν και χάρισε επιτυχίες στον Βορρά είχε το μειονέκτημα της μεγάλης έκτασης κι εκεί ο στρατός του Γκραντ έπαθε καθίζηση στα τέλη του 1862 κυρίως από πρόβλημα εφοδίων και επικοινωνιών.


Όμως ο υπομονετικός Γκραντ είδε και ένα πλεονέκτημα: οι δυσκολίες ήταν παρόμοιες και για τον Νότο οπότε ο ίδιος μπορούσε να ελπίζει ότι θα αποφύγει τις μεγάλες αναμετρήσεις και άρα και τις απώλειες. Έτσι συνέχισε μια πολύ αργή αλλά σχετικά σταθερή πορεία πάνω στις όχθες του Μισισιπή με στόχο να πάρει την πόλη του Βίσκμπουργκ, τον κυριότερο συγκοινωνιακό κόμβο του Νότου στο ποτάμι.

Η Μάχη στο Τσάνσελορσβιλ (27-29 Απριλίου 1863)

Ο Νότος αναγκασμένος πια στο να δώσει ένα κάποιο χτύπημα με σημασία, γύρισε τα βλέμματα και πάλι προς τις Βόρειες περιοχές σε μια προσπάθεια του Λη να στρέψει την προσοχή προς τα εκεί με πιθανότητα να ελαφρώσει την πίεση στον Μισισιπή. Την ίδια ώρα ο Λίνκολν προχωρούσε σε μια νέα επιλογή ηγέτη και διάλεξε έναν πολύ φιλόδοξο που αποδείχτηκε ιδιαίτερα επιθετικός στους συναδέλφους του που του έφραζαν τον δρόμο προς τις προαγωγές. Ήταν ο υποστράτηγος Τζόζεφ Χούκερ που μετά το Μανάσσας είχε δηλώσει στον Λίνκολν ότι κανείς από τους εκεί στρατηγούς δεν άξιζαν να αναμετρηθούν σε αξία μαζί του. Στα τέλη 1862 είχε δηλώσει ότι Στρατός και Κυβέρνηση άξιζαν μόνο έναν δικτάτορα.


Ο Λίνκολν του δηλώνει "...δικτάτορες γίνονται όσοι κερδίζουν νίκες , σου αναθέτω την διοίκηση ελπίζοντας στο πρώτο και διακινδυνεύοντας το δεύτερο". Με τον τρόπο αυτό ο Λίνκολν τον προκαλούσε να αποδείξει ότι ξέρει να κερδίζει νίκες. Ο Χούκερ με την ανάληψη καθηκόντων του δηλώνει : «Είθε ο Θεός να λυπηθεί τον Λη γιατί εγώ δεν πρόκειται να το κάνω».
 
Η παρουσία του Χούκερ στα σύνορα του Νότου με διπλάσια δύναμη απ’ όση διέθετε ο Λη (130.000 έναντι 60.000), ήταν μια στιγμή δοκιμασίας για τον Νότο. Ο Χούκερ μοίρασε τον στρατό του σε δύο μέρη, το πρώτο κατευθύνθηκε ανατολικά απειλώντας την πόλη Φρέντερικσμπουργκ και το άλλο δυτικά να βρεθεί στα νώτα του Λή. Ο Λή φοβήθηκε αρχικά για το Φρέντερικσμπουργκ αλλά διαπίστωσε ότι οι Βόρειοι σταμάτησαν έξω από την πόλη χωρίς διάθεση να προχωρήσουν οπότε κατάλαβε ότι ήταν ένας αντιπερισπασμός.


Στη συνέχεια το ιππικό του Χούκερ επιτέθηκε στα νώτα του Λή, ξαφνιάζοντάς τον αλλά και μόνο στη θέα των λίγων Νότειων ιππέων που ήρθαν να σώσουν την κατάσταση ο Χούκερ προτιμά την τελευταία στιγμή να υποχωρήσει , νομίζοντας ότι κάτι κατάφερε. Ο Λη στηρίχτηκε σε πολλές υποθέσεις για να αναπτύξει το δικό του αντί-σχέδιο : χώρισε τον στρατό του σε τρία τμήματα, έθεσε το κεντρικό σε υποχώρηση τραβώντας τη μεγάλη δύναμη του Χούκερ στην πεδιάδα, έβαλε το δεξί του τμήμα κρυμμένο σε απόσταση περιμένοντας τις εξελίξεις και έστειλε το τρίτο με τον Τζάκσον να επιτεθεί στα νώτα του υπολοίπου του Χούκερ που στρατοπέδευε με την πλάτη στο άγριο δάσος της Γουίλντερνες. Ο Τζάκσον, εκτελώντας 24ωρη πορεία, πέρασε μέσα από το απάτητο δάσος και επιτέθηκε κατά το σούρουπο, όταν ο αντίπαλος στρατοπέδευε για τη νύχτα.

Η υποχώρηση των Βορείων ήταν τόσο γρήγορη και χαώδης ώστε παρέσυραν όλο τον υπόλοιπο στρατό σε φυγή προς τα εδάφη του Βορρά, ενώ το κέντρο του Χούκερ εγκλωβίστηκε ανάμεσα στο κεντρικό και δεξί τμήμα του Λη, δεχόμενο πυρά από δύο πλευρές. Ο Χούκερ αγνοώντας την γνώμη των διοικητών του ταξιάρχων Τζορτζ Μιντ και Τζον Ρέηνολτζ που ήθελαν να εξαπολύσουν μια νέα αποφασιστική επίθεση που δικαιολογούσε η αριθμητική τους υπεροχή , προτίμησε μια ατιμωτική υποχώρηση, εξαντλώντας μάλιστα και τη λίστα των στρατηγών που εντυπωσίαζαν τον Λίνκολν.


Ωστόσο, κατά τη στιγμή της προώθησης των Νοτίων, ο Τζάκσον, από τη μανία του να κυνηγήσει τον εχθρό του όσο μακρύτερα γινόταν, απομακρύνθηκε πολύ από τις γραμμές του και σταμάτησε όταν πια είχε πέσει το σκοτάδι. Στην επιστροφή προφανώς από σύγχυση εβλήθη από δικές του μονάδες και τελικά πέθανε σε λίγες μέρες. Αυτή ήταν η χειρότερη απώλεια για τον Λη στις μέρες που ακολούθησαν. Ο Λίνκολν μαθαίνοντας τα νέα είπε συντετριμμένος : "Πώς εξηγούν στον λαό ότι 130.000 πλήρως εξοπλισμένος στρατός το έβαλε στα πόδια κυνηγημένος από 60.000 ρέμπελους ; Κανείς πια δεν πιστεύει ότι ο πόλεμος αυτός μπορεί να τελειώσει σύντομα "

Γκέτυσμπεργκ (1-3 Ιουλίου 1863)

Ο θρίαμβος του Λη στο Τσάνσελορσβιλ ανέβασε μεν εξαιρετικά το ηθικό του Νότου , αλλά εκείνος όμως καταμετρούσε τις τελευταίες πια στρατηγικές του κινήσεις. Ο πρόεδρος του Νότου Ντέηβις στόχευσε σε έναν εκβιασμό της κατάστασης συνδυάζοντάς τον και με τα δρώμενα στην Ουάσινγκτον μετά το Τσάνσελορσβιλ. Ο Λίνκολν περνούσε τις χειρότερες στιγμές του και μερικοί κομματικοί του συνάδελφοι τον είχαν χαρακτηρίσει ως «καμένο χαρτί» για τις εκλογές του επομένου έτους.


Οι δημοκρατικοί της αντιπολίτευσης αναθάρρησαν και παρόλη την παρακολούθηση της αστυνομίας κατάφεραν να έρθουν σε συνεννόηση με τον Νότο για μια λύση στον πόλεμο. Ο εκπρόσωπος της νόμιμης αντιπολίτευσης Βαλλάντινγκαμ έβγαζε λόγους ενάντια στον πόλεμο, τον οποίο χαρακτήριζε «πόλεμο του Λίνκολν». Τότε η επίσημη στρατιωτική αστυνομία τον συνέλαβε και τον εξόρισε στον Καναδά - πράξη ενάντια στο σύνταγμα. Ο Λίνκολν ερωτηθείς αρχικά έκανε τον ανήξερο αλλά αργότερα δήλωσε ότι η πράξη αυτή δεν του φαινόταν σαν παράλογη σε καιρό πολέμου.

Η αναταραχή όμως ήταν μεγάλη και φαίνεται ότι οι πολιτικές ζυμώσεις ήταν υπερβολικά ζωηρές, αφού ο Ντέηβις διέταξε τον αντιπρόεδρό του Αλεξάντερ για μια μυστική αποστολή στην Ουάσινγκτον, με σκοπό να προτείνει ανακωχή στον Λίνκολν, συνδυάζοντάς την και με μια νέα εισβολή του Λη στον Βορρά για να πιέσει τα πράγματα. Την ίδια ώρα οι δημοκρατικοί αποφάσισαν να προωθήσουν τον Μακλέλαν στην προεδρική υποψηφιότητα για το 1864 και όλα έδειχναν ότι ο πολιτικός κόσμος είχε διαγράψει τον Λίνκολν, θεωρώντας πως αποτελούσε το μόνο εμπόδιο για να σταματήσει ο πόλεμος. Μόνο ο στρατός και όσοι βιομήχανοι και έμποροι κέρδιζαν από τον πόλεμο έδειχναν να τον υποστηρίζουν φανερά.


Τα νέα από το Βίσκμπουργκ έδειχναν ότι η πολιορκημένη πόλη δεν θα άντεχε πολύ στον κλοιό του Γκραντ, οπότε ο Λη αποφάσισε να επαναλάβει την εκστρατεία του Αντίεταμ βασισμένος στα πλάνα του Τσάνσελορσβιλ. Είχε πλήρη την αίσθηση ότι αυτή θα ήταν η μοναδική ευκαιρία του Νότου για να αλλάξει την σταδιακή αλλά βέβαια εξασθένησή του. Η υπόθεση ήταν κρίσιμη ακόμα και σε διεθνές επίπεδο: η Αγγλία έστειλε σαν μυστικό παρατηρητή της το συνταγματάρχη Αλεξάντερ — δεν πρόκειται για τον ομώνυμο αντιπρόεδρο του Νότου — με σκοπό να κρίνει αν ο Νότος όντως μπορούσε να μεταστρέψει την κατάσταση.

Είχαν προηγηθεί θερμά διπλωματικά επεισόδια μεταξύ Λονδίνου και Ουάσινγκτον, από τα οποία φάνηκε ότι η Αγγλία ήταν έτοιμη να εγκαταλείψει την ουδετερότητά της και να καταστήσει την παρουσία της εμφανή δίπλα στον Νότο, εξασφαλίζοντας έτσι τις αποικίες της στην Καραϊβική και τη ναυσιπλοΐα της στον κόλπο του Μεξικού, που έλεγχε ασφυκτικά ο αμερικανικός στόλος με τον αποκλεισμό του. Οι Λη και Ντέηβις γνώριζαν ότι ήταν η ύστατη στιγμή για την ανατροπή των ισορροπιών και ο Άγγλος συνταγματάρχης Αλεξάντερ περιελήφθη στο επιτελείο του Λη ως παρατηρητής της νέας εκστρατείας που θα πληροφορούσε την κυβέρνησή του για το στρατιωτικό δυναμικό του Νότου και τις πιθανότητες επικράτησής του.
 

Πολλά φάνηκαν να είναι υπέρ του Λη εκείνη την ώρα και κυρίως η σύγχυση στο επιτελείο του Βορρά μετά την αφαίρεση της διοίκησης από τον Χούκερ. Ο Λίνκολν δεν έψαξε αυτή την φορά για ένα νέο στρατηγικό ταλέντο αλλά εκλήθησαν οι υπάρχοντες αξιωματικοί που γι' αυτόν ήταν ασήμαντοι και δεύτερης κατηγορίας. Ο κλήρος έπεσε στον υποστράτηγο Τζορτζ Μιντ, άλλοτε αξιωματικό του μηχανικού που είχε διατελέσει παλιά υπό τον Λη και ο οποίος ήταν σοβαρός και λογικά επιφυλακτικός.

Ο ίδιος παραξενεύτηκε για την επιλογή του – «Περίεργο, εγώ δεν έχω κανένα μέσο στο επιτελείο», ήταν η πρώτη δήλωσή του - και αμέσως σχημάτισε την γνώμη ότι τον διάλεξαν μάλλον σαν εξιλαστήριο θύμα για την επόμενη αναμενόμενη ήττα του Βορρά. Παρόλο ότι υπήρχε παλαιότερος στην τάξη αξιωματικός στις δυνάμεις του, ο Τζον Ρέινολτζ, εκείνος και οι υπόλοιποι περί αυτόν, περιέβαλαν με εμπιστοσύνη τον Μιντ, τον οποίο αναγνώριζαν ως «καθαρό» χαρακτήρα και ήταν δυσαρεστημένοι με τις απανωτές αλλαγές διοίκησης αμέσως μετά από κάθε ήττα, πρακτική που είχε κακή επίδραση στο ηθικό του στρατού.


Ο Λη οργάνωσε ένα στρατό περίπου 80.000, μια εξαιρετική δύναμη για τον Νότο εκείνη την ώρα, με ένα έξοχο φρόνημα. Αν και αρκετοί περπατούσαν χωρίς υποδήματα και με ρούχα παρμένα από τους αιχμαλώτους του Βορρά, τρώγοντας μόνο άγουρο καλαμπόκι, η ιδέα ότι ήταν νικητές και βάδιζαν σε ένα νέο θρίαμβο τους έδινε φτερά. «Δεν υπάρχει τίποτα που να μην μπορούν να κατορθώσουν αυτοί οι φαντάροι, αν κανείς τους οδηγήσει σωστά», δήλωνε υπερήφανα ο Λη.

Το σχέδιο του Λη χρειάζονταν την απόλυτη κατανόηση και ευφυΐα των επιτελών του, πράγμα που δεν χρειάζονταν ειδικές εξηγήσεις σε ανθρώπους σαν τον Τζάκσον, ο οποίος όμως δεν ήταν πια στο πλευρό του. Ο Λη χώρισε τον στρατό σου σε τέσσερα μέρη και το αριστερό του τμήμα το εκκίνησε πίσω από την οροσειρά του Μπλου Ριτζ για να το αποκρύψει από τα μάτια του εχθρού, το μεσαίο και μικρότερο σε αριθμό πέρασε τον ποταμό του Ποτόμακ στο πιο στενό του σημείο χωρίς αντίσταση και το τρίτο ακολουθούσε από πίσω με διαφορά μιας μέρας. Το τέταρτο μέρος ήταν μια δύναμη 5.000 ιππέων υπό τον Στιούαρτ που θα έπαιρνε ένα εντελώς αντίθετο δρόμο από τα ανατολικά για να εντοπίσει τον Μιντ, που υπέθετε ότι θα κράταγε τις θέσεις του στα σύνορα, στο ποτάμι.


Έτσι σκόπευε να καθηλώσει τον εχθρό μακριά από τον αντικειμενικό του στόχο που ήταν πρώτα το κέντρο της Πενσυλβάνια και σε δεύτερη φάση η ίδια η Ουάσινγκτον. Όντως, στα τέλη Μαΐου 1863 είχε ήδη εισχωρήσει απαρατήρητος στον Βορρά και όδευε ανενόχλητος στο κέντρο του. Ο Μιντ όμως, εγκατέλειψε το ποτάμι και από ένστικτο άρχισε να ψάχνει τον εχθρό κοντύτερα σε στόχους ουσίας, στην ενδοχώρα. Η κίνηση εκείνη, αν και απαράδεκτη για το επιτελείο στην Ουάσινγκτον, ήταν μια από τις σωστές κινήσεις του Μιντ που μάλιστα άργησε να πληροφορηθεί ο Λη, γιατί παρόλο που ο Στιούαρτ το αντελήφθη περνώντας το ποτάμι, ήταν πολύ μακριά του για να τον ειδοποιήσει.

Ο Λη είχε δώσει σημείο συνάντησης και των τεσσάρων τμημάτων του το Χάρισμπουργκ, που διέθετε μια μεγάλη αποθήκη υλικού του Βορρά και ως τότε είχε απαγορεύσει μεμονωμένες μάχες με τον εχθρό. Το 1ο τμήμα κατάφερε να το φτάσει όταν από σύμπτωση συνάντησε ένα μικρό άγημα ιππικού. Ο Λη δεν γνώριζε τι ακριβώς υπήρχε πίσω από αυτούς τους άνδρες, αλλά το ιππικό του ήταν ακόμα μακριά για να του δώσει την οποιαδήποτε πληροφορία.


Ο Μιντ όμως έμαθε για τον Λη και προώθησε ένα τάγμα με σκοπό να τον παρακολουθεί. Μοιραία επήλθε η απρογραμμάτιστη σύρραξη με αυτό, χαλώντας τα σχέδια του Λη προς το παρόν και καθώς το 2ο τμήμα του εμφανίστηκε σύντομα η μάχη γενικεύτηκε. Ο Λη έδωσε εντολή για γενική εμπλοκή. Οι Βόρειοι, που αριθμητικά υστερούσαν μπροστά του, υποχωρώντας κατέληξαν σε ένα παραπλήσιο χωριό, το Γκέτυσμπεργκ.

Οι Βόρειοι είχαν απώλειες και οι στρατιώτες του Λη με τον ενθουσιασμό τους κέρδιζαν ολοένα έδαφος. Το απόγευμα της ίδιας μέρας κατέλαβαν το χωριό και σταμάτησαν μπροστά στους λόφους έξω από αυτό, εκεί που άρχιζε το κοιμητήριο της πόλης. Η νέα διάταξη των πραγμάτων σήμαινε αναθεώρηση του αρχικού σχεδίου του Λη, το οποίο ανεβλήθη για την επόμενη μέρα. Ο Μιντ, εν τω μεταξύ, έστελνε επειγόντως οποιαδήποτε δύναμη έβρισκε κοντά να ενισχύσει την λοφοσειρά έξω απ το Γκέτυσμπεργκ ενώ οι δυνάμεις του Λη κρατούσαν ολόγυρα τους πρόποδες.


Ο Λη αντιλήφθηκε ότι με λίγη προσπάθεια αυτοί οι λόφοι θα είχαν ήδη καταληφθεί αν οι αρχηγοί των μονάδων του έδειχναν περισσότερη πρωτοβουλία στην καταδίωξη του εχθρού και με λύπη αναγνώρισε ότι αυτό θα ήταν φυσιολογικό για έναν άνθρωπο με το πνεύμα του Τζάκσον, το οποίο δεν διέθεταν οι υπόλοιποι αρχηγοί των μονάδων του. Εν μέρει το σφάλμα ανήκει στον Λη, γιατί οι διαταγές του δεν ήταν εντελώς σαφείς για μια τέτοια εξέλιξη και ταυτόχρονα δεν ήταν γνωστό τι δυνάμεις είχε ο αντίπαλος στην πίσω μεριά του λόφου, αφού το ιππικό του παρέμενε πάντα μακριά για να του δώσει αναφορά.

Η στιγμή εκείνη πιθανόν καθόρισε και τη συνέχεια, γιατί όλο το βράδυ ο Μιντ κατάφερε να μαζέψει περίπου 55.000 άνδρες στρατό, ο οποίος εν τω μεταξύ οχυρωνόταν καλά. Ο ίδιος ο Μιντ , με πολύ διορατικότητα κατάλαβε ότι ο Λη σίγουρα θα παρέκαμπτε εκείνο το εμπόδιο για να ορμίσει προς την Ουάσινγκτον και για αυτό ετοίμαζε μια δεύτερη γραμμή αμύνης περίπου 20 χλμ πίσω από το Γκέτυσμπεργκ. Το ίδιο βράδυ μάζεψε τους διοικητές του και ζήτησε την γνώμη τους σαν ίσος προς ίσους για το αν θα κρατούσαν τους λόφους ή θα υποχωρούσαν σε κάποια άλλη θέση. Ο ταξίαρχος Τζ. Χάνκοκ που ήταν ο υπεύθυνος, του απάντησε: «Μένουμε και πολεμάμε», ενώ ο Μιντ το δέχτηκε σαν ευκαιρία να κερδίσει χρόνο.


Την 2η Ιουλίου ο Λη αποφάσισε μια επίθεση στα άκρα της γραμμής της λοφοσειράς που θεωρούσε λιγότερο δυνατά. Ο υπαρχηγός του αντιστράτηγος Τζ Λόνγκστρητ του υπέδειξε εκείνο που ο Μιντ πίστευε ότι θα σκεφτόταν ο Λη: υπερκέραση της όλης τοποθεσίας από τα δεξιά (το αριστερό της λοφοσειράς) στην ελεύθερη κοιλάδα και επιλογή ευνοϊκότερου μέρους στο οποίο θα παγίδευαν τον Χάνκοκ αν ήθελε να τους κυνηγήσει. Η «ιδέα Λόνγκστρητ» είναι παραπάνω από ευφυής αλλά ο Λη ξέρει ότι στο Ρίτσμοντ αναμένουν τα νέα του και μάλιστα ότι ο Αλεξάντερ με το γράμμα προς τον Λίνκολν είναι καθ' οδόν και θα του το δώσει στα χέρια αύριο. Ο Λή πιστεύει ότι αξίζει να ρισκάρει μια νίκη εκείνη την ώρα ώστε ο απόηχός της να ακουστεί στην Ουάσινγκτον και να κλονίσει τον Λίνκολν οπότε αποφασίζει γενική επίθεση.

Είναι αλήθεια ότι η ορμή των Νοτίων είναι πρωτοφανής και οι Βόρειοι φτάνουν στα όρια της αντοχής τους αλλά η καλή οργάνωση του Χάνκοκ έχει μετατρέψει τους λόφους σε καλό οχυρό ενώ το αριστερό του τμήμα που αμύνεται ο συνταγματάρχης Λ. Τσάμπερλαιν, το Λιτλ Ράουντ Τoπ, είναι μια βραχώδης ανηφόρα πολύ δύσκολη για το πεζικό. Στο άλλο άκρο τα οχυρώματα είναι πολύ γερά και δεν πέφτουν, ενώ στο Λιτλ Ράουντ Τoπ στην τρίτη τους επίθεση οι Νότιοι έρχονται σε μάχη σώμα με σώμα με τους άνδρες του Τσάμπερλαιν που μετράνε τα τελευταία τους φυσίγγια. Στην απελπισία του εκείνος διατάζει μια αναπάντεχη επίθεση με εφ όπλου λόγχη η οποία μετατρέπεται σε μια άτακτη φυγή από τα λίγα ζωντανά απομεινάρια ενός συντάγματος από την Αλαμπάμα. Στο τέλος της μέρας τα οφέλη του Λh είναι ασήμαντα ενώ ο Μιντ βρίσκει καιρό να κλείσει καλά τα κενά του.


Την 3η Ιουλίου οι Λη και Λόνγκστρητ διαπληκτίζονται σχετικά με το τι μέλει γενέσθαι. Ο Λη θέλει οπωσδήποτε μια νίκη, ξέρει ότι ο Αλεξάντερ θα συναντήσει σήμερα τον Λίνκολν και πιστεύει ότι αν τώρα χτυπήσει στο κέντρο θα αποφύγει τα ισχυρά άκρα δίνοντάς του τη νίκη που περιμένει. Αλλά έχει ήδη 20.000 απώλειες και δεν έχει τον καιρό σπουδαίων ανακατατάξεων στις δυνάμεις του που αν γίνουν θα πιάσει το βράδυ. Εκ των πραγμάτων μόλις φτάνει το 3ο του σώμα του οποίου ηγείται ο υποστράτηγος Τζ Πίκετ αποφασίζεται να τον στείλει με 15.000 να επιτεθεί για να πάρει τους λόφους.

Ο Λόνγκστρητ επιμένει στην παράκαμψη αλλά δεν πείθει. Είναι ήδη μεσημέρι και μέσα στο λιοπύρι ο Λη αρχίζει ένα σφοδρό κανονίδι στο κέντρο που όμως δεν προκαλεί σοβαρές απώλειες στις καλά οχυρωμένες σε χαρακώματα μονάδες του Χάνκοκ. Όταν οι δυνάμεις του Πίκετ απλώνονται στον άδειο χώρο που δεσπόζει μπροστά στο κέντρο οι Βόρειοι έχουν εύκολους στόχους για το δικό τους πυροβολικό. Πρόκειται για σφαγή αν και ένα σύνταγμα που οδηγεί ο γενναίος ταξίαρχος Λ. Άρμστηντ φτάνει τελικά τις γραμμές του Βορρά αλλά εξουδετερώνεται σε μάχη σώμα με σώμα και ο Άρμστηντ πέφτει βαριά λαβωμένος. Ήταν από παλιά πολύ φίλος του Χάνκοκ και είχαν χωρίσει με δάκρυα τον καιρό της απόσχισης για να βρεθούν αντιμέτωποι σαν εχθροί στους λόφους του Γκέτυσμπεργκ.


Το τέλος της τρίτης μέρας αφήνει και από τις δύο μεριές 56.000 νεκρούς στο πεδίο της μάχης αλλά οι Βόρειοι βλέπουν τον Λη τελικά να υποχωρεί. Οι απώλειες του Νότου είναι τέτοιες που η οποιαδήποτε συνέχεια στην εκστρατεία είναι αδύνατη ενώ ο Λη φοβάται πως έχοντας χάσει το πλεονέκτημα του αιφνιδιασμού ο Λίνκολν θα διατάξει να τον κυνηγήσουν με όλο το στρατό του Βορρά και υποχωρεί αλλά με τάξη περνώντας πίσω τον Ποτόμακ. Ο Μιντ σοφά αποφασίζει να μην αποπειραθεί μια διακινδυνευμένη καταδίωξη του Λη γιατί πρέπει πρώτα να ανασυνταχθεί και να σιγουρέψει την νίκη του. Τελικά αρχίζει την καταδίωξη με κάπου 2 μέρες καθυστέρηση αλλά ο Λη έχει διαφύγει.

Ο Λίνκολν που εν τω μεταξύ είχε πάρει το γράμμα του Ντέηβις κι ενώ βρισκόταν σε μαύρες σκέψεις παίρνει τα νέα από το Γκέτυσμπεργκ και η διάθεσή του αλλάζει αμέσως. Γνωρίζει τώρα ότι η μοίρα έχει προδιαγραφεί, είναι η δεύτερη σοβαρή αποτυχία του Νότου να πατήσει τον Βορρά και άρα οι φόβοι για το πολιτικό του μέλλον πρακτικά εξανεμίζονται όταν μάλιστα την επόμενη, στις 4 Ιουλίου, το Βίκσμπουργκ παραδίδεται στον Γκραντ. Την ίδια σχεδόν μέρα είχε συντελεστεί μια δραματική στροφή τόσο στο Ανατολικό όσο και στο Δυτικό μέτωπο.


Αλλά δεν έχει κανένα καλό λόγο για τον Μιντ. Τον κατηγορεί ότι άφησε τον Λη να ξεφύγει και τον ρίχνει σε έμμεση δυσμένεια, διατηρώντας τον σαν διοικητή της στρατιά του Ποτόμακ αλλά θέτοντάς τον υπό την διοίκηση του νεώτερού του Γκραντ χωρίς ποτέ να τον προάγει. Από αυτήν την κατάσταση τον διέσωσε αργότερα με προσωπική του επέμβαση ο ίδιος Γκραντ, όταν είχε ήδη γίνει αρχιστράτηγος των ΗΠΑ.

Μερικές μέρες αργότερα όταν τιμώνται οι νεκροί της μάχης ο Λη εκφωνεί τον περίφημο και ιστορικό για τους Αμερικανούς «Λόγο του Γκέτυσμπεργκ». Το ύφος, η δύναμη και ο λυρισμός του λόγου είναι αξιοσημείωτα αλλά η τελευταία του φράση φαίνεται να κλείνει το πραγματικό νόημα για τον Λίνκολν: «...Μια κυβέρνηση, απ τον λαό, με τον λαό, για τον λαό να μην χαθεί...». Όσο για την αναφορά του στην ελευθερία των ατόμων δεν μπορούμε να τη συνδέσουμε με την ελευθερία των νέγρων απλά και μόνο γιατί μετά από εκείνη την μάχη τίποτα υπέρ των νέγρων δεν ανακοίνωσε, παρόλο που ακόμα πιεζόταν να εξαλείψει ολοσχερώς τη δουλεία , παρόλα αυτά δεν το αποτόλμησε.


Το Γκέτυσμπεργκ αποτέλεσε πραγματικό σταθμό στον πόλεμο εκείνο, αντίστοιχο του Στάλινγκραντ ή του Ελ Αλαμέϊν για τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο

Οι Μάχες της Τσικαμάουγκα και Τσατανούγκα (Σεπτέμβριος - Οκτώβριος 1863)

Ο Βορράς ενθαρρυμένος από την υποχώρηση των Νοτίων αποφάσισε να χτυπήσει τα υπολείμματα του Λη μέσα στα ίδια του τα εδάφη, χτυπώντας ταυτόχρονα στο Ανατολικό και Δυτικό μέτωπο, λογαριάζοντας σωστά, ότι η αριθμητική του υπεροχή σε ένα πόλεμο συνεχούς φθοράς του αντιπάλου θα έπρεπε να φέρει σημαντικά αποτελέσματα. Και πράγματι έτσι έγινε αλλά όχι τόσο γρήγορα όσο θα περίμενε κανείς και ειδικά ο Λίνκολν που χρειαζόταν απαραίτητα μια σημαντική νίκη για να ενισχύσει την εντύπωση ότι το τέλος του Νότου είναι προ των πυλών.


Η επόμενη εκστρατεία, τον Σεπτέμβριο του 1863, κατευθύνθηκε στην δασώδη περιοχή της Τσικαμάουγκα υπό την αρχηγεία του υποστράτηγου Ρόουζκρανς με δύναμη 65.000 ανδρών και στόχο τα νώτα του Ρίτσμοντ. Αν και ο Νότος διέθετε για εκεί μόνο 30.000 στρατό ο Λη ενίσχυσε έκτακτα με μεταφορά μέσω τραίνων από άλλα σημεία του Νότου την εκεί δύναμη υπό τις διαταγές του Υποστράτηγο Μπράξτον Μπράγκ, φτάνοντας τον ίδιο αριθμό με τον αντίπαλό του.

Στις 20 Σεπτεμβρίου οι δύο στρατοί στριμωγμένοι μέσα σε εκείνη την περιοχή που δεν επέτρεπε ελιγμούς η μάχη εξελίχθηκε σε μια στατική κατάσταση που προκαλούσε ισάριθμα θύματα χωρίς καμία εξέλιξη. Την λύση έδωσε η εμφάνιση του υποστράτηγου Τζ. Λόνγκστρητ που εφάρμοσε εκείνο που δεν τον είχε αφήσει να κάνει ο Λη στο Γκέτυσμπεργ : επιτέθηκε με 4 τάγματα στο δεξί άκρο της γραμμής του εχθρού πετυχαίνοντας τελικά την πλήρη διάσπαση του αντιπάλου. Η Βόρεια υποχώρηση σταμάτησε στην Τσατανούγκα μόνο μετά την άφιξη ενισχύσεων. Αν και θεωρήθηκε καθαρά μια Νότια νίκη, ωστόσο ο αριθμός των απωλειών, 18.000 εκατέρωθεν, ήταν ένα βάρος που ο Νότος ειδικά δεν μπορούσε να σηκώσει πλέον.


Ο Λίνκολν επέρριψε και πάλι την ευθύνη στον υπεύθυνο στρατηγό και αποφάσισε να χρησιμοποιήσει τον καλλίτερο εκ των πραγμάτων διοικητή του, τον ίδιο τον Γκραντ, που εγκαταλείπει το Δυτικό Μέτωπο για να συνεχίσει τον πόλεμο στο Ανατολικό, αντίπαλος του Λη, ως το τέλος του πολέμου. Μια παράλληλη επιλογή του ήταν η ανάθεση του Δυτικού μετώπου στον υπαρχηγό του Γκραντ, ταξίαρχο Τεκάμσε Σέρμαν – μια επιλογή με πολύ σημασία για την συνέχεια. Ο Μπραγκ αρκέστηκε στο να περικυκλώσει τον εχθρό και να κόψει τον εφοδιασμό του αναμένοντας να τον εξαντλήσει με το πέρασμα του χρόνου.

Όταν ο Γκραντ έφτασε στην Τσατανούγκα, στις 23 Οκτωβρίου 1863, βρήκε τον στρατό των Βορείων πρακτικά περικυκλωμένο και σε κατάσταση πείνας. Κατάλαβε ωστόσο ότι η τακτική του Τζόνστον είχε ουσιαστικά τελματώσει την κατάσταση και στα δύο στρατόπεδα σαν σε μια μάχη χαρακωμάτων και αποφάσισε μια αιφνιδιαστική επίθεση στις θέσεις του εχθρού που πέτυχε απόλυτα στις 27 του μήνα. Η έκπληξη εκείνη προκάλεσε ένα φαινόμενο χιονοστιβάδας στον Νότο που δεν περίμενε εκείνη την εξέλιξη. Την λύση προσπάθησε να δώσει και πάλι ο Λόνγκστρητ, ο οποίος έστειλε μέρος του στρατού του να βοηθήσει τον Μπραγκ ενώ με το υπόλοιπο δημιούργησε ένα αντιπερισπασμού στα ανατολικά ενάντια στο Κνόξβιλ.


Αλλά διαπιστώθηκαν πολλές ελλείψεις στις πληροφορίες που είχε για τις θέσεις του εχθρού και πρόσθετα, ο άσχημος χαρακτήρας του Μπραγκ που αντιπαθούσε τον Λόνγκστρητ, επέφερε μια ασυνεννοησία στην οργάνωση του όλου σχεδίου. Τελικά καμία κίνηση των Νοτίων δεν τελεσφόρησε και μετά από κάπου 50 μέρες συγκρούσεων με σοβαρές απώλειες για τον Νότο, αποφασίστηκε υποχώρηση στα εδάφη της Τζόρτζια και της Βιρτζίνια, αφήνοντας τον Γκράντ κύριο του πεδίου.
Το 1863 έκλεινε, με τον Νότο να έχει χάσει τα μισά από τα εδάφη του και προσπαθώντας να κερδίσει χρόνο. Ο Βορράς άρχισε ήδη να βλέπει το αποτέλεσμα της δύναμής του και αποκτούσε τον αέρα του νικητή για πρώτη φορά, αλλά η τελική κάμψη και υποταγή του Νότου δεν ήταν ακόμα μια ορατή προοπτική για το άμεσο μέλλον

Γεγονότα του 1864

Το έτος του 1864 παρουσίασε ένα ξεχωριστό ενδιαφέρον κυρίως γιατί θα προετοίμαζε την κοινή γνώμη του Βορρά για τις επόμενες προεδρικές εκλογές του Νοέμβρη, στις οποίες παιζόταν το πολιτικό μέλλον του Λίνκολν. Οι Δημοκρατικοί του Βορρά έγιναν τώρα περισσότερο δυναμικοί υπό την ηγεσία του Μακλέλαν , στον οποίο έδωσαν το χρίσμα του υποψηφίου προέδρου με το σύνθημα της συνεννόησης με τον Νότο για μια ανακωχή και συζήτηση για ειρήνη. Το 60% του Βορρά πίστευε ότι η εξάλειψη του Λίνκολν θα ήταν αρκετή για να σταματήσει ο πόλεμος και ακόμα και πολλοί Ρεπουμπλικάνοι από το κυβερνών κόμμα πίστευαν επίσης το ίδιο.


Ο Νότος έκρινε ότι ήταν μια μεγάλη ευκαιρία να κερδηθεί χρόνος με μια πεισματική άμυνα που θα κρατούσε τον πόλεμο για ακόμα ενάμιση χρόνο, αποδεικνύοντας ότι μόνο μια συνθήκη ανακωχής θα έλυνε το πρόβλημα , κάτι που ουσιαστικά συνέπιπτε και με τον αρχικό του σκοπό, δηλαδή την αναγνώριση ενός ξεχωριστού κράτους. Ο Λίνκολν που καταλάβανε τον κίνδυνο προσπαθούσε να τελειώσει τον πόλεμο μια ώρα αρχύτερα με σκοπό να είναι ήδη νικητής πριν τις επόμενες εκλογές, οπότε η πολιτική δικαίωσή του θα φαινόταν πλήρης.

Η Μάχη στον Ερυθρό Ποταμό (Απρίλος-Μάϊος 1864)

Ο Γκραντ αναλύοντας συστηματικά τον εχθρό του εντόπισε το μαλακό υπογάστριο του Νότου στα παράλια μέρη που βρίσκονται στον Κόλπο του Μεξικού στον άξονα Τενεσή, , Μόμπαϊλ, Τζόρτζια κι αποφάσισε να δώσει έμφαση στην περικύκλωσή τους. Στη συνέχεια σκόπευε να κινηθεί ενάντια στις Καρολίνες αποκόπτοντας τον Νότο από τις περιοχές σιτισμού του. Ήταν μια πολύ σωστή τακτική που βασίζονταν στο γεγονός ότι ο Λη οχύρωνε συστηματικά την περιοχή γύρω απ το ανατολικό μέτωπο κι ήξερε πόσο δύσκολος θα ήταν ένας στατικός πόλεμος χαρακωμάτων. Αντίθετα οι παράλιες περιοχές ήταν περισσότερο βολικές για κινήσεις ελιγμών και ανάπτυξη μεγάλων δυνάμεων.


Αλλά ο Λίνκολν επενέβη και πάλι διατάζοντας η όλη προσπάθεια να ριφθεί ενάντια στο Τέξας το οποίο φαινόταν αποκομμένο από τον υπόλοιπο Νότο και του οποίου η πτώση θα είχε , κατά την γνώμη του, πολύ σημαντική πολιτική απήχηση , έχοντας καταλάβει την μεγαλύτερη σε έκταση περιοχή του αντιπάλου του. Ο Γκραντ αναγκάστηκε έτσι να αποσύρει δυνάμεις και από τα δύο μέτωπα για να οργανώσει μια έκτακτη εκστρατεία την οποία ανάθεσε ο Λίνκολν στον υποστράτηγο Νατάνιελ Μπανκς, αν και με μια περιορισμένη δύναμη κάπου 20000 στρατιωτών.

Το όλο σχέδιο απαιτούσε να διασχίσουν τα στρατεύματα του Βορρά τους πολλούς παραποτάμους του Μισισσιπή που όμως με τα τότε μέσα απαιτούσε πολύ τεχνική οργάνωση και βαθύτερα νερά , πράγμα που συνέβαινε κατά τις αρχές Απριλίου όταν τα χιόνια του Καναδά – που τροφοδοτούν με νερό την περιοχή- θα άρχιζαν να λιώνουν. Έτσι οι περιοχές γύρω από το Ρίτσμοντ έμειναν ήσυχες όλο το φθινόπωρο του 1864 , πράγμα που έδωσε την ευκαιρία στον Λη να στείλει βοήθεια για να χτυπηθούν οι δυνάμεις του Μπανκς, υπό τον υποστράτηγο Ερβιν Κέρμπυ Σμιθ, με 16000.


Ο Μπανκς ζήτησε ενισχύσεις στις αρχές Απριλίου , οπότε ο Γκραντ αναγκάστηκε να απογυμνώσει τις δυνάμεις του Σέρμαν για να φτάσει ο Μπανκς τους 30.000 στρατιώτες αλλά υπόδειξε στον Μπανκς πως η επόμενη κίνησή του Σέρμαν να πάρει την Ατλάντα , απαιτούσε η εκστρατεία εκείνη να τελειώσει μέσα στις επόμενες 20 μέρες. Πιεζόμενος ο Μπανκς αναγκάστηκε να επιταχύνει υποπίπτοντας φυσικά σε σφάλματα. Προσπάθησε να κάνει μια επιδρομή με κάπου 24000, ενάντια στον Κέρμπυ Σμιθ, για να τον εξουδετερώσει προτού εκείνος του επιτεθεί πρώτος, αλλά ο Νότιος στρατηγός είχε διαλέξει καλό έδαφος για την άμυνα του.

Μέσα σε 2 ώρες οι Βόρειοι είχαν υποστεί βαριές απώλειες και ετρέποντο σε φυγή που σταμάτησε κάπου 9 μίλια στα μετόπισθεν. Αλλά η απειλή για το Τέξας δεν είχε εξαλειφθεί και ο υφιστάμενος του Νότιου στρατηγού , ταξίαρχος Ρίτσαρντ Τέϋλορ , που ηγείτο της επίθεσης αποφάσισε να ανανεώσει την επίθεση σχεδόν αμέσως βάζοντας σε αδιάκοπο βάδην τους κατάκοπους άνδρες του με σκοπό να επιτεθεί ξανά τα μεσάνυκτα της 9ης Απριλίου στην τοποθεσία Πλέζαντ Χιλ. Φυσικό ήταν η επίθεση να χάσει γρήγορα την ορμή της χάνοντας και την συνοχή της γραμμής της , οπότε ο Τέϋλορ άρχισε να μετράει σημαντικές απώλειες.


Αλλά δυστυχώς για τον Μπάνκς και οι δικές του δυνάμεις έχασαν την συνοχή τους και η κατάσταση περιέπεσε σε ένα ρυθμό καθημερινών αψιμαχιών ώσπου τελικά στις 22 Μαΐου ο Μπανκς καταλαβαίνοντας ότι η όλη υπόθεση είχε χάσει το νόημά της , ζήτησε να αποσυρθεί , αναγκασμένος να δεχτεί την επίπληξη του Γκραντ και την αποδοκιμασία του Λίνκολν.

Ανατολικό Μέτωπο

Η Επιδρομή του Έρλυ στην Ουάσινγκτον. Η Μάχη της Σεναντόα (Ιούνιος-Σεπτέμβριος 1864)


Ο Λη προσπαθώντας να εξασθενήσει την πίεση στο Τενεσσή και την Ατλάντα στέλνει τον ταξίαρχο Τζούμπαλ Έρλυ να απειλήσει την Ουάσινγκτον σε μια αποστολή εντυπώσεων. Ο Έρλυ διαθέτει μόνο 14000 στρατό κι αυτό δεν ανησυχεί τον Γκραντ που ξέρει ότι μια τέτοια δύναμη στο Γκέτυσμπεργκ δεν μπόρεσε καν να πάρει ένα λόφο την ώρα που η πρωτεύουσα διαθέτει τις καλλίτερες οχυρώσεις.


Αλλά ο πανικός του Λίνκολν υποχρεώνει και αυτόν και τον Σέρμαν να αποσπάσουν μέρος από την δύναμή τους, πράγμα που τουλάχιστον επιβραδύνει την πορεία του Σέρμαν για την Ατλάντα. Στις 27 Ιουνίου ο Έρλυ κατατροπώνει την αντίσταση της φρουράς στον Ποτόμακ και περνάει το ποτάμι στις 5 Ιουλίου, στο Μέρυλαντ. Οι ενισχύσεις του Γκραντ αντιμετωπίζουν τον Έρλυ στις 9 Ιουλίου αλλά ηττώνται στα πρόθυρα της Βαλτιμόρης και ο Ερλυ στις 11 Ιουλίου φτάνει στα οχυρώματα της Ουάσινγκτον.

Εκεί όμως δεν μπορεί να εντοπίσει κάποιο αδύνατο σημείο και στις 23-24 Ιουλίου τον βρίσκουν οι ενισχύσεις του Σέρμαν . Στην μάχη που ακολουθεί ο Έρλυ απωθεί τον εχθρό και τελικά φτάνει στην πόλη του Τσάμπερσμπουργκ , στις 30, την οποία πυρπολεί σαν αντίποινα για την παρόμοια τύχη των Νοτίων πόλεων που έπεσαν στα χέρια των Βορίων. Στη συνέχεια όμως παίρνει τον δρόμο του γυρισμού προς τον Νότο μέσα από την κοιλάδα της Σεναντόα. Ο Γκραντ τότε οργανώνει μια δύναμη υπό τον ταξίαρχο Σέρινταν και την αποστέλλει σε καταδίωξη του Έρλυ.


Ο Λη στέλνει σημαντικές ενισχύσεις στον Έρλυ , κάπου 25000 , πράγμα που κάνει τώρα τον Σέρινταν πολύ διστακτικό και χάνει κάπου 5 βδομάδες απλώς με το να τον παρακολουθεί. Ο Λη βλέποντας ότι οι δυνάμεις του εκεί τελικά δεν πετυχαίνουν τίποτα σπουδαίο ενώ είναι πολύ απαραίτητες αλλού ανακαλεί την βοήθεια στον Έρλυ και τότε ακριβώς ο Σέρινταν αποφασίζει να προσεγγίσει τον αντίπαλο ο Έρλυ όμως καλλίτερα πληροφορημένος για τις θέσεις του αντιπάλου τον αιφνιδιάζει με μια επίθεση μέσα στο σκοτάδι πριν τα χαράματα της 19 Οκτωβρίου στο Τσένταρ Κρηκ.

Ο Σέρινταν υποχωρεί με το πεζικό αλλά το δυνατό ιππικό του από 10.000 που οδηγεί ο μετέπειτα θρυλικός ταξίαρχος Αρμ. Κάστερ, καθώς δεν συναντά σημαντική αντίσταση απ το στοιχειώδες αντίπαλο ιππικό, καταφέρνει να φτάσει στα νώτα του Έρλυ και να αποδιοργανώσει εντελώς την συνοχή του οδηγώντας τον σε άτακτη υποχώρηση διασώζοντας τελικά μόνο 2000 από την αρχική του δύναμη. Από τότε πρακτικά ο Βορράς εξασφάλισε την ανεμπόδιστη παρουσία του στην κοιλάδα της Σεναντόα.


Δυτικό Μέτωπο

Η πτώση της Ατλάντα (2 Σεπτεμβρίου 1864)


Ο πρόεδρος του Νότου Ντέηβις , άρχισε εν τω μεταξύ να διέρχεται μια πολιτική κρίση από το μέρος των υπολοίπων πολιτειών. Η συμπτωματική απομάκρυνση της απειλής για το Τέξας, δεν μπορούσε να κρύψει το ότι ο Γκραντ σκόπευε να εισβάλει στα ενδότερα του Νότου και μάλιστα με πολύ σημαντικές δυνάμεις. Έτσι, η αρχική πρόθεση του Νότου να κρατήσει μια μακριά άμυνα άλλαξε σε μια αναζήτηση μιας γρήγορης νίκης που θα έδινε την εντύπωση ότι ο Νότος μπορούσε να υποστηρίζει αποτελεσματικά τα εδάφη του.


Ήταν μια ιδέα που δεν ενέκρινε ο Λη αλλά ο Ντέηβις έδωσε την αρχηγία στον αρχιστράτηγο Τζόζεφ Τζόνστον για να χτυπήσει τον Σέρμαν στο Τενεσή. Ο Τζόνστον ήταν καλός οργανωτής και αρκετά σύμφωνος στο πνεύμα με τον Λη και, μιας και υστερούσε σε αναλογία δυνάμεων 1:2 με τον αντίπαλό του, παρακολουθούσε τον Σέρμαν σε απόσταση, περιμένοντας κάποια κατάλληλη στιγμή να του επιφέρει σημαντικά πλήγματα. Αλλά έτσι απλά καθυστερούσε την προέλαση του αντιπάλου του προς την Ατλάντα, αποφεύγοντας την θεαματική αναμέτρηση που περίμενε ο Ντέηβις. Απελπισμένος όμως κι ο Σέρμαν για την καθυστέρηση, στις 14 Ιουλίου αποφάσισε μια μετωπική επίθεση στην τοποθεσία Κένεσω Μάουντεν.

Αλλά μετά από μια 2ωρη μάχη άφηνε 2.000 νεκρούς πίσω του ενώ ο Τζόνστον είχε χάσει μόνο 300, ήταν η πιο 'οικονομική' νίκη ποτέ του Νότου. Ο μεν Τζόνστον πίστευε ότι είχε αποδείξει έμπρακτα την τακτική του, αλλά ο Ντέηβις ζήτησε την αντικατάστασή του με τον υφιστάμενό του ταξίαρχο Τζον Μπελ Χουντ, έναν φλεγματικό στρατιωτικό που πίστευε με έπαρση στις κατά μέτωπο αναμετρήσεις. Στις 22 Ιουλίου μετά από μια πολύ θεαματική όσο και άσχημα υπολογισμένη έφοδο αναγκάζεται σε υποχώρηση χάνοντας 4.800 άνδρες.


Στις 28 του μήνα την επαναλαμβάνει, εισπράττοντας άλλες 5.000 απώλειες, έχοντας χάσει συνολικά κάπου 12.000 από τότε που είχε αναλάβει την αρχηγία, έναντι μόνο 3.400 του Σέρμαν. Στις 30 Ιουλίου αποφάσισε ότι οι κατά μέτωπο επιθέσεις του δεν έδιναν κανένα αποτέλεσμα και γύρισε να καλυφθεί στα οχυρά της Ατλάντα, την πρωτεύουσα της πολιτείας της Τζόρτζια. Αλλά ο Σέρμαν δεν σκόπευε να βρεθεί μπροστά στα οχυρά της πόλης και να πάθει μια μοιραία μακρόχρονη καθίζηση για αυτό και όρμησε να καταστρέψει το κάθε μέσο και δρόμο που θα έβρισκε ο Χουντ στην επιστροφή του.

Μετά από ένα μήνα συνεχών απωλειών ο Χούντ συνέχιζε ουσιαστικά να εξασθενεί και καταλαβαίνοντας ότι δεν μπορούσε καν να κρατήσει την πόλη διέταξε την εκκένωση της. Αρχικά οι Νότιοι έβαλαν φωτιά σε αποθήκες υλικού λόγω της βιαστικής υποχώρησης τους αλλά μέσα στον χαλασμό που ακολούθησε και καθώς ο Σέρμαν ορμούσε στην πόλη οι φλόγες έπνιξαν την Ατλάντα από παντού και απόμεναν την άλλη μέρα μόνο λίγα αποκαΐδια να θυμίζουν την άλλοτε πάμπλουτη πρωτεύουσα της Τζόρτζια.


Στις 2 Σεπτεμβρίου ο Σέρμαν τηλεγραφούσε στον Λίνκολν : «Η Ατλάντα είναι δική μας και την κερδίσαμε δίκαια». Ο Λίνκολν καταχάρηκε που η νίκη εκείνη ήρθε στην πιο κατάλληλη στιγμή, βρίσκοντας μάλιστα την ευκαιρία να κάνει μια θριαμβευτική επίσκεψη στην πόλη όπου οι νέγροι δούλοι τον υποδέχονται σαν σωτήρα : με βάσει την Διακήρυξη της Χειραφέτησης αυτοί τουλάχιστον δικαιωματικά θεωρούνται ελεύθεροι.

Η Πορεία του Σέρμαν προς την Θάλασσα

Η Τακτική της Καμμένης Γης


Στρατηγός Σέρμαν: Ο πρώτος εγκληματίας πολέμου, εμπνευστής του «ολοκληρωτικού πολέμου» και της «καμμένης γης».
 

Η επιτυχία του Σέρμαν να καταλάβει την πολιτεία της Τζόρτζια αλλά ίσως και το θέαμα της ολοσχερώς κατεστραμμένης Ατλάντα ενέπνευσαν στον Σέρμαν την τακτική του για την συνέχεια της εκστρατείας του. Παρά την προφανή κάμψη του Νότου που εξαντλούσε τις τελευταίες του δυνάμεις ήταν φανερό ότι το φρόνημα των στρατιωτών του παρέμενε πάντα πεισματικό και ποτέ ως τώρα δεν υπήρξε καμία ένδειξη για παράδοση και κατάθεση των όπλων - ήταν ολοφάνερο ότι ο Νότος πολεμούσε κυριολεκτικά για το ίδιο του το σπίτι.

Ο Σέρμαν διείδε ότι ο κοινός πολίτης του Νότου αν και μακριά από το πεδίο της μάχης υπήρξε ωστόσο ο συστηματικός τροφοδότης του στρατού και ο απόλυτος ηθικός συμπαραστάτης του. Έτσι αποφάσισε να καταστρέφει , καίει και λαφυραγωγεί αδιακρίτως οτιδήποτε έπεφτε στα χέρια του. Ιστορικά μερικοί τον ονομάζουν σαν τον πρόδρομο του ολοκληρωτικού πολέμου, άλλοι δικαιολογώντας τις μεθόδους του αν και δέχονταν ότι ποτέ η αμερικάνικη γη δεν γνώρισε μια τέτοια καταστροφή κι άλλοι κατηγορώντας τον ότι όλα αυτά ήταν προϊόν της προσωπικής του ψυχικής αρρώστιας.


Πράγματι ο Σέρμαν βρέθηκε στον στρατό διακόπτοντας μια πολιτική ζωή τραπεζίτη και δικηγόρου στην Καλιφόρνια που τον είχε γεμίσει πτώχευση, απογοήτευση ,αποτυχίες και άγχος που κατέληγε σε κρίσεις καταθλίψεως. Όταν τον ρώτησαν κάποτε πως κατάφερε και συνεργάστηκε αρμονικά με τον Γκράντ , απάντησε : ‘Μου συμπαραστεκόταν στις δικές μου ψυχικές κρίσεις κι εγώ στις δικές τις αλκοολικές’. Αλλά η επιλογή του ήταν απόλυτη και συνειδητή : ‘Ο πόλεμος είναι απάνθρωπος και δεν υπάρχει άλλος τρόπος να τον ονομάσεις’ , έλεγε. Όσο για τις λαφυραγωγίες που μερικοί ιστορικοί αμφισβήτησαν εκ των υστέρων ο ίδιος ο Σέρμαν είχε πει σαρκαστικά σε ένα χωρικό που του παραπονέθηκε πως οι στρατιώτες του κατέκλεψαν τα πάντα εκτός από το γαϊδούρι στο οποίο ήταν καβάλα : ‘Αδύνατον , δεν μπορεί να ήταν οι δικοί μου στρατιώτες γιατί έχουν διαταγή να μη σου αφήσουν ούτε καν κι αυτό το ένα που έχεις’.


Η πορεία του προς τις ανατολικές ακτές άφησε καθαρά το κατάμαυρο ίχνος της από όπου περνούσε ο Σέρμαν. Η συνολική εκείνη οικονομική καταστροφή εκτιμήθηκε σε 100.000.000 δολάρια της τότε εποχής , όπου το τότε δολάριο είχε κάπου 20πλάσια αξία σε σχέση με τα σημερινά δεδομένα. Τελικά ωστόσο φαίνεται ότι υπήρξε εν μέρει αποτέλεσμα στο ότι ο Νότιος που πολεμούσε για να διασώσει την οικονομική του κατάσταση με αυτόν τον πόλεμο , έβλεπε τελικά ότι εισέπραττε την καταστροφή χωρίς να σώζει τίποτα. Μοιραία όμως σε τέτοιες στιγμές πάντοτε μια άλλη μερίδα του λαού χαλυβδώνεται από την οργή της και πολεμάει απλά και μόνο για να μπορεί να αντιστέκεται αδιαφορώντας για τις καταστροφές.

Επανεκλογή Λίνκολν (8 Νοεμβρίου 1864)

Κατά την διάρκεια εκείνου του έτους, στο πολιτικό μέτωπο ο Λίνκολν ήταν αρκετά απασχολημένος. Δεν ανέβαλε τις εκλογές παρά την κατάσταση του πολέμου, αλλά οι προοπτικές έλεγαν ότι οι Δημοκρατικοί και ο Μακλέλαν είχαν απήχηση στο μεγάλο κοινό ενώ ο Λίνκολν είχε αποβεί μια 'απευκταία' μορφή. Αλλά ο Λίνκολν ήταν σίγουρα πολύ πιο έξυπνος πολιτικός από τον Μακλέλαν και με ευφράδεια επιτέθηκε πολύμορφα στην αντίπαλη παράταξη.


Κατ αρχάς ήξερε ότι αρκετοί στο δημοκρατικό στρατόπεδο είχαν και αυτοί ωφεληθεί οικονομικά από τον πόλεμο οπότε άμβλυνε την αρχική εντύπωση του Μακλέλαν που ήθελε να δώσει ειδικό βάρος στα προβλήματα της οικονομίας από τον πόλεμο. Την ίδια ώρα προκάλεσε τον αντίπαλό του στο να δηλώσει πως φαντάζονταν το τέλος του πολέμου και εκεί ο Μακλέλαν έκανε το τελευταίο του τακτικό λάθος : αναγκάστηκε να ομολογήσει δημόσια ότι και εκείνος επιζητούσε η ανακωχή να ακολουθήσει μια προηγούμενη στρατιωτική νίκη στο πεδίο της μάχης, πράγμα που εξουδετέρωσε το επιχείρημά του για άμεση κατάπαυση του πυρός. Πονηρά δε ο Λίνκολν ειδικά σε εκείνες τις εκλογές άλλαξε μάλιστα και το όνομα του κόμματος από Ρεπουμπλικανικό σε Κόμμα της Ένωσης , για να τραβήξει 'ηχητικά' ψήφους από τον αντίπαλο.


Αλλά επειδή και πάλι ο κοινός λαϊκός ψηφοφόρος είχε καταφοβηθεί από το αίμα του πολέμου ο Λίνκολν αναγκάστηκε και σε ένα έκτακτο (και αντισυνταγματικό) μέτρο. Μελέτησε τις περιοχές που εκλογικά ήταν αδύνατος και σε συνεννόηση με το Υπουργείο Αμύνης επέτρεψε επιλεκτικά ορισμένοι στρατευμένοι επί θητεία, να πάνε να ψηφίσουν σαν απλοί πολίτες στις περιφέρειες που ο Λίνκολν ήθελε ενίσχυση - δικαίωμα πάντως που δεν δόθηκε σε άλλους στρατευμένους άλλων μονάδων και περιοχών. Η τελική εκλογική του νίκη με 55% της λαϊκής ψήφου (ΣΗΜ : πήρε πάνω από 70% στους ψήφους του στρατού και κάπου το 48% των πολιτών) του ανανέωσε την εκλογική θητεία σβήνοντας και τις τελευταίες τυχόν ελπίδες του Νότου για κάποιο πολιτικό διακανονισμό.

Η Πτώση του Νότου (Απρίλιος 1865)

Ο Σέρμαν στις 12 Νοεμβρίου 1864 αφήνει την Ατλάντα και ξεκινάει μια πορεία για την Σαβάνα. Οι Νότιοι διαθέτουν μόνο 10.000 στρατό και 3000 ιππείς να παρατάξουν απέναντι στις 70.000 του Βόρειου στρατηγού. Αναγκάζονται να εκκενώσουν την πόλη που οι κάτοικοι της έβλεπαν να ζώνουν οι φλόγες κι ο Σέρμαν την αφιερώνει σαν χριστουγεννιάτικο δώρο στον Λίνκολν ο οποίος μένει ιδιαίτερα ικανοποιημένος από τον επιθετικό αυτόν στρατηγό του. Ταυτόχρονα στην διαδρομή του Σέρμαν , χάνονταν για τον Νότο οι φυτείες από το καλαμπόκι και το φιστίκι αποστερώντας τον έτσι από το φυσικό του περιβόλι οπότε η πείνα εγκαθίσταται από τότε μόνιμα πλέον στην άλλοτε γη της χλιδής.


Παρά τον άσχημο χειμώνα ο Σέρμαν συνέχισε τώρα να εισβάλλει στην Νότια Καρολίνα , την πρώτη πολιτεία που αποσχίστηκε από τις ΗΠΑ. Στις 17 Φεβρουαρίου 1865 ο Σέρμαν έμπαινε στην πόλη κατακαίγοντας τα 2/3 των σπιτιών της. Φτάνοντας ήδη τον Ατλαντικό άρχισε τώρα μια βόρεια πορεία κλείνοντας τον κλοιό για τον Νότο. Πρακτικά το ανατολικό και δυτικό μέτωπο έτειναν να ενωθούν διαιρώντας τον Νότο σε δύο θύλακες, τον βόρειο που ήταν το Ρίτσμοντ με τον Λή και τον νότιο στα σύνορα της Βόρειας Καρολίνας υπό τον Τζόνστον. Συνολικά ο Νότος δεν μπορούσε να παρατάξει συνολικά πάνω από κάπου 30.000 στρατό έναντι στις κάπου 550.000 που αριθμούσε εκείνη τη στιγμή ο Βορράς.

Στις 4 Μαρτίου 1865 ο Λίνκολν αναλαμβάνει καθήκοντα στον Λευκό Οίκο αλλά ο λόγος του τώρα περιέχει ένα εντελώς διαφορετικό περιεχόμενο. Δεν υπάρχουν επιχειρήματα υπέρ του πολέμου, ούτε αγορεύσεις για ηθικούς λόγους που τον δικαιολογούν. Τα πάντα δείχνουν ότι ο Λίνκολν επιζητεί τώρα την παγίωση της Ένωσης και την επούλωση των πολλαπλών πληγών της , υλικών και ηθικών.


Κάνει μάλιστα και μια αναπάντεχη χειρονομία : ζητάει στην προεδρική μπάντα να παίξει το 'Ντίξυ΄,
ένα αγαπημένο τραγούδι των στρατιωτών του Νότου , που κι αν δεν ήταν ο επίσημος εθνικός τους ύμνος , οι Νότιοι το αγαπούσαν ισάξια : υμνούσε τις καλές μέρες στη γη ενός πλούσιου Νότου
(ΣΗΜ : Η λέξη προέρχεται από το παλιό 10δόλλαρο χαρτονόμισμα της Λουιζιάνας, που ανέγραφε απάνω στα Γαλλικά : Dix Dollars, όπου το νούμερο 10 (στα γαλλικά Dix) οι Αμερικανοί πρόφεραν σαν Ντιξ).

Στην κυβέρνηση επικρατεί αναταραχή σχετικά με το μέλλον που επιφυλάσσεται στον ηττημένο Νότο, ειδικά ο Στάντον ζητά πράξεις εκδίκησης, αλλά ο Λίνκολν εναντιώνεται και δείχνει να ζει ήδη σε μια ειρηνική μεταπολεμική εποχή. Από εκείνη τη στιγμή οι σχέσεις Λίνκολν και Στάντον ψυχραίνονται σοβαρά.



Πίσω στο πεδίο των μαχών, ο Λη μεταφέρει εκ των ενόντων τα υπολείμματα του στρατού του Τενεσή και τις τελευταίες του εφεδρείες διατάζοντας τον Τζόνστον να φράξει τον δρόμο στον Σέρμαν. Με κάπου 21000 εκείνος κοντά στο Μπέντονβιλ καραδοκεί για μια στιγμή χαλαρότητας των αξιωματικών του Σέρμαν και στις 21 Μαρτίου επιτίθεται με επιτυχία και τους τρέπει σε φυγή που όμως δεν έχει τακτικό αντίκρισμα καθώς οι ενισχύσεις των Βορείων που εμφανίζονται αναγκάζουν τον Τζόνσον να υποχωρήσει και πάλι.
 
Στο Ρίτσμοντ η πείνα έκανε πολύ αισθητά την εμφάνισή της και ο Λη αντιμετώπισε λιποταξίες αποτέλεσμα κυρίως της αγωνίας των στρατιωτών για τις τύχες των οικογενειών τους που λιμοκτονούν στα κατακτημένα εδάφη. Στις 25 Μαρτίου, οι δίοδοι εφοδιασμού του Λη αποκόπτονται οπότε αναγκάζεται να αφήσει το Ρίτσμοντ και μεταφέρει τους άνδρες που του έμειναν νότιο-δυτικά προς την τοποθεσία Απομάτοξ περιμένοντας να βρει εφόδια για τους άνδρες του και μια ευκαιρία να ενωθεί με τον Τζόνσον.


Ο Γκραντ όμως τον παρακολουθούσε στενά αποκόπτοντας την οποιαδήποτε διέξοδό του. Φτάνοντας στο Απομάτοξ δεν βρίσκει παρά μόνο οπλισμό αλλά κανένα ίχνος τροφής και τελικά στις 9 Απριλίου στέλνει μήνυμα στον Γκραντ ότι δέχεται να παραδώσει τις δυνάμεις του, ουσιαστικά την Βιρτζίνια, την τελευταία πολιτεία που δεν είχε πέσει.

Ο Γκραντ δέχεται τον γηραιό στρατηγό με ηρεμία και θαυμασμό αποδεχόμενος και τους όρους που του ζήτησε ο Λη και ειδικά να επιτρέψει στους στρατιώτες του Νότου να κρατήσουν τα άλογά τους για να μπορέσουν να χρησιμοποιούσουν το αλέτρι τους όταν επιστρέψουν. Το χαρμόσυνο εκείνο γεγονός εντούτοις εξόργισε τον υπουργό Άμυνας του Λίνκολν, τον Εντγουϊν Στάντον, ο οποίος απέρριψε την ανακωχή και επέμενε ότι μόνο η υπογραφή του Ντέηβις μπορούσε να αναγνωρισθεί σαν η υποταγή του Νότου. Ο Ντέηβις ωστόσο είχε εγκαταλείψει το Ρίτσμοντ κρυπτόμενος και ποτέ του δεν δέχτηκε να υπογράψει τίποτα σχετικό.


Ο Τζόνστον γνωρίζοντας την παράδοση του Λη, καταλαβαίνει το άσκοπο του δικού του αγώνα, αλλά στις 14 Απριλίου μαθαίνει για την δολοφονία του Λίνκολν. Έχει μεν αποφασίσει να παραδοθεί, αλλά οι διαβουλεύσεις με την Ουάσινγκτον καθυστέρησαν από τα έκτακτα γεγονότα και τελικά υπογράφει την παράδοσή του με τον Σέρμαν, στις 24 Απριλίου, κλείνοντας τον όλο κύκλο των εχθροπραξιών.

 ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΚΟ ΥΛΙΚΟ

 
 
(Κάντε κλικ στις φωτογραφίες για μεγέθυνση)

* ΑΚΟΛΟΥΘΕΙ: ΜΕΡΟΣ Α' - ΜΕΡΟΣ Β'