Δευτέρα, 19 Ιουνίου 2017

ΡΗΤΟΡΙΚΗ: ΔΗΜΟΣΘΕΝΗΣ - Κατὰ Μειδίου (122-127)

[122] Τίς οὖν ὑπερβολή, τίς ὁμοία τῇ τούτου γέγον᾽ ἢ γένοιτ᾽ ἂν πονηρία; ὃς ἄνδρ᾽ ἀτυχοῦντα, οὐδὲν αὐτὸν ἠδικηκότα (ἐῶ γὰρ εἰ φίλον), ἅμα συκοφαντεῖν ᾤετο δεῖν καὶ πρὸς ἔμ᾽ αὑτὸν διαλύειν ἠξίου, καὶ ταῦτ᾽ ἔπραττε καὶ χρήματ᾽ ἀνήλισκεν ἐπὶ τῷ μετ᾽ ἐκείνου κἀμὲ προσεκβαλεῖν ἀδίκως.

[123] Τοῦτο μέντοι τὸ τοιοῦτον ἔθος καὶ τὸ κατασκεύασμ᾽, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, τὸ τοῖς ὑπὲρ αὑτῶν ἐπεξιοῦσι δικαίως ἔτι πλείω περιιστάναι κακά, οὐκ ἐμοὶ μὲν ἄξιόν ἐστ᾽ ἀγανακτεῖν καὶ βαρέως φέρειν, ὑμῖν δὲ τοῖς ἄλλοις παριδεῖν, πολλοῦ γε καὶ δεῖ, ἀλλὰ πᾶσιν ὁμοίως ὀργιστέον, ἐκλογιζομένοις καὶ θεωροῦσιν ὅτι τοῦ μέν, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, ῥᾳδίως κακῶς παθεῖν ἐγγύταθ᾽ ὑμῶν εἰσιν οἱ πενέστατοι καὶ ἀσθενέστατοι, τοῦ δ᾽ ὑβρίσαι καὶ τοῦ ποιήσαντας μὴ δοῦναι δίκην, ἀλλὰ τοὺς ἀντιπαρέξοντας πράγματα μισθώσασθαι, οἱ βδελυροὶ καὶ χρήματ᾽ ἔχοντές [εἰσιν ἐγγυτάτω].

[124] οὐ δὴ δεῖ παρορᾶν τὰ τοιαῦτα, οὐδὲ τὸν ἐξείργοντα δέει καὶ φόβῳ τὸ δίκην ὧν ἂν ἡμῶν ἀδικηθῇ τις λαμβάνειν παρ᾽ αὐτοῦ ἄλλο τι χρὴ νομίζειν ποιεῖν ἢ τὰς τῆς ἰσηγορίας καὶ τὰς τῆς ἐλευθερίας ἡμῶν μετουσίας ἀφαιρεῖσθαι. ἐγὼ μὲν γὰρ ἴσως διεωσάμην, καὶ ἄλλος τις ἄν, ψευδῆ λόγον καὶ συκοφαντίαν, καὶ οὐκ ἀνήρπασμαι· οἱ δὲ πολλοὶ τί ποιήσετε, ἂν μὴ δημοσίᾳ πᾶσιν φοβερὸν καταστήσητε τὸ εἰς ταῦτ᾽ ἀποχρῆσθαι τῷ πλουτεῖν;

[125] δόντα λόγον καὶ ὑποσχόντα κρίσιν περὶ ὧν ἄν τις ἐγκαλῇ, τότ᾽ ἀμύνεσθαι τοὺς [ἀδίκως] ἐφ᾽ αὑτὸν ἐλθόντας χρή, καὶ τότ᾽, ἂν ἀδικοῦντας ὁρᾷ τις, οὐ προαναρπάζειν, οὐδ᾽ ἐπάγοντ᾽ αἰτίας ψευδεῖς ἄκριτον ζητεῖν ἀποφεύγειν, οὐδ᾽ ἐπὶ τῷ διδόναι δίκην ἀσχάλλειν, ἀλλὰ μὴ ποιεῖν ἐξ ἀρχῆς ἀσελγὲς μηδέν.

[126] Ὅσα μὲν τοίνυν εἴς τε τὴν λῃτουργίαν καὶ τὸ σῶμ᾽ ὑβρίσθην, καὶ πάντ᾽ ἐπιβουλευόμενος τρόπον καὶ πάσχων κακῶς ἐκπέφευγα, ἀκηκόατ᾽, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι. καὶ παραλείπω δὲ πολλά· οὐ γὰρ ἴσως ῥᾴδιον πάντ᾽ εἰπεῖν. ἔχει δ᾽ οὕτως. οὐκ ἔστ᾽ ἐφ᾽ ὅτῳ τῶν πεπραγμένων ἐγὼ μόνος ἠδίκημαι, ἀλλ᾽ ἐπὶ μὲν τοῖς εἰς τὸν χορὸν γεγενημένοις ἀδικήμασιν ἡ φυλή, δέκατον μέρος ὑμῶν, συνηδίκηται, ἐπὶ δ᾽ οἷς ἔμ᾽ ὕβρισε καὶ ἐπεβούλευσεν οἱ νόμοι, δι᾽ οὓς εἷς ἕκαστος ὑμῶν σῶς ἐστιν· ἐφ᾽ ἅπασι δὲ τούτοις ὁ θεός, ᾧ χορηγὸς ἐγὼ καθειστήκειν, καὶ τὸ τῆς ὁσίας, ὁτιδήποτ᾽ ἐστί, τὸ σεμνὸν καὶ τὸ δαιμόνιον [συνηδίκηται].

[127] δεῖ δὴ τούς γε βουλομένους ὀρθῶς τὴν κατ᾽ ἀξίαν τῶν πεπραγμένων παρὰ τούτου δίκην λαμβάνειν, οὐχ ὡς ὑπὲρ ἐμοῦ μόνον ὄντος τοῦ λόγου τὴν ὀργὴν ἔχειν, ἀλλ᾽ ὡς ἐν ταὐτῷ τῶν νόμων, τοῦ θεοῦ, τῆς πόλεως, ὁμοῦ πάντων ἠδικημένων, οὕτω ποιεῖσθαι τὴν τιμωρίαν, καὶ τοὺς βοηθοῦντας καὶ τοὺς συνεξεταζομένους μετὰ τούτου μὴ συνηγόρους μόνον, ἀλλὰ καὶ δοκιμαστὰς τῶν τούτῳ πεπραγμένων ὑπολαμβάνετ᾽ εἶναι.

***
[122] Ποιά υπερβολική δολιότητα, ποιά κακοήθεια ήταν ή θα μπορούσε να είναι όμοια με τη δική του; Αυτός, ο οποίος νόμιζε καθήκον του να συκοφαντεί ένα δυστυχισμένο άνθρωπο, που δεν τον είχε βλάψει καθόλου —αφήνω ότι ήταν φίλος του—, ενώ συγχρόνως τον παρακαλούσε επίμονα να μεσολαβήσει για να συμφιλιωθεί μαζί μου! Παράλληλα με αυτές του τις ενέργειες ξόδευε χρήματα για να εξορίσει άδικα μαζί με τον Αρίσταρχο και εμένα.

[123] Η συνήθειά του όμως αυτή, Αθηναίοι, και οι ραδιουργίες του, οι οποίες πολλαπλασιάζουν ακόμη περισσότερο τις συμφορές εκείνων που υπερασπίζονται μία δίκαιη υπόθεσή τους, δεν πρέπει να προκαλούν μόνο τη δική μου αγανάκτηση και δυσφορία, και σεις οι άλλοι να αδιαφορείτε. Κάθε άλλο! Αντίθετα, πρέπει όλοι να εξοργίζεσθε εξίσου, όταν σκέπτεσθε και παρατηρείτε ότι τον κίνδυνο να κακοποιηθούν εύκολα τον διατρέχουν περισσότερο οι φτωχότεροι και οι ασθενέστεροι από σας, ενώ οι αναίσχυντοι και οι πλούσιοι έχουν την ευχέρεια να προσβάλλουν βίαια χωρίς να τιμωρούνται για τις πράξεις τους, και να εξαγοράζουν πράκτορες για να δημιουργούν αντιπερισπασμούς στους αντιπάλους τους.

[124] Τέτοια συμπεριφορά δεν πρέπει να περνάει απαρατήρητη, ούτε πρέπει όποιος προσπαθεί με εκφοβισμούς και απειλές να εμποδίσει να βρούμε το δίκαιό μας για αδίκημα που μας προκάλεσε να θεωρείται ότι κάνει τίποτε άλλο από το να μας αφαιρεί το δικαίωμα της ελευθερίας του λόγου και την ελεύθερη συμμετοχή στα κοινά. Ίσως εγώ —και ένας-δυο άλλοι— κατόρθωσα να αποκρούσω μία ψευδή κατηγορία και συκοφαντία και δεν καταστράφηκα. Τί θα κάμετε όμως σεις, οι πολλοί, αν δεν δείξετε σε όλους με δημόσιον παραδειγματισμό πόσο επικίνδυνη είναι η κακή χρήση του πλούτου για τους σκοπούς αυτούς;

[125] Όταν ο κατηγορούμενος απολογηθεί και δικασθεί για τις κατηγορίες σε βάρος του, τότε πρέπει να αποκρούσει τις επιθέσεις εναντίον του· και τότε να μην προσπαθεί να απομακρύνει κάποιον μάρτυρα των αδικημάτων του ούτε, κατηγορώντας ψέματα, να ζητάει να αποφύγει τη δίκη ούτε να δυσφορεί γιατί τιμωρείται, αλλά από την αρχή να μην επιχειρεί καμιά βίαιη πράξη.

[126] Ακούσατε, Αθηναίοι, πόσες προσβολές δέχθηκα, και προσωπικά και αναφορικά με το λειτούργημά μου, και πώς κατόρθωσα να αποφύγω κάθε ραδιουργία και κακομεταχείριση. Παραλείπω όμως πολλά γεγονότα, γιατί δεν είναι ίσως εύκολο να τα αναφέρω όλα. Αυτή όμως είναι η κατάσταση: δεν υπάρχει ενέργεια του Μειδία η οποία να έχει αδικήσει μόνο εμένα, αλλά με τα αδικήματά του προς τον χορό έχει αδικήσει όλη τη φυλή μου, δηλ. το ένα δέκατο από σας, ενώ με τις προσβολές και τις ραδιουργίες σε βάρος μου έχει καταπατήσει τους νόμους, στους οποίους όλοι σας οφείλετε την προστασία σας· τέλος, με όλες αυτές τις πράξεις έχει προσβάλει τον θεό, στην υπηρεσία του οποίου εγώ έχω ορισθεί χορηγός, και τη σεβαστή και θεία δύναμη της ευσέβειας, σε οποιαδήποτε μορφή και αν εμφανίζεται αυτή.

[127] Όσοι επομένως θέλουν να τον τιμωρήσουν όπως του αξίζει για τις πράξεις του, δεν πρέπει να οργίζονται εναντίον του, σαν τα αδικήματά του να αφορούν μόνο εμένα, αλλά να καθορίζουν την ποινή έτσι σαν να έχουν ταυτόχρονα αδικηθεί οι νόμοι, ο θεός, η πόλη, τα πάντα· πρέπει ακόμη να πιστεύουν ότι όσοι τον βοηθούν και τον υποστηρίζουν όχι μόνο τον υπερασπίζονται, αλλά και επιδοκιμάζουν τη διαγωγή του.

ΤΟ ΜΗΝΥΜΑ ΤΟΥ ΟΜΗΡΟΥ

Στο άρθρο του Albin Lesky για τον Όμηρο στον 11ο συμπληρωματικό τόμο της Realencyclopadie1 αφιερώνονται έξι μόνο στήλες για τη βιογραφία του ποιητή, ενώ η ανάλυση του έργου του διεκδικεί πάνω από εκατόν πενήντα. Η δυσαναλογία αυτή δεν πρέπει να μας παραξενεύει, γιατί για το μελετητή της τέχνης του λόγου το έργο έχει πολύ πιο μεγάλη σημασία από τα προσωπικά στοιχεία του ποιητή του.

Για τον Όμηρο υπάρχει μία πρόσθετη δικαιολογία για την άνιση αυτή μεταχείριση του προσώπου του: Την Ιλιάδα και την Οδύσσεια τις έχουμε μπροστά μας αλώβητες, για τον ίδιο όμως τον ποιητή οι σύγχρονές του έγκυρες μαρτυρίες απουσιάζουν. Στα χρόνια που έζησε ο ποιητής -β΄ μισό του 8ου π.Χ. αιώνα- κανείς δεν έδινε σημασία στα βιογραφικά ενός ανθρώπου, όσο τιμημένος και να ήταν. Τα δύο έργα του Ομήρου ανήκουν άλλωστε στην επική ποίηση, που από τη φύση της αποφεύγει κάθε αναφορά στο πρόσωπο του ποιητή.
 
Έτσι, ύστερα από τόσες προσπάθειες, εξακολουθεί ακόμα και σήμερα να μας ξεφεύγει κάθε τι που σχετίζεται με τον ‘Ομηρο ως πρόσωπο: πατρίδα, γονείς, γυναίκα και παιδιά, ταξίδια, δοκιμασίες, ελπίδες, φόβοι, ενθουσιασμοί, αποκαρδιώματα.
Όταν άλλες πηγές μας αρνιούνται κάθε τεκμηριωμένη πληροφορία για το πρόσωπο του Ομήρου, το μόνο που μας μένει είναι η προσφυγή στο ίδιο το έργο, μήπως μπορεί αυτό να μας αποκαλύψει κάτι από την προσωπικότητα του δημιουργού του, όσο δύσκολη και αν είναι η ανίχνευση προσωπικών στοιχείων σ’ ένα έργο θεληματικά απρόσωπο και όση προσοχή και αν χρειάζεται να μην παρασυρθούμε σε βιαστικά συμπεράσματα.
Για να προλάβουμε μια παρεξήγηση: Ειδήσεις για τη ζωή του Ομήρου έχουμε πολλές από την αρχαιότητα, μόνο που δεν μπορούμε να τις εμπιστευτούμε. Από τον 7ο π.Χ. αιώνα κιόλας, όσο η δόξα του ποιητή μεγάλωνε, άλλο τόσο μεγάλωνε η επιθυμία να συνθέσουν τη βιογραφία του. το υλικό όμως που χρησιμοποιούσαν για τη σύνθεση αυτή στηριζόταν στα βιογραφικά των σύγχρονων αοιδών, όχι σε αυθεντικές πληροφορίες για τον παλιό Όμηρο. Ακόμα, στις βιογραφίες αυτές γρήγορα επικρατούσε το ανεκδοτολογκό στοιχείο, που η αναξιοπιστία του είναι από την ίδια τη φύση της ανεκδοτολογίας δοσμένη.
Κύριοι φορείς και διαδότες της βιογραφικής αυτής παράδοσης δεν μπορεί να είναι άλλοι από τις συντεχνίες των αοιδών και, αργότερα, των ραψωδών2. Οι αοιδοί και οι ραψωδοί -αυτοί κατά πρώτο λόγο ένιωθαν υποχρεωμένοι να ξέρουν για τη ζωή του Ομήρου, ώστε να μπορούν να ικανοποιούν την περιέργεια των ακροατών τους, όταν γύρευαν να μάθουν πότε, πού και πώς πορεύτηκε πάνω στη γη ο ποιητής που τόσο τους γοήτευε.
Από τον 6ο π.Χ. κιόλας αιώνα η ποικίλη αυτή βιογραφική παράδοση συσφαιρώνεται σε μεγαλύτερες ενότητες και καταγράφεται. Και αργότερα όμως συνεχίζεται η αναθεώρηση και ο εμπλουτισμός της με νέα στοιχεία, ώσπου φτάνουμε στους αυτοκρατορικούς χρόνους. σ’ αυτούς ανήκουν οι επτά Βίοι του Ομήρου που μας παραδόθηκαν από την αρχαιότητα3. Ένας από τους Βίους έχει τον τίτλο Αγών Ομήρου και Ησιόδου, γιατί, μέσα σε άλλα, περιγράφει έναν αγώνα ανάμεσα στους δύο ποιητές.
Στα χρόνια τα παλιά ήταν συνήθεια, όταν πέθαινε κάποιος τρανός άρχοντας, να τον τιμούν με αγώνες γύρω από τον τάφο του, αγώνες όχι μόνο γυμνικούς, αυτό θα πει: αθλητικούς, αλλά και μουσικούς, εμείς θα λέγαμε: καλλιτεχνικούς. συναγωνίζονταν δηλαδή και στην απαγγελία ποιητικών έργων σχετικών με τη ζωή και τα έργα των θεών και των ηρώων, στο τραγούδι με τη συνοδεία κιθάρας ή αυλού, στο χορό κ.τ.ό. Έτσι, όταν λέει ο βασιλιάς της Χαλκίδας Αμφιδάμας σκοτώθηκε στον πόλεμο, ο γιος του ο Γανύχτορας οργάνωσε στην κηδεία του αγώνες, και γυμνικούς και μουσικούς: πάντας τους επισήμους άνδρας ου μόνο ρώμη και τάχει, αλλά και σοφία επί τον αγώνα μεγάλαις δωρεαίς τιμών συνεκάλεσεν.
Τη μέρα που είχε οριστεί για τους μουσικούς αγώνες, παρουσιάστηκαν στους κριτές ο Όμηρος και ο Ησίοδος, μεγάλος και αυτός ποιητής από την ‘Ασκρα της Βοιωτίας, και δήλωσαν πως ήθελαν να αντιμετρηθούν μεταξύ τους στην τέχνη της ποίησης. άλλος ποιητής δεν είχε τολμήσει να διεκδικήσει το στεφάνι της νίκης.
Παράξενος μα την αλήθεια αγώνας! Στην πραγματικότητα, ο Ησίοδος δεν παραβγαίνει με τον Όμηρο παρά μόνο στον τελευταίο γύρο. όλη την άλλη ώρα δεν κάνει άλλο από το να βάζει τον Όμηρο σε δοκιμασία προβάλλοντάς του τα πιο δύσκολα προβλήματα, όχι τόσο σχετικά με την τέχνη της ποίησης, και ζητώντας να του τα λύσει την ίδια στιγμή, σαν τον κακότροπο δάσκαλο, που θέλει οπωσδήποτε να βγάλει σκάρτο το μαθητή του:4 Πες μου, τι είναι το καλύτερο πράγμα στον άνθρωπο; Ποια είναι η πιο μεγάλη χαρά του ανθρώπου; Πόσοι ακριβώς ήταν οι Έλληνες που πήραν μέρος στην Τρωική εκστρατεία; Πώς θα μπορούσαν οι πολιτείες να κυβερνηθούν με τον πιο σωστό τρόπο; -και άλλα πολλά. Και ο Όμηρος, αντί να διαμαρτυρηθεί που δεν τον άφηναν να στριμώξει και αυτός τον Ησίοδο με παρόμοια προβλήματα, αποκρίνεται πρόθυμα σε ό,τι τον ρωτάει ο άλλος και με τόσην ετοιμότητα και ευστοχία, ώστε ο λαός που παρακολουθεί τον αγώνα ολόγυρα φωνάζει πως νικητής δεν μπορεί να είναι άλλος από τον Όμηρο.
Κριτής του αγώνα είναι μαζί με μερικούς επίσημους Χαλκιδιώτες ο Πανήδης, ο αδερφός του νεκρού βασιλιά, και δεν βιάζεται να βγάλει απόφαση. πιο πριν θα ήθελε, λέει, ν’ ακούσει μια περικοπή από το έργο του καθενός, και μάλιστα αυτήν που πίστευε πως ήταν η πιο όμορφη που έγραψε. Πρώτος ο Ησίοδος απαγγέλνει δέκα στίχους από το ποίημά του «‘Εργα και Ημέραι», εκεί που ορίζει πότε πρέπει να γίνονται οι διάφορες δουλειές του ξωμάχου (383κ.):
 Σαν πάρει η Πούλια και σηκώνεται, μαζί που φέξει ο γήλιος,
βάλε και θέριζε. σαν άρχισε να βασιλεύει, σπέρνε.
το ξέρεις πως κρυμμένη βρίσκεται σαράντα μερονύχτια,
και ξεπροβάλλει με το γύρισμα του χρόνου, απά στην ώρα
που οι θεριστάδες τα δρεπάνια τους να τ’ ακονίσουν παίρνουν.
Αυτό είναι το σωστό στα χτήματα τα χαμηλά, για μένεις
δίπλα στο ακρόγιαλο, για βρίσκεσαι μακριά απ’ την κυματούσα
τη θάλασσα, βαθιά σε λάκκωμα, που ‘χει παχύ το χώμα.
Και τη σπορά γυμνός και στ’ όργωμα γυμνός κρατήσου πάντα,
γυμνός και σα θερίζεις, κι έχουνε τα στάχια πια μεστώσει
Όταν έρχεται η σειρά του Ομήρου, ο ποιητής διαλέγει από την Ιλιάδα τους στίχους που περιγράφουν την παράταξη των Ελλήνων την ώρα που δέχονται την επίθεση των Τρώων (Ν 126-33 και 339-44):
Γύρω απ’ τους δυο τους Αίαντες στάθηκαν μεμιάς οι Αργίτες τότε,
τόσο γεροί, που κι ο ‘Αρης νά ‘ρχουνταν δε θά ‘βρισκε ψεγάδι,
μηδέ η Παλλάδα η στρατολάτισσα. τι διαλεχτοί αντριωμένοι
τους Τρώες προσμέναν και τον ‘Εχτορα. και κλείσαν τις γραμμές τους
σκουτάρι με σκουτάρι αγγίζοντας, κοντάρι με κοντάρι.
σκούδο το σκούδο σφιχτοσμίγουνταν, κράνος στο κράνος, άντρας
στον άντρα. κι ως εσκύβαν, άγγιζαν στ’ αλογομουρίσια κράνη
ψηλά τα κέρατα τα λιόλαμπρα. τόσο πυκνά αρμοδέναν…
Κι η φάουσα μάχη ορθανατρίχιασεν απ’ τα μακριά κοντάρια,
που εκράτουν και θερίζαν γύρα τους. και θάμπωναν τα μάτια
απ’ τη χαλκένια φλόγα που ‘βγαζαν τ’ αστραποβόλα κράνη
κι οι φρεσκογυαλισμένοι θώρακες και τα λαμπρά σκουτάρια,
όλοι μαζί ως τραβούσαν. σίδερο θα ‘χε καρδιά ο που τό ‘δε
τέτοιο κακό κι εχάρη μέσα του, χωρίς να καρδιοσώσει.
Τώρα κι αν είναι που ο κόσμος ενθουσιάζεται με τον Όμηρο και γυρεύει να του δοθεί το στεφάνι της νίκης. και μπορούμε να φανταστούμε το ξάφνιασμά του, όταν βλέπει τον Πανήδη να στεφανώνει τον Ησίοδο λέγοντας πως το σωστό είναι να νικά αυτός που καλεί τους ανθρώπους στα ειρηνικά έργα των ξωμάχων, όχι αυτός που ιστορεί σφαγές και πολέμους.
Ο Όμηρος είχε νικηθεί, όχι γιατί δεν ήταν ποιητής ασύγκριτα πιο μεγάλος από τον Ησίοδο, αλλά γιατί προτίμησε να περιγράψει έναν πόλεμο. Τα κριτήρια που έσπρωξαν τον Πανήδη να του αμφισβητήσει τη νίκη ήταν λοιπόν πολιτικά, όχι αισθητικά.
Ας ξεκαθαρίσουμε ένα πράγμα πρώτα: Ο αγώνας αυτός στην πραγματικότητα δεν έγινε ποτέ, μέσα σε άλλα και γιατί ο Ησίοδος ήταν μία γενιά πιο νέος από τον Όμηρο και δεν υπάρχει αμφιβολία πως οι δρόμοι τους δεν διασταυρώθηκαν ποτέ. Ήταν μόνο η φαντασία των μεταγενέστερων Ελλήνων που θέλησε να φέρει αντιμέτωπα δύο μεγάλα τιμημένα ονόματα, που το ένα τους εκπροσωπούσε την ηρωική, το άλλο τη διδαχτική που λέμε επική ποίηση. Δεν υπάρχει αμφιβολία πως ο Όμηρος δεν συναπαντήθηκε ποτέ με τον Ησίοδο. από την πλαστή όμως αυτή ιστορία βγαίνει μια θετική κρίση για την ποιότητα της ποίησης του Ομήρου, και η κρίση αυτή έχει τη σημασία της. Και δεν είναι μόνο η παράδοση για τον αγώνα των δύο ποιητών που εκφράζει την πίστη πως ο Όμηρος ήταν υμνητής του πολέμου. γενική και αυτονόητη, θα λέγαμε, ήταν και είναι η γνώμη πως ένας ποιητής που περιγράφει, με τόση μάλιστα δύναμη, τόσα αντροπαλέματα και τόσους σκοτωμούς, δεν προβάλλει βέβαια φιλειρηνικά ιδανικά: Ο Όμηρος χύνεται ορμητικός μέσα στις μάχες, και τον παρασέρνει, και τον παρασέρνει το πάθος και φρενιάζει κονταροσείστης ‘Αρης θα ‘λεγες πως είναι και φρενιάζει, για κι άγρια φλόγα μες σε σύλλογο βαθύ, στα κορφοβούνια, κι αφροί σκεπάζουνε στο στόμα του.
Η κρίση αυτή ενός από τους πιο μεγάλους τεχνοκρίτες της αρχαιότητας μας παρουσιάζει τον Έλληνα ποιητή σαν έναν μαινόμενο δερβίση του πολέμου με το στόμα γεμάτο αφρούς λύσσας.
 
Δικαίωμα βέβαια του Πανήδη να αρνιέται στον Όμηρο τη νίκη. δικαίωμα και του παλιού αισθητικού να τον κρίνει όπως τον έκρινε. Νομίζω ωστόσο πως έχουμε κι εμείς το δικαίωμα να σκύψουμε άλλη μια φορά πάνω στο κείμενο της Ιλιάδας και απαλλαγμένοι από κάθε είδους προκατάληψη να αναρωτηθούμε τι ήθελε να μηνύσει στους ανθρώπους ο ποιητής μας. Να έχουν αλήθεια δίκιο όσοι υποστηρίζουν πως το ηρωικό ιδανικό, όπως το ενσάρκωσε ο Όμηρος στον μεγάλο Έλληνα ήρωα της Τρωικής εκστρατείας, τον Αχιλλέα, δεν ανεχόταν κανένα φιλάνθρωπο αίσθημα;
 
Ο Όμηρος ακμάζει γύρω στα 730 π.Χ. και είναι αοιδός, αυτό θα πει: τραγουδιστής. Αν σε ώρες λαϊκού πανηγυριού συνήθιζε να ψάλλει και χορευτικά τραγούδια ή και παραλογές, δεν μπορούμε να το βεβαιώσουμε, ούτε και να το αποκλείσουμε όμως. Εκείνο που πρέπει να ξέρουμε είναι ότι όταν τον καλνούσαν σε αρχοντικά σπίτια ή σε λαϊκές γιορτές, διάλεγε κατά προτίμηση ηρωικά τραγούδια, όπως γίνεται και σήμερα στην Κρήτη και σε άλλες ελληνικές επαρχίες στα γλέντια των αντρών.
 
Απ’ όλους τους ηρωικούς μύθους ο πιο αγαπητός ήταν αυτός που ιστορούσε την εκστρατεία των Αχαιών στην Τροία. ο πόλεμος είχε κρατήσει δέκα ολόκληρα χρόνια και τελειώσει με το χαλασμό του Ιλίου. Να μην ξεχνούμε πώς τον πόλεμο αυτόν τον είχαν τραγουδήσει και πριν από τον Όμηρο πολλοί αοιδοί, είτε από την αρχή ως το τέλος είτε και ένα μόνο επεισόδιό του, ας πούμε: την απόβαση των Αχαιών στην Τρωική παραλία και τις πρώτες συγκρούσεις, είτε με ποιον τρόπο ο Οδυσσέας πάτησε με δόλο το κάστρο του Πριάμου ύστερα από δέκα χρόνων πολιορκία. Έτσι ο Όμηρος όπως κληρονόμησε την ιδιότυπη επική γλώσσα και τον ιδιότυπο επικό στίχο, το ίδιο κληρονόμησε και τον Τρωικό μύθο στις γενικές του γραμμές. Σαν μεγαλοφυΐα όμως που ήταν, δεν κρατήθηκε σε ό,τι αναδέχτηκε από τους παλιότερους, μόνο ζήτησε να ανοίξει καινούριους δρόμους, να πλουτίσει τον παλιό μύθο με δικές του επινοήσεις, να τον αναδιοργανώσει και να τον προικίσει με μεγαλύτερο δραματικό βάθος.
 
Πολλά έχουν γραφτεί για τους νεωτερισμούς του Ομήρου πάνω στον Τρωικό μύθο και για τον τρόπο που τον δίνει,6 το κεφάλαιο όμως αυτό έχει ν’ απαντήσει ειδικά στο ερώτημα αν ο Όμηρος είναι αληθινά ένας ποιητής που υψώνει την παλικαριά σαν μοναδική ανθρώπινη αρετή. Για να προχωρήσουμε, θα χρειαστεί να μελετήσουμε ενός θεούς και ενός θνητού ήρωα τη διαγωγή μέσα στην Ιλιάδα: του Δία, που είναι ο πατέρας των θεών και των ανθρώπων και κυβερνάει τον κόσμο, και του Αχιλλέα, που είναι ο πιο αντρειωμένος ανάμεσα στους Αχαιούς, όσοι χτυπιούνται κάτω στον κάμπο της Τροίας.
 
Στην Ιλιάδα, τα αισθήματα του Δία απέναντι στον πόλεμο γενικά και στους λαούς που πολεμούν δεν τα χαρακτηρίζει η συνέπεια. Από τη μια ο ποιητής ξέρει από την προομηρική κιόλας παράδοση πως ο Δίας είναι ο θεός που για το χατίρι της Γής, για να την ξαλαφρώσει από το βάρος των πολλών ανθρώπων, αποφασίζει να ξεσηκώσεις δύο πολύνεκρους πολέμους, τον Θηβαϊκό και τον Τρωικό (Κύπρια, αποσπ. 1.Β). ακόμα είναι αυτός που μισεί του Πρίαμου τη γενιά (Υ 306): ήδη γαρ Πριάμου γενεήν ήχθηρε Κρονίων. είναι αυτός που κάνει τη χάρη στη Θέτιδα και δίνει την υπεροχή στους Τρώες, για να σκοτωθούν πλήθος αγωνιστές (Α 522κ.). Πώς λοιπόν να τον απαλλάξουμε από την ευθύνη του πολέμου;
Και όμως, αυτός ο Δίας μιαν άλλη στιγμή (Δ 15κ.) προτείνει στην ‘Ηρα να βάλουν τους δύο αντίμαχους στρατούς να φιλιώσουν και να κλείσουν ειρήνη. όπως βεβαιώνει (Δ 43κ.), άθελά του της είχε ως τώρα κάνει τη χάρη να δεχτεί το χαμό της Τροίας, γιατί η αγάπη του για τους Τρώες ήταν αληθινά μεγάλη:
τι απ’ όσα κάτω απ’ τον αστρόφωτο τον ουρανό βρισκόνται
κι απ’ όσα ο γήλιος βλέπει βγαίνοντας θνητών ανθρώπων κάστρα,
άλλο κανένα δεν αγάπησα σαν τ’ άγιο ετούτο κάστρο
και σαν τον Πρίαμο τον αντρόκαρδο μαζί με το λαό του.
τι απ’ το βωμό μου τα χαρίσματα δεν έλειψαν καθόλου,
η κνίσα κι οι σπονδές…
Η σκηνή αυτή του Ολύμπου (Δ 1κ.) αρχίζει με την απόφαση του Δία να πειράξει τη γυναίκα του: Η Ήρα και η Αθηνά, λέει, κάνουν πως προστατεύουν τον Μενέλαο, στη μονομαχία του όμως με τον Πάρη (Γ 340κ.) δεν το κούνησαν από τον ‘Ολυμπο και τον αφήκαν να τα βγάλει πέρα μοναχός του. Η Αφροδίτη όμως, αληθινή προστάτισσα του Πάρη, έτρεξε και τον γλίτωσε από του Χάρου τα δόντια.
 
Έπειτα ο Δίας προτείνει να κρίνουν οι θεοί αν δεν είναι πια καιρός να βάλουν τους δύο λαούς ν’ αγαπήσουν. έτσι και το κάστρο του Πριάμου θα έμενε αχάλαστο και οι Μενέλαος θα έπαιρνε πίσω την Ελένη.
Στην έντονη αντίδραση της Ήρας (24κ.), που γυρεύει οπωσδήποτε τον όλεθρο του Ιλίου, ο Δίας αγαναχτεί (30 μεγ’ οχθήσας): απορεί για το τόσο μίσος της για τους Τρώες. Ο ίδιος βεβαιώνει πως πάνω απ’ όλες τις πολιτείες του κόσμου αγαπούσε το ‘Ιλιο. Η κατηγορηματική αυτή διαβεβαίωσή του για την αγάπη του για τους Τρώες θα ήταν, πιστεύω, λάθος μας να τη χαρακτηρίσουμε πλαστή, πως γίνεται δηλαδή μόνο για να ερεθίσει πιο πολύ την ‘Ηρα, γιατί το μεγ’ οχθήσας που μεσολαβεί δεν επιτρέπει μια παρόμοια εξήγηση. Το πείραγμα είναι, νομίζω, φανερό πως τελειώνει με τον στ. 12. ‘Ετσι και η πρόταση για συμφιλίωση λέγεται σοβαρά. 
 
Και ούτε που αρέσουν στον Δία οι πόλεμοι. μιλώντας στον Ποσειδώνα (Υ 21) δηλώνει πως του κάνει λύπη πως σκοτώνονται οι Έλληνες και οι Τρώες: μέλουσί μοι ολλύμενοι. Αντίστοιχα, η συμπάθειά του μοιράζεται ακομμάτιστα στους μεγάλους ήρωες των δύο στρατών: όλοι είναι διίφιλοι, ο Αίας ο Αχιλλέας από τη μια μεριά (Η 280, Ω 66κ.), ο ‘Εχτορας από την άλλη, που του είναι, λέει, φίλτατος (Η 280, Χ 168, -Ω 66κ.)-ο Έχτορας, που, όπως ακούσαμε (Υ 306), ο θεός έχει αποφασίσει να εξοντώσει όλο του το σόι μαζί! Και όταν ο Δίας κατσαδιάζει άγρια το γιό του τον ‘Αρη (Ε 890κ.), γιατί του αρέσουν οι πόλεμοι, οι ξεσυνερισιές και οι αμάχες, μας αφήνει να πιστέψουμε πως ο ίδιος έκρυβε αντιπολεμικά αισθήματα.
 
Ας αφήσουμε προσώρας τον αλλοπρόσαλλο θεό, που δεν του αρέσουν οι πόλεμοι και όμως τους προκαλεί. που συμπαθεί τους Αχαιούς και τους Τρώες στα δεινά τους και όμως τους βάζει να σκοτώνονται. που μισεί τη γενιά του Πριάμου και έχει πάρει την απόφαση να την ξεκληρίσει και την ίδια στιγμή αγαπάει τον Τρώα βασιλιά, όσο κανέναν άλλο δυνάστη της Οικουμένης. ας έρθουμε στον Αχιλλέα, γιατί και το δικό του φέρσιμο στην Ιλιάδα δεν γεννάει λιγότερες απορίες.
 
Κανένας δεν μπορεί να παραβγεί με τον Αχιλλέα στην παλικαριά, ούτε από τους δικούς του ούτε από τους αντίμαχους. Στα εννέα πρώτα χρόνια της εκστρατείας οι Τρώες δεν τολμούν να ξεμυτίσουν από το κάστρο τους και να πολεμήσουν στον κάμπο. Τον ίδιο καιρό, ο ήρωας βρίσκει την ευκαιρία να κάνει επιδρομές στη χώρα γύρω και στα νησιά απέναντι και να πατήσει -ούτε λίγο ούτε πολύ- είκοσι τρεις πολιτείες, να τις κουρσέψει, να σκοτώσει τους άντρες και να σκλαβώσει τις γυναίκες (Ι 328κ.).
 
Στις αρχές του δέκατου χρόνου, ο Αχιλλέας, αγαναχτισμένος για την προσβολή που του έκανε ο αρχιστράτηγος με το να του πάρει με το έτσι θέλω μια σκλάβα, αποτραβιέται από τη μάχη και στέλνει τη μητέρα του στον Όλυμπο να ζητήσει από τον Δία από εδώ κι εμπρός να χαρίσει τη νίκη στους Τρώες. Ο Αχιλλέας θα κρατηθεί στο θυμό του ακόμα και όταν ο Αγαμέμνονας, λίγες μέρες αργότερα, θα του προσφέρει ταπεινωμένος την πιο μεγάλη ικανοποίηση που μπορούσε να γίνει. Με τα πολλά, όταν η ήττα των Ελλήνων ολοκληρώνεται και τα καράβια τους κιντυνεύουν να καούν από τον Έχτορα, ο Αχιλλέας θα συγκατατεθεί να στείλει το στρατό του στη μάχη με επικεφαλής τον πιο πιστό του εταίρο, τον Πάτροκλο.
 
Ο Πάτροκλος πολεμάει παλικαρίσια και διώχνει τους Τρώες από τα αχαϊκά καράβια, στο τέλος όμως σκοτώνεται από τον ‘Εχτορα. Και τότε ο Αχιλλέας, για να πάρει εκδίκηση για το χαμό του αγαπημένου του συντρόφου, ξαναγυρίζει στη μάχη και αρχίζει τη σφαγή. Ποιος είδε το θεό και δεν τον φοβήθηκε! Τον βλέπουμε βουτηγμένο στο αίμα και στη σκόνη να τσαλαπατάει με το άρμα του τους νεκρούς και τις αρματωσιές τους και να σαλαγάει τους αντίμαχους, σφάζοντας όποιον βρει μπροστά του, ακόμα να πιάνει δώδεκα αρχοντόπουλα των Τρώων, για να τα σφάξει την παράλλη μέρα πάνω στον τάφο του Πάτροκλου. Μέσα στους αμέτρητους Τρώες που πέφτουν από το κοντάρι του και το σπαθί του είναι δυο γιοι του Πριάμου. Στο τέλος σκοτώνει και έναν ακόμη Πριαμίδη, το φονιά του φίλου του, τον Έχτορα. Και όταν εκείνος ξεψυχώντας τον ξορκίζει να παραδώσει το κορμί του στους δικούς του για να τον θάψουν, ο Αχιλλέας του αποκρίνεται άγρια (Χ 345κ.): 
Μη με ξορκίζεις για στα νιάτα μου για στους γονιούς μου, σκύλε!
τι όσο με σπρώχνει εμένα η λύσσα μου κι η μάνητά μου, ατός μου
να κόψω, ωμές να φάω τις σάρκες σου, γι’ αυτά που μου ‘χεις κάνει,
τόσο είναι αλήθεια απ’ το κεφάλι σου πως δε θα διώξει ούτ’ ένας
τους σκύλους, κι αν ακόμα μου ‘φερναν εδώ την ξαγορά σου
δέκα φορές πιο πλήθια κι είκοσι, και να μου τάζαν κι άλλα.
κι ουδέ κι αν μου ‘λεε ν’ αντιζύγιαζεν ο Πρίαμος το κορμί σου
με μάλαμα, και πάλε η μάνα σου που σ’ έχει γεννημένο
δε θα σε βάλει απά στο στρώμα σου να σε μοιρολογήσει,
μονάχα εσένα οι σκύλοι αλάκερο κι οι αγιούπες θα σε φάνε!
Κι αλήθεια, από την άλλη κιόλας μέρα, ο Αχιλλέας οδηγεί κάθε αυγή το άρμα του τρεις φορές γύρω από τον τάφο του Πατρόκλου, σέρνοντας πίσω του δεμένο από τα ποδάρια του το κορμί του Έχτορα, να βολοδέρνει μέσα στις πέτρες και στα χώματα, και έπειτα το αφήνει πεταμένο στην αυλή του, να το σπαράξουν οι σκύλοι και τα όρνια.
 
Αυτή είναι η εικόνα που έχουμε του Αχιλλέα ως την 23η ραψωδία της Ιλιάδας: ένας Αχιλλέας άγριος, ανήμερος, εκδικητικός, που τον μεθάει η σφαγή, ανελέητος, κουφός στα παρακάλια του ικέτη…-ο Αχιλλέας, ο ενσαρκωτής του πολεμιστή των ηρωικών χρόνων.
 
Και ξαφνικά, στην τελευταία ραψωδία, αντικρίζουμε έναν Αχιλλέα διαμετρικά αλλαγμένο. Μόλις η Θέτιδα του φέρνει την εντολή των θεών να πάψει να βασανίζει ένα άψυχο κορμί, μόνο να το παραδώσει στους δικούς του, ο Αχιλλέας δεν προβάλλει ούτε την παραμικρή αντίσταση. Θαρρείς πως όλο του το μίσος για το φονιά του συντρόφου του έσβησε. Κάτι παραπάνω! Όταν μέσα στη νύχτα φτάνει ο Πρίαμος στο καλύβι του, για να ξαγοράσει το κορμί του γιου του, με την υποδοχή που του κάνει βλέπουμε τη βαθύτατη εχθρότητά του να μεταγυρίζει σε βαθύτατη συμπάθεια.
 
Δεν ξέρω αν στην παγκόσμια τέχνη του λόγου βρίσκονται πολλές σκηνές που να μας συγκλονίζουν όσο η σκηνή της συνάντησης του βασιλιά της Τροίας με τον ‘Ελληνα ήρωα: Η νύχτα είναι βαθιά, και ο Πρίαμος μαζί μ’ έναν κήρυκα βγαίνει χωρίς να τον πάρει κανένας είδηση από το πολιορκημένο κάστρο, φτάνει στο στρατόπεδο των Αχαιών και μπαίνει στο καλύβι του Αχιλλέα. Μόλις τον βλέπει, πέφτει και του πιάνει τα γόνατα και του φιλεί τα χέρια, τα αντροφόνα, τα φοβερά, αυτά που του είχαν σκοτώσεις τόσους και τόσους γιους. Ο Αχιλλέας και η συντροφιά του σαστίζουν να δουν ξαφνικά μπροστά τους το βασιλιά του πολιορκημένου κάστρου. Και εκείνος παίρνει και παρακαλεί τον Αχιλλέα να δεχτεί τα πλούσια δώρα που κουβαλάει και να του παραδώσει το λείψανο του γιου του, να το θάψει, όπως ταίριαζε στον μεγάλο πρόμαχο της Τροίας. Του θυμίζει και τον δικό του, του Αχιλλέα τον πατέρα, που γερνάει πέρα μακριά στη Θεσσαλία με την ελπίδα ν’ αξιωθεί κάποια μέρα να δει το γιο του να γυρίζει από τον πόλεμο.
 
Ακούγοντας για τον πατέρα του, ο Αχιλλέας ξεσπάζει σε πικρό και αυτός θρήνο, γιατί το ξέρει πως δεν του γράφεται να τον ξαναδεί. Και τους δυο τους πνίγουν οι θύμησες, τον έναν για τον Έχτορα, τον άλλον για τον πατέρα του και για τον Πάτροκλο -ο ένας, ο τρισάμοιρος γέροντας, κυλισμένος στα πόδια του φονιά των παιδιών του, ο άλλος σκυμμένος πάνω από τον πατέρα του φονιά του ακριβού του συντρόφου. Αυτός ο κοινός θρήνος λες και σβήνει μεμιάς το μίσος που τους χώριζε και τους φέρνει κοντά κοντά, κι ας έχει ο καθένας τους άλλους αγαπημένους να κλάψει.
 
Έπειτα ο Αχιλλέας ανασηκώνει μαλακά το γέροντα και τον καθίζει σε θρονί. Μεγάλο αλήθεια το κουράγιο του να χωθεί μέσα στο εχτρικό στρατόπεδο (Ω 518κ.):
Άμοιρε εσύ και που ποτίστηκες πικρά φαρμάκια τόσα!
Μονάχος να ‘ρθεις πώς το βάσταξες στ’ αργίτικα καράβια,
τον άντρα ν’ αντικρίσεις, που άμετρους και ψυχωμένους γιους σου
σου χάλασα; Καρδιά από σίδερο στα στήθια αλήθεια κλείνεις!
Βαθιά η συμπόνια που νιώθει ο Έλληνας ήρωας για τον Τρώα βασιλιά. Τι είχε αλήθεια απομείνει από τον παλιό, διαλαλημένο στον κόσμο όλβο του Πριάμου; Είχε χάσει τόσους γιους και τόσους από το λαό του και τόσα πλούτη, και σε λίγο -το ξέρει και ο ίδιος καλά- η Τροία θα πατηθεί και θα γίνει στάχτη. Μήπως όμως και ο πατέρας του Αχιλλέα είναι πιο ευτυχισμένος; Τα γερατειά τον βαραίνουν όλο και πιο πολύ, καθώς ζει χωρισμένος από τη γυναίκα του, τριγυρισμένος από ανθρώπους που του επιβουλεύονται το θρόνο, χωρίς το μοναχογιό του, που θα σκοτωθεί μακριά στα ξένα.
 
Όταν χορταίνει το θρήνο, ο Αχιλλέας υπόσχεται να λυτρώσει τον Έχτορα και να σταματήσει τις εχθροπραξίες για δώδεκα μέρες, ώσπου να βρουν οι Τρώες καιρό να θάψουν τον μεγάλο τους νεκρό. Τέλος του στρώνει το τραπέζι και τον καλοσκαμνίζει. Ο Πρίαμος, νηστικός από την ημέρα που σκοτώθηκε ο Έχτορας, δέχεται την πρόσκληση και κάθεται να φάει και να πιεί. Ύστερα από τον κοινό θρήνο, το κοινό τραπέζι, άλλος ένας κρίκος που δένει τους δύο αντίμαχους. Και όταν αποτρώνε, έτσι όπως κάθονται ο ένας αντίκρυ στον άλλον, ο Πρίαμος δεν μπορεί να μην καμαρώσει την ομορφιά του Αχιλλέα, όσσος έην οιός τε, ούτε ο Αχιλλέας την αρχοντιά και τα γνωστικά λόγια του Πριάμου. Αυτό το αυθόρμητο, αθέλητο καμάρωμα του ενός από τον άλλον, τους φέρνει, ύστερα από τον κοινό θρήνο και το κοινό τραπέζι, ακόμη πιο κοντά. Και ακολουθεί το απίστευτο: ο βασιλιάς της Τροίας παρακαλεί τον Αχιλλέα, ύστερα από τόσες νύχτες αγρύπνιας, να τον κοιμίσει στο καλύβι του! ‘Ετσι παραδίνεται γεμάτος εμπιστοσύνη στα χέρια του εχτρού του και κοιμάται στον πρόδρομό του ανυπεράσπιστος, ξαρμάτωτος, με τον κίντυνο κάθε στιγμή να τον ανακαλύψει κάποιος Αχαιός και να τον σφάξει χωρίς πολλά πολλά.
 
Ξαναγυρίζουμε στα λόγια του Αχιλλέα, όταν θυμάται τον πατέρα του (Ω 538κ.):
Όμως ο Δίας με δίχως βάσανα δεν άφησε και τούτον.
γιους στο παλάτι του δε γέννησε, του θρόνου κληρονόμους.
έναν υγιό μονάχα αξιώθηκε λιγόχρονο, που μήτε
καν τώρα που γερνά τον γνοιάζομαι, τι απ’ την πατρίδα αλάργα
κάθουμαι εδώ στην Τροία, τα τέκνα σου να τυραννώ και σένα!
Ένας γέροντας παρατημένος από το μοναχογιό του, τώρα που είχε την ανάγκη του, κι εκείνος να βρίσκεται μακριά στα ξένα, να βασανίζει έναν άλλο γέροντα σκοτώνοντας τους γιους του. Μέσα σε μια φράση δοσμένη όλη η παραλογία του πολέμου.
 
Το χάσμα που χωρίζει τον ανήμερο Αχιλλέα, όπως τον δίνουν οι προηγούμενες ραψωδίες της Ιλιάδας, από τον πονόψυχο Αχιλλέα της τελευταίας είναι αληθινά μεγάλο. Γι’ αυτό σε περασμένα χρόνια πολλοί ομηρολόγοι υποστήριξαν πως η τελευταία ραψωδία πρέπει να είναι προσθήκη μεταγενέστερη. Στο αρχικό ποίημα του Ομήρου ο Αχιλλέας, αμετάστατος στην σκληρότητά του μέχρι θανάτου, άφηνε, όπως είχε από την αρχή απειλήσει, τον νεκρό του ‘Εχτορα πεταμένο στα χωράφια, όπου τον σπάραζαν τα όρνια και τα σκυλιά. Και μόνο σε κατοπινά χρόνια θέλησαν λέει να κάνουν τον Αχιλλέα πιο ήμερο, γι’ αυτό και τον έβαλαν να καλοδέχεται τον Πρίαμο, παρ’ όλο που με τον τρόπο αυτόν απαρνιόταν τον ίδιο τον εαυτό του.
 
Εμείς ας μην βιαστούμε να βγάλουμε καταδικαστική απόφαση για το τέλος της Ιλιάδας, τάχα πως δεν το έγραψε ο Όμηρος. πιο καλά να θυμηθούμε πως την ίδια διαπίστωση κάναμε πιο πάνω για το φέρσιμο του Δία μέσα στην Ιλιάδα: Ο πολεμόχαρος Δίας στην αντίθεσή του με τον ειρηνόφιλο Δία αντιστοιχεί με τον πολεμόχαρο Αχιλλέα στην αντίθεσή του με τον πονετικό Αχιλλέα. Δεν μπορεί -κάποια σχέση πρέπει να υπάρχει ανάμεσα στον αντιφατικό θεό και στον αντιφατικό ήρωα.
 
Πιστεύουμε πως όσα στοιχεία της Ιλιάδας προβάλλουν τον Δία ως υποκινητή του πολέμου και φιλοπόλεμο ανταποκρίνονται στην εικόνα του θεού, όπως τον ήξερε η προομηρική παράδοση. Αντίθετα, όταν μέσα στα πάθη και τις μεροληψίες των άλλων Ολύμπιων θεών βλέπουμε τον Δία να υψώνεται σε κήρυκα της ειρήνης και να απλώνει τη συμπάθειά του σε Αχαιούς και Τρώες αξεχώριστα, πιστεύουμε πως μιλεί ο ίδιος ο Όμηρος. Αντίστοιχα, ο αιμοβόρος Αχιλλέας αντιπροσωπεύει το ιδανικό της παλιάς παράδοσης, ο Αχιλλέας όμως που ξεχνάει το μίσος του και στρώνει το τραπέζι στον μεγάλο του αντίμαχο είναι πλάσμα του Ομήρου.
 
Με το στόμα του Δία μιλεί ο ποιητής. ο Δίας είναι το alter ego του Ομήρου, που σαν επικός ποιητής δεν μπορούσε να εκφράσει τα προσωπικά του αισθήματα, γι’ αυτό και τα προβάλλει ως αισθήματα του θεού που κυβερνάει τον κόσμο. Το ίδιο και με την απότομη μεταστροφή στη διαγωγή του Αχιλλέα μπροστά στο γέρο-Πρίαμο ανανεώνει τα παλιά ιδανικά της πολεμικής αρετής.
 
Δεν υπάρχει αμφιβολία πως η τελευταία ραψωδία ανήκει στον Όμηρο. Είναι αλήθεια πως μας ξαφνιάζει η απότομη μετάπτωση στα αισθήματα του Αχιλλέα, από το ανήμερο μίσος στη βαθιά συμπόνια. Ακριβώς όμως αυτό το απίστευτο θέλησε να μας το κάνει πιστευτό ο Όμηρος, ο ένας Όμηρος, και το κατόρθωσε με τη μεγάλη του τέχνη. Η βαθύτατη ανθρωπιά του ποιητή δεν το βάστηξε ν’ αφήσει τον ήρωά του ως το τέλος με το απάνθρωπο πάθος στην καρδιά. Και αν ερχόταν κάποιος να ελέγξει τον ποιητή λέγοντας πως στην πραγματική ζωή μια τέτοια απότομη μεταστροφή είναι απίθανη, αν όχι αδύνατη, ο ποιητής θα του απαντούσε, πιστεύω, χαμογελώντας: «Δεν είμαι σίγουρος πως έχεις δίκιο, μα κι αν έχεις, μια φορά την ποιητική αλήθεια δεν την αποτιμάει κανείς με το αν συμφωνεί με τη φυσική πραγματικότητα ή όχι. Με άλλα λόγια: Και αν δεχτούμε πως ένας πραγματικός άνθρωπος είναι αδύνατο να μεταπέσει έτσι ξαφνικά από την αντιπάθεια στη συμπάθεια, αυτό δεν θα πει πως δεν το μπορεί ένα ποιητικό πρόσωπο, όπως ο Αχιλλέας μου. Και αν θέλεις να ξέρεις, επίτηδες τόνισα τον άγριο, ανελέητο χαραχτήρα του ήρωα στις προηγούμενες ραψωδίες, για να προβάλει ακόμα πιο χτυπητά η μεταλλαγή του στο τέλος.»
 
Αοιδός ήμουν σε όλη μου τη ζωή και έψαλλα τη δόξα των παλιών αντρειωμένων Ελλήνων. Την Ιλιάδα μου δεν την έγραψα από τη μία μέρα στην άλλη. χρόνια και χρόνια δούλευα το μύθο της Τρωικής εκστρατείας, για να τον χωρέσω σε δεκαπέντε χιλιάδες κάπου στίχους. ως που μια μέρα, χωρίς και εγώ να καταλάβω πώς, στάθηκα πάνω από τον πόλεμο, για να γίνω κριτής του. Επειδή όμως δεν μπορούσα να κάνω ανοιχτό κήρυγμα, έβαλα τον Δία να τον καταδικάζει. έβαλα και τον Αχιλλέα να υπογραμμίζει πόσο παράλογος ήταν ένας πόλεμος που τον κρατούσε μακριά από τον τόπο του και από τους δικούς του, για να σκοτώνει ανθρώπους, που δεν του είχαν κανένα κακό κάνει (πρβ. και Α 152κ.). Ακόμα τον έβαλα να ξεχνά το μίσος του και να φέρνεται στον εχτρό του σαν σε φίλο.
Το έργο της ζωής του Ομήρου, όπως και τόσων άλλων αοιδών, ήταν να ψάλλει τα πολεμικά κατορθώματα των παλιών κάνει κανένας όμως άλλος ποιητής, είτε ‘Ελληνας είτε ξένος, όσο ξέρω, δεν έκλεισε το ηρωικό του έπος με μία σκηνή συμφιλίωσης, όπου δύο θανάσιμοι πολέμιοι να νιώθουν συμπάθεια ο ένας για τον άλλον, όπου ο κοινός πόνος να τους κάνει να ξεχνούν ό,τι ως την ώρα εκείνη τους χώριζε, και όπου να αναγνωρίζεται πόσο δίχως νόημα ήταν να χύνεται τόσο αίμα. Ο Όμηρος δεν απαρνιέται βέβαια την αρετή της παλικαριάς -κάθε άλλο!-, τη συμπληρώνει όμως με μιαν άλλη αρετή, με την ανθρωπιά.
Τη σημασία του νεωτερισμού του Ομήρου θα την εχτιμήσουμε καλύτερα αν την εντάξουμε στο πλαίσιο της ιστορίας του πολέμου, όπως την είχε διαμορφώσει η πιο παλιά παράδοση και όπως την ήξεραν οι ακροατές της Ιλιάδας: Στα δέκα του πάνω χρόνια οι Αχαιοί πατούσαν την Τροία και την έκαιγαν, έσφαζαν τους άντρες της και σκλάβωναν τις γυναίκες. Και ήταν ο Νεοπτόλεμος, του Αχιλλέα ο γιος, που έσφαζε το βασιλιά της Τροίας, τον γέρο-Πρίαμο, πάνω στο βωμό του Ικέσιου Δία.
 
Λίγους μήνες πριν από τον όλεθρο της Άλωσης ο Όμηρος αφήνει να φυτρώσει, ας είναι και για λίγο, το άνθος της ειρήνης και της αγάπης. γι’ αυτό έβαλε τον Αχιλλέα να σπλαχνίζεται τον Πρίαμο, να τρώει μαζί του, να τον καμαρώνει και να τον κοιμίζει στο καλύβι του -τον Αχιλλέα, το φονιά τόσων γιών του Πρίαμου, τον Αχιλλέα, τον πατέρα του φονιά του ίδιου του Πρίαμου. Με το να κλείσει ο Όμηρος το πολεμικό του έργο με μια σκηνή συνδιαλλαγής έδινε ένα μήνυμα, και δεν είναι δικό του λάθος αν δυσκολευτήκαμε να το ενωτιστούμε, καθώς μας θάμπωνε η δύναμη της περιγραφής του πολέμου στην υπόλοιπη Ιλιάδα. Νομίζουμε πως το στεφάνι της νίκης στους αγώνες της Χαλκίδας έπρεπε να δοθεί χωρίς δισταγμό στον Όμηρο. όχι μόνο γιατί ήταν ποιητής μεγάλος. για όποιον είχε αφτιά ν’ ακούσει, είχε χτυπήσει τον πόλεμο μέσα από τον πόλεμο, και αυτός ο τρόπος να γίνεσαι κήρυκας της ειρήνης είναι πιο αποτελεσματικός από το να δίνεις εντολές για το πότε πρέπει να σπέρνεις και πότε να θερίζεις. Αν έχουμε δίκιο στην εχτίμηση αυτή, τότε, πέρα από το θαυμασμό μας για τη μεγάλη του τέχνη, κάτι αρχίζουμε να βλέπουμε και από το αληθινό πρόσωπο του ποιητή μας.

Αν το σχολείο «δίδασκε» ψυχική υγεία

Ιστορία, μαθηματικά, βιολογία και φυσική. Νόμοι, τύποι, εξισώσεις και εξύμνηση του ελληνικού έθνους σε κίτρινες φυλλάδες. Και ενώ τα κενά κάνουν «κρα» και μπάζουν από παντού, εύλογα κάποιος πιθανότατα ενήλικος θα αναρωτιόταν «Και αν το σχολείο, δίδασκε ψυχική υγεία;»… Αν το ίδιο το σχολείο μιλούσε στα παιδιά από νωρίς για τα συμπτώματα της κατάθλιψης για παράδειγμα, για πρόληψη, για μια ξεκάθαρη ενημέρωση, πόσο μάλλον σε έναν κόσμο που δείχνει ολοένα και περισσότερο μια διαρκή προτίμηση στο γκρίζο χρώμα και το μαύρο, που σχεδόν βουλιάζει, που οι ψυχικές διαταραχές κάνουν πάρτι εντός του και τα ποσοστά της αυτοκτονίας παγκοσμίως χτυπάνε κόκκινο;…

Γονείς παραιτημένοι, δάσκαλοι ως επι το πλείστον αδιάφοροι, συγγενείς και φίλοι χαωμένοι σε μιαν καθημερινότητα σχεδόν παρανοϊκή, media σε πλήρη αποσύνθεση παρουσιάζουν «θέματα» αυτοκτονιών παρέχοντας στο πιάτο τρόπους με τους οποίους επιτεύχθηκαν, κλωνοποιούν το μιμητισμό στο βωμό κάποιων εκατομμυρίων ευρώ και σπέρνουν τον τρόμο, παιδιά και έφηβοι σε απόγνωση, κλεισμένα σε κουτιά με χίλια δυο ερωτηματικά στα κεφάλια τους για το απελπιστικό όλο.

 

Αλήθεια, κατά πόσο διαφορετικά θα ήταν τα πράγματα αν το σχολείο «δίδασκε» ψυχική υγεία;

Δε θα υπήρχε ντροπή να ζητήσεις βοήθεια

Θα μιλούσες ανοιχτά, χωρίς φόβο, ενοχές και το στίγμα του «διαφορετικού». Θα ήταν σίγουρα πολύ πιο απλό να επικοινωνήσεις μια ανησυχία σου και να αγκαλιαστείς γι’ αυτό, όχι να περιθωριοποιηθείς.

 

Θα μειωνόταν το στίγμα που αφορά τις ψυχικές διαταραχές

Σε έναν κόσμο που τρέμει τους σχιζοφρενείς, γιατί θεωρεί μέσω των προτύπων που προβάλλονται από ταινίες και media ότι πρόκειται για ανθρώπους στην καλύτερη «επιθετικούς», που ξεστομίζει τον επιθετικό προσδιορισμό «Καλά αυτός είναι διπολικός!» για πλάκα, που αναπαράγει τον κοινωνικό αποκλεισμό με χίλιους δυο διαστρεβλωμένους τρόπους, εσύ θα γνώριζες. Θα ήξερες την αλήθεια. Θα είχες ΕΝΗΜΕΡΩΘΕΙ και θα συνέβαλες στο να μειωθεί το στίγμα, μεταδίδοντας την πραγματικότητα ως έχει.

 

Το «bullying» πιθανότατα θα υπήρχε γραμμένο μόνο σε γκρίζες σελίδες του παρελθόντος

Γιατί αν γνώριζαν οι «θύτες» και οι «μάρτυρες», πόσο κακό μπορεί να κάνουν στη ψυχική υγεία ενός παιδιού που δέχεται bullying, ίσως αυτό τους σταματούσε. Τα τραύματα ανάλογα την περίπτωση μπορεί να πλήξουν για πάντα τη ψυχή ενός ανθρώπου. Εκφοβισμός, παθητικότητα, παραίτηση. Δεν είναι τόσο απλό για να σβήσει σε μια στιγμή…

 

Θα αποκτούσες «συμπόνια»

Οι άνθρωποι δεν είναι οι διαγνώσεις τους. Οι άνθρωποι, είναι άνθρωποι και δεν επιλέγουν την κατάθλιψη, την οριακή διαταραχή προσωπικότητας, τη ψύχωση, την ιδεοψυχαναγκαστική διαταραχή κλπ … Αν εσύ γνώριζες για όλα αυτά, τα συμπτώματα, τις αιτίες (όπου υφίστανται), τη θεραπεία τους, ίσως αντιμετώπιζες πολύ διαφορετικά έναν άνθρωπο που πλήττεται με κάτι απ’ όλα αυτά . Ένα φίλο, το γονιό σου, έναν απλό περαστικό.

 

Θα πέφτανε οι μάσκες

Όλες οι ανοησίες που διαρκώς αναμασώνται περί ψυχικών διαταραχών. Θα γνώριζες ποια η διαφορά της ψυχοθεραπείας με τη ψυχιατρική παρακολούθηση. Θα ήξερες πως μόνο ο ψυχίατρος μπορεί να χορηγήσει φάρμακα και τους λόγους. Θα ήξερες πως όλα αυτά δεν είναι τόσο απλά όσο περιγράφονται και πως θέλουν κουράγιο, υποστηρικτικό περιβάλλον και ψυχή. Θα ήσουν ενήμερος.

 

Θα μιλούσες ανοιχτά για τη δική σου ψυχική υγεία

Οι κρίσεις πανικού, οι δείκτες τους στρες, τα ποσοστά αυτοκτονίας παγκόσμια, χτυπούν κόκκινο σε νεαρές ηλικίες. Και ξέρεις γιατί; Γιατί δεν είσαι ενήμερος. Αν ήσουν όμως, ίσως δε φοβόσουν να μιλήσεις ανοιχτά και την πρόσφατη διάγνωσή σου, ίσως μοιραζόσουν την ιστορία σου και ίσως έδινες ώθηση και στους γύρω σου να κάνουν το ίδιο. Αν…

 

Θα κινητοποιούσουν μαζικά

Αν ίσχυαν όλα τα παραπάνω, είχες γνώση, ανοιχτή σκέψη και ελευθερία έκφρασης, θα ήσουν ένα βήμα πιο κοντά στο να κινητοποιήσεις φίλους και συμμαθητές περισσότερο μαζικά. Εικαστικά δρώμενα για τις ψυχικές διαταραχές, θεατρικά, εκδηλώσεις, σχολικές εκστρατείες, θα έβαζαν ένα λιθαράκι στην καταπολέμηση του στίγματος.

Θα διδασκόταν άραγε «Ψυχική Υγεία» σε ένα ιδανικό σχολείο λέτε, ή μάλλον καλύτερα σε ένα σχολείο κανονικό, εντός ενός κανονικού και σοβαρού εκπαιδευτικού συστήματος, που απλά δουλεύει σωστά;

Η γαλήνη έρχεται στη ζωή σας όταν μαθαίνετε πώς να δίνετε προτεραιότητα σε ό,τι είναι σημαντικό και να ξεπερνάτε τις πολλές καταιγίδες που σκοτεινιάζουν το μυαλό σας.

Είναι γνωστό ότι ο Δαλάι Λάμα λέει πως είναι αδύνατον να βρείτε γαλήνη μέσα στον κόσμο αν πρώτα δεν βρείτε γαλήνη μέσα στο νου και στην καρδιά σας.
 
Μάλιστα, στην καθημερινή ζωή σας δεν προσπαθείτε να λύσετε τα προβλήματα του υπόλοιπου κόσμου. Αρκεί εσείς να είστε «εντάξει» και η συγκεκριμένη ηρεμία συνδέεται άμεσα με την έννοια της γαλήνης.

Γαλήνη σημαίνει ότι βλέπετε αντικειμενικά τα ζητήματα που σας απασχολούν και ότι δίνετε τέλος στις έμμονες σκέψεις. Βάζετε στην άκρη ό,τι σας προκαλεί δυστυχία, ενόχληση ή δυσφορία για να επιτύχετε μια εσωτερική αρμονία που συνδέεται τόσο με τον εαυτό σας όσο και με ό,τι σας περιβάλλει.
 
Δεν είναι εύκολη η επίτευξη αυτής της κατάστασης επειδή, σε πολυάριθμες περιπτώσεις, η αντιμετώπιση πολλών προσωπικών καταιγίδων είναι κάτι για το οποίο οι άνθρωποι μπορεί να μην είναι πάντα προετοιμασμένοι.
 
Θα εξηγήσουμε παρακάτω πώς θα φτάσετε στην κατάσταση της γαλήνης.

Η γαλήνη που έρχεται μετά από πολλές καταιγίδες

Αναμφισβήτητα σε περισσότερες από μία περιπτώσεις έχετε βιώσει το εξής: συνειδητοποιείτε ότι δεν μπορείτε να συνεχίσετε τη σχέση με κάποιον/α και τελικά πρέπει να του/της πείτε πώς αισθάνεστε.
 
Οι καταστάσεις αυτές αποτελούν φυσιολογικές διεργασίες στον κύκλο της ζωής. Πρόβλημα προκύπτει όταν αρνείστε να τις αντιμετωπίσετε και τους επιτρέπετε να παρατείνονται ενώ παράλληλα παρεμβάλλονται πρόσθετα προβλήματα.

Αν δεν μπορείτε ή δεν ξέρετε πώς να θέσετε σε προτεραιότητα τις ανάγκες σας, η ζωή σας σταδιακά μετατρέπεται σε ιστό αράχνης που σας παγιδεύει. Πολλές καταιγίδες σας περιβάλλουν κλέβοντας την ευτυχία σας.
 
Δώστε προσοχή στα βήματα που πρέπει να ακολουθήσετε για να φτάσετε σε μια κατάσταση εσωτερικής -και εξωτερικής- γαλήνης.
 

Μάθετε να σκέφτεστε

Μπορείτε να το ονομάσετε στοχασμό, διαλογισμό ή απλά σκέψη. Είτε το πιστεύετε είτε όχι, θα πρέπει να περνάτε τουλάχιστον μία ώρα τη μέρα μόνοι σας στη σιωπή για να μπορείτε να συνδεθείτε με τον εαυτό σας -είναι κάτι πολύ θεραπευτικό.
  • Το ιδανικό είναι να έχετε μία ώρα το πρωί για να αναλύσετε πού βρίσκεστε, τι ανάγκες έχετε, τι σας ενοχλεί, τι σας ανησυχεί και τι μπορείτε να κάνετε γι’αυτά.
  • Κατά τη διάρκεια της μέρας είναι πιο δύσκολο να σκεφτούμε με ησυχία και ηρεμία, επομένως είναι καλή ιδέα να κλείνετε καθημερινά ένα ραντεβού με τον εαυτό σας για να διαλογιστείτε και να είστε συνεπείς πάντα. Κάντε το μέρος της καθημερινής ρουτίνας σας.

Μάθετε να απλοποιείτε τη ζωή σας

Τι σημαίνει να απλοποιείτε πραγματικά τη ζωή σας; Όταν κάποιος αρχίζει να διαλογίζεται, να αναλογίζεται ή να σκέφτεται τις προτεραιότητές του, συνειδητοποιεί ότι υπάρχουν πολλά πράγματα που δεν χρειάζεται.
  • Απλοποίηση σημαίνει να καταλάβετε τι είναι σημαντικό για σας και έπειτα να το θέτετε σε προτεραιότητα.
  • Αν υπάρχουν άνθρωποι που φέρνουν μόνο συγκρούσεις, παράπονα, ανησυχίες ή φόβους στη ζωή σας, είναι καιρός να απομακρυνθείτε από αυτούς.
  • Αν υπάρχει κάτι σε σας που δεν σας αρέσει, ήρθε η στιγμή να το αλλάξετε ή τουλάχιστον να ξεκινήσετε τη διαδικασία.
  • Σκεφτείτε την απλότητα στη ζωή σαν κάτι ευχάριστο, όταν όλοι μπορούν να είναι ευτυχισμένοι με ό,τι τους περιβάλλει, χωρίς τεχνάσματα ή περιπλοκές.

Αποφύγετε την κριτική, δοκιμάστε την αποδοχή

Μόλις μπορέσετε να βάλετε στην άκρη τα πράγματα που σας πληγώνουν, είναι καιρός να προχωρήσετε προς τα μπρος χωρίς να αναζητάτε ενόχους στη ζωή σας.
  • Αν αισθάνεστε υποχρεωμένοι να αφήσετε το/τη σύντροφό σας ή κάποιο φιλικό σας πρόσωπο, μην περιπλέκετε αυτή την ήδη δύσκολη στιγμή αναζητώντας ενόχους ή συσσωρεύοντας θυμό και πικρία.
  • Τα αρνητικά συναισθήματα είναι το αντίθετο της εσωτερικής γαλήνης. Δεν μπορείτε ποτέ να είστε γαλήνιοι όταν αισθάνεστε φόβο ή μίσος. Πρέπει να μάθετε και να δέχεστε και να αποφεύγετε την κριτική.

Δείξτε ευγνωμοσύνη

Ξέρετε ότι δεν είναι πάντα εύκολο να αισθάνεστε ευγνώμονες όταν είστε απογοητευμένοι, προδομένοι ή απλώς βιώνετε περισσότερη λύπη από ό,τι χαρά.
  • Ωστόσο, κάτι τόσο απλό όσο το να προσεγγίζετε τη ζωή σας από μια πιο γαλήνια προοπτική και μια στάση ευγνωμοσύνης θα σας φέρει αναμφισβήτητα μια βαθύτερη εσωτερική ισορροπία.
  • Η έκφραση ευγνωμοσύνης είναι επίσης ένας τρόπος να απελευθερώσετε τον εαυτό σας και να γαληνέψετε πολλές καταιγίδες. Σας βοηθάει να αναγνωρίσετε το καλό που κάνετε στους άλλους και το γεγονός ότι η ζωή είναι γεμάτη όμορφα πράγματα που μπορείτε να απολαύσετε.
  • Ένας γαλήνιος νους είναι ένας ευγνώμων νους, που γνωρίζει πώς να θέτει προτεραιότητες, να δείχνει σεβασμό και να ζει μια απλή και ταπεινή ζωή.
Η γαλήνη δεν έχει τίποτα να κάνει με την ελαχιστοποίηση των καθημερινών δραστηριοτήτων σας. Έχει να κάνει απλώς με την επίτευξη εκείνης της θαυμάσιας ισορροπίας στα πλαίσια της οποίας τίποτα δεν είναι περιττό και τίποτα δεν λείπει -είναι το να πείτε αντίο στις πολλές καταιγίδες που κάποτε σκοτείνιαζαν το νου σας.
 
Είναι εκείνη η στιγμή στη ζωή σας που επιτέλους μπορείτε να πείτε στον εαυτό σας: «Είμαι εντάξει. Δεν χρειάζομαι τίποτε άλλο».
 
Η άφιξη σε αυτό το σημείο είναι κάτι υπέροχο και αξίζει την προσπάθεια. Σας προτείνουμε να ξεκινήσετε σήμερα το εσωτερικό σας ταξίδι προς τη γαλήνη.

Διάλογος Επικούρειου και Στωικού, προβληματίζει τους θεούς

Στην αγορά της Αθήνας οι συζητήσεις ήταν το συνηθισμένο και καθημερινό φαινόμενο. Ο καθένας μπορούσε να πει το κοντό του και το μακρύ του, χωρίς τους περιορισμούς και τους κανονισμούς που ίσχυαν στην Εκκλησία του Δήμου. Πολύ συχνά οι συζητήσεις κατέληγαν σε λογομαχίες και καμιά φορά σε χειροδικίες. Δεν ήταν σπάνιες και οι συζητήσεις με θέματα θεωρητικά και υπερβατικά, όπως για παράδειγμα αν υπάρχουν ή όχι θεοί. Έναν τέτοιο διάλογο μεταξύ δύο φιλοσόφων αναφέρει ο Λουκιανός στο έργο του Ζευς τραγωδός.

Το εύρημα του Λουκιανού είναι πως τον διάλογο τον παρακολουθούμε από τη σκοπιά των θεών, που συγκεντρώθηκαν με πρόσκληση του Δία, ο οποίος αποφάσισε να συγκαλέσει «Γενική Συνέλευση» των Θεών, όταν ο Ερμής τον πληροφόρησε πως την επομένη ο επικούρειος Δάμις και ο στωικός Τιμοκλής θα συζητούσαν στην Ποικίλη Στοά για το αν υπάρχουν ή όχι οι θεοί. Ο Δίας θορυβήθηκε πολύ, γιατί αν επικρατούσε η δεύτερη άποψη, υπήρχε κίνδυνος να σταματήσει η ανέγερση ναών και η προσφορά θυσιών.

Ο Λουκιανός βάζει τους θεούς να συμπεριφέρονται σαν τους Αθηναίους πολίτες στην Πνύκα, με προσφωνήσεις του τύπου «άνδρες θεοί» και εισαγωγές όπως «άκουε, σίγα, μη τάραττε», με αντεγκλήσεις και φωνές. Ο Μωμος, που εκπροσωπούσε το πνεύμα της αντιλογίας και της αμφισβήτησης, ουσιαστικά υποστήριζε τον Επικούρειο, ενώ ο άξεστος και καθόλου εύστροφος Ηρακλής, που δεν ανεχόταν φλυαρίες και λόγια, πρότεινε να ματαιώσει τη συζήτηση, κατεβαίνοντας στην Αθήνα και γκρεμίζοντας την Ποικίλη Στοά. Ο Δίας όμως απέρριψε την πρότασή του και του έβαλε πάγο.

Τελικά ο διάλογος έγινε. Από την αρχή καταλαβαίνουμε πως ο σκεπτικιστής Λουκιανός ευνοεί τον Επικούρειο και αντιπαθεί τον Στωικό φιλόσοφο. Παρ’ όλη όμως τη μεροληψία του αυτή, τα επιχειρήματα, που βάζει στο στόμα του υπερασπιστή των θεών, δεν είναι δικά του αλλά τα έχει πάρει από το οπλοστάσιο των απανταχού της γης και πάσης εποχής απολογητών της θρησκείας. Ούτε είναι δικές του επινοήσεις οι μειωτικοί χαρακτηρισμοί, οι ύβρεις και τα αναθέματα, που αφθονούν στα λεγόμενα του Στωικού. Παντού -και πάντα, οι πάσης φύσεως φανατικοί, οι κάτοχοι της απόλυτης αλήθειας, αντιμετώπιζαν και αντιμετωπίζουν τους αντιρρησίες της αλήθειας αυτής με μειωτικούς χαρακτηρισμούς και συχνά με απειλές.

Έτσι και στο διάλογο αυτό ο ευσεβής και θεοφοβούμενος Τιμοκλής, αντιμετώπισε από την αρχή τον αμφισβητία Δάμη με μειωτικούς χαρακτηρισμούς και βρισιές, ενώ ο επικούρειος φιλόσοφος τον αντιμετώπιζε με χιούμορ και ειρωνεία.

Να μην ξεχνάμε πως οι Επικούρειοι ταύτιζαν τους θεούς με τις φυσικές δυνάμεις και θεωρούσαν πως αποτελούνται και αυτοί από άτομα, πως δεν επεμβαίνανε καθόλου στη ζωή των ανθρώπων και ως εκ τούτου είναι περιττό οι άνθρωποι να προσεύχονται στους θεούς ή να ζητούν από αυτούς οτιδήποτε.

Κατά τη συζήτηση επιτέθηκε πρώτος ο Τιμοκλής, που ρώτησε τον «ιερόσυλο Δάμη», όπως τον αποκάλεσε, να του εξηγήσει γιατί δεν πιστεύει πως υπάρχουν θεοί.

Εκείνος του απάντησε πως δεν έχει καμιά τέτοια υποχρέωση, αλλά αντίθετα αυτός (ο Τιμοκλής) πρέπει να εξηγήσει πού βασίζει την πίστη του πως υπάρχουν οι θεοί, του ζήτησε δε να αποφεύγει χαρακτηρισμούς και βρισιές.

Ο Τιμοκλής αναφέρθηκε τότε στην τάξη που επικρατεί στον κόσμο, που από μόνη της μαρτυρεί την ύπαρξη κάποιου υπέρτατου αρχιτέκτονα, την θεία πρόνοια, που μεριμνά για όλους τους ανθρώπους, για τα θαύματα που κάνουν οι θεοί και για τις θεομηνίες με τις οποίες τιμωρούν τους ασεβείς.

Ο Δάμις, αντικρούοντας τα επιχειρήματα αυτά, υποστήριξε πως η τάξη που επικρατεί στον κόσμο είναι αποτέλεσμα των φυσικών δυνάμεων που τον κυβερνούν, αμφισβήτησε πως υπάρχει θεία πρόνοια, αφού πολλοί εγκληματίες μένουν ατιμώρητοι, ενώ αντίθετα θύματα της θείας οργής πέφτουν καμιά φορά αθώοι. Όταν ο Τιμοκλής τον άκουσε πως δε δεχόταν τη θεία πρόνοια, φώναξε απευθυνόμενος στους ακροατές τους: «Πώς τον ακούτε να τα λέει αυτά, άνθρωποι, και δεν τον παίρνετε με τις πέτρες;»

 «Μην ερεθίζεις τους ανθρώπους εναντίον μου» του λέει ο Δάμις, «και στο κάτω κάτω ποιος είσαι συ που θυμώνεις για λογαριασμό των θεών όταν αυτοί δε φαίνονται να ενοχλούνται μ’ αυτά που λέω, εκτός πια αν δε μ’ ακούνε».

«Σ’ ακούνε και θα σε τιμωρήσουν όταν έρθει η ώρα» τον απείλησε ο Τιμοκλής.

«Και πού θα βρουν τον καιρό να νοιαστούν για μένα; Εδώ όπως λες έχουν τόσα και τόσα να κάνουν, με εμένα θα ασχοληθούν; Άλλωστε, σε τόσες και τόσες περιπτώσεις κακουργημάτων, είδες ποτέ να τιμωρούν κανέναν; Εσύ, πες μου, πού βασίζεις τον ισχυρισμό σου πως οι θεοί προνοούν;»

O Τιμοκλής άρχισε να αραδιάζει διάφορα αποσπάσματα από τον Όμηρο και τους Τραγικούς, που κατά την άποψή του αποδείκνυαν τη θεία πρόνοια, ο Δάμις όμως του απάντησε πως όλα αυτά είναι αποκυήματα της φαντασίας των ποιητών και όχι γεγονότα αποδεδειγμένα.

Το πλήθος που παρακολουθούσε τη συζήτηση τον χειροκρότησε και αυτό μεγάλωσε την οργή του Τιμοκλή, που τον ρώτησε:

«Είπες πως οι βωμοί είναι για τους θεούς. Αφού λοιπόν υπάρχουν βωμοί, άρα υπάρχουν θεοί. Τι έχεις να πεις γι’ αυτό;»

 «Άσε με πρώτα να γελάσω με το επιχείρημά σου αυτό και μετά σου απαντώ»

 «Εσύ ποτέ δε στοματάς να γελάς. Πες τι το γελοίο βλέπεις στο συλλογισμό μου;»

 «Αφού συνδέεις την ύπαρξη των θεών από την ύπαρξη των βωμών, δε νομίζω πως έχουμε να πούμε τίποτ’ άλλο, και είναι καιρός να φύγουμε».

«Ομολογείς λοιπόν πως νικήθηκες;»

 «Ναι βρε Τιμοκλή. Αφού, όπως οι καταδιωκόμενοι, κατέφυγες στους βωμούς, παραδέχομαι πως με νίκησες».

Και ο Δάμις κίνησε να φύγει, ενώ ο Τιμοκλής έξαλλος τον ακολουθούσε, βρίζοντας κι αυτόν και όλο του το σόι.

Λουκιανός, Ζευς τραγωδός

Ο ΕΡΥΜΑΝΘΙΟΣ ΚΑΠΡΟΣ

Η αρχική περιοχή της Αρτέμιδος, το χοροστάστι της απάνω στις σπαθωτές  βουνοπλαγιές και το αγαπημένο της βουνό, όπως ο Ταΰγετος, ήταν ο Ερύμανθος στη νοτιοδυτική γωνία της Αρκαδίας, όπου συνορεύει με την Αχαΐα και την Ήλιδα. Εκεί στάλθηκε ο Ηρακλής με την τέταρτη εντολή: να πιάση τον κάπρο. Όταν η θεά οργισμένη έστρεφε το πρόσωπό της σε μια χώρα, όπως στην Ιστορία του Μελεάγρου, έστελνε έναν μανιασμένο κάπρο, που κατάστρεφε τους αγρούς των χωρικών. Γι’ αυτό δεν αναφέρεται τίποτα εδώ, μόνο ότι οι κάτοικοι της Ψωφίδος παραπονιούνταν για τον Ερυμάνθιο κάπρο. Αλλά δεν ήταν αυτός πάλι ο λόγος που ο Ηρακλής έπρεπε να τον πιάση ζωντανό και να τον φέρη στις Μυκήνες. Στους γεωργούς θ’ αρκούσε, αν σκότωνε το ζώο.

Ο ήρωας περιπλανήθηκε κι αυτή τη φορά σ’ όλη την Αρκαδία κι έφτασε πρώτα στα δάση της Φολόης, του οροπεδίου ανάμεσα στην κοιλάδα του Αλφειού και στον Ερύμανθο. Σ’ αυτή την περιοχή κατοικούσαν οι Κένταυροι, που είχαν την ίδια φύση και τις ίδιες συνήθειες όπως οι ζωώδεις αντίπαλοι των Λαπιθών στη Θεσσαλία.  Υπήρχαν επίσης και Λαπίθαι στα γύρω, με τους οποίους δεν είχε καμιά δουλειά ο Ηρακλής. Φιλοξενήθηκε εγκάρδια από τον Κένταυρο Φόλο, που κατοικούσε δω σε μια σπηλιά. Ο οικοδεσπότης του πρόσφερε ψητό κρέας, ενώ ο ίδιος έτρωγε ωμό.  Σύμφωνα με μια διήγηση, ήταν μαζί τους και ο σοφός Κένταυρος Χείρων, ο πιο δίκαιος ανάμεσα στους Κενταύρους.

Ο Χείρων είχε αποτραβηχτή από τους Θεσσαλούς Λαπίθας στην Πελοπόννησο και, αντί να κατοική στο Πήλιο, κατοικούσε στο Ακρωτήριο Μαλέα. Ζήτησε άραγε ο Ηρακλής κρασί, ή ήταν κι αυτό μέσα στη φιλοξενία του Φόλου; Άνοιξε το κοινό κρασί των Κενταύρων, που ο Φόλος το φύλαγε σ’ ένα μεγάλο πιθάρι.

Αυτό το κρασί θα πρέπη να ήταν δώρο του Διονύσου προορισμένο απ’τον ίδιο το θεό για τον ήρωα. Ήταν ένα επικίνδυνο δώρο, που τη φύση του δεν την ήξεραν προφανώς οι Κένταυροι. Παλιοί αγγειογράφοι παριστάνανε μ’ ευχαρίστηση τη σκηνή, πως ο Ηρακλής άντλησε πρώτος από το μεγάλο βαρέλι.

Το άρωμα του κρασιού δελέασε τώρα και τους άλλους Κενταύρους, και το κενταυρικό συμπόσιο μεταβλήθηκε σε λίγο σε κενταυρική μάχη, που πάλι παρουσίαζαν ευχαρίστως οι καλλιτέχνες και οι αφηγητές. ‘Ισχυρίστηκαν ότι η μάχη απλώθηκε από το βουνό Φολόη μέχρι τη σπηλιά του Χείρωνος στο ακρωτήριο Μαλέα. Μέχρις εκεί θα κυνήγησε ο Ηρακλής με τα δηλητηριασμένα βέλη του τους Κενταύρους. Ένα βέλος, προορισμένο για τον Έλατο, αστόχησε και χτύπησε τον θεϊκό Χείρωνα. Μάταια προσπάθησε ο ήρωας να τον γιατρέψει με χειρονικά γιατρικά: το δηλητήριο της Ύδρας ήταν πολύ δραστικό.

Τραυματισμένος στο γόνατο ο Χείρων, δεν μπορούσε ούτε να γίνη καλά, αλλά ούτε και να πεθάνη. Έτσι αποτραβήχτηκε με την αγιάτρευτη πληγή του στη σπηλιά του και βασανιζόταν εκεί, μέχρι που μπόρεσε, αντί για τον βασανιζόμενο Προμηθέα, να προσφέρη στο Δία τον εαυτό του. Έτσι πέθανε ο Χείρων και λυτρώθηκε ο Προμηθεύς. Από ένα βέλος του Ηρακλέους πέθανε επίσης ο καλός Φόλος μ’ αυτό τον τρόπο: τράβηξε το δηλητηριασμένο βέλος από κάποιο πτώμα Κενταύρου κι απορούσε πως ένα τόσο μικρό πράγμα μπόρεσε να θανατώση ένα τόσο μεγάλο πλάσμα. Τότε το βέλος έπεσε στο πόδι του και σκότωσε και τον ίδιο. Ο Ηρακλής όμως έθαψε το φίλο του και πήρε το δρόμο για τον Ερύμανθο.

Εκεί καταδίωξε τον κάπρο από την κρυψώνα του. Τον παράσυρε στα χιόνια της κορυφής, τον έπιασε με μια θηλιά κι έριξε το ζώο στους ώμους του. Μετά τράβηξε για τις Μυκήνες, παίρνοντας και το ζώο μαζί του. Τότε ακολούθησε η από παλιά γνωστή σκηνή, που οι αγγειογράφοι απεικόνιζαν πάλι μ’ ευχαρίστηση. Ο ήρωας, με τ’ αγριογούρουνο στην πλάτη, πάτησε με το ένα του πόδι στην άκρη του υποχθόνιου πιθαριού, όπου είχε γλιστρήσει ο Ευρυσθεύς. Βλέπει κανείς μόνο τα κεφάλι και τα χέρια του φοβητσιάρη. Τόσο τρόμαξε, όταν είδε τον κάπρο, λες κι έβλεπε το θάνατο.

Η Κόλαση άδεια, οι δαίμονες όλοι είναι εδώ

Προφανώς οι δαίμονες για τους οποίους μιλάει ο Σαίξπηρ παίζουν και διασκεδάζουν απίστευτα στα πεδία του έρωτα.

Γιατί αν η μοναξιά μπορεί να είναι πικρή και βαρετή, η συνεύρεση με ένα άλλο άτομο, που έχει παρελθόν, τραύματα και όνειρα διαφορετικά από τα δικά μας, σημαίνει πάντα κι έναν πολύ μεγάλο άθλο για το συνταίριασμα, κατά τον οποίο δεν είναι δύσκολο να ξεπηδήσουν σπίθες.

Περιέργως, πολλοί άνθρωποι βεβαιώνουν ότι τις στιγμές της μεγαλύτερης μοναξιάς τις έχουν ζήσει όντας ερωτευμένοι, όταν η φαντασία πυροδοτείται και τα συναισθήματα μεγαλοποιούνται.

Οι παρακάτω στίχοι του Τζιάκομο Λεοπάρντι, του κυριότερου ποιητή του ιταλικού ρομαντισμού, μας λένε ότι αυτού του είδους οι δαίμονες μπορούν να προσφέρουν μια ευαίσθητη ηδονή:

Τα μυστικά της ανθρώπινης καρδιάς
κάποιες φορές είναι τόσο βαθιά
που δε γίνεται να διαπεραστούν εύκολα`
γι’ αυτό τον λόγο,
οι καλύτερες στιγμές ενός έρωτα
είναι εκείνες όπου σε πιάνει
μια γαλήνια και γλυκιά μελαγχολία
όταν κλαις
και δεν ξέρεις γιατί
όταν παραιτείσαι ήρεμα
μπροστά σε μια ατυχία χωρίς να ξέρεις ποια ειν’
αυτή
όταν ευχαριστιέσαι μ’ ένα τίποτα
και χαμογελάς με κάτι ακόμα πιο λίγο…

Μπορεί ο ηλιακός άνεμος να τροφοδοτήσει με ενέργεια τη Γη

Καθώς προσπαθούμε να βρούμε εναλλακτικής πηγές ενέργειας, ορισμένοι ερευνητές συνεχίζουν να προσβλέπουν σε αυτό που θεωρούν σαν την απόλυτη λύση στην ανανεώσιμη ενέργεια – τον ήλιο.
 
Ωστόσο, στη γη η δημιουργία αποτελεσματικών ηλιακών συλλεκτών εξακολουθεί να αποτελεί μια πρόκληση. Αν και οι ηλιακές κυψέλες έχουν αυξήσει την απόδοση τους, και ενώ συναντάμε πρόοδο στην τεχνολογία ηλιακής ενέργειας, υπάρχουν ορισμένοι επιστήμονες που ψάχνουν για τη συγκέντρωση ηλιακής ενέργειας λίγο πιο κοντά στην πηγή, συλλέγοντας ενέργεια από τον ηλιακό άνεμο.
 
Ο ηλιακός άνεμος είναι ένα ρεύμα φορτισμένων σωματιδίων που αναχωρεί από την ανώτερη ατμόσφαιρα του ήλιου. Κινούνται προς το διάστημα και φυσικά προς τη Γη και τους υπόλοιπους πλανήτες, και παρέχει τη δυνατότητα να τροφοδοτήσει με ενέργεια σε ολόκληρη τη Γη, σύμφωνα με ορισμένους ερευνητές. Και, ακόμα κι αν αναφερόμαστε στον ηλιακό άνεμο ως "άνεμο", δεν θα δίνει ενέργεια με τον τρόπο που βλέπουμε στις ανεμογεννήτριες εδώ στη γη. Αντιθέτως, η ενέργεια από τον ηλιακό άνεμο θα συλλέγεται από ένα γιγαντιαίο ιστίο που θα αναπτυχθεί στο διάστημα, ανάμεσα στον ήλιο και την γη.
 
Αυτή η πρόταση έχει μελετηθεί από επιστήμονες στο Πολιτειακό Πανεπιστήμιο Washington, καθώς και οι προδιαγραφές και οι δυνατότητες του τεράστιου ηλιακού ιστίου.
 
Σύμφωνα με τους υπολογισμούς της ομάδας, 300 μέτρα χάλκινο σύρμα, συνδεόμενα με ένα δέκτη πλάτους δύο μέτρων και με ένα ιστίο 10 μέτρων, θα δημιουργήσει αρκετή ισχύ για 1.000 σπίτια.
 
Ή ένας δορυφόρος με ένα σύρμα 1.000 μέτρων και ένα ιστίο μήκους 8.400 χιλιόμετρα, τοποθετημένος περίπου στην ίδια τροχιά, θα δημιουργήσει ηλεκτρική ισχύ  ένα δισεκατομμύριο δισεκατομμυρίων γιγαβάτ .
 
Η πραγματική πρόκληση βεβαίως είναι πώς θα συλλάβουμε όλη αυτή την ενέργεια πίσω στη Γη, προκειμένου να τροφοδοτήσουμε τον πλανήτη. Μια ιδέα είναι να χρησιμοποιήσουμε μια συγκεντρωτική ακτίνα λέιζερ για να στείλουμε την ενέργεια πίσω στη Γη. Δυστυχώς, η τεράστια απόσταση μεταξύ Γης και δορυφόρου (εκατομμύρια χιλιόμετρα), αναγκαστικά θα ‘ανοίξει’ την ακτίνα του λέιζερ μέχρι να φθάσει στον πλανήτη μας, οπότε αυτό σημαίνει μεγάλη απώλεια ενέργειας.
 
Ενώ είναι πιθανό ότι το ηλιακό ιστίο θα μπορούσε να κατασκευαστεί και να αναπτυχθεί με την τρέχουσα τεχνολογία, η μέθοδος της ακτινοβολίας της ενέργειας που θα συλλεχθεί από τον ηλιακό άνεμο θα χρειαστεί αρκετό χρόνο για να αναπτυχθεί. Μέχρι τότε, θα πρέπει να είμαστε ευχαριστημένοι με τα ηλιακά πάνελ στη Γη.

Ενεργητικά ηλεκτρόνια θα μπορούσαν να διπλασιάσουν την απόδοση της ηλιακής κυψέλης

Μία μέρα θα μπορούσαμε να δούμε ηλιακές κυψέλες με θεωρητική μέγιστη απόδοση πολύ πάνω από το σημερινό 31%, ακόμα και στο 66%,  χάρη σε ένα καινοτόμο τρόπο αξιοποίησης ηλεκτρονίων των οποίων η ενέργεια συνήθως χάνεται ως θερμότητα.
 
Οι πιο αποτελεσματικές ηλιακές κυψέλες πυριτίου μετατρέπουν το 25% του εισερχόμενου φωτός σε ηλεκτρική ενέργεια, αλλά ακόμη και με πρόσθετες βελτιώσεις οι κυψέλες αυτές θα καταλήξουν να έχουν απόδοση κοντά στο θεωρητικό όριο του 31%, επειδή το εισερχόμενο φως δημιουργεί άφθονα εξαιρετικά ενεργητικά ηλεκτρόνια. Αυτά τα "καυτά" ηλεκτρόνια χάνουν την ενέργειά του σε λιγότερο από ένα δισεκατομμυριοστό του δευτερολέπτου – πολύ μικρός χρόνος για να μπορέσουν να αξιοποιηθούν.
 
Το 2001, ο Arthur Nozik του Εργαστηρίου Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας (NREL) στο Κολοράντο, πρότεινε ότι οι κβαντικές κουκίδες – ημιαγωγοί νανολίμακας – θα μπορούσαν να βοηθήσουν ώστε να επιβραδυνθεί ο ρυθμός με τον οποίο τα ‘καυτά’ ηλεκτρόνια χάνουν την ενέργεια τους ως θερμότητα. Αυτό συμβαίνει επειδή τα επίπεδα της ενέργειας στις κβαντικές κουκίδες κατανέμονται σε μεγαλύτερο εύρος, γεγονός που καθιστά δύσκολο στα ηλεκτρόνια να μεταπηδούν μεταξύ τους. Τα επίπεδα ενέργειας είναι πιο κοντά σε μεγαλύτερα κομμάτια των ημιαγωγών, όπως οι λεγόμενες γκοφρέτες πυριτίου, που χρησιμοποιούνται συχνά στις ηλιακές κυψέλες, οπότε τα ηλεκτρόνια πηδούν μεταξύ των επιπέδων ενέργειας πολύ εύκολα, οπότε είναι εύκολο να χάσουν την ενέργεια τους ως θερμότητα.
 
Κβαντικές κουκίδες
Τώρα όμως ο Xiaoyang Zhu από το Πανεπιστήμιο στο Ώστιν έδειξε ότι αυτά τα καυτά μακροχρόνια ηλεκτρόνια μπορούν να περάσουν από τις κβαντικές κουκίδες σε μια γκοφρέτα ημιαγωγικού υλικού, προτού τα ηλεκτρόνια εγκαταλείψουν την ενέργειά τους ως θερμότητα – δηλαδή βρισκόμαστε ένα βήμα πριν την κατασκευή ηλιακής κυψέλης που να μπορεί να αξιοποιήσει την ενέργεια των καυτών ηλεκτρονίων. Για να γίνει αυτό, οι ερευνητές επικάλυψαν μια πλάκα (γκοφρέτα) από ημιαγωγό διοξειδίου του τιτανίου με κβαντικές κουκίδες φτιαγμένες από σεληνιούχο μόλυβδο, και τότε το έλουσαν με φως.
 
Η αλλαγή των οπτικών ιδιοτήτων της γκοφρέτας έδειξε ότι τα ηλεκτρόνια είχαν περάσει μέσα της από τις κβαντικές κουκίδες. Αλλά τα υλικά κατασκευάστηκαν έτσι ώστε τα ηλεκτρόνια θα μπορούσαν να εισέλθουν στο υπόστρωμα μόνο σε μεγάλη θερμοκρασία. "Έτσι, κάθε μεταφορά που παρατηρούμε είναι αδιαμφισβήτητα μεταφορά καυτών ηλεκτρονίων”, λέει μέλος της ομάδας Eray Aydil του Πανεπιστημίου της Μινεσότα.
 
Φθηνός και αποτελεσματικός τρόπος
Οι ερευνητές προειδοποιούν όμως ότι αυτό είναι μόνο ένα πρώτο βήμα σε μια περίπλοκη διαδικασία που θα μετατρέψει τα καυτά ηλεκτρόνια σε ηλεκτρικό ρεύμα. Ωστόσο, η θεωρητική μέγιστη απόδοση της ηλιακής κυψέλης που θα μπορεί να αξιοποιήσει τα άλματα των καυτών ηλεκτρονίων φτάνει σε περίπου 66 τοις εκατό.
 
"Φυσικά, ποτέ δεν θα πάρετε τόση υψηλή απόδοση. Υπάρχουν πολλά κατασκευαστικά θέματα, όπου θα χάνουμε ενέργεια," εξηγεί ο Zhu. "Αλλά το τεράστια γεγονός ότι η θεωρητική απόδοση είναι πάνω από το διπλάσιο του θεωρητικού ορίου των συμβατικών ηλιακών κυψελών την καθιστά πάρα πολύ ελκυστική."
 
Ο Matthew Beard του NREL, και μέλος της ομάδας του Arthur Nozik, λέει ότι τούτη η εργασία αποτελεί «ένα ακόμη βήμα προς το στόχο της ριζικής αύξησης της απόδοσης της μετατροπής της ενέργειας», – ενώ επαναλαμβάνει την προειδοποίηση της ομάδας, ότι έχουν να γίνουν πολλά ακόμη.
Αν πετύχουν, η διαδικασία παρασκευής αυτών των νέων ηλιακών κυψελών θα μπορούσε να είναι σημαντικά φθηνότερη από ό,τι οι υφιστάμενες μέθοδοι για την αύξηση της αποδοτικότητας των ηλιακών κυψελών. Οι πιο αποδοτικές ηλιακές κυψέλες σήμερα κατασκευάζονται στοιβάζοντας  στρώματα διαφορετικών ημιαγωγών, που το κάθε στρώμα επεξεργάζεται διαφορετικά μήκη κύματος του φωτός, γεγονός που οδηγεί σε βελτίωση της αποτελεσματικότητας κατά 40 τοις εκατό. Η κατασκευή όμως αυτών είναι πολύ ακριβή, τόσο που χρησιμοποιούνται κυρίως στο διάστημα και σε στρατιωτικές εφαρμογές. Η επίστρωση όμως ενός ημιαγωγού με κβαντικές κουκίδες είναι πολύ φθηνότερη. “Το κατασκευαστικό όμως τμήμα είναι πολύ εύκολο", λέει ο Zhu "Αυτή είναι η ομορφιά με τις κβαντικές κουκίδες."

Η όσμωτική πίεση θα χρησιμοποιηθεί για την παραγωγή καθαρής ενέργειας στη Νορβηγία

Η Statkraft, μια νορβηγική εταιρεία ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, έχει ξεκινήσει  τη λειτουργία μιας πειραματικής διάταξης για την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας με τη βοήθεια της οσμωτικής πίεσης. Η πειραματική μονάδα, που άνοιξε πέρυσι στη Νορβηγία, είναι μόνο μια μικρή μονάδα επίδειξης που θα παράγει λίγα κιλοβάτ ηλεκτρικής ισχύος μόνο. Ωστόσο, μέχρι το 2015, η Statkraft αναμένει να παράγει 25 μεγαβάτ ηλεκτρικής ενέργειας από την οσμωτική πίεση. Η ιδέα της οσμωτικής πίεσης ξεκίνησε από έναν Αμερικανό καθηγητή, τον Sidney Loeb, στη δεκαετία του 1970.
 
Όταν έχουμε δύο διαλύματα του νερού με διαφορετικές συγκεντρώσεις, για παράδειγμα ένα αραιό και ένα πυκνό διάλυμα άλατος, που χωρίζονται από ένα ημιδιαπερατή μεμβράνη, τότε τα μόρια του άλατος στο πυκνό διάλυμα οδηγούν τα μόρια του καθαρού νερού προς το πυκνό διάλυμα μέσα από την ημιπερατή μεμβράνη. Έτσι, προκαλείται αύξηση της πίεσης στην πλευρά του πυκνού διαλύματος. Για παράδειγμα αυτή η πίεση είναι ισοδύναμη με μία στήλη νερού ύψους 120 μέτρων (12 bar) ή, με άλλα λόγια, με ένα καταρράκτη.  Μπορεί λοιπόν αυτή η διαφορά της πίεσης να χρησιμοποιηθεί για να λειτουργήσει μια τουρμπίνα η οποία να παράγει ηλεκτρική ενέργεια.
Στην πειραματική μονάδα της Νορβηγίας το αραιό διάλυμα θα είναι καθαρό νερό. Επειδή η οσμωτική διαδικασία απαιτεί μεγάλη ποσότητα γλυκού νερού για να τεθεί σε λειτουργία, δεν θα μπορεί να δουλέψει σε χώρες του Νότου με μειωμένα αποθέματα γλυκού νερού.  Η οσμωτική διαδικασία παράγει, επίσης, λύματα που είναι αλμυρότερα από το γλυκό νερό. Σαφέστατα θα δημιουργηθούν προβλήματα με τις μεγάλες ποσότητες του εν λόγω υφάλμυρου νερού, πράγμα που θα μπορούσε να αποβεί εις βάρος των τοπικών υδάτινων οικοσυστημάτων.
 
Σύμφωνα με τους υπολογισμούς της εταιρείας, η οσμωτική ενέργεια έχει μια παγκόσμια δυνητική ενέργεια της τάξεως των 1.600-1.700 TWh κάθε χρόνο, ή το 50% της τρέχουσας παραγωγής ενέργειας στην ΕΕ.

John Locke: Η φιλοσοφία της εμπειρίας

Τζον Λοκ: 1632–1704

Φιλοσοφία, νους και εμπειρία

Εισαγωγικές παρατηρήσεις

Οι φιλόσοφοι που έχουν κάτι σπουδαίο να πουν είναι πάντοτε τέκνα της εποχής τους και ακριβώς γι’ αυτό προορίζονται να εκφράζουν το πνεύμα αυτής της εποχής. Το να εκφράζουν ένα τέτοιο πνεύμα δεν σημαίνει ότι διηγούνται απλώς γεγονότα ή επί μέρους καταστάσεις της εποχής, που έχουν βιώσει λιγότερο ή περισσότερο ως ατομικές συνειδήσεις, ή ότι γίνονται απολογητές της μιας ή της άλλης συνήθως κοινωνικο-πολιτικής συνθήκης· ούτε ακόμη ότι προσπαθούν να ιδεολογικο-ποιήσουν το δικό τους παρόν με προκαθορισμένες, έστω και καθολικές, αρχές. Απεναντίας, εκκινούν από το ίδιο το Πράγμα και προχωρούν όπως απαιτεί η εσωτερική λογική του. Έτσι βρίσκονται αίφνης σε μια οδό μετα-στοχασμού, η οποία ακολουθεί κατά πόδας την εκάστοτε παρούσα λογική των πραγμάτων με ένα πλέον: το πλέον μιας ανανεωμένης και γι’ αυτό μετασχηματιστικής σκέψης, που δεν αρκείται να παραφράζει την εν λόγω λογική ούτε να την αποδίδει ως μια τελική έκβαση, αλλά υπαγορεύει στάση ζωής, κοιτάζοντας προς ένα πολύ συγκεκριμένο μέλλον. Κατ’ αυτό τον τρόπο, οι φιλόσοφοι που λένε κάτι σπουδαίο υπερβαίνουν την εποχή τους, χωρίς να την αρνούνται αεροβατώντας, και έτσι γίνονται νοητές της ανθρώπινης ιστορικότητας. Ως τέτοιοι νοητές μας ενδιαφέρουν και ένας απ’ αυτούς είναι ο Λοκ.

Η εμπειρία ως πηγή γνώσης

Είναι κοινός τόπος πως η γνώση εν γένει, ακόμη και εκείνη της τάξης της θεολογικής μεταφυσικής, δεν μπορεί να προϋπάρξει χωρίς την εμπειρία. Οποιαδήποτε μορφή γνώσης, που με τον ένα ή τον άλλο τρόπο αρνείται τη σχέση της με την εμπειρία, είναι απλώς φαντασιοκόπημα ή αυθαίρετη ιδεοκρατία. Μια τέτοια φαντασιοκοπία ή ιδεοκρατική αυθαιρεσία είναι, ας πούμε, όλη σχεδόν η πολιτική και όχι λιγότερο ιδεολογική-«επιστημονική» «κουλτούρα» του δικού μας ελλαδικού παρόντος. Αλλά τι είναι εμπειρία, κατά τον Λοκ, και συναφώς, επομένως, γνώση; Πρωτίστως, εμπειρία είναι οι ιδέες εκείνες που δια-μορφώνονται συνήθως ως σκέψη/εις, ως θεωρήσεις, με βάση υπαρκτά εμπειρικά δεδομένα, προφανή και πρόδηλα στοιχεία της ζωής και ενός ανάλογου ερευνητικού παρατηρείν. Κατά το ξετύλιγμα ενός τέτοιου παρατηρείν πρωτεύοντα ρόλο παίζει η εμπειρία των αισθήσεων και ό,τι απαντά στην άμεση συνείδησή μας. Αυτό το άμεσα αποκρυσταλλωμένο μέσα μας απασχολεί και οφείλει να απασχολεί τον ανθρώπινο νου, τη νόησή μας, όταν πραγματοποιεί τη διεργασία του σκέπτεσθαι. Ετούτη η διεργασία, συνακόλουθα, δεν μπορεί να γίνεται ασαφώς, κυριολεκτικά με κλειστά μάτια, να θεμελιώνεται σε γενικές, δογματικές, άνευ συγκεκριμένου-κατ’ αίσθηση περιεχομένου, νοητικές αρχές, οι οποίες υποτίθεται πως έχουν απεριόριστη δύναμη· απεναντίας ευδοκιμεί, όταν αρχίζει να ανακαλύπτει τις δυνατότητες του ίδιου του νου να προχωρεί στην καθορισμένη εξέταση των πραγμάτων, με βάση τις ιδέες που ο ίδιος έχει σχηματίσει γι’ αυτά.

Η φιλοσοφική γνώση, ως εκ τούτου, δεν μπορεί να ταυτίζεται με οποιαδήποτε μορφή συμπαντικής ή οικουμενικής –παγκοσμιοποιημένης θα λέγαμε σήμερα– γνώσης, που προβάλλει ίσως ως απεριόριστη γνωστική δυνατότητα του ανθρώπινου νου, αλλά οριοθετείται μέσα στην ιστορικότητά της ως ιστορικότητα της δι-ερευνητικής μας δυνατότητας και του τρόπου, με τον οποίο ξεδιπλώνουμε τούτη τη δυνατότητα. Στο πλαίσιο μιας τέτοιας ιστορικότητας, οι ιδέες που περιέχει ο νους μας και με βάση τις οποίες αξίζει εκάστοτε να διεξάγει το προαναφερθέν σκέπτεσθαι φέρουν τα εξής γνωρίσματα: α) δεν είναι απλές αντανακλάσεις των εξωτερικών πραγμάτων, αλλά νοητικές εσωτερικεύσεις –των εκάστοτε εμπειρικών δεδομένων– που ιδιάζουν στην ίδια τη νόηση: αποτελούν δικό της δημιούργημα και έχουν ζωή και ύπαρξη μέσα στη δική της «αποθήκη». β) δεν μπορούν να είναι έμφυτες, να ενυπάρχουν στο νου ευθύς με την πρωταρχική του ύπαρξη, ανεξάρτητες από κάθε δεδηλωμένη, σαφή, προσανατολισμένη ορισμένως νοητική διεργασία. Θα μπορούσαν να είναι έμφυτες, εγγενείς, εάν κάτι τέτοιο μας μαρτυρούσαν οι αισθήσεις. Κάτι τέτοιο όμως δεν συμβαίνει μέσα στο νου. Τι συμβαίνει; Όλο το περιεχομενικό του υλικό –ιδέες, συναρμογές ιδεών κ.λπ.– προέρχεται, κατά ένα τρόπο, από συμβάντα που λαμβάνουν χώρα στην ανθρώπινη ψυχή. Αυτή εδώ, ως πνεύμα, ενεργοποιείται και δίνει στη νόηση τις ιδέες, που έχουν την απαρχή τους στις αισθήσεις. Ο ρόλος του νου, καθώς και της αντίστοιχης γνώσης, περι-ορίζεται από την αναγκαιότητα του ανθρώπου να σκέπτεται με βάση τις ανάγκες της ζωής και πάνω σ’ αυτές: να αναζητεί την οδό προς μια καλύτερη ζωή. Ένας τέτοιος περι-ορισμός θα πρέπει, κατά τον Λοκ, να είναι και η αξιωματική αρχή μιας νοήμονος πολιτικής εξουσίας.

Η πολιτική σκέψη στην αρχαία Ελλάδα

Το πολιτικό ιδεώδες του Σόλωνα

Προκαταρκτικές παρατηρήσεις

Είναι κοινός τόπος ότι το σύνολο σχεδόν της αρχαίας ελληνικής σκέψης –συμπεριλαμβανομένης και της ποίησης– απηχεί, μεταξύ άλλων, και αποκρυσταλλώσεις πολιτικών ιδεών. Αυτές οι ιδέες ποικίλουν κατά εποχή, αλλά και κατά συγγραφέα. Σε κάθε περίπτωση όμως διαμορφώνονται σε απαιτητική πολιτική σκέψη κάτω από την αναγκαιότητα μιας πιο ανθρώπινα οργανωμένης κοινωνικής συντροφικότητας. Συγχρόνως αρθρώνονται σε λόγο και κοινοποιούνται αντιστοίχως ως συνεκτικοί δεσμοί μιας εξελισσόμενης κατά λογική αλληλουχία ιστορικής συνείδησης των Ελλήνων. Τούτο σημαίνει πιο συγκεκριμένα πως οι αρχαίοι Έλληνες συγκροτούσαν νόμους, επινοούσαν διάφορα νομοθετικά σώματα, χάρασσαν πολιτικές κατευθύνσεις κ.λπ., με γνώμονα πάντα το κοινό συμφέρον, που δεν εκπαραθύρωνε τα ενδιαφέροντα των πολιτών. Σε αντίθεση λοιπόν με το δικό μας σήμερα δεν άφηναν πολλά περιθώρια, κατά κανόνα, για δολοπλοκίες των επαγγελματιών πολιτικών ούτε ταύτιζαν την πολιτική με τη δουλική υποταγή σε οργανωμένα συμφέροντα της ολιγαρχίας. Όπου επιχειρήθηκε κάτι τέτοιο, δεν είχε αίσιο τέλος για τους επίδοξους πολιτικούς πρωτεργάτες του. Στο πλαίσιο μιας τέτοιας αντίληψης, όλοι οι μεγάλοι στοχαστές του αρχαίου ελληνικού κόσμου θεωρούσαν απαραίτητη προϋπόθεση για τη συγκρότηση πολιτικής συνείδησης στα άτομα την ύπαρξη ηθικών θεμελίων στην κοινωνία: θεμελίων δηλαδή με βάση το κοινωνικό ήθος.

Η πολιτική ως αναζήτηση του κοινού

Το πολιτικό ιδεώδες, μετά ταύτα, δεν αιωρείται πάνω από τα κεφάλια των πολιτών ως ένα συνονθύλευμα φρούδων υποσχέσεων ή συνειδητών εξαπατήσεων από τα «νωθρά άλογα» (Πλάτων) της πολιτικής εξουσίας. Απεναντίας, γίνεται πράξη, αξιοσέβαστη, ως καθορισμένη πολιτική επιστήμη ή πολιτική τέχνη: δηλαδή ως επιστήμη ή τέχνη ανύψωσης του κοινωνικού ανθρώπου, μέσω της κατάλληλης πολιτικής παιδείας, σε πνευματική ουσία αυτής τούτης της κοινωνικής συμβίωσης και συνύπαρξης. Τότε συμβαίνει η εν λόγω συνύπαρξη να θεσμοθετείται ως εύρυθμη λειτουργία του νόμου. Μια τέτοια ευρυθμία δεν είναι, δεν μπορεί και δεν οφείλει να διεκδικείται ή να επιδιώκεται ως το απόλυτα ολοκληρωμένο. Δεν παύει ωστόσο, από την εποχή του Ομήρου ακόμη, να έρχεται σιγά-σιγά στο προσκήνιο ως ρεαλιστικό αίτημα ζωής. Έτσι βλέπουμε τον Ομηρικό βασιλιά να αποτελεί το αξιωματικό Εν [Εν-ότητα] της κοινότητας, η οποία υπάρχει και δύναται να υπάρχει μόνο ως το ευθέως αντίθετο μιας πολυαρχίας, που διασπά και εξολοθρεύει ανθρώπινες υποστάσεις: «ουκ αγαθόν η πολυκοιρανίη» γράφει ο Όμηρος στην Ιλιάδα (Β 204). Άραγε τόσο μικρόνοες και, συνακόλουθα, μειοδοτικές είναι οι πολιτικές συντεχνίες του σήμερα, που θεωρούν την πολυκοιρανίη «αρετή» και εξ ονόματός της στέλνουν στο θάνατο, με όλη την ελαφρότητα του Είναι τους, κάθε μη-υποψιασμένο για τη δολιότητά τους πολίτη; 

Προς αναζήτηση του πολιτικού ήθους

Ανήκει στη φύση του κοινωνικού και πολιτικού γίγνεσθαι του ιστορικού ανθρώπου, η κοινωνικοπολιτική του εξέλιξη να μην είναι μια ευθεία και αφελώς αισιόδοξη ανάβαση σε έναν αγαθό βίο, που θα προκύψει ως δια μαγείας. Ουδείς από τους αρχαίους Έλληνες στοχαστές πίστευε κάτι τέτοιο. Ο Πλάτων, για παράδειγμα, όταν μιλούσε για τον κόσμο των ιδεών και το ύψιστο αγαθό, αποσαφήνιζε ρητά ότι αυτός ο κόσμος προοριζόταν να λειτουργεί ως κόσμος ενατένισης, ως οδηγός έμπνευσης, από την πλευρά των θνητών, ως ένα μέγεθος σκέψης, που μας επιτρέπει να γνωρίζουμε τα όρια του Είναι μας με ιερό –όχι ανίερο– τρόπο: δηλαδή με βάση το ήθος του λόγου, που απελευθερώνει μια ανώτερη ποιότητα του ωραίου, ένα αληθινά πνευματικό κάλλος και δεν εμπαίζει ούτε διαψεύδει την ανθρώπινη προσδοκία. Για να φτάσει όμως ο Πλάτων στις δικές του μεγαλόπνοες πολιτικές ιδέες, έπρεπε να προηγηθούν οι πολιτικές συλλήψεις και πραγματώσεις της αρχαϊκής Ελλάδας. Στην πολιτική σκέψη και πράξη της αρχαϊκής περιόδου καθοριστικό ρόλο έπαιξε η παρουσία του Σόλωνα στην πολιτική σκηνή (600 π.Χ. περίπου). Σε μια περίοδο που η οικονομική κρίση έφτανε στο αποκορύφωμά της και οι φτωχοί αγρότες έχαναν τη γη τους από τους πλούσιους δανειστές, το χάος απειλούσε να καταβροχθίσει τους πάντες. Τότε έπρεπε να υπάρξουν νέες πολιτικές, νέοι νόμοι, νέα νοοτροπία. Προς τούτο χρειαζόταν να νομοθετήσουν ικανοί και φωτεινοί νομοθέτες. Έτσι καλείται, από τις αντιμαχόμενες πολιτικές μερίδες, στο κέντρο της πολιτικής σκηνής ο Σόλων.   

Η Μεταρρύθμιση στην αρχαία Ελλάδα

Το νομοθετικό έργο του Σόλωνα δεν ήταν κεραυνός εν αιθρία, αλλά έκφραση της αναγκαιότητας για μια νέα αρχή. Επρόκειτο στ’ αλήθεια για πραγμάτωση συλλήψεων, για εγκαθίδρυση νέων νοο-τροπιών με κυρίαρχο στοιχείο την ισονομία, το μέτρο, την αισθητική του μέτρου [=μετριοπάθεια], το όριο των ανθρώπων και των πραγμάτων. Ο Σόλων με το έργο του συνέβαλε καθοριστικά στη δημιουργία μιας παράδοσης του μέτρου, που εκκινούσε από το «μηδέν άγαν», συζητήθηκε και ενισχύθηκε επί το φιλοσοφικότερο με την πυθαγόρεια θεωρία του αριθμού ως ορίου και αργότερα βρήκε τη φιλοσοφική της ολοκλήρωση στην Αριστοτελική μεσότητα. Η έννοια της αρχαίας μεσότητας, σε όλες τις μορφές της, δεν έχει καμιά σχέση με τα σημερινά κηρύγματα περί κοινωνικής ειρήνης και άκριτης αποδοχής της συστημικής Λογικής. Πίσω από τέτοια κηρύγματα κρύβονται μόνο αδηφάγοι καθεστωτικοί οποιασδήποτε πολιτικής απόχρωσης. Όπως μαρτυρούν τα γραπτά του ίδιου του Σόλωνα, κύριο μέλημά του ήταν η καθίδρυση της κοινωνικής ισότητας, αρχής γενομένης από τη Σεισάχθειά του. Για να γίνει πράξη η τελευταία απαιτούσε αποφασιστική στάση: μανιασμένα κύματα πολιτικής έμπνευσης και όχι έναν ξύλινο λόγο, σαν αυτό της κωμικής καθεστωτικής «αριστεράς», που επικαλείται «Σεισάχθειες», έχοντας στο πίσω μέρος του «μυαλού» της αναδιανομή του πλούτου για ίδιον όφελος και όχι αληθινή ισότητα των πολιτών. Παρατηρούμε συναφώς στα ελεγειακά ποιήματα του Σόλωνα να υπερασπίζεται την ισονομία για όλους και να κηρύσσει τον πόλεμο στα σκανδαλώδη πολιτικά προνόμια οποιασδήποτε τάξης ή στρώματος. Ποιον πόλεμο έχει κηρύξει η καθεστωτική μας «αριστερά» ενάντια στα ανάρμοστα, τα θηριώδη προνόμια βουλευτών και υπαλλήλων του παρόντος ελλαδικού βουλευτηρίου για παράδειγμα; Κατ’ αυτή την πολιτική του αντίληψη περί ισονομίας για όλους, ο Σόλων καθιέρωσε ένα συνταγματικό πλαίσιο, με πολύ αθόρυβο τρόπο, όπου οι αξιωματούχοι της πόλεως-κράτους καθίσταντο πραγματικοί υπηρέτες του νόμου και όχι επικυρίαρχοί του. Μάλιστα τους κατέστησε υπόλογους στο λαϊκό δικαστήριο, την Ηλιαία, τη μέγιστη ριζοσπαστική καινοτομία. Γι’ αυτό και δικαίως ο Αριστοτέλης στην Αθηναίων Πολιτεία μιλάει πως επί Σόλωνος ο λαός έγινε κυρίαρχος της ετυμηγορίας, δηλαδή κυρίαρχος του πολιτεύματος.

Ο Διαφωτισμός και η πεφωτισμένη μοναρχία

Το κράτος του Διαφωτισμού: πεφωτισμένη μοναρχία

Ο φιλοσοφικός-πολιτικός στοχασμός κάθε εποχής δεν είναι άμοιρος μιας ανάλογης πολιτικής έκφρασης και κρατικής οργάνωσης. Γι’ αυτό και κριτήριο δεν είναι απλώς και μόνο ο ριζοσπαστικός ή μη χαρακτήρας της θεωρητικής του εμβέλειας, αλλά και κατά πόσο παράγει ή δικαιολογεί τεχνάσματα, με τα οποία επιτυγχάνεται ή εννοεί να ασκεί τους ρόλους της η μια ή η άλλη μορφή εξουσίας. Έτσι παρατηρούμε, για παράδειγμα, τον φιλοσοφικό-πολιτικό στοχασμό του Μεσαίωνα να έχει για κύριο μέλημά του, μεταξύ των άλλων, μια ισόρροπη λειτουργία της σχέσης κράτους και εκκλησίας, με δεδομένο ότι ο παπισμός συγκέντρωνε όλο και πιο πολλή δύναμη στα χέρια του και όχι σπάνια περιόριζε ή ταπείνωνε την αντίστοιχη αυτοκρατορική εξουσία. Με τη συγκρότηση του έθνους-κράτους, στη νεότερη εποχή, οι μορφές εξουσίας που καθιδρύονται ή διεκδικούν την καθίδρυσή τους ανάγουν τη θεωρητική τους επεξεργασία ή συναντούν συγκεκριμένους υποστηρικτές ή επικριτές τους στον χώρο των φιλοσοφικο- πολιτικών στοχαστών της εποχής. Οι φιλόσοφοι στοχάζονται στις αυλές των αρχόντων ή έξω κι απ’ αυτές άλλοτε για να υπερασπιστούν την απόλυτη κυριαρχία της εξουσίας, π.χ. ο Χομπς, άλλοτε για να την περιορίσουν, π.χ. ο Λοκ. Σε αμφότερες τις περιπτώσεις τα κείμενα των φιλοσόφων παραμένουν μοναδικά επιτεύγματα –και ποτέ επιτηδεύματα– λόγου και σκέψης: εκφράζουν την εποχή τους, υπερβαίνοντάς την ορισμένως.

Πώς έχει το πράγμα με τον Διαφωτισμό; Το δικαστήριο του κριτικού του Λόγου, όταν κοιτάζει προς το παρελθόν, αποφαίνεται: το παρελθόν είναι η άρνηση που πρέπει, παντί τρόπω, να υπερβαθεί, να ξεπεραστεί. Απ’ αυτή την άποψη, το εν λόγω δικαστήριο αρνείται καθ’ ολοκληρίαν το παρελθόν και όχι τη μια ή την άλλη, πιο σκοταδιστική ίσως, πτυχή του. Τότε είναι που, όταν κοιτάζει προς το δικό του παρόν, αποφαίνεται: αυτό το παρόν είναι η εποχή των «Φώτων», δηλαδή η καθίδρυση μιας νέας, απόλυτα ελεύθερης σκέψης, που η κριτική της αξιοσύνη δεν έχει αρχή και τέλος, δεν ορρωδεί μπροστά σε τίποτα. Σε σχέση με αυτό, το Διαφωτιστικό κίνημα απορρίπτει κάθε απόπειρα για συγκρότηση φιλοσοφικού συστήματος. Πώς θα μπορούσε εξάλλου να αποδέχεται τη συστημική σκέψη, όταν το ίδιο προορίζεται να διαφωτίζει: δηλαδή να εισέρχεται μέσα στα πολιτισμικά οικοδομήματα και να τα κρίνει ριζικά εκ των έσω. Και όμως ένα τέτοιο κίνημα δεν είναι εξίσου εχθρικό και προς τα πολιτικά οικοδομήματα της εποχής: δεν απορρίπτει τη συστημική εξουσία. Συμβαίνει στο φιλοσοφικά ιδωμένο παράδειγμα της πολιτικής να καταδείχνει τα όριά του. Είναι τα όρια εκείνης της νεωτερικής Υποκειμενικότητας, που αυτοπροβάλλεται ως απόλυτος κριτής, όχι όμως και ως αυτοκρινόμενος τοιούτος. Το πολιτικό ιδεώδες, επομένως, για πολλούς Δια-φωτιστές ήταν εκείνο της πεφωτισμένης μοναρχίας ή δεσποτείας. Η περίπτωση του πεφωτισμένου μονάρχη στην Ευρώπη του 18ου αιώνα αποτελεί, λιγότερο ή περισσότερο, μια πολιτική έκφραση της ως άνω φιλοσοφικά νοούμενης νεωτερικής υποκειμενικότητας.

 Πιο ειδικά, η μοναρχική ή αυτοκρατορική εξουσία είναι δομημένη ως μια απόλυτη υποκειμενικότητα, που προορίζεται, με τη μορφή της αδιαμφισβήτητης αυθεντίας, να εξουσιάζει με ευσπλαχνία τους υποτελείς της. Τούτο υποδηλώνει περαιτέρω πως πασχίζει πάντοτε να αυτοκαταφάσκεται ως τέτοια αυθεντία μέσα από την επίδειξη μιας πνευματικής επάρκειας ή από την εκδήλωση συμπάθειας προς ορισμένους Διαφωτιστές και από λιγότερο ή περισσότερο εμπνευσμένες λογικές πολιτικών μεταρρυθμίσεων. Πράγματι, ο πεφωτισμένος μονάρχης είναι ο ένας και μοναδικός ηγέτης του κράτους, ο αδιαπραγμάτευτος δεσπότης, ο ηγεμόνας που διαφέρει από τον αντίστοιχο ηγεμόνα της φεουδαρχικής κυρίως εποχής κατά το ότι επιχειρεί να σκεφτεί επί της πολιτικής διοίκησης και λίγο Δια-φωτιστικά. Έτσι άλλοι μονάρχες της εποχής διεκδικούν για τον εαυτό τους τον ρόλο του πεφωτισμένου έμπρακτα, ενεργά, με πράξεις, άλλοι απλώς θεωρητικά. Στους δεύτερους μπορούμε, για παράδειγμα, να κατατάξουμε τον βασιλιά της Πρωσίας, το Φρειδερίκο το Μέγα, ή ακόμη και την αυτοκράτειρα της Ρωσίας, την Αικατερίνη τη Μεγάλη, η οποία αποτολμούσε ενίοτε να εκφραστεί πεφωτισμένα και εν τοις πράγμασι. Στη Γαλλία επίσης θα μπορούσε να διακρίνει κανείς μια ορισμένως πεφωτισμένη δεσποτεία, ασκούμενη στοιχειωδώς εν έργω, στον Λουδοβίκο ΙΕ΄. Όπως κι αν έχει το πράγμα, βέβαια, η πραγμάτωση του ιδεώδους του πεφωτισμένου μονάρχη συνδεόταν όχι τόσο με θεσμικές διασφαλίσεις όσο κυρίως με τον χαρακτήρα της μιας ή της άλλης μοναρχικής ατομικότητας. Ως εκ τούτου, κάποιες μονάδες από το βαρύ πυροβολικό του Δια-φωτισμού, όπως ο Βολταίρος, ο Ντιντερό κ.α., όταν διάκεινται ευνοϊκά προς τέτοιους μονάρχες ή δεσπότες, αφιερώνοντάς τους μάλιστα και στίχους, προφανώς δεν τους βλέπουν ως την άτεγκτη, εξουσιαστικά απόλυτη υποκειμενικότητα, αλλά μάλλον ως εκείνες τις ευαίσθητες ατομικότητες, που ανοίγουν αυλακιές στη/για τη διάδοση ή εφαρμογή διαφωτιστικών ιδεών. Μήπως, κατά το παράδειγμα του Πλάτωνα, στους απόλυτους δεσπότες έβλεπαν τις δικές τους δια-φωτιστικές Συρακούσες;