Σάββατο, 17 Ιουνίου 2017

ΡΗΤΟΡΙΚΗ: ΔΗΜΟΣΘΕΝΗΣ - Κατὰ Μειδίου (108-115)

[108] Ἐν ὅσῳ δὲ τὸν νόμον, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, λαμβάνει, βούλομαι μικρὰ πρὸς ὑμᾶς εἰπεῖν, δεηθεὶς ὑμῶν ἁπάντων πρὸς Διὸς καὶ θεῶν, ὦ ἄνδρες δικασταί· περὶ πάντων ὧν ἂν ἀκούητε, τοῦθ᾽ ὑποθέντες ἀκούετε τῇ γνώμῃ, τί ἄν, εἴ τις ἔπασχε ταῦθ᾽ ὑμῶν, ἐποίει, καὶ τίν᾽ ἂν εἶχεν ὀργὴν ὑπὲρ αὑτοῦ πρὸς τὸν ποιοῦντα. ἐγὼ γὰρ ἐνηνοχὼς χαλεπῶς ἐφ᾽ οἷς περὶ τὴν λῃτουργίαν ὑβρίσθην, ἔτι πολλῷ χαλεπώτερον, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, τούτοις τοῖς μετὰ ταῦτ᾽ ἐνήνοχα καὶ μᾶλλον ἠγανάκτηκα.

[109] τί γὰρ ὡς ἀληθῶς πέρας ἂν φήσειέ τις εἶναι κακίας καὶ τίν᾽ ὑπερβολὴν ἀναιδείας καὶ ὠμότητος καὶ ὕβρεως, ἄνθρωπος εἰ ποιήσας δεινὰ νὴ Δία καὶ πόλλ᾽ ἀδίκως τινά, ἀντὶ τοῦ ταῦτ᾽ ἀναλαμβάνειν καὶ μεταγιγνώσκειν, πολλῷ δεινότερ᾽ ὕστερον ἄλλα προσεξεργάζοιτο, καὶ χρῷτο τῷ πλουτεῖν μὴ ἐπὶ ταῦτ᾽ ἐν οἷς μηδένα βλάπτων αὐτὸς ἄμεινόν τι τῶν ἰδίων θήσεται, ἀλλ᾽ ἐπὶ τἀναντία, ἐν οἷς ἀδίκως ἐκβάλλων τινὰ καὶ προπηλακίσας αὑτὸν εὐδαιμονιεῖ τῆς περιουσίας;

[110] ταῦτα τοίνυν, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, πάντα τούτῳ πέπρακται κατ᾽ ἐμοῦ. καὶ γὰρ αἰτίαν ἐπήγαγέ μοι φόνου ψευδῆ καὶ οὐδὲν ἐμοὶ προσήκουσαν, ὡς τὸ πρᾶγμ᾽ αὔτ᾽ ἐδήλωσεν, καὶ γραφὴν λιποταξίου μ᾽ ἐγράψατο τρεῖς αὐτὸς τάξεις λελοιπώς, καὶ τῶν ἐν Εὐβοίᾳ πραγμάτων (τουτὶ γὰρ αὖ μικροῦ παρῆλθέ μ᾽ εἰπεῖν), ἃ Πλούταρχος ὁ τούτου ξένος καὶ φίλος διεπράξατο, ὡς ἐγὼ αἴτιός εἰμι, κατεσκεύαζε πρὸ τοῦ τὸ πρᾶγμα γενέσθαι πᾶσιν φανερὸν διὰ Πλουτάρχου γεγονός.

[111] καὶ τελευτῶν βουλεύειν μου λαχόντος δοκιμαζομένου κατηγόρει, καὶ τὸ πρᾶγμ᾽ εἰς ὑπέρδεινόν μοι περιέστη· ἀντὶ γὰρ τοῦ δίκην ὑπὲρ ὧν ἐπεπόνθειν λαβεῖν, δοῦναι πραγμάτων ὧν οὐδὲν ἐμοὶ προσῆκεν ἐκινδύνευον. καὶ ταῦτα πάσχων ἐγὼ καὶ τοῦτον τὸν τρόπον ὃν διεξέρχομαι νυνὶ πρὸς ὑμᾶς ἐλαυνόμενος, οὐκ ὢν οὔτε τῶν ἐρημοτάτων οὔτε τῶν ἀπόρων κομιδῇ, οὐκ ἔχω, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, τί χρὴ ποιῆσαι.

[112] εἰ γὰρ εἰπεῖν τι καὶ περὶ τούτων ἤδη δεῖ, οὐ μέτεστι τῶν ἴσων οὐδὲ τῶν ὁμοίων, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, πρὸς τοὺς πλουσίους τοῖς λοιποῖς ἡμῖν, οὐ μέτεστιν, οὔ· ἀλλὰ καὶ χρόνοι τούτοις τοῦ τὴν δίκην ὑποσχεῖν, οὓς ἂν αὐτοὶ βούλωνται, δίδονται, καὶ τἀδικήμαθ᾽ ἕωλα τὰ τούτων ὡς ὑμᾶς καὶ ψύχρ᾽ ἀφικνεῖται, τῶν δ᾽ ἄλλων ἡμῶν ἕκαστος, ἄν τι συμβῇ, πρόσφατος κρίνεται. καὶ μάρτυρές εἰσιν ἕτοιμοι τούτοις καὶ συνήγοροι πάντες καθ᾽ ἡμῶν εὐτρεπεῖς· ἐμοὶ δ᾽ οὐδὲ τἀληθῆ μαρτυρεῖν ἐθέλοντας ὁρᾶτ᾽ ἐνίους.

[113] ταῦτα μὲν οὖν ἀπείποι τις ἄν, οἶμαι, θρηνῶν. τὸν δὲ νόμον μοι λέγ᾽ ἐφεξῆς, ὥσπερ ἠρξάμην. λέγε.

ΝΟΜΟΣ.
Ἐάν τις Ἀθηναίων λαμβάνῃ παρά τινος, ἢ αὐτὸς διδῷ ἑτέρῳ, ἢ διαφθείρῃ τινὰς ἐπαγγελλόμενος, ἐπὶ βλάβῃ τοῦ δήμου ἢ ἰδίᾳ τινὸς τῶν πολιτῶν, τρόπῳ ἢ μηχανῇ ᾑτινιοῦν, ἄτιμος ἔστω καὶ παῖδες καὶ τὰ ἐκείνου.

[114] Οὕτω τοίνυν οὗτός ἐστ᾽ ἀσεβὴς καὶ μιαρὸς καὶ πᾶν ἂν ὑποστὰς εἰπεῖν καὶ πρᾶξαι, εἰ δ᾽ ἀληθὲς ἢ ψεῦδος ἢ πρὸς ἐχθρὸν ἢ φίλον ἢ τὰ τοιαῦτα, ἀλλ᾽ οὐδ᾽ ὁτιοῦν διορίζων, ὥστ᾽ ἐπαιτιασάμενός με φόνου καὶ τοιοῦτο πρᾶγμ᾽ ἐπαγαγών, εἴασε μέν μ᾽ εἰσιτητήρι᾽ ὑπὲρ τῆς βουλῆς ἱεροποιῆσαι καὶ θῦσαι καὶ κατάρξασθαι τῶν ἱερῶν ὑπὲρ ὑμῶν καὶ ὅλης τῆς πόλεως,

[115] εἴασε δ᾽ ἀρχεθεωροῦντ᾽ ἀγαγεῖν τῷ Διὶ τῷ Νεμείῳ τὴν κοινὴν ὑπὲρ τῆς πόλεως θεωρίαν, περιεῖδε δὲ ταῖς σεμναῖς θεαῖς ἱεροποιὸν αἱρεθέντ᾽ ἐξ Ἀθηναίων ἁπάντων τρίτον αὐτὸν καὶ καταρξάμενον τῶν ἱερῶν. ἆρ᾽ ἄν, εἴ γ᾽ εἶχε στιγμὴν ἢ σκιὰν τούτων ὧν κατεσκεύαζεν κατ᾽ ἐμοῦ, ταῦτ᾽ ἂν εἴασεν; ἐγὼ μὲν οὐκ οἶμαι. οὐκοῦν ἐξελέγχεται τούτοις ἐναργῶς ὕβρει ζητῶν μ᾽ ἐκβάλλειν ἐκ τῆς πατρίδος.

***
[108] Μέχρι να βρει τον νόμο (ο γραμματέας), θέλω, Αθηναίοι, να σας πω ακόμη λίγα λόγια. Σας παρακαλώ όλους, κύριοι δικαστές, στο όνομα του Δία και των άλλων θεών, να ακούσετε όσα ειπωθούν και να σκεφθείτε τί θα έκαμνε καθένας σας, αν τα πάθαινε αυτά και πόσο θα εξοργιζόταν εναντίον του δράστη. Εγώ, μολονότι πικράθηκα για τους εξευτελισμούς που δέχθηκα στη διάρκεια της λειτουργίας μου, πολύ περισσότερο στενοχωρήθηκα και αγανάκτησα για όσα έγιναν στη συνέχεια.

[109] Ποιό πράγματι είναι το όριο της κακοήθειας και το αποκορύφωμα της αναισχυντίας, της ωμότητας και της αυθάδειας —θα μπορούσε κάποιος να ισχυρισθεί—, αν ένας άνθρωπος ο οποίος διέπραξε, μά τον Δία, πολλές και φοβερές αδικίες σε βάρος κάποιου συνανθρώπου του, αντί να προσπαθεί να επανορθώσει το σφάλμα του και να μετανοήσει, κάνει στη συνέχεια ακόμη φοβερότερα αδικήματα και χρησιμοποιεί τον πλούτο του όχι για να βελτιώσει κάπως τη θέση του χωρίς να βλάψει κανέναν, αλλά αντίθετα για να εξορίσει άδικα κάποιον και, αφού τον εξευτελίσει, ο ίδιος να καμαρώνει για την αφθονία των αγαθών του;

[110] Όλα αυτά τα δεινά, Αθηναίοι, μου προξένησε ο Μειδίας. Πράγματι με κατηγόρησε ψέματα για φόνο, πράγμα που, όπως αποδείχθηκε από τα γεγονότα, δεν με αφορούσε καθόλου, και με κατήγγειλε για λιποταξία αυτός, ο οποίος τρεις φορές εγκατέλειψε τη θέση του· για τα γεγονότα της Ευβοίας —παραλίγο να λησμονήσω να τα αναφέρω—, για τα οποία υπαίτιος ήταν ο Πλούταρχος, ο φιλοξενούμενος και φίλος του, επιχείρησε να αποδώσει τις ευθύνες σε μένα, πριν γίνει σε όλους φανερό ότι υπεύθυνος γι᾽ αυτά ήταν ο Πλούταρχος.

[111] Όταν τέλος κληρώθηκα βουλευτής, με κατηγόρησε στη διάρκεια της νόμιμης δοκιμασίας και με έφερε σε πολύ επικίνδυνη θέση· γιατί, αντί να λάβω ικανοποίηση για όσα υπέφερα, κινδύνευα να τιμωρηθώ για πράξεις στις οποίες δεν είχα καμία ανάμειξη. Και ενώ υποφέρω αυτές τις βιαιότητες και καταδιώκομαι με τον τρόπο που ακριβώς τώρα σας περιγράφω, μολονότι δεν έχω τελείως στερηθεί τους φίλους ούτε είμαι εντελώς άπορος, δεν ξέρω τί πρέπει να κάμω.

[112] Γιατί, αν πρέπει επίσης να προσθέσω κάτι και γι᾽ αυτό το θέμα, Αθηναίοι, σε σύγκριση με τους πλουσίους εμείς οι υπόλοιποι δεν έχουμε ούτε ίσα ούτε όμοια δικαιώματα, όχι δεν τα έχουμε! Στους πλουσίους παραχωρούνται οι προθεσμίες που επιθυμούν για να δικασθούν, και τα αδικήματά τους φθάνουν σε σας λησμονημένα και ψυχρά· αντίθετα, αν κάποιος από εμάς τους υπόλοιπους εμπλακεί σε ένα αδίκημα, δικάζεται όταν αυτό είναι ακόμα πρόσφατο. Για τους πλουσίους, και μάρτυρες υπάρχουν πρόθυμοι και συνήγοροι, όλοι έτοιμοι να στραφούν εναντίον μας· αντίθετα, για υπεράσπιση δική μου ορισμένοι, όπως βλέπετε, είναι απρόθυμοι ακόμα και την αλήθεια να καταθέσουν.

[113] Θα ήταν, νομίζω, κουραστικό να παραπονείται κάποιος για την κατάσταση αυτή. Συνέχισε, παρακαλώ, την ανάγνωση του νόμου, που είχα αρχίσει. Διάβασε.

ΝΟΜΟΣ
Αν κάποιος Αθηναίος δωροδοκηθεί ή δωροδοκήσει αυτός κάποιον ή επιχειρήσει να εξαγοράσει άλλους με υποσχέσεις για να βλάψει την πόλη ή ιδιωτικά έναν πολίτη, με οποιονδήποτε τρόπο ή τέχνασμα, να στερείται τα πολιτικά του δικαιώματα και αυτός και τα παιδιά του και να δημεύεται η περιουσία του.

[114] Ο άνθρωπος αυτός είναι τόσο ασεβής, ελεεινός και πρόθυμος να πει ή να κάμει οτιδήποτε, χωρίς να διακρίνει αν αυτό είναι αλήθεια ή ψέμα, αν αφορά φίλο ή εχθρό ή κάτι τέτοιο ώστε, ενώ με κατηγόρησε για φόνο και μου απέδωσε μία τόσο βαριά πράξη, με άφησε να ασχοληθώ με τις θυσίες για την έναρξη των εργασιών της Βουλής και να εγκαινιάσω τις τελετές αυτές ως εκπρόσωπός σας και ως εκπρόσωπος όλης της πόλεως·

[115] με άφησε να ηγηθώ ως αρχιθέωρος στην επίσημη αποστολή της πόλεως στον ναό του Δία στη Νεμέα και αδιαφόρησε όταν από όλους γενικά τους Αθηναίους διάλεξαν εμένα μαζί με δύο άλλους για να αρχίσω τις θυσίες στις Ευμενίδες. Άραγε θα ανεχόταν να μου παραχωρούνται τα αξιώματα αυτά, αν είχε στη διάθεσή του έστω και την παραμικρή απόδειξη για τις κατηγορίες που επινοούσε εναντίον μου; Δεν το νομίζω. Αποδεικνύεται επομένως με τρόπο αναμφισβήτητο ότι με τις ραδιουργίες του αυτές επεδίωκε με αυθαιρεσία να με εξορίσει από την πατρίδα μου.

ΟΙ ΕΛΛΗΝΙΣΤΙΚΕΣ ΦΙΛΟΣΟΦΙΕΣ

Η ΜΕΓΑΛΗ ΠΡΟΚΛΗΣΗ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΣΤΙΚΗΣ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑΣ – που είναι συνάμα και η γοητεία της-, είναι η ισορροπία μεταξύ συνέχειας και αλλαγής. Οι άθλοι της προσωκρατικής περιόδου της ελληνικής σκέψης, όπως και τα επιτεύγματα που είχε να επιδείξει ο τέταρτος αιώνας (προπάντων το έργο του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη), ουδέποτε βρέθηκαν μακριά από το ενδιαφέρον των μεγάλων στοχαστών της ελληνιστικής εποχής. Κάθε τόσο ανακαλύπτουμε αδιάσειστες μαρτυρίες ότι ο Επίκουρος, ο Ζήνων και οι άλλοι εργάζονταν πάνω σε προβλήματα που έθεσαν οι προκάτοχοί τους, και έβρισκαν τα εννοιολογικά εργαλεία τους στις ιδέες των προηγούμενων φιλοσόφων. Εντούτοις η πρωτοτυπία τους παραμένει αδιαμφισβήτητη. Μετά από τις φιλότιμες διερευνήσεις του ιδεαλισμού του Πλάτωνα και της εργώδους αναθεώρησης της πλατωνικής σκέψης από τον Αριστοτέλη, οι Ελληνιστές φιλόσοφοι χάραξαν ένα καινούργιο μονοπάτι. Για να μπορέσουμε να περιγράψουμε αυτή την ισορροπία μεταξύ συνέχειας και αλλαγής, θα ήταν ίσως αποτελεσματικό να καταφύγουμε στο παραδοσιακό εκείνο δεκανίκι των ιστοριογράφων της φιλοσοφίας, τους -ισμούς.

Είναι πάντα επικίνδυνο να σχηματοποιούμε έτσι τις φιλοσοφικές ιδέες, στριμώχνοντάς τες κάτω από γενικές και επομένως παραπλανητικές ταμπέλες. Ελάχιστα φωτίζει τον πλούτο της σκέψης του Πλάτωνα, για παράδειγμα, το να την περιγράψουμε ως «μια μορφή ιδεαλισμού»’ με τίποτα δεν αναπληρώνει την εκ του σύνεγγυς μελέτη της ζωντανής ανάπτυξης του λόγου, που κάνει την θεωρία των Ιδεών να είναι αυτό που είναι. Όμως τέτοιες γενικεύσεις έχουν πράγματι ένα ρόλο να παίξουν, όταν χρειάζεται να δοθούν κατευθύνσεις στον μελετητή που θέλει να βρει τον προσανατολισμό του μέσα σε νέο υλικό. Έχοντας λοιπόν υπ’ όψη τις συστηματικές τάσεις της ίδιας της ελληνιστικής περιόδου, μπορούμε να πούμε ότι τρεις -ισμοί οριοθετούν καλύτερα την συνέχεια και την πρωτοτυπία της περιόδου εκείνης: υλισμός, εμπειρισμός, νατουραλισμός.
 
Αυτές οι τρεις ταμπέλες αντιστοιχούν στις τρεις υποδιαιρέσεις της φιλοσοφίας, όπως καθιερώθηκαν στον ελληνιστικό κόσμο: φυσική, λογική και ηθική. Πρώτος ο Ακαδημεικός Ξενοκράτης ισχυρίστηκε πως τούτη η τριμερής διαίρεση περιγράφει τη δομή της φιλοσοφίας με τον καλύτερο τρόπο. Η παραδοσιακή κατάταξη των έργων του Αριστοτέλη σε: Όργανον, Φυσικά, Μεταφυσικά και Ηθική/πολιτική φιλοσοφία (που ως παραρτήματα της είχε πρακτικά θέματα όπως η ποιητική και η ρητορική), οφείλεται τόσο στη συστηματικότητα του ίδιου του έργου του όσο και στις διαθέσεις των Περιπατητικών επιγόνων του που οργάνωσαν το αριστοτελικό corpus όπως το έχουμε σήμερα. Οι Στωικοί υιοθέτησαν την ξενοκράτεια διαίρεση, ενώ οι Επικούρειοι απάλειψαν την λογική εν ονόματι αυτού που ονόμαζαν «κανονική» (μελέτη της αισθητηριακής αντίληψης και της επιστημονικής μεθοδολογίας)· αρχικά υπέταξαν την κανονική στην φυσική’ όμως κατοπινά, Επικούρειοι και Περιπατητικοί υποχρεώθηκαν να δεχτούν την καθιερωμένη τριμερή διαίρεση. Οι Σκεπτικοί (τόσο οι Ακαδημεικοί όσο και οι Πυρρώνειοι), φυσικά δεν προώθησαν δικές τους θεωρίες, κι έτσι η διαίρεση της φιλοσοφίας δεν παίζει κανένα σοβαρό ρόλο ως προς το έργο τους’ όμως στην κριτική τους προς τους μη σκεπτικούς, τους οποίους ονόμαζαν «δογματικούς» (που σημαίνει «αυτούς που ασπάζονται συγκεκριμένες πεποιθήσεις»), οι Σκεπτικοί φυσικά ακολουθούσαν το οργανωτικό σχήμα των αντιπάλων τους. Αποτέλεσμα: ουσιαστικά, όλη η ελληνιστική φιλοσοφία μπορεί κατά ένα χρήσιμο τρόπο να διαιρεθεί σε Λογική (που συμπεριλαμβάνει επιστημολογία και μελέτη της ερευνητικής μεθόδου), Φυσική (όπου συμπεριλαμβάνεται η λεγάμενη «μεταφυσική» του Αριστοτέλη), και Ηθική (μια κατηγορία αρκετά ευρεία ώστε να αγκαλιάζει όλες τις λεγόμενες «πρακτικές επιστήμες», και ιδιαίτερα την πολιτική).
 
Για να επιστρέφουμε στους τρεις -ισμούς:
Η γενική τάση της ελληνιστικής φυσικής είναι καταφανώς ο υλισμός. η απόρριψη, με τη μία ή την άλλη μορφή της πίστης στην ύπαρξη ασώματων οντοτήτων. Η απόρριψη, φυσικά, δεν είναι απόλυτη· οι Επικούρειοι υποστήριζαν ότι υπάρχει το «κενόν»· ot Στωικοί βρήκαν ότι χρειάζονταν τέσσερα είδη ασώματης οντότητας: το κενό, τον χώρο, τον χρόνο και τα «λεκτά»,* ένα νέο ασώματο είδος, απαραίτητο για τη στωική φιλοσοφία του νου, τη θεωρία τους για τη γλώσσα και την ανάλυση της αιτιότητας. Τούτος ο πολλαπλασιασμός των ασωμάτων ίσως κάνει τον «υλισμό» να μοιάζει φτωχός ως όρος που, υποτίθεται, προσανατολίζει τον μελετητή της ελληνιστικής φυσικής και μεταφυσικής όμως μια τέτοια εντύπωση θα ήταν εσφαλμένη – αν μη τι άλλο, οι ίδιοι οι Στωικοί όρισαν ρητά πως μόνο ενσώματες οντότητες υπάρχουν, και ότι τα ασώματα, αν και «υφίστανται» δεν είναι – υπό την αυστηρή έννοια της λέξης – υπαρκτά.
 
Έπειτα, στα κρίσιμα ζητήματα, Στωικοί και Επικούρειοι, συνειδητά και ηθελημένα, τοποθετούνταν ενάντια σε ό,τι εκλάμβαναν ως απόψεις του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη. Τον τέταρτο αιώνα, κύριοι «εκπρόσωποι» της ασώματης κατάστασης ήταν οι Ιδέες (στη θεωρία του Πλάτωνα, ίσως και του Αριστοτέλη), το Κινούν Ακίνη­τον του Αριστοτέλη, και η ψυχή (ή νους). Και ακριβώς επειδή Στωικοί και Επικούρειοι απορρίπτουν την ιδέα ότι είναι άυλες αυτές οι οντότητες, δικαιούνται να ονομάζονται υλιστές.
 
Επικούρειοι και Στωικοί σταθερά και ψύχραιμα απέρριψαν την ασώματη κατάσταση των Ιδεών και της ψυχής. Άμεσες μαρτυρίες για την απόρριψη του Κινούντος Ακινήτου δεν υπάρχουν πολλές, όμως είναι σχεδόν βέβαιο πως αυτό είναι αποτέλεσμα της γενικότερης απόρριψης της θεωρίας αυτής ακόμα και από οπαδούς του Αριστοτέλη. Σε όλη την πορεία της μετα-αριστοτελικής φιλοσοφίας, η δογματική ένταξη ενός φιλοσόφου κρινόταν από τη θέση που έπαιρνε στο ζήτημα περί ασώματης Ιδέας και ψυχής – ήταν η Λυδία λίθος. Επομένως, η ολοκληρωτική απόρριψη της ασώματης ψυχής και των άυλων Μορφών από τις σχολές αυτές είναι ένα καθαρό σημάδι του «υλισμού» τους, με τη σημερινή έννοια της λέξης.
 
Αυτή ήταν η καινοτομία σε σχέση με τον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη -αν και πριν από τους Στωικούς και τους Επικούρειους υπήρξαν και αρκετοί άλλοι που θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν υλιστές. Αυτό που διακρίνει τις δύο σχολές από τους προκατόχους τους είναι, νομίζουμε, η συστηματικότητα με την οποία υπερασπίστηκαν τον υλισμό από την αντι-υλιστική επιχειρηματολογία του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη.
 
Ο εμπειρισμός των ελληνιστικών σχολών είναι πιο σύνθετος. Βεβαίως βρίσκεται σε πλήρη αντίθεση με την επιστημολογία (γνωσιολογία) του Πλάτωνα· όμως, εξίσου ξεκάθαρα, αποτελεί εξέλιξη του – μάλλον διατακτικού και αβέβαιου – εμπειρισμού του Αριστοτέλη. Ο τελευταίος πίστευε, για να χρησιμοποιήσουμε την κοινότοπη φράση, πως «τίποτα δεν μπορεί να υπάρχει στο νου αν δεν έχει υπάρξει προηγουμένως στις αισθήσεις»’ όμως θεωρούσε επίσης πως, σε ό,τι αφορά στη διαμόρφωση αφηρημένων εννοιών, ο εμπειρισμός του παρέμενε ατελής χωρίς ένα απαραίτητο τελικό στάδιο κατά το οποίο θα προσδιοριστούν με επάρκεια και ακρίβεια οι επαγωγικά συναγόμενες έννοιες, ώστε να χρησιμεύσουν ως βασικές αρχές των επιστημών. Η εύλογη αυτή πεποίθηση, που δείχνει πως ο Αριστοτέλης είχε επίγνωση των περιορισμών από τους οποίους πάσχει η εμπειριοκρατική μέθοδος θεμελίωσης σταθερής και αδιαμφισβήτητης γνώσης, απορρίφθηκε από τις ελληνιστικές σχολές. Ο εμπειρισμός των τελευταίων, επομένως, είναι πολύ πιο αδιάλλακτος και πιο ευάλωτος στις επιθέσεις των Σκεπτικών. Μπαίνουμε στον πειρασμό να φανταστούμε πως τούτη η ακαμψία του ελληνιστικού εμπειρισμού υπήρξε ένας από τους παράγοντες που πυροδότησαν τον σκεπτικισμό.
 
Στην ηθική σκέψη, η συνέχεια των Ελληνιστών φιλοσόφων με τον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη είναι ακόμα πιο εντυπωσιακή. Η λέξη-κλειδί εδώ είναι ο «νατουραλισμός»: η πεποίθηση ότι μια ορθή σύλληψη περί του ευ ζην πρέπει να βασίζεται σε μια σαφή και ακριβή κατανόηση της φύσης του ανθρώπου. Τούτη η πεποίθηση θεωρείται δεδομένο πως ήδη επικρατούσε και στην προ-φιλοσοφική ελληνική ηθική, και πως εκφράστηκε με σαφήνεια και από τον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη. Στην ελληνική σκέψη ανέκαθεν η άποψη για την ανθρώπινη ψυχή και τις φυσικές λειτουργίες της ήταν στενά δεμένη με την ιδέα της ανωτερότητας των δραστηριοτήτων της. Και οι Επικούρειοι και οι Στωικοί όχι μόνο διατήρησαν αυτήν την ιδέα αλλά και την υποστήριξαν θεωρητικά με πολύ πιο συγκεκριμένη επιχειρηματολογία.
 
Οι απόψεις των ελληνιστικών σχολών για τη φύση της ανθρώπινης ψυχής σηματοδοτούν ακόμα μία πολύ σημαντική αντίθεση με τον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη. Και για να αποτολμήσουμε έναν ακόμα -ισμό, ας τις ονοματίσουμε σωκρατισμό του Επίκουρου και των Στωικών. Στους πρώιμους διαλόγους του Πλάτωνα, εκείνους που συμβατικά θεωρούμε πως εκφράζουν πολύ πιο ξεκάθαρα τις απόψεις του ίδιου του Σωκράτη, ο τελευταίος πιστεύει σοβαρά ότι η ανθρώπινη ψυχή είναι θεμελιωδώς και αποκλειστικά μια λογική οντότητα. Για λόγους ηθικούς, στους πρώιμους διαλόγους εκλαμβάνεται ως δεδομένο ότι ο λόγος κυριαρχεί στη ζωή της ψυχής, σε τέτοιο βαθμό που οι έλλογες αποφάσεις για τον άριστο βίο καθορίζουν πλήρως την συμπεριφορά του ανθρώπου. Αυτή η άποψη απορρίφθηκε τελικά από τους Πλάτωνα και Αριστοτέλη: και οι δύο επέμειναν πως υπάρχουν στην ψυχή επιθυμητικές δυνάμεις θεμελιωδώς ά-λογες, οι οποίες δρουν σχεδόν αυτόνομα, έστω κι αν επιδέχονται τον έλεγχο του λόγου. Ο αγώνας για τον άριστο βίο, επομένως, δεν ήταν απλά θέμα λογικής απόφασης για το ποιος είναι ο καλύτερος τρόπος συμπεριφοράς και ζωής για τον άνθρωπο· η επιτυχία του εξαρτάται από την καθυπόταξη ή την εξημέρωση των ά­λογων μερών της ψυχής· αν δεν καταστούν υπάκουες στον ανθρώπινο λόγο, παρεμβαίνουν και αλλοιώνουν λογικές αποφάσεις και σχέδια. Πάντα υπάρχει απειλητική η προοπτική αυτού που ο Πλάτων ονόμαζε «εμφύλιος πόλεμος μες στην ψυχή».
 
Οι Επικούρειοι και οι ορθόδοξοι Στωικοί επανήλθαν στην άποψη του Σωκράτη: συνολικά η ανθρώπινη ψυχή είναι έλλογη, όλες οι επιθυμητικές καταστάσεις και δυνάμεις είναι κατά κάποιο τρόπο εκφράσεις πεποιθήσεων, επιλογών και αποφάσεων. Κατά συνέπεια, η αδύναμη βούληση, «ο εμφύλιος πόλεμος μες στην ψυχή», είναι κάτι το αδύνατο. Τα ηθικά σφάλματα, επομένως, είναι ακριβώς αυτό: λάθη του νου σχετικά με το τι συνιστά τον άριστο βίο. Τούτη είναι μια πολύ πιο αισιόδοξη άποψη για τη φύση της ανθρώπινης ζωής. Ο λόγος και μόνον ο λόγος είναι υπεύθυνος για την ευτυχία ή τη δυστυχία μας. Αυτή η κατά βάση σωκρατική πεποίθηση, η οποία ίσως να μην είναι σωστή, δεν χωρά αμφιβολία πως καθορίζει το γενικό χαρακτήρα της ελληνιστικής ηθικής σκέψης.

Επαναλαμβάνεται συχνά πως Επικούρειοι και Στωικοί επιδίωκαν την ευδαιμονία του ανθρώπου μέσα από μια τυφλή άρνηση της σπουδαιότητας σημαντικών εξωτερικών περιστάσεων και συνθηκών, κι αυτό ως συνέπεια μιας γενικότερης απόγνωσης, που είχε να κάνει με την αδύναμη θέση του ατόμου στις νέες κοινωνικές συνθήκες της ελληνιστικής εποχής. Εμείς, ωστόσο, θεωρούμε πολύ πιθανότερο πως η αδιάλλακτη και ίσως υπερβολική έμφαση στην αυτονομία του ανθρώπινου λόγου όσον αφορά στην ευδαιμονία, εί­ναι αποτέλεσμα ενός πολύ προσγειωμένου σωκρατισμού στον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνονταν τη φύση της ανθρώπινης ψυχής.
 
ΟΙ ΣΚΕΠΤΙΚΟΙ του ελληνιστικού κόσμου απέρριπταν κάθε απόπειρα εξήγησης του μη προφανούς μέσω του προφανούς (πράγμα που δεν είναι παρά μια γενικευμένη απόρριψη κάθε απόπειρας να εξηγηθεί το υλικό δια του μη υλικού). Και οι δύο σκεπτικισμοί, ο Ακαδημεικός και ο Πυρρώνειος, έστρεφαν τα πυρά τους ενάντια στις πρωτοπόρες δογματικές σχολές του καιρού τους, και πρώτα και κύρια ενάντια στους Στωικούςφυσικά, επιθέσεις δέχονταν και οι Επικούρειοι, και ο Σέξτος στα εκτενέστατα συγγράμματά του αφιερώνει αρκετό χώρο σε επιθέσεις ενάντια στον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη αλλά και προγενέστερους. Όμως η ίδια η επιτυχία των ελληνιστικών δογματικών σχολών, που κατόρθωσαν να εκτοπίσουν από τη σκηνή τους γίγαντες του 4°υ αιώνα, ώθησε τους Σκεπτικούς και των δύο τάσεων να εστιάσουν πάνω στις θεωρίες των συγκαιρινών τους.
 
Παρά τη μεγάλη ομοιότητα μεταξύ των δύο Σκεπτικών σχολών που παρουσιάζονται στο βιβλίο, θα πρέπει να γίνει προσεκτική διάκριση. Οι Ακαδημεικοί, που στράφηκαν στο σκεπτικισμό την εποχή που διευθυντής της Ακαδημίας ήταν ο Αρκεσίλαος (στις αρχές του 3ου αι. π.Χ.), είχαν ως κύρια πηγή έμπνευσης τον Σωκράτη. Για τον Αρκεσίλαο και τον Καρνεάδη (που ήταν και ο σημαντικότερος διάδοχός του), το πνεύμα του σωκρατισμού θα πρέπει να αναζητηθεί στην ίδια την ανατρεπτική πρακτική του Σωκράτη. Η προσπάθειά του να υποβάλει σε έλεγχο τις κάθε λογής πεποιθήσεις των συνομιλητών του και ο τρόπος που τις ανασκεύαζε, έδωσαν έμπνευση στους Ακαδημεικούς, οι οποίοι έκτοτε επιδόθηκαν στην αναζήτηση της απόλυτης πνευματικής καθαρότητας με όπλο την επιχειρηματολογία ενάντια στα κύρια φιλοσοφικά δόγματα του καιρού τους. Η διαλεκτική δύναμη ενός Αρκεσίλαου και ενός Καρνεάδη έβρισκε διέξοδο αποκλειστικά μέσα από τον προφορικό λόγο· όπως και ο Σωκράτης, κανείς από τους δυο δεν καταπιάστηκε με τη συγγραφή έργων -θαρρείς και η ίδια η πράξη του παγώματος του ζωντανού διαλόγου σε γραπτή μορφή θα πρόδιδε τον διαλεκτικό του χαρακτήρα. Όλη αυτή η δραστηριότητα εξασκούνταν προς χάριν του εαυτού της· όσοι αναφέρονται στους Ακαδημεικούς σκεπτικούς αφήνουν να εννοηθεί ότι πιστεύουν πως οι τελευταίοι δεν ενδιαφέρονταν για κανένα σκοπό πέρα από την άσκηση της διαλεκτικής. Δεν είναι διόλου ξεκάθαρο αν οι Ακαδημεικοί στην πραγματικότητα έκρυβαν κάποιο μυστηριώδη ηθικό ή μεταφυσικό σκοπό πίσω από την ανατρεπτική τους δραστηριότητα. Φυσικά, στον υπόλοιπο κόσμο δεν εμφάνιζαν παρά το αινιγματικό πρόσωπο διαλεκτικών έτοιμων να επιχειρηματολογήσουν υπέρ ή κατά οποιασδήποτε δεδομένης θέσης. Μ’ αυτή την πρακτική τους βοήθησαν να αποκαλυφθούν οι λανθάνουσες αδυναμίες του δογματισμού των άλλων ελληνιστικών σχολών και τις υποχρέωσαν να ενισχύσουν τις θεωρίες τους με πιο ακριβή επιχειρηματολογία και πιο προσεκτικές διατυπώσεις. Το λεπτό παιχνίδι ανάμεσα στη δογματική θεωρητικολογία και στον διαλεκτικό έλεγχο -παλιό όσο και η ελληνική φιλοσοφία-, ζει και βασιλεύει στον ελληνιστικό κόσμο.
 
Με τον Πυρρώνειο σκεπτικισμό τα πράγματα διαφέρουν κατά ένα πολύ σημαντικό τρόπο. Ο Πυρρωνισμός όπως τον γνωρίζουμε ξεκίνησε, καταπώς φαίνεται, τον πρώτο αιώνα π.Χ., με τον Αινησίδημο, έναν Ακαδημεικό που αντέδρασε στον αυξανόμενο δογματισμό της ίδιας του της σχολής. (Υπέρμαχος και εκφραστής της νέας εκείνης ακαδημεικής τάσης ήταν ο Αντίοχος ο Ασκαλωνίτης). Για να καταδείξουν τον ανανεωμένο χαρακτήρα του σκεπτικισμού τους, οι Πυρρωνιστές στράφηκαν έξω από την σωκρατική/ακαδημεική παράδοση προς ανεύρεση του αρχαίου «ιδρυτή», τον οποίο κάθε σχολή ευχόταν να έχει ώστε να διαθέτει κύρος. Στην περίπτωση αυτή, ο ιδρυτής που επιλέχθηκε ήταν ο Πύρρων από την Ηλεία, μια θολή φυσιογνωμία του τέταρτου αιώνα. Η ζωή και η σκέψη του Πύρρωνα εξακολουθούν να παραμένουν ένα μυστήριο· ο ίδιος δεν έγραψε τίποτα, και οι μόνες πηγές μας για τη δράση του είναι οι ύστεροι Πυρρωνιστές και ο διανοούμενος σατιρικός Τίμων ο Φλιάσιος, συγκαιρινός του Πύρρωνα και νεώτερός του, ποιήματα του οποίου σώζονται σε αποσπασματική μορφή. Όσο βέβαιο είναι ότι ο Πύρρων υπήρξε ένας Σκεπτικός, άλλο τόσο είναι αδύνατο να προσδιοριστεί ο ακριβής χαρακτήρας και η πρακτική διάσταση του σκεπτικισμού του. Όμως αυτό που είναι ξεκάθαρο, είναι ότι οι ύστεροι Πυρρωνιστές διέφεραν σημαντικά από τους Ακαδημεικούς σκεπτικούς: η σκεπτική τους δραστηριότητα είχε έναν σαφή ηθικό στόχο. Ο χαλκέντερος και πολυγραφότατος γιατρός Σέξτος Εμπειρικός – η κύρια πηγή μας για τον Πυρρωνισμό όλων των εποχών -, ξεκαθαρίζει ότι σκοπός του σκεπτικισμού είναι η ελευθερία από κάθε ψυχική ταραχή. Κι έτσι το κίνητρο για τη διαφύλαξη της ελευθερίας από τα δογματικά δεσμά έγινε πολύ πιο σαφές απ’ ό,τι ήταν για τους Ακαδημεικούς. Και ίσως μια από τις συνέπειες αυτού είναι η – ουσιωδώς διαφορετική από των Ακαδημεικών – επιστημολογική στάση των Πυρρώνειων σκεπτικών. Παύει να είναι απλώς η άρνηση κάθε συγκατάθεσης ο νους του Σκεπτικού ισορροπεί προσεκτικά πάνω στις λογικά ισοδύναμες όμως αντιτιθέμενες απόψεις -και εδώ βρίσκεται το κλειδί της ψυχικής αταραξίας του Πυρρώνειου σκεπτικού.
 
Η ανάπτυξη της φιλοσοφίας στην ελληνιστική περίοδο είναι ένα θέμα μεγάλης ιστορικής σπουδαιότητας· όμως τελικά θα πρέπει επίσης να σχηματίσουμε μια άποψη για τη φιλοσοφική της αξία’ και αυτό αναπόφευκτα θα εξαρτηθεί από το πώς θα κρίνουμε τη σχέση ανάμεσα στην ελληνιστική και στην κλασική ελληνική φιλοσοφία, και από το πώς θα αποτιμήσουμε τα προτερήματα της συνέχειας και των καινοτομιών της.
-----------------------
* Παραδοσιακά – αλλά και παραπλανητικά – τα λεκτά (εν. το λεκτόν) μεταφράζονται ως «νοήματα» ή κάτι παρόμοιο, και όχι ως «πράγματα που έχουν ειπωθεί». Στα αγγλικά, οι Long και Sedley πρόσφατα επινόησαν τη λέξη sayable.

Κάποτε φοβόμουν τα σκοτάδια, τώρα χορεύω μέσα τους με τους δαίμονές μου

Μικρός φοβόμουν το σκοτάδι, ήθελα πάντα ένα φως για να κοιμηθώ, έτρεμα να κλείσω τα μάτια μου και το δωμάτιο να είναι σκοτεινό.

Φοβόμουν πως κάτι υπάρχει μέσα στο δωμάτιο, φανταζόμουν με το μικρό μου μυαλό τέρατα με πολλά μάτια και χέρια. Με τεράστια δόντια και πόδια, τριχωτά, έτοιμα να μου κάνουν κακό.

Μεγαλώνοντας αγάπησα το σκοτάδι. Έχει μία καταλυτική δύναμη, παγώνει ο χρόνος και το μυαλό τρέχει, τρέχει τόσο που διώχνει μακριά τον ύπνο και δίνει τη θέση του στις σκέψεις.

Καμιά φορά το σκοτάδι ρίχνει το πιο δυνατό φως. Σε κάνει να δεις καθαρά τη στιγμή που δεν βλέπεις τίποτα. Ξέρεις το φως καμιά φορά αποπροσανατολίζει, σε κάνει να επικεντρωθείς σε πράγματα ανούσια τραβώντας σου την προσοχή από τα ουσιαστικά.

Πλέον λατρεύω το σκοτάδι. Με ηρεμεί, με κάνει να δω πράγματα που στο φως δεν μπορούσα να παρατηρήσω. Τα βρίσκεις με τον εαυτό σου στο σκοτάδι, ξεγυμνώνεις την ψυχή σου και την αφήνεις εκεί, σε μια άκρη του δωματίου. Την κοιτάς κατάματα και σε κοιτάει κι αυτή πίσω και κάνετε τον ομορφότερο διάλογο. Αδειάζεις και ξαναγεμίζεις.

Ωραίο το σκοτάδι. Κλαις, γελάς, τρομάζεις και δεν σε βλέπει κανείς, δεν βλέπεις καν εσύ τον εαυτό σου. Μπορείς να είσαι όποιος θέλεις μέσα στο σκοτάδι. Ένα φοβισμένο παιδί, φοβισμένο για το αύριο, για το σήμερα, για το οτιδήποτε. Μπορείς να είσαι εξαγριωμένος, με τους ανθρώπους, με τον εαυτό σου, με τον κόσμο όλο. Μπορείς να είσαι τόσο χαρούμενος που η ενέργειά σου και η ευτυχία σου να δίνουν στο σκοτεινό δωμάτιο άλλη υπόσταση.

Είναι όμορφο πράγμα να κάθεσαι στο σκοτάδι και να αναλογίζεσαι τις επιλογές σου, τα λόγια που είπες, τις πράξεις που έκανες. Σου δίνει μια ελευθερία να σκεφτείς λίγο καλύτερα πως θα μπορούσες να βελτιώσεις τον εαυτό σου.

Είναι όμορφο το σκοτάδι. Γαληνεύει η ψυχή σου. Ταξιδεύει όπου αυτή θέλει. Γίνεσαι μικρός και ξανά μεγάλος μέσα σε κλάσματα του δευτερολέπτου. Βλέπεις τον εαυτό σου μετά από μερικά χρόνια και ψάχνεις να βρεις τι θα μπορούσες να αλλάξεις για να είσαι πιο ευτυχισμένος αργότερα.

Λυτρωτικό το σκοτάδι. Με ένα του άγγιγμα απαλύνει κάθε πόνο. Μια άσχημη μέρα στο σκοτάδι φαίνεται λίγο ομορφότερη, γιατί ξέρεις πως ξημερώνει σε λίγες ώρες μια καινούργια. Μια άσχημη κουβέντα που είπες ή που άκουσες γίνεται λίγο λιγότερο άσχημη γιατί ξέρεις πως αν την είπες εσύ μπορείς να το διορθώσεις, ενώ αν την άκουσες μπορείς να την αφήσεις πλέον πίσω μαζί με τη μέρα που φεύγει.

Το φοβόμουν το σκοτάδι, φοβόμουν για τους “δαίμονες” που μπορεί να κρύβει. Τώρα, τώρα φοβάμαι την ημέρα, γιατί κατάλαβα πως οι “δαίμονες” δεν κρύβονται στο σκοτάδι. Κυκλοφορούν την μέρα με πολύ όμορφα προσωπεία και λαμπερά χαμόγελα. Τώρα παρακαλάω να έρθει το βράδυ, να πέσει βαθύ σκοτάδι για να φανερωθούν καθάρια βλέμματα. Τώρα ξέρω πως κανείς κακός “δαίμονας” δεν κρύβεται κάτω από το κρεβάτι μου γιατί όλοι με κοιτούν κατάματα το πρωί.

Τώρα ξέρω πως οι “δαίμονες” αυτοί, δεν είναι μόνο άλλοι άνθρωποι, είναι και ο εαυτός μου. Και έμαθα να παλεύω με τους δαίμονές μου. Να παλεύω και να τους νικάω.

Πλέον το αγαπώ το σκοτάδι και αγαπώ και ότι αυτό περιλαμβάνει.

Ακόμα και τα μάτια λένε ψέματα

«Είδα μάτια να μου λένε ψέματα με τον πιο αληθινό τρόπο», έγραφε ένα γκράφιτι σε έναν τοίχο ή μάλλον μιλούσε μέσα από τη φράση που αναγραφόταν σε αυτόν. Και κάπως έτσι, κάτι μέσα σου ξυπνά όσο βαριά κι αν το είχες ηθελημένα κοιμίσει. Κάτι μέσα σου ψάχνει βαθιά παλιές πληγές σου και τις φέρνει αβίαστα, ολόγυμνες, μπροστά σου. Εκείνα τα μάτια που τελικά δεν έθαψες και τόσο καλά στη μνήμη σου, επανέρχονται για να φθείρουν και πάλι τη σκέψη σου, όπως έκαναν ανέκαθεν, καλά.

Πόσες φορές γελάστηκες; Πόσες φορές σε κοίταγαν με προσοχή στα μάτια και σου πουλούσαν παραμύθια με τον πιο πειστικό τρόπο; Εκείνες τις φορές που ένιωθες πανευτυχής, που ξανακτιζόταν ο κόσμος σου, που έβλεπες τη ζωή σου να αλλάζει πορεία, που ένιωθες πλήρης κι όλα τελικά αποδείχτηκαν πως ήταν κτισμένα σε χάρτινα καστράκια. Καλοδουλεμένα, με άρτια στρατηγική και γερή δόση ύπουλου βλέμματος, ψέματα. Ψέματα βγαλμένα από τα πιο αληθινά μάτια. Καταστροφή της ζωής σου και της πορείας σου όλης μέσα από μάτια που σε κοίταζαν σαν να ήσουν η ζωή τους. Μα ένας άνθρωπος που δε σέβεται την ύπαρξή του την ίδια, μόνο αν πατήσει στην ορθότητα θα καταφέρει να ξαποστάσει λίγο, θρέφοντας την αρρωστημένη λογική του.

Η καρδιά σου, που λες, έχει ξεράσει πεταλούδες με την ίδια ευκολία που στις δημιούργησαν. Σε εκείνα τα μάτια που μέσα τους χανόσουν, που σχεδίαζες σιωπηρά το μέλλον στο μπόι της απόλυτης θέλησής σου. Σε εκείνα τα μάτια στοιχημάτισες κι έπεσες κατηγορηματικά έξω. Με πόσο θράσος παίζουν με την αλήθεια οι άνθρωποι; Με πόση ευκολία διαπραγματεύονται αλήθειες, ψυχές, χαμόγελα;

Σου έχουν μάθει να διαβάζεις μάτια, σου έχουν πει τόσες φορές να διαβάζεις σκέψεις μέσα από ένα βλέμμα, έχεις καταφέρει κιόλας πολλές φορές να αποκαλύψεις ψέματα, να προδώσεις συμπεριφορές λες και τα μάτια που είχες απέναντί σου ούρλιαζαν. Μα έχεις ξεχάσει πόση σαπίλα μπορεί να συνοδεύει έναν άνθρωπος. Ένας άνθρωπος αλλοτριωμένος ξέρει να κρύβεται καλά. Ένας άνθρωπος αρρωστημένα ύπουλος γνωρίζει καλά τι να χρησιμοποιήσει για να πετύχει αυτό που ούτε ο ίδιος δε θα είναι ποτέ σε θέση να προσδιορίσει.

Είναι τα μάτια ο καθρέφτης της ψυχής, μα μόνο μιας ψυχής που δεν μπάζει. Ο καθρέφτης αυτός αντανακλά μόνο τις ατόφιες, τις αληθινές, τις ψυχές που ξέρουν ν’ αγαπούν, που δε ζητούν αλήθειες για να πληρώνουν το ψέμα τους. Να μάθεις να γνωρίζεις πραγματικά αυτόν που έχεις απέναντί σου. Να μάθεις να ψυχολογείς ακόμα και τα βλέμματα κι ας μη σε συμφέρει. Ζώντας μαζί του γνωρίζεις πότε η αλήθεια του είναι αδιαμφισβήτητη, γνωρίζεις πότε κάτι δε σε πληροί. Μα πολλές φορές τυφλώνεσαι εκούσια, πολλές φορές υποτιμάς εσύ ο ίδιος την κρίση σου με τις προϋποθέσεις πειθούς που θέτεις. Ωραιοποιείς λόγια και καταστάσεις, πείθεσαι εύκολα ενώ ο εαυτός σου διερωτάται συνεχώς, σε παραμυθιάζουν κι εσύ αδιαμαρτύρητα, σωπαίνεις.

Τελικά ίσως τα μάτια να ξέρεις να τα διαβάζεις κι αν δεν έχεις μάθει ακόμη, τουλάχιστον άκου μια φορά το ένστικτό σου. Ακόμα και τα μάτια λένε ψέματα.  Για την ακρίβεια, λένε τα ωραιότερα ψέματα, εκείνα που πονάνε πιο πολύ, εκείνα που σε σημαδεύουν σαν ταινία παιδική, πάντα χαραγμένη στη μνήμη σου. Γι’ αυτό, το νου σου στα μάτια.

Ο καθένας παίρνει αυτό που πιστεύει πως του αξίζει

«Ο καθένας σ’ αυτή τη ζωή παίρνει αυτό που του αξίζει». Πασίγνωστο απόφθεγμα, όλοι το έχουμε πει, είτε για να δώσουμε ελπίδα, είτε σαν συμπέρασμα μετά το πέρας μιας κατάστασης. Αναρωτιέμαι, όμως, υπάρχει κάτι το αντικειμενικό σ’ αυτή τη φράση ή είναι εντελώς υποκειμενικό το θέμα; Αν την αντιμετωπίσουμε εντελώς ψυχρά, θα σκεφτόμασταν πως υπάρχει μια ανώτερη δύναμη που μετράει τον καθένα μας, τον κοστολογεί και τον αποζημιώνει ή ζημιώνει στο τέλος, δίνοντάς του αυτό που του αξίζει ή στερώντας του όσα δεν του αξίζουν, αλλά κατέχει. Αφήνοντας, ωστόσο, στην άκρη τα μεταφυσικά, όλο αυτό από κάπου μπάζει.

Ποιος ορίζει την αξία του καθενός, με ποιο μέτρο και πώς αποφασίζεται τι θα λάβει και τι όχι; Απ’ την επαγγελματική του καταξίωση, τους ανθρώπους γύρω του ή τον ίδιο ατομικά; Κρίνεται απ’ το χαρακτήρα και τις προθέσεις του ή το αποτέλεσμα; Και ποιο το χρονικό σημείο της κρίσης; Η στιγμή της κτήσης, της απώλειας ή ενός γενικού απολογισμού εκεί, κατά τη δύση μας; Πολλές απορίες, η κάθε μία γεννάει άλλες δέκα.

Οποιοδήποτε αδιαμφισβήτητο συμπέρασμα θα ήταν απόλυτο κι επισφαλές. Με τη μικρή μου πείρα ζωής, όμως, και μέσα από διάφορες συζητήσεις και διαφωνίες κατέληξα πως, ίσως, η φράση να πλησιάζει την αλήθεια με μια μικρή τροποποίηση: «Ο καθένας προσπαθεί να πάρει αυτό που πιστεύει πως του αξίζει».

Σκέψου το. Πόσες φορές παρατήρησες ανθρώπους να χαραμίζονται –σύμφωνα με τα δικά σου μάτια, ως εξωτερικός παρατηρητής– σε σχέσεις ή δουλειές που έκρινες πως δεν τους άξιζαν. Πίστευες ότι ήταν για πολύ ανώτερα, αλλά εκείνοι έμεναν σε καταστάσεις που θεωρούσες πως τους υποτιμούσαν. Τι τους έλειπε, μια χαρά παιδιά, δεν καταλάβαινες. Δεν είχαν θάρρος, σωστό κριτήριο ή διάθεση; Όχι. Δεν είχαν αυτοεκτίμηση κι αυτοπεποίθηση. Όσο υπέροχοι κι ικανοί έμοιαζαν στα δικά σου μάτια, οι ίδιοι δεν το έβλεπαν ή, κι αν το έβλεπαν, δεν είχαν το συστατικό εκείνο που θα τους ωθούσε να διεκδικήσουν κάτι παραπάνω.

Κι απ’ την άλλη, τώρα, έχεις δει ανθρώπους κι έχεις σκεφτεί πως δεν τους αξίζει η επιτυχία ή η ευτυχία που βιώνουν. Κακιά σκέψη, ζηλόφθονη. Ξεκόλλα. Αυτοί οι τύποι, ασχέτως με τη δική σου γνώμη, πίστεψαν στην προσωπική τους αξία και πάλεψαν για όσα θεωρούσαν πως αξίζουν. Είχαν εμπιστοσύνη στον εαυτό τους και κατάφεραν να αποκτήσουν όσα ήθελαν, γιατί είχαν την πεποίθηση πως τους άξιζαν. Το να απορείς, αντί να παραδειγματιστείς, δεν ωφελεί.

Έρχεται τώρα η αντίθετη άποψη, που ισχυρίζεται ότι βλέπουμε διαφόρους να πετυχαίνουν με ύπουλα μέσα κι ανέντιμα. Κι αυτοί το αξίζουν, απλώς επειδή δεν έχουν ηθικούς φραγμούς; Αν ναι, τότε τι ζωή είναι αυτή που επιβραβεύει την ατιμία κι αν όχι τι λέμε τόση ώρα για αξίες κι απολαβές;

Η τύχη. Φτάνει με το παραμυθάκι της τύχης. Αν υπάρχει, υπάρχει για όλους, αν δεν υπάρχει, δεν έχει κανείς μας. Υπάρχουν οι συμπτώσεις, ναι, αλλά μια έρμη σύμπτωση από μόνη δεν αρκεί. Υπάρχουν αυτοί που έχουν μάτια ανοιχτά, εκμεταλλεύονται συγκυρίες κι αρπάζουν ευκαιρίες. Υπάρχουν οι τολμηροί κι οι άτολμοι, οι τζογαδόροι της ζωής κι οι ωμά ρεαλιστές.

Καμία τύχη λοιπόν, κανένα μάτι τρίτου, κανένα αντικειμενικό «αξιόμετρο». Ο χαρακτήρας, η αυτοεκτίμηση κι οι πράξεις. Δεν μπορεί κανείς να ορίσει την αξία σου παρά μόνο εσύ ο ίδιος. Εσύ επηρεάζεσαι από γνώμες, εσύ υποτιμάς ή υπερεκτιμάς τις δυνατότητές σου, κανένας άλλος. Εσύ θα επιλέξεις το δρόμο που θα ακολουθήσεις, πόσο ψηλά θες να φτάσεις, αν είσαι ικανοποιημένος με όσα έχεις ή θες κι άλλα.

Δεν είναι εύκολο, οι άνθρωποι επηρεαζόμαστε, κουραζόμαστε να παλεύουμε, παραιτούμαστε. Αν σου έχεις πίστη όμως, θα ξανασηκωθείς, θα ξαναπροσπαθήσεις, μέχρις ότου αποφασίσεις το μάταιο ή όχι του αγώνα σου, το εφικτό ή το ανέφικτο του στόχου σου.

Extra tip: Άλλο πιστεύω σε εμένα, άλλο είμαι υπερφίαλος. Όποιος έχει μια στοιχειώδη ωριμότητα κι αυτογνωσία καταλαβαίνει ως πού μπορεί να φτάσει, πότε κυνηγάει όνειρα και πότε χίμαιρες. Δε γίνεται να ξυπνήσεις κλητήρας και σε δυο μέρες να ζητάς να γίνεις δήμαρχος, έτσι επειδή είσαι όμορφος. Ούτε γίνεται να κοροϊδεύεις αιωνίως τον εαυτό σου μέσα σε μια επίπλαστη ευτυχία. Στη συνειδητοποίηση να σε δω κι εσένα, κι εμένα, κι όλους μας. Αν εσύ κρίνεις πως σε υποτιμά η όποια συνθήκη, τι θα πράξεις.

Και μην ανησυχείς. Πες το καρμική δικαιοσύνη, πες το συμπαντική ισορροπία ή Θεία δίκη. Όπως θες πες το, αλλά οι συμπεριφορές επιστρέφονται, αργά ή γρήγορα στον αποστολέα. Το καλό γυρνάει πάντα σε όποιον το έδωσε και το κακό σε όποιον το προξένησε. Ο μεγαλύτερος κριτής είναι ο ίδιος ο εαυτός μας.

Κι αν ανακαλύψεις πως δεν έλαβες αυτό που πίστευες πως άξιζες ή αν αυτό που κατέκτησες δε σου άξιζε, γι’ αυτό κι εν τέλει το έχασες, δε θα μπορείς να κατηγορήσεις κανέναν άλλο πέρα από τον εαυτό σου -τον χαρακτήρα σου, τις επιλογές σου, τις πράξεις και τις παραλείψεις σου.

Να ‘χεις εγωισμό τόσο ώστε να μη σε πατάνε

Κανείς δεν είναι τέλειος, λένε, κι αυτοί που το λένε έχουν απόλυτο δίκιο. Όλοι έχουν ελαττώματα. Διαφορετικά και ποικίλα από άτομο σε άτομο αλλά ελαττώματα. Τι είναι, όμως, στην ουσία το ελάττωμα; Είναι η κατάσταση κατά την οποία  βρίσκεται ένα στοιχείο του χαρακτήρα σου σε έξαρση ή σε έλλειψη. Με πιο απλά λόγια είσαι ή του ύψους ή του βάθους. Οτιδήποτε ξεπερνά τα όρια του μέτρου –όπου μέτρο, βλέπε τα αποτελέσματα που έχουν προκύψει απ’ τους γενικούς κι αποδεκτούς κανόνες συμπεριφοράς– τείνει να γίνει ενοχλητικό, κουραστικό, απρεπές κι απωθητικό. Κανένα στοιχείο του χαρακτήρα μας δεν ξεφεύγει απ’ αυτή τη θεωρία. Έτσι κι ο εγωισμός. Ο εγωισμός που συχνά συνοδεύεται από κακούς επιθετικούς προσδιορισμούς, όπως υπέρμετρος και καταστροφικός είναι γνωστός σε όλους για τα συντρίμμια που αφήνει στο πέρασμά του. Τι γίνεται, ωστόσο, όταν τα επίθετα που τον συνοδεύουν είναι «αφανής» κι «ανύπαρκτος»; Είναι το ίδιο άσχημο και σε κάποιες περιπτώσεις ίσως και χειρότερα. Η έλλειψη εγωισμού είναι ελάττωμα. Απ’ αυτά τα ύπουλα που δε βλάπτουν κανέναν άλλο παρά μόνο τον εαυτό σου.

Αλλά, για πες μου, τι πιο δυσάρεστο, εσφαλμένο και ψυχοφθόρο υπάρχει απ’ το να υποτιμάς και να παραγκωνίζεις οικειοθελώς τον εαυτό σου; Δώσε βάση: τον εαυτό σου! Αυτόν που σε συντροφεύει συνεχώς, αυτόν που σε παρηγορεί –ασυνείδητα– όταν εσύ ο ίδιος δεν μπορείς να το κάνεις, αυτόν που σε κουβαλάει έτσι ακριβώς όπως είσαι. Είναι έγκλημα.

Ας εποπτεύσουμε, όμως, την περίπτωση αυτή από μια πιο πρακτική μεριά. Απ’ τη μεριά των ανθρωπίνων σχέσεων. Μεγάλο κεφάλαιο οι ανθρώπινες σχέσεις. Ένας τεράστιος συνδυασμός χαρακτηριστικών που υπόκεινται σε διαδικασία εναρμόνισης κι ισορροπίας μεταξύ τους. Όταν, λοιπόν, εσένα δε σε αγγίζει ούτε ένα μικρό ίχνος εγωισμού, μπαίνεις αυτόματα στη θέση του αδύναμου. Γίνεσαι αυτός που δέχεσαι κι ανέχεσαι οτιδήποτε σε ενοχλεί στον απέναντί σου και δε βγάζεις άχνα. Μαζεύεις, μαζεύεις, μαζεύεις, κάνεις στην άκρη τα θέλω σου και τις δικές σου πραγματικές επιθυμίες προκειμένου να νιώθει καλά ο άλλος.

Φτάνεις στο δύσκολο κι επώδυνο σημείο να έχεις καταπατηθεί εσύ κι ό,τι παράλληλα μπορεί να σκέφτεσαι. Γίνεσαι έρμαιο των επιλογών σου, αλλά και των ανθρώπων που σε περιτριγυρίζουν και γνωρίζουν ότι επωφελούνται απ’ τη δική σου στάση, αυτή τη σιωπηρή και την ουδέτερη.  Αυτή τη στάση που υποβάλει σε αποκλεισμό τη δική σου γνώμη.

Δεν μπορείς, λοιπόν, έπειτα να ζητήσεις και τα ρέστα όταν ο λόγος σου πέφτει πάνω σε τοίχο, γιατί εσύ ευθύνεσαι γι’ αυτό. Δεν μπορώ, παρ’ όλα αυτά, να σε κατηγορήσω. Έτσι έμαθες, αυτός είναι ο τρόπος που σκέφτεσαι και δρας, αλλά πρέπει να βάλεις τα προσωπικά σου όρια, αυτά που θα σε προστατεύσουν και θα σε κρατήσουν ακέραιο κι ατόφιο. Αυτά τα όρια που θα σε κάνουν αξιοθαύμαστο που μπορείς και θέλεις να ανέχεσαι κάποιες καταστάσεις, αλλά ταυτόχρονα θα σε απομακρύνουν κι απ’ τη θέση της εύκολης λείας.

Καταλήγοντας, είναι δική σου επιλογή το σε ποια θέση θα σε τοποθετήσει ο άλλος. Εσύ έχεις το καρπούζι, εσύ και το μαχαίρι. Αν εσύ δεν του επιτρέψεις να σε χρησιμοποιεί και να γίνεται χειριστικός εις βάρος σου, δε θα καταφέρει καν να βγει στην επιφάνεια αυτό το «ελάττωμά» σου. Και για ένα πράγμα να είσαι σίγουρος, αυτοί που αξίζουν να έχουν μια θέση δίπλα σου, ακόμη κι αυτό θα το αγαπήσουν, δε θα το εκμεταλλευτούν.

Οι αναμνήσεις είναι η σκιά της ευτυχίας μας

Οι αρνητικές αναμνήσεις κάποιες στιγμές μπορεί να γίνουν ένα βασανιστήριο για τον εαυτό σου. Να σε οδηγήσουν απλά σε μια σκιά που θα σε εμποδίζει να δεις την ευτυχία. Οι σκέψεις που τις ακολουθούν είναι συχνά αναξιόπιστες και μπορούν να αλλάξουν την αλήθεια, να εφεύρουν και να θυμηθούν πράγματα που στην ουσία δε συνέβησαν ποτέ. Όλο αυτό μεγεθύνει κι εντείνει το αρχικό γεγονός Επιλέγεις κάτι που βίωσες και προσπαθείς να φέρεις στη μνήμη σου την παραμικρή λεπτομέρεια. Το σωστό είναι η κάθε ανάμνηση να ταιριάζει απόλυτα με αυτό που έζησες και να διαιωνίζει, να προσθέτει, να ενισχύει και να αναδεικνύει όσο πιο όμορφα γίνεται την ιστορία αυτή.

Με το να σκέφτεσαι πιο πολύ απ’ ό,τι πρέπει έχει σαν αποτέλεσμα να τις παραμορφώνεις κι όχι να τις βοηθάς. Κινδυνεύεις να γίνεις ένα ξεθωριασμένο αντίγραφο του πρωτοτύπου. Το μυαλό πολλές φορές έχει την τάση να οξύνει και να σκουραίνει την πραγματικότητα. Μια άμυνά του είναι κι ο εγωισμός.

Αλλά πώς μπορείς να καταλάβεις ποιο είναι το «καλύτερο» αντίγραφο, το πιο αυθεντικό όταν έχεις ταξιδέψει τόσο μακριά απ’ το πρωτότυπο; Σκέψου το εξής. Σε μια δύσκολη μέρα στο κλείσιμο ενός κύκλου, ακούς ένα τραγούδι του οποίου οι στίχοι κι η μελωδία έχουν σημασία για σένα. Αυτό που επέλεξες να συμβεί είναι να ταυτιστείς μαζί του. Αλλά δε θυμάσαι αρκετά ώστε να μπεις στο νόημά του εκείνη τη στιγμή.

Δεν μπορείς να αισθανθείς αν κατά τη διάρκεια του τραγουδιού αύξησες την ένταση κρύβοντας τα συναισθήματά σου, γνωρίζεις όμως πως το έκανες. Κάλυψες ωστόσο κάθε πληροφορία προσπαθώντας να μην επηρεάσει την κρίση σου. Καλύτερα θολή όραση, λες, πάρα να δω ξεκάθαρα κάτι που μπορεί να με τσακίσει στιγμιαία.

Ήθελες απλά να γίνεις ένας κομπάρσος, ξεχνώντας πως είσαι ο πρωταγωνιστής. Απόμακρος, σιωπηλός κι όχι αντικειμενικός. Κι αυτό απωθεί το νου να σου δώσει όλα εκείνα που χρειάζεσαι ώστε να δεις το λιμάνι που πρέπει να πας. Να χαρτογραφήσει τη διαδρομή για να μη δυσκολευτείς.

Όλοι ζούμε διάφορες καταστάσεις που μας σημαδεύουν. Βρίσκεσαι στην κορυφή κι απότομα πέφτεις χαμηλά στο έδαφος χωρίς καν να το καταλάβεις. Έχεις τις προοπτικές για να ζήσεις τις όμορφες και μαγικές πτυχές της ζωής καθώς κι εκείνες που δεν είναι όπως τις είχες φανταστεί.

Οι αναμνήσεις υπάρχουν ώστε να μιλάς γι’ αυτές κι όχι να βασίζεσαι πάνω σ’ αυτές. Η αφήγησή τους θα πρέπει να γίνεται με τον πιο χαρούμενο τρόπο που μπορείς. Να μπεις μέσα σ’ αυτές αν θέλεις, μόνο όμως για να δεις την αλήθεια και να μη ζεις καταπιεσμένος.

Οι πληγές, οι απογοητεύσεις κι ο θυμός που σου δημιούργησε το παρελθόν μπορεί να τροφοδοτήσουν την καθημερινότητά σου με ευχάριστα γεγονότα. Ξέρεις, η μνήμη σου εμφανίζει μπροστά σου και στιγμές ευτυχίας μετά από μια κουραστική κατάσταση. Επιτυχίες και συγχαρητήρια που δέχτηκες. Αποσπάσματα εντόνων στιγμών έρωτα που σε «έκαψαν» και σε απογείωσαν.

Το μόνο που χρειάζεται να κάνεις είναι να σταματήσεις να είσαι ευάλωτος στις αρνητικές αναμνήσεις. Είναι σαν ένας λαβύρινθος όπου επιλέγεις να μπεις γνωρίζοντας ότι οι πιθανότητες να βγεις από εκεί είναι ελάχιστες. Κι αν καταφέρεις να βρεις την έξοδο, θα έχεις κάνει απλώς ακόμα έναν φαύλο κύκλο.

Να κρατάς εκείνες που σου δίνουν την ευκαιρία να προχωρήσεις μπροστά χωρίς να φοβάσαι τίποτα. Βάλε στη βιβλιοθήκη του μυαλού και της καρδιάς σου αυτές που μπορούν σου φανούν χρήσιμες και θα σε ωφελήσουν. Άφησε σε μια γωνιά εκείνες απ’ όπου μπορείς να πάρεις πράγματα όταν τα χρειαστείς.

Βρες την αφορμή εκείνη ώστε να κάνεις μεγαλύτερα και καλύτερα πράγματα απ’ ό,τι σκέφτηκες ότι είσαι ικανός να κάνεις. Αυτός είναι στην ουσία ο ρόλος τους.

Η σεξουαλική ευχαρίστηση είναι ένα είδος έκστασης

Μια απάντηση στο τί είναι οργασμός

Πολλοί έχουν διατυπώσει υποθέσεις για τις εξελικτικές λειτουργίες του ανθρώπινου οργασμού, αλλά οι υποκείμενοι μηχανισμοί έχουν παραμείνει μυστήριο. Σε νέα μελέτη ένας ερευνητής του Πανεπιστημίου Northwestern ερευνά για να ρίξει φως στο πώς λειτουργεί ο οργασμός στον εγκέφαλο. Ο νευροεπιστήμονας Adam Safron, επανεξέτασε σχετικές μελέτες και τη βιβλιογραφία πολλών ετών για να επινοήσει ένα μοντέλο στο οποίο η ρυθμική σεξουαλική δραστηριότητα πιθανά επηρεάζει τους ρυθμούς του εγκεφάλου.

Ο Safron περιγράφει με πιο τρόπο η ρυθμική διέγερση μπορεί να αυξήσει τις νευρωνικές ταλαντώσεις σε σχετικές συχνότητες , κάτι σαν σπρώξιμο κάποιου σε μια κίνηση μπρος-πίσω. Μέσω αυτής της διεργασίας, που ονομάζεται νευρωνική παράσυρση [entrainment: Η ανάκτηση του ελέγχου του (καρδιακού) ρυθμού με ένα εξωτερικό ερέθισμα], εάν η σεξουαλική διέγερση είναι αρκετά έντονη και συνεχίζεται για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα, η συγχρονισμένη δραστηριότητα θα μπορούσε να εξαπλωθεί σε όλο τον εγκέφαλο.

Ο συγχρονισμός αυτός μπορεί να παραγάγει τόσο έντονα εστιασμένη προσοχή, που η σεξουαλική δραστηριότητα υπερισχύει της συνήθους αυτο-επίγνωσης για την πρόσβαση στη συνείδηση, παράγοντας έτσι μια κατάσταση αισθητηριακής απορρόφησης και έκστασης. Αυτό, ίσως να είναι κρίσιμο για να υπάρξει περιθώριο για μια επαρκή ένταση της εμπειρίας για να πυροδοτηθεί ο μηχανισμός της κορύφωσης (του οργασμού). «Ο συγχρονισμός είναι σημαντικός για την διάδοση των σημάτων στον εγκέφαλο, επειδή οι νευρώνες είναι περισσότερο πιθανό να πυροδοτηθούν εάν διεγερθούν πολλές φορές μέσα σε ένα στενό χρονικό παράθυρο», είπε ο Safron. «Αλλιώς, τα σήματα διασπόνται ως μέρος ενός γενικού μηχανισμού επαναρύθμισης, αντί να αθροίζονται μαζί. Αυτό, στη συνέχεια, με ανάγκασε να υποθέσω ότι η ρυθμική παράσυρση είναι ο κύριος μηχανισμός μέσω του οποίου υπερβαίνεται το οργασμικό κατώφλι».

Αυτή η έρευνα, σύμφωνα με τον Safron, θα μπορούσε να είναι βασική για τη βελτίωση της σεξουαλικής λειτουργικότητας, ενθαρρύνοντας τους ανθρώπους να εστιάζουν περισσότερο στις ρυθμικές πλευρές της σεξουαλικότητας. «Η ιδέα ότι οι σεξουαλικές εμπειρίες μπορεί να είναι όμοιες με καταστάσεις έκστασης είναι με κάποιο τρόπο παλιά. Επανερχόμενη η ιδέα αυτή υποστηρίζεται από τις σύγχρονες γνώσεις της νευροεπιστήμης», είπε ο Safron. «Στη θεωρία, αυτό μπορεί να αλλάξει τον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι βλέπουν τη σεξουαλικότητά τους. Το σεξ είναι μια πηγή ευχάριστης αίσθησης και συναισθηματικής σύνδεσης, αλλά πέρα από αυτό, είναι στην πραγματικότητα μια εναλλακτική κατάσταση συνειδητότητας».

Ο Safron βρήκε παραλληλισμούς μεταξύ σεξουαλικής κορύφωσης και κρίσεων [αλλαγές στην ηλεκτρική δραστηριότητα του εγκεφάλου] όπως με τη μουσική και το χορό – κάτι που δεν το ανέμενε. Και στα δυο, στον οργασμό και στις αντανακλαστικές κρίσεις, οι ρυθμικές είσοδοι σε μεγάλου εύρους αισθητηριακά κανάλια οδήγησαν σε μια εκρηκτική διαδικασία μετά από την υπέρβαση ορισμένων κατωφλίων διέγερσης. Όπως είπε, αυτό είναι συνεπές με το γεγονός ότι τα ρυθμικά τραγούδια και οι χοροί είναι, σχεδόν παγκοσμίως, μέρη του ζευγαρώματος, πηγαίνοντας πίσω εκατοντάδες εκατομμύρια χρόνια στους κοινούς μας προγόνους με τα προ-σπονδυλωτά ζώα όπως τα έντομα.

Μαθήματα από εξειδικευμένο Σεξοθεραπευτή (sex coach) είναι το πρώτο βήμα για την τέλεια απόλαυση!

Δεν υπάρχει Σύμπαν χωρίς Μεγάλη Έκρηξη

Σύμφωνα με τη θεωρία της σχετικότητας του Einstein, η καμπύλωση του χωρόχρονου ήταν άπειρη στη Μεγάλη Έκρηξη. Στην πραγματικότητα, σε αυτό το σημείο όλα τα μαθηματικά εργαλεία αποτυγχάνουν και η θεωρία καταρρέει. Ωστόσο, παρέμενε η ιδέα ότι ίσως η αρχή του σύμπαντος θα μπορούσε να αντιμετωπιστεί με ένα πιο απλό τρόπο και ότι οι απειρισμοί της Μεγάλης Έκρηξης μπορούσε να αποφευχθεί. Αυτή ήταν πράγματι η ελπίδα που εκφράστηκε στη δεκαετία του 1980 από τους γνωστούς κοσμολόγους James Hartle και Stephen Hawking με την «χωρίς όρια πρόταση» και από τον Alexander Vilenkin με τη δική του «πρόταση σήραγγας». Τώρα επιστήμονες από το Ινστιτούτο Max Planck για την Βαρυτική Φυσική στο Potsdam (Albert Einstein Institute/AEI) και το Perimeter Institute στον Καναδά, μπόρεσαν να χρησιμοποιήσουν καλύτερες μαθηματικές μεθόδους για να δείξουν ότι αυτές οι ιδέες δεν λειτουργούν. Η Μεγάλη Έκρηξη, με την περίπλοκη μεγαλοπρέπειά της, κρατάει όλο της το μυστήριο.

Ένας από τους κύριους σκοπούς της κοσμολογίας είναι να κατανοήσει την αρχή του σύμπαντος. Τα δεδομένα από το δορυφόρο Planck δείχνουν ότι πριν από 13,8 δισεκατομμύρια χρόνια το σύμπαν συνίστατο από μια θερμή και πυκνή σούπα σωματιδίων. Από τότε το σύμπαν επεκτείνεται. Αυτό είναι το κύριο δόγμα της θεωρίας της θερμής μεγάλης έκρηξης, όμως η θεωρία αποτυγχάνει να περιγράψει τα ίδια τα πολύ αρχικά στάδια, καθώς οι συνθήκες ήταν πολύ ακραίες. Στην πραγματικότητα, καθώς προσεγγίζουμε τη μεγάλη έκρηξη, η ενεργειακή πυκνότητα και η καμπύλωση αυξάνονται μέχρι που φθάνουμε στο σημείο όπου γίνονται άπειρα.


Ως μια εναλλακτική, οι προτάσεις «χωρίς όρια» και «σήραγγας» υποθέτουν ότι το πολύ πρώιμο σύμπαν προκύπτει από μια κβαντική σήραγγα από το τίποτα και ακολούθως μεγάλωσε στο μεγάλο σύμπαν που βλέπουμε. Η καμπύλωση του χωρόχρονου θα ήταν μεγάλη, αλλά ορισμένη-πεπερασμένη σε αυτό το αρχικό στάδιο και η γεωμετρία θα ήταν ομαλή – χωρίς όρια (βλέπε εικόνα, αριστερό τμήμα). Αυτή η αρχική διαμόρφωση θα αντικαθιστούσε τη τυπικό μεγάλη έκρηξη. Ωστόσο, για πολύ καιρό οι αληθινές συνέπειες της υπόθεσης αυτή παρέμεναν ασαφείς. Τώρα, με τη βοήθεια καλύτερων μαθηματικών μεθόδων, ο Jean-Luc Lehners, αρχηγός της ομάδας στο AEI(Albert Einstein Institute) και οι συνάδελφοί του Job Feldbrugge και Neil Turok στο Perimeter Institute, κατάφεραν να ορίσουν τις, ηλικίας 35 ετών, θεωρίες με ακριβή τρόπο για πρώτη φορά και να υπολογίσουν τις επιπτώσεις τους.

Το αποτέλεσμα αυτών των ερευνών είναι ότι οι εναλλακτικές αυτές της Μεγάλης Έκρηξης δεν είναι αληθείς εναλλακτικές. Ως αποτέλεσμα της αρχής αβεβαιότητας του Heisenberg, τα μοντέλα αυτά δεν υπονοούν μόνο ότι ομαλά σύμπαντα μπορούν να βγαίνουν από το τίποτε, αλλά επίσης και ανώμαλα σύμπαντα. Στην πραγματικότητα, όσο περισσότερο ανώμαλα και ρυτιδιασμένα είναι, τόσο περισσότερο πιθανά (βλέπε εικόνα, δεξιό τμήμα). «Συνεπώς η «πρόταση χωρίς όρια» δεν υπονοεί ένα μεγάλο σύμπαν όπως αυτό στο οποίο ζούμε, αλλά μάλλον μικροσκοπικά καμπύλα σύμπαντα που θα κατέρρεαν αμέσως», λέει ο Jean-Luc Lehners.

Επομένως δεν μπορεί κάποιος να παρακάμψει τόσο εύκολα τη Μεγάλη Έκρηξη. Ο Lehners και ο συνάδελφοί του προσπαθούν τώρα να βρουν ποιος μηχανισμός θα μπορούσε να έχει κρατήσει υπό έλεγχο αυτές τις μεγάλες κβαντικές διακυμάνσεις, κάτω από τις πιο ακραίες συνθήκες, επιτρέποντας να ξεδιπλωθεί το μεγάλο μας σύμπαν.

Η νοσταλγία αντίβαρο στην ανία

Όποιος νοσταλγεί το παρελθόν οι γιατροί πιστεύουν ότι πάσχει από κατάθλιψη και γι’ αυτό θέλουν να «ζουν» στο παρελθόν. Η νοσταλγία θεωρείται διαταραχή ήδη από τον 17ο αιώνα, όταν Ελβετός ιατρός χρησιμοποίησε τον όρο και απέδωσε τα σωματικά και ψυχικά συμπτώματα στρατιωτών στην επιθυμία να επιστρέψουν στα σπίτια τους.
 
Όμως πολλοί που νοσταλγούν δεν επιθυμούν να “επιστρέψουν σπίτι τους” και δεν νιώθουν άσχημα. Θέλουν να ζήσουν τη ζωή τους, αλλά κάποιες στιγμές “σκέπτονται το παρελθόν και νιώθουν καλά. Η νοσταλγία τους κάνει να νιώθουν ότι η ζωή τους είχε ρίζες και συνέχεια. Ένιωθαν καλά για τον εαυτό τους και τις σχέσεις τους, που τους γέμιζαν δύναμη να προχωρήσουν”.
 
Πρόσφατα γεννήθηκε η Κλίμακα Νοσταλγίας Σαουθάμπτον, ένα επιστημονικό εργαλείο που χρησιμοποιείται ευρύτατα. Η νοσταλγία -επισημαίνουν οι επιστήμονες- αποτελεί αντίβαρο στη μοναξιά, την ανία και το άγχος. Μας κάνει πιο γενναιόδωρους στους ξένους και πιο ανεκτικούς και τελικά φέρνει τα ζευγάρια πιο κοντά αφού μπορούν να μοιραστούν τις αναμνήσεις τους.
 
Συνήθως αρχίζουμε να νοσταλγούμε το παρελθόν όταν βρισκόμαστε αντιμέτωποι με κάποιο αρνητικό γεγονός, όταν νιώθουμε μοναξιά. Παρ’ όλα αυτά η νοσταλγία μάς κάνει να νιώθουμε καλύτερα, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι πρόκειται για μέθοδο που μας επιτρέπει να αποκτήσουμε καλύτερη διάθεση, που στοχεύει απλά και μόνο στο να μας φτιάξει το κέφι. Δεν είναι όλες οι αναμνήσεις ευτυχισμένες και ακόμα και πιο χαρούμενες στιγμές φωτίζονται από το μελαγχολικό φως της απώλειας, του ότι έχουν χαθεί στον χρόνο. Όμως, τα θετικά της νοσταλγίας είναι πολύ περισσότερα από τα αρνητικά.Όλα αρχίζουν με κάποιο πρόβλημα, αλλά το τέλος είναι θετικό χάρη στη βοήθεια από κάποιον πλησίον σο. Νιώθεις ότι ανήκεις στην ομάδα και γίνεσαι περισσότερο γενναιόδωρος.
 
Η μουσική
Ολλανδοί ερευνητές επισημαίνουν ότι συναισθήματα νοσταλγίας πυροδοτεί η μουσική, ενώ σύμφωνα με ερευνητές του Πανεπιστημίου Σαν Γιατ Σεν της Νότιας Κίνας, νιώθουμε μεγαλύτερη νοσταλγία τις ψυχρότερες ημέρες και αυτό μας κάνει να νιώθουμε θέρμη.
 
Σίγουρα, όμως, κάποιες αναμνήσεις μπορούν να προκαλέσουν αρνητικά συναισθήματα και θλίψη. Ωστόσο, όπως αποδείχθηκε ύστερα από πειράματα που πραγματοποιήθηκαν από ψυχολόγους του Πολιτειακού Πανεπιστημίου της Βόρειας Ντακότα, «ο περίπατος στους δρόμους της μνήμης» μάς κάνει να νιώθουμε ότι η ζωή έχει αξία.
 
Τέλος, από τη νοσταλγία -ακόμα και υπό τη μορφή ασκήσεων- δεν είναι δυνατόν να επωφεληθούν οι νευρωτικοί, που τείνουν να υπερβάλλουν και σε αυτό, όπως όσοι αποφεύγουν με κάθε τρόπο τις στενές προσωπικές σχέσεις. Εάν δεν ανήκετε σε κάποια από τις δύο κατηγορίες, τότε νοσταλγείτε ελευθέρως το παρελθόν έως τρεις φορές εβδομαδιαίως.
 
Η έρευνα
Βρετανική επιστημονική έρευνα διαπίστωσε ότι τα νοσταλγικά αισθήματα δεν ζεσταίνουν μόνο την καρδιά μεταφορικά, αλλά και το σώμα κυριολεκτικά.
 
Οι ερευνητές, με επικεφαλής τον ψυχολόγο Τιμ Γουάιλντσατ του πανεπιστημίου του Σαουθάμπτον, που έκαναν τη σχετική δημοσίευση στο περιοδικό «Emotion», πραγματοποίησαν μια σειρά πειράματα με εθελοντές για να μελετήσουν επίδραση της νοσταλγίας πάνω στη θερμοκρασία του ανθρώπινου σώματος.
 
Οι ερευνητές συμπέραναν, ότι η γλυκιά νοσταλγία δεν καταπολεμά μόνο τη μοναξιά και άλλα αρνητικά συναισθήματα, αλλά επιπλέον μπορεί αρκετά αποτελεσματικά να δημιουργήσει ένα πολύ σωματικό αίσθημα θερμότητας σε κάποιον.

Πόση σημασία έχει να είσαι συνεπής στις πράξεις σου;

Πόση σημασία έχει να είσαι συνεπής στις πράξεις σου; Έχει πολύ μεγάλη σημασία, μπορεί να είναι η πρώτη απάντηση, αφού η συνέπεια είναι η ουσία της αυθεντικότητας. Οπότε, σκέπτεται ο Μονταίνι, κοίταξε μέσα σου.

Όχι μόνο ο άνεμος των τυχαίων πραγμάτων με κινεί σύμφωνα με την τάση του, αλλά επίσης κινούμαι και ενοχλούμαι από την αστάθεια της στάσης μου: οποιοσδήποτε στρέφει τη βασική του προσοχή στον εαυτό του, δύσκολα θα βρει τον εαυτό του δύο φορές στην ίδια κατάσταση…

Μιλώ για τον εαυτό μου με διαφορετικούς τρόπους: κι αυτό επειδή κοιτάζω τον εαυτό μου με διαφορετικούς τρόπους. Κάθε είδους αντίφαση μπορεί να βρεθεί μέσα μου, ανάλογα με κάποια αλλαγή ή ιδιότητα: ντροπαλός, αυθάδης, αγνός, λάγνος, ομιλητικός, λιγομίλητος, σκληρός, ασθενικός, έξυπνος, ανόητος, σοβαρός, πρόσχαρος, ψεύτης, ειλικρινής, μορφωμένος, αδαής, γενναιόδωρος, τσιγκούνης και, πάλι, άσωτος.

Το μάθημα είναι να μην ανησυχούμε και τόσο πολύ γι’ αυτήν την «περιστροφή» και «αταξία». Είναι σοφία να την αναγνωρίζουμε και, απλώς, άγνοια να αρνούμαστε ότι αλλάζουμε στο όνομα της συνέπειας.

ΜΑΡΚ ΒΕΡΝΟΝ

Μετρήστε τον χωρίς τα ξυλοπόδαρά του

Μετρήστε τον χωρίς τα ξυλοπόδαρά τουΠαρόμοια διάθεση να αμφισβητήσει τις ιδέες της αξιοκρατίας είχε και ο Τζον Ράσκιν, που στο Unto This Last *[Προς τα τελευταία] (1862), περιέγραψε με εμφανή σαρκασμό τα συμπεράσματα στα οποία είχε καταλήξει ως προς το χαρακτήρα φτωχών και πλουσίων, βασισμένος στις εκατοντάδες γνωριμίες του με μέλη και των δύο ομάδων σε πολλές χώρες και σε διάστημα τεσσάρων δεκαετιών: «Εκείνοι που αποκτούν πλούτο είναι εν γένει φιλόπονοι, αποφασιστικοί, υπερήφανοι, ζηλότυποι, ευέλικτοι, μεθοδικοί, λογικοί, προσγειωμένοι, άνευ φαντασίας και ευαισθησιών, αδαείς. Φτωχοί παραμένουν οι ολωσδιόλου άφρονες, οι απολύτως σοφοί, οι οκνηροί, οι ευαίσθητοι, οι καλλιεργημένοι, οι μη προνοητικοί, οι παρορμητικά και άστατα αχρείοι, ο αδέξιος αγύρτης, ο κατάφωρος κλέφτης και ο άνθρωπος ο βαθύτατα φιλεύσπλαχνος, δίκαιος και ενάρετος».

Με άλλα λόγια, κάθε καρυδιάς καρύδι μπορεί να γίνει πλούσιος ή φτωχός – πράγμα που σημαίνει ότι, και το επαναλαμβάνουν στη γλώσσα των εγκοσμίων οι πολιτικοί στοχαστές σε όλη τη διάρκεια του 19ου και 20ού αιώνα, το εισόδημα δε συνιστά κριτήριο για την καταξίωση. Για να γίνει ο τάδε πλούσιος και ο δείνα άπορος συντρέχουν αναρίθμητα εξωτερικά γεγονότα και εσωτερικά χαρακτηριστικά. Και πέρ’ από αυτά πρέπει να συνυπολογίσουμε τις συγκυρίες, την τύχη, τις ασθένειες και το φόβο, τα απρόοπτα και την όψιμη βελτίωση, την καλή εκτίμηση των συνθηκών και τα δυστυχήματα.

Τον καθοριστικό ρόλο που ασκούν οι αστάθμητοι παράγοντες στο πεπρωμένο μας τον είχε τονίσει τρεις αιώνες πριν από τον Ράσκιν και τον Σο -αλλά στο ίδιο πνεύμα- ο Μισέλ ντε Μονταίνι. Μας συμβούλευε να θυμόμαστε ότι « Η μοίρα μάς ταιριάζει τη δόξα ανάλογα με το πώς της έρχεται. Την είδα πολύ συχνά να βαδίζει πριν την αξία και συχνά να ξεπερνάει την αξία κατά μεγάλη απόσταση».

Η ψυχρή αποτίμηση της επιτυχίας ή της αποτυχίας μας θα έπρεπε να μας δημιουργεί την αίσθηση ότι υπάρχουν σαφείς λόγοι για να νιώθουμε λιγότερο περήφανοι ή στενοχωρημένοι με τον εαυτό μας, αφού μεγάλο ποσοστό αυτών που μας συμβαίνουν δεν απορρέουν από δικές μας ενέργειες. Ο Μονταίνι ζητούσε να χαλιναγωγούμε τον ενθουσιασμό που νιώθουμε κατά τη γνωριμία μας με πλούσιους και ισχυρούς, καθώς επίσης και τις επικρίσεις μας κατά τις συναντήσεις με φτωχούς και αφανείς. «Γιατί δεν κρίνουμε έναν άνθρωπο για γνωρίσματα που είναι πράγματι δικά του; Ζει μεγάλη ζωή, έχει πλούσιο ανάκτορο, τόση επιρροή, τόσο εισόδημα: όλα αυτά είναι γύρω του, όχι μέσα του… Μετρήστε τον χωρίς τα ξυλοπόδαρά του- ας βάλει στην άκρη τα πλούτη και τις τιμές του, ας παρουσιαστεί με την πουκαμίσα του… Τι ψυχή έχει; Είναι όμορφη, ικανή και κατ’ ευχήν εφοδιασμένη με όλες της τις λειτουργίες; Είναι πλούσια από δικό της πλούτο ή από πλούτο άλλου; Έχει να κάνει σε τίποτα η τύχη με αυτά;… Αυτό πρέπει να βλέπετε και από εκεί να κρίνετε τις τεράστιες διαφορές που υπάρχουν ανάμεσά σας».

Το στοιχείο που συνδέει μεταξύ τους τις πολλές αντιρρήσεις για το αξιοκρατικό ιδεώδες της κοινωνίας της αγοράς είναι η έκκληση όλων των αντιπάλων της να πάψουμε να προσδίδουμε ηθικές συνεκδοχές σε κάτι που διανέμεται με τρόπο τόσο αλλοπρόσαλλο όσο το χρήμα· να καταργήσουμε τους δογματικούς δεσμούς που είθισται να συνδέουν τον πλούτο με την αξία – και να κάνουμε μια προσπάθεια να διασφαλίσουμε ότι δεν κρίνουμε τους άλλους όταν φορούν ακόμη τα ξυλοπόδαρά τους.

ΑΛΑΙΝ ΝΤΕ ΜΠΟΤΤΟΝ, Περί του κοινωνικού Status

Όταν ένας άνθρωπος μάθει να βλέπει

Mαθαίνουμε να σκεφτόμαστε πάνω στο κάθε τι, και κατόπι μαθαίνουμε τα μάτια μας να κοιτάζουν όπως σκεφτόμαστε πάνω στα πράγματα που κοιτάζουμε. Κοιτάζουμε τον εαυτό μας σκεφτόμενοι ήδη πως είμαστε σημαντικοί. Κατά συνέπεια έχουμε υποχρέωση να νιώθουμε σημαντικοί! Όταν όμως ένας άνθρωπος μάθει να βλέπει, αντιλαμβάνεται ότι δεν μπορεί πλέον να σκέφτεται πάνω στα πράγματα που κοιτάζει, κα αν δεν μπορεί να σκέφτεται ό,τι κοιτάζει, τότε όλα γίνονται ασήμαντα.

Έμαθα να βλέπω και σου λέω πως τίποτα πραγματικά δεν έχει σημασία. Τώρα είναι η σειρά σου. Ίσως κάποια μέρα να δεις κι εσύ και τότε θα μάθεις αν τα πράγματα έχουν σημασία ή όχι. Για μένα τίποτα δεν έχει σημασία αλλά για σένα μπορεί να έχουν όλα. Θα πρέπει να γνωρίζεις από τώρα ότι ο σοφός άνθρωπος ζει δρώντας και όχι σκεφτόμενος πάνω στη δράση, ούτε στοχαζόμενος αυτό που θα σκεφτεί όταν θα έχει τελειώσει τη πράξη. Ο σοφός άνθρωπος εκλέγει μια κατεύθυνση με την καρδιά και την ακολουθεί. Και κατόπι κοιτάζει και χαίρεται και γελά. Και κατόπι βλέπει και γνωρίζει.

Γνωρίζει ότι η ζωή του θα τελειώσει πολύ γρήγορα. Γνωρίζει ότι τόσο αυτός όσο και κάθε άλλος δεν πηγαίνει πουθενά (μετά το θάνατο). Γνωρίζει επειδή βλέπει ότι τίποτα δεν είναι πιο σημαντικό από ένα άλλο. Μ’άλλα λόγια, ένας σοφός άνθρωπος, δεν έχει τιμή, αξιοπρέπεια, οικογένεια, όνομα, χώρα, αλλά μονάχα μια ζωή για να τη ζήσει και κάτω απ’αυτές τις συνθήκες το μόνο που τον δένει με τους συνανθρώπους του είναι η ελεγχόμενη τρέλα του. Έτσι, ο σοφός άνθρωπος αγωνίζεται, ιδρώνει, λαχανιάζει κι όταν τον βλέπουν οι άλλοι άνθρωποι τους φαίνεται σαν ένας συνηθισμένος άνθρωπος. Η μόνη διαφορά του είναι ότι ελέγχει τη τρέλα της ζωής του.

Στη λεπτή ρύθμιση του αριθμού Q οφείλονται όλοι οι κοσμικοί σχηματισμοί

Τα σπέρματα όλων των κοσμικών σχηματισμών – άστρα, γαλαξίες και σμήνη γαλαξιών — ήταν όλα εντυπωμένα στη Μεγάλη Έκρηξη. Ο ιστός ή η δομή του Κόσμου μας εξαρτάται από έναν σπουδαίο αριθμό, τον Q, που παριστάνει το λόγο δύο θεμελιωδών ενεργειών και έχει τιμή 1/100.000 περίπου. Αν το Q ήταν μικρότερο, τότε το Σύμπαν θα παρέμενε αδρανές και χωρίς δομή. Εάν ήταν πολύ μεγαλύτερο, τότε το Σύμπαν θα γινόταν ένας ταραχώδης τόπος, στον οποίο δεν θα μπορούσαν να επιβιώσουν άστρα και ηλιακά συστήματα, αλλά θα κυριαρχούσαν τεράστιες μαύρες τρύπες.
 
Τα νέφη του αερίου και της σκόνης μέσα στους γαλαξίες έχουν ανακατευτεί και ανακυκλωθεί τόσο πολύ που δεν διατηρούν καμιά «ανάμνηση» της προέλευσης τους. O σχηματισμός άστρων, λοιπόν, είναι ανεπηρέαστος από το ευρύτερο Σύμπαν. Όμως ο σχηματισμός των γαλαξιών συνιστά μια λιγότερο «ευθύγραμμη» διαδικασία από την αντίστοιχη των άστρων. H προέλευση των γαλαξιών ανάγεται στο πρώιμο Σύμπαν: σχηματίζονται με βάση τη «γενετική» τους αλλά και το περιβάλλον τους.
 
Εάν το Σύμπαν μας είχε ξεκινήσει ως απόλυτα λείο και ομοιόμορφο, θα παρέμενε έτσι καθ’ όλη τη διάρκεια διαστολής του. Μετά από 10 δισεκατομμύρια χρόνια, θα περιείχε αραιά κατανεμημένη σκοτεινή ύλη, καθώς και αέριο υδρογόνο και ήλιο αραιωμένα σε τέτοιο βαθμό ώστε να υπάρχει λιγότερο από 1 άτομο ανά κυβικό μέτρο. Θα ήταν ψυχρό και πληκτικό: δεν θα σχηματίζονταν γαλαξίες, επομένως ούτε άστρα, δεν θα υπήρχε ο περιοδικός πίνακας των στοιχείων, ούτε πολυπλοκότητα, και βέβαια ούτε άνθρωποι.
 
Αλλά ακόμη και οι πιο μικρές ανομοιογένειες στις πρώιμες φάσεις του Σύμπαντος μπορεί να υπήρξαν καθοριστικές, αφού οι διαφορές πυκνότητας ενισχύονται κατά τη διαστολή. Κάθε τμήμα του Σύμπαντος που είναι λίγο πυκνότερο από τον μέσο όρο επιβραδύνεται περισσότερο, διότι «υφίσταται» επιπλέον βαρυτική έλξη, η διαστολή του υστερεί όλο και περισσότερο σε σχέση με τα άλλα τμήματα της μέσης πυκνότητας. H βαρύτητα, λοιπόν, ενισχύει ακόμα και τις ελάχιστες διακυμάνσεις σε μια σχεδόν χωρίς χαρακτηριστικά πυρόσφαιρα, αυξάνοντας τη διαφορά στις πυκνότητες έως ότου οι πολύ πυκνές περιοχές να σταματήσουν να διαστέλλονται και να συμπυκνωθούν σε δομές που συγκρατούνται λόγω της βαρύτητας.
 
Οι πιο σημαντικοί σχηματισμοί στον Κόσμο — άστρα, γαλαξίες και σμήνη γαλαξιών — διατηρούν τη συνοχή τους εξαιτίας της βαρύτητας. Μπορούμε να εκφράσουμε το πόσο ισχυρά συνδέονται τα συστατικά τους με έναν αριθμό, τον Q, που έχει μια τιμή περίπου ≈ 10-5 .
 
Τι εκφράζει λοιπόν το Q : Είναι το πηλίκο της ενέργειας που απαιτείται για να διαλυθεί και να διασκορπιστεί ο σχηματισμός πχ το σμήνος των γαλαξιών, μία από τις μεγαλύτερες γνωστές δομές στο σύμπαν, ως προς την ισοδύναμη ενέργεια της μάζας ηρεμίας m της εν λόγω δομής. Δηλαδή την ενέργεια που προκύπτει από τον πολλαπλασιασμό της μάζας του σμήνους των γαλαξιών επί το τετράγωνο της ταχύτητας του φωτός, ή Ε=mc2.  Πρόκειται λοιπόν για έναν καθαρό αριθμό — το λόγο δύο ενεργειών —, και έχει τιμή περίπου 1/100.000
 
Το γεγονός ότι ο αριθμός Q έχει τόσο μικρή τιμή (της τάξεως του 10-5 ) σημαίνει ότι η βαρύτητα είναι στην πραγματικότητα αρκετά ασθενής στους γαλαξίες και στα σμήνη γαλαξιών. Έτσι, η θεωρία του Νεύτωνα θεωρείται επαρκής για να περιγράψει πώς κινούνται τα άστρα μέσα στους γαλαξίες, και πώς ένας γαλαξίας ακολουθεί την τροχιά του υπό την παρουσία όλων των άλλων γαλαξιών αλλά και της σκοτεινής ύλης μέσα στο σμήνος των γαλαξιών. Η μικρή τιμή Q σημαίνει επίσης ότι μπορούμε να θεωρήσουμε το Σύμπαν μας ως προσεγγιστικά ομογενές, όπως ακριβώς θα θεωρούσαμε ότι μια υδρόγειος σφαίρα είναι λεία και σφαιρική εάν οι διακυμάνσεις στην επιφάνεια της έφταναν μόλις το 1/100.000 της ακτίνας της (που ισοδυναμεί με 60 μέτρα για υδρόγειο σφαίρα με τις διαστάσεις της Γης).
 
Οι διακυμάνσεις αυτές θα πρέπει να αποτυπώθηκαν σε πολύ πρώιμο στάδιο, πριν ακόμη το Σύμπαν «γνωρίσει» γαλαξίες ή σμήνη, και πριν ακόμη υπάρξει κάτι το ιδιαίτερο σχετικά με αυτά τα μεγέθη (ή σχετικά με οποιεσδήποτε διαστάσεις που φαίνονται σημαντικές στο σημερινό Σύμπαν). H πιο απλή υπόθεση θα μπορούσε να είναι ότι τίποτε στο πρώιμο Σύμπαν δεν έδειχνε προτίμηση για κάποιο μέγεθος έναντι ενός άλλου, οπότε οι διακυμάνσεις υπήρξαν ίδιες σε κάθε κλίμακα. O βαθμός της αρχικής «τραχύτητας» κατά κάποιον τρόπο καθιερώθηκε όταν ολόκληρο το Σύμπαν ήταν μικροσκοπικό σε μέγεθος. O αριθμός Q είναι καθοριστικός για την «υφή» της δομής του Σύμπαντος· αυτή θα διέφερε πολύ εάν η τιμή τού Q ήταν πολύ μεγαλύτερη ή πολύ μικρότερη.
 
Διακυμάνσεις στη Μικροκυματική Ακτινοβολία Υποβάθρου
H μικροκυματική ακτινοβολία υποβάθρου, το λυκόφως της Μεγάλης Έκρηξης, αποτελεί άμεσο μήνυμα από μια εποχή κατά την οποία οι γαλαξίες βρίσκονταν σε «εμβρυϊκή» κατάσταση. Οι περιοχές με σχετικά μεγαλύτερη πυκνότητα, οι οποίες διαστέλλονταν πιο αργά από τον μέσο όρο, ήταν προορισμένες να γίνουν γαλαξίες ή σμήνη γαλαξιών. Άλλες περιοχές, λιγότερο πυκνές από τον μέσο όρο προορίζονταν να γίνουν τα κενά ανάμεσα στους γαλαξίες ή στα σμήνη.
 
H θερμοκρασία υποβάθρου, λοιπόν, θα πρέπει να διατηρεί αποτυπωμένες επάνω της αυτές τις διακυμάνσεις. H αναμενόμενη συνέπεια θα πρέπει να είναι της τάξεως του 1 μέρους στα 100.000 — ή περίπου ίδια με τον αριθμό Q.
 
Ένας αναμφισβήτητος θρίαμβος της κοσμολογίας στη δεκαετία του 1990 και του 2000 υπήρξε η χαρτογράφηση αυτών των πρόδρομων της κοσμικής δομής. H μικροκυματική ακτινοβολία υποβάθρου θεωρείται περίπου εκατό φορές ασθενέστερη από την ακτινοβολία που εκπέμπει η Γη (της οποίας η θερμοκρασία ανέρχεται περίπου στους 300 βαθμούς πάνω από το απόλυτο μηδέν). Μάλιστα, αποτελεί τρομακτική τεχνολογική πρόκληση το να μπορέσουμε να μετρήσουμε θερμοκρασιακές διαφορές κατά εκατό χιλιάδες φορές μικρότερες ή και εκατομμύρια ακόμα.
 
Πρώτος ο δορυφόρος COBE, που εκτοξεύθηκε το 1990 από τη NASA, επαλήθευσε με εξαιρετική ακρίβεια το ότι η κοσμική ακτινοβολία μικροκυμάτων έχει φάσμα «μέλανος σώματος». Επίσης, μετέφερε το πρώτο όργανο το οποίο ήταν αρκετά ευαίσθητο να διακρίνει ότι η ακτινοβολία από κάποιες κατευθύνσεις είναι θερμότερη σε σχέση με την ακτινοβολία από άλλες. Σάρωσε ολόκληρο τον ουρανό και μέτρησε τη θερμοκρασία με τέτοια ακρίβεια ώστε μπόρεσε να χαρτογραφήσει τις ανομοιομορφίες. Ακολούθησε ο δορυφόρος Wilkinson MAP στη δεκαετία του 2000 που ξεχώρισε σημεία στον ουρανό με ακόμα μεγαλύτερη ακρίβεια.
 
Γιατί ενδιαφερόμαστε για την μικροκυματική ακτινοβολία υποβάθρου; γιατί περιέχει πολλές πληροφορίες για το πολύ πρώιμο Σύμπαν. Και μέσω αυτού θα μπορέσουμε, για παράδειγμα, να μετρήσουμε κι άλλους σπουδαίους αριθμούς που ενδιαφέρουν τους κοσμολόγους: το Ω (την ποσότητα της ύλης που περιέχεται στο Σύμπαν μας —γαλαξίες, διάχυτο αέριο και «σκοτεινή ύλη»), το λ (η κοσμική «αντιβαρύτητα» που καθορίζει την διαστολή του Σύμπαντος μας), όπως επίσης και το Q (η αιτία των κοσμικών σχηματισμών).
 
H εύρεση των ανομοιομορφιών στη θερμοκρασία του υποβάθρου, της τάξεως του 1 μέρους στα 100.000, στην πραγματικότητα προκάλεσε μάλλον ανακούφιση παρά έκπληξη. Εάν η ακτινοβολία υποβάθρου υποδήλωνε ένα ακόμη περισσότερο λείο πρώιμο Σύμπαν, τότε τα σμήνη και τα υπερσμήνη των γαλαξιών θα αποτελούσαν σήμερα γρίφο: θα χρειαζόταν μια επιπλέον δύναμη, εκτός από τη βαρύτητα, η οποία θα μπορούσε να αυξήσει τις διαφορές πυκνότητας ακόμη πιο γρήγορα.
 
Το γεγονός όμως ότι ο αριθμός Q είναι μόλις 1/100.000 αποτελεί πράγματι το πιο αξιοσημείωτο χαρακτηριστικό του Σύμπαντος μας. Εάν κανείς εύρισκε μια πέτρα σφαιρική με ακρίβεια 1 προς 100.000, θα αναρωτιόταν ενδεχομένως τι προκάλεσε αυτές τις μικρές ανωμαλίες, περισσότερο όμως θα τον απασχολούσε η συνολική λειότητα. H έννοια του «πληθωρισμού», η οποία περιγράφει πώς το σύμπαν έπαθε μια ταχύτατη διαστολή στις πρώτες του στιγμές, είναι η καλύτερη θεωρία που διαθέτουμε πάνω στο θέμα, και οι διακυμάνσεις της θερμοκρασίας προσφέρουν τη δυνατότητα ελέγχου των ιδεών αυτών.
 
Η δημιουργία των δομών
H άποψη που έχουμε σχηματίσει για την ανάδυση της κοσμικής δομής στηρίζεται — όπως και η θεωρία του Δαρβίνου για τη βιολογική εξέλιξη — σε ένα συναρπαστικό γενικό πλαίσιο. Όπως και με το δαρβινισμό, παραμένει μυστήριο το πώς ξεκίνησε η όλη διαδικασία, ο τρόπος με τον οποίο καθορίζεται ο αριθμός Q (ίσως υπό μορφή μικροσκοπικών διακυμάνσεων στο πολύ πρώιμο Σύμπαν) συνιστά ακόμη ένα πρόβλημα, όπως ακριβώς και η προέλευση των πρώτων οργανισμών στη Γη. Ωστόσο, η κοσμολογία αποδεικνύεται απλούστερη στο εξής: από τη στιγμή που καθορίζεται το σημείο εκκίνησης, το Big Bang, το αποτέλεσμα θεωρείται, σε γενικές γραμμές, προβλέψιμο. Όλα τα μεγάλα τμήματα του Σύμπαντος που ξεκινούν με τον ίδιο τρόπο, καταλήγουν στατιστικώς όμοια. Αντίθετα, η γενική πορεία της βιολογικής εξέλιξης επηρεάζεται από αστάθμητους παράγοντες —κλιματολογικές μεταβολές, συγκρούσεις με αστεροειδείς, επιδημίες, κ.λπ. —, έτσι ώστε, εάν «ξαναπαιζόταν» η ιστορία της Γης, μπορεί να καταλήγαμε με μια αρκετά διαφορετική βιόσφαιρα.
 
Για το λόγο αυτό καθίστανται πολύ σημαντικές οι προσομοιώσεις μέσω υπολογιστή του σχηματισμού των κοσμικών δομών. Οι γαλαξίες και τα σμήνη γαλαξιών είναι αποτέλεσμα της δράσης της βαρύτητας πάνω σε αρχικές ανομοιογένειες. Δεν επιχειρούμε να εξηγήσουμε την όλη διαδικασία λεπτομερειακά αλλά με τη στατιστική έννοια.
 
Το σημείο εκκίνησης είναι ένα διαστελλόμενο σύμπαν, το οποίο περιγράφεται από τους τρεις αριθμούς Ω, λ και Q. Το αποτέλεσμα εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από αυτούς τους τρεις αριθμούς-κλειδιά, οι οποίοι αποτυπώθηκαν (δεν γνωρίζουμε με ακρίβεια πώς) στο πολύ πρώιμο Σύμπαν.
 
Η ρύθμιση του αριθμού Q
O σχηματισμός γαλαξιών, σμηνών και υπερσμηνών γαλαξιών προϋποθέτει προφανώς την ύπαρξη αρκετής σκοτεινής ύλης και αρκετής βαρυονικής ύλης. H τιμή τού Ω δεν πρέπει να είναι πολύ μικρή: σε ένα σύμπαν που θα περιείχε μόνο ακτινοβολία και ελάχιστα άλλα πράγματα, η βαρύτητα δεν θα μπορούσε ποτέ να κυριαρχήσει. Ούτε ο αριθμός λ δεν πρέπει να έχει μεγάλη τιμή, επειδή η κοσμική άπωση θα υπερνικήσει τη βαρύτητα πριν σχηματιστούν γαλαξίες. Θα πρέπει, επίσης, να υπάρχουν αρκετά από τα συνήθη άτομα, αρχικά σε διάχυτη αέρια μορφή, για να δημιουργήσουν όλα τα άστρα σε όλους του γαλαξίες. Είδαμε, όμως, ότι χρειάζεται και κάτι ακόμη: αρχικές ανομοιογένειες, οι οποίες θα λειτουργήσουν ως «σπέρματα» της ανάπτυξης των διαφόρων δομών. O αριθμός Q μετρά το πλάτος αυτών των ανομοιογενειών, ή διακυμάνσεων. Δεν έχουμε κατανοήσει ακόμη γιατί το Q ισούται περίπου με 10-5 . H τιμή αυτή όμως έχει καθοριστική σημασία: εάν ήταν πολύ μεγαλύτερη ή πολύ μικρότερη, το Σύμπαν θα αποκτούσε διαφορετική «υφή», λιγότερο κατάλληλη για την ανάδυση ζωής.
 
Εάν η τιμή τού Q ήταν μικρότερη από 10-5 αλλά οι υπόλοιποι κοσμικοί αριθμοί παρέμεναν αμετάβλητοι, θα απαιτούνταν περισσότερος χρόνος για να σχηματιστούν συμπυκνώσεις σκοτεινής ύλης, και, αυτές όμως θα ήταν μικρότερης έκτασης και όχι πολύ ισχυρά συνδεδεμένες. Οι γαλαξίες που θα προέκυπταν θα έμοιαζαν με «αναιμικές» δομές, στο εσωτερικό των οποίων ο σχηματισμός άστρων θα συνιστούσε μια αργή και μη αποδοτική διαδικασία. Το «κατεργασμένο» υλικό θα εκσφενδονιζόταν εκτός του γαλαξία αντί να ανακυκλώνεται σε νέα άστρα τα οποία θα μπορούσαν να σχηματίσουν πλανητικά συστήματα.
 
Εάν η τιμή τού Q ήταν μικρότερη από 10-6, το αέριο δεν θα μπορούσε ποτέ να συμπυκνωθεί σε δομές συγκροτούμενες από τη βαρύτητα, και ένα τέτοιο σύμπαν θα παρέμενε για πάντα σκοτεινό και χωρίς χαρακτηριστικά, ακόμη κι αν το αρχικό «μείγμα» ατόμων, σκοτεινής ύλης και ακτινοβολίας ήταν το ίδιο με το δικό μας.
 
Από την άλλη πλευρά, ένα σύμπαν στο οποίο ο αριθμός Q θα ήταν σημαντικά μεγαλύτερος από 10-5 — και όπου οι αρχικές μικρές διακυμάνσεις θα είχαν αντικατασταθεί από «τεράστια κύματα» — θα καταντούσε τυρβώδης και βίαιος τόπος.
 
Περιοχές πολύ μεγαλύτερες από τους γαλαξίες θα συμπυκνώνονταν κατά τις πρώτες κιόλας στιγμές του. Οι περιοχές αυτές δεν θα διασπόνταν σε άστρα, αλλά θα κατέρρεαν σε τεράστιες μαύρες τρύπες, καθεμιά πολύ βαρύτερη από ολόκληρα σμήνη γαλαξιών στο Σύμπαν μας. Το αέριο που θα απέμενε θα γινόταν τόσο θερμό που θα εξέπεμπε ακτίνες X και γ μεγάλης έντασης. Οι γαλαξίες (αν κατάφερναν να σχηματιστούν) θα συνδέονταν πολύ πιο ισχυρά από r τους γαλαξίες του Σύμπαντος μας. Τα άστρα θα συνωστίζονταν «ασφυκτικά» και συχνά θα συγκρούονταν μεταξύ τους, καθιστώντας αδύνατο το σχηματισμό ευσταθών πλανητικών συστημάτων. (Για παρόμοιους λόγους δεν μπορούν να υπάρξουν ηλιακά συστήματα πολύ κοντά στο κέντρο του Γαλαξία μας, όπου τα άστρα βρίσκονται σε πολύ πιο κοντινές αποστάσεις απ’ ό,τι στην εξωτερική περιοχή όπου υπάρχει και το δικό μας ηλιακό σύστημα.)
 
Παρεμπιπτόντως, το γεγονός ότι ο αριθμός Q ισούται με 1/100.000 καθιστά το Σύμπαν μας πολύ πιο εύκολα κατανοητό στους κοσμολόγους από ό,τι εάν είχε μεγαλύτερη τιμή. Μικρή τιμή τού Q εγγυάται ότι όλες οι δομές είναι μικρές σε σχέση με τον ορίζοντα, και έτσι το παρατηρησιακό πεδίο μας είναι επαρκώς μεγάλο για να περιέχει πολλά ανεξάρτητα τμήματα, το καθένα αρκετής έκτασης ώστε να αποτελεί ικανοποιητικό δείγμα. Εάν η τιμή τού Q ήταν πολύ μεγαλύτερη, τα υπερσμήνη θα ομαδοποιούνταν σε τεράστιες δομές που θα έφταναν το μέγεθος του ορίζοντα (αντί να περιορίζονται, όπως στην περίπτωση του δικού μας Σύμπαντος, στο 1% αυτής της κλίμακας). Στη συγκεκριμένη περίπτωση, δεν θα είχε νόημα να μιλάμε για «μέσες» τιμές και ιδιότητες του παρατηρήσιμου Σύμπαντος μας, και δεν θα μπορούσαμε καν να ορίσουμε αριθμούς όπως το Ω.
 
H μικρή τιμή τού Q, χωρίς την οποία η κοσμολογία δεν θα είχε προοδεύσει, μέχρι πρόσφατα θεωρούνταν ευτυχές γεγονός. Μόλις τώρα αρχίζουμε να αντιλαμβανόμαστε ότι δεν πρόκειται για κάτι που υπηρετεί την άνεση των κοσμολόγων, αλλά ότι η ίδια η ζωή δεν θα μπορούσε να έχει εξελιχθεί εάν το Σύμπαν μας δεν διέθετε αυτό το απλουστευτικό χαρακτηριστικό.

Κινεζικός δορυφόρος ανοίγει το δρόμο στην κβαντική επικοινωνία

Αποτέλεσμα εικόνας για Κινεζικός δορυφόρος ανοίγει το δρόμο στην κβαντική επικοινωνίαΛίγους μήνες μετά την εκτόξευσή του, ο πρώτος κβαντικός δορυφόρος του κόσμου, μια μεγάλη επιτυχία της Κίνας, πέτυχε ρεκόρ απόστασης στη μετάδοση κβαντικών δεδομένων, ανοίγοντας έτσι το δρόμο για απαραβίαστες επικοινωνίες μέσω Διαδικτύου. O δορυφόρος Micius, ο οποίος παίρνει το όνομα ενός αρχαίου κινέζου φιλοσόφου, ουσιαστικά θέτει τις βάσεις για την ανάπτυξη δικτύων που προσφέρουν κβαντική κρυπτογράφηση.

Στις κβαντικές επικοινωνίες, το μήνυμα κωδικοποιείται στις κβαντικές καταστάσεις υποατομικών σωματιδίων όπως τα φωτόνια. Σύμφωνα με μια βασική αρχή της κβαντομηχανικής, είναι αδύνατο να καταγράφει κανείς τις κβαντικές ιδιότητες ενός σωματιδίου χωρίς να τις διαταράξει.
 
Και αυτό σημαίνει ότι ένας ωτακουστής που παρεμβάλλεται ανάμεσα στον αποστολέα και τον παραλήπτη του μηνύματος θα γινόταν αμέσως αντιληπτός.
 
Μέχρι σήμερα, η κβαντική μετάδοση πληροφοριών δεν είναι εφικτή σε αποστάσεις μεγαλύτερες των μερικών εκατοντάδων χιλιομέτρων λόγω απώλειας φωτονίων στα δίκτυα οπτικών ινών.
 
Ο δορυφόρος Micius, οποίος τέθηκε σε τροχιά τον Αύγουστο του 2016, αυξάνει τώρα εντυπωσιακά την εμβέλεια.
 
Στο πρώτο σημαντικό πείραμα, του οποίου τα αποτελέσματα δημοσιεύονται στο κορυφαίο περιοδικό Science, ο δορυφόρος έδειξε ότι ζεύγη φωτονίων μπορούν να διατηρήσουν μια παράξενη κβαντική σχέση ακόμα κι αν χωρίζονται από απόσταση 1.200 χιλιομέτρων.
 
Στην καρδιά του πειράματος βρίσκεται ένας κρύσταλλος που παράγει «πεπλεγμένα φωτόνια», φωτόνια που βρίσκονται σε ένα είδος επικοινωνίας μεταξύ τους: η αλλαγή της κβαντικής κατάστασης του ενός φωτονίου οδηγεί στην ακαριαία αλλαγή της κατάστασης και του δεύτερου, ακόμα κι αν τα σωματίδια χωρίζονται από μεγάλη απόσταση και δεν επικοινωνούν μέσω κάποιου υλικού μέσου.
 
Ο Άλμπερτ Αϊνστάιν είχε απορρίψει την ύπαρξη αυτής της διεμπλοκής, αφού δεν μπορούσε να αποδεχθεί ότι το ένα σωματίδιο επηρεάζει ακαριαία το άλλο, πιο γρήγορα κι από την ταχύτητα του φωτός. Κι όμως, τα πεπλεγμένα σωματίδια έχουν αποδειχθεί πραγματικά και μπορούν δυνητικά να χρησιμοποιηθούν ως κρυπτογραφικά κλειδιά: το ένα σωματίδιο πηγαίνει στον αποστολέα του μηνύματος και το άλλο στον παραλήπτη, έτσι ώστε μόνο αυτοί να μπορούν να διαβάσουν το μήνυμα. Η διαδικασία αυτή ονομάζεται και «κβαντική τηλεμεταφορά».

Η πρόκληση για τον Micius ήταν να χωρίσει ζευγάρια πεπλεγμένων φωτονίων, να μεταδώσει το ένα φωτόνιο του ζεύγους σε έναν επίγειο σταθμό στο Λιτζιάνγκ και το δεύτερο φωτόνιο σε σταθμό στο Ντελίνγκα, 1.200 μακριά από τον πρώτο σταθμό.

 
Για να μεταδώσει τα φωτόνια ο δορυφόρος χρησιμοποίησε μια δέσμη λέιζερ που έπρεπε να εστιαστεί με ακρίβεια στους επίγειους δέκτες.
 
Ο ίδιος ο Micius δεν θα μπορούσε να αξιοποιηθεί σε κβαντικές επικοινωνίες, αφού η δέσμη του δεν είναι αρκετά ισχυρή και μπορεί να ανιχνευθεί μόνο το βράδυ. Επιπλέον, ελάχιστα από τα φωτόνια που μετέδωσε (περίπου ένα ανά έξι εκατομμύρια) έγιναν δεκτά από τους επίγειους σταθμούς, αριθμός που θα έπρεπε να αυξηθεί δραστικά για οποιαδήποτε πρακτική εφαρμογή.
 
Σε κάθε περίπτωση, η Κίνα δείχνει να καλύπτει το χαμένο έδαφος και να ανταγωνίζεται τις ΗΠΑ και την Ευρώπη, που βρίσκονταν μέχρι τώρα στην πρωτοπορία των κβαντικών επικοινωνιών.
 
Εκτός από τον κβαντικό δορυφόρο, η χώρα έχει σχέδια και για την ανάπτυξη μιας κβαντικής σύνδεσης ανάμεσα στο Πεκίνο και τη Σαγκάη, η οποία θα χρησιμοποιείται από τράπεζες και κυβερνητικές υπηρεσίες.

Νίτσε: ο στοχαστής της ευρωπαϊκής φιλοσοφίας, μέσα από την ελληνική φιλοσοφία

Ο Νίτσε είναι εκείνος ο στοχαστής της ευρωπαϊκής φιλοσοφίας, που μέσα στην ελληνική φιλοσοφία: προπλατωνική, πλατωνική και μεταπλατωνική είχε αναζητήσει την πηγή της σκέψης του, αλλά και τη βάση της αντιπαράθεσής του με τη δυτική μεταφυσική. Αυτό σημαίνει ότι το ενδιαφέρον του για τη συγκεκριμένη φιλοσοφία είναι διαρκές και έντονο. Απέναντι στη δίνη, αλλά και την οδύνη του σύγχρονου πνευματικού μας πολιτισμού ο Νίτσε επιχείρησε να ορθώσει έναν αυθεντικά ριζοσπαστικό, εν πολλοίς αφοριστικό και πάντοτε παραγωγικό λόγο. Αυτός ο λόγος εισέρχεται στη ζωή μας σήμερα ως μια μαχητική αναδιάταξη του αρχαίου ελληνικού λόγου υπό τη μορφή της πιο επίκαιρης πολεμικής σκέψης. Η αναγκαιότητα μιας τέτοιας σκέψης προκύπτει από το γεγονός ότι ο σημερινός άνθρωπος βιώνει, όσο κανένας άλλος προγενέστερός του, την απόλυτη διάλυση αρχών, αξιών, κανόνων ζωής, επιθυμητών επιλογών κ.λπ. Είναι ένας ηττημένος ψυχικά, υπαρκτικά, κοινωνικά και πολιτικά άνθρωπος με δυο μόνο δυνατότητες μπροστά του: 1. ή να παραδεχτεί την ήττα του χωρίς διάθεση για αντί-σταση. Αυτός είναι ο αδύναμος ή αγελαίος, όπως λέει ο Νίτσε, άνθρωπος που εκλιπαρεί τους πολιτικούς του δουλοκτήτες να του χαρίζουν λίγη δουλική ανάπαυση, ώστε «να πάρει τέλος ο πόλεμος που είναι ο ίδιος» [Πέραν του καλού και του κακού, 200]. 2. Είτε να αντλήσει από την πολεμική σκέψη, η οποία είναι η αδούλωτη πτυχή του Είναι του, το δικαίωμα, αλλά και τη δύναμη να διεκδικήσει το παρόν και το μέλλον ως τη δική του βούληση ενάντια στους «φιλειρηνικούς και εργατικούς δημοκράτες και πιο πολύ ακόμη τους ηλίθιους φιλοσοφίσκους και φανατικούς της αδελφοσύνης, που αυτο-αποκαλούνται σοσιαλιστές και επιθυμούν την “ελεύθερη κοινωνία”, και όλοι μαζί συν-εργάζονται στη θεμελιακή και ενστικτώδη εχθρότητα ενάντια σε κάθε άλλη μορφή κοινωνίας εκτός από εκείνη της αυτόνομης αγέλης» [ό.π., 202].

Για να προετοιμάσει ο Νίτσε το κατάλληλο φιλοσοφικό εγχείρημα, που θα οδηγήσει τον σύγχρονο άνθρωπο πέρα από τις α-νοησίες των πιο πάνω καθεστωτικών εναγκαλισμών και προς τα πιο γόνιμα πνεύματα της ιστορίας, επικεντρώνει το ενδιαφέρον του, μεταξύ των άλλων, στους Έλληνες. Γιατί; Επειδή «το ύφος ενός Ηράκλειτου, ενός Πλάτωνος, ενός Εμπεδοκλή ή όποιο όνομα κι αν είχαν εκείνες οι βασιλικές και επιβλητικές, μοναχικές μορφές του πνεύματος» [ό.π., 204] μπορεί να αποτινάξει τη «μιζέρια της τωρινής φιλοσοφίας, που έχει καταστρέψει το σεβασμό για τη φιλοσοφία και άνοιξε τις πύλες στα χυδαία ένστικτα»

Τι είναι πολιτική ύβρις;

Αποτέλεσμα εικόνας για Τι είναι πολιτική ύβρις;Η πολιτική ύβρις στον αρχαίο και τον νεοελληνικό κόσμο

Στην αρχαία ελληνική σκέψη, από την εποχή ήδη του Ομήρου, η λέξη ύβρις είναι συνώνυμη με τον όλεθρο του ανθρώπου. Κλείνει μέσα της ό,τι πρέπει να αποφεύγει ο τελευταίος. Τι πρέπει να αποφεύγει; Την υπερβολή και την έπαρση, την αυθάδικη βία, την προσβολή του φυσικού-ανθρώπινου μέτρου, συνεπώς την προσβολή του θείου, τη βουλιμία για α-λογισμό και στρεψοδικία, με την οποία τείνει να επικαλύπτει το φθονερό και καταστροφικό του έργο, που μπορεί να διαπράττει από θέση ισχύος. Η ύβρις λοιπόν μπορεί να εγκατασταθεί στη ζωή μας μόνο ως βιασμός του μέτρου και της αρμονίας, ως καταστρατήγηση του «ξυνού λόγου» (=του κοινού-καθολικού λόγου) κατά Ηράκλειτο. Γι’ αυτό, ο μεγάλος Προσωκρατικός διανοητής παρατηρεί, με βαθυνόητο τρόπο, σχετικά: «ύβριν χρή σβεννύναι μάλλον ή πυρκαϊήν: την έπαρση πρέπει να κατασβήνει κανείς περισσότερο και από την πυρκαγιά» (απ. 43). Η ύβρις στον αρχαίο ελληνικό κόσμο, όχι λιγότερο δε και στον νεοελληνικό αναλογικά, είναι εκ πρώτης όψεως θρησκευτική, ουσιωδώς όμως πολιτική.

Στην περιοχή της θρησκείας, οι θεοί τιμωρούσαν τους ανθρώπους που διέπρατταν ύβρι, δηλαδή γίνονταν δέσμιοι της ξιπασιάς, της υπερβολής και της ακολασίας παντός είδους. Στο πεδίο της πολιτικής, δηλαδή της δημόσιας δραστηριότητας της πόλης, όσοι με το έργο τους διέπρατταν ύβρι, καθ’ όλες τις εκδοχές της, δεν απέφευγαν με κανένα τρόπο τον όλεθρο που οι ίδιοι απεργάζονταν για τους άλλους. Αναφέρει, για παράδειγμα, πολύ παραστατικά ο Ευριπίδης για τον νικητή που, αφού προκάλεσε στον εχθρό του τον όλεθρο είναι: «σαν έναν φτωχό άνθρωπο που, όταν έφτασε να γίνει πλούσιος, διαπράττει ύβρι [=ξιπάστηκε] και λόγω της ύβρεως [=της ξιπασιάς του] οδηγείται κι αυτός με τη σειρά του στον όλεθρο» (Ικέτιδες στ. 741-43). Το φαινόμενο της αρχαίας ύβρεως δεν είναι αποκλειστικά φαινόμενο της αρχαίας ελληνικής ζωής, αλλά ισχύει εξίσου και στη σύγχρονη ζωή των λαών. Απλώς, οι Αρχαίοι συνέλαβαν μοναδικά την έννοια και τη θεωρία της ύβρεως, καθώς είχαν επιτύχει την ύψιστη διαύγεια σκέψης.  

Η ύβρις, κατά κανόνα, συνυφαίνεται με τη δύναμη, την ισχύ και την εξουσία. Όπου υπάρχει πολιτική κυριαρχία, όπου επικρατεί ισχυρή δεσποτεία, εκεί εμφανίζεται η ύβρις, εκεί συμβαίνει υπέρβαση του ανθρώπινου μέτρου. Ωστόσο δεν εμφανίζεται μόνο ως πρόκληση μεγάλων συμφορών για τον καταδυναστευόμενο, για τον ηττημένο, για τον υπήκοο, αλλά και ως επιστροφή του κακού στον ίδιο το δυνάστη που το προκαλεί. Τούτο σημαίνει πως η ύβρις δεν είναι κάτι το μοιρολατρικό, που χρησιμοποιείται ως μια αφηρημένη παρηγοριά από [και για] τους υφιστάμενους την ύβρι, αλλά ανήκει στην ίδια την ανορθολογική φύση της εξ-ουσιαστικής δύναμης. Πρόκειται για εκείνο τον ανορθολογισμό που αντιστρατεύεται ευθέως τη φυσιολογική, την κατά τον ρυθμό του κοινού λόγου εξέλιξη των ανθρωπίνων πραγμάτων. Οι Αθηναίοι, για παράδειγμα, άσκησαν την ηγεμονία τους στις άλλες ελληνικές πόλεις με ύβρι, με αποκορύφωμα την ύβρι στη Μήλο. Παραβίασαν έτσι κατ’ εξακολούθηση τον κοινό λόγο, δηλαδή, την κοινή-την ανθρωπίνως κοινωνική συνθήκη ζωής, και έπρεπε να πληρώσουν. Έτσι, οι συμφορές που προκάλεσαν επέστρεψαν εις εαυτούς με ολοκληρωτική καταστροφή τους: με την αρχή του τέλους τους ως αρχαίας πόλεως-κράτους. 

Πώς γεννιέται και ωριμάζει η λειτουργία της ύβρεως κατά την άσκηση της εξουσίας; Ανήκει στους «άγραφους νόμους» της εξ-ουσίας, όσο αυξάνεται και βιώνει τη στιγμιαία της κυριαρχία ως αιώνια πραγματικότητα, να αισθάνεται φόβο, ανασφάλεια, καχυποψία και -όχι λιγότερο- μίσος απέναντι στους υποτελείς της. Τότε συμβαίνει να εξαπολύει και τους τελευταίους κεραυνούς της πολιτικής ύβρεως. Λέει, για παράδειγμα, ο Περικλής στον Επιτάφιο: «δεν διακυβεύεται μόνο η δουλεία ή η ελευθερία, αλλά και η απώλεια της εξουσίας και ο κίνδυνος που γεννιέται από το μίσος που ενέπνευσε η άσκηση της εξουσίας» (Θουκυδίδης ΙΙ, 63). Πώς λειτουργεί η πολιτική ύβρις στην παρούσα νεοελληνική πραγματικότητα; Περίπου κατά παρόμοιο τρόπο: τόσο οι εν ενεργεία-εν εξ-ουσία δυνάμεις όσο και εκείνες της αντι-πολίτευσης, πρωτίστως της καθεστωτικής «αριστεράς», με στρεψόδικο λόγο, αλλά και βίαιη δράση –γεμάτη μίσος–καταπνίγουν κάθε αντί-παλη φωνή, συγκαλύπτοντας τις αιτίες και τους εκάστοτε υπεύθυνους της καταστροφής. Όταν, ας πούμε, στους κόλπους της καθεστωτικής αντιπολίτευσης σηκώνουν την αντιμνημονιακή σημαία άνθρωποι που πρωτοστάτησαν στην/για την έλευση των μνημονίων, τότε πώς η εν λόγω καθεστωτική «αριστερά» να μην πασχίζει να απο-ενοχοποιεί τους πρωταίτιους της καταστροφής, αερολογώντας ακατάσχετα και προκαλώντας σε απόλυτο βαθμό πολιτική ύβρι, μεγαλύτερη ακόμη και από την ορατή εκείνη της επίσημης καθεστηκυίας τάξης;

Παρμενίδης: Είναι ή μηδέν

Οδός της αλήθειας: Να σκέπτεσαι και να μιλάς

§1

I
Αρχαίο κείμενο

Απόσπασμα 3
… τὸ γὰρ αὐτὸ νοεῖν ἐστίν τε καὶ εἶναι.

Απόσπασμα 8, 34-41
Ταὐτὸν δ΄ ἐστὶ νοεῖν τε καὶ οὕνεκεν ἔστι νόημα.
Οὐ γὰρ ἄνευ τοῦ ἐόντος, ἐν ᾧ πεφατισμένον ἐστίν,
εὑρήσεις τὸ νοεῖν.

ΙΙ
Μετάφραση

Απόσπασμα 3
Γιατί το ίδιο είναι το Νοείν και το Είναι.

Απόσπασμα 8, 34-37
Το ίδιο είναι το νοείν και η σκέψη ότι αυτό είναι
[ή: το ίδιο .. και η αιτία που το σκέπτεται].
Γιατί χωρίς το ον, μέσα στο οποίο είναι εκφρασμένο,
δεν θα βρεις το νοείν.
                                   
§2 Ερμηνεία-σχολιασμός

Απ.3: Όλο το οντολογικό επιχείρημα του Παρμενίδη ανάγει το θεμέλιό του σε τούτο το απόσπασμα. Πρόκειται για το περίφημο εκείνο απόσπασμα, του οποίου η μετάφραση αλλά και η ερμηνεία περικλείει διαφορότροπες ορισμένως δυνατότητες, με συνέπεια κάθε ερμηνεία ως τώρα να συνιστά μόνο μια συμβολή στην περαιτέρω έρευνα. Η πιο πάνω μεταφραστική του απόδοση λογίζεται κατά κανόνα ως η καθιερωμένη και εντάσσεται στο πνεύμα των μεθόδων έρευνας. Με βάση τη μεθοδολογική αποσαφήνιση του Παρμενίδη, η μέθ-οδος που οδηγεί στην αλήθεια είναι η οδός του Είναι. Αυτή είναι η οδός που πείθει, καθώς είναι στοχαστική οδός. Η άλλη είναι μια κίβδηλη μέθ-οδος που δεν οδηγεί πουθενά, καθώς δεν μας επιτρέπει να γνωρίσουμε το Είναι (εόν) ούτε να αποφανθούμε γι’ αυτό, παρά παραπέμπει αναγκαστικά στην παραδοχή ότι υπάρχει το μη-Είναι (μη εόν). Είναι κίβδηλη, μη γνήσια, μη αυθεντική, αυτή η οδός, γιατί παραγνωρίζει πως το Νοείν και το Είναι είναι το ίδιο πράγμα (απ. 3). Όταν το σκέπτεσθαι πέφτει μέσα στο Είναι, όπως μας λέει εδώ ο Παρμενίδης αλλά και στο απ. 8, 34-36, τότε το ουκ εστίν δεν μπορεί να βρίσκει ρίζωμα μέσα στο σκέπτεσθαι: δεν μπορούμε δηλαδή να το σκεφτόμαστε και να το λέμε να το εκφράζουμε με τη γλώσσα.

§3

Η ανθρώπινη σκέψη, ενόσω τροφοδοτείται με την έμπνευση της θεάς Αλήθειας, είναι σε θέση να συλλαμβάνει καθοριστικά και μόνο αυτό που είναι, γιατί αντλεί την ύπαρξή της από το Είναι: έχει τη ρίζα της μέσα στο Είναι. Ως εκ τούτου, η μεταφραστική-ερμηνευτική απόδοση του απ. 3 δεν περιορίζεται στην πιο πάνω καθιερωμένη της εκδοχή, δηλαδή στην απόφανση που ταυτίζει απλώς το Νοείν και το Είναι, αλλά, ακολουθώντας την οδό της αλήθειας, προχωρεί βαθύτερα και μπορεί να αναδιατυπωθεί ως εξής: Γιατί αυτό τούτο το Νοείν είναι Είναι. Ετούτη η μεταφραστική πρόταση του Γ. Τζαβάρα συνιστά ένα διεισδυτικό εγχείρημα, που το συναντάμε, με τις αναγκαίες προσαρμογές, και σε αντίστοιχες ερμηνευτικές προσπάθειες στη διεθνή βιβλιογραφία. Προπάτορας αυτής της πρωτοποριακής ερμήνευσης, στη νεωτερική εποχή, είναι ο Μ. Χάιντεγκερ. Ξεκινά από την κοινή ερμηνεία ότι το ίδιο το νοείν είναι κι αυτό ένα ανάμεσα στα πολλά εκείνα όντα που έχουμε μπροστά μας [πρό-χειρα (vorhanden)] και τα οποία ταξινομούνται ως τέτοια μέσα στο όλο του Όντος. Πηγαίνει ωστόσο πιο πέρα και από τις νεωτερικές ερμηνείες, κατά τις οποίες το νοείν συλλαμβάνεται ως ο τόπος που ανυψώνεται το Είναι (Χέγκελ κ.α.), για να αποφανθεί πως το Είναι είναι παρ-Όν ως περισυλλογή όλων των καθέκαστων όντων, μαζί και του νοείν (Vorträge u. Aufsätze, 232). Το απ. 3, συνακόλουθα, μας λέει πως το Νοείν ανήκει στο Είναι (ό.π., 233) και δεν είναι απλώς ταυτό. Με ποιο τρόπο όμως ανήκει στο Είναι;

§4

Μια εύστοχη απάντηση σ’ αυτό το ερώτημα προϋποθέτει απάντηση στο ερώτημα: πώς πρέπει να σκεφτόμαστε το Είναι, στο οποίο ανήκει το Νοείν (ό.π., 234); Πριν απ’ όλα, το Είναι ως παρ-όν αξιώνει τη σκέψη, καθιστά ζωτική την αναγκαιότητά της. Είναι έτσι το περι-συλ-λέγον, το Εόν, μέσα στο οποίο εκφράζεται η σκέψη (απ. 8, 35). Το νοείν, η νόηση ή η σκέψη, κατ’ αυτό τον βηματισμό, ανήκει στο Είναι, που είναι πια ένα εκφρασμένο-Είναι, δηλαδή το Είναι που έχει λόγο, που λέγει και λέγεται. Το νοείν, ως προκύπτει, συνυφαίνεται με το εόν, καθώς έχει το θεμέλιό του στο λέγειν και αναπτύσσεται στην ουσία του με βάση τούτο το λέγειν. Η σκέψη [:το νόημα στο αρχαίο κείμενο] είναι λοιπόν «ένα λεγόμενον του λέγειν» (ό.π., 235). Το λέγειν όμως εδώ δεν έχει απλώς και μόνο το νόημα του κατονομάζειν, της ομιλητικής, ήτοι ηχητικής σήμανσης ενός σημαινόμενου, αλλά σημαίνει και κάτι βαθύτερο: προσ(ς)-άγει το παρόν ον σε παρ-ουσία και μέσω αυτής το κάνει να εμφανίζεται, να κείτεται μπροστά μας, να άγεται προς εμάς, δηλαδή στην προφάνεια. Το νοείν εν τέλει ιδιάζει στο Είναι ως το λεγόμενον, δηλαδή ως το αγόμενο στην προφάνεια. Ανήκει συνεπώς στην περι-συλ-λογή αυτού του Είναι: δηλαδή είναι εκείνο που επιτελεί την εν λόγω περισυλλογή, ανταποκρινόμενο στην κλήση που του απευθύνει αυτό τούτο το Ον. Απ’ αυτή την άποψη, το νοείν, η ανθρώπινη σκέψη ανήκει στο Είναι: η ίδια τώρα δεν είναι απλώς ένα επί πλέον παρόν ον μέσα στην παρουσία των όντων, αλλά εκείνη η εμπνευσμένη θεά της αλήθειας, που χορηγεί σ’ αυτά τα όντα το Φάος [=Φως], το ξέφωτο της παρουσίας, τη φωτεινότητα σε θνητούς και αθανάτους.