Τετάρτη, 14 Ιουνίου 2017

ΡΗΤΟΡΙΚΗ: ΔΗΜΟΣΘΕΝΗΣ - Κατὰ Μειδίου (83-93)

[83] Ὃ τοίνυν πεποίηκεν, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, περὶ τῆς δίκης, ἀκούσατε, καὶ θεωρεῖτ᾽ ἐφ᾽ ἑκάστου τὴν ὕβριν καὶ τὴν ὑπερηφανίαν αὐτοῦ. τῆς γὰρ δίκης, ταύτης λέγω ἧς εἷλον αὐτόν, γίγνεταί μοι διαιτητὴς Στράτων Φαληρεύς, ἄνθρωπος πένης μέν τις καὶ ἀπράγμων, ἄλλως δ᾽ οὐ πονηρός, ἀλλὰ καὶ πάνυ χρηστός· ὅπερ τὸν ταλαίπωρον οὐκ ὀρθῶς οὐδὲ δικαίως, ἀλλὰ καὶ πάνυ αἰσχρῶς ἀπολώλεκεν.

[84] οὗτος διαιτῶν ἡμῖν ὁ Στράτων, ἐπειδή ποθ᾽ ἧκεν ἡ κυρία, πάντα δ᾽ ἤδη διεξεληλύθει ταῦτα τἀκ τῶν νόμων, ὑπωμοσίαι καὶ παραγραφαί, καὶ οὐδὲν ἔτ᾽ ἦν ὑπόλοιπον, τὸ μὲν πρῶτον ἐπισχεῖν ἐδεῖτό μου τὴν δίαιταν, ἔπειτ᾽ εἰς τὴν ὑστεραίαν ἀναβαλέσθαι· τὸ τελευταῖον δ᾽, ὡς οὔτ᾽ ἐγὼ συνεχώρουν οὔθ᾽ οὗτος ἀπήντα, τῆς δ᾽ ὥρας ἐγίγνετ᾽ ὀψέ, κατεδιῄτησεν.

[85] ἤδη δ᾽ ἑσπέρας οὔσης καὶ σκότους ἔρχεται Μειδίας οὑτοσὶ πρὸς τὸ τῶν ἀρχόντων οἴκημα, καὶ καταλαμβάνει τοὺς ἄρχοντας ἐξιόντας καὶ τὸν Στράτων᾽ ἀπιόντ᾽ ἤδη, τὴν ἔρημον δεδωκότα, ὡς ἐγὼ τῶν παραγενομένων τινὸς ἐπυνθανόμην. τὸ μὲν οὖν πρῶτον οἷός τ᾽ ἦν πείθειν αὐτόν, ἣν κατεδεδιῃτήκει, ταύτην ἀποδεδιῃτημένην ἀποφαίνειν, καὶ τοὺς ἄρχοντας μεταγράφειν, καὶ πεντήκοντα δραχμὰς αὐτοῖς ἐδίδου·

[86] ὡς δ᾽ ἐδυσχέραινον οὗτοι τὸ πρᾶγμα καὶ οὐδετέρους ἔπειθεν, ἀπειλήσας καὶ διαλοιδορηθεὶς ἀπελθὼν τί ποιεῖ; καὶ θεάσασθε τὴν κακοήθειαν. τὴν μὲν δίαιταν ἀντιλαχὼν οὐκ ὤμοσεν, ἀλλ᾽ εἴασε καθ᾽ αὑτοῦ κυρίαν γενέσθαι, καὶ ἀνώμοτος ἀπηνέχθη· βουλόμενος δὲ τὸ μέλλον λαθεῖν, φυλάξας τὴν τελευταίαν ἡμέραν τῶν διαιτητῶν, τὴν τοῦ θαργηλιῶνος ἢ τοῦ σκιροφοριῶνος γιγνομένην, εἰς ἣν ὁ μὲν ἦλθε τῶν διαιτητῶν, ὁ δ᾽ οὐκ ἦλθε,

[87] πείσας τὸν πρυτανεύοντα δοῦναι τὴν ψῆφον παρὰ πάντας τοὺς νόμους, κλητῆρ᾽ οὐδ᾽ ὁντινοῦν ἐπιγραψάμενος, κατηγορῶν ἔρημον, οὐδενὸς παρόντος, ἐκβάλλει καὶ ἀτιμοῖ τὸν διαιτητήν· καὶ νῦν εἷς Ἀθηναίων, ὅτι Μειδίας ἔρημον ὦφλε δίκην, ἁπάντων ἀπεστέρηται τῶν ἐν τῇ πόλει καὶ καθάπαξ ἄτιμος γέγονεν· καὶ οὔτε λαχεῖν ἀδικηθέντα οὔτε διαιτητὴν γενέσθαι Μειδίᾳ οὔθ᾽ ὅλως τὴν αὐτὴν ὁδὸν βαδίζειν, ὡς ἔοικεν, ἔστ᾽ ἀσφαλές.

[88] δεῖ δὴ τοῦτο τὸ πρᾶγμ᾽ ὑμᾶς οὑτωσὶ σκέψασθαι, καὶ λογίσασθαι τί ποτ᾽ ἔσθ᾽ ὃ παθὼν Μειδίας οὕτως ὠμὸν τηλικαύτην ἐπεβούλευσε λαβεῖν τῶν πεπραγμένων παρ᾽ ἀνδρὸς πολίτου δίκην, κἂν μὲν ᾖ τι δεινὸν ὡς ἀληθῶς καὶ ὑπερφυές, συγγνώμην ἔχειν, ἐὰν δὲ μηδέν, θεάσασθε τὴν ἀσέλγειαν καὶ τὴν ὠμότητα, ᾗ καθ᾽ ἁπάντων χρῆται τῶν ἐντυγχανόντων. τί οὖν ἔσθ᾽ ὃ πέπονθεν; μεγάλην νὴ Δί᾽ ὦφλε δίκην καὶ τοσαύτην ὥστ᾽ ἀποστερεῖσθαι τῶν ὄντων. ἀλλὰ χιλίων ἡ δίκη μόνον ἦν δραχμῶν.

[89] πάνυ γε, ἀλλὰ δάκνει καὶ τοῦτο, φαίη τις ἄν, ὅταν ἐκτίνειν ἀδίκως δέῃ, συνέβη δ᾽ ὑπερημέρῳ γενομένῳ λαθεῖν αὐτῷ διὰ τὸ ἀδικηθῆναι. ἀλλ᾽ αὐθημερὸν μὲν ᾔσθετο, ὃ καὶ μέγιστόν ἐστι τεκμήριον τοῦ μηδὲν ἠδικηκέναι τὸν ἄνθρωπον, δραχμὴν δ᾽ οὐδέπω μίαν ἐκτέτεικεν.

[90] ἀλλὰ μή πω τοῦτο. ἀλλὰ τὴν μὴ οὖσαν ἀντιλαχεῖν ἐξῆν αὐτῷ δήπου, καὶ πρὸς ἐμὲ τὸ πρᾶγμα καταστήσασθαι, πρὸς ὅνπερ ἐξ ἀρχῆς ἦν ἡ δίκη. ἀλλ᾽ οὐκ ἐβούλετο· ἀλλ᾽ ἵνα μὴ Μειδίας ἀτίμητον ἀγωνίσηται δέκα μνῶν δίκην, πρὸς ἣν οὐκ ἀπήντα δέον, καὶ εἰ μὲν ἠδίκηκε, δίκην δῷ, εἰ δὲ μή, ἀποφύγῃ, ἄτιμον Ἀθηναίων ἕν᾽ εἶναι δεῖ καὶ μήτε συγγνώμης μήτε λόγου μήτε ἐπιεικείας μηδεμιᾶς τυχεῖν, ἃ καὶ τοῖς ὄντως ἀδικοῦσιν ἅπανθ᾽ ὑπάρχει.

[91] ἀλλ᾽ ἐπειδή γ᾽ ἠτίμωσεν ὃν ἐβουλήθη, καὶ τοῦτ᾽ ἐχαρίσασθ᾽ αὐτῷ, καὶ τὴν ἀναιδῆ γνώμην, ᾗ ταῦτα προαιρεῖται ποιεῖν, ἐνέπλησεν αὑτοῦ, ἐκεῖν᾽ ἐποίησε, τὴν καταδίκην ἐκτέτεικε, δι᾽ ἣν τὸν ἄνθρωπον ἀπώλεσεν; οὐδὲ χαλκοῦν οὐδέπω καὶ τήμερον, ἀλλὰ δίκην ἐξούλης ὑπομένει φεύγειν. οὐκοῦν ὁ μὲν ἠτίμωται καὶ παραπόλωλεν, ὁ δ᾽ οὐδ᾽ ὁτιοῦν πέπονθεν, ἀλλ᾽ ἄνω κάτω τοὺς νόμους, τοὺς διαιτητάς, πάνθ᾽ ὅσ᾽ ἂν βούληται στρέφει.

[92] καὶ τὴν μὲν κατὰ τοῦ διαιτητοῦ γνῶσιν, ἣν ἀπρόσκλητον κατεσκεύασεν, αὐτὸς κυρίαν αὑτῷ πεποίηται· ἣν δ᾽ αὐτὸς ὦφλεν ἐμοὶ προσκληθείς, εἰδώς, οὐκ ἀπαντῶν, ἄκυρον ποιεῖ. καίτοι εἰ παρὰ τῶν ἔρημον καταδιαιτησάντων αὐτοῦ τηλικαύτην δίκην οὗτος ἀξιοῖ λαμβάνειν, τίν᾽ ὑμῖν προσήκει παρὰ τούτου λαβεῖν, τοῦ φανερῶς τοὺς ὑμετέρους νόμους ἐφ᾽ ὕβρει παραβαίνοντος; εἰ γὰρ ἀτιμία καὶ νόμων καὶ δικῶν καὶ πάντων στέρησις ἐκείνου τἀδικήματος προσήκουσ᾽ ἐστὶν δίκη, τῆς γ᾽ ὕβρεως μικρὰ θάνατος φαίνεται.

[93] ἀλλὰ μὴν ὡς ἀληθῆ λέγω, κάλει μοι τούτων τοὺς μάρτυρας, καὶ τὸν τῶν διαιτητῶν ἀνάγνωθι νόμον.

ΜΑΡΤΥΡΕΣ.
[Νικόστρατος Μυρρινούσιος, Φανίας Ἀφιδναῖος οἴδαμεν Δημοσθένην, ᾧ μαρτυροῦμεν, καὶ Μειδίαν τὸν κρινόμενον ὑπὸ Δημοσθένους, ὅτ᾽ αὐτῷ Δημοσθένης ἔλαχε τὴν τοῦ κακηγορίου δίκην, ἑλομένους διαιτητὴν Στράτωνα, καὶ ἐπεὶ ἧκεν ἡ κυρία τοῦ νόμου, οὐκ ἀπαντήσαντα Μειδίαν ἐπὶ τὴν δίαιταν, ἀλλὰ καταλιπόντα. γενομένης δὲ ἐρήμου κατὰ Μειδίου, ἐπιστάμεθα Μειδίαν πείθοντα τόν τε Στράτωνα τὸν διαιτητὴν καὶ ἡμᾶς, ὄντας ἐκείνοις τοῖς χρόνοις ἄρχοντας, ὅπως τὴν δίαιταν αὐτῷ ἀποδιαιτήσομεν, καὶ διδόντα δραχμὰς πεντήκοντα. καὶ ἐπειδὴ οὐχ ὑπεμείναμεν, προσαπειλήσαντα ἡμῖν καὶ οὕτως ἀπαλλαγέντα. καὶ διὰ ταύτην τὴν αἰτίαν ἐπιστάμεθα Στράτωνα ὑπὸ Μειδίου καταβραβευθέντα καὶ παρὰ πάντα τὰ δίκαια ἀτιμωθέντα.]

***
[83] Ακούστε τώρα, Αθηναίοι, ποιά ήταν η διαγωγή του στην υπόθεση της δίκης και παρατηρήστε την αναίδεια και την αλαζονεία που είχε κάθε φορά. Στη δίκη —εννοώ εκείνη κατά την οποία πέτυχα την καταδίκη του— ορίσθηκε διαιτητής μου ο Στράτων από το Φάληρο, ένας φτωχός, φιλήσυχος, καλός και πολύ έντιμος άνθρωπος· ο διορισμός του αυτός τον κατέστρεψε, τον δυστυχισμένο, με τρόπο ανάρμοστο, άδικο και πολύ επαίσχυντο.

[84] Αυτός λοιπόν ο Στράτων, ο διαιτητής μας, όταν έφθασε η ορισμένη ημέρα και είχαν εξαντληθεί όλα τα νόμιμα μέσα αναβολής —υπωμοσίες και παραγραφές— χωρίς να απομένει τίποτε άλλο, πρώτα με παρακαλούσε να αποσύρω τη διαιτησία και έπειτα να την αναβάλω για την επόμενη ημέρα· όταν τέλος πέρασε η ώρα χωρίς ούτε εγώ να υποχωρήσω ούτε ο Μειδίας να εμφανισθεί, έβγαλε καταδικαστική απόφαση γι᾽ αυτόν.

[85] Κατά το βράδυ, όταν άρχισε να σκοτεινιάζει, παρουσιάσθηκε ο Μειδίας αυτός εδώ στο οίκημα όπου συνεδρίαζαν οι άρχοντες και τους βρήκε έτοιμους να αναχωρήσουν· ο Στράτων, όπως με πληροφόρησε κάποιος από τους παρευρισκομένους, είχε κιόλας φύγει, αφού τους παρέδωσε την καταδικαστική του απόφαση που είχε εκδώσει ερήμην. Ο Μειδίας λοιπόν είχε πρώτα την αναίδεια να προσπαθεί να πείσει τον Στράτωνα να μεταβάλει την απόφασή του από καταδικαστική σε αθωωτική και τους άρχοντες να τροποποιήσουν το πρακτικό της δίκης· και τους προσέφερε πενήντα δραχμές·

[86] επειδή όμως αυτοί αγανάκτησαν για την προσφορά και αφού απέτυχε να πείσει και τον ένα και τους άλλους, αναχώρησε με απειλές και βαριές ύβρεις· και τί έκαμε; Παρατηρήστε την κακοήθειά του. Ζήτησε ακύρωση της αποφάσεως της διαιτησίας χωρίς να ορκισθεί, αλλά άφησε να γίνει τελεσίδικη η απόφαση εναντίον του και κατηγορήθηκε ότι δεν είχε ορκισθεί· με την επιθυμία να αποκρύψει το σχέδιό του, περίμενε την τελευταία ημέρα της διαιτησίας στον μήνα Θαργηλιώνα ή Σκιροφοριώνα, ημέρα κατά την οποία άλλοι από τους διαιτητές παρουσιάσθηκαν και άλλοι όχι·

[87] αφού έπεισε τον άρχοντα ο οποίος προήδρευε να βάλει το ζήτημα σε ψηφοφορία, παραβαίνοντας όλους τους νόμους, χωρίς να παρουσιάσει ούτε ένα μάρτυρα, κατηγόρησε τον Στράτωνα ερήμην και ερήμην μαρτύρων, και πέτυχε να καταδικασθεί σε εξορία και στέρηση των πολιτικών του δικαιωμάτων· και τώρα ένας Αθηναίος πολίτης, επειδή ο Μειδίας καταδικάσθηκε ερήμην, έχει στερηθεί όλα ανεξαιρέτως τα προνόμια του πολίτη και για πάντα τα πολιτικά του δικαιώματα· είναι, όπως φαίνεται, εντελώς ανασφαλές να καταγγείλει κάποιος τον Μειδία, επειδή τον αδίκησε, ή να γίνει διαιτητής του, ή ακόμη και να βαδίζει στον ίδιο δρόμο με αυτόν.

[88] Πρέπει τώρα να εξετάσετε το ζήτημα από νέο πρίσμα και να σκεφθείτε τί τόσο φοβερό τέλος πάντων έπαθε ο Μειδίας, ώστε να σχεδιάσει μία τόσο σκληρή τιμωρία σε βάρος ενός συμπολίτη του· αν πρόκειται για κάτι πραγματικά φοβερό και συνταρακτικό, να τον συγχωρήσετε, αν όμως δεν έπαθε τίποτε, παρατηρήστε τη βίαιη και σκληρή συμπεριφορά του προς όλους όσους συναντάει. Τί έπαθε λοιπόν; Του επιβλήθηκε, μά τον Δία, τόσο βαριά ποινή ώστε στερήθηκε όλη την περιουσία του. Το πρόστιμο όμως δεν ξεπερνούσε τις χίλιες δραχμές.

[89] Καλά, αλλά θα μπορούσε κάποιος να ισχυρισθεί ότι ένας άνθρωπος εξοργίζεται, αν αναγκασθεί να καταβάλει χρήματα άδικα, και επειδή ο Μειδίας αδικήθηκε, άφησε να περάσει η προθεσμία για την πληρωμή χωρίς να το αντιληφθεί. Το κατάλαβε όμως την ίδια μέρα — πράγμα που είναι και η ισχυρότερη απόδειξη ότι ο Στράτων δεν τον αδίκησε καθόλου· αλλά ως σήμερα δεν έχει πληρώσει ούτε μία δραχμή. Δεν θα ασχοληθούμε όμως ακόμη με το ζήτημα αυτό.

[90] Μπορούσε βέβαια να ζητήσει ακύρωση της αποφάσεως ως νομικά ανυπόστατης και έτσι να στρέψει την υπόθεση εναντίον μου, όπως ήταν και στην αρχή της δίκης· αλλά δεν ήθελε. Αντίθετα, για να μην εισαχθεί ο Μειδίας σε δίκη με προκαθορισμένο από τον νόμο πρόστιμο δέκα μνων, στην οποία, μολονότι ήταν υποχρεωμένος, δεν παρουσιάσθηκε για να τιμωρηθεί, αν ήταν ένοχος, αλλιώς να απαλλαγεί, πρέπει ένας Αθηναίος να στερηθεί τα πολιτικά του δικαιώματα και να μην συγχωρηθεί ούτε να απολογηθεί ούτε να αντιμετωπισθεί με κάποια επιείκεια, προνόμια που όλα παραχωρούνται ακόμα και στους πραγματικά ενόχους;

[91] Αφού όμως στέρησε εκείνον που ήθελε από τα πολιτικά του δικαιώματα, ικανοποίηση την οποία σεις του προσφέρατε, και εκόρεσε την αναίδειά του που τον παρακινεί στις πράξεις αυτές, κατέβαλε το πρόστιμο εξαιτίας του οποίου κατέστρεψε τον άτυχο άνθρωπο; Ούτε δεκάρα δεν πλήρωσε μέχρι σήμερα, αλλά ανέχεται να κατηγορείται σε δίκη εξώσεως. Έτσι ο Στράτων στερήθηκε τα πολιτικά του δικαιώματα και καταστράφηκε άδικα, ενώ ο Μειδίας, χωρίς να πάθει ούτε το παραμικρό, ανατρέπει τους νόμους, τους διαιτητές, τα πάντα, όπως θέλει.

[92] Εξασφάλισε για όφελός του την εγκυρότητα της αποφάσεως εναντίον του διαιτητή, την οποία πέτυχε χωρίς να κληθεί στο δικαστήριο ο κατηγορούμενος· αντίθετα, με το να μην παρουσιασθεί εσκεμμένα στο δικαστήριο, αν και είχε κληθεί, κατόρθωσε να ακυρωθεί η απόφαση την οποία πέτυχα εναντίον του. Αν όμως έχει την αξίωση να εκδικηθεί τόσο σκληρά αυτούς που τον καταδίκασαν ερήμην, ποιά τιμωρία πρέπει σεις να επιβάλετε σε αυτόν τον ίδιο, ο οποίος, φανερά με τον σκοπό να προσβάλει, παραβαίνει τους νόμους σας; Γιατί αν η στέρηση των πολιτικών, νομικών και όλων των δικαιωμάτων είναι η τιμωρία που ταιριάζει για το αδίκημα του Στράτωνα, ο θάνατος φαίνεται ελαφρά ποινή για την τιμωρία της βίαιης προσβολής.

[93] Για να αποδειχθεί η αλήθεια των λόγων μου, παρακαλώ κάλεσε τους μάρτυρες των γεγονότων αυτών και διάβασε τον νόμο για τους διαιτητές.

ΜΑΡΤΥΡΕΣ
[Εμείς, ο Νικόστρατος από τον Μυρρινούντα και ο Φανίας από τις Αφίδνες, δηλώνουμε ότι ο Δημοσθένης, για όφελος του οποίου καταθέτουμε μαρτυρία, και ο Μειδίας, που κατηγορείται από αυτόν, όταν ο πρώτος υπέβαλε αγωγή για δυσφήμιση εναντίον του δεύτερου, διάλεξαν για διαιτητή τους τον Στράτωνα· όταν έφθασε η ημέρα που όριζε ο νόμος, ο Μειδίας δεν παρουσιάσθηκε για τη διαιτησία, αλλά εγκατέλειψε την υπόθεση. Αφού καταδικάσθηκε ερήμην, γνωρίζουμε ότι, προσφέροντας πενήντα δραχμές, προσπάθησε να πείσει τον Στράτωνα, τον διαιτητή, και εμάς, οι οποίοι είμαστε το έτος εκείνο άρχοντες, να μεταβάλουμε την απόφαση της διαιτησίας και να τον αθωώσουμε. Επειδή αποκρούσαμε την προσφορά του, έφυγε εκστομίζοντας ακόμα και απειλές εναντίον μας. Γνωρίζουμε επίσης ότι γι᾽ αυτόν τον λόγο, εξαιτίας του Μειδία, ο Στράτων καταδικάσθηκε και στερήθηκε εντελώς άδικα τα πολιτικά του δικαιώματα.]

Ο Κάτω Κόσμος των αρχαίων Ελλήνων

Όταν τα πνεύματα κατεβαίνουν στον Τάρταρο, που η κύρια είσοδός του βρίσκεται σ’ ένα σύδεντρο από μαύρες λεύκες δίπλα στο ρέμα του Ωκεανού, οι ευσεβείς συγγενείς εφοδιάζουν το καθένα απ’ αυτά μ’ ένα νόμισμα τοποθετημένο κάτω από τη γλώσσα του πτώματός του. Έτσι τα πνεύματα είναι σε θέση να πληρώσουν τον Χάρωνα, αυτόν τον δυστυχή, που τα μεταφέρει με μια μισοσαπισμένη βάρκα και διασχίζουν τη Στύγα. Το μισητό αυτό ποτάμι ορίζει τον Τάρταρο από τη δυτική πλευρά[1], και έχει για παραποτάμους του τον Αχέρωντα, τον Φλεγέθοντα, τον Κωκυτό, την Αορνίδα και τη Λήθη. Τα πνεύματα που δεν έχουν νόμισμα, είναι υποχρεωμένα να περιμένουν για πάντα στην αποδώ όχθη, εκτός κι αν έχουν ξεφύγει από τον Ερμή, τον οδηγό τους, και κατηφορίζουν μπαίνοντας κρυφά από κάποιο παραπόρτι, όπως αυτά στο Ταίναρο[2] της Λακωνίας ή στο Άορνο της Θεσπρωτίας. Ένας σκύλος με τρία κεφάλια ή λένε μερικοί, με πενήντα κεφάλια, ονόματι Κέρβερος, φρουρεί την απέναντι όχθη της Στυγός, έτοιμος να κατασπαράξει τους ζωντανούς παρείσακτους ή τα πνεύματα που θα δοκίμαζαν να δραπετεύσουν.[3]
 
Το πρώτο τμήμα του Τάρταρου περιλαμβάνει τον άχαρο Ασφοδελό Λειμώνα, όπου οι ψυχές των ηρώων στέκουν χωρίς σκοπό ανάμεσα στη σύναξη των λιγότερο διακεκριμένων νεκρών που τερετίζουν σαν τις νυχτερίδες και όπου μόνο ο Ωρίων έχει ακόμη το κουράγιο να κυνηγάει τα φασματικά ελάφια.[4] Δεν υπάρχει ούτε ένας ανάμεσά τους που δεν θα προτιμούσε να είναι δούλος ακτήμονα χωριάτη παρά βασιλιάς στον Τάρταρο. Η μόνη τους ευχαρίστηση είναι οι σπονδές με αίμα που κάνουν γι’ αυτούς οι ζωντανοί: όταν το πίνουν, αισθάνονται και πάλι σχεδόν σαν άνθρωποι.  Πέρα απ’ αυτό το λιβάδι βρίσκεται το Έρεβος και το παλάτι του Άδη και της Περσεφόνης. Στα αριστερά του παλατιού καθώς το πλησιάζει κανείς, ένα άσπρο κυπαρίσσι σκιάζει την πηγή της Λήθης, όπου τα κοινά πνεύματα συνάζονται και σκύβουν για να πιουν. Οι μυημένες ψυχές αποφεύγουν αυτό το νερό και προτιμούν να πίνουν από την πηγή της Μνημοσύνης, που τη σκιάζει μια άσπρη λεύκα [;], πράγμα που τους πορίζει κάποιο πλεονέκτημα απέναντι στους όμοιούς τους.[5]
 
Λίγο πιο κει, τα νεοφερμένα πνεύματα κρίνονται καθημερινά από τον Μίνωα, τον Ραδάμανθυ και τον Αιακό σ’ ένα σημείο όπου συναντώνται τρεις δρόμοι. Ο Ραδάμανθυς δικάζει τους Ασιάτες και ο Αιακός δικάζει τους Ευρωπαίους· αλλά και οι δυο παραπέμπουν τις δύσκολες υποθέσεις στον Μίνωα. Καθώς αναγγέλλεται η κάθε ετυμηγορία, τα πνεύματα κατευθύνονται προς έναν από τους τρεις δρόμους: αν δεν είναι ούτοι ενάρετοι ούτε κακοί, παίρνουν το δρόμο που οδηγεί πίσω στον Ασφοδελό Λειμώνα· αν είναι κακοί, αυτόν που οδηγεί στο χώρο της τιμωρίας, τον Τάρταρο· αν είναι ενάρετοι, αυτόν που οδηγεί στα περιβόλια του Ηλυσίου.  
 
Το Ηλύσιο, όπου διαφεντεύει ο Κρόνος, βρίσκεται κοντά στην επικράτεια του Άδη, και η είσοδός του κοντά στην πηγή της Μνημοσύνης, αλλά δεν αποτελεί μέρος τους· είναι ένας ευτυχισμένος τόπος όπου είναι συνεχώς ημέρα, χωρίς κρύο ή χιόνι, όπου οι αγώνες, η μουσική και τα γλέντια δεν παύουν ποτέ, και οι κάτοικοι του μπορούν, όταν το θελήσουν ή το αποφασίσουν, να ξαναγεννηθούν επί της γης.
 
Εκεί κοντά βρίσκονται τα Νησιά των Μακάρων που προορίζονται για όσους έχουν γεννηθεί τρεις φορές και έχουν τρεις φορές φτάσει στο Ηλύσιο.[6] Μερικοί ωστόσο λένε ότι υπάρχει και άλλο νησί Μακάρων ονομαζόμενο Λευκή, στη Μαύρη Θάλασσα, απέναντι από τις εκβολές του Δούναβη, δασωμένο και γεμάτο ζώα, άγρια και ήμερα, όπου τα πνεύματα της Ελένης και του Αχιλλέα ξεφαντώνουν για τα καλά και απαγγέλουν στίχους του Ομήρου στους ήρωες που έχουν πάρει μέρος στα γεγονότα που ύμνησε εκείνος.[7]
 
Ο Άδης, που είναι παράφορος και ζηλότυπος για τα δικαιώματά του, σπάνια επισκέπτεται τον επάνω κόσμο, παρεκτός για δουλειές ή όταν τον κυριεύει αιφνίδια λαγνεία. Κάποτε έκανε τη Νύμφη Μίνθη να σαστίσει με την αίγλη του χρυσού άρματός του και των τεσσάρων μαύρων αλόγων του, και θα την είχε αποπλανήσει χωρίς καμιά δυσκολία, αν η βασίλισσα Περσεφόνη δεν εμφανιζόταν έγκαιρα και δεν μεταμόρφωνε τη Νύμφη σε ευωδιαστή μέντα.  Σε άλλη περίπτωση ο Άδης επιχείρησε να βιάσει τη Νύμφη Λευκή, που κι αυτή μεταμορφώθηκε κι έγινε η άσπρη λεύκα που στέκει δίπλα στην πηγή της Μνημοσύνης.[8] Με τη θέλησή του ο Άδης δεν επιτρέπει σε κανέναν από τους υπηκόους του να δραπετεύσει, και ελάχιστοι απ’ όσους επισκέπτονται τον Τάρταρο, επιστρέφουν ζωντανοί για να τον περιγράψουν, πράγμα που κάνει τον Άδη το μισητότερο από τους θεούς.
 
Ο Άδης ουδέποτε γνωρίζει τι συμβαίνει στον επάνω κόσμο ή στον Όλυμπο[9], παρεκτός από τίποτε αποσπασματικές πληροφορίες που φτάνουν σ’ αυτόν όταν οι θνητοί χτυπούν με τα χέρια τους το χώμα και τον επικαλούνται με όρκους και κατάρες. Το πολυτιμότερο αγαθό του είναι η περικεφαλαία που τον κάνει αόρατο και που του τη χάρισαν σε ένδειξη ευγνωμοσύνης οι Κύκλωπες, όταν ο Άδης συγκατατέθηκε να τους απελευθερώσει κατά διαταγή του Δία. Όλα τα πλούτη σε πετράδια και πολύτιμα μέταλλα που βρίσκονται κρυμμένα κάτω από τη Γη είναι δικά του, αλλά στον επάνω κόσμο ο Άδης δεν έχει περιουσία, εκτός από ορισμένους πένθιμους ναούς στην Ελλάδα, και πιθανώς ένα κοπάδι βόδια στη νήσο Ερύθεια, που ωστόσο μερικοί λένε ότι ανήκει στον Ήλιο.[10]
 
Η βασίλισσα Περσεφόνη ωστόσο μπορεί να είναι και συμπονετική και ελεήμων. Είναι πιστή στον Άδη, αλλά δεν έχει κάνει παιδιά μαζί του, και από τη συντροφιά του προτιμά της Εκάτης, θεάς των μαγισσών.[11] Ο ίδιος ο Ζευς τιμά τόσο πολύ την Εκάτη ώστε ουδέποτε της αρνιέται την αρχαία εξουσία που πάντοτε εκείνη διέθετε: να χαρίζει στους θνητούς ή να τους στερεί οποιοδήποτε επιθυμητό δώρο. Η Εκάτη έχει τρία κορμιά και τρία κεφάλια: λιονταριού, σκύλου και φοράδας.[12]
 
Η Τισιφόνη, η Αληκτώ και η Μέγαιρα, οι Ερινύες, ζουν στο Έρεβος και είναι πρεσβύτερες από τον Δία καθώς και από άλλους τους άλλους Ολυμπίους. Καθήκον τους είναι να ακούν τα παράπονα που διατυπώνουν οι θνητοί για ιταμότητα των νέων προς τους ηλικιωμένους, των παιδιών προς τους γονείς, των φιλοξενούντων προς τους φιλοξενούμενους, καθώς και των νοικοκυραίων ή των αρχών των πόλεων προς τους ικέτες – και να τιμωρούν αυτά τα εγκλήματα καταδιώκοντας τους ενόχους αδιάκοπα, χωρίς σταματημό και ανάπαυση από πόλη σε πόλη και από χώρα σε χώρα. Αυτές οι Ερινύες είναι γριές, με φίδια για μαλλιά, κεφάλι σκύλου, σώμα μαύρο σαν το κάρβουνο, φτερά νυχτερίδας και μάτια κατακόκκινα από το αίμα. Στα χέρια τους κρατούν μαστίγια από σφυρηλατημένο χαλκό, και τα θύματά τους πεθαίνουν με βασανιστήρια.[13] Δεν είναι καθόλου φρόνιμο να τις αναφέρει κανείς με το όνομά τους στην κουβέντα· γι’ αυτό συνήθως τις αποκαλούν Ευμενίδες, που σημαίνει «καλοσυνάτες», όπως ο Άδης αποκαλείται Πλούτων ή Πλούτος.
 
Οι μυθογράφοι κατέβαλαν τολμηρή προσπάθεια για να συμφιλιώσουν τις αλληλοσυγκρουόμενες απόψεις που πρέσβευαν για τον Κάτω Κόσμο οι πρωτόγονοι κάτοικοι της Ελλάδας. Μια άποψη ήταν ότι τα πνεύματα ζούσαν στους τάφους τους ή σε υπόγεια σπήλαια ή σε χάσματα, όπου μπορούσαν να παίρνουν τη μορφή φιδιών, ποντικιών ή νυχτερίδων, αλλά ουδέποτε να μετενσαρκώνονται σε ανθρώπινα πλάσματα. Άλλη άποψη ήταν ότι οι ψυχές των ιερών βασιλιάδων ορατές στα ταφικά νησιά όπου είχαν ενταφιαστεί τα σώματά τους. Τρίτη άποψη ήταν ότι τα πνεύματα μπορούσαν να ξαναγίνουν άνθρωποι εισχωρώντας μέσα σε όσπρια, ξηρούς καρπούς ή ψάρια, που θα τα έτρωγαν οι μελλοντικές μητέρες τους. Τέταρτη άποψη ήταν ότι οι ψυχές πήγαιναν στο Μακρινό Βορρά, όπου ο ήλιος δεν λάμπει ποτέ, και επέστρεφαν – αν επέστρεφαν - μόνο σαν γονιμοποιοί άνεμοι.  Πέμπτη άποψη ήταν ότι πήγαιναν στη Μακρινή Δύση όπου ο ήλιος δύει στον ωκεανό, και σ’ έναν κόσμο πνευμάτων που μοιάζει πολύ με τον κανονικό. Έκτη άποψη ήταν ότι η ψυχή λάβαινε τιμωρία ανάλογη με τη ζωή που είχε ζήσει. Σε όλα αυτά οι ορφικοί πρόσθεσαν τελικά τη θεωρία της μετεμψύχωσης, διαδικασίας που μπορούσε ωε ένα βαθμό να ελεγχθεί με τη χρήση μαγικών τύπων.
 
 Η Περσεφόνη και η Εκάβη κατείχαν τη θέση της προελληνικής ελπίδας της παλιγγενεσίας· αλλά ο Άδης ήταν ελληνική έννοια για το αναπόδραστο του θανάτου. Ο Κρόνος, παρά το αιματηρό μητρώο του, εξακολούθησε να χαίρεται τις απολαύσεις του Ηλισίου, δεδομένου ότι αυτό υπήρξε πάντοτε το ιερό βασιλιάδων, και ο Μενέλαος (Οδύσσεια δ 561) είχε υπεσχημένη την ίδια απόλαυση, όχι επειδή υπήρξε ιδιαίτερα ενάρετος ή θαρραλέος, αλλά επειδή είχε παντρευτεί την Ελένη, την ιέρεια της σπαρτιατικής Σελήνης – θεάς. Το ομηρικό επίθετο ασφοδελός που συνοδεύει μόνο τους λειμώνες («λιβάδια»), σημαίνει πιθανώς «στην κοιλάδα αυτού που δεν έχει καταντήσει στάχτη» (από το α στερητικό, σπονδός, «στάχτη» και έλος, «κοιλάδα»), δηλαδή το πνεύμα του ήρωα αφού το σώμα του είχε καεί και με εξαίρεση τη βελανιδοφάγα Αρκαδία, οι ρίζες και οι σπόροι του ασφοδελού που προσφέρονταν σ’ αυτά τα πνεύματα, αποτελούσαν τη βασική διατροφή των Ελλήνων πριν από την εισαγωγή των σιτηρών. Ηλύσιο φαίνεται να σημαίνει «μηλότοπος» - alisier είναι προγαλατική λέξη για το αγριόμηλο.
 
Ο Κέρβερος ήταν το ελληνικό αντίστοιχο του Άνουβη, του κυνοκέφαλου γιου της λιβυκής θεάς του θανάτου Νέφθυος, ο οποίος οδηγούσε τις ψυχές στον κάτω κόσμο. Στην ευρωπαϊκή λαογραφία, που έχει εν μέρει λιβυκή καταγωγή, τις ψυχές των κολασμένων τους κυνηγούσε ως τη βόρεια κόλαση ένα κοπάδι σκυλιά μύθος που προήλθε από θορυβώδη καλοκαιριάτικη μετανάστευση που πραγματοποιούν οι αγριόχηνες για τους τόπους όπου γεννούν, στον αρκτικό κύκλο. Ο Κέρβερος είχε αρχικά πενήντα κεφάλια· αλλά κατόπιν είχε τρία κεφάλια, όπως και η κυρά του η Εκάτη.
 
Η Στυξ («μισητή») μικρό ρέμα στην Αρκαδία, που τα νερά του υποτίθεται ότι ήταν θανατηφόρο δηλητήριο, τοποθετήθηκε στον Τάρταρο μόνο από τους μεταγενέστερους μυθογράφους. Αχέρων («ρέμα της θλίψης») και Κωκυτός («θρήνος») είναι φανταστικά ονόματα που περιγράφουν τη δυστυχία του θανάτου. Λήθη σημαίνει «λησμονιά»· και Έρεβος σημαίνει «σκεπασμένος». Ο Φλεγέθων («αυτός που καίει») αναφέρεται στη συνήθεια καύσης των νεκρών, αλλά ίσως και στη θεωρία ότι οι αμαρτωλοί καίγονται σε ρυάκια από λάβα. Ο Τάρταρος φαίνεται να είναι αναδιπλασιασμός της προελληνικής λέξης ταρ, που συναντιέται σε τοπωνύμια που βρίσκονται προς τη Δύση.
 
Οι μαύρες λεύκες ήταν αφιερωμένες στη θεά του θανάτου· και η λευκή λεύκα είτε στην Περσεφόνη ως θεά της παλιγγενεσίας είτε στον Ηρακλή επειδή λεηλάτησε την κόλαση.
 
          Ο Άδης είχε ναό στους πρόποδες του όρους Μίνθη στην Ήλιδα, και ο από μέρος του βιασμός της Νύμφης Μίνθης («μέντας») συνάγεται πιθανός από το γεγονός ότι στις νεκρικές τελετές χρησιμοποιούσαν μέντα, μαζί με δεντρολίβανο και μύρτο, για να καταπολεμήσουν τη μυρωδιά της αποσύνθεσης.
 
Η αφήγηση του Ησιόδου γι’ αυτόν δείχνει ότι η Εκάβη υπήρξε η αρχική Τριπλή Θεά, υπέρτατη στον ουρανό, στη γη και στον Τάρταρο· αλλά οι Έλληνες έδωσαν έμφαση στις καταστρεπτικές τους δυνάμεις σε βάρος των δημιουργικών, ώσπου τελικά επικλήσεις στην Εκάτη γινόταν μόνο κατά τις μυστικές τελετές μαύρης μαγείας, ιδίως σε σημεία όπου συναντιούνταν τρεις δρόμοι. Το ότι ο Δίας δεν της στέρησε την αρχαία εξουσία της  να χορηγεί στον κάθε θνητό την επιθυμία της καρδιάς του, αποτελεί παραχώρηση στις μάγισσες της Θεσσαλίας, που όλοι τις έτρεμαν. Τα κεφάλια της Εκάτης, λιονταριού, σκύλου και αλόγου, αναφέρονται προφανώς στο αρχαίο τριμερές έτος, και ο σκύλος  είναι ο Σκύλος – αστέρας Σείριος· το ίδιο ισχύει και για τα κεφάλια του Κέρβερου.
 
Οι συντρόφισσες της Εκάτης, οι Ερινύες, ήταν προσωποποιημένες τύψεις της συνείδησης για την καταπάτηση κάποιου ταμπού: αρχικά μόνο του ταμπού της προσβολής της ανυπακοής ή της βίας σε βάρος της μητέρας. Οι ικέτες και οι φιλοξενούμενοι υπάγονταν στην προστασία της Εστίας, και η κακομεταχείριση τους ισοδυναμούσε με ανυπακοή σ’ αυτήν και με προσβολή της.
 
Η Λευκή, το μεγαλύτερο νησί της Μαύρης Θάλασσας, αλλά πολύ μικρό καθαυτό, είναι σήμερα άδεντρο ρουμανικό κάτεργο.
---------------------
[1] Παυσανίας Ι 28, 1.
[2] Απολλόδωρος Β 5, 12· Στράβων Η 5, 1.
[3] Όμηρος Ιλιάς 1 368· Ησίοδος Θεογονία 311·
[4] Όμηρος Οδήσεια λ 539· λ 572-5· λ 487-91.
[5] Ορφική Πινακίδα της Πετηλίας.
[6] Πλάτων Γοργίας 168· Πίνδαρος Ολυμπιονίκαι Β 68-80· Ησίοδος Έργα και Ημέραι 167 κεξ.
[7] Παυσανίας Γ 19, 11· Φιλόστρατος Ηρωικός Ι 32-40.
[8] Στράβων Η 3, 14· Σέρβιος στις Εκλογές του Βιργιλίου VII 61.
[9] Όμηρος Ιλιάς Ι 158-9· Υ 61.
[10] Όμηρος Ιλιάς Ι 567 κεξ.· Απολλόδωρος Β 5, 10.
[11] Απολλώνιος Ρόδιος Ι 5, 29· Οβίδιος Μεταμορφώσεις XIV 405.
[12] Ησίοδος Θεογονία 411-52.
[13] Απολλόδωρος Α 1,4· Όμηρος Ιλιάς Ι 453-7· Ο 204· Τα 259· Οδύσσεια β 135· και π 475· Αισχύλος Ευμενίδες 835 και Χοηφόροι 290· Ευριπίδης Ορέστης 317 κεξ.· Ορφικός Ύμνος 68, 5.

ΤΙΠΟΤΑ ΔΕΝ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΚΑΤΑΣΤΡΕΨΕΙ ΤΗΝ ΑΓΑΠΗ

Να είσαι πνευματικά ευέλικτος. Η δύναμη δεν βρίσκεται στο να είναι κανείς άκαμπτος και σταθερός, αλλά στο να είναι ευλύγιστος. Το ευλύγιστο δέντρο αντέχει στη θύελλα. Μάζεψε όλη τη δύναμη που δίνει ένας γρήγορος νους. Η ζωή είναι παράξενη· συμβαίνουν τόσα πράγματα εκεί που δεν τα περιμένει κανείς, ώστε απλώς με το ν’ αντιστέκεται σ’ αυτά δεν πρόκειται να λύσεις κανένα πρόβλημα. Χρειάζεται να έχει κανείς τεράστια ευλυγισία και σταθερή καρδιά.

Η ζωή είναι σαν μια κόψη ξυραφιού και πρέπει να περπατήσει κανείς πάνω σ’ αυτό το μονοπάτι με εξαιρετική προσοχή και ευέλικτη σοφία.

Η ζωή είναι πολύ πλούσια, έχει τόσους πολλούς θησαυρούς κι εμείς την πλησιάζουμε με άδειες καρδιές· δεν ξέρουμε πώς να γεμίσουμε τις καρδιές μας με την αφθονία της ζωής. Ενώ είμαστε φτωχοί μέσα μας, όταν μας προσφέρονται τα πλούτη της τ’ αρνιόμαστε. Πάμε στο πηγάδι για νερό κρατώντας δαχτυλήθρα κι έτσι η ζωή καταντάει μια κακόγουστη υπόθεση, ασήμαντη και μικρή.

Η αγάπη είναι επικίνδυνο πράγμα· φέρνει τη μόνη επανάσταση που δίνει απόλυτη ευτυχία. Είναι τόσο λίγοι εκείνοι από μας που μπορούν ν’ αγαπούν· τόσο λίγοι εκείνοι που θέλουν ν’ αγαπούν. Αγαπάμε βάζοντας όρους, κάνοντας την αγάπη ένα εμπορεύσιμο πράγμα. Έχουμε νοοτροπία παζαριού, αλλά η αγάπη δεν είναι εμπορεύσιμη, δεν είναι ένα απλό «πάρε-δώσε». Είναι μια κατάσταση ύπαρξης όπου όλα τα ανθρώπινα προβλήματα είναι λυμένα.

Τι υπέροχο μέρος που θα μπορούσε να είναι η γη με τόση πολλή ομορφιά που υπάρχει, τόσο μεγαλείο, τόση άφθαρτη ομορφιά! Είμαστε παγιδευμένοι στον πόνο και δεν νοιαζόμαστε να ξεφύγουμε απ’ αυτόν ακόμα κι όταν κάποιος μας δείχνει το δρόμο.

Δεν ξέρω, αλλά νιώθει κανείς να φλέγεται από αγάπη· υπάρχει μια άσβηστη φλόγα· νιώθει ότι έχει τόση πολλή απ’ αυτήν μέσα του, που θέλει να τη δώσει σε όλους· και το κάνει. Είναι σαν ένα ποτάμι που κυλάει με ορμή, που ποτίζει και δίνει ζωή σε κάθε πόλη και χωριό· μολύνεται από τις ανθρώπινες βρωμιές που πέφτουν σ’ αυτό, αλλά σύντομα τα νερά καθαρίζονται από μόνα τους και συνεχίζουν να τρέχουν. Τίποτα δεν μπορεί να καταστρέψει την αγάπη γιατί διαλύονται μέσα σ’ αυτήν τα πάντα: το καλό και το κακό· το άσχημο και το όμορφο. Είναι το μοναδικό πράγμα που είναι αυτό το ίδιο αιωνιότητα.

Τα καλύτερά μας χρόνια είναι αυτά που απολαμβάνουμε

Ποια χρόνια σου έχουν μάθει ότι είναι τα καλύτερα; Εκείνα που ήσουν μικρό παιδί κι επομένως ανυποψίαστος για το τι είναι ζωή; Εκείνα τα χρόνια της νιότης που είχαν την αισιοδοξία για την πορεία της  ή εκείνα που ηλικιωμένος πια θα μπορούσες να απολαύσεις τις προσπάθειες που κατέβαλες μια ζωή; Πίσω από ποια φωτογραφία γράφονταν όντως αυτό που σήμερα ψάχνεις σ’ ένα κενό ταβάνι ή ένα άδειο τραπέζι; Πίσω από ποια μάτια συνδέθηκες με συναισθήματα και στιγμές που τώρα ονομάζεις ευτυχισμένες κι έτσι πεισματικά αρνείσαι να τις εμπλουτίσεις με καινούργιες και κυρίως διαφορετικές;

Τι έχουν τέλος πάντως κάποιες στιγμές ή κάποιοι άνθρωποι και καταφέρνουν να μας ταξιδεύουν χωρίς να έχουν κλείσει καν το εισιτήριο; Πώς γίνεται να μένουν στη μνήμη μας αλλά κυρίως στην καρδιά μας και να αποκτούν τόση δύναμη και σιγουριά για τη θέση τους ώστε τίποτα να μην μπορεί να τους ταράξει;

Τόσα ερωτήματα κι άλλα τόσα ερωτηματικά μπορεί να γεμίσουν όχι μόνο το κεφάλι σου αλλά και τόνους από χαρτιά για να βρεθεί επιτέλους κάποια ικανοποιητική ερμηνεία που να απαντά σε όλα αυτά που ψάχνεις κι αποδίδεις σε άλλους έξω από σένα.

Έτσι τα έχεις στο μυαλό σου, ότι όλα είναι έξω από σένα που επηρεάζουν όμως στην τελική εσένα. Δεν μπορείς να ευτυχήσεις μια ζωή που είναι σε κρίση αλλά κυρίως διαποτίζεται απ’ την κρίση. Δεν μπορείς να απολαύσεις τις στιγμές σου γιατί τα προβλήματα είναι μεγαλύτερα από τα θέλω σου. Δεν μπορείς γενικά να κάνεις και πολλά σ’ ένα κόσμο δοσμένο και δομημένο έτσι που το μόνο που κάνει είναι να σε βάζει σε νέες περιπέτειες.

Όχι, δεν εξαρτώνται οι στιγμές σου από σένα, αυτό δε θέλεις να ακούσεις; Όχι, δεν μπορείς να αλλάξεις μια ζωή που μόνο ζωή δεν τη λες, αυτό δεν είναι αναμενόμενο να ακούσεις; Όχι, δεν μπορείς να απολαύσεις και πολλά τώρα με όλα αυτά που έχεις στο μυαλό σου, έτσι δεν είναι;

Αν έφυγαν άνθρωποι και πήραν μαζί τους χαμόγελα και δυνατές στιγμές, τότε ψάχνεις κι εσύ να βρεις τον εαυτό σου μέσα στις αποσκευές αυτές. Όλο και κάποιο σημάδι ευτυχίας θα ξέμεινε και για σένα στην τσάντα τους, θα φαντάζεσαι. Μόνο όμως που δεν ξέρεις πάντα προς τα πού ταξιδεύει αυτή η βαλίτσα και κυρίως αν σε θέλει μαζί της.

Αν όλα αυτά τα χρόνια έμοιαζαν να έμειναν γυμνά κι άχαρα, μάθε πως η ντουλάπα έχει ακόμη ρούχα αφόρετα. Ρούχα δικά σου που θέλουν να πάρουν το σχήμα και τη μορφή του κορμιού σου και να ζήσουν το νέο που φοβόσουν ή απαρνιόσουν μέχρι τώρα.

Όχι, τα καλύτερά μας χρόνια δεν είναι αυτά που σου έχουν πει ή θα σου πουν ότι είναι. Τα καλύτερά μας χρόνια, αν μπορούσαν να περιγραφούν με λέξεις, θα επέλεγαν να μην περιγραφούν καθόλου, γιατί έμαθαν πως μία εικόνα είναι κάτι παραπάνω από χίλιες λέξεις και κυρίως κάτι παραπάνω από εκατοντάδες συναισθήματα.

Τα καλύτερά μας χρόνια δεν είναι καλύτερα μόνο για τους ανθρώπους που τυχαία ή όχι βρέθηκαν στη ζωή μας κι εμπλούτισαν τις στιγμές μας. Οι στιγμές που φτάνουμε να λέμε σήμερα δικές μας και να νοσταλγούμε όσο τίποτα για την ευτυχία και την αισιοδοξία τους ξεχνάμε ότι πρώτα και πριν από όλα είχαν μέσα τους εμάς.

Τα καλύτερά μας χρόνια, λοιπόν, είναι αυτά που τα απολαμβάνουμε γιατί μάθαμε να απολαμβάνουμε τις στιγμές με τον εαυτό μας, μάθαμε να τον αγαπάμε λίγο περισσότερο από πριν, μάθαμε να τον πηγαίνουμε εκεί όπου γεμίζει η ψυχή μας, μάθαμε να του αγοράζουμε ένα όμορφο λουλούδι και γιατί μάθαμε να τον ακούμε τελικά.

Τα καλύτερά μας χρόνια είναι αυτά που ξέρουν να εστιάζουν στον ενεστώτα και να μην αφήνουν απ’ το χέρι την καλύτερή μας φίλη που λέγεται Ζωή.

Όλο λέμε θα ξεχάσουμε κι όλο στα ίδια καταλήγουμε

Χωρίζεις. Από έναν φίλο, από έναν έρωτα, από κάτι, βρε αδερφέ, που να σου στοιχίσει ένα κλάμα, μια απώλεια. Παθαίνεις μια φρίκη, ένα -ας πούμε- χτύπημα κάτω απ’ τη μέση.

Γι’ αρχή, επιστρατεύεσαι κάθε πιθανό μέσο, που συμπεριλαμβάνει σβήσιμο μηνυμάτων, συνομιλιών, επαφών σε κάθε social media και φυσικά μετά, πανηγύρι σε στιλ μνημόσυνου με τους κολλητούς, γιατί ποιος την παλεύει μόνος;

Κατά τη διάρκεια του πανηγυριού όλα καλά και σχεδόν το νιώθεις πως αλλάζεις δέρμα κι ύστερα ακολουθούν με απόλυτη ακρίβεια βαρύγδουπες δηλώσεις που εννοείται θα μετανιώσεις αύριο. Άντε, μεθαύριο.

Και το αύριο έρχεται και φυσικότατα απελπίζεσαι, αλλά ευτυχώς που έχεις κρατημένα κάτι παλαιολιθικά screenshots κι έτσι, μπορείς ακόμα να μελαγχολείς και να εξοργίζεσαι.

Το μετανιώνεις, σιχτιρίζεις, καταριέσαι αλλά δεν πειράζει. Διότι την ίδια ακριβώς διαδικασία τηρούμε όλοι. Κι αυτή έχει ως εξής· άρνηση, ψευτοαποδοχή και πάλι άρνηση. Κι αυτή διατηρείται μέχρι να έρθει αυτό το κάποιο, αόριστο πλήρωμα του χρόνου και να αφομοιωθεί στο προσωπικό σου, ένα χωνευτήρι.

Και πλέον, φίλε μου, καλέ μου φίλε ήρθε η ώρα να αποδεχτούμε πως ουδέποτε θ’ αλλάξει το ελάττωμα. Όλο λέμε θα ξεχάσουμε κι όλο καταλήγουμε στα ίδια. Και ρωτάς εσύ, «Γιατί;» κι απαντάς ο ίδιος πως, «Γιατί έτσι». Και για να λέμε και του στραβού το δίκιο, αυτή είναι κι η ειλικρινέστερη απάντηση που θα μπορούσες, πιθανόν, να δώσεις.

Και τώρα, τα περί της φύσης σου, τα ξέρεις -κακή, ψυχρή κι ανάποδη- κι έτσι, ας πούμε, πως κάπως δικαιολογείται η μαζοχιστική αυτή σου τάση και μπαλώνεται, κουτσά-στραβά το πράγμα.

Αλλά κοίτα· έρχεται κάποτε η στιγμή που βαριέσαι ν’ ανακυκλώνεις την ίδια τη σαβούρα, η οποία -παρεμπιπτόντως- κολυμπά στην αποχέτευση κι αποφασίζεις να προχωρήσεις. Κι αυτό διότι, πλέον, καταλήγεις να είσαι εσύ η ίδια η σαβούρα, αφού ασχολείσαι με αυτήν.

Καταλήγεις στα ίδια, γιατί σαφέστατα και δε θες να ξεχάσεις κι ποιος ξέρει τι διαολεμένο σύμπλεγμα έχεις με τη φάση όλη και τώρα φυσικά θα διαφωνήσεις και θα πεις κλισέ τύπου «Μα εγώ προσπάθησα» ή «Εγώ δε φταίω» κι άλλα τέτοια ίδιου στιλ, που σαφέστατα και ξέρεις πως είναι ένα μάτσο ανοησίες.

Αηδίες που προσπάθησες. Φίλε μου, άνθρωπος που αποφασίζει τερματικά να τραβήξει Χ, το έχει κάνει ήδη απ’ τη στιγμή της πρώτης σκέψης με εντυπωσιακή, θα έλεγες, ευκολία.

Αλλά εντάξει· χρειάζεσαι το χρόνο σου και ποιος δεν μπορεί να σε καταλάβει; Το κακό, βέβαια, με το χρόνο είναι ότι μονίμως κι ευκόλως επεκτείνεται και μεταξύ της επεκτάσεως αυτής, το ίδιο ευκόλως χάνεις κι εσύ τα όριά σου.

Και παρότι, αυτή η επέκταση προς το παρόν μπορεί να σου φαίνεται εντάξει και ναι μεν πονάς, άλλα ο πόνος είναι γλυκός και δεν τρέχει και τίποτα, θα έρθει, καλέ μου, κι η στιγμή που θα βαρεθείς κι αυτό κι οτιδήποτε σχετικό του.

Θα βαρεθείς ν’ ανακυκλώνεις τα ίδια και τα ίδια κι άσε που δε θα υπάρχει τίποτα άλλο πια να ανακυκλώσεις κι εν τέλει, θα τα πιάσεις να τα πετάξεις μόνος σου.

Γιατί πώς να το κάνουμε· η εμμονή κουράζει -κι εσένα, ώρα σου να προχωρήσεις παρακάτω.

Αν περιμένεις μέχρι να γίνεις τέλειος για να αγαπήσεις τον εαυτό σου, η ζωή σου θα πάει χαμένη

Αν περιμένεις μέχρι να γίνεις τέλειος για να αγαπήσεις τον εαυτό σου, η ζωή σου θα πάει χαμένη. Είσαι ήδη τέλειος εδώ και τώρα. Δεν είσαι ούτε πάρα πολύς, ούτε πολύ λίγος. Δε χρειάζεται να αποδείξεις σε οποιονδήποτε ή σε οτιδήποτε ποιος είσαι. Γνωρίζεις πια ότι είσαι μια τέλεια έκφραση της ενότητας της ζωής. Στην απεραντοσύνη της ζωής είχες πολλές ταυτότητες και κάθε μία ήταν μια τέλεια έκφραση της συγκεκριμένης στιγμής της ζωής σου.

Είσαι ευχαριστημένος με αυτό που είσαι αυτή τη στιγμή. Δεν λαχταράς να είσαι σαν κάποιον άλλο, γιατί αυτό δεν είναι η έκφραση που διάλεξες αυτή τη στιγμή. Την επόμενη φορά θα είσαι διαφορετικός. Είσαι τέλειος όπως είσαι, εδώ και τώρα. Είσαι ικανός. Είσαι ένα με τη ζωή.

Δεν είναι ανάγκη να πασχίζεις για να γίνεις καλύτερος. Το μόνο που χρειάζεται να κάνεις είναι να αγαπάς τον εαυτό σου σήμερα περισσότερο από χτες και να συμπεριφέρεσαι στον εαυτό σου όπως σε κάποιον πολύ αγαπημένο. Καθώς θα αγαπάς και θα φροντίζεις στοργικά τον εαυτό σου, θα αισθάνεσαι τόση χαρά και ομορφιά που τώρα δεν μπορείς ούτε καν να φανταστείς. Η αγάπη είναι η τροφή που χρειάζονται οι άνθρωποι για να πραγματώσουν το μεγαλείο τους.

Όσο μαθαίνεις να αγαπάς περισσότερο τον εαυτό σου, τόσο μαθαίνεις και να αγαπάς τον καθένα περισσότερο. Όλοι μαζί τρέφουμε με αγάπη έναν κόσμο που θα γίνει όμορφος όσο ποτέ. Είμαστε όλοι υγιείς και ο πλανήτης επίσης είναι υγιής. Με χαρά αναγνώρισε την τελειότητά σου και την τελειότητα της ζωής.

Από την εγωκεντρική δραστηριότητα στην αγάπη

Νομίζω ότι οι περισσότεροι από εμάς έχουμε αντιληφθεί ότι μας έχουν προσφέρει κάθε είδους πίστη, κάθε είδους κίνητρο για να μας πείσουν, να μας καταφέρουν να αντισταθούμε στις εγωκεντρικές μας δραστηριότητες. Οι θρησκείες, με υποσχέσεις, με το φόβο της κόλασης και με κάθε μορφή καταδίκης, έχουν προσπαθήσει με διάφορους τρόπους να αποτρέψουν τον άνθρωπο από αυτή τη διαρκή δράση που πηγάζει από το κέντρο του «εγώ».

Επειδή οι θρησκείες απέτυχαν, ανέλαβαν την προσπάθεια οι πολιτικές οργανώσεις. Κι εδώ πάλι προσπάθεια να μας πείσουν, κι εδώ επίσης προσφορά μιας τελικής ουτοπικής ελπίδας. Κάθε μορφή νουθεσίας, από την πιο περιορισμένη ως την ακραία, που περιλαμβάνει και τα στρατόπεδα συγκέντρωσης, έχει χρησιμοποιηθεί και επιβληθεί με τη βία εναντίον κάθε είδους αντίστασης.

Και, παρ΄ όλα αυτά, συνεχίζουμε την εγωκεντρική μας δραστηριότητα, που μοιάζει να είναι το μόνο είδος δράσης που ξέρουμε. Αν σκεφτόμαστε κάπως πάνω σε αυτό, προσπαθούμε να το τροποποιήσουμε. Αν έχουμε επίγνωσή του, προσπαθούμε να αλλάξουμε την πορεία του. Αλλά ουσιαστικά, βαθιά, δεν υπάρχει μεταμόρφωση, δεν υπάρχει οριστική παύση αυτής της δραστηριότητας.

Όσοι σκέφτονται σοβαρά, έχουν επίγνωση του πράγματος και έχουν επίσης επίγνωση ότι μόνο όταν σταματήσει αυτή η δραστηριότητα του κέντρου του «εγώ», μπορεί να υπάρξει ευτυχία. Οι περισσότεροι από εμάς το παίρνουν ως δεδομένο ότι η εγωκεντρική δραστηριότητα είναι κάτι το φυσικό και ότι η δράση που πηγάζει από αυτήν, που είναι αναπόφευκτη, μπορεί μόνο να τροποποιηθεί, να διαμορφωθεί και να ελεγχθεί.

Τώρα: εκείνοι που είναι κάπως πιο σοβαροί, πιο έντιμοι – δεν λέω πιο συνεπείς γιατί η συνέπεια είναι δρόμος της αυταπάτης – πρέπει να ανακαλύψουν αν μπορεί κανείς, έχοντας επίγνωση όλης αυτής της εκπληκτικής διαδικασίας της εγωκεντρικής δραστηριότητας, να την ξεπεράσει. Για να κατανοήσει κανείς τι είναι αυτή η εγωκεντρική δραστηριότητα, πρέπει προφανώς να την εξετάσει, να την κοιτάξει από κοντά και να έχει επίγνωση όλης της διαδικασίας της. Αν μπορεί να έχει κανείς επίγνωσή της, τότε υπάρχει η δυνατότητα να τη διαλύσει.

Αλλά για να έχεις επίγνωση, χρειάζεται κάποια κατανόηση, κάποια ενδόμυχη τάση να βλέπεις τα πράγματα έτσι όπως είναι και όχι να τα ερμηνεύεις, να τα τροποποιείς ή να τα καταδικάζεις. Πρέπει να έχουμε επίγνωση του τι κάνουμε, όλης της δραστηριότητας που πηγάζει από αυτή την εγωκεντρική κατάσταση. Να μας είναι συνειδητή.

Μια από τις κυριότερες δυσκολίες μας είναι ότι τη στιγμή που έχουμε συνείδηση αυτής της δραστηριότητας, θέλουμε να τη διαμορφώσουμε, θέλουμε να την ελέγξουμε, θέλουμε να την καταδικάσουμε ή να την τροποποιήσουμε, έτσι ώστε σπάνια είμαστε ικανοί να την κοιτάξουμε απευθείας.

Συνειδητοποιούμε ότι οι εγωκεντρικές δραστηριότητες είναι βλαβερές, είναι καταστρεπτικές και ότι κάθε μορφή ταύτισης – όπως με μια χώρα, με κάποια ειδική οργάνωση ή ομάδα, με κάποια ιδιαίτερη επιθυμία, με την επιδίωξη ενός αποτελέσματος εδώ ή σε μία άλλη ζωή, με τη λατρεία κάποιας ιδέας, με την αναζήτηση ενός προτύπου, με το κυνήγι της αρετής κλπ. – κάθε μορφή ταύτισης είναι στην ουσία δραστηριότητα ενός εγωκεντρικού ανθρώπου.

Όλες μας οι σχέσεις, με τη φύση, με τους ανθρώπους, με τις ιδέες, είναι αποτέλεσμα αυτής της δραστηριότητας. Ξέροντας κανείς όλα αυτά, τι έχει να κάνει; Όλη αυτή η δραστηριότητα πρέπει να σταματήσει αυθόρμητα και όχι με την επιβολή, την επιρροή, την καθοδήγηση. Συνείδηση της δραστηριότητας του «εγώ» έχω μόνο όταν εναντιώνομαι, όταν η συνείδηση παραμερίζεται, καθώς το «εγώ» θέλει να πετύχει κάποιο αποτέλεσμα, έτσι δεν είναι;

Ή, πάλι, έχω συνείδηση αυτού του κέντρου όταν κάποια ευχαρίστηση που νιώθω σταματήσει και θέλω να έχω περισσότερη, οπότε υπάρχει αντίσταση και επικέντρωση του νου προς έναν ιδιαίτερο στόχο, που θα μου προσφέρει απόλαυση, ικανοποίηση. Έχω επίγνωση του εαυτού μου και των δραστηριοτήτων μου όταν επιδιώκω συνειδητά να είμαι ηθικός. Και, σίγουρα, εκείνος που επιδιώκει συνειδητά να είναι ηθικός, είναι ανήθικος. Δεν μπορείς να επιδιώξεις να έχεις ταπεινοφροσύνη και αυτό είναι η ομορφιά της.

Η αγάπη δεν ανήκει στο χρόνο. Δεν μπορείς να φτάσεις σ΄ αυτήν με οποιαδήποτε συνειδητή προσπάθεια, με οποιαδήποτε πειθαρχία, με καμία ταύτιση, γιατί όλα αυτά ανήκουν στη διαδικασία του χρόνου. Ο νους, ξέροντας μόνο τη διαδικασία του χρόνου, δεν μπορεί να αναγνωρίσει την αγάπη. Η αγάπη είναι το μόνο πράγμα που είναι αιώνια νέο. Από τη στιγμή που οι περισσότεροι από εμάς έχουμε καλλιεργήσει το νου, που είναι αποτέλεσμα του χρόνου, δεν ξέρουμε τι είναι η αγάπη. Μιλάμε για την αγάπη, λέμε ότι αγαπάμε κάποιους ανθρώπους, ότι αγαπάμε τα παιδιά μας, τη γυναίκα μας, το γείτονά μας, ότι αγαπάμε τη φύση, αλλά από τη στιγμή που έχουμε συνείδηση ότι αγαπάμε, έχει γεννηθεί η εγωκεντρική δραστηριότητα, οπότε παύει η αγάπη.

Βλέποντας όλη αυτή την εικόνα, έχοντας επίγνωση όλης της διαδικασίας του χρόνου, με τη μορφή της συνείδησης, χωρίς καμιά επιλογή, χωρίς καμιά καθορισμένη, σκόπιμη πρόθεση, χωρίς την επιθυμία για κανένα αποτέλεσμα, θα δείτε ότι αυτή η διαδικασία του χρόνου σταματάει από μόνη της χωρίς να το επιβάλετε, χωρίς να είναι αποτέλεσμα επιθυμίας. Μόνο όταν σταματήσει αυτή η διαδικασία, υπάρχει αγάπη, που είναι αιώνια νέα.

Δεν χρειάζεται να αναζητήσουμε την αλήθεια. Η αλήθεια δεν βρίσκεται κάπου μακριά. Είναι η αλήθεια για το νου, η αλήθεια για τη δράση του από στιγμή σε στιγμή. Αν έχουμε επίγνωση αυτής της – από στιγμή σε στιγμή – αλήθειας, όλης αυτής της διαδικασίας του χρόνου, τότε αυτή η επίγνωση ελευθερώνει τη συνείδηση, ελευθερώνει εκείνη την ενέργεια που είναι νοημοσύνη, αγάπη.

Όσο ο νους χρησιμοποιεί τη συνείδηση ως μία εγωκεντρική δραστηριότητα, γεννιέται ο χρόνος με όλες τις δυστυχίες του, με όλες τις συγκρούσεις του, με όλες τις πανουργίες του, τις σκόπιμες αυταπάτες του. Και μόνο όταν ο νους, κατανοώντας όλη αυτή τη διαδικασία, τη σταματήσει, μπορεί να υπάρξει αυτή η ενέργεια, που είναι αγάπη

Σωκράτης, αυτός ο άγνωστος

Πολλοί συγκρίνουν τον Σωκράτη με τον Ιησού, αδίκως. Και οι δύο ήταν ταπεινής καταγωγής (γιος λιθοξόου και μαμής ο ένας, γιος ξυλουργού ο άλλος), και οι δύο ζούσαν και δίδασκαν μέσα στον κόσμο, και οι δύο είχαν μαθητές περίπου συνομηλίκους τους, και οι δύο θανατώθηκαν, θύματα δικών σκοπιμότητας. Και το κυριότερο: και οι δύο δεν γράψανε ούτε μία γραμμή. Αυτό το τελευταίο επέτρεψε στον Πλάτωνα και τον Ξενοφώντα (αναφορικά με τον Σωκράτη) και στον Παύλο, (αναφορικά με τον Ιησού) να εμφανίσουν το περιεχόμενο της διδασκαλίας τους όπως αυτοί θέλανε.

Για τη ζωή του Σωκράτη όσα ξέρουμε προέρχονται κατά κύριο λόγο από τον Διογένη τον Λαέρτιο (Βίοι Φιλοσόφων) και τον Πορφύριο (Φιλοσόφου Βίος) και δευτερευόντως από τον Ξενοφώντα και τους πλατωνικούς διαλόγους.

Ο Σωκράτης ήταν Αθηναίος, από το Δήμο της Αλωπεκής (κάπου μεταξύ Γλυφάδας και Ηλιούπολης). Ο πατέρας του λεγόταν Σωφρονίσκος και ήταν λιθουργός ή λιθοξόος, δηλαδή μαρμαράς, που δούλευε μεροκάματο σε γλύπτες, κάνοντας τις χοντροδουλειές. Παντρεύτηκε τη Φαιναρέτη, χήρα κάποιου Χαιρέδημου, από τον οποίο είχε αποκτήσει ένα γιο, τον Πατροκλή. Αυτή η Φαιναρέτη ήτανε μαμή, αλλά έκανε και την προξενήτρα, με το αζημίωτο. Το 470 π.Χ. γέννησε τον Σωκράτη.

Ο Σωκράτης μεγάλωσε μέσα στη μαύρη φτώχεια και φυσικά δεν πήγε σε κανένα σχολείο, έτσι που ως την εφηβεία του δεν ήξερε να διαβάζει και να γράφει. Η οικογενειακή φτώχεια τον έριξε από μικρό στη βιοπάλη. Έπιασε δουλειά στο μαρμαράδικο κοντά στον πατέρα του. Ήταν όμως άταχτος και πολλές φορές που ο πατέρας του τον έστελνε σε διάφορες δουλειές, αυτός το έσκαγε και γυρνούσε από δω και από κει, ήταν ένα έξυπνο παιδί με κοφτερό μυαλό αλλά απείθαρχο και επαναστατικό, θα λέγαμε σήμερα, στοιχείο.

Ήταν δεκαεφτά χρονών όταν ένα τυχαίο περιστατικό άλλαξε κυριολεκτικά το ριζικό του. Έτυχε εκείνη την ημέρα να περάσει από το εργαστήριο, όπου δούλευε ο νεαρός Σωκράτης, ο φιλόσοφος Αρχέλαος και να τον ακούσει να υπερασπίζεται τα δικαιώματα των εργαζομένων στο μαρμαράδικο με τέτοια επιχειρήματα και τόση εξυπνάδα, που εντυπωσιάστηκε και ζήτησε να τον πάρει μαθητή του. Ο Σωκράτης δέχτηκε και ακολούθησε το φιλόσοφο στη Σάμο, ξέρουμε όμως πως κοντά στον Αρχέλαο μορφώθηκε.

Εικοσάρης πια γύρισε στην Αθήνα, όπου έζησε όλη του τη ζωή. Στο άστυ γνώρισε τον Πρωταγόρα, τον Ιππία, τον Πρόδικο, τον Γοργία και άλλους σοφιστές, ενδεχομένως δε και τον Ζήνωνα. Όπως φαίνεται ήταν άνθρωπος περπατημένος από τα νιάτα του και, παρά τις μικρές του οικονομικές δυνατότητες, την έζησε τη ζωή του. Αγαπούσε τις γυναίκες, τις διασκεδάσεις και το κρασί. Όταν όμως μυήθηκε στη φιλοσοφία όλα αυτά περιορίστηκαν πολύ, χωρίς φυσικά να το ρίξει στον ασκητισμό. Εξακολουθούσε να ζει όπως και πριν, αλλά απέφευγε τις καταχρήσεις και τις υπερβολές, χωρίς πάντως να κατακρίνει όσους δεν αντιστέκονταν σ΄αυτές.

Σύμφωνα με διήγηση του μαθητή του Φαίδωνα, είχε έρθει στην Αθήνα ένας διάσημος φυσιογνωμιστής (από τη Συρία, ονόματι Ζώπυρος. Οι μαθητές του Σωκράτη τον οδήγησαν στο δάσκαλό τους και του ζήτησαν να εικάσει από τη φυσιογνωμία του την ψυχική ιδιοσυστασία του. Ο Ζώπυρος αφού μελέτησε το πρόσωπο του Σωκράτη αποφάνθηκε ότι πρόκειται για άτομο με περιορισμένη διανοητικότητα και έκδοτο στις σωματικές απολαύσεις και ηδονές. Ο Αλκιβιάδης ακούγοντας τον Ζώπυρο ξέσπασε σε δυνατά γέλια, ο Σωκράτης όμως του είπε πως ο φυσιογνωμιστής είχε δίκιο. Οι φυσικές προδιαθέσεις του ήταν αυτές που διέγνωσε ο Ζώπυρος, αλλά ο ίδιος είχε κατορθώσει με τη λογική και τη θέληση να τις καταδαμάσει.

Όπως γράφει ο Δημήτρης Κυρτάτας στο πολύ ενδιαφέρον δοκίμιο του Χόλος γυναικός, ο Σωκράτης ήταν ο πρώτος άνθρωπος στην ελληνική αρχαιότητα, που ενδιαφέρθηκε για την ψυχή της πόρνης. Είχε γνωρίσει μια πανέμορφη πόρνη, τη Θεοδότη, την επισκέφθηκε στο σπίτι της, ενδιαφέρθηκε για τους πελάτες και τα έσοδα που είχε και της πρότεινε όχι μόνο τρόπους για να αυξήσει και τους μεν και τα δε, αλλά και τρόπους για να μεγαλώνει τον πόθο των πελατών της και την ηδονή που τους προσέφερε. Η Θεοδότη ενθουσιάστηκε με τις υποδείξεις του Σωκράτη και του πρότεινε να συνεργαστούν! Φυσικά ο φιλόσοφος δεν είχε σκοπό να γίνει προαγωγός. Ήθελε να κάνει τη Θεοδότη να αναζητήσει στο πρόσωπό του τη φιλοσοφική αντιμετώπιση της ζωής. Και το πέτυχε. Η Θεοδότη ένιωσε έτοιμη να γίνει μαθήτριά του και ζήτησε να τον επισκεφθεί.

Με ανάλογο τρόπο συμπεριφερόταν και σε άλλους τομείς της ζωής. Επισκεπτόταν τα εμπορικά καταστήματα, περιεργαζόταν τα εμπορεύματα, αλλά δεν αγόραζε τίποτα. Όταν τον ρώτησαν γιατί το κάνει αυτό απάντησε: «Για να βλέπω πόσα πράγματα δεν έχω ανάγκη».

Σε αντίθεση με το μαθητή του τον Πλάτωνα, που αποστρεφόταν τη δημοκρατία και ουσιαστικά ποτέ δεν υπήρξε πολίτης, ο Σωκράτης συμμετείχε ολοκληρωτικά στη ζωή της πόλης του. Και δημόσια καθήκοντα άσκησε και σε τρεις εκστρατείες πήρε μέρος, δείχνοντας όχι μόνο αξιοσημείωτη ανδρεία αλλά και μεγάλη αντοχή στις κακουχίες. Για λίγες μέρες υπήρξε Πρόεδρος των Πρυτάνεων της Βουλής (δηλαδή άσκησε καθήκοντα Πρωθυπουργού ή Προέδρου Δημοκρατίας) και όπως γράφει ο Ξενοφών, ήταν ο μόνος που αντιστάθηκε στις απαιτήσεις του λαού, ο οποίος παρασυρμένος από δημαγωγούς ζητούσε από τους πρυτάνεις να εγκρίνουν παράνομες ενέργειες.

Είχε παντρευτεί την Ξανθίππη, γυναίκα αυταρχική, οξύθυμη και ζηλιάρα. Ο Σωκράτης υπέμενε τη συμπεριφορά της με αταραξία και χιούμορ. Όταν μια φορά κάλεσε για φαΐ τον Ευθύδημο, η Ξανθίππη έκανε μεγάλη φασαρία, πέταξε τα φαγητά από το τραπέζι και ο καλεσμένος σηκώθηκε να φύγει περίλυπος. Ο Σωκράτης τότε του είπε:

«Γιατί κάνεις έτσι; Τις προάλλες στο σπίτι σου δεν όρμησε ένα πουλί κι έκανε τα ίδια; Θυμώσαμε τότε μ΄αυτό;»

Οι μαθητές του απορούσαν γιατί ο Σωκράτης δεν επιχειρούσε με τη διδασκαλία του να βελτιώσει τους τρόπους της Ξανθίππης, εκείνος όμως τους βεβαίωνε πως επίτηδες δεν το κάνει για να εξασκείται στην υπομονή και την εγκαρτέρηση.

Το κακό όμως απόγινε όταν ο Σωκράτης, προς το τέλος του Πελοποννησιακού Πολέμου, επωφελούμενος από νόμο που ψήφισε η Εκκλησία του Δήμου, με τον οποίο, για να αντιμετωπιστεί η λειψανδρία, που προκάλεσε ο μακροχρόνιος πόλεμος, επιτρεπόταν να παντρευτεί κανείς και δεύτερη γυναίκα. Παντρεύτηκε τη Μυρτώ, κόρη (ή κατ’ άλλους εγγονή) του Αριστείδη του Δίκαιου, χωρίς να χωρίσει την Ξανθίππη. Όπως ήταν φυσικό, μεταξύ των δύο γυναικών ξεσπούσαν συνεχώς καβγάδες, τους οποίους ο Σωκράτης αντιμετώπιζε γελώντας χωρίς ποτέ να επιχειρεί να τις χωρίσει, οπότε εκείνες στο τέλος συμμαχούσαν και ορμούσαν εναντίον του.

Χαρακτηριστική του τρόπου που αντιμετώπιζε ο Σωκράτης τις κακίες, τις ύβρεις και τις διαβολές σε βάρος του, ήταν η στάση του, όταν παρακολουθούσε την παράσταση της κωμωδίας Νεφέλες. Στην κωμωδία αυτή ο Αριστοφάνης τον διακωμωδούσε με μεγάλη εμπάθεια, αυτός όμως όχι μόνο δεν διαμαρτυρήθηκε παρά σηκώθηκε όρθιος για να τον βλέπουν οι θεατές. Σε κάποια άλλη περίσταση, όταν ένας μαθητής του τού ανέφερε πως κάποιος τον κακολογούσε πολύ άσχημα στην αγορά, ο Σωκράτης απάντησε: εμού απόντος και να με δέρει δύναται.

Διογένης Λαέρτιος, (Βίοι Φιλοσόφων-Βιβλίο Β’, 18-47)

ΟΙ ΑΠΑΡΧΕΣ ΤΗΣ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΤΑΥΤΟΤΗΤΑΣ ΣΤΟ ΥΣΤΕΡΟ ΒΥΖΑΝΤΙΟ

Το ζήτημα της ελληνικής ταυτότητας είναι ανοιχτό και δεν παύει να απασχολεί την επικαιρότητα. Η ταυτότητα βασίζεται στη διαφορά, είναι μία διαδικασία που στηρίζεται στην ετερότητα και τον πολιτισμικό διάλογο. Η πλειοψηφία των σύγχρονων μελετητών υποστηρίζει ότι η προσπάθεια δημιουργίας μιας νεοελληνικής ταυτότητας ξεκινά τον 18ο αιώνα, ως αποτέλεσμα του λεγόμενου «νεοελληνικού διαφωτισμού». Πρόσφατα, διάβασα σε κείμενο λόγιου συναδέλφου ότι στο παρελθόν είχαμε γίνει Ρωμαίοι (Ρωμιοί), ξεχνώντας την ιδιότητά μας ως Ελλήνων, οπότε ας είναι καλά ο αγράμματος Κολοκοτρώνης, που μας το θύμισε. Θα προσπαθήσω να αποδείξω ότι η συζήτηση περί ελληνικής ταυτότητας και ελληνικότητας ξεκινά τουλάχιστον από τον 15ο αιώνα, από τους υστεροβυζαντινούς λογίους. Οι πλέον σημαίνοντες εξ αυτών προτίμησαν να αυτοπροσδιορίζονται ως Έλληνες, αντί της επίσημης ονομασίας Ρωμαίος και της κοινής ονομασίας Γραικός.

Είναι κοινός τόπος στους περισσότερους ερευνητές ότι οι υπήκοοι της ανατολικής ρωμαϊκής αυτοκρατορίας αυτοπροσδιορίζονταν ως Ρωμαίοι ή Ρωμιοί, με όποια σημασία αποδίδει καθένας στους όρους. Επρόκειτο, κατά βάση, για μια ρωμαϊκότητα με ελληνικές διαστάσεις. Η έρευνά μου, όμως, υποδεικνύει ότι από τα τέλη του 14ου αιώνα, τουλάχιστον, σημειώνεται μια στροφή προς την ελληνικότητα καθαυτήν, όχι τη ρωμιοσύνη, όπως αυτή νοείται σήμερα από νεοσυντηρητικούς κύκλους.

Αρχικά, ο Μανουήλ Χρυσολωράς υπογραμμίζει τη διττή ταυτότητα των βυζαντινών: ελληνική και ρωμαϊκή. Όπως και να τους αποκαλέσει κανείς, είναι το ίδιο. Μετά όμως τον Χρυσολωρά, η ελληνικότητα θα αποκτήσει έντονη δυναμική. Είναι γνωστή η θέση του Πλήθωνα: είμαστε Έλληνες κατά το γένος, όπως μαρτυρεί η γλώσσα και η πάτρια παιδεία. Ο Πλήθων επανειλημμένα συνιστούσε στους συγχρόνους του να στηρίζονται στην αρχαιοελληνική παράδοση και να απορρίπτουν τη δυτική κουλτούρα, ώστε να μην αλλοτριωθεί το ελληνικό γένος. Παρά την αμφισβήτηση του χριστιανισμού εκ μέρους του, είναι γνωστή η ανθενωτική στάση του, αφού δεν δίστασε να υποστηρίξει το ορθόδοξο δόγμα στη Σύνοδο της Φλωρεντίας και μετέπειτα.

Ο Μιχαήλ Αποστόλης είχε παρόμοιες με τον Πλήθωνα απόψεις για την επαπειλούμενη πολιτισμική και εθνική αποξένωση. Ο Πλήθων και ο Αποστόλης επιχείρησαν να χαράξουν μια διαχωριστική γραμμή μεταξύ της ελληνικής και της δυτικής κουλτούρας. Ο Αποστόλης αποκαλούσε τους συγχρόνους του υιούς των Ελλήνων. Επιπλέον, υποστήριζε ότι είναι απόγονος των αρχαίων Ελλήνων και ότι κοινωνούσε στην ίδια πολιτισμική κληρονομιά. Πρωταρχικός στόχος του Πλήθωνα και του Αποστόλη δεν ήταν να αντιπαρατεθούν με τον χριστιανισμό και να υπερασπιστούν τον αρχαίο ελληνικό τρόπο. Πρωτίστως, στόχευαν στην απόκρουση του ιμπεριαλισμού των Λατίνων, που απειλούσε να αλλοτριώσει τον ελληνικό πολιτισμό.

Επιπλέον, ο Γεώργιος Τραπεζούντιος επαινεί συνειδητά τους αρχαίους Έλληνες για τη συμβολή τους στην παγκόσμια ιστορία και την ίδια στιγμή κατηγορεί τους συγχρόνους του Έλληνες για την ανεπαρκέστατη προσφορά τους στην εξέλιξη του ελληνικού πνεύματος. Συνδύασε, έτσι, τον ελληνοκεντρισμό με τον ελληνοκριτικισμό. Την ίδια στιγμή δήλωνε χριστιανός, πρεσβεύοντας ότι αυτός που συνδέεται και εμπνέεται από το ελληνικό παρελθόν μπορεί να είναι και χριστιανός, χωρίς αυτή του η ιδιότητα να αναιρεί εκείνη του Έλληνα. Τον απασχολούσαν δυο συνιστώσες -Έλληνας και χριστιανός- που δημιουργούσαν μια ταυτότητα, πράγμα που στα μάτια του Πλήθωνα θα φάνταζε τουλάχιστον περίεργο. Παρά τη διαφωνία μεταξύ του Πλήθωνα και του Τραπεζούντιου, και οι δύο τους συμμερίζονταν την άποψη ότι η κύρια απειλή για το ελληνικό γένος ήταν η πολιτισμική αλλοτρίωση. Ως εκ τούτου, η αναφορά του Τραπεζούντιου θέτει υπό αμφισβήτηση το επιχείρημα του Αγγέλου ότι η λέξη Ἓλλην τον 15ο αιώνα σήμαινε Ορθόδοξος.

Επίσης, οι Θεόδωρος Γαζής και Νικόλαος Σεκουνδινός τονίζουν τη διαχρονικότητα του ελληνισμού και την ελληνικότητα των βυζαντινών. Από τη μεριά του ο Βησσαρίων αναφέρεται στο ελληνικό γένος ως γένος ἡμέτερον.

Συμπερασματικά, οι Έλληνες φιλόσοφοι του 15ου αιώνα συνέβαλαν στην αναζήτηση μιας ελληνικής ταυτότητας πολύ πριν από τον «νεοελληνικό διαφωτισμό». Η άποψη ορισμένων μελετητών περί του ασύμβατου της ελληνικότητας (ως πολιτισμικής και ιστορικής ταυτότητας) και του χριστιανισμού, δεν μπορεί να υποστηριχθεί από τα συγγράμματα των σπουδαιότερων διανοητών του 15ου αιώνα. Οι λόγιοι της υστεροβυζαντινής περιόδου θρήνησαν για την πτώση της αυτοκρατορίας και αναζήτησαν υπερηφάνεια στον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό, εκκινώντας παράλληλα ένα γόνιμο διάλογο για τον προσδιορισμό της ελληνικότητας και της νεοελληνικής ταυτότητας.

Πλαστές ανάγκες, φόβος, χειραγώγηση και ο δρόμος της συνειδητότητας

«Να ελαχιστοποιήσουμε τις πλαστές μας ανάγκες, όχι τις ανάγκες που είναι πραγματικές. Αυτό που πρυτανεύει στη συγκρότηση ενός πολιτισμού, είναι οι ανάγκες των ανθρώπων. Οι ανάγκες, η μη εκπλήρωση μάλλον των αναγκών, δημιουργεί φόβους. Όσο περισσότερους φόβους έχει ένας άνθρωπος, τόσο λιγότερο ελεύθερος και τόσο πιο εύκολα χειραγωγούμενος είναι.

Γι' αυτό, αυτό το σύστημα το οποίο θέλουμε να αλλάξουμε ειρηνικά, μας δημιουργεί συνεχώς πλαστές ανάγκες, όλο και μεγαλύτερες ανάγκες. Όσο γιγαντώνονται οι ανάγκες μας, γιγαντώνονται και οι φόβοι της μη εκπλήρωσης αυτών των αναγκών. Κι όσο αυξάνονται οι φόβοι μας τόσο λιγότερο ελεύθεροι και πιο εύκολα χειραγωγούμενοι είμαστε.

Τι κάνουμε πρώτα. Αποποιούμαστε τις πλαστές ανάγκες μας, αυτές οι οποίες δεν μας κάνουν περισσότερο ευτυχισμένους, αλλά απλώς τις έχουμε συνηθίσει. Έχοντας λιγότερες ανάγκες, έχουμε λιγότερους φόβους και, συνεπώς, γινόμαστε περισσότερο ελεύθεροι και λιγότερο χειραγωγούμενοι.

Η πνευματικότητα, έχει ως σκοπό να αποκαλύπτει ποιες από τις ανάγκες του ανθρώπου είναι αναγκαίες και ποιες είναι πλαστές.

Μέσω του δρόμου της συνειδητότητας ζητάς την αλήθεια. Η λέξη αλήθεια όμως αποτελείται από δύο συνθετικά το στερητικό α και την λέξη λήθη. Δηλαδή αναζητάμε μέσω αυτού του δρόμου όχι νέα γνώση, αλλά να θυμηθούμε κάτι που γνωρίζαμε και έχουμε ξεχάσει. 

Κάθε εποχή βιώνουμε μια συγκεκριμένη, μέση συνειδητότητα. Η συνειδητότητα είναι δρόμος και για να προχωρήσουμε χρειαζόμαστε εργαλεία. τα οποία θα μας αποκαλύψουν τις ειδήσεις που δεν θυμόμαστε.

Εργαλεία μπορεί να είναι η φιλοσοφία, η επιστήμη, η βιοματικότητα κ.α. Ποιος όμως είναι ο στόχος; Η πνευματικότητα. Η πνευματικότητα με την σειρά της έχει να κάνει με το βαθμό συνειδητότητας.

Όσο αυξάνεται η συνειδητότητα, δηλαδή η γνώση των καινούριων ειδήσεων, τόσο η πνευματικότητά μας αυξάνεται. Πού θα φτάσει, δεν το ξέρουμε. Μιλάμε για δρόμους και για εξελικτική πορεία που το τέλος τους προς το παρόν είναι το αδιανόητο άπειρο.»

Γεωμηχανική: χρήσιμη ναι, ακίνδυνη όχι

Επαναστατικές ιδέες για την αντιμετώπιση των κλιματικών αλλαγών θα μπορούσαν να έχουν αρνητικές συνέπειες. Τεχνητά δάση, καθρέφτες στο Διάστημα, τεχνητά νέφη, διασπορά σιδήρου στη θάλασσα, τεχνητές εκρήξεις ηφαιστείων, είναι ορισμένες από τις προτάσεις της γεωμηχανικής για τη σωτηρία της ανθρωπότητας.
 
Επιστημονική ομάδα η οποία αποτελείται από μέλη της Βρετανικής Εταιρείας Επιστημών εξέδωσε ένα πόρισμα για τη χρησιμότητα της γεωμηχανικής, της νέας επιστήμης που ασχολείται με την εξεύρεση μεθόδων σωτηρίας της ανθρωπότητας από τους περιβαλλοντικούς και τους άλλους κινδύνους που αντιμετωπίζει. Τα τελευταία χρόνια ο τομέας της γεωμηχανικής έχει καταθέσει μια σειρά από ιδέες και σχέδια που αφορούν στη συντριπτική τους πλειονότητα τρόπους αντιμετώπισης των κλιματικών αλλαγών και του φαινομένου του θερμοκηπίου.
 
Πρόκειται για ιδέες τις οποίες θα μπορούσε κάποιος να τις χαρακτηρίσει από «επαναστατικές» και «προωθημένες» μέχρι και «σενάρια επιστημονικής φαντασίας». Δάση τα δένδρα των οποίων θα απορροφούν το διοξείδιο του άνθρακα, τοποθέτηση αμέτρητων μικρών καθρεφτών γύρω από τη Γη ώστε να αντανακλούν το ηλιακό φως (και τη θερμότητα) προτού φτάσει στον πλανήτη, πλοία με τεράστια φουγάρα που θα απορροφούν το θαλασσινό νερό και θα το ψεκάζουν στην ατμόσφαιρα, ώστε να δημιουργηθούν νέφη που θα εμποδίζουν τη διείσδυση του ηλιακού φωτός στην ατμόσφαιρα, τεχνητές εκρήξεις ηφαιστείων, ώστε οι μεγάλες ποσότητες σωματιδίων που θα καλύψουν την ατμόσφαιρα να δημιουργήσουν μια ηλιακή ομπρέλα, ρίψη στη θάλασσα τεράστιων ποσοτήτων σιδήρου, ώστε να αναπτυχθούν μεγάλες ποσότητες από φύκια τα οποία θα απορροφήσουν το διοξείδιο του άνθρακα, είναι ορισμένες από αυτές τις ιδέες.
 
Σύμφωνα με το πόρισμα, όλες αυτές οι ιδέες και τα σχέδια είναι εφαρμόσιμα μεν και θα μπορούσαν σε πρώτο επίπεδο να αποδώσουν, περιορίζοντας ή και αντιστρέφοντας τις κλιματικές αλλαγές, όμως κάθε μία εξ αυτών θα προκαλέσει σοβαρές παρενέργειες. Για παράδειγμα, τα τεχνητά νέφη θα μειώσουν μεν τη θερμοκρασία, αλλά θα προκαλέσουν άλλες κλιματικές μεταβολές, όπως τη διακοπή των βροχοπτώσεων και την εμφάνιση των μουσώνων, η παρουσία των οποίων είναι απολύτως απαραίτητη για την επιβίωση δισεκατομμυρίων κατοίκων του πλανήτη.
  
Η εφαρμογή άλλων ιδεών θα έχει ως αποτέλεσμα την καταστροφή τοπικών ή και ευρύτερων οικοσυστημάτων. «Είναι δεδομένο ότι πρέπει να βρεθούν τρόποι για να περιοριστούν τα επίπεδα του διοξειδίου του άνθρακα στην ατμόσφαιρα και πιθανώς η γεωμηχανική να είναι το τελευταίο μας καταφύγιο.Ομως,οι έρευνές μας δείχνουν ότι ορισμένες από τις προτεινόμενες μεθόδους θα έχουν πολύ σοβαρές παρενέργειες σε πολλές κοινωνίες,αλλά και σε οικοσυστήματα» δηλώνει ο καθηγητής Τζον Σέφερντ, επικεφαλής της ομάδας που αποτελείται από δώδεκα επιστήμονες.

Μετέτρεψαν το διοξείδιο του άνθρακα σε πέτρες

Solidified-carbon-dioxideΕπιστήμονες και μηχανικοί που εργάζονται σε ένα μεγάλο σταθμό παραγωγής ενέργειας στην Ισλανδία, βρήκαν για πρώτη φορά ένα έξυπνο τρόπο να αφαιρούν το διοξείδιο του άνθρακα από την ατμόσφαιρα, μετατρέποντας το σε πέτρα. Με αυτό τον πρωτότυπο τρόπο, συμβάλλουν στη μείωση των ανθρωπογενών «αερίων του θερμοκηπίου» και στη συγκράτηση της κλιματικής αλλαγής.
 
Επαναστατική μέθοδος αφαίρεσης του βλαβερού αερίου από την ατμόσφαιρα
 
Η διοχέτευση
Ερευνητές από διάφορες χώρες (Βρετανία, ΗΠΑ, Γαλλία, Ισλανδία), με επικεφαλής τον αναπληρωτή καθηγητή γεωμηχανικής  Juerg Matter του βρετανικού Πανεπιστημίου του Σαουθάμπτον απέδειξαν ότι είναι δυνατόν να διοχετεύσουν -μαζί με νερό- τις εκπομπές διοξειδίου μέσα στη γη, όπου στερεοποιούνται και μετατρέπονται σε πέτρα μέσα σε μερικούς μήνες έως δύο χρόνια, πολύ πιο γρήγορα από τις έως τώρα εκτιμήσεις ότι κάτι τέτοιο θα χρειαζόταν εκατοντάδες ή και χιλιάδες χρόνια.
 
Η τεχνική αυτή διαλύει τους φόβους ότι το διοξείδιο που διοχετεύεται στο υπέδαφος, θα μπορούσε κάποια στιγμή να «δραπετεύσει» (π.χ. λόγω σεισμών) και να επανέλθει στην ατμόσφαιρα ή, ακόμη χειρότερα, να προκαλέσει υπόγεια έκρηξη. Από τη στιγμή που γίνεται πέτρωμα, όλα αυτά δεν ισχύουν.
 
Το ισλανδικό εργοστάσιο Χελισέϊντι είναι η μεγαλύτερη στον κόσμο γεωθερμική μονάδα ηλεκτροπαραγωγής, τροφοδοτώντας με ενέργεια την πρωτεύουσα Ρέϊκιαβικ. Ο σταθμός χρησιμοποιεί ζεστό νερό από το υπέδαφος για να παράγει ηλεκτρισμό, αλλά η διαδικασία φέρνει στην επιφάνεια ηφαιστειακά αέρια, μεταξύ των οποίων διοξείδιο. Η νέα τεχνική με την ονομασία CarbFix επιστρέφει το διοξείδιο στο υπέδαφος και το «κλειδώνει» εκεί για τα καλά, αφού το μετατρέπει σε ορυκτό.
 
«Από τους 220 τόνους διοξειδίου που διοχετεύσαμε στο υπέδαφος, το 95% έως 98% έγινε ορυκτό σε περίοδο μικρότερη των δύο ετών, δηλαδή εντυπωσιακά γρήγορα. Πρόκειται για μια μόνιμη και περιβαλλοντικά φιλική μέθοδο αποθήκευσης των εκπομπών του διοξειδίου, η οποία διασφαλίζει ότι δεν θα υπάρξει ξανά διαρροή τους στην επιφάνεια» δήλωσε ο Juerg Matter.
 
Η ηφαιστειακή επαφή
Το αέριο διαλύεται σε νερό και διοχετεύεται σε ένα βαθύ πηγάδι κάτω από το εργοστάσιο. Ερχόμενο σε επαφή με τα βασαλτικά ηφαιστειακά πετρώματα σε βάθος 400 έως 800 μέτρων, μέσα από μια σειρά φυσικών γεωχημικών αντιδράσεων, μετατρέπεται σε υπόλευκο ανθρακικό ορυκτό.
 
«Μπορούμε πλέον να διοχετεύουμε μεγάλες ποσότητες διοξειδίου και να το αποθηκεύουμε με πολύ ασφαλή τρόπο στο υπέδαφος και μάλιστα σε πολύ σύντομο χρόνο. Στο μέλλον θα μπορούσαμε να χρησιμοποιήσουμε αυτή την μέθοδο σε μονάδες ηλεκτροπαραγωγής όπου υπάρχει πολύς βασάλτης από κάτω τους – και υπάρχουν πολλά τέτοια μέρη» δήλωσε ο υδρολόγος Martin Stute του Γεωπαρατηρητηρίου Λάμοντ-Ντόχερτι του Πανεπιστημίου Κολούμπια της Νέας Υόρκης.
 
«Μπορεί κανείς να βρει βασάλτες σε κάθε ήπειρο και ασφαλώς σε υπεράκτιες περιοχές, επειδή όλος ο ωκεάνιος φλοιός είναι βασαλτικά πετρώματα. Συνεπώς από άποψη διαθέσιμων βασαλτικών πετρωμάτων για να διοχετεύσουμε τις εκπομπές του διοξειδίου, δεν υπάρχει κανένα πρόβλημα» πρόσθεσε ο Matter. Εκτός από σχεδόν όλους τους βυθούς, περίπου το 10% των επιφανειακών πετρωμάτων της Γης είναι βασαλτικά.
 
Το κόστος
Υπάρχει όμως το ζήτημα του όχι αμελητέου κόστους της μεθόδου και οι μεγάλες νερού που απαιτεί, καθώς μόνο το 4% έως 5% του διαλύματος που στέλνεται στο υπέδαφος, είναι διοξείδιο του άνθρακα (χρειάζονται περίπου 25 τόνοι νερού για κάθε τόνο διοξειδίου).
 
Μετά την αρχική πειραματική φάση που άρχισε το 2012, το ισλανδικό εργοστάσιο ηλεκτροπαραγωγής Χελισέϊντι της εταιρείας Reykjiavik Energy έχει ήδη αρχίσει να εφαρμόζει σε ευρύτερη κλίμακα την μέθοδο, στέλοντας έως 5.000 τόνους διοξειδίου του άνθρακα ετησίως να αποθηκεύονται στο βασαλτικό υπέδαφος, ενώ σχεδιάζει να διπλασιάσει την ποσότητα φέτος το καλοκαίρι. «Θάβει» επίσης ένα άλλο υποπροϊόν της γεωθερμίας, το υδρόθειο, πράγμα πολύ ευπρόσδεκτο για τους περιοίκους, οι οποίοι έπρεπε να μυρίζουν την καθόλου ευχάριστη οσμή των κλούβιων αυγών…
 
Και ένα υστερόγραφο από τη Φύση: στο υπέδαφος υπάρχουν μικρόβια που «τρώνε» ανθρακικά ορυκτά, απελευθερώνοντας μεθάνιο, ένα ακόμη πιο ισχυρό «αέριο του θερμοκηπίου» σε σχέση με το διοξείδιο. Θα είναι τραγική ειρωνεία αν οι άνθρωποι μετατρέπουν το διοξείδιο σε πέτρα, για να έρχονται τα μικρόβια να μετατρέπουν την πέτρα ξανά σε άνθρακα στην ατμόσφαιρα!

Μια ασυνήθιστη σύγκριση δείχνει ότι η ηλιακή ενέργεια είναι δεκαπλάσιας ισχύος από την πυρηνική

Με ένα νέο τρόπο σύγκρισης της ηλιακής ενέργειας με την πυρηνική ενέργεια διαπιστώνεται ότι η ηλιακή υπερέχει αρκετά της πυρηνικής. Ένας από τους πιο ειδικούς στην ηλιακή ενέργεια στον κόσμο, ο Ken Zweibel, συγκρίνει τα δύο είδη της ηλεκτρικής ενέργειας, όσον αφορά την ισχύ που περικλείεται σε κάθε γραμμάριο υλικού που αξιοποιούν  την κάθε ενέργεια: τελλουριούχο κάδμιο CdTe (για την ηλιακή ενέργεια), έναντι του ουρανίου (πυρηνική ενέργεια).

Ο Ken Zweibel  δίνει στοιχεία που δείχνουν ότι το CdTe  ένα λεπτό φιλμ που συλλέγει την ηλιακή ενέργεια χρειάζεται περίπου δέκα φορές λιγότερο υλικό στα Φ/Β για να παράγει 1 κιλοβατώρα ηλεκτρικής ενέργειας, από ότι για να παραχθεί από το ουράνιο 1 κιλοβατώρα ηλεκτρικής ενέργειας.
 
Ας σημειωθεί ότι το τελλουριούχο κάδμιο κρατάει στα Φ/Β συστήματα για ένα διάστημα τουλάχιστον τριάντα ετών, και στη συνέχεια το υλικό αυτό μπορεί να ανακυκλωθεί και να χρησιμοποιηθεί ξανά. Ενώ το ουράνιο καταναλώνεται (λίγο πολύ – μερικοί κάποια ποσότητα μπορεί να ανακυκλωθεί θεωρητικά). Αλλά, βεβαίως, η ηλιακή δεν καίει κανένα συμπληρωματικό καύσιμο. Μπορείτε να πάρετε ηλεκτρική ενέργεια κατευθείαν από ένα Φ/Β σύστημα, σε αντίθεση με την πυρηνική ενέργεια που η θερμότητα που παράγει χρειάζεται μετατροπή.
 
Δηλαδή το ουράνιο που χρησιμοποιήθηκε θα πρέπει να αντικατασταθεί με μια νέα εξόρυξη ουρανίου αφού δώσει την ενέργεια που περικλείει.
 
Τι έβγαλε λοιπόν η σύγκριση; Χρειάζονται 12 γραμμάρια CdTe για να φτιαχτεί ένα τετραγωνικό μέτρο ενός λεπτού ηλιακού φιλμ .
 
Και σε μια χρονιά, σε μια μέση θέση των ΗΠΑ, θα συλλεχθεί με την πιο πάνω ποσότητα των 12 γραμμαρίων, περίπου 11% x 1750 kWh/m2/έτος ή 154 kWh /έτος (αφού ληφθούν υπόψη άλλες 20% απώλειες.
 
Χρειάζονται λοιπόν μόνο 0,08 του ενός γραμμαρίου ανά κιλοβατώρα για την προμήθεια ηλεκτρισμού ενός έτους. Αλλά αυτό προϋποθέτει ότι έχουμε τελειώσει αυτή την ποσότητα έως το τέλος του έτους.
 
Αλλά για περιμένετε!. Εμείς δεν πετάξαμε το Φ/Β σύστημα στο τέλος του χρόνου αφού αυτό αντέχει περίπου για 30 χρόνια. Έτσι αυτά τα 0,08 του ενός γραμμαρίου στην πραγματικότητα είναι το ένα τριακοστό αυτής, ή 2,6 mg / kWh.
 
Έτσι, σε σύγκριση με την πυρηνική, η ηλιακή χρειάζεται το ένα δέκατο της αντίστοιχης ποσότητας για να δώσει την ίδια ισχύ.
 
Αν δε συγκρίνουμε τα Φ/Β συστήματα με τον άνθρακα, τότε τα φωτοβολταϊκά φίλμ χρησιμοποιούν μόλις πέντε εκατομμυριοστά του βάρους του άνθρακα που χρειάζεται  ένα εργοστάσιο που καίει λιθάνθρακα για να παραχθεί μια κιλοβατώρα ηλεκτρικής ενέργειας.
 
Βλέπουμε ότι τα φωτοβολταϊκά δεν μπορούν να συγκριθούν με τον άνθρακα και με το ουράνιο. Κι αυτές οι διαφορές κάνουν τελικά τα Φ/Β να είναι βιώσιμα σε μια εποχή έντονων αναγκών της ανθρωπότητας σε ενέργεια.
 
Πράγματι. Η ηλιακή ενέργεια μοιάζει να μας δίνει όχι μόνο μια καθαρότερη, ασφαλέστερη και υγιέστερη μορφή ηλεκτρικής ενέργειας, αλλά επίσης, το κάνει με ένα πολύ πιο βιώσιμο τρόπο, χωρίς πολλές εξορύξεις. Χρειάζεται ένα κλάσμα μόνο της ποσότητας από τη Γη που χρειάζεται η πυρηνική  ή τα εργοστάσια με άνθρακα για την παραγωγή της ίδιας ενέργειας.

Εκεί όπου οι τεκτονικές πλάκες είναι ορατές επάνω από το επίπεδο της θάλασσας

Εδώ και δεκαετίες είναι γνωστό ότι οι ήπειροι της Γης δεν είναι σταθεροί σχηματισμοί.
Ακολουθούν αντίθετα τον λεγόμενο Κύκλο του Ουίλσον, κατά τον οποίο οι μάζες ξηράς αρχικά απομακρύνονται η μία από την άλλη και στη συνέχεια επανενώνονται και σχηματίζουν υπερηπείρους όπως η Παγγαία.

Και αυτός ο σχηματισμός και η μετέπειτα διάλυση των υπερηπείρων έχουν συμβεί τουλάχιστον τρεις φορές τα τελευταία τέσσερα δισεκατομμύρια χρόνια.
 
Όταν οι ήπειροι απομακρύνονται η μία από την άλλη, σχηματίζονται ανάμεσά τους οι λεγόμενες μεσοωκεάνιες ράχες, βαθιές ρωγμές από τις οποίες αναβλύζει μάγμα το οποίο κλείνει έτσι το κενό.
 
Αντίθετα, στην περίπτωση που οι ήπειροι πλησιάζουν η μία την άλλη, σχηματίζεται ανάμεσά τους μια ζώνη υποβύθισης -μια ζώνη στην οποία η τεκτονική πλάκα της μίας ηπείρου βυθίζεται αργά κάτω από την πλάκα της δεύτερης.
 
Οι ήπειροι δεν είχαν πάντα τη μορφή που έχουν σήμερα στον πλανήτη μας.
 
Λόγω της κίνησης των τεκτονικών πλακών η αρχική περιοχή που προεξείχε των ωκεανών άλλαζε συνεχώς σχήμα.
 
Αρχικά υπήρχε μόνο μία υπερήπειρος με τελευταία γνωστή μορφή της την Παγγαία και σήμερα έχουμε καταλήξει στη γεωγραφία των χωρισμένων ηπείρων όπως δείχνει η κινούμενη εικόνα.

Ο σχηματισμός των σύγχρονων ηπείρων στη Γη από την Παγγαία.

Υπάρχουν μόνο δύο μέρη στον πλανήτη, όπου οι τεκτονικές πλάκες είναι ορατές επάνω από το επίπεδο της θάλασσας: Η κοιλάδα Rift στην Κένυα και στα νοτιοδυτικά της Ισλανδίας
Κοιλάδα Rift στην Κένυα



Φαράγγι Olduvai, στο Great Rift Valley της Τανζανίας. Είναι μία από τις πιο σημαντικές περιοχές για τη μελέτη της ανθρώπινης εξέλιξης. Οι Ολντουβάι, επίσης γνωστή ως Oldupai. Εκεί βρίσκονταν η περιοχή μιας μεγάλης λίμνης 500.000 χρόνια πριν.

Το Φαράγγι Ολντουβάι της Τανζανίας θεωρείται η κοιτίδα της ανθρωπότητας, καθώς εκεί έχουν βρεθεί τα απομεινάρια μερικών από τα αρχαιότερα ανθρωποειδή!

Σίλφρα: Η ρωγμή που χωρίζει την Αμερική με την Ευρώπη



Η συγκεκριμένη περιοχή είναι γεμάτη κοιλάδες, ηφαίστεια, ρήγματα και θερμές πηγές, τα οποία προκαλούνται  από την απομάκρυνση των τεκτονικών πλακών κατά 2 εκατοστά (0,8 ίντσες) κάθε χρόνο.

Η Σίλφρα στην Ισλανδία αποτελεί έναν από τους πιο δημοφιλής καταδυτικούς προορισμούς. Ο λόγος;

Οι δύτες έχουν τη μοναδική ευκαιρία να κολυμπήσουν ανάμεσα σε ένα μικρό άνοιγμα που δημιουργείται ανάμεσα σε δύο τεκτονικές πλάκες και ουσιαστικά ανάμεσα σε δύο… ηπείρους: Τη Βόρεια Αμερική και την Ευρώπη.



Ουσιαστικά πρόκειται για μια τεράστια ρωγμή -η οποία διευρύνεται κατά δύο εκατοστά περίπου κάθε χρόνο- στην επιφάνεια της γης, όπου οι ηπειρωτικές πλάκες συναντώνται.

Στα βαθιά νερά του Ατλαντικού Ωκεανού αυτή η ρωγμή είναι εντελώς αόρατη, αλλά στη Σίλφρα το νερό είναι τόσο καθαρό από την τήξη των παγετώνων της Ισλανδίας που γίνεται πλήρως ορατή.



Το χάσμα ανάμεσα στις δύο ηπειρωτικές πλάκες οδηγεί σε μια σπηλιά 600 μέτρων, ενώ το νερό έχει θερμοκρασία -4 ° C καθώς προέρχεται από το λιώσιμο των παγετώνων.

Κ. Καστοριάδης: τι είναι η αρχαία ελληνική τραγωδία;

Κορνήλιος Καστοριάδης: 1922-1997

Η αρχαία ελληνική τραγωδία ως συγκρότηση πολιτικών σημασιών

Τι είναι η αρχαία ελληνική τραγωδία; Πρωτίστως, ένα επίτευγμα που αντιπαρατίθεται ευθέως σε οποιοδήποτε επιτήδευμα. Με αυτή την έννοια είναι δημιουργία. Αλλά τι είδους δημιουργία; Ένα οργανικό όλο, που διασώζει και ανατροφοδοτεί την ενότητα μορφής και περιεχομένου. Η ποιητική μορφή δεν είναι ένα γυμνό λεκτικό σχήμα, αλλά περικλείει νοήματα μεγάλης πολιτικής εμβέλειας. Η τραγωδία λοιπόν έχει πολιτική διάσταση, η οποία, όπως ευστοχότατα σημειώνει ο Καστοριάδης, δεν πρέπει να αναζητείται στις πολιτικές θέσεις των δημιουργών της. Εάν συνέβαινε αυτό, οι τραγωδίες θα κατέληγαν να είναι στρατευμένα έργα ή μανιφέστα πολιτικών φατριών. Κάτι τέτοιο όμως δεν συμβαίνει. Πού πρέπει να αναζητείται η πολιτική της διάσταση; Πρώτα-πρώτα στα οντολογικά της θεμέλια. Κατά δεύτερο λόγο στο ρόλο που παίζει μέσα στα όρια των θεσμών για τον αυτοπεριορισμό της δημοκρατίας. Η τραγωδία δεν λέγει απλώς, δεν τρέχει πίσω από εκλογικεύσεις, αλλά παριστά: παριστά τα πράγματα και μέσω αυτής της παράστασης δίνει σε όλους τους ανθρώπους τη δυνατότητα να δουν πως το ον είναι το χάος.  

Πώς εννοεί το χάος ο Καστοριάδης; Καθώς η τραγωδία σχετίζεται με την ανθρώπινη δράση, με το πεδίο των ανθρώπινων πράξεων, το χάος νοείται εδώ ως «κατάφωρη έλλειψη κάθε θετικής αντιστοιχίας μεταξύ των προθέσεων των ανθρώπινων πράξεων από τη μια και των αποτελεσμάτων τους από την άλλη» (Η ελληνική ιδιαιτερότητα, τ. Β., σ. 209). Η τραγωδία μας θέτει πάντοτε μπρος σε ένα πρόταγμα δράσης; Για παράδειγμα, στην Ορέστεια έχουμε μπρος στα μάτια μας τη συνωμοσία Κλυταιμνήστρας–Αίγισθου για να δολοφονήσουν τον Αγαμέμνονα και περαιτέρω τη δολοφονία της Κλυταιμνήστρας από τον Ορέστη ως εκδίκηση για τον θάνατο του πατέρα του. Κάθε τραγωδία εν γένει συνιστά και ένα συγκλονιστικό, οντολογικής υφής, πρόταγμα δράσης. Κάθε τέτοιο πρόταγμα, ακόμη και όταν φαίνεται να προβάλλει επιθυμίες και πάθη επί μέρους ατόμων, δεν παύει να προσβλέπει στην τάξη μέσα στην κοινότητα ή τον κόσμο και ως τέτοιο δεν είναι στατικό, δεν είναι εν τέλει απολίτικο: με την εξέλιξη της υπόθεσης, με την ένταση της τραγικότητας, μετασχηματίζεται κι αυτό. Έτσι, οι δυνάμεις του ανθρώπινου όντος παρουσιάζονται, μέσα στην τραγωδία, να αναζητούν απεγνωσμένα, αλλά πάντοτε ηρωικά αυτό που δεν ξέρουν τι είναι. Τι δεν ξέρει ο ήρωας; Τη σημασία των πράξεών του: «η τραγωδία δείχνει ότι δεν είμαστε κύριοι του νοήματος των πράξεών μας» (ό.π., σ. 210). Και στη σημερινή ζωή του, ο άνθρωπος πόσο κύριος είναι των νοημάτων των πράξεών του;

Βάρναλης: Οι βουλιμικοί και οι πεινώντες

Κώστας Βάρναλης: 1883 ή 1884–1974

Σάτιρα και πολιτική

Ο Βάρναλης έμελλε να ζήσει και να γράψει σε μια εποχή, όπου το Άριστο γειτνίαζε με το Αχρείο. Τούτο σημαίνει πως κάποιοι άνθρωποι, ας πούμε οι δημιουργοί ή οι επαγγελλόμενοι ιδέες, αισθάνονταν πως κινούνται από έναν προορισμό: να υπερασπιστούν το άριστο, όπως εμφανιζόταν, και να καταπολεμήσουν το εμφανιζόμενο ως αχρείο. Όσοι απ’ αυτούς ήταν πραγματικοί δημιουργοί είχαν επίγνωση πως η διεκδίκηση του αυθεντικά άριστου, δίκαιου, κοινωνικά ηθικού και αισθητικού απαιτούσε έναν διαρκή πόλεμο ενάντια στο θεσμισμένο Υποκριτικό. Οι απλώς επαγγελλόμενοι ιδέες ήταν και είναι πάντοτε έμποροι ιδεών, ακραιφνείς υποκριτές, όσο κι αν φαινομενικά ήθελαν να παρουσιάζονται ως πολέμιοι του Υποκριτικού. Ο Βάρναλης ανήκε στους πρώτους και ήταν φανατικός αντίμαχος των δεύτερων, πολλοί από τους οποίους κυκλοφορούσαν στον ίδιο με αυτόν πολιτικο-ιδεολογικό χώρο της αριστεράς.

Ο κριτικός ποιητικός του στοχασμός δεν στράφηκε μόνο ενάντια στους ταξικούς του αντιπάλους –αυτούς εύκολα τους αναγνωρίζει κανείς– αλλά και ενάντια στους αποθρασυμένους καθεστωτικούς συντρόφους του, που δεν αναγνωρίζονται εύκολα ως ταξικοί αντίπαλοι, κι όμως είναι πιο επικίνδυνοι από τους πρώτους, τους φανερούς. Το συνολικό του έργο, όσο κι αν είναι φορτισμένο ιδεολογικά, δεν έχασε την ποιητική του διαύγεια και έναν μοναδικό σπινθηροβόλο λυρισμό, που ο ποιητής αντλούσε από τη βαθιά ποιητικο-φιλοσοφική του κατάρτιση. Στο πλαίσιο ενός τέτοιου λυρισμού καλλιέργησε και την ποιητική του σάτιρα. Αυτή εδώ δεν επιδιώχθηκε από τον ίδιο ως μια ακίνδυνη και όχι σπάνια αποπροσανατολιστική παραμυθία των μαζών, αλλά ως η διευρυμένη δυνατότητα του ποιητικού Λόγου να «γίνεται φως, [να] γίνεται νους» (Ο Οδηγητής).

ΠΡΩΤΟΧΡΟΝΙΑΤΙΚΟ

Σαράντα σβέρκοι βωδινοὶ μὲ λαδωμένες μποῦκλες,
σκεμπέδες, σταβροθόλωτοι καὶ βρώμιες ποδαροῦκλες
ξετσίπωτοι, ἀκαμάτηδες, τσιμπούρια καὶ κορέοι
ντυμένοι στὰ μαλάματα κ᾿ ἐπίσημοι κι ὡραῖοι.

Σαράντα λύκοι μὲ προβιὰ (γι᾿ αὐτοὺς χτυπᾷ ἡ καμπάνα)
καθένας γουρουνόπουλο, καθένας νταμιτζάνα!
Κι ἀπὲ ρεβάμενοι βαθιὰ ξαπλώσανε στὸ τζάκι,
κι ἀβάσταγες ἐνιώσανε φαγοῦρες στὸ μπατζάκι.

Ὄξ᾿ ὁ κοσμάκης φώναζε: «Πεινᾶμε τέτοιες μέρες»
γερόντοι καὶ γερόντισσες, παιδάκια καὶ μητέρες
κ᾿ οἱ τῶν ἐπίγειων ἀγαθῶν σφιχτοὶ νοικοκυρέοι
ἀνοῖξαν τὰ παράθυρα καὶ κράξαν: «Εἶστε ἀθέοι».


Ερμηνεία –σχολιασμός

Ι. Στο ως άνω ποίημα ο Βάρναλης μας προσφέρει μια αιχμηρή πολιτική σάτιρα. Τι στηλιτεύει; Την όψη και την κόψη του πολιτικού αμοραλισμού, όπως έχει μάθει να τον εισάγει και να τον υλοποιεί διαχρονικά –χτες, σήμερα και αύριο– ο συντεχνιακός υπάνθρωπος της πολιτικο-οικονομικής ζωής. Γιατί υπάρχει ο πολιτικός υπάνθρωπος; Επειδή κατορθώνει να εξαπατά τον «πεινασμένο κοσμάκη». Ενόσω ο κόσμος πεινάει, δεν μπορεί εξ αντικειμένου να συνειδητοποιήσει τον κυνισμό των αργόσχολων θεατρίνων. Τι συμβαίνει στ’ αλήθεια εδώ; Οι κοινωνικές-πολιτικές αξίες, που θα ’πρεπε να είναι στην υπηρεσία των ανθρώπων, υψώνονται πάνω από αυτούς και στη συνέχεια παρουσιάζονται ενώπιόν τους ως θεϊκά προστάγματα, ως «αληθινός» κόσμος, ως η ελπίδα του μέλλοντος και παρόμοια. Έτσι παύουν στην πράξη να υπάρχουν ως αξίες. Τι υπάρχει τότε;

ΙΙ. Ένα υπηρετικό προσωπικό μηδενιστών, δηλαδή πολιτικών και άλλων παρείσακτων μετριοτήτων, που ελλείψει αυταξίας εμφανίζονται στα πάσχοντα πλήθη ως θεματοφύλακες των ως άνω αξιών, ως επαγγελλόμενοι ιδέες, ως αδιάφθοροι «μαχητές» της αλήθειας. Στα λόγια όμως. Στην πράξη, απεναντίας, αποδεικνύονται ως οι πιο διεφθαρμένοι, οι πιο αξιολύπητοι θεατρινίσκοι (Νίτσε), που με το αριστερό χέρι δίνουν στον πεινασμένο λαό ιδεολογικό παντεσπάνι, ενώ με το δεξί γεμίζουν τις τσέπες τους με παράνομο [ή νομιμοφανή] πλούτο. Ποια είναι η πράξη; Αυτή που μας απαγγέλλει ο Βάρναλης στο πιο πάνω ποίημα: την ημέρα της Πρωτοχρονιάς, συμβολική μέρα ζωής και ευφορίας, ο λαός πεινάει και οι διεφθαρμένοι μέχρι το κόκαλο θεατρίνοι του δημόσιου βίου, αλλά και οι οικονομικοί βαρόνοι τους, μιλούν για μελλοντικές ευτυχίες, για «δημοκρατίες» και «σοσιαλισμούς», δηλαδή για την ανυπαρξία, χορτασμένοι μέχρι θανάτου οι ίδιοι εδώ και τώρα. Ένα τέτοιος κυνικός και διεφθαρμένος θίασος αυτο-ορίζεται ως λυτρωτής της μάζας. Στο μέτρο που αυτή-εδώ αποζητά τον ποιμένα της, τον προστάτη της σε τέτοιους θιάσους, παραδίδει εθελούσια το Είναι της στον Βαρναλικό λύκο/λύκους με την προβιά, δηλαδή στις βρώμικες ψυχές των βουλιμικών, που, αν και συρφετός, εξωτερικά προβάλλουν μια επίσημη, θεσμική, νομοταγή όψη. Αλλά και τούτη η όψη δεν μπορεί να κρύψει την ασήμαντη μοίρα τους.

Αριστοτέλης: τι είναι ο ἄγροικος;

Ἄγροικος: πώς κουβεντιάζεται φιλοσοφικά;

 1. Η λέξη ἄγροικος στα αρχαία ελληνικά σημαίνει αυτόν που ζει στους αγρούς. Στην περίπτωση των ανθρώπων τούτο παραπέμπει στον χωρικό, στον αγρότη, σ’ αυτόν που κατοικεί στους αγρούς, στον γεωργό. Επί γης σημαίνει και άγριος. Παράγεται από το ἀγρός συν οἶκος. Υπό έναν πιο ευρύ μεταφορικό τρόπο, σημαίνει επίσης: αγροίκος, τραχύς, ακαλαίσθητος, άξεστος.

2. Ο Αριστοτέλης χρησιμοποιεί, κατ’ αρχήν, την εν λόγω λέξη-έννοια με τη θεμελιακή σημασία «αυτού που ζει στους αγρούς» στο έργο του: Των Περί Τα Ζώα Ιστοριών για το μεγάλο άγριο περιστέρι: Καὶ τὰ μὲν ἄγροικα, ὥσπερ φάττα (488b1). Κατά δεύτερον συναντάμε την εν λόγω έννοια και στο έργο του: Αθηναίων Πολιτεία. Εδώ περιγράφει ως ἄγροικους , δηλδή ως «αυτους που ζουν στους αγρούς», τους γεωργούς, ή, πράγμα που είναι το ίδιο, τους χωρικούς και τους αγρότες. Και τούτους σε συγκριτική διαφορά με τους ευπατρίδες και τους δημιουργούς. Ουσιαστικά, ο Αριστοτέλης αναφέρεται στη διάκριση των πολιτιών στις τρεις κοινωνικές τάξεις ή στρώματα: στους ευπατρίδες, ήτοι αριστοκράτες, στους αγρότες και στους δημιουργούς, δηλαδή τους τεχνίτες. Ετούτη η διάκριση δεν εκκινεί από τον Αριστοτέλη, αλλά ανάγει τη γενεαλογία της στον Θησέα. Ως τον 6ο αιώνα π.Χ. οι αγρότες και οι δημιουργοί δεν έπαιζαν κανέναν ουσιαστικό πολιτικό ρόλο. Με την εξέλιξη της πολιτικής δημοκρατίας συμμετείχαν αναλογικά στο θεσμό των δέκα αρχόντων.

3. Στα Ηθικά Νικομάχεια (1104a24) απαντά η λέξη ἄγροικος με ένα πιο ειδικό νόημα: ο φιλόσοφος χαρακτηρίζει ως ἄγροικον, δηλαδή ως αγροίκο, αυτόν που αποφεύγει κάθε είδους ηδονή και έτσι γίνεται αναίσθητος. Αυτός είναι η μια όψη του ακραίου, ενώ η άλλη είναι ο ακόλαστος: αυτός που επιδίδεται σε πάσης φύσεως ηδονές. Από αμφοτέρους λείπει η μεσότητα. Ακόμη, στο ίδιο έργο (1108a26), ο Αριστοτέλης χρησιμοποιεί τη λέξη ἄγροικος για να χαρακτηρίσει ως αγροίκο, ως χωριάτη με την αρνητική σημασία, εκείνον που αποφεύγει εντελώς την ευχαρίστηση στις κοινωνικές εκδηλώσεις και διασκεδάσεις. Ο αγροίκος εδώ, όπως και ο αντίποδάς του, αυτός που δεν έχει μέτρο σε τέτοιου είδους ευχαριστήσεις, δεν γνωρίζουν τι σημαίνει μεσότητα και αντιπαρατίθενται στον χαριτολόγο, όπως μας λέει ο Έλληνας φιλόσοφος, που ακολουθεί το μέτρο.