Κυριακή, 11 Ιουνίου 2017

ΡΗΤΟΡΙΚΗ: ΔΗΜΟΣΘΕΝΗΣ - Κατὰ Μειδίου (62-69)

[62] Πολλῶν τοίνυν, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, γεγενημένων ἐχθρῶν ἀλλήλοις, οὐ μόνον ἐξ ἰδίων ἀλλὰ καὶ ἐκ κοινῶν πραγμάτων, οὐδεὶς πώποτ᾽ εἰς τοσοῦτ᾽ ἀναιδείας ἀφίκεθ᾽ ὥστε τοιοῦτόν τι τολμῆσαι ποιεῖν. καίτοι φασὶν Ἰφικράτην ποτ᾽ ἐκεῖνον Διοκλεῖ τῷ Πιθεῖ τὰ μάλιστ᾽ ἐλθεῖν εἰς ἔχθραν, καὶ ἔτι πρὸς τούτῳ συμβῆναι Τεισίαν τὸν Ἰφικράτους ἀδελφὸν ἀντιχορηγῆσαι τῷ Διοκλεῖ. ἀλλ᾽ ὅμως πολλοὺς μὲν ἔχων φίλους Ἰφικράτης, πολλὰ δὲ χρήματα κεκτημένος, φρονῶν δ᾽ ἐφ᾽ αὑτῷ τηλικοῦτον ἡλίκον εἰκὸς ἄνδρα καὶ δόξης καὶ τιμῶν τετυχηκόθ᾽ ὧν ἐκεῖνος ἠξίωτο παρ᾽ ὑμῶν,

[63] οὐκ ἐβάδιζ᾽ ἐπὶ τὰς τῶν χρυσοχόων οἰκίας νύκτωρ, οὐδὲ κατερρήγνυεν τὰ παρασκευαζόμεν᾽ ἱμάτι᾽ εἰς τὴν ἑορτήν, οὐδὲ διέφθειρε διδάσκαλον, οὐδὲ χορὸν μανθάνειν ἐκώλυεν, οὐδὲ τῶν ἄλλων οὐδὲν ὧν οὗτος διεπράττετ᾽ ἐποίει, ἀλλὰ τοῖς νόμοις καὶ τῇ τῶν ἄλλων βουλήσει συγχωρῶν ἠνείχετο καὶ νικῶντα καὶ στεφανούμενον τὸν ἐχθρὸν ὁρῶν, εἰκότως· ἐν ᾗ γὰρ αὐτὸς εὐδαίμων ᾔδει γεγονὼς πολιτείᾳ, ταύτῃ συγχωρεῖν τὰ τοιαῦτ᾽ ἠξίου.

[64] πάλιν Φιλόστρατον πάντες ἴσμεν τὸν Κολωνῆθεν Χαβρίου κατηγοροῦντα, ὅτ᾽ ἐκρίνετο τὴν περὶ Ὠρωποῦ κρίσιν θανάτου, καὶ πάντων τῶν κατηγόρων πικρότατον γενόμενον, καὶ μετὰ ταῦτα χορηγοῦντα παισὶν Διονύσια καὶ νικῶντα, καὶ Χαβρίαν οὔτε τύπτοντα οὔτ᾽ ἀφαρπάζοντα τὸν στέφανον οὔθ᾽ ὅλως προσιόνθ᾽ ὅποι μὴ προσῆκεν αὐτῷ.

[65] πολλοὺς δ᾽ ἂν ἔχων εἰπεῖν ἔτι καὶ διὰ πολλὰς προφάσεις ἐχθροὺς γεγενημένους ἀλλήλοις, οὐδένα πώποτ᾽ οὔτ᾽ ἀκήκοα οὔθ᾽ ἑόρακα ὅστις εἰς τοσοῦτον ἐλήλυθεν ὕβρεως ὥστε τοιοῦτόν τι ποιεῖν. οὐδέ γ᾽ ἐκεῖν᾽ οὐδεὶς ὑμῶν οἶδ᾽ ὅτι μνημονεύει πρότερον, τῶν ἐπὶ τοῖς ἰδίοις ἢ καὶ τοῖς κοινοῖς ἐχθρῶν ἀλλήλοις οὐδέν᾽ οὔτε καλουμένων τῶν κριτῶν παρεστηκότα, οὔθ᾽ ὅταν ὀμνύωσιν ἐξορκοῦντα, οὔθ᾽ ὅλως ἐπ᾽ οὐδενὶ τῶν τοιούτων ἐχθρὸν ἐξεταζόμενον.

[66] ταῦτα γὰρ πάντα καὶ τὰ τοιαῦτ᾽, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, φιλονικίᾳ μὲν ὑπαχθέντα χορηγὸν ὄντα ποιεῖν ἔχει τινὰ συγγνώμην· ἔχθρᾳ δ᾽ ἐλαύνοντά τινα, ἐκ προαιρέσεως, ἐφ᾽ ἅπασι, καὶ τὴν ἰδίαν δύναμιν κρείττω τῶν νόμων οὖσαν ἐνδεικνύμενον, Ἡράκλεις, βαρὺ κοὐχὶ δίκαιόν ἐστιν οὐδὲ συμφέρον ὑμῖν. εἰ γὰρ ἑκάστῳ τῶν χορηγούντων τοῦτο πρόδηλον γένοιτο, ὅτι ἂν ὁ δεῖν᾽ ἐχθρὸς ᾖ μοι, Μειδίας ἤ τις ἄλλος θρασὺς οὕτω καὶ πλούσιος, πρῶτον μὲν ἀφαιρεθήσομαι τὴν νίκην, κἂν ἄμεινον ἀγωνίσωμαί τινος, ἔπειτ᾽ ἐφ᾽ ἅπασιν ἐλαττωθήσομαι καὶ προπηλακιζόμενος διατελῶ, τίς οὕτως ἀλόγιστος ἢ τίς οὕτως ἄθλιός ἐστιν, ὅστις ἑκὼν ἂν μίαν δραχμὴν ἐθελήσειεν ἀναλῶσαι; οὐδεὶς δήπου.

[67] ἀλλ᾽, οἶμαι, τὸ πάντας ποιοῦν καὶ φιλοτιμεῖσθαι καὶ ἀναλίσκειν ἐθέλειν ἐκεῖν᾽ ἐστίν, ὅτι τῶν ἴσων καὶ τῶν δικαίων ἕκαστος ἡγεῖται ἑαυτῷ μετεῖναι ἐν δημοκρατίᾳ. ἐγὼ τοίνυν, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, τούτων οὐκ ἔτυχον διὰ τοῦτον, ἀλλὰ χωρὶς ὧν ὑβρίσθην, καὶ τῆς νίκης προσαπεστερήθην. καίτοι πᾶσιν ὑμῖν ἐγὼ τοῦτο δείξω σαφῶς, ὅτι μηδὲν ἀσελγὲς ἐξῆν ποιοῦντι Μειδίᾳ μηδ᾽ ὑβρίζοντι μηδὲ τύπτοντι καὶ λυπεῖν ἐμὲ καὶ κατὰ τοὺς νόμους αὐτῷ φιλοτιμεῖσθαι πρὸς ὑμᾶς, καὶ μηδὲ διᾶραι περὶ αὐτοῦ τὸ στόμ᾽ ἔχειν ἐμέ.

[68] ἐχρῆν γὰρ αὐτόν, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, ὅτ᾽ ἐγὼ τῆς Πανδιονίδος χορηγὸς ὑπέστην ἐν τῷ δήμῳ, τότε τῆς Ἐρεχθῇδος ἀναστάντα, τῆς ἑαυτοῦ φυλῆς, ἀνθυποστῆναι, καὶ καταστήσανθ᾽ ἑαυτὸν ἐξ ἴσου καὶ τὰ ὄντ᾽ ἀναλίσκονθ᾽ ὥσπερ ἐγώ, οὕτω μ᾽ ἀφαιρεῖσθαι τὴν νίκην, ὑβρίζειν δὲ τοιαῦτα καὶ τύπτειν μηδὲ τότε.

[69] νῦν δὲ τοῦτο μὲν οὐκ ἐποίησεν, ἐν ᾧ τὸν δῆμον ἐτίμησεν ἄν, οὐδ᾽ ἐνεανιεύσατο τοιοῦτον οὐδέν· ἐμοὶ δ᾽, ὃς εἴτε τις, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, βούλεται νομίσαι μανίαν (μανία γὰρ ἴσως ἐστὶν ὑπὲρ δύναμίν τι ποιεῖν), εἴτε καὶ φιλοτιμίᾳ χορηγὸς ὑπέστην, οὕτω φανερῶς καὶ μιαρῶς ἐπηρεάζων παρηκολούθησεν ὥστε μηδὲ τῶν ἱερῶν ἱματίων μηδὲ τοῦ χοροῦ μηδὲ τοῦ σώματος τὼ χεῖρε τελευτῶν ἀποσχέσθαι μου.

***
[62] Αν και πολλοί, Αθηναίοι, έχουν γίνει εχθροί μεταξύ τους όχι μόνο για ιδιωτικές αλλά και για δημόσιες διαφορές, κανένας μέχρι σήμερα δεν έδειξε τόση αναίδεια ώστε να τολμήσει να κάμει κάτι τέτοιο. Λέγεται όμως ότι κάποτε ο περίφημος Ιφικράτης έγινε θανάσιμος εχθρός με τον Διοκλή από τον δήμο Πίθο· και επιπλέον συνέπεσε ο αδελφός του Ιφικράτη Τεισίας να είναι ο ανταγωνιστής του Διοκλή στη χορηγία. Μολονότι όμως ο Ιφικράτης είχε πολλούς φίλους, μεγάλη περιουσία και τόση αυτοπεποίθηση όση εύλογα θα είχε κάποιος που είχε αποκτήσει την υπόληψη και τις διακρίσεις τις οποίες σεις του παραχωρήσατε,

[63] δεν ορμούσε νύκτα στις κατοικίες των χρυσοχόων, δεν κατέσχιζε τα ρούχα που ετοιμάζονταν για την εορτή, δεν προσπαθούσε να εξαγοράσει τον δάσκαλο του χορού, δεν εμπόδιζε τον χορό στις ασκήσεις του ούτε εφάρμοζε κανένα από τα άλλα τεχνάσματα του Μειδία, αλλά υποχωρώντας μπροστά στους νόμους και στη θέληση των συμπολιτών του, ανεχόταν να βλέπει τον εχθρό του να νικάει και να παίρνει το στεφάνι της νίκης· αυτό ήταν φυσικό, γιατί έκρινε ότι μία τέτοια παραχώρηση ήταν αντάξια της πολιτείας μέσα στην οποία αυτός ο ίδιος ήξερε ότι είχε γίνει ευτυχισμένος.

[64] Άλλο γνωστό παράδειγμα είναι του Φιλοστράτου από τον Κολωνό, ο οποίος ήταν κατήγορος του Χαβρία —και μάλιστα ο σφοδρότερος από όλους— την εποχή που αυτός δικαζόταν και κινδύνευε να θανατωθεί για την υπόθεση του Ωρωπού· όταν μετά τα γεγονότα αυτά ο Φιλόστρατος ορίσθηκε χορηγός χορού αγοριών κατά τα Διονύσια και αναδείχθηκε νικητής, ο Χαβρίας ούτε τον κτύπησε ούτε του άρπαξε το στεφάνι ούτε πλησίασε όπου δεν έπρεπε.

[65] Μολονότι όμως θα μπορούσα να αναφέρω πολλά παραδείγματα ανθρώπων οι οποίοι για διαφόρους λόγους έγιναν εχθροί μεταξύ τους, δεν άκουσα ούτε είδα ποτέ μέχρι σήμερα κανέναν που να είναι τόσο αναιδής ώστε να κάμει κάτι τέτοιο. Γνωρίζω ότι κανένας σας δεν θυμάται αυτό, ότι δηλαδή από όσους γίνονταν εχθροί στο παρελθόν για ιδιωτικές ή δημόσιες διαφορές, κανείς δεν παρευρισκόταν την ώρα που καλούσαν τους κριτές του αγώνα ούτε υπαγόρευε τον όρκο κατά την ορκωμοσία, και κανείς γενικά σε τέτοιες περιστάσεις δεν έδειχνε εχθρότητα.

[66] Όλες αυτές και παρόμοιες πράξεις, Αθηναίοι, μπορούν κάπως να συγχωρηθούν σε ένα χορηγό ο οποίος παρασύρθηκε από την επιθυμία της νίκης· το να κυνηγά όμως κάποιος κάποιον από έχθρα, εσκεμμένα, σε κάθε ευκαιρία και να δείχνει ότι η προσωπική του δύναμη είναι ανώτερη από τους νόμους, αυτό είναι, μά τον Ηρακλή, σοβαρό, άδικο και ασύμφορο για σας παράπτωμα. Γιατί ποιός χορηγός θα ήταν τόσο ασυλλόγιστος ή τόσο εξαθλιωμένος, ώστε να ξοδεύει πρόθυμα και με τη θέλησή του ακόμα και μία δραχμή, αν φαινόταν από πριν ότι, αν κάποιος όπως ο Μειδίας ή άλλος τόσο αναιδής και πλούσιος είναι εχθρός του, πρώτα θα στερηθεί τη νίκη, ακόμη κι αν αγωνισθεί καλύτερα, και έπειτα θα μειονεκτεί σε όλα και θα εξευτελίζεται διαρκώς; Κανένας βέβαια.

[67] Αντίθετα, νομίζω ότι το κίνητρο που ωθεί όλους και να επιθυμούν τη νίκη και να ξοδεύουν με προθυμία είναι η πεποίθηση καθενός ότι έχει ίσα και νόμιμα δικαιώματα σε ένα δημοκρατικό πολίτευμα. Τα δικαιώματα αυτά, Αθηναίοι, τα στερήθηκα εξαιτίας του Μειδία και, εκτός από τις προσβολές που δέχθηκα, έχασα επιπλέον και τη νίκη. Θα αποδείξω επίσης σε όλους σας πέρα από κάθε αμφιβολία ότι ο Μειδίας, χωρίς βιαιότητα, χωρίς να με προσβάλει και να με κτυπήσει, μπορούσε και να με ενοχλεί και να σας δείχνει τις φιλοδοξίες του νόμιμα, χωρίς να μπορώ να ανοίξω το στόμα μου εναντίον του.

[68] Έπρεπε δηλαδή, Αθηναίοι, όταν εγώ ανέλαβα στην εκκλησία του δήμου τις δαπάνες της χορηγίας για την Πανδιονίδα φυλή, να προσφερθεί και αυτός να ορισθεί αντίπαλός μου χορηγός για τη δίκη του, την Ερεχθηίδα φυλή· και αφού έρθει σε ίση μοίρα με μένα και ξοδέψει, όπως και εγώ, την περιουσία του, έτσι να προσπαθήσει να μου αφαιρέσει τη νίκη· ούτε τότε όμως έπρεπε να με προσβάλει με αυτόν τον τρόπο και να με κτυπά.

[69] Τώρα όμως δεν έκαμε αυτό, με το οποίο θα τιμούσε τον λαό, ούτε έδειξε καμιά τέτοια παλληκαριά. Και εμένα, ο οποίος ανέλαβα τη χορηγία —είτε κανείς, Αθηναίοι, θέλει να νομίσει από παραφροσύνη (γιατί είναι ίσως τρέλα να επιχειρεί κάποιος κάτι πέρα από τις δυνάμεις του) είτε από φιλοδοξία—, με ενοχλούσε συνεχώς τόσο φανερά και με τόση κτηνωδία, ώστε τα ιερά ενδύματα ούτε ο χορός ούτε τελικά και εγώ ο ίδιος δεν γλίτωσα από τα χέρια του.

ΕΠΑΜΕΙΝΩΝΔΑΣ

Φυσικά, ακόμα και η βασιλική ειρήνη δεν ήταν πραγματική ειρήνη, γιατί οι ανταγωνισμοί και οι συγκρούσεις συνεχίσθηκαν. Σ’ αυτό το κομφούζιο των εναλλασσόμενων συνασπισμών και συμφώνων, νικών και ηττών, η μάχη στα Λεύκτρα, που έγινε το 371, αποτελεί ένα ορόσημο, γιατί με τη νίκη τους οι Θηβαίοι κατέρριψαν τον μύθο του αήττητου των Σπαρτιατών. Η θηβαϊκή επιτυχία οφειλόταν στη μεγαλοφυΐα του Επαμεινώνδα, που επινόησε τη «λοξή φάλαγγα». Ως τότε, το δεξί κέρας της φάλαγγας των οπλιτών ήταν πάντα το επιθετικότερο και ισχυρότερο, γιατί τα δόρατα έκλιναν ακούσια προς τα δεξιά. Επομένως, η νίκη εξαρτιόταν πάντα από αυτό το κέρας: αν κατόρθωνε να τρέψει σε φυγή το αντικριστό αριστερό κέρας του εχθρικού στρατού, το μέτωπο του εχθρού πλευροκοπούνταν αυτόματα και τότε η μάχη είχε κριθεί. Ο Επαμεινώνδας είχε τη μεγαλειώδη όσο και απλή σκέψη να ενισχύσει το αριστερό κέρας, εμβαθύνοντάς το σαν μια σφήνα. Έτσι όμως αναγκάσθηκε να κοντύνει το δεξί κέρας και να το εκθέσει στον κίνδυνο της υπερφαλάγγισης. Γι’ αυτό κάλυψε τα πλευρά του δεξιού κέρατος με ιππικό: τώρα το αριστερό κέρας μπορούσε να προωθηθεί με ολόκληρη τη δύναμη κρούσης του, «σαν μια τριήρης που διεμβολίζει την αντίπαλή της» (σύμφωνα με μια πετυχημένη σύγκριση που έκανε ο Ξενοφών). Ο χαρακτηρισμός «λοξή φάλαγγα» είναι κάπως παραπλανητικός, γιατί και ο παραδοσιακός σχηματισμός ήταν λοξός, αφού πάντοτε προωθούνταν το δεξί κέρας· αλλά η φάλαγγα του Επαμεινώνδα, εξαιτίας του άνισου βάθους της διάταξής της, ήταν ακόμα λοξότερη. Το βασικό όμως ήταν ότι στη φάλαγγα του Επαμεινώνδα είχε γίνει αντιμετάθεση των κέντρων βάρους: γι’ αυτό πολλοί προτιμούν να τη λένε «αντεστραμμένη φάλαγγα». Θα μπορούσε να σκεφτεί κανείς ότι η επιτυχία αυτής της έξυπνης ιδέας βασιζόταν στο στοιχείο του αιφνιδιασμού και γι’ αυτό μπορούσε να τελεσφορήσει μόνο μια φορά· αλλά έπειτα από εννιά χρόνια η επιτυχία επαναλήφθηκε στη Μαντίνεια. Μήπως αυτό οφειλόταν στον νωθρό συντηρητισμό των Σπαρτιατών; Ή στην ανικανότητά τους ν’ αναπτύξουν αξιόμαχο ιππικό, πράγμα που απαιτούσε αυτή η καινούρια τακτική, ενώ οι Βοιωτοί ήταν ανέκαθεν καβαλάρηδες; Ή μήπως (πράγμα που είναι πιθανότερο) ο Επαμεινώνδας δεν ήταν δούλος του συστήματος του, αλλά ήξερε να το τροποποιεί αποτελεσματικά, έτσι ώστε το στοιχείο του αιφνιδιασμού να είναι πάντα δικός του σύμμαχος; Γιατί το ουσιαστικό γνώρισμα της διάταξής του δεν ήταν βέβαια η «αντιστροφή», αλλά ακριβώς η «λοξότητα» με μια καινούρια και ανώτερη έννοια, δηλαδή η συγκέντρωση του εξοντωτικού πλήγματος σ’ ένα σημείο, ενώ ως τότε ήταν αυτονόητος κανόνας να γίνεται η επίθεση σ’ ολόκληρο το μέτωπο. Με μια λέξη, ήταν η κοσμοϊστορική στροφή από την παραλληλομαχία στην πλάγιομαχία: η επιθετική πτέρυγα προελαύνει με εξουθενωτική υπεροχή, η αμυντική πτέρυγα μένει στην αρχή σκόπιμα πίσω, για να προωθηθεί κι αυτή αργότερα και να ολοκληρώσει τη νίκη περικυκλώνοντας τον εχθρό. Είναι ολοφάνερο ότι ώς τότε ο τρόπος διεξαγωγής της μάχης δεν επέτρεπε ουσιαστικά την πλαγιομαχία: γιατί, παρόλο που το αριστερό κέρας έμενε κατά κανόνα στην άμυνα, δεν το έκανε αυτό προ- μελετημένα, αλλά αναγκαστικά και μηχανικά, υπακούοντας, θα έλεγε κανείς, σ’ ένα νόμο της βαρύτητας· και είναι εξίσου φανερό ότι στη «λοξή φάλαγγα» δεν είναι καθόλου αναγκαίο να είναι πάντα το αριστερό κέρας το επιθετικό, γιατί η επίθεση μπορεί να γίνει σ’ οποιοδήποτε σημείο: αρκεί να είναι αιφνιδιαστική και εξουθενωτική· ο εντοπισμός αυτού του «αρχιμήδειου σημείου» ήταν ζήτημα στρατηγικής ιδιοφυίας, που συνίσταται σ’ ένα μίγμα από τη γοργόστροφη και ξεκάθαρη σκέψη του ρεαλιστή και τη διαίσθηση του υπνοβάτη. Το «αδρανές» κέρας, αυτό που στην αρχή δεν έρχεται σ’ επαφή με τον εχθρό, παίζει τον ρόλο της εφεδρείας, που πραγματικά μπορούμε να πούμε ότι την επινόησε ο Επαμεινώνδας. Εφεδρεία, πλευροκόπηση, αντιστροφή, περικύκλωση: όλα αυτά είναι ιδέες, κι έτσι δεν απορούμε πια μαθαίνοντας ότι ο Επαμεινώνδας, αυτός ο σύγχρονος του Πλάτωνα, δεν ενδιαφερόταν αρχικά καθόλου για την πολιτική και τα στρατιωτικά, αλλά για την τέχνη και τη φιλοσοφία. Ακόμα και η στρατιωτική τέχνη είναι ένας κόσμος της σκέψης. Όλες οι πράξεις του πνεύματος είναι φιλοσοφία.
 
Μετά την καταστροφή των Σπαρτιατών στα Λεύκτρα ο Επαμεινώνδας εισέβαλε στη Λακωνία, που, όπως η Αγγλία, δεν είχε δει εχθρό στα εδάφη της από αμνημονεύτων χρόνων. Αλλά, ως υπερασπιστές της πατρώας γης, οι Σπαρτιάτες εξακολούθησαν να είναι αήττητοι, και παρόλο που η πόλη τους δεν ήταν περιτειχισμένη ο Επαμεινώνδας δεν κατόρθωσε να την κυριεύσει. Κινήθηκε τότε προς τη Μεσσηνία και απελευθέρωσε τους είλωτες, που από εκείνη τη στιγμή αποτελούσαν αυτόνομο κράτος, με μια οχυρή πρωτεύουσα στους πρόποδες του βουνού Ιθώμη. Αυτό ήταν το φοβερότερο χτύπημα που μπορούσε να δοθεί στη Σπάρτη: η ηγεμονία της κατέρρευσε ολοκληρωτικά. Τότε ο Επαμεινώνδας άρχισε να κάνει μακρόπνοα σχέδια, για να εγκαθιδρύσει τη θηβαϊκή κυριαρχία σ’ ολόκληρη την Ελλάδα. Η μοναδική αξιόλογη αντίπαλος ήταν η Αθήνα, που στο μεταξύ είχε συνέλθει και μάλιστα είχε ιδρύσει μια καινούρια ναυτική συμμαχία. Καθώς οι Βοιωτοί δεν μπορούσαν να τα βγάλουν πέρα σ’ ένα κατά θάλασσα πόλεμο, ο Επαμεινώνδας ήρθε σε συνεννόηση με την Περσία. Αλλά το 362 σκοτώθηκε στη μάχη της Μαντίνειας και η Θήβα ξανάπεσε στον προηγούμενο υποδεέστερο ρόλο της. Η άνθησή της ήταν ένα επεισόδιο που κράτησε-δεν κράτησε δέκα χρόνια και βασιζόταν εξ ολοκλήρου σ’ ένα μεγαλοφυή πρωταγωνιστή. Ως πολιτικός, ο Επαμεινώνδας δεν ήταν ούτε καλύτερος ούτε χειρότερος από τους Αθηναίους και τους Σπαρτιάτες προδρόμους του: τα αισθήματά του δεν ήταν περισσότερο πανελλήνια από τα δικά τους, αν και αργότερα ο ρομαντισμός τον εξιδανίκευσε και τον παρουσίασε ως «ελευθερωτή». Ο Επαμεινώνδας δε γνώριζε τίποτα ανώτερο από τη δικτατορία  της πόλης του. Ο τρόπος σκέψης και ζωής των Ελλήνων ήταν ο ἀγών, ο θρίαμβος και η δόξα του παλαιστή· η ισότητα και η ενότητα είναι έννοιες ξένες προς το ελληνικό πνεύμα: η στιγμή που απόκτησαν παγκόσμια ισχύ σημαδεύει το τέλος της ελληνικής ιστορίας.

Πόσο κατανοητή θα ήταν η μυκηναϊκή διάλεκτος σ’ έναν Αθηναίο της κλασικής εποχής;

Η σύντομη απάντηση:
κατανοητή μόνο μέσω ενδεχόμενης εξάσκησης στο σχολείο


Η αναλυτικότερη απάντηση:
Ένας Αθηναίος της κλασικής εποχής θα έβρισκε πολύ μεγάλες έως ανυπέρβλητες δυσκολίες στην κατανόηση της μυκηναϊκής διαλέκτου δίχως τη βοήθεια ενός δασκάλου, με τον ίδιο τρόπο που κανένας φυσικός ομιλητής της Νεοελληνικής δεν θα μπορούσε να κατανοήσει τα αρχαιοελληνικά κείμενα χωρίς τη μεσολάβηση της σχετικής εκπαίδευσης. Οι συλλογισμοί μου για τη δυσκολία του Αθηναίου είναι σε γενικές γραμμές οι εξής:

Τα μυκηναϊκά κείμενα χρονολογούνται από το 1400 ως το 1200 π.Χ. περίπου, συνεπώς είναι 8 έως 10 αιώνες αρχαιότερα από την εποχή του Περικλή, του Θουκυδίδη και του Δημοσθένη. Έχουν δηλαδή την ίδια χρονολογική σχέση που έχει η σημερινή Νεοελληνική με τα δημώδη κείμενα του 10ου-12ου αιώνα μ.Χ.

Όποιος ομιλητής της σημερινής Κοινής Νεοελληνικής προσπαθήσει να διαβάσει αυτά τα κείμενα (λ.χ. τα Πτωχοπροδρομικά ποιήματα) δίχως τη βοήθεια λεξιλογίου ή υπομνήματος θα έχει δυσκολίες στην κατανόησή τους. Κι αυτό, ενώ πρέπει να ληφθεί υπόψη το εξής: η ύπαρξη μακραίωνης ταυτόχρονης γραπτής λόγιας παράδοσης έχει επιβραδύνει την εξέλιξη και της ομιλούμενης νεοελληνικής γλώσσας. Με λίγα λόγια η σημερινή Νεοελληνική είναι πολύ πιο κοντά γλωσσικά στα δημώδη κείμενα του 10ου αιώνα μ.Χ. από ό,τι ήταν η κλασική Ελληνική στη μυκηναϊκή διάλεκτο.

Για παράδειγμα από φωνητική άποψη κανένας φθόγγος δεν έχει αλλάξει προφορά στην Ελληνική από τον 10ο αιώνα μ.Χ. μέχρι σήμερα. Αντίθετα, σχεδόν όλες οι μεγάλες φωνητικές και μορφολογικές εξελίξεις που αποτελούν σήμα κατατεθέν την κλασικής Ελληνικής συνέβησαν ραγδαία μετά την Εποχή του Χαλκού, πιθανόν λόγω της πολυδιάσπασης του ελληνικού κόσμου μετά την πτώση της ενοποιητικής πολιτιστικής δύναμης του μυκηναϊκού ανακτορικού συστήματος: αναφέρω ενδεικτικά την σταθεροποίηση της χρονικής αύξησης στα ρήματα, την εξαφάνιση ολόκληρων κατηγοριών φθόγγων (π.χ. χειλοϋπερωικοί όπως οι qw, gw), την μείωση του αριθμού των πτώσεων (από 8 έγιναν 5), την εμφάνιση του οριστικού άρθρου, τους παρακειμένους σε -κα (λέλυκα), την ανάπτυξη της παθητικής φωνής, τις αναπληρωματικές εκτάσεις που αλλοίωσαν τη μορφή των λέξεων και πολλά άλλα ακόμη.

Ο αρχαίος Αθηναίος θα έπρεπε να τα διδαχτεί όλα αυτά σε κάποιο σχολείο, για να καταλάβει την μυκηναϊκή Ελληνική. Ήδη στην κλασική εποχή είχαν αρχίσει να έχουν δυσκολίες στην κατανόηση της Ομηρικής Ελληνικής που ήταν μόλις 300 χρόνια αρχαιότερη.[i] Γι’ αυτό είχαν την ανάγκη καταλόγων με ερμηνεύματα λέξεων (γλῶσσαι), οι φιλόλογοι διαφωνούσαν μεταξύ τους για τη σημασία πολυάριθμων ομηρικών φράσεων, ενώ σύντομα παρουσιάστηκε η ανάγκη για εξηγητικά υπομνήματα. Πρέπει να τονιστεί ότι η εξοικείωση των μικρών μαθητών με την ομηρική γλώσσα διαπερνούσε τα σχολικά τους χρόνια, όπως η εκμάθηση της Αρχαίας Ελληνικής από τους σημερινούς μαθητές. Σίγουρα ήταν σε θέση να κατανοήσουν την Ομηρική πολύ πιο εύκολα από εμάς, αλλά η τριβή στο σχολείο βοηθούσε σημαντικά.[ii] Επιπλέον δεν πρέπει να μας διαφεύγει το εξής: η μυκηναϊκή ποτέ δεν ήταν τίποτε άλλο από μια διάλεκτος της Ελληνικής (ανήκε στον κλάδο που αργότερα εξελίχθηκε στην Αρκαδοκυπριακή).[iii] Ακόμη και σε συγχρονικό επίπεδο, πόσο μάλλον σε διαχρονικό, οι Έλληνες ενίοτε είχαν δυσκολίες να καταλάβουν μερικές τουλάχιστον διαλέκτους: ο Θουκυδίδης παραδέχεται ότι η διάλεκτος των Αιτωλών ήταν αγνωστότατη (ακατανόητη), ενώ το ίδιο ίσχυε προφανώς για τη μακεδονική διάλεκτο.

Οι νόμοι της Γόρτυνας θα δυσκόλευαν πολύ έναν Αθηναίο στην κατανόηση με τα αρχαϊκά τους στοιχεία. Οι ποιητές, όταν έγραφαν διαλεκτικά για ένα πανελλήνιο ακροατήριο, φρόντιζαν να δίνουν μόνο ένα επιφανειακό διαλεκτικό επίχρισμα στα έργα τους, ώστε να μην είναι δυσνόητα στους ομιλητές άλλων διαλέκτων. Για παράδειγμα η δωρική των χορικών της αττικής τραγωδίας πρακτικά περιορίζεται μόνο στη χρήση του δωρικού α αντί του αττικοϊωνικού η, δηλαδή στο σήμα κατατεθέν των δωρικών διαλέκτων. Προφανώς η εξοικείωση έπαιζε ρόλο στην αλληλοκατανόηση και όταν οι Έλληνες ομιλητές διαφορετικών διαλέκτων συναθροίζονταν σε συνέδρια και αγώνες θα κατανοούσαν με μια μικρότερη ή μεγαλύτερη προσπάθεια ο ένας τον άλλο. Σε τέτοιες περιπτώσεις μπορούμε να υποθέσουμε ότι οι ομιλητές περιόριζαν ασυνείδητα τα πολύ ιδιόμορφα διαλεκτικά στοιχεία για να βρουν ένα κοινό έδαφος, με τον ίδιο τρόπο που ενεργεί λ.χ. ένας σύγχρονος Κύπριος, όταν ομιλεί σε ελλαδίτικο ακροατήριο (χωρίς πάντως να χάνει κάποια χαρακτηριστικά της ομιλίας του).

Στην περίπτωση της μυκηναϊκής οι δυσκολίες από διαλεκτικής άποψης θα ήταν ακόμη μεγαλύτερες, αφού και χρονικά η διάλεκτος είναι απόμακρη και ανήκει σε μια ομάδα περιθωριακών διαλέκτων με λίγους ομιλητές κατά την κλασική εποχή (Αρκάδες, Κύπριοι), ενώ τα μυκηναϊκά αρχεία περιλαμβάνουν ένα μεγάλο πλήθος λέξεων που αργότερα εξαφανίστηκαν σε όλες τις διαλέκτους (προπάντων ειδικοί τεχνικοί όροι σχετικοί με την ανακτορική γραφειοκρατία, τη διοίκηση ή την οικονομία της γης, την κτηνοτροφία, τα είδη των τεχνιτών κ.τ.λ.). Παρατηρούμε στις πινακίδες πολλές σύνθετες λέξεις, στις οποίες κατανοούμε ίσως το ένα συνθετικό, αλλά το άλλο μας είναι αδύνατο να το αποκαταστήσουμε, όχι μόνο λόγω της ατελούς γραφής, αλλά επειδή η λεξική ρίζα χάθηκε στους επόμενους αιώνες. Τέλος, πολλές λέξεις παρουσιάζουν διαφορετική μορφή και νόημα σε σχέση με τα κλασικά αντίστοιχά τους (π.χ. gwasileus = ο τοπικός διοικητής ή αρχηγός επαγγελματικής συντεχνίας # βασιλεύς = βασιλιάς).
--------------------
[i] Αυτό δεν πρέπει να μας εκπλήσσει, αφού οι μαθητές σήμερα δυσκολεύονται πάρα πολύ στην κατανόηση της κρητικής διαλέκτου του Ερωτόκριτου (17ος αιώνας) ή να καταλάβουν ακόμη και την ρουμελιώτικη Ελληνική του Μακρυγιάννη (19ος αιώνας).
[ii] Όπως και η απομνημόνευση στίχων. Πβ. (σε ένα βαθμό) την εκμάθηση από τους μαθητές του Πάτερ ημών σήμερα.
[iii] Η ομοιομορφία της μυκηναϊκής σε όλο τον ελληνικό κόσμο της Εποχής του Χαλκού οφείλεται στο ανακτορικό σύστημα. Οι άλλες διάλεκτοι της 2ης χιλιετίας π.Χ. δεν καταγράφηκαν ποτέ. Η μυκηναϊκή παρουσιάζει την πιο χαρακτηριστική ίσως φωνητική εξέλιξη από όλες όσες χρησιμοποιούνται για την διάκριση των ελληνικών διαλέκτων: την τροπή του κληρονομημένου -τι- σε -σι- που χωρίζει τις ελληνικές διαλέκτους σε ανατολικές (Αττικοϊωνική, Αρκαδοκυπριακή, Αιολική) και δυτικές (Δωρική, βορειοδυτικές διάλεκτοι). Βλ. λ.χ. αττικό λέγουσι αντί δωρικού (και κληρονομημένου) λέγοντι.

Δενόμαστε με ανθρώπους και μετά γινόμαστε για δέσιμο

Η αλήθεια είναι ότι η δίνη του έρωτα μπορεί να σε παρασύρει ασυναίσθητα σε μονοπάτια αχαρτογράφητα, κυρίως όμως, να πάρει διαστάσεις ακραίες, απ’ τις πλέον μαγικές έως κι άλλες, απόλυτα καταστροφικές. Άντε τώρα να το προβλέψεις εκ των προτέρων αυτό. Εκεί δεν την πατάμε πάντα, άλλωστε;

Ξεκινάς με έναν καινούριο άνθρωπο στη ζωή σου παρέα με τους καλύτερους οιωνούς. Βλέπεις στα μάτια του ένα νέο κόσμο να ανοίγεται διάπλατα μπροστά σου. Έναν κόσμο που θες να εξερευνήσεις μόνο μαζί του. Απ’ τον ενθουσιασμό στον έρωτα ένα τσιγάρο δρόμος. Λίγο να αφεθείς, πάει το μυαλό, το ‘χασες, η καρδιά παίρνει τα ηνία και κάνει κουμάντο. Για τόλμα να της φέρεις αντίρρηση!

Τότε είναι που η λογική πάει περίπατο. Το μόνο που σε νοιάζει είναι να τον χαζεύεις, να τον αγγίζεις, να τον φιλάς, να του μιλάς, ν’ ακούς τη φωνή του, να χάνεσαι στο βλέμμα του, να ονειρεύεσαι μαζί του, να μοιράζεσαι τα εσώψυχα, τα όνειρα, τα σχέδια, τις προσδοκίες σου. Και ξέρεις, είναι απερίγραπτα υπέροχο όλο αυτό.

Υπάρχει όμως μία ειδοποιός διαφορά μεταξύ του «δένομαι» και του «δίνομαι». Εκεί κάπου μπερδευόμαστε. Βλέπεις, ένα φωνήεν μπορεί πραγματικά να αλλάζει το νόημα, τη ροή των πραγμάτων στα συναισθήματα και την εξέλιξή τους. Γιατί δενόμαστε με ανθρώπους τόσο, που έπειτα αδυνατούμε να λυθούμε. Δίνουμε όλο μας τον εαυτό, όλο μας το είναι, αφηνόμαστε σχεδόν έρμαια σαν να μην υπάρχει αύριο. Κι όμως υπάρχει. Όπως υπάρχει πάντα και η πιθανότητα το αύριό μας με του άλλου ατόμου να μην είναι κοινό. Τα δίνουμε όλα και στο τέλος μας γυρνάνε μπούμερανγκ. Όχι πάντοτε, αλλά είπαμε. Οι πιθανότητες παραμονεύουν να ισχύει.

Κι αν όντως συμβεί αυτό, τότε τι κάνουμε; Υπάρχει μήπως κανένας διακόπτης on/off για τα συναισθήματα; Kι όταν αυτά τα τελευταία τρέχουν με φρενήρεις ρυθμούς, τι να προλάβεις να περιμαζέψεις; Ανεξέλεγκτα, αμέτρητα, διάσπαρτα, ισοπεδωτικά, που μας οδηγούν σχεδόν στην τρέλα.  Άλλωστε τα όρια μεταξύ έρωτα και παράνοιας είναι πολύ ρευστά, θα ‘πρεπε να το ξέρεις πια αυτό.

Στην πορεία, λοιπόν, κάπου, κάπως, αλλάζουν τα πράγματα. Ο άνθρωπος που επένδυσες χρόνο, χώρο στη ζωή σου κι αισθήματα δεν είναι αυτός που νόμισες στην αρχή. Είτε δεν ήταν ποτέ είτε απεδείχθη στη διαδρομή είτε άλλαξες γνώμη, μπορεί ν’ άλλαξε κι αυτός μεταξύ μας, η ουσία είναι ότι ανάμεσά σας το πράγμα δεν προχωράει, το θέμα δεν τσουλάει παραπέρα, η φλόγα έσβησε, το πάθος μας τελείωσε. Δεν ταιριάζετε, σου λέω και τέτοια γίνεται η φάση και μόνο να το διακωμωδήσω μπορώ για να ελαφρύνω κάπως το κλίμα, γιατί αν σου έχει συμβεί, στην πραγματικότητα ξέρεις πως δεν έχεις ζωή, ψυχραιμία, διαυγή σκέψη κι υγιή ψυχισμό για πολύ καιρό μετά από αυτή τη διαπίστωση.

Και να τα νεύρα, τα αναπάντητα ερωτήματα, τα κλάματα, οι οδυρμοί, τα τσιγάρα, τα ποτά και τα ξενύχτια να διαδέχονται το ένα το άλλο σαν μια μορφή απόλυτα φυσιολογικής ιεροτελεστίας. Δε διανοείσαι να αποδεχτείς πώς είναι δυνατόν να έπεσες τόσο έξω μ’ έναν άνθρωπο, πώς γίνεται να υπάρξεις στο εξής χωρίς εκείνον, πώς μπορεί να ζήσει και να τα καταφέρει αυτός που πέθαινε για χάρη σου χωρίς τη παρουσία σου στη ζωή του.

Οι αναμνήσεις σε κυριεύουν ανελέητα, οι φωτογραφίες, τα τραγούδια, τα ραντεβού, τα τηλεφωνήματα, οι εξομολογήσεις, οι κουβέντες, τα μηνύματα, όλες εκείνες οι μικρές στιγμές ευτυχίας που συνέθεταν την αρμονία του εσωτερικού σου κόσμου και της καθημερινότητάς σου, εν γένει, σου χτυπάνε με σφυρί τον εγκέφαλο. Τη δε καρδιά, ακόμη χειρότερα, με τρυπάνι, αργά και βασανιστικά, επώδυνα, βαθιά για να μην μπορεί να ξεχάσει λεπτό.

Παγώνει ο χρόνος. Νιώθουμε ανήμποροι να κάνουμε το παραμικρό. Σαν να σταμάτησε η ζωή, μια ζωή σε παύση από τη μέρα που τέλειωσαν όλα. Δε σε απασχολεί τίποτα και κανένας, αρνείσαι πεισματικά να προχωρήσεις, δε βρίσκεις κανένα λόγο και καμία διάθεση πια, ακόμη και για τα αυτονόητα, τα απλά ή τα τετριμμένα, κολλάς στο παρελθόν, περιμένοντας στωικά είτε να επιστρέψει είτε να πατηθεί κάποιο θαυματουργό κουμπί και να σταματήσεις να πονάς.

Σ’ αυτό το σημείο είναι που μας χτυπά κι επίσημα η τρέλα την πόρτα. Στην αρχή διακριτικά, ύπουλα θα έλεγα, μήπως και δεν την καταλάβεις με τη μία, στη συνέχεια πιο δυνατά, πιο βίαια, πιο επίμονα, λες και ξέρει ότι θ’ ανοίξεις, ότι την περίμενες, ας πούμε. Έχεις δύο επιλογές: ή που την καλωσορίζεις με άνεση ή που της κλείνεις την πόρτα στα μούτρα.

Διαλέγεις και παίρνεις. Να σου θυμίσω όμως προτού αποφασίσεις τελεσίδικα ότι η ζωή δε σταματά σ’ έναν έρωτα που τελικά δεν ευδοκίμησε. Όπως επίσης ότι επιτρέπεται να πέσεις, άλλο τόσο όμως επιβάλλεται να σηκωθείς. Όχι για κανέναν άλλον, παρά μόνο για τον ίδιο τον εαυτό σου.

Πώς να αποφασίζουμε όταν έχουμε αμφιβολίες για τις επιλογές μας

Αποτέλεσμα εικόνας για vladimir fedotkoΚάθε φορά που καλούμαστε να πάρουμε μία απόφαση σχεδόν αυτόματα γεννάται μέσα μας το ερώτημα ποια από τις δύο επιλογές μας είναι η καταλληλότερη για εμάς. Ακολούθως ο καθένας βάσει του χαρακτήρα του εξετάζει, διερευνά και καταλήγει στη μία ή την άλλη επιλογή. Υπάρχουν, ωστόσο, κάποιες παράμετροι που μπορούν να μας καθοδηγήσουν στην καλύτερη για εμάς επιλογή. Μερικές από αυτές είναι οι παρακάτω.
 
1. Το πώς μας κάνει να νιώθουμε η κάθε μία από τις επιλογές μας. Αν μας προκαλεί κάποια από τις δύο δυσφορία ή οποιασδήποτε μορφής αρνητικό συναίσθημα, τότε μπορούμε να είμαστε σίγουροι ότι αυτή είναι η λάθος επιλογή για εμάς. Τη δεδομένη χρονική στιγμή τουλάχιστον. Μία σωστή επιλογή θα πρέπει να μας κάνει να νιώθουμε καλά, να μας προκαλεί θετικά συναισθήματα. Αν όλα αυτά δεν ισχύουν για καμία από τις δύο, τότε καμία δεν θα πρέπει να αποτελεί λύση για εμάς.
 
2. Η ποιότητα των σκέψεων που αναπτύσσουμε κατά τη διάρκεια διερεύνησης κάθε μίας επιλογής. Αν οι σκέψεις ή ακόμα και οι συνειρμοί μας έχουν θετική και αισιόδοξη χροιά τότε πολύ πιθανόν να πρέπει να επιλέξουμε τη συγκεκριμένη.
 
3. Δοκιμάζουμε και στη συνέχεια παρατηρούμε τι αντίκτυπο έχει στη ζωή μας η εκάστοτε επιλογή. Εάν από τη στιγμή που θα επιλέξουμε κάτι, όλα μας πάνε από το καλό στο καλύτερο, τότε ίσως πράξαμε ορθώς. Αν αντιθέτως η φυσική ροή της καθημερινότητάς μας διακόπτεται και αρνητικά γεγονότα αρχίζουν να συμβαίνουν, ίσως να πρέπει να επανεξετάσουμε την επιλογή που κάναμε το συντομότερο δυνατόν.
 
4. Δεν επιλέγουμε ποτέ εν βρασμώ και συναισθηματικά φορτισμένοι. Είναι πολύ πιθανό να πράξουμε λανθασμένα και να το μετανιώσουμε αργότερα, συχνά πληρώνοντας το τίμημα της επιλογής μας. Οι έντονες εξάρσεις στην πλειοψηφία τους δεν μας βοηθούν να κάνουμε μία πραγματικά συμφέρουσα για εμάς επιλογή και καλό είναι να τις αποφεύγουμε.
 
5. Δεν επιτρέπουμε την επιρροή εξωγενών παραγόντων και τρίτα πρόσωπα, όσο δύσκολο και αν φαίνεται. Θεωρώντας ότι οι άλλοι θέλουν το καλό μας, παρεισφρέουν στη ζωή μας κατά τέτοιο τρόπο που μας προκαλούν προβληματικές συνθήκες ζωής. Άρα, λοιπόν, θέτουμε ξεκάθαρα όρια ακόμα και αν έχουν τις καλύτερες των προθέσεων.
 
Αυτές είναι μόνο κάποιες από τις προϋποθέσεις οι οποίες μπορούν να μας στρέψουν προς μία ορθότερη για εμάς κατάσταση, αν και το απόλυτο στο θέμα των προσωπικών επιλογών δεν χωράει. Ο καθένας θα πρέπει να επιλέγει ελεύθερα και ανεπηρέαστα αυτό που κρίνει ότι είναι το καταλληλότερο για αυτόν αναλαμβάνοντας φυσικά και τις ευθύνες που του αναλογούν.

Η ηθική διδασκαλία του Κομφούκιου

Ο Κομφούκιος (551-479 π.X.) ήταν Κινέζος σοφός και εισηγήθηκε δικό του φιλοσοφικο-ηθικο-κοινωνικό σύοτημα, τον κομφουκιανιομό. Το όνομα του αποτελεί εκλατινισμένη εκδοχή του Κουνγκ φου τζου, που σημαίνει ο δάσκαλος Κουνγκ. Καταγόταν από ευγενή οικογένεια και έμεινε ορφανός σε μικρή ηλικία και μεγάλωσε μέσα σε δύσκολες οικονομικές συνθήκες.
 
Αν και αυτοδίδακτος, κατόρθωσε να γίνει ο πιο μορφωμένος άνθρωπος του τόπου του. Στη νεότητα του ακολούθησε διάφορα επαγγέλματα, όπως φύλακας σε σιταποθήκη και επόπτης σε ποίμνιο, τα οποία, λόγω των συγκρούσεων του με τους προϊσταμένους του, δεν άσκησε επί μεγάλο χρονικό διάστημα. Από νωρίς, επίσης, άρχισε να διδάσκει και έδειξε ενδιαφέρον για την πολιτική. O τρόπος της διδασκαλίας του βασιζόταν στην ενεργό συμμετοχή του μαθητή· «αν», έλεγε χαρακτηριστικά, «όταν δείχνω μία πλευρά του θέματος, ο μαθητής δεν μπορεί να υπολογίσει τις άλλες τρεις μόνος του, δεν συνεχίζω».
 
Σε ηλικία πενήντα ενός ετών ο Κομφούκιος έγινε υπουργός δικαιοσύνης, στην ιδιαίτερη πατρίδα του – θέση την οποία εγκατέλειψε ύστερα από πέντε περίπου χρόνια, όταν δεν του προκαλούσε πλέον ενδιαφέρον. Αποφάσισε, τότε, με ορισμένους μαθητές του να ταξιδέψει σε εννέα επαρχίες της Κίνας. Ύστερα από δέκα τρία χρόνια, όμως, εγκατέλειψε το βίο του πλάνητος, όταν διαπίστωσε ότι δεν μπορούσε να επηρεάσει με τις απόψεις του τους κυβερνήτες και, σε ηλικία εξήντα οκτώ ετών, επέστρεψε στην ιδιαίτερη πατρίδα του, για να συνεχίσει εκεί πια το διδακτικό έργο του.
 
H διδασκαλία του αποτελεί συλλογή αφενός μεν αποφθεγμάτων του ίδιου και των μαθητών του, αφετέρου δε συζητήσεων μεταξύ αυτού και μαθητών του. H ύψιστη ηθική αρχή, κατά αυτόν, είναι το γιεν, που σημαίνει την αγάπη, τη φιλανθρωπία, τη μεγαλοθυμία, την καλοσύνη «γιεν είναι να αγαπάει κανείς τους ανθρώπους με χαρά από τα μύχια της ψυχής του».
 
To γιεν είναι μία αρχή, την οποία θα πρέπει να καλλιεργήσουν οι άνθρωποι μέσα τους, ώστε να μπορέσει αυτή να επηρεάσει τις σχέσεις των με τους άλλους. O καλύτερος τρόπος, για να προσεγγίσει και να κατανοήσει κανείς τη σημασία του γιεν, είναι να βάζει τον εαυτό του στη θέση των άλλων και, έτσι, να συμπεριφέρεται ανάλογα.
 
Τα δύο βασικά αξιώματα του Κομφούκιου, εν προκειμένω, είναι: «Να μην κάνεις στους άλλους ό,τι δεν θα σου άρεσε για τον εαυτό σου» και «Να κάνεις στους άλλους εκείνο που θα ήθελες να κάνεις για τον εαυτό σου».
 
Δίδαξε περισσότερο για τη ζωή και τον άνθρωπο παρά για το θάνατο και τα πνεύματα. «Ο άνθρωπος είναι που κάνει τον δρόμο μεγάλο και όχι ο δρόμος που κάνει τον άνθρωπο μεγάλο», υποστήριξε.
 
Αντιδιέστειλε, επίσης, τον τσουντζου, τον ανώτερο άνθρωπο, ο οποίος διέπεται από το γιεν και χαρακτηρίζεται από τη γαλήνη και την ηρεμία, προς τον κατώτερο άνθρωπο, που έχει ως στόχο του το κέρδος και διακατέχεται από την ανησυχία και την αγωνία, και διακήρυξε ότι το ιδεώδες είναι η εναρμόνιση του ανώτερου ανθρώπου με το ορθά ταξινομημένο κοινωνικό περιβάλλον, η οποία προσδιορίζεται από τις αμοιβαίες ηθικές υποχρεώσεις, που περιλαμβάνονται στις πέντε βασικές ανθρώπινες σχέσεις – μεταξύ κυβερνήτη και υπουργού, μεταξύ πατέρα και γιου, μεταξύ μεγαλύτερου και μικρότερου αδελφού, μεταξύ συζύγων και μεταξύ φίλων.
 
Αποφθέγματα
* Η σιωπή είναι ένας πιστός φίλος που ποτέ δε θα σε προδώσει.
* Διάλεξε μια δουλειά που σ’ αρέσει και δε θα χρειαστεί να δουλέψεις ούτε μια μέρα στη ζωή σου.
* Κάποτε οι άνθρωποι σπούδαζαν για να τελειοποιούν τον εαυτό τους. Τώρα σπουδάζουν για να προξενούν τον θαυμασμό των άλλων.
*  Η γνώση χωρίς την εμπειρία δεν είναι παρά ένα άχρηστο στολίδι.
*  Τρεις είναι οι δρόμοι προς τη σύνεση: ο δρόμος σκέψης ο πιο ευγενικός, ο δρόμος
*  Ακόμη και η μικρή ανυπομονησία μπορεί να εμποδίζει στην πραγματοποίηση των μεγάλων στόχων.
* Μια έννοια που έχει τη δύναμη να ρυθμίζει όλη τη ζωή μας: Επιείκεια.
*  Όσο πιο αυστηρά και άσπλαχνα κρίνεις τον εαυτό σου, τόσο πιο δίκαια και με επιείκεια θα κρίνεις τους άλλους.
*  Ο άνδρας με αρετή είναι απαιτητικός με τον εαυτό του, ενώ ο μικρός άνθρωπος είναι απαιτητικός με τους άλλους.
*  Ο άνδρας με αρετή λυπάται πως δεν είναι τέλειος, δεν λυπάται πως δεν είναι διάσημος.
*  Εμπειρία: ένα μικρό φανάρι που κρέμεται πίσω από την πλάτη μας και φωτίζει τον δρόμο που έχουμε είδη περάσει.
*  Ο ανώτερος άνθρωπος κρίνει τον εαυτό του, ο κατώτερος κρίνει τους άλλους …
*  Ο ευγενικός άνδρας πάντα έχει ατάραχη ψυχή. Ο παλιάνθρωπος είναι πάντα γεμάτος έγνοιες.
*  Μόνο οι γυναίκες και οι μικροπρεπείς είναι κουραστικοί μες στο σπίτι. Όταν αποκτήσουν οικειότητα μαζί σου, παύουν να συμβιβάζονται. Και όταν τους κρατάς σε απόσταση, γίνονται εκδικητικοί.
*  Ξέχνα τις προσβολές, αλλά ποτέ μη ξεχνάς την καλοσύνη.

Λόγια και σιωπή

Από μικρός θαύμαζα τους ανθρώπους που έλεγαν λίγα λόγια αλλά με τόσο νόημα.

Θυμάμαι ατάκες, λόγια και μότο ανθρώπων που σημάδεψαν τη ζωή μου και που υποσυνείδητα υιοθέτησα και με ωφέλησαν τόσο πολύ. Ο σοφός λαός λέει πως τα πολλά λόγια είναι φτώχια. Λέει ακόμα πως τα λίγα λόγια είναι ζάχαρη και τα καθόλου μέλι ή… λίγα λόγια και καλά. Τα πολλά λόγια είναι συνήθως απόρροια των μπερδεμένων σκέψεων, μιας εσωτερικής αναστάτωσης, ενός πολυδουλεμένου και αγχωμένου μυαλού.

Τα καλύτερα λόγια είναι αυτά που προέρχονται κατευθείαν από την καρδιά. Λίγα, καίρια, γλυκά, μεστά. Αυτό που ειλικρινά θαυμάζω σε έναν άνθρωπο είναι η ικανότητά του να μιλάει όταν χρειάζεται, όταν είναι η κατάλληλη ώρα, εκεί ακριβώς που πρέπει. Χωρίς πολλά-πολλά, να μπαίνει στο νόημα, να δίνει κατευθυντήρια γραμμή, να παίρνει ξεκάθαρη θέση.

Λατρεύω τους ανθρώπους που παρατηρούν, ακούν τον άλλο με προσοχή και με λίγα λόγια γεμάτα συμπυκνωμένα νοήματα μπορούν ακόμα και να σου τακτοποιήσουν την σκέψη.

Είναι τόσο σημαντικό να είναι κάποιος καλός ακροατής. Συνήθως δεν ακούμε. Βιαζόμαστε να πούμε αυτό που έχουμε στο μυαλό μας, να δώσουμε απάντηση σε μια ερώτηση που πολλές φορές δεν έχουμε καταλάβει ή καν ακούσει.

Αν δεν έχουμε καταφέρει να συναντηθούμε με την ουσία του εαυτού μας, κάνουμε συνέχεια προβολές στον άλλον αδυνατώντας να κατανοήσουμε αυτό που μας λέει. Μιλάμε χωρίς να επικοινωνούμε. Συχνά αναλωνόμαστε σε συζητήσεις ανούσιες, με άμεσο αποτέλεσμα μετά από μια τέτοια κουβέντα να νιώσουμε πως χάσαμε χρόνο και την ενέργειά μας.

Αν δεν έχεις κάτι ουσιαστικό και ωφέλιμο να πεις, καλύτερα να σιωπάς και να ακούς μόνο.

Υπάρχουν κάποιοι άνθρωποι που με έναν χαρισματικό τρόπο μπορούν να σου περνάνε νοήματα ακόμα και μέσα από τη σιωπή τους.

Τα καλύτερα λόγια σε πολλές περιπτώσεις είναι τα λόγια που δε λέγονται με το στόμα, αλλά εκφράζονται μέσα από τη σιωπή.

Τα λόγια της σιωπής ηχούν δυνατά χωρίς όμως να κάνουν τον παραμικρό θόρυβο. Φωλιάζουν στην καρδιά και όχι στο μυαλό. Αναζητούν την ουσία και όχι την εικόνα. Χαρακτηρίζονται από αλήθεια που καθρεπτίζεται στα μάτια…

Κάνε μια προσπάθεια να ακούσεις αυτά τα λόγια της σιωπής… αφέσου… έχουν να σου πουν τόσα πολλά…

Αν θέλουμε Ειρήνη...

Για να ολοκληρωθεί λοιπόν ο εσωτερικός μας Κόσμος, να γιγαντωθεί και να γίνει Παγκόσμιος, όπως άλλωστε τον ονειρευόμαστε, ο αγώνας και η πάλη αρχίζει πάντα ενάντια στον μεγαλύτερό μας εχθρό: τον ίδιο τον εαυτό μας. «Νίκαν αυτόν εαυτόν, πασών νίκη πρώτη και άριστη», έλεγε ο Δημόκριτος ο Αβδηρίτης.

Στην προσπάθεια λοιπόν γι’ αυτήν την πρώτη και άριστη νίκη αρχίζουμε με την μελέτη της Φύσης και την παρατήρηση των φαινομένων που συμβαίνουν σ’ αυτή. Απορούμε, θαυμάζουμε διαπιστώνοντας πως ολόκληρος ο υλικός κόσμος, μαζί με τα έμβια αλλά άλογα όντα, βρίσκεται συνέχεια σε μια τάξη ισορροπίας και τάξης και μέσα στο αιώνιο «γίγνεσθαι» εμφανίζεται πάντα σαν ένα σύμμετρο και αρμονικό σύνολο. Μαγεμένος από την ομορφιά αυτού του συνόλου ο Πυθαγόρας ο Σάμιος, είναι ο πρώτος που το ονόμασε Κόσμο.

«Δια γαρ το θαυμάζειν οι άνθρωποι και νυν και το πρώτον, ήρξαντο φιλοσοφείν» (Αριστοτέλης, μετά τα Φυσικά). Ο φιλοσοφικός όμως λογισμός προβληματίζεται, όταν την τάξη και την αρμονία του κόσμου αυτού, έρχεται να τη διαταράξει το μόνο έλλογο όν του πλανήτη μας, ο άνθρωπος, με την μόλυνση, την αλλοίωση ακόμα και την καταστροφή του φυσικού περιβάλλοντος. Το δυστύχημα όμως είναι, πως η διαταραχή αυτή δεν περιορίζεται στις σχέσεις του ανθρώπου με τη Φύση, αλλά επεκτείνεται και στην ίδια του την Ύπαρξη, με αποτέλεσμα πάνω στην προσπάθειά του για απόκτηση όλο και περισσοτέρων υλικών αγαθών και στην επίδειξη δύναμης και δόξας, να συγκρούεται με τους συνανθρώπους του. Τέτοιες συγκρούσεις, πολλές φορές στην ιστορία της ανθρωπότητας, ξεπέρασαν τα μέτρα των ανθρώπινων σχέσεων για να πάρουν παγκόσμιες διαστάσεις αφανισμού εκατομμυρίων ανθρώπων, μέσα στους ανέμους των πολέμων. Σήμερα, κοιτάζοντας κάποιος τι συμβαίνει στον κόσμο γενικότερα και στην περιοχή μας ειδικότερα, θα μπορούσε να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι 100 χρόνια μετά το τέλος του Α' Παγκόσμιου Πολέμου και 30 περίπου χρόνια μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, ο Τόμας Χομπς είχε δίκιο: τον κόσμο τον χαρακτηρίζει η αρχή «bellum omnium contra omnes» (πόλεμος εναντίον όλων)

Όσο υπάρχουν αιτίες αναγκαστικά θα συνεχίσουν να υπάρχουν και αποτελέσματα. Όσο οι άνθρωποι είναι επιρρεπείς στις διακρίσεις και τους διαχωρισμούς, όσο είναι ιδιοτελείς κι επιθετικοί, οι πόλεμοι θα εξακολουθήσουν να συμβαίνουν. Αν θέλουμε λοιπόν ειρήνη και αρμονία στον κόσμο, πρέπει να έχουμε ειρήνη και αρμονία μέσα στην καρδιά και στον νου μας. Μια τέτοια αλλαγή δεν μπορεί να επιβληθεί εξωτερικά. Πρέπει να προέλθει από μέσα. Εκείνοι που αποστρέφονται τον πόλεμο, πρέπει να τον εξοβελίσουν από τον εαυτό τους. Χωρίς ειρηνικούς ανθρώπους, πώς μπορούμε να έχουμε ειρήνη στον κόσμο; Όσο οι άνθρωποι είναι όπως είναι, και ο κόσμος θα συνεχίσει να παρουσιάζει αυτό το χάλι.

Είναι στα αλήθεια πολύ παράδοξο, να διαπιστώνει ο άνθρωπος την τάξη και την αρμονία που επικρατούν στο Σύμπαν, να την θαυμάζει, να πετυχαίνει να τη μεταφέρει μέσα στα δημιουργήματά του, όπως είναι η στατική ισορροπία των τεραστίων κατασκευών που κόβουν την ανάσα στη θέα τους, με την αρμονική σύνδεση των διαφόρων υλικών και αυτός ο ίδιος να είναι ανίκανος να ρυθμίσει κατά τρόπον ισόρροπο κι αρμονικό τις λειτουργίες της ίδιας του της ύπαρξης και την συμπεριφορά του μέσα στην κοινωνία με τους συνανθρώπους του.

Έτσι η τεχνολογική πρόοδος μετατρέπεται σιγά-σιγά σε μια δεσποτική δύναμη που μπορεί να καταποντίσει τον άνθρωπο μέσα στη δίνη της ευημερίας και να τον υποδουλώσει στις υλικές του ανάγκες που τόσο αλόγιστα δημιουργεί. Αυτή η υποδούλωση στην ποσότητα, δημιουργεί τον κίνδυνο να μετατρέψει τους ανθρώπους της καταναλωτικής κοινωνίας σε μια απαθή μάζα, μπροστά στην ποιότητα των πνευματικών και ηθικών αξιών, σε σημείο που να χάσουν την πίστη τους στην έλλογη πορεία της ανέλιξής τους μέσω των αρχών του ανθρωπισμού, και τον χώρο της εσωτερικότητας τους να τον σαρώσουν εύκολα οι άνεμοι διαφόρων υλιστικών κοσμοθεωριών.

«Σοφόν τι το μηχανόεν τέχνας υπέρ ελπίδα ποτέ μεν κακόν, άλλοτ’ επ’ εσθλόν έρπει». Κύριος ο άνθρωπος μιας γνώσης που οι επινοήσεις της ξεπερνούν κάθε ελπίδα, μπορεί να πάρει το δρόμο είτε του κακού είτε του καλού. Αυτή είναι η μοίρα του ανθρώπου όλων των εποχών. Του ανθρώπου που πάντα θα παραπαίει μεταξύ της Αρετής και της Κακίας, όπως τόσο προφητικά ψάλλει ο χορός στην «Αντιγόνη».

Αν και πάει πολύς καιρός, χιλιετηρίδες, που ο φιλοσοφικός «λόγος» της αρχαίας Ελλάδας έχει ακουσθεί, δεν πρέπει να ξεχνάμε πως τα κοινωνικά φαινόμενα μέσα στην ανακύκλησή τους, έχουν περιόδους παρακμής αλλά και ακμής για τον άνθρωπο. Μπορεί λοιπόν σήμερα να διατρέχουμε τον αιώνα της βασιλείας της ύλης και των αισθήσεων, όμως αργά ή γρήγορα οι άνθρωποι του ευδαιμονισμού, της αθεΐας και του μηδενισμού, θα ξαναζήσουν τους πνευματικούς θησαυρούς της κορυφαίας στιγμής της ελληνικής πνευματικής άνθησης, της εποχής του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη. Τούτο είναι απολύτως βέβαιο, γιατί όλες οι αναγεννήσεις απέβλεπαν στο αναβάπτισμα μέσα στις πηγές αυτών ακριβώς των θησαυρών.

Γιατί σε φοβίζει ο Λαβύρινθος;

Λαβύρινθος· ένας εσωτερικός χώρος με μία μόνο είσοδο και πολύπλοκους διαδρόμους που κατασκευάστηκε για να απομονώσει το Μινώταυρο.

Ο μύθος λέει πως μόνο ένας άντρας κατάφερε να βγει από τον Λαβύρινθο ζωντανός. Αντιμετώπισε και νίκησε το Μινώταυρο και στη συνέχεια βρήκε το δρόμο της εξόδου.

Από τότε εκατομμύρια άνθρωποι έχουν μπει ο καθένας στο δικό του λαβύρινθο.

Μπλέκουν στις μπερδεμένες του στοές και ψάχνουν να βρουν την έξοδο. Κι εκεί είναι το λάθος.

Όταν βρεθείς στο Λαβύρινθο, προσπαθείς να βγεις, ενώ πρέπει να δεχθείς ότι αναγκαστικά θα φτάσεις πρώτα στο κέντρο του, θα βρεις εκεί το Μινώταυρο που θα παραμονεύει, θα τον αντιμετωπίσεις και έπειτα θα προσπαθήσεις να βρεις την έξοδο. Θα βγεις ακολουθώντας την αντίθετη διαδρομή τώρα. Και με αυτήν την αντίστροφη πορεία θα αρνηθείς το παρελθόν και θα κάνεις μια νέα αρχή.

Ο Λαβύρινθος είναι το ταξίδι σου πάνω σε αυτή τη Γη, οι επιλογές που κάνεις ή δεν κάνεις, οι αποφάσεις που πρέπει να πάρεις, τα διλήμματα που αντιμετωπίζεις κι οι δρόμοι που τελικά ακολουθείς.

Ο ίδιος σου ο εαυτός θα σε φέρει μέσα στο Λαβύρινθο. Δεν μπορείς να κάνεις αλλιώς.

Στην αρχή όλα είναι σκοτεινά κι εσύ βρίσκεσαι μόνος. Κοιτάς γύρω σου φοβισμένος. Δε θες να προχωρήσεις γιατί ξέρεις ότι θα χαθείς. Μα κάτι πρέπει να κάνεις. Υπολόγισε τις δυνάμεις σου, τα όπλα που έχεις και στάσου στα πόδια σου.

Τότε θα έρθει και η ελπίδα… Η ελπίδα πως θα τα καταφέρεις. Γιατί παρά τους δαιδαλώδεις διαδρόμους, τα στενά του περάσματα και τους κινδύνους που παραμονεύουν ο Λαβύρινθος καταλήγει στο φως – είναι το ταξίδι σου στο φως.

Κι όταν μπερδευτείς στις στοές του, μην το βάλεις κάτω! Τις πιο πολλές φορές ο Λαβύρινθος θα σε βγάλει σε αδιέξοδο. Δεν θα μπορείς να προχωρήσεις γιατί δεν θα ξέρεις που να πας και θα πρέπει να γυρίσεις πίσω.

Άλλες φορές θα σε βγάλει μπροστά σε δύο δρόμους κι εσύ θα πρέπει να επιλέξεις. Ίσως ο ένας να σε οδηγήσει τελικά εκεί που θες, ίσως να είναι και οι δύο οι λάθος δρόμοι. Κάποιον όμως, θα πρέπει να ακολουθήσεις.

Να θυμάσαι ότι όσο μπερδεμένος κι αν είναι, ο Λαβύρινθος, πάντα κάπου θα σε οδηγεί.

Και μη φοβηθείς το Μινώταυρο σαν τον συναντήσεις. Ο Μινώταυρος είσαι εσύ… είσαι εσύ όταν απελπίζεσαι και το βάζεις κάτω. Είσαι ο Μινώταυρος, όπως είσαι και ο Θησέας, όπως είσαι και η Αριάδνη. Μην ζητήσεις λοιπόν, το Μίτο ή το σπαθί. Ήδη τα κρατάς στα χέρια σου.

Γιατί λοιπόν, σε φοβίζει ο Λαβύρινθος; Επειδή είναι σκοτεινός; Ποιος το λέει; Είναι το ταξίδι σου στην ζωή και θα έχει όποια χρώματα εσύ επιλέξεις.

Επειδή είναι μπερδεμένος και θα χαθείς;

Σκέψου τι θα ήμασταν, αν δεν χανόμασταν σε Λαβυρίνθους. Θα μέναμε σε ένα σημείο μην έχοντας μονοπάτι να ακολουθήσουμε.

Με τον έναν ή με τον άλλον τρόπο ο Λαβύρινθος θα σε κάνει να προχωρήσεις. Προχώρα λοιπόν, εκεί που υπάρχει δρόμος.

Βρες το λαβύρινθο μέσα σου και μπες. Και μην ξεχνάς! Εσύ κρατάς το Μίτο και εσύ μοναχά μπορείς να οδηγήσεις τον εαυτό σου στην έξοδο κι εκεί να συναντήσεις το Φως.

Το μάθημα της γάτας στον άνθρωπο

– Βασίλισσα; Είναι βασίλισσα αυτή η γάτα;

– Όλες οι γάτες είναι βασίλισσες.

Οι γάτες είναι οντότητες, που έχουν κατακτήσει τα πάντα. Έχουν κατακτήσει το σκοτάδι και το έχουν κάνει φως. Τη δυσκολία, την έχουν κάνει ευκολία. Την εξάρτηση, ανεξαρτησία. Το φόβο, θάρρος. Όλες οι γάτες πάνω στη γη δείχνουν συνεχώς στον άνθρωπο, πόσο εύκολα μπορεί να τα έχουν όλα. Πως η τροφή τους, είναι πάντα εκεί για αυτές. Πως όλο το Σύμπαν, κυριολεκτικά υπάρχει για να προσφέρει στη γάτα.

Αυτό είναι μια πάρα πολύ μεγάλη αρχοντιά, που η ανθρωπότητα θα κατακτήσει όταν αποφασίσει να δεχθεί τον Εαυτό του ολοκληρωτικά. Αυτός είναι ο λόγος γιατί πολλοί άνθρωποι, ιδιαίτερα οι άντρες δεν συμπαθούν τις γάτες. Γιατί, μέσα από ένα δύσκολο παρελθόν, πιστεύουν πως μόνο με σκληρή δουλειά και πολύ κόπο, φέρνουμε στον εαυτό μας τα αγαθά της ζωής.

Η γάτα πάντα δείχνει στον άνθρωπο ακριβώς το αντίθετο. Όταν κατακτήσεις τον Εαυτό σου, τότε η Ζωή, η γη, ο ουρανός, η Ύπαρξη ολόκληρη, προσφέρει όλα της τα δώρα σε εσένα. Είναι οι πιο ισχυροί δάσκαλοι. Ο μόνος τρόπος για να καταλάβει κάποιος πραγματικά τις γάτες είναι να φτάσει στο επίπεδο τους. Κρατάνε μέσα τους όλη τη Γνώση, τη Δύναμη, την Αλήθεια και έχουν έρθει στην ανθρωπότητα, γιατί προστατεύουν τον άνθρωπο από πολλές αρνητικές ενέργειες, δείχνοντας του μέσα από τον τρόπο τους, την τελική του πορεία.

Οι γάτες, κοιτώντας σας από χιλιόμετρα, ξέρουν πολύ καθαρά ποιος είστε και ακριβώς επειδή είναι βασίλισσες, ανώτερες υπάρξεις ευγενείας, σας επιτρέπουν να τις πλησιάσετε όταν αισθάνονται ότι κατακτάτε βήμα-βήμα τον Εαυτό σας στην Αγάπη.

Τις αποκαλώ Τέλειες Υπάρξεις Ομορφιάς. Κάθε τους κίνηση, αποτελεί χορευτική εναρμόνιση σύμπαντος και γης. Είναι τόσο τρυφερές, που το τρίχωμα τους παράγει ηλεκτρικά κύματα που σε κάνουν να αγαπάς, να παίρνεις δύναμη, να νιώθεις πιο βαθιά τον Εαυτό σου και τον κόσμο.

Τολστόι: O θάνατος του Ιβάν Ιλίτς

Στο σύντομο έργο του Τολστόι, O θάνατος του Ιβάν Ιλίτς (1886) το κεντρικό πρόσωπο έχει πάψει προ πολλού να αγαπιέται με τη σύζυγό του- δεν καταλαβαίνει διόλου τα παιδιά του και δεν έχει φίλους παρά μόνο εκείνους που μπορούν να τον βοηθούν στη σταδιοδρομία του και των οποίων η υψηλή θέση του φαίνεται λαμπρή και ένδοξη. Ο Ιβάν Ιλίτς είναι άνθρωπος που νοιάζεται για το γόητρό του σε βαθμό εξουθενωτικό. Κατοικεί στην Αγία Πετρούπολη, σε ένα μεγάλο διαμέρισμα διακοσμημένο με βάση το γούστο της εποχής, και συχνά παραθέτει άψυχες δεξιώσεις μετά δείπνου όπου κανείς δε μιλά με ζέση ή με ειλικρίνεια. Εργάζεται ως ανώτερος δικαστικός και απολαμβάνει τη θέση του κυρίως επειδή του αποφέρει σεβασμό. Καμιά φορά, αργά τη νύχτα, διαβάζει το εκάστοτε «πολυσυζητημένο» βιβλίο και πληροφορείται από τις εφημερίδες ποια είναι η ορθή άποψη που πρέπει να διαμορφώνει γι’ αυτό. Ο Τολστόι παραθέτει συνοπτικά τη ζωή του δικαστή: «Οι διάφορες χαρές της υπηρεσίας του ικανοποιούσαν τον εγωισμό· οι χαρές της κοινωνικής ζωής του ικανοποιούσαν τη ματαιοδοξία του. Μα η πραγματική απόλαυση του Ιβάν ήταν τα χαρτιά».

‘Έπειτα, σε ηλικία 45 ετών, ο Ιβάν αρχίζει να πονάει στα πλευρά και ο πόνος σταδιακά εκτείνεται σε όλο του το σώμα. Οι γιατροί αδυνατούν να καταλάβουν τι έχει. Με λόγια αόριστα και βαρύγδουπα για πτώσεις του νεφρού και για δυσαρμονικά επίπεδα αλάτων, του χορηγούν φάρμακα ολοένα και πιο ακριβά, ολοένα και πιο αναποτελεσματικά. Νιώθει πολύ κουρασμένος για να δουλέψει, αισθάνεται τα σωθικά του να καίγονται, χάνει κάθε όρεξη για το φαγητό και το σημαντικότερο. για το ουίστ. Σιγά σιγά αντιλαμβάνεται, όπως και όλοι γύρω του, ότι σύντομα θα πεθάνει.

Γι’ αρκετούς από τους συναδέλφους του στο δικαστικό σώμα η σκέψη αυτή δεν είναι δυσάρεστη. Ο Φεντόρ Βασίλιεβιτς προβλέπει ότι μετά το θάνατο του Ιβάν θα πάρει αυτός τη θέση του Στάμπελ ή του Βίννικοφ – και η προαγωγή θα σημαίνει 800 ρούβλια αύξηση συν επίδομα για έξοδα παραστάσεως. Ένας άλλος συνάδελφος, ο Πιοτρ Ιβάνοβιτς, λογαριάζει ότι θα του δοθεί η ευκαιρία να πετύχει τη μετάθεση του κουνιάδου του από την Καλούγκα, πράγμα που θα ευχαριστήσει τη σύζυγό του και θα κάνει κάπως καλύτερη την κατάσταση στο σπίτι. Στους οικείους του Ιβάν η είδηση δε φέρνει μεγαλύτερη στενοχώρια. Η σύζυγός του δε σκοτίζεται καθόλου για την απώλεια, αλλά την ανησυχεί το ύψος της σύνταξής της, η δε κοσμική κόρη τους φοβάται μήπως ο θάνατος του πατέρα της διαταράξει τα σχέδιά της για το γάμο της.

Ο Ιβάν από την πλευρά του παραδέχεται ότι έχει σπαταλήσει το χρόνο του στη Γη, ότι έχει ζήσει με τρόπο που εξωτερικά του έφερνε σεβασμό, εσωτερικά όμως ήταν άγονος. Με μια ανασκόπηση της παιδικής του ηλικίας, της εκπαίδευσής του και της σταδιοδρομίας του ανακαλύπτει πως καθετί που έπραξε στη ζωή του είχε ως κίνητρο την επιθυμία του να φαίνεται σημαντικός στα μάτια των άλλων – θυσίασε όλα τα ενδιαφέροντα και τις ανησυχίες του για να εντυπωσιάσει τους ανθρώπους, που όπως ανακαλύπτει μόλις τώρα, δε νοιάζονται καθόλου γι’ αυτόν.

Μια νύχτα, περασμένα μεσάνυχτα, κι ενώ υποφέρει από τον πόνο, «του πέρασε από το νου κάτι, που πριν θα του φαινόταν ολότελα αδύνατο. Συλλογίστηκε πως οι δειλές αλλοτινές του απόπειρες να εναντιωθεί σ’ εκείνο που οι άνθρωποι της υψηλής κοινωνίας θεωρούσαν καλό (απόπειρες που την ίδια στιγμή προσπαθούσε να απαλλαγεί απ’ αυτές), μπορεί να είχαν βάσιμες κι ορθές, και πως όλα τα υπόλοιπα ίσως να μην είχαν εκείνο που νόμιζε. Η υπηρεσία του, η ταχτοποιημένη του ζωή, η οικογένεια του, τα κοινωνικά ενδιαφέροντα, όλα αυτά ίσως να μην ήταν παρά μια ψευτιά».

Η αίσθηση ότι διασπάθισε τη σύντομη ζωή του εντείνεται ακόμη περισσότερο όταν παραδέχεται ότι ο περίγυρός του τον αγαπούσε για την κοινωνική του υπόσταση μόνο κι όχι για τον αληθινό, ευάλωτο εαυτό του. Τον σέβονταν επειδή ήταν δικαστής, επειδή ήταν πλούσιος πατέρας και κολόνα του σπιτιού, μα τώρα που όλα αυτά σε λίγο θα εκλείψουν, γεμάτος αγωνία και φόβο, δεν μπορεί να βασίζεται στην αγάπη κανενός: «Εκείνο που βασάνιζε πάνω απ’ όλα τον Ιβάν Ιλίτς ήταν ότι κανένας δεν τον συμπονούσε όπως αυτός ήθελε να τον συμπονέσουν… όσο κι’ αν ντρεπόταν να το παραδεχτεί, ένιωθε την ανάγκη να τον συμπονέσει κάποιος σαν ένα άρρωστο μικρό παιδί.

Αποζητούσε ένα χάδι, ένα φιλί, όπως χαϊδεύουν και παρηγορούν τα μικρά παιδιά. Ήξερε βέβαια πως δεν είναι πια παιδί, μα ένας σοβαρός δικαστής με γκρίζα γενειάδα, και γι’ αυτό το λόγο ήταν αδύνατο να γίνει κάτι τέτοιο». Μετά την αποδημία του Ιβάν εις Κύριον οι φερόμενοι ως φίλοι του έρχονται για τα συλλυπητήρια, αλλά δυσανασχετούν γιατί με το θάνατό του αναβάλλεται η προγραμματισμένη τους συνάντηση για ουίστ. Καθώς κοιτούν το κέρινο, άδειο πρόσωπό του μέσα στο φέρετρο, ο συνάδελφος Πιοτρ Ιβάνοβιτς αρχίζει να συλλογίζεται ότι μια μέρα ο θάνατος θα ζητήσει ενδεχομένως κι εκείνον – σκέψη που έχει δυσάρεστες επιπτώσεις, ιδίως για τη λογική με την οποία αναλώνει όλη του την ενεργητικότητα στη χαρτοπαιξία. “Μα το ίδιο μπορεί να συμβεί κάθε στιγμή και σ’ εμένα”, σκέφτηκε και τρόμαξε ξαφνικά. Αμέσως όμως παρηγορήθηκε από την απλή σκέψη πως αυτό συνέβηκε στον Ιβάν Ιλίτς και όχι σ’ αυτόν. Σ αυτόν, όχι, δεν έπρεπε να συμβεί κάτι τέτοιο, κι ούτε μπορεί… Τέτοιες σκέψεις δείχνουν πώς αφήνεται να παρασυρθεί [κανείς] από τη μελαγχολική του διάθεση και αυτό δεν πρέπει να γίνει».

Ο Τολστόι κατανοούσε βαθιά τη δύναμη του θανάτου να μας μεταπείθει στο ζήτημα «τι πρέπει να με απασχολεί», επειδή κι ο ίδιος, λίγα μόλις χρόνια πριν γράψει το έργο αυτό, είχε αναθεωρήσει ολόκληρη τη ζωή του με αφορμή την πολύ πρόσφατη «ανακάλυψή» του ότι ήταν θνητός. Στο έργο του Μια εξομολόγηση (1882), την ενδελεχή καταγραφή των επίμονων ερωτημάτων που του είχε εμπνεύσει ο θάνατος, εξηγούσε ότι σε ηλικία 51 ετών, και αφού είχε γράψει · τα Πόλεμος και ειρήνη και Άννα Καρένινα, ενώ δηλαδή ήταν παγκοσμίως διάσημος και πλούσιος, είχε συνειδητοποιήσει ότι από πολύ νέος δε ζούσε με γνώμονα τις δικές του αξίες ή τις αξίες του Θεού αλλά με βάση τις αξίες της κοινωνίας του, και ότι αυτό του είχε εμπνεύσει μια διαρκή επιθυμία να υπερισχύει των άλλων να είναι πιο διάσημος, πιο σημαντικός, πιο πλούσιος. Στον κοινωνικό του κύκλο «Φιλοδοξία, δίψα για εξουσία, ιδιοτέλεια, λαγνεία, περηφάνια, θυμός, εκδίκηση, όλα αυτά ήταν αξίες αποδεκτές». Τώρα όμως, με το θάνατο κατά νου, αμφέβαλλε για την εγκυρότητα των προηγούμενων φιλοδοξιών του. «Λοιπόν εντάξει, θα έχεις δεκαέξι χιλιάδες στρέμματα στην περιοχή της Σαμάρα και τριακόσια άλογα. Ε, και λοιπόν;… Ωραία, θα γίνεις πιο διάσημος από τον Γκόγκολ, τον Πούσκιν, τον Σαίξπηρ, τον Μολιέρο, πιο διάσημος απ’όλους τους συγγραφείς του κόσμου. Και λοιπόν;”

Οι φανατικοί εχθροί της μοναξιάς

Δεν βλέπω ωστόσο γιατί αυτή η ανάγκη συντροφιάς, αυτή η ισχυρή επιθυμία συναναστροφής, συγκαταλέγεται στα υπέρ μας και αναφέρεται ως ανθρώπινη αυταξία που δεν απαντά στα άλλα ζώα. Διότι, για να είναι μια απόδειξη της φυσικής μας υπεροχής και της ύπαρξης στον ανθρώπο μιας γενναιόδωρης αγάπης που υπερβαίνει τον εαυτό του και αγκαλιάζει ολόκληρο το είδος του, η ανάγκη για συντροφιά (και, αντίστοιχα, η απέχθεια της μοναξιάς) θα έπρεπε να είναι εξόφθαλμη και ιδιαιτέρως ισχυρή στους καλύτερους του είδους μας, στους ανθρώπους με τη μεγαλύτερη ευφυΐα, τα μεγαλύτερα ταλέντα και τις περισσότερες αρετές. Όμως τα πιο αδύναμα πνεύματα, τα λιγότερο ικανά να χαλιναγωγήσουν τα πάθη τους, οι ένοχες συνειδήσεις που τρέμουν στην ιδέα να μείνουν μόνες με τον εαυτό τους, καθώς και οι άνθρωποι δίχως αξία, οι οποίοι είναι ανίκανοι να παραγάγουν από μόνοι τους οτιδήποτε χρήσιμο, αυτοί είναι οι φανατικότεροι εχθροί της μοναξιάς – προτιμούν οποιαδήποτε συντροφιά παρά να μείνουν χωρίς συντροφιά.

Ενώ οι γνωστικοί και καλλιεργημένοι άνθρωποι, οι οποίοι στοχάζονται και μελετούν τα πράγματα και οι οποίοι δεν είναι έρμαιο των παθών τους, πρόθυμα και χωρίς πρόβλημα μπορούν να μείνουν μοναχοί. Θ’ αποφύγουν είκοσι, παρέες προκειμένου να μην υποστούν την κακοφωνία, τη βλακεία και την προπέτεια, και θα προτιμήσουν το γραφείο τους ή έναν κήπο προκειμένου να μη συναντήσουν τίποτε δυσάρεστο και προσβλητικό για το καλό τους γούστο – ή ακόμα και την έρημο για ν’ αποφύγουν τη συναναστροφή με ορισμένους ανθρώπους.

Είναι αλήθεια ότι ο ΧΡΟΝΟΣ ΔΙΑΣΤΕΛΛΕΤΑΙ;

Οι δύο αρχές της Ειδικής Σχετικότητας οδηγούν σε θεωρήσεις που έρχονταν σε μετωπική σύγκρουση με τις κοινά παραδεκτές αντιλήψεις για τον ΧΡΟΝΟ και τον ΧΩΡΟ.

Από εννοιολογική σκοπιά το πιο εντυπωσιακό συμπέρασμα είναι ότι ο ρυθμός που κυλάει ο χρόνος είναι διαφορετικός για δύο παρατηρητές που κινούνται ο ένας ως προς τον άλλο.

Ο Einstein για να αποφύγει το αδιέξοδο οδηγήθηκε στην αμφισβήτηση της επιστημολογικής βάσης της έννοιας ΑΠΟΛΥΤΟΣ ΧΡΟΝΟΣ και κατέληξε στο να την εγκαταλείψει.

Το πρώτο συνεπώς θύμα της Ειδικής Θεωρίας ήταν η ΑΚΛΟΝΗΤΗ ΠΕΠΟΙΘΗΣΗ ότι «ο ΧΡΟΝΟΣ είναι ΑΠΟΛΥΤΟΣ και ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΣ».

Ο Einstein απέδειξε ότι ο χρόνος είναι ΕΛΑΣΤΙΚΟΣ εξ αιτίας της ΚΙΝΗΣΗΣ. Κάθε παρατηρητής έχει τη δική του κλίμακα ΡΟΗΣ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ που γενικά είναι διαφορετική από εκείνη ενός ΑΛΛΟΥ.

Στο δικό μας Σύστημα Αναφοράς ο χρόνος δεν παραμορφώνεται αλλά εάν συγκριθεί με τον χρόνο ενός άλλου παρατηρητή που ΚΙΝΕΙΤΑΙ σε σχέση με μας διαπιστώνουμε ότι οι χρόνοι δεν συμβαδίζουν.

Ο Einstein είχε «μαζί του» το δεδομένο επανειλημμένων πειραμάτων που έδειχναν ότι η ταχύτητα του φωτός είναι πάντοτε ίδια για όλα τα συστήματα αναφοράς και ανεξάρτητη από την ταχύτητα της φωτεινής πηγής.

Το πειραματικό αυτό δεδομένο το μετέτρεψε σε ΑΞΙΩΜΑ, το «είδε» ως ένα σοβαρό μυστικό της λειτουργίας του Σύμπαντος. Και η λύση την οποία πρότεινε ήταν μία λύση επαναστατική. Για να διατηρήσει τη σταθερότητα της ταχύτητας του φωτός αναγκάστηκε να θυσιάσει δύο ιερές έως τότε ιδέες της κλασικής φυσικής. Την παγκοσμιότητα του ΧΡΟΝΟΥ και την παγκοσμιότητα του ΧΩΡΟΥ.

Εφόσον «ταχύτητα είναι η απόσταση που διανύεται ανά μονάδα χρόνου», θα είναι σταθερή και ανεξάρτητη από την κίνηση του παρατηρητή ΜΟΝΟ ΕΑΝ ΟΙ ΑΠΟΣΤΑΣΕΙΣ ΚΑΙ ΤΑ ΧΡΟΝΙΚΑ ΔΙΑΣΤΗΜΑΤΑ ΕΞΑΡΤΩΝΤΑΙ ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΙΝΗΣΗ ΑΥΤΗ.

O ΧΡΟΝΟΣ διαστέλλεται, ο ΧΩΡΟΣ συστέλλεται
Το ίδιο παράξενα πράγματα συμβαίνουν και με τον χώρο. Είναι και αυτός ελαστικός. Και είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρον το ότι ΟΤΑΝ Ο ΧΡΟΝΟΣ ΔΙΑΣΤΕΛΛΕΤΑΙ Ο ΧΩΡΟΣ ΣΥΣΤΕΛΛΕΤΑΙ., όπως και το ότι ΟΙ ΑΜΟΙΒΑΙΕΣ ΠΑΡΑΜΟΡΦΩΣΕΙΣ ΤΟΥ ΧΩΡΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ ΘΕΩΡΟΥΝΤΑΙ ΜΕΤΑΤΡΟΠΗ ΤΟΥ ΧΩΡΟΥ ( ο οποίος συστέλλεται ) σε ΧΡΟΝΟ ο οποίος διαστέλλεται.

Κάθε δευτερόλεπτο χρόνου αποτιμάται σε τεράστιο χώρο: 300000 χιλιόμετρα. Ήταν κάτι που τίναζε στον αέρα τις βεβαιότητες περί παγκόσμιου χρόνου και χώρου βασικό θεμέλιο της φυσικής του Νεύτωνα. Ο χρόνος και ο χώρος έγιναν εύκαμπτοι και ευέλικτοι. Αν πατήσουμε γκάζι για να αυξήσουμε την ταχύτητά μας ο χρόνος διαστέλλεται. Αν κάποιος παρατηρητής Β κινείται ως προς έναν άλλον Α με ταχύτητα τα 99, 9999999 % της ταχύτητας του φωτός το δευτερόλεπτο γίνεται 6 ώρες και 12 λεπτά. Ο χρόνος θα διαστέλλεται όλο και περισσότερο όσο πλησιάζουμε την ταχύτητα του φωτός .

ΤΑ ΙΔΙΑ ΡΟΛΟΓΙΑ ΟΤΑΝ ΜΕΤΑΦΕΡΟΝΤΑΙ ΑΠΟ ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΟΥΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΤΕΣ ΘΑ ΔΕΙΧΝΟΥΝ ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΟΥΣ ΧΡΟΝΟΥΣ.
Η διαστολή του ΧΡΟΝΟΥ έχει επαληθευτεί;
Τι είναι όλα αυτά άραγε; Σκέψεις δημιουργημένες στο γραφείο ή φαινόμενα που είναι δυνατόν να συμβούν; Εξυπακούεται ότι τέτοια φαινόμενα δεν υποπίπτουν στην αντίληψή μας γιατί η ζωή μας κυλάει με ταχύτητες πολύ μικρές σε σχέση με εκείνη που ταξιδεύει το φως. Υπάρχουν ωστόσο ευαίσθητα όργανα που τα καταγράφουν με σχετική ευκολία για να επιβεβαιωθεί ότι ο χρόνος όχι μόνο διαστέλλεται αλλά διαστέλλεται και ακριβώς όσο είχε προβλέψει η Σχετικότητα το 1905.

Η διαστολή του χρόνου έχει επαληθευτεί αρκετές φορές. Στις περιπέτειες λόγου χάρη της κοσμικής ακτινοβολίας με τα μιόνια. Οι κοσμικές ακτίνες κάνουν ένα μακρύ μεσοαστρικό ταξίδι που κάποτε τις φέρνει στη Γη. Ορισμένα από τα σωματίδια που μεταφέρουν έχουν πολύ μεγάλη ενέργεια και συγκρούονται με πυρήνες ατόμων ψηλά στη γήινη ατμόσφαιρα. Οι πυρήνες αυτοί διασπώνται και δημιουργούν μία βροχή από «υποατομικά σωματίδια» τα περισσότερα από τα οποία είναι «θνησιγενή» και αποσυντίθενται πολύ πριν φθάσουν στο γήινο έδαφος. Κάποια άλλα όμως – όπως τα μιόνια – καταλήγουν στο έδαφος κάνουν τους ανιχνευτές Geiger να κελαηδούν. Υπάρχει ωστόσο ένα πρόβλημα.

Το μιόνιιο είναι πολύ ασταθές. Έχει χρόνο ημιζωής 2 εκατομμυριοστά του δευτερολέπτου (μs) , πράγμα που σημαίνει ότι από έναν πληθυσμό 1200 μιονίων μένουν λιγότερα από 600 μετά από 2 μικροδευτερόλεπτα, 300 μετά από άλλα 2 μs και 150 μετά από άλλα δύο μικροδευτερόλεπτα και πάει λέγοντας. Ο πληθυσμός δηλαδή των μιονίων πάρα πολύ γρήγορα εξαφανίζεται. Σε δύο μικροδευτερόλεπτα το φως που είναι και ο παγκόσμιος πρωταθλητής ταχύτητας προλαβαίνει να διασχίσει απόσταση μόλις 600 μέτρων. Και τα μιόνια που ταξιδεύουν κάπως πιο αργά από το φως διασχίζουν μια απόσταση μικρότερη. Πώς είναι δυνατόν να «επιζούν» και να ενεργοποιούν τελικά τους ανιχνευτές μας;

Η εξήγηση έρχεται από τη Θεωρία της Σχετικότητας αλλά και επιβεβαιώνει με ακρίβεια τα σχετικά πορίσματα της Θεωρίας για τη διαστολή του χρόνου. Επειδή τα μιόνια κινούνται με ταχύτητα που πλησιάζει εκείνη του φωτός η διάρκεια της ημιζωής τους που μπορεί να μετρηθεί από τα γήινα ατομικά μας παρατείνεται περίπου χίλιες φορές. Και δεν είναι μόνο τα μιόνια . Τα αόρατα στοιχειώδη σωματίδια που εκτοξεύονται με τεράστιες ταχύτητες από τους επιταχυντές του CERN ΒΛΕΠΟΥΝ ΚΑΙ ΑΥΤΑ ΤΗΝ ΥΠΑΡΞΗ ΤΟΥΣ ΝΑ ΠΑΡΑΤΕΙΝΕΤΑΙ .

ΣΤΑΥΡΟΦΟΡΙΕΣ: Γ' ΣΤΑΥΡΟΦΟΡΙΑ (1189 - 1192) (ΜΕΡΟΣ Δ')

IΣΤΟΡΙΚΑ ΠΡΟΣΩΠΑ

Σαλάχ αλ Ντιν Γιουσούφ Ιμπν Αγιούμπ (Σαλαντίν ή Σαλαδίνος)

Ο Σαλαντίν ή Σαλαδίνος, Σουλτάνος της Αιγύπτου και της Συρίας,υπήρξε μία από τις μεγαλύτερες προσωπικότητες του Μεσαίωνα. Ήταν αυτός που κατάφερε να ενώσει τους Μουσουλμάνους της Μέσης Ανατολής, από τον Ευφράτη ως την Αίγυπτο, και να ανακαταλάβει την Ιερουσαλήμ από τους σταυροφόρους, στις 2 Οκτωβρίου 1187. Παρά τη σφαγή που έκαναν οι σταυροφόροι, όταν κατέλαβαν αρχικά Ιερουσαλήμ το 1099, ο Σαλαντίν έδωσε αμνηστία και ελεύθερη δίοδο σε όλους τους Καθολικούς πολίτες και ακόμη και στον ηττημένο Χριστιανικό στρατό, (οι οποίοι κατέβαλαν λύτρα), στους δε Έλληνες Ορθοδόξους Χριστιανούς συμπεριφέρθηκε ακόμη καλύτερα, γιατί πολλές φορές ήταν αντίθετοι στους δυτικούς Σταυροφόρους...

Η ιπποτική του συμπεριφορά του τονίστηκε από τους Χριστιανούς χρονικογράφους, και παρά το γεγονός ότι έγινε η Νέμεση των Σταυροφόρων κέρδισε το σεβασμό πολλών από αυτούς - μεταξύ των οποίων και του Ριχάρδου του Λεοντόκαρδου – και αντί να γίνει μισητός στην Ευρώπη, έγινε ένα διάσημο παράδειγμα των αρχών της ιπποσύνης.

Ο Σαλαντίν (Ṣalāḥ al-Dīn, στα αραβικά: صلاح الدين يوسف بن أيوب‎)γεννήθηκε το 1138 στο Τικρίτ της Μεσοποταμίας, στο σημερινό Ιράκ. Ήταν Κούρδος στην καταγωγή. Το κανονικό του όνομα ήταν Σολάχ αντ Ντιν Γιουσούφ Αγιούμπ, που σημαίνει Αρετή της Πίστης, Ιωσήφ, υιός Ιώβ. Η οικογένειά του είχε εγκατασταθεί εκεί μεταναστεύοντας από την Αρμενία. Οι πληροφορίες για τα πρώτα του χρόνια είναι ελλιπείς και συγκεχυμένες. 

Σύμφωνα με την πλέον διαδεδομένη άποψη, όταν ήταν ενός μόλις έτους, ο πατέρας του Ναζμαντίν μαζί με τον θείο του Σιρκούχ, μετανάστευσαν ξανά και εγκαταστάθηκαν πρώτα στη Μοσούλη και κατόπιν στο Χαλέπι της Συρίας. Εκεί, ο πατέρας και ο θείος του Σαλαντίν εντάχθηκαν στην υπηρεσία του άρχοντα της πόλης Ιμάντ - Ντιν Ζανγκί, ο οποίος τους διόρισε φρούραρχους στο κάστρο του Μπάαλμπεκ. Το 1146 ο Ζανγκί πέθανε και τον διαδέχτηκε ως εμίρης ο Νουρεντίν, μια από τις επίσης μεγάλες μορφές του Μεσαιωνικού Ισλάμ. 

Ο Σαλαντίν, μικρό παιδί τότε,στάλθηκε από τον πατέρα του σε ιερατική σχολή και αφοσιώθηκε στη μελέτη του Κορανίσυ. Παράλληλα, σπούδασε και τα Ελληνικά γράμμα, τη γεωμετρία του Ευκλείδη και μαθηματικά, καθώς και τα νομικά. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον επέδειξε για τη μελέτη των συγγραμμάτων του Έλληνα γεωγράφου Πτολεμαίου. Επίσης, αγαπούσε την ποίηση. Η κλίση του προς την μελέτη του Κορανίου υποδείκνυε και την μελλοντική του εξέλιξη. 

Δεν επρόκειτο όμως τα γεγονότα να εξελιχθούν έτσι. Ο διανοούμενος νεαρός θα εξελισσόταν σε έναν από τους μεγαλύτερους πολιτικούς και στρατιώτες της εποχής του. Πατέρας του ήταν ο ισχυρός αξιωματούχος των Σελτζούκων της Συρίας Αγιούμπ, που ανήκε στην Κουρδική φυλή Ριβαδιέ. Τα πρώτα χρόνια του τα πέρασε σε ιερατική σχολή. Αργότερα κατατάχθηκε στο στρατό του Νουρεντίν Ζενγκί, και τη δεκαετία του 1160 συνόδευσε το θείο του και στρατηγό του Νουρεντίν, Σιρκούχ, στις εκστρατείες του κατά των Φατιμιδών της Αιγύπτου και των σταυροφόρων.

 
Τελικά ο Σιρκούχ κατάφερε να γίνει Βεζίρης στην Αίγυπτο και να κυβερνήσει στο όνομα του Νουρεντίν. Ο Σιρκούχ πέθανε το 1169 και τον διαδέχθηκε ο Σαλαντίν που συνέχισε να κυβερνά στο όνομα του Νουρεντίν, και μάλιστα κατάφερε να αντιμετωπίσει χωρίς τη βοήθειά του τον Αμάλριχο Α' της Ιερουσαλήμ. Το 1171 ο τελευταίος Φατιμίδης Χαλίφης αλ-Ντιν πέθανε. Αυτό ήταν και το τέλος της δυναστείας των Φατιμιδών, αλλά και της επικράτησης των Σιιτών στην Αίγυπτο. 

Ο Σαλαντίν ήταν πλέον ο απόλυτος κυρίαρχος στην Αίγυπτο και κάτω από την εξουσία του η χώρα μετεστράφηκε πάλι προς το Σουνιτισμό. Ο Σαλαντίν ασχολήθηκε με την ισχυροποίηση της Αιγύπτου, αναζωογονώντας την οικονομία της και αναδιοργανώνοντας το στρατό της. Παράλληλα παρουσίασε τάσεις ανεξαρτησίας από το Νουρεντίν σε τέτοιο βαθμό ώστε να φτάσουν ένα βήμα πριν από τον πόλεμο.Όμως το 1174 ο Νουρεντίν πέθανε, αφήνοντας ως διάδοχο το γιο του, ένα ανήλικο και ανίσχυρο αγόρι. 

Ο Σαλαντίν εκμεταλλευόμενος αυτήν την ευκαιρία επεξέτεινε το κράτος του στη Συρία και μέχρι το 1186 η εξουσία του μέχρι την Μεσοποταμία, αλλά και την Υεμένη, ήταν αδιαμφισβήτητη. Μάλιστα το 1180 κατάφερε να καταστήσει υποτελή του τον σουλτάνο των Σελτζούκων του Ικονίου, Κιλίτζ Αρσλάν Β'.

Ο Σαλαντίν αγαπήθηκε ακόμα και από τους αντιπάλους, ακόμα και από όλους τους αλλόδοξους υπηκόους του, Ορθόδοξους, Ιουδαίους, Καθολικούς. Ποτέ του δεν υπήρξε φανατικός και μισαλλόδοξος. Ποτέ του δεν αρνήθηκε να βοηθήσει κάποιον, ανεξάρτητα από την πίστη του. Σε ελάχιστες περιπτώσεις έχασε την ψυχραιμία του και συνειδητά δεν σεβάστηκε ανθρώπινη ζωή. Παροιμιώδης είναι η φιλία του με τον μεγάλο του αντίπαλο Ριχάρδο τον Λεοντόκαρδο, τον οποίο πάντως συναντήθηκε μόνο μια φορά. 

Ακόμα και όταν κυρίευσε την Ιερουσαλήμ, σεβάστηκε όλους τους κατοίκους, αντίθετα με τους σταυροφόρους, οι οποίοι όταν κατέλαβαν την πόλη το 1099 έσφαξαν Μουσουλμάνους, Ιουδαίους και Ορθόδόξους αδιακρίτως. Υμνήθηκε ακόμα και από τους τροβαδούρους και τους ποιητές της σκοταδιστικής Μεσαιωνικής Ευρώπης και πολλοί θρύλοι, βασισμένοι σε πραγματικά γεγονότα συνήθως, κυκλοφόρησαν από την εποχή εκείνη. Όλες οι μαρτυρίες των δυτικών τον παρουσίαζαν ως έναν πραγματικό ιππότη. Αναφέρονται δεκάδες περιστατικά που δικαιολογούν απόλυτα την φήμη του.


Τον Απρίλιο του 1191, κάποιοι απήγαγαν ένα παιδί τριών μόλις μηνών από την Καθολική μητέρα του. Οι άλλοι Φράγκοι αμέσως κάλεσαν την απαρηγόρητη μητέρα να ζητήσει αυτοπροσώπως τη δικαιοσύνη του Σαλαντίν, Πράγματι, η απλή γυναίκα του λαού και μάλιστα γυναίκα αλλόδοξη παρουσιάστηκε ενώπιον του Σουλτάνου. Ο Σαλαντίν τη δέχτηκε φιλόξενα, όπως έκανε με όλους. Όταν δε έμαθε για την αρπαγή του παιδιού της, έθεσε αμέσως σε κίνηση την περίφημη υπηρεσία πληροφοριών» του. Σύντομα το παιδί ανακαλύφθηκε. 

Χωρίς να πει τίποτα, ο Σαλαντίν κατέβαλε ο ίδιος τα λύτρα στους απαγωγείς, πήρε πίσω το παιδί και το παρέδωσε στη μητέρα του. Όταν αυτή το πήρε με χαρά στην αγκαλιά της και το θήλασε, ο πανίσχυρος Σουλτάνος άφησε συγκινημένος ένα δάκρυ να του ξεφύγει. Κατόπιν της έδωσε ένα άλογο και εφόδια για τον δρόμο και την άφησε να φύγει. Τη σκηνή αυτή περιγράφει ο Άραβας ιστορικός Ιμπν Σαντάντ και την επιβεβαιώνουν και Χριστιανοί μάρτυρες.

Όσο γενναιόδωρος και αν ήταν όμως δεν μπορούσε να συγχωρέσει τον διαβόητο Ρεϋνάλδο του Σατιγιόν, έναν από τους αρχηγούς του Χριστιανικού στρατού που καταστράφηκε στο Χατίν, το 1187. Ο Ρεϋνάλδος, πέραν του ότι ήταν υπεύθυνος για τις σφαγές χιλιάδων αμάχων, όταν και αυτός που παραβίασε τις συνθήκες μεταξύ του Σαλαντίν και του Βασιλείου της Ιερουσαλήμ. Κατά συνέπεια, δεν ήταν απλός δολοφόνος, αλλά ήταν και επίορκος. Αυτόν ο Σαλαντίν τον έσφαξε ο ίδιος μέσα στη σκηνή του, παραβιάζονιας για πρώτη και μοναδική φορά τον ιερό νόμο της φιλοξενίας.

Σήμερα, το όνομα του Σαλαντίν παραμένει θρυλικό. Ειδικά στον Ισλαμικό κόσμο θεωρείται ο μεγαλύτερος ήρωας του Ισλάμ και δικαίως. Ακόμα και το σύμβολό του, ο αετός, έχει υιοθετηθεί από πολλά Αραβικά έθνη. Ωστόσο, αυτό που δυστυχώς οι σύγχρονοι Άραβες δεν έχουν κατορθώσει να καταστήσουν κτήμα του μεγάλου αρχηγού τους, είναι η ανεκτικότητά του, η ανεκτικότητά απέναντι στο διαφορετικό, ο σεβασμός του για την ανθρώπινη ζωή, τόσο των δικών του ανθρώπων, όσο και των εθρών του ακόμα.

Ο Σαλαντίν ήταν ένας πραγματικά μεγάλος άνδρας. Το δε απαύγασμα της σοφίας του εκφράστηκε λίγο πριν από τον θάνατό του. Ετοιμοθάνατος ο μεγάλος Βασιλιάς διέταξε, σύμφωνα με τον θρύλο, στρατιώτες του, με κρεμασμένο στα κοντάρι ένα σάβανο, να περιφέρονται στους δρόμους των πόλεων που εξουσίαζε και να φωνάζουν: «Ο αφέντης μας, που όριζε τόσα Βασίλεια και εξουσίαζε τόσες χώρες, ο κατακτητής της Ιερουσαλήμ πεθαίνει σήμερα και δεν εξουσιάζει τίποτα άλλο από αυτό εδώ το σάβανο»! Φιλόσοφος έως το τέλος.

 
Συγκρούστηκε πολύ λίγες φορές με τους σταυροφόρους και τις περισσότερες φορές τους νίκησε παρά τις φιλότιμες προσπάθειες του Βαλδουίνου Δ΄ της Ιερουσαλήμ. Το 1187 με αφορμή τις συνεχείς επιθέσεις του Ραϋνάλδου της Αντιόχειας στα καραβάνια προσκυνητών για την Μέκκα επιτέθηκε στους σταυροφόρους και έκαψε το στόλο τους στην Ερυθρά θάλασσα. Ο Βασιλιάς της Ιερουσαλήμ Γκυ των Λουζινιάν συγκέντρωσε τον σταυροφορικό στρατό και επεδίωξε να συγκρουστεί με τον Σαλαντίν. 

Όμως ο Σαλαντίν τον παρέσυρε μακριά από τις βάσεις του και τον κύκλωσε στο Χαττίν, όπου στις 4 Ιουλίου του 1187 ο σταυροφορικός στρατός καταστράφηκε και ο Γκυ καθώς και πολλοί σημαίνοντες σταυροφόροι συνελήφθησαν αιχμάλωτοι. Στη συνέχεια ο Σαλαντίν, χρησιμοποιώντας και τον Γκυ στις διαπραγματεύσεις, κατέλαβε είτε με συμφωνίες παράδοσης είτε με πολιορκία τα περισσότερα κάστρα και λιμάνια της Παλαιστίνης, και τελικά έφτασε στην Ιερουσαλήμ την οποία και κατέλαβε με συνθηκολόγηση στις 2 Οκτωβρίου 1187. 

Δεν μπόρεσε όμως να καταλάβει την Τύρο, την οποία υπερασπίστηκε με επιτυχία ο Κορράδος του Μονφερρά. Στη συνέχεια περιέσφιξε τον κλοιό γύρω από την Αντιόχεια, καταλαμβάνοντας τη Λαοδίκεια και το Τζεμπελέ. Αργότερα, με την άφιξη των σταυροφόρων της Τρίτης Σταυροφορίας (1189-1192), ο Σαλαντίν υπέστη κάποιες ήττες, όπως την απώλεια της Άκρας μετά από μακρόχρονη πολιορκία και τις ήττες στις μάχες του Αρσούφ και της Γιάφας, αλλά κατάφερε να κρατήσει τους σταυροφόρους έξω από την Ιερουσαλήμ. 

Ειδικά στο πρόσωπο του Ριχάρδου του Λεοντόκαρδου, ο Σαλαντίν βρήκε έναν αντίπαλο που τον εκτιμούσε πολύ, όπως και ο Ριχάρδος εκτιμούσε τον Σαλαντίν. Ιστορίες για αυτούς λέγονταν για πολλά χρόνια τόσο στην Ευρώπη, όσο και στην Μέση Ανατολή. Τελικά τα δύο μέρη συμφώνησαν για ειρήνη το 1192, με την οποία το Βασίλειο της Ιερουσαλήμ θα εκτεινόταν από την Τύρο μέχρι τη Γιάφα, ενώ το εσωτερικό της Παλαιστίνης θα το κρατούσε ο Σαλαντίν που δεσμευόταν να μην εμποδίζει τους Χριστιανούς προσκυνητές από το να πηγαίνουν για προσκήνυμα στον Πανάγιο Τάφο. 

Ο Σαλαντίν πέθανε στη Δαμασκό λίγους μήνες μετά, το 1193. Ο Σαλαντίν πάντα φρόντιζε για το καλό των υπηκόων του.Τηρούσε πάντα τις συνθήκες με τους αντιπάλους του και τους φερόταν με σεβασμό. Συνήθως φερόταν με σεβασμό και στους αιχμαλώτους που συνελάμβανε, πράγμα αρκετά σπάνιο για εκείνη την εποχή. 

Κατάφερε να ανακτήσει την Ιερουσαλήμ μετά από 88 χρόνια Χριστιανικής κυριαρχίας και έδωσε ένα ισχυρό χτύπημα στους σταυροφόρους που τους συγκλόνισε και που προετοίμασε την καταστροφή των σταυροφορικών Ηγεμονιών παρά την ανάσα ζωής που τους έδωσε η Γ' Σταυροφορία. Το όνομά του έμεινε, ακόμη και ανάμεσα στους Χριστιανούς, ως πρότυπο ανδρείας και ιπποτισμού, και σίγουρα ήταν η πιο ένδοξη μορφή από την μεριά του Ισλάμ για την εποχή των Σταυροφοριών.


Ο Σαλαντίν είναι θαμμένος στο Τέμενος του Ουμαγιάτ στη Δαμασκό της Συρίας.

Ερρίκος Β΄ της Αγγλίας

Ο Ερρίκος Β΄ (Λε Μαν 5 Μαρτίου 1133 - 6 Ιουλίου 1189) ήταν Βασιλιάς της Αγγλίας (1154 -1189), Κόμης του Ανζού, Δούκας της Ακουιτανίας, Δούκας της Νορμανδίας και ο πρώτος Βασιλιάς της Αγγλίας από την Ανδεγαυική δυναστεία των Πλανταγενετών, μιας δυναστείας που Βασίλεψε στην Αγγλία επί τρεις αιώνες με 13 Βασιλείς.

Ήταν μεγαλύτερος γιος του Γοδεφρείδου Πλανταγενέτη κόμητος του Ανζού (γιου του Φούλκωνος βασιλιά των Ιεροσολύμων) και της Ματθίλδης (κόρης του Βασιλιά της Αγγλίας Ερρίκου Α΄). Τα παιδικά χρόνια του τα πέρασε στην Γαλλία με τον πατέρα του, ενώ στάλθηκε σε ηλικία εννέα ετών για έναν χρόνο στην Αγγλία για εκπαίδευση. Σε ηλικία 16 ετών επισκέφτηκε για δεύτερη φορά την Αγγλία, προκειμένου να βοηθήσει την μητέρα του, Ματίλντα, στην προσπάθεια της να καταλάβει τον Αγγλικό θρόνο.

Παντρεύτηκε σε ηλικία 19 ετών την κατά 13 χρόνια μεγαλύτερη του Ελεονώρα της Ακουιτανίας, η οποία μόλις είχε χωρίσει από τον πρώτο σύζυγο της, Βασιλιά της Γαλλίας Λουδοβίκο Ζ΄, και έκαναν οκτώ παιδιά. Μετά τον θάνατο του μεγαλύτερου Γουλιέλμου σε βρεφική ηλικία, διάδοχος του θρόνου κηρύχθηκε ο αμέσως μεγαλύτερος γιος του, Ερρίκος ο νεώτερος, που δεν θα κατορθώσει τελικά να πάρει τον θρόνο, καθώς πέθανε πριν από τον πατέρα του.

Αφού ορίστηκε διάδοχος ο Ερρίκος, ο Ριχάρδος ανέλαβε τις κτήσεις της μητέρας του στην Ακουιτανία, ο Γοδεφρείδος την Βρεττάνη και ο μικρότερος Ιωάννης της Αγγλίας την Βρεττάνη. Ο Ερρίκος Β΄ είχε και πολλούς άλλους εξώγαμους γιους, που θα δημιουργήσουν πολλά προβλήματα αργότερα στους γιους του, Ριχάρδο και Ιωάννη, όταν αναλάβουν την Βασιλεία, όπως ο Γοδεφρείδος, επίσκοπος του Λίνκολν. Γρήγορα ήρθε σε σύγκρουση με την σύζυγο του, Ελεονώρα, που ξεσήκωσε τους γιους τους κατά του πατέρα τους (1173).

 
Διάδοχος του Βασιλιά της Αγγλίας Στεφάνου

Έγινε δημοφιλέστατος και αντικείμενο περιγραφών από όλους τους μεγάλους ιστορικούς της εποχής του όπως ο Τζον Χάρβεϋ, ο Πέτρος του Μπλουά και ο Γεράρδος της Ουαλίας. Περιγράφεται υγιέστατος, αθλητικός τύπος, με μεγάλη σωματική δύναμη, ακούραστος σε όλες τις δραστηριότητές του, με κόκκινα μαλλιά, μέτριο ανάστημα, μεγάλο στρογγυλό κεφάλι και σπινθηροβόλο βλέμμα. Ήταν επίσης και πολύ μορφωμένος, γνώστης όλων των νομοθεσιών και της Λατινικής γλώσσας, αλλά και γενναιόδωρος προς τους άπορους, στους οποίους έδινε το 1/10 των Βασιλικών εισοδημάτων.

Ο Γοδεφρείδος Πλανταγενέτης είχε πλούσια εδάφη λόγω της καλλιέργειας αμπελιών και ήταν ο ισχυρότερος υποτελής ηγεμονίσκος του Βασιλιά της Γαλλίας Λουδοβίκου Ζ΄, ενώ ο Ερρίκος είχε ως τεράστιο πλεονέκτημα τα μητρικά του δικαιώματα στον Αγγλικό θρόνο. Ο γάμος του με την Ελεονώρα θα του εξασφαλίσει και τα πλούσια εδάφη της Ακουιτανίας. Οι φιλοδοξίες του για τον Αγγλικό θρόνο ήταν πάντοτε σταθερές.

Τον Μάιο 1149 πήγε ξανά στην Αγγλία και στέφτηκε ιππότης από τον θείο του Βασιλιά Δαυίδ Α΄ της Σκωτίας. Το 1153, λίγους μήνες μετά τον γάμο του, με δύναμη 3.000 αντρών και 140 αλόγων πήγε στον Βασιλιά της Αγγλίας Στέφανο, προκειμένου να διεκδικήσει τα δικαιώματά του στον θρόνο. Μετά από μια σειρά διαπραγματεύσεων, πέτυχε με τα δικαιώματα της μητέρας του Ματίλντας να καταστεί διάδοχος του Στεφάνου μετά τον θάνατό του με την Συνθήκη του Ουάλινγκφορντ.

Ο Στέφανος της Αγγλίας πέθανε τον Οκτώβριο του 1154 και ο Ερρίκος στέφθηκε επίσημα ως Ερρίκος Β΄ στις 19 Δεκεμβρίου 1154 "με την χάρη του Θεού Βασιλιάς της Αγγλίας". Ήταν πλέον ισχυρότερος ηγεμόνας από τον πρώην κυρίαρχό του, Βασιλιά της Γαλλίας.

 
Επέμβαση στην Ιρλανδία

Αμέσως μετά τη στέψη του, έστειλε απεσταλμένους στον πάπα Αδριανό Δ', προκειμένου να του ζητήσει την άδεια για να καταλάβει την Ιρλανδία, που ήθελε να την κάνει αυτόνομο Βασίλειο, τοποθετώντας ως ηγεμόνα τον μικρότερο αδελφό του, Γουλιέλμο. Ο Γουλιέλμος όμως πέθανε πρόωρα και ο Ερρίκος εγκατέλειψε προσωρινά τις προσπάθειες, αλλά η υπόθεση της Ιρλανδίας ήρθε ξανά στην επιφάνεια το 1166. Τότε ο Ντέρμοτ Μακ Μάρα, Ιρλανδός πρίγκηπας του Λέινστερ, ζητούσε να γίνει Βασιλιάς της Ιρλανδίας με τη βοήθεια του Άγγλου Βασιλιά.

Ο Ερρίκος του πρόσφερε μια δύναμη ευγενών υπό τον Ουαλό Ριχάρδο του Κλαρ τον Ισχυρό, και ο Ντέρμοτ ως αντάλλαγμα έδωσε την κόρη του σύζυγο στον Ριχάρδο. Η συμφωνία όμως δεν έμεινε χωρίς ανταλλάγματα, αφού έφτασε ο ίδιος ο Ερρίκος Β΄ στην Ιρλανδία (1171), ανακηρύσσοντας τον εαυτό του κύριο της νήσου, αφού ο Ντέρμοτ στάθηκε προδότης των εντολών του. Πολλοί λόρδοι τον υποδέχθηκαν με μεγάλο ενθουσιασμό κηρύττοντας την υποταγή τους.

Έμεινε στην Ιρλανδία έξι μήνες και δεν την επισκέφτηκε ποτέ ξανά στη ζωή του, ορίζοντας μόνο αργότερα σαν κυρίαρχο της τον μικρότερο γιο του, Ιωάννη. Αυτό ήταν η αρχή μιας συνεχούς επέμβασης της Αγγλίας στα Ιρλανδικά θέματα που θα διαρκέσει 800 ολόκληρα χρόνια. Η Σύνοδος του Κάσελ (1172) κήρυξε τον Καθολικισμό σαν την μόνη θρησκεία στην Ιρλανδία. Το 1174, μια επαναστατική κίνηση στην Σκωτία υπό τον Βασιλιά τους, Γουλιέλμο τον Λέοντα, προωθήθηκε βόρεια, και μια Φλαμανδική αρμάδα ξεκίνησε από την Αγγλία.

Η δυσάρεστη θέση που βρέθηκε ο Ερρίκος φάνηκε σαν θεϊκός οιωνός και ο Τόμας Μπέκετ τον κάλεσε να εξομολογηθεί. Τελικά κατόρθωσε να καταπνίξει το Σκωτικό κίνημα, αφού ο αρχηγός του Γουλιέλμος συνελήφθη κατά τη διάρκεια μάχης και οι στρατιώτες του έμειναν ακυβέρνητοι. Ο Ερρίκος Β΄ ήταν πια απόλυτος κυρίαρχος της Σκωτίας. Κατά τη διάρκεια της Βασιλείας του προκατόχου του, Στέφανου, οι Βαρόνοι στην Αγγλία είχαν αποκτήσει σημαντική δύναμη σε βάρος του Αγγλικού θρόνου.

Ο Ερρίκος Β΄ ήθελε να επανακτήσει την ισχύ και αναμόρφωσε το νομοθετικό σύστημα της χώρας με την Ασσίζη του Κλαρεντόν, και επίσης καθιέρωσε την δίκη με ενόρκους, συμβολή τεράστιας σημασίας στο παγκόσμιο δικαστικό σύστημα. Έστειλε πταισματοδίκες να δικάζουν στο όνομά του, κάτι που δυσαρέστησε τους Βαρόνους, καθώς μείωνε την εξουσία τους.

Δολοφονία του Τόμας Μπέκετ

Κατά την παράδοση των Νορμανδών Βασιλέων, ήθελε να έχει πλήρη έλεγχο στην εκκλησία και την εκκλησιαστική περιουσία. Το 1164έθεσε 16 κανόνες, σύμφωνα με τους οποίους μειωνόταν η εξουσία των ιερέων και η επιρροή τους από τον Πάπα. Ο παλιός του φίλος,Τόμας Μπέκετ, Αρχιεπίσκοπος του Καντέρμπερι, αρνήθηκε να υπογράψει, αλλά ο πεισματώδης Ερρίκος τον κάλεσε προκειμένου να του επιβάλει τις απόψεις του, οπότε ο Μπέκετ κατέφυγε στην Γαλλία.


Ο Αγγλικός λαός δεν έβλεπε με καλό μάτι τις επεμβάσεις του Ερρίκου στην εκκλησία, ενώ ο Πάπας αφόρισε όλους τους Βρετανούς (1170). Ο Μπέκετ επέστρεψε στην Αγγλία και μετά από νέα συνάντηση με τον Βασιλιά χωρίς αποτέλεσμα ήρθε το μοιραίο τέλος του. Στις 29 Δεκεμβρίου 1170 τέσσερις Βασιλικοί ιππότες παραμόνευαν τον επίσκοπο στον Μητροπολιτικό ναό του Καντέρμπερι και με αλλεπάλληλα χτυπήματα σκότωσαν τον Αρχιεπίσκοπο.

Περίλυπος ο Βασιλιάς με την τροπή που πήραν τα πράγματα τα υπόλοιπα 20 χρόνια της ζωής του επιδόθηκε σε αλλεπάλληλες μετάνοιες, ενώ ο Μπέκετ στα μάτια του λαού πήρε τον τίτλο του Χριστιανού μάρτυρα.

Εμφύλιες Διαμάχες με τους Γιους του

Το δεύτερο μεγάλο πρόβλημα που αντιμετώπισε ο Ερρίκος Β΄ ήταν η επανάσταση των γιων του εναντίον του. Ενώ είχε διανέμει το τεράστιο Βασίλειό του στους τέσσερις γιους του, ξαφνικά το 1173 άλλαξε γνώμη και αποφάσισε να ορίσει διάδοχο του τον μεγαλύτερο γιο του, Εδουάρδο, με τους άλλους γιους υποτελείς του. Ο πρώτος που αντέδρασε έντονα ήταν ο Ριχάρδος, που δεν δεχόταν με κανέναν τρόπο να τεθεί υπό τις διαταγές του αδελφού του, που τον θεωρούσε ίσο σε όλα.

Ο Ερρίκος και ο Ριχάρδος ξεσηκώθηκαν κατά του Ερρίκου και έγιναν αντιπαθείς στον λαό λόγω της συμπεριφοράς τους στον πατέρα τους. Την πρώτη αυτή εξέγερση ο Ερρίκος την κατέστειλε εύκολα και ο Ριχάρδος έχασε τα δικαιώματα του μένοντας μόνο κόμης του Πουατού. Το 1182, οι τρεις μεγαλύτεροι γιοί του, Ερρίκος, Ριχάρδος και Γοδεφρείδος, συσπειρώθηκαν πάλι κατά του πατέρα τους με τη βοήθεια του Βασιλιά της Γαλλίας Φιλίππου Β΄ Αυγούστου. Η κατάσταση ήταν τώρα πραγματικά σοβαρότερη και έμπαινε ο κίνδυνος εθνικού αιματοκυλίσματος.

Η κατάσταση διορθώθηκε με τον πρόωρο θάνατο του μεγαλύτερου αδελφού, Ερρίκου (Ιούνιος 1183), η συμμαχία έσπασε και τα άλλα δύο αδέλφια επέστρεψαν στη γη τους. Η τελική μάχη δόθηκε το 1184, αυτή τη φορά ανάμεσα στα αδέλφια, καθώς ο Γοδεφρείδος της Βρεττάνης και ο μικρότερος, Ιωάννης της Ιρλανδίας, ήθελαν την Ακουιτανία, περιοχή που ο πατέρας τους είχε υποσχεθεί και στους δύο. Επιτέθηκαν και οι δύο στην Ακουιτανία, που κυβερνούσε ο Ριχάρδος, όμως αυτός με ένα στρατό που είχε εμπειρία 10 ετών κατάφερε να τους αποκρούσει.


Το τελικό χτύπημα για τον Ερρίκο ήρθε με τη συμμαχία του γιου του, Ριχάρδου, με τον μεγάλο του αντίπαλο Φίλιππο Β΄ Αύγουστο, που έγινε αμέσως μόλις έμαθε ο Ριχάρδος ότι ο πατέρας του όρισε σαν διάδοχο του τον Ιωάννη αντί γι' αυτόν. Επιτέθηκαν στο Ανζού, κυρίευσαν την Τουραίνη και ολόκληρη την Γαλλική ενδοχώρα, τα στρατεύματα του Ερρίκου Β΄ ηττήθηκαν και ο Άγγλος Βασιλιάς δήλωσε υποταγή στον Φίλιππο Αύγουστο και την πληρωμή φόρου υποτέλειας.

Απογοητευμένος, άρρωστος και με βαριά κατάθλιψη, ο Ερρίκος Β΄ πέθανε σύντομα από μαρασμό στις 6 Ιουλίου 1189, λέγοντας λίγο πριν τον θάνατο του ότι οι νόμιμοι γιοι του ήταν στην πραγματικότητα "οι αληθινοί μπάσταρδοι".

Κληρονόμοι

Με την σύζυγο του Ελεονώρα της Ακουιτανίας παιδιά του ήταν :
  • Ερρίκος ο Νεώτερος
  • Ματθίλδη της Αγγλίας
  • Ριχάρδος ο Λεοντόκαρδος
  • Γοδεφρείδος Β΄ της Βρεττάνης
  • Ελεονώρα της Αγγλίας
  • Ιωάννα της Αγγλίας
  • Ιωάννης της Αγγλίας

Ριχάρδος ο Λεοντόκαρδος 

Ο Ριχάρδος Α΄ ο Λεοντόκαρδος (Οξφόρδη 8 Σεπτεμβρίου 1157 - 6 Απριλίου 1199) ήταν Βασιλιάς της Αγγλίας και δούκας της Ακουιτανίας (1189-1199). Ονομάστηκε Λεοντόκαρδος λόγω του θάρρους του στο πεδίο της μάχης. Ήταν τρίτος γιος και διάδοχος του Βασιλιά της Αγγλίας Ερρίκου Β΄ και της Ελεονώρας της Ακουιτανίας, από τους ηγέτες της Γ΄ Σταυροφορίας και ένας από τους διασημότερους μονάρχες της Μεσαιωνικής Ευρώπης.

Ήταν ο ευνοούμενος γιος της μητέρας του Ελεονώρας, από την οποία χρίστηκε δούκας της Ακουιτανίας (1168) και κόμης του Πουατιέ (1172). Ήταν Γάλλος, όπως όλη η Βασιλική οικογένεια της Αγγλίας, εκπαιδεύτηκε σαν Γάλλος και έγραψε στη Γαλλική γλώσσα πολλά ποιήματα, ενώ αδιαφόρησε ακόμα και να μάθει την Αγγλική γλώσσα. 

Χαρακτηρίζεται και ως ο απών Βασιλιάς, επειδή από τα 10 χρόνια που Βασίλεψε στην Αγγλία, έζησε μονάχα έξι μήνες σε Αγγλικό έδαφος, κάτι το οποίο χρησιμοποιούν οι σύγχρονοι συγγραφείς για να ασκήσουν έντονη κριτική για την πλήρη αδιαφορία του Ριχάρδου για την Αγγλία. Απεχθανόταν την Αγγλία λόγω του άσχημου καιρού της και απέφευγε με κάθε μέσο να βρεθεί σε αυτή, προτιμώντας να ζει σε Γαλλικά εδάφη. Αισθανόταν Γάλλος Βασιλιάς της Αγγλίας, όπως όλοι οι πρώτοι Βασιλείς της δυναστείας των Πλανταγενετών.

Παρόλα αυτά παρέμεινε στην ιστορία σαν ένας από τους θρυλικότερους Άγγλους Βασιλείς και η φήμη του φτάνει μέχρι και τις μέρες μας. Ήταν ελκυστικός από την παιδική του ηλικία, κοκκινομάλλης με λαμπερά μάτια και με ωραίες συμμετρικές σωματικές αναλογίες. Από την παιδική του ηλικία έδειξε τα ηγετικά και τα στρατιωτικά του προσόντα. Πολέμησε πετυχημένα τους ευγενείς στο Δουκάτο της Ακουιτανίας που είχε υπό την εξουσία του.


Τίτλοι Ριχάρδου

Α) Βασιλεύς της Αγγλίας από τις 6 Ιουνίου 1189 μέχρι το θάνατο του
Β) Δούκας της Νορμανδίας, της Ακουϊτανίας(1168), του Γκάσκονυ,
Γ) Λόρδος της Ιρλανδίας και της Κύπρου
Δ) Κόμης της Ανζού, του Μαίν, της Νάντ, του Πουατιέ (1172)
Ε) Επικυρίαρχος όλης της Βρετανίας κατά διαστήματα.

Χαρακτηρίζεται ως ο απών Βασιλιάς επειδή αν και είχε για 10 χρόνια τον τίτλο, δεν παρέμεινε στην Αγγλία παραπάνω από 6 μήνες κατά τη διάρκεια της Βασιλείας του.

Η Ζωή του Ριχάρδου

Ο Ριχάρδος ήταν ο ευνοούμενος υιός της μητέρας του Ελεονόρας. Ονομάστηκε Λεοντόκαρδος λόγω του θάρρους που επέδειξε στις μάχες. Μιλούσε και έγραφε πάντοτε στη μητρική του γλώσσα ,τα Γαλλικά. Μας έχουν μάλιστα διασωθεί πολλά ποιήματα του. Απαξίωσε μάλιστα να μάθει την Αγγλική. Απέφευγε να μείνει ακόμα και στην Αγγλία προτιμώντας να ζει στη Γαλλία, στο Δουκάτο της Ακουϊτανίας, στη Νοτιοδυτική Γαλλία, προτιμώντας το ως σημείο ανεφοδιασμού του στρατού του. Θεωρούσε εαυτόν Γάλλο Βασιλιά της Αγγλίας.

Στην ηλικία των 16, είχε ήδη τον δικό του στρατό, με τον οποίο κατέστειλε μάλιστα μία εξέγερση στο Ποιτού, η οποία έγινε ενάντια στον πατέρα του. Ήταν από τους κεντρικούς αρχηγούς της Γ’ Σταυροφορίας πετυχαίνοντας μάλιστα και πολλές νίκες εναντίον του Μουσουλμάνου αντιπάλου του, Σαλαντίν, αλλά δεν κατάφερε να ανακτήσει την Ιερουσαλήμ.

Τα Νεανικά του Χρόνια

Ο Ριχάρδος γεννήθηκε στις 8 Σεπτεμβρίου του 1157, πιθανών στο παλάτι της Μπομώντ. Ήταν ο νεώτερος αδελφός των Γουλιέλμου Θ’, Ερρίκου του Νεώτερου, και της Ματθίλδης. Ήταν επίσης μεγαλύτερος των Γοδεφρίγου Β’, Λεονώρας της Αγγλίας, Ιωάννα της Αγγλίας, Ιωάννη του Ακτήμονος. Επειδή ήταν ο τρίτος υιός στην οικογένεια, δεν περίμενε ποτέ ότι θα γινόταν Βασιλιάς.

Ο πατέρας του, Ερρίκος ο Β’, ήταν ο δισέγγονος του Γουλιέλμου του Κατακτητή. Η πλησιέστερη συγγένεια με την Αγγλία, ήταν με την Ήντιθ, σύζυγο του Ερρίκου Α’ της Αγγλίας. Σύγχρονοι ιστορικοί μάλιστα συνδέουν την οικογένεια με τους Αγγλοσάξονες Βασιλείς της Αγγλίας, καθώς και με τον Αλφρέδο τον Μέγα. Όταν ο πατέρας του πήγαινε στη Σκοτία, ο ίδιος παρέμενε στην Αγγλία.
Ανατράφηκε από την Ιοδιέρνη την οποία αντάμειψε αργότερα για την προσφορά της. 

Δεν έμαθε ποτέ Αγγλικά αλλά χρησιμοποιούσε μόνο τα Γαλλικά στα γραπτά του καθώς και την Γλώσσα του Οκ (τοπική διάλεκτος της Νοτιοδυτικής Γαλλίας). Από τότε επέδειξε σημαντικά πολιτικά και στρατιωτικά προσόντα.

 
Προσπάθειες για Επιγαμίες

Η πρακτική των συμμαχιών μέσω του γάμου ήταν πολύ συνηθισμένη κατά τον Μεσαίωνα. Τον Μάρτιο του 1159, κανονίστηκε ο Ριχάρδος να παντρευτεί με μία από τις κόρες του Κόμη Μπερενζέρ Δ’ της Βαρκελώνης. Ωστόσο οι προσπάθειες αυτές απέτυχαν και ο γάμος δεν έγινε ποτέ. Ο μεγαλύτερος αδελφός του Ριχάρδου, ο Ερρίκος ο Νεώτερος, παντρεύτηκε το 1160 την Μαργαρίτα, κόρη του Λουδοβίκου του Ζ’ , βασιλιά της Γαλλίας, και διαδόχου του θρόνου.

Παρά αυτήν την μίξη των οίκων των Πλανταγενετών και των Καπετιανών(οίκος του γαλλικού θρόνου, οι συγκρούσεις συνέχισαν να υπάρχουν. Αρχικά, το 1160 ο Ριχάρδος ήταν να παντρευτεί την Αλίκη. Τον γάμο όμως εμπόδισε ο Λουδοβίκος. Με επέμβαση του Πάπα Αλέξανδρου Γ’ συνάφθηκε συνθήκη ειρήνης, το 1168, ενώ τον επόμενο χρόνο, το 1169, ο αρραβώνας επισημοποιήθηκε.
Το μοίρασμα της δικαιοδοσίας

Ο μεγαλύτερος αδελφός του Ριχάρδου, ο Ερρίκος ο Νεώτερος, στέφθηκε το 1170 βασιλιάς της Αγγλίας, ως Ερρίκος Γ’, τίτλος που δεν του απεδόθη ποτέ. (Για να ξεχωρίζει από τον Ερρίκο Γ’, τον ανιψιό του). Το 1173 ο Ριχάρδος συμμαχεί με τους αδελφούς του Ερρίκο και Γοδεφρείγο και τη μητέρα του Ελεονόρα προκειμένου να ανατρέψουν τον πατέρα τους. Η επανάσταση όμως απέτυχε, η μητέρα τους αιχμαλωτίστηκε και φυλακίστηκε, ενώ ο Ριχάρδος αδύναμος καθώς ήταν (μόλις 17 ετών) δήλωσε υποταγή στον πατέρα του.

Σύμφωνα με τον ιστορικό Ζαν Φλωρί, η Ελεονόρα ουσιαστικά υποκίνησε τους υιούς της εναντίον του πατέρα τους. Τα τρία αδέρφια υποβοηθήθηκαν από τον Βασιλιά Λουδοβίκο της Γαλλίας καθώς και διάφορους ευγενείς της Γαλλίας. Όταν αιχμαλωτίστηκε όμως από το μισθοφορικό στρατό του Ερρίκου Β’ (20.000 άνδρες) η Ελεονόρα, ο Ριχάρδος έμεινε ουσιαστικά μόνος του. Οι επαναστάτες είχαν αρχικά καταλάβει σημαντικές περιοχές, τόσο στην Αγγλία όσο και στη Γαλλία, κυρίως μέσω υποσχέσεων για χρήματα από τον Λουδοβίκο. 

Κάποιες από αυτές ήταν το Τσέστερ, το Νόρφολκ, η Ομάλ (ΒΔ), το Ντόλ (Βρεττάνη) κ.α. Η επανάσταση όμως κατεστάλη γρήγορα, όταν συνελήφθησαν οι Βρετανοί Βαρόνοι που είχαν συνταχθεί με το Ριχάρδο και τα αδέλφια του. Επίσης, ο Ερρίκος ο Β’ νίκησε και τον Λουδοβίκο, ο οποίος υπέγραψε εκεχειρία μαζί του(8 Σεπ.1174) . Τα τρία αδέλφια ζήτησαν αμέσως συγχώρεση από τον πατέρα τους, ο οποίος την δέχτηκε, και μάλιστα τους έδωσε και κάποιες περιοχές να διοικούν, όχι βέβαια στο μέγεθος που ήθελαν.

Όχι μόνον αυτό αλλά επίσης ο Ριχάρδος στέλνεται από τον πατέρα του να πολεμήσει στην Γαλλία εναντίον των Βαρόνων που πριν ήταν σύμμαχοί του. Επίσης σε πολλές διοικητικές περιφέρειες της Γαλλίας, σημειώθηκαν εξεγέρσεις εναντίον του ίδιου του Ριχάρδου, τις οποίες όμως γρήγορα κατέστειλε. Από αυτήν την περίοδο, το διάστημα δηλαδή 1179-1182 περίπου, από το ατρόμητο θάρρος που επεδείκνυε στις μάχες, λαμβάνει το παρανόμι με το οποίο θα μείνει γνωστός σε ολόκληρη την ιστορία: Ριχάρδος ο Λεοντόκαρδος, Richard the Lionheart, Richard Coeur de lion.

 
Tην περίοδο 1180-1183 πεθαίνουν τα δύο μεγαλύτερα αδέλφια του, και ο Ριχάρδος μένει ουσιαστικά ως μόνος διάδοχος του θρόνου. Αλλά παρόλα ταύτα, οι συγκρούσεις με τον πατέρα του, μέχρι το θάνατο του δεύτερου, ουδέποτε σταμάτησαν. Ακόμα και με τον μικρότερο αδελφό του, Ιωάννη τον Ακτήμονα ήρθε πάρα πολλές φορές αντιμέτωπος.

Το 1187 ο Ριχάρδος συνδέεται φιλικά με τον νεαρό Βασιλιά της Γαλλίας Φίλλιπο τον Β’

Το 1188 ο Ερρίκος ο Β’ είναι έτοιμος να παραδώσει στον Ιωάννη τον Ακτήμονα την Ακουϊτανία.

Το 1189 ο Ριχάρδος προσπαθεί να κερδίσει τον θρόνο της Αγγλίας. Στις 4 Ιουλίου με τη βοήθεια του Φιλλίπου, νικούν τον Ερρίκο στο Μπαλάνς (ΝΔ Γαλλία). Δύο μέρες αργότερα, ο Ερρίκος πεθαίνει και ο Ριχάρδος γίνεται αμέσως Βασιλιάς της Αγγλίας και Δούκας της Νορμανδίας και του Ανζού.

H Στέψη του Ριχάρδου

Ο Ριχάρδος στέφθηκε επισήμως Δούκας στις 20 Ιουλίου του 1189 και Βασιλιάς της Αγγλίας στο Αβαείο του Γουέστμινστερ στις 3 Σεπτεμβρίου του ίδιου έτους. Κατά την τελετή, ο Ριχάρδος απαγόρευσε την παρουσία των Εβραίων Ηγεμόνων και των ομόθρησκών τους. Ακόμα και όταν κάποιοι εμφανίστηκαν με δώρα για τον Βασιλιά, ξυλοκοπήθηκαν μέχρι θανάτου και αμέσως σημειώθηκε το ίδιο στο Λονδίνο καθώς διέρρευσε η φήμη πως αυτό έγινε κατ’ εντολή του Βασιλιά. 

Αν και δήθεν θα τιμωρούσε τους υπαίτιους των σφαγών, με διάταγμα που εξέδωσε ο ίδιος ο Ριχάρδος, εντούτοις μόνο μερικοί ταραξίες, οι οποίοι είχαν επιτεθεί κατά λάθος σε μερικά Χριστιανικά σπίτια, τιμωρήθηκαν.

Εμφύλιος Πόλεμος με τον Πατέρα του 

Ο μεγαλύτερος αδελφός του, Ερρίκος ο Νεώτερος, στέφθηκε το 1170 Βασιλιάς της Αγγλίας σαν Ερρίκος Γ΄, τίτλο που τελικά δεν πήρε ποτέ. Γι' αυτό και οι ιστορικοί τον ονόμασαν Νεώτερο, προκειμένου να τον ξεχωρίσουν από τον αληθινό Ερρίκο Γ΄, τον ανιψιό του. Το 1173, συμμάχησε για πρώτη φορά με την μητέρα του και τους αδελφούς του, Ερρίκο και Γοδεφρείδο, προκειμένου να ανατρέψουν τον πατέρα του από τον θρόνο. 

Η επανάσταση καταστάλθηκε εύκολα, η μητέρα του αιχμαλωτίστηκε και φυλακίστηκε, ενώ ο μόλις 17χρονος Ριχάρδος αρνήθηκε λόγω αδυναμίας να δώσει συνέχεια στην διαμάχη και δήλωσε υποταγή στον πατέρα του. Ο πατέρας του ήθελε να τον παντρέψει με την πριγκίπισσα της Γαλλίας Αλίκη, αλλά ο Ριχάρδος αρνήθηκε λόγω του ότι η Αλίκη ήταν αδελφή του πιο κοντινού του συμμάχου, Βασιλιά της Γαλλίας, Φιλίππου Β΄. Μετά την αποτυχία του στην επανάσταση κατά του πατέρα του άρχισε, το 1179, να αντιμετωπίζει προβλήματα επαναστάσεων από τους υπηκόους του στην Ακουιτανία το 1179.

 
Οι επαναστάτες οχυρώθηκαν στο απόρθητο φρούριο του Taillebourg, ενώ ο Ριχάρδος άρχισε να καταστρέφει τις περιοχές γύρω από το κάστρο, προκειμένου να τους αποκλείσει. Τελικά μόλις τελείωσαν τα τρόφιμα επιχείρησαν έξοδο, όπου ο Ριχάρδος τους συνέτριψε εύκολα. Ιστορικοί αναφέρουν ακρότητες του Ριχάρδου εναντίον των αιχμαλώτων και εξαναγκασμό των γυναικών στην πορνεία.

Μετά την καταστολή των Βαρώνων της Ακουιτανίας, άρχισε να προκαλεί τον πατέρα του, προκειμένου να τον χρίσει διάδοχο στον θρόνο (1180 - 1183). Τότε ο πατέρας του τον προσκάλεσε να δώσει υποτέλεια στον διάδοχο του, Ερρίκο τον Νεώτερο, μεγαλύτερο αδελφό του, κάτι που έκανε τον Ριχάρδο να εξοργιστεί. Τότε (1183) ο Ερρίκος ο Νεώτερος και ο μικρότερος αδελφός του Γοδεφρείδος επιτέθηκαν στην Ακουιτανία, προκειμένου να καθυποτάξουν τον Ριχάρδο. 

Όμως, το καλοκαίρι του ίδιου έτους ο Ερρίκος πέθανε και τότε ο Βασιλιάς Ερρίκος Β΄ έδωσε την άδεια στον μικρότερο από τους γιους του, Ιωάννη, να επιτεθεί στην Ακουιτανία, οπότε ο Ριχάρδος συμμάχησε με τον Βασιλιά της Γαλλίας Φίλιππο Β΄ Αύγουστο. Οι σχέσεις του με τον Φίλιππο Β΄ ήταν τόσο στενές που έτρωγαν και κοιμόντουσαν μαζί, κάτι που οι περισσότεροι το ερμήνευσαν σαν ομοφυλοφιλική σχέση μεταξύ τους. 

Ο Ριχάρδος υποσχέθηκε να του δώσει την Νορμανδία και το Ανζού, προκειμένου να τον βοηθήσει να καταλάβει τον Αγγλικό θρόνο από τον πατέρα του. Τον Ιούλιο του 1189, οι ενωμένες δυνάμεις Ριχάρδου και Φιλίππου συνέτριψαν τον στρατό του Ερρίκου στο Μπαλάνς. Ο ηττημένος Ερρίκος ταπεινωτικά δέχθηκε να υπογράψει την διαδοχή του από τον Ριχάρδο στον Γαλλικό θρόνο και πέθανε από την λύπη του. Ο Ριχάρδος στις 3 Σεπτεμβρίου 1189 στέφθηκε Βασιλιάς της Αγγλίας.

Ταραχές με τους Εβραίους 

Όταν ο Ριχάρδος στέφθηκε Βασιλιάς διέταξε να βγουν έξω από την αίθουσα στέψης όλοι οι Εβραίοι, αλλά μερικοί επανήλθαν με δώρα στο Βασιλιά προκειμένου να τους δεχτεί. Τότε οι αυλικοί άρχισαν να μαστιγώνουν τους Ιουδαίους και αμέσως διέρρευσε ψευδώς η φήμη στο Λονδίνο ότι ο Βασιλιάς Ριχάρδος Α΄ διέταξε την σφαγή όλων των Ιουδαίων που υπάρχουν στην χώρα.

Αμέσως έγινε μακελειό: οι περισσότεροι Ιουδαίοι βρήκαν βίαιο θάνατο ή κάηκαν ζωντανοί από τον όχλο και όσοι γλύτωσαν βαπτίστηκαν με τη βία χριστιανοί ή δραπέτευσαν. Ο αρχιεπίσκοπος του Καντέρμπουρι ονόμασε τον Ριχάρδο όργανο του σατανά.

 
Σταυροφορίες

Οι οπαδοί του Μωάμεθ, με τους ιερούς πολέμους, είχαν κατακτήσει ακόμα και τα ιερά μέρη όπου είχε ζήσει ο Ιησούς Χριστός, που οι χριστιανοί θεωρούσαν ιερά. Οι προσκυνητές που πήγαιναν να επισκεφτούν την Ιερουσαλήμ ληστεύονταν συχνά από τους Μουσουλμάνους. Τότε ο Πάπας κάλεσε όλους τους Ευρωπαίους Ηγεμόνες να πάνε στους Αγίους Τόπους να πολεμήσουν κατά των οπαδών του Μωάμεθ και να ελευθερώσουν την Ιερουσαλήμ και τον Πανάγιο Τάφο. Πολλοί ηγεμόνες ανταποκρίθηκαν. 

Οι επιχειρήσεις τους ονομάστηκαν Σταυροφορίες επειδή γίνονταν κάτω από το σύμβολο του Σταυρού. Η Ιερουσαλήμ κατακτήθηκε και χάθηκε πολλές φορές. Οι σταυροφόροι βρήκαν ευκαιρία και ξεχνώντας τον ιερό σκοπό τους λεηλάτησαν τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία και έγιναν η αιτία της καταστροφής της. Στις Σταυροφορίες, που διήρκεσαν διακόσια χρόνια, πήραν μέρος και πολλοί Βασιλείς. Ο Ριχάρδος είχε ήδη γίνει μέλος των σταυροφόρων από το 1187. 

Το 1188 ο πατέρας του και ο Φίλιππος Β’ της Γαλλίας αποφάσισαν από κοινού την εκκίνηση μίας νέας (Γ’) Σταυροφορίας μόλις μαθεύτηκε στη Δύση ότι η Ιερουσαλήμ κατελήφθη από τον Σαλαδίνο, ηγέτη τον Μουσουλμάνων, στον οποίο ο Ριχάρδος, αν και αντίπαλοι, είχε μεγάλη εκτίμηση. Όταν πέθανε ο πατέρας του, και ο Ριχάρδος έγινε πλέον Βασιλιάς, αποφασίζει να συνεχίσει το έργο του. 

Έρχεται και εκείνος σε συμφωνία με τον Φίλλιπο να προχωρήσουν από κοινού στη Σταυροφορία. Αυτό περισσότερο γιατί φοβούνταν μήπως εκμεταλλευτεί ο ένας την απουσία του άλλου και προχωρήσει στην κατάληψη των εδαφών του.

Η Επιστροφή από τους Άγιους Τόπους και η Αιχμαλωσία του στην Αυστρία

Ο Ριχάρδος είδε ότι η παραμονή του στους Αγίους Τόπους δεν μπορούσε να κρατήσει άλλο, αφού έμαθε ότι ο Φίλιππος Β΄ της Γαλλίας και ο μικρότερος αδελφός του, Ιωάννης, συνωμοτούσαν εναντίον του. Έκανε μια τελευταία απόπειρα να κατανικήσει τον Σαλαντίν, ηττήθηκε όμως και αποφάσισε να έρθει σε συμφωνία μαζί του. Συμφώνησαν να καταστρέψουν τα τείχη της Ασκαλών και να επιτρέπεται ελεύθερα η είσοδος των προσκυνητών στα Ιεροσόλυμα.

Ο κακός καιρός τον έκανε να ναυαγήσει στην Κέρκυρα, που ήταν υπό την κατοχή του Ισαάκιου Β΄ Άγγελου, από όπου μεταμφιεσμένος σε Ναΐτη ιππότη βάδισε για την Κεντρική Ευρώπη. Στο δρόμο, ο γαμπρός του, Ριχάρδος, αιχμαλωτίστηκε (1192) κοντά στη Βιέννη από τον Λεοπόλδο Ε΄, που κατηγόρησε τον Ριχάρδο ότι είχε συμμετοχή στην δολοφονία του ξαδέλφου του, Κονράδου του Μομφερράτου.

 
Ο πραγματικός λόγος ήταν ότι ο Γερμανός Αυτοκράτορας ήταν έντονα προσβεβλημένος από τον Ριχάρδο, γιατί κατά την διάρκεια της Γ΄ Σταυροφορίας είχε σκίσει μια σημαία του. Ο Ριχάρδος, αν και μεταμφιεσμένος, αναγνωρίστηκε από κάποιο δακτυλίδι ή για το ότι έτρωγε ψητό κοτόπουλο, που θεωρείτο Βασιλικό γεύμα. Ο Βασιλιάς ήταν αιχμάλωτος του Αυτοκράτορα Ερρίκου ΣΤ΄, αλλά οι συνθήκες ήταν ιδιαίτερα καλές.

Αρχικά κρατήθηκε στο κάστρο Κουενρίγκερ, που διασώζεται ερειπωμένο και σήμερα ακόμα στην μικρή Αυστριακή πόλη του Ντίρνσταϊν, πάνω στα βράχια. Ο θρύλος λέει ότι ο πιστός τροβαδούρος του, Μπλοντέλ, ψάχνοντας το αφεντικό του, περιφερόταν σε όλη την Ευρώπη τραγουδώντας έναν σκοπό που μόνο ο ίδιος και ο Βασιλιάς ήξεραν. Περνώντας τυχαία από τα βράχια του Ντίρνσταϊν, ο Ριχάρδος ανταπέδωσε τον σκοπό, ο Μπλοντέλ τον αναγνώρισε και απελευθέρωσε τον αγαπημένο του Βασιλιά. 

Τα ιστορικά δεδομένα όμως δεν συμφωνούν με αυτό, γιατί ο Ριχάρδος μετά από το κάστρο Κουενρίγκερ μεταφέρθηκε σε πολλές άλλες πόλεις της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας ως την απελευθέρωσή του. Η μητέρα του, Ελεονώρα, προσπάθησε να συγκεντρώσει τα 150.000 μάρκα που ζητούσε ο Ερρίκος με την βοήθεια κλήρου και λαού. Αργότερα ο Ερρίκος έριξε το ποσό στις 100.000, όσο είχε ζητήσει και για τον Σαλαντίν. 

Ο Ιωάννης ο Ακτήμων του έστειλε μυστικά 80.000 με την προϋπόθεση να εξακολουθήσει να κρατά όμηρο τον Ριχάρδο, αλλά ο Αυτοκράτορας αρνήθηκε και του τα επέστρεψε. Τελικά ο Ριχάρδος στις 4 Φεβρουαρίου 1194 ελευθερώθηκε.

Η Επιστροφή στην Αγγλία

Κατά τη διάρκεια της απουσίας του, ο Ιωάννης ο Ακτήμων είχε καταλάβει το θρόνο. Ο Ριχάρδος όχι μόνο τον συγχώρησε, αλλά και τον όρισε διάδοχό του στον θρόνο αντί για τον ανιψιό του Αρθούρο. Ετοιμάστηκε πυρετωδώς για εκστρατεία κατά του Φιλίππου Β΄ συγκεντρώνοντας συμμάχους, μεταξύ των οποίων τον Βαλδουίνο Θ΄ της Φλάνδρας και τον πεθερό του, Σάντσο ΣΤ΄ της Ναβάρρας. Έκανε επίθεση στον Φίλιππο από το νότο έχοντας σημαντικές επιτυχίες. Κατέλαβε και έκαψε την πόλη Λιμουζέν (1191). 

Στο Φρετεβάλ ο Γάλλος Βασιλιάς τράπηκε σε φυγή αφήνοντας σημαντικά οικονομικά έγγραφα του κράτους του στα χέρια του Ριχάρδου (1194). Τέλος μετά τη νίκη του στην μάχη του Ζισόρ (1198), πρόσθεσε στους τίτλους του την φράση «Ο Θεός και το δικαίωμά μου» (Dieu et mon droit), εννοώντας ότι δεν είναι κανένας άλλος ανώτερος του παρά μόνο ο Θεός, φράση που χρησιμοποιείται μέχρι και σήμερα ως το εθνικό σύνθημα της Αγγλίας.

 
Το Τέλος του Ριχάρδου 

Η ιστορία που κατέληξε τελικά στην δολοφονία του ξεκίνησε από την Ακουϊτανία, όπου κάποιος αγρότης βρήκε σε ένα χωράφι έναν μεγάλο θησαυρό από χρυσά νομίσματα και αγάλματα. Ο φεουδάρχης της περιοχής αρνήθηκε όπως όφειλε να παραδώσει τον θησαυρό στον Βασιλιά Ριχάρδο, που αποφάσισε με στρατιωτικά μέσα να καταλάβει το χωριό. 

Τελικά σε μια επιθεώρησή του στο κάστρο του χωριού, κυκλοφορώντας χωρίς πανοπλία, δέχτηκε βέλη που τον τραυμάτισαν θανάσιμα. Λίγο πριν ξεψυχήσει, διέταξε να του φέρουν μπροστά του το δολοφόνο του: ήταν ένα παιδί που ισχυριζόταν ότι ο Ριχάρδος σκότωσε τον πατέρα του και τους αδελφούς του. Ο Ριχάρδος το συγχώρησε και διέταξε να το αφήσουν να φύγει χωρίς να το πειράξουν. 

Ο εγκέφαλος του Ριχάρδου τάφηκε στο αβαείο του Σαρρού στο Πουατού, η καρδιά του τοποθετήθηκε στον Καθεδρικό ναό της Ρουέν και το υπόλοιπο σώμα του στο Αβαείο του Φοντεβρώ.

Ο Μύθος του Ρομπέν των Δασών

Ακόμα αναζητείται αν συναντήθηκαν ποτέ ο Ριχάρδος και ο Ρόμπεν του Λόξλεϋ καθώς υπάρχουν συνολικά δέκα άτομα με το όνομα αυτό που εμφανίζονται μεταξύ 1180 και 1300. Τα στοιχεία τους βεβαίως δεν έχουν εξακριβωθεί. Σίγουρα τροφή για αναζήτηση έχουν δώσει τα μυθιστορήματα των Αλεξάνδρου Δουμά και σερ Γουόλτερ Σκότ.

Φρειδερίκος Α΄ Βαρβαρόσσα

Φρειδερίκος Α΄ Βαρβαρόσσα (Friedrich I., Barbarossa) (1122 - 1190) ή Κοκκινογένης, Βασιλιάς της Γερμανίας (1152 - 1190) και Αυτοκράτορας της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας (1155 - 1190). Πριν γίνει Βασιλιάς της Γερμανίας ήταν δούκας της Σουαβίας (1147 - 1152) σαν Φρειδερίκος Γ' ήταν γιος του δούκα της Σουαβίας Φρειδερίκου Β' από την δυναστεία των Χοενστάουφεν και της Ιουδήθ κόρης του Ερρίκου Θ' δούκα της Βαυαρίας από την δυναστεία των Γουέλφων. 

Μόλις έγινε δούκας της Σουαβίας έκανε το πρώτο ταξίδι του στην Ανατολή στην Β' Σταυροφορία στο πλευρό του θείου του Γερμανού Αυτοκράτορα Κονράδου Γ', η Σταυροφορία κατέληξε σε αποτυχία αλλά κέρδισε την εμπιστοσύνη του θείου του που τον κήρυξε διάδοχο του στον Γερμανικό θρόνο. Στέφθηκε στο Άαχεν Βασιλιάς λίγες μέρες μετά τον θάνατο του. Ήταν αποφασισμένος να επαναφέρει την ισχύ της Γερμανικής Αυτοκρατορίας στα χρόνια του Καρολομάγνου και του Αυτοκράτορα Όθωνα Α'.

 
Αποφασισμένος να διατηρήσει την ειρήνη επενέβη στις εσωτερικές διαμάχες των ευγενών, όπως και στον Δανικό εμφύλιο, προσπάθησε να κάνει διαπραγματεύσεις με τον Βυζαντινό Αυτοκράτορα Μανουήλ Α'. Αλλά έπεσε στην άρνηση του πάπα να του δώσει διαζύγιο με την άτεκνη σύζυγο του, κάτι που κατάφερε να κάνει με τον επόμενο Πάπα Ευγένιο Γ' (1153) με την συνθήκη της Κωνσταντίας υποσχέθηκε να παράσχει προστασία στον Πάπα από τους εχθρούς του, όπως τον Βασιλιά της Σικελίας Ρογήρο Β'.

Εκστρατείες του στην Ιταλία

Ο Φρειδερίκος Βαρβαρόσσα έκανε συνολικά 6 εκστρατείες στην Ιταλία στην πρώτη από τις οποίες στέφθηκε Αυτοκράτορας από τον Πάπα Ανδριανό Δ', μετέφερε το Δουκάτο της Βαυαρίας από τον Ερρίκο Β' στον ξάδελφο του Ερρίκο τον Λέοντα από την δυναστεία των Γουέλφων. Στις 9 Ιουνίου 1156 παντρεύτηκε την Βεατρίκη της Βουργουνδίας κόρη του δούκα Ρενώ Γ' κάτι που έφερε την Βουργουνδία υπό την κατοχή του. 

Τον Ιούνιο του 1158 πραγματοποίησε την δεύτερη εκστρατεία του στην Ιταλία είχε σημαντικές επιτυχίες στα βόρεια έχοντας στο πλευρό του τον Ερρίκο τον Λέοντα , κυρίευσε το Μιλάνο κάτι που τον έφερε σε σύγκρουση με τον Πάπα Αλέξανδρο Γ'. Ο Πάπας τον αφόρισε (1160) και ο Φρειδερίκος αντέταξε τον αντίπαπα Βίκτορ Δ', επέστρεψε στην Γερμανία (1162), έκανε νέα εκστρατεία στην Σικελία (1163) όπου απέτυχε παταγωδώς. 

Το 1164 μετέφερε από το Μιλάνο τα οστά των τριών μάγων Βασιλέων σαν δώρο στην αρχιεπισκοπή της Κολωνίας. Τον Οκτώβριο του 1166 έκανε άλλο ένα ταξίδι στην Ιταλία όπου έγινε η στέψη της συζύγου του Βεατρίκης σαν Αυτοκράτειρας από τον αντίπαπα Πασχάλ Γ', ο Ερρίκος ο Λέων αρνήθηκε να τον ακολουθήσει με την δικαιολογία τις διαμάχες που είχε με τους γειτόνους του. 

Το επόμενο διάστημα προσπάθησε να επεκτείνει την κυριαρχία του σε Βοημία, Πολωνία και Ουγγαρία, προσπάθησε να δημιουργήσει δεσμούς με τον Βυζαντινό Αυτοκράτορα Μανουήλ Α', τον Βασιλιά της Αγγλίας Ερρίκο Β', και τον Βασιλιά της Γαλλίας Λουδοβίκο Ζ'. Μετά τον θάνατο του Δούκα της Σουαβίας Φρειδερίκο Β' (1167) πήρε την περιοχή στην κυριαρχία του. 

Το 1174 αποφάσισε να πραγματοποιήσει την πέμπτη εκστρατεία του στην Ιταλία ο Ερρίκος ο Λέων αρνήθηκε ξανά να τον ακολουθήσει, η εκστρατεία απέτυχε γνωρίζοντας την συντριβή κοντά στο Μιλάνο στις 29 Μαΐου 1176 όπου τραυματίστηκε σοβαρά, ενώ πίστευαν για πολύ καιρό ότι ήταν νεκρός. Η ήττα αυτή τον έφερε σε διαπραγματεύσεις με τον Πάπα Αλέξανδρο Γ' δηλώνοντας σε αυτόν την υποταγή του.

 
Ο Φρειδερίκος δεν συγχώρησε τον Ερρίκο τον Λέοντα που δεν του πρόσφερε την βοήθεια του στην τελευταία μάχη αποφασίζοντας να τον ανατρέψει, συσπείρωσε εναντίον του όλους τους δυσαρεστημένους ευγενείς (1180) του ισχυρού Δουκάτου που είχε δημιουργήσει. Η τελική υποταγή έγινε τον Νοέμβριο 1181 όπου ο Ερρίκος Λέων εξορίστηκε στην Νορμανδία στην αυλή του πεθερού του Βασιλιά της Αγγλίας Ερρίκου Β' πέρασε εκεί 3 χρόνια μέχρι να επιστρέψει στην Γερμανία.

Συμμετοχή του στην Γ' Σταυροφορία και θάνατος

Αφού συμφιλιώθηκε με τον Πάπα ο Φρειδερίκος προετοιμάστηκε για την συμμετοχή του στην Γ' Σταυροφορία (1189) μια τεράστια εκστρατεία με τις συνδυασμένες δυνάμεις του Βασιλιά της Γαλλίας Φιλίππου Β' Αυγούστου και του Βασιλιά της Αγγλίας Ριχάρδου Α' του Λεοντόκαρδου. Σχημάτισαν έναν τεράστιο στρατό 100.000 ανδρών μεταξύ των οποίων 20.000 ευγενείς, μερικοί ιστορικοί θεωρούν τα νούμερα αυτά σαν υπερβολή μιλώντας για 15.000 άνδρες ανάμεσα στους οποίους και 3.000 ευγενείς. 

Οι στρατοί των Σταυροφόρων έφτασαν στην Κωνσταντινούπολη το φθινόπωρο του 1189 από κει πέρασαν στην Ανατολή, στις 10 Ιουνίου 1190 ο Φρειδερίκος Βαρβαρόσσα πνίγηκε στην προσπάθεια του να διαβεί τον ποταμό Σαλέφ στην Κιλικία. Μερικοί υποθέτουν ότι ο πνιγμός του έγινε λόγω αδυναμίας να συμμετέχει σε τέτοιες αποστολές λόγω του προχωρημένου της ηλικίας του, ενώ ο εξοπλισμός του δεν τον διευκόλυνε στην προσπάθεια του να σωθεί.

Κληρονόμοι

Με την σύζυγο του Βεατρίκη της Βουργουνδίας παιδιά του ήταν :
  • Σοφία (1161 - 1187) παντρεύτηκε τον Γουλιέλμο Στ' τον Μομφερρατικό
  • Ερρίκος Στ' Αυτοκράτωρ της Ρώμης
  • Κονράδος (1167 - 1191) δούκας της Σουαβίας
  • Όθων Α' της Βουργουνδίας
  • Κονράδος Β' (1172 - δολοφονήθηκε 1196) δούκας της Σουαβίας
  • Φίλιππος της Σουαβίας

Γκυ των Λουζινιάν 

Ο Γκυ ή Γουΐδων των Λουζινιάν (Guy de Lusignan, 1159 - 1194) ήταν Γάλλος ευγενής που έγινε βασιλικός σύζυγος των Ιεροσολύμων οδηγώντας τα στρατεύματα της πόλης στην καταστρεπτική μάχη του Χαττίν (1187).

Ήταν γιος του κόμη του Πουατού Ούγου Η' των Λουζινιάν. Το Πουατού ήταν τμήμα του Γαλλικού Δουκάτου της Ακουιτανίας που ήταν υπό την εξουσία του τρίτου γιου της Ελεονώρας της Ακουιτανίας και του Ερρίκου Β' της Γαλλίας, Ριχάρδου του Λεοντόκαρδου. Το 1168, ο Γκυ και τα αδέλφια του σε ενέδρα σκότωσαν τον Πατρίκιος, 1ος κόμης του Σώλσμπερι που επέστρεφε από προσκύνημα και για την πράξη τους αυτή εξορίστηκαν από τον Ριχάρδο και κατέφυγαν στα Ιεροσόλυμα.

Το 1174 ο μεγαλύτερος αδελφός του Αμαλρίκ παντρεύτηκε την κόρη του Βαλδουίνου των Ιμπελίν και μπήκε στους κύκλους των ευγενών. Διορίστηκε από την Βασιλομήτορα Αγνή του Κουρτεναί Κοντόσταυλος στην Γιάφα και στην συνέχεια σε ολόκληρο το Βασίλειο. Μερικές αναληθείς φήμες λένε ότι ήταν αγαπητικός της Αγνής, αλλά κρατήθηκε μακριά από την πολιτική που είχε ανατεθεί στην οικογένεια των Ιμπελίν, ευνοούμενοι του Ραϊμόνδου Γ΄ της Τρίπολης, εξαδέλφου του Βασιλιά.

Βασιλιάς των Ιεροσολύμων αν και Ανεπιθύμητος 

Ο Ραϊμόνδος Γ΄ της Τρίπολης και ο Βοϊμόνδος Γ' της Αντιόχειας ετοιμάστηκαν να επιτεθούν στα Ιεροσόλυμα, προκειμένου να πιέσουν τον Βασιλιά Βαλδουίνο να δώσει την αδελφή του σύζυγο στον Βαλδουίνο των Ιμπελίν. Ο Γκυ και η Σιβύλλα προχώρησαν σε βιαστικό γάμο (1180) και έτσι ο Γκυ έγινε κόμης της Γιάφας και της Ασκαλών. Με την Σιβύλλα απέκτησε δύο κόρες, τις Αλίκη και Μαρία, ενώ η σύζυγός του είχε ήδη έναν γιο από τον πρώτο της γάμο με τον Γουλιέλμο του Μομφερράτου. 

Ο Βασιλιάς Βαλδουίνος δεν είχε σοβαρή αντίρρηση για τον γάμο, ενώ είναι ανακριβείς οι πληροφορίες ότι τον πίεζε η μητέρα του. Σαν υποτελής του ξαδέλφου του Βασιλιά της Αγγλίας Ερρίκου Β' είχε κάθε λόγο να αναμένει από αυτόν βοήθεια, και κήρυξε τον Γκυ αντιβασιλιά (1182).

Μετά από την δειλία που έδειξε απέναντι στον Σαλαντίν στο Κεράκ τον αποκήρυξε από διάδοχο ζητώντας από την αδελφή του να ακυρώσει τον γάμο της (1183, 1184). Ο Βαλδουίνος Δ΄ ήθελε γαμπρό από Βασιλική οικογένεια για διάδοχο του, ενώ η Σιβύλλα ευρισκόμενη στην Ασκαλών αρνήθηκε πεισματικά. Ο Βαλδουίνος Δ΄ όρισε διάδοχό του τον Βαλδουίνο του Μομφερράτου, παιδί της Σιβύλλας από τον πρώτο της γάμο και απαγόρευσε την διαδοχή στον Γκυ και τους απογόνους του.


Όταν ο Βαλδουίνος Δ' υπέκυψε από λέπρα τον διαδέχθηκε ο ανήλικος Βαλδουίνος Ε΄του Μομφερράτου που πέθανε σε λίγους μήνες. Ο Γκυ και η Σιβύλλα πήγαν στα Ιεροσόλυμα για την στέψη τους (1186) και ο Ραϊμόνδος Γ' της Αντιόχειας προκειμένου να προστατέψει τα δικαιώματα της Μαρίας Κομνηνής, της κόρης της Ισαβέλλας και της οικογένειας των Ιμπελίν ετοιμάστηκε να εκστρατεύσει κατά των Ιεροσολύμων. 

ΟΡαϊνάλδος του Σατιγιόν κατάφερε να πετύχει την υποστήριξη του λαού και της εκκλησίας στην Σιβύλλα και ο Πατριάρχης Ηράκλειος έστεψε τους νέους Βασιλείς. Η ίδια μάλιστα η Σιβύλλα σε ένδειξη τιμής έβγαλε το στέμμα από το δικό της κεφάλι και το τοποθέτησε σε αυτό του συζύγου της. Ο μνηστήρας από την άλλη πλευρά του θρόνου Χάμφρεϊ Δ' του Τορόν που είχε παντρευτεί την Ισαβέλλα δεν επιθυμούσε την ανατροπή του Γκυ δηλώνοντας πίστη σε αυτόν και πρότεινε στον Ραϊμόνδο της Τρίπολης και τους Ιβελίν να σταματήσουν τις προσπάθειες.

Πτώση του Βασιλείου των Ιεροσολύμων 

Κύριος στόχος του ήταν η προέλαση του Σαλαντίν, προσπαθώντας να ανακουφίσει την Τιβεριάδα που πολιορκείτο από τον Σαλαντίν. Ο στρατός του ρημαγμένος από έλλειψη νερού υπέστη συντριπτική ήττα (1187): ο Γκυ με τους αδελφούς του Γοδεφρείδο, Ραϊνάλδο και Χάμφρεϊ μεταφέρθηκαν στον Σαλαντίν. Ο Σαλαντίν έδωσε στον Γκυ ένα ποτήρι νερό σαν ένδειξη γενναιοδωρίας, αλλά όταν ο Γκυ ήθελε να δώσει νερό στον Ραϊνάλδο ο Σαλαντίν το πέταξε κάτω προστάζοντας ότι απαγορεύεται να το κάνει χωρίς την άδεια του. 

Αμέσως ο Σαλαντίν κατηγόρησε τον Ραϊνάλδο για προδοσία και με το ξίφος του τον αποκεφάλισε. Η Σιβύλλα με τον Μπάλιαν του Ιμπελίν υποστήριζαν την πόλη των Ιεροσολύμων που έπεσε και αυτή στα χέρια του Σαλαντίν. Ο Γκυ Λουζινιάν παρέμεινε για έναν χρόνο φυλακισμένος του Σαλαντίν, ώσπου ελευθερώθηκε (1188) μετά τα ικετευτικά γράμματα της Σιβύλλας. 

Ο Γκυ και η Σιβύλλα κατέφυγαν στην Τύρο, την μόνη πόλη που είχε μείνει Χριστιανική, και βρισκόταν υπό την διοίκηση του Κονράδου του Μομφερράτου, μικρότερου αδελφού του πρώτου συζύγου της Σιβύλλας. Ο Κονράδος αρνήθηκε να δώσει άσυλο στον Γκυ και την Σιβύλλα που στρατοπέδευσε για μήνες έξω από τα τείχη της πόλης. Ο Γκυ στο άκουσμα της προέλασης της Γ΄ Σταυροφορίας υπό τον Φίλιππο Β΄ της Γαλλίας και τον Ριχάρδο τον Λεοντόκαρδο άρχισε την πολιορκία της Άκρας. 

Η Βασίλισσα τον ακολούθησε αλλά πέθανε μαζί με τις κόρες της στην μεγάλη επιδημία του 1190, και έτσι ο Γκυ έχασε όλα τα δικαιώματα του για τον θρόνο των Ιεροσολύμων. Η οικογένεια των Ιμπελίν αμέσως χώρισαν την Ισαβέλλα από τον σύζυγο της Χάμφρεϊ του Τορόν, που δειλά υποτάχθηκε στον Γκυ προκειμένου να την παντρέψουν με τον Κονράδο του Μομφερράτου. Ο Γκύ άφησε την Άκρα (1191) προκειμένου να συναντήσει τον παλιό του κυρίαρχο Ριχάρδο τον Λεοντόκαρδο που του δήλωσε όρκο πίστης και υποταγής.

 
Τον βοήθησε σε όλες τις επιχειρήσεις του και στην κατάκτηση της Κύπρου από τον Ισαάκ Κομνηνό, ενώ όταν έφτασαν στην Άκρα βρήκαν αντιμέτωπους και τους Βασιλείς Φίλιππο Β' της Γαλλίας, Λεοπόλδο Ε΄ της Αυστρίας που υποστήριζαν τον Κονράδο.

Γενάρχης της δυναστείας των Λουζινιάν στην Κύπρο

Στην σύγκρουση που ακολούθησε ο Γκυ έδειξε ένα λαμπρό δείγμα του ιπποτικού του χαρακτήρα σώζοντας την ζωή του Κονράδου όταν περικυκλώθηκε από τους εχθρούς παίρνοντας με την γενναιότατη πράξη του μεγάλο προβάδισμα στην διαδοχή του θρόνου. Ο Ριχάρδος παρά την αποτυχία της Γ' Σταυροφορίας παρέμεινε προκειμένου να ρυθμίσει το ζήτημα της διαδοχής. Τελικά οι ευγενείς μετά από ψηφοφορία έδωσαν το στέμμα στον Κονράδο και την Ισαβέλλα. 

Ο Γκυ των Λουζινιάν παρηγορήθηκε με την Κύπρο που είχε αγοράσει ο Ριχάρδος από τους Ναΐτες, παρέμεινε άρχοντας της Κύπρου (από το 1192, όταν και του παραχωρήθηκε από τον Ριχάρδο) χωρίς να πάρει τον τίτλο του Βασιλιά, αν και αυτοαποκαλούνταν έτσι από την εποχή που ήταν Βασιλιάς των Ιεροσολύμων. Τον διαδέχθηκε ο αδελφός του, Αμαλρίκ Β' της Ιερουσαλήμ, που δέχθηκε τον Βασιλικό τίτλο από τον Αυτοκράτορα Ερρίκο ΣΤ΄. Η δυναστεία του θα Βασιλεύσει στην Κύπρο (Βασίλειο της Κύπρου) ως το 1474.

Φίλιππος Β΄ της Γαλλίας 

Ο Φίλιππος Β΄ (Philippe II, 21 Αυγούστου 1165 - 14 Ιουλίου 1223), γνωστός και ως Φίλιππος Αύγουστος, ήταν Βασιλιάς της Γαλλίας από το 1180 έως το 1223 και ο πρώτος που αποκαλούνταν με αυτόν τον τίτλο. Ήταν γιος και διάδοχος του Βασιλιά Λουδοβίκου Ζ΄ από την τρίτη σύζυγό του, Αδέλα της Καμπανίας.

Παντρεύτηκε αμέσως μετά την άνοδο του στον θρόνο την πριγκίπισσα Ισαβέλλα του Αινώ, κληρονομώντας και το Αρτουά. Μόλις πέθανε η Ισαβέλλα, ο μεγάλος τους γιος Λουδοβίκος έγινε κόμης του Αρτουά. Έδιωξε όλους τους Ιουδαίους από τη χώρα και δήμευσε την περιουσία τους.

Ξεκίνησε πόλεμο με τον Φίλιππο της Αλσατίας (1181), κόμη της Φλάνδρας, και τον Ιούλιο του 1185, με τη συνθήκη του Μποβ, περιήλθαν υπό την κατοχή του οι περιοχές του Αρτουά και της Αμιένης. Ξεκίνησε και ο ίδιος τον πόλεμο με τον Βασιλιά της Αγγλίας Ερρίκο Β΄, κάτι που είχε κάνει στο παρελθόν και ο πατέρας του. Προσέγγισε και ο ίδιος τους επαναστατημένους γιους του, αλλά ο θάνατος του Ερρίκου (1189) και η πτώση των Ιεροσολύμων στον Σαλαντίν άλλαξαν τα σχέδιά του.


Τρίτη Σταυροφορία και Αποτυχία της 

Το 1190 ξεκίνησε την Γ΄ Σταυροφορία μαζί με τον Αυτοκράτορα της Γερμανίας Φρειδερίκο Α΄ Βαρβαρόσσα και τον Βασιλιά της Αγγλίας Ριχάρδο Α΄ τον Λεοντόκαρδο. Αρχικά ξεκίνησαν μαζί με τον Ριχάρδο, αλλά χώρισαν στην Λυών, διότι ο μεν Ριχάρδος ήθελε να συνεχίσουν μέσω πλοίων, ο δε Φίλιππος Αύγουστο μέσω των Άλπεων.

Συναντήθηκαν στη Μεσσήνη, όπου έβγαλαν μαζί τον χειμώνα. Τον Μάρτιο του 1191, ο Φίλιππος εξέπλευσε, έφθασε στα Ιεροσόλυμα και άρχισε τις εφόδους πριν την άφιξη του Ριχάρδου. Αλλά τον Ιούλιο του ίδιου χρόνου προσεβλήθη από δυσεντερία και ήταν βέβαιος ο θάνατος του, αν δεν επέστρεφε ταχύτατα στη Γαλλία, εγκαταλείποντας την πολιορκία, κάτι που έκανε. Άφησε μικρή Γαλλική στρατιωτική δύναμη υπό τον δούκα της Βουργουνδίας Ούγο Γ΄.

Εξοργισμένος ο Ριχάρδος για την πράξη αυτή του Φιλίππου, μίλησε με έντονη επίθεση εναντίον του, λέγοντας ότι καθήκον του ήταν να κάτσει και να πεθάνει παρά να εγκαταλείψει την προσπάθεια. Άφησε μικρό σώμα στρατού και επέστρεψε μέσω Γένοβας με τον ξάδελφο του Πέτρο ντε Κουρτεναί, Δούκα του Νεβέρ. Περίμενε πόλεμο με τον Ριχάρδο με την επιστροφή του τελευταίου από τους Αγίους Τόπους.

Προστριβές με τον Πάπα

Η Ισαβέλλα πέθανε σε μια γέννα της (1190) και ο Φίλιππος πραγματοποίησε δεύτερο γάμο με την Ίνγκεμπορντ της Δανίας, (1175 - 1236), κόρη του Βασιλιά Βάλντεμαρ Α΄ της Δανίας. Άλλαξε το όνομά της σε Ίζαμπουρ και περιγράφεται από πολλές μαρτυρίες (π.χ. Στέφανος του Ντόρνικ) ως ωραία, νέα και σοφή. Ήρθε όμως σε σύγκρουση μαζί της, αρνήθηκε να την αναγνωρίσει σύζυγό του και αυτή κατέφυγε στον Πάπα Κελεστίνο Γ΄ για να του εκθέσει τις διαμαρτυρίες της. 

Στο μεταξύ ο Φίλιππος, χωρίς καν να βγει το διαζύγιο, πραγματοποίησε τρίτο γάμο με την Αγνή της Μερανίας, με την οποία έκανε δύο παιδιά: την Μαρία της Γαλλίας (1198–1224)και τον Φίλιππο, κόμη του Κλερμόν (1200 - 1234). Ο Πάπας Ιννοκέντιος Γ΄ κήρυξε άκυρο τον γάμο του με την τρίτη σύζυγό του, Αγνή, αλλά ο Φίλιππος - Αύγουστος αρνείτο επίμονα να δεχτεί πίσω την κόρη του Βάλντεμαρ, μέχρι που άλλαξε γνώμη (1213) μετά τις προσπάθειες του Πάπα και του αδελφού της, Βάλντεμαρ Β΄ της Δανίας (1202 - 1241). 

Η καχυποψία με την οποία έβλεπε τον Πάπα ύστερα από αυτό τον οδήγησε σε άρνηση να προσφέρει βοήθεια σε διάφορες Παπικές εκστρατείες, όπως αυτή κατά των Καθαρών (1208).


Σχέσεις του με τον Ιωάννη Ακτήμονα 

Με τον νέο Βασιλιά της Αγγλίας Ιωάννη τον Ακτήμονα έκλεισε αρχικά την Συνθήκη του Λε Γκουλέ. Αναγνώρισε τον Ιωάννη επίσημα Βασιλιά της Αγγλίας μετά την άνοδο του στον θρόνο (1196), αφαιρώντας τα δικαιώματα από τον άλλο διεκδικητή του Αγγλικού θρόνου,Αρθούρου Α΄, κόμη της Βρετάνης (ανιψιού του Ιωάννη). Σε αντάλλαγμα αναγνώρισε τον Φίλιππο - Αύγουστο κυρίαρχο της Φλάνδρας, της Βουλώνης και των ηπειρωτικών κτήσεων της Ανδεγαυίας. 

Ο Ιωάννης ήταν τυπικά κυρίαρχος σε Ανζού και Βρετάνη, αφού κατέλαβε το ποσό των 20.000 χρυσών στερλινών. Ως εξασφάλιση της συναλλαγής αυτής, συμφωνήθηκε ο γάμος του διαδόχου του Γαλλικού θρόνου, Λουδοβίκου, με την ανιψιά του Ιωάννη, πριγκίπισσα Λευκή της Καστίλης.

Το 1202 όμως, Βαρώνοι δυσαρεστημένοι από τη συμπεριφορά του Ιωάννη έκαναν αίτημα στον Βασιλιά Φίλιππο - Αύγουστο. Ο Φίλιππος ζήτησε από τον Ιωάννη να απαντήσει στα αιτήματα των βαρώνων, αυτός δεν το έκανε και τότε κυρίευσε όλες τις κτήσεις της ηπειρωτικής Αγγλίας, εκδιώκοντας τον Ιωάννη από Βρετάνη και Ακουιτανία.

Παρίσι

Από τους ισχυρότερους Μεσαιωνικούς μονάρχες της Ευρώπης, νικώντας τον ισχυρό συνασπισμό της συμμαχίας των Ανδεγαυών, κατόρθωσε να κατατροπώσει και τους ευγενείς φέρνοντας την εξουσία στην μεσαία τάξη. Έκτισε νέο εμπορικό κέντρο στο Παρίσι και συνέχισε την οικοδόμηση της μεγάλης εκκλησίας της Παναγίας των Παρισίων που είχε ξεκινήσει (1163) ο πατέρας του. Είναι ιδρυτής του πρώτου Πανεπιστημίου των Παρισίων, και του Λούβρου με αρχική χρήση ως κάστρου.

Το Παρίσι ήταν το πιο γνωστό θεολογικό κέντρο εκείνη την εποχή με το πανεπιστήμιο του Παρισιού που είχε ξεκινήσει σαν σχολή του καθεδρικού της Νοτρ Νταμ. Ήταν το περιβάλλον που έπαιξε τον σημαντικότερο ρόλο και κυρίως η ανάπτυξη της πόλης στο τέλος του 12ου αιώνα, καθώς οι Γάλλοι Βασιλείς άρχισαν να αναδύονται από τις σκιές μιας μακροχρόνιας κατάπτωσης του μοναρχικού γοήτρου στην Γαλλία. 

Το Παρίσι δεν ήταν μόνον η πρωτεύουσα, αλλά και η μεγαλύτερη πόλη της βόρειας Γαλλίας, με έναν πληθυσμό που έφτανε τις 50.000 στα 1200. Εκείνη την εποχή υπολογίζεται πως υπήρχαν περίπου 5.000 δάσκαλοι και μαθητές στο Παρίσι, το 10% δηλαδή του πληθυσμού, που ζούσαν γύρω από την Παναγία των Παρισίων στο Ιλ ντε λα Σιτέ και γύρω από τα μοναστήρια Geneveve και St Victor. Τους προσέλκυσε ένας γαλαξίας από διανοούμενους της εποχής, μελετώντας τα έργα του Πέτρου Αβελάρδου και του Ουγκώ του St Victor, κυρίως Λογική, είτε για την Λογική αυτή καθεαυτή, είτε για να συνεχίσουν στη θεολογία.

 
Ωφελήθηκαν από την προστασία της εκκλησίας και της πολιτείας. Οι Πάπες παραχώρησαν διατάγματα που αναγνώριζαν τα δικαιώματα της επαγγελματικής ένωσης (συντεχνίας) των Παριζιάνων δασκάλων, ενώ ο Βασιλιάς Φίλιππος Αύγουστος εξέδωσε το 1200 καταστατικό χάρτη που υποχρέωνε τον Δεσμοφύλακα του Παρισιού, τον ανώτατο αξιωματούχο της εκτελεστικής εξουσία στην πόλη, να ορκίζεται ότι θα σέβεται τα προνόμια των σπουδαστών. 

Εν τέλει, και με την δράση τους, οι σχολές του Παρισιού αναγνωρίζονταν σαν ένα αυτόνομα σώμα μέσα στο πλαίσιο της ζωής της πόλης. Μπορούσαν να κατέχουν και να μεταβιβάζουν οικοδομήματα και γη, να εκλέγουν τις αρχές τους, να ενάγουν στα δικαστήρια και να ενάγονται, να νομοθετούν (εσωτερικά) για την διαχείριση των δικών τους ζητημάτων. Δεν ήταν απλά ένα δημιούργημα του Βασιλιά, του Πάπα ή των αρχών της πόλης ούτε καν του Καγκελάριου της Notre Dame. 

Είχαν καταφέρει να δημιουργήσουν το στάτους ενός universitas magistrorum et scholarium ή άλλως ενός πανεπιστημίου.

Ισαάκιος Β΄ Άγγελος 

Ο Βυζαντινός Αυτοκράτορας Ισαάκιος Β΄ Άγγελος Βασίλεψε από το 1185 μέχρι την εκθρόνισή του το 1195, επανήλθε σε συμβασιλεία με το γιό του Αλέξιο Δ΄ Άγγελο το 1203, μέχρι το θάνατό του το 1204. Ο Ισαάκιος Β΄ Άγγελος, ευγενούς καταγωγής αντικατέστησε τον Αυτοκράτορα Ανδρόνικο Α΄ Κομνηνό μετά τα επεισόδια και τη θανάτωσή του. Έτσι εγκαθιδρύθηκε στο Βυζάντιο ο Οίκος Αγγέλων. Αμέσως ανέλαβε δράση και τα Βυζαντινά στρατεύματα υπό το στρατηγό Αλέξιο Βρανά διέλυσαν τον απειλητικό στρατό του Γουλιέλμου στην Αμφίπολη το 1185.

Δεν μπόρεσε όμως να κάνει τίποτε για την ανάκτηση των νησιών του Ιονίου Λευκάδα, Ιθάκη, Κεφαλονιά και Ζάκυνθος τα οποία είχαν καταληφθεί από τον στόλο του Γουλιέλμου Β΄ με ναύαρχο τον Μαργαριτώνη το καλοκαίρι του ίδιου έτους. Η συνέχεια της Βασιλείας του δεν υπήρξε αντάξια αυτού του πρώτου θριάμβου, και αυτό γιατί σε αντίθεση με τον Ανδρόνικο, ο Ισαάκιος ήταν ανίκανος να διοικήσει ικανοποιητικά το κράτος. 

Επανήλθε η παταχθείσα υπό τον προκάτοχό του διαφθορά των υπαλλήλων, αλλά και η εξαγορά τίτλων και προνομίων, ως τα βασικά στοιχεία της διοίκησης. Το 1187, ο Σαρακηνός Ελ-Σαλαντίν κατέλαβε τα Ιεροσόλυμα, καταλύοντας το ομώνυμο Σταυροφορικό Βασίλειο. Σε πλήρη αντίθεση με το αντίστοιχο γεγονός της πτώσης των Ιεροσολύμων στους Φράγκους, ο Σαλαντίν δεν επιδόθηκε σε ανούσια σφαγή, αλλά επέτρεψε σχεδόν σε όλους τους Χριστιανούς να εξαγοράσουν την ελευθερία τους.

Η πτώση της Αγίας Πόλης αποτέλεσε το έναυσμα για την διοργάνωση το 1191 της Γ΄ Σταυροφορίας από το Φρειδερίκο Βαρβαρόσσα. Έντρομος ο Ισαάκιος, αλλά και πολύ κατώτερος των απαιτήσεων των γεγονότων, δεν κατόρθωσε να επιδείξει την οξύνοια και διπλωματική ευελιξία των Κομνηνών στη διαχείριση των Σταυροφορικών στρατευμάτων. Ο Φρειδερίκος πέρασε στην Ανατολία και κατέλαβε το Ικόνιο.

Στην πορεία όμως πέθανε σε πνιγμό με αποτέλεσμα την άμεση και άδοξη λήξη της Σταυροφορίας, χωρίς καν να πλησιάσει στο στόχο της. Ο γιος του Ερρίκος ΣΤ΄, ανέλαβε την πρωτοβουλία για νέα Σταυροφορία το 1195. Αν και τα πρώτα στρατεύματα κινήθηκαν επιτυχώς, ο θάνατος του Ερρίκου το 1197 στη Μεσήνη έδωσε άδοξο τέλος και στη νέα εκστρατεία.


Ανήμπορος να παρακολουθήσει τις εξελίξεις, ο Ισαάκιος ήταν ένας αδύναμος ηγέτης, χωρίς πολλά από τα χαρίσματα των Κομνηνών. Εκθρονίστηκε από τον αδελφό του Αλέξιο Γ΄ Άγγελο και τιμωρήθηκε με τύφλωση το 1195. Το 1203, δηλαδή τις παραμονές της πολιορκίας της Πόλης από τους Σταυροφόρους της Δ΄ Σταυροφορίας, ο γιος του μοιράζοντας αφειδώς υποσχέσεις για ανταλλάγματα, κατόρθωσε με τη βοήθεια των Δυτικών, και κυρίως των Βενετών, να επανακτήσει το θρόνο και να χρισθεί συμβασιλέας με τον πατέρα του. 

Λίγο πριν την πτώση (1204), πατέρας και γιος εκθρονίστηκαν και θανατώθηκαν από τον Αλέξιο Ε΄ Μούρτζουφλο.

 
 (Κάντε κλικ στις φωτογραφίες για μεγέθυνση)