Τετάρτη, 7 Ιουνίου 2017

ΡΗΤΟΡΙΚΗ: ΔΗΜΟΣΘΕΝΗΣ - Κατὰ Μειδίου (36-41)

[36] Ἀπήγγελλε τοίνυν τίς μοι περιιόντ᾽ αὐτὸν συλλέγειν καὶ πυνθάνεσθαι τίσι πώποτε συμβέβηκεν ὑβρισθῆναι, καὶ λέγειν τούτους καὶ διηγεῖσθαι πρὸς ὑμᾶς μέλλειν, οἷον, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, τὸν πρόεδρον ὅν ποτέ φασιν ἐν ὑμῖν ὑπὸ Πολυζήλου πληγῆναι, καὶ τὸν θεσμοθέτην ὃς ἔναγχος ἐπλήγη τὴν αὐλητρίδ᾽ ἀφαιρούμενος, καὶ τοιούτους τινάς, ὡς, ἐὰν πολλοὺς ἑτέρους δεινὰ καὶ πολλὰ πεπονθότας ἐπιδείξῃ, ἧττον ὑμᾶς ἐφ᾽ οἷς ἐγὼ πέπονθ᾽ ὀργιουμένους.

[37] ἐμοὶ δ᾽ αὖ τοὐναντίον, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, δοκεῖτε ποιεῖν ἂν εἰκότως, εἴπερ ὑπὲρ τοῦ κοινῇ βελτίστου δεῖ μέλειν ὑμῖν. τίς γὰρ οὐκ οἶδεν ὑμῶν τοῦ μὲν πολλὰ τοιαῦτα γίγνεσθαι τὸ μὴ κολάζεσθαι τοὺς ἐξαμαρτάνοντας αἴτιον ὄν, τοῦ δὲ μηδέν᾽ ὑβρίζειν τὸ λοιπὸν τὸ δίκην τὸν ἀεὶ ληφθένθ᾽ ἣν προσήκει διδόναι μόνον αἴτιον ἂν γενόμενον; εἰ μὲν τοίνυν ἀποτρέψαι συμφέρει τοὺς ἄλλους, τοῦτον καὶ δι᾽ ἐκεῖνα κολαστέον, καὶ μᾶλλόν γ᾽ ὅσῳπερ ἂν ᾖ πλείω καὶ μείζω· εἰ δὲ παροξῦναι καὶ τοῦτον καὶ πάντας, ἐατέον.

[38] ἔτι τοίνυν οὐδ᾽ ὁμοίαν οὖσαν τούτῳ κἀκείνοις συγγνώμην εὑρήσομεν. πρῶτον μὲν γὰρ ὁ τὸν θεσμοθέτην πατάξας τρεῖς εἶχεν προφάσεις, μέθην, ἔρωτα, ἄγνοιαν διὰ τὸ σκότους καὶ νυκτὸς τὸ πρᾶγμα γενέσθαι. ἔπειθ᾽ ὁ Πολύζηλος ὀργῇ καὶ τρόπου προπετείᾳ φθάσας τὸν λογισμὸν ἁμαρτὼν ἔπαισεν· οὐ γὰρ ἐχθρός γ᾽ ὑπῆρχεν ὤν, οὐδ᾽ ἐφ᾽ ὕβρει τοῦτ᾽ ἐποίησεν. ἀλλ᾽ οὐ Μειδίᾳ τούτων οὐδὲν ἔστ᾽ εἰπεῖν· καὶ γὰρ ἐχθρὸς ἦν, καὶ μεθ᾽ ἡμέραν εἰδὼς ὕβριζεν, καὶ οὐκ ἐπὶ τούτου μόνον, ἀλλ᾽ ἐπὶ πάντων φαίνεται προῃρημένος μ᾽ ὑβρίζειν.

[39] καὶ μὴν οὐδὲ τῶν πεπραγμένων ἐμοὶ καὶ τούτοις οὐδὲν ὅμοιον ὁρῶ. πρῶτον μὲν γὰρ ὁ θεσμοθέτης οὐχ ὑπὲρ ὑμῶν οὐδὲ τῶν νόμων φροντίσας οὐδ᾽ ἀγανακτήσας φανήσεται, ἀλλ᾽ ἰδίᾳ πεισθεὶς ὁπόσῳ δήποτ᾽ ἀργυρίῳ καθυφεὶς τὸν ἀγῶνα· ἔπειθ᾽ ὁ πληγεὶς ἐκεῖνος ὑπὸ τοῦ Πολυζήλου, ταὐτὸ τοῦτο, ἰδίᾳ διαλυσάμενος, ἐρρῶσθαι πολλὰ τοῖς νόμοις εἰπὼν καὶ ὑμῖν, οὐδ᾽ εἰσήγαγε τὸν Πολύζηλον.

[40] εἰ μὲν τοίνυν ἐκείνων κατηγορεῖν βούλεταί τις ἐν τῷ παρόντι, δεῖ λέγειν ταῦτα· εἰ δ᾽ ὑπὲρ ὧν ἐγὼ τούτου κατηγόρηκ᾽ ἀπολογεῖσθαι, πάντα μᾶλλον ἢ ταῦτα λεκτέα. πᾶν γὰρ τοὐναντίον ἐκείνοις αὐτὸς μὲν οὔτε λαβὼν οὐδὲν οὔτ᾽ ἐπιχειρήσας λαβεῖν φανήσομαι, τὴν δ᾽ ὑπὲρ τῶν νόμων καὶ τὴν ὑπὲρ τοῦ θεοῦ καὶ τὴν ὑπὲρ ὑμῶν τιμωρίαν δικαίως φυλάξας καὶ νῦν ἀποδεδωκὼς ὑμῖν. μὴ τοίνυν ἐᾶτε ταῦτ᾽ αὐτὸν λέγειν, μηδ᾽, ἂν βιάζηται, πείθεσθ᾽ ὡς δίκαιόν τι λέγοντι.

[41] ἂν γὰρ ταῦθ᾽ οὕτως ἐγνωσμέν᾽ ὑπάρχῃ παρ᾽ ὑμῖν, οὐκ ἐνέσται αὐτῷ λόγος οὐδὲ εἷς. ποία γὰρ πρόφασις, τίς ἀνθρωπίνη καὶ μετρία σκῆψις φανεῖται τῶν πεπραγμένων αὐτῷ; ὀργὴ νὴ Δία· καὶ γὰρ τοῦτο τυχὸν λέξει. ἀλλ᾽ ἃ μὲν ἄν τις ἄφνω τὸν λογισμὸν φθάσας ἐξαχθῇ πρᾶξαι, κἂν ὑβριστικῶς ποιήσῃ, δι᾽ ὀργήν γ᾽ ἔνι φῆσαι πεποιηκέναι· ἃ δ᾽ ἂν ἐκ πολλοῦ συνεχῶς ἐπὶ πολλὰς ἡμέρας παρὰ τοὺς νόμους πράττων τις φωρᾶται, οὐ μόνον δήπου τοῦ μὴ μετ᾽ ὀργῆς ἀπέχει, ἀλλὰ καὶ βεβουλευμένως ὁ τοιοῦτος ὑβρίζων ἐστὶν ἤδη φανερός.

***
[36] Μου έλεγε λοιπόν κάποιος ότι ο Μειδίας τριγυρνά και συγκεντρώνει πληροφορίες από ανθρώπους οι οποίοι κάποτε μέχρι σήμερα δέχθηκαν προσβολές, και ότι οι άνθρωποι αυτοί πρόκειται να παρουσιασθούν για να σας διηγηθούν όσα υπέφεραν· για παράδειγμα, Αθηναίοι, ο πρόεδρος ο οποίος, όπως λέγεται, κτυπήθηκε μπροστά στα μάτια σας από τον Πολύζηλο, ή ο θεσμοθέτης, ο οποίος κτυπήθηκε πρόσφατα, ενώ προσπαθούσε να αποσπάσει την αυλητρίδα, και άλλες παρόμοιες περιπτώσεις· πιστεύει ότι, αν σας παρουσιάσει και άλλους πολλούς οι οποίοι δέχθηκαν πολλές και σοβαρές προσβολές, θα μετριάσει την αγανάκτησή σας για όσα υπέφερα εγώ.

[37] Εγώ νομίζω, Αθηναίοι, ότι δικαιολογημένα θα κάνατε ακριβώς το αντίθετο, αν βέβαια πρέπει να φροντίζετε για το κοινό συμφέρον. Γιατί ποιός από σας αγνοεί ότι, αν δεν τιμωρούνται οι ένοχοι, πολλαπλασιάζονται τα περιστατικά του είδους αυτού, ενώ η επιβολή της νόμιμης ποινής σε όποιον κάθε φορά συλλαμβάνεται θα ήταν ο μόνος τρόπος για να μην παρανομεί κανένας στο μέλλον; Αν λοιπόν συμφέρει να αποτρέψετε τους άλλους, ο Μειδίας πρέπει να τιμωρηθεί και για εκείνα τα αδικήματα και η ποινή του πρέπει να είναι τόσο αυστηρότερη όσο περισσότερες και σοβαρότερες είναι οι βιαιότητές του· αν αντίθετα θέλετε να ενισχύσετε την αυθάδεια και αυτού και των άλλων, πρέπει να τον αφήσετε ατιμώρητο.

[38] Θα διαπιστώσουμε επίσης ότι δεν αξίζει να συγχωρηθούν με τον ίδιο τρόπο ο Μειδίας και όσοι προαναφέρθηκαν. Γιατί στην πρώτη περίπτωση εκείνος που κτύπησε τον θεσμοθέτη είχε τρία ελαφρυντικά: ήταν μεθυσμένος, ερωτευμένος και δεν ήξερε τί έκαμνε, επειδή ήταν σκοτάδι και νύκτα. Στη δεύτερη ο Πολύζηλος, εξαιτίας της βίαιης και ορμητικής ιδιοσυγκρασίας του, έχασε τον έλεγχο του λογικού και έκαμε το λάθος και τον κτύπησε (τον πρόεδρο)· πράγματι ούτε εχθρός του θύματος ήταν ούτε το έκαμε με πρόθεση να τον προσβάλει. Ο Μειδίας όμως δεν μπορεί να προβάλει καμία από αυτές τις δικαιολογίες· γιατί και εχθρός μου ήταν, και με προσέβαλε ενσυνείδητα στο φως της ημέρας, και όχι μόνο τότε, αλλά σε κάθε ευκαιρία φαίνεται ότι έχει την πρόθεση να με προσβάλλει.

[39] Δεν βλέπω εξάλλου τίποτε το κοινό στη συμπεριφορά των ανθρώπων αυτών και στη δική μου. Στην πρώτη περίπτωση θα φανεί ότι ο θεσμοθέτης ούτε ενδιαφέρθηκε για το συμφέρον σας και τους νόμους ούτε αγανάκτησε, αλλά απέσυρε την αγωγή, επειδή δελεάσθηκε δεν ξέρω με πόσο χρηματικό ποσό που του παραχωρήθηκε ιδιωτικά· το ίδιο συνέβη και στη δεύτερη περίπτωση με εκείνον τον οποίο κτύπησε ο Πολύζηλος: συμφιλιώθηκε ιδιωτικά μαζί του και, χωρίς καθόλου να ενδιαφερθεί για τους νόμους και για σας, ούτε καν τον κατήγγειλε.

[40] Αν λοιπόν θέλει κάποιος σήμερα να κατηγορεί τους ανθρώπους εκείνους, πρέπει να λέγονται αυτά· για την υπεράσπιση όμως του Μειδία από τις κατηγορίες μου, πρέπει μάλλον να λεχθεί οτιδήποτε άλλο εκτός από αυτά. Γιατί θα φανεί ότι, αντίθετα με όσους αναφέρθηκαν πριν, εγώ ούτε έλαβα ούτε επιδίωξα να λάβω καμία υλική ωφέλεια, αλλά αντίθετα διαφύλαξα, όπως επιβάλλει η δικαιοσύνη, και σας παραδίδω σήμερα, την τιμωρία που προστατεύει τους νόμους, τον θεό και τα συμφέροντά σας. Μη τον αφήνετε λοιπόν να ισχυρίζεται αυτά, ούτε, αν επιμένει στις απόψεις του, να πείθεσθε ότι ο ισχυρισμός του είναι δίκαιος.

[41] Αν σεις έχετε λάβει αυτή την οριστική απόφαση, δεν θα έχει τίποτε να πει, ούτε ένα επιχείρημα. Γιατί ποιά πρόφαση, ποιά έντιμη και ικανοποιητική δικαιολογία θα προβάλει για τη συμπεριφορά του; Την οργή, μά τον Δία, γιατί ίσως αυτός θα είναι ο ισχυρισμός του. Αλλά αν κάποιος χάσει ξαφνικά τον έλεγχο του λογικού και παρασυρθεί σε πράξεις προσβλητικές, είναι δυνατόν να ισχυρισθεί ότι τις έκαμε από οργή· όταν όμως αποκαλύπτεται ότι παρανομεί για πολύ χρόνο συνεχώς, όχι μόνο δεν δρα από οργή, αλλά προσβάλλει φανερά εκ προμελέτης.

Πλάτωνας: Όταν Κατορθώσουμε να Βρούμε αυτόν τον Άνθρωπο που μας Ενώνει η Συμπαντική Αόρατη Κλωστή!

Ο αγαπημένος φιλόσοφος Πλάτωνας οραματίστηκε τον μαγευτικό κόσμο των ιδεών κι έγραψε για αυτήν την παράξενη και γοητευτική σύλληψη, για τις αιώνιες και άυλες ιδέες στον πνευματικό κόσμο, πέρα από τις παρυφές του σύμπαντος και τα θλιβερά τους είδωλα στον υλικό κόσμο.

Εξηγούσε ακόμη πως όταν αντικρίζουμε το αγαπημένο μας πρόσωπο πάνω στη γη, βλέπουμε στα μάτια του μια θολή και μακρινή αντανάκλαση αυτού που αγαπήσαμε κάποτε στον κόσμο των ιδεών.

Δεν μπορούμε ακριβώς να θυμηθούμε τι ήταν αυτό, η μνήμη μας έχει ξεθωριάσει καθώς ενσαρκωθήκαμε στον επίγειο κόσμο, κι έτσι ερωτευόμαστε παράφορα αυτό το πρόσωπο, γιατί η ψυχή μας κάπου στο βάθος ανακαλεί στα βάθη των ματιών του τις τέλειες, αιώνιες και καθαρές ιδέες.

Μπορεί να ακούγεται παρωχημένη και ρομαντική η ιστορία του Πλάτωνα, ίσως σε κάποιους θυμίζει αφελές παιδικό παραμύθι. Έχετε αναρωτηθεί όμως για την επίμονη τάση μας να εξιδανικεύουμε τον άνθρωπο που ερωτευόμαστε;

Μέσα στο μυαλό και την ψυχή μας εντυπώνουμε όλα αυτά τα υπέροχα χαρακτηριστικά που θα επιθυμούσαμε να διαθέτει το αντικείμενο του έρωτά μας και τα προβάλλουμε σε αυτό σαν καθρέφτισμα σε λίμνη.
 
Όλη η ομορφιά, όλη η γλύκα, ο πόθος, το χαμόγελο, όλο το φως του κόσμου αντανακλάται στο πρόσωπο που αγαπάμε-ή που νομίζουμε πως αγαπάμε. Πόσες φορές, όταν το δυνατό φως του έρωτα θόλωσε το βλέμμα μας, εξιδανικεύσαμε και θεοποιήσαμε το πρόσωπο αυτό;

Πόσες φορές το τοποθετήσαμε σαν ιερό ειδώλιο σε αρχαίο βωμό και το λατρέψαμε; Πόσες φορές το μυαλό και η καρδιά μας έβαλαν τόσο ψηλά αυτό το πρόσωπο, ώστε να μην τολμούμε καν να το αγγίξουμε αισθανόμενοι ανεπαρκείς και ευάλωτοι;

Όμως η διάψευση και η ματαίωση ελλοχεύει κάπου εκεί κοντά… Όταν πονάμε βαθιά, γιατί ο αγαπημένος μας διαψεύδει τις υψηλές προσδοκίες μας.

Όταν το αντικείμενο της λατρείας μας αμείλικτα σκοτώνει τα όνειρα που πλάσαμε για αυτό, όταν δεν μας αγαπά όπως θα θέλαμε, όταν δεν μας υπόσχεται την άνευ όρων αγάπη που θα επιθυμούσαμε, όταν μας φέρνει στα μάτια δάκρυα απόγνωσης και απελπισίας. Οι προσδοκίες μας καταρρέουν μία μία σαν χάρτινος πύργος και μας αφήνουν με τα χέρια άδεια, με τα όνειρα μεταμορφωμένα σε στάχτη, με την αγάπη μας ανανταπόδοτη, με την καρδιά πληγωμένη και προδομένη.

Ίσως περιμέναμε πάρα πολλά… Γιατί το πρόσωπο αυτό δεν ήταν αληθινό, παρά ένα δειλό καθρέφτισμα αυτού του μεγάλου, του υψηλού, του ιδεατού που προαιώνια γεύθηκε η ψυχή μας σε έναν κόσμο πνευματικό, σε έναν κόσμο όπου μπορούσαμε να δούμε τις ιδέες καθαρές, ολοκληρωμένες και τέλειες, αψεγάδιαστες και αληθινές, την αγάπη και τον έρωτα σε πλήρη και αρμονική ένωση.

Ο υλικός κόσμος είναι ατελής. Ατελές το σώμα μας, η ύπαρξή μας, το μυαλό μας. Μόνο η ψυχή θυμάται, αλλά παραμένει σιωπηλή και αινιγματική στα απύθμενα βάθη του εαυτού μας, έτσι ώστε να αμφιβάλλουμε συχνά και για την ίδια της την ύπαρξη. Ίσως το πρόσωπο που αγαπήσαμε να είναι μια μακρινή ανάμνηση, μία σκιά του ιδανικού, του προαιώνιου, του τέλειου.

Μια ατελής ενσάρκωση της αγάπης, της αφοσίωσης, του πάθους, της τρυφερότητας, της ειλικρίνειας.

Αυτή η εναγώνια προσδοκία, η ελπίδα για τη μέθεξη στο μυστήριο του έρωτα, στην ένωση των Δύο κρύβει αυτήν την αλλοτινή θέαση της ιδέας της αγάπης και του έρωτα. Ο κόσμος της ύλης όμως δεν παύει να είναι ένα είδωλο, μία σκιά.

Ίσως ο μόνος τρόπος για να χειριζόμαστε τη ματαίωση είναι η επίγνωση. Η επίγνωση της ατέλειάς μας. Είμαστε γήινοι, αλλά ενωμένοι με το ουράνιο. Εκεί κοιτάζουμε, εκεί προσβλέπουμε.

Όσο δουλεύουμε πνευματικά για να βρούμε την αλήθεια μέσα μας, τόσο θα κάνουμε ειρήνη με την επίπονη συνειδητοποίηση της ατελούς μας φύσης.

Και ίσως, όταν κατορθώσουμε να βρούμε αυτόν τον άνθρωπο με τον οποίο μας ενώνει η μυστηριακή, η συμπαντική αόρατη κλωστή, να μπορέσουμε μαζί να πορευθούμε στο μαγευτικό αυτό ταξίδι της ζωής μας σε αυτήν τη γη, κρατημένοι χέρι χέρι, ψιθυρίζοντας λόγια αγάπης, υπομνήσεις της αληθινής, αιώνιας και αστείρευτης αγάπης που λάμπει με εκτυφλωτικό αθάνατο φως στον μαγικό κόσμο των πνευμάτων.

Εκεί από όπου η ψυχή μας ξεκίνησε το ταξίδι της, εκεί όπου θα επιστρέψει.

Υπάρχουν και φορές που προσπαθήσαμε πολύ αλλά δε μας βγήκε

Το καμπανάκι ότι κάτι δεν πάει καλά στις σχέσεις μας, χτυπάει για πρώτη φορά όταν συνειδητοποιούμε ότι αντί να σχετιζόμαστε, να μαθαίνουμε και να χαιρόμαστε τους ανθρώπους, παίζουμε παιχνίδια μαζί τους.
Τα παιχνίδια δύναμης, για κάποιους ανθρώπους, ας πούμε, είναι ο μόνος τρόπος που ξέρουν να υπάρχουν και συνήθως δεν μπορούν ή και δεν θέλουν να δοκιμάσουν άλλον τρόπο. Η ιδέα του να ζουν χωρίς να αισθάνονται ότι ελέγχουν τα πάντα, μπορεί να γίνει πολύ τρομακτική. Το ζητούμενο βέβαια δεν είναι να απαρνηθούμε τη δύναμή μας -εξάλλου απ’ τη σωστή διαχείρισή της μπορεί να επωφεληθείς σε πολλά σημεία-,  αλλά να μη μας ελέγχει η ανάγκη μας για έλεγχο.

Το βασικότερο όμως παιχνίδι μεταξύ σχέσεων, είναι γνωστό κι ως «hunger game», απ’ την ομώνυμη ταινία. Σε ελεύθερη μετάφραση σημαίνει: «Σε θέλω όταν δε με θες-Δε με θες όταν σε θέλω». Σε αυτό, οι κανόνες είναι άγραφοι μεν, αλλά, συνήθως, ένας από τους δύο καταλήγει να αναρωτιέται στην αρχή τι ήταν αυτό που έφταιξε, όμως, κάποια στιγμή, φτάνει στο σημείο να αποδεχτεί πως «’Ο,τι και να έγινε, προσπάθησε». Είναι γνωστό αυτό το μοτίβο σχέσεων, έτσι δεν είναι;

Έντονα συναισθήματα και πάθος απ’ την αρχή της γνωριμίας. Είναι απωθημένο; Είναι έρωτας; Όμως έχεις την αίσθηση ότι βρήκες το άλλο σου μισό. Από την πρώτη προσέγγιση ξεκινά το παιχνίδι. Ακολουθεί η σύνδεση κι η κορύφωση αμέσως μετά, απομάκρυνση λίγο αργότερα, επανασύνδεση στη συνέχεια και μετά ξανά απομάκρυνση και ξανά επανασύνδεση.

Αλλεπάλληλοι χωρισμοί κι επανασυνδέσεις, μέχρις ότου αντέξουν τα εμπλεκόμενα μέρη, μέχρι εξαντλήσεως και τελικής πτώσεως μερικές φορές, μέχρι το οριστικό κι αναπόφευκτο τέλος. Κι όλα αυτά, διανθισμένα με δράματα, παρεξηγήσεις, στραπατσαρισμένους εγωισμούς, τσαλαπατημένα συναισθήματα, απογοήτευση, θυμό και τεράστια αίσθηση της αποτυχίας. Και μένεις να αναρωτιέσαι: Φταίω εγώ; Ο άλλος; Οι επιλογές μου;

Στην πραγματικότητα, φταίει που φοβάσαι αυτό που λες ότι επιθυμείς. Φταίνε τα εμπόδια που, συνειδητά ή ασυνείδητα, σε ελκύουν γιατί θυμίζουν εσένα, γιατί νιώθεις οικειότητα με αυτά. Φταίει που ερωτεύεσαι ανθρώπους που δεν είναι συναισθηματικά διαθέσιμοι. Δεν μπορούν να νιώσουν. Όχι απαραίτητα να συγχρονιστούν μαζί σου, με τα δικά σου συναισθήματα, αλλά να νιώσουν ένα δικό τους συναίσθημα. Φταίει που αυτό που ερωτεύτηκες εσύ είναι η απομόνωσή του. Κι αυτό που ερωτεύτηκε σε σένα είναι η δύναμη σου. Δύο πόλοι εκ διαμέτρου αντίθετοι, δηλαδή.

Αυτό που φταίει, στην πραγματικότητα λοιπόν, είναι ο φόβος να έρθετε κοντά. Και ίσως τελικά να είναι αυτό που σας ενώνει κιόλας. Κι έτσι μένετε χρεοκοπημένοι, έχοντας πετάξει τα λεφτά σας σε μια επένδυση που ξέρατε από την αρχή ότι δε θα αποδώσει. Ως πότε όμως;

Γιατί αν δε σπάσει αυτός ο φαύλος κύκλος, θα συνεχίσουμε να χάνουμε τον χρόνο μας σε σχέσεις που δεν πρόκειται ποτέ να λειτουργήσουν, όσο κι αν προσπαθούμε. Θα χάσουμε τη ζωή μας προσπαθώντας να πείσουμε τους άλλους να αισθανθούν περισσότερα απ’ όσα μπορούν να αισθανθούν.

Όσο όμως και αν σου φαίνεται περίεργο, σε αυτές τις σχέσεις, δεν υπάρχουν αθώα θύματα ούτε τυχαίες επιλογές. Μιλάμε για δύο συνενόχους που συνεργάστηκαν για να διατηρήσουν μια κατάσταση που βολεύει και τους δύο. Ο μεν, έδειξε απ’ την αρχή τα όριά του και τη συναισθηματική του αδυναμία κι ο δε, ενώ την εντόπισε απ’ την πρώτη στιγμή, θέλησε να δείξει τη δυναμική του.  Το βίτσιο του, να μπλέκει σε «αρρωστημένες» καταστάσεις, θέλοντας να γίνει ο φύλακας άγγελός τους. Να είναι αυτός και άλλος κανείς. Ώσπου τελικά, έφτασε στο σημείο να έχει παλέψει με Θεούς και δαίμονες,  όμως εξαντλήθηκε πια.

Εξουθενώθηκε γιατί συνειδητοποίησε πως ξέχασε να βάλει όρια. Απογοητεύτηκε όταν, μετά από αυτές τις προσπάθειες, εξαφανίστηκε ό,τι τον έκανε να ερωτευτεί αυτό το άτομο κι ύστερα την κατάστασή του. Νευρίασε για πρώτη φορά, όταν συνειδητοποίησε πως εξαϋλώθηκε το ανθρώπινο στοιχείο μεταξύ τους κι ούρλιαξε γιατί κατάλαβε πως όσο τον πλησιάζει, άλλο τόσο απομονώνεται.

Όμως  έκλαψε τελικά επάνω του, την τελευταία φορά, όταν κατάλαβε ότι τελείωσε.  Όταν κατάλαβε πως δε βγαίνει πουθενά. Όμως, προσπάθησε.

Πώς να απαλλαγούμε από τις ενοχές

Οι ενοχές είναι ένα συναίσθημα που όλοι έχουμε νιώσει κάποια στιγμή στην ζωή μας. Όταν μιλήσουμε άσχημα σε έναν δικό μας άνθρωπο επειδή έχουμε νεύρα, όταν ξεχάσουμε ένα σημαντικό ραντεβού, όταν δεν αφιερώνουμε αρκετό χρόνο στα παιδιά μας, όταν δεν φροντίζουμε τον εαυτό μας όπως θα έπρεπε, νιώθουμε να κατακλυζόμαστε από τέτοιες ενοχικές σκέψεις.

Υπάρχουν, όμως , πολλοί άνθρωποι που βιώνουν  αυτό το δυσάρεστο συναίσθημα των ενοχών καθημερινά. Τι συμβαίνει, λοιπόν, όταν αυτές οι ενοχικές σκέψεις γίνονται κομμάτι του εαυτού μας και επηρεάζουν την καθημερινότητά μας;

Οι ενοχές ως μέσο κινητοποίησης

Οι ενοχές είναι ένα συναίσθημα θεμιτό και αναμενόμενο όταν βιώνουμε κάποιες στρεσογόνες και πιεστικές καταστάσεις. Πολλές φορές οι ενοχές μας προστατεύουν από ενδεχόμενα λάθη και από δυσάρεστες καταστάσεις, καθώς λειτουργούν σαν προειδοποίηση για τον οργανισμό μας ότι κάτι δεν πάει καλά. Μπορούν να λειτουργήσουν ως κίνητρο, να μας κινητοποιήσουν να αξιολογήσουμε τις καταστάσεις και να αλλάξουμε συμπεριφορές που πιθανόν θα βλάψουν εμάς και τους άλλους. Οι ενδεχόμενες ενοχές που θα νιώσουμε, προλαμβάνουν πολλές φορές δυσάρεστες και παρορμητικές συμπεριφορές μας. Συνεπώς, οι ενοχές θα μπορούσαν να λειτουργήσουν παραγωγικά για τον άνθρωπο καθώς τον βοηθάνε να μάθει από τα λάθη του και να προσπαθήσει να μην τα επαναλάβει. Δυστυχώς όμως το συναίσθημα των ενοχών δεν λειτουργεί έτσι πάντα.

Ενοχική προσωπικότητα

Μερικοί από μας νιώθουμε άσχημα συνεχώς και κατηγορούμε τον εαυτό μας, ακόμα και όταν δεν έχουμε την ευθύνη της εξέλιξης των καταστάσεων, ζητάμε συγγνώμη χωρίς να φταίμε και είμαστε έτοιμοι να χρεωθούμε και να νιώσουμε υπεύθυνοι για τα λάθη και τις συμπεριφορές των άλλων. Αυτά τα χαρακτηριστικά δηλώνουν μια ενοχική προσωπικότητα. Το άτομο με ενοχική προσωπικότητα έχει μάθει ότι θα πρέπει να έχει την ευθύνη για τα πάντα και αναλαμβάνει πολλές φορές πολύ περισσότερες υποχρεώσεις από αυτές που του αναλογούν με αποτέλεσμα όταν δεν τα καταφέρνει να τις βγάλει όλες εις πέρας να κατακλύζεται από συναισθήματα ενοχών.

Ο ενοχικός άνθρωπος έχει συνήθως χαμηλή αυτοεκτίμηση και είναι εξαιρετικά ευάλωτος απέναντι στις  επιθυμίες και διαθέσεις των άλλων υιοθετώντας έτσι μια πιο δεκτική και παθητική στάση απέναντι στους άλλους.

Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα πολλές φορές οι άλλοι να τον εκμεταλλευτούν και να τον χρησιμοποιήσουν προς όφελός τους. Όταν οι ενοχικές σκέψεις γίνουν κομμάτι του τρόπου ζωής, το άτομο βιώνει πολύ πιο συχνά άγχος και έρχεται αντιμέτωπο με συναισθήματα θλίψης και απαισιοδοξίας.

Αιτίες ενοχικής προσωπικότητας

Η πηγή των ενοχών και της ανάπτυξης μια ενοχικής προσωπικότητας πολλές φορές βρίσκεται στα παιδικά μας χρόνια και πιο συγκεκριμένα στην αντιμετώπιση που είχαμε από τους γονείς μας. Οι γονείς θέλοντας να ασκήσουν εξουσία και να δείξουν τον ρόλο τους, έχουν την τάση να έχουν υπερβολικές απαιτήσεις και να δημιουργούν στα παιδιά μια αίσθηση υποχρέωσης απέναντι τους. Τα παιδιά αγχώνονται και αγωνιούν ώστε να ανταπεξέλθουν στις απαιτήσεις των γονιών τους και έτσι, δημιουργούνται αισθήματα ενοχής στην περίπτωση αποτυχίας τους. Αποτέλεσμα όλων αυτών είναι τα παιδιά να μην μαθαίνουν να λειτουργούν με βάση τις δικές τους επιθυμίες, σκέψεις και  συναισθήματα και να γίνονται έτσι υποχείριο των επιθυμιών των άλλων.

Πώς μπορούμε να απαλλαγούμε από τις ενοχές;

Οι άνθρωποι που νιώθουν ένοχοι εξαιτίας όλων αυτών των «πρέπει» και των υποχρεώσεων που δεν διεκπεραίωσαν, λειτουργούν αυτοκαταστροφικά και με αδικία προς τον ίδιο τους τον εαυτό.

Σκόπιμο λοιπόν θα ήταν οι ενοχικοί άνθρωποι:

να μάθουν να συγχωρούν τον εαυτό τους. Να αξιολογούν τις καταστάσεις αντικειμενικά και αντιμετωπίζοντας τον εαυτό τους με συμπάθεια και σύνεση.

σε περιπτώσεις λάθους, να προσπαθήσουν να αποκαταστήσουν τις αρνητικές συνέπειες όπου είναι εφικτό και να μην επαναπαυτούν βιώνοντας μόνο τις ενοχές.

να δώσουν χώρο και προτεραιότητες στον εαυτό τους. Να ασχοληθούν με πράγματα που τους ευχαριστούν , να γνωρίσουν τις ανάγκες τους και τα δικαιώματά τους, τα συναισθήματα τους, να μάθουν να λένε «όχι» σε ότι δεν τους εκφράζει χωρίς τύψεις και ενοχές.

να εστιάσουν στο παρόν και να σταματήσουν να νιώθουν ενοχές για πράξεις και λάθη του παρελθόντος.

να αναγνωρίσουν την προσωπική τους αξία και την καθημερινή τους προσπάθεια και να σταματήσουν να επιτρέπουν στους άλλους να αμφισβητούν τις προσπάθεια τους και να τους δημιουργούν ενοχές. Μόνο στον εαυτό μας λογοδοτούμε για τις πράξεις μας και δεν έχει κανείς το δικαίωμα να μας κάνει να νιώθουμε άσχημα.

Όταν ξεχνάμε τον τρόπο να επιβιώνουμε, μαθαίνουμε τον τρόπο να ζούμε!

Πόσες φορές δεν αναρωτηθήκαμε όλοι μας αν τελικά εμείς οι ίδιοι ζούμε τη ζωή μας, αν είναι αυτή που ονειρευτήκαμε, αν ζούμε τη ζωή κάποιων άλλων και μήπως τελικά απλά επιβιώνουμε στην ίδια μας τη ζωή. Είμαστε εμείς οι πρωταγωνιστές της ζωής μας ή απλοί κομπάρσοι τελικά; Ζούμε ή επιβιώνουμε;

Η έννοια της ζωής είναι για κάθε άνθρωπο είναι διαφορετική γιατί ο καθένας μας είναι διαφορετικός, με διαφορετικά βιώματα, διαφορετική ψυχοσύνθεση και διαφορετικές προσδοκίες. Ο καθένας από μας, θα πρέπει να ορίσει μόνος του πώς αληθινά θέλει να ζήσει και ποιες προτεραιότητες θα βάλει στη ζωή του και θα είναι αυτές που αληθινά θα μπορεί να υποστηρίξει. Η έννοια του ζω… είναι η προσωπική ταυτότητα του κάθε ανθρώπου.

Όταν επιβιώνουμε, τότε παραμερίζουμε τους εαυτούς μας, ξεχνάμε τα όνειρά μας, αμφιταλαντευόμαστε συνεχώς και διαπραγματευόμαστε τα όριά μας, τις αντοχές μας και τις επιθυμίες μας. Η προσωπική μας επιβίωση μέσα στη ζωή έχει να κάνει με το ότι δεν μπορούμε να ζήσουμε και να διαχειριστούμε όλα όσα έχουμε αποκτήσει και να προσαρμοστούμε σε όλες τις αλλαγές που συμβαίνουν αναπόφευκτα στην ζωή. Η επιβίωση μας έχει να κάνει με την έλλειψη εμπιστοσύνης στον εαυτό μας και στην πορεία της ζωής μας.

Πρέπει να γίνει όμως κατανοητό, πως η ζωή δεν είναι πάντα ένας εύκολος δρόμος χωρίς εμπόδια… έχει πολλές αλλαγές, ανακατατάξεις, ματαιώσεις και φυσικά πολλές απώλειες. Μέσα στο δρόμο της ζωής θα δούμε τους εαυτούς μας να αλλάζουν, να πονούν, να νιώθουν θλίψη και απογοήτευση, καθώς τα πράγματα γύρω μας αλλάζουν συνεχώς. Φαίνεται λοιπόν αρχικά, πως η επιβίωση είναι μέρος της ζωής μας και όχι δύο αντίθετοι όροι.

Όταν ξεχνάμε τον τρόπο να επιβιώνουμε και μαθαίνουμε τον τρόπο να ζούμε, μαθαίνουμε τον τρόπο να είμαστε αληθινοί! Μαθαίνουμε ότι η ζωή μας ανήκει με όποιες δυσκολίες και αν έχει και εμείς μόνο έχουμε την ευθύνη για αυτήν. Μαθαίνουμε ότι μπορούμε να είμαστε ευάλωτοι και αδύναμοι και τότε να κάνουμε για λίγο πίσω. Μαθαίνουμε ότι η θλίψη και η απογοήτευση είναι μέρος της ζωής και δεν χρειάζεται να κρυφτούμε απο αυτά. Αρχίζουμε να ξεχωρίζουμε πότε ξεπερνάμε τα όριά μας και να τα σεβόμαστε, νιώθουμε ποια είναι τα όνειρά μας και οι προτεραιότητές μας και δίνουμε εκεί όλη μας την ενέργεια και αγάπη. Όταν ζούμε, τότε ακούμε τους ανθρώπους γύρω μας και τους δείχνουμε απλόχερα την αγάπη μας. ‘Οταν μαθαίνουμε να ζούμε είναι όταν διαφοροποιούμαστε απο τους άλλους.

Όταν μαθαίνουμε τον τρόπο να ζούμε, είναι η στιγμή που μαθαίνουμε και εμπιστευόμαστε τους εαυτούς μας και την πορεία της ζωής μας Μαθαίνουμε να είμαστε πρωταγωνιστές στη δική μας ζωή, μαθαίνουμε ότι γύρω όλα αλλάζουν και εμείς το ίδιο και μαθαίνουμε να προσαρμοζόμαστε.

Μαθαίνουμε να ζούμε, όταν νιώθουμε ευγνωμοσύνη για όλα αυτά που έχουμε και είμαστε γεμάτοι πίστη για όλα όσα έχουμε ακόμη ονειρευτεί και θα ζήσουμε. Ξεχνάμε τον τρόπο να επιβιώνουμε όταν ζούμε το τώρα, όταν αποδεχόμαστε τη ζωή μας και αγαπάμε περισσότερο τους εαυτούς μας.

Για να ζήσουμε, πρέπει να αφήσουμε πίσω μας, όλα όσα μας «έσωσαν» κάποτε και απλά επιβιώναμε και να ξαναρχίσουμε να ζούμε αληθινά!

Η ευαισθησία είναι αρετή των δυνατών ανθρώπων

Η ευαισθησία είναι αρετή των δυνατών ανθρώπων. Εκείνων που το ανάστημα της ψυχής τους, ξεπερνά τη σκιά τους. Η ισχυρή προσωπικότητά τους κρύβει μέσα της τους μεγαλύτερους φόβους τους. Η δυναμικότητά τους αντισταθμίζει τις πιο ευάλωτες ισορροπίες τους. Και η αξιοπρέπειά τους φωτίζει ακοίμητος φάρος τη στάση ζωής τους.

Εκείνων που έχουν το σθένος να αντλούν δύναμη από τις αδυναμίες τους. Που οι αναμμένες σπίθες στα μάτια τους δε θα σου αποκαλύψουν ποτέ, σε πόσες πυρκαγιές έχουν γίνει στάχτη. Το πηγαίο γέλιο τους δε θα σου φανερώσει ποτέ σε πόσους ωκεανούς δακρύων έπνιξαν την οντότητά τους. Και η αφοπλιστική ειλικρίνειά τους δε θα σε παρασύρει ποτέ στον πάτο της υποκρισίας που άφησαν το δικό τους ναυάγιο. Η όαση της παρουσίας τους δε θα σου φανερώσει ποτέ, σε πόσες ερήμους έχουν διψάσει. Ο απύθμενος εσωτερικός τους πλούτος δε θα σου υποδείξει ποτέ σε πόσες ρηχές παραλίες άφησαν το κουφάρι τους.

Εκείνοι που θα σε ταξιδέψουν παντού με το ελεύθερο πνεύμα τους, χωρίς να διακρίνεις τα δεσμά που τους φυλάκιζαν χρόνια. Θα σε εντυπωσιάσουν σκορπίζοντας το κόκκινο χρώμα της αύρας τους, αλλά δε θα σε αφήσουν ποτέ να αντικρίσεις το μαύρο που έχει καλύψει τον πίνακα της ζωής τους.

Είναι εκείνοι οι σπάνιοι που έχουν ακόμη την δύναμη να δίνονται και να δίνουν, γιατί έζησαν την αχαριστία σε όλο της το μεγαλείο. Αυτοί που αναγνωρίζουν την αξία της ελπίδας και της προσμονής, γιατί βίωσαν την απόλυτη απόγνωση. Που έχουν την ικανότητα να αγαπούν αληθινά και αυθεντικά, γιατί βούτηξαν με όλο τους το είναι στον βυθό της εξαπάτησης και της εκμετάλλευσης. Το χάρισμα να εκτιμούν την φιλία και να σέβονται την συντροφικότητα, γιατί έζησαν μέσα στην απέραντη έκταση της μοναξιάς. Την αντοχή να κοιτάνε κατάματα την σκληρή αλήθεια, γιατί τυφλώθηκαν πολλές φορές από το ψέμα. Τα ψυχικά αποθέματα να διατηρούν ακλόνητη την πίστη και την αγνότητα τους, γιατί έχουν κλονιστεί αμέτρητες φορές από την υποκρισία και την σκοπιμότητα. Αυτοί που μπορούν ακόμη να παλεύουν στωικά απέναντι στην κακεντρέχεια, γιατί το άδικο τους άγγιξε στον απόλυτο βαθμό του. Να ακούνε τις λέξεις μέσα από τις σιωπές, γιατί κουφάθηκαν από άδειες και ανούσιες φωνές. Να διακρίνουν την σημασία των απλών και όμορφων, γιατί ήρθαν αντιμέτωποι με την αθλιότητα και την ασχήμια.

Είναι αυτοί που σε ζεσταίνουν με ένα τους βλέμμα, γιατί έχει ξεπαγιάσει η καρδιά τους από το κρύο αυτού του κόσμου. Οι λίγοι και δυνατοί που έχουν το θάρρος να εκφράζονται σε ένα άλαλλο κόσμο. Την τόλμη να αγωνίζονται μόνοι, ανάμεσα σε κενές και απαθείς παρουσίες. Σκεπάζουν περίτεχνα κάθε τους τραύμα πίσω από το πιο χαρούμενο τους χαμόγελο. Ρίχνονται σε κάθε μάχη χωρίς φόβο αλλά γεμάτοι πάθος. Στέκονται ολόρθοι και αγέρωχοι μπροστά στις ήττες τους. Υποκλίνονται με δέος μπροστά στις πληγές τους. Χαράσσουν τα δικά τους αποτυπώματα στα μονοπάτια της διαδρομής τους και δεν ακολουθούν τα υφιστάμενα ίχνη. Εξακολουθούν να πιστεύουν σε αξίες και ιδανικά ενάντια στα μίση και τις κακίες. Αυτοί που έχουν ακόμη την δύναμη να ονειρεύονται, απέναντι στη σκληρή πραγματικότητα.

Η ευαισθησία είναι αρετή των δυνατών, αυτών που ντύνουν τη γύμνια της οντότητάς τους φτιάχνοντας το ομορφότερο ένδυμα από τα κουρέλια της ψυχής τους.

Απάντηση στο δίλημμα: πάθος ή προτεραιότητες;

Οι άνθρωποι που έχουν πάθος στη ζωή τους αλλά δεν έχουν προτεραιότητες είναι σαν εκείνους που βρίσκονται σε μια μοναχική ξύλινη καλύβα κάπου βαθιά στο δάσος, μια κρύα λευκή νύχτα του χειμώνα, και ανάβουν μερικά κεριά και τα τοποθετούν τριγύρω στο δωμάτιο. Δεν δημιουργούν αρκετό φως για να μπορούν να βλέπουν, ούτε αρκετή ζέστη για να ζεσταθούν. Στην καλύτερη περίπτωση, απλώς κάνουν το δωμάτιο να δείχνει λίγο πιο ευχάριστο. Από την άλλη, οι άνθρωποι που έχουν προτεραιότητες στη ζωή τους αλλά δεν έχουν πάθος είναι σαν αυτούς που βάζουν ξύλα στο τζάκι, σε αυτή την ίδια κρύα ξύλινη καλύβα, αλλά δεν ανάβουν ποτέ τη φωτιά. Όμως οι άνθρωποι που συνδυάζουν το πάθος με τις προτεραιότητες είναι σαν εκείνους που βάζουν τα ξύλα στο τζάκι, ανάβουν τη φωτιά, και απολαμβάνουν το φώς και τη ζεστασιά.

Κάποια στιγμή, συνειδητοποίησα ότι αν κατάφερνα να συνδυάσω το πάθος μου με τις προτεραιότητές μου, θα μεγιστοποιούσα το ταλέντο μου και θα αξιοποιούσα στο μέγιστο τις δυνατότητές μου. Σπαταλούσα πολύ χρόνο σε πράγματα για τα οποία δεν είχα ούτε ταλέντο ούτε πάθος. Έπρεπε κάτι να αλλάξω – να εναρμονίσω τις πράξεις μου με το πάθος μου. Η διαφορά στη ζωή μου υπήρξε τεράστια μετά από αυτή την αλλαγή. Δεν εξάλειψε τα προβλήματά μου, ούτε κατέρριψε τα εμπόδια στον δρόμο μου, αλλά μου έδωσε τη δύναμη να τα αντιμετωπίσω με περισσότερη ενέργεια και ενθουσιασμό. Εδώ και τουλάχιστον τριάντα χρόνια, προσπαθώ να διατηρώ αυτή την εναρμόνιση του πάθους μου με τις προτεραιότητές μου. Και όσο προσπαθώ, δεν ξεχνώ ποτέ κάτι που έχει για μένα καθοριστική σημασία: «Υπάρχουν πολλά πράγματα που θα κερδίσουν την προσοχή μου, όμως λίγα είναι αυτά που θα κερδίσουν την καρδιά μου. Με αυτά σκοπεύω να ασχοληθώ».

Ο ρόλος της Φιλοσοφίας και η άρρηκτη σύνδεσή της με την Επιστήμη

Ο Bertrand Russell κάποτε συνέκρινε τους κλάδους της ανθρώπινης γνώσης με μια αρχειοθήκη, όπου το υλικό με το οποίο ασχολούνταν οι φιλόσοφοι βρισκόταν στο ντουλάπι με την ένδειξη «Δεν Ξέρω». Μόλις μάθουμε αρκετά για ένα δεδομένο θέμα ώστε να μπορούμε να προσεγγίσουμε τα ερωτήματά του με συστηματικό τρόπο, τα περιεχόμενα μεταφέρονται σ’ ένα άλλο ντουλάπι με διαφορετική ένδειξη, είτε αυτή είναι «Φυσική» είτε «Ψυχολογία» είτε «Οικονομικά». Πρόκειται για μια δίκαιη περιγραφή της ιστορίας της φιλοσοφίας, από την οποία έχουν κατά καιρούς προκύψει νέοι κλάδοι, νέες επιστήμες. Εξηγεί επίσης την ψευδαίσθηση ότι η φιλοσοφία δεν πετυχαίνει ποτέ τίποτα.

Οι φιλόσοφοι ποτέ δεν εισπράττουν αναγνώριση για τις επιτυχίες τους, γιατί, μόλις συντελεστεί πραγματική πρόοδος σ’ ένα θέμα, τους το παίρνουν από τα χέρια και το δίνουν στους καινούργιους κηδεμόνες τους. Ο Sir Ισαάκ Νεύτων έγραψε το Principia και ο Adam Smith το Ο Πλούτος των Εθνών με την ιδιότητά τους ως φιλοσόφων, αλλά σήμερα ο κόσμος τους θυμάται ως φυσικό και οικονομολόγο αντίστοιχα. Ο σύγχρονος στοχαστής Noam Chomsky περιγράφεται ως φιλόσοφος καθώς και ως ο θεμελιωτής της γλωσσολογίας, αλλά το πρώτο μισό του τίτλου του κάποια μέρα θα εκλείψει από τις εγκυκλοπαίδειες.

Το γεγονός αυτό έχει οδηγήσει στην πρόσφατη διαπίστωση ότι, από τη στιγμή που η φιλοσοφία φαίνεται να επιτυγχάνει όταν δημιουργεί νέες επιστήμες, το όλο αντικείμενο θα έπρεπε να γίνει επιστήμη. Το να απαιτούμε η σκέψη να γίνεται πάντα και μόνο σύμφωνα με αυστηρές επιστημονικές αρχές θα σήμαινε ότι με κάποια αντικείμενα – αυτά για τα οποία γνωρίζουμε λιγότερα – δεν θα ασχολούμασταν ποτέ, με αποτέλεσμα να μην αναπτύσσονται νέοι επιστημονικοί κλάδοι. Ωστόσο, το θέμα αφορά κάτι περισσότερο από το ποιος είναι ο καλύτερος τρόπος να καλλιεργούνται οι ιδέες, καθώς αυτό προϋποθέτει ότι προορισμός κάθε χρήσιμης ερευνητικής μεθόδου είναι να γίνει επιστημονική μέθοδος. Η διαφορά ανάμεσα στη φιλοσοφία και την επιστήμη είναι συχνά θέμα συγχρονισμού παρά κατανομής αντικειμένων. Μερικές φορές η φιλοσοφία καταλήγει στην επιστήμη.

Πολύ περιστασιακά επιλύει κάποιο πρόβλημα χωρίς να δημιουργεί έναν καινούργιο επιστημονικό κλάδο και, κάποιες φορές, αυτό συμβαίνει επειδή το πρόβλημα έχει διαλυθεί αντί να επιλυθεί.
Μπορεί ο οποιοσδήποτε να κατανοήσει σύνθετες φιλοσοφικές έννοιες;

Ο κόσμος φαντάζεται πως απαντήσεις μπορεί να συλλέξει ο καθένας, θαρρείς και είναι μήλα. Κάτι τέτοιο δεν είναι παρά ευσεβής πόθος. Κάποιες αλήθειες βρίσκονται στα χαμηλότερα κλαδιά, όπου μπορούμε εύκολα να τις πιάσουμε ενώ άλλες θα ήταν άπιαστες χωρίς την εφεύρεση της σκάλας.

Παρόλο που είναι σκληρό να φανταζόμαστε τους φιλοσόφους παλιότερων γενεών – οι οποίοι συχνά ήταν μεγάλες ιδιοφυΐες – να δουλεύουν όλη τους τη ζωή χωρίς την ελπίδα πως κάποτε θα βρουν την αλήθεια, πολλοί απ’ αυτούς έκαναν αυτό ακριβώς. Ίσως αυτοί οι στοχαστές παρήγαν εσφαλμένες θεωρίες και ατελέσφορα επιχειρήματα επειδή δεν σκέφτονταν αρκετά ή προσεκτικά. Ωστόσο το πρόβλημα είναι πιο απλό: δεν διέθεταν τον κατάλληλο εξοπλισμό για να βρουν αυτό που έψαχναν, γιατί δεν υπήρχε τέτοιος εξοπλισμός.

Ο εξοπλισμός αυτός έχει πολλές μορφές: ένα συγκεκριμένο είδος επιχειρήματος ή ένα λογικό τέχνασμα, ένα μηχανικό βοήθημα όπως ένας σαρωτής εγκεφάλου ή μια φωτογραφία της Γης από το διάστημα. Όσο καλή κι αν είναι η όρασή μας, δεν επρόκειτο ποτέ να κατανοήσουμε τα αστέρια ή να καταλάβουμε ότι αυτές οι κουκκίδες φωτός στον νυχτερινό ουρανό είναι αυτό που σήμερα αντιλαμβανόμαστε ως αστέρια απλώς κοιτάζοντάς τα. Το τηλεσκόπιο, από την άλλη, έδωσε τη δυνατότητα ακόμα και σ’ αυτούς με σχετικά αδύνατη όραση να μπορούν να δουν τους πλανήτες.

Αναμφίβολα υπάρχουν πολλά προβλήματα που σήμερα είναι άλυτα γιατί δεν διαθέτουμε τον εξοπλισμό που ενδέχεται να είναι διαθέσιμος στους απογόνους μας. Δεν είναι τόσο η επιστήμη που είναι σημαντική για την ανακάλυψη της αλήθειας, όσο η τεχνολογία με τη μία ή την άλλη μορφή. Εν μέρει, ο λόγος των παλιότερων αποτυχιών της φιλοσοφίας είναι ο ίδιος με τον λόγο για τον οποίο πέτυχαν οι πρώτες ιπτάμενες μηχανές και οι πρώτες προσπάθειες θεραπείας ασθενειών: δεν ήταν διαθέσιμα μέσα.

Μια άλλη συνηθισμένη οδός προσέγγισης του θέματος, την οποία ακολουθούν ο Wittgenstein και ο Gottfried Leibniz μεταξύ άλλων, ήταν οι μαθηματικές σπουδές. Ένα τέτοιο υπόβαθρο ενδεχομένως να προετοιμάζει κάποιον καλύτερα ν’ αποδεχτεί τις ιδιότυπες ανταμοιβές της φιλοσοφικής έρευνας και να έχει την ίδια στάση που εκφράζει ο φυσικός Richard Feynman:

«Έχω έναν φίλο που είναι καλλιτέχνης, και ενίοτε έχει απόψεις με τις οποίες δεν συμφωνώ απολύτως. Κρατάει ένα λουλούδι και λέει «Κοίτα τι όμορφο που είναι», και συμφωνώ. Και μετά λέει «Βλέπεις, εγώ ως καλλιτέχνης μπορώ να δω πόσο όμορφο είναι, αλλά εσύ, ως επιστήμονας, το αναλύεις και το μετατρέπεις σε ένα ανιαρό πράγμα». Θεωρώ πως είναι λιγάκι παλαβός. Κατ’ αρχάς, το είδος της ομορφιάς που βλέπει μπορούν να το δουν κι άλλοι άνθρωποι, κι εγώ επίσης, θέλω να πιστεύω, παρόλο που μπορεί να μην είμαι τόσο αισθητικά εκλεπτυσμένος όσο εκείνος. Μπορώ να εκτιμήσω την ομορφιά ενός λουλουδιού και την ίδια στιγμή βλέπω πολύ περισσότερα σχετικά με το λουλούδι απ’ ό,τι αυτός.

Μπορώ να φανταστώ τα κύτταρά του, τις περίπλοκες διεργασίες μέσα του, που επίσης έχουν ομορφιά. Δεν είναι μόνο η ομορφιά σ’ αυτή τη διάσταση του ενός εκατοστού: υπάρχει ομορφιά και σε μια μικρότερη διάσταση, η εσωτερική δομή… οι διεργασίες επίσης. Το γεγονός ότι τα χρώματα στο λουλούδι εξελίσσονται, ώστε να προσελκύουν έντομα για να το γονιμοποιήσουν, είναι ενδιαφέρον – σημαίνει ότι τα έντομα μπορούν να δουν τα χρώματα. Και γεννά ένα ερώτημα: άραγε αυτή η αισθητική υπάρχει και στις χαμηλότερες μορφές; Ή γιατί είναι αισθητική; Υπάρχουν πάρα πολλά ενδιαφέροντα ερωτήματα που μόνο η επιστημονική γνώση μπορεί να προσθέσει στη χαρά και το μυστήριο και το δέος ενός λουλουδιού».

Για να διδαχτείς, πρέπει να είσαι ελεύθερος

Αν ο καθένας μας είχε έστω και ένα πρόσωπο στη ζωή του που να του έλεγε, «Θα σε αγαπάω ο,τιδήποτε κι αν γίνει. Θα σ’ αγαπάω ακόμη κι αν είσαι ηλίθιος, αν πέσεις και σπάσεις τα μούτρα σου, αν τα κάνεις θάλασσα, αν κάνεις λάθη, αν φέρεσαι σαν άνθρωπος εγώ θα σ’ αγαπώ ό,τι κι αν γίνει», τότε δε θα καταλήγαμε στα ψυχιατρεία .Αυτό υποτίθεται πως θα ’πρεπε να είναι ο γάμος. Είναι όμως; Αυτό θα ‘πρεπε να είναι η οικογένεια. Είναι όμως; Φυσικά η κοινωνία δεν μπορεί να το πει αυτό. Έχει πολύ μεγάλες ευθύνες απέναντι σε πάρα πολλούς. Αλλά να υπήρχε ένας μόνο άνθρωπος στη ζωή σου που να μπορείς να του φωνάξεις. Μ’ αρέσει ο ορισμός της οικογένειας από τον Ρόμπερτ Φροστ: «Το σπιτικό σου είναι το μέρος που, όταν πας εκεί, είναι υποχρεωμένοι να σε μπάσουν μέσα». Αυτό θα ‘πρεπε να είναι το σπιτικό, να λέει κάτι σαν «Έλα μέσα. Εντάξει, έκανες βλακείες, αλλά δε θα σ’ τις χτυπήσω. Σ’ αγαπώ και θα σε πάρω όπως είσαι». Γι’ αυτό το πράγμα λέω, όταν μιλάω για καθοδήγηση.

Ο άνθρωπος χρειάζεται κάποιον που να τον νοιάζεται. Έστω και έναν, φτάνει να νοιάζεται πραγματικά και δε μιλάω για μεγάλες εξάρσεις. Μιλάω για τα μικροπράγματα, για τις μικρές χειρονομίες που δείχνουν το ενδιαφέρον. Σας έχω ξαναπεί πόσο εύκολα ικανοποιούμαστε — η τρύπα βουλώνει και με ένα δάχτυλο.

Ένα άλλο πράγμα που χρειάζεται ο άνθρωπος είναι η καταξίωση. Το έχουμε ανάγκη όλοι μας. Πρέπει να νιώσουμε ότι μας αναγνωρίζουν επειδή κάναμε κάτι καλό. Και κάποιος πρέπει να μας το δείξει αυτό. Πρέπει κάποιος να μας πλησιάζει κατά καιρούς και να μας χτυπάει στον ώμο και να λέει: «Πολύ καλό αυτό. Πραγματικά μου αρέσει».

Και τελικά για ν’ αλλάξει ο άνθρωπος και να γίνει ο εαυτός του, πρέπει να έχει ελευθερία. Για να διδαχτείς, πρέπει να είσαι ελεύθερος. Πρέπει να βρίσκεις ανθρώπους που να ενδιαφέρονται για το δέντρο σου, όχι το δέντρο – γλειφιντζούρι, και πρέπει να ενδιαφέρεσαι κι εσύ για το δικό τους δέντρο. «Δείξε μου το δέντρο σου. Δείξε μου ποιος είσαι, έτσι θα καταλάβω αυτό πού μπορώ ν’ αρχίσω». Πρέπει να είμαστε ελεύθεροι για να δημιουργήσουμε.

O όχλος παραπλανημένος από απατηλά οφέλη, επιζητεί, συχνά, την καταστροφή του και συγκινείται, εύκολα από λαμπρές ελπίδες και απερίσκεπτες υποσχέσεις

Όταν κατελήφθη η πόλη Βέι, ο λαός θεώρησε ότι η Ρώμη θα ωφελείτο, αν οι μισοί κάτοικοί της μετακόμιζαν στο Βέι. Επειδή το Βέι βρισκόταν σε πλούσια περιοχή, διέθετε πληθώρα κτισμάτων και ήταν κοντά στη Ρώμη, και όχι τόσο κοντά ώστε οι κάτοικοί του να παρεμβαίνουν στις πολιτικές διαδικασίες της, θεωρήθηκε, λοιπόν, ότι όλοι αυτοί θα ευημερούσαν, αν μετακόμιζαν εκεί. Το εγχείρημα κρίθηκε απ’ τη Σύγκλητο και τους φρονιμότερους Ρωμαίους τόσο μάταιο και ενδεχομένως, βλαβερό, ώστε διεκήρυξαν δημόσια, πως θα προτιμούσαν να τους θανατώσουν παρά να συγκατατεθούν. Το αποτέλεσμα ήταν, όταν το θέμα ήλθε προς συζήτηση, να εξαγριωθεί τόσο πολύ ο όχλος κατά της Συγκλήτου, ώστε θα γινόταν ένοπλη σύγκρουση και αιματοχυσία, αν κάποιοι αξιοσέβαστοι, ηλικιωμένοι πολίτες δεν προστάτευαν τη Σύγκλητο και δεν σταματούσαν, χάρις στο κύρος τους, την αυθάδεια του πλήθους.

Δυο πράγματα αξίζει να σημειωθούν εδώ. Ο λαός, πρώτα απ’ όλα, παραπλανημένος από απατηλά αγαθά, επιδιώκει πολλές φορές την αυτοκαταστροφή του, προξενώντας ατελεύτητα κινδύνους και καταστροφές στις δημοκρατίες, εκτός εάν κάποιος τον οποίον εμπιστεύεται, τον καθοδηγήσει, ώστε να αντιληφθεί τι είναι καλό και τι κακό γι’ αυτόν, Όταν πάλι, κατά κακή τύχη, δεν εμπιστεύεται κανέναν, όπως ενίοτε συμβαίνει, επειδή εξαπατήθηκε στο παρελθόν από γεγονότα ή ανθρώπους, τότε αναπόφευκτα σπέρνει τον όλεθρο. Απ’ αυτή την απροθυμία να εμπιστευθούν οποιονδήποτε, αποτυγχάνουν οι δημοκρατίες να λάβουν σωστές αποφάσεις, όπως σημειώσαμε πιο πάνω για τους Ενετούς, οι οποίοι, όταν δέχθηκαν επίθεση από πολυάριθμους εχθρούς, δεν μπορούσαν να αποφασίσουν κατά πόσον θα αντιμετώπιζαν την κατάσταση επιστρέφοντας όσα είχαν αρπάξει απ΄τους άλλους –γιατί αυτό είχε προκαλέσει τον πόλεμο και εξαναγκάσει τους άλλους ηγεμόνες να συνασπισθούν εναντίον τους-, ώσπου καταστράφηκαν.

Στρεφόμενοι τώρα στο ερώτημα, για ποια πράγματα είναι εύκολο και ποια δύσκολο να πείσεις κάποιον, πρέπει να διευκρινίσουμε ότι εκείνο το οποίο πρέπει να τον πείσεις είτε δείχνει σε πρώτη ματιά, ως σίγουρη ή χαμένη υπόθεση. είτε, πάλι, μπορεί να του φανεί γενναία ή δειλή πράξη. Όταν οι προτάσεις που έχουν τεθεί στην κρίση του λαού δείχνουν να είναι σίγουρες υποθέσεις, μολονότι εμπεριέχουν συγκαλυμμένους κινδύνους, ή δείχνουν τολμηρές, ενώ υποκρύπτουν την καταστροφή της Δημοκρατίας, θα είναι πάντοτε εύκολο να πείσεις τις μάζες να τις υιοθετήσουν. Και, ομοίως, θα είναι πάντοτε δύσκολο να τις πείσεις να υιοθετήσουν μια πορεία που τους φαίνεται άνανδρη ή χωρίς ελπίδα, μολονότι περικλείει ασφάλεια και ηρεμία.

Όσα έχω αναφέρει προκύπτουν από πολυάριθμες περιπτώσεις, ρωμαϊκές και μη, σύγχρονες και παλαιές. Έτσι, π.χ., δεν εξετιμήθη στη Ρώμη o Φάβιος Μάξιμος, απέτυχε να τους πείσει ότι η δημοκρατία θα έπραττε φρόνιμα αν έκανε πόλεμο φθοράς εναντίον του Αννίβα, αμυνόμενη, μάλλον, παρά επιτιθέμενη. Διότι o λαός θεώρησε άνανδρη και χωρίς πλεονεκτήματα μια τέτοια τακτική, o δε Φάβιος δεν είχε αρκετά επιχειρήματα ώστε να τους πείσει για την άποψή του. Οι άνθρωποι τυφλώνονται τόσο πολύ, σ’ ό,τι αφορά την ίδια τους την ασφάλεια. ώστε, μολονότι οι Ρωμαίοι διέπραξαν το λάθος να εξουσιοδοτήσουν τον αρχηγό του ιππικού του Φάβιου να επιτεθεί, αντίθετα με την βούληση του τελευταίου, και μολονότι με την επίθεση αυτή θα εξολοθρευόταν ο ρωμαϊκός στρατός -αν δεν τον διέσωζε η προνοητικότητα του Φάβιου-, παρ’ όλα αυτά ελάχιστα συνήγαγαν οι Ρωμαίοι απ’ αυτήν την εμπειρία, ώστε, εν συνεχεία, εξέλεξαν ως Ύπατο τον Βάρρο, όχι για να επιβραβεύσουν την αξία του, αλλά επειδή τριγύριζε στην πόλη διακηρύσσοντας σε δρόμους και πλατείες ότι θα συνέτριβε τον Αννίβα, φτάνει να του ανέθεταν τη διοίκηση. Με αποτέλεσμα τη μάχη και την ήττα στις Κάννες, από την οποία η Ρώμη σχεδόν καταστράφηκε.

MACHIAVELLI, Η χειραγώγηση του όχλου – Οι Συνομωσίες

Χρησιμοποιούμε τα αντικείμενα ως μέσο αυτοεξύψωσης

Οι άνθρωποι στο χώρο της διαφήμισης ξέρουν πολύ καλά ότι για να πουλήσουν πράγματα που οι άνθρωποι δεν χρειάζονται πραγματικά, πρέπει να τους πείσουν ότι αυτά τα πράγματα θα προσθέσουν κάτι στο πώς βλέπουν τον εαυτό τους ή στο πώς τους βλέπουν οι άλλοι.

Αυτό το κάνουν, για παράδειγμα, λέγοντάς σου ότι θα ξεχωρίσεις από το πλήθος χρησιμοποιώντας το εκάστοτε προϊόν κι έτσι, ως επακόλουθο, θα είσαι πληρέστερα ο εαυτός σου. Ή μπορεί να δημιουργήσουν μια σύνδεση στο νου σου μεταξύ του προϊόντος και ενός διάσημου προσώπου ή ενός ατόμου που είναι νέο, ελκυστικό και δείχνει ευτυχισμένο. Ακόμα και φωτογραφίες παλιών ή εκλιπόντων διασήμων στην ακμή τους λειτουργούν καλά γι' αυτό το σκοπό. Η άρρητη παραδοχή είναι ότι αγοράζοντας αυτό το προϊόν, μέσω κάποιας μαγικής πράξης ιδιοποίησης, γίνεσαι σαν κι αυτούς, ή μάλλον, σαν την επιφανειακή τους εικόνα.

Κι έτσι, σε πολλές περιπτώσεις, δεν αγοράζεις ένα προϊόν αλλά έναν ενισχυτή ταυτότητας. Οι ετικέτες των σχεδιαστών είναι κυρίως συλλογικές ταυτότητες τις οποίες αγοράζεις για να είσαι "ιν". Είναι ακριβές και, συνεπώς, "αποκλειστικές". Αν μπορούσαν να τις αγοράσουν όλοι, θα έχαναν την ψυχολογική τους αξία και με το μόνο που θα έμενες θα ήταν η υλική τους αξία, που πιθανώς αντιστοιχεί σε ένα κλάσμα του ποσού που πλήρωσες.

Το είδος των πραγμάτων με τα οποία ταυτίζεσαι ποικίλλουν από άνθρωπο σε άνθρωπο ανάλογα με την ηλικία, το φύλο, το εισόδημα, την κοινωνική τάξη, τον περιβάλλοντα πολιτισμό, κ.ο.κ. Το με τι ταυτίζεσαι έχει να κάνει με το περιεχόμενο, ενώ ο ασυνείδητος ψυχαναγκασμός για ταύτιση είναι δομικός. Είναι ένας από τους πιο βασικούς τρόπους με τους οποίους λειτουργεί ο εγωικός νους.

Κατά παράδοξο τρόπο, αυτό που διατηρεί σε λειτουργία την αποκαλούμενη κοινωνία της κατανάλωσης είναι το γεγονός ότι η προσπάθεια να βρεις τον εαυτό σου μέσα από πράγματα δεν αποδίδει. Η ικανοποίηση του Εγώ είναι βραχύβια κι έτσι συνεχίζεις να ψάχνεις για περισσότερη, συνεχίζεις να αγοράζεις, συνεχίζεις να καταναλώνεις.

Φυσικά, σ' αυτή την υλική διάσταση που κατοικούν οι επιφανειακοί εαυτοί μας, τα πράγματα είναι απαραίτητο και αναπόφευκτο μέρος της ζωής μας. Χρειαζόμαστε σπίτια, ρούχα, έπιπλα, εργαλεία, μεταφορικά μέσα. Μπορεί επίσης να υπάρχουν πράγματα στη ζωή μας στα οποία δίνουμε αξία λόγω της ομορφιάς τους ή της εγγενούς ποιότητάς τους. Όμως δεν μπορούμε να εκτιμήσουμε στ' αλήθεια τα πράγματα αν τα χρησιμοποιούμε ως μέσο αυτο-εξύψωσης, δηλαδή αν προσπαθούμε να βρούμε τον εαυτό μας μέσα σ' αυτά.

Ως πνευματική πρακτική, προτείνω να ερευνήσεις τη σχέση σου με τον κόσμο των πραγμάτων μέσω αυτοπαρατήρησης, και ιδιαίτερα με πράγματα που προσδιορίζονται με τη λέξη "μου". Χρειάζεται να είσαι σε εγρήγορση και ειλικρινής για να ανακαλύψεις αν η αίσθηση αξίας του εαυτού σου είναι συνδεδεμένη με πράγματα που κατέχεις.

Ο Άρης σχηματίστηκε γρήγορα γι αυτό παρέμεινε μικρός

Ο Άρης έφτασε στο μισό του σημερινού μεγέθους του μόλις σε 1.800.000 χρόνια ή και λιγότερο ακόμα, σύμφωνα με μία νέα μελέτη. Σε αντίθεση με τη Γη, ο Άρης δεν συγκρούστηκε με άλλους πλανητοειδείς για να μεγαλώσει σε μάζα, οπότε διατηρήθηκε μικρός και σχετικά ανέπαφος..
 
Οι αστρονόμοι δεν ξέρουν πώς συνέβη αυτό, αλλά ο Άρης φαίνεται να έχει μείνει έξω από το παιχνίδι του πλανητικού μπιλιάρδου, που σημάδεψε τον πρώτο καιρό του ηλιακού μας συστήματος. Έτσι,  επιβίωσε αφού σχηματίστηκε πολύ γρήγορα, παραμένοντας σχετικά αμετάβλητος πλανήτης σε εμβρυική κατάσταση, σύμφωνα με τη νέα μελέτη που δημοσιεύτηκε στο Nature.

Η δημιουργία των πλανητών περνάει από διάφορα στάδια μέχρι τελικά να καταλήξει στην τελική του μορφή. Όπως φαίνεται ο Άρης αποτελεί μια σπάνια περίπτωση αφού η μορφοποίηση του σταμάτησε στο πρώτο στάδιο, όταν ο πλανήτης βρισκόταν σε μια κατάσταση την οποία οι επιστήμονες έχουν χαρακτηρίσει με τον όρο πλανήτες «έμβρυα».. Δηλαδή ο Άρης δεν κατάφερε να μεγαλώσει «φυσιολογικά» ως πλανήτης και παρέμεινε σε «εμβρυικό» στάδιο ανάπτυξης.
 
Ο σχηματισμός των πλανητών
Σύμφωνα με την κρατούσα θεωρία ο δίσκος της σκόνης και των αερίων που περιβάλλει ένα νεογέννητο άστρο παρέχει τα δομικά υλικά δημιουργίας των πλανητών. Μέρη αυτής της κοσμικής ύλης ενώνονται δημιουργώντας μια «πρωτο-πλανητική» μπάλα όπως την ονομάζουν οι ειδικοί. Στην συνέχεια αυτή η μπάλα μεγαλώνει συνεχώς σε μέγεθος μέχρι να φτάσει στο στάδιο που οι επιστήμονες ονομάζουν πλανήτης «έμβρυο».
 
Οι πλανήτες «έμβρυα» έχουν πλέον μέγεθος τέτοιο που να μπορούν να ασκήσουν ισχυρή βαρυτική επίδραση στα κοντινά σώματα, όπως για παράδειγμα, σε άλλους πλανήτες «έμβρυα». Αυτές οι βαρυτικές αλληλεπιδράσεις οδηγούν τις περισσότερες φορές σε συγκρούσεις ανάμεσα στους πλανήτες «έμβρυα».
 
Αυτό έχει δύο αποτελέσματα, είτε οι πλανήτες που συγκρούονται τίθενται εκτός τροχιάς και βγαίνουν από το ηλιακό τους σύστημα είτε διαλύονται σε πολλά κομμάτια τα οποία στην συνέχεια επανενώνονται δημιουργώντας ένα μεγαλύτερο πλανήτη.
 
Ο ‘Άρης και η Γη
Ομάδα επιστημόνων με επικεφαλής τον Nicolas Dauphas από το Πανεπιστήμιο του Σικάγου μελέτησε διάφορα στοιχεία όπως για παράδειγμα, την χημική σύσταση μετεωριτών, και τα συνέκριναν με στοιχεία που γνωρίζουμε για τον Άρη και άλλους πλανήτες. Οι ερευνητές κατέληξαν σε δύο πολύ ενδιαφέροντα συμπεράσματα. Υποστηρίζουν ότι ο Άρης από το στάδιο της «πρωτο-πλανητικής» μπάλας έφτασε στο στάδιο του πλανήτη «εμβρύου» μέσα σε διάστημα μόλις 1.8 εκατομμυρίων ετών και στην συνέχεια παρέμεινε σε αυτό το στάδιο το οποίο είναι και αυτό που βλέπουμε σήμερα.
 
Έτσι, η διαπίστωση αυτή προσφέρει μια εξήγηση για το μακροχρόνιο μυστήριο του γιατί ο Άρης, ο τέταρτος πλανήτης από τον ήλιο, είναι τόσο μικρός.
 
Η ταχύτατη αύξηση του Άρη σημαίνει ότι η θερμότητα από τη διάσπαση του ραδιενεργού αργιλίου 26, ένα άλλο στοιχείο που υπήρχε στο πρώιμο σύμπαν, θα είχε τον απαραίτητο χρόνο να μετατρέψει προσωρινά τον Άρη σε έναν ωκεανό μάγματος, πρόσθεσε ο Dauphas.
 
«Είναι μια σημαντική διαφορά αν ένας πλανήτης σχηματίζεται ως μία στερεή μπάλα (όπως η Γη) ή αν είναι λιωμένη. Αυτό που βλέπετε στην επιφάνεια ενός πλανήτη μπορεί να έχει επηρεαστεί από τη μεγάλης κλίμακας γεωλογία του πλανήτη, συμπεριλαμβανομένου και του αν ο πλανήτης είχε κάποτε ένα ωκεανό μάγματος. Αυτό είναι ένα πολύ σημαντικό αποτέλεσμα των εργασιών μας», ανέφερε.
 
Αν αυτή η ταχύτατη ανάπτυξη του κόκκινου πλανήτη επηρέασε την ευκαιρία του να μπορέσει να φιλοξενήσει ζωή δεν είναι ακόμα γνωστό.
 
Η Γη χρειάστηκε 50 – 100.000.000  χρόνια για να φτάσει από το αρχικό της μέγεθος στο σημερινό. Οι ερευνητές θεωρούν ότι για κάποιο άγνωστο λόγο ο Άρης δεν συγκρούστηκε ποτέ με κάποιο άλλο πλανήτη ή έστω με κάποιο μεγάλο κομμάτι που είχε αποσπαστεί από κάποια άλλη γειτονική πλανητική σύγκρουση και παρέμεινε ίδιος και αναλλοίωτος στην «εμβρυϊκή» του κατάσταση.
 
Η διαπίστωση των ερευνητών για την «εμβρυική κατάσταση» που βρίσκεται ο Άρης έχει διατυπωθεί ως θεωρία και στο παρελθόν. Πριν από 20 χρόνια κάποιοι επιστήμονες υποστήριξαν ότι το μικρό μέγεθος του Άρη οφείλεται στο γεγονός ότι δεν συγκρούστηκε ποτέ με μεγάλα διαστημικά σώματα.
 
Σύμφωνα με την νέα μελέτη ο Άρης είχε το σημερινό του μέγεθος όταν η Γη ξεκινούσε να μορφοποιείται και ομολογούν ότι πρόκειται για μια εξαιρετικά σπάνια περίπτωση η οποία όμως από καθαρά στατιστικής άποψης μπορεί να υπάρξει ως εξαίρεση στον κανόνα.
 
"Μια πιο αργή αύξηση θα μπορούσε ενδεχομένως να δώσει στη ζωή την ευκαιρία να εξελιχθεί νωρίτερα στον Άρη. Αλλά πρέπει να τονίσω αυτές είναι απλές εικασίες. Φυσικά κάθε πλανήτης έχει μια διαφορετική εξελικτική ιστορία.", λένε οι ερευνητές,

Στον νεαρό Άρη, ένας αρκτικός ωκεανός

marsΣειρά ευρημάτων τα τελευταία χρόνια έχουν αποδείξει την παρουσία νερού σε υγρή μορφή στην επιφάνεια του Άρη. Έχει διαπιστωθεί η ύπαρξη λιμνών και ποταμών στο πιο κοντινό αλλά και στο μακρινό παρελθόν του Κόκκινου Πλανήτη. Κάποιες μελέτες μάλιστα έχουν υποδείξει την ύπαρξη ενός ωκεανού που βρισκόταν στο βόρειο ημισφαίριο του Άρη. Μια νέα μελέτη στηρίζει την ύπαρξη αυτού του ωκεανού παρουσιάζοντας μάλιστα εντυπωσιακά στοιχεία για αυτόν.
 
Ο Άρης πιθανώς διέθετε στο παρελθόν ένα μεγάλο ωκεανό που κάλυπτε ολόκληρο το βόρειο ημισφαίριο
 
Τεράστιος
Τη νέα μελέτη πραγματοποίησαν επιστήμονες της NASA οι οποίοι υποστηρίζουν ότι διαθέτουν πειστικές ενδείξεις πως κάποτε ένας τεράστιος ωκεανός σκέπαζε περίπου το ένα πέμπτο του Άρη. Όπως αναφέρουν αυτός ο ωκεανός υπήρχε πριν από μερικά δισ. έτη, είχε τόσο όγκο νερού όσο ο Αρκτικός ωκεανός στη Γη, ενώ κάλυπτε μια έκταση στον Άρη μεγαλύτερη από που καλύπτει ο Ατλαντικός  στη Γη.
 
Το γεγονός αυτό αυξάνει και την πιθανότητα να υπήρχε κάποτε ζωή στον γειτονικό πλανήτη. Οι ερευνητές, με επικεφαλής τον Τζερόνιμο Βιλανουέβα του Κέντρου Διαστημικών Πτήσεων Goddard εκτιμούν ότι η μεγαλύτερη ποσότητα (γύρω στο 87%) από αυτό το αρειανό νερό χάθηκε στο διάστημα, ενώ το υπόλοιπο 13% βρίσκεται σήμερα με μορφή πάγου στους αρειανούς πόλους.
 
H ανάλυση
Οι νέες εκτιμήσεις, βασίζονται στην εξαετή ανάλυση της χημικής «υπογραφής» του νερού στην αραιή ατμόσφαιρα του γειτονικού πλανήτη, με τη βοήθεια των ισχυρότερων τηλεσκοπίων της Γης, όπως το Keck στη Χαβάη και το Πολύ Μεγάλο Τηλεσκόπιο του Ευρωπαϊκού Νοτίου Αστεροσκοπείου στη Χιλή.
 
Εκτιμάται ότι στα «νιάτα» του ο Άρης είχε αρκετό νερό για να καλύψει όλη την επιφάνειά του με ένα στρώμα βάθους 137 μέτρων. Πρόκειται για την μεγαλύτερη εκτίμηση ποσότητας νερού στον Άρη, που έχει γίνει μέχρι σήμερα. Το πιθανότερο είναι πως αυτός ο υδάτινος όγκος (τουλάχιστον 20 εκατομμύρια κυβικά χιλιόμετρα) σχημάτιζε έναν τεράστιο ωκεανό, ο οποίος καταλάμβανε σχεδόν το ήμισυ του βορείου ημισφαιρίου του πλανήτη, φθάνοντας σε μερικά σημεία να έχει βάθος έως 1,6 χιλιομέτρων.
 
Η ζεστή και υγρή περίοδος εκτιμάται ότι έλαβε πρόωρο τέλος πριν από περίπου 3,7 δισεκατομμύρια χρόνια (ο πλανήτης δημιουργήθηκε πριν από 4,5 δισ. χρόνια). Παραμένει ασαφές πόσο νερό μπορεί να έχει απομείνει σήμερα κάτω από την επιφάνεια του Άρη. Ερωτηματικό αποτελεί επίσης αν, όσο υπήρχε νερό στον πλανήτη, αναπτύχθηκαν κάποιες μορφές ζωής σε αυτόν έστω και σε μικροβιακή μορφή. Η νέα μελέτη δημοσιεύεται στην επιθεώρηση «Science». Άλλοι πάντως επιστήμονες, εμφανίστηκαν πιο επιφυλακτικοί και ανέφεραν πως, προς το παρόν, μπορεί κανείς να μιλήσει μόνο για υπόθεση και όχι για βεβαιότητα, όσον αφορά την ύπαρξη ενός τόσο μεγάλου ωκεανού.

Γιατί ο κόσμος παραδίδεται στην καταστροφή;

Αυτό είναι το κεντρικό ερώτημα που θα έπρεπε να βρίσκεται στα χείλια όλων των ανθρώπων – αλλά, δυστυχώς, δεν βρίσκεται. Μερικοί φαντασιώνονται ότι αυτοί ειδικά θα διαφύγουν, επειδή απλώς πιστεύουν ότι η ελπίδα ή η «θετική σκέψη» τους έχει ιδιαίτερη μαγική δύναμη και μερικοί ελάχιστοι πιστεύουν ότι θα διασωθούν, επειδή διαθέτουν τα υλικά μέσα για να αντιμετωπίσουν τις περισσότερες απειλές (ανθρώπινες ή φυσικές).

Οι υπόλοιποι όμως, οι περισσότεροι δηλαδή, ασχολούνται με το ποιος φταίει και, εντοπίζοντας τα αίτια της κατάστασης κατά προτίμηση έξω από αυτούς, θεωρούν πως έχουν τέτοιο ηθικό κύρος επί του ζητήματος ώστε να μη χρειάζεται πλέον να κάνουν τίποτε για να το αντιμετωπίσουν. Ταυτόχρονα, πιστεύουν ότι είναι αρκετά μηδαμινοί ώστε να μη μπορούν να αναλάβουν ως συλλογικότητα την τύχη τους στα δικά τους χέρια. Εδώ, πέραν του ότι οι πολλοί δεν θεωρούν ότι και οι ίδιοι έχουν ευθύνη για τις εξελίξεις,  η «ηθική» παρουσιάζεται αδύναμη και ως απλός θεατής των πραγμάτων.
 
Αυτές είναι οι ψυχολογικές δυσλειτουργίες που έχουν σημαντικό μερίδιο συμμετοχής στα δεινά της εποχής μας. Ωστόσο, παραμένει το ερώτημα του πώς λειτουργεί αυτή η αποσάθρωση του κόσμου σε τέτοια παγκόσμια κλίμακα, δεδομένου ότι οι άνθρωποι ήταν ίδιοι και στο παρελθόν χωρίς όμως να φθάσουν σε τέτοια καταστροφική κρίση σε όλα τα επίπεδα. Για να γίνει αυτό κατανοητό, θα πρέπει να διευκρινίσουμε τι εννοούμε με τη λέξη καταστροφή. Εννοούμε:
  1.  Την σοβούσα κοινωνική οπισθοδρόμηση, δηλαδή την απώλεια των κεκτημένων θεσμών και των ατομικών δικαιωμάτων που ήταν αποτέλεσμα μακραίωνων κοινωνικών διεργασιών.
  2.  Την ανατροπή των πολιτισμικών σταθερών, που αποτελούσαν τη βάση όλων αυτών των κοινωνικών διεργασιών, η οποία όμως δεν ήλθε ως αποτέλεσμα της θεσμικής απώλειας αλλά υπήρχε προγενέστερα αυτών ως αποτέλεσμα της συνειδησιακής και πνευματικής έκπτωσης του ανθρώπου. Αποδείχθηκε έτσι ότι οι θεσμοί βοηθούν, αλλά δεν μπορούν να υποκαταστήσουν τη συνείδηση και τον απουσιάζοντα άνθρωπο, όπως νομίζεται συνήθως.
  3.  Την επαπειλούμενη οικολογική υποβάθμιση και καταστροφή λόγω του γενικά αποδεκτού δόγματος της συνεχούς ανάπτυξης, που είναι το μόνο, ίσως, που μπορεί να στεγάσει μέσα του την ανθρώπινη απληστία και ματαιότητα – μόνον που δεν μπορεί να το στεγάσει η ίδια η φύση.
  4.  Τον υπαρκτό και ορατό κίνδυνο φυσικών αλλά και περαιτέρω θεσμικών και κοινωνικών καταστροφών εξαιτίας πολεμικών συγκρούσεων παγκόσμιας φύσης. Η τεχνολογία της καταστροφής είναι πολύ εξελιγμένη (χωρίς καν να συμπεριλαμβάνουμε την πυρηνική) και βασίμως μπορεί να υποτεθεί ότι υπάρχει κίνδυνος ολοκληρωτικής καταστροφής.
Το ότι μία τέτοια κατάσταση θα ήταν τόσο καταστροφική ώστε τελικά να αυτοαποτρέπεται δεν μπορεί να αποτελεί παράγοντα εφησυχασμού για τους εξής λόγους:
  • (α) Η τεχνολογία έχει καταργήσει τις αποστάσεις σε τόπο και χρόνο. Ενώ κάποτε το απόγειο της δύναμης εκφραζόταν σχετικώς περιφερειακά και με μικρότερες δυνατότητες ελέγχου, σήμερα ο απόλυτος παγκόσμιος έλεγχος βρίσκεται πολύ πιο κοντά στις δυνατότητες της ισχύος. Επομένως, το δέλεαρ της εξουσίας είναι τόσο μεγάλο που κάθε σύνεση και λογική του συμφέροντος έχει πια πεθάνει, έχουν ξεπεραστεί τα γνωστά ανθρώπινα όρια και έτσι η λογική παραμερίζεται.
  • (β) Η τεχνολογία μελλοντικά θα υποκαθιστά όλο και περισσότερο και συχνότερα τον ανθρώπινο παράγοντα, πράγμα που θα εξαθλιώσει με παράδοξους τρόπους τους ανθρώπους (χωρίς να εννοούμε αποκλειστικά την οικονομία). Πώς εικάζουμε μια τέτοια εξαθλίωση; Ας αντικρίσουμε τη χρήση του ελεύθερου χρόνου από τον άνθρωπο. Ακόμη και αν οικονομικά διατηρηθεί μία ατομική ευρωστία, η ζωή δεν μπορεί να προχωρήσει σε κενό και ματαιότητα απλώς διανθιζόμενη από εκδοχές του τίποτε Η χρήση του ελεύθερου χρόνου δείχνει και τις ενυπάρχουσες τάσεις. Οι τάσεις αυτές υπάρχουν και λειτουργούν καθημερινά, επηρεάζοντας κάθε μας επιλογή και δράση. Επομένως, ακόμη και αν η οικονομική κατάσταση είναι καλή, οι ικανότητες θα διοχετευθούν και θα χρησιμοποιηθούν για στρεβλά πράγματα και το ήδη υπάρχον κενό θα αυξηθεί. Ένα καλό παράδειγμα αποτελεί η σημερινή δυτική κοινωνία με την οικονομική ευρωστία, η οποία, αντί να χρησιμοποιηθεί για πνευματική και ψυχολογική απελευθέρωση του ανθρώπου, χρησιμοποιήθηκε από τον ίδιο για εγκλωβισμό του στα υλικά αγαθά και εξασθένηση της βούλησής του (όποιας, τέλος πάντων, υπήρχε).
  • (γ)Το ότι οι σημερινοί άνθρωποι είναι πιο έξυπνοι, πιο ενημερωμένοι και ικανοί δεν εγγυάται την αποτροπή της καταστροφής, αντιθέτως, η πορεία προς το κενό μπορεί να γίνει περισσότερο γρήγορη και αφανιστική, αν είναι ενισχυμένη από έναν ικανότερο νου που όμως έχει χάσει την επαφή του με την αφαιρετική φύση της ύπαρξης, δηλαδή τη φύση που δεν φυλακίζεται ούτε ταυτίζεται με τον φαινόμενο κόσμο και γι’ αυτό δεν είναι αναλώσιμη.
Γι’ αυτούς τους λόγους η κοινωνική υποβάθμιση και η απώλεια των πολιτισμικών σταθερών στους αριθμούς 1 και 2 μπορεί να γίνει πολύ πιο βαθιά και στρεβλωτική με απρόβλεπτες συνέπειες για την ανθρωπότητα, πέρα από την καταστροφή των κρατών και των εθνών, που είναι απλώς ένα προοίμιο που αφορά τις μορφές με τις οποίες εκφράζεται η  κοινωνική ζωή των ανθρώπων. Πίσω από αυτό μπορεί να ακολουθεί μία δραματική συνειδησιακή στρέβλωση του ανθρώπου, που θα είναι κάτι πολύ χειρότερο από τις απώλειες που προαναφέρθηκαν και την οποία οι διάφοροι διανοητές στον κόσμο θα έπρεπε να λάβουν υπόψη τους και να επιχειρήσουν να την αποτρέψουν ξεφεύγοντας από την επιφάνεια των πραγμάτων.
 
Επιπλέον, το να σκέπτεται κανείς ότι ορισμένα αρνητικά χαρακτηριστικά υπήρχαν και στους προηγούμενους αιώνες ή στην προϊστορία και  ότι, επομένως, έτσι θα έχουμε μία επανάληψη του παρελθόντος είναι αφελές και επιβλαβές, γιατί η οπισθοδρόμηση έχει τη δική της ιδιαίτερη δυναμική και δεν γίνεται όμοια με το παρελθόν απλώς επειδή οι “νέες” μορφές κοινωνικής και ατομικής έκφρασης μπορεί να μοιάζουν με τις παλαιότερες. Δηλαδή, αν σήμερα γίνουν οι άνθρωποι δούλοι, αυτό θα είναι απείρως χειρότερο από τη δουλεία του παρελθόντος – και σε αυτό δεν πρέπει να έχουμε αυταπάτες. Τότε δεν υπήρχε δυνατότητα επιλογής π.χ. θεσμών ή αντίληψης της αξίας της ελευθερίας, επειδή οι δυνατότητες της ανθρώπινης συνείδησης ήταν πιο περιορισμένες. Όταν όμως υπάρχει αυτή η δυνατότητα, τότε η οπισθοδρόμηση όντας συνειδητή έχει τη δική της βουλητική δύναμη και σκοπό και καθόλου δεν ταυτίζεται με το παρελθόν. Επιπρόσθετα, η οπισθοδρόμηση δεν θα σταματήσει στο  σημείο που επιλέγει κανείς, γιατί σταμάτημα δεν υπάρχει. Και αντί να επαναλαμβάνει κανείς το “τα πάντα ρει” του Ηράκλειτου για λόγους καταθλιπτικά συναισθηματικούς και γοητευτικά γενικόλογους, θα ήταν καλύτερο να το ερμήνευε και από άλλες πλευρές – είτε τις εννοούσε ο σοφός είτε όχι.
 
Η εποχή μας είναι μία εποχή καθοριστικής σημασίας και το ότι προηγήθηκαν δύο παγκόσμιοι πόλεμοι στον προηγούμενο αιώνα θα έπρεπε να προβληματίσει βαθιά, αρχικά τη διανόηση και έπειτα την κοινωνία. Το διακύβευμα για τους ανθρώπους δεν ήταν μόνον η οικονομική άνεση αλλά κύρια η πνευματική υποδούλωσή τους. Και αυτή δεν αποτρέπεται με την οικονομία ούτε με τις συγκρούσεις για λεπτομέρειες της σκέψης σε πεδία που είναι ασυμπτωτικά με τη ζωή στην πράξη. Και γίνονται ασυμπτωτικά επειδή αυτό επιδιώκει ο διανοητής. Αλλά και αληθινή πράξη χωρίς σκέψη δεν υπάρχει, οπότε είναι ευθύνη των σκεπτόμενων ανθρώπων να επιχειρήσουν τη σύνδεσή τους.
 
Πολλοί άνθρωποι αποζητούν την ελπίδα και μόνον, για να προλάβουν να διανύσουν τα χρόνια της ζωής τους προτού τους φθάσουν τα γεγονότα. Αλλά ακόμη και η ελπίδα προϋποθέτει την ύπαρξη λογικής.

Fr. Nietzsche: Τι είναι το κράτος;

Εισαγωγικές παρατηρήσεις

§1

Ι. Στο έργο του Έτσι μίλησε ο Ζαρατούστρα και στην ομιλία (11) –με τίτλο: Για το νέο είδωλο– του πρώτου μέρους, ο Νίτσε φιλοσοφεί για το νέο είδωλο, που λέγεται κράτος. Πρόκειται για μια περιεκτική φιλοσοφική κριτική του σύγχρονου κράτους, η οποία διακρίνεται για την ανεκτίμητη μοναδικότητά της. Μέσα στη φιλοσοφική ιστορία της κριτικής ανατομίας του κράτους ως τέτοιου υπάρχουν πάμπολλες κριτικές θεωρήσεις του: αποδομητικές, μεταρρυθμιστικές, επαναστατικές κ.λπ. Αυτή-εδώ η νιτσεϊκή υπερέχει από όλες αυτές, μεταξύ άλλων, σε τούτο: δεν αποδομεί μια ιδεολογικο-πολιτική μορφή κράτους για να την αντικαταστήσει με μια άλλη, εξίσου ιδεολογικά-πολιτικά φορτισμένη, αλλά εκμηδενίζει στη ρίζα της κάθε έννοια και πρακτική του κράτους, ως ενός ψεύτικου κατασκευάσματος, ενός ειδώλου, που εξαπατά ασύστολα το λαό: ομιλεί, ενεργεί, μηχανορραφεί στο όνομα του λαού. Πρακτικά είναι ο εξολοθρευτής του.

ΙΙ. Αυτό το χαρακτηριστικό του κράτους, να χρησιμοποιεί μια ψευδή γλώσσα περί γενικού καλού, περί καθηκόντων και δικαιωμάτων κ.λπ. και έτσι να ισχυρίζεται ότι αυτό είναι ο λαός, στην πράξη όμως να καταστρέφει το λαό, ιδιάζει σε όλες τις μορφές κράτους, που έχουν υπάρξει ως τώρα στην ιστορία. Κυρίως όμως ιδιάζει στα σύγχρονα αστικά κράτη και σε ευφάνταστα αντίπαλα δέη τους, όπως τα λεγόμενα «λαϊκά», «σοσιαλιστικά» και παρόμοια κρατικά μορφώματα. Πρώτος ιστορικά ο Αισχύλος, στον Προμηθέα Δεσμώτη, εννόησε το κράτος ως την πιο ωμή βία. Ο Νίτσε συνεχίζει αυτή την παράδοση, μιλώντας για το κράτος-τέρας, όπως μας λέει παρακάτω.

§2

«Για το νέο είδωλο» (κείμενο –σχολιασμός)

Ι. Κείμενο:
«Κάπου υπάρχουν ακόμη λαοί και αγέλες, όχι όμως σε μας, αδελφοί μου: εδώ υπάρχουν κράτη.

Κράτος; Τι είναι αυτό; Λοιπόν! Ανοίξτε τώρα τα αφτιά σας, γιατί θα σας πω το λόγο μου για το θάνατο των λαών.

Κράτος λέγεται το πιο ψυχρό απ’ όλα τα ψυχρά τέρατα. Ψυχρά επίσης ψεύδεται και τούτο το ψέμα σέρνεται από το στόμα του: «Εγώ, το κράτος, είμαι ο λαός».

Αυτό κι αν είναι Ψέμα! Δημιουργοί ήταν εκείνοι που δημιούργησαν τους λαούς και που κρέμασαν μια πίστη και μια αγάπη από πάνω τους: έτσι υπηρέτησαν τη ζωή.

Εξολοθρευτές είναι εκείνοι που στήνουν παγίδες για τους πολλούς και αποκαλούνται κράτος: κρεμούν ένα σπαθί κι εκατό ορέξεις από πάνω τους.

Όπου υπάρχει ακόμη λαός, δεν καταλαβαίνει το κράτος και το μισεί σαν κακό μάτι και σαν αμαρτία έναντι των ηθών και των δικαιωμάτων.

Αυτό το σημάδι σας δίνω! Κάθε λαός μιλά τη δική του γλώσσα για το καλό και το κακό: ο γείτονάς του δεν την καταλαβαίνει. Επινόησε τη δική του γλώσσα, με βάση τα ήθη και τα δίκαιά του.

Μα το κράτος ψεύδεται σε όλες τις γλώσσες του καλού και του κακού· και ό,τι και να πει, είναι ψέμα – και επίσης ό,τι έχει, το έχει κλέψει.

Ψεύτικα όλα είναι στο κράτος· με κλεμμένα δόντια δαγκώνει, το δαγκωνιάρικο. Ψεύτικα είναι και τα σπλάχνα του.

Γλωσσική σύγχυση του καλού και του κακού: αυτό το σημάδι σας δίνω ως σημάδι του κράτους. Πράγματι, τη βούληση για θάνατο προοιωνίζεται αυτό το σημάδι! Πράγματι, γνέφει στους κήρυκες του θανάτου!

Πολλοί πάρα πολλοί γεννιούνται: το κράτος εφευρέθηκε για τους περιττούς!

Αρκεί να δείτε πώς προσελκύει αυτούς, τους υπερβολικά πολλούς! Πώς τους καταβροχθίζει και τους μασά και τους ξαναμασά!

«Πάνω στη γη δεν υπάρχει τίποτε μεγαλύτερο από μένα: εγώ είμαι το δάχτυλο του θεού που βάζει τάξη» – έτσι μουγκρίζει το τέρας. Και δεν πέφτουν στα γόνατα μόνο όσοι έχουν μακριά αφτιά και κοντή όραση!

Αχ, ακόμη και σε σας, μεγάλες ψυχές, ψιθυρίζει τις ζοφερές ψευτιές του! Αχ, μαντεύει τις πλούσιες καρδιές, που πρόθυμα σπαταλούν τον εαυτό τους!»

ΙΙ. Ένα σχόλιο:
Εδώ μιλάει το προσωπείο του Νίτσε, ο Ζαρατούστρα. Αντιπαραθέτει το σύγχρονο κράτος με το λαό και την αγέλη. Τη λέξη «αγέλη» ο Νίτσε τη χρησιμοποιεί για εκείνο το πλήθος των ανθρώπων, που αντικαθίσταται από το κράτος. Το τελευταίο δεν το νοεί ο φιλόσοφος ως ένα ιστορικό στάδιο κυρίως στη μακρά πορεία ανάπτυξης του ιστορικού ανθρώπου, αλλά ως τον δυνατό τρόπο, που ιδιάζει στην κοινωνική οντολογία των ανθρώπων ως συλλογικών όντων, ως όντων που συνυπάρχουν σε ομάδες.

Αυτό τον τρόπο η γλώσσα-σκέψη τον αποτιμά οντολογικά: ως το πιο ψυχρό, πιο ψευδές από όλα τα ψυχρά και ψευδή τέρατα. Είναι ένα τεχνητό σύνολο αξιών, το οποίο οι καταστροφείς του λαού επικαλούνται, με «εξευγενισμένο» τρόπο, για να επιβάλουν τη θέλησή τους πάνω στο πλήθος. Αυτοί οι καταστροφείς εμφανίζονται στην ιστορία ως διαφωτιστές –εδώ ο Νίτσε έχει υπόψη του ιδεολόγους εμπνεόμενους από τον Διαφωτισμό– που δήθεν επιθυμούν να θεραπεύσουν τον ασθενή λαό, ενώ στην πράξη ικανοποιούν τις δικές τους ορέξεις. Αυτό έχει τούτη τη σημασία: στο μέτρο όμως που οι αξίες τους δεν προκύπτουν από την πραγματική ζωή, προορίζονται να δολοφονούν παρά να αναζωογονούν τους λαούς.

Ι. Κείμενο:
«Ναι, και σας ακόμη μαντεύει, ω νικητές του παλιού θεού! Κουραστήκατε στον αγώνα και τώρα η κούρασή σας υπηρετεί το νέο είδωλο!

Ήρωες και έντιμους ανθρώπους θα ’θελε να συγκεντρώσει γύρω του το νέο είδωλο! Τ’ αρέσει να λιάζεται στο ηλιόφως των καλών συνειδήσεων – το ψυχρό τέρας!

Όλα Θέλει να σας τα δώσει, αν εσείς το λατρέψετε, το νέο είδωλο: αγοράζει λοιπόν τη λάμψη της αρετής σας και το βλέμμα των περήφανων ματιών σας.

Θέλει να σας χρησιμοποιήσει ως δόλωμα στους υπερβολικά πολλούς! Ναι, ένα σατανικό τέχνασμα εφευρέθηκε εδώ, ένα άλογο του θανάτου, που χλιμιντρά μέσα στα φανταχτερά στολίδια των θεϊκών τιμών.

Ναι, ένας θάνατος για τους πολλούς εφευρέθηκε εδώ, που καυχιέται πως είναι η ζωή: αληθινά, μια εγκάρδια υπηρεσία στους κήρυκες του θανάτου!

Κράτος ονομάζω αυτό, όπου όλοι πίνουν δηλητήριο, καλοί και κακοί: κράτος, όπου όλοι χάνουν τον εαυτό τους, καλοί και κακοί: κράτος, όπου η αργή αυτοκτονία όλων – ονομάζεται «ζωή».

Μα δείτε λοιπόν αυτούς τους περιττούς! Κλέβουν τα έργα των εφευρετών και τους θησαυρούς των σοφών: μόρφωση ονομάζουν την κλεψιά τους – κι όλα γίνονται σ’ αυτούς αρρώστια και αποτυχία!

Μα δείτε λοιπόν αυτούς τους περιττούς! Άρρωστοι είναι πάντα, ξερνούν τη χολή τους και αυτό ονομάζουν εφημερίδα. Καταβροχθζουν ο ένας τον άλλο και ούτε να χωνέψουν δεν μπορούν.

Μα Δείτε λοιπόν αυτούς τους περιττούς! Πλούτη αποκτούν κι όμως όλο και πιο φτωχοί γίνονται. Δύναμη θέλουν και πρώτα πρώτα τον μοχλό της δύναμης, πολύ χρήμα – αυτοί οι ανίκανοι!

Δείτε τους πως σκαρφαλώνουν, οι ευκίνητοι τούτοι πίθηκοι! Σκαρφαλώνουν ο ένας πάνω στον άλλο κι έτσι σέρνονται στη λάσπη και στο βυθό.

Στο θρόνο θέλουν όλοι να ανεβούν: αυτό είναι η τρέλα τους – σαν να καθόταν στο θρόνο η ευτυχία! Η λάσπη κάθεται συχνά στο θρόνο – και επίσης συχνά ο θρόνος πάνω στη λάσπη.

Τρελοί μου φαίνονται όλοι τους και αναρριχητικοί πίθηκοι και υπερβολικά θερμόαιμοι. Δυσωδία μου μυρίζει το είδωλό σας, το ψυχρό τέρας: δυσωδία μου μυρίζουν όλοι μαζί αυτοί, οι ειδωλολάτρες.

Αδέλφια μου, θέλετε λοιπόν να πνιγείτε μέσα στις αναθυμιάσεις των στομάτων και των ορέξεών τους: σπάστε καλύτερα τα παράθυρα και πηδήστε στον καθαρό αέρα!

Φύγετε λοιπόν μακριά από την άσχημη μυρωδιά! Μακριά από την ειδωλολατρία των περιττών!

Φύγετε λοιπόν μακριά από την άσχημη μυρωδιά! Μακριά από τον αχνό αυτών των ανθρωποθυσιών!

Ελεύθερη για τις μεγάλες ψυχές είναι, ακόμη και τώρα, η γη. Κενές είναι ακόμη πολλές θέσεις για μοναχικούς ή για δυο-δυο, όπου φυσάει το άρωμα γαλήνιων θαλασσών.

Ελεύθερη για τις μεγάλες ψυχές είναι ακόμη μια ελεύθερη ζωή. Αληθινά, όποιος κατέχει λίγα, κατέχεται κι από λίγα: ευλογημένη ας είναι η μικρή φτώχεια!

Εκεί που τελειώνει το κράτος, εκεί μόνο αρχίζει ο άνθρωπος, εκείνος που δεν είναι περιττός: εκεί αρχίζει το τραγούδι της αναγκαιότητα, η μοναδική και αναντικατάστατη μελωδία.

Εκεί που τελειώνει το κράτος – δείτε λοιπόν εκεί, αδελφοί μου! Δεν βλέπετε το ουράνιο τόξο και το γεφύρι του υπεράνθρωπου;»

ΙΙ. Ένα σχόλιο:

Το κράτος επιχειρεί να εξασφαλίσει, για τη δική του και μόνο ψυχρή ύπαρξη, ό,τι καλύτερο μπορεί να υπάρχει: δελεάζει τα πιο φωτεινά μυαλά να το υπηρετήσουν, θέλει να μετατρέψει καταξιωμένους μαχητές πολλαπλών τομέων σε δικούς του μηχανισμούς. Τούτο μας θυμίζει απειράριθμα παραδείγματα της σημερινής πολιτικής αγοράς της Ελλάδας, όπου πρότερες ανιδιοτελείς ατομικότητες δελεάζονται από το δόλωμα της εξουσίας και γίνονται οι πιο σκληροί τύραννοι. Ο Νίτσε μιλάει για δέλεαρ, έχοντας υπόψη του τον Μπίσμαρκ, γερμανό καγκελάριο της εποχής του, που επεδίωκε και επιτύγχανε να νομιμοποιήσει την πολιτική του: «αίμα και σίδηρο», με το να παρουσιάζεται ως προστάτης των τεχνών, δελεάζοντας π.χ. τον Ρίχαρντ Βάγκνερ, ή ακόμη εκχωρώντας σοσιαλιστικής υφής προνόμια στην εργατική τάξη της χώρας του.

Τότε συμβαίνει: α) το κράτος να ανυψώνεται στις συνειδήσεις του πλήθους, της αγέλης, ως ο επίγειος θεός τους. β) να ενσωματώνει τους πάντες –καλούς και κακούς, δίκαιους και άδικους– στον δικό του κορμό και να τους καταβροχθίζει. Τούτη η καταβρόχθιση στην πράξη συνοψίζεται ως εξής: πνευματική παραλυσία, με αντίδοτο τη μαζική υστερία στο κυνήγι του πλούτου και της εξουσίας.

Που βρίσκονται εν τέλει τα ελεύθερα πνεύματα για τον Νίτσε; Στον αγώνα ενάντια στο νέο είδωλο.

Αλλά πώς μπορεί να διεξάγεται ένας τέτοιος αγώνας, όταν και οι ίδιοι οι σύντροφοι του Ζαρατούστρα κινδυνεύουν να γίνουν υπηρέτες αυτού του ειδώλου; Ο Ζαρατούστρα απαντά: μπορεί ως αποχή, απομάκρυνση από κάθε εξουσιαστικό δέλεαρ: όσα λιγότερα κατέχει κανείς, τόσο λιγότερο κατέχεται. Ο πραγματικός αγώνας για ελεύθερη συνείδηση και ελεύθερη ζωή αρχίζει εκεί και τότε, όπου και όταν παύει η βουλιμία του εξουσιάζειν. Τι λέει για τη δική της εξουσιαστική βουλιμία η ελλαδική καθεστωτική «αριστερά»; Εξαπατά με «σοσιαλιστική» «ευασθησία» πεινασμένους και χορτασμένους.

Γιατί ο Ηράκλειτος;

Ο Ηράκλειτος στη σύγχρονη πλανητική εποχή

Τι αναζητείτε στον Ηράκλειτο; Αναζητείτε εκείνη τη δεσμευτική επικοινωνία που καθιστά τη σύγχρονη φιλοσοφία στοχαστική, ώστε η ίδια να γεννά εξ εαυτής και κατά τις επιταγές των καιρών όλο και πιο κεραυνοβόλα ερωτήματα, ικανά να αναζωογονούν την ανθρώπινη σκέψη της σύγχρονης πλανητικής εποχής. Πώς είναι δυνατή μια τέτοια αναζωογόνηση, όταν ξέρουμε πως ο Ηράκλειτος είναι παιδί μιας αρχαϊκής εποχής, τόσο απόμακρης και τόσο διαφορετικής από το σήμερα; Μελετώντας κανείς αυτόν τον ιδιό-τροπο αρχαϊκό στοχαστή, χωρίς να πνίγεται μέσα σε επιδερμικές περιγραφές, ψυχολογικής βασικά υφής, για τη ζωή και τη δράση του, συναντά έναν στοχασμό, που στρέφει συνειδητά τα νώτα του στις εξάψεις και τους αναβρασμούς των κοινών θνητών. Με σημερινούς όρους θα λέγαμε ότι ο Ηράκλειτος αποστρέφεται συνειδητά τους θορύβους και τους θορυβοποιούς της μαζικής κουλτούρας. Η βροντόφωνη σκέψη του ούτε μια στιγμή δεν ησυχάζει μπροστά στην ασκεψία, την α-νοησία και την υπνοβασία του υγιούς κοινού νου. Ο μέσος άνθρωπος, τότε και τώρα και πάντα, είτε μετατρέπεται σε μάζα, σε πολτό, και συγκροτεί τα οχλοκρατικά στίφη, είτε μάχεται ενάντια στη μαζική του αποβλάκωση και ανυψώνεται σε συστατικό στοιχείο της ιστορικότητας ενός λαού. Ο Ηράκλειτος, όπως μας λέει ο Αξελός, δεν συγχωρεί την ανθρώπινη βλακεία και ακριβώς γι’ αυτό επιχειρεί να ανακαλύψει τον Λόγο ως το πιο ζωτικό Είναι του ιστορικού ανθρώπου. Ζωτικό Είναι σημαίνει: το Είναι ως γίγνεσθαι. Να γιατί, διευκρινίζει περαιτέρω ο Αξελός, το κέντρο της σκέψης του Ηράκλειτου δεν είναι ούτε βασικά θεολογικό ούτε αποκλειστικά φυσιοκρατικό.

Τι είναι; Διαλεκτικό. Η διαλεκτική προϋποθέτει τον Λόγο και τον πραγματοποιεί. Είναι λοιπόν μια οδός, μια μέθ-οδος. Αυτή η οδός δεν νοείται ως κάποιο εξωτερικό ποτάμι, μέσα στο οποίο κολυμπούν όλοι οι τυχοδιώκτες της πολιτικής βλακείας και οι στυγεροί διαφθορείς του δημόσιου βίου· απεναντίας είναι η διαρθρωμένη δομή του Λόγου, που συλλαμβάνει το ρυθμό του σύμπαντος κόσμου. Όταν ο άνθρωπος ιδιο-ποιείται, εγκολπώνεται την εν λόγω διαλεκτική, μπορεί να ανταποκρίνεται στη ρυθμική κίνηση του Λόγου και έτσι να αρχίζει να απεγκλωβίζεται από το μύθο και τους μύθους. Εάν ένας τέτοιος απεγκλωβισμός ιστορικά, στην εποχή ας πούμε του Ηράκλειτου, σήμαινε στην κυριολεκτική του σημασία το πέρασμα από το μύθο στον Λόγο, στην ευρύτερη σημασία του δήλωνε και δηλώνει την απαλλαγή, την κάθαρση της ανθρώπινης σκέψης από την επιφανειακή κουλτούρα των μύθων και των εικασιών. Και πώς καθίσταται δυνατή μια τέτοια κάθαρση; Ο Αξελός απαντά: με τον κατά Ηράκλειτο διαλεκτικό Λόγο. Γιατί με αυτό τον Λόγο; Επειδή δεν συμβιβάζει, δεν συμπιέζει, δεν εξολοθρεύει τη μια πλευρά για χάρη της άλλης, αλλά ενώνει: αντι-θέτει και συν-θέτει έριδα και αρμονία. Πρόκειται για μια εσωτερική, κατά τη λογική δομή [=ενδότερη φωνή] των πραγμάτων και των όντων, εναρμόνιση, η οποία ξεσπά πάντοτε ως πόλεμος και διατρέχει όλες τις πτυχές του ανθρώπινου Είναι: πολιτικές, μουσικές, φυσικές, ιατρικές. Κάθε συγκεκριμένη έκφανση του ανθρώπινου βίου, κάθε στιγμή του γίγνεσθαι είναι ζωντανή και σχετικά αυθύπαρκτη, στο βαθμό που είναι ενταγμένη μέσα στο ρυθμό της σκέψης και του κόσμου. Αυτός ο ρυθμός είναι το μόνο ανέσπερο φως που φωτίζει.

Ο Ηράκλειτος μας μιλάει ως εξής γι’ αυτό το φως: «Τὸ μὴ δῦνόν ποτε πῶς ἄν τις λάθοι;» [=από το φως που δεν δύει ποτέ, πώς θα μπορούσε κάποιος να μείνει κρυμμένος, να διαφύγει της προσοχής του;] (απ. 16). Ενώ το φως είναι παρόν, ο άνθρωπος είναι απών, γιατί δεν το καταλαβαίνει. Και δεν το καταλαβαίνει, δεν το αισθάνεται, επειδή ο στοχασμός του δεν διανοίγεται εύκολα σε αυτό, προς το οποίο καλεί τον άνθρωπο. Τούτο σημαίνει πως το αυτό-νόητο, το απλό, δεν είναι δεδομένο, δεν χορηγείται ή δεν χαρίζεται αυτόχρημα, παρά μόνο εκκαλύπτεται. Μια τέτοια εκκάλυψη, φανέρωση, εκ-δήλωση στο φως και του φωτός δεν μπορεί να είναι μια εξωτερική σύνθεση ή ταυτότητα των αντιθέτων, μας λέει ο Ηράκλειτος κατά τον Αξελό, αλλά η ενότητά τους. Ετούτη η ενότητα, με όρους εγελιανούς, είναι αυτή τούτη η έννοια, που αυτό-αποκαλύπτεται ως καθαρή σκέψη. Ο Ηράκλειτος, ως εκ τούτου, δεν εννοεί τη διαλεκτική ούτε ως διαλεκτική ή λογική της ταυτότητας ούτε ως εκείνη της σύνθεσης, της σύγχυσης ή της συσσώρευσης λέξεων, μεταχειρισμένων εννοιών και φλύαρων γνωμών. Αντιθέτως τη συλλαμβάνει ως τη δημιουργική σκέψη, που εισχωρεί στο συμπαντικό κόσμο και συγκροτεί έννοιες, τον διαβάζει με έννοιες. Τον αποκρυπτογραφεί ως τον περιέχοντα Λόγο· ήτοι ως την περιεκτική σκέψη, που ρυθμικά και εναρμονισμένα αποκαλύπτει νοήματα του κόσμου. Με αυτό το νόημα είναι: τὸ μὴ δῦνόν ποτε. Ο περιέχων Λόγος και όχι λιγότερο λογισμός δεν δύει ποτέ, γιατί φέρει μέσα του τη Λογική αντίθεση σε ανταπόκριση με την πραγματική αντίθεση και αντίστροφα. Από εδώ προκύπτει πως ο διαλεκτικός Λόγος δεν είναι μονοσήμαντος: δεν προσκολλάται ούτε στην υλικότητα των πραγμάτων ούτε στην ιδεατή τους μετουσίωση, αλλά κινείται στο εννοιολογικό Μεταξύ και αποκαλύπτει τη θεμελιακή σύλληψη του υπάρχοντος. Και όλα τούτα σε αντίθεση με πολλούς στυγερούς δολοφόνους του σημερινού μας πολιτικού λέγειν και πράττειν, για τους οποίους τὸ μὴ δῦνόν ποτε είναι η απαιδευσία τους και η ανικανότητά τους.

Carl Schmitt: Η έννοια του Πολιτικού

Καρλ Σμιτ: 1888-1985
Το Πολιτικό: αντίθεση φίλου και εχθρού

Ο Κ. Σμιτ είναι ένας από τους πιο σημαντικούς αλλά και αμφιλεγόμενους ταυτόχρονα Γερμανούς διανοητές του 20ου αιώνα. Σήμερα λογίζεται ως ένας από τους κλασικούς της πολιτικής σκέψης. Οι ιδέες του διακρίνονται για τη μοναδική τους σαφήνεια και συλλαμβάνουν με ασύλληπτη διεισδυτικότητα την κρίση της δεκαετίας του 1920. Πρόκειται για μια καθολική και εκρηκτική κρίση, βασικά χαρακτηριστικά της οποίας επανέρχονται, με τις σύγχρονες αναλογίες, στην παρούσα οδυνηρή περίοδο κρίσης. Η θεμελιώδης αντίθεση του Πολιτικού ενυπάρχει, στην υπαρξιακή της σύσταση, ως αντίθεση ή αντιπαράθεση φίλου και εχθρού. Ετούτη η σύλληψη τινάζει στον αέρα όλες τις κανονιστικές θεμελιώσεις των σύγχρονων κοινωνιών. Οποιαδήποτε επίκληση του κανονιστικού θεμελίου ή κριτηρίου αποδεικνύεται ένας ελιγμός επικάλυψης –ή παραλυτική αδυναμία διάγνωσης– της φοβερής φθοράς και διαφθοράς της δημόσιας σφαίρας. Η τελευταία τούτη είναι σε τέτοιο βαθμό διαβρωμένη από τα πολυσχιδή συμφέροντα τάξεων, συντεχνιών και ιδιωτών, ώστε οι κυβερνήσεις να έχουν μόνο ένα ρόλο: να υπηρετούν τα ιδιωτικά συμφέροντα των εκάστοτε ισχυρών. Έτσι, η χροιά του Πολιτικού, κατά τον Σμίτ, υπερβαίνει την ορισμένη και περιορισμένη λογική των ταξικών συμφερόντων, για να θέσει το πρόβλημα σε μια ευρύτερη και βαθύτερη διάσταση: η πολιτική, κυβερνητική, κρατική έκφραση υπηρετεί ιδιοτελή συμφέροντα των εκάστοτε ανερχομένων στην εξουσία τάξεων ή συντεχνιών χωρίς χρώμα και διάκριση. 

Εάν υποθέσουμε ότι η αντιπαράθεση φίλου και εχθρού συμβολίζει την αντιπαράθεση κράτους και ιδιωτικών συμφερόντων, τότε τα τελευταία είναι εκείνα πάντοτε, που επιβάλλουν την κυριαρχία τους με ολοκληρωτικό τρόπο. Ολοκληρωτικά σημαίνει πως η θετική συμβολή του κράτους, το ευρύτερο καλό του, ταυτίζεται πλήρως με τις βλέψεις και επιλογές αυτών των συμφερόντων. Το δημόσιο συμφέρον, κατ’ αυτό το πνεύμα, δεν μπορεί πλέον να προσδιοριστεί ούτε κατ’ ελάχιστο ως κάτι το καθολικό, ως υπερβαίνον το ιδιωτικό, με αποτέλεσμα να λείπει εκείνο το συνεκτικό αγαθό, που είναι σε θέση να συντονίσει την κοινωνία και να διασφαλίσει την τάξη της. Ως εκ τούτου, οποιαδήποτε πολιτική είναι θνησιγενής και οι εκάστοτε κοινότητες ή κοινωνίες δεν μπορούν να έχουν προδιαγεγραμμένες αξίες και να κινούνται πάνω σε αυτές. Με βάση επομένως την αρχή του φίλου και του εχθρού, ό,τι μπορεί ίσως να εγγυάται ένα είδος συνέχειάς μας ως κοινότητας είναι η δική μας απόφαση υπεράσπισης του εαυτού μας, τουτέστι η εναντίωσή μας και η επικράτησή μας έναντι των άλλων. Μια τέτοια επικράτηση, σε κάθε περίπτωση, δεν μπορεί να είναι απλώς ένας πόλεμος όλων εναντίον όλων, παρά μια προσήλωση στην πολιτική τάξη, στο κράτος, που αυτό καθεαυτό αποτελεί την εγγύηση για τη διασφάλιση οποιασδήποτε άλλης απόλαυσής μας. Ο καθένας λοιπόν, είτε είναι μέλος της μιας ή της άλλης ιδιωτικής οργάνωσης προσβλέπει και πάντοτε προσβλέπει στην επικράτηση της πολιτικής τάξης. Και τούτο ισχύει ακόμη περισσότερο, όταν π.χ. η δημοκρατία ή ο φιλελευθερισμός δεν μπορούν να λειτουργήσουν ως αξίες πολιτικής τάξης, γιατί δεν συμφωνούν αντικειμενικά όλοι οι ορθόφρονες άνθρωποι. Συμπερασματικά: Η αναγκαία πολιτική τάξη μπορεί να επιβληθεί μόνο μέσα από τη διαθέσιμη δύναμη ή ισχύ μιας δεδομένης κοινότητας, καθώς η λεγόμενη συναίνεση, σε επίπεδο κοινωνίας, δεν είναι αρκούντως βαθιά, για να λειτουργήσει ως δικαιοκριτικό έρεισμα της πολιτικής τάξης.