Πέμπτη, 18 Μαΐου 2017

ΡΗΤΟΡΙΚΗ: ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ - Φίλιππος (83-88)

[83] Περὶ μὲν οὖν τῶν ἐμῶν καὶ περὶ ὧν σοὶ πρακτέον ἐστὶν πρὸς τοὺς Ἕλληνας σχεδὸν ἀκήκοας, περὶ δὲ τῆς στρατείας τῆς εἰς τὴν Ἀσίαν ταῖς μὲν πόλεσιν, ἃς ἔφην χρῆναί σε διαλλάττειν, τότε συμβουλεύσομεν ὡς χρὴ πολεμεῖν πρὸς τοὺς βαρβάρους, ὅταν ἴδωμεν αὐτὰς ὁμονοούσας, πρὸς σὲ δὲ νῦν ποιήσομαι τοὺς λόγους, οὐ τὴν αὐτὴν ἔχων διάνοιαν καὶ κατ᾽ ἐκείνην τὴν ἡλικίαν ὅτ᾽ ἔγραφον περὶ τὴν αὐτὴν ὑπόθεσιν ταύτην.

[84] Τότε μὲν γὰρ παρεκελευόμην τοῖς ἀκουσόμενοις καταγελᾶν μου καὶ καταφρονεῖν, ἢν μὴ καὶ τῶν πραγμάτων καὶ τῆς δόξης τῆς ἐμαυτοῦ καὶ τοῦ χρόνου τοῦ περὶ τὸν λόγον διατριφθέντος ἀξίως φαίνωμαι διεξιών· νῦν δὲ φοβοῦμαι μὴ πάντων τῶν προειρημένων πολὺ καταδεέστερον τύχω διαλεχθείς. Καὶ γὰρ πρὸς τοῖς ἄλλοις ὁ λόγος ὁ πανηγυρικὸς, ὁ τοὺς ἄλλους τοὺς περὶ τὴν φιλοσοφίαν διατρίβοντας εὐπορωτέρους ποιήσας, ἐμοὶ πολλὴν ἀπορίαν παρέσχηκεν· οὔτε γὰρ ταὐτὰ βούλομαι λέγειν τοῖς ἐν ἐκείνῳ γεγραμμένοις οὔτ᾽ ἔτι καινὰ δύναμαι ζητεῖν.

[85] Οὐ μὴν ἀποστατέον ἐστὶν, ἀλλὰ λεκτέον, περὶ ὧν ὑπεθέμην, ὅ τι ἂν ὑποπέσῃ καὶ συμφέρῃ πρὸς τὸ πεῖσαί σε ταῦτα πράττειν. Καὶ γὰρ ἢν ἐλλίπω τι καὶ μὴ δυνηθῶ τὸν αὐτὸν τρόπον γράψαι τοῖς πρότερον ἐκδεδομένοις, ἀλλ᾽ οὖν ὑποργάψειν γ᾽ οἶμαι χαριέντως τοῖς ἐξεργάζεσθαι καὶ διαπονεῖν δυναμένοις.

[86] Τὴν μὲν οὖν ἀρχὴν τοῦ λόγου τοῦ σύμπαντος οἶμαι πεποιῆσθαι ταύτην, ἥνπερ προσήκει τοὺς ἐπὶ τὴν Ἀσίαν πείθοντας στρατεύειν. Δεῖ γὰρ μηδὲν πρότερον πράττειν πρὶν ἂν λάβῃ τις τοὺς Ἕλληνας δυοῖν θάτερον ἢ συναγωνιζομένους ἢ πολλὴν εὔνοιαν ἔχοντας τοῖς πραττομένοις. Ὧν Ἀγησίλαος ὁ δόξας εἶναι Λακεδαιμονίων φρονιμώτατος ὠλιγώρησεν, οὐ διὰ κακίαν, ἀλλὰ διὰ φιλοτιμίαν.

[87] Ἔσχεν γὰρ διττὰς ἐπιθυμίας, καλὰς μὲν ἀμφοτέρας, οὐ συμφωνούσας δ᾽ ἀλλήλαις οὐδ᾽ ἅμα πράττεσθαι δυναμένας. Προῃρεῖτο γὰρ βασιλεῖ τε πολεμεῖν καὶ τοὺς ἑταίρους εἰς τὰς πόλεις τὰς αὑτῶν καταγαγεῖν καὶ κυρίους ποιῆσαι τῶν πραγμάτων. Συνέβαινεν οὖν ἐκ μὲν τῆς πραγματείας τῆς ὑπὲρ τῶν ἑταίρων ἐν κακοῖς καὶ κινδύνοις εἶναι τοὺς Ἕλληνας, διὰ δὲ τὴν ταραχὴν τὴν ἐνθάδε γιγνομένην μὴ σχολὴν ἄγειν μηδὲ δύνασθαι πολεμεῖν τοῖς βαρβάροις.

[88] Ὥστ᾽ ἐκ τῶν ἀγνοηθέντων κατ᾽ ἐκεῖνον τὸν χρόνον ῥᾴδιον καταμαθεῖν ὅτι δεῖ τοὺς ὀρθῶς βουλευομένους μὴ πρότερον ἐκφέρειν πρὸς τὸν βασιλέα πόλεμον πρὶν ἂν διαλλάξῃ ‹τις› τοὺς Ἕλληνας καὶ παύσῃ τῆς μανίας τῆς νῦν αὐτοῖς ἐνεστώσης· ἅπερ καὶ σοὶ συμβεβουλευκότες τυγχάνομεν.

***
Η ΕΚΣΤΡΑΤΕΙΑ ΚΑΤΑ ΤΩΝ ΠΕΡΣΩΝ
[83] Για τη δική μου λοιπόν θέση και για το χρέος το δικό σου απέναντι στους Έλληνες σχεδόν έχεις ακούσει. Όσο τώρα για εκστρατεία εναντίον της Ασίας, όταν θα δούμε πως είναι μονοιασμένες οι πόλεις που σου έλεγα ότι πρέπει να τις συμφιλιώσεις, τότε και θα τις συμβουλεύσουμε πως έχουν χρέος να πολεμήσουν τους βαρβάρους.

Τώρα μόνο σ᾽ εσένα θα μιλήσω, χωρίς όμως να έχω την ίδια γνώμη που είχα κάποτε στην ηλικία εκείνη, όταν ξανάγραφα για το ίδιο θέμα.

[84] Τότε είχα την τόλμη να ζητώ από τους ακροατές μου να με περιγελούν και να με καταφρονούν, αν δεν αποδειχτεί πως μίλησα με τρόπο αντάξιο και στο θέμα και στη φήμη τη δική μου και στον καιρό που ξόδεψα, για να συντάξω αυτό τον λόγο. Τώρα όμως έχω τον φόβο μήπως ο λόγος μου φανεί πολύ κατώτερος από όλα όσα είχα γράψει τότε· γιατί, έξω από όλα τα άλλα, ο Πανηγυρικός μου λόγος, που έδωσε εφόδια περισσότερα σε όλους τους άλλους που ασχολούνται με θέματα πνευματικά, εμένα με έφερε σε θέση πολύ δύσκολη: ούτε θέλω να πω τα ίδια πράγματα που έγραψα στον λόγο μου εκείνον, μα ούτε μπορώ να βρω και τίποτα καινούρια.

[85] Δεν πρέπει όμως να τα παρατήσω, πρέπει να σου εκθέσω, πάνω στο θέμα που ανάλαβα να σου αναπτύξω, ό,τι βρω θετικό και ό,τι θα μπορέσει να σε πείσει να επιδιώξεις την πραγματοποίηση αυτού του λαμπρού έργου. Και αν ακόμα από κάποια αδυναμία τώρα πια δεν μπορέσω να εκθέσω τα πράγματα με τον τρόπο που πέτυχα σε έργα που έχω εκδώσει πιο παλιά, τουλάχιστο έχω την ελπίδα πως θα παρουσιάσω αρκετά καλά στις γενικές γραμμές το θέμα για κείνους που θα μπορέσουν ίσως να το επεξεργαστούν στις λεπτομέρειες και να το ολοκληρώσουν.

[86] Έχω λοιπόν τη γνώμη πως η αρχή του λόγου μου έγινε όπως επιβάλλεται σ᾽ αυτούς που συμβουλεύουν την εκστρατεία κατά της Ασίας. Γιατί τίποτα δεν πρέπει να επιχειρεί κανείς, προτού εξασφαλίσει το ένα από τα δυο, ή την ουσιαστική βοήθεια των Ελλήνων ή τουλάχιστο την εύνοιά τους για τα δικά του σχέδια. Σ᾽ αυτά ο Αγησίλαος, που νομιζόταν ο πιο γνωστικός από τους Σπαρτιάτες, δεν έδωσε καθόλου προσοχή — όχι βέβαια από πρόθεση κακή, μα από φιλοδοξία!

[87] Είχε δυο σχέδια στον νου, καλά βέβαια και τα δυο μα αντιφατικά, και δεν μπορούσαν να πραγματοποιηθούν μαζί την ίδια ώρα! Από τη μια μεριά ήθελε να πολεμάει τον βασιλιά και από την άλλη να ξαναφέρει όλους τους εξορίστους φίλους του στις πόλεις τους και να τους παραδώσει την πολιτική εξουσία. Συνέβαινε λοιπόν, από το ενδιαφέρον και τη δράση του για τους δικούς του ανθρώπους, να πέφτουν οι Έλληνες σε συμφορές και κίνδυνο, από τις ταραχές πάλι που γίνονταν εδώ να μην μπορεί να βρει ησυχία, να μην είναι σε θέση να εξακολουθεί τον πόλεμο ενάντια στους βαρβάρους.

[88] Ώστε από τα σφάλματα της εποχής εκείνης είναι εύκολο να αντιληφθεί κανείς ότι οι άνθρωποι που σκέφτονται ορθά δεν πρέπει να αρχίζουν πόλεμο κατά του βασιλιά, πριν να συμφιλιώσει κάποιος όλους μαζί τους Έλληνες και σταματήσει αυτή την τρέλα που τους παιδεύει τώρα. Ακριβώς την ανάγκη αυτή είναι που συμβουλεύω τώρα και σ᾽ εσένα.

Ισοκράτης: ένας σοφιστής που παιδαγωγεί, ένας ρήτορας που φιλοσοφεί

Αποτέλεσμα εικόνας για ΙσοκράτηςΟ Ισοκράτης, (436- 338 π.Χ), για κάποιους αιώνες μετά την Αναγέννηση ως τον 20ο αιώνα, υπό το βάρος της αυθεντίας του Πλάτωνα θεωρήθηκε τεχντης του ύφους, άλλα ανεπαρκής σε πρωτότυπες ιδέες και ουσιώδες περιεχόμενο· υποτιμήθηκε, μάλιστα, σε σύγκριση με τον Δημοσθένη, λόγω έλλειψης διορατικότητας και πολιτικής ευθυκρισίας, και σε σχέση με τον Αριστοτέλη, λόγω απουσίας διαύγειας και ακριβούς λογικής συνέπειας στη σκέψη. Η σοφιστική του μαθητεία και εκπαίδευση, η πρακτική διάσταση των ιδεολογικών του θεωρήσεων, η δεξιοτεχνία στον επιδεικτικό λόγο και το περίτεχνο ύφος του στέρησαν τη δυνατότητα να συμπεριληφθεί μεταξύ των φιλοσόφων, ιδιότητα που διεκδικούσε για τον εαυτό του, ή να θεωρηθεί ένας ρήτορας με αξιώσεις σε επίπεδο ιδεών.
 
Εντούτοις, το εκπαιδευτικό του πρόγραμμα, βάσει του οποίου λειτούργησε η σχολή του για πάνω από πέντε δεκαετίες, αποδεικνύει ότι ο Ισοκράτης ήταν κάτι πολύ παραπάνω από ό, τι του καταμαρτύρησαν σε κάποια άχαρη χρονική περίοδο της ιστορίας.
 
Το πνευματικό περιβάλλον και τα ιστορικά γεγονότα της εποχής του άσκησαν μεγάλη επίδραση στις αντιλήψεις του Ισοκράτη για τη διαμόρφωση του παιδαγωγικού του συστήματος.
 
Οι πνευματικές του καταβολές τον εντάσσουν στο σοφιστικό κίνημα του 5ου αι. π.Χ.. Πράγματι, η κεντρική θέση που κατέχει η ρητορική στο ιδεολογικό του σύστημα και η πίστη του ότι ως τέχνη της δημόσιας ομιλίας αποτελεί έκφραση μιας «πιο γενικής αντίληψης για τη δύναμη των λέξεων και τη δυνατότητά τους να επηρεάσουν μια κατάσταση στην οποία χρησιμοποιούνται ή προσλαμβάνονται»[1] είναι το κύριο γνώρισμα των σοφιστών. Η αγάπη του για τον κομψό λόγο, η διδακτική μέθοδος να χρησιμοποιεί κείμενα και λόγους ως υποδείγματα προς μίμηση από τους μαθητές του και η υιοθέτηση της άποψης ότι δεν είναι ευθύνη του δασκάλου αν οι μαθητές του χρησιμοποιούν αυτά που μαθαίνουν για κακό σκοπό είναι επιρροές από την εποχή της μαθητείας του στον Γοργία.([2]) Πρωταγόρεια είναι η έννοια του 'καιρού', μια έννοια που γύρω της μορφώνεται το οικοδόμημα της 'φιλοσοφίας' του Ισοκράτη, ενώ και ο στόχος της διδασκαλίας του δεν απέχει πολύ από την επαγγελία του Πρωταγόρα: «τό μάθημά ἐστιν εὐβουλία περὶ τῶν οἰκείων, ὅπως ἂν ἄριστα τὴν αὑτοῦ οἰκίαν διοικοῖ, καὶ περὶ τῶν τῆς πόλεως, ὅπως τὰ τῆς πόλεως δυνατώτατος ἂν εἴη καὶ πράττειν καὶ λέγειν».([3]) Ακόμη περισσότερο, ο επαγγελματισμός και η επί χρήμασι αμοιβή της διδασκαλίας, για τα οποία τόσο πολύ κατηγορήθηκαν οι σοφιστές, αποτέλεσαν το μέσο βιοπορισμού του και τον τρόπο με τον οποίο απέκτησε μια ιδιαίτερα σεβαστή περιουσία ο Ισοκράτης.
 
Εντούτοις, οι σοφιστές του 5ου αι. π.Χ. με τους οποίους γαλουχήθηκε ο Ισοκράτης εκπροσωπούσαν μια άλλη εποχή με διαφορετικά προβλήματα και άλλα ζητούμενα.([4]) Τότε αναδυόταν δειλά η δημοκρατία, οι μύθοι έδιναν τη θέση τους στον λόγο και με την καλλιέργεια της ευγλωττίας οι άνθρωποι προσδοκούσαν να συμμετάσχουν ενεργά ως συνειδητοί πολίτες στη λήψη αποφάσεων της πόλης τους. Τον 4ο αι. π.Χ., όταν ο Ισοκράτης αποκρυσταλλώνει τις απόψεις του σε μια παιδαγωγική μέθοδο, η Αθήνα έχει χάσει τη δύναμη και την αίγλη της, η αγάπη για την πατρίδα και το αίσθημα καθήκοντος απέναντί της έχουν υποχωρήσει, και το ατομικό συμφέρον υπερισχύει του συλλογικού· οι ηθικές αξίες έχουν εκπέσει και οι συνεχείς πόλεμοι ανάμεσα στις πόλεις-κράτη κλονίζουν την ενότητα του Ελλήνων, που τώρα δέχονται με χαρά την ηγεμονική μεσολάβηση των Περσών. Οι σοφιστές, που απέτυχαν, τελικά, με τη διδασκαλία τους να μορφώσουν έντιμους και ικανούς πολίτες, αντιμετωπίζονται τώρα αρνητικά και για επιπρόσθετους λόγους: ως επήλυδες και περιπλανώμενοι δεν ανήκουν ούτε νομικά ούτε κοινωνικά στην πόλη στην οποία κατά καιρούς διδάσκουν και δεν ταυτίζουν τις επιδιώξεις τους με την ευημερία και το συμφέρον της· οι γενικές γνώσεις που προσφέρουν, εφόσον αυτές δεν μπορούν να αποκτήσουν εντοπιότητα και να εξειδικευτούν στην αντιμετώπιση των συγκεκριμένων περιστάσεων και των ιδιαίτερων προβλημάτων μιας ορισμένης πόλης, φαντάζουν ως ύποπτη αμφισημία και κενός διανοουμενισμός· τέλος, ο κοσμοπολιτισμός τους επιδεινώνει τα πράγματα. Συνάμα, η διάθεση για ρητορικές αναμετρήσεις προς χάριν των αναμετρήσεων, οι οποίες λειτουργούν ως θέαμα, δεν αρμόζουν στους δύσκολους καιρούς που ακολουθούν.
 
Ο Ισοκράτης, αντίθετα, θεωρεί πως η κοινωνικοπολιτική χρησιμότητα έχει μεγαλύτερη αξία από την καλλιτεχνική παρουσίαση και οι πρακτικές λύσεις από τους ωραίους λόγους· άλλωστε, είναι Αθηναίος πολίτης, συνδεδεμένος στενά με την πατρίδα του,([5]) ανήκει στην ανώτερη τάξη και θέλει να έχει λόγο στην ανασυγκρότηση της γενέθλιας πόλης του και στην επανάκτηση της πρότερης δύναμης και δόξας της. Απέναντι στη σχετικοκρατία, την αμφισημία και τον αμοραλισμό των σοφιστών ο Ισοκράτης αντιτάσσει την άοκνη προσπάθειά του για αναμόρφωση των ηθών, -πιθανή επιρροή των διδαγμάτων του Σωκράτη-, και την πίστη στους νόμους και τους θεσμούς της πόλης, και μάλιστα τους προγονικούς, που εξασφάλιζαν σταθερότητα και διευθετούσαν ομαλά τη σχέση των πολιτών με το κράτος. Έτσι, παρόλο που προέρχεται από τα σπλάχνα της σοφιστικής, επιτίθεται πολλές φορές εναντίον των σοφιστών με δριμύτητα σε πολλά έργα του και για διάφορους λόγους, και δεν παύει στιγμή να διαχωρίζει τον εαυτό του από αυτούς.
 
Παρόμοια στάση τηρεί και απέναντι στους πνευματικούς του συνοδοιπόρους, ρήτορες και φιλοσόφους,- με κυριότερο, μακράν, τον Πλάτωνα -, μαζί με τους οποίους κλήθηκε να αντιμετωπίσει τις νέες συνθήκες πραγμάτων ενός καιρού γεμάτου αντιθέσεις, ταραχές και παραλογισμούς. Το αίτημα της ασφάλειας, της ειρήνης, της εξυγίανσης της πολιτικής ζωής και των θεσμικών μεταρρυθμίσεων προβάλλει πλέον απαιτητικό. Στα δύο σημαντικά ακαδημαϊκά ιδρύματα, τις σχολές του Ισοκράτη και του Πλάτωνα οι απαντήσεις που δίνονται εκκινούν από την ίδια αφετηρία και σε κάποιες περιπτώσεις από παρόμοια 'πιστεύω', αλλά στην πορεία λοξοδρομούν και πραγματώνονται κατά τελείως διαφορετικό τρόπο.([6]) Εντούτοις, πάντοτε ο ένας έχει στο οπτικό του πεδίο τον άλλο και συναινεί, αντιτίθεται ή διαφοροποιείται από αυτόν. Αποσυρμένοι και οι δυο από την τύρβη της δημόσιας ζωής,([7]) κατά το έθος των διανοουμένων εκείνων των χρόνων, οραματίζονται μια ιδανική πολιτεία χωρίς ανομία, διαφθορά και ατέρμονο, ιδιοτελές κυνήγι κέρδους και προσωπικής προβολής· αξιοσημείωτο είναι ότι κατά καιρούς αποτείνονται στις ίδιες ηγετικές προσωπικότητες για την υλοποίηση των σχεδίων τους. Έχοντας μαθητεύσει ο Ισοκράτης για λίγο και ο Πλάτωνας για μεγάλο διάστημα στον Σωκράτη αποδύονται σε έναν αγώνα για ηθική αναβάπτιση με μέσο την παιδεία που αποσκοπεί στην αρετή, και καταδικάζουν κάθε χρησιμοθηρική πρακτική. Θεωρώντας πως οι σοφιστές είναι υπεύθυνοι για αυτή την παρακμή και ότι το υπάρχον δημοκρατικό πολίτευμα, πιο απογοητευτικό και περιφρονητέο από ποτέ, πρέπει να πάρει άλλη κατεύθυνση και μορφή, δημιουργούν ο καθένας τη δική του πολιτική θεωρία.
 
Ο Πλάτωνας απορρίπτει τη δημοκρατική πολιτική ζωή και, προσβλέποντας σε έναν κόσμο πέραν του αισθητού, δημιουργεί ένα φιλοσοφικό σύστημα που αναζητεί: αφενός, την αρετή στην απόλυτη γνώση, την 'επιστήμη'· αφετέρου, την πολιτειακή αγωγή σε ένα αντιδημοκρατικό σύστημα που διαχωρίζει τους πολίτες, επιφυλάσσοντας ηγετική θέση σε όσους φιλοσοφούν. Το σύστημά του, απομονωτικό και εσωτερικό, στρέφεται στην ψυχή του ανθρώπου και, μεταφυσικό, ατενίζει το αμετάβλητο σύμπαν των ιδεών, όπου εδρεύει η αλήθεια.
 
Παρότι και ο Ισοκράτης δεν συμμετέχει ενεργά στην πολιτική διαβούλευση, ωστόσο πιστεύει ότι η λύση βρίσκεται μέσα στη δημόσια ζωή και πρόθεσή του είναι όχι να καταργήσει τη δημοκρατία, αλλά να την ανανεώσει με ειρηνικά μέσα. Η κύρια επιδίωξή του είναι η ευδαιμονία της πόλης, που θα επιτευχθεί με τη σύνεση και τη σωφροσύνη, και η αρετή που αποτελεί το υπόβαθρο της επιδίωξης αυτής είναι του κόσμου τούτου· σχετίζεται, δηλαδή, με την κοινωνική 'δόξα', έχει βάση της την κοινή εμπειρία και αφορά όλους όσους έχουν την επιθυμία να την αποκτήσουν, αν και η ανώτερη τάξη είναι αυτή που, κατά τη γνώμη του Ισοκράτη, έχει τα προσόντα, για να το επιτύχει. Η αλλαγή που επιδιώκει ο Ισοκράτης είναι επί το αριστοκρατικότερον και, κατά έναν φαινομενικά οξύμωρο τρόπο, κατά το δημοκρατικότερον, καθώς, ενώ στην Αθήνα κατέχουν ιδιαίτερη θέση οι «καλοί κἀγαθοί», ο στόχος αυτός ταυτόχρονα περιλαμβάνει όλους τους Έλληνες σε έναν κοινό αγώνα ενάντια στους βαρβάρους.([8]) Για την υλοποίηση της αλλαγής αυτής ο Ισοκράτης άλλοτε κινείται προς το μέρος ηγεμόνων (Ιάσονα των Φερών, Διονύσιου Ι των Συρακουσών, Αρχίδαμου, Φιλίππου), που τους προσκαλεί να εφαρμόσουν τις πολιτικές ιδέες του, άλλοτε, πάλι, διδάσκει στους μαθητές του, για να αναδείξει ικανούς πολίτες και πολιτικούς, αλλά σε κάθε περίπτωση όλη του η θεωρία γειώνεται στην ιστορική γνώση και πραγματικότητα.
 
Με τη σκευή αυτή και συναιρώντας γνωσιολογικές, ηθικές και πολιτικές απόψεις ο Ισοκράτης δημιούργησε ένα παιδαγωγικό σύστημα, που επιχειρούσε να ανταποκριθεί στα αιτήματα των καιρών του. Δύο είναι οι στημονικές ιδέες γύρω από τις οποίες οικοδομήθηκε το πρόγραμμα πολιτειακής αγωγής του: ο 'καιρός' με άλλα λόγια, οι περιστάσεις της ζωής και κατ' επέκταση, ο τρόπος να τις χειρίζεται κανείς κατάλληλα· και η 'δόξα', που σημασιολογικά κυμαίνεται μεταξύ γνώμης, εικασίας και κρίσης, ως μέσο για την πρόσληψη, επεξεργασία και εκτίμηση των περιστάσεων αυτών.
 
Ο Ισοκράτης για μια ακόμη φορά βρίσκεται ανάμεσα στη σοφιστική και την πλατωνική θεώρηση: με την αντίληψη ότι ο άνθρωπος ως πεπερασμένο ον δεν μπορεί να γνωρίσει την 'απηκριβωμένη' γνώση, αναζητά στον κόσμο της εμπειρίας ένα εργαλείο κατανόησης εντός των ανθρωπίνων δυνατοτήτων και υιοθετεί τη σοφιστική έννοια της 'δόξας'·([9]) αν για τους σοφιστές, όμως, συνιστούσε μέσο πειθούς και υπερίσχυσης έναντι του αντιπάλου τους, για τον Ισοκράτη είναι ένα κατάλληλο όργανο, που καθιστά ικανό έναν μορφωμένο άνθρωπο να καταλήξει σε όσο το δυνατόν ασφαλέστερα συμπεράσματα σχετικά με τις συγκυρίες που εξετάζει. Υπ' αυτό το πρίσμα η δόξα προσεγγίζει ως προς την αποτελεσματικότητά της την άποψη που εκφράζει ο Πλάτωνας στο Συμπόσιο,([10]) που την τοποθετεί μεταξύ επιστήμης και αμάθειας και συναινεί ότι είναι κάποιου τύπου γνώση, αλλά ελλιπής και μη θεωρητική.
 
Η πρόθεση του Ισοκράτη ήταν να επινοήσει μια μέθοδο και ένα πλαίσιο, τα οποία θα έκαναν τους μαθητές του ικανούς να παίρνουν τις καλύτερες αποφάσεις με γνώμονα το καλό της πόλης, σε έναν κόσμο ρευστότητας και αβεβαιότητας και, ειδικότερα, στον πολιτικό στίβο, όπου η ορθότητα στην επιλογή τρόπων δράσης δεν μπορεί να προβλεφθεί με απόλυτη σιγουριά. Επομένως, σκοπός του ήταν να μειώσει τον παράγοντα του τυχαίου και του απρόοπτου υπό την επίδραση της παιδείας, άρα να καλλιεργήσει σε όσους φοιτούσαν στη σχολή του δεξιότητες που επιδέχονταν βελτίωσης και να αυξήσει τις γνώσεις τους και την εμπειρία τους.
 
Όταν στα κείμενά του περιγράφει την παιδευτική του δραστηριότητα και τον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι φθάνουν να κάνουν επιτυχείς κρίσεις, 'δόξες', χρησιμοποιεί δύο όρους, το 'στοχάζεσθαι'([11]) και τη φρόνηση,([12]) όρους([13]) που, μοιάζει να ορίζουν δύο παραπληρωματικές ικανότητες, και που η πρώτη αποτελεί εφαλτήριο για τη δεύτερη. Το 'στοχάζεσθαι' που, με βάση τα συμφραζόμενα όπου απαντά, μπορεί να ερμηνευτεί ως ισοδύναμο με την πρακτική νοημοσύνη, την εξυπνάδα, απαιτεί οι μαθητές να προσβλέπουν στον στόχο τους, να διερευνούν προσεκτικά τις παραμέτρους του υπό εξέταση θέματος, συνήθως πολιτικού, και να δρουν σκοπίμως, ώστε να καταλήξουν στον συνετό λόγο ή στην ορθότερη δυνατή συμβουλευτική στρατηγική. Η φρόνηση, που, αν ισχύει η διάκριση που ορίστηκε παραπάνω, αντιστοιχεί με την πρακτική σοφία, φαίνεται να είναι μια διαφορετική και ανώτερη ιδιότητα από το 'στοχάζεσθαι', και μπορεί να επιτευχθεί, όταν η στοχαστική δεξιότητα έρθει σε επαφή με αυτήν· και αυτό, γιατί η φρόνηση είναι μια σοφή πρακτική που συνενώνει σοφία, ευγλωττία μαζί με πολιτική ικανότητα στη λήψη αποφάσεων προς όφελος της πόλης.
 
Σε κάθε περίπτωση η διανοητική διαδικασία της 'δόξας' συσχετίζεται και εκφράζεται με τον 'πολιτικό λόγο', που αποτελεί την ύψιστη μορφή της ρητορείας, καθώς πραγματώνει με τον καλύτερο τρόπο την πολιτική διαβούλευση. Στους πολιτικούς λόγους, όπου η φρόνηση πρωτοστατεί, οι παρούσες συνθήκες ενός ζητήματος εξετάζονται υπό το φως της παρελθούσας εμπειρίας και κατ' αυτόν τον τρόπο γίνονται δυνατές οι εκτιμήσεις για το μέλλον. Ο πιο ολοκληρωμένος ορισμός του 'πολιτικού' λόγου βρίσκεται στον Παναθ. 246,([14]) όπου δηλώνεται η φαινομενική απλότητα, αλλά συνάμα τονίζεται η ουσιαστική δυσκολία αυτού του λόγου, που έχει φιλοσοφική διάσταση, σχετίζεται με τα γεγονότα και έχει παιδευτικό χαρακτήρα, χωρίς να υστερεί σε ποικιλία και καλλιτεχνική αξία. Αυτό το είδος λόγου, που ο Ισοκράτης το τοποθετεί μακριά από τις γνωστές διακρίσεις των λόγων σε δικανικούς, επιδεικτικούς και συμβουλευτικούς, ασχολείται με σημαντικά θέματα, είναι ηθικά ωφέλιμος, προσεγμένος ρητορικά, και αφορά στα ελληνικά πράγματα.([15]) Στο τρίπτυχο: περιεχόμενο, στόχος, ύφος, την πρωτοκαθεδρία κατέχει το θέμα που πρέπει να είναι υψηλό, ο στόχος -σε άμεση σχέση με το περιεχόμενο-, πρακτικός, ενώ το ύφος έπεται αξιολογικά.
 
Ο πολιτικός λόγος συμβαδίζει και συνταυτίζεται με ένα νέο είδος ρητορικής, δημιούργημα του Ισοκράτη, ο οποίος ανανοηματοδοτεί το περιεχόμενό της· αυτή κρατά στοιχεία από την παραδοσιακή σοφιστική ρητορική, (π.χ. τον επιστημολογικό σκεπτικισμό και τον σχετικισμό), αλλά έχει άλλους στόχους: δεν επιζητά να επηρεάσει και να χειραγωγήσει, ούτε είναι απλό όργανο και μέσο αλλά, όντας αυτούσια και αυτή καθεαυτήν μια τέχνη, θέτει σκοπούς, γίνεται φορέας πολιτικής εκπαίδευσης και προσωπικής ευδαιμονίας, γιατί ο δρόμος για τον σωστό λόγο είναι ίδιος και για τη ορθή κρίση και για την ορθή δράση.([16]) Ο ομηρικός «λόγων τε ρητήρ καί ργων τε πρηκτήρ» είναι επίσης ο σωκρατικός ήρωας.([17]) Επιπλέον, με την αμφίδρομη σχέση που υπάρχει μεταξύ ρήτορα και λόγου, ο λόγος δρα στον ομιλητή και βοηθά στην ανάπτυξη και διάπλαση του χαρακτήρα του([18]). Ο καλός ομιλητής πείθει, αποκτά δημοτικότητα, φήμη και υπόληψη, και κατά συνέπεια αποκομίζει προσωπικά οφέλη, γιατί το ήθος του και η αρετή του προδιαθέτει θετικά και προκαλεί την εύνοια του ακροατηρίου του.([19]) Κατά την αντίληψη του Ισοκράτη, το σχήμα αυτό λειτουργεί και αντίστροφα: αν κάποιος θέλει να μιλάει καλά, τότε πρέπει να επιλέξει σοβαρά θέματα που αποσκοπούν στο καλό των ατόμων και της κοινωνίας· αν επιθυμεί να πείθει, πρέπει να προκαλέσει με τον λόγο του την εκτίμηση του ακροατηρίου του, με τη σκέψη ότι κάποιος πείθεται ευκολότερα σε άτομα που σέβεται και εμπιστεύεται· αν, πάλι, επιζητά προσωπικά οφέλη, τότε πρέπει να είναι δίκαιος, τίμιος και συνεπής με τους άλλους. Με αυτόν τον τρόπο ο Ισοκράτης καταφέρνει να επενδύσει ηθικά ακόμη και την έννοια του προσωπικού συμφέροντος.([20])
 
Εντέλει, η ρητορική εξοχότητα ταυτίζεται τόσο με την ηθική ποιότητα όσο και με την πολιτική υπεροχή: ένας καλός ρήτορας είναι ένας έντιμος άνθρωπος και ένας συνειδητός πολίτης. Η αλληλεπίδραση των τριών πεδίων συγκροτεί το παιδευτικό ιδεώδες που ο Ισοκράτης ονομάζει 'λόγων παιδεία', το οποίο πλέον αίρεται εύκολα στο ύψος της φιλοσοφικής θεώρησης και δίνει στον Ισοκράτη το δικαίωμα να αποκαλεί εναλλακτικά φιλοσοφία τη ρητορική του παιδεία. Εντούτοις, έστω και αν σε μας η έννοια της φιλοσοφίας έχει συνδεθεί με τον Πλάτωνα, ο Ισοκράτης δεν αυθαιρετεί: στην εποχή του συνέχιζε ακόμη η τρέχουσα σημασία του όρου 'φιλοσοφία' να είναι η πάσης φύσεως γενική μόρφωση και ανώτερη καλλιέργεια,([21]) που ήταν και το γνώρισμα ολόκληρου του αθηναϊκού λαού. Εκείνο, όμως, που παραπάνω επιδιώκει ο Ισοκράτης και για αυτό ανταγωνίζεται τους άλλους ρήτορες αλλά, κυρίως, τον Πλάτωνα είναι η διεκδίκηση για τον εαυτό του της μόνης αληθινής φιλοσοφίας. Έτσι, κατά τη γνώμη του, το μόνο που έχουν να αντιτάξουν οι άλλοι ρήτορες απέναντι στη ρητορική του υπεροχή είναι απλή τεχνική γνώση ρητορικών κανόνων και σχηματικών τύπων, ενώ ο Πλάτωνας θεωρία χωρίς έρεισμα στην πραγματικότητα. και χωρίς πρακτική ωφέλεια.
 
Αντίθετα, ισχυρίζεται ο Ισοκράτης, όσοι ασπάζονται τις δικές του παιδευτικές ιδέες, τη φιλοσοφία του, γίνονται σοφοί και αυτό αποδεικνύεται εκ του αποτελέσματος, γιατί ωφελούν έμπρακτα την πόλη με την ορθή τους διαβούλευση και τη σώφρονα δράση τους. Έργο δικό του ως δασκάλου φιλοσοφίας, και συνεπώς του φιλοσόφου, είναι να μελετά τους τρόπους με τους οποίους αποκτάται και δρα η φρόνηση, τη λειτουργία της, τη σχέση της με τη διαβούλευση και την αποτελεσματικότητά της σε δεδομένες περιστάσεις, ό, τι, δηλαδή, προσέφερε η σχολή του στους μαθητές του, ώστε να τους επιδαψιλεύει σοφία.([22])
 
Αν πιστεύουμε ακόμη ότι ένα πρόγραμμα εκπαίδευσης οφείλει να έχει διπλό στόχο: πρώτον, να αγγίζει την πραγματικότητα, να προωθεί τη γνώση και την κριτική σκέψη, να αυξάνει την ικανότητα αξιολόγησης γεγονότων και περιστάσεων, να θεραπεύει τον λόγο με όλες τις σημασίες που έχει ως λογική, ομιλία και έκφραση απόψεων· δεύτερον, να είναι επαρκώς ιδεαλιστικό, ώστε να μεταδίδει αξίες, να καλλιεργεί το ήθος και την εντιμότητα και να στρέφει τον νου στην επιδίωξη της ευτυχίας της κοινωνίας και των ανθρώπων· τότε μας είναι χρήσιμα όσο ποτέ ο Ισοκράτης με την πολιτειακή του αγωγή, γιατί κατόρθωσε με εξαιρετική δεξιοτεχνία να συνδυάσει την πρακτικότητα που απαιτεί η ζωή με τη φρόνηση και τη σοφία που προϋποτίθενται για την επίτευξη του γενικού καλού της πόλης του και όλων των Ελλήνων, ή, με σημερινούς όρους, μιας παγκοσμιοποιημένης υφηλίου.
-----------------
Βιβλιογραφία
Burnet, J. (1962-1967), Platonis Opera, τ. 1-5, (Oxford Classical Texts), Clarendon Press, Oxford. Eucken, C. (1983), Isocrates: Seine Positionen in der Auseinander-setzung mit den zeitgenossischen Philosophen, Berlin- New York. Heilbrunn, G. (1975), "Isocrates on Rhetoric and Power", Hermes 103, σσ. 154-178. 3
Jaeger, W. (19743), Παιδεία, τ. 1-3 , (μετ. Γ. Π. Βερροίου), εκδ. Παι­δεία.
Jebb, R. C. (1962), The Attic Orators from Antiphon to Isaios, τ. 1-2, New York.
Kennedy, G. (20023), Ιστορία της Κλασικής Ρητορικής, (μετ. Ν. Νικο-
λούδη), εκδ. Παπαδήμα, Αθήνα. Konstan, D. (2004), "Isocrates 'Republic'", σσ. 107- 124, στο Poulakos, T. - Depew, D. Mathieu, G. (1966), Isocrate Discours, τ. 3, Collection Bude, Paris. Mathieu, G. (1995), Οι Πολιτικές Ιδέες του Ισοκράτη, (μετ. Κ. Διαμαντάκου), εκδ. Καρδαμίτσα, Αθήνα. Norlin, G. - van Hook, L. (1928-19861-5), Isocrates, τ. 1-3, Loeb Classi­cal Library, Harvard & London. Ober, J. (2004), "I, Socrates ... The Performative Audacity of Isocrates'
Antidosis", σσ. 21-43, στο Poulakos, T. - Depew, D. Poulakos, J. (1995), Sophistical Rhetoric in Classical Greece, University of South Carolina Press, Columbia, South Carolina. Poulakos, T. (2004), "Isocrates' Civic Education and the Question of Doxa", σσ. 44-68, στο Poulakos, T. - Depew, D. Poulakos, T. - Depew, D. (edit.), (2004) IsocratesandCivicEducation, University of Texas Press, Austin. Rummel, E. (1979-1780), "Isocrates' Ideal of Rhetoric: Criteria of Evaluation", CJ, 25-35.
Shorey, P. (1909), "Φύσις, Μελέτη, Επιστήμη», TAPhA 40, σσ.185-201.
Too, Y. L. (1995), The Rhetoric of Identity in Isocrates. Text, Power,
Pedagogy, Cambridge. Too, Y. L. (2008), A Commentary on Isocrates' Antidosis, Oxford University Press.
Usener, S. (1994), Isokrates, Platon und ihr Publikum: Horer und Le-
ser von Literatur im 4. Jahrhundert v. Chr., Tubingen. Usher, S. (1990), Greek Orators III, Isocrates, England. Αλεξίου, Ε. (1995), Ruhm und Ehre: Studien zu Begriffen, Werten undMotivierungenbeiIsocrates, Heidelberg.
 
 ---------------------
[1] Kennedy, 20023, σ. 9.
2 Βλ. J. Poulakos, 1995, σ. 113κ.ε., για τον τρόπο πρόσληψης της σο-
φιστικής κίνησης από τον Ισοκράτη.
3 Testimonia 5.12 -14, (Πλατ. Πρωταγ. 318D-E). Πρβλ. και Αντιδ.
Βλ. J. Poulakos, 1995, σ. 113κ.ε., για τον τρόπο πρόσληψης της σο­φιστικής κίνησης από τον Ισοκράτη.
[3] Testimonia 5.12 -14, (Πλατ. Πρωταγ. 318D-E). Πρβλ. και Αντιδ. 285: «μανθάνοντας και μελετῶντας ἐξ ὧν και τον ἴδιον οἶκον και τά κοινά τά τῆς πόλεως καλῶς διοικήσουσιν».
[4] Βλ. J. Poulakos, 1995, σσ. 11-52, όπου η σοφιστική κίνηση εξετάζεται εντός των ιστορικών πλαισίων της με κύριους άξονες τη λογική των περιστάσεων, την ηθική της αναμέτρησης και του διαγωνισμού και την αισθητική της επίδειξης και του θεάματος· ενδιαφέρουσα και η ανάλυση των λόγων για τους οποίους οι σοφιστές αντιμετωπίζονταν αρνητικά στην αρχαιότητα.
[5] Σχετικά με τη μεγάλη σημασία της αυτοχθονίας για τους Αθηναίους, βλ. T. Poulakos, 2004, στο Poulakos-Depew, σ. 44· για την αυτοχθονία ως κριτήριο για την αποτίμηση ενός καθεστώτος τον 4ο αι. π.Χ., βλ. Konstan, στο Poulakos-Depew, 2004, σ. 107- 124, και συνοπτικότερα, στο Poulakos-Depew, 2004, σ. 12.
[6] Για ομοιότητες και διαφορές μεταξύ Ισοκράτη και Πλάτωνα, βλ. Mathieu, 1966, σποραδικά, σσ. 90-93, και J. Poulakos, 1995, σσ. 115 και 132.
[7] Την «τάση παραίτησης από τον δημόσιο βίο και εγκλεισμού στις σφαίρες του θεωρητικού διαλογισμού», των ανθρώπων του πνεύματος επισημαίνει και ο Mathieu, 1995, σσ. 197-8, όπου υπάρχει και περαιτέρω βιβλιογραφική παραπομπή.
[8] Για την ελιτίστικη κοσμοπολίτικη τάση που χαρακτηρίζει τον Ισοκράτη και την τάξη του, βλ. Ober, 2004, στο T. Poulakos - D. Depew, σσ. 29-30 και σ. 41, σημ. 14.
[9] Βλ. T. Poulakos, 2004, στο Poulakos - Depew, σσ. 44-68. Στο εκτενές, ενδιαφέρον και κατατοπιστικό άρθρο του ο Τ. Πουλάκος ανατρέχει στις απαρχές της έννοιας της 'δόξας' και της πορείας της ως τον 4ο αι. π.Χ., για να ερμηνεύσει τους δύο τρόπους πρόσληψής της την εποχή του Ισοκράτη.· στη συνέχεια, αποπειράται με πειστικό, κατά τη γνώμη μας, τρόπο να παρακολουθήσει μέσα από τον Περί Αντίδ. λόγο τη σκέψη του Ισοκράτη στη διαδικασία μεταλλαγής της έννοιας της 'δόξας' από πρακτική εξυπνάδα σε σοφία.
[10] ἔστι δέ δήπου τοιοῦτον ἡ ὀρθή δόξα, μεταξύ φρονήσεως και ἀμαθίας, Πλατ. Συμπ. 202a. Να σημειωθεί ότι αλλού, κατά τον Πλά­τωνα, η 'δόξα' ταυτίζεται με την απάτη.
[11] Πρός Νικ. 6.9, Περί Εφ. 28.5, Παναθ. 30.6, 261.6, 271.8, Επιστ. 6 10.3, Επιστ. 4 9.2.
[12] Άντιδ. 73, 84, 207, 209, 212, 250, 271, 274, και αλλού, ενδεικτικά: Δημ. 40, Κατά Σοφ. 2.
[13] Βλ. σημ. 9, για την άποψη αυτή του Τ. Πουλάκου.
[14] ὅτι δέ προελομένου σοῦ συνθεῖναι λόγον μηδέν ὁμοίου τοῖς ἄλλοις, ἀλλά τοῖς μέν ραθύμως ἀναγιγνώσκουσιν ἁπλοῦν εἶναι δόξοντα καί ράδιον καταμαθεῖν, τοῖς δ' ἄκριβώς διεξιοῦσιν αὐτόν και πειρωμένοις κατιδεῖν ὁ τούς ἄλλους λέληθεν, χαλεπόν φανούμενον καί δυσκαταμάθητον, καί πολλῆς μέν ἱστορίας γέμοντα και φιλοσοφίας, παντοδαπῆς δέ μεστόν ποικιλίας καί ψευδολογίας, οὐ ταῆς εἰθισμένης μετά κακίας βλάπτειν τούς συμπολιτευομένους, ἀλλά ταῆς δυναμένης μετά παιδείας ὠφελεῖν ἤ τέρπειν τούς ἀκούοντας.
[15] Βλ. Άντιδ. 46: λόγους ....Ελληνικούς και πολιτικούς.
[16] Βλ. Jaeger, 19743, σ. 151κ.ε. σποραδικά.
[17] Βλ. Rummel, 1979-80, σ. 32· στο χρήσιμο και ευσύνοπτο άρθρο της Rummel ορίζονται με εύληπτο τρόπο ο χαρακτήρας και οι αρχές που διέπουν τη ρητορική του Ισοκράτη.
[18] Για την επίδραση του λόγου στην ψυχή, βλ. και Ch. Segal, "Gorgias and the Psychology of the Logos", HSPh 66, (1962), 99-155.
[19] Βλ. Άριστ. «Ρητορ. 1378a: τοῦ μέν οὖν αὐτούς εἶναι πιστούς τούς λέγοντας τρία ἐστί τά αἴτια· τοσαῦτα γάρ ἐστι δι ἅ πιστεύομεν ἔξω τῶν ἀποδείξεων. ἐστι δέ ταῦτα φρόνησις καί ἀρετή καί εὔνοια.
[20] Πρβλ. και Αλεξίου, 1995, σσ. 60-64. 
[21] Βλ. Jaeger, 19743, σ. 131. 
[22] Βλ. Αντιδ. 271-2. Πρβλ. και T. Poulakos, 2004, στο Poulakos - De-pew, σσ. 59-60.

Οι άνθρωποι μοιάζουν πιο όμορφοι όταν δεν προσπαθούν να είναι

Ό, τι λάμπει δεν είναι χρυσός. Ως οπτικά οντά μάθαμε να εκτιμάμε το ωραίο βασισμένοι στην εικόνα που βλέπουν τα μάτια μας. Το ωραίο όμως απ’ το όμορφο διαφέρει κι είναι αυτή η διαφοροποίηση που δίνει νόημα κι ουσία. Το να προσδώσεις μια όμορφη ψυχική υπόσταση σε ένα φαινομενικά ωραίο πλάσμα, προϋποθέτει να σπαταλήσεις χρόνο απ’ τη ζωή σου μαζί του και διορατικότητα.
Ας πάρουμε τη σοφά πλασμένη φύση. Με τα άπειρα καλή της που δεν προσπάθησαν να κάνουν κάτι για να δείξουν πανέμορφα. Χωρίς παρεμβάσεις μας δίνει απλόχερα τα αγαθά της κι απολαμβάνουμε τα οφέλη της. Οποιοσδήποτε προσπάθησε να αλλάξει αυτό που αυθεντικά βρήκαμε από γεννησιμιού μας, κατάφερε απλώς να να φτιάξει ένα τεχνητά όμορφο δημιούργημα.

Κάπως έτσι λειτουργεί και με τους ανθρώπους γύρω μας. Η πραγματική έννοια της ομορφιάς πηγάζει από μέσα μας. Η αλήθεια ενός βλέμματος, η αυθεντικότητα ενός χαμόγελου, η μαγεία μιας ψυχής.

Όταν ερχόμαστε αντιμέτωποι μια νέα γνωριμία προσπαθούμε να παρουσιάσουμε τον καλύτερο εαυτό μας. Δείχνουμε ένα πρόσωπο που ίσως δε μας αντιπροσωπεύει εκατό τις εκατό. Γινόμαστε υποχείριο της επιθυμίας αυτού που θέλει ο άλλος να δει. Λες κι αν εκφραζόμασταν ελεύθερα θα χαλούσαμε το ιδανικό της τελειότητας. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα να βιώνουμε πλασματικές καταστάσεις. Να πλάθουμε χαρακτήρες βασισμένους σε ερεθίσματα που δεν είναι αληθινά. Και στο τέλος να απογοητευόμαστε ψάχνοντας να βρούμε τι απέγινε αυτό ακριβώς το οποίο πιστέψαμε πως στην αρχή γνωρίσαμε.

Είμαστε οι εικόνες που θέλουν οι άλλοι να δουν. Λέμε πράγματα που θέλουν οι γύρω να ακούσουν. Καλώς ή κακώς η ροή του λόγου έχει τόση δύναμη που μπορεί να παραπλανήσει τον άλλο και να αφήσει εντυπώσεις που δεν πλησιάζουν ούτε στο ελάχιστο το χαρακτήρα του ανθρώπου με τον οποίο μιλάμε. Αυτό μπορεί να συμβαίνει γιατί στις αρχές μιας γνωριμίας η ανάγκη του εντυπωσιασμού υπερβαίνει την επιθυμία του να θες πραγματικά να εκφράσεις στον άλλο τι νιώθεις. Ίσως από φόβο μην τρομάξει. Ή για να μην απογοητευτεί. Λες κι η απογοήτευση δεν είναι διπλή όταν αργότερα τα λόγια δεν υλοποιηθούν ποτέ σε πράξεις.

Τι είναι καλύτερο απ’ το να μπορέσεις να εκτιμήσεις κάποιον για την ειλικρίνειά που τον διακρίνει και να τον πλησιάσεις εξ’ αρχής γι αυτό που στ’ αλήθεια είναι. Να μείνεις μαζί του γι’ αυτά που αψήφιστα σου δίνει χωρίς να προσπαθεί. Κι αβίαστα αργότερα να αγαπήσεις την ψυχή του, έχοντας ως οδηγό τα σημάδια που σε έκαναν να ανακαλύψεις πως δεν υποκρίνεται. Να σε κερδίσει το γεγονός ότι δε φοβάται να εκφράσει ακόμα και την πιο κρυφή του επιθυμία. Να εξωτερικεύσει τον πιο μεγάλο του φόβο.

Αυτόν που σε κοίταξε στα μάτια κι είδες να φωτίζεται η αλήθεια στο πρόσωπό του. Εκείνον που σε μαγνήτισε με τον υπέροχο  αυθορμητισμό του, που κάθε συλλογισμός του εξωτερικεύεται. Ντύνεται με λέξεις, παίρνει μορφή και μοιράζεται ανάμεσα σε δύο υπάρξεις. Να αντιδρά σε κάθε ερέθισμα που του δίνεις όπως ακριβώς νιώθει. Κάθε συναίσθημα γεννιέται για να εκφράζεται. Αλλιώς δε λέγεται συναίσθημα αλλά κρυφή σκέψη. Κι οι κρυφές σκέψεις πληγώνουν την επικοινωνία. Σου απορροφούν όλη την ενέργεια, σε βουλιάζουν σε μια μοναξιά που από μόνος σου διαλέγεις να οικειοποιείσαι. Γιατί απομακρύνεις κάθε ανθρώπινο δέσιμο. Υποτιμάς τη νοημοσύνη του ατόμου που προσπαθεί να σε πλησιάσει και δεν ανακαλύπτεις ποτέ πόσα όμορφα έκρυβε μέσα του για σένα.

Γιατί το αληθινό απ’ το εικονικό απέχει κι αργά ή γρήγορα κάποια στιγμή αποκαλύπτεται. Είναι τόσο εύθραυστο που σπάει σε καθετί προκαλεί ράγισμα. Στις δυσκολίες, στις απογοητεύσεις, στις καταστάσεις που απαιτούν δύναμη. Εκεί πολλές φορές αποκαλύπτεται ο πραγματικός μας χαρακτήρας. Στις περιπτώσεις εκείνες που μια εξήγηση δεν είναι πια πειστική και μια δικαιολογία δε σώζει την κατάσταση. Ένας όμορφος λόγος δεν είναι αρκετός για να λύσει το πρόβλημα.

Γιατί δεν αφηνόμαστε πραγματικά ελεύθεροι να αλληλεπιδράσουμε με τους γύρω μας χρησιμοποιώντας την αυθεντικότητά μας. Πότε θα συνειδητοποιήσουμε πως είναι αδύνατο να είμαστε σε όλους αρεστοί. Υπάρχουν τόσα διαφορετικά είδη χαρακτήρων ικανά να ταυτιστούν μεταξύ τους, αλλά δυστυχώς ποτέ δεν θα προκύψει αυτή η συσχέτιση αν δε νικηθεί ο φόβος του μη αρεστού. Η ανασφάλεια του ανθρώπου για το «φαίνεσθαι». Και κάπως έτσι ξεκινάνε όλα όμορφα έως ότου να πέσουν οι μάσκες. Και να έρθουν στο φως πράγματα που θάβουμε βαθιά μέσα μας.

Λεπτομέρειες που ο διπλανός σου ίσως αγαπήσει σε σένα και σε κάνουν ξεχωριστό στα μάτια του. Ψεγάδια που ίσως του φανούν τόσο χαριτωμένα που ούτε καν το φανταζόσουν. Ελαττώματα που μπορεί να κρύβουν αδυναμίες αλλά που μόνο όταν ένα χέρι τις διακρίνει θα έρθει και θα σε σηκώσει. Θα φανεί πόσο σε εκτιμά γι’ αυτό που δεν προσπαθείς να δείξεις, αλλά γι’ αυτό που δε φοβάσαι να κρύψεις. Κι όταν θέλουμε να λέμε πως επιθυμούμε να ζούμε μέσα στην αλήθεια και να δημιουργούμε σχέσεις βασισμένες σε δυνατές βάσεις τότε θα πρέπει να δείξουμε ποιοι είμαστε. Απ’ την αρχή μέχρι το τέλος. Χωρίς φόβο και πάθος.

Ψεύτικοι άνθρωποι σε ψεύτικες σχέσεις

Άνθρωποι που έρχονται και φεύγουν σαν αέρας, που είναι και δεν είναι εδώ, που θέλουν να είναι παντού και στην πραγματικότητα πουθενά, αλλά που το πιο σημαντικό που θέλουν είναι να φαίνονται παντού. Άνθρωποι που πείθουν τον εαυτό τους ότι είναι καλά μέσα σε μη πραγματικές σχέσεις.
 
Μερικές φορές δεν είναι ο κόσμος που αλλάζει, είναι η μάσκα που πέφτει

Μια πλάνη στην οποία έχεις ανάγκη να πιστέψεις, να τραφείς ή να νιώσεις για λίγο καλά. Σχέση που στηρίζεται μόνο στα λόγια, στον τρόπο που φαίνεται η σχέση προς τα έξω, στο φαίνεσθαι, στην εικόνα που έχουν οι άλλοι. Όλη η ενέργεια αφιερώνεται σε αυτά τα πράγματα. Οι ψεύτικοι άνθρωποι έχουν μια εικόνα που κάνουν τα πάντα να τη διατηρήσουν. Οι σχέσεις τους είναι μέρος αυτής της εικόνας. Πόσο θέλεις να είσαι ένας από αυτούς ή πόσο τους μοιάζεις;
 
Σε μια ψεύτικη σχέση δεν υπάρχει πραγματική επικοινωνία, ακόμα κι όταν «επικοινωνείς» με τον άλλο, δεν υπάρχει σημείο επαφής, νιώθεις ένα άδειασμα, ένα κενό, μια απογοήτευση, παρά ένα γέμισμα και μια συναισθηματική εξέλιξη. Η απόσταση της μη πραγματικότητας δημιουργεί ένα τεράστιο χάσμα, που δεν μπορεί να ξεπεραστεί ώστε να υπάρξει μια αληθινή επαφή και επικοινωνία.
 
Σε μια κοινωνία που επιτυχώς καλλιεργεί έναν επιφανειακό υλιστικό τρόπο ζωής, το πιο σημαντικό για τις σχέσεις είναι το πώς φαίνονται παρά το πώς πραγματικά είναι. Δεν έχει σημασία τι θέλω αλλά το πώς θα αξιολογήσουν οι άλλοι τις επιλογές μου.
 
Είναι τόσο εύκολο να πείσεις τους άλλους ότι είσαι καλά και είναι τόσο εύκολο να ξεγελάσεις τον εαυτό σου ότι η εικόνα σου είναι ότι πιο σημαντικό υπάρχει. Τι σημασία έχει τι νιώθεις, πώς νιώθεις, ποιος νοιάζεται για το πώς είσαι μέσα σου; Και ποιος περιμένεις να νοιαστεί αν εσύ ο ίδιος ασχολείσαι μόνο με το τι θα δείξεις στους άλλους. Τι σε νοιάζει περισσότερο: πώς είσαι και ποιος είσαι; Ή πώς παρουσιάζεσαι ότι είσαι και ποιος φαίνεσαι ότι είσαι; Τι θέλεις να είναι πιο σημαντικό και τι αποτελεί προτεραιότητα για σένα;
 
Ασχολήσου λίγο ακόμα με την εικόνα σου. Σίγουρα θα ξεχάσεις ποιος είσαι και τι θέλεις, όμως, θα καταφέρεις να ασχοληθούν μαζί σου και όλοι αυτοί που ασχολούνται με τη δική τους εικόνα και κάποια στιγμή που έχουν πλέον πείσει τους άλλους ότι είναι καλά δεν τους μένει παρά να «βοηθήσουν» και τους άλλους να φτιάξουν την εικόνα τους, να γίνουν το ίδιο «πετυχημένοι» με αυτούς.
 
Πήγαινε να σου δείξουν πώς τα κατάφεραν, θαύμασέ τους και ευχήσου να τους μοιάσεις. Ίσως, κάποια στιγμή καταλάβεις ότι θα χρειαστεί να πεις ψέματα και στον ίδιο σου τον εαυτό, να τον παραμυθιάσεις ότι αυτό θέλεις, ότι έτσι θέλεις να είσαι και ότι και οι άλλοι έτσι σε θέλουν. Τι ευτυχία;
 
Ναι, τα κατάφερες… Να γίνεις ένας ψεύτικος άνθρωπος, ομοίωμα αυτών που θαυμάζεις και σ’ έπεισαν ότι είναι τόσο ευτυχισμένοι και για να επιβιώσεις δέχτηκες να κάνεις και ψεύτικες σχέσεις…
 
Πολύ προσπάθεια για το τίποτα… Συνέχισε να παραμυθιάζεις τον εαυτό σου ότι είσαι καλά και ότι οι σχέσεις σου είναι καλές και σε θαυμάζουν και οι άλλοι για αυτό και όλοι θα είμαστε ευτυχισμένοι. Η εικόνα μετράει. Τι σημασία έχει αν δεν σε βλέπει καν ο άλλος, αν δεν σε ξέρει καθόλου. Σημασία έχει να δίνεις καλή εντύπωση στους άλλους ότι έχεις πετύχει στη ζωή σου, στις σχέσεις σου, στην καριέρα σου, σε όλα…
 
Ασχολήσου, λοιπόν, λίγο ακόμα με την εικόνα σου… γυάλισέ την, κάν’ την να αστράφτει και όταν όλοι βλέπουν αυτή την εικόνα απόλαυσέ το. Ποιος νοιάζεται αν νιώθεις άδειος, αν νιώθεις ότι χάνεις τον εαυτό σου, ότι δεν ζεις πραγματικά; Ποιος νοιάζεται αν δεν εξελίσσεσαι σαν άνθρωπος, αν δεν σε γεμίζει αυτό; Ποιος περιμένεις να νοιαστεί όταν εσύ ο ίδιος δεν το κάνεις; Όταν περάσουν τα χρόνια ίσως συνειδητοποιήσεις ότι ήσουν τόσο αφοσιωμένος με την εικόνα σου που ξέχασες να ζήσεις, ήταν τόσο επιφανειακά όλα που δεν κατάφεραν να σε αγγίξουν, να σε κάνουν να προχωρήσεις, να γνωρίσεις τους άλλους και να σε γνωρίσουν, αλλά και να γνωρίσεις εσύ τον εαυτό σου.
 
Αν το πιο σημαντικό για εσένα είναι τι εντύπωση θα δώσεις στους άλλους κι αν κάνεις τα πάντα για αυτό ίσως παραμελείς λίγο τον εαυτό σου, τον πραγματικό σου εαυτό, αυτόν που δεν ενδιαφέρεται για την εικόνα που θα σχηματίσουν οι άλλοι για αυτόν, αλλά για το τι πραγματικά θέλει, που θέλει να είναι και με ποιους…

Aνάγκη για έλεγχο

Αναγνωρίζουμε ότι κάποιοι άνθρωποι μπορούν να μας ασκήσουν επιρροή. Συνήθως αυτά τα άτομα έχουν ένα είδος σοφίας στον τρόπο που κινούνται και μιλούν. Τείνουν να εκτείνονται στο χώρο, εκπέμποντας θετική αύρα και υπνωτίζοντάς μας με τον πιο μαγευτικό τρόπο. Αναγνωρίζουμε όμως και ένα άλλο είδος ατόμου με ένα λιγότερο κολακευτικό χαρακτηριστικό: το χειριστικό είδος.

Για το άτομο με αυξημένη ανάγκη για έλεγχο, το κυρίαρχο χαρακτηριστικό δεν είναι η σοφία, αλλά ο φόβος… Βρίσκεται σε πόλεμο με την πραγματικότητα που τον περιτριγυρίζει, την κοινότητά του, την οικογένεια ή το εργασιακό του περιβάλλον. Προσπαθεί συνεχώς να πιέσει και να αλλάξει αυτές τις πραγματικότητες, ώστε να γίνουν κάτι που δεν μπορούν. Ο κόσμος του γίνεται τελικά περιορισμένος, αυστηρός και μικρός. Επιπλέον, πρέπει να τονιστεί ότι η ανάγκη για έλεγχο δεν έχει να κάνει με κάποιο από τα δύο φύλα συγκεκριμένα, όπως προτείνουν τα στερεότυπα. Ας αναλύσουμε κάποια από τα πιο τυπικά χαρακτηριστικά εκείνων που ζουν με την ανάγκη να ελέγχουν.

Εμμονή με τον έλεγχο
• Ένα τέτοιο άτομο βλέπει τη ζωή σαν έναν μεγάλο αγώνα που θα χάσει, αν δεν βρίσκεται συνέχεια σε εγρήγορση.
• Θεωρεί ότι ο κόσμος είναι ένα επικίνδυνο μέρος, οπότε πρέπει να είναι συνέχεια σε επιφυλακή.
• Όλοι οι άλλοι είναι αναξιόπιστοι.
• Τα συναισθήματα είναι τρομακτικά.
• Αναμένει και επιβάλλει την εμπιστοσύνη και την πειθαρχία, όπου μπορεί να τις βρει, ακόμα και αν προέρχεται από την ίδια του την οικογένεια.
• Πολλά συμβαίνουν κρυφά και περιμένει/απαιτεί μυστικότητα από τους άλλους.

Οι άλλοι μπορεί να τον θεωρούν ως:
• έναν νταή, παρά έναν ηγέτη
• έναν κακοποιητικό γονιό, παρά ένα γονιό που νοιάζεται
• έναν δεσμοφύλακα, παρά έναν προστατευτικό γονέα
• έναν θύτη, παρά έναν σύζυγο
• έναν τύραννο ή ένα δικτάτορα, παρά έναν ισχυρό ηγέτη
• έναν μικροπρεπή τύραννο, παρά έναν εργοδότη ή προϊστάμενο
• έναν εκμεταλλευτή, παρά ένα ισότιμο μέλος της ομάδας.

Σε υπερβολικές, ακραίες περιπτώσεις, ένα άτομο εμμονικό με τον έλεγχο μπορεί να προσδιοριστεί και ως παρανοϊκό.

Η προσπάθεια ολικού ελέγχου αποτυγχάνει βέβαια, καθώς ο έλεγχος της πραγματικότητας αποτελεί ψευδαίσθηση. Το μόνο πράγμα που ίσως μπορείτε να ελέγξετε είναι ο εαυτός σας και τα συναισθήματά σας. Αν παρασύρεστε από μια έντονη ανάγκη να ελέγχετε την εξωτερική πραγματικότητα, συμπεριλαμβανομένων και των άλλων ανθρώπων, σύντομα και αναπόφευκτα θα βρεθείτε να παλεύετε ενάντια σε έναν επικίνδυνο κόσμο, που δήθεν βρίθει αναξιόπιστων ανθρώπων.

Επομένως, τι κάνετε αν βρεθείτε να ζείτε μαζί με ένα χειριστικό άτομο; Ή ακόμα χειρότερα, τι κάνετε αν συνειδητοποιήσετε ότι εσείς είστε εκείνοι που έχετε αποκτήσει εμμονή με τον έλεγχο της πραγματικότητας;

Ο εμμονικός με τον έλεγχο δεν είναι ένα ελεύθερο άτομοΈνας τέτοιος άνθρωπος δεν αποτελεί ελεύθερο υποκείμενο και αυτό πρόκειται για παράδοξο. Βρίσκεται κάτω από τον πλήρη έλεγχο της παράλογης ανάγκης του για έλεγχο. Είναι εθισμένος σε αυτόν. Οπότε, είναι υποκείμενος σε μια διπλή ψευδαίσθηση: ότι μπορεί να αλλάξει την εξωτερική πραγματικότητα και ότι νομίζει πως είναι ελεύθερος.

Αν έχετε ζήσει ένα πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα με ένα άτομο, που έχει έντονη τάση ελέγχου, ίσως είστε και εσείς πια εθισμένοι στον έλεγχο. Μπορεί να βρίσκεστε σε πόλεμο με τη σχέση που θέλετε να αλλάξετε. Χειρίζεστε, προσαρμόζετε, καταπιέζετε συναισθήματα, αποφεύγετε συγκρούσεις με κάθε κόστος και αποκρύβετε την αλήθεια, όσο εκείνος προσπαθεί να αλλάξει τη στάση του απέναντί σας, τη συμπεριφορά και την ευτυχία του. Πώς τα πάτε λοιπόν με την αλλαγή της πραγματικότητας;

Αν δεν βρισκόσασταν σε εκείνο το παιχνίδι ελέγχου, είναι πιθανό να είχατε αποφασίσει καιρό πριν, αν θα μπορούσατε να αποδεχτείτε και να συμβιβαστείτε με τη σχέση σας, ή θα είχατε βρει τον τρόπο να την αφήσετε (γιατί δυστυχώς, μερικές φορές, το να μείνουμε μαζί με τον άλλον ασχέτως συνθηκών, είναι και αυτή μια ακραία συνέπεια της ψευδαίσθησης και εμμονής με τον έλεγχο).

Αν υποψιάζεστε ότι ελέγχεστε από μια ανάγκη για έλεγχο, τότε κάντε ό,τι χρειάζεται να κάνετε για να απελευθερώσετε τον εαυτό σας από αυτή την παράλογη ανάγκη. Γιατί, τουλάχιστον αυτή, είναι μια απόφαση στην οποία έχετε έλεγχο.

Δε συγχωρώ αλλά κυριώς δεν ξεχνώ

Αποτέλεσμα εικόνας για Δε συγχωρώ αλλά κυριώς δεν ξεχνώΠολλά λέγονται τις μέρες τούτες, πολλά περί συγχώρεσης, ανωτερότητας και αξιοπρέπειας.

Συγνώμη. Λέξη τρισύλλαβη, απλή στη χρήση, όμορφη σαν ακούγεται, γενναιόδωρη και πέρα ως πέρα ψεύτικη. Καραμέλα που δε λείπει από καμιά τσάντα, που δεν απουσιάζει από κανένα στοματάκι, απαραίτητο αξεσουάρ όλων όσων παρουσιάζονται μετανιωμένοι, αποκαρδιωμένοι και πολιορκημένοι από τύψεις και ενοχές λόγων ή πράξεων που συνήθως έχουν πει ή πράξει κάποιες φορές στη ζωή τους.

Συγχώρεση: Πολύπλοκη υπόθεση, μια ανάγκη να τα βρεις με τον άλλον που όμως συχνά σε οδηγεί σε αδιέξοδο. Τη ζητούμε και μόλις πάρουμε την έγκριση, αισθανόμαστε να πετάμε. Θα μου πείτε λίγο είναι αυτό; Να αισθάνεσαι εντάξει. Εντάξει απέναντι σε ποιον; Σε εσένα ή στον άλλον; Μα σε εμένα, θα απαντήσετε, έκανα αυτό που όφειλα να κάνω απέναντι στον εαυτό μου, απέναντι στις άσχημες σκέψεις που με κύκλωναν κάθε μέρα. Οπότε επιτέλεσα το καθήκον μου. Το τι κάνει ο άλλος, ποσώς με ενδιαφέρει. Το χρέος μου το ξεπλήρωσα και με το παραπάνω.

Συγχωρώ, σημαίνει δίνω χώρο, αποδέχομαι το λάθος του άλλου και το διαγράφω. Μα δε μπορείς εύκολα να διαγράψεις πράξεις ή λόγια που κάποια στιγμή σε υποτίμησαν, σε προσέβαλαν, σε έκαναν να αισθανθείς άσχημα όταν μάλιστα αυτά προέρχονταν από δικά σου άτομα, δικούς σου ανθρώπους που επέλεξες να συνυπάρχετε, να μοιράζεστε, να πορεύεστε παρέα. Θες δε θες, ας μην κρυβόμαστε φίλοι μου, αποθηκεύεις στο πίσω μέρος του μυαλού σου τα τεκταινόμενα και τουλάχιστον, τα ξεχνάς για όσο… Γιατί τι να την κάνεις τη συγνώμη αν ό,τι έγινε αποθηκεύεται και δε διαγράφεται;

Υπάρχουν άνθρωποι που δέχονται τη συγνώμη και μετά από εβδομάδες, μήνες, αρχίζουν να υποφέρουν με όλα όσα υποτίθεται άφησαν πίσω. Πίσω; Πού; Η υπόθεση, βγαίνει απ΄ το αρχείο και επανεξετάζεται. Αναρωτιούνται, αν ο άλλος έχει στ' αλήθεια μετανιώσει, αν αυτά που τους είχε πει είναι εκείνα που πραγματικά αισθάνθηκε, αν θα τους ξαναπροδώσει, και έτσι τα παιχνίδια του μυαλού πλέον είναι ανεξέλεγκτα.

Μπαίνεις σε διαδικασίες αμφιβολίας, γίνεσαι καχύποπτος, επιφυλακτικός και πολλές φορές σκέφτεσαι μήπως χρειαστεί να πράξεις και εσύ αναλόγως. Έτσι, για να πατσίσετε.

Πού είναι λοιπόν η γαλήνη, που η αρχική συγνώμη του σου χάρισε; Πότε λοιπόν μια συγνώμη είναι τόσο δυνατή ώστε να απαλύνει τα σημάδια και σε επαναφέρει στα ίσια σου; Πόσες χιλιάδες φορές χρειάζεται να την ακούσεις για να δώσεις «τόπο στην οργή» και να ξεκινήσεις από εκεί όπου σταμάτησες; Ε, λοιπόν, όχι. Και η πιο δακρύβρεχτη συγνώμη δεν είναι αρκετή, αν εσύ δεν είσαι έτοιμος να την καταπιείς χωρίς να σε πνίξει.

Άλλωστε, αυτός είναι ο ρόλος μιας καλής συγχώρεσης: να γίνει το χωνευτικό που θα σε βοηθήσει να χωνέψεις την πίκρα και, αργά ή γρήγορα, να την αποβάλεις. Μπορεί η αλαζονεία σου να ικανοποιηθεί με πολλές τραγικές παραστάσεις όπου θα πρωταγωνιστεί ο «προδότης», όμως καθώς λένε, αν ραγίσει το γυαλί, δεν ξανακολλάει, η αλήθεια είναι ότι ξανακολλάει, όμως του μένει το ραγισματάκι.

Μια συγνώμη λοιπόν, δε βάζει τα πράγματα στη θέση τους. Δεν εγγυάται ότι όλα θα είναι όπως πριν. Δεν αποκαθιστά την προδοσία, ούτε την τάξη πραγμάτων όπως αυτά προϋπήρχαν. Γι αυτό, δεν αρκεί μόνο η γενναιοδωρία της ψυχής για να κάνεις delete. Πρέπει να είσαι πολύ σίγουρος ότι ειλικρινά, θέλεις να συγχωρέσεις τον άλλον.

Και να κάνεις restart τολμώντας το ακατόρθωτο: Να περάσεις από τη θεωρία της συγνώμης στην πράξη.

Ο ανόητος ούτε συγχωρεί ούτε ξεχνά.
Ο αφελής και συγχωρεί και ξεχνά.
Ο έξυπνος συγχωρεί, αλλά δεν ξεχνά.
Thomas Szasz, 1920-2012, Ουγγροαμερικανός ψυχίατρος

Σε ποια κατηγορία ανήκουμε άραγε;

Μόνο μέσα από τα βαθιά μου σκοτάδια θα καταφέρω να παλέψω με τους φόβους μου και να τους νικήσω.

Την ωραιότερη θέα την είχα πάντα από κάτι εγκαταλελειμμένα υπόγεια.

Εκεί συνήθιζα να κάνω επιλογές, να παίρνω σημαντικές αποφάσεις για την εξέλιξη της ζωής μου, επαναπροσδιοριζόμουν και ατένιζα το άγνωστο μέλλον μου.

Εκεί συνήθιζα να θάβω και να κρύβω τους εσωτερικούς μου θησαυρούς.

Εκεί ασφάλιζα τα πολύτιμα και τα ιδανικά μου.

Για να μην τα βρει και τα πειράξει κανένας.

Εκεί αποφάσισα να ασφαλίσω τον εαυτό μου.

Εκεί που λίγοι τολμούν να πάνε.

Αν και εκεί συνήθως παίρνεις ρίσκο και πολεμάς με το μέσα σου.

Εγώ ξέρεις, ανέκαθεν ήμουν από τους τολμηρούς ανθρώπους.

Βλέπεις είναι σχεδόν ακατόρθωτο να αγγίξεις και να ανακατέψεις τα σκοτάδια σου.

Θέλει τσαμπουκά και μαγκιά.

Και εκεί κάτω στο μεγάλο μου χάος, στο χαμηλό έως ανύπαρκτο φωτισμό επιλέγω να μην κλείσω τα μάτια μου στους φόβους μου, στις αδυναμίες μου και στον θυμό μου.

Επιλέγω, λάθος σωστό ποιος μπορεί να κρίνει, να τα αντικρίσω και να τα αντιμετωπίσω όλα στα ίσα.

Μόνο μέσα από τα βαθιά μου σκοτάδια θα καταφέρω να παλέψω με τους φόβους μου και να τους νικήσω.

Και ναι, θέλω να είναι δική μου η απόφαση, χωρίς να επηρεαστώ από κανέναν για να βουτήξω στον σκοτεινό εαυτό μου, να γνωριστούμε και να αναμετρηθούμε.

Και τότε αφού θα με μάθω και στις μαύρες μου, θα με πολεμήσω, θα έχω δικαίωμα στην ηρεμία, την γαλήνη που θα μου προσφέρει η εσωτερική μου ανακάλυψη.

Όταν αντιμετωπίζεις ένα ηλίθιο άτομο, βρίσκεσαι ολοκληρωτικά στο έλεός του

Στην ουσία, οι ηλίθιοι άνθρωποι είναι επικίνδυνοι και επιβλαβείς επειδή οι λογικοί άνθρωποι δυσκολεύονται να συλλάβουν και να κατανοήσουν την παράλογη συμπεριφορά. Ένα ευφυές άτομο πιθανά να κατανοήσει τη λογική ενός κακοποιού. Οι πράξεις των κακοποιών ακολουθούν ένα σχέδιο με κάποια συλλογιστική – επίβουλη συλλογιστική μεν, αλλά παρ’ όλα αυτά συλλογιστική. Ο κακοποιός επιθυμεί ενεργητικό στο λογαριασμό του. Εφόσον δεν είναι αρκετά έξυπνος ώστε να σχεδιάσει πρακτικές που θα του αποφέρουν όφελος και παράλληλα θα ωφελήσουν κι εσάς, θα παραγάγει το ενεργητικό του προκαλώντας παθητικό στο δικό σας λογαριασμό. Η συμπεριφορά του είναι κατακριτέα, αλλά διέπεται από μία λογική, και ένας λογικός άνθρωπος μπορεί να την προβλέψει. Μπορείς να μαντέψεις πώς θα ενεργήσει ένας κακοποιός, τους κακόβουλους χειρισμούς του και τις υστερόβουλες φιλοδοξίες του και συχνά είναι εφικτό να θωρακίσεις τις άμυνές σου…

Με ένα ηλίθιο άτομο, αυτό είναι παντελώς αδύνατο, όπως εξηγείται από τον Τρίτο Βασικό Νόμο. Ένα ηλίθιο πλάσμα σε κατατρέχει χωρίς λόγο, χωρίς να προσβλέπει σε κάποιο πλεονέκτημα, χωρίς σχέδιο ή μεθόδευση και στις πλέον ακατάλληλες στιγμές και μέρη. Όταν αντιμετωπίζεις ένα ηλίθιο άτομο, βρίσκεσαι ολοκληρωτικά στο έλεός του.

Επειδή οι ενέργειες του ηλίθιου ατόμου δε διέπονται από τους νόμους της λογικής, συνεπάγεται ότι: α) η επίθεση, κατά κανόνα, σε βρίσκει απροετοίμαστο, β) ακόμη και όταν κάποιος αντιληφθεί ότι δέχεται επίθεση, αδυνατεί να οργανώσει λογικά αντίμετρα, γιατί η ίδια η επίθεση στερείται λογικής δομής.

Το γεγονός πως οι δραστηριότητες και οι ενέργειες του ηλίθιου πλάσματος είναι απόλυτα αλλοπρόσαλλες και παράλογες δεν καθιστά μόνο την άμυνα προβληματική αλλά και την όποια αντεπίθεση εξαιρετικά δύσκολη – σαν να προσπαθείς να στοχεύσεις ένα αντικείμενο που μπορεί να κινηθεί με τις πιο απίθανες και απροσδόκητες κινήσεις.

Όταν η οικογένεια είναι θυματοποιός

Το οικογενειακό κύτταρο είναι, σίγουρα, ο ακρογωνιαίος λίθος της οικονομικής ανάπτυξης, ο βασικός θεσμός που διδάσκει αξίες και στάσεις. Είναι όμως, και ο θεσμός, μέσα στους κόλπους του οποίου μαθαίνεται και εκφράζεται η μεγαλύτερη εχθρότητα, το άγχος, το στρες και η κατάθλιψη. Αν επισκεφτείτε ένα ψυχιατρικό ίδρυμα και μιλήσετε με τους αρρώστους, θα δείτε ότι όλοι σχεδόν έχουν προβλήματα με τα διάφορα μέλη της οικογένειάς τους. Δεν είναι οι γείτονες, οι εργοδότες, οι δάσκαλοι ή οι φίλοι αυτοί που δημιουργούν προβλήματα στα διαταραγμένα άτομα, σε σημείο που να απαιτείται το κλείσιμό τους στο νοσοκομείο. Σχεδόν πάντα είναι τα μέλη της οικογένειάς τους.

Διαβάστε ένα εύστοχο μικρό απόσπασμα από το τελευταίο βιβλίο του Σέλντον Μπ. Κοπ, «Αν συναντήσετε το Βούδα στο Δρόμο, Σκοτώστε τον! Το προσκύνημα της Ψυχοθεραπείας».

«Τα μέλη της οικογένειας του Δον Κιχώτη, καθώς και το χωριό του, έπαθαν μεγάλη ταραχή όταν έμαθαν πως αποφάσισε να πιστέψει στον εαυτό του. Αντιμετώπισαν με περιφρόνηση την επιθυμία του να ακολουθήσει το όνειρό του. Δε συνέδεσαν καθόλου την εμφάνιση της ιπποτικής παράνοιάς του με τη θανάσιμη μονοτονία της ζωής του μέσα στο θρησκόληπτο περιβάλλον του. Η γεροντοκόρη ανιψιά του, η πολύξερη νοικοκυρά του, ο κουτός κουρέας του και ο φαφλατάς παπάς του χωριού, όλοι, πίστευαν πως τα επικίνδυνα βιβλία του ήταν αυτά που γέμισαν το μυαλό του Δον Κιχώτη με παράλογες ιδέες και τον τρέλαναν».

Στη συνέχεια, ο Κοπ κάνει μία σύγκριση ανάμεσα στον Δον Κιχώτη και την επίδραση της σύγχρονης οικογένειας πάνω στα σοβαρά διαταραγμένα άτομα.

«Το σπιτικό τους μου θυμίζει τις οικογένειες των νεαρών σχιζοφρενών. Τέτοιες οικογένειες δίνουν συχνά την εντύπωση μιας υπέρ-φυσιολογικής σταθερότητας και μιας ηθικολογικής καλοσύνης. Η πραγματικότητα είναι ότι έχουν αναπτύξει ένα περίπλοκο σύστημα προειδοποιήσεων, προκειμένου να αποτρέψουν οποιοδήποτε μέλος να κάνει κάποια αυθόρμητη κίνηση, κάτι που θα ανέτρεπε την εύθραυστη οικογενειακή ισορροπία και θα ξεσκέπαζε την υποκριτικότητα της υπερελεγχόμενης ψευδοσταθερότητάς της».

Η οικογένειά σας μπορεί να είναι ένα πολύ ευεργετικό στοιχείο της ζωής σας. Και θα είναι, αν φροντίσετε να γίνει έτσι. Η άλλη όψη του νομίσματος , όμως, μπορεί να είναι καταστροφική. Αν επιτρέψετε στην οικογένειά σας ( ή στις οικογένειες ) να κινούν τα νήματά σας, θα τραβήξουν τόσο δυνατά και, συχνά, από τόσο διαφορετικές κατευθύνσεις, που θα σας κάνουν κομμάτια.

Η προσπάθεια αποθυματοποίησης σας οδηγεί να εφαρμόσετε τις συμβουλές του βιβλίου αυτού, κυρίως στα πιο κοντινά μέλη της οικογένειάς σας. Τα μέλη της οικογένειας, που πιστεύουν ότι σας κατέχουν, και που εσείς θεωρείτε τον εαυτό σας υποχρεωμένο να τα υποστηρίζει, μόνο και μόνο επειδή είναι συγγενείς. Τα μέλη, που πιστεύουν ότι έχουν το ΔΙΚΑΙΩΜΑ να σας υποδεικνύουν πώς θα ζήσετε εσείς τη ζωή σας, επειδή τυχαίνει να έχετε το ίδιο αίμα.

Ο έρωτας στον Πλάτωνα

H φιλοσοφική σύλληψη του έρωτα ξεκινά από τον Πλάτωνα και συνεχίζεται σε όλη τη μακραίωνη πλατωνική παράδοση μέχρι τον Πλωτίνο. O Πλάτων θα αφιερώσει δύο από τους ωραιότερους διαλόγους του στον έρωτα - το Συμπόσιο και τον Φαίδρο -, ενώ το μοτίβο του φιλοσοφικού έρωτα διατρέχει το έργο του από τον πρώιμο Χαρμίδη, όπου η αρετή της σωφροσύνης εισάγεται ως το αντίθετο της ερωτικής άκρατης ορμής, μέχρι την ύστερη 7η Επιστολή. O Πλάτων ενσωματώνει τον έρωτα στη φιλοσοφία του, αξιοποιώντας και μετασχηματίζοντας, όπως συνηθίζει, ποικίλες προϋπάρχουσες μυθολογικές και ποιητικές εικόνες του έρωτα. Ταυτοχρόνως, η πλατωνική αντίληψη του έρωτα είναι ένα διεισδυτικό σχόλιο στην τρέχουσα ερωτική πρακτική της εποχής του. Τη θεματική αυτή μπορεί να την παρακολουθήσει ο αναγνώστης στους λόγους των συνδαιτυμόνων τού Σωκράτη στο Συμπόσιο, με απαραίτητο βοήθημα τη μνημειώδη έκδοση του Συκουτρή.1
 
Αυτές οι πλευρές του πλατωνικού έρωτα δεν θα με απασχολήσουν στο σύντομο κείμενο που ακολουθεί. Κρατώ απλώς μια απαραίτητη σημασιολογική διευκρίνιση. O «έρωτας» στα αρχαία ελληνικά διατηρεί πάντοτε ως πρωτεύουσα σημασία του τη σεξουαλική έλξη. Δεν περιγράφει μια κατάσταση ή ένα συναίσθημα, αλλά μια ορμή κίνησης προς ένα αντικείμενο επιθυμίας. Και είναι μια ορμή που δεν προϋποθέτει αμοιβαιότητα: οι ρόλοι του εραστή και του ερωμένου προσώπου παραμένουν σαφώς διακριτοί.
 
Θα μπορούσε να διερωτηθεί κανείς αν πριν από τον Πλάτωνα υπήρξε κάποια φιλοσοφική αξιοποίηση του έρωτα. O Αριστοτέλης θέτει ευθέως το ίδιο ερώτημα, όταν στα Μετά τα φυσικά αναζητά προδρόμους του δικού του ποιητικού αιτίου, της δύναμης δηλαδή που κινεί τα πράγματα:
 
Θα μπορούσε να σκεφτεί κανείς ότι ο πρώτος που αναζήτησε μια τέτοιου είδους αιτία ήταν ο Ησίοδος, ή και κάποιος άλλος που έθεσε ως αρχή ανάμεσα στα όντα τον έρωτα ή την επιθυμία, όπως για παράδειγμα ο Παρμενίδης. Γιατί λέει ο Παρμενίδης περιγράφοντας τη δημιουργία του σύμπαντος: «πρώτον απ' όλους τους θεούς συνέλαβε τον Έρωτα»,2 και ο Ησίοδος: «πρώτα απ' όλα τα πράγματα το Χάος γεννήθηκε, κι έπειτα η ευρύστερνη Γη και ο Έρωτας, που ξεχωρίζει ανάμεσα στους αθανάτους»,3 σαν να πρέπει να υπάρχει ανάμεσα στα όντα κάποια αιτία που θα κινεί και θα συναρμόζει τα πράγματα.4
 
Ο Αριστοτέλης θα συσχετίσει τον έρωτα του Ησίοδου και του Παρμενίδη με τη «φιλότητα» του Εμπεδοκλή (που δεν ισοδυναμεί με τον έρωτα, αλλά είναι πάντως μια δύναμη ένωσης των ομοειδών), δίνοντας με τον συνήθη περιεκτικό του τρόπο τη λειτουργία που θα μπορούσε να έχει ο έρωτας στην προσωκρατική σκέψη: ο έρωτας είναι η προσωποποίηση της δύναμης ή της αιτίας κίνησης των όντων στο σύμπαν.
 
Στη φιλοσοφία του Πλάτωνα τη λειτουργία αυτή θα την αναλάβει η ψυχή. Η κοσμική ψυχή διευθύνει και κινεί τα πάντα στο σύμπαν, όπως η ανθρώπινη ψυχή ελέγχει και κινητοποιεί τον ανθρώπινο οργανισμό. Στον έρωτα ο Πλάτων θα αναθέσει έναν διαφορετικό και πρωτόγνωρο ρόλο: ο έρωτας, η πιο ισχυρή και πολύπλοκη ανθρώπινη επιθυμία, λειτουργεί ως ανέλπιστος εσωτερικός σύμμαχος μας στο δρόμο προς την αληθινή φιλοσοφία. Η ερωτική έλξη ξεκινά ως άλογο πάθος, έχει όμως τη δυνατότητα να μετασχηματιστεί σε ένα είδος θεϊκής μανίας, που ωθεί τον άνθρωπο προς την ένωση με τις Ιδέες. Για τον Πλάτωνα, ο έρωτας έχει κάτι το φιλοσοφικό, γιατί όπως ο φιλόσοφος (ο «φιλῶν τήν σοφίαν») βρίσκεται ανάμεσα στη σοφία και την άγνοια, έτσι και ο έρωτας, που είναι εξ ορισμού ανικανοποίητος, είναι ένας δαίμων που παλινδρομεί ανάμεσα στην έλλειψη και την πλήρωση, την ασχήμια και την ωραιότητα, τη θνητότητα και την αθανασία.
 
Στο Συμπόσιο, τον ωραιότερο του ίσως διάλογο, ο Πλάτων παρουσιάζει τη συνομιλία έξι φίλων (του Φαίδρου, του Παυσανία, του Ερυξίμαχου, του Αγάθωνα, του Αριστοφάνη και του Σωκράτη), ιστορικών και διάσημων προσώπων του 5ου αιώνα π.Χ., ο καθένας από τους οποίους αναλαμβάνει να δώσει ένα εγκώμιο του έρωτα. Οι διαδοχικοί λόγοι οδηγούνται σε κορύφωση, όταν τελευταίος μιλά ο Σωκράτης και μας μεταφέρει όσα έμαθε για τον έρωτα από μια μυστηριώδη γυναίκα, την ιέρεια Διοτίμα. Για τον Σωκράτη ο έρωτας είναι δαίμων, γιος του Πόρου, του θεού της επίνοιας και της ευρετικότητας, και της ζητιάνας Πενίας. Από τους δύο γονείς του αντλεί την αντιφατική του φύση: είναι φτωχός, άσχημος και σκληρός, «ανυπόδητος και άστεγος»1 είναι όμως ταυτοχρόνως γενναίος, ενεργητικός, εφευρετικός, γητευτής, πολυμήχανος, κυνηγός του ωραίου, αιωνίως ανικανο-ποίητος.5 H ενδιάμεση φύση του ορίζει και τη σχέση του με τη γνώση και τη σοφία: ο έρωτας «βρίσκεται ανάμεσα στη σοφία και στην αμάθεια». Οι θεοί, οι απόλυτοι γνώστες, δεν φιλοσοφούν, γιατί κατέχουν τη γνώση. Ούτε όμως και οι ανόητοι φιλοσοφούν, αφού δεν συνειδητοποιούν την άγνοιά τους.
 
Φιλο-σοφούν, δηλαδή έλκονται από τη σοφία, μόνο αυτοί που αντιλαμβάνονται την αξία και την ωραιότητα της σοφίας, χωρίς να την κατέχουν. Ο έρωτας λοιπόν ως κυνηγός του ωραίου ρέπει προς τη σοφία, «είναι ο ίδιος φιλόσοφος».6
 
Αντικείμενο του έρωτα είναι το ωραίο, και μάλιστα ο «τόκος» - η δημιουργία - μέσα στην ωραιότητα. Στόχος του η κατάκτηση της αθανασίας: αθανασία σωματική, που επιτυγχάνεται με τη σεξουαλική αναπαραγωγή, κυρίως όμως αθανασία πνευματική, μέσω των έργων της ψυχής που διεκδικούν ένα μερίδιο στην αιωνιότητα.
 
Ο Πλάτων σκιαγραφεί μια κλίμακα ερωτικής ανάβασης που διαδοχικά καλύπτει την έλξη προς ένα ωραίο σώμα, την έλξη προς όλα τα ωραία σώματα, την έλξη προς τις ωραίες ψυχές, την έλξη προς τις ωραίες δημιουργίες και μαθήσεις, για να καταλήξει στην αποκάλυψη ότι το πραγματικό κίνητρο του έρωτα είναι η ταύτισή του με το ιδεατό Ωραίο, με την Ιδέα της ωραιότητας.
 
Όποιος λοιπόν διαπαιδαγωγηθεί στην ερωτική τέχνη και μάθει να βλέπει σωστά τη μια μετά την άλλη τις διάφορες μορφές του ωραίου, όταν φθάσει στο τέρμα της ερωτικής μυσταγωγίας, θα αντικρύσει ξαφνικά ένα κάλλος αξιοθαύμαστο - εκείνο ακριβώς το κάλλος χάριν του οποίου καταβλήθηκαν όλες οι προηγούμενες προσπάθειες. Αυτό το Ωραίο είναι κάτι αυθύπαρκτο, ενιαίο στη μορφή, αιώνιο· όλα τα άλλα ωραία πράγματα μετέχουν σ' αυτό με τέτοιον τρόπο, ώστε ενώ εκείνα γεννιούνται και πεθαίνουν, αυτό ούτε αυξάνεται ούτε μειώνεται ούτε υφίσταται την παραμικρή αλλαγή. Όταν λοιπόν χάρη στο «ορθώς παιδεραστείν» ανεβεί από τα φαινόμενα αυτού του κόσμου και αρχίσει να βλέπει το ίδιο το Ωραίο, έχει σχεδόν φθάσει στο τέλος. Γιατί αυτή είναι η σωστή ερωτική οδός που πρέπει να πάρει κανείς μόνος του ή να οδηγηθεί από άλλον.7
 
Αν ωστόσο το Συμπόσιο είναι ένα αριστούργημα, δεν το οφείλει μόνο στη βαρυσήμαντη διήγηση της Διοτίμας. Το σπουδαιότερο λογοτεχνικό του εύρημα είναι η ξαφνική είσοδος του Αλκιβιάδη στη σκηνή, και το εγκώμιο του Σωκράτη που αυτός εκφωνεί. Ο μεθυσμένος Αλκιβιάδης, ήδη διάσημος την εποχή του Συμποσίου, εξιστορεί τη δική του νεανική ερωτική ιστορία με τον Σωκράτη. Η ίδια η διήγηση είναι τολμηρή και απολαυστική. Το πιο ωραίο όμως στοιχείο της είναι η ταύτιση του Σωκράτη με τον έρωτα - με τον έρωτα-φιλόσοφο, που μόλις είχε περιγράψει ο ίδιος ο Σωκράτης στο λόγο του. Ο Σωκράτης του Αλκιβιάδη είναι η επίγεια προσωποποίηση και του έρωτα και της φιλοσοφίας. Είναι κι αυτός άσχημος, σκληρός, φτωχός, ανυπόδητος, γοητευτικός και ανικανοποίητος· είναι κυρίως «άτοπος», όπως ο φιλοσοφικός έρωτας.
 
 «Είναι εκπληκτικό, αλλά αυτός ο άνθρωπος δεν μοιάζει με κανέναν, ούτε από τους παλαιότερους ούτε από τους τωρινούς. Όσο κι αν ψάξεις δεν θα βρεις κανέναν σαν κι αυτόν· τόσο "άτοπος" είναι και ο ίδιος και οι λόγοι του».8 Περιφρονεί το χρήμα, τις τιμές και τα ακριβά ρούχα και προτιμά να κυκλοφορεί ξυπόλητος· έχει απίστευτη αντοχή στις κακουχίες, στο ξενύχτι και στο πιοτό· δεν χάνει ποτέ την αυτοκυριαρχία του. Είναι «υβριστής», του αρέσει να ειρωνεύεται τους συνομιλητές του, δίνει την εντύπωση ότι παίζει συνομιλώντας, μιλά για σοβαρά θέματα χρησιμοποιώντας παράδοξα παραδείγματα από την καθημερινή ζωή, «κάτι για γάιδαρους σαμαρωμένους και για χαλκωματάδες και πετσωτήδες και βυρσοδέψες». Και όμως στο τέλος οι συνομιλητές του αντιλαμβάνονται ότι «οι δικές του συζητήσεις είναι οι μόνες που έχουν πραγματικό νόημα»,9 οι λόγοι του μαγεύουν, «αιχμαλωτίζουν και εκστασιάζουν τους ανθρώπους», έχουν τη δύναμη να τους κάνουν να «αντιλαμβάνονται ότι δεν αξίζει να ζουν όπως ζουν».10
 
Ο λόγος του Αλκιβιάδη στο Συμπόσιο είναι και ένα αφηγηματικό τέχνασμα, που προσφέρει τη δυνατότητα στον Πλάτωνα να μιλήσει για πρώτη φορά εκτενώς για τον πρωταγωνιστή των διαλόγων του. Αντιλαμβανόμαστε έτσι πώς ο ερωτικός Σωκράτης του Συμποσίου, ο παθιασμένος κυνηγός των ωραίων εφήβων, ο γνώστης της ερωτικής τέχνης, είναι ο ίδιος άνθρωπος με τον εκλεπτυσμένο διαλεκτικό του Πρωταγόρα, τον πολιτικό στοχαστή του Γοργία, τον γαλήνιο μπροστά στο θάνατο φιλόσοφο του Φαίδωνα. Η εικόνα αυτή δεν θα αλλάξει ουσιαστικά στον μεταγενέστερο Φαίδρο. Θα συμπληρωθεί ωστόσο με ορισμένα νέα στοιχεία.
 
Η ανθρώπινη ψυχή συλλαμβάνεται πλέον ως σύνθετη ολότητα. Αποτελείται από τρία διαφορετικά μέρη (το «λογιστικό», το «θυμοειδές» και το «επιθυμητικό»), η ισορροπία των οποίων δεν είναι δεδομένη. Οπότε αντιστοίχως και η ερωτική έλξη γίνεται πολυσύνθετη και αντιφατική. Το επιθυμητικό μέρος της ψυχής ρέπει προς τη σαρκική επαφή με το αντικείμενο του έρωτα, ενώ το λογιστικό προς την πνευματική. Ο Πλάτων δείχνει για πρώτη φορά να αντιλαμβάνεται την πιθανότητα της «ακρασίας», δηλαδή της εσωτερικής σύγκρουσης του ευγενούς σκοπού και της αδυναμίας της σάρκας. Ο φιλοσοφικός έρωτας συστήνεται ως αποκλειστικά πνευματική έλξη και επαφή, ανάμεσα σε ανθρώπους διαφορετικής ηλικίας, ωριμότητας και σο­φίας - υποψιάζομαι ότι από τον Φαίδρο προέκυψε η τρέχουσα αντίληψη περί πλατωνικού έρωτα.
 
Η προνομιακή σχέση του έρωτα προς το Ωραίο, που εκδηλώνεται με την έλξη προς κάθε ωραία αισθητή μορφή ή πραγμάτωση, ανοίγει μια επίγεια προοπτική προς τις Ιδέες. Ο Πλάτων παραδέχεται ότι στον κόσμο που ζούμε «είναι δυσθεώρητες η δικαιοσύνη και η σωφροσύνη και όσα άλλα είναι πολύτιμα για τις ψυχές». Από τις πλατωνικές Ιδέες «μόνο το Ωραίο είχε τη μοίρα να είναι κάτι κατάφωτο και αξιαγάπητο»,11 και σ' αυτό μπορεί να μας οδηγήσει η θεϊκή μανία του έρωτα.
 
Στον Φαίδρο όμως ο Πλάτων μάς δίνει και την πληρέστερη στους διαλόγους του εικόνα για το πώς αντιλαμβάνεται τη φύση της αληθινής φιλοσοφίας.
 
Η φιλοσοφία ορίζεται ως «μάθημα», ως διαδικασία διδαχής, που προϋποθέτει έναν «ειδότα» και έναν «μανθάνοντα». Ο φιλοσοφικός λόγος είναι ο λόγος του δασκάλου και όχι εν γένει ο λόγος του γνώστη. Και είναι ένας λόγος με συγκεκριμένη απεύθυνση: στοχεύει στη διαμόρφωση του «ήθους» του μαθητή, στην καλλιέργεια της ψυχής του. Η φιλοσοφία καλλιεργείται με τη «σπορά έμψυχων και γόνιμων» λόγων, που έχουν τη δυνατότητα «να υπερασπίσουν τον εαυτό τους» και να «βοηθήσουν τον εισηγητή τους»,12 με τη διά ζώσης δηλαδή εκφορά εύπλαστων επιχειρημάτων και θεωριών, που μπορούν μέσω του διαλόγου να ελεγχθούν, να επαναδιατυπωθούν και να μετασχηματιστούν γεννώντας νέα επιχειρήματα και νέες θεωρίες. Η φιλοσοφία καλλιεργείται λοιπόν με τη ζωντανή ανταλλαγή των λόγων.
 
­                Η σπορά και η γονιμοποίηση των λόγων γίνεται μόνο στο κατάλληλο εύφορο έδαφος, στην «προσήκουσα ψυχή» του «μανθάνοντος»ι εκεί γονιμοποιούνται οι λόγοι του δασκάλου, εκεί αποδεικνύονται αθάνατοι, εκεί παράγεται η ανθρώπινη ευδαιμονία.13 Η αναζήτηση της κατάλληλης ψυχής αποτελεί ουσιαστικό μέρος της δράσης του φιλοσόφου, αφού η φιλοσοφία είναι «ψυχαγωγία», αγωγή δηλαδή της ψυχής. Η ανεύρεσή της και η επίγνωση της πραγματικής της φύσης επηρεάζει τη μορφή των εκφερομένων φιλοσοφικών επιχειρημάτων και θεωριών. Έδρα επομένως του φιλοσοφείν είναι η ανθρώπινη ψυχή.
 
Καταλαβαίνουμε τώρα γιατί ο έρωτας αποτελεί την προσφιλή μεταφορά του Πλάτωνα για την κατάδειξη της φύσης της φιλοσοφίας. Αν η φιλοσοφία είναι ζωντανή διαδικασία μάθησης, που προϋποθέτει δύο ανισότιμους πόλους, το δάσκαλο και το μαθητή, τότε η ερωτική συνομιλία είναι η ανθρώπινη δραστηριότητα που πλησιάζει περισσότερο σ' αυτό το ιδεώδες. Σαν τον εραστή που προσπαθεί αενάως να κατακτήσει το αντικείμενο του έρωτά του χωρίς να το καταφέρνει ποτέ πλήρως, ο φιλόσοφος είναι αιωνίως διψασμένος για την αληθινή γνώση, και, όπως ο Σωκράτης, αναζητεί τις κατάλληλες νεανικές ψυχές που θα του προσφέρουν γόνιμο έδαφος για τη σπορά των λόγων του.
 
Ο Πλάτων αναδεικνύει το ρόλο του εραστή-δασκάλου και όχι του ερωμένου-μαθητή, ίσως γιατί το κίνητρο του δεύτερου είναι πιο εμφανές. Ο ερώμενος και ο μαθητής προσδοκούν ίσως από την επαφή κάποια οφέλη. Το κίνητρο όμως του εραστή και του φιλοσόφου είναι πιο δυσδιάκριτο. Η ερωτική κατάκτηση και η φιλοσοφική μύηση δεν αποτελούν αυτοσκοπό για τον Πλάτωνα. Ο πλατωνικός εραστής στοχεύει μέσω της ερωτικής κατάκτησης στην πνευματική δημιουργία (στον «τόκον ἐν τῷ καλῷ»), που θα του εξασφαλίσει συμμετοχή στην αθανασία. Ο πλατωνικός φιλόσοφος, από την άλλη πλευρά, έχει αντιληφθεί ότι η φιλοσοφία δεν είναι μοναχική ενασχόληση, αλλά δημιουργικός διάλογος με νεαρά και προικισμένα άτομα. Στη δική τους ψυχή θα γραφεί ο φιλοσοφικός λόγος, εκεί θα βλαστήσουν οι νέες ιδέες, που ίσως οδηγήσουν κάποια στιγμή στην αποκάλυψη της αληθινής γνώσης των όντων.14 Η μέριμνα αυτή βρίσκεται πίσω από την απόφαση του Πλάτωνα να ιδρύσει την Ακαδημία, ένα θεσμό σταθερής συνύπαρξης δασκάλων και μαθητών, παλαιών και νέων στη φιλοσοφία. Το κυρίαρχο στοιχείο της Ακαδημίας είναι ο κοινός τρόπος ζωής των μελών της, η κοινή αναζήτηση, ο δημιουργικός διάλογος, μέσα από τον οποίο η νέα γενιά των μαθητών βρίσκει το δρόμο της. Είναι χαρακτηριστικό ότι μετά τον Πλάτωνα, μολονότι το ερωτικό στοιχείο δεν προβάλλεται πλέον με την ίδια ένταση, η φιλοσοφική μύηση στον αρχαίο κόσμο γίνεται πάντοτε δίπλα σε έναν δάσκαλο ή στο εσωτερικό μιας φιλοσοφικής σχολής.
-------------------
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
1 Πλάτωνος, Συμπόσιον, κείμενον, μετάφρασις και ερμηνεία υπό Ιωάννου Συκου­τρή, Βιβλιοπωλείον της Εστίας, Αθήνα 1934.
2 Παρμενίδης, αποσπ. 13.
3 Ελεύθερη απόδοση των στίχων 116-20 της Θεογονίας. Είναι πάντως ενδιαφέρον ότι η σύνδεση των ονομάτων του Ησίοδου και του Παρμενίδη με την πρωτοκαθεδρία και την παλαιότητα του έρωτα επιχειρείται πρώτη φορά από τον Πλάτωνα στο λόγο του Φαίδρου στο Συμπόσιο (178ab).
4 Μετά τα φυσικά Α 984b23-31.
5 Πλάτ., Συμπόσιον 142c-e.
6 Πλάτ., Συμπόσιον 204b.
7 Πλάτ., Συμπόσιον 210e-211b.
8 Πλάτ., Συμπόσιον 221 cd.
9 Πλάτ., Συμπόσιον 221e-222a.
10 Πλάτ., Συμπόσιον 215d-216a.
11 Πλάτ., Φαίδρος 250de.
12 Πλάτ., Φαίδρος 276a,e.
13 Πλάτ., Φαίδρος 277a.
14 Στην 7η Επιστολή ο Πλάτων, ως πραγματικό δρόμο της φιλοσοφίας, θα σκιαγραφήσει μια πορεία ζωής, επίπονη, καθημερινή και μακρόχρονη, μια πορεία με οδηγό έναν γνώστη, μια κοινή αναζήτηση, που μπορεί να οδηγήσει τελικά στον ξαφνικό φωτισμό της ψυχής του ανθρώπου (341d, 344b).