Σάββατο, 13 Μαΐου 2017

ΡΗΤΟΡΙΚΗ: ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ - Φίλιππος (46-55)

[46] Ἡγοῦμαι δ᾽ οὕτως ἄν σε μάλιστα καταμαθεῖν εἴτ᾽ εἰρηνικῶς εἴτε πολεμικῶς αἱ πόλεις αὗται πρὸς ἀλλήλας ἔχουσιν, εἰ διεξέλθοιμεν μήτε παντάπασιν ἁπλῶς μήτε λίαν ἀκριβῶς τὰ μέγιστα τῶν παρόντων αὐταῖς, καὶ πρῶτον μὲν σκεψαίμεθα τὰ Λακεδαιμονίων.

[47] Οὗτοι γὰρ ἄρχοντες τῶν Ἑλλήνων, οὐ πολὺς χρόνος ἐξ οὗ, καὶ κατὰ γῆν καὶ κατὰ θάλατταν, εἰς τοσαύτην μεταβολὴν ἦλθον, ἐπειδὴ τὴν μάχην ἡττήθησαν τὴν ἐν Λεύκτροις, ὥστ᾽ ἀπεστερήθησαν μὲν τῆς ἐν τοῖς Ἕλλησι δυναστείας, τοιούτους δ᾽ ἄνδρας ἀπώλεσαν σφῶν αὐτῶν, οἳ προῃροῦντο τεθνάναι μᾶλλον ἢ ζῆν ἡττηθέντες ὧν πρότερον ἐδέσποζον.

[48] Πρὸς δὲ τούτοις ἐπεῖδον Πελοποννησίους ἅπαντας τοὺς πρότερον μεθ᾽ αὑτῶν ἐπὶ τοὺς ἄλλους ἀκολουθοῦντας, τούτους μετὰ Θηβαίων εἰς τὴν αὑτῶν εἰσβαλόντας, πρὸς οὓς ἠναγκάσθησαν διακινδυνεύειν οὐκ ἐν τῇ χώρᾳ περὶ τῶν καρπῶν, ἀλλ᾽ ἐν μέση τῇ πόλει πρὸς αὐτοῖς τοῖς ἀρχείοις περὶ παίδων καὶ γυναικῶν τοιοῦτον κίνδυνον, ὃν μὴ κατορθώσαντες μὲν εὐθὺς ἀπώλλυντο,

[49] νικήσαντες δ᾽ οὐδὲν μᾶλλον ἀπηλλαγμένοι τῶν κακῶν εἰσιν, ἀλλὰ πολεμοῦνται μὲν ὑπὸ τῶν τὴν χώραν αὐτῶν περιοικούντων, ἀπιστοῦνται δ᾽ ὑφ᾽ ἁπάντων Πελοποννησίων, μισοῦνται δ᾽ ὑπὸ τοῦ πλήθους τῶν Ἑλλήνων, ἄγονται δὲ καὶ φέρονται καὶ τῆς νυκτὸς καὶ τῆς ἡμέρας ὑπὸ τῶν οἰκετῶν τῶν σφετέρων αὐτῶν, οὐδεμίαν δ᾽ ἡμέραν διαλείπουσιν ἢ στρατεύοντες ἐπί τινας ἢ μαχόμενοι πρός τινας ἢ βοηθοῦντες τοῖς ἀπολλυμένοις αὑτῶν.

[50] Τὸ δὲ μέγιστον τῶν κακῶν· δεδιότες γὰρ διατελοῦσιν μὴ Θηβαῖοι διαλυσάμενοι τὰ πρὸς Φωκέας πάλιν ἐπανελθόντες μείζοσιν αὐτοὺς συμφοραῖς περιβάλωσιν τῶν πρότερον γεγενημένων. Καίτοι πῶς οὐ χρὴ νομίζειν τοὺς οὕτω διακειμένους ἀσμένους ἂν ἰδεῖν ἐπιστατοῦντα τῆς εἰρήνης ἀξιόχρεων ἄνδρα καὶ δυνάμενον διαλῦσαι τοὺς ἐνεστῶτας πολέμους αὐτοῖς;

[51] Ἀργείους τοίνυν ἴδοις ἂν τὰ μὲν παραπλησίως τοῖς εἰρημένοις πράττοντας, τὰ δὲ χεῖρον τούτων ἔχοντας· πολεμοῦσιν μὲν γὰρ, ἐξ οὗπερ τὴν πόλιν οἰκοῦσιν, πρὸς τοὺς ὁμόρους, ὥσπερ Λακεδαιμόνιοι, τοσοῦτον δὲ διαφέρουσιν ὅσον ἐκεῖνοι μὲν πρὸς ἥττους αὑτῶν, οὗτοι δὲ πρὸς κρείττους· ὃ πάντες ἂν ὁμολογήσειαν μέγιστον εἶναι τῶν κακῶν. Οὕτω δὲ τὰ περὶ τὸν πόλεμον ἀτυχοῦσιν, ὥστ᾽ ὀλίγου δεῖν καθ᾽ ἕκαστον τὸν ἐνιαυτὸν τεμνομένην καὶ πορθουμένην τὴν αὑτῶν χώραν περιορῶσιν.

[52] Ὃ δὲ πάντων δεινότατον· ὅταν γὰρ οἱ πολέμιοι διαλίπωσιν κακῶς αὐτοὺς ποιοῦντες, αὐτοὶ τοὺς ἐνδοξοτάτους καὶ πλουσιωτάτους τῶν πολιτῶν ἀπολλύουσιν, καὶ ταῦτα δρῶντες οὕτω χαίρουσιν ὡς οὐδένες ἄλλοι τοὺς πολεμίους ἀποκτείνοντες. Αἴτιον δ᾽ ἐστὶ τοῦ ταραχωδῶς αὐτοὺς ζῆν οὕτως οὐδὲν ἄλλο πλὴν ὁ πόλεμος· ὃν ἢν διαλύσῃς, οὐ μόνον αὐτοὺς τούτων ἀπαλλάξεις, ἀλλὰ καὶ περὶ τῶν ἄλλων ἄμεινον βουλεύεσθαι ποιήσεις.

[53] Ἀλλὰ μὴν τὰ περὶ Θηβαίους οὐδὲ σὲ λέληθεν. Καλλίστην γὰρ μάχην νικήσαντες καὶ δόξαν ἐξ αὐτῆς μεγίστην λαβόντες, διὰ τὸ μὴ καλῶς χρῆσθαι ταῖς εὐτυχίαις οὐδὲν βέλτιον πράττουσιν τῶν ἡττηθέντων καὶ δυστυχησάντων. Οὐ γὰρ ἔφθασαν τῶν ἐχθρῶν κρατήσαντες, καὶ πάντων ἀμελήσαντες ἠνώχλουν μὲν ταῖς πόλεσι ταῖς ἐν Πελοποννήσῳ, Θετταλίαν δ᾽ ἐτόλμων καταδουλοῦσθαι, Μεγαρεῦσι δ᾽ ὁμόροις οὖσιν ἠπείλουν, τὴν δ᾽ ἡμετέραν πόλιν μέρος τι τῆς χῶρας ἀπεστέρουν, Εὔβοιαν δ᾽ ἐπόρθουν, εἰς Βυζάντιον δὲ τριήρεις ἐξέπεμπον, ὡς καὶ γῆς καὶ θαλάττης ἄρξοντες.

[54] Τελευτῶντες δὲ πρὸς Φωκέας πόλεμον ἐξήνεγκαν ὡς τῶν τε πόλεων ἐν ὀλίγῳ χρόνῳ κρατήσοντες, τόν τε τόπον ἅπαντα τὸν περιέχοντα κατασχήσοντες, τῶν τε χρημάτων τῶν ἐν Δελφοῖς περιγενησόμενοι ταῖς ἐκ τῶν ἰδίων δαπάναις. Ὧν οὐδὲν αὐτοῖς ἀποβέβηκεν, ἀλλ᾽ ἀντὶ μὲν τοῦ λαβεῖν τὰς Φωκέων πόλεις τὰς αὑτῶν ἀπολωλέκασιν, εἰσβάλλοντες δ᾽ εἰς τὴν τῶν πολεμίων ἐλάττω κακὰ ποιοῦσιν ἐκείνους ἢ πάσχουσιν ἀπιόντες εἰς τὴν αὑτῶν·

[55] ἐν μὲν γὰρ τῇ Φωκίδι τῶν μισθοφόρων τινὰς ἀποκτείνουσιν οἷς λυσιτελεῖ τεθνάναι μᾶλλον ἢ ζῆν, ἀναχωροῦντες δὲ τοὺς ἐνδοξοτάτους αὑτῶν καὶ μάλιστα τολμῶντας ὑπὲρ τῆς πατρίδος ἀποθνῄσκειν ἀπολλύουσιν. Εἰς τοῦτο δ᾽ αὐτῶν τὰ πράγματα περιέστηκεν, ὥστ᾽ ἐλπίσαντες ἅπαντας τοὺς Ἕλληνας ὑφ᾽ αὑτοῖς ἔσεσθαι νῦν ἐν σοὶ τὰς ἐλπίδας ἔχουσι τῆς αὑτῶν σωτηρίας. Ὥστ᾽ οἶμαι καὶ τούτους ταχέως ποιήσειν ὅ τι ἂν σὺ κελεύῃς καὶ συμβουλεύῃς.

***
Η κατάσταση των Λακεδαιμονίων.
[46] Έχω τη γνώμη πως θα μπορούσες να διαπιστώσεις πιο καλά τις φιλικές ή εχθρικές σχέσεις που έχουν αυτές οι πόλεις μεταξύ τους, αν μελετήσουμε προσεκτικά —όχι σε γενικές γραμμές ούτε με λεπτομέρειες— τα σπουδαιότερα ζητήματα που τις απασχολούν. Και πρώτα-πρώτα ας εξετάσουμε την κατάσταση των Λακεδαιμονίων.

[47] Αυτοί λοιπόν που ήταν οι ηγεμόνες της Ελλάδας —δεν πάει πολύς καιρός από την εποχή αυτή— και στη στεριά μα και στη θάλασσα, από τη μέρα που νικήθηκαν στα Λεύκτρα έπεσαν τόσο χαμηλά, ώστε στερήθηκαν την ηγεμονία των Ελλήνων και έχασαν τέτοια παλικάρια, που προτιμούσαν να πεθάνουν παρά να ζούνε νικημένοι από τους παλιούς τους υπήκοους.

[48] Ακόμα, είδαν όλους τους Πελοποννησίους —που πρώτα αυτούς ακολουθούσαν ενάντια σε άλλους— τώρα μαζί με τους Θηβαίους να εισβάλουνε στη χώρα τους, και αναγκάστηκαν να πολεμήσουν όχι μες στα χωράφια, για να υπερασπίσουν τη σοδειά, αλλά κατάμεσα στην πόλη, πλάι στα κτήρια των αρχών, για να γλιτώσουν τα παιδιά και τις γυναίκες τους·

[49] και να αντιμετωπίσουν τέτοιο κίνδυνο, που σε περίπτωση αποτυχίας την ίδια ώρα θα χάνονταν, μα και που νίκησαν ακόμα, δεν γλίτωσαν καθόλου από τις συμφορές, αφού τους πολεμούν οι γείτονες της χώρας τους, τους βλέπουν δύσπιστα όλοι οι Πελοποννήσιοι και δεν τους έχουν καμιά εμπιστοσύνη, τους μισούν οι περισσότεροι Έλληνες, μέρα και νύχτα οι δούλοι τους τούς κάνουν ό,τι θέλουν· και ούτε στιγμή δεν σταματούν να κάμνουν εκστρατείες, να πολεμούν συνέχεια ή και να στέλνουν βοήθεια σε όσους δικούς τους κινδυνεύουν να χαθούν.

[50] Και η πιο μεγάλη συμφορά, ζουν πάντα με τον φόβο μήπως οι Θηβαίοι συμβιβαστούν με τους Φωκείς και ξαναέρθουν πάλι να τους δημιουργήσουν ακόμα πιο φριχτά δεινά από τα προηγούμενα. Πώς λοιπόν να μη νομίσεις ότι οι άνθρωποι που βρίσκονται σε μια τέτοια κατάσταση θα δουν με αφάνταστη χαρά να πρωτοστατεί για την ειρήνη ένας άντρας αξιόπιστος και ικανός να βάλει τέρμα στους ολέθριους πολέμους που τους βασανίζουν τώρα;

Η κατάσταση των Αργείων.
[51] Για τους Αργείους τώρα σε άλλα ζητήματα θα δεις να βρίσκονται στην ίδια κατάσταση με τους Σπαρτιάτες, σε άλλα πάλι σε χειρότερη από αυτούς: Από τότε δηλαδή που ίδρυσαν την πόλη τους βρίσκονται με τους γείτονες σε πόλεμο αδιάκοπο, ακριβώς σαν τους Σπαρτιάτες, με τη διαφορά μονάχα ότι εκείνοι πολεμούν με ασθενέστερους, ενώ αυτοί μάχονται πάντα με ισχυρότερους· και αυτό όλοι θα το παραδεχτούν πως είναι φοβερό κακό! Και τέτοια ατυχία τούς βαραίνει στους πολέμους τους, ώστε κάθε χρόνο σχεδόν υποχρεώνονται να δουν τη χώρα τους να ερημώνεται, να καταστρέφεται μπροστά στα μάτια τους. Και το χειρότερο από όλα:

[52] Όταν οι εχθροί πάψουν για λίγο να τους κακοποιούν, οι ίδιοι εξοντώνουν τους πιο ένδοξους και τους πιο πλούσιους από τους συμπολίτες τους., και αντλούν από την πράξη τους αυτή μια τέτοια ικανοποίηση, όση κανένας άλλος σκοτώνοντας και εχθρό δεν θα μπορούσε να τη νιώσει. Και η αιτία που τους έριξε σε τόσο ανώμαλη ζωή είναι ασφαλώς ο πόλεμος· αυτόν αν καταλύσεις, όχι μονάχα αυτούς τους ίδιους θα απαλλάξεις από όλα αυτά, αλλά θα τους βοηθήσεις κιόλας να αντιμετωπίσουνε με τρόπο πιο ορθό και τα άλλα τους προβλήματα.

Η κατάσταση των Θηβαίων.
[53] Ούτε και την κατάσταση που αντιμετωπίζουν οι Θηβαίοι πιστεύω να αγνοείς: Κέρδισαν μια σπουδαία μάχη και εξασφάλισαν μεγάλη δόξα από αυτή, όμως με το να μην κάνουν σωστή χρήση της τύχης της καλής, βρίσκονται τώρα στην ίδια μοίρα με αυτούς που είχαν την ατυχία να νικηθούν. Δεν πρόλαβαν, θέλω να πω, καλά-καλά να επιβληθούν στους εχθρούς τους και, αδιαφορώντας με επιπολαιότητα για όλα , ενοχλούσαν τις πόλεις της Πελοποννήσου, προσπαθούσαν παράτολμα να υποτάξουν τη Θεσσαλία, τους Μεγαρείς πάλι, τους γείτονές τους, τους απειλούσαν, από την πόλη τη δική μας πήραν ένα τμήμα, λεηλατούσαν την Εύβοια, έστελναν πολεμικά καράβια στο Βυζάντιο, αποβλέποντας στο να επιβάλουν κυριαρχία στη θάλασσα και στη στεριά.

[54] Στο τέλος κήρυξαν και τον πόλεμο προς τους Φωκείς, με τον σκοπό μέσα σε λίγο χρόνο να νικήσουν τις πόλεις τους, να επικρατήσουν έπειτα σε όλη τους την περιοχή και να βάλουν στο χέρι τούς θησαυρούς από το μαντείο των Δελφών, για τις δικές τους τις δαπάνες βέβαια. Από όλα αυτά τίποτα απολύτως δεν πέτυχαν· αντίθετα, αντί να κατακτήσουν τις πόλεις των Φωκέων, έχασαν τις δικές τους· και όταν εισβάλλουν στη χώρα των εχθρών, λιγότερα κακά φέρνουν σ᾽ εκείνους από όσα παθαίνουν οι ίδιοι γυρνώντας στην πατρίδα τους.

[55] Στη Φωκίδα λ.χ. σκοτώνουν μερικούς από τους μισθοφόρους, που τους συμφέρει περισσότερο ο θάνατος παρά να ζουν· υποχωρώντας όμως αναγκάζονται να χάσουν τους πιο λαμπρούς πολίτες τους, αυτούς που έχουν το θάρρος να πεθαίνουν για την πατρίδα τους. Και τα πράγματα έχουν φτάσει σε τέτοιο αδιέξοδο γι᾽ αυτούς, ώστε αυτοί που φιλοδόξησαν να υποτάξουν όλους τους Έλληνες, τώρα στηρίζουν τις ελπίδες για τη δικιά τους σωτηρία μόνο σ᾽ εσένα. Γι᾽ αυτόν ακριβώς τον λόγο πιστεύω ότι και αυτοί αμέσως θα εκτελέσουν ό,τι τους πεις και ό,τι τους συμβουλεύσεις.

ΕΙΝΑΙ ΑΞΙΟΠΙΣΤΟΣ Ο ΗΡΟΔΟΤΟΣ;

         Το έργο του Ηροδότου στο μεγαλύτερο μέρος βασίζεται σε προσωπική έρευνα («ιστορίη»), κατά την οποία ο ιστορικός άντλησε πληροφορίες από διάφορες γραπτές και προφορικές πηγές. Στις γραπτές πηγές κατατάσσονται οι επιγραφές σε αναθήματα, τα επιγράμματα σε αναμνηστικά μνημεία και οι χρησμοί, πού τους παραθέτει με ιδιαίτερη φροντίδα.
 
Επίσημα έγγραφα, με τη σημερινή έννοια της λέξεως, δεν φαίνεται να χρησιμοποίησε πολλά. Ενδείξεις μόνο υπάρχουν εδώ και εκεί. Είναι πιθανόν π.χ. οι πληροφορίες για τη διαίρεση του περσικού κράτους σε σατραπείες και σε φορολογικά διαμερίσματα να προέρχωνται από επίσημους καταλόγους.
 
Παλαιότερα ανάμεσα στις γραπτές πηγές είχε υπερτονιστεί ο ρόλος του έργου των λογογράφων, ιδιαίτερα των «Περσικών» του Χάρωνος του Λαμψακηνού και των «Λυδικών» του Ξάνθου. Η έλλειψη βεβαιότητος όμως ως προς τον χρόνο της συγγραφής των έργων αυτών μας κάνει σήμερα επιφυλακτικούς. Έτσι ως μόνη ασφαλής πηγή από τα έργα των παλαιοτέρων λογογράφων μένει το έργο του Εκαταίου, πού το μνημονεύει ρητά ο Ηρόδοτος.
 
Εκτός από τις γραπτές πηγές ο Ηρόδοτος βασίσθηκε και στην προφορική παράδοση των λαών πού επισκέφθηκε. Επειδή όμως οι πηγές αυτές από τη φύση τους είναι πιο επισφαλείς, θα δούμε αμέσως παρακάτω τον τρόπο, με τον οποίο τις χρησιμοποίησε.
 
Επειδή ένα μεγάλο μέρος, τόσο από τις γραπτές όσο και από τις προφορικές πηγές, προερχόταν από αλλόγλωσσους λαούς, είναι πολύ πιθανόν ότι ο Ηρόδοτος χρησιμοποίησε και διερμηνείς· αυτών ακριβώς τις πληροφορίες ήταν πολύ πιο δύσκολο να ελέγξει.
 
Η εξέταση των πηγών του Ηροδότου μας προϊδεάζει και για τη μεθοδολογία του, πού στη βάση της είναι εμπειρική, γιατί ο ιστορικός βασίζεται πιο πολύ στην αυτοψία. Το έργο του ιστορικού στο μεγαλύτερο του μέρος είναι καρπός της προσωπικής του έρευνας, και μόνο όπου η προσωπική έρευνα δεν του επαρκεί καταφεύγει στις πληροφορίες των άλλων. Και στο σημείο αυτό πάλι το ίδιο του το έργο μας διαφωτίζει. Στο δεύτερο βιβλίο ο Ηρόδοτος περνάει από την περιγραφή της χώρας των Αιγυπτίων στη διήγηση μιας επιτομής της ιστορίας τους, ως εδώ, λέει, μίλησαν η παρατήρηση μου («όψις»), η κρίση μου («γνώμη») και η προσωπική μου έρευνα («ιστορίη»)· από εδώ και πέρα θα βασισθώ σ' αυτά πού άκουσα από άλλους («κατά [τα] ήκουον»).
 
Χαρακτηριστικά είναι ακόμη και αυτά πού αναφέρει στο έβδομο βιβλίο μιλώντας για τους Αργείους: «εγώ είμαι υποχρεωμένος να διηγούμαι αυτά πού μου λένε· να τα πιστέψω ωστόσο δεν είμαι καθόλου υποχρεωμένος. Και ο λόγος αυτός ας ισχύει για όλη μου την ιστορία».
 
Ο Ηρόδοτος, είτε βασίζεται στην «όψιν» τη δική του είτε στα «λεγόμενα» των άλλων- η φράση «λέγειν τα λεγόμενα» έχει γίνει χαρακτηριστική για τη μεθοδολογία του-υποβάλλει το υλικό του σε κριτικό έλεγχο, ιδιαίτερα όταν βασίζεται σε ξένες πληροφορίες. Ο έλεγχός του έχει πολλές διακυμάνσεις- ξεκινάει από αγνωστικισμό ή σκεπτικισμό και φθάνει ως την απροκάλυπτη κοροϊδία. Γι' αυτό φράσεις όπως «ουκ ατρεκέως έχω λέγειν», «ουκ έχω ειπείν», «ταύτα δε ου πιστά» και άλλες παρόμοιες επανέρχονται πολύ συχνά στο έργο του. Όταν πάλι έχει να κάνη με αφηγήσεις πού αντικρούονται, η πιο συνηθισμένη του τακτική είναι να τις παραθέτει, χωρίς να επιδιώκει σύνθεση ή να παίρνει θέση, πράγμα πού κάνει πολύ σπάνια. Χαρακτηριστικό ακόμη για τη μέθοδό του είναι πώς δηλώνει σχεδόν πάντοτε επώνυμα τις πηγές του.
 
Παραθέτουμε μερικά χαρακτηριστικά παραδείγματα, όπου, σε συγκεκριμένες περιπτώσεις, παρακολουθούμε τις διακυμάνσεις του κριτικού ελέγχου του ιστορικού.
 
Στο τέταρτο βιβλίο δείχνει αγνωστικισμό για την ιστορία του Ζάλμοξι πού έλεγαν ότι έζησε τρία χρόνια σε ένα «κατάγαιον οίκημα» και πού και ο ίδιος δεν ξέρει αν πρέπει να τον πει άνθρωπο ή επιχώριο θρακικό δαίμονα.
 
Στο δεύτερο βιβλίο απορρίπτει ως ανοησίες («ταύτα δε λέγουσι φλυηρέοντες...») όσα του διηγήθηκαν στη Σάη για τα αγάλματα των κοριτσιών, πού κατά την παράδοση τα είχαν στήσει με κομμένα χέρια, για να θυμίζουν το παράπτωμα τους, ενώ ο ίδιος βλέποντας τα κάτω από τα αγάλματα νόμισε πώς είχαν πέσει από τον χρόνο. Στο ίδιο βιβλίο δεν δέχεται («εμοί μεν ου πιστά λέγοντες») τις παράδοξες ιστορίες πού του διηγήθηκαν στην Αίγυπτο για τα κατορθώματα του ιερού πουλιού φοίνικος.
 
Στο έβδομο βιβλίο παραθέτει τις εκδοχές και των άλλων Ελλήνων και των Αργείων για την αποχή των τελευταίων από τους Περσικούς πολέμους με τη δήλωση πού είδαμε, πώς αυτός δηλαδή οφείλει να αναφέρει όσα του λένε, χωρίς ωστόσο να είναι υποχρεωμένος και να τα πιστεύει.
 
Τέλος στο έκτο βιβλίο με κατηγορηματικό τρόπο, ασυνήθιστο για τον Ηρόδοτο («θώμα δε μοι, και ουκ ενδέκομαι τον λόγον...»), ανασκευάζει την υποψία-τη «διαβολή», κατά τη γνώμη του ιστορικού, - πώς οι Αλκμεωνίδες είχαν συνεργασθεί με τον Δάτι και τον Ιππία.
 
Παρ' όλο όμως τον αναμφισβήτητο έλεγχο πού ασκεί ο Ηρόδοτος στις πληροφορίες του, στο έργο του διαπιστώνονται ορισμένα λάθη πού στο παρελθόν υπερτονίσθηκαν από αυστηρούς-κάποτε και κακόβουλους-κριτικούς του ιστορικού, και κλόνισαν την πίστη στην αξιοπιστία του. Αλλά η πρόοδος των ιστορικών επιστημών (της ιστορίας, αρχαιολογίας, επιγραφικής κλπ.) έδειξε ότι ο Ηρόδοτος είναι ευσυνείδητος συλλέκτης του υλικού του· το καταχωρεί με σχολαστικότητα στο έργο του και όταν ακόμη ο ίδιος δεν το πιστεύει.
 
Και η τακτική αυτή αποδείχθηκε πολύτιμη. Έτσι διασώθηκαν χρήσιμες πληροφορίες, πού, ενώ ο ίδιος τις θεωρού-σε απίστευτες («ου πιστά»), γιατί οι δικές του γνώσεις δεν τον βοηθούσαν να τις καταλάβει ή να τις εξηγήσει, σήμερα αποδείχθηκαν «πιστότατες» από τη σύγχρονη έρευνα και δυνάμωσαν την πίστη μας στο έργο του.
 
Ενδεικτικές περιπτώσεις, όπου επαληθεύεται ο Ηρόδοτος, είναι η διήγηση του για την ιστορία των Αργείων αδελφών, του Κλεόβιδος και του Βίτωνος, η οποία επιβεβαιώθηκε από αρχαιολογικά και επιγραφικά ευρήματα.
     
Η λεπτόλογη περιγραφή του ευπαλίνειου υδραγωγείου στη Σάμο επαληθεύθηκε ως την τελευταία της διάσταση και στο παρελθόν, αλλά και από πρόσφατες εργασίες πού συνεχίζονται ακόμη.
 
Οι δύο λύκοι πού οδηγούν τον Αιγύπτιο ιερέα σε μια εορτή, όπως αποκάλυψε η αιγυπτιολογία, είναι δύο βοηθοί πού φορούν προσωπίδα λύκου στη λιτάνευση του θεού Όσιρι.
 
Το σαγήνευμα (= ψάρεμα) των ανθρώπων, πού αναφέρει στο έκτο βιβλίο και πού τόσο το είχαν παλαιότερα εκμεταλλευθεί, για να αμφισβητήσουν την αξιοπιστία του Ηροδότου, νεώτερη έρευνα έδειξε πώς είναι μια παλαιά ανατολική τακτική πού την εφάρμοζαν και στο κυνήγι και στον πόλεμο.
 
Στο τέταρτο βιβλίο διηγείται τον περίπλου της Λιβύης (= Αφρικής), πού πραγματοποίησαν Φοίνικες ναύτες με εντολή του Φαραώ Νεκώ. Ξεκίνησαν από την Ερυθρά θάλασσα, έκαναν τον γύρο της Αφρικής και έφθασαν στην Αίγυπτο από τις Ηράκλειες Στήλες (Γιβραλτάρ). Όταν ύστερα από χρόνια γύρισαν πίσω, διηγήθηκαν πώς «... περιπλώοντες την Λιβύην τον ήλιον έσχον ες τα δεξιά». Αυτό ο Ηρόδοτος το απορρίπτει χαρακτηρίζοντας το απίστευτο («ου πιστά»). Και όμως οι Φοίνικες αυτοί είχαν παρακάμψει το Ακρωτήριο της Καλής Ελπίδος! Ακολουθώντας πορεία αντίθετη με τους θαλασσοπόρους της Αναγεννήσεως, ενώ έπλεαν προς Ν. ξαφνικά παρέκαμψαν το Ακρωτήριο και, καθώς έπλεαν πια προς Δ., βρέθηκαν με τον ήλιο στα δεξιά τους («ες τα δεξιά»)!
 
Οπωσδήποτε η συστηματική μελέτη του έργου του Ηροδότου αποκάλυψε ορισμένες ανακρίβειες, όπως είναι η μεταμόρφωση του Ναβουχοδονόσορος σε γυναίκα με το όνομα Νίτωκρις, η αλλαγή του Μίθρα σε θεά και μερικές ακόμη.
     
Όμως τα σφάλματα αυτά δεν βαραίνουν σε σχέση με το τόσο πλούσιο και ετερόκλητο υλικό πού συγκέντρωσε ο ιστορικός στο έργο του. Καθώς μάλιστα πολλά από τα στοιχεία του τα έπαιρνε από άλλους, δεν είναι περίεργο να παρεξήγησε κάτι ή να έπεσε θύμα των πληροφοριοδοτών του, πού κάποτε, για λόγους αστάθμητους του έλεγαν ψέματα, θα ήταν ωστόσο, υπερβολή η διαπίστωση μερικών σφαλμάτων να γενικεύεται και να αμφισβητείται η αξιοπιστία του ιστορικού στο σύνολο της.
      
Ο Ηρόδοτος «πατέρας της ιστορίας»
 
            Επίμαχο παραμένει για τους ερευνητές το θέμα αν και κατά πόσο ο Ηρόδοτος είναι ιστορικός, με τη σημερινή έννοια της λέξεως, και αν ο παλαιός χαρακτηρισμός του Κικέρωνος, πού τον ονόμασε «πατέρα της ιστορίας», του αξίζει.
 
Η ιδιομορφία του έργου του-πολυστρώματο και αρχαϊκό καθώς είναι - αλλά πολλές φορές και ο τρόπος με τον οποίο τον πλησίασαν οι μελετηταί του, προκάλεσαν πολλούς και διαφορετικούς χαρακτηρισμούς. Από τους αρχαίους επικριτές του, για να περιορισθούμε σε δύο, ο Κτησίας τον είπε ψεύτη και «λογοποιό», ενώ ο Πλούταρχος έγραψε ολόκληρο λίβελλο εναντίον του, οπού τον αποκάλεσε κακοήθη διαστρεβλωτή της ιστορικής αλήθειας.
 
Στα νεώτερα χρονιά, κυρίως στον προηγούμενο αιώνα, τον χαρακτήρισαν ασυνείδητο λογοκλόπο, και η αυστηρή φιλολογική και ιστορική υπερκριτική έκανε το καθετί για να βρει λάθη και ανακρίβειες στο έργο του και να του αμφισβητήσει και αυτό τον τίτλο του ιστορικού. Αυτά τα ίδια όμως χρονιά δεν έλειψαν και οι υπερασπιστές του ιστορικού. Άλλοι τον είπαν βαθυστόχαστο γνώστη και αναλυτή της ανθρώπινης μοίρας και άλλοι μεγάλο ιστορικό πού είναι βέβαιος για τον σκοπό του.
 
Η στάση των σύγχρονων μελετητών απέναντι στον ιστορικό έχει μεταστραφεί. Δέχονται ότι ο χαρακτηρισμός του Κικέρωνος δεν είναι υπερβολικός και ότι η πατρότης της ιστορικής έρευνας ανήκει πραγματικά στον Ηρόδοτο. Σ' αυτό συνετέλεσαν οι γνώσεις πού αποκτήθηκαν με την πρόοδο των ιστορικών επιστημών, αλλά και οι ειδικές μελέτες, πού εξέτασαν το έργο του ιστορικού με διαφορετικό μάτι. Τώρα βασική προϋπόθεση θεωρείται να μην εξετάζεται το έργο του Αλικαρνασσέως ιστορικού ούτε ως καθαρό καλλιτέχνημα ούτε ως στεγνή επιστημονική ιστορία, αλλά ως μία σύνθεση πού συνενώνει αξεδιάλυτα και τα δύο αυτά στοιχεία. Έτσι κοιταγμένο ικανοποιεί και τον κοινό αναγνώστη με τη φρεσκάδα και την άνετη αφήγησή του, και τον αυστηρό ιστορικό πού έχει πολλά να συλλέξει από αυτό. Ο Ηρόδοτος στην ιστορία του δεν διηγείται μόνο τα περίεργα και τα παράξενα πού είδε και έμαθε, αλλά δίνει και συγκεκριμένο ιστορικό υλικό πού αναφέρεται στην πολιτική, πολεμική και πολιτιστική ιστορία των αρχαίων λαών. Αυτός είναι ο κύριος σκοπός, του, και ας φθάνει σ' αυτόν με κάποια λοξοδρόμηση.
 
Κάτι πού έβλαψε πολύ τον Ηρόδοτο είναι η εσφαλμένη συνήθεια να αξιολογείται σε σχέση με τον Θουκυδίδη. Το ορθό είναι να αντιμετωπίζεται το έργο του αυτόνομο, έτσι όπως είναι, και να λαμβάνεται υπ' όψη η κληρονομιά που βρήκε και στην οποία οφείλονται τα αρχαϊκά στοιχεία του έργου του, καθώς και η κρίσιμη μεταβατική εποχή στην οποία έζησε. Τότε γίνεται φανερό πώς ο Ηρόδοτος είναι μεγάλος καλλιτέχνης του λόγου και άξιος ιστορικός.
     
Βέβαια ο Ηρόδοτος έχει και ορισμένες βασικές αδυναμίες, όπως είναι η αναρμοδιότης του στα στρατιωτικά, η αδυναμία να ερμηνεύσει σωστά τις πολεμικές πράξεις ως αποτελέσματα πού απορρέουν από αίτια πολιτικά, οικονομικά κ.ά. Υστερεί δηλαδή ο Ηρόδοτος, όπως συνήθως τονίζεται, ακριβώς στα σημεία εκείνα, στα οποία υπερτερεί ο Θουκυδίδης και τα οποία κάνουν τον τελευταίο τον πιο μεγάλο ιστορικό του αρχαίου κόσμου. Όμως και με τις αδυναμίες αυτές ο Ηρόδοτος, για την εποχή πού επισκοπούμε παίρνει τη δεύτερη αμέσως θέση μετά τον Θουκυδίδη.
 
Το έργο του Ηροδότου δεν γνώρισε ούτε στην αρχαιότητα ούτε στα νεώτερα χρονιά την πλατιά διάδοση πού είχε το έργο άλλων ιστορικών, κάποτε και κατώτερης αξίας. Ο Ηρόδοτος στάθηκε ο παραγνωρισμένος και αδικημένος της ιστορίας. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι η ιστορία του δεν διαβαζόταν καθόλου και ότι ο ιστορικός δεν είχε θαυμαστές και μιμητές. Και μόνο το γεγονός ότι ένα κείμενο γραμμένο σε διάλεκτο, εκτεταμένο και δύσκολο, όπως το δικό του, σώθηκε στο σύνολό του, ενώ τόσα και τόσα άλλα χάθηκαν, είναι απόδειξη πώς ο Ηρόδοτος ποτέ δεν έπαψε να διαβάζεται.
 
Απηχήσεις από το Ηροδότειο έργο υπάρχουν ήδη στον Σοφοκλή, στον Ευριπίδη και στην Αττική κωμωδία. Το ιστορικό έπος του Χοιρίλου «Περσικά», από τον Ηρόδοτο δανείζεται το υλικό του. Από τον ίδιο ιστορικό αντλεί πολλά και ο Αριστοτέλης, για να γράψει την «Αθηναίων Πολιτεία» του και ας τον κατηγορεί συχνά. Ο Θεόπομπος στο κύριο έργο του τον μιμείται, αν και αδέξια, ενώ προηγουμένως είχε κάμει και μια επιτομή των ιστοριών του σε δυο βιβλία. Οι πάπυροι από τους ελληνιστικούς χρόνους, που σώζουν αποσπάσματα από το έργο του, μαρτυρούν για την επιβίωσή του στην εποχή αυτή. Ένας μάλιστα πάπυρος δείχνει πως τον Ιστορικό τον είχε υπομνηματίσει ο μεγάλος φιλόλογος της εποχής Αρίσταρχος. Πλατιά όμως διάδοση η ιστορία του γνωρίζει στους αυτοκρατορικούς χρόνους. Ο Διονύσιος ο Αλλικαρνασεύς μελετά επισταμένα το έργο του και μας χαρίζει, λεπτές παρατηρήσεις, ενώ ο Αρριανός και ο Λουκιανός ομολογούν απερίφραστα τον θαυμασμό τους για το ύφος του και τον μιμούνται.

Στη βυζαντινή εποχή φαίνεται πώς το έργο του Ηροδότου δεν το μελετούσαν και πολύ και ίσως αυτό να οφείλεται στη γλωσσική του μορφή. Ωστόσο ο Φώτιος μας δίνει περίληψη του ηροδότειου έργου στη «Βιβλιοθήκη» του, ενώ ο Ιωάννης ο Κίνναμος, ιστορικός του 12ου αϊ. μ.Χ., τον μιμείται.
 
Νέα διάδοση του έργου του Ηροδότου παρατηρείται στην Αναγέννηση, οπότε με τις εξερευνήσεις δημιουργείται κλίμα ανάλογο με αυτό πού χαρακτηρίζει το έργο του.
 
Σήμερα, όπως είχαμε την ευκαιρία να τονίσουμε πολλές φορές, αναθεωρήθηκαν οι παλαιότερες αντιλήψεις για τον Αλικαρνασσέα ιστορικό και αποκαταστάθηκε η αξία του. Το πλούσιο ιστορικό υλικό για την αρχαία Ελλάδα, άλλα και για τους ανατολικούς λαούς, πού διέσωσε, πλουτίζει τις γνώσεις μας για τον αρχαίο κόσμο, πού διαφορετικά θα ήταν πολύ περιορισμένες. Το έργο του είναι το πρώτο ιστορικό σύγγραμμα στον ευρωπαϊκό χώρο με ευρύτητα στο περιεχόμενο και με πλατιά τοπικά και χρονικά όρια, πού μας δίνει ένα πανόραμα της ιστορίας και του πολιτισμού ολόκληρου του τότε γνωστού κόσμου. Από την άποψη αυτή δικαιολογημένα το έργο του τον τοποθετεί στην αρχή της ευρωπαϊκής ιστορίας και ίσως δεν είναι υπερβολή αν πούμε πώς ο Ηρόδοτος είναι ο πρώτος Ευρωπαίος Ιστορικός

Πώς το παρελθόν μας και τα βιώματά μας επηρεάζουν τη σχέση μας

Το παρελθόν μας – όλα εκείνα τα πράγματα που κουβαλάμε από αυτό -επαναλαμβάνεται μέσα από τη ζωή μας. Υπάρχει στις αναλαμπές της παιδικής μας ηλικίας, σε εικόνες και συναισθήματα που μερικές φορές μοιάζουν ασύνδετα το ένα με το άλλο. Υπάρχουν αναμνήσεις από λακκούβες γεμάτες λάσπη, πρόσωπα, παιχνίδια, δωμάτια, αυλές, σύννεφα ή το φως του ήλιου που ακουμπά στο πλάι μιας αποθήκης. Το σώμα μας «θυμάται» τις φορές που αποτύχαμε και τις φορές που κατορθώσαμε κάτι σπουδαίο. Θυμάται ακόμα τη θλίψη και τον φόβο που βιώσαμε, την οργή, την εμπιστοσύνη και την ελπίδα.
 
Με τη βοήθεια της προσαρμοστικότητας, λαμβάνουμε τα βιολογικά μας χαρακτηριστικά και επιβιώνουμε την παιδική μας ηλικία αγνοώντας τα μέρη του εαυτού μας που παραμένουν υποσυνείδητα. Μπορεί να απορρίψουμε όλα εκείνα που δυσαρεστούν τους γονείς μας και να θεωρήσουμε τις άμεσες σωματικές αντιδράσεις τους απέναντί μας ως μια αναπαράσταση όλου του κόσμου με αποτέλεσμα να χτίσουμε τις προσδοκίες και τις στρατηγικές μας με βάση αυτές.
 
Μετά την παιδική ηλικία, καθώς αρχίζουμε να ερευνούμε και να προσαρμοζόμαστε σε διάφορα καινούρια συστήματα, αρχίζουμε να αναγνωρίζουμε την αυθαίρετη φύση τους. Η διαπίστωση μπορεί να μας οδηγήσει σταδιακά και φυσικά προς την επανασύνδεση με τα μέρη του εαυτού μας που είχαμε παραμελήσει. Αυτή τη μετάβαση συχνά ακολουθεί ένα μείγμα αποδοχής και θλίψης.
 
Οι εμπειρίες της παιδικής μας ηλικίας διαμορφώνουν τις προσδοκίες μας στις σχέσεις, καθώς και τον τρόπο δημιουργίας δεσμών. Οι συγκεκριμένες εμπειρίες μπορεί να δημιουργήθηκαν στην προ-λεκτική φάση, και μπορεί να μην έχουμε τη δυνατότητα να τις εκφράσουμε με σαφείς λέξεις ακόμα και προς τον ίδιο μας τον εαυτό. Όταν όμως οι σχέσεις φτάνουν σε ένα συγκεκριμένο σημείο και γίνονται πιο στενές, συχνά ξεπηδούν από μέσα μας, ίσως με τη μορφή του φόβου ή του θυμού, ως μια αυτοματοποιημένη αντίδραση που συμβαίνει χωρίς να το καταλαβαίνουμε και συνήθως το αντιλαμβανόμαστε αργότερα, όταν το σώμα μας πλέον είναι ήρεμο.
 
Η ικανοποίηση των αναγκών μας εξαρτάται από τον τρόπο που συνέβαινε από γενιά σε γενιά
Όταν οι ανάγκες μας καλύπτονται από τους γονείς μας αλλά και από εμάς σωστά και με συνέπεια κατά τη διάρκεια της παιδικής ηλικίας, το συγκεκριμένο μοτίβο δημιουργίας δεσμών είναι πιθανό να συνεχιστεί σε όλες τις γενιές. Ασφαλής προσκόλληση/δεσμός σημαίνει ότι ξέρουμε πώς να είμαστε απέναντι στον εαυτό μας και απέναντι στους άλλους.
Οι δύο ακραίοι τύποι προσκόλλησης/δεσμού (αγχώδης/αποφευκτικός) προκύπτουν όταν οι γονείς δεν ξέρουν πώς να ανταποκρίνονται σε συγκεκριμένες συμπεριφορές ή συναισθήματα. Ίσως κανείς δεν τους βοήθησε να διαμορφώσουν αυτή την ικανότητα ή ίσως βιώσαν τραύματα που επηρέασαν την ικανότητά τους να ανταποκρίνονται στις ανάγκες μας. Όποια κι αν είναι η αιτία, όταν στην παιδική μας ηλικία υπάρχει αδυναμία ικανοποίησης των αναγκών μας, είναι πιθανό να αρχίσουμε να χωριζόμαστε από κάποιες πλευρές του εαυτού μας και να χάσουμε τη σχέση με αυτές καθώς και με τους άλλους.
Όταν ένα άτομο με περιορισμένη ανοχή στα εσωτερικά ερεθίσματα γίνεται γονέας, ένα σύνολο «περιοριστικών» ικανοτήτων συχνά περνά στην επόμενη γενιά. Με άλλα λόγια, τα παιδιά μαθαίνουν ότι είναι καλύτερο να αποφεύγουν το δυσάρεστο συναίσθημα τόσο απέναντι στον εαυτό τους όσο και στους άλλους. Από τη μια πλευρά, αυτό είναι κάτι που μπορεί να υιοθετηθεί και ακόμη να φανεί χρήσιμο αφού βασίζεται στις εμπειρίες. Από την άλλη, η προστασία του εαυτού μας από τα εσωτερικά ερεθίσματα μπορεί να μετατραπεί σε μια περιοριστική οπτική μέσα από την οποία τα παιδιά μαθαίνουν τον κόσμο και αυτό το μοτίβο ενδέχεται να διαιωνιστεί.
 
Ο γονέας δεν είναι ο μοναδικός δάσκαλος. Τα παιδιά μαθαίνουν από τα αδέλφια τους, από τους συγγενείς, μέσα από τα δυσάρεστα γεγονότα, μέσα από τα πολλά απρόβλεπτα της ζωής. Στις περιπτώσεις που ένα παιδί αποτυγχάνει να προσδιορίσει την αίσθηση του εαυτού του ή πτυχές του εαυτού του χάνονται, ένα διαφορετικό μοτίβο – ένα μοτίβο ψυχικής αποσύνδεσης – μπορεί να συνεχίσει από γενιά σε γενιά και να οδηγήσει σε ακραίες αντιδράσεις και πόλωση. Αυτή η ανασφαλής προσκόλληση μπορεί να είναι αποφευκτική ή αγχώδης, μια εσωτερικευμένη αίσθηση ψυχικής ακαμψίας ή χάους, μια αίσθηση είτε του «υπερβολικού» είτε του «όχι αρκετού».
 
Ολοκλήρωση μέσω της διαφοροποίησης
Τόσο εσωτερικά όσο και εξωτερικά, θα πρέπει να προσδιορίσουμε τα κομμάτια του παζλ πριν το φτιάξουμε. Πρώτα χωρίζουμε, αναγνωρίζουμε και προσδιορίζουμε. Χωρίζουμε προκειμένου να διαφοροποιηθούμε, να εντοπίσουμε τις παρούσες αλλαγές από τον προηγούμενο χωρισμό. Ύστερα κάνουμε σχέσεις. Κάνουμε σχέσεις για να πειραματιστούμε, να μοιραστούμε ό,τι έχουμε μάθει, να αποκαλύψουμε τον εαυτό μας ο ένας στον άλλο, να δείξουμε στους άλλους πώς να μας φέρονται ή για να δείξουμε σε διάφορες πλευρές του εαυτού μας πώς να αντιμετωπίζουν άλλες πλευρές.
 
Μια σημαντική πρόκληση είναι η υποβόσκουσα «επιθυμία» των δύο ακραίων τύπων προσκόλλησης/δεσμού ότι κάποιος άλλος θα έρθει να μας σώσει ή να μας δώσει αξία, θα μας φροντίσει ή θα μας προσδιορίσει. Αυτή η επιθυμία συχνά είναι το αποτέλεσμα μιας εμπειρίας από την παιδική μας ηλικία που τελικά δεν πραγματοποιήθηκε. Για να έχουμε εμείς τον έλεγχο της ζωής μας, πρέπει να αποκοπούμε από αυτή την επιθυμία.
 
Η απόκτηση του ελέγχου αυτού συχνά προκύπτει σταδιακά: «Αν οι άλλοι δεν με βοηθήσουν, εγώ τι πρέπει να κάνω;». Συχνά η απόκτηση του ελέγχου συμπίπτει με μια σχέση ή λαμβάνει χώρα σε μια οργανωμένη κοινωνία. Ίσως υπάρχει μια υποβόσκουσα αποδοχή στο να αφήνουμε τα πράγματα να πάρουν τον δρόμο τους και ταυτόχρονα μια αναγνώριση του τι πραγματικά συμβαίνει: «Αυτή τη στιγμή, ακόμη και χωρίς να έχω λύσει τα ζητήματα που κουβαλώ από το παρελθόν, είμαι καλά. Λυπάμαι για τις στιγμές που δεν ένιωθα καλά. Μαθαίνω όσα οι γονείς μου αγνοούσαν εκείνη την εποχή. Οι ανάγκες μου πλέον ικανοποιούνται και το σώμα μου είναι ήρεμο».
 
Ενστικτώδης συμπεριφορά: η αντίδραση μάχης ή φυγής στην εξέλιξη ενός παιδιού
Σε περίπτωση που οι γονείς μας ενεργοποιούσαν τα συναισθήματα ή τη συμπεριφορά μας με τρόπο που να προκαλεί την αντίδραση μάχης, χάνουμε τη δυνατότητα να δράσουμε και μπορεί να νιώθουμε ότι εισέβαλαν σε σημαντικό βαθμό. Πρόκειται για δομικό στοιχείο της αποφευκτικής προσκόλλησης και μας κάνει να νιώθουμε μια εσωτερικευμένη, συνεχή αίσθηση ελέγχου, συναισθηματικής απόρριψης και αδιαφορίας. Νιώθουμε ότι οι ανάγκες μας δεν έχουν σημασία, ότι χάνουμε τον εαυτό μας. Έτσι, είναι πιθανόν να αποφασίσουμε να μην δίνουμε τίποτα άλλο πλέον, να αναδιπλωθούμε.
 
Αυτές οι ακραίες αντιδράσεις αντιπροσωπεύουν την ιδιαίτερή μας θέση σε ένα παγκόσμιο πρότυπο βασικών ανθρώπινων αντιδράσεων – μάχη, φυγή ή πάγωμα – και απεικονίζουν τους τρόπους που αυτό το μοτίβο διαδίδεται από τη μία γενιά στην επόμενη.
 
Άλλες φορές, όταν ένας γονέας απομακρύνεται από κάτι που εμείς αντιλαμβανόμαστε ως ιδιαίτερης σημασίας για τον εαυτό μας, εσωτερικεύουμε αυτή την αντίδραση φυγής και συνεχίζουμε να εγκαταλείπουμε τον εαυτό μας σε όλη μας τη ζωή θεωρώντας ότι κάποιο κομμάτι μας είναι άσχημο και πρέπει να παραμείνει κρυφό. Αυτή η πεποίθηση καθώς και η επακόλουθη δημιουργία προτύπων εσωτερικής πόλωσης που απλώς ενισχύουν το κομμάτι μέσα μας ώστε να γίνει πιο εμφανές, χαρακτηρίζουν τον τύπο προσκόλλησης που είναι γνωστός ως αγχώδης.
 
Λαμβάνοντας υπόψη την υψηλή συχνότητα ύπαρξης ακραίων μορφών προσκόλλησης σε πολιτιστική αλλά και παγκόσμια κλίμακα, είναι πολύ σημαντικό να ξεκινήσουμε να εξερευνούμε τις δικές μας αντιδράσεις. Σε θεμελιώδες επίπεδο, η επίγνωση και ο συντονισμός με τις δικές μας φυσικές βιολογικές αντιδράσεις μπορούν να επηρεάσουν τις επόμενες γενιές.

Φυσιολογικοί φόβοι και νευρωτικά άγχη

Φοβικές αντιδράσεις: Καταστάσεις συναγερμού
Ο φόβος είναι μια φυσιολογική αντίδραση σε γεγονότα που απειλούν την προσωπική ασφάλεια του παιδιού. Στην ουσία, είναι μια ζωτική αντίδραση προσαρμογής, την οποία κάθε γονέας αξιοποιεί για να διδάξει το παιδί να αποφεύγει τους κινδύνους. Είναι επίσης μια προσαρμοστική αντίδραση, υπό την έννοια ότι εξασφαλίζει στο παιδί την ετοιμότητα να αντιμετωπίζει καταστάσεις ανάγκης.

Σε τέτοιες κρίσιμες στιγμές, το παιδί βιώνει μια ποικιλία από σωματικά συμπτώματα, όπως ταχυκαρδία, ρίγη και τρεμούλα, στομαχικές ανωμαλίες, ξηρότητα του στόματος, εφίδρωση των χεριών κ.ά. Αυτές οι αντιδράσεις απορρέουν από βιοφυσιολογικούς μηχανισμούς του σώματος. Είναι υπο-προϊόντα των αλλαγών στη βιοχημική κατάσταση του σώματος, οι οποίες επισυμβαίνουν καθώς ελευθερώνεται η αδρεναλίνη (ορμόνη που εκκρίνεται από τα επινεφρίδια) μέσα στην κυκλοφορία του αίματος.

Το αυτόνομο νευρικό σύστημα παίζει ρόλο στη διατήρηση της ισορροπίας του εσωτερικού περιβάλλοντος, μέσω της λειτουργίας των αδένων, των αιμοφόρων αγγείων, των απαλών μυών και των μυών της καρδιάς. Πρόκειται για ένα σύστημα ελέγχου κατώτερης τάξης, αλλά, όπως ο εγκέφαλος, έτσι και το σύστημα αυτό έχει μεγάλη σημασία στον καθορισμό του βαθμού εγρήγορσης «διέγερσης» του ατόμου και, ιδιαίτερα, της θυμικής - συναισθηματικής του κατάστασης.

Το αυτόνομο νευρικό σύστημα αποτελείται από δύο μέρη, τα οποία λειτουργούν κάπως ανταγωνιστικά μεταξύ τους. Το ένα καλείται συμπαθητικό και το άλλο παρασυμπαθητικό σύστημα. Το συμπαθητικό σύστημα συνεργεί στην προσαρμογή του σώματος σε καταστάσεις συναγερμού ή κινδύνου, ενώ ο κύριος ρόλος του παρασυμπαθητικού συστήματος είναι η ρύθμιση της φυσιολογικής δραστηριότητας των οργάνων του σώματος. Ας υποθέσουμε, για παράδειγμα, ότι κάτι φοβίζει ένα άτομο. Σε μια τέτοια κατάσταση ψυχικής έντασης, κυριαρχεί το συμπαθητικό σύστημα. Καθώς η αδρεναλίνη ελευθερώνεται μέσα στον οργανισμό, γίνονται πολλές αλλαγές στις λειτουργίες του σώματος: διαστολή της ίριδας των ματιών, άρση των βλεφάρων και προβολή των βολβών των ματιών προς τα έξω, αύξηση των παλμών της καρδιάς και άνοδος της πίεσης του αίματος, μείωση της ποσότητας του αίματος στα εσωτερικά όργανα και διοχέτευση μεγαλύτερης ποσότητας του αίματος στα άκρα και στους μυς, αύξηση της αναλογίας του σακχάρου στο αίμα, αναστολή της πέψης και έκκριση από τον σπλήνα περισσότερων κυττάρων αίματος για τη μεταφορά οξυγόνου κ.ά. Με αυτόν τον τρόπο, ορισμένες λειτουργίες αναστέλλονται, εξαιτίας της διέγερσης του συμπαθητικού τμήματος, ενώ άλλες επιταχύνονται.

Ο Walter Cannon, πρωτοπόρος στη μελέτη της φυσιολογίας των συναισθημάτων, περιγράφει αυτές τις βιοφυσιολογικές συνέπειες, όλες μαζί, ως «λειτουργίες εγρήγορσης». Οι λειτουργίες αυτές επενεργούν σε καταστάσεις επείγουσας ανάγκης-κινδύνου, ορισμένες λειτουργίες είναι πιο ζωτικές για την επιβίωση από ό,τι είναι κάποιες άλλες. Άλλωστε, αν το άτομο δεν κατορθώσει να επιβιώσει σε έναν σοβαρό κίνδυνο μέσω της φυγής ή της άμυνας, πολύ λίγο θα το ενδιέφερε αν έχει χωνέψει ή όχι το τελευταίο του γεύμα. Κάτω, λοιπόν, από τέτοιες συνθήκες, η πέψη μπορεί να σταματήσει, ενώ μια αυξημένη ποσότητα αίματος αποστέλλεται στους μυς για να τους τονώσει, ώστε να φτάσουν στο μέγιστο σημείο αποδοτικότητάς τους για δράση. Δυστυχώς, όμως, βιοσωματικές αντιδράσεις, που είναι χρήσιμες - ή ακόμη και σωτήριες- σε καταστάσεις κινδύνου (π.χ. η αυξημένη πίεση του αίματος), μπορεί να γίνουν παθολογικές (όπως συμβαίνει με την υψηλή υπέρταση), όταν οι εσωτερικές-θυμικές εντάσεις που τις προκαλούν είναι μόνιμες και απρόσφορες. Οι χρόνιες θυμικές εντάσεις είναι ένα κύριο χαρακτηριστικό των νευρωσικών διαταραχών. Σε αυτό εδώ ακριβώς το γεγονός οφείλεται η στενή σχέση που υπάρχει ανάμεσα στη νεύρωση και στα σωματικά συμπτώματα, τις λεγόμενες νευρoφυτικές διαταραχές.

Σήμερα, έχουμε λιγότερες περιστάσεις, από ό,τι είχαν οι πρόγονοί μας, τόσο να αντισταθούμε - να αγωνιστούμε - εναντίον πραγματικών κινδύνων, όσο και να ξεφύγουμε από αυτούς. Στη σύγχρονη εποχή, οι φόβοι μας έχουν περισσότερες πιθανότητες να εξελιχθούν σε διάχυτο άγχος και αβεβαιότητα για την ικανότητά μας να επιτύχουμε στην ανταγωνιστική μας κοινωνία, για την προσωπική μας επάρκεια, για το κύρος μας και την κοινωνική μας θέση στην πολύπλοκη κοινωνική μας δομή, καθώς και τη μοναξιά μας και την έλλειψη βαθύτερου νοήματος ζωής στην χαώδη απρόσωπη κοινωνική μας μηχανή. Ακόμη και τα παιδιά δεν μένουν απρόσβλητα από τέτοιες ανησυχίες, καθώς είναι εκτεθειμένα στις αβεβαιότητες των ενηλίκων και, συγχρόνως, είναι γεμάτα με αμφιβολίες για το δικό τους εαυτό.

Όταν τα ενοχλητικά βιο-οργανικά αισθήματα, εμφανίζονται χωρίς να υπάρχουν αντικειμενικές φοβικές αιτίες-καταστάσεις, τις αντιδράσεις αυτές τις ονομάζουμε κρίσεις άγχους. Όλο και πιο συχνά, κρίσεις άγχους είναι η αντίδραση στα «σύμβολα» ενδεχόμενων κινδύνων. Ένα τέτοιο «σύμβολο» είναι π.χ. οι εισαγωγικές εξετάσεις. Αποτυχία στις εξετάσεις αυτές δεν αποτελεί απειλή για τη ζωή του παιδιού, αλλά είναι απειλή για την αυτοεκτίμηση του και, οπωσδήποτε, έχει αρνητικές επιπτώσεις για το μέλλον του. Παρόλο που ορισμένα άτομα μπορούν να αψηφήσουν τέτοιες εντάσεις που επιβάλλει η σύγχρονη κοινωνία, η υψηλή συχνότητα νευρικών κλονισμών δείχνει ότι πολλοί δεν κατορθώνουν να το κάνουν. Συνέπεια της ζωής μέσα στη σύγχρονη «πολιτισμένη» κοινωνία, όπου κάθε εκδήλωση φόβου, επιθετικότητας και δυσφορίας πρέπει σταθερά να απωθείται, είναι η δημιουργία στα ευαίσθητα άτομα νευρωσικών στάσεων και ψυχοσωματικών καταστάσεων.

Πρώτα όμως είναι σκόπιμο να εξετάσουμε την πορεία που ακολουθεί η ανάπτυξη των φόβων κατά την παιδική ηλικία (Herbert, 1995).

Παιδικοί φόβοι: Αναπτυξιακές τάσεις
Μπορούμε να προκαλέσουμε φόβο σε ένα βρέφος, ακόμη και τις πρώτες ημέρες της ζωής του, προκαλώντας έναν οξύ, δυνατό κρότο πίσω του ή με το να κάνουμε πως το αφήνουμε να πέσει (απώλεια στήριξης). Μέχρι την ηλικία των 6 ή 7 μηνών, το βρέφος δεν «ανησυχεί», όταν βρίσκεται με ξένα πρόσωπα, αλλά από τον 7ο μήνα και ύστερα αλλάζει στάση απέναντι στους αγνώστους. Το βρέφος μαθαίνει βαθμιαία να διακρίνει ανάμεσα στα οικεία πρόσωπα, όπως είναι η μητέρα του, και σε άλλα άγνωστα πρόσωπα. Σε πολλά παιδιά, ο φόβος αποχωρισμού από τη μητέρα συνοδεύεται από το φόβο για τα άγνωστα πρόσωπα. Αυτός ο φόβος μπορεί να γενικευτεί και να γίνει ένας διάχυτος φόβος για το πρωτόγνωρο και το άγνωστο.

Αργότερα, οι καταστάσεις, που προκαλούν φόβο στο παιδί της προσχολικής ηλικίας, είναι κυρίως εκείνες που συνδέονται με το συναίσθημα της ανασφάλειας και με τις ανησυχίες του απέναντι στο άγνωστο και το ξαφνικό. Πράγματα που είναι εκτός ελέγχου του παιδιού - όπως το σκοτάδι, οι μεγάλοι σκύλοι που γαβγίζουν, οι ασυνήθεις θόρυβοι, οι καταιγίδες, η θάλασσα, ο γιατρός, τα άγνωστα πρόσωπα - είναι οι τυπικές πηγές φόβου για τα νήπια. Καθώς το παιδί μεγαλώνει, οι φόβοι του μεταβάλλονται, από απτούς και συγκεκριμένους, σε αόρατους και απροσδιόριστους. Παρατηρείται μια αύξηση του αριθμού των φόβων για το μυστηριώδες, το σκοτάδι, το να μένει μόνο του, τα ατυχήματα και τα τραύματα, τους «κακούς» ανθρώπους, την απώλεια ή το θάνατο προσφιλών προσώπων-συγγενών, την ιατρική θεραπεία, τα υψηλά μέρη, τη γελοιοποίηση και την προσωπική αποτυχία, τον θάνατο και την ασθένεια.

Μελέτες για τους φόβους της παιδικής ηλικίας δείχνουν ότι οι φόβοι είναι τόσο συχνοί-κοινοί, ώστε να μπορεί να υποστηριχτεί ότι είναι «φυσιολογικό» για τα παιδιά να φοβούνται το ένα ή το άλλο ερέθισμα στα διάφορα στάδια της ανάπτυξής τους. Σε μια έρευνα, για την προβληματική συμπεριφορά των φυσιολογικών παιδιών, διαπιστώθηκε ότι 90% των παιδιών είχαν ποικίλους φόβους. Είναι φανερό ότι, παρότι ο φόβος είναι, ως ένα βαθμό, κάτι συνηθισμένο στην παιδική ηλικία, η σοβαρότητα των συγκεκριμένων φοβικών αντιδράσεων μπορεί να κριθεί μόνο από τις συνέπειες που έχουν στην καθημερινή ζωή του παιδιού. Είναι σίγουρα ενθαρρυντικό να γνωρίζουν οι γονείς ότι οι παιδικοί φόβοι έρχονται και παρέρχονται και ότι, όπως έχει αποδειχθεί, οι περισσότεροι φόβοι απλώς ταράζουν-αναστατώνουν και, καθόλου, δεν εμποδίζουν την ομαλή ανάπτυξη του παιδιού. Είναι, κατά κανόνα, παροδικοί και όχι μόνιμοι.

Γενικώς, μπορεί να υποστηριχθεί ότι η ανάλυση των παιδικών φόβων και αγχωδών καταστάσεων που βιώνουν τα παιδιά στα διάφορα στάδια της ανάπτυξής τους, δείχνει ότι κάθε ηλικία τείνει να έχει το δικό της είδος «προβλημάτων προσαρμογής». Ορισμένο είδος καταστάσεων τείνει και προκαλεί περισσότερα άγχη σε μια συγκεκριμένη αναπτυξιακή φάση από ό,τι σε μια άλλη. Για παράδειγμα, η προσχολική ηλικία είναι γνωστή για φόβους προς πολλές από μακρές και απίθανες καταστάσεις. Πολύ αργότερα, στην εφηβεία, οι φόβοι είναι πιο άμεσοι και προσωπικοί, όπως αυτοί που αφορούν στις σχέσεις με το άλλο φύλο.

Για να κρίνουμε κατά πόσον ο φόβος, που εκδηλώνει το παιδί μπροστά σε μια φοβική κατάσταση, αποτελεί μια ασυνήθη συναισθηματική διαταραχή, είναι απαραίτητο να γνωρίσουμε τους φυσιολογικούς φόβους που βιώνουν τα παιδιά καθώς μεγαλώνουν. Ένα μεγάλο αριθμό φόβων το παιδί τους ξεπερνάει με τον ίδιο φυσιολογικό τρόπο που ξεπερνάει το ενδιαφέρον και την προσκόλλησή του σε πολλά από τα παιδικά παιγνίδια, καθώς και άλλες προσφιλείς τους ενασχολήσεις (Herbert, 1995).

Πώς μαθαίνουμε να φοβόμαστε
Η ανάπτυξη των φόβων, ασφαλώς, επηρεάζεται από την ιδιοσυγκρασία και τις προσωπικές εμπειρίες του παιδιού αφενός και αφετέρου από τις περιβαλλοντικές συνθήκες μέσα στις οποίες εμφανίζονται τα φοβικά ερεθίσματα-καταστάσεις. Η τάση του παιδιού να υπερ-αντιδρά με φόβο σχετίζεται στενά με την εγγενή ευαισθησία του αυτόνομου νευρικού συστήματός του. Επίσης, οι πολύ πρώιμες περιβαλλοντικές επιδράσεις, ακόμη και αυτές που πηγαίνουν πολύ πίσω ως το πρώτο περιβάλλον του παιδιού - το ενδομητρικό περιβάλλον κατά την κύηση - πιστεύεται ότι ευαισθητοποιούν το παιδί και το κάνουν να υπεραντιδρά. Υποστηρίζεται ότι, αν η μητέρα κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης έχει έντονο άγχος, είναι πιθανό το παιδί να γίνει περισσότερο νευρικό και ευαίσθητο από ό,τι αν ήταν ήρεμη και γαλήνια.

Περιστασιακές, πολύ τρομακτικές, εμπειρίες μπορούν, με βάση τις αρχές της θεωρίας της μάθησης, να συνεξαρτήσουν το παιδί να νιώθει έντονο φόβο σε κάθε παρόμοια κατάσταση αργότερα, και αυτή η συνεξάρτηση να γίνει μόνιμη. Με άλλα λόγια, οι φοβικές αντιδράσεις και το άγχος «μαθαίνονται» από το παιδί, καθώς αυτό συνδέει μια δυσάρεστη εμπειρία με μια συγκεκριμένη ουδέτερη κατάσταση. Και το πιο σημαντικό είναι ότι όλα τα παιδιά - ιδιαίτερα εκείνα που αρχίζουν τη ζωή τους έχοντας ήδη την εγγενή προδιάθεση για έντονο άγχος - είναι πολύ ευάλωτα στις μεταδοτικές συνέπειες των συναισθημάτων που βιώνουν οι γονείς. Τα παιδιά διαθέτουν «ειδική» ικανότητα να αντιλαμβάνονται και τα πιο μικρά σήματα που προδίδουν τα συναισθήματα των γονέων τους.

Μερικοί φόβοι μεταδίδονται ασυνείδητα, όχι πάντα με λόγια, αλλά και με τη γενικότερη στάση μας ή ακόμη και με τους μορφασμούς μας και τις χειρονομίες μας. Στον τελευταίο πόλεμο, οι μητέρες, που ήταν ήρεμες κατά τη διάρκεια των αεροπορικών επιδρομών, είχαν συνήθως και ήρεμα παιδιά. Εκείνες που έδειχναν έντονο φόβο, μετέδιδαν τους φόβους τους στα παιδιά τους. Η σπουδαιότητα αυτής της συναισθηματικής μετάδοσης είναι εξαιρετικά μεγάλη. Υπάρχει μια άμεση ομοιότητα-αντιστοιχία ανάμεσα στους φόβους που έχουν τα αδέλφια, καθώς και ανάμεσα στους φόβους που έχουν οι γονείς και τα παιδιά τους. Όσο πιο ήρεμοι και γαλήνιοι είναι οι γονείς, τόσο περισσότερο μετριάζεται η γενική συναισθηματική φόρτιση στα παιδιά.

Ένα μεγάλο μέρος της ανθρώπινης μάθησης πραγματοποιείται μέσα σε διαπροσωπικό-μιμητικό πλαίσιο. Η Mary Cover Jones υποστηρίζει ότι η κοινωνική μίμηση είναι ίσως η πιο κοινή πηγή των παράλογων φόβων στα παιδιά. Η Jones έβαλε μαζί, μέσα σε ένα παιδικό «πάρκο», ένα βρέφος που δεν φοβόταν τα κουνέλια και ένα άλλο που είχε φοβία για τα κουνέλια. Παρουσίασε και στα δύο παιδιά ένα κουνέλι. Το παιδί, που πριν δεν φοβόταν, ανέπτυξε αμέσως φοβικές αντιδράσεις απέναντι στο ζώο, μιμούμενο το άλλο παιδί.

Το γεγονός ότι η ηρεμία και η απουσία φόβου είναι καταστάσεις μεταδοτικές έχει χρησιμοποιηθεί για την εξάλειψη των φόβων. Με άλλα λόγια, τη διαδικασία (που περιγράψαμε παραπάνω) για την απόκτηση φόβων μπορούμε να την χρησιμοποιήσουμε αντίστροφα, για να προκαλέσουμε θετικό αποτέλεσμα και να απαλείψουμε φόβους. Σε μια έρευνα, παιδιά του νηπιαγωγείου που είχαν φόβους προς τους σκύλους συμμετείχαν σε οκτώ σύντομες θεραπευτικές συναντήσεις, όπου παρακολούθησαν ένα παιδί-πρότυπο να αλληλεπιδρά, όλο και πιο στενά, με έναν σκύλο: τον πλησίαζε, έπαιζε μαζί του, τον χάιδευε κ.λπ. Τα περισσότερα παιδιά-παρατηρητές απέβαλαν τους φόβους τους για τους σκύλους.

Είναι σημαντικό να θυμόμαστε ότι ένα μεγάλο μέρος της ανθρώπινης μάθησης περιλαμβάνει σύνθετες γνωστικές διαδικασίες, που λειτουργούν με σύμβολα, τα οποία μεταδίδονται διαμέσου της γλώσσας. Γι’ αυτόν το λόγο, το παιδί μπορεί να μάθει να φοβάται, απλώς και μόνο, ακούγοντας για τους φόβους των άλλων και, ιδιαίτερα, για τους φόβους των γονέων τους. Οι γονείς σωστά ανησυχούν και φροντίζουν να αποτρέψουν τα παιδιά τους να πάθουν κακό. Πρέπει να διδάξουμε τα παιδιά να προφυλάσσονται από τους διάφορους κινδύνους, αλλά, δυστυχώς, τα διδάσκουμε να ψάχνουν, να αναζητούν, για κάθε πιθανή απειλή που μπορεί να ελλοχεύει. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, περνούμε από το λειτουργικό-προσαρμοστικό άγχος στο παθολογικό-δυσπροσαρμοστικό άγχος. Είναι πολύ εύκολο κάτι, που άρχιζε ως δικαιολογημένη ανησυχία, να μετατραπεί σε περιττή ταλαιπωρία. Αν μια μητέρα εκφράζει συνεχώς φόβους μπροστά στο παιδί της (αντί να λαμβάνει τις αναγκαίες προφυλάξεις με τρόπο θετικό), τότε, χωρίς να το καταλαβαίνει, εθίζει το παιδί να βλέπει τον κόσμο σαν ένα επικίνδυνο τόπο. Για παράδειγμα, μια διαζευγμένη και υπερβολικά αγχώδης μητέρα, που ζούσε με τη μοναδική της κόρη, κατατρεχόταν από την ιδέα ότι θα ερχόταν ένας άνδρας και θα απήγαγε ή θα παρενοχλούσε το παιδί της. Η μητέρα έθεσε την κόρη της σε πραγματικό συναγερμό γι’ αυτόν τον «πανταχού παρόντα» κίνδυνο: την έμαθε να κλειδώνει όλες τις πόρτες στο σπίτι, να έχει κλειστές τις κουρτίνες, να μένει μέσα στο σπίτι όσο περισσότερο μπορούσε και να είναι ιδιαίτερα προσεκτική στο δρόμο - προς και από το σχολείο. Το μικρό αυτό κορίτσι βρισκόταν συνεχώς σε αφόρητη υπερένταση και ανησυχία. Ύστερα από λίγο καιρό, κατέληξε να φοβάται να αφήσει την ασφάλεια του σπιτιού (παρουσίασε αγοραφοβία) και δεν έβγαινε ποτέ έξω μόνη της.

Ο ψυχίατρος Norman Cameron έχει συγκεντρώσει και καταγράψει μερικούς από τους τρόπους, με τους οποίους τα παιδιά μαθαίνουν να είναι αγχώδη:

Ορισμένα παιδιά χρησιμοποιούνται ως «έμπιστοι» από τους γονείς τους. Οι γονείς τούς εκμυστηρεύονται τα προβλήματά τους και μαζί τους μοιράζονται τις δυσκολίες τους. Τα παιδιά αυτά μαθαίνουν πρόωρα για τις δυσκολίες των μεγάλων, όπως είναι τα οικονομικά βάρη και τα συζυγικά προβλήματα. Επειδή δεν έχουν την απαραίτητη ωριμότητα, ώστε να κατανοήσουν πλήρως αυτά τα προβλήματα, και δεν διαθέτουν την ικανότητα και την απαιτούμενη πείρα να τα αντιμετωπίσουν, τα παιδιά αυτά βυθίζονται πρόωρα μέσα στις αβεβαιότητες και στα βάρη της ζωής.

Η επιδίωξη του τέλειου εκ μέρους των γονέων μπορεί επίσης να προκαλέσει φόβους στα παιδιά. Ο γονέας που δεν είναι ποτέ ικανοποιημένος με την απόδοση του παιδιού του, που του λέει συνεχώς ότι θα μπορούσε να το είχε κάνει καλύτερα, ο γονέας που θέτει στόχους πολύ υψηλότερους από τις πραγματικές δυνατότητες του παιδιού, δημιουργεί ένα παιδί με χαμηλή αυτοεκτίμηση, ένα παιδί επιρρεπές στο συναίσθημα του φόβου μήπως τους απογοητεύσει όλους.

Οι υπερ-ανεκτικοί γονείς, επίσης, έχουν κατά κανόνα αγχώδη παιδιά. Φαίνεται ότι τα παιδιά, για να νιώθουν ασφαλή, χρειάζονται σαφή όρια, τα οποία οι ενήλικοι θα πρέπει να καθορίσουν και να ζητήσουν από το παιδί να τα τηρήσει. Χωρίς αυτά τα όρια, το παιδί δεν είναι βέβαιο για τα σύνορα της ελευθερίας δράσης του. Συνέπεια της έλλειψης ορίων είναι ότι το παιδί δεν μπορεί να προβλέψει και να προκαθορίσει αυτό που ο κόσμος (έξω από το σπίτι του) προσδοκά από αυτό, με αποτέλεσμα η αβεβαιότητά του να αυξάνεται (Herbert, 1995).

Υπάρχουν πετυχημένες τακτικές προσέγγισης του άλλου φύλου;

Για όποιον ψάχνει με αγωνία εγγυημένες τακτικές προσέγγισης του άλλου φύλου, αυτό το άρθρο δεν τον αφορά. Γιατί, δυστυχώς δεν υπάρχουν πετυχημένες τακτικές προσέγγισης ή συγκεκριμένα κομπλιμέντα που «πιάνουν» σε ένα φλερτ.

Τα κομπλιμέντα – κυρίως στις γυναίκες –  δεν είναι το παν σε ένα ραντεβού, αλλά ο τρόπος και η στιγμή που τα λέμε. Για να έχετε κάποια επιτυχία με το άλλο φύλο χρειάζεται να έχετε  αρκετή αυτοπεποίθηση, χιούμορ και να έχετε καταπολεμήσει το άγχος ώστε να είσαστε πιο φυσικοί, ανοικτοί στην επικοινωνία και το σώμα σας να μην νιώθει άβολα.

Ασφαλώς, και πρέπει να κοιτάτε στα μάτια τον άλλο δείχνοντας του έτσι ότι σας ενδιαφέρει και βεβαίως να χαμογελάτε αβίαστα όταν δίνεται η ευκαιρία.
Κυρίως, σε κάθε συνάντηση προσπαθήστε να είστε ο αληθινός και ο αυθεντικός εαυτός σας, στην ευχάριστη έκδοση του, όμως. Ένα χαμόγελο είναι η πιο απλή μορφή του φλερτ. Όταν είναι αληθινό, δείχνει ότι ενδιαφερόμαστε αυθεντικά για το συγκεκριμένο άτομο.

Αν λοιπόν σας ενδιαφέρει κάποιος, το βλέμμα σας να είναι πάνω του λίγο παραπάνω από το κανονικό. Ένα άγγιγμα, αλλά με ανεπαίσθητο τρόπο, είναι ένα προφανές σημάδι ενδιαφέροντος.

Οι ειδικοί θεωρούν ότι είναι καλύτερα να προσεγγίσετε τον άλλο με τον οποίο φαίνεται από τον τρόπο εμφάνισης και ντυσίματος του,  ότι έχετε κοινά σημεία.

Προσέξτε ασφαλώς αυτά που σας λέει και δείξτε του/της ότι ακούτε με ενδιαφέρον όσα λέει.
Στη συζήτηση να αποφύγετε τα κοινότοπα θέματα και επιλέξατε κάτι που σας ενδιαφέρει και πιστεύετε ότι θα αρέσει και στο άτομο που έχετε απέναντι σας. Για παράδειγμα, βρείτε κάτι ενδιαφέρον πάνω του/της ή στα ενδιαφέροντα του/της, κάντε ένα σχόλιο και δείτε πως θα αντιδράσει.

Όσο περισσότερο βλέπει ότι έχετε κοινά ενδιαφέροντα τόσο πιο αποτελεσματική θα είναι η προσέγγιση σας. Αν πρόκειται να κάνετε κάποιο κομπλιμέντο, πείτε κάτι αληθινό, για να γίνει αποδεκτό. Τέλος, δείξτε μεν ενδιαφέρον για τον άλλο και κάντε ερωτήσεις για τον εαυτό του και τη ζωή του, χωρίς, όμως, να γίνεστε αδιάκριτος.

Το φλερτ για άντρες και γυναίκες
Μην φλερτάρετε άγαρμπα αλλά με σωστό τρόπο και για να το απολαύσετε. Μην ξεχνάτε πως μερικές φορές ένα φλερτ μπορεί να σας δώσει τον σύντροφο της ζωής σας. Γι' αυτό απαιτεί κάποιες κοινωνικές δεξιότητες για να προσελκύσετε τους άλλους.

Συμβουλές για τις γυναίκες:
■ Θα πρέπει να δοθούν σαφή μηνύματα με τη συμπεριφορά σας. Εάν φλερτάρετε με σεξουαλικό τρόπο, θα προσελκύσετε τους άνδρες που θέλουν σεξ.
■ Μια απαλή και σέξι φωνή θα βάλει ένα ‘πέπλο’ στην εμφάνισή σας.
■ Αν δεν σας ενδιαφέρει απλά να αρνηθείτε ευγενικά.

Συμβουλές για Άνδρες:
■ Μην δείξετε σε κάθε προσπάθεια ότι είστε ένας ‘διαστημικός’ και απότομος εισβολέας. Τα κορίτσια θα τρομοκρατηθούν.
■ Μην φλερτάρετε για sex. Το φλερτ πρέπει να είναι φιλικό.
■ Μην καυχιέστε για τον εαυτό σας. Κάντε της ανοιχτές ερωτήσεις, για να την γνωρίσετε.
■ Μη κάνετε ψευδή κομπλιμέντα. Αντίθετα τα ειλικρινή είναι ευπρόσδεκτα.

Συμβουλές για τους δύο:
■ Φορέστε το αβίαστο και καλό σας χαμόγελο.
■ Προσθέστε αυτοεκτίμηση
■ Το φλερτ είναι για διασκέδαση, δεν πρέπει να νιώσετε άσχημα ή να βγάλετε κακίες εάν απορριφθεί.
■ Για αρχή, κάντε κομπλιμέντα για τα ρούχα, τα μάτια ή χαμογελάστε με χιούμορ.
■ Κοιτάξτε στο μάτια τον άλλον ενώ μιλάει.
■ Αγγίξτε απαλά το χέρι ή το χέρι του.
■ Όταν αισθάνεστε πως ο άλλος δείχνει ενδιαφέρον, ζητήστε ένα ραντεβού.

Και μην ξεχνάτε... Απολαύστε το φλερτ!

Παιδιά με σύνδρομο γονικής αποξένωσης

 Το Σύνδρομο Γονικής Αποξένωσης είναι ένας όρος που δημιούργησε ο Richard Gardner στις αρχές της δεκαετίας ’80. Τον «εμπνεύστηκε» για να αναφερθεί σε αυτό που ο ίδιος περιέγραφε ως μια διαταραχή στα πλαίσια της οποίας ένα παιδί με διαζευγμένους γονείς συστηματικά και αδικαιολόγητα μειώνει και προσβάλλει τον ένα γονέα, σαν αποτέλεσμα ενός συνδυασμού παραγόντων που περιλαμβάνουν την πλύση εγκεφάλου από πλευράς του άλλου γονέα (συνήθως στα πλαίσια μιας διαφοράς ως προς την ανάθεση της γονικής μέριμνας) καθώς και τις προσπάθειες του παιδιού να κακολογήσει ή κατηγορήσει άδικα τον άλλο γονέα.

Στις αρχές του 1970, όταν τα διαζύγια σημείωσαν μεγάλη αύξηση στον δυτικό κόσμο, ο Gardner ερεύνησε βαθιά το θέμα των επιπτώσεων στα παιδιά των οποίων οι γονείς είχαν πάρει διαζύγιο. Δεν ήταν εύκολο να εξηγηθούν φαινόμενα όπου το παιδί στρεφόταν εναντίον του γονέα, που δεν είχε την επιμέλεια, χωρίς λόγο. Αυτό μπορούσε να συμβεί σε οποιαδήποτε ηλικία. Δεν ήταν απλή συκοφαντική δυσφήμιση του άλλου γονέα…ήταν ολική αποκοπή συναισθηματικά από τον άλλο γονέα.
 
Πράγματι, ο Gardner και άλλοι μετά από έρευνες νομικών και ψυχολογικών θεμάτων και περιπτώσεων παιδιών διαζευγμένων, απέδειξαν ότι αποτελεί σύνδρομο βαθιά ριζωμένο στον ψυχικό κόσμο του παιδιού και δεν αποβάλλεται. Υπάρχει σε ήπια, σε μέτρια και σε βαρεία μορφή. Στην τελευταία κατηγορία, το παιδί δεν έχει ενοχές, δεν θέλει καμία σχέση με τον άλλο γονέα (ούτε και τηλεφωνική), τρομάζει με την παρουσία του και τον απεχθάνεται. Μάλιστα, μπορεί και να πάει σε δικαστήριο εναντίον του, συνήθως επειδή το έπεισε ο γονέας με τον οποίο συμβιώνει. Το 2002 το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο αναγνώρισε το Σύνδρομο Γονικής Αποξένωσης σε μια Διεθνή Διάσκεψη. Η Μέρι Μπανότι, διαμεσολαβήτρια για τις απαγωγές παιδιών σε διεθνές επίπεδο, γράφει στην έκθεσή της, (Παράρτημα V) ότι:
«…Αυτό το φαινόμενο αναγνωρίζεται ολοένα και περισσότερο ως πρόβλημα των παιδιών στα οποία δεν επιτρέπεται η πρόσβαση στον ένα ή στον άλλο γονέα. Ο γονέας που έχει την επιμέλεια φροντίζει να αποξενώσει τον γονέα που δεν έχει την επιμέλεια από τα παιδιά του και αυτή η πρακτική είναι δυστυχώς πολύ συνηθισμένη και έχει καταστροφικές συνέπειες για το παιδί. Είναι σημαντικό οι δικαστικές αρχές και οι κοινωνικοί λειτουργοί που αναλαμβάνουν παιδιά σε αυτή την κατάσταση να γνωρίζουν ότι υπάρχουν τέτοιες συμπεριφορές και δεν πρέπει να κάνουν διακρίσεις κατά τη λήψη αποφάσεων σχετικά με την πρόσβαση και τα δικαιώματα επίσκεψης.»
Ποια συμπτώματα υπάρχουν για το Σύνδρομο αυτό;
 
• Άγχος
• Κατάθλιψη
• Νευρικότητα
• Αδιαφορία προς τον γονέα που δεν έχει την επιμέλεια
• Εχθρότητα
• Απέχθεια
• Δεν θέλει τηλεφωνική ή καμία άλλη επαφή με τον άλλο γονέα
• Δεν δέχεται δώρα ή χαρτζιλίκι από τον άλλο γονέα
• Ακυρώνει συναντήσεις μαζί του
 
Το Σύνδρομο αυτό αναπτύσσεται όταν υπάρχουν 3 κατηγορίες γονέων:
 
1. Οι αφελείς γονείς που κάνουν αρνητικά σχόλια ο ένας για τον άλλο για να ενδυναμώσουν τη δική τους σχέση με το παιδί.
2. Οι ενεργοί γονείς που φέρονται επιθετικά και επικριτικά και στοχοθετούν σταθερά τον άλλο γονέα
3. Οι γονείς με έντονες εμμονές που είναι αποφασισμένοι να καταστρέψουν τον δεσμό του ανήλικου με τον γονέα.
 
Τα αποτελέσματα των κλινικών ερευνών δείχνουν ότι παιδιά με τέτοιο σύνδρομο έχουν μεγάλη δυσκολία να αναπτύξουν υγιείς σχέσεις στο μέλλον, παρουσιάζουν θέματα εμπιστοσύνης και πολύ χαμηλή αυτοεκτίμηση.
 
Δυστυχώς το φαινόμενο αυτό δεν είναι σπάνιο και γι’ αυτό πρέπει να δίνεται μεγάλη προσοχή και μέριμνα στους γονείς και τα παιδιά τους.

Μεγαλώνουμε παιδιά με «δυσανεξία» στην αληθινή ζωή

Σε αυτή τη χώρα της καθολικής καταβαράθρωσης οι περισσότεροι γονείς εξακολουθούν να αρνούνται το δικαίωμα του παιδιού τους στην αποτυχία. Δεν είναι τυχαίο ότι στον τόπο των αρνητικών ρεκόρ, η παιδική ηλικία θυμίζει ακόμη αγώνα δρόμου για την ψυχαναγκαστική τελειότητα. Η βαλλόμενη πανταχόθεν ελληνική οικογένεια επιμένει σχεδόν εμμονικά να λειτουργεί σαν εταιρεία, εστιάζοντας κυρίως στον τομέα της παραγωγικότητας και των ικανοτήτων (π.χ. Proficiency στην Α Γυμνασίου). Αποστολή της εταιρείας είναι να παράξει τέλεια παιδιά.
Οι καθαρά μη γνωστικές δεξιότητες, όπως η περιέργεια, το περίφημο «grit» (ψυχικό σθένος), η επιμονή, ο αυτοέλεγχος, η αυτοπεποίθηση και η αποφασιστικότητα αποδεικνύονται πολύ καλύτερη συνταγή επιβίωσης.
Η αποστέρηση του δικαιώματος στην αποτυχία συμβαδίζει ασφαλώς με την εξ απαλών ονύχων προστασία από τη δυστυχία. Τα τέλεια παιδιά καλούνται να ζήσουν μια τέλεια ζωή, προστατευμένα ακόμη και από τη σπαρακτική πραγματικότητα. Οι εγχώριοι γονείς είναι πεπεισμένοι πως, ό,τι και να συμβαίνει, τα δικά τους παιδιά πρέπει να μεγαλώσουν μέσα σε έναν κόσμο χωρίς προβλήματα, ρωγμές, ματαιώσεις. Να μπουσουλούν στο διηνεκές μέσα σε ένα αχανές playroom με σουηδικά ξύλινα παιχνίδια, σπιτικά cupcakes που μόλις βγήκαν από τον φούρνο, μια παντελώς ανέφελη οικογενειακή ζωή και παραμύθια με happy endings. Οι άλλοι είναι πάντοτε εκείνοι που συνθλίβονται, αποτυγχάνουν, στραπατσάρονται, τρώνε τα μούτρα τους.
 
Ακόμη και σε αυτήν την Ελλάδα του 2017 (με τα ρεκόρ ανεργίας και κατάθλιψης), τα παιδιά δεν πρέπει επ’ ουδενί λόγω να εκτεθούν στην ευθραυστότητα της ανθρώπινης ζωής. Δεν πρέπει π.χ. να μάθουν ότι η δασκάλα της μουσικής λείπει κάθε Παρασκευή γιατί υποβάλλεται σε χημειοθεραπείες, ότι η αδελφή του μπαμπά δεν μπορεί να κάνει δικά της παιδιά και υιοθέτησε ένα κοριτσάκι, ότι ο γάμος του θείου κατέληξε σε ένα επώδυνο διαζύγιο, ότι το αγοράκι στην απέναντι πολυκατοικία έχει «ειδικές ανάγκες», ότι ο μπαμπάς έχει μήνες να πληρωθεί κ.ο.κ.
 
Οπως έγραφε προ καιρού ο δημοσιογράφος Τιμ Λοτ στη βρετανική εφημερίδα «The Guardian»: «Είναι μια πεποίθηση που ενσταλάζουμε στα παιδιά, η άποψη ότι αν δεν είσαι ευτυχισμένος είσαι αποτυχημένος. Και αυτή η άποψη, τόσο αναπόσπαστο πλέον κομμάτι του «πνεύματος του καιρού μας» που σχεδόν δεν την παρατηρούμε, είναι από τους βασικούς λόγους για τους οποίους δυσκολευόμαστε να είμαστε ευτυχείς: υποθέτουμε ότι όλοι οι άλλοι είναι και ότι εμείς δεν είμαστε. Είναι ψέμα. Ως παιδί έχεις κι εσύ δικαίωμα να είσαι δυστυχισμένο».
 
Εξυπακούεται ότι δεν είναι μόνο τα παιδιά που δυσκολεύονται να συμφιλιωθούν με τη «δυστυχία». Οι ειδικοί υπογραμμίζουν ότι οι γονείς παραμένουν η δημογραφική ομάδα με τη μεγαλύτερη δυσανεξία στην «αληθινή ζωή». Δυσκολεύονται, μεταξύ άλλων, να συμφιλιωθούν με τις δυσκολίες της γονεϊκότητας, τις ανεπάρκειές τους και βέβαια, πάνω απ’ όλα, με τα – ατελή – παιδιά τους.
 
Σε πείσμα της ελληνικής πραγματικότητας, ψυχολόγοι και νευροεπιστήμονες υπενθυμίζουν ξανά και ξανά ότι αυτό που τελικά παίζει καθοριστικό ρόλο στην ανάπτυξη ενός παιδιού δεν είναι το πόσο συντονισμένα και αποτελεσματικά συσσωρεύουμε στον εγκέφαλό του πληροφορίες στα πρώτα χρόνια της ζωής του. Η γνώση χρειάζεται, αλλά πιο ζωτική είναι η γνώση της ζωής.
 
Γι’ αυτό και καθαρά μη γνωστικές δεξιότητες, όπως η περιέργεια, το περίφημο «grit» (ψυχικό σθένος), η επιμονή, ο αυτοέλεγχος, η αυτοπεποίθηση και η αποφασιστικότητα αποδεικνύονται πολύ καλύτερη συνταγή επιβίωσης. Διότι αυτά τα συστατικά έχουν να κάνουν με τη δυνατότητα του παιδιού να αντεπεξέλθει σε όλα αυτά που θα βρεθούν αναπόφευκτα στον δρόμο του. Ίσως μάλιστα τα «λιγότερο καλά» να αποδειχτούν πιο χρήσιμα.
 
Αλλως ειπείν, ο χαρακτήρας του παιδιού δομείται τελικά επάνω σε αυτό που η δυτική κοινωνία των γρανιτένιων success stories τρέμει περισσότερο από οτιδήποτε άλλο: το λάθος.
 
Πάλι καλά που τα παιδιά το γνωρίζουν ενστικτωδώς (από την πρώτη εκείνη τούμπα που «τρώνε» μόλις κάνουν τα πρώτα τους βήματα). Μένει στους γονείς να αφουγκραστούν αισίως τη μελωδία της αποτυχίας. Να αντιληφθούν ότι η παιδική ηλικία δεν είναι ο Κήπος της Εδέμ αλλά ένα φυτώριο απογοητεύσεων, σφαλμάτων, αποδοκιμασιών και ματαιώσεων.
 
Όπως παροτρύνει ο Σάμιουελ Μπέκετ: «Προσπάθησε ξανά. Απότυχε ξανά. Απότυχε καλύτερα».

Αριστοτέλης: Φιλοσοφία και Μεσότητα

Για τον Αριστοτέλη ή φιλοσοφία σημαίνει μια ριζική διάνοιξη τού κόσμου η τού Είναι και, σαν αναγκαίο αντίβαρο, σημαίνει και την αντοχή των εμφανιζόμενων διαστάσεων. Γιατί και ή φιλοσοφία του δεν είναι φτωχή σε διαστάσεις:

Αριστοτέλης: Φιλοσοφία και Σοφία για ποιο Σκοπό;
Πρέπει κανείς νά άσχολείται μέ τή φιλοσοφία, άφού αύτή άποβλέπει στήν άπόκτηση καί τήν ασκηση τής παιδείας. ‘Η παιδεία δμως είναι άπό τά μεγαλύτερα άγαθά. Καί δέν έπιτρέπεται βέβαια γιά νά κερδίσει κανείς χρήματα νά φθάνει ως τήν ακρη τού κόσμου (τίς στήλες τού Ήρακλέους), γιά ν’ άποκτήσει δμως φρόνηση δέν είναι διατεθειμένος νά κουρασθεί καί νά κάνει θυσίες.
 
Δέν είναι βέβαια διόλου κακό, αν ή φιλοσοφία δέ φαίνεται νά είναι χρήσιμη καί ώφέλιμη. Γιατί έμείς δέν ύποστηρίζουμε δτι είναι ώφέλιμη άλλά άπλώς καλή καί ότι δέν άρμόζει νά τήν προτιμάει κανείς γιά κάτι αλλο παρά μόνο γι’ αύτή τήν ίδια (καθαυτή). Γιατί όπως ταξιδεύουμε γιά νά παρακολουθήσουμε τούς ‘Ολυμπιακούς άγώνες, άκόμα καί όταν δέν έχουμε νά κερδίσουμε τίποτε, γιατί τό ίδιο τό θέαμα τών άγώνων άξίζει πιό πολύ άπό τά χρήματα, — καί όπως παρακολουθούμε τίς θεατρικές παραστάσεις στά Διονύσια, όχι βέβαια μέ τήν πρόθεση νά κερδίσουμε κάτι άπό τούς ηθοποιούς άλλά άντίθετα ξοδευόμαστε άπό πάνω, καί πολλά άλλα θεάματα θά τά προτιμούσαμε άπό τά χρήματα, έτσι πρέπει νά προτιμούμε καί τή θέα τού ούρανού περισσότερο παρά όσα φαίνονται άπλώς χρήσιμα. Δέν έπιτρέπεται, λοιπόν, κανείς νά σκοτώνεται νά πάει νά δεί άνθρώπους πού παίζουν τούς ρόλους γυναικών καί δούλων, ή μονομαχούν καί τρέχουν (καί νά παθαίνεται), καί άπό τί άλλο μέρος νά νομίζει πώς δέν πρέπει νά σπουδάζει τή φύση τών όντων καί τής άλήθειας.
 
Μόνο οι φιλόσοφοι κατορθώνουν να φθάσουν σε μια ευτυχισμένη ζωή.
’Ενθαρρύνει κανείς γενικά τίς άλλες τέχνες καί έπιστήμες, έφόσον αύτούς πού τίς άσκούν τούς τιμάει καί τούς πληρώνει μισθό. Αύτούς δμως πού άσχολούνται μέ τή φιλοσοφία όχι μόνο δέν τούς ένθαρρύνουμε άλλά συχνά τούς έμποδίζουμε. Γενικά χαρακτηριστικά τού είδήμονος είναι ή ικανότητά του νά μπορεί νά μεταδίδει (διδάσκει) τίς γνώσεις του.
 
’Επειδή τώρα προσπαθούμε νά όρίσουμε αύτή τή θεωρητική έπιστήμη (δηλ. τή φιλοσοφία), θά έπρεπε νά έρευνήσουμε τό άκόλουθο έρώτημα, τί είδους αιτίες καί άρχές έχει ώς άντικείμενό της ή έπιστημονική γνώση, πού άποτελεί τό περιεχόμενο τής φιλοσοφίας. Άν πάρουμε τίς συνηθισμένες άντιλήψεις πού εχουμε γιά τό σοφό, ίσως τότε τό πράγμα νά γινόταν εύκολότερα κατανοητό. Πρώτα πρώτα, λοιπόν, νομίζουμε πώς ό σοφός τά ξέρει όλα, όσο είναι δυνατό αύτό, χωρίς ώστόσο νά έχει άκριβή γνώση γιά τό καθένα πράγμα χωριστά.
 
Έπειτα αύτός που είναι σε θέση να καταλαβαίνει τα δύσκολα πράγματα (προβλήματα), πού δέν είναι εύκολο νά τά άντιληφθεί ο οιοσδήποτε ανθρωπος, αύτός είναι έπίσης σοφός. Γιατί ή αισθητηριακή άντίληψη είναι κοινή σέ όλους, γι’ αύτό είναι εύκολη καί δέν άποτελεί καμιά σοφία. ‘Επιπλέον σοφότερο θεωρούμε αύτόν πού μπορεί νά έκθέτει μέ περισσότερη άκρίβεια καί έπαγωγικότερα τίς αιτίες γιά κάθε έπιστήμη• καί άπό τίς έπιστήμες πάλι αύτή πού τήν έπιλέγουμε γι’ αύτή τήν ίδια καί γιά τήν καθαρή γνώση καί όχι γιά τά πρακτικά της ώφελήματα, αύτή θεωρούμε ότι είναι σέ μεγαλύτερο βαθμό σοφία• έπομένως αυτή πού εχει τόν πρώτο λόγο παρά έκείνη πού ύπηρετεί είναι μάλλον σοφία• γιατί βέβαια ο σοφός δέν πρέπει νά δέχεται άλλά νά δίνει έντολές, ούτε αύτός νά ύπακούει σ’ εναν άλλο, άλλά ο λιγότερο σοφός σ’ αύτόν.
 
Γιά τόν Άριστοτέλη ή φιλοσοφία σημαίνει μιά ριζική διάνοιξη τού κόσμου η τού Είναι καί, σάν άναγκαιο άντίβαρο, σημαίνει καί τήν άντοχή των έμφανιζόμενων διαστάσεων. Γιατί καί ή φιλοσοφία του δέν είναι φτωχή σέ διαστάσεις: Ύπαρξη καί λογική, Ιστορία καί αίωνιότητα, γνώση καί θεώρηση, μερικό καί γενικό, γνώμη καί λόγος, προσωπική εύτυχία καί γενικό καλό, φύση κι έλευθερία. Μάλιστα, άκόμα, ή φύση πρός τήν φύση.
 
Αυτό πού είσέρχεται στόν εύρύ κόσμο τής φιλοσοφίας είναι κατ’ άρχήν άφετηρία . Καί τό σύστημα, λοιπόν, ό άριστοτελισμός ώς σύστημα μπορει νά κατανοηθεί σάν μιά άκατάλυτη σύνδεση των άρχων. Βέβαια μιά γερά άσφαλισμένη σύνδεση. Όμως καί ή πιό σταθερή σύνδεση είναι μέ τή σειρά της μιά άρχή πού στηρίζει όλόκληρη τή φιλοσοφία, άπό τήν άπορία καί τήν έρώτηση ώς τήν άπόδειξη καί τή διδασκαλία. Αύτή ή άρχή τής φιλοσοφίας τού Αριστοτέλη είναι ή πεποίθηση, ότι στήν πραγμάτωση τής φιλοσοφικής γνώσης, «ενα είναι» τό προορισμένο νά κυριαρχήσει στόν ανθρωπο θεϊκό πνεύμα καί ό πραγματικός κόσμος• έκεϊνος δηλαδή στόν όποιο ό ανθρωπος μπορει ν’ άναπτύξει,γεματος έπιθυμία, τή δραστηριότητά του καί νά τή διευρύνει καί νά τήν τελειοποιήσει, προσδίδοντας στήν ϋπαρξή του μορφή, χωρίς ώστόσο νά παύσουν οί ανθρωποι νά έρχονται καί νά παρέρχονται αίώνια.

Η έννοια της «μεσότητος» στην πρακτική φιλοσοφία του Αριστοτέλη
Ο Αριστοτέλης βεβαιώνει ότι ο σκοπός της ηθικής φιλοσοφίας είναι πρακτικός (να μας κάνει καλύτερους). Εντούτοις είναι φανερό ότι έχει ένα σημαντικό θεωρητικό ενδιαφέρον ως προς τα κίνητρα, το χαρακτήρα και τη συμπεριφορά σε σχέση με την ηθική πράξη, το ακούσιο ή εκούσιο αυτής, για την ελεύτερη επιλογή ή την προαίρεση. Κατά τον Αριστοτέλη, ο άνθρωπος, στη χρήση των εξωτερικών και εσωτερικών αγαθών, στις δυνατότητες που ο ψυχικός του κόσμος ή οι περιστάσεις του προσφέρουν, οφείλει να τηρεί την μεσότητα. Και όταν το αγαθό και οι δυνατότητες προσφέρονται κάτω από διάφορα σχήματα (πολλές φορές αντιφατικά) η ίδια αρχή θα τον οδηγήσει στην επιλογή που θα κάνει. Η μεσότητα είναι ο κανόνας κάθε ανθρώπινης αρετής. Αυτή είναι η αρχή και η στάση όχι μόνο της ελληνικής σοφίας αλλά και του ελληνολατινικού ουμανισμού.
 
 
Ποια είναι όμως η μεσότητα για τον Αριστοτέλη;
Ας δούμε την αληθινή σημασία της, το αληθινό νόημα μιας αρχής πρακτικής, που χρησιμοποιείται συχνά σαν όρος, αλλά με αμφίβολο περιεχόμενο, θα προσπαθήσουμε να δούμε ποια απόσταση διακρίνει, παρά τις εξωτερικές ομοιότητες, τις δυο δυνατές σημασίες της μεσότητας και πόσο η μια από αυτές μπορεί να μην είναι κατάλληλη ως προς το φιλόσοφο που εξετάζουμε. Θα στηριχθούμε στα κείμενα του για να βρούμε την παραποίηση που υπέστη ο όρος κατά την Αναγέννηση, θα παρακολουθήσουμε τη σκέψη του φιλοσόφου στην πρακτική του φιλοσοφία και στις περιοχές όπου η θεωρία της μεσότητας εφαρμόζεται. Η έννοια της μεσότητας αναπτύσσεται στον Αριστοτέλη στην ηθική σημασία του όρου αλλά και γενικότερα, στα επόμενα χωρία των έργων του.
 
Ηθικά Ενδήμεια (HE): Β, 3, 1220 β, 20 – 1222 α, 44 που αποτελεί το κύριο μέρος και το Γ’ βιβλίο, όπου περιγράφονται κυρίως οι επιμέρους αρετές (π.χ. ανδρεία κ.ά.)
 
Ηθικά Νικομάχεια (ΗΝ): Β, 2, 1104α, 11-26 κ.ε. Επίσης τα κεφάλαια VI και IX του αυτού βιβλίου Β. Από το VI κεφ. μέχρι το τέλος του Ε’ βιβλίου το έργο αναφέρεται στην περιγραφή των ηθικών αρετών (θάρρος, φρόνηση κλπ.). Έπειτα ακολουθούν τα βιβλία για τις διανοητικές αρετές και για τη φιλία.
 
Δε χρησι­μοποιούμε τα Μεγάλα Ηθικά (ΗΜ), γιατί δεν υπάρχουν περισσότερες διευκρινίσεις ως προς το οέμα μας. Ανάμεσα από τα HE και τα ΗΝ παρατηρούμε ορισμένες διαφορές. Τα ΗΝ είναι μια πιο εξελιγμένη μορφή σε σχέση με τα HE. Οι σχολιαστές δεν έχουν ασχοληθεί ιδιαίτερα με την έννοια της μεσότητας στον Αριστοτέλη. Μόνο ο Ασπασίας (120 μ.κ.ε. Commentarla in Aristotelem Graeca, Berlin 1889) διατυπώνει μια πρωτότυπη σκέψη συγκρίνοντας την ηθική μεσότητα με το μέσο όρο του συλλογισμού. Ακόμα και ο Θωμάς ο Ακινάτος δεν προσθέτει τίποτε ως προς τους σχολιαστές, εκτός από την ανάπτυξη που κάνει στα θεολογικά του έργα. Όσοι ιστορικοί και κριτικοί ασχολούνται με τη μεσότητα τη συγκρίνουν συνήθως με την ελληνική παράδοση του «μηδέν άγαν» ή του μέτρου του Πλάτωνα.
 
Το αποτέλεσμα των παραπάνω μαρτυριών έχει χαρακτήρα εμπειρικό και παραδοσιακό. O Fiat αποδίνει τον όρο ως την προσωπική εξίσωση, ο Ollé-Laprune διαπιστώνει περισσότερο μια αισθητική θεωρία παρά ηθική. O Gomperz κρίνει αδόκιμη αυτή την επέκταση προς την ηθική που κάνει ο Αριστοτέλης στον όρο, ενώ ο Zeller την ταυτίζει με την πρα­κτική φρόνηση. Οι σύγχρονοι συγγραφείς υπογραμμίζουν μολαταύτα ότι αυτή η μεσότητα δεν είναι η μετριότητα, όπως συνήθως αποδίνεται ο όρος. Είναι μια παρατήρηση χρήσιμη για το μελετητή. Επίσης οι Ravaisson, Ross, Heronville και ο Cruchon μας δίνουν χρήσιμες διευκρινίσεις.
 
Το λεξιλόγιο
Οι όροι που χρησιμοποιεί ο Αριστοτέλης οι σχετικοί με το θέμα μας είναι:
α) η Μεσότης π.χ. «περί ἡδονάς καί λύπας ἁπάσας, ἧττον δε περί τάς λύπας, μεσότης μέν σωφροσύνη, ὑπερβολή δε ἀκολασία» (ΗΝ, Β, 7, 107 β 4-6.
β) το μέσον. «Πολύ γάρ ἀπάγοντες τό ἁμαρτάνειν τό μέσον ἥξομεν, ὅπερ οἱ τά διετραμμένα τῶν ξύλων ὀρθοῦντες ποιοῦσι».
Οι δύο λέξεις έχουν την ίδια σημασία, το ένα με την αφηρημένη σημα­σία και το δεύτερο με συγκεκριμένη.
γ) Το μέτρον
δ) το ίσον
ε) ο όρος αρετή – αρεταί με την έννοια της τελειότητας, της εξαιρετικής ικανότητας σε κάτι, όπως και με την ηθική σημασία.
στ) Η έξις: σταθερή ψυχική διάθεση. Η έξις είναι:
 
1) κάτι το επίκτητο σ’ αντίθεση με το έμφυτο, όπως και 2) μια σταθερή ψυχική κατάσταση, ένας τρόπος του είναι σ’ αντίθεση με την πρόσκαιρη ενέργεια. Σ’ αυτή τη δεύτερη σημασία είναι συνώνυμη της διάθεσης (disposition). Η υγεία π.χ. είναι διάθεση και έξη. 3) Τρίτη σημασία είναι αυτή που έχει στα δύο Ηθικά, της κίνησης (impulsion) την οποία δέχεται ο πάσχων από υπαίτιο (τον ενεργούντα) και η οποία μένει ως εν δυνάμει ενέργεια που ευνοεί τον πάσχοντα να πράξει. Μ’ αυτή την έννοια είναι ήδη μια δύναμη. Αλλά επιπλέον η ενεργητική αντίδραση του πάσχοντα κάτω απ’ αυτή την κίνηση θα μείνει μέσα του στην κατάσταση της έξης, ως μια δυναμικό­τητα ενεργητική που αναζητάει την ανανέωση της και σ’ αυτή την κατά­σταση η έξη είναι μια δύναμη – διάθεση.
 
Το περιεχόμενος της θεωρίας
Ο καλύτερος τρόπος για να εξετάσουμε το πρόβλημα είναι να παρα­κολουθήσουμε την εξέλιξη του στα κείμενα που αναφέραμε πιο πάνω, ιδιαίτερα στα ΗΝ. Τα κύρια σημεία της ανάπτυξης του προβλήματος της μεσότητας είναι τα ακόλουθα:
 
Kάθε πράξη τείνει προς το αγαθό. Σκοποί και αγαθά μπορούν να ταυτιστούν (υποκειμενική και αντικειμενική άποψη) και όπως υπάρ­χουν πολλές πράξεις, το ίδιο υπάρχουν πολλοί σκοποί και πολλά αγαθά που ιεραρχούνται προς το ανώτατο αγαθό: την ευτυχία και την ευδαιμονία.
 
Τι είναι η ευτυχία; ασφαλώς κάτι πλήρες και αύταρκες. Όπως κάθε αγαθό, και κάθε σκοπός, συνίσταται στην πλήρωση της λειτουργίας της ιδιαίτερης φύσης καθενός υποκειμένου, πλήρωση που αντιστοιχεί στην τελειότητα αυτής της λειτουργίας. Στον άνθρωπο αυτή η πλήρωση είναι η τέλεια ενεργητικότητα της ψυχής και επειδή η ευτυχία είναι το πιο μεγάλο αγαθό, αυτή είναι η πιο τέλεια δραστηριότητα (ενεργητικότητα).
 
Αλλά η ψυχή περιέχοντας διάφορες δυνάμεις – ή διάφορα μέρη -είναι προφανές ότι έχει την πιο υψηλή δραστηριότητα. Η ψυχή, κατά κύριο λόγο η ανθρώπινη, είναι διπλή στις δυνάμεις της και περιλαμβάνει μια λογική δύναμη και μια άλλη άλογη , περιοχή των παθών, που οφείλει και μπορεί να υποτάσσεται στο λόγο. Η αρετή της πρώτης δύναμης είναι η διανοητική αρετή και της δεύτερης η ηθική αρετή, που μας ενδιαφέρει κατά κύριο λόγο εδώ.
 
Αλλά σε τι συνίσταται αυτή η αρετή που έχει ονομαστεί ήδη ως ο κανόνας της ενεργητικότητας και ο οποίος δεν μπορεί να εφαρμοστεί παρά σε μια κατάσταση της ψυχής – ή ενέργεια της ψυχής – που εξαρτά­ται από τη βούληση. Η αρετή αυτή δε θα χαρακτηρίσει τα ίδια τα πάθη, ούτε τις ικανότητες, αλλά αυτές τις διαθέσεις – δυνάμεις που είναι μέσα μας και ρυθμίζουν την ικανότητα μας να ακολουθούμε τα πάθη μας.
 
Τι θα χαρακτηρίσει την τέλεια διάθεση; Αυτό που θα της επιτρέ­ψει να πράξει, να ενεργήσει κατά τον καλύτερο τρόπο και να εκπληρώσει τέλεια τις ανθρώπινες λειτουργίες. Το χαρακτηριστικό αυτό είναι μια μεσότητα. Ποια μεσότητα; Ας δούμε τώρα τη θεωρία του Αριστοτέλη γι’ αυτή.
 
Η θεωρία της μεσότητας
Η μεσότητα ήταν μια αντίληψη σύμφωνη με την ελληνική παρά­δοση. Από τις αρχές του φιλοσοφικού στοχασμού και της επιστημονικής έρευνας είχε υιοθετηθεί η πυθαγόρεια φράση «η αρετή είναι αρμονία» (Gomperz) σαν ένα σχήμα της ηθικής του μέτρου. Για τους πολλούς ιστο­ρικούς της φιλοσοφίας ο Αριστοτέλης ολοκλήρωσε στα Ηθικά του ένα νέο επιστημονικό σχήμα της ηθικής του μέτρου, προσαρμοσμένης στο σύνολο του έργου του. Ας επισημάνουμε αυτό που χαρακτηρίζει το νέο σχήμα, ας το ορίσουμε ακριβώς, ας δούμε ποιο είναι το νόημα του, η σημασία του και πώς εντάσσεται μέσα στην ηθική θεωρία του Σταγειρίτη.
 
Είναι γνωστός ο σεβασμός που ο φιλόσοφος έχει για τους προκα­τόχους του και τη λαϊκή σοφία. Τις έννοιες: αγαθό, δικαιοσύνη, αρετή γενικά τις αναφέρει συχνά μαζί με γνωστές γνώμες και αποφθέγματα. Το όγδοο κεφάλαιο του Α’ βιβλίου των ΗΝ είναι αφιερωμένο στη συμφωνία των συμπερασμάτων του με τις τρέχουσες έννοιες και τις φιλοσοφικές αντιλήψεις. Όμως στα HE και ΗΝ – στα κεφάλαια που σημειώσαμε – δεν επικαλείται τις γνώμες και τις διδασκαλίες των άλλων για τη μεσότητα. Ούτε οι στίχοι: ἐσθλοί μέν γάρ ἁπλῶς, παντοδαπῶς δέ κακοί (1106 β, 35)1, ούτε η συμβουλή της Κίρκης (και όχι της Καλυψώς)2, που δίνονται στο τέλος του Β΄ βιβλίου μπορούν να θεωρηθούν ως τέτοιοι.
 
Πώς εισάγει ο Αριστοτέλης για πρώτη φορά στα ΗΝ την ιδέα της ηθικής μεσότητας; Στο Β, 2, 1104α, 12-26 διαβάζουμε: φθείρεται δη ἡ σωφροσύνη καί ἡ ἀνδρεία ὑπό τῆς ὑπερβολῆς καί τῆς ἐλλείψεως, ὑπό δέ – ὡς μεσότητος σώζεται… οὕτως σύν καί ἐπί σωφροσύνης καί ἀνδρείας ἔχει καί τῶν ἄλλων ἀρετῶν. Πρόκειται για τη γέννηση και τη διατήρηση των διαθέσεων. Με την πρώτη αυτή υπόμνηση στη μεσότητα ως προς τα πάθη και τις πράξεις (βλ. συγγένεια με τις αντιλήψεις του Ιπποκράτη) διαπιστώνεται η ψυχολογική επαγωγή που χαρακτηρίζει την ηθική μέθοδο του Αριστο­τέλη και η οποία δίνει στην ηθική του, από επιστημονική άποψη, ένα υψηλό βαθμό βεβαιότητας (R.P. Gillet,o. 184). Δηλ. παρουσιάζει αυτή τη μεσότητα ως εφαρμογή μιας γενικής αρχής για πράξη, η οποία, στα παρα­δείγματα που μας δίνει, αξίζει το ίδιο τόσο για προβλήματα ηθικής φρό­νησης, όσο και υγείας.
 
Πώς συνδέεται η μεσότητα με την αρετή;
Ας σημειώσουμε εδώ δύο έννοιες που συνδέονται με τη μεσότητα στο χωρίο που αναφέραμε πιο πάνω: την υπερβολή και την έλλειψη, το πάρα πολύ και το πάρα πολύ λίγο, έννοιες που σχετίζονται όχι μόνο με τη μεσότητα, αλλά και με το μέτρο, την αναλογία, τη νοητική μεσότητα χρησιμοποιώντας τον όρο: σύμμετρα, όρο που εκφράζει τη βλαπτικότητα των άκρων και τον καθιστά αντίστοιχο της τελειότητας, δηλαδή της αρετής (1106α, 15).
 
Οι δύο μεσότητες
Στο Β’ βιβλίο των ΗΝ3 ο Αριστοτέλης θ’ αναπτύξει την έννοια της μεσότητας με πιο αντικειμενικό τρόπο και διεξοδικότερα. Επισημαίνει: «Σε κάθε συνεχόμενο και διαιρετό μπορούμε να διακρίνουμε άλλοτε το περισσότερο, άλλοτε το λιγότερο και άλλοτε το ίσον και αυτά είτε ως προς το αντικείμενο, είτε σε σχέση με μας, ενώ το ίσο είναι κάποιο μέσον μεταξύ της υπερβολής και της έλλειψης. Διατυπώνεται εδώ μια άποψη ποσοτική που δεν εξαρτάται μόνο από την ένταση των συναισθημάτων, αλλά και από τις κατάλληλες συνθήκες (χρόνος, τόπος κλπ.).
 
Υπάρχουν λοιπόν για τον Αριστοτέλη δύο είδη μεσότητας: η μεσό­τητα σε σχέση με το αντικείμενο και η μεσότητα σε σχέση με μας. Η πρώτη είναι σε ίση απόσταση από τα άκρα και είναι η αριθμητική μεσό­τητα. Η δεύτερη είναι η μεσότητα σε σχέση με μας, ποικίλλει ανάλογα με τα άτομα, σύμφωνα με την ανθρώπινη φύση, δε συνεπάγεται έλλειψη ή υπερβολή και δεν είναι η ίδια για όλους. Είναι η μεσότητα που έχει επιλε­γεί από το λόγο και είναι ανάλογη με το σκοπό που επιδιώκουμε και ο οποίος είναι πάντα το αγαθό, η ευτυχία, η ευδαιμονία. Είναι η μεσότητα η διανοητική που έχει σχέση με την αναλογία και το μέτρο.4
 
Τα συμπεράσματα από το γνωστό παράδειγμα του Μίλωνα είναι ότι η δόση της τροφής για τον αθλητή, από το γυμναστή, ρυθμίζεται ανάλογα με το σκοπό της πράξης του φαγητού, που είναι η υγεία και η ακμή η σωματική. Δηλαδή είναι σχετική και ανάλογη με το άτομο και την ιδιο­συστασία του.
 
Εκτός από το σκοπό, αυτό που θα επιτρέψει στον άνθρωπο να πάρει την απόφαση του, είναι και η λογική εκτίμηση των μέσων (η φυσική κατάσταση, οι τροφές, οι περιστάσεις, όπως η εποχή, η ώρα κ.ά.). Έχουμε λοιπόν μεταβλητές μεσότητες ανάλογα με τα υποκείμενα και το σκοπό που επιδιώκουμε, μεσότητες που ορίζονται από το λογικό και που υπάρχουν σε κάθε τεχνική και τέχνη. Μεσότητα λογική που συνδέεται, όπως είπαμε πιο πάνω, με την αναλογία και το μέτρο. Ο άνθρωπος που στοχεύει στη λογική μεσότητα εγκαθιστά μια αναλογία μεταξύ της δραστηριότητας του, των μέσων του και του σκοπού που πρέπει να επιτύχει: Η συνείδηση του αγρυπνεί για να μην πέσει ούτε στην υπερβολή ούτε στην έλλειψη, αλλά να καταλήξει στη μεσότητα που είναι ίδια με την αρετή, δηλαδή με την εξαίρετη πράξη, με την κορυφή, με την ακρότητα, αν λάβουμε υπόψη το άριστο και το αγαθό.5 Αυτή άρα η μεσότητα σε σχέση με μας που είναι ανάλογη με το σκοπό – και το αγαθό – είναι η αρετή κάθε ανθρώπινης δραστηριότητας. Το αποτέλεσμα μιας τέτοιας στάσης είναι μια πράξη, ένα έργο, μια αναλογία φορτισμένη με νοημοσύνη, με λόγο, με ηθική κρίση.
 
Η διαφορά λοιπόν μεταξύ της πρώτης και της δεύτερης μεσότητας είναι λογική και αναφέρεται στην πρόθεση, στην ελεύθερη απόφαση, στην προαίρεση. Έτσι ενώ ο άνθρωπος που στοχεύει στη λογική μεσότητα, ρυθμίζοντας τη δραστηριότητα του στα μέσα, στο σκοπό που πρέ­πει να επιτύχει, δέχεται τις ουσίες ως προσπάθειες με τη συνείδηση να μην πέσει ούτε στην υπερβολή ούτε στην έλλειψη, αλλά να επιτύχει τη σωστή μεσότητα, που είναι στην ουσία ακρότητα, ο άνθρωπος που αρκείται στην εμπειρική μεσότητα σε σχέση με το αντικείμενο αρνείται τις προσπάθειες και τις θυσίες και αρκείται σε μια ψευδή μεσότητα επι­διώκοντας τη μετριότητα. Η ανάλυση του παραδείγματος του Μίλωνα μας επιτρέπει να δώσουμε την ουσία της έννοιας της μεσότητας: ένα μέτρο στα μέσα (τροφή), στην πράξη (φαγητό), ένα μέτρο ανάλογο με το σκοπό (υγεία, ομορφιά), δηλαδή μια ύψιστη αρετή, μια μεσότητα σε σχέση με μας που είναι καθορισμένη από το λόγο και όπως θα το καθό­ριζε ένας άνθρωπος με φρόνηση.6
 
Στα HE B.II 1220β, 20-29 εξάλλου αναπτύσσει αμεσότερα τα της αριθμητικής μεσότητας στη μεσότητα στις πράξεις λέγοντας: «πρέπει να σημειώσουμε ότι σε κάθε συνεχές διαιρετό μπορούμε να έχουμε υπερ­βολή, έλλειψη και μέσο και αυτό είτε κατά τη σχέση των μερών μεταξύ τους, είτε σε σχέση με μας7 και είναι το ίδιο στη γυμναστική, στην ιατρική, στην αρχιτεκτονική και σε οποιαδήποτε δραστηριότητα επιστημονική ή όχι, φυσική ή όχι, δηλαδή η κίνηση είναι ένα διαρκές και η πράξη είναι μια κίνηση. Παντού η μεσότητα σε σχέση με μας είναι η καλύτερη. Είναι αυτή πραγματικά που είναι σύμφωνη με την επιταγή του λόγου και της επιστήμης και είναι αυτή που προϋποθέτει την καλύτερη διάθεση. Μπο­ρούμε δε να ελέγξουμε το προφανές είτε με την επαγωγή, είτε με την απόδειξη».
 
Την απαρίθμηση των αρετών και των ελλείψεων με την επαγωγή τη βρίσκουμε στα HE II, 2, 1220β,36- 1221β, 28 και στα ΗΝ II. 8, 1107α,28-1108β, 10. Ως προς την απόδειξη, αυτή βρίσκεται και στα δύο κείμενα· ως μέσος όρος χρησιμεύει η κίνηση στα HE – μεταξύ συνεχούς και πρά­ξεως και πιο κάτω (παραγρ. 5) η έννοια της ηδονής χρησιμεύει ως μέσος όρος μεταξύ της πράξης και της διάθεσης.
 
Η ηθική μεσότητα
Ως προς την ηθική μεσότητα, που μας ενδιαφέρει ιδιαίτερα, αυτή αναφέρεται στις πράξεις μας και στα πάθη μας.8 Δεν πρέπει να συγχέ­ουμε την ηθική αρετή και τη φρόνηση. Η ηθική αρετή, δηλαδή η αρετή του χαρακτήρα, όχι αρετή κάθε πράξης, είναι η ηθική αυτού του μέρους της ψυχής, που ενώ είναι άψογο, μπορεί και πρέπει να υποταχθεί στο λογικό μέρος της ψυχής. Πρόκειται για το βαθμό της ευτυχίας που δεν μπορεί να παρακάμψει τελείως τα κατώτερα αγαθά, όπως και η ηθική αρετή δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί ανεξάρτητα από τις εξωτερικές συνθήκες, το χαρακτήρα του ανθρώπου και τις διαθέσεις του, στοιχεία τα οποία δεν ενεργοποιούνται παρά από τις ανθρώπινες πράξεις. Όπως τονίζει ο Αριστοτέλης: η καλή πράξη, η τέλεια πράξη δεν πραγματοποιεί­ται παρά μόνο από τη σύζευξη των παραπάνω παραγόντων (μεσότητα στα πάθη, μεσότητα στην επιλογή-απόφαση των συνθηκών, μεσότητα των μέσων). Εξάλλου η ορθή απόφαση όταν πρέπει, όπου, όπως, προς ποιο, γιατί και για ό,τι πρέπει, συνεπάγεται το μέσον που είναι το άριστον, ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της αρετής.9
 
Άλλο γνώρισμα της μεσότητας είναι το πρέπον. Εκείνος που χαίρεται υπερβολικά διαπράττει υπερβολή στις ηδονές και εκείνος που λυπάται υπερβολικά διαπράττει την αντίθετη υπερβολή… ενώ ο καλός ενεργεί όπως πρέπει. Η έννοια του πρέποντος συνδέεται με την έννοια του σκοπού που είναι το αγαθό. Αν αναφερθούμε σε ορισμένα παραδείγματα, το θάρρος είναι η μεσότητα ως προς το φόβο και την ανδρεία, η σωφρο­σύνη ως προς τις ηδονές και τις λύπες, υπερβολή δε η ακολασία.
 
Η ελευθεριότητα (ως προς τα χρήματα) είναι η μεσότητα ανάμεσα από την ανελευθερία και την ασωτία, η μεγαλοψυχία είναι η μεσότητα ως προς τη μικροψυχία και τη χαυνότητα, η φιλαλήθεια ως προς την ειρωνεία και την αλαζονεία, η φιλία ως προς την επιτήδευση και την κολακεία, η ελευθερία ως προς την ανελευθερία και την ασωτία κ.ο.κ. Δηλαδή η ηθική πράξη (και η ηθική αρετή) συνίσταται στο να πράττουμε κατά προαίρεση, να εγκαθιστούμε προτιμήσεις, να υποτάσσουμε τις επιθυμίες μας και τα πάθη μας στο λόγο και να αποφασίζουμε ελεύθερα. Εδώ παρεμβαίνει ο ρόλος του εκούσιου, της βούλησης, της προαίρεσης, όπως και της πρόθεσης.
 
Για να είναι μια πράξη πραγματικά ηθική πρέπει α) να είναι a priori αυτή που αρμόζει καλύτερα στη δοσμένη περίσταση, β) να εμπνέε­ται από καλό κίνητρο, γ) να είναι το αποτέλεσμα μιας σταθερής διάθε­σης.10 Διαπιστώνουμε εδώ πως παρά τη σημασία που αποδίνει στο κίνητρο των πράξεων, 11 η όλη πορεία του ατόμου προς την αρετή είναι μια κατάκτηση του ατόμου που εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τη βούληση του.
 
Για να κατακτήσουμε εντούτοις τη σωφροσύνη, το θάρρος και τις άλλες αρετές πρέπει να συμμετέχουμε κάπως στους κινδύνους και στις ηδονές. «Ο άνθρωπος που αποφεύγει, γεμάτος φόβο, τον παραμικρό κίνδυνο, που δεν μπορεί να υπομένει καθόλου, είναι δειλός, ενώ εκείνος που δε φοβάται τίποτε είναι θρασύς. Έτσι και εκείνος που απολαμβάνει όλες τις ηδονές και δεν αποφεύγει τίποτε γίνεται ακόλαστος και εκείνος που αποφεύγει όλες, όπως οι αγροίκοι, είναι αναίσθητος. Η σωφροσύνη και η ανδρεία φθείρονται από την υπερβολή και την έλλειψη, σώζονται δε από τη μεσότητα.12
 
Ποια είναι η αιτία της υπεροχής της μεσότητας;
Είναι ο λογικός χαρακτήρας της, όλη η πρακτική φρόνηση την οποία περικλείει η λέξη του μέτρου. Η μεσότητα σε σχέση με μας είναι σύμφωνη με την επιταγή του λόγου και της επιστήμης και ο τελικός σκοπός της πράξης.
 
Αυτή η διαβεβαίωση ότι η μεσότητα η προς εμάς είναι ο τελικός σκο­πός της πράξης συνδέεται με δυο άλλες παραδοχές: α) τη λογική προσαρ­μογή των συνθηκών και β) τις σχέσεις μεταξύ του σκοπού και των μέσων. Για το α΄ πρέπει να συνδεθούμε με τη διδασκαλία του Αριστοτέλη πάνω στις σχέσεις μεταξύ λόγου και βούλησης, μεταξύ του πρακτικού λόγου και της ηθικής αρετής. Για το β΄ δεδομένο – σχέσεις μεταξύ σκοπού και μέσων – η μεσότητα είναι μια επιλογή μεταξύ των μέσων που οδηγούν στην πράξη και είναι αποτέλεσμα της συνεργασίας λόγου και ηθικής αρετής, αλλά σύγχρονα είναι και προαίρεση (deliberation) δηλαδή με ποια μέσα μπορούμε να επιτύχουμε το σκοπό που επιλέξαμε, πώς θα βρούμε το μέσο με το οποίο θα αναγνωρίσουμε την αρχική αιτία που είναι ο τελευταίος σκοπός της έρευνας.13 Διαπιστώνουμε εδώ τον τελολο­γικό χαρακτήρα της ηθικής του Αριστοτέλη, όπως τον διατύπωσε και στην αρχή των ΗΝ για την ιεράρχηση των σκοπών.
 
Όμως, τελικά, η ελεύθερη βούληση και η προαίρεση αποτελεί το μεγαλύτερο βαθμό της ηθικής αρετής, αν εξαιρέσουμε την ευδαιμονία, τη μακαριότητα (contemplation), που επιφυλάσσεται σε ένα πολύ μικρό αριθμό ατόμων, τους σοφούς. Η ελεύθερη εκλογή μιας πράξης, η προαί­ρεση, είναι ο κατεξοχήν ιδιαίτερος χαρακτήρας της αρετής· χάρη σ’ αυτόν μπορούμε να κρίνουμε την ηθική αξία της πράξης.14 Σύμφωνα με τον ορισμό της αρετής ο σώφρων (ο φρόνιμος) αποτελεί τον κανόνα της συμπεριφοράς· ο σώφρων δεν αφήνεται να παρασυρθεί από τις ηδονές των αισθήσεων, αλλά αυτοκυριαρχείται, δεν κάνει τίποτε αντίθετο προς το λόγο, αν και έχει επιθυμίες.15 Έτσι ο σώφρων δε βρίσκει ευχαρίστηση σε ό,τι είναι αντίθετο με το λογικό, ενώ ο κακός δύσκολα μπορεί να ασκηθεί στην αρετή,16 γιατί» η κακία φθείρει την αρχή. Δεν μπορεί να γευθεί κανένας την ηδονή της δικαιοσύνης, εάν δεν είναι ο ίδιος δίκαιος.
 
Ως προς την ηδονή – το ενδιαφέρον για την ευχαρίστηση – μπορούμε να πούμε πως ο Αριστοτέλης αναγνωρίζει το σοβαρό ρόλο της, αλλά υπο­ταγμένης στο ρόλο του σώφρονος ανθρώπου. Μ’ αυτό τον τρόπο υπο­τάσσει την ηθική αρετή στη διανοητική αρετή. Η σωφροσύνη, μια από τις κατώτερες διανοητικές, είναι η αρετή της προαίρεσης (deliberation), που είναι απαραίτητη, αν θέλουμε να είναι κανένας πραγματικά σώφρων και αυτό δεν είναι δυνατό χωρίς ηθική αρετή.17 Άρα, η σωφροσύνη δεν μπο­ρεί να χωριστεί από την ηθική αρετή, επειδή οι αρχές της απορρέουν από τις ηθικές αρετές και επειδή ο ορθός λόγος στις ηθικές πράξεις προέρχε­ται από τη σωφροσύνη.
 
Συμπερασματικά, η πρώτη βαθμίδα της ευτυχίας βασιζόμενη στην έξη, τη δραστηριότητα, δηλαδή την πράξη και την ηδονή κατακτάται όταν ο άνθρωπος μπορεί να φτάσει στην προαίρεση, δηλαδή όταν επιλέ­γει το αγαθό έχοντας απόλυτη ελευθερία ως προς την επιλογή και ως προς τη βούληση του. Επομένως η ελεύθερη επιλογή, η προαίρεση είναι απαραίτητοι παράγοντες για την ηθική πράξη. Ο ρόλος του εκούσιου και της ευθύνης των πράξεων μας είναι σημαντικός. Ο Αριστοτέλης δέχεται ότι η κακία είναι εκούσια και ότι εναπόκειται σε μας να την αποφύγουμε με λογική απόφαση και ελεύθερη προαίρεση. Η πράξη είναι εθελούσια, όταν η αρχή της είναι μέσα σ’ αυτόν που ενεργεί και όταν αυτός γνωρίζει τις συνθήκες μέσα στις οποίες εκτελεί την πράξη. Η προαίρεση είναι το κύριο χαρακτηριστικό της ηθικής αρετής και χάρη σ’ αυτό μπορούμε να κρίνουμε την ηθική αξία.18
 
Η προαίρεση προϋποθέτει τη βούληση και το λόγο. Δεν υπάρχει προαίρεση άνευ νου και διανοίας. Η επιθυμία εξάλλου που είναι τάση έμφυτη και μετέχει του αισθητού και του νοητού δεν είναι πάντα υπο­ταγμένη στο λόγο. Όταν δε συμβαίνει αυτό υπάρχει εσωτερική πάλη, όταν αντίθετα υπάρχει αρμονία επιθυμίας και λογικού ο άνθρωπος είναι υπεύθυνος για τις πράξεις του.19
 
Η μεσότητα επομένως που εξασφαλίζει την ηθική πράξη είναι η μεσότητα η προς ημάς που εμπεριέχει το λόγο, το μέτρο, την ελεύθερη βούληση και προαίρεση. Αυτή η μεσότητα που, όπως είδαμε, ως ηθική ενέργεια και πράξη είναι εξαίρετη, κορυφή, ακρότητα (ενώ ως κατά­σταση είναι μεσότητα) προσανατολισμένη στο αγαθό και στην ευτυχία, προϋποθέτει μεγάλη άσκηση και πειθαρχία από μας και γι’ αυτό είναι πολύ δύσκολο να κατακτηθεί και είναι, βέβαια, πολύ μακριά από τη μετριότητα.
--------------------
Υποσημειώσεις
1. …καί διά ταῦτα τῆς μέν κακίας ἡ ὑπερβολή καί ἡ ἔλλειψις, τῆς δέ ἀρετῆς ἡ μεσότης.
2. ΗΝ 1109α, 33. Διό δεῖ τόν στοχαζόμενον τοῦ μέσου πρῶτον μέν, ἀποχωρεῖν τοῦ μᾶλλον ἐναντίου, καθάπερ ρημάτων παραινεῖ.
3. Βιβλ. II, 5, 1106α 26-29. Ἐν παντί δη συνέχει καί διαιρετῷ ἐστίν λαβεῖν τό μέν πλεῖον τό δ’ ἔλαττον τό δ’ ἴσον, καί ταῦτα ἤ κατ’ αὐτό τό πρᾶγμα ἤ πρός ἡμᾶς· τό δέ ἴσον μέσον τι ὑπερβολῆς καί ἐλλείψεως.
4. ΗΝ. Β,5, 1106α, 33- β, 4, όπου το παράδειγμα του Μίλωνα.
5. ΗΝ. Β 6, 1107α 6-8 «διό κατά μέν τήν οὐσίαν καί τόν λόγον τόν τό τί ἦν εἶναι λέγοντα μεσότης ἐστίν ἡ ἀρετή, κατά δέ τό ἄριστον καί τό εὖ ἀκρότης».
6. ΗΝ Β, 6, 1107α , 1-4 «Ἐστίν ἄρά ἀρετή ἕξις προαιρετική, ἐν μεσότητι οὖσα τῇ πρός ἡμᾶς, ὡρισμένη λόγῳ καί ὡς ἄν ὁ φρόνιμος ὁρίσειε».
7. ΗΝ. Η, 11, 1151β, 34 – 1152α, 6.
8. ΗΝ. Β, 5, 1106β, 16-17 «λέγω δέ τήν ἠθικήν, αὕτη γάρ ἐστίν περί πάθη καί πράξεις, ἐν δέ τούτοις ἐστίν ὑπερβολή καί ἔλλειψις καί μέσον». _
9. ΗΝ. Β, 5, 1106β, 21-22 «τό δέ ὅτε καί ἐφ’ οἷς καί πρός οὕς ἕνεκα καί ὡς δεῖ μέσον τε καί ἄριστον, ὅπερ ἐστί τῆς ἀρετῆς».
10. ΗΝ Β, 3, 1105α, 28-33 «Τά δέ κατά τάς ἀρετάς γινόμενα οὐκ ἐάν αὐτά πῶς ἔχῃ, δικαίως ἤ σωφρόνως πράττεται, ἀλλά καί ἐάν ὁ πράττων πῶς ἔχων πράττῃ, πρῶτον μέν εἰδώς, ἔπειτα ἐάν προαιρούμενος καί προαιρούμενος δι’ αὐτά, τό δέ τρίτον καί ἐάν βεβαίως καί ἀμετακινήτως ἔχων πράττῃ».
11. Πολιτικά, 7, 13, 5, 1331β 26-29 «Ἐπεί δέ δ’ ἐστίν ἐν’ οἷς γίγνεται τό εὖ πᾶσι, τούτοιν δ’ ἐστίν ἐν μέν ἐν τῷ τοῦ σκοποῦ κεῖσθαι καί τό τέλος (=τελικές βλέψεις) τῶν πράξεων ὀρθῶς, ἐν δέ τάς πρός τό τέλος φερούσας πράξεις εὑρίσκειν».
12. ΗΝ Β2, 1104α 20-29 και HE Β, II 1220β, 20-29, διά τήν μεσότητα τήν πρός ἡμᾶς.
13. ΗΝ Γ, 3, 1112β, 11-19.
14. ΗΝ Γ, 4, 1111 β, 5-6 «οἰκειότατον (ἡ προαίρεσις) γάρ εἶναι δοκεῖ τῇ ἀρετῇ καί μᾶλλον τά ἤθη κρίνειν τῶν πράξων».
15. ΗΝ. 4. 11, 1151β 34-1152 αβ.
16. ΗΝ Ζ, 5, 1140β 19-20 «ἐστί γάρ ἡ κακία φθαρτική ἀρχῆς».
17. ΗΝ Ζ, 13,1144β, 31-32 «δῆλον οὖν ἐκ τῶν εἰρημένων ὅτι οὐχ οἷον τε ἀγαθόν εἶναι κυρίως ἄνευ φρονήσεως, οὐδέ φρόνιμον, ἄνευ τῆς ἠθικῆς ἀρετῆς» 4. ΗΝ Κ, 8,1141α. 18-20 «εἴη ἄν ἡ σοφία νοῦς καί ἐπιστήμη…»
18. ΗΝ Γ, 4, llllß, 5-6 «οἰκειότατον (ἡ προαίρεσις) γάρ εἶναι δοκεῖ τῇ ἀρετῇ μᾶλλον τά ἤθη κρίνειν τῶν πράξεων».
19. ΗΝ Γ, 12, 1119β, 15.