Τετάρτη, 10 Μαΐου 2017

ΡΗΤΟΡΙΚΗ: ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ - Φίλιππος (24-29)

[24] Τούτου δ᾽ ἕνεκά σοι ταῦτα διῆλθον, ἵν᾽ ἄν τί σοι φανῇ τῶν ἐν ἀρχῇ λεγομένων ἢ μὴ πιστὸν ἢ μὴ δυνατὸν ἢ μὴ πρέπον σοι πράττειν, μὴ δυσχεράνας ἀποστῇς τῶν λοιπῶν μηδὲ πάθῃς ταὐτὸν τοῖς ἐπιτηδείοις τοῖς ἐμοῖς, ἀλλ᾽ ἐπιμείνῃς ἡσυχάζουσαν ἔχων τὴν διάνοιαν, ἕως ἂν διὰ τέλους ἀκούσῃς ἁπάντων τῶν λεγομένων. Οἶμαι γὰρ ἐρεῖν τι τῶν δεόντων καὶ τῶν σοὶ συμφερόντων.

[25] Καίτοι μ᾽ οὐ λέληθεν, ὅσον διαφέρουσιν τῶν λόγων εἰς τὸ πείθειν οἱ λεγόμενοι τῶν ἀναγιγνωσκομένων, οὐδ᾽ ὅτι πάντες ὑπειλήφασιν τοὺς μὲν περὶ σπουδαίων πραγμάτων καὶ κατεπειγόντων ῥητορεύεσθαι, τοὺς δὲ πρὸς ἐπίδειξιν καὶ πρὸς ἐργολαβίαν γεγράφθαι.

[26] Καὶ ταῦτ᾽ οὐκ ἀλόγως ἐγνώκασιν· ἐπειδὰν γὰρ ὁ λόγος ἀποστερηθῇ τῆς τε δόξης τῆς τοῦ λέγοντος καὶ τῆς φωνῆς καὶ τῶν μεταβολῶν τῶν ἐν ταῖς ῥητορείαις γιγνομένων, ἔτι δὲ τῶν καιρῶν καὶ τῆς σπουδῆς τῆς περὶ τὴν πρᾶξιν, καὶ μηδὲν ᾖ τὸ συναγωνιζόμενον καὶ συμπεῖθον, ἀλλὰ τῶν μὲν προειρημένων ἁπάντων ἔρημος γένηται καὶ γυμνὸς, ἀναγιγνώσκῃ δέ τις αὐτὸν ἀπιθάνως καὶ μηδὲν ἦθος ἐνσημαινόμενος ἀλλ᾽ ὥσπερ ἀπαριθμῶν,

[27] εἰκότως, οἶμαι, φαῦλος εἶναι δοκεῖ τοῖς ἀκούουσιν. Ἅπερ καὶ τὸν νῦν ἐπιδεικνύμενον μάλιστ᾽ ἂν βλάψειεν καὶ φαυλότερον φαίνεσθαι ποιήσειεν· οὐδὲ γὰρ ταῖς περὶ τὴν λέξιν εὐρυθμίαις καὶ ποικιλίαις κεκοσμήκαμεν αὐτὸν, αἷς αὐτός τε νεώτερος ὢν ἐχρώμην καὶ τοῖς ἄλλοις ὑπέδειξα, δι᾽ ὧν τοὺς λόγους ἡδίους ἂν ἅμα καὶ πιστοτέρους ποιοῖεν.

[28] Ὧν οὐδὲν ἔτι δύναμαι διὰ τὴν ἡλικίαν, ἀλλ᾽ ἀπόχρη μοι τοσοῦτον, ἢν αὐτὰς τὰς πράξεις ἁπλῶς δυνηθῶ διελθεῖν. Ἡγοῦμαι δὲ καὶ σοὶ προσήκειν ἁπάντων τῶν ἄλλων ἀμελήσαντι ταύταις μόναις προσέχειν τὸν νοῦν. Οὕτω δ᾽ ἂν ἀκριβέστατα καὶ κάλλιστα θεωρήσειας εἴ τι τυγχάνομεν λέγοντες,

[29] ἢν τὰς μὲν δυσχερείας τὰς περὶ τοὺς σοφιστὰς καὶ τοὺς ἀναγιγνωσκομένους τῶν λόγων ἀφέλῃς, ἀναλαμβάνων δ᾽ ἕκαστον αὐτῶν εἰς τὴν διάνοιαν ἐξετάζῃς, μὴ πάρεργον ποιούμενος μηδὲ μετὰ ῥᾳθυμίας ἀλλὰ μετὰ λογισμοῦ καὶ φιλοσοφίας, ἧς καὶ σὲ μετεσχηκέναι φασίν. Μετὰ γὰρ τούτων σκοπούμενος μᾶλλον ἢ μετὰ τῆς τῶν πολλῶν δόξης ἄμεινον ἂν βουλεύσαιο περὶ αὐτῶν. Ἃ μὲν οὖν ἐβουλόμην μοι προειρῆσθαι, ταῦτ᾽ ἐστίν.

***
Τι πρέπει να προσέξει ο Φίλιππος: Τη σπουδαιότητα του περιεχομένου και όχι τις φυσικές αδυναμίες της μορφής του λόγου αυτού.
[24] Σου τα αναφέρω όλα αυτά, για να μη σου κακοφανεί, αν κάτι απ᾽ όσα θα αναπτύξω στην αρχή σού μοιάσει απίστευτο ή αδύνατο ή και αταίριαστο για σένα, και αποφύγεις να προσέξεις τη συνέχεια· μήτε να πάθεις ό,τι έπαθαν οι φίλοι μου, αλλά να περιμένεις ψύχραιμα ώσπου να ακούσεις ως το τέλος αυτά που έχω να σου πω. Έχω τη γνώμη πως πρόκειται να πω αυτό που πρέπει και που συμφέρει και σ᾽ εσένα.

[25] Βέβαια καθόλου δεν μου διαφεύγει πόσο πιο πειστικοί είναι οι λόγοι που απαγγέλλονται σε σύγκριση με αυτούς που τους διαβάζεις μόνον· ούτε και πως όλοι πιστεύουνε ότι για τις σπουδαίες υποθέσεις που επείγουν οι λόγοι απαγγέλλονται — γράφονται μόνο όσοι είναι για επίδειξη ή για κερδοσκοπία.

[26] Και φυσικά δεν έχουν άδικο όταν ο λόγος στερηθεί την προσωπική γοητεία του ρήτορα, το χρώμα της φωνής του και τις μεταπτώσεις της, που αναδείχνουν πάντα την απαγγελία, και όταν ακόμα το θέμα του χάσει την επικαιρότητα και το ζεστό ενδιαφέρον του, όταν δεν έχει τίποτα που να τον ενισχύει και να του εξασφαλίζει δύναμη πειστική, αλλά μένει γυμνός και έρημος από όλα τα παραπάνω, και τον διαβάζουν και άτονα, χωρίς κανένα χρώμα και κανένα αίσθημα, σαν να αραδιάζουν αριθμούς,

[27] είμαι βέβαιος ότι πολύ δικαιολογημένα θα φανεί εντελώς ασήμαντος σ᾽ αυτούς που τον ακούνε. Το μειονέκτημα αυτό ακριβώς θα ζημιώσει πάρα πολύ και την εντύπωση του λόγου μου που σου παρουσιάζω και θα τον κάνει να φανεί κατώτερης αξίας· γιατί δεν τον έχω στολίσει ούτε με τον ρυθμό ούτε και με την ποικιλία στη μορφή, πράγματα που και εγώ ο ίδιος πιο νέος τα συνήθιζα πολύ, μα και στους άλλους έκαμνα υποδείξεις με ποιά μέσα μπορούσαν να παρουσιάσουν τους λόγους τους πιο ευχάριστους και μαζί πιο πειστικούς.

[28] Από τα μέσα αυτά τίποτα πια δεν είμαι σε θέση να μεταχειριστώ λόγω της ηλικίας· και έτσι μου φτάνει μόνο να μπορέσω να εκθέσω τα γεγονότα αυτά καθεαυτά με τρόπο απλό και απέριττο. Νομίζω μάλιστα ότι εσύ πρέπει να αφήσεις κατά μέρος όλα τα άλλα και να στρέψεις την προσοχή σου αποκλειστικά σε αυτά.

[29] Και ο μόνος τρόπος εξέτασης πιο ορθά, με μεγαλύτερη ακρίβεια, αν λέμε κάτι σοβαρό, είναι να παραμερίσεις τις δυσκολίες που δημιουργούν τα σοφιστικά ευρήματα και η τυπική ανάγνωση των λόγων και να μελετήσεις σε βάθος τον καθένα από αυτούς, όχι επιπόλαια και ανέμελα αλλά με λογική και με περίσκεψη, με πνεύμα κριτικό — που λεν πως δεν σου λείπει. Μόνο με τα κριτήρια αυτά, όχι με τη νοοτροπία των πολλών, αν τα εξετάσεις θα πάρεις τη σωστότερη απόφαση για τα ζητήματα αυτά. Ό,τι λοιπόν ήθελα να ειπωθεί από την αρχή είναι αυτά που είπα.

Η ΓΕΝΕΣΗ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΟΓΡΑΦΙΑΣ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΕΛΛΗΝΕΣ

ΘΟΥΚΥΔΙΔΗΣ ΚΑΙ ΗΡΟΔΟΤΟΣ: ΟΨΕΙΣ ΤΗΣ ΔΙΑΚΕΙΜΕΝΙΚΗΣ ΣΧΕΣΗΣ ΤΟΥΣ
 
Γιατί η ιστορία - η ιστοριογραφία - γεννάται από τους Έλληνες και όχι από άλλους λαούς; Μπορούμε να απαντήσουμε συνοπτικά, λέγοντας ότι από τη στιγμή κατά την οποία αμφισβητείται η παράδοση ως ανώτατη αρχή η οποία κρίνει το αληθές και το ψευδές, αρχίζει τόσο η πολιτική και φιλοσοφική δραστηριότητα, όσο και η ιστορική έρευνα, και ότι όλα αυτά απορρέουν από την ίδια κίνηση. Διότι αν η εικόνα του κόσμου την οποία δίνουν οι μύθοι της φυλής και οι ποιητές είναι ψεύτικη, αν οι νόμοι δεν είναι καλοί απλώς και μόνο επειδή προϋπήρχαν, τότε πρέπει να αναζητηθεί κάτι άλλο. Και αν το παρελθόν των Αθηνών είναι διαφορετικό απ’ ό, τι λέγεται, γιατί να μην προσπαθήσουμε να μάθουμε επίσης τι συμβαίνει με τους άλλους λαούς: Δεν είναι τυχαίο το ότι η ιστορία αρχίζει με τον Ηρόδοτο ταυτοχρόνως ως ιστορία και ως γεωγραφία-εθνογραφία, και το ότι η έρευνα για τη διαμάχη ανάμεσα σε Έλληνες και Πέρσες, ανάμεσα στην Ευρώπη και την Ασία, είναι μια έρευνα όχι μόνο για το παρελθόν, αλλά επίσης, σε επίπεδο χώρου ή συγχρονικό επίπεδο, μια προσπάθεια περιγραφής των εθίμων και των θεσμών των άλλων λαών: Αιγυπτίων, Περσών κ.λπ. Πρέπει να υπενθυμίσουμε ότι αυτό γίνεται με τέτοια αμεροληψία, που μπορεί μεν κανείς να προσπαθήσει να τη φτάσει. αλλά όχι και να την ξεπεράσει. Ο Ηρόδοτος βάζει τους ορκισμένους εχθρούς των Ελλήνων πάνω από τους ίδιους από περισσότερες της μίας απόψεις, κυρίως όμως όσον αφορά τη θρησκεία, επισημαίνοντας, για παράδειγμα, ότι. αντίθετα με τους Έλληνες, οι Πέρσες δεν προσέδωσαν ποτέ ανθρώπινη μορφή στους θεούς τους.[1] Η άρνηση του ανθρωπομορφισμού, η οποία περιορίζεται στην Ελλάδα σε μερικούς σοφούς, ήταν ο κανόνας στους εχθρούς τους. Η γένεση της ιστορίας συνιστά επομένως ταυτόχρονη έρευνα στο δικό μας παρελθόν καθώς και στους θεσμούς (με την ευρύτερη έννοια) των άλλων. Διαβάζουμε με έκπληξη ενίοτε πως η ιστορία και η φιλοσοφία της ιστορίας δεν μπορούσαν να γεννηθούν παρά μόνο μέσα από την εβραϊκή ή χριστιανοεβραϊκή σύλληψη μιας γραμμικής ιστορίας, διότι είναι γεγονός πως οι Εβραίοι δεν έχουν ιστορία, αλλά χρονικά και παραδόσεις, και ότι σε έναν κόσμο που επί δώδεκα αιώνες ήθελε να εμφανίζεται ως χριστιανικός, στον βυζαντινό κόσμο, ο οποίος μιλούσε μάλιστα την ίδια γλώσσα με τον Θουκυδίδη, η ιστορία είναι απλώς ένα ελάχιστα αξιόπιστο χρονικό, όπου το θαύμα είναι πανταχού παρόν.
 
      Σήμερα θα μιλήσουμε για τον Θουκυδίδη. Η ειρωνεία είναι ότι. ενώ πρόκειται για κάποιον ο οποίος προσπαθεί πάντοτε να παραθέτει τις χρονολογικές αναφορές, εμείς είμαστε υποχρεωμένοι να υποθέσουμε ότι γεννήθηκε περί το 460 και πέθανε περί το 400 και, εν πάση περιπτώσει, μετά το τέλος του Πελοποννησιακού πολέμου, το 404. Δεν γνωρίζουμε τίποτε περισσότερο. Τα αποσπάσματα που έχουμε από συγγραφείς του 4ου αιώνα, όπως ο Τίμαιος ή ο Θεόπομπος, δείχνουν ότι αυτοί δεν ξεπερνούν το επίπεδο των Ελληνικών του Ξενοφώντα, δηλαδή το επίπεδο ενός ιστορικού ικανού να καταγράψει και να περιγράφει τα γεγονότα. Το απίστευτο βάθος της ματιάς του Θουκυδίδη ανήκει σε έναν παρωχημένο κόσμο. Θα πρέπει να περιμένουμε τον 2ο αιώνα για να βρούμε ένα συγγραφέα, τον Πολύβιο, για τον οποίο μπορούμε να πούμε ότι πρόκειται για μεγάλο ιστορικό· και ο ίδιος ο Πολύβιος εκφράζει μια ιδιαίτερη στιγμή της ιστορίας. Πρόκειται για την εξαίρεση για την οποία μιλούσε πριν από μερικές εβδομάδες ο Waldenfels. Ο Πολύβιος είναι, με τον τρόπο του, εγελιανός. Είναι μάρτυρας της ανόδου της Ρώμης, και εφόσον η Ρώμη ακολουθεί ανοδική πορεία, εφόσον είναι ισχυρή, εφόσον νίκησε τους Μακεδόνες και ετοιμάζεται να νικήσει την Αχαϊκή Συμπολιτεία, πρέπει να είναι η «καλύτερη». Οπότε, γράφει την ιστορία του για να καταλάβει το γιατί. Καθώς ο ίδιος είναι μάλλον συντηρητικός πολιτικά, ο δικός του ο συντηρητισμός και η Ρώμη θα ταιριάζουν μια χαρά· Θα προσπαθήσει λοιπόν να αποδείξει ότι οι Ρωμαίοι νικούν όχι μόνον επειδή είναι ανώτεροι στο επίπεδο της στρατιωτικής οργάνωσης - πράγμα για το οποίο έχει απόλυτο δίκιο -, αλλά επίσης επειδή έχουν το καλύτερο πολίτευμα. Επωφελούμενος από όσα γνωρίζει ως Έλληνας, λέει ότι η Ρώμη είναι μείγμα τριών πιθανών πολιτευμάτων: έχει δημοκρατικά. αριστοκρατικά και μοναρχικά στοιχεία. Η Ρώμη είναι ανώτερη διότι έχει καλή ιδιοσυγκρασία, καλή μείξη των τριών πολιτευμάτων.[2] Μετά τον Πολύβιο ακολουθούν διάφοροι χρονικογράφοι ή ερανιστές, οι οποίοι γράφουν βασιζόμενοι σε όσα έγραψαν άλλοι, όπως ο Διόδωρος Σικελιώτης ή ακόμα και ο Πλούταρχος, που άλλωστε διαβάζεται πολύ ευχάριστα. Ακόμα και ο Προκόπιος, ο οποίος προσπαθεί τον 6ο αιώνα να μιμηθεί τον Θουκυδίδη, είναι πολύ κατώτερός του. Όσο για τους άλλους Βυζαντινούς, ας μη μιλήσουμε καλύτερα. Η ιστορία - μια ιστορία που δεν συνιστά απλή καταγραφή γεγονότων και όπου πίσω από τα γεγονότα δεν προσπαθούν να ανακαλύψουν πάση θυσία τον δάκτυλο του Θεού - αναγεννάται πράγματι στην Ευρώπη μόνο τον 18ο αιώνα. (Υπάρχουν βεβαίως ο Machiavelli και ο Guichardin τον 16ο αιώνα, αλλά αυτοί παραμένουν μεμονωμένες περιπτώσεις.) Αυτή η ιστορία, όπου γίνεται προσπάθεια να επανατοποθετηθούν τα γεγονότα μέσα στην πολυπλοκότητά τους και να κατανοηθούν μέχρι ς ενός ορισμένου σημείου οι πραγματικές αιτίες τους. είναι ήδη παρούσα κατά μία έννοια στις εκτιμήσεις του Montesquieu σχετικά με τα αίτια του μεγαλείου και της παρακμής των Ρωμαίων[3] όπου επανεμφανίζεται η κριτική ιστορία. Εύκολα απορεί κανείς να δει όλα όσα χωρίζουν τις Εκτίμησης του Montesquieu από αυτό που θέλησε να κάνει μισό αιώνα νωρίτερα ο Bossuet.[4] Δεν χρειάζεται να σας υπενθυμίσω τα όσα επακολούθησαν τον 18ο αιώνα - ο Gib­bon και άλλοι -, ύστερα, τον 19ο αιώνα, ο Macaulay στην Αγγλία. ο Thierry και ο Guizot στη Γαλλία, ο Niebuhr και ο Droysen στη Γερμανία κ.λπ. Τότε συναντάμε ξανά και με ποικίλο βαθμό επιτυχίας την αληθινή ιστορία: την αναζήτηση της ακρίβειας, την κριτική ματιά και την προσπάθεια να συνδεθούν τα γεγονότα σε ένα όλο. την άρνηση του ανεκδότου. Με δυο λόγια, ξαναβρίσκουμε τον Θουκυδίδη. Είναι βεβαίως αδύνατον να μη συνδέσουμε αυτή την αναγέννηση της ιστορίας κατά τον 18ο αιώνα με τα υπόλοιπα, δηλαδή με το Διαφωτισμό. To Dictionnaire του Bayle,[5] το οποίο κυκλοφόρησε στις αρχές του αιώνα, έχει ήδη κηρύξει ανοιχτά τον πόλεμο στη δεισιδαιμονία. Η κριτική ματιά όμως. η αμφισβήτηση, πρέπει να συνοδεύεται από τη βούληση να προσεγγίσει κανείς το γενικό, να βρει νόμους οι οποίοι θα επέτρεπαν την καθοδήγηση της δράσης και την πρόβλεψη του μέλλοντος, αμφότερα μάλιστα όσο περισσότερο γίνεται. Όταν ο Gibbon καταπιάνεται με το μεγαλόπνοο έργο του για την παρακμή και την πτώση της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας,[6] έχει επίσης κατά  νου την παρακμή της αγγλικής ισχύος η οποία θα έρθει κάποτε. Είναι αλήθεια ότι προηγείτο πάνω από ενάμισι αιώνα, και αν δώσει κανείς στον εαυτό του το αναγκαίο χρονικό περιθώριο, μπορεί πάντα να προβλέψει ακίνδυνα την παρακμή κάποιου πράγματος. Μια άλλη πλευρά της αναζήτησης των σημαντικότερων αιτίων της μακροχρόνιας επιθανάτιας αγωνίας και της πτώσης της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας συνδέεται πιο άμεσα με το πνεύμα του Διαφωτισμού. Ανάμεσα σε άλλους παράγοντες, αναδεικνύει και αυτό που ονομάζει «the hostile attacks of the barbarians and Christians»[7]. Καθώς o Gib­bon είναι άνθρωπος που ταξιδεύει, θα μείνει για μεγάλο διάστημα στην Ελβετία, σε μια χώρα δηλαδή με σημαντικό βαθμό ελευθερίας της έκφρασης - αν και το 1782 αποκεφαλίστηκε μια υπηρέτρια γιατί ασκούσε τη μαγεία στο καντόνι του Glaris. Διαβάζοντάς τον πάντως, διαπιστώνουμε ότι η ρητή η υπόρρητη κριτική που ασκεί στη θεσμισμένη θρησκεία πάει μακριά. Ακόμα περισσότερο δε διότι οικειοποιείται κατά βάθος τις θέσεις του Machiavelli: από τη στιγμή που θριαμβεύει μια θρησκεία, για την οποία το ουσιώδες έγκειται στη σωτηρία της ψυχής, δεν υπάρχουν πλέον πολίτες και η πόλη διαλύεται. Ο μεγάλος Ελβετός ιστορικός Jakob Burckhardt. στον οποίο χρωστάμε, όπως ξέρετε, μια ιστορία του πολιτισμού της Αναγέννησης στην Ιταλία, είναι επίσης συγγραφέας μιας ιστορίας του ελληνικού πολιτισμού, δημοσιευμένης μετά το θάνατό του[8] - έργο μνημειώδες, ακόμα κι αν ο τρανός Wila- mowitz δεν δίστασε, με αφορμή τη δημοσίευσή του, να γράψει ότι για τη φιλολογική επιστήμη, αυτό το βιβλίο existiert nicht, δεν αξίζει τίποτε-,[9] και είχε ήδη πει. σχετικά με την ιστορία και την εθνογραφία των Ελλήνων, αυτό που κατά μία έννοια επαναλαμβάνω κι εγώ διαρκώς: ότι η ιστορία γεννιέται με τους Έλληνες, και αυτό το οποίο βρίσκουμε στους Αιγυπτίους, τους Πέρσες και τους Εβραίους δεν είναι ιστορία.[10] Μεταφρασμένο αυτό στη δική μου γλώσσα, διατυπώνεται ως εξής: σε αυτούς τους λαούς η ετερονομία είναι ολοσχερής· γi’  αυτούς, τα αίτια των ιστορικών γεγονότων ήταν πάντοτε ανεξάρτητα από την ανθρώπινη δραστηριότητα, και επομένως δεν μπορεί να υπάρξει ιστορία. Μόνο από τη στιγμή που ο άνθρωπος θέτει τον εαυτό του ως καταγωγή των διεργασιών, όπως θa έλεγε η Arendt - εγώ θα έλεγα μάλλον: ως λίγο πολύ ρητό δημιουργό - , μπορεί να υπάρξει μακροπρόθεσμα ιστορική θεώρηση τvν ανθρώπινων πράξεων.
 
Δεν θα επεκταθώ στη ζωή του Θουκυδίδη· τα λίγα που γνωρίζουμε γι’ αυτόν θα τα βρείτε στις εισαγωγές στο έργο του ή σε. οποιαδήποτε ιστορία της ελληνικής γραμματείας. Αρκεί να θυμίσουμε ότι από το 460 ως το 400, υπάρχουν ο Σωκράτης, ο Δημόκριτος, οι μεγάλοι σοφιστές, όπως ο Πρωταγόρας και ο Γοργίας, η συγγραφή των ιπποκρατικών κειμένων, όπως ασφαλώς και οι μεγάλοι τραγικοί, αλλά και ο Φειδίας, ο Ικτίνος... Με λίγα λόγια, πρόκειται για μια εποχή κατά την οποία βρίσκουμε στην Αττική μια μεγαλοφυΐα ανά τετραγωνικό εκατοστό. Κυρίως όμως, για μια εποχή γενικής αμφισβήτησης. η οποία εμφανίζεται κάποτε με ακραία μορφή στους λόγους ορισμένων σοφιστών, και όχι μόνο δεν εμποδίζει, αλλά συνοδεύει τη σύσταση και την εξάπλωση μιας πολιτικής κοινότητας, της αθηναϊκής δημοκρατίας. Η περίοδος η οποία, ακολουθώντας τον Θουκυδίδη, ονομάζεται «πεντηκονταετία» (480-430), ξεκινά με τη ναυμαχία της Σαλαμίνας και φτάνει μέχρι την αρχή του Πελοποννησιακού πολέμου, είναι περίοδος ακμής των Αθηνών, τόσο στο εξωτερικό, ασφαλώς, με την επέκταση της ηγεμονίας, αλλά και στο εσωτερικό, με τη διαρκή εμβάθυνση των μεταρρυθμίσεων και των δημοκρατικών αλλαγών, χωρίς να μπορεί να πει κανείς ούτε για μια στιγμή ότι το καθεστώς έγινε στο ελάχιστο αυτό που ο Πλάτων χαρακτήριζε χαιρέκακα ως the rule of the mob, όπως λένε στα αγγλικά, δηλαδή διακυβέρνηση από τον όχλο με την έννοια που δίνει ο Gustave Le Bon, δηλαδή του άστατου και ανεύθυνου. Από τον καιρό του Κλεισθένη (508) μέχρι το 413, χρονιά της εκστρατείας στη Σικελία, υπήρξε σχεδόν ένας αιώνας δημοκρατίας, διακυβέρνησης από το λαό, όπου δύσκολα θα βρει κανείς κάποιο σημαντική απόφαση η οποία να είναι απολύτως λανθασμένη. Δεν νομίζω να υπάρχει στην ιστορία άλλη κυβέρνηση - μοναρχική, αυτοκρατορική. μαρξιστική-λενινιστική, ολιγαρχική, αριστοκρατική ή ό, τι άλλο θέλετε - η οποία έχει να παρουσιάσει παρόμοιο απολογισμό. Ωστόσο, κάτι συμβαίνει το 413, με την καταστροφή στη Σικελία, η οποία συνιστά μάλλον κατάληξη μιας άλλης κρίσης, για την οποία θα μιλήσουμε αργότερα. Εμείς, βεβαίως, δεν κάνουμε μάθημα ιστορίας, αλλά θα χρειαστεί να μιλήσουμε για την αντίληψη που έχει ο Θουκυδίδης για την ιστορία. Ωστόσο, όπως παρατηρεί ο ίδιος.[11] παρά το μέγεθος της καταστροφής, την απώλεια του μεγαλύτερου μέρους του στόλου και χιλιάδων οπλιτών, οι Αθηναίοι δεν υποχωρούν. Θα αγωνιστούν επί δέκα ακόμη χρόνια, και Οα μπορούσαμε σχεδόν να πούμε ότι η ήττα το 404 στους Αιγός Ποταμούς οφείλεται εντέλει σε μια αντιξοότητα η οποία δεν ήταν αναπόφευκτη. Ιδού τι υπήρξε ικανή να πραγματοποιήσει αυτή η πολιτική κοινότητα.
 
Λίγα λόγια τώρα για τη μέθοδο του Θουκυδίδη. Έχοντας εκλεγεί στρατηγός, εξορίστηκε τον πέμπτο χρόνο του πολέμου. ως τιμωρία για την αποτυχία του στην περιοχή της Αμφίπολης,[12] και πέρασε είκοσι χρόνια εξόριστος στη Θράκη όπου είχε κτήματα. Ίσως ταξίδεψε, εν πάση περιπτώσει μιλά για κάποια μέρη ή γεγονότα σαν να είχε άμεση γνώση. Συνέλεξε όσες μαρτυρίες μπορούσε, έγραψε χρόνο με το χρόνο και πρέπει να ξαναδούλεψε πολλές φορές το έργο του. Ωστόσο, αυτός ο εξόριστος μιλά .για την αθηναϊκή δημοκρατία με εξαιρετική αντικειμενικότητα. Δεν την εγκωμιάζει ως καταδότης ούτε ως ποιητής, αλλά μας μεταφέρει τον Επιτάφιο του Περικλή, η ουσία του οποίου είναι ασφαλώς αυθεντική, όποια κι αν ήταν στην πραγματικότητα η ακριβής διατύπωση· κάποια στιγμή σκιαγραφεί ένα πορτρέτο των Αθηναίων διά στόματος των εχθρών τους. όπως στην περίπτωση των Κορινθίων. όπου δεν υπάρχει το παραμικρό ίχνος πικρίας. Δεν πρόκειται εξάλλου για την κάπως άχρωμη ουδετερότητα των σημερινών καθηγητών της ιστορίας. Διότι ενώ υπάρχει από τη μια μεριά η δημηγορία των Κορινθίων και ο Επιτάφιος, θα βρούμε επίσης κι άλλα σχόλια, όπως εκείνες οι λίγες φράσεις για την επανάσταση του 411 στην Αθήνα,[13] τα οποία θα μπορούσαν να μας κάνουν να πιστέψουμε ότι, τουλάχιστον σε αυτή τη φάση του πολέμου, ο συγγραφέας θα προτιμούσε μια δημοκρατία η οποία θα περιόριζε τα δικαιώματα των πολιτών που στερούνταν ιδιοκτησίας. Οι ιστορικοί συνεχίζουν να συζητούν επ’ αυτού. Η «αντικειμενικότητα» του Θουκυδίδη έγκειται στο γεγονός ότι μπορούμε να συζητάμε επ' άπειρον, χωρίς να γνωρίζουμε ποιες ήταν οι πραγματικές πολιτικές προτιμήσεις του.
 
Θα αρχίσω θυμίζοντας εν συντομία πώς αντιλαμβανόταν ο Θουκυδίδης την ιστορία και στη συνέχεια θα μιλήσω για τη θέσμιση των Αθηναίων, έτσι όπως τη βλέπει ο ίδιος, ουσιαστικά μέσω τριών μεγάλων δημηγοριών: των Κορινθίων, έπειτα των Αθηναίων προς τους Σπαρτιάτες στο πρώτο βιβλίο, όταν πρόκειται να αποφασιστεί ο πόλεμος, και κυρίως του Επιταφίου, που εκφώνησε ο Περικλής, στον οποίο θα επικεντρωθεί η συζήτησή μας. Μετά, θα μιλήσουμε για τη φύση του πολέμου στον Θουκυδίδη, για τη θεωρία του περί πολέμου ή ακριβέστερα για την άποψή του τη μόνη αληθινή κατ’ εμέ -, σύμφωνα με την οποία δεν είναι δυνατόν να υπάρξει πραγματική θεωρία του πολέμου.[14] Ο πόλεμος είναι γι’ αυτόν κάτι κατ’ ουσίαν ανορθολογικό, όχι με την έννοια <του παράλογου ή του υπερβολικού», αλλά ως δημιουργός ανορθολογισμού στην ιστορία. Τέλος, θα μιλήσουμε για το ζήτημα του δικαίου και της ισχύος. Ο Θουκυδίδης αντιπροσωπεύει ξεκάθαρα την κλασική ελληνική άποψη, η οποία ήταν η κρατούσα από τον 8ο μέχρι τον 5ο αιώνα. Κάθε θεωρία φυσικού δικαίου τού είναι απολύτως ξένη· κατ’ αυτόν δεν υφίσταται «φυσικό δίκαιο» το οποίο ρυθμίζει το πρόβλημα του και της ισχύος· το δίκαιο ισχύει καταρχήν μόνο μετά ενώ εκεί όπου δεν υπάρχει ισότητα, επικρατεί η ισχύς όμως αυτή μπορεί παρά ταύτα να μετριαστεί σε συνάρτηση με κάποιο άλλο δίκαιο.
 
Όσον αφορά τη γενική αντίληψη της ιστορίας στον Θουκυδίδη. πρέπει να αρχίσουμε καταγγέλλοντας για ακόμα μια φορά την παράλογη ιδέα σύμφωνα με την οποία οι Έλληνες γνώριζαν μόνο τον κυκλικό χρόνο. Ο Dodds[15] και άλλοι απέδειξαν εδώ και καιρό ότι η ιδέα της προόδου της ιστορίας ήταν στερεά εδραιωμένη στους κύκλους των διανοουμένων στην Ελλάδα τον 5ο αιώνα. Ποια είναι αυτή η πρόοδος;[16] Στο σημείο αυτό ακριβώς πρέπει να διαβάσει κανείς πιο  προσεκτικά τον Θουκυδίδη. Είναι σίγουρο ότι στους Έλληνες δεν υπερισχύει η κυκλική αντίληψη του χρόνου, ακόμη κι αν βρίσκουμε όντως μια κυκλική κοσμολογία στον Πλάτωνα και στον Αριστοτέλη, στον δε Αριστοτέλη σχετικά με τον πέραν της Σελήνης κόσμο (αλλά όχι όσον αφορά τα ανθρώπινα πράγματα). Υπάρχουν σίγουρα φιλοσοφικές αποφάνσεις όπως το απόσπασμα του Αναξιμάνδρου που αναλύσαμε πριν από δύο χρόνια και το οποίο αναφέρει ότι τα όντα οφείλουν μεταξύ τους πληρωμή επιστρέφοντας στο άπειρο, δεν είναι όμως το ίδιο πράγμα [Σημ. περιθ.: Βλέπε επίσης τον Ηρόδοτο.[17]] Ούτε το απόσπασμα του Ησιόδου περί χάους εγγράφεται στην κυκλική αντίληψη.[18] Ας επανέλθουμε όμως στον Θουκυδίδη. Στο πρώτο βιβλίο, βρίσκουμε μια σειρά από κεφάλαια (2-19), τα οποία αποκαλούνται παραδοσιακά «Αρχαιολογία».[19] Ο Θουκυδίδης, ο οποίος ξεκινά λέγοντας ότι ανέλαβε να γράψει την ιστορία αυτής της σύγκρουσης διότι είχε προβλέψει ότι θα ήταν πιο σημαντική από όλες τις προηγούμενες συγκρούσεις, προσθέτει αμέσως ότι αυτό συμβαίνει διότι απλώς σε όλες τις προηγούμενες περιόδους οι πόλεις-κράτη ήταν ασυγκρίτως ασθενέστερες. Και αυτό που περιγράφει συνιστά πράγματι πρόοδο, η οποία όμως παρατηρείται μόνο σε περιορισμένο αριθμό τομέων: υπάρχει τελειοποίηση των μέσων εξόντωσης και παραγωγής, τα οποία και αποτελούν επομένως θεμέλια της ισχύος. Αντιθέτως, δεν υπάρχει τελειοποίηση του ανθρώπινου όντος. Προσθέτει, εξάλλου, κάτι το οποίο δεν φαίνεται να το έχουν σκεφτεί αρκετά όσοι σήμερα μακρηγορούν ατελείωτα για την αντίθεση ανάμεσα σε Έλληνες και βαρβάρους: ότι ο τρόπος ζωής των Ελλήνων τα παλιά χρόνια ήταν ακριβώς ο ίδιος με «των σημερινών βαρβάρων».[20] Ποιοι είναι όμως αυτοί οι «σημερινοί βάρβαροι»; Ο Θουκυδίδης λέει για τους Έλληνες της παλιάς εποχής ότι οπλοφορούσαν πάντα και ότι επιδίδονταν στη ληστεία και την πειρατεία, χωρίς αυτό να θεωρούνταν ατιμωτικό, έτσι όπως έκαναν ακόμη στην εποχή του κάποια λίγο περιθωριακά ελληνικά φύλα: Λοκροί, Αιτωλοί ή Ακαρνάνες. Ο Θουκυδίδης, όταν ισχυρίζεται ότι ο τρόπος ζωής αυτών των λαών, καθώς και των Ελλήνων του παρελθόντος, είναι ανάλογος με αυτόν των «σημερινών βαρβάρων», είναι προφανές ότι δεν εννοεί εκείνους που αποκαλεί επίσης «βαρβάρους», τους Πέρσες. δηλαδή, ή τους Αιγυπτίους, για τους οποίους γνωρίζει καλά ότι έχουν κράτη και νόμους, και ότι δεν ζουν από ληστείες. Έχει κατά νου κάποιους Θράκες, Ιλλυριούς ή Σκύθες, οι οποίοι πάντα οπλοφορούν (πράγμα που σήμερα εξακολουθεί να θεωρείται δικαίωμα από τους πολίτες των Ηνωμένων Πολιτειών, όπως επίσης από τους Αφγανούς, τους Κούρδους κ.λπ.). Τι υπάρχει στο βάθος αυτής της περίεργης σύγκρισης «Ελλήνων» και «βαρβάρων», όπου βλέπουμε ότι η αντίθεση είναι εντελώς σχετική; Υπάρχει η ιδέα ότι. ως προς τα μέσα καταστροφής και παραγωγής, όλοι οι λαοί βρίσκονται στην ίδια τροχιά, και ότι με το χρόνο η θέση των μεν και των δε αλλάζει. Σε αυτή την τροχιά, οι Έλληνες προηγούνται από κάποιες απόψεις κατά πολύ των άλλων, αλλά αυτό συμβαίνει επίσης και σε άλλους λαούς, όπως οι Πέρσες, τουλάχιστον όσον αφορά την ισχύ της αυτοκρατορίας τους.
 
Υπάρχει όμως επίσης κάτι ακόμα πιο βαθύ: μια σφαιρική θεώρηση, την οποία μπορούμε να αντιπαραθέσουμε στη θεώρηση του Ηροδότου, και που εκφράζεται απολύτως ρητά και συμπίπτει σχεδόν με τη θεώρηση του Αναξίμανδρου: με το χρόνο ό, τι είναι μεγάλο θα γίνει μικρό, ό, τι είναι μικρό θα γίνει μεγάλο.[21] Πρόκειται για μια θεώρηση, οι ρίζες της οποίας προχωρούν πολύ βαθιά στην προκλασική ή γεωμετρική περίοδο. Και στη συνέχεια, μέσω του Σοφοκλή και του Θουκυδίδη επίσης, εμφανίζεται κάτι διαφορετικό στην Αθήνα. Γιατί αυτό το πέρασμα είναι τόσο σημαντικό: Μήπως επειδή υπάρχει ιστορική δημιουργία; Αυτό όμως συμβαίνει διαρκώς· και οι Ναμπικουάρα έχουν επίσης δημιουργήσει δικούς τους θεσμούς. Δεν είναι σημαντικό ούτε καν επειδή αμφισβητούνται οι ισχύοντες θεσμοί· είναι επειδή αυτή η δημιουργία συνειδητοποιεί το γεγονός ότι υπάρχει δημιουργία. Βρισκόμαστε στο σημείο που οι Νεότεροι Οα αποκαλούσαν στιγμή αναστοχασμού. δηλαδή το γεγονός ότι γνωρίζουμε πως δημιουργούμε και προσπαθούμε, τουλάχιστον μέχρις ενός ορισμένου σημείου, να καταλάβουμε το πώς και το γιατί. Αν τη θεώρηση του Ηροδότου θα μπορούσαμε να την αποκαλέσουμε αναξιμανδρική, αυτή την οποία βρίσκουμε στο στάσιμο της Αντιγόνης («Πολλά τά δεινά, κοὐδέν ἀνθρώπου δεινότερον πέλει») είναι σαφώς διαφορετική, διότι ο χορός θέτει εκ προοιμίου το ζήτημα ότι ο άνθρωπος είναι το τρομερότερο ον, και είναι δύσκολο να πιστέψει κανείς ότι ο Σοφοκλής, ακόμα και αν βρίσκονταν υπό την επήρεια της «θείας μανίας», στην οποία αναφέρεται ο Πλάτων, δεν ήξερε τι έλεγε. Ο Σοφοκλής, σε μια τραγωδία βραβευμένη από ένα λαό ο οποίος εξάλλου προσφέρει- Ουσίες στους θεούς, λέει επί λέξει: τίποτε δεν είναι πιο τρομερό από τον άνθρωπο. Τίποτε, δηλαδή ούτε καν ο Ζευς. Και συνεχίζει: όχι ότι μπορεί να προκαλέσει σεισμούς ή θύελλες - δεν είχε ακόμη τη δυνατότητα, την έχει λίγο πολύ σήμερα και θα την έχει αύριο, και πολύ χειρότερα μάλιστα -, είναι τρομερός επειδή δημιουργεί τους θεσμούς, τα γράμματα, τη γεωργία. Αυτό είναι ακόμα πιο εκπληκτικό, διότι δεν νομίζω ότι θα μπορούσαμε να μιλήσουμε, στην ελληνική μυθολογία, για θεούς «εφευρέτες» ή «δημιουργούς». Στον Αισχύλο, όταν ο Προμηθέας δίνει τις τέχνες στους ανθρώπους, τις κλέβει από τους θεούς, οι οποίοι όμως τις κατέχουν εκ γενετής. Την αστραπή την έδωσε στον Δία, όταν πάλευε εναντίον των Τιτάνων, ένας Κύκλωπας, και η Αθηνά, παρ’ όλη τη σοφία της. δεν εφηύρε ποτέ τίποτε. Επομένως, ο άνθρωπος είναι φοβερός κατά τον Σοφοκλή, διότι δημιούργησε κάτι που δεν υπήρχε πριν. Όχι, όπως κάνω εγώ τώρα, βγάζοντας από την τσέπη μου αυτό το φύλλο χαρτί, αλλά δημιουργώντας κάποια μορφή: θέσμιση. γλώσσα, εργαλείο κ.λπ. Το συμπέρασμα του περίφημου στάσιμου της Αντιγόνης είναι, ωστόσο, ότι τέτοιος είναι ο άνθρωπος, ναι. αλλά θα διχάζεται αιωνίως ανάμεσα σε δύο πράγματα, διότι άλλοτε σύρεται, έρπει, προς το κακόν. και άλλοτε πηγαίνει προς το καλό. ἐσθλόν.[22] Ούτε εδώ υπάρχει πρόοδος. Στο πεδίο αυτό. για τον Σοφοκλή, το ανθρώπινο ον είναι πάντα το ίδιο. Μα και η θεώρηση του Θουκυδίδη δεν είναι, σε τελευταία ανάλυση, πολύ διαφορετική. Κατ’ αυτόν έχει σημειωθεί τεράστια πρόοδος στην ιστορία, μια συσσώρευση γνώσεων στο χώρο της τεχνικής και της πολιτικής, η οποία έχει ήδη συντελεστεί και θα συνεχιστεί, ενώ παρατηρούνται επίσης κανονικότητες σε όσα συμβαίνουν. Αυτό θα έχουμε την ευκαιρία να το διασαφηνίσουμε. μιλώντας για ορισμένες αποφάνσεις οι οποίες αφορούν τη θεωρία του πολέμου. Ήδη από το προοίμιο του πρώτου βιβλίου, λέει ότι δεν γράφει για ένα ἀγώνισμα ἐς το παραχρῆμα, μια διασκέδαση της στιγμής, αλλά διαβεβαιώνει με απίστευτο θάρρος, το οποίο δικαιώθηκε από τα γεγονότα, για να γίνει κτῆμα ἐς ἀεί, αιώνιο απόχτημα.[23]. Πράγματι, όπως σας έλεγα εδώ και μερικές εβδομάδες, θα μπορούσε να αναρωτηθεί κανείς για ποιο λόγο μάς ενδιαφέρουν ακόμη αυτά που συνέβαιναν σε μια μικρή χερσόνησο της νότιας Ευρώπης πριν από 25 αιώνες. Θα μπορούσαμε εξίσου να αναρωτηθούμε, μιας και αυτό έχει την ίδια ακριβώς αξία, τι έκανε ο πληθυσμός της επαρχίας Γιουνάν μεταξύ του 700 και του 400 π.Χ. Αλλά ο Θουκυδίδης θεωρεί, όπως επίσης θεωρώ κι εγώ. ότι σε αυτά τα οποία είδε βρίσκονταν σπέρματα που θα παρουσίαζαν εξαιρετικό ενδιαφέρον για τις επερχόμενες γενεές. όπως τη δική μας. λόγου χάριν.
 
Κατ’ αυτόν, η ιστορία έχει κανονικότητες όχι όμως και νόμους, όπως μπορούμε να διαπιστώσουμε στην περίπτωση του πολέμου. Δεν είναι δυνατόν να υπάρξει ορθολογική διεξαγωγή του πολέμου, δεδομένου ότι πρόκειται για έναν τομέα όπου υπεισέρχεται το απρόβλεπτο, όπου συχνά η τύχη αλλάζει στρατόπεδο και όπου οι υπολογισμοί ανατρέπονται.[24] Επιδεικνύει, άλλωστε, ιδιαίτερη φρόνηση, καθώς πριν από την παρατήρησή του ως προς τις χρήσιμες για το μέλλον αναλογίες, εκφράζει την εξής επιφύλαξη: με την προϋπόθεση ότι τα ανθρώπινα πράγματα θα παραμείνουν ως έχουν και για όσο διάστημα θα παραμείνουν έτσι όπως είναι τώρα.[25] Αυτό θα μπορούσε να το δει κανείς σαν μια απλή στιλιστική έκφραση - δεν είναι όμως έτσι. Ο Θουκυδίδης σκέφτεται πράγματι ότι πρέπει να λάβει υπόψη του το ενδεχόμενο να μεταβληθούν τα ανθρώπινα πράγματα· ενώ ο Εκκλησιαστής θα πει: ουδέν νεώτερον υπό τον ήλιον. Ο Θουκυδίδης δηλώνει: αυτό που έγραψα θα διαρκέσει όσο τα πράγματα θα παραμείνουν ως έχουν. Τα διδάγματα και οι γενικές απόψεις θα παραμείνουν, διότι υπάρχουν σταθερές. Ποιες είναι αυτές; Από τη μια μεριά, δεν βρίσκουμε πλέον, όπως στον Ηρόδοτο, μια μοίραν, ένα είδος πεπρωμένου, το οποίο ωθεί αμείλικτα προς τη σμίκρυνση αυτό που αρχικά έτεινε να μεγαλώσει, αλλά, όπως είδαμε, ένα είδος ενυπάρχοντος ανορθολογισμού και απρόβλεπτου στην ίδια τη φύση των πραγμάτων και των ανθρώπινων πράξεων, το οποίο βρίσκεται πέρα και πάνω από την τεχνική πρόοδο. Από την άλλη μεριά, αυτό που επανειλημμένα αποκαλεί ἀνθρωπείαν φύσιν,[26] θα τείνει πάντοτε προς την ισχύ, πράγμα που οδηγεί στη σύσταση κέντρων εξουσίας τα οποία αντιμάχονται το ένα το άλλο, και τίποτε δεν μπορεί να σταθεί εμπόδιο στη θέληση του ισχυροτέρου να επεκταθεί. Ορισμένοι θα επικροτήσουν και θα εξουσιάσουν τους άλλους, διότι ο ισχυρότερος επιβάλλει το σεβασμό στον ασθενέστερο - πράγμα που αποτελεί σχεδόν ταυτολογία. Η θεώρηση του Θουκυδίδη για την ιστορία δεν σταματά εδώ' έτσι συναντάμε και μια άλλη άποψη. Δεν μπορούμε, βεβαίως. να μιλήσουμε για ηθική πρόοδο, για δυνατότητα τελειοποίησης του ανθρώπινου όντος με την έννοια που είχε τον 18ο και τον 19ο αιώνα· θα παραμείνουμε πάντα δέσμιοι αυτής της διττής ώθησης προς το καλό και προς το κακό, την οποία επικαλείται ο χορός στην Αντιγόνη. Ωστόσο, υπάρχει και κάτι άλλο. και δεν νομίζω ότι αυτοί που έχουν μιλήσει για τη φιλοσοφία της ιστορίας στον Θουκυδίδη το πρόσεξαν αρκετά. Στην ιστορία, όπως είδαμε, η μόνη σταθερά είναι η πρόοδος στα μέσα κατίσχυσης (της παραγωγής και της καταστροφής), και ο αγώνας μεταξύ αυτών που κατέχουν αυτή την ισχύ. Από καιρό σε καιρό όμως. συναντάμε επίσης κάποια εκπληκτική ανθοφορία, όπως η πολιτεία των Αθηναίων, ένα μοναδικό επίτευγμα σύμφωνα με τη ρητή περιγραφή του Περικλή. Επίτευγμα που ανοίγεται προς το μέλλον, δεδομένου ότι. όπως θα δούμε σύντομα, ο Περικλής στον Επιτάφιο δεν μιλά αποκλειστικά γι’ αυτό που υπάρχει, αλλά μας επιτρέπει να σκεφτούμε ότι μπορεί να υπάρξει όχι η επανάληψη αλλά η δυναμική αυτής της ιστορίας, αυτής της δημιουργίας. Πρόκειται για μια εξαίρετη δημιουργία, για την οποία εντούτοις δεν μπορούμε να πούμε ότι στράφηκε εξίσου προς το κακό και προς το καλό, και που έχει προφανώς την αμέριστη επιδοκιμασία του Θουκυδίδη, ο οποίος μας υπενθυμίζει ότι η ικανότητα αντίδρασης της πόλης μετά την πανωλεθρία στη Σικελία έδειξε το μέτρο της ισχύος της.[27] Κι έπειτα, υπάρχει το απτό γεγονός της ύβρεως - ο Θουκυδίδης όμως δεν χρησιμοποιεί αυτή τη λέξη - των Αθηναίων και η καταστροφή, ένα σημείο το οποίο δεν έχει εξεταστεί αρκετά. Ο Θουκυδίδης, θα έπρεπε, ακόμα και για λόγους τήρησης των κανόνων της ρητορικής, να εισαγάγει εδώ κι εκεί στον Πελοποννησιακό πόλεμο, και χάριν συμμετρίας, κάποιο εγκώμιο της Σπάρτης. Τέτοιο εγκώμιο όμως δεν υπάρχει. Ο παραλληλισμός τον οποίο κά- νουν οι Κορίνθιοι είναι συντριπτικός για τους Σπαρτιάτες. Οι αμφιβολίες του ίδιου του βασιλιά Αρχιδάμου πριν από τον πόλεμο[28] είναι αρκετά εύγλωττες. Μπορεί κανείς να ανα- ρωτηθεί γενικότερα ποιοι είναι οι λόγοι για τους οποίους μιλάμε για τη Σπάρτη και γιατί Οα έπρεπε εξάλλου να μιλάμε γι' αυτή. Ασφαλώς όχι επειδή υπήρξαν σπαρτιάτες ιστορικοί' χωρίς την Αθήνα δεν θα γνωρίζαμε, τρόπον τινά. τίποτε για τη Σπάρτη. Κατά μία πιο θετική, αν μπορώ να το πω έτσι, άποψη, μιλάμε γι’ αυτήν ουσιαστικά σαν την πόλη η οποία κατάφερε να καταλύσει την ισχύ των Αθηνών, με όσα επακολούθησαν.
 
Σε τούτο το σημείο, θα σταματήσουμε. Θα μπορούσαμε να αναρωτηθούμε αν σε όλα αυτά τα ζητήματα εμείς έχουμε προχωρήσει πολύ περισσότερο απ’ ό, τι ο Θουκυδίδης. Διότι ενώ είναι προφανές ότι υπάρχει πάντα πρόοδος στα μέσα παραγωγής και καταστροφής, και ότι ένας υπολογιστής αξίζει πολύ περισσότερο από έναν πυριτόλιθο και μια βόμβα υδρογόνου απείρως περισσότερο από ένα, έστω και δηλητηριασμένο, βέλος, κανείς δεν θα τολμήσει να πει ότι είμαστε «καλύτεροι» από τους κυνηγούς και τους αγρότες της νεολιθικής εποχής τους οποίους συναντάμε συχνά στις εκστρατείες μας σε άλλες ηπείρους. Ωστόσο, θα ήταν παράλογο να αρκεστούμε σε αυτό· σε τούτη την ιστορία πάντως εμφανίστηκαν εξαιρετικές ανθοφορίες. Αυτό, βέβαια, συμβαίνει παντού· αν σταθούμε όμως στην ανθοφορία της αρχαίας Ελλάδας, καθώς επίσης στη νεότερη ευρωπαϊκή δημιουργία, είμαστε υποχρεωμένοι να διαπιστώσουμε ότι χάρη σε αυτές ακριβώς μπορούμε να δούμε και να αναλογιστούμε και τα υπόλοιπα. Αυτές ασφαλώς κάνουν τη διαφορά, τίποτε όμως δεν μας εγγυάτο ότι θα είχαν υπάρξει, και τίποτε δεν εγγυάται ότι θα προκύπτουν πάντοτε.
------------------
[1] <Βλ. Ηρόδοτος, 1. 131.>
[2] <Πολύβιος. Ιστορία, βιβλίο VI.>
[3] <1734> [(Considerations sur les anises dc hi grandeur des Romains el de leur decadence) Ελλ. έκδ.: Εκτιμήσει; για τα αίτια τον μεγαλείου και της παρακμής των Ρωμαίων, μτφρ. Θ. Σκάσσης, Αθήνα. Πόλις 2009. (Σ.τ.Ε.)]
[4] <Το Discours sur I'histoire universelle είναι του 1681.>
[5] <Dictionnaire historiquc ct critique, 1696-1697.>
[6] <The History of the Decline· and Full of the Roman Empire. 1776-1788· γαλλ. έκό.: Histoire du declin et de hi chute de I'empire romain, μτφρ. F. Guizot. Paris. Robert Laffont, συλλ. «Bouquins», 1983. 2 τόμοι. >
 [7] <Gibbon, στο ίδιο, κεφ. LXXI.>
[8] <J. Burckhardt, Griechische Kulturgeschichte (1898), Leipzig. Korncr, 1929, γαλλ. μτφρ.: Histoire dc In civilisation grecque, Vevcy (Suisse), Ed. de l’Aire 2002. 5 τόμοι.> [Ελλ έκδ.: Oι Έλληνες και οι θεοί τους, μτφρ. Θ. Λουπασάκης. Αθήνα, Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου, χ.χ. (Σ.τ.Ε.)]
[9] <Βλ. Μ. I. Finley, «"Progress” in Historiography» (1977). γαλλ. μτφρ. στο Mythe, mcmoire, histoire. Flammarion, σσ. 146-148.>
[10] [Σημ. περιθ.: GKG. III. σσ 393-394.] <J. Burckhardt. ό.π., γαλλ. μτφρ., τ. III, σσ. 521-523.>
 [11] <Θουκυδίδου Ιστορία, Ζ'. 1.
[12] <Στο ίδιο, Ε', 26.>
[13] <Στο ίδιο, Ζ΄ 97.>
[14] <Πρβλ. επίσης Καστοριάδης, «Για τους πολέμους στην Ευρώπη» (1992). Ακυβέρνητη Κοινωνία, Αθήνα Ευρασία 2010.>
 [15] <Βλ. ιδίως F..R. Dodds, «Progress in Classical Antiquity στο Ph. P. Wiener (επιμ.). Dictionary of the History of Ideas, aa. New York. Charles Scribner’s Sons 1473, αναδημοσ. στο The Concept of Progress. Oxford, Clarendon P. 1973, σσ. 1-24· γαλ Les Grecs el leurs crovances. Paris, Editions du Felin 2009, σσ.
[16] [Σημ. περιθ.: Πρβλ. A. Thibaudet. in Cumpugne avec Thukydide. Πρβλ. επίσης, Cole, Democrite.] <To κείμενο του Τhibaudet αναδημοσιεύτηκε στο Histoire de la guerre du Peloponnese Laffont 1990 (μτφρ. J. de Romilly), σσ. 1-140 (το πρωτότυτι του 1922)· Τ. Cole, Democritus and the Sources of Greek Anthropology. Ann Arbor. Amer. Philological Monographs τεύχ. 25, 1967>
[17] <Καστοριάόης, EΙ β', σσ. 359-364, 449-450.>
[18] <Καστοριάδης, ΕΙ Α', σσ. 282-305 (Αναξίμανδρος), 260-266 (Ησίοδος).>
[19] < Καστοριάόης. ΕΙ Β΄ σσ. 401-403.>
[20] <Θουκυδίδου Ιστορία, Α', 6.>
 [21] <Ηρόδοτος, 1. 5.>
[22] <Σοφοκλής. Αντιγόνη, 367.>
 [23] <Θουκυδίδου Ιστορία. Α'. 22.4.>
[24] <Στο ίδιο, Α', 140.1 Δ', 18.>
[25] <Στο ίδιο. Α', 22.4.>
[26] <Βλ. π.χ. Θουκνδίδου Ιστορία, Α', 76.3' Δ', 61.5.>
 [27] <Στο ίδιο. Σ'. I .>
 [28] <Στο ίδιο. Α΄ 79-85>

Τα λόγια που δεν ειπώθηκαν

Έρχονται εκεί που δεν το περιμένεις και εμφανίζονται σαν φαντάσματα, σαν ξωτικά και σε στοιχειώνουν…

Τα λόγια που δεν ειπώθηκαν όταν έπρεπε να ειπωθούν, βρίσκουν πάντα τον τρόπο να τρυπώνουν στην σκέψη σου την στιγμή που αφήνεσαι. Έρχονται απρόσκλητα και γίνονται χείμαρρος λέξεων, νοήματα που δεν βρήκαν ποτέ διέξοδο εκεί που έπρεπε, σε εκείνους που έπρεπε να τα ακούσουν. Έρχονται και ψάχνουν διέξοδο διαφυγής από την φυλακή του μυαλού και της καρδιάς. Έρχονται ξαφνικά για να σε κάνουν να θυμηθείς αυτά που έχεις βάλει στην άκρη, αυτά που έχεις θάψει, αυτά που σε πόνεσαν και που δεν βρήκες το θάρρος να τα πεις όταν έπρεπε. Αυτά που σε έκοψαν κομμάτια, που σε άλλαξαν.

Τα λόγια που δεν ειπώθηκαν, θα ειπωθούν σε λάθος ανθρώπους και θα πληγώσουν άδικα, ετεροχρονισμένα, και θα τα μετανιώσεις. Θα γίνουν αιτία να ξυπνάς το βράδυ και να επαναλαμβάνεις στον αόρατο αποδέκτη όλα όσα ήθελες να του πεις, μόνο που αυτός δεν θα είναι εκεί. Τα λόγια που δεν ειπώθηκαν, θα τα πεις 1000 φορές, ξανά και ξανά μέχρι που θα σβήσουν και θα ξεχάσεις γιατί ήθελες να τα πεις. Και άλλες 1000 όταν η ψυχή θυμηθεί και πάλι.

Τα λόγια που δεν ειπώθηκαν, θα έρθουν στην επιφάνεια όταν ακούσεις εκείνο το τραγούδι, όταν δεις την ατάκα σε εκείνη την ταινία, όταν περάσεις από εκείνο το μέρος. Θα έρθουν τυχαία, χωρίς λόγο. Θα εμφανιστούν φάντης μπαστούνι όταν θα τα έχεις ξεχάσει και θα κάνουν αισθητή την παρουσία τους. Γιατί αυτά τα λόγια δεν ειπώθηκαν ποτέ και τα έχεις εκεί να σε βασανίζουν, να σε κάνουν χειρότερο άνθρωπο που δεν μπόρεσες να τα βγάλεις από μέσα σου.

Γιατί τα λόγια που δεν ειπώθηκαν, είναι δηλητήριο για την ψυχή σου. Είναι πικρά, είναι ξινά και θέλεις να τα φτύσεις, να καθαρίσεις το στόμα σου και την καρδιά σου, να πιεις γλυκό κρασί και να φύγει όλη η γεύση μια και καλή. Αυτά τα λόγια είναι ο λόγος που δεν ησυχάζεις, που δεν γλυκαίνεις. Είναι μια πέτρα μέσα σου που φράζει την βασική αρτηρία της καρδιάς σου. Είναι ο λόγος που δεν μπορείς να πεις σ’ αγαπώ, ευχαριστώ και μπράβο. Είναι η αναπηρία σου η συναισθηματική. Είναι ο λόγος που δεν μπορείς να ευχαριστηθείς τις στιγμές σου, ο λόγος που φοβάσαι να ζήσεις, ο λόγος που ταλαιπωρείς τους γύρω σου.

Γιατί τα λόγια που δεν ειπώθηκαν θα σου θυμίζουν πάντα ότι δείλιασες. Ότι ακόμα δειλιάζεις. Γιατί περνούν οι ευκαιρίες να τα πεις και εκείνα μένουν ακόμα ανείπωτα. Τα κρατάς μέσα σου ενώ θέλεις να τα φωνάξεις, να βρίσεις, να ουρλιάξεις.

Και είναι και εκείνα τα λόγια που δεν ειπώθηκαν και που μετανιώνεις κάθε στιγμή που δεν πρόλαβες να τα πεις γιατί πια είναι αργά. Τα γλυκά τα λόγια που τα νιώθεις και που θα ήθελες να είχες χαρίσει το χαμόγελο εκεί που έπρεπε, όταν έπρεπε. Αλλά και εκεί είχες δειλιάσει, δεν είχες προλάβει γιατί σε πρόλαβε η ζωή. Αυτά τα λόγια θα τα έλεγες 1000 φορές αν σου δινόταν η ευκαιρία να είχες τον αποδέκτη απέναντι σου. Και θα τα ξανάλεγες άλλες 1000 μέχρι να μην έχεις τι άλλο να πεις πια. Γιατί μόνο αυτά τα λόγια είχαν τελικά νόημα και έπρεπε να ειπωθούν. Αυτά τα λόγια θα μείνουν για πάντα ανείπωτα και θα εύχεσαι κάπου εκεί έξω κάποιος να ακούει τους ψίθυρους της καρδιάς σου και ίσως αυτά τα λόγια να βρουν το δρόμο και να φτάσουν εκεί που πρέπει.

Τα λόγια που δεν ειπώθηκαν θα είναι πάντα εκεί και θα περιμένουν να βρεις το θάρρος. Θα είναι οι δαίμονες σου και οι άγγελοι σου. Ίσως αν καταφέρεις να τα πεις τελικά να γίνουν και ο λόγος που θα γίνεις καλύτερος άνθρωπος. Ο λόγος για να αγαπήσεις τον εαυτό σου. Ίσως και πάλι να πρέπει να μείνουν ανείπωτα για να μας θυμίζουν ότι είμαστε άνθρωποι, μισοί, «σακατεμένοι» από τις εμπειρίες της ζωής μας, γεμάτοι φοβίες και ελαττώματα, αλλά ζωντανοί και όρθιοι ακόμα.

Αφιερωμένο σε όλους εκείνους που είναι στοιχειωμένοι από τα λόγια τους που δεν ειπώθηκαν.

Όταν θέλω διεκδικώ

Αποτέλεσμα εικόνας για Όταν θέλω διεκδικώΔεν υπάρχει δεν μπορώ, υπάρχει δεν θέλω. Πόσες φορές άραγε έχω ακούσει αυτή την φράση; Αρκετές θα έλεγα. Στην ουσία οι άνθρωποι που δεν θέλουν κάτι από τους άλλους, δεν θέλουν να αγαπήσουν. Να παραδεχτούν την ανάγκη τους να αγαπηθούν και να την αναζητήσουν. Να νιώσουν, και βάζουν ως πρόσχημα τα «πρέπει».
 
Δεν θέλουν την αγάπη γιατί δεν θέλουν να πονέσουν, ίσως γιατί κουράστηκαν στον παρελθόν τους να δίνουν κομμάτι από τον εαυτό τους χωρίς να παίρνουν την πρέπουσα ανταπόδοση και φοβούνται, τα θέλουν όλα έτοιμα στο χέρι. Μα όταν έχεις ανάγκη δεν κουράζεσαι… ποτέ να αναζητάς, να θέλεις και να προσπαθείς ακόμα κι αν σου κοστίσει έναν… εγωισμό, μια αξιοπρέπεια..! Γιατί κάποιος που λέει όχι δεν θέλω, μάλλον πονάει κρυφά και κλαίει τις νύχτες μόνος του.
 
Φοβούνται μην χάσουν την γη κάτω από τα πόδια τους, μην διαλυθεί ο ανούσιος και φανταστικός «τέλειος» κόσμος τους. Και καταφεύγουν στην φυγή, νομίζοντας με αυτό τον τρόπο πως έχουν βρει την ισορροπία, την ηρεμία με τον εαυτό τους. Δεν έχουν μάθει να προσφέρουν, τρελαίνονται όταν κάποιος προσφέρει απλόχερα κομμάτι της ψυχής του, νομίζοντας πως επιβάλλεται να ανταποδώσουν. Είναι οι χαμένοι… Είναι φοβισμένοι άνθρωποι αυτοί που βάζουν τα πρέπει. Τους λείπει το θάρρος και πίσω από τη δειλία τους βάζουν κανόνες και έτσι νομίζουν πως «πληρώνοντας τους» είναι εκείνοι εντάξει, αλλά δεν καταλαβαίνουν πως έτσι χάνουν τη ζωή τους γιατί έρχεται μια στιγμή – ίσως την τελευταία – που αναλογίζονται και τότε έχουν ζήσει μιζερή ζωή.
 
Φυσικά το «θέλω» και «μπορώ» είναι θέμα… το να θέλεις ναι, αλλά μπορείς πάντα; «Θέλω να πρέπει να διεκδικήσω ότι μου αξίζει». Εκεί συνδυάζουμε αυτά τα δυο και μου αξίζει όχι κάτι υλικό. Αυτό εμείς, μόνοι μας το αποκτούμε. Δεν μιλάμε για τέτοιο. Αλλά για τα ουσιώδη της ζωής! Δηλαδή θέλω και μου αξίζει! Γιατί είμαι άνθρωπος, κοινωνικό ον και σε έχω ανάγκη όπως κι εσύ εμένα…
 
Να με αγαπούν όσοι έχω δώσει…
Να με σέβονται όσοι έχω σεβαστεί…
Να με κατανοούν όσοι λένε πως είναι φίλοι μου…
Να δέχονται τα λάθη μου, γιατί είμαι άνθρωπος…
 
Οι περισσότεροι/ες φοβούνται ότι κάνουν κάτι κακό, για να μην κριθούν δείχνοντας τα θέλω τους. Βέβαια το «κακό» είναι σχετική έννοια… Για μένα κακό, μπορεί για σένα να μην είναι… Σημασία έχει να είσαι πλήρης μέσα σου, χωρίς κενά και απωθημένα και αυτό το πετυχαίνεις όταν κάνεις τις επιθυμίες σου πράξη αλλά και όταν δεν τσιγκουνεύεσαι τα συναισθήματα! Στην ουσία αρκούμαστε στα συμβιβασμένα συναισθήματα, γιατί δεν θέλουμε να ανοιχτούμε.

Ποιος ρισκάρει να αγαπήσει αληθινά, να τα δώσει όλα και να μείνει στο μηδέν;
Ποιος αφήνεται στη δίνη και στην τρέλα χωρίς δίχτυ ασφαλείας;
Πώς να δεχθούμε στους άλλους όταν δεν δίνουμε για εμάς τους ίδιους;
Πως θα δεχτούμε τους άλλους όταν δεν έχουμε αποδεκτοί εμάς;
 
Αγαπάμε για να αγαπιόμαστε! Είναι δυνατόν; Μεγάλη κουβέντα… Να αγαπάμε τον εαυτό μας! Και δες, από κει ξεκινούν όλα… τελικά. «Θέλω, μπορώ, δίνω σε μένα γιατί έχω να δώσω και στους άλλους!»
 
Στην τελική όλοι, άντρες και γυναίκες, ένα πράγμα ποθούμε αλλά δεν τολμάμε όλοι να διεκδικήσουμε. Να μας αγαπούν αληθινά, να μας το δείχνουν με έργα, αλλά να το ζητάμε κιόλας. Να έχουμε τόλμη…! Η ζωή είναι μικρή για φραγμούς και επίπονη για τους λιπόψυχους!

Αξίζει να γνωρίζουμε καλά τον χαρακτήρα μας

Αυτογνωσία σημαίνει, εκτός των άλλων, βαθιά κατανόηση του χαρακτήρα μας, που συνήθως συνδέεται με ισχυρά και ασθενή χαρακτηριστικά, δυνατότητες και αδυναμίες. Με βάση τον χαρακτήρα μας αποφασίζουμε, συμπεριφερόμαστε και πράττουμε. 
 
Στοχεύοντας προς την αυτογνωσία, πρέπει να μάθουμε να εντοπίζουμε πιο μέρος του εαυτού μας υποκινεί την κάθε πράξη μας. Μέσω της παρατήρησης μπορούμε να αντιληφθούμε ότι η συμπεριφορά μας συνδέεται με τα βιώματα μας, καθώς μέσα από αυτά έχουν παγιωθεί τρόποι για να αντιλαμβανόμαστε και να αντιδρούμε στα διάφορα ερεθίσματα.
 
O Γάλλος συγγραφέας Νicolas Chamfort με τη φράση του Η τύχη, για να φτάσει σε εμάς, περνά μέσα από συνθήκες που δημιουργεί ο χαρακτήρας μας, επισημαίνει πως αυτά που μας συμβαίνουν («η τύχη») εξαρτώνται από τις συνθήκες που δημιουργούμε και καθορίζονται από τον χαρακτήρα μας.
 
Συνεπώς η κατανόηση του χαρακτήρα μας επιτρέπει να αξιοποιούμε τις δυνατότητές μας και να αντιμετωπίζουμε τις αδυναμίες μας, και έτσι να γινόμαστε πιο αποτελεσματικοί.
 
Άλλωστε ο Αμερικανός ψυχίατρος & συγγραφέας Gordon Livingston το προσδιόρισε πλήρως: Είμαστε αυτό που κάνουμε και όχι αυτό που λέμε η σκεφτόμαστε ή αισθανόμαστε.

Ο φόβος της ελευθερίας

Αντιστοιχεί άραγε να φοβόμαστε, όταν πρόκειται να πάρουμε σημαντικές αποφάσεις για τη ζωή μας; Αντιστοιχεί να παραλύουμε από το φόβο, όταν σκεφτόμαστε ότι θα ελευθερωθούμε και θα ορίσουμε εμείς την πορεία της ζωής μας; Αντιστοιχεί ο φόβος  στην ελευθερία;
 
Έφηβοι μπροστά στην επικείμενη ανεξαρτησία  τους, νέοι άνθρωποι  λίγο πριν ανοίξουν τα δικά τους φτερά και αποχωριστούν τα πατρικά τους σπίτια, σύντροφοι λίγο πριν την απόφαση του χωρισμού, φυλακισμένοι λίγο πριν την αποφυλάκισή τους, εργαζόμενοι λίγο πριν την παραίτησή τους από μια δουλειά που τους πνίγει, όλοι τρέμουν από φόβο…
 
Ο φόβος σε αυτές τις περιπτώσεις δεν είναι εχθρός αλλά σύμμαχος, όσο αντιφατικό κι αν φαίνεται.
Κάτω από κάθε φόβο, κρύβεται μια επιθυμία..Μια επιθυμία για προχώρημα στην επόμενη φάση, για αλλαγή, για ζωή.. Όταν κανείς συνειδητοποιεί ότι έχει επιλογές, ότι δεν είναι αναγκασμένος να ζει με βάση τις επιθυμίες των άλλων, ότι μπορεί να απεγκλωβιστεί και να ορίσει ο ίδιος τη ζωή του, αρχικά θα τρέμει από το φόβο μπροστά στο καινούριο, το άγνωστο.  Η ελευθερία έχει απαιτήσεις και προϋποθέτει να φύγεις από το βόλεμα.
 
Η ελευθερία δε χαρίζεται,αλλά κατακτάται. Το βόλεμα της πατρικής οικογένειας που σου τα παρέχει όλα έτοιμα, χωρίς να κοπιάσεις, με το αντίστοιχο κόστος βέβαια, το βόλεμα της ψευδούς αίσθησης ασφάλειας σε ένα νεκρό γάμο, το βόλεμα σε μια δουλειά που καθημερινά σου ρουφάει τη δημιουργικότητα…
 
Αντιστοιχεί λοιπόν να φοβάται κανείς μπροστά στη λήψη σημαντικών αποφάσεων, γιατί αυτό σημαίνει πως είναι έτοιμος να αναλάβει εξ ολοκλήρου την ευθύνη της ζωής του, δεν θα υπάρχει πια το άλλοθι ότι κάποιος άλλος φταίει για τη μιζέρια του. Φοβάμαι λοιπόν, γιατί εγώ χρειάζεται να επιλέξω και όχι οι άλλοι για μενα…
 
Όποιος αρνείται να δει το φόβο του, δε θα περάσει στην επόμενη φάση, δε θα προχωρήσει αλλά θα ακινητοποιηθεί. Και τότε συνήθως  οι κρίσεις πανικού, τα ψυχοσωματικά συμπτώματα, οι φοβίες, οι ψυχαναγκασμοί θα έρθουν να του δείξουν ότι κάτι «κουκουλώνει».  Χρειάζεται να ακούσω το φόβο μου, να του δώσω χώρο και χρόνο, και να προσπαθήσω να βρω τι κρύβεται πίσω από αυτόν. Σε αυτό το σημείο θα παραθέσω μια φράση από τον Δημήτρη Καραγιάννη, παιδοψυχίατρο, «το φόβο τον ακούς, αλλά δεν τον υπακούς».
 
Οι κρίσεις πανικού κρύβουν το φόβο του θανάτου, υποδηλώνουν  ότι η ζωή μου στο σήμερα δεν είναι ικανοποιητική, το φόβο ότι δε θα προλάβω να ζήσω πριν πεθάνω. Οι κρίσεις πανικού κρύβουν μια λαχτάρα για προχώρημα, για ελευθερία, για ζωή που μπλοκάρονται από το φόβο της ανάληψης προσωπικής ευθύνης.
 
Οι φοβίες, οι οποίες αποτελούν μετάθεση του φόβου και  κρύβουν υπαρξιακό άγχος. Οι φοβίες είναι το καμουφλάζ του φόβου. Όταν δεν ακούω το φόβο μου, όταν προσπαθώ να τον αγνοήσω, τότε εκείνος θα εκφραστεί μέσα από τις φοβίες. Πολλά παιδιά έχουν φοβίες (με το σκοτάδι, με κάποια ζώα, με φυσικά φαινόμενα, με κλειστούς χώρους ) και αυτό συμβαίνει επειδή οι γονείς είτε υπεραπασχολούνται με το φόβο του παιδιού είτε υποτιμούν το φυσιολογικό φόβο. Συχνά οι φοβίες γονέων και παιδιών είναι κοινές στην προσπάθεια του παιδιού να ταυτιστεί με το σημαντικό γονιό.
 
«Όποιος φοβάται να υποφέρει, υποφέρει ήδη από αυτό που φοβάται» -Michelde Montaigne.

Το ψέμα και η αγάπη

«Το κυριότερο είναι να μη λέτε ψέματα στον ίδιο σας τον εαυτό. Αυτός που λέει ψέματα στον εαυτό του και πιστεύει στο ίδιο του το ψέμα, φτάνει στο σημείο να μη βλέπει καμιά αλήθεια ούτε μέσα του ούτε και στους άλλους. Κι έτσι χάνει κάθε εκτίμηση για τους άλλους και κάθε αυτοεκτίμηση.
 
Μην εκτιμώντας κανέναν, παύει να αγαπάει. Και μην έχοντας την αγάπη, αρχίζει να παρασέρνεται από τα πάθη και την ακολασία για να απασχοληθεί και να διασκεδάσει. Έτσι φτάνει στην απόλυτη κτηνωδία, και όλα αυτά επειδή λέει συνεχώς ψέματα στους άλλους και στον εαυτό του»
 
«Η ενεργός αγάπη είναι κάτι πολύ πιο σκληρό και φοβερό από την αγάπη που περιορίζεται στα όνειρα. Η ονειροπόλα αγάπη διψάει για σύντομα κατορθώματα, ζητάει μια γρήγορη ικανοποίηση και το γενικό θαυμασμό. Σε τέτοιες περιπτώσεις μερικοί φτάνουν πραγματικά να θυσιάσουν και τη ζωή τους ακόμα, αρκεί να μην περιμένουν πολύ, μα να πραγματοποιηθεί γρήγορα τ’ όνειρό τους. Και να’ ναι σα μια θεατρική παράσταση που να τη βλέπουν όλοι και να τη χειροκροτούν.
 
Μα η ενεργός αγάπη χρειάζεται δουλειά κι επίμονη αυτοκυριαρχία και για μερικούς είναι ίσως-ίσως ολόκληρη επιστήμη. Μα σας προλέγω πως ακόμα και τη στιγμή που θα δείτε με φρίκη πως παρ’ όλες σας τις προσπάθειες όχι μονάχα δεν πλησιάσατε τον σκοπό σας, μα αντίθετα ξεφύγατε απ’ αυτόν, εκείνην ακριβώς τη στιγμή, σας το προλέγω, θα ‘χετε φτάσει στο σκοπό».
 
Ντοστογιέφσκι, Αδελφοί Καραμάζοφ

Λίγο πριν κάνεις το επόμενο βήμα στη ζωή σου

Η ζωή περνά και χάνεται… λέει το τραγούδι… κι εσύ έχεις αποφασίσει μέσα σου να μην το επιτρέπεις συνειδητά να συμβαίνει αυτό. Θέλεις να τη χαίρεσαι τη ζωή σου και όχι να τη χάνεις. Θέλεις όσο περισσότερο μπορείς να μην μετράς χαμένα βήματα αλλά επόμενα βήματα, βήματα που σε πηγαίνουν μπροστά στη ζωή σου! Βήματα που σε οδηγούν σταθερά στον στόχο σου, στον προορισμό σου!
 
Ομως δεν γίνεται να πας εκεί που θέλεις, δεν γίνεται να συναντήσεις το στόχο σου χωρίς να διανύσεις την απόσταση, χωρίς να κάνεις τη διαδρομή. Είμαι σίγουρη ότι το ξέρεις πια ότι δεν είναι εύκολη η διαδρομή. Οπως είμαι σίγουρη ότι έχεις πεισμώσει ότι θέλεις να προχωρήσεις και για αυτό χρησιμοποιείς όλα τα μέσα και όλες τις δυνάμεις σου. Και όσο προχωράς, τόσο περισσότερο πείσμα βγάζεις από μέσα σου και μεγαλύτερη δυναμική για να σιγουρέψεις τα βήματα που θα σε οδηγήσουν στον προορισμό σου!

Κάνεις βήματα αργά και σταθερά. Ισως κάποιες φορές νιώσεις ότι πισωγυρίζεις, όμως αν κάνεις ένα βήμα πίσω, κάνεις αμέσως δύο μπροστά και προπορεύεσαι. Κάποιες φορές, μένεις στάσιμος γιατί χρειάζεται να ξαποστάσεις και να πάρεις δυνάμεις πριν κάνεις το επόμενο βήμα. Συχνά συναντάς εμπόδια και δοκιμασίες στο δρόμο σου. Τα βήματά σου μπορεί να γίνονται πολύ αργά. Πολλές φορές χρειάζεται να πολεμήσεις με παλιούς μηχανισμούς που κρύβονται μέσα σου.

Παλιά μοτίβα συμπεριφοράς δοκιμάζουν τις αντοχές σου, σε πολιορκούν και εσύ ξέρεις πλέον ότι αν δεν τα ταϊσεις, θα πεθάνουν από την πείνα. Δύσκολο αλλά όχι ανέφικτο. Δεν αλλάζουν κάποια πράγματα από τη μια στιγμή στην άλλη. Θέλει πολύ δουλειά και αγώνα και το γνωρίζεις αυτό. Οι παλιοί μηχανισμοί είναι έντονα ριζωμένοι μέσα μας και ενεργοποιούνται όταν πάρουν το ερέθισμα από το περιβάλλον, ειδικά όταν μέσα σου έχεις αποφασίσει να κερδίζεις την ζωή σου και όχι να τη βλέπεις να χάνεται μπροστά στα μάτια σου.

Εχεις αποκτήσει όμως δύο καλούς οδηγούς για τη διαδρομή αυτή. Επίγνωση και επαφή με τα συναισθήματά σου. Ψάχνεις να βρεις τον τρόπο να απελευθερωθείς από τους σκουριασμένους μηχανισμούς που πασχίζουν να σε κρατήσουν μπλεγμένο στα γρανάζια τους. Λες και το μυρίζονται όταν είσαι έτοιμος να κάνεις το επόμενο βήμα και τότε έρχονται πάλι για να τεστάρουν την πρόοδό σου.

Οταν ενεργοποιείται ένας τέτοιος μηχανισμός, νιώθεις την σκουριά παντού, ακινησία, μάγγωμα στο σώμα σου, σφίξιμο στα δόντια σου, κόμπο στην ανάσα σου. Τα πόδια σου δεν σε πηγαίνουν. Ερχεται στην επιφάνεια η σκέψη που σε τυρρανά αλλά δεν γουστάρεις πια να την φλερτάρεις. Θέλεις να της θυμώσεις και να μην της δώσεις σημασία. Θέλεις να την βρίσεις κατάμουτρα και να της δώσεις ένα χαστούκι να το νιώσει για τα καλά. Νιώθεις την ανάγκη να βγάλεις από μέσα σου μια κραυγή, να φοβηθεί να φύγει από το μυαλό σου.

Εκεί, παίζεται όλο το παιχνίδι. Ποιός θα επιβληθεί σε ποιόν. Ο μηχανισμός σε σένα;… ή εσύ στο μηχανισμό; Η σκέψη που σου ζητάει επίμονα το διάλογο;… ή εσύ που το μόνο που έχεις να της πεις είναι… Φύγε!… ή ακόμα καλύτερα να αδιαφορήσεις και να μην της δώσεις σημασία;

Και κοίτα… λειτουργεί! Δεν της αρέσει αυτή η συμπεριφορά. Δεν βρίσκει ανταπόκριση και χάνει το ενδιαφέρον της. Οτι δεν τροφοδοτείς, ατροφεί. Αν δεν σου αρέσει να παίζεις ρακέτες με τον μηχανισμό που σου επιτίθεται, βρες τη δύναμη και πέτα κάτω το μπαλάκι. Οταν δεν βρει συμπαίκτη, απλά θα αποχωρήσει κι εσύ θα έχεις κερδίσει όχι την παρτίδα, αλλά κάτι πολύ πολυτιμότερο… την εσωτερική σου γαλήνη και ηρεμία. Αρκεί να εξασκηθείς σ’ αυτό και να μην επιτρέπεις όσο μπορείς να σε πολεμάει οτιδήποτε παλιό που δεν βοηθάει την προσωπική σου ανάπτυξη, διαταράσσει την ισορροπία σου και κλέβει τη χαρά σου.

Ο στόχος που έχουμε βάλει, είναι εκεί και μας περιμένει. Ακούει τα βήματά μας και τα θέλει σταθερά, δυνατά και να πατάνε γερά στη γη με το βλέμμα στον ουρανό.

Λίγο πριν κάνεις το επόμενο βήμα στη ζωή σου, θα αμφιταλαντευτείς, θα μπερδευτείς, θα δεχτείς επιθέσεις από τον ίδιο σου τον εαυτό, ή από το εξωτερικό σου περιβάλλον. Θα κάνεις σκέψεις αρνητικές, σκέψεις γεμάτες φόβο και ανασφάλεια, θα νομίζεις ίσως ότι δεν έχεις κάνει καμία πρόοδο στη ζωή σου μέχρι τώρα, μπορεί ακόμα να απαξιώνεις την όποια πρόοδο έχεις κάνεις, ή να αισθάνεσαι ότι δεν έχεις το κουράγιο να συνεχίσεις. Θα έρθουν πειρασμοί από το πουθενά στο διάβα σου. Θα συναντήσεις νέες ή πάλιες καταστάσεις μέσα σου και πάλι για να σε αποτρέψουν να κάνεις το επόμενο βήμα, θα έρθουν με σκοπό να σε αναστατώσουν, να σου ρουφήξουν την ενέργειά σου για να σε κρατήσουν εκεί μαζί τους. Είναι εκεί που θα αμφισβητήσεις τις δυνάμεις σου, την εμπιστοσύνη στον εαυτό σου, την πίστη στο στόχο σου.

Λίγο πριν κάνεις το επόμενο βήμα στη ζωή σου, θα συναντήσεις δυσκολίες και εμπόδια που όμως θα ξεπεράσεις. Είναι η ώρα της εσωτερικής σου αναστάτωσης, η ώρα της σύγκρουσης, η ώρα της απομόνωσης, της θολής ματιάς, της αμφισβήτησης, της φαινομικά εσωτερικής αδυναμίας.

Εδώ είναι που κρύβεται το μυστικό. Οταν νιώθεις έτσι, είναι γιατί είσαι έτοιμος να το κάνεις το επόμενο βήμα… Λίγο πριν το κάνεις, θα βάλεις εσύ ο ίδιος τρικλοποδιά στον εαυτό σου και αφού πέσεις κάτω, τότε θα σηκωθείς και θα προχωρήσεις μπροστά, γιατί σου αρέσει να ορθώνεις το ανάστημά σου ακόμα περισσότερο μετά από μια πτώση. Εκεί είναι που με έναν μαγικό τρόπο, θα βρεις τη δύναμη να ξεπεράσεις τη δυσκολία, τον πειρασμό, τον μηχανισμό και να πας ουσιαστικά παρακάτω. Εχεις εδραιώσει την απόφασή σου να κάνεις το βήμα και τίποτα όσο δύσκολο και να έρχεται, δεν είναι ικανό να σε κρατήσει πίσω. Διψάς πια να ζεις τη ζωή σου, όχι να περνά και να τη χάνεις, να τη ζεις και να τη χαίρεσαι!

Είναι η ώρα που θα βρεις τη δύναμη να πετάξεις από πάνω σου ένα ακόμα πέπλο που σου κρύβει την αλήθεια σου, είναι η σωστή ώρα που θα νιώσεις την ανάγκη να εκφράσεις τα μέσα σου στον ίδιο σου τον εαυτό χωρίς φόβο και χωρίς πάθος… μη φοβάσαι… αυτές τις στιγμές τις βιώνεις πάντα λίγο πριν κάνεις το επόμενο ουσιαστικό βήμα στη ζωή σου… προμηνύουν ακόμα ένα βαθύ καθάρισμα εντός σου… προμηνύουν ότι κάτι ακόμα θα αλλάξει μέσα σου και στη ζωή σου… κάτι καινούργιο, χαρούμενο και όμορφο θα γεννηθεί!

Λίγο πριν κάνεις το επόμενο βήμα στη ζωή σου, αυτό που συνήθως αποτελεί ορόσημο στην πορεία σου, λίγο πριν το δεις να υλοποιείται και να γίνεται η νέα σου όμορφη και χαρούμενη πραγματικότητά στη ζωή σου, να είσαι σίγουρος ότι αυτό το βήμα θα το έχεις πρώτα ακούσει και νιώσει μέσα σου!

Εκείνους με το καθαρό βλέμμα, μην τους φοβάσαι

Πολλές φορές, όταν ο κόσμος με βαραίνει, όταν τα λόγια γίνονται ανυπόφορα και η καθημερινότητα κάνει τη σκέψη μου να ασφυκτιά, αποζητώ ένα ταξίδι μέσα σε μια καθαρή ματιά μ’ένα χάρτινο βαρκάκι γεμάτο ειλικρίνεια και με άνεμο γλυκό που νανουρίζει και γαληνεύει την ψυχή.

Καθαρή ματιά, βλέμματα από εκείνα που μένουν στη μνήμη ισόβια. Είναι εκείνοι οι λίγο πιο φωτεινοί άνθρωποι που όταν βρεθείς κοντά τους, γυρίζεις να τους κοιτάξεις ασυναίσθητα και για μια στιγμή μαγνητίζουν τη ματιά και τη σκέψη σου. Για κάποιο ανεξήγητο λόγο, πιάνεις τον εαυτό σου να τους θαυμάζει. Έχουν κάτι το διαφορετικό, όχι τόσο στην εικόνα τους, αλλά στο φως που εκπέμπουν. Είναι δυνατότερο από των υπολοίπων.

Σκεφτείτε το βλέμμα ενός παιδιού. Υπάρχει πιο καθαρό, ευαίσθητο, ζεστό, ειλικρινές βλέμμα; Γι’αυτά τα βλέμματα μιλάμε. Για εκείνους τους ενήλικους που μεγαλώνοντας δεν έχασαν την παιδικότητά τους. Σπάνιος συνδυασμός από δύναμη και αδυναμία. Δύναμη να φανερώνουν τον εαυτό τους και αδυναμία να μην μπορούν να κρύψουν την αλήθεια. Γίνονται σκληρά κάποιες φορές ή τρυφερά κάποιες άλλες, μα πάντα είναι αληθινά.

Μέσα από τα μάτια τους, βλέπεις έναν ολόκληρο κόσμο. Ξεγυμνώνουν την ψυχή και κοιτάς ακριβώς την αλήθεια τους. Τους εμπιστεύεσαι χωρίς περισπασμούς. Έχουν διαπεραστική ματιά και σφικτή χειραψία. Βλέπεις ατόφιο το θυμό και αληθινή τη χαρά τους. Διακρίνεις την απογοήτευση, την πίκρα ή την ευγνωμοσύνη. Θα δεις μέσα τους την αγάπη ή την αδιαφορία. Κι επειδή αντιπαθούν τις φλυαρίες, μέσα από τα μάτια τους, ακούς σκέψεις, συναισθήματα και πράξεις. Διαφανείς άνθρωποι, γνήσιοι.

Πιστεύω ότι οι ανθρωποι με το καθαρό βλέμμα γεννήθηκαν με αυτό το χάρισμα. Είναι κάτι στο χαμόγελό τους, στο είναι τους που δεν μπορούν να το ελέγξουν. Είναι η αύρα τους που θυμίζει φιλόξενη αυλή, σκιερό κήπο. Ίσως, ακόμη, έχουν έμφυτο το ταλέντο να βλέπουν τη ζωή με μια πιο καθαρή ματιά. Μια ματιά που δείχνει πως ευγνωμονούν για όλα όσα η ζωή τους δώρισε και δεν κουράζονται να αναζητούν την ομορφιά σε κάθε μέρα, στα χρώματα των λουλουδιών, σε μια βόλτα στη θάλασσα, σε μια ασπρόμαυρη φωτογραφία. Ζουν για τη μαγεία της στιγμής που, δεν μπορεί, κάποτε θα΄ρθει κι ύστερα θα αφεθούν σ’αυτήν και θα βιώσουν την ευτυχία.

Δεν έχεις να φοβάσαι. Έχεις μόνο να πάρεις τα πιο όμορφα μαθήματα ζωής. Αν σε συμπαθήσουν, θα το διαβάσεις.Αν σ’ερωτευτούν, θα το δεις. Αν πάλι δεν τους κάνεις, θα σε απομακρύνουν χωρίς βερμπαλισμούς ή βαρύγδουπες εκφράσεις. Μισούν το παραμύθι, τις πλεκτάνες, τα σενάρια εντυπωσιασμού, την αυτοπροβολή. Οι άνθρωποι τους ενδιαφέρουν κι οι ψυχές. Εκείνες που φορούν πάντα τα καλά τους.

Σήμερα που οι καιροί είναι περισσότερο εντυπωσιακοί σε εμφάνιση, αλλά τραγικά κενοί και άγευστοι σε περιεχόμενο και ουσία, ένα καθάριο βλέμμα έχουμε ανάγκη να μας γνέψει να πλησιάσουμε, να κατακλύσει τη ζωή και τη σκέψη μας και να γεμίσει ο αέρας χρώματα.

Στο τέλος μόνο η ψυχή μας μένει

Τίποτα τελικά δεν είμαστε κι ας νομίζουμε ότι μπορούμε να κατακτήσουμε όλες τις κορυφές του κόσμου.

Ας νομίζουμε ότι μπορούμε να τα κερδίσουμε όλα και όλους.

Αυταπάτες τρέφουμε στο μυαλό μας.

Ας νομίζουμε ότι τα πάντα είναι υπό την πλήρη εποπτεία μας.

Οι καταστάσεις μας ορίζουν και μας κατευθύνουν είτε το θέλουμε, είτε όχι.

Από χώμα είμαστε σε μια εμφάνιση μοναδική και προσαρμοσμένη.

Και ναι, μην νομίζεται στο χώμα θα καταλήξουμε μόνοι μας.

Εκεί που έγινε η εκκίνησή μας.

Θα καταλήξουμε να πάρουμε την άυλη μορφή μας και πάλι.

Εκεί όμως όλα θα είναι διαφορετικά και μοναδικά.

Πρωτόγνωρα για την δική μας ύπαρξη.

Εκεί που λες όλοι θα είμαστε ίσοι.

Δεν θα υπάρχουν κοινωνικές και πνευματικές διαφορές.

Βλέπεις στις ψυχές δεν γίνεται διαχωρισμός.

Θα είμαστε ίσοι και απαλλαγμένοι από όλους και από όλα.

Δεν θα μας έχουν και δεν θα τους έχουμε ανάγκη.

Δεν θα καταλαβαίνουμε τίποτα πλέον.

Ούτε πόνο, ούτε χαρά, ούτε αχαριστία, ούτε λύπη.

Θα σταματήσουμε και να νιώθουμε.

Θα λυτρωθούμε από αυτές τις καθημερινές χαζομάρες που μας τρώνε την ψυχή.

Τότε όταν θα εξανεμιστούμε δεν θα έχουμε μονάδες μέτρησης.

Μόνο η ψυχή μας θα παραμείνει, ακέραιη και έτοιμη να κάνει την μεγάλη της επανεκκίνηση.

Ο χρόνος πια θα είναι ένα ανεπαίσθητο κόμμα, μπροστά στην αιωνιότητα της ψυχής.

Θα πετάξουμε στα σύννεφα και αν είμαστε τυχεροί θα βρεθούμε δίπλα στις αστερόσκονες.

Για αυτό σου λέω τίποτα δεν είμαστε.

Από χώμα είμαστε και στο χώμα θα επιστρέψουμε.

Κρατηθείτε γερά από τα όνειρα

Κρατηθείτε γερά από τα όνειρα,
γιατί αν τα όνειρα πεθάνουν,
η ζωή είναι ένα πουλί με σπασμένα φτερά
που δε μπορεί να πετάξει.

Κρατηθείτε γερά από τα όνειρα,
γιατί αν τα όνειρα φύγουν,
η ζωή είναι ένα άγονο πεδίο
καλυμμένο με χιόνι.


Langston Hughes

Η προνοητικότητα είναι το κλειδί για επιτυχημένη δράση

Η διαφορά μεταξύ ενός σαμουράι που είναι πάντα σε ετοιμότητα κι ενός που δεν είναι εξηγείται στα βιβλία των στρατιωτικών σπουδών. Ο σαμουράι που βρίσκεται πάντα σε κατάσταση ετοιμότητας δεν είναι απλώς κάποιος που, οποιαδήποτε κατάσταση κι αν αντιμετωπίσει, είναι ικανός να τη χειριστεί επιδέξια και αποτελεσματικά, με βάση την εμπειρία του. Αντιθέτως, θα έλεγα ότι το ζητούμενο είναι η σχολαστική μελέτη του τρόπου με τον οποίο οφείλει κανείς να χειρίζεται όλων των ειδών τις καταστάσεις πριν συμβούν πραγματικά, έτσι ώστε, εάν βρεθεί αντιμέτωπος με μία συγκεκριμένη κατάσταση, να είναι σε θέση να τη χειριστεί σύμφωνα με το πλάνο που έχει ήδη καταστρώσει. Θεωρώ, λοιπόν, ότι ο σαμουράι που έχει προνοήσει για τα πάντα κι έχει οπλίσει την ψυχή του με αποφασιστικότητα είναι πάντα σε ετοιμότητα.

Αυτός που, όταν αντιμετωπίζει μία συγκεκριμένη κατάσταση, ακόμα κι αν τη χειριστεί ικανοποιητικά, θεωρεί ότι αυτό είναι απλώς θέμα καλής τύχης δεν είναι σε ετοιμότητα.

Ο σαμουράι που δεν προνοεί για πράγματα και καταστάσεις θα είναι πάντα απροετοίμαστος κι ανέτοιμος να τις χειριστεί.

ΧΑΓΚΑΚΟΥΡΕ: Η ΤΕΧΝΗ ΤΟΥ ΣΑΜΟΥΡΑΙ

Ο αριθμός των βοδιών του Ήλιου: το βοϊκόν πρόβλημα του Αρχιμήδη

Το 1773 ο φημισμένος Γερμανός συγγραφέας G. E. Lessing ανακάλυψε χειρόγραφο, το οποίο περιείχε ένα άγνωστο μέχρι τότε αρχαίο ελληνικό ποίημα. Το χειρόγραφο απέδιδε το κείμενο στον Αρχιμήδη (287-212 π.Χ.), ενώ το ποίημα από τότε έγινε γνωστό με τον τίτλο βοϊκόν πρόβλημα (=το πρόβλημα των βοδιών). Η σύνθεση έχει έκταση 44 στίχων και αντλεί την έμπνευσή της από την περίφημη ομηρική περιγραφή των βοδιών του Ήλιου στη δωδέκατη ραψωδία της Οδύσσειας και την αριθμητική της πλευρά. Μόνο που τα μαθηματικά του Αρχιμήδη είναι φυσικά πολύ περισσότερο περίπλοκα: έχουμε να κάνουμε με μια περιγραφή των σχετικών αναλογιών των μαύρων, λευκών, ξανθών και ποικιλόχρωμων κοπαδιών από βόδια, τα οποία στη συνέχεια κατανέμονται γεωμετρικά στη Σικελία.[1]

Από την εποχή της ανακάλυψης του έργου οι μελετητές ασχολήθηκαν κυρίως με τη μαθηματική πλευρά του ποιήματος, διατυπώνοντας λύσεις και τονίζοντας την περιπλοκότητα αυτών των λύσεων. Μόνο το 1965 το πρόβλημα λύθηκε αριθμητικά και καταγράφηκε στην πληρότητά του: το αποτέλεσμα είναι ένας αριθμός του οποίου τα ψηφία γεμίζουν 42 σελίδες χαρτιού.[2] Στη μαθηματική μελέτη του προβλήματος τονίζεται κυρίως το γεγονός ότι οι αρχαίοι, και προπάντων ο Αρχιμήδης, είχαν συνειδητοποιήσει την λειτουργία των διαφορικών εξισώσεων, καθώς και τις πιθανές περιπλοκότητες και τα όριά τους.[3]

Από φιλολογική άποψη έχει μελετηθεί προπάντων η αυθεντικότητα του κειμένου, χωρίς όμως αυτό το πρόβλημα να έχει λυθεί οριστικά. Δύο είναι οι κύριες δυνατότητες: το ποίημα να είναι αυθεντικό ή εναλλακτικά να πρόκειται για μια μεταγενέστερη ποιητική παράφραση ενός προβλήματος που είχε θέσει ο σπουδαίος επιστήμονας. Ωστόσο γενικά πολλοί φιλόλογοι σήμερα τείνουν να αποδεχτούν την αυθεντικότητα της σύνθεσης. Σύμφωνα με το χειρόγραφο στο οποίο βρέθηκε καταγραμμένο το ποίημα, αυτό περιλαμβανόταν σε μια επιστολή του Αρχιμήδη προς τον Ερατοσθένη τον Κυρηναίο, αλλά οι πραγματικοί αποδέκτες του ήταν οι μαθηματικοί της Αλεξάνδρειας. Αν δεχτούμε την αυθεντικότητα της σύνθεσης, τότε βρισκόμαστε πραγματικά μέσα στο πλαίσιο της ελληνιστικής παράδοσης να στέλνει ένας λόγιος ποιητής τα ποιήματά του σε έναν άλλο λόγιο ποιητή.[4]

Βοϊκόν πρόβλημα
(Supplementum Hellenisticum 201:)[5]
Το πλήθος των βοδιών του Ήλιου, ξένε, μέτρα,
την προσοχή σου προσηλώνοντας, αν έχεις μερίδιο στη σοφία.[6]
Πόσα άραγε βόδια έβοσκαν κάποτε στις πεδιάδες του σικελικού νησιού
της Θρινακίας,[7] σε τέσσερις ομάδες χωρισμένα,
στο χρώμα διαφέροντας. Η μία ομάδα ήταν λευκή σαν γάλα,
η άλλη με χρώμα μαύρο έλαμπε,
μια άλλη με ξανθό, μια άλλη ήταν ποικιλόχρωμη.
Σε κάθε ομάδα ήτανε πλήθος ταύροι μοιρασμένοι
σε τέτοια αναλογία: οι λευκοί ήταν ίσοι
με το μισό συν ένα τρίτο των μαύρων
και όλων των ξανθών.[8] Αυτό κατάλαβέ το, ξένε.
Οι μαύροι ήταν το ένα τέταρτο
συν το ένα πέμπτο των ποικιλόχρωμων και του συνόλου των ξανθών.[9]
Οι ποικιλόχρωμοι που υπολείπονταν υπολόγισε πως ήταν άθροισμα
ισοδύναμο του ενός έκτου και του ενός εβδόμου
των λευκών και όλων των ξανθών.[10]
Τα θηλυκά βόδια είχαν ως εξής: τα λευκότριχα
ήταν ακριβώς ίσα με το ένα τρίτο όλης
της μαύρης αγέλης συν το ένα τέταρτό της.[11]
Οι μαύρες θηλυκές ισοδυναμούσαν
με το ένα τέταρτο των ποικιλόχρωμων συν το ένα πέμπτο τους,
όταν στο βοσκοτόπι έρχονταν όλες μαζί με τους ταύρους.[12]
Οι ποικιλόχρωμες στο πλήθος ήταν ισάριθμες πραγματικά
με το ένα πέμπτο συν το ένα έκτο της αγέλης των ξανθότριχων.[13]
Οι ξανθές πάλι ήταν ίσες στον αριθμό με το μισό του ενός τρίτου
συν το ένα έβδομο της λευκής αγέλης.[14]
Ξένε, εσύ αν πεις πόσα ήταν ακριβώς τα βόδια του Ήλιου,
χωριστά τον αριθμό των καλοθρεμμένων ταύρων
καθώς και πόσες ήταν οι θηλυκές ανάλογα με το χρώμα τους,
δεν θα θεωρείσαι αμαθής, ούτε αδαής στους αριθμούς.
Όμως ακόμη δεν θα αριθμείσαι ανάμεσα στους σοφούς.[15] Εμπρός σκέψου
και όλες τις ακόλουθες ιδιότητες των βοδιών του Ήλιου:
οι ταύροι με το λευκό χρώμα, όταν ανακάτευαν το πλήθος τους
με τους μαύρους, στέκονταν ακριβώς ισόμετροι
στο βάθος και στο πλάτος,[16] ενώ εξ ολοκλήρου γέμιζαν
με το πλήθος τους τις πολύ μακρές πεδιάδες της Θρινακίας.
Οι ξανθοί πάλι και οι ποικιλόχρωμοι, όταν αθροίζονταν μαζί σε ένα κοπάδι,
στέκονταν αρχικά ένας, αλλά σταδιακά ολοκλήρωναν
ένα τρίγωνο σχήμα, δίχως προσθήκη
ταύρων με άλλο χρώμα, ούτε αφαίρεση.[17]
Κι αυτά εάν τα βρεις όλα μαζί και τα μετρήσεις στο μυαλό σου
και υπολογίσεις όλους τους αριθμούς από τα πλήθη, ξένε,
πήγαινε νικηφόρος όλο δόξα και να ξέρεις πως από κάθε άποψη
έχεις κριθεί γεμάτος με τούτη τη σοφία.[18]
--------------------------
[1] Η Σικελία ήταν φυσικά το νησί από το οποίο καταγόταν ο Αρχιμήδης.
[2] Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν είχαν προηγηθεί σημαντικά βήματα για την επίλυση του προβλήματος. Ανάμεσα στους μαθηματικούς που συνέβαλαν στην πορεία προς τη λύση ήταν ο Wurm (1830), o Nesselmann (1842) και ο Amthor (1880). Ο τελευταίος ανακάλυψε μια μέθοδο για τον υπολογισμό του μεγάλου μεγέθους της λύσης, εκφράζοντας μόνο τα τέσσερα πρώτα σημαντικά ψηφία ενός αριθμού που περιλαμβάνει εκατοντάδες χιλιάδες ψηφία.
[3] Παραμένει ακόμη ασαφές με ποιον τρόπο οι αρχαίοι μαθηματικοί θα ξεκινούσαν να σκέφτονται για να λύσουν το πρόβλημα, ούτε είναι γνωστό εάν ο δημιουργός του μαθηματικού προβλήματος γνώριζε τις ποσότητες εκ των προτέρων. Ένα άλλο έργο του Αρχιμήδη (Ψαμμίτης) αναπτύσσει πράγματι ένα σύστημα για την αντιμετώπιση πολύ μεγάλων αριθμών.
[4] Ποιητικά επιγράμματα τα οποία αποτελούν μαθηματικούς γρίφους έχουν συγκεντρωθεί στο δέκατο τέταρτο βιβλίο της Παλατινής ανθολογίας.
[5] Το ομηρικό χωριό στο οποίο στηρίζεται το ποίημα μας είναι το ακόλουθο (μ 127-130 -μιλά η Κίρκη στον Οδυσσέα και του δίνει οδηγίες για το ταξίδι του):
Θα φτάσεις στο νησί της Θρινακίας. Εκεί βόσκουν πλήθος
βόδια του Ήλιου και παχιά πρόβατα.
Επτά είναι οι αγέλες των βοδιών, τόσες και των ωραίων προβάτων,
και κάθε αγέλη έχει πενήντα ζωντανά.
[6] Το ποίημα ή η φωνή που μιλά προσποιείται ότι το κείμενο είναι γραμμένο σε μια επιγραφή που έχει στηθεί σε δημόσιο χώρο και ότι κάποιος περαστικός, ο οποίος αποκαλείται τυπικά ξένος, θα σταθεί και θα το διαβάσει και θα προσπαθήσει να λύσει το πρόβλημα. Αυτού του είδους η λεκτική προσποίηση είναι συνήθης στα ελληνιστικά επιγράμματα.
[7] Η Θρινακία ταυτιζόταν από πολλούς αρχαίους συγγραφείς με το νησί της Σικελίας. Μάλιστα υπήρχε η άποψη ότι το όνομα αποτελούσε παραφθορά ενός αρχικού τύπου Τρινακρία, τρεις άκρες, με παραπομπή στο τριγωνικό σχήμα του νησιού.
[8] Η πρώτη από επτά εξισώσεις. Λ = Λευκός, Μ = Μαύρος, Ξ = Ξανθός, Π = Ποικιλόχρωμος. Τα αντίστοιχα μικρά γράμματα αφορούν τα θηλυκά, τις αγελάδες.
Λ = (1/2+1/3) Μ+Ξ = 5/6 Μ+Ξ.
[9] Μ = (1/4+1/5) Π+Ξ = 9/20 Π+Ξ.
[10] Π = (1/6+1/7) Λ+Ξ = 13/42 Λ+Ξ.
[11] λ = (1/3+1/4) (Μ+μ) = 7/12 (Μ+μ).
[12] μ = (1/4+1/5) (Π+π) = 9/20 (Π+π).
[13] π = (1/5+1/6) (Ξ+ξ) = 11/30 (Ξ+ξ).
[14] ξ = (1/6+1/7) (Λ+λ) = 13/42 (Λ+λ).
[15] Λεκτικό παίγνιο με τη λέξη ἐναρίθμιος.
[16] Δηλαδή σχημάτιζαν τετράγωνο. Σύμφωνα με μια άλλη ερμηνεία το άθροισμά τους ήταν τετράγωνος αριθμός.
[17] Το άθροισμα των ποικιλόχρωμων και των ξανθών ταύρων ήταν τρίγωνος αριθμός. Ξεκινούσαν με έναν ταύρο στην πρώτη σειρά, δύο στη δεύτερη σειρά κ.ο.κ. Έτσι σχηματιζόταν ένας αριθμός της μορφής 1+2+3+4+…ν, που αντιστοιχεί σε ένα ισόπλευρο τρίγωνο με πλευρά ν.
[18] Το λεξιλόγιο του τελευταίου τμήματος του κειμένου θυμίζει την Σφίγγα, η οποία απαιτεί από τον διαβάτη την επίλυση του αινίγματος προκειμένου να τον αφήσει να προχωρήσει, ενώ το επίθετονικηφόρος παραπέμπει στις επινίκιες ωδές του Πινδάρου, όπως και η μετοχή κεκριμένος (=αυτός που αγωνίστηκε και κρίθηκε νικητής), μόνο που εδώ το αγωνιστικό πλαίσιο δεν είναι η ικανότητα, αλλά η μαθηματική, καθώς και η γενικότερη ικανότητα της λογιοσύνης, μέρος της οποίας είναι και η ποιητική τεχνική, ιδίως η τεχνική των λογοτεχνικών υπαινιγμών στην προγενέστερη ποίηση και ιδιαίτερα στην ομηρική.

Εντυπωσιακή ανακάλυψη στη Νότια Αφρική απολιθωμάτων του Homo naledi

Μια διεθνής επιστημονική ομάδα ανακάλυψε άλλο ένα υπόγειο θάλαμο με απολιθώματα του Homo naledi, ενός άγνωστου έως πρόσφατα «συγγενούς» του ανθρώπου, που είχε μικρότερο εγκέφαλο μεγέθους πορτοκαλιού, ύψος ενάμισι μέτρο και βάρος 45 κιλά. Η χρονολόγηση των απολιθωμάτων δείχνει ότι ζούσε πριν από από 236.000 έως 335.000 χρόνια, πιθανώς παράλληλα με τον «έμφρονα» άνθρωπο (Homo sapiens). Τα αρχαιότερα απολιθώματα του τελευταίου στην Αφρική έχουν ηλικία περίπου 200.000 ετών.  Αυτό είναι απρόσμενο, επειδή έως τώρα οι επιστήμονες πίστευαν ότι τόσο πρόσφατα στην Αφρική ζούσαν πια μόνο Homo sapiens και ότι τα άλλα συγγενικά είδη είχαν πια εξαφανισθεί. Οι ερευνητές δήλωσαν έκπληκτοι από την χρονολόγηση των απολιθωμάτων.
Όπως είπαν, «αν υπάρχει ένα άλλο είδος που μοιραζόταν τον κόσμο με τους 'σύγχρονους ανθρώπους' στην Αφρική, είναι πολύ πιθανό ότι υπήρχαν και άλλα, απλώς πρέπει να τα βρούμε».
 Η νέα εντυπωσιακή ανακάλυψη έγινε ακόμη βαθύτερα στο ίδιο λαβυρινθώδες σύστημα σπηλαίων της Νότιας Αφρικής, όπου το 2013 είχαν ανακαλυφθεί και -μετά από τη μελέτη τους- το 2015 είχαν δοθεί στη δημοσιότητα -σε συνεργασία με το «National Geographic»- τα πρώτα απολιθώματα του ίδιου «συγγενούς» μας.

 Η ανακάλυψη στο λεγόμενο σπήλαιο του «Ανατέλλοντος 'Αστρου» (εξ ου ο προσδιορισμός «naledi» που σημαίνει «άστρο» στην τοπική γλώσσα) έγινε από ερευνητές με επικεφαλής τους παλαιοανθρωπολόγους Τζον Χόουκς του Πανεπιστημίου του Ουισκόνσιν-Μάντισον των ΗΠΑ και Λι Μπέργκερ του Πανεπιστημίου του Γουιτγουότερσραντ της Ν.Αφρικής, οι οποίοι έκαναν τις σχετικές δημοσιεύσεις στο περιοδικό eLife.

Το σύστημα Έψιλον Ηριδανού είναι μία νεώτερη εκδοχή του ηλιακού μας συστήματος

Epsilon-Eridani«Εντυπωσιακές ομοιότητες» με το ηλιακό μας σύστημα έχει το πλανητικό σύστημα που εκτιμούν Αμερικανοί και Γερμανοί επιστήμονες πως βρίσκεται γύρω από έναν αστέρα σε απόσταση λίγο μεγαλύτερη από 10 έτη φωτός. Το άστρο ανήκει στον αστερισμό του Ηριδανού στο νότιο ημισφαίριο και ονομάζεται έψιλον (ε) Ηριδανού.
 
Η εικόνα δείχνει, με βάση τις παρατηρήσεις του Spitzer, τα εσωτερικά και εξωτερικά μέρη του συστήματος Έψιλον Ηριδανού σε σύγκριση με τα αντίστοιχα στοιχεία του Ηλιακού μας Συστήματος

Ο ε Ηριδανού είναι παρεμφερής με τον Ήλιο, παρόλο που έχει το 1/5 της ηλικίας του. Την ίδια στιγμή, οι εξωπλανήτες που φαίνεται πως περιφέρονται γύρω του πρέπει να μοιράζονται την ίδια αρχιτεκτονική με το πλανητικό σύστημα στο οποίο ανήκει η Γη. Έτσι, οι επιστήμονες ελπίζουν πως, με τη μελέτη του, θα μπορέσουν να κατανοήσουν καλύτερα πώς δημιουργήθηκε το ηλιακό μας σύστημα.
 
Η ανακάλυψη έγινε με δεδομένα από το διαστημικό τηλεσκόπιο Spitzer της NASA και το τηλεσκόπιο υπέρυθρης ακτινοβολίας Sofia, το οποίο μέσω ενός Boeing 747 πετάει σε υψόμετρο 45.000 ποδών, στα όρια της στρατόσφαιρας.

Χρησιμοποιώντας τις μετρήσεις σε μία υπολογιστική προσομοίωση, οι επιστήμονες κατάφεραν να αναπαραστήσουν τον δίσκο σκόνης που περιβάλλει τον ε Ηριδανού, διαχωρίζοντας την αμυδρή ακτινοβολία που εκπέμπει ο δίσκος από αυτήν του άστρου.
 
Σε κάθε αστέρα, ο δίσκος σκόνης αποτελείται από τα αέρια, τα σωματίδια και τους μικρούς βράχους που συνεχίζουν να περιστρέφονται γύρω του, και τα οποία απέμειναν μετά τον σχηματισμό των πλανητών. Στην περίπτωση του ε Ηριδανού, βρήκαν πως χωρίζεται σε δύο ζώνες, με το ενδιάμεσο κενό πιθανότατα να δημιουργήθηκε με τον σχηματισμό των πλανητών.
 
Αν και οι επιστήμονες δεν κατάφεραν να εντοπίσουν εξωπλανήτες, υποστηρίζουν πως θα αποτελούσε τεράστια έκπληξη να μην υπάρχουν τέτοια ουράνια σώματα που να περιφέρονται γύρω από τον ε Ηριδανού. Για να τα εντοπίσουν, θα χρειαστούν όργανα με ακόμη μεγαλύτερη ευκρίνεια, όπως το διαστημικό τηλεσκόπιο James Webb, που η NASA σχεδιάζει να εκτοξεύσει τον Οκτώβριο του 2018.
 
Ο βασικότερος λόγος είναι η ύπαρξη του κενού ανάμεσα στις δύο ζώνες στον δίσκο σκόνης, γα τη δημιουργία του οποίου απαιτείται ένα αντικείμενο με διαστάσεις πλανήτη. Μάλιστα, με δεδομένο πως ο ε Ηριδανού είναι νεώτερος από τον Ήλιο μας, και οι εξωπλανήτες θα έχουν μικρότερη ηλικία από τη Γη. Επομένως, οι ερευνητές αισιοδοξούν πως θα μπορέσουν να αντλήσουν πολύτιμα στοιχεία για την κατάσταση της Γη σε προηγούμενες φάσεις της εξέλιξής της.
 
«Αυτό το άστρο φιλοξενεί ένα πλανητικό σύστημα το οποίο αυτή τη στιγμή περνά τις ίδιες κατακλυσμιαίες διεργασίες με το ηλιακό μας σύστημα σε πολύ νεώτερη ηλικία, όταν η Σελήνη απέτησε τους περισσότερους κρατήρες της, δημιουργήθηκαν οι ωκεανοί στη Γη, και διαμορφώθηκαν στον πλανήτη μας οι συνθήκες που επέτρεψαν την ανάπτυξη ζωής», γράφει ο Μάσιμο Μαρέγκο, αναπληρωτής καθηγητής αστρονομίας στο πολιτειακό πανεπιστήμιο της Αϊόβα και μέλος της ερευνητικής ομάδας.
 
Σύμφωνα με τον επιστήμονα, ο απώτερος σκοπός για τους αστρονόμους είναι να εξακριβώσουν πλήρως της αρχιτεκτονική του δίσκου που περιβάλλει τον ε Ηριδανού και τις αλληλεπιδράσεις του με το «σμήνος» εξωπλανητών που φαίνεται πως υπάρχουν στο ίδιο σύστημα.