Δευτέρα, 8 Μαΐου 2017

ΡΗΤΟΡΙΚΗ: ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ - Φίλιππος (8-16)

[8] Συνησθεὶς δὲ τοῖς περὶ τῆς εἰρήνης ψηφισθεῖσιν καὶ νομίσας οὐ μόνον ἡμῖν ἀλλὰ καὶ σοὶ καὶ τοῖς ἄλλοις Ἕλλησιν ἅπασι συνοίσειν, ἀποστῆσαι μὲν τὴν ἐμαυτοῦ διάνοιαν τῶν ἐχομένων οὐχ οἷός τ᾽ ἦν, ἀλλ᾽ οὕτω διεκείμην ὥστ᾽ εὐθὺς σκοπεῖσθαι πῶς ἂν τὰ πεπραγμένα παραμείνειεν ἡμῖν καὶ μὴ χρόνον ὀλίγον ἡ πόλις ἡμῶν διαλιποῦσα πάλιν ἑτέρων πολέμων ἐπιθυμήσειεν·

[9] διεξιὼν δὲ περὶ τούτων πρὸς ἐμαυτὸν εὕρισκον οὐδαμῶς ἂν ἄλλως αὐτὴν ἡσυχίαν ἄγουσαν, πλὴν εἰ δόξειεν ταῖς πόλεσιν ταῖς μεγίσταις διαλυσαμέναις τὰ πρὸς σφᾶς αὐτὰς εἰς τὴν Ἀσίαν τὸν πόλεμον ἐξενεγκεῖν καὶ τὰς πλεονεξίας, ἃς νῦν παρὰ τῶν Ἑλλήνων ἀξιοῦσιν αὑταῖς γίγνεσθαι, ταύτας εἰ παρὰ τῶν βαρβάρων ποιήσασθαι βουληθεῖεν· ἅπερ ἐν τῷ πανηγυρικῷ λόγῳ τυγχάνω συμβεβουλευκώς.

[10] Ταῦτα δὲ διανοηθεὶς καὶ νομίσας οὐδέποτ᾽ ἂν εὑρεθῆναι καλλίω ταύτης ὑπόθεσιν οὐδὲ κοινοτέραν οὐδὲ μᾶλλον ἅπασιν ἡμῖν συμφέρουσαν, ἐπήρθην πάλιν γράψαι περὶ αὐτῆς, οὐκ ἀγνοῶν οὐδὲν τῶν περὶ ἐμαυτὸν, ἀλλ᾽ εἰδὼς μὲν τὸν λόγον τοῦτον οὐ τῆς ἡλικίας τῆς ἐμῆς δεόμενον ἀλλ᾽ ἀνδρὸς ἀνθοῦσαν τὴν ἀκμὴν ἔχοντος καὶ τὴν φύσιν πολὺ τῶν ἄλλων διαφέροντος, [

11] ὁρῶν δ᾽ ὅτι χαλεπόν ἐστιν περὶ τὴν αὐτὴν ὑπόθεσιν δύο λόγους ἀνεκτῶς εἰπεῖν, ἄλλως τε κἂν ὁ πρότερον ἐκδοθεὶς οὕτως ᾖ γεγραμμένος ὥστε καὶ τοὺς βασκαίνοντας ἡμᾶς μιμεῖσθαι καὶ θαυμάζειν αὐτὸν μᾶλλον τῶν καθ᾽ ὑπερβολὴν ἐπαινούντων.

[12] Ἀλλ᾽ ὅμως ἁπάσας ἐγὼ ταύτας τὰς δυσχερείας ὑπεριδὼν οὕτως ἐπὶ γήρως γέγονα φιλότιμος ὥστ᾽ ἠβουλήθην ἅμα τοῖς πρὸς σὲ λεγομένοις καὶ τοῖς μετ᾽ ἐμοῦ διατρίψασιν ὑποδεῖξαι καὶ ποιῆσαι φανερὸν ὅτι τὸ μὲν ταῖς πανηγύρεσιν ἐνοχλεῖν καὶ πρὸς ἅπαντας λέγειν τοὺς συντρέχοντας ἐν αὐταῖς πρὸς οὐδένα λέγειν ἐστὶν, ἀλλ᾽ ὁμοίως οἱ τοιοῦτοι τῶν λόγων ἄκυροι τυγχάνουσιν ὄντες τοῖς νόμοις καὶ ταῖς πολιτείαις ταῖς ὑπὸ τῶν σοφιστῶν γεγραμμέναις,

[13] δεῖ δὲ τοὺς βουλομένους μὴ μάτην φλυαρεῖν, ἀλλὰ προὔργου τι ποιεῖν καὶ τοὺς οἰομένους ἀγαθόν τι κοινὸν εὑρηκέναι τοὺς μὲν ἄλλους ἐᾶν πανηγυρίζειν, αὐτοὺς δ᾽ ὧν εἰσηγοῦνται ποιήσασθαί τινα προστάτην τῶν καὶ λέγειν καὶ πράττειν δυναμένων καὶ δόξαν μεγάλην ἐχόντων, εἴπερ μέλλουσί τινες προσέξειν αὐτοῖς τὸν νοῦν.

[14] Ἅπερ ἐγὼ γνοὺς διαλεχθῆναι σοὶ προειλόμην, οὐ πρὸς χάριν ἐκλεξάμενος, καίτοι πρὸ πολλοῦ ποιησαίμην ἄν σοι κεχαρισμένως εἰπεῖν, ἀλλ᾽ οὐκ ἐπὶ τούτῳ τὴν διάνοιαν ἔσχον. Ἀλλὰ τοὺς μὲν ἄλλους ἑώρων τοὺς ἐνδόξους τῶν ἀνδρῶν ὑπὸ πόλεσι καὶ νόμοις οἰκοῦντας, καὶ οὐδὲν ἐξὸν αὐτοῖς ἄλλο πράττειν πλὴν τὸ προσταττόμενον, ἔτι δὲ πόλυ καταδεεστέρους ὄντας τῶν ῥηθησομένων πραγμάτων,

[15] σοὶ δὲ μόνῳ πολλὴν ἐξουσίαν ὑπὸ τῆς τύχης δεδομένην καὶ πρέσβεις πέμπειν πρὸς οὕστινας ἂν βουληθῇς καὶ δέχεσθαι παρ᾽ ὧν ἄν σοι δοκῇ καὶ λέγειν ὅ τι ἂν ἡγῇ συμφέρειν, πρὸς δὲ τούτοις καὶ πλοῦτον καὶ δύναμιν κεκτημένον ὅσην οὐδεὶς τῶν Ἑλλήνων, ἃ μόνα τῶν ὄντων καὶ πείθειν καὶ βιάζεσθαι πέφυκεν· ὧν οἶμαι καὶ τὰ ῥηθησόμενα προσδεήσεσθαι.

[16] Μέλλω γάρ σοι συμβουλεύειν προστῆναι τῆς τε τῶν Ἑλλήνων ὁμονοίας καὶ τῆς ἐπὶ τοὺς βαρβάρους στρατείας· ἔστι δὲ τὸ μὲν πείθειν πρὸς τοὺς Ἕλληνας συμφέρον, τὸ δὲ βιάζεσθαι πρὸς τοὺς βαρβάρους χρήσιμον. Ἡ μὲν οὖν περιβολὴ παντὸς τοῦ λόγου τοιαύτη τίς ἐστιν.

***
Το ιδανικό του συγγραφέα —Ο Φίλιππος ο μόνος ικανός να το πραγματοποιήσει.
[8] Χάρηκα βέβαια πολύ με όσα αποφασίστηκαν για την ειρήνη και πίστεψα πως όχι μόνο για μας, μα και για σε και για όλους μαζί τους Έλληνες θα ήταν πολύ ωφέλιμα αυτά· όμως δεν ήταν δυνατό να αποτραβήξω το μυαλό μου από τα επακόλουθα. Αντίθετα: Ένιωσα την ανάγκη αμέσως να εξετάσω με ποιόν τρόπο θα ήταν δυνατό να παραμείνει αυτό που είχε γίνει πια πραγματικότητα και πώς η πόλη μας δεν θα ριχνόταν πάλι σε νέες περιπέτειες πολεμικές ύστερα από λίγο διάστημα.

[9] Συζητώντας λοιπόν το θέμα εξαντλητικά με τον εαυτό μου έφτασα στο συμπέρασμα πως ένας και μόνος τρόπος ήταν να ησυχάσει για καλά η πόλη μας: Να αποφασίσουν οι πιο μεγάλες πόλεις να διαλύσουν πια τα μίση μεταξύ τους, για να μεταφέρουν επιτέλους τον πόλεμο όλες μαζί προς την Ασία, και τα πλεονεκτήματα, που αξιώνουν τώρα να πετύχουν από τους Έλληνες, να τα κυνηγήσουν με επιμονή μονάχα από τους βαρβάρους. Είναι ακριβώς η θέση που είχα πάρει και στον Πανηγυρικό μου λόγο.

[10] Μετά από αυτές τις σκέψεις και επειδή ακριβώς πίστεψα ότι ποτέ δεν θα βρεθεί υπόθεση με σπουδαιότητα μεγαλύτερη ούτε και με ενδιαφέρον περισσότερο ούτε και πιο ωφέλιμη για όλους μας, ξεσηκώθηκα πάλι τώρα να γράψω για το ίδιο θέμα. Δεν είναι βέβαια που δεν ξέρω όλη μου την κατάσταση. Γνωρίζω και πολύ καλά μάλιστα πως ένας τέτοιος λόγος δεν γράφεται σ᾽ αυτή την ηλικία: Έχει ανάγκη από άνθρωπο με ακμαίες όλες τις δυνάμεις, με ικανότητες εντελώς ξεχωριστές.

[11] Βλέπω ακόμα πως είναι δύσκολο να πραγματευθώ ικανοποιητικά το ίδιο θέμα σε δυο λόγους, τη στιγμή μάλιστα που ο πρώτος ήταν έτσι γραμμένος, ώστε και αυτοί που με φθονούν να τον μιμούνται και να τον θαυμάζουν ακόμη περισσότερο και από εκείνους που του ψάλλουν το εγκώμιο.

[12] Παρ᾽ όλα αυτά όμως εγώ όλες αυτές τις δυσκολίες τις παράβλεψα και μ᾽ έπιασε τέτοια φιλοδοξία τώρα στα γεράματα, ώστε, μαζί με αυτά που θα έλεγα σ᾽ εσένα, θέλησα να επισημάνω και να αποδείξω στους μαθητές μου ότι το να γίνεσαι ενοχλητικός στις πανηγυρικές συγκεντρώσεις και το να απευθύνεσαι σε όλο αυτό το πλήθος που συνωστίζεται σ᾽ αυτές είναι σαν να μιλάς στο κενό. Τέτοιοι λόγοι δεν έχουν κανένα κύρος, ακριβώς όπως και τα πολιτεύματα και οι νόμοι που γράφουν οι σοφιστές.

[13] Όσοι όμως δεν θέλουν να ματαιοπονούν φλυαρώντας, αλλά επιθυμούν να φέρει η προσπάθειά τους αποτέλεσμα, και όσοι νομίζουν ότι σκέφτηκαν κάτι για το κοινό καλό, είναι ανάγκη πια να αφήσουν τους άλλους να απασχολούνται με συγκεντρώσεις πανηγυρικές, και οι ίδιοι να καταπιαστούν με ζήλο, για να βρουν άνθρωπο με δύναμη στον λόγο και με δραστηριότητα και με μεγάλη υπόληψη που θα αναλάβει να πραγματοποιήσει τις δικές τους συμβουλές — στην περίπτωση φυσικά που θέλουν να τους προσέξουν και να τους λογαριάσουν μερικοί.

[14] Αυτές λοιπόν οι σκέψεις οδήγησαν στην απόφαση να σου μιλήσω απευθείας, χωρίς την πρόθεση φυσικά να σου φανώ ευχάριστος —αν και πολύ θα το ήθελα να σε ευχαριστήσουν όσα έχω να σου πω— ωστόσο όμως δεν ήταν αυτός και ο σκοπός μου. Εγώ έβλεπα τους άλλους φημισμένους άντρες να εξαρτούν τη δράση τους από τους νόμους και τα πολιτεύματά τους και τίποτα να μην μπορούν να κάμουν έξω από αυτό που η πολιτεία τούς όριζε, και ακόμα είναι πολύ κατώτεροι από την υπόθεση που είναι να εκθέσω.

[15] Μόνο σε σένα η τύχη χάρισε δύναμη απεριόριστη να στέλνεις πρέσβεις σε όποιον θέλεις, να δέχεσαι από όποιον εσύ κρίνεις, να λες ό,τι νομίζεις ότι σε συμφέρει, ακόμα έχεις αποχτήσει μέγα πλούτο και δύναμη όση κανένας άλλος Έλληνας, και μόνο αυτά έχουν τη δύναμη να πείθουν ή και να επιβάλλουν βία. Τα μέσα αυτά, πειθώ και βία, τα θεωρώ αναγκαία και για τα σχέδια που πρόκειται να εκθέσω.

[16] Γιατί έχω σκοπό να σε συμβουλεύσω να αναλάβεις την πρωτοβουλία και για την ομόνοια ανάμεσα στους Έλληνες και για τον πόλεμο με τους βαρβάρους· και η πειθώ συμφέρει για τους Έλληνες, ενώ η βία είναι απαραίτητη για τους βαρβάρους. Το γενικό λοιπόν διάγραμμα του λόγου μου αυτό περίπου είναι.

Οι εκφάνσεις της Εκπαίδευσης Ενηλίκων κατά την ελληνική αρχαιότητα

Αν και η Συνεχιζόμενη Εκπαίδευση στις μέρες μας εμφανίζει μια διαρκώς αυξανόμενη απήχηση και αποκτά αξιόλογο εύρος, εντούτοις ως έννοια και ως πρακτική εφαρμογή δεν αποτελεί αποκλειστικά προϊόν της σύγχρονης εποχής.
 
Ήδη από την προκλασική και κλασική αρχαιότητα παρατηρείται η έφεση του ανθρώπου προς τη μάθηση και επιδιώκεται η μόρφωση είτε ως ανταπόκριση σε κάποια βαθύτερη ανάγκη είτε ως αποτέλεσμα εξωτερικών ερεθισμάτων και μεταβολών. Είναι επίσης γεγονός ότι οι σημαντικότερες απόπειρες για εκπαίδευση αφορούσαν κυρίως τους ενήλικες και παρ' όλο που υπήρξαν μεμονωμένες και αποσπασματικές, παρείχαν ωστόσο μια μορφή άτυπης εκπαίδευσης.

Εξετάζοντας την εξέλιξη της Εκπαίδευσης Ενηλίκων στην Ελλάδα κατά την προκλασική και την κλασική αρχαιότητα, αναφερθήκαμε ιδιαίτερα στους αοιδούς και τον Όμηρο έως τη Σπαρτιατική αγωγή και την Αθηναϊκή πολιτεία, με αναφορές σε κοινωνικούς θεσμούς συναφείς με τη Διαβίου παιδεία, όπως την αρχαία Αγορά, την Εκκλησία του Δήμου, τον Άρειο Πάγο, την Ηλιαία και το Θέατρο. Μελετήσαμε ακόμη την προσφορά των σημαντικότερων εκπροσώπων των διαφόρων μορφών του γραπτού και του προφορικού λόγου που σχετίζονταν με την Εκπαίδευση Ενηλίκων, όπως αυτή υπηρετήθηκε την εποχή εκείνη, στο πρόσωπο των ρητόρων, των σοφιστών και του Σωκράτη και τέλος αναφερθήκαμε στις παιδαγωγικές απόψεις και πρακτικές των δύο μεγάλων εκπαιδευτών της αρχαιότητας, του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη, με τους οποίους και τελείωσε ουσιαστικά η κλασική εποχή.

Στη συγκεκριμένη αυτή ιστορική περίοδο που εξετάστηκε, διαπιστώθηκε η αδιάκοπη παρουσία της Εκπαίδευσης Ενηλίκων, η οποία τις περισσότερες φορές εμφανίστηκε ως μη θεσμοθετημένη, ασύνειδη, άτυπη ή μη τυπική, αφορούσε όμως συνήθως αξιόλογο πλήθος ανθρώπων-δεκτών, είχε σημαντικό κύρος, γνώρισε μεγάλη απήχηση και λειτούργησε πάντοτε ως κινητήρια δύναμη για περαιτέρω πνευματικές αναζητήσεις και εξελίξεις.
 
1. Εισαγωγικά 
 
Αν και η Συνεχιζόμενη Εκπαίδευση στις μέρες μας εμφανίζει μια διαρκώς αυξανόμενη απήχηση και αποκτά αξιόλογο εύρος, εντούτοις ως έννοια και ως πρακτική εφαρμογή δεν αποτελεί αποκλειστικά προϊόν της σύγχρονης εποχής. Σε όλες σχεδόν τις ιστορικές περιόδους παρατηρείται η τάση του ανθρώπου για διαρκή μάθηση και επιδιώκεται η μόρφωση είτε ως ανταπόκριση σε κάποια βαθύτερη ανάγκη είτε ως αποτέλεσμα εξωτερικών ερεθισμάτων και μεταβολών (Peers, R., 1958). Τα άτομα, προκειμένου να ικανοποιήσουν τις μαθησιακές τους ανάγκες, για να μπορέσουν να αναπτύξουν τις εν δυνάμει δυνατότητές τους και να αποκτήσουν τη θέση τους στην ευρύτερη και διαρκώς εξελισσόμενη κοινωνία, αρχίζουν να διεκδικούν τη μόρφωση και ως δικαίωμα (Jarvis, P., 1985). Είναι επίσης γεγονός ότι οι σημαντικότερες στιγμές στην ιστορική εξέλιξη αυτού που σήμερα αποκαλούμε Δια βίου Μάθηση συμπίπτουν χρονικά με περιόδους ευρύτερης κοινωνικοπολιτιστικής ανάπτυξης και προόδου. Οι απόπειρες, λοιπόν, για Συνεχιζόμενη Εκπαίδευση, αν και για πολλούς αιώνες υπήρξαν μεμονωμένες, αποσπασματικές και άτυπες, εμφανίζουν ωστόσο μια χαρακτηριστική συνέχεια.
       
2. Προκλασική και κλασική αρχαιότητα
 
2.1. Από τους αοιδούς στον Όμηρο 
 
Οι ποιητές του 9ου αιώνα π.Χ., γνωστοί και ως αοιδοί, θεωρούνται ως οι πρώτοι παιδαγωγοί του αρχαιοελληνικού κόσμου. Οι αυτοσχέδιοι αυτοί τραγουδοποιοί, ψάλλοντας τα κατορθώματα ηγεμόνων και ηρώων σε μουσικοποιητική μορφή, προσέφεραν στους συμπατριώτες τους μια προφορική εκπαίδευση με στοιχεία ιστορικά, θρησκευτικά, μυθολογικά και ηθικά, εμπλουτίζοντάς τα ανάλογα με τις καινοτομίες της εποχής. Με αυτόν τον τρόπο οι αοιδοί του μυκηναϊκού κόσμου, επισκεπτόμενοι αρχοντικές κατοικίες και λαϊκά πανηγύρια, συνετέλεσαν στην αποκρυστάλλωση των μύθων και συνέβαλαν στην καλλιέργεια των ανθρώπων. Η προσφορά των αοιδών παρέμεινε θεμελιακή σε όλη τη διάρκεια των αρχαϊκών χρόνων και η εκπληκτική επιτυχία που γνώρισε πολύ αργότερα ο Όμηρος μεταμόρφωσε σύντομα τους ποιητές αυτούς σε άτομα εμπνευσμένα από τις μούσες, που ο προφητικός τους λόγος συντελούσε στο να διδαχτούν οι άνθρωποι αρετή, δικαιοσύνη και αλήθεια (Assa, J., 1980).
 
Έτσι, λοιπόν, ο Όμηρος, ο αρχαιότερος και σημαντικότερος δημιουργός της ελληνικής αρχαιότητας, υπήρξε το σημείο κατάληξης μιας μακράς ποιητικής παράδοσης, που απαθανατίστηκε μέσα από το γραπτό λόγο και περιείχε τα αρχαιότερα στοιχεία αγωγής ενηλίκων. Τα Ομηρικά έπη χρησίμευσαν ως προσφιλές ακρόαμα, ως πρώτο βιβλίο ανάγνωσης, ως ποιητική ανθολογία, ως σύνοψη λογοτεχνίας, ως βιβλίο ιστορίας και γεωγραφίας, ως πηγή φυσικών, ηθικών και θεολογικών διδαχών. Η αξία λοιπόν της Ιλιάδας και της Οδύσσειας δεν ήταν μόνο λογοτεχνική αλλά αποτελούσαν και παιδαγωγική απόλαυση και μάθημα συνάμα για μικρούς και μεγάλους. Δίκαια, λοιπόν, ο Όμηρος θεωρήθηκε ως ο κατ’ εξοχήν εκπαιδευτής και σύμφωνα με τον Πλάτωνα «ο ποιητής που μόρφωσε την Ελλάδα» (Marrou, Μ., 1961).
 
Οι προγενέστεροι, λοιπόν, αοιδοί, κυρίως όμως ο Όμηρος και οι μεταγενέστεροι ραψωδοί, που αποτέλεσαν και τις επόμενες γενιές ποιητών, συνέβαλαν με τον τρόπο τους, μέσα από την ψυχαγωγία, στην άτυπη μορφή διαπαιδαγώγησης του λαού και σηματοδότησαν έτσι την αφετηρία ενός είδους Διαβίου παιδείας, η οποία συνεχιζόταν καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής του ατόμου.
       
2.2. Η Σπαρτιατική αγωγή 
 
Πρώτη η Σπάρτη από όλες τις αρχαίες πόλεις-κράτη καθιέρωσε, ήδη από τα αρχαϊκά χρόνια, ένα σύστημα αγωγής, στο οποίο δινόταν έμφαση στη σωματική, ψυχική και διανοητική συγκρότηση του ατόμου, από την ηλικία των 7 ετών και μέχρι τα 60. Η λακεδαιμονική πρωτοτυπία προερχόταν από την αμετανίκητη θέληση να προωθηθεί η συλλογική και κρατική αγωγή με κυρίαρχο στόχο της να διαθέτει ανά πάσα στιγμή γενναίους πολεμιστές, αήττητους στη μάχη, ικανούς να προασπίσουν την πατρίδα από κάθε εσωτερική και εξωτερική επιβουλή (Καρζής, Θ., 1997).
 
Γύρω από αυτόν τον κεντρικό πυρήνα περιστρέφονταν και οι επιμέρους στόχοι του σπαρτιατικού συστήματος αγωγής, οι οποίοι απέβλεπαν στην τυφλή υπακοή στους νόμους και τους άρχοντες, στη σκληραγώγηση και επιβίωση σε δύσκολες και επίπονες συνθήκες, στη λιτότητα ως προς την τροφή τους, την ενδυμασία τους και τον τρόπο έκφρασής τους, τη γνωστή λακωνικότητα, στη γενναιότητα, στο σεβασμό στους μεγαλύτερους και στις γυναίκες και, τέλος, στη χρηστή συμπεριφορά, την αφιλοχρηματία και την κοσμιότητα.
 
Σε όλα αυτά εκπαιδεύονταν οι νέοι ζώντας τον περισσότερο χρόνο μια ομαδική ζωή, που δεν κατέστρεφε ωστόσο την ατομικότητα και την προσωπικότητά τους, αλλά τους μάθαινε να ζουν αρμονικά με τους άλλους και να δρουν ως μέρος του κοινωνικού συνόλου, ακολουθώντας πιστά ένα πρόγραμμα που περιλάμβανε και στοιχεία πνευματικής άσκησης και κοινωνικοποίησης (Μπιργαλιάς, Ν., 1998 & 1999). Στη συνέχεια, και από τα είκοσί τους χρόνια μπορούσαν να ενταχθούν σε αντρικές λέσχες χωρίς διακοπή της στρατιωτικής τους εκπαίδευσης, η οποία τερματιζόταν στα τριάντα τους χρόνια, αλλά ωστόσο έπρεπε να βρίσκονται σε συνεχή πολεμική ετοιμότητα, μέχρι τα γεράματά τους, εφαρμόζοντας είκοσι επτά αιώνες πριν από σήμερα αρχές Συνεχιζόμενης Εκπαίδευσης.
       
2.3. Η Αθηναϊκή πολιτεία των κλασικών χρόνων
 
Αν και στη δημοκρατική Αθήνα των κλασικών χρόνων δεν υπήρχε καμία διαβάθμιση στην εκπαίδευση, ωστόσο η παιδεία διαπότιζε όλους τους θεσμούς της κοινωνίας και απευθυνόταν σε όλους ανεξαιρέτως τους ελεύθερους πολίτες, υπηρετώντας το ιδεώδες της ισόρροπης και αρμονικής ανάπτυξης σώματος και ψυχής και στοχεύοντας στη διαμόρφωση του «καλού καγαθού» πολίτη  (Βιγγόπουλος, Ηλ., 1980). Θα μπορούσε να ισχυριστεί κανείς ότι επρόκειτο για μια “κοινωνία της μάθησης”, όπου η Διαβίου εκπαίδευση πραγματοποιούνταν τόσο στην Αγορά, στην Εκκλησία του Δήμου, στην Ηλιαία και στον Άρειο Πάγο, στο Θέατρο, στις Σχολές που ίδρυσαν και δίδαξαν οι μεγάλοι φιλόσοφοι της εποχής, όσο και στις πάνδημες αθηναϊκές και πανελλήνιες γιορτές και σε πλήθος άλλες δημόσιες ή ιδιωτικές συγκεντρώσεις.
       
2.3.1. Η αρχαία Αγορά
 
Οι αρχαίοι Αθηναίοι θεωρούσαν την Αγορά ως το κυριότερο συστατικό στοιχείο της πόλης-κράτους της Αθήνας, αφού εκεί συγκεντρώνονταν εύποροι και μορφωμένοι πολίτες που κουβέντιαζαν, αντάλλασσαν και κριτικάριζαν ιδέες, άκουγαν τους ρήτορες, τους σοφιστές και το Σωκράτη. Εξάλλου, την εποχή εκείνη πρόσβαση στη γνώση είχαν αυτοί κυρίως που η κοινωνικοοικονομική τους θέση τούς απάλλασσε από τον αγώνα της επιβίωσης, γι’ αυτό και η γνώση ήταν ένα απόκτημα και μια πολυτέλεια που δεν είχε καμία εμφανή σχέση με την παραγωγή. Αυτός ήταν άλλωστε και ο λόγος που η γνώση πήρε μία κατεύθυνση τόσο αφηρημένη και που η φιλοσοφία, από τη φύση της απομακρυσμένη από τα προβλήματα της άμεσης επιβίωσης, γνώρισε αξιοθαύμαστη ανάπτυξη. Και επειδή ακριβώς δεν υπήρχαν αυστηρά ηλικιακά όρια και περιορισμοί τόπου και χρόνου που εμπόδιζαν τους ενήλικες να καρπωθούν τα οφέλη της γνώσης, ούτε διαχωρισμοί ανάμεσα στην τυπική και μη τυπική εκπαίδευση, η εκπαιδευτική διαδικασία, σε γενικές γραμμές, στην αρχαία αθηναϊκή πολιτεία θα μπορούσε να ισχυριστεί κανείς ότι υπηρετούσε το ιδεώδες της σύγχρονης Διαβίου Εκπαίδευσης (Σακκάς, Μ., 1989).
       
   2.3.2. Η Εκκλησία του Δήμου 
 
Η Εκκλησία του Δήμου, όταν στην Αθήνα παγιώθηκε και επεκτάθηκε το δημοκρατικό πολίτευμα, αποτελούσε το ανώτατο όργανο έκφρασης της λαϊκής θέλησης με σημαντικότατες δικαιοδοσίες, στην οποία έπαιρναν μέρος όλοι οι γνήσιοι Αθηναίοι, που είχαν συμπληρώσει το εικοστό έτος της ηλικίας και είχαν εκπληρώσει τις στρατιωτικές τους υποχρεώσεις (Καλογεροπούλου, Α., 1972). Οι αρμοδιότητές της αφορούσαν όλα τα θέματα εσωτερικής και εξωτερικής πολιτικής, τόσο σε καιρό ειρήνης όσο και σε καιρό πολέμου (Γρυντάκης, Γ., Δάκλος, Γ. και Α. Χόρτης, 1998).
 
Όλοι οι πολίτες που συμμετείχαν στην Εκκλησία του Δήμου είχαν δικαίωμα γνώμης, λόγου και ψήφου. Έτσι, μέσα από τον κυρίαρχο αυτό συλλογικό θεσμό του δημοκρατικού πολιτεύματος ενισχύονταν ολοένα τόσο η διαμόρφωση πολιτικής συνείδησης του Αθηναίου πολίτη όσο και η ευρύτερη διαπαιδαγώγησή του, συμβάλλοντας στη δημιουργία αυτόνομων και σκεπτόμενων πολιτών, καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής τους.
 
2.3.3. Ο Άρειος Πάγος και η Ηλιαία
 
Παράλληλα με τη διαρκή ενασχόλησή του με την Εκκλησία του Δήμου, ο Αθηναίος πολίτης συμμετέχοντας είτε στο αριστοκρατικό δικαστήριο του Αρείου Πάγου, αν ανήκε στις δύο ανώτερες κοινωνικές τάξεις, είτε στο λαϊκό δικαστήριο της Ηλιαίας συμπλήρωνε κατά κάποιο τρόπο ένα είδος συνεχούς πρακτικής εκπαίδευσης και εξάσκησης (Καλογεροπούλου, Α., 1972).
 
Η Ηλιαία, την εποχή του Περικλή ιδιαίτερα, οπότε και ένα σημαντικό μέρος της δικαστικής εξουσίας μεταβιβάστηκε στο δήμο, έγινε το κύριο δικαστήριο του κράτους. Κάθε πολίτης που είχε συμπληρώσει το τριακοστό έτος της ηλικίας του μπορούσε να γίνει μέλος της, αρκεί να ήταν γνήσιος πολίτης και να μην εκκρεμούσε εναντίον του κατηγορία. Από τους καταλόγους των δήμων κληρώνονταν κάθε χρόνο 600 πολίτες από κάθε φυλή και έτσι το σύνολο των Ηλιαστών ανερχόταν σε 6.000.
 
Οι δικαστικοί αυτοί φορείς, μέσω των διαδικασιών τους, εκπαίδευαν τους ενήλικες Αθηναίους στην ανιδιοτέλεια, στην υπευθυνότητα και στην ηθική, εφόσον μπορούσαν να επιβάλουν σοβαρές ποινές, να κρίνουν τη ζωή κάποιου πολίτη ακόμα και της ίδιας της πόλης. Με όλα τα παραπάνω διασφαλίστηκε και οργανώθηκε η λαϊκή δικαιοσύνη και κατ’ επέκταση η λαϊκή επιμόρφωση (Καλογεροπούλου, Α., 1972).
 
   2.3.4. Η θεατρική παιδεία 
 
Η δραματική τέχνη που πρωτοεμφανίστηκε στην Αττική συνετέλεσε μαζί με τη ρητορική, τη φιλοσοφία και τις τέχνες στη μεγάλη πολιτιστική ακμή του 5ου αιώνα π.Χ. Περισσότερες από εξήντα μέρες το χρόνο ήταν αφιερωμένες σε θρησκευτικούς εορτασμούς, προς τιμή του θεού Διόνυσου, που περιλάμβαναν και δραματικούς αγώνες. Σ’ αυτές τις θεατρικές παραστάσεις, οι οποίες ξεκινούσαν πριν από την ανατολή του ήλιου και διαρκούσαν όλη μέρα, η συμμετοχή των πολιτών ήταν καθολική. Η ένταξη του θεάτρου σε θρησκευτικό πλαίσιο και η συνακόλουθη μοναδικότητα της θεατρικής παράστασης προϋπέθεταν και ταυτόχρονα εξηγούσαν τη μεγάλη λαϊκή συμμετοχή στις εκδηλώσεις αυτές. Όταν η είσοδος στο θέατρο έπαψε να είναι ελεύθερη, ο Περικλής θεσμοθέτησε τα “θεωρικά”, μέτρο σύμφωνα με το οποίο η πολιτεία αναλάμβανε να πληρώνει το αντίτιμο του εισιτηρίου, στην αρχή μόνο για τους άπορους και αργότερα για όλους τους πολίτες. Έτσι, αναγνωριζόταν το θέατρο ως κέντρο υψηλής πνευματικής απόλαυσης και σπουδαίο μέσο ηθικής διαπαιδαγώγησης και εξύψωσης του λαού. Ο μεγάλος κωμικός της αρχαιότητας, ο Αριστοφάνης, υποστήριξε ότι ο τραγικός ποιητής είναι δάσκαλος του λαού, γιατί διαμόρφωνε το ήθος και όξυνε τη διανοητική και κριτική ικανότητα των πολιτών. Η λειτουργία του ποιητή συνίστατο επομένως, στην ευρύτερη καλλιέργεια και στην ευαισθητοποίηση του κοινού σε προβλήματα της εποχής του, με τη βοήθεια του μύθου (Ιακώβ, Δ. Ι.).  
 
Μέσα από τις θεατρικές παραστάσεις, τις οποίες όχι τυχαία αποκαλούσαν και διδασκαλίες, ο θεατής, μετέχοντας συναισθηματικά και λογικά στα διαδραματιζόμενα και συμπάσχοντας με τους ήρωες, εκτονωνόταν, εξαγνιζόταν, λυτρωνόταν και οδηγούνταν στην κάθαρση, φεύγοντας από το θέατρο αναβαθμισμένος και βελτιωμένος. Το θέατρο, έτσι, αναδείχτηκε ως το μεγάλο, ανοικτό και διαρκές σχολείο της δημοκρατίας προσφέροντας στη μόρφωση και μια πλατύτερη ιδεαλιστική διάσταση.
       
2.3.5. Η Ρητορική τέχνη και οι Σοφιστές
 
Η λειτουργία της Εκκλησίας του Δήμου και των λαϊκών δικαστηρίων έδινε μοναδικές ευκαιρίες στους Αθηναίους πολίτες να εκφράσουν ελεύθερα τις απόψεις τους. Πολλοί, αυτοί που όχι μόνο προετοίμαζαν το λόγο τους πριν εκφωνηθεί ή τον δημοσίευαν, για να χρησιμοποιηθεί ως πρότυπο από άλλους, αλλά έπαιρναν και χρήματα διδάσκοντας την τέχνη τους ή διαθέτοντας τα προϊόντα της, ήταν οι πρώτοι επαγγελματίες ρήτορες στην Αθήνα. Από τους κόλπους αυτών, προέκυψαν τόσο αυτοί που έγραφαν κατά παραγγελία λόγους που σχετίζονταν με δικαστικές υποθέσεις, τους δικανικούς, όσο και αυτοί που   έγραφαν προτρεπτικούς ή συμβουλευτικούς λόγους, με σκοπό να προτείνουν λύσεις και να πείσουν γι’ αυτές, στη διάρκεια των πολιτικών συζητήσεων και τέλος οι ρήτορες που συνέθεσαν τους επιδεικτικούς, πανηγυρικούς ή επιτάφιους λόγους που εκφωνούνταν σε ανάλογες περιπτώσεις (Lesky, A., 1972).
 
Λίγο πριν αλλά και κατά τη διάρκεια του πελοποννησιακού πολέμου (431–404 π.Χ.), πρωτοπαρουσιάστηκαν ειδικοί που είχαν για επάγγελμα τους να διδάσκουν τη ρητορική και τη φιλοσοφία, με τη στενή έννοια της λέξης. Αυτοί ήταν οι σοφιστές, ένα είδος πρακτικών φιλοσόφων, πολύ μορφωμένων, που υπόσχονταν στους μαθητές τους, γόνους πλούσιων αθηναϊκών οικογενειών, ότι μπορούσαν με τη διδασκαλία τους να τους βοηθήσουν να επιβληθούν μέσα σε μια οργανωμένη κοινωνία, με όπλο το λόγο που έχει τη δύναμη να πείθει  (Τσάτσος, Κ., 1972).
 
Πρέπει να τονιστεί ότι, παρ’ όλο που το σοφιστικό κίνημα δε γεννήθηκε στην Αθήνα, εντούτοις οι μεγάλοι σοφιστές, όπως ο Πρωταγόρας, ο Γοργίας και ο Ιππίας, έδρασαν στην Αθήνα, όπου και άφησαν τη σφραγίδα τους για αρκετά χρόνια και αναγνωρίστηκαν ως μεγάλοι εκπαιδευτές, οι οποίοι έκαναν αντικείμενο της έρευνάς τους τον άνθρωπο και τα προβλήματά του. Κοινός σκοπός τους ήταν να μορφώσουν ανθρώπους ανώτερους, σοφούς και ικανούς συγχρόνως και κυρίως πολιτικούς ηγέτες, την αριστοκρατία της πόλης, γιατί ισχυρίζονταν πως η “αρετή” μπορούσε να διδαχτεί (Fracelière, R., 1991).
 
Καινοτόμοι με βαθιά επαναστατικότητα, οι σοφιστές, φημισμένοι ιδιαίτερα για την πολυμάθεια, την ευφράδεια, τη δύναμη επιβολής των απόψεών τους στο ακροατήριο και διαθέτοντας γοητεία και πλατιά ακτινοβολία συνετέλεσαν αναμφισβήτητα στη θεμελίωση των βασικών χαρακτηριστικών μιας νέας παιδαγωγικής ενηλίκων. Συμβάλλοντας στην καθιέρωση μαθημάτων “ακαδημαϊκής στάθμης”, στην ανάπτυξη της ομαδικής συζήτησης για την απόκτηση ή την άσκηση νέων γνώσεων και στον προωθημένο τρόπο διαμόρφωσης του προφορικού λόγου, οι σοφιστές συνετέλεσαν στην αναβάθμιση και στην εδραίωση της Εκπαίδευσης Ενηλίκων. Εξάλλου, με την πρακτική εφαρμογή των μεθόδων τους σηματοδότησαν τη μετάβαση από την άτυπη, μέχρι τότε μορφή Εκπαίδευσης Ενηλίκων, στη Μη-τυπική.
       
2.3.6. Η διδασκαλία του Σωκράτη
 
Ο Σωκράτης (470-399 π.Χ.), που οι σύγχρονοί του τον θεωρούσαν σοφιστή, πράγμα που εκείνος απέρριπτε και που δεν αλήθευε άλλωστε στο επαγγελματικό πεδίο, προσέθεσε στα προηγούμενα την τέχνη του διαλόγου και των ερωτήσεων, τονίζοντας, αντίθετα με τους σοφιστές, τον ηθικό ρόλο του παιδαγωγού. Χάρη στο διάλογο που διεξήγαγε επιδέξια με τη μορφή ερωτήσεων και απαντήσεων, εγκαινιάζοντας τη μαιευτική παιδαγωγική μέθοδο, ο Σωκράτης απέβλεπε στο να συλλάβει ο ενήλικας συζητητής του ορισμένες έννοιες. Με την παρατήρηση και τη λογική επαγωγή, πίστευε ότι μπορούσε να κάνει το συνομιλητή του να ανακαλύψει τη γνώση, να προσεγγίσει τα ηθικά προβλήματα, που ήταν ιδιαίτερα προσφιλή στο Σωκράτη, και να αναπτύξει την κριτική του ικανότητα (Assa, J., 1980).
 
Στόχος της φιλοσοφικής έρευνας του Σωκράτη ήταν ο άνθρωπος και τα προβλήματά του, και όχι η έρευνα των φυσικών φαινομένων, γιατί εκείνο που προείχε ήταν να αποκτήσει ο άνθρωπος αυτογνωσία, διότι έτσι θα γινόταν ηθικά καλύτερος και ταυτόχρονα θα φιλοσοφούσε για τον προορισμό του ως ανθρώπου.
 
Αντίθετα με τους σοφιστές, που και αυτοί ενδιαφέρονταν για τα ανθρώπινα προβλήματα, υποστηρίζοντας, όμως, τη σχετικότητα της αλήθειας και της αρετής, ο Σωκράτης πήρε θέση αντίπαλη αναζητώντας μιαν αλήθεια με γενικό κύρος (Fracelière, R., 1991). Σύμφωνα με τις αρχές του, ο άνθρωπος έφθανε στη γνώση με τη λογική, όταν μάθαινε να τη χρησιμοποιεί σωστά. Η γνώση του αγαθού οδηγούσε τον άνθρωπο στην αρετή και μέσω αυτής στην ευτυχία και γι’ αυτό κανένας δεν ήταν κακός με τη θέλησή του, αλλά γινόταν κακός από άγνοια της αρετής. Ο Σωκράτης δίδασκε ακόμα ότι δεν έπρεπε να δίνουμε σημασία στη γνώμη των πολλών, αλλά στη γνώμη εκείνων που είναι σώφρονες και ειδικοί σ’ ένα ζήτημα, στους “επαΐοντες”.
     
Συζητούσε συνήθως στην Αγορά και συναναστρεφόταν με ενήλικες, έδειχνε, όμως, ιδιαίτερο ενδιαφέρον και για τους νέους ανθρώπους (Gutherie, W. K. C., 1990). Οι γνωστότεροι άλλωστε μαθητές του Σωκράτη, ο Πλάτων, ο Ξενοφών, ο Αισχίνης, ο Αλκιβιάδης, ο Κριτίας, ο Ευκλείδης ο Μεγαρεύς, ο Αρίστιππος κι ο Αντισθένης ήταν στο σύνολό τους ενήλικες και οι φιλοσοφικές αρχές του δασκάλου τους διασώθηκαν και διαδόθηκαν μέσα από το έργο τους, καθώς ο ίδιος δεν άφησε πίσω του κανένα γραπτό κείμενο (Κορδάτος, Γ., 1972).
 
Όπως, λοιπόν, προβάλλεται η εικόνα του Σωκράτη μέσα από το έργο των μαθητών του, αυτός κυρίως εισήγαγε και εδραίωσε την ιδέα και την πρακτική, σύμφωνα με την οποία η αγωγή δεν τελειώνει σε μια ορισμένη ηλικία και με βάση ένα καθορισμένο πρόγραμμα, αλλά η πνευματική άσκηση αποτελεί το σκοπό μιας ολόκληρης ζωής (Assa, J., 1980).
       
2.3.7. Η Πλατωνική παιδεία
 
Το φιλοσοφικό σύστημα με την έντονα ιδεαλιστική έκφραση που διαμόρφωσε ο Πλάτωνας (427-347 π.Χ.) προεκτάθηκε με την ίδρυση της Ακαδημίας, το 387 π.Χ., και διασώθηκε στα συγγράμματά του.
 
Μέσα από αυτό το σπουδαίο εκπαιδευτικό ίδρυμα, που έμελλε να παίξει μεγάλο ρόλο στην Αθήνα και να τη βοηθήσει να διατηρήσει την ακτινοβολία της σε μια εποχή γενικότερης πολιτικής παρακμής, γνωρίζουμε κυρίως την πλευρά του Πλάτωνα ως εκπαιδευτή ενηλίκων, εφόσον συναντούμε εκεί νέους που έρχονται στα δεκαεπτά τους χρόνια, όπως ο Αριστοτέλης, αλλά και αρκετά πιο ηλικιωμένους, καθώς και ειδικούς, ενώ ο αριθμός τους δεν ξεπερνούσε τους τέσσερις ανά έτος (Marrou, Μ., 1961). Ο Πλάτων, εξάλλου, εφάρμοζε προγράμματα και κύκλους σπουδών, σε συνάρτηση με τις ικανότητες του καθενός, οι οποίοι προέβλεπαν τη συνέχιση της παιδείας καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής.
 
Τη θεωρητική πλευρά της αγωγής την προσεγγίζουμε κυρίως μέσα από πολλούς από τους Διαλόγους του, τον “Κρίτωνα”, το “Φαίδωνα”, τον “Πρωταγόρα”, το “Φαίδρο”, τον “Κριτία”, τον “Τίμαιο”, κ.ά. και ιδιαίτερα μέσα από τα κεφαλαιώδη βιβλία του, όπως είναι η “Πολιτεία” και “Οι Νόμοι”. Σε αυτά τα έργα κυρίως ο Πλάτων ασχολήθηκε με θέματα της διδακτικής και της παιδευτικής διαδικασίας, την οποία θεωρούσε κρατική υπόθεση, τονίζοντας ότι η παιδεία δε σήμαινε απλώς μετάδοση γνώσεων και δεξιοτήτων, αλλά μέσα από την παρατήρηση, το διάλογο, την αυτενέργεια και την έρευνα στόχευε στη διαρκή αναζήτηση της αλήθειας και στην πνευματική απελευθέρωση του ανθρώπου (Κορδάτος, Γ., 1972, Assa, J., 1980).
 
Η έννοια της Συνεχιζόμενης Εκπαίδευσης, λοιπόν, συναντάται ως σύλληψη τόσο στους “Νόμους” του Πλάτωνα, όπου γίνεται λόγος για τη Δια Βίου παιδεία, όταν αναφέρεται στην υποχρέωση κάθε πολίτη να δραστηριοποιείται διαρκώς και να συμμετέχει ενεργά στην καλύτερη οργάνωση της πολιτείας και την οποία θεωρεί προϋπόθεση για τη διαμόρφωση ενάρετων ανθρώπων, όσο και ως κατάσταση στην "Πολιτεία" του, όπου προσδιορίζει τη μόρφωση των φιλοσόφων-ηγετών (Παπανικολάου, Κ. Ν., 1977).
 
Η ιδέα της ΔιαΒίου εκπαίδευσης επανέρχεται και στο έβδομο βιβλίο της “Πολιτείας”, όπου παρατίθεται η περίφημη εικόνα των δεσμωτών του σπηλαίου και αναφέρεται ότι οι άνθρωποι ως δεσμώτες αλυσοδεμένοι μέσα σε ένα σπήλαιο είναι καταδικασμένοι να βλέπουν μόνο τις σκιές που απεικονίζονται στον τοίχο του σπηλαίου, προς τον οποίο είναι στραμμένα τα βλέμματά τους. Η παιδεία συμβάλλει ακριβώς στην απελευθέρωση των δεσμωτών από τα δεσμά τους, είναι η στροφή των ματιών της ψυχής προς το νοητό ήλιο, προς την ιδέα, δηλαδή, του αγαθού και η άνοδος στον κόσμο της ζωής και του φωτός (Lesky, A., 1972).
 
Εκείνο, λοιπόν, που γενικότερα προσδίδει κοσμοϊστορική σημασία στην πλατωνική φιλοσοφία είναι η ιδέα της παιδείας και ειδικότερα της ΔιαΒίου παιδείας. Ο Πλάτων ήταν εκείνος που πρώτος κατέστησε την παιδεία αντικείμενο συστηματικής διερεύνησης συνδέοντάς την με τη φιλοσοφία. Σε αντίθεση με τους σοφιστές, που θεωρούσαν ως παιδεία την ικανότητα να χειρίζεται κανείς σωστά το λόγο και να έχει πολλές και γενικές γνώσεις, ο Πλάτων έδωσε σημαντική ώθηση στην έννοια της παιδείας, εμβαθύνοντας στον ουσιαστικό χαρακτήρα της και υποστήριξε ότι σκοπός της παιδευτικής διαδικασίας είναι η μόρφωση της ανθρώπινης ψυχής σε όλη τη διάρκεια της ζωής του μέσα από την ενόραση των ιδεών.
       
2.3.8. Οι παιδαγωγικές απόψεις του Αριστοτέλη
 
Ο Αριστοτέλης (384-322 π.Χ.) αποτελεί πρότυπο ενήλικα εκπαιδευόμενου, αφού φοίτησε στην Ακαδημία του Πλάτωνα, από τα δεκαεπτά του και για είκοσι ολόκληρα χρόνια. Από τους ενήλικες μαθητές του Πλάτωνα, ο Αριστοτέλης, μολονότι διαφορετικός χαρακτήρας, ήταν ο μόνος που κατόρθωσε να κατανοήσει στον πιο υψηλό βαθμό τη φιλοσοφία του δασκάλου του και να την αναπτύξει, συνδυάζοντας πρωτοβουλία και δημιουργικότητα.
 
Ο Αριστοτέλης ήρθε το 343 π.Χ. στη Μακεδονία και ανέλαβε τη μόρφωση του M. Αλεξάνδρου, από τα δεκαπέντε έως τα δεκαεπτά του χρόνια και δεν απομακρύνθηκε από την Πέλλα εκπαιδεύοντας και συμβουλεύοντας το νεαρό άρχοντα, ο οποίος αναγνώριζε πάντα αυτήν την πολύτιμη καθοδηγητική αποστολή του δασκάλου του, που συνεχίστηκε και μετά την άνοδό του στο θρόνο.
 
Το 335 π.Χ. ο Αριστοτέλης, αφού απέκτησε πλούσιες εκπαιδευτικές εμπειρίες, επέστρεψε στην Αθήνα και ίδρυσε δική του Σχολή, το Λύκειο, ή την «Περιπατητική».
 
Η φοίτηση  στο Λύκειο ήταν δωρεάν και η είσοδος σ’ αυτό ελεύθερη όχι μόνο για τους Αθηναίους πολίτες αλλά και για τους πρώην δούλους. Οι μαθητές, εκτός από εσωτερικούς και εξωτερικούς, χωρίζονταν σε μεγαλύτερους, οι οποίοι ασχολούνταν με τη διδασκαλία και την έρευνα, και σε νεότερους, οι οποίοι μαθήτευαν επί τρία έως τέσσερα χρόνια, ώσπου έπαιρναν και αυτοί τον τίτλο του “πρεσβυτέρου” (Γιαννικόπουλος, Β. Α., 1989). Οι διδακτικές μέθοδοι που εφαρμόζονταν, όπως και στην Ακαδημία, ήταν η διάλεξη, ο διάλογος και επιπλέον οι εμπειρικές έρευνες και η συλλογή στοιχείων από τον αισθητό κόσμο.
 
Το Λύκειο, όπως και η Ακαδημία του Πλάτωνα, εξελίχθηκε σε ανώτερο επιστημονικό ίδρυμα, με μεγάλη βιβλιοθήκη, εποπτικά όργανα και συλλογές επιστημονικού υλικού και έδωσε στον Αριστοτέλη τη δυνατότητα να γράψει τα διδακτικά του συγγράμματα (Γιαννικόπουλος, Β. Α., 1989). Για δεκατρία ολόκληρα χρόνια, τα τελευταία και πιο γόνιμα της ζωής του, ως στοχαστή και ερευνητή, ο Αριστοτέλης παρέμεινε διευθυντής αυτής της σχολής ενηλίκων, της οποίας η ακτινοβολία ξεπέρασε όλες τις άλλες, μέχρι το κλείσιμό της.
 
 Το πλήθος των έργων του Αριστοτέλη που διασώθηκαν διακρίνονται σε ομάδες, ανάλογα με την επιστημονική περιοχή στην οποία αναφέρονται, τη Λογική, τη Μεταφυσική, τη Φυσική, την Ψυχολογία, την Ηθική, την Πολιτική Φιλοσοφία και την Αισθητική. Αφομοιώνοντας, λοιπόν, μέσα σ’ ένα δημιουργικό πνεύμα, όλα τα μέχρι τότε επιτεύγματα της ελληνικής φιλοσοφίας, ο Αριστοτέλης κατόρθωσε να αναγάγει τη φιλοσοφία σε επιστήμη των εννοιών (Κορδάτος, Γ., 1972).
 
Οι περισσότερες αξεπέραστες παιδαγωγικές αρχές του διατυπώθηκαν στα “Πολιτικά” και στα “Ηθικά Νικομάχεια”. Σύμφωνα, λοιπόν, με τον Αριστοτέλη, η τάση προς το καλό δεν είναι έμφυτη, αλλά αποκτάται σταδιακά με συνεχή παραδείγματα και ερεθίσματα, συναναστροφές με ενάρετους ανθρώπους και έτσι αναγνωρίζει ότι η κατάκτηση της γνώσης απαιτεί κόπο και πολλή προσπάθεια, ενώ η εξέλιξή της σημειώνεται όταν πάνω στο ήδη γνωστό επικάθεται το καινούριο, το οποίο μετατρέπεται σε νέα γνώση (Lesky, A., 1972).
 
Η επίδραση της φιλοσοφίας του Αριστοτέλη στη μεταγενέστερη σκέψη δεν περιορίστηκε στους κύκλους των οπαδών της σχολής του, αλλά από πολύ νωρίς πέρασε το κατώφλι και άλλων φιλοσοφικών σχολών, και στη συνέχεια φιλόσοφοι από άλλα ανατολικά και δυτικά συστήματα μελέτησαν και ερμήνευσαν το αριστοτελικό φιλοσοφικό σύστημα, το οποίο ουσιαστικά ποτέ έως σήμερα δεν έχασε το επιστημονικό κύρος και τη δύναμή του (Θεοδωρακόπουλος, Ι., 1972).
 
Με το θάνατο του Αριστοτέλη τελείωσε ουσιαστικά η κλασική εποχή και εγκαινιάστηκε η ελληνιστική περίοδος, με το πέρασμα στα μετακλασικά χρόνια.
       
3. Η επιβίωση του ιδεώδους της Διαβίου παιδείας στα μετέπειτα χρόνια
 
Κατά την ελληνιστική και ρωμαϊκή περίοδο, στο πλαίσιο της νέας πολιτικής και κοινωνικής πραγματικότητας, που διαμορφώθηκε τόσο με τις κατακτήσεις του Μ. Αλεξάνδρου όσο κι αργότερα με τη ρωμαϊκή κυριαρχία, η ανώτατη μόρφωση που παρεχόταν στις Σχολές ρητορικής, φιλοσοφίας και επιστημών για ενήλικες, οι οποίες είχαν ιδρυθεί στα ποικίλα πνευματικά κέντρα, που είχαν αναπτυχθεί και πέρα απ’ τα όρια της Ελλάδας, διεύρυνε το ιδεώδες της συνεχούς παιδείας και συστηματοποίησε τα πρότυπα που προσέφερε η κλασική Αθήνα. Με τον τρόπο αυτό διασώθηκε και διαδόθηκε το πνεύμα της κλασικής αρχαιότητας και υιοθετήθηκαν πολλές αξίες του αρχαιοελληνικού πολιτισμού και από τη Δύση.
 
Στα πρώτα χριστιανικά χρόνια, τα διδάγματα της νέας θρησκείας απευθύνονταν σχεδόν αποκλειστικά σε ενήλικες, ενώ οι πρώτοι μαθητές του Χριστού και μετέπειτα Απόστολοι ήταν όλοι ενήλικες. Αργότερα στις Ανώτατες Σχολές και στα Πανεπιστήμια των βυζαντινών χρόνων καθώς και στις πλούσιες βιβλιοθήκες των μοναστηριών, με την αξιόλογη δράση των λογίων, κληρικών και λαϊκών, καλλιεργήθηκε και μεταλαμπαδεύτηκε η γνώση της ελληνικής γλώσσας και φιλολογίας και ενδυναμώθηκε η ιδέα της Διαβίου μάθησης.
 
Τέλος, κατά τους δύο πρώτους αιώνες μετά την Άλωση παρατηρήθηκε μια σημαντική κάμψη της γενικότερης παιδευτικής δραστηριότητας, ενώ λίγο αργότερα με το κίνημα του νεοελληνικού Διαφωτισμού σημειώθηκε μια έντονη διακίνηση ιδεών, η οποία εκφραζόταν μέσα από την εκδοτική δραστηριότητα και υποστηριζόταν με την ίδρυση αξιόλογων Σχολών και Συλλόγων, σε όλα τα μεγάλα κέντρα του ελληνικού στοιχείου, και η οποία συνέβαλε στην προαγωγή της παιδείας των ενηλίκων και οδήγησε στην πνευματική και εθνική αφύπνιση του υπόδουλου Ελληνισμού.
       
4. Επιλογικά
 
Έχοντας διατρέξει την εξέλιξη και τις εκφάνσεις της Διαβίου παιδείας στην Ελλάδα, κατά την αρχαιότητα κυρίως και εν μέρει στα μεταγενέστερα χρόνια έως τις παραμονές της Επανάστασης του 1821, διαπιστώθηκε η αδιάκοπη παρουσία της Εκπαίδευσης Ενηλίκων.
 
Επισημάνθηκε ότι η πολύπλευρη εκπαιδευτική διαδικασία ενηλίκων, η οποία αναπτύχθηκε ήδη από την προκλασική και κορυφώθηκε στην κλασική αρχαιότητα, είχε βαθιά απήχηση στα άτομα κάθε ηλικίας. Οι ενήλικες πολίτες διατηρούσαν καθ' όλη τη διάρκεια της ελληνικής αρχαιότητας ένα συνεχές ενδιαφέρον και μια αγάπη για τη μόρφωση, βελτιώνοντας διαρκώς τους εαυτούς τους και συμβάλλοντας έτσι σε μια γενικότερη πνευματική, πολιτιστική και κοινωνικοπολιτική αναβάθμιση. Χαρακτηριστικότερο δείγμα αυτής της συνεχούς πνευματικής ενασχόλησης των ενηλίκων αποτελεί η Αθήνα των κλασικών χρόνων, η οποία υπήρξε το κέντρο μιας πλατιά διαδεδομένης καλλιέργειας και ένας χώρος ανάπτυξης της τέχνης, του λόγου, του επιστημονικού στοχασμού και της φιλοσοφικής σκέψης.
 
Η αναδρομή, λοιπόν, στη μακρά αυτή ιστορική περίοδο ανέδειξε τη διαχρονικότητα της έννοιας της Εκπαίδευσης Ενηλίκων, η οποία τις περισσότερες φορές εμφανίστηκε ως μη θεσμοθετημένη, ασύνειδη, άτυπη ή μη τυπική, στηριζόμενη είτε σε ατομικές πρωτοβουλίες είτε σε συλλογικά εγχειρήματα, αφορούσε συνήθως αξιόλογο πλήθος αποδεκτών, γνώρισε μεγάλη απήχηση, απέκτησε σημαντικό κύρος και αναγνώριση και λειτούργησε πάντοτε ως κινητήρια δύναμη και εφαλτήριο για περαιτέρω πνευματικές, πολιτικές και κοινωνικές αναζητήσεις, εξελίξεις και κατακτήσεις.
-------------------------
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
 
1. Assa, J. (1980). “Η αρχαιότητα”, στο Debesse, M. & G. Mialaret, Οι παιδαγωγικές Επιστήμες-Ιστορία της Παιδαγωγικής.- Αθήνα: Δίπτυχο, τόμος 2.
2. Fracelière, R. (1991). Ο δημόσιος και ο ιδιωτικός βίος των Αρχαίων Ελλήνων.- Αθήνα: Παπαδήμα.
3. Gutherie, W. K. C. (1990). Ο Σωκράτης, μετ. Τάσος Νικολαϊδης.- Αθήνα: Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης.
4. Jarvis, P. (1985). The Sociology of Adult and Continuing Education.- London, New York: Routledge.
5. Lesky, A. (1972). Ιστορία της Αρχαίας Ελληνικής Λογοτεχνίας.- Αθήνα: Ελληνικό Ίδρυμα Εξυπηρέτησης Πανεπιστημίων.
6. Marrou, Μ. (1961). Ιστορία της Εκπαίδευσης κατά την αρχαιότητα, μετ. Θ. Φωτεινοπούλου.- Αθήνα.
7. Peers, R. (1958). Adult Education-A comparative study.- London: Routledge and Kegan.
8. Αγγέλου, Α. (1988). Των Φώτων. Όψεις του Νεοελληνικού Διαφωτισμού.- Αθήνα: Ερμής.
9.  Βιγγόπουλος, Ηλ. (1980). “Παιδεία και Εκπαίδευση του Νέου Ελληνισμού”, στο Debesse, M. & G. Mialaret, Οι παιδαγωγικές Επιστήμες-Ιστορία της Παιδαγωγικής.- Αθήνα: Δίπτυχο, τόμος 2.
10.  Βρανούσης, Λ. (1975). “Ιδεολογικές ζυμώσεις και συγκρούσεις”, στο Ιστορία του Ελληνικού Έθνους.- Αθήνα: Εκδοτική Αθηνών, τόμος ΙΑ΄- Ο Ελληνισμός υπό ξένη κυριαρχία 1669-1821. Τουρκοκρατία-Λατινοκρατία.
11.  Γέρου, Θ. (1980). Παιδεία και Νεοέλληνες Διανοητές, τόμος Α΄.- Αθήνα.
12.  Γέρου, Θ. (1980). Παιδεία και Νεοέλληνες διανοητές, τόμος Γ΄.- Αθήνα.
13.  Γιαννικόπουλος, Β. Α. (1988). Άγνωστες πτυχές της αρχαίας ζωής και αγωγής.- Αθήνα: Γρηγόρης.
14.  Γιαννικόπουλος, Β. Α. (1989). Η εκπαίδευση στην προκλασική και κλασική Αρχαιότητα.- Αθήνα: Γρηγόρης.
15.  Γιαννικόπουλος, Β. Α. (1990). “Από την ελληνική αρχαία: Εκπαίδευση των δούλων”, στο Τα εκπαιδευτικά, τεύχος 20.
16.  Δημαράς, Κ. Θ. (1993). Νεοελληνικός Διαφωτισμός.- Αθήνα: Ερμής.
17.  Θεοδωρακόπουλος, Ι. (1972). “Η ακμή της ελληνικής φιλοσοφίας- Ο Αριστοτέλης”, στο Ιστορία του Ελληνικού Έθνους.- Αθήνα: Εκδοτική Αθηνών, τόμος Γ2- Κλασσικός Ελληνισμός.
18.  Ιακώβ, Δ. Ι. Η πολιτική διάσταση των Ευμενίδων του Αισχύλου.
19.  Ισηγόνη, Α. (1964). Ιστορία της παιδείας.- Αθήνα.
20.  Καλογεροπούλου, Α. (1972). “Η Αθήνα του Περικλέους: Η εξέλιξη της συμμαχίας”, στο Ιστορία του Ελληνικού Έθνους.- Αθήνα: Εκδοτική Αθηνών, τόμος Γ1- Κλασσικός Ελληνισμός.
21.  Καλογεροπούλου, Α. (1972). “Η Πεντηκονταετία. Σπάρτη και Αθήνα. Η εδραίωση της δημοκρατίας και η ακμή των Αθηνών. Ο Άρειος Πάγος. Το πνεύμα της μεταρρύθμισης”, στο Ιστορία του Ελληνικού Έθνους.- Αθήνα: Εκδοτική Αθηνών, τόμος Γ1- Κλασσικός Ελληνισμός.
22.  Καρζής, Θ. (1987). Η γυναίκα στην αρχαιότητα.- Αθήνα: Φιλιππότη.
23.  Καρζής, Θ. (1997). Η παιδεία στην αρχαιότητα.- Αθήνα: Φιλιππότη.
24.  Καρπόζηλου, Μ., Ματθαίου, Α., Καρυάτογλου, Λ., Τσικνάκης, Κ., Πανοπούλου, Α., Βαρών, Ο. (1986). “Νεανικός τύπος 1830-1844”, στο Ιστορικότητα της παιδικής ηλικίας και της νεότητας, Πρακτικά Διεθνούς Συμποσίου.- Αθήνα: Ιστορικό Αρχείο Ελληνικής Νεολαίας, τόμος Β΄.
25.  Κορδάτος, Γ. (1972). Η ιστορία της αρχαίας ελληνικής φιλοσοφίας.- Αθήνα: Μπουκουμάνη.
26.  Λυπουρλής, Δ. (1972). “Ακμή των επιστημών – Ιατρική”, στο Ιστορία του Ελληνικού Έθνους.- Αθήνα: Εκδοτική Αθηνών, τόμος Ε΄- Ελληνιστικοί χρόνοι.
27.  Μιχαηλίδου, Μ. (1997). Η εκπαίδευση ενηλίκων κατά τον 19ο αιώνα στον Ελληνισμό εντός και εκτός ορίων του ελληνικού κράτους: Οι Σύλλογοι ως φορείς οργάνωσης δραστηριοτήτων μάθησης. Θεσ/νίκη: Α.Π.Θ. Φιλοσοφική Σχολή, Τμήμα Φιλοσοφίας και Παιδαγωγικής, Μεταπτυχιακή εργασία.
28.  Μπενάκης, Λ. (1972). “Η Στοά”, στο Ιστορία του Ελληνικού Έθνους.- Αθήνα: Εκδοτική Αθηνών, τόμος Ε΄- Ελληνιστικοί χρόνοι.
29.  Μπενάκης, Λ. (1972). “Φιλοσοφία”, στο Ιστορία του Ελληνικού Έθνους.- Αθήνα: Εκδοτική Αθηνών, τόμος Ε΄- Ελληνιστικοί χρόνοι.
30.  Μπιργαλιάς, Ν. (1998). “Ο μύθος του Καιάδα”, στο Αρχαιογνωσία, τεύχος 9.
31.  Μπιργαλιάς, Ν. (1999). L’ Odyssée de l’ éducation spartiate.- Αθήνα: Βασιλόπουλος.
32.  Παπανικολάου, Κ. Ν. (1977). “Διαβίου παιδεία. Μια πρώτη προσέγγιση του θέματος”, στο Νέα παιδεία, τεύχος ε.
33.  Ρανσιμάν, Σ. (1969). Βυζαντινός Πολιτισμός.- Αθήνα: Γαλαξίας.
34.  Ρούσσος, Ε. (1974). “Οι Επικούρειοι”, στο Ιστορία του Ελληνικού Έθνους.- Αθήνα: Εκδοτική Αθηνών, τόμος Ε΄- Ελληνιστικοί χρόνοι.
35.  Σακκάς, Μ. (1989). “Ομιλία του Μιχάλη Σακκά Γ.Γ.Λ.Ε.”, στο Διεθνές Συμπόσιο “Νομοθετικά και Διοικητικά μέτρα υπέρ της Εκπαίδευσης των Ενηλίκων”, 25 Σεπτεμβρίου-1 Οκτωβρίου 1989, Υπουργείο Πολιτισμού – Γ.Γ.Λ.Ε. - Αθήνα: Unesco.
36.  Σιπητάνου, Α. (2003). “Το σύγχρονο παιδαγωγικό μήνυμα του εορτασμού των Τριών Ιεραρχών”.- Θεσσαλονίκη: Πανεπιστήμιο Μακεδονίας.
37.  Τσαμπής, Γ. (1963). Η παιδεία στο Χριστιανικό Βυζάντιο-Ιστορία της ελληνικής εκπαίδευσης.- Αθήνα: Γρηγόρης, τόμος 5.
38.  Τσαντσάνογλου, Κ. (1974). “Παιδεία”, στο Ιστορία του Ελληνικού Έθνους.- Αθήνα: Εκδοτική Αθηνών, τόμος Ε΄- Ελληνιστικοί χρόνοι.
39.  Τσάτσος, Κ. (1972). “Ρητορική”, στο Ιστορία του Ελληνικού Έθνους.- Αθήνα: Εκδοτική Αθηνών, τόμος Γ2- Κλασσικός Ελληνισμός.
40.  Τσιρίμπα, Α. (1964). Ιστορία της παιδαγωγικής.- Αθήνα: Νέα.

Ο Ξενοφώντας και το ατέρμονο των συμμαχικών εξελίξεων

Η τυραννία που εγκαθίδρυσε ο Εύφρων στη Σικυώνα συμμαχώντας με τις δυνάμεις των δημοκρατικών δεν έμελλε να έχει διάρκεια. Η προκλητική του στάση και ο ξέφρενος καιροσκοπισμός σε βάρος κάθε πολιτικής ιδεολογίας έκαναν τους Αρκάδες να αναλάβουν δράση: «ο Στυμφάλιος Αινέας, που είχε γίνει στρατηγός των Αρκάδων, έκρινε ανυπόφορη την κατάσταση στη Σικυώνα· ανέβηκε λοιπόν με το στρατό του στην ακρόπολή της και συγκέντρωσε τους ανθρώπους της αριστοκρατικής τάξης που βρίσκονταν μέσα στην πόλη, ενώ ταυτόχρονα έστελνε να φωνάξουν κι όσους είχαν εξοριστεί δίχως νόμιμη απόφαση». (7,3,1).
 
Ο Εύφρων εγκατέλειψε την πόλη και σε μια επίδειξη τυχοδιωκτισμού «κάλεσε τον Πασίμηλο από την Κόρινθο και με τη μεσολάβησή του παρέδωσε το λιμάνι στους Λακεδαιμονίους, ξαναγυρίζοντας έτσι στη συμμαχία τους με τον ισχυρισμό ότι δεν είχε πάψει να τους είναι πιστός». (7,3,2).
 
Έδωσε μάλιστα κι εξηγήσεις για το πώς έγιναν τα πράγματα: «γιατί όταν η πρόταση αποστασίας είχε τεθεί σε ψηφοφορία στην πόλη – είπε – εκείνος την είχε καταψηφίσει μαζί με λίγους άλλους· κατόπιν, θέλοντας να εκδικηθεί όσους τον είχαν προδώσει, είχε εγκαθιδρύσει δημοκρατία». (7,3,2-3).
 
Για να καταλήξει: «εγώ εξόρισα όλους όσοι σας πρόδιδαν. Αν ήταν στο χέρι μου, θα προσχωρούσα σε σας μαζί μ’ ολόκληρη την πόλη· τώρα σας έχω παραδώσει τουλάχιστον αυτό που μπόρεσα να κρατήσω – το λιμάνι». (7,3,3). Το γιατί δεν προσχωρούσε τόσο καιρό με ολόκληρη την πόλη στους Λακεδαιμονίους, αλλά το θυμήθηκε τώρα που την κατέλαβαν οι Αρκάδες, δε χρειάζεται να εξηγηθεί.
 
Φυσικά, το ενδεχόμενο να έπεισε τους Λακεδαιμονίους είναι αδύνατο. Το σίγουρο είναι ότι δεν τους ήταν άσχημο να ελέγχουν το λιμάνι της Σικυώνας. Εξάλλου, στη δύσκολη θέση που ήταν δεν είχαν την πολυτέλεια να αρνούνται τέτοιες προσφορές. Όταν τα πράγματα είναι οριακά, κάθε Εύφρων μπορεί να είναι υπολογίσιμος.
 
Το ζήτημα όμως δε σταμάτησε εκεί. Ο Εύφρων, αφού δεν πήρε από τη Σπάρτη τη βοήθεια να επανακαταλάβει την πόλη του – πράγμα που προφανώς επεδίωκε –, απευθύνθηκε στην Αθήνα: «… πήρε μισθοφόρους από την Αθήνα, γύρισε ξανά και με τη βοήθεια των δημοκρατικών έγινε κύριος της πόλης». (7,3,4).
 
Ξανά λοιπόν δημοκρατικός ο Εύφρων, που αλλάζει τις παρατάξεις σαν τα πουκάμισα. Του έμεινε όμως ένα τελευταίο προβληματάκι: «Την ακρόπολη την κατείχε Θηβαίος αρμοστής, κι ο Εύφρων κατάλαβε ότι όσο κατείχαν οι Θηβαίοι την ακρόπολη δεν μπορούσε να γίνει κύριος όλου του κράτους· συγκέντρωσε λοιπόν χρήματα και ξεκίνησε για τη Θήβα, σκοπεύοντας μ’ αυτά να πείσει τους Θηβαίους να διώξουν τους ολιγαρχικούς και να παραδώσουν ξανά στον ίδιο την πόλη». (7,3,4).
 
Ο Εύφρων είναι ίσως η πιο ακραία περίπτωση καιροσκοπισμού, η οποία όμως καταδεικνύει το πνεύμα των καιρών. Τη μέθοδο της δωροδοκίας είναι φανερό ότι την παίζει στα δάχτυλα κι αυτός είναι και ο λόγος φτάνει στη Θήβα με τις τσέπες γεμάτες. Και είχε τέτοια φιλική αντιμετώπιση εκεί, ώστε, αν δεν τον δολοφονούσαν μέσα στη θηβαϊκή ακρόπολη κάποιοι εξόριστοι από την πατρίδα του, θα πετύχαινε σίγουρα το σκοπό του.
 
Η περίπτωση του Εύφρονα είναι τόσο κραυγαλέα, που όταν οι άρχοντες της Θήβας οδήγησαν τους δράστες στη Βουλή προτείνοντας καταδίκη σε θάνατο, έφτασε η απολογία του ενός – ο μοναδικός που ομολόγησε την πράξη του, καθώς οι άλλοι αρνήθηκαν οποιαδήποτε συμμετοχή από φόβο –, ώστε ο λαός της Θήβας να τους αθωώσει όλους: «Οι Θηβαίοι, σαν άκουσαν αυτά, έκριναν ότι ο Εύφρων ήταν άξιος της τύχης του». (7,3,12). Παρόλα αυτά οι Σικυώνιοι τον έθαψαν με μεγάλες τιμές: «Οι συμπολίτες του, αντίθετα, παρέλαβαν το νεκρό σαν να ‘χε σταθεί σπουδαίος άνθρωπος, τον έθαψαν στην αγορά και τον τιμούν σαν να ‘ταν ιδρυτής της πόλης». (7,3,12).
 
Από την άλλη μεριά, οι Φλιάσιοι ήταν ένα σπάνιο παράδειγμα σταθερών συμμάχων. Πραγματικά αφοσιωμένοι στη Σπάρτη έδιναν τρομερές μάχες για να υπερασπίσουν την πόλη τους βιώνοντας διαρκώς τον έσχατο κίνδυνο. Όσο για τους αγρούς, είχαν χρόνια να πάρουν καρπό, αφού σχεδόν κάθε χρόνο λεηλατούνταν από τους συμμάχους του αντίπαλου στρατοπέδου. Όλοι πέρασαν από κει. Και οι Αρκάδες και οι Σικυώνιοι του Εύφρονα και οι Αργείοι και οι Πελληνείς και οι ίδιοι οι Θηβαίοι.
 
Κάθε φορά οι Φλιάσιοι έβρισκαν τον τρόπο να τους απομακρύνουν δείχνοντας συγκινητική προσήλωση στη Σπάρτη: «Ότι τους χρειαζόταν στ’ αλήθεια πολλή αντοχή για να μείνουν πιστοί στους φίλους τους είν’ ολοφάνερο: από τον καιρό που βρέθηκαν αποκομμένοι από τη σοδειά τους, αναγκάζονταν να συντηρηθούν είτε με αρπαγές από εχθρικά εδάφη είτε με αγορές από την Κόρινθο – κι ο δρόμος προς την αγορά ήταν γεμάτος κινδύνους, ο πορισμός των αναγκαίων χρημάτων δύσκολος, δύσκολη και η εξεύρεση μεταφορέων, προβληματική η εξεύρεση ανθρώπων που θα εγγυόνταν την ασφάλεια των υποζυγίων που θα ‘καναν τη μεταφορά». (7,2,17).
 
Βρισκόμενοι σε απόγνωση οι Φλιάσιοι κατάφεραν να πείσουν τον Αθηναίο στρατηγό Χάρητα να συνοδεύσει την εφοδιοπομπή εξασφαλίζοντας την προάσπισή της. Ο Χάρης απεδείχθη αντάξιος της αποστολής και οι εχθροί που προσπάθησαν να επιτεθούν τράπηκαν σε φυγή. Μέσα σε κλίμα αμοιβαίας εμπιστοσύνης την επόμενη κιόλας μέρα οι Φλιάσιοι έθεσαν στο Χάρητα μια πρόκληση, που δε θα μπορούσε να αντισταθεί: «Στο χέρι σου είναι σήμερα, Χάρη, να πραγματοποιήσεις ένα λαμπρό κατόρθωμα: οι Σικυώνιοι οχυρώνουν μια τοποθεσία κοντά στα σύνορά μας, κι έχουν εκεί πολλούς χτίστες, αλλά όχι πολλούς οπλίτες. Θα τραβήξουμε λοιπόν μπροστά εμείς, οι ιππείς κι οι πιο γεροί οπλίτες, κι αν ακολουθήσεις εσύ με τους μισθοφόρους σου ίσως να βρεις την επιχείρηση τελειωμένη κιόλας – ίσως μόνο η εμφάνισή σου να παίξει καθοριστικό ρόλο. Ένα πράγμα πάντως πρέπει να ξέρεις, Χάρη – αν το κάνεις θα ‘χεις εξασφαλίσει μια βάση εναντίον του εχθρού, θα ΄χεις σώσει μια φιλική πόλη, και θα κερδίζεις πολλή δόξα στην πατρίδα σου και μεγάλη φήμη ανάμεσα στους συμμάχους και τους εχθρούς». (7,2,20).
 
Ο Χάρης πείθεται σχεδόν αμέσως, η θυσία είναι ευνοϊκή και όλοι μαζί σπεύδουν για το οχυρό της Θυαμίας, το οποίο καταλαμβάνουν χωρίς την ελάχιστη αντίσταση. Το μόνο που έμενε ήταν να το ολοκληρώσουν ενισχύοντας τις συμμαχικές δυνάμεις: «Οι Κορίνθιοι πάλι, όταν ήρθε νύχτα αγγελιαφόρος και τους ανακοίνωσε τα γεγονότα της Θυαμίας, έκαναν μια πολύ φιλική χειρονομία: κήρυξαν επίταξη όλων των αμαξιών και των υποζυγίων, τα φόρτωσαν στάρι και τα οδήγησαν στον Φλιούντα· κι όσον καιρό χτιζόταν το οχυρό, έστελναν καθημερινώς εφοδιοπομπές». (7,2,23).
 
Τα πράγματα όμως δεν πήγαν όπως τα υπολόγιζαν. Οι εξόριστοι του Ωρωπού κατάφεραν να τον κυριέψουν φέρνοντας τους Αθηναίους σε δύσκολη θέση. Έκαναν εκστρατεία με ό,τι δυνάμεις είχαν και κάλεσαν το Χάρητα να γυρίσει γρήγορα πίσω: «Στο μεταξύ κανένας από τους συμμάχους δεν πήγε να βοηθήσει τους Αθηναίους, κι έτσι έφυγαν αφήνοντας τον Ωρωπό στα χέρια των Θηβαίων ώσπου να γίνει διαιτησία». (7,4,1).
 
Ο Λυκομήδης διαβλέποντας τη δυσφορία των Αθηναίων από την απροθυμία των συμμάχων να τους βοηθήσουν, ενώ εκείνοι έσπευδαν παντού, έπεισε τους Αρκάδες να διαπραγματευτεί ειρήνη μαζί τους. Η πρόταση ξάφνιασε τους Αθηναίους και αρχικά θεωρήθηκε παράλογη, καθώς ήταν αδύνατο να έχουν ειρήνη μεταξύ τους δυο πόλεις που η μια τάσσεται με τη Θήβα κι η άλλη με τη Σπάρτη μέσα σε τέτοιο πόλεμο.
 
Εξάλλου, μια τέτοια κίνηση θα φαινόταν προδοτική για τη Σπάρτη, που είχε μονίμως ανοιχτό μέτωπο με τους Αρκάδες: «όταν το καλοσκέφτηκαν, ωστόσο, βρήκαν ότι θα ‘ταν εξίσου ωφέλιμο για τους  Λακεδαιμονίους όσο και για τους ίδιους να μην έχουν πια ανάγκη οι Αρκάδες τους Θηβαίους, και τελικά δέχτηκαν τη συμμαχία με τους Αρκάδες». (7,4,2-3). (Μετά τη συμφωνία αυτή ο Λυκομήδης βρήκε τραγικό θάνατο, καθώς από λάθος αποβιβάστηκε από το πλοίο που τον μετέφερε στο σημείο που ήταν συγκεντρωμένοι οι εξόριστοι Αρκάδες της αντίπαλης μερίδας, οι οποίοι τον εξόντωσαν).
 
Η νέα αυτή συμμαχική ανατροπή έφερε ντόμινο αλλαγών στα δύο στρατόπεδα. Οι Κορίνθιοι έπαψαν πλέον να εμπιστεύονται τους Αθηναίους κι έδιωξαν όλες τις αθηναϊκές φρουρές από την περιοχή τους. Ακόμη κι όταν έφτασε εκεί ο Χάρης, ως άνθρωπος μεγαλύτερης εμπιστοσύνης, ήταν αδύνατο να μεταπεισθούν οι Κορίνθιοι. Όλοι οι Αθηναίοι αποχώρησαν από την κορινθιακή γη και η έλλειψη ανδρών ήταν πλέον πολύ φανερή.
 
Αρχικά προσέλαβαν μισθοφόρους και κατάφεραν όχι μόνο να υπερασπίζουν την περιοχή, αλλά και να προξενούν μεγάλες ζημιές στους εχθρούς τους. Γρήγορα όμως κατάλαβαν ότι δεν είχαν δυνάμεις να συνεχίσουν. Έστειλαν πρέσβεις στη Θήβα, για να ρωτήσουν ευθέως αν υπήρχε περίπτωση να γίνει ειρήνη μεταξύ τους. Κι όταν η Θήβα απάντησε θετικά, έστειλαν αμέσως απεσταλμένους στη Σπάρτη προκειμένου να ξεκαθαρίσουν τη θέση τους: «αν βλέπετε τρόπο να σωθούμε συνεχίζοντας τον πόλεμο, να μας τον εξηγήσετε κι εμάς αν σας συμφέρει, να κάνετε κι εσείς ειρήνη ταυτόχρονα μ’ εμάς – γιατί με κανέναν άλλον δεν θα μας ήταν πιο ευχάριστο να σωθούμε μαζί, παρά με σας αν σωθούμε, ίσως κάποτε να σας προσφέρουμε και πάλι υπηρεσίες – ενώ αν καταστραφούμε, είναι φανερό ότι ποτέ πια δεν θα σας φανούμε χρήσιμοι». (7,4,8).
 
Από την πλευρά τους οι Σπαρτιάτες στάθηκαν στο ύψος των περιστάσεων: «οι Λακεδαιμόνιοι, όχι μόνο συμβούλεψαν τους Κορινθίους να κάνουν ειρήνη, αλλά έδωσαν άδεια και στους υπόλοιπους συμμάχους, εφόσον δεν ήθελαν να πολεμήσουν άλλο στο πλευρό τους, να σταματήσουν. Οι ίδιοι, είπαν, θα συνεχίσουν τον πόλεμο – κι ό,τι θέλει ο θεός ας γίνει. Πάντως ποτέ δεν θα δεχτούν να τους πάρουν αυτό που τους είχαν αφήσει οι πατέρες τους: τη Μεσσήνη». (7,4,9).
 
Η επόμενη πράξη θα παιχτεί στη Θήβα, όπου οι Θηβαίοι ζητούν από τους Κορινθίους, πέρα από την ειρήνη, να ορκιστούν ότι θα είναι και σύμμαχοί τους, πράγμα που θα τους ωθούσε εναντίον της Σπάρτης: «οι Κορίνθιοι όμως αποκρίθηκαν ότι συμμαχία δεν θα σήμαινε ειρήνη, αλλά μια διαφορετική μορφή πολέμου. Η άρνησή τους να πολεμήσουν τους ευεργέτες τους, μ’ όλο τον κίνδυνο που διέτρεχαν, προκάλεσε τον θαυμασμό των Θηβαίων, που δέχτηκαν να κάνουν ειρήνη, με τους Φλιασίους και μ’ όσους είχαν έρθει μαζί τους στη Θήβα, με τον όρο ότι κάθε πόλη θα διατηρούσε τα δικά της εδάφη». (7,4,10).
 
Κατόπιν αυτών όλοι παρέδωσαν όλες τις περιοχές που κατείχαν χωρίς να τους ανήκουν στους δικαιούχους τους. Οι Φλιάσιοι παρέδωσαν τη Θυαμία. Μόνο οι Αργείοι επέμεναν στην παραβίαση των ξένων εδαφών κυριεύοντας το Τρικάρανο των Φλιασίων και παριστάνοντας ότι ήταν δικό τους. Περνάμε πια στο 364 π.Χ. και τα στρατόπεδα δείχνουν να ξεκαθαρίζουν. Η Σπάρτη έχει απομονωθεί σχεδόν ολοκληρωτικά…
 
Ξενοφώντας: «Ελληνικά», βιβλίο έβδομο

Ζωή, είναι αυτό που συμβαίνει όταν εσύ κοιμάσαι

Κι όσο εσύ περιμένεις, τα τρένα σε προσπερνάνε.
Κι όσο εσύ καταστρώνεις σχέδια, το σύμπαν βαριέται και στρέφει αλλού το ενδιαφέρον του.
Κι όσο εσύ κοιμάσαι, η ζωή συμβαίνει.

Φτάνει πιά με την αναβολή, αφυπνίσου επιτέλους. Ξύπνα από το λήθαργο. Το ξέρω. Είσαι πολύ κουρασμένος και θέλεις να χουζουρέψεις λίγο ακόμα. Μα έχεις να ζήσεις ακόμη, θα κοιμηθείς όταν πεθάνεις. Κοίτα έξω απ’το παράθυρο. Βγές έξω, περπάτα, κοίταξε τους ανθρώπους γύρω σου. Πές μου τι βλέπεις; Αυτό που βλέπουν τα δικά σου μάτια αντικατοπτρίζει κι ένα κομμάτι μιάς δικής σου αλήθειας. Όσο τρομαχτική και να’ναι, αποδέξου την και συνέχισε να προχωράς. Πάλεψε, πάλεψε με όλη σου τη δύναμη, πάλεψε με νύχια και με δόντια για ν’αποκτήσεις τη ζωή που έχεις ονειρευτεί.

Μη σταματήσεις ποτέ να παλεύεις. Αντέχεις. Μη φοβηθείς. Μη φοβηθείς να πείς αυτό που πραγματικά σκέφτεσαι, να φύγεις απο’κεί που καταπιέζεσαι, να φορέσεις ανάποδα τα ρούχα σου, να λερωθείς με παγωτό, να γελάσεις με όλη σου τη δύναμη, να βρίσεις άσχημα, ν’αγαπήσεις από την αρχή, σα να μην πληγώθηκες ποτέ…

Μη φοβηθείς τους φόβους σου. Άφησε τους να σε καθοδηγήσουν μα μην τους επιτρέψεις ποτέ να σε μεταμορφώσουν σε ανάπηρο του ”τώρα” σου.

Κάνε μια τρέλα, κάτι που δεν περίμενες ποτέ ότι θα κάνεις. Ξεπέρασε τον εαυτό σου. Φώναξε, κλάψε, χόρεψε, κάνε ότι είναι αυτό που θέλεις να κάνεις χωρίς να σε νοιάζει αν το κάνεις ”σωστά” κι όπως ”πρέπει”. Απλά κάντο με πάθος. Πάθος είναι η λέξη που χρειάζεσαι.

Είσαι ένας και μοναδικός. Κι αυτή η μονάδικότητα σου αρκεί για να μεγαλουργήσεις. Να γίνεις αυτό που ονειρεύτηκες.
Το μόνο που έχεις να κάνεις είναι ν’αποφασίσεις τι θα κάνεις με τον χρόνο που σου έχει δωθεί.
Αποφάσισε λοιπόν και κάντο.
Μην σκέφτεσαι πόσο χρονών είσαι..
Διάβασε ιστορίες ανθρώπων για να εμπνευστείς. Κάθε φορά που γεμίζεις μαύρες σκέψεις, διάβαζε κι από μία ιστορία για να ξυπνήσεις.

Αγκάλιασε μια ιδέα κι απογείωσε την με την ενέργεια σου.
Μονάχα η Γή κατακλύζεται από βαρύτητα.
Τα όνειρα μπορούν να εκτοξεύονται όταν το αποφασίσουν αυτοί που τα ονειρεύονται.
Γίνε ο γητευτής των ονείρων σου.
Τι περιμένεις λοιπόν…

Ξύπνα και πήγαινε να καβαλήσεις τ’όνειρο…
Εκεί έξω είναι και σε περιμένει να το γευτείς…

Δυνατός είναι αυτός που ξέρει πότε να σταματάει να προσπαθεί

Δύναμη. Η δύναμη είναι μία έννοια πολύ παρεξηγημένη, διαστρεβλωμένη. Ο καθένας την πήρε και της έδωσε ένα δικό του νόημα, αλλάζοντας έτσι αυθαίρετα τα πράγματα. Δυνατός είσαι όταν μπορείς να στηρίξεις τον εαυτό σου και τα άτομα που αγαπάς στις δύσκολες στιγμές. Δυνατός είσαι όταν επιμένεις κι υπομένεις ό, τι σκατά σου φέρει η ζωή στο δρόμο σου, προκειμένου να πετύχεις τα όνειρά σου. Δυνατός είσαι όταν αντέχεις, όταν συνεχίζεις, όταν σηκώνεσαι. Εν μέρει, δύναμη είναι το να μην τα βάζεις κάτω, ακόμα κι όταν όλα γύρω σου ουρλιάζουν να το κάνεις.
 
Είναι κρίμα που η έννοια αυτή έχει συνδεθεί τόσο έντονα με την ευτυχία στον έρωτα. Μεγαλώνουμε με την πεποίθηση πως όποιος είναι δυνατός, είναι απαραίτητα κι ευτυχισμένος. Ξεχνάμε όμως πως μέσα σε εκείνα τα άτομα που συνεχίζουν και πορεύονται με όσα τους στέλνει η ζωή, βρίσκονται κι αυτοί που απλά επιβιώνουν. Που δυσκολεύονται να περπατήσουν κι επιλέγουν να σέρνονται γιατί δεν έχουν δύναμη για να σηκωθούν. Που δεν μπορούν να ξεχάσουν κι απλά προσπερνάνε, ζώντας με την ψευδαίσθηση πως θα σηκωθούν κάποια μέρα απ’ το κρεβάτι και θα το έχουν ξεπεράσει.

Αν με ρωτήσεις, πιστεύω πως με το να είσαι δυνατός, δε σημαίνει απαραίτητα ότι είσαι κι ευτυχισμένος, μόνο και μόνο επειδή δεν αρκεί για να πετύχεις το απόλυτο. Αν μη τι άλλο, πόσες φορές ήταν εκείνες που παίζοντάς το δυνατοί, δεν καταφέραμε τίποτα άλλο απ’ το να βυθιστούμε στη δυστυχία και στη μιζέρια; Που πληγώσαμε τους αγαπημένους μας και πνίξαμε τον εαυτό μας. Οπότε στην ερώτηση, ποιος είναι πιο δυνατός ανάμεσα σε εκείνον που προσπαθεί κι εκείνον που ζει μακριά απ’ αυτό που θέλει, απάντηση μην ψάχνεις.

Να θαυμάζεις τους ανθρώπους που προσπαθούν για τον έρωτα. Είναι πολύ σημαντικό το να έχεις κότσια να κυνηγήσεις αυτό που ποθείς. Γιατί έτσι κυνηγάς την ευτυχία σου. Δεν αναγκάζεσαι να τη βασίσεις σε κανέναν ούτε στέλνεις κανέναν να κυνηγήσει αυτά που έχεις στοχέψει εσύ εξαρχής.

Είναι εκείνοι οι άνθρωποι που δεν τους νοιάζει αν ο κόσμος τους διαλύεται σαν ένα πυργάκι από τραπουλόχαρτα, δε θα δώσουν σημασία αν καταστρέφεται ο ίδιος τους ο εαυτός, πάντα θα καταλήγουν να κάνουν αυτό που οι ίδιοι έχουν αποφασίσει. Είναι εκείνοι που έχουν την ικανότητα να φτάσουν τις σχέσεις μέχρι το τέλος, όπου πάει κι όσο τραβήξει. Αρκεί να προσπαθούν για πράγματα που τους κάνουν ευτυχισμένους.

Δε λέω, καλό το να προσπαθείς. Κάποια στιγμή όμως θα πέσεις για χιλιοστή φορά και δε θα μπορέσεις να σηκωθείς τόσο εύκολα όσο όλες τις προηγούμενες φορές. Ακόμα κι οι πιο πεπεισμένοι, στο τέλος ξενερώνουν και με το δίκιο τους. Γιατί όταν προσπαθείς για κάτι τόσο έντονα, κάποια στιγμή αυτό ξεθυμαίνει. Απομυθοποιείς καταστάσεις και συνειδητοποιείς πως δεν τραβάει άλλο πια. Εξάλλου, αν ήταν να κρατήσει, θα κρατούσε.

Κι απ’ την άλλη έχεις εκείνους που επέλεξαν να ζουν μακριά από αυτόν που αγαπάνε. Δε θα τους χαρακτήριζα δειλούς, ίσως να έχουν και περισσότερο μυαλό απ’ τον καθένα. Μην περιμένεις παρορμητισμό απ’ αυτούς, δεν είναι οι τύποι που μόνο και μόνο για μία στιγμή θα κάνουν μπουρδέλο τη ζωή τους. Άλλωστε, σκέφτονται τόσο πολύ. Σε περίεργες καταστάσεις μαζεύουν όση περισσότερη λογική διαθέτουν, βάζουν κάτω τα πράγματα κι αποφασίζουν πως ακόμα και να προσπαθήσουν στη συγκεκριμένη περίπτωση, δε θα τους βγει. Γιατί μερικές ιστορίες είναι καλό να μένουν μόνο στην αρχή.

Στη σκέψη φαντάζει βασανιστήριο το να επιλέξεις να είσαι μακριά από εκείνον που σε κάνει ευτυχισμένο. Ίσως γιατί ξέρεις ότι υπάρχει, αλλά εσύ δεν μπορείς να το απολαύσεις. Ίσως γιατί είναι σαν να επιλέγεις συνειδητά να διώξεις μια απ’ τις λίγες ευκαιρίες για ευτυχία. Στην πραγματικότητα όμως δεν το επιλέγεις, αναγκάζεσαι να το κάνεις γιατί δε θέλεις να ζήσεις καταστάσεις που δε θα αντέξεις να δεις τον εαυτό σου να καταρρέει. Εξάλλου, δε ζούμε όλοι για τη στιγμή.

Οπότε και στις δύο περιπτώσεις πάλι δυνατός είσαι. Στην πρώτη γιατί δεν τα παρατάς και προσπαθείς. Γιατί είπες πως τουλάχιστον αν είναι να κρατήσει για λίγο, θα το ζήσεις όσο πάει.  Και στη δεύτερη, είσαι δυνατός γιατί αναλογίστηκες πως δεν μπορείς να ζεις κοντά με αυτό που θέλεις, κατάλαβες πως θα είχε κακό τέλος κι αποφάσισες να ζήσεις μακριά του.

Η μοναδική απόδειξη ζωής είναι η ωρίμανση

Αν τοποθετήσετε μια πέτρα κάτω από ένα μικροσκόπιο και την παρατηρήσετε προσεκτικά, θα δείτε ότι ποτέ δεν αλλάζει.  Αλλά, αν τοποθετήσετε ένα κοράλλι κάτω απ' το ίδιο μικροσκόπιο, θα διαπιστώσετε ότι μεγαλώνει κι αλλάζει.

Συμπέρασμα: το κοράλλι είναι ζωντανό, η πέτρα είναι νεκρή.
Πώς θα ξεχωρίσετε ένα ζωντανό λουλούδι από ένα νεκρό;
Ζωντανό θα είναι αυτό που ωριμάζει και μεγαλώνει.
 
Η μοναδική απόδειξη ζωής είναι η ωρίμανση!
Το ίδιο ισχύει και στον ψυχολογικό κόσμο. Αν ωριμάζετε, είστε ζωντανοί. Αν δεν ωριμάζετε, είναι πολύ πιθανόν να είστε νεκροί. Μπορεί να έχετε ως κινητήρια δύναμη περισσότερο την επιθυμία να ωριμάσετε παρά την ανάγκη να διορθώσετε τα ελαττώματά σας. Αν δέχεστε ότι μπορείτε πάντα να ωριμάζετε, να βελτιώνεστε, να γίνεστε όλο και μεγαλύτεροι, τότε αυτό είναι αρκετό.
 
Όταν αποφασίσετε ν' ακινητοποιηθείτε ή να νιώσετε επώδυνα συναισθήματα, έχετε αποφασίσει να μην ωριμάσετε. Η κινητήρια δύναμη ωρίμανσης σημαίνει μάλλον να χρησιμοποιείτε την ενέργεια της ζωής για μεγαλύτερη ευτυχία παρά να πρέπει να βελτιώνεστε επειδή αμαρτήσατε ή επειδή είστε ελλιπείς. Αποκορύφωμα της επιλογής της ωρίμανσης, ως κινητήριας δύναμης, είναι η προσωπική κυριαρχία σε κάθε τωρινή στιγμή της ζωής σας.
 
Κι αυτή η κυριαρχία σημαίνει να είστε εσείς που θ' αποφασίζετε για τη μοίρα σας· δεν είστε απλά κάποιος που τα βγάζει πέρα, αγωνίζεται ή προσαρμόζεται στον κόσμο. Αντί γι' αυτό, διαλέξτε ποιος θα είναι για σας ο κόσμος.
 
Ο Τζωρτζ Μπέρναρντ Σω το διατυπώνει αυτό στο έργο του «Το επάγγελμα της κ. Γουώρρεν»:
«Οι άνθρωποι πάντα κατηγορούν τις συνθήκες ζωής τους γι' αυτό που οι ίδιοι είναι. Δεν πιστεύω στις περιστάσεις και τις συνθήκες. Οι άνθρωποι που πετυχαίνουν σ' αυτό τον κόσμο είναι αυτοί που προχωρούν, διαλέγουν τις συνθήκες και τις περιστάσεις που θέλουν κι όταν δεν τις βρίσκουν τις δημιουργούν».
Όμως να θυμάστε, η αλλαγή του τρόπου που σκέφτεστε, νιώθετε ή ζείτε είναι πιθανή, αλλά ποτέ εύκολη. Αν στ' αλήθεια θέλετε να ζείτε ολοκληρωμένα και να ελέγχετε τις προσωπικές σας επιλογές, αν στ' αλήθεια θέλετε να φτάσετε στην ευτυχία της τωρινής στιγμής, θα πρέπει να είστε το ίδιο αυστηρά προσηλωμένοι και στην προσπάθεια να αποβάλετε τον ηττοπαθή τρόπο σκέψης και στην εκμάθηση οποιουδήποτε δύσκολου εγχειρήματος.

Ένα παραμύθι για τη Γνώση και την Αμάθεια

Κάπου πάνω στη Γη, υπάρχει μία Μάγισσα κακιά, η Αμάθεια. Που δεν είναι ακριβώς… κακιά, αλλά όσα προκαλεί, δημιουργούν προβλήματα στους ανθρώπους και αυτό είναι το κακό. Μπαίνει ύπουλα – ύπουλα στα σπίτια των ανθρώπων, δήθεν τάχα ότι θα τους ξεκουράσει από το να σκέπτονται και να δημιουργούν. Τους πείθει ότι στη ζωή τους μπορεί να είναι ευτυχισμένοι, εύκολα και άκοπα. Υποστηρίζει ότι η ζωή του καθένα είναι ήδη προδιαγεγραμμένη και ό,τι είναι να γίνει… θα γίνει. Προσπαθεί να πείσει τους ανθρώπους να ζουν με απάθεια, δίχως να προσπαθούν, απλά να υπακούν στη μοίρα τους.

Η αδελφή της όμως, Μάγισσα και αυτή, ήταν τελείως διαφορετική (πολλές φορές συμβαίνει αυτό με τα αδέλφια, αλληλοσυμπληρώνονται). Το όνομα της αδελφής μάγισσας, Γνώση. Η Γνώση, λοιπόν, πρόσφερε στους ανθρώπους νέες σκέψεις, ιδέες, δημιουργία, εξέλιξη αλλά… με κόπο. Προσπαθούσε να πείσει, κι αυτή με τη σειρά της, ότι το να μένεις στάσιμος και απαθής είναι καταστροφή.

Οι δυο τους, συχνά δίνουν μάχες στα μυαλά των ανθρώπων. Πότε νικά η μία και πότε η άλλη. Και μεταξύ μας, δίχως να με ακούσει η Γνώση και στεναχωρηθεί, τις περισσότερες φορές νικά η Αμάθεια. Η Πόλη των ανθρώπων χωρίστηκε στα δύο και οι μάγισσες έφτιαξαν δύο Βασίλεια, την Αμαθειούπολη και την Γνωστοπολιτεία και η κάθε μία Βασίλευε στη δική της. Δύσκολα μπορούσε να μετακινηθούν οι άνθρωποι από τη μία Πολιτεία στην άλλη. Όχι γιατί είχαν τείχη, ούτε συρματοπλέγματα γύρω τους, αλλά γιατί τα εμπόδια βρίσκονταν στις σκέψεις των ανθρώπων.

Και όλα αυτά δεν σας τα λέω τυχαία! Θα σας πω την Ιστορία της μικρής Δοξούλας για να καταλάβετε πώς γίνονται οι μάχες των δύο Μαγισσών, στις ζωές των ανθρώπων.

Η Ιστορία ξεκινά όταν οι γιαγιάδες της Δοξούλας, η κα Σκληρούμπα και η κα Δυναμικοτάτη, αποφάσισαν να πάνε από τα χωριό τους στη Πόλη και βρέθηκαν ανάμεσα στα Βασίλεια. Ήταν δύο γυναίκες μόνες με τα παιδιά τους, δίχως άντρες καθώς είχαν πεθάνει από αρρώστια που έπεσε στα χωριά. Γι’ αυτό και έφυγαν, για να γλιτώσουν τα παιδιά τους. Τα κρατούσαν από τα χεράκια τους και περπατούσαν. Οι μανάδες ήταν κουρασμένες από τον ποδαρόδρομο και δεν άντεχαν να πάνε στη Γνωστοπολιτεία. Ήταν πιο μακριά και ο δρόμος έδειχνε δυσκολότερος.

Φτάνοντας στην Αμαθούπολη, τους υποδέχτηκε στο Βασίλειο της, η Αμάθεια. Πρώτα συνάντησε την κα Δυναμικοτάτη που κρατούσε το μικρό της αγόρι, πατέρα αργότερα της Δοξούλας, το κοριτσάκι της ιστορίας που σας έλεγα. Η Αμάθεια, έπεισε την κα Δυναμικοτάτη με όμορφα και εύκολα της λόγια ότι θα ήταν το καλύτερο γι’ αυτή να μείνουν στην Πολιτεία της: «Τον Γιόκα σου, μπορώ για πάντα μωρό να στον κρατήσω και να μη μεγαλώσει, έτσι ώστε να τον έχεις πάντα στο πλάι σου και να σε έχει ανάγκη. Άντρα δεν έχεις και η μοναξιά είναι δύσκολο πράγμα». Της φάνηκε τόσο εύκολο και δελεαστικό που το δέχτηκε με χαρά. Έτσι η Μάγισσα Αμάθεια του έκανε το ξόρκι της, δίνοντάς του και το όνομά του.
«Άμπρα κατάμπρα
Ανευθυνούλης το όνομα σου
Στον αέρα τα μυαλά σου..
Αυτό θέλει η μαμά σου!»
Ο Ανευθυνούλης μεγάλωνε με τη μαμά του, κα Δυναμικοτάτη, χωρίς να αφήνει το γιο της να παίρνει καμιά απόφαση. Δεν τον άφηνε να αποφασίζει για τίποτα. Τον έπεισε ότι μόνο εκείνη ξέρει το καλό του και ότι οι δικές του αποφάσεις ήταν όλες λάθος. Έτσι, σταμάτησε να αποφασίζει εκείνος και ποτέ δεν ανάλαβε ευθύνη. Για πάντα και για τα πάντα έφταιγαν οι άλλοι, και περισσότερο η μαμά του. Την ίδια συμφωνία έκανε και η κυρία Σκληρούμπα. Τα λόγια της Αμάθειας και πάλι δελεαστικά: «Το κορίτσι σου, μπορώ να στο ‘χω πάντα κοντά σου, γιατί εάν την αφήσεις να μεγαλώσει, θα σου φύγει, είναι έξυπνη και με πολλά χαρίσματα. Τι θα κάνεις μόνη σου μετά»;

Η μάγισσα Αμάθεια έπεισε με την γνωστή μέθοδο ευκολίας και την κυρία Σκληρούμπα. Κοίταξε το κοριτσάκι, και διέκρινε μία σπάνια ομορφιά, ήταν η μητέρα της Δοξούλας. Και έτσι είπε το Ξόρκι-βάφτισμα:
«Άμπρα κατάμπρα
Η Ανωριμούλα θα΄σαι
Με την ομορφιά σου κάτσε
Μια ζωή σαν να κοιμάσαι»
Η Ανωριμούλα μεγάλωσε με σκληρότητα από την κα Σκληρούμπα, που καθόλου τυχαίο δεν ήταν το όνομα της, όπου με την καθοδήγηση της Αμάθειας, της έκοβε κάθε πρωτοβουλία και δεν την άφηνε να ξεμυτίσει από την Αμαθειούπολη. Όσες φορές η Ανωριμούλα ήθελε να βγεί από την Αμαθούπολη την τρομοκρατούσε ότι πολλά κακά θα της συμβούν και έτσι φοβισμένη δεν αναλάμβανε πρωτοβουλία να φύγει.

Λίγο αφού ενηλικιώθηκαν, η Ανωριμούλα και ο Ανευθυνούλης, συναντήθηκαν και ερωτεύθηκαν, όπως ερωτεύονται τα μικρά παιδιά, ανέμελα δίχως ευθύνες. Το είπαν στις μανάδες τους και αυτές κανόνισαν γρήγορα τον γάμο γιατί έτσι θα τους κράταγαν πιο σίγουρα κοντά τους. Τώρα θα τους είχαν περισσότερη ανάγκη. Ένα χρόνο μετά, ήρθε ένα πολύ ξεχωριστό φθινόπωρο. Στο σπιτάκι των παιδο- ερωτευμένων θα ερχόταν μωρό, ένα κοριτσάκι. Το Περίμεναν πως και πως. Στα τέλη του Σεπτέμβρη ήρθε το κοριτσάκι και οι νέοι γονείς χάρηκαν πολύ. Το περίμεναν για να παίξουν και όχι για να το μεγαλώσουν. Γιατί τα μάγια τους ήταν συγκεκριμένα: μπορεί στο σώμα να έδειχναν ενήλικες, αλλά στο μυαλό, έμεναν για πάντα παιδιά.

Οι γονείς της μικρής, άρχισαν από νωρίς τα παιδιαρίσματα. Μία της έπαιρναν την κουδουνίστρα για να παίξουν, άλλοτε έπιναν το γάλα απ το μπιμπερό του και όταν το μωρό έκλαιγε, έκλαιγαν και αυτοί. Άλλες φορές δεν πρόσεχαν το μωρό και μάλωναν μεταξύ τους για ποιος θα πάρει τα περισσότερα παιχνίδια δικά του.

Έτσι η Ανωριμούλα και ο Ανευθυνούλης, λίγο καιρό μετά κατάλαβαν ότι δεν μπορούσαν να κάνουν οικογένεια γιατί δεν μπορούσαν να είναι γονείς και ούτε πια ζευγάρι. Ο Ανευθυνούλης και η Ανωριμούλα έφυγαν από το σπίτι ψάχνοντας να βρουν γονείς όχι για το μωρό τους, αλλά και για τους ίδιους, μιας και οι μανάδες τους είχαν μεγαλώσει και οι συμφωνίες με την Αμάθεια, πλέον ήταν βάρη για εκείνες. Τη Δοξούλα, μωρό ακόμη, άρχισε να τη φροντίζει η γιαγιά της, κα Δυναμικοτάτη που τώρα πήρε το μάθημά της και φάνηκαν τα αποτελέσματα της κακής συμφωνίας που είχε κάνει με την Μάγισσα Αμάθεια. Τη μικρή Δοξούλα τη φρόντιζε τελείως διαφορετικά, δίνοντάς της συμβουλές πώς να ζήσει αυτόνομη, ανεξάρτητη και με αξιοπρέπεια.

Η μάγισσα Αμάθεια, έμαθε για την αποστασία της γιαγιάς. Στο Βασίλειό της απαγορευόταν να μεγαλώνει κανείς υπεύθυνα παιδιά. Την εξόρισε να φύγει από τον κόσμο των ανθρώπων. Η κα Δυναμικοτάτη την παρακάλεσε με δάκρυα στα μάτια να την αφήσει να φροντίσει τη Δοξούλα μέχρι να παντρευτεί ώστε μην την αφήσει μόνη της. Της ορκίστηκε ότι θα κρατούσε το λόγο της. Ήταν τόσο μεγάλη η αγάπη της γιαγιάς που έπεισε τη Μάγισσα και υποχώρησε… έτσι δέχτηκε τη νέα τους συμφωνία.

«Εντάξει λοιπόν! Με έπεισε ο λόγος σου κα Δυναμικοτάτη. Θα σου επιτρέψω να μείνεις μέχρι, όχι να παντρευτεί αλλά μέχρι να γίνει 21 χρονών η Δοξούλα. Αν και τσάμπα θα φας το χρόνο σου, να ξέρεις. Η δύναμη του Βασιλείου μου είναι η ευκολία και δεν νικιέται. Η Δοξούλα θα παραδειγματιστεί από τους γονείς της και τους άλλους που είναι γύρω της. Τι νομίζεις ότι θα κάνεις μόνη σου; Θα είναι μια ευκαιρία να δουν όλοι οι πολίτες μου το αδύνατο να ξεφύγουν. Θα σε χρησιμοποιήσω, έτσι για μάθημα σε όσους πιστεύουν ότι μπορούν να τα βάλουν μαζί μου και να μεγαλώσουν παιδιά με αυτοπεποίθηση».

Η κα Δυναμικοτάτη, δεν έκλεισε την συμφωνία που ήθελε, αλλά κατάφερε να κερδίσει 20 χρόνια. Σκεφτόταν μακάρι να είχε κάνει καλύτερη επιλογή και για τον γιο της χωρίς να φοβηθεί να πάει μακρύτερα για να φτάσει στο Βασίλειο της Γνώσης. Τώρα είχε την ευκαιρία να επανορθώσει. Η Δοξούλα δεν έπρεπε να μάθει τίποτα για τη συμφωνία αυτή.

Συχνά της ξέφευγε και έλεγε στη Δοξούλα: «Δεν θέλω να ζήσω πολλά χρόνια. Θέλω μόνο να γνωρίσεις ένα καλό παλικάρι και μετά ας φύγω». Κάπως έτσι την προετοίμαζε. Και η Δοξούλα, δεν μπορούσε να δεχτεί να «φύγει» η γιαγιά και θύμωνε «Δεν θα «φύγεις» ποτέ. Έχεις πολλά χρόνια μπροστά σου. Είσαι πολύ μικρή». Και κάπου εκεί τις έπιαναν τα γέλια και ξεχνιόταν ό,τι είχε ειπωθεί.

Ο Ανευθυνούλης και η Ανωριμούλα, που έψαχναν για να τους αναλάβουν νέους «γονείς», δεν άργησαν πολύ να βρουν καθώς ήταν και οι δύο όμορφα μεγαλόσωμα παιδιά. Πιστεύοντας ότι σώθηκαν και μπορούν να ζουν με ασφάλεια, μέσα στην παιδικότητά τους δεν διέκριναν ότι όσοι υιοθετούν μικρομέγαλα παιδιά το κάνουν για όφελός τους, και το μόνο που θέλουν είναι να τα φυλακίσουν και να τους κλέψουν την ενέργεια. Έτσι πάλι δεν βρήκαν την αληθινή αγάπη που προσφέρουν οι κανονικοί γονείς, της φροντίδας και της ελευθερίας, αλλά μια ψευδαίσθηση, την αγάπη της Εξάρτησης. Μη σας κοροιδεύει η λέξη «αγάπη», στον όρο «εξαρτητική αγάπη», να θυμάστε είναι χειρότερη και από το να μη υπάρχει καθόλου αγάπη.

Όπως λέει και η μάγισσα Γνώση, μετά τους γονείς του καθένα, μόνο ο Εαυτός μας μπορεί να μας στηρίξει. Η εξάρτηση είναι ένα ακόμη όπλο της Αμάθειας.

Την Ανωριμούλα, λοιπόν την ανέλαβε ο Θυμοθιάρης, που όταν θύμωνε, τρανταζόταν η γη. Φώναζε πάρα πολύ και τρόμαζε όλα τα παιδιά της Αμαθούπολης. Το σπίτι τους βρισκόταν, στην οδό Φασαρίας 37 και όπως καταλαβαίνετε εκεί είχε πολύ φασαρία! Στην οδό Αδιαφορίας 23 κατέληξε ο μπαμπάς Ανευθυνούλης, γιατί εκεί έμεινε η κυρία Καρφοδεκάρα που τον υιοθέτησε, η οποία αντί για λουλούδια, είχε στο κήπο της ένα τεράστιο δέντρο με φύλλα σε σχήμα δεκάρας.

Η Δοξούλα μεγαλώνοντας, όταν δεν ήταν με τη γιαγιά της, μοιραζόταν σε δύο σπίτια μεταξύ της Αδιαφορίας 23 και Φασαρίας 37. Έγινε ένα ζωηρό βέβαια αλλά καλό παιδί. Αποκτούσε εύκολα πολλές φίλες και ήταν το ζουζουνάκι, το πειραχτήρι του σχολείου. Δεν της άρεσε όμως καθόλου, που ο Θυμοθιάρης της πείραζε τα παιχνίδια, τις κούκλες της, να της κρύβει τα βιβλία, τα τετράδια, ευτυχώς όμως μόλις τελείωνε το σχολείο, πήγαινε έξω από την Αμαθούπολη, σε ένα όμορφο ορεινό χωριουδάκι, το Ξεγνοιαστοχώρι. Εκεί κάθε καλοκαίρι, την περίμενε η αγαπημένη της γιαγιά, η κα Δυναμικοτάτη.

Στο Ξεγναστοχώρι έβρισκε πολλή φροντίδα και ακόμα περισσότερη αγάπη, από όλους τους χωρικούς. Ζούσε ξέγνοιαστα, παίζοντας μέρα-νύχτα με τις φίλες της, γύρω από τον πελώριο, γέρικο πλάτανο της πλατείας. Το Ξεγνιαστοχώρι, ήταν ο παράδεισος της Δοξούλας, και όπως ήταν εκεί ψηλά μπορούσε να διακρίνει πόσο διαφορετικά ήταν τα Βασίλεια της Πόλης, η Αμαθειούπολη και Γνωστοπολιτεία. Ονειρευόταν να μεγαλώσει και να πάει στην Γνωστοπολιτεία.

Αντίθετα όταν γύριζε στο σπίτι της Ανωριμούλας και στον Θυμοθιάρη, έφευγε η ανεμελιά και η ξεγνοιασιά γιατί ερχόταν η φασαρία, έτσι ξέχναγε τα όνειρά της και το μόνο που έκανε ήταν να κρατά κλειστά τα αυτιά της και καμιά φορά και τα μάτια της, όταν τρόμαζε πολύ. Η Ανωριμούλα, η μητέρα της, αδύναμη όπως ήταν δεν μπορούσε να την προστατέψει ούτε εκείνη, ούτε τον εαυτό της. Από την άλλη στο σπίτι της Καρφοδεκάρας, που είχε υιοθετηθεί ο Ανευθυνούλης απαγορευόταν να πηγαίνει γιατί δεν περίσσευε χώρος τον είχε καλύψει όλο το δέντρο της δεκάρας που με τα χρόνια όλο και μεγάλωνε.

Άστε που η Δοξούλα ήταν σε ανάπτυξη και έτρωγε πολύ και έτσι θα λιγόστευαν οι δεκάρες που κρέμονταν στο κήπο. Η κα Καρφοδεκάρα, ζούσε με έναν σκοπό: να μεγαλώνει αυτό το δέντρο και θύμωνε πολύ όταν οι δεκάρες του δέντρου δεν αυξανόντουσαν καθημερινά.

Ο Ανευθυνούλης ήταν δέσμιος πια μέσα στον κήπο και είχε απομονωθεί στην άκρη ενός κλαδιού, μην μπορώντας να ξεφύγει.

Ο καιρός πέρασε και η Δοξούλα τελείωσε το σχολείο, έγινε πια δεσποινίδα κοντά 20 χρονών και το μόνο που ονειρευόταν ήταν να φύγει από την Αμαθειούπολη, δεν ήξερε όμως τον τρόπο.
Είχε αισιοδοξία, βελούδινα όνειρα, την αγάπη της γιαγιάς Δυναμικοτάτης, της οποίας τελείωνε ο χρόνος της συμφωνίας της με την Αμάθεια και έπρεπε να φύγει. Ήταν Φλεβάρης, έκανε πολύ κρύο και η Αμάθεια έφτασε στο Ξεγναστοχώρι και βρήκε τη γιαγιά. Ο χρόνος της συμφωνίας έληξε και η κα Δυναμικοτάτη, έπρεπε σιωπηλά και ήσυχα να φύγει από τον ορατό κόσμο της Δοξούλας. Θα έμενε για πάντα στην καρδιά της.

Η Δοξούλα πόνεσε πολύ όταν έφυγε η κα Δυναμικοτάτη, ένιωσε μοναξιά μέσα στη Πόλη, έκλαψε πολύ και τότε συνειδητοποίησε πως έπρεπε γρήγορα να ξεφύγει από το Βασίλειο της Αμάθειας. Ξεκίνησε να εργάζεται στην Αμαθοπολιτεία, για να μαζέψει χρήματα και να είναι ανεξάρτητη όπως την είχε μάθει η γιαγιά της. Είχε καταλάβει ότι έπρεπε να κοπιάσει για την ελευθερία της και όχι να φυλακισθεί στην δήθεν ασφάλεια όπως έκαναν οι γονείς της. Η πρώτη της δουλειά ήταν σε ένα πρωτότυπο παντοπωλείο, που πωλούσε αστερόσκονη, μαγικά φίλτρα, χρυσή βροχή, και απίστευτα άλλα πράγματα.

Γνώρισε έναν όμορφο και έξυπνο νεαρό, διαφορετικό από τους άλλους της Αμαθειούπολης. Τον ερωτεύτηκε αμέσως. Μιλούσαν συχνά για αρκετό καιρό, και όσο μιλούσαν τόσο έβλεπε ότι ήταν διαφορετικός. Η ματιά του ήταν καθαρή και ο λόγος του ειλικρινής. Όσοι έμειναν στην Αμάθεια ήταν πονηροί και έλεγαν ψέματα ακόμη και στον εαυτό τους, γιατί είχαν πάψει να χρησιμοποιούν το μυαλό τους για καλό. Έβρισκαν μόνο εύκολους τρόπους και ας ήταν εις βάρος των άλλων, δεν τους ένοιαζε. Έλεγαν ότι αγαπούν, αλλά η Αμάθεια και η Αγάπη δεν πάνε μαζί. Η Αγάπη θέλει Γνώση και αυτό η Δοξούλα το είχε καταλάβει από μικρή.

Όταν την εμπιστεύτηκε και σιγουρεύτηκε για το ποια είναι της εκμυστηρεύτηκε το μυστικό του: είχε μεγαλώσει και εκείνος με γονείς καταραμένους από την Αμάθεια και παλιά έμενε στην Αμαθειούπολη, πολύ νωρίς όμως κατάλαβε το δόλιο πνεύμα της Βασίλισσας και συγκρούστηκε μαζί της. Κατάφερε να φύγει, να περιπλανηθεί για μέρες και νύχτες.

Και κάπως έτσι έφτασε, με κόπο και τύχη στη Γνωσιοπολιτεία και γνώρισε τη Μάγισσα Γνώση. Ήταν τόσο σπάνιο αυτό που έκανε, καθώς λίγοι έφευγαν από το βόλεμα της Αμάθειας, τόσο που εντυπωσιάστηκε από το θάρρος και τη δύναμή του η Μάγισσα Γνώση που τον έχρησε Ιππότη στο Βασίλειό της.

«Δεν είμαι κάτοικος της Αμαθειούπολης. Έρχομαι απ το Βασίλειο της Γνώσης, είμαι ο Ιππότης Αίσιος. Στο συνεχές ταξίδι μου για να αναπτυχθώ, συνάντησα τη γιαγιά σου κα Δυναμικοτάτη καθώς περιπλανιόταν εξόριστη από την Αμάθεια, λίγο πριν πάει στο κόσμο των αοράτων και μου διηγήθηκε όσα συνέβησαν μετά τη γέννησή σου και πόσο πολύ έννοια σε είχε τώρα που έπρεπε να σε αφήσει. Της υποσχέθηκα λοιπόν ότι θα σε βρω, ακόμα και αν χρειαζόταν να σε ψάχνω χρόνια».

Η Δοξούλα σαστισμένη από την αποκάλυψη άπλωσε το χέρι της στον Ιππότη, την τράβηξε κοντά του και ξεκίνησαν μαζί ένα μακρύ ταξίδι. Σε άλλα σημεία ήταν εύκολο ταξίδι και σε άλλα δύσκολο. Δεν τους τρόμαζε όμως το δύσκολο, γιατί ήταν μαζί και γιατί είχαν καταλάβει ότι το εύκολο είναι πολλές φορές και το ποιο επικίνδυνο. Έφτασαν μετά από καιρό στο Κάστρο του στο Βασίλειο της Γνώσης. Παντρεύτηκαν με τιμές και δόξες και απέκτησαν δυο πανέμορφα αγοράκια.

Για όποιον αναρωτιέται τι έγινε η Ανωριμούλα και ο Ανευθυνούλης, να σας πω ότι ο Θυμοθιάρης βαρέθηκε να φωνάζει σε αυτό το σπίτι και έφυγε, θυμωμένος εννοείται, να φωνάζει αριστερά και δεξιά σε όποιον τον ανεχόταν. Η Ανωριμούλα, μόνη εδώ και καιρό ψάχνει ακόμη για γονείς… που και που τη βοηθά η μαμά της Σκληρούμπα, κυρίως από τύψεις. Σκέφτεται, κάποια βράδια ότι είχε δυνατότητες η κόρη της Ανωριμούλα να φύγει από την Αμαθούπολη, να πάει στο Βασίλειο της Γνώσης, τι της ήρθε να την κρατήσει πίσω και φοβισμένη; Να μπορούσε να γυρίσει το χρόνο πίσω! Μετά προσεύχεται για συγχώρεση και κοιμάται.

Ο Ανευθυνούλης, εξόριστος μέσα στο σπίτι του, ανεβασμένος πάνω στο κλαδί, στηρίζεται στις Δεκάρες, της Καρφοδεκάρας. Από τον φόβο του, τρώει όλο και λιγότερο, για να μην αποκτήσει βάρος και πέσει. Και τώρα ακόμη αν περάσετε απ’ έξω, Αδιαφορίας 23, θα τον ακούσετε να θυμώνει με όσους τον οδήγησαν εξόριστο μες τις δεκάρες. Δεν έχει ακόμη καταλάβει, ότι ο κάθε άνθρωπος καθημερινά επιλέγει ποια θα χρήσει νικήτρια στις σκέψεις του. Τη Γνώση ή την Αμάθεια;

Δεν τελειώνει όμως ακόμη το παραμύθι, συνεχίζεται, ο Αίσιος και η Δοξούλα, έφτιαξαν ένα γραφείο από Αστερόσκονη και Παιχνίδια στο Σταυροδρόμι, ανάμεσα στα δύο Βασίλεια με στόχο να δείξουν τον τρόπο στους ανθρώπους της Αμαθούπολης, που θέλουν να ξεφύγουν από τα ξόρκια της Αμάθειας, να προχωρήσουν το δρόμο για το Βασίλειο της Γνώσης, που εκεί βρίσκεται η αληθινή Αγάπη και Ευτυχία.