Κυριακή, 7 Μαΐου 2017

ΡΗΤΟΡΙΚΗ: ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ - Φίλιππος (1-7)

Λόγος και κείμενο

Ο Φίλιππος αποτελεί ένα είδος ανοιχτής επιστολής, που έχει ωστόσο τη μορφή ρητορικού λόγου. Απευθύνεται στο βασιλιά Φίλιππο τον Β΄ της Μακεδονίας και γράφτηκε την άνοιξη του 346 π.Χ.. Λίγο πριν από τη συγγραφή του λόγου είχε προηγηθεί η ειρήνη που είχαν υπογράψει οι Αθηναίοι με τον Φίλιππο, με τον οποίο βρίσκονταν από χρόνια σε σύγκρουση. Ο τελευταίος είχε καταλάβει το 357 π.Χ. την αποικία των Αθηναίων Αμφίπολη, και το 347 π.Χ. είχε ολοκληρώσει την επικυριαρχία του στη Χαλκιδική με την κατάκτηση της Ολύνθου. Η ειρήνη ήταν αποτέλεσμα ανάγκης για τους Αθηναίους και αρκετοί, ανάμεσά τους και ο Δημοσθένης, τη θεωρούσαν επαίσχυντη. Ο Ισοκράτης ωστόσο θεώρησε ότι η ειρήνη αυτή θα μπορούσε να αποβεί ωφέλιμη για ολόκληρη την Ελλάδα. Στο πρόσωπο του Φιλίππου διέκρινε τον ηγέτη που θα μπορούσε να πραγματώσει το πρόγραμμα που ο ίδιος είχε διατυπώσει στον Πανηγυρικό: την ένωση των Ελλήνων σε ένα πόλεμο κατά των βαρβάρων. Με το λόγο του ο Ισοκράτης καλεί τον Φίλιππο να "ευεργετήσει" τους Έλληνες ενώνοντάς τους υπό την ηγεσία τον.
----------------------
[1] Μὴ θαυμάσῃς, ὦ Φίλιππε, δίοτι τοῦ λόγου ποιήσομαι τὴν ἀρχὴν οὐ τοῦ πρὸς σὲ ῥηθησομένου καὶ νῦν δειχθήσεσθαι μέλλοντος, ἀλλὰ τοῦ περὶ Ἀμφιπόλεως γραφέντος. Περὶ οὗ μικρὰ βούλομαι προειπεῖν, ἵνα δηλώσω καὶ σοὶ καὶ τοῖς ἄλλοις ὡς οὐ δι᾽ ἄγνοιαν οὐδὲ διαψευσθεὶς τῆς ἀρρωστίας τῆς νῦν μοι παρούσης ἐπεθέμην γράφειν τὸν πρὸς σὲ λόγον, ἀλλ᾽ εἰκότως καὶ κατὰ μικρὸν ὑπαχθείς.

[2] Ὁρῶν γὰρ τὸν πόλεμον τὸν ἐνστάντα σοὶ καὶ τῇ πόλει περὶ Ἀμφιπόλεως πολλῶν κακῶν αἴτιον γιγνόμενον, ἐπεχείρησα λέγειν περί τε τῆς πόλεως ταύτης καὶ τῆς χώρας οὐδὲν τῶν αὐτῶν οὔτε τοῖς ὑπὸ τῶν σῶν ἑταίρων λεγομένοις οὔτε τοῖς ὑπὸ τῶν ῥητόρων τῶν παρ᾽ ἡμῖν, ἀλλ᾽ ὡς οἷόν τε πλεῖστον ἀφεστῶτα τῆς τούτων διανοίας.

[3] Οὗτοι μὲν γὰρ παρώξυνον ἐπὶ τὸν πόλεμον, συναγορεύοντες ταῖς ἐπιθυμίαις ὑμῶν· ἐγὼ δὲ περὶ μὲν τῶν ἀμφισβητουμένων οὐδὲν ἀπεφαινόμην, ὃν δ᾽ ὑπελάμβανον τῶν λόγων εἰρηνικώτατον εἶναι, περὶ τοῦτον διέτριβον, λέγων ὡς ἀμφότεροι διαμαρτάνετε τῶν πραγμάτων καὶ σὺ μὲν πολεμεῖς ὑπὲρ τῶν ἡμῖν συμφερόντων, ἡ δὲ πόλις ὑπὲρ τῆς σῆς δυναστείας· λυσιτελεῖν γὰρ σοὶ μὲν ἡμᾶς ἔχειν τὴν χώραν ταύτην, τῇ δὲ πόλει μηδ᾽ ἐξ ἑνὸς τρόπου λαβεῖν αὐτήν.

[4] Καὶ περὶ τούτων οὕτως ἐδόκουν διεξιέναι τοῖς ἀκούουσιν ὥστε μηδένα τὸν λόγον αὐτῶν μηδὲ τὴν λέξιν ἐπαινεῖν ὡς ἀκριβῶς καὶ καθαρῶς ἔχουσαν, ὅπερ εἰώθασί τινες ποιεῖν, ἀλλὰ τὴν ἀληθείαν τῶν πραγμάτων θαυμάζειν καὶ νομίζειν οὐδαμῶς ἂν ἄλλως παύσασθαι τῆς φιλονικίας ὑμᾶς,

[5] πλὴν εἰ σὺ μὲν πεισθείης πλείονος ἀξίαν ἔσεσθαί σοι τὴν τῆς πόλεως φιλίαν ἢ τὰς προσόδους τὰς ἐξ Ἀμφιπόλεως γιγνομένας, ἡ δὲ πόλις δυνηθείη καταμαθεῖν ὡς χρὴ τὰς μὲν τοιαύτας φεύγειν ἀποικίας, αἵτινες τετράκις ἢ πεντάκις ἀπολωλέκασιν τοὺς ἐμπολιτευθέντας, ζητεῖν δ᾽ ἐκείνους τοὺς τόπους τοὺς πόρρω μὲν κειμένους τῶν ἄρχειν δυναμένων, ἐγγὺς δὲ τῶν δουλεύειν εἰθισμένων, εἰς οἷονπερ Λακεδαιμόνιον Κυρηναίους ἀπῴκισαν·

[6] πρὸς δὲ τούτοις, εἰ σὺ μὲν γνοίης ὅτι λόγῳ παραδοὺς τὴν χώραν ἡμῖν ταύτην αὐτὸς ἔργῳ κρατήσεις αὐτῆς καὶ προσέτι τὴν εὔνοιαν τὴν ἡμετέραν κτήσει· τοσούτους γὰρ ὁμήρους λήψει παρ᾽ ἡμῶν τῆς φιλίας, ὅσους περ ἂν ἐποίκους εἰς τὴν σὴν δυναστείαν ἀποστείλωμεν, τὸ δὲ πλῆθος ἡμῶν εἴ τις διδάξειεν ὡς, ἂν λάβωμεν Ἀμφίπολιν, ἀναγκασθησόμεθα τὴν αὐτὴν εὔνοιαν ἔχειν τοῖς σοῖς πράγμασι διὰ τοὺς ἐνταῦθα κατοικοῦντας οἵαν περ εἴχομεν Ἀμαδόκῳ τῷ παλαιῷ διὰ τοὺς ἐν Χερρονήσῳ γεωργοῦντας.

[7] Τοιούτων δὲ πολλῶν λεγομένων ἤλπισαν, ὅσοιπερ ἤκουσαν, διαδοθέντος τοῦ λόγου διαλύσεσθαι τὸν πόλεμον ὑμᾶς καὶ γνωσιμαχήσαντας βουλεύσεσθαί τι κοινὸν ἀγαθὸν περὶ ὑμῶν αὐτῶν. Εἰ μὲν οὖν ἀφρόνως ἢ νοῦν ἐχόντως ταῦτ᾽ ἐδόξαζον, δικαίως ἂν ἐκεῖνοι τὴν αἰτίαν ἔχοιεν· ὄντος δ᾽ οὖν ἐμοῦ περὶ τὴν πραγματείαν ταύτην ἔφθητε ποιησάμενοι τὴν εἰρήνην πρὶν ἐξεργασθῆναι τὸν λόγον, σωφρονοῦντες· ὅπως γὰρ οὖν πεπρᾶχθαι κρεῖττον ἦν αὐτὴν ἢ συνέχεσθαι τοῖς κακοῖς τοῖς διὰ τὸν πόλεμον γιγνομένοις.

***
ΠΡΟΟΙΜΙΟ
Το θέμα της Αμφίπολης
[1] Μην απορήσεις, Φίλιππε, που θα αρχίσω τον λόγο μου όχι με αυτά που πρόκειται να πω προσωπικά σ᾽ εσένα και να εκθέσω αυτή τη στιγμή, αλλά με αυτά που ήδη έχω γράψει σχετικά με την Αμφίπολη. Γι᾽ αυτό το ζήτημα ακριβώς θέλω να διατυπώσω στην αρχή σύντομα τις σκέψεις μου, για να δηλώσω και σ᾽ εσένα και στους άλλους πως δεν είναι από άγνοια ούτε που με παράσυρε η τωρινή μου αδυναμία και αποφάσισα να γράψω αυτόν εδώ τον λόγο μου σ᾽ εσένα· η απόφαση μου έχει τον λόγο της και ωρίμασε σιγά-σιγά μες στο μυαλό μου.

[2] Έβλεπα δηλαδή ότι ο πόλεμος που ξεσηκώθηκε ανάμεσα σ᾽ εσένα και στην πόλη μας για την Αμφίπολη γινόταν πρόξενος μεγάλων συμφορών, γι᾽ αυτό και αποφάσισα να σου εκθέσω τις απόψεις μου γι᾽ αυτή την πόλη και για όλη την περιοχή της γενικότερα, όχι όμως με τον τρόπο και τα επιχειρήματα που χρησιμοποιούσαν κάθε μέρα οι σύντροφοι και οι φίλοι σου, ούτε πάλι με την επιχειρηματολογία των δικών μας των ρητόρων, αλλά όσο γινόταν διαφορετικά από το πνεύμα αυτών·

[3] γιατί είναι γνωστό ότι αυτοί προσπαθούσαν να σας παρασύρουν στον πόλεμο, διερμηνεύοντας και κολακεύοντας τις δικές σας τις επιθυμίες, ενώ εγώ για τα αμφισβητούμενα σημεία καμία θέση δεν έπαιρνα και έριχνα όλο το βάρος της φροντίδας μου στον λόγο που έκρινα πως εξυπηρετούσε περισσότερο το θέμα της ειρήνης. Έλεγα δηλαδή πως και οι δυο σας πέφτετε έξω στην ορθή εκτίμηση της κατάστασης και ότι εσύ πολεμάς για το δικό μας συμφέρον, ενώ η πόλη μας για τη δική σου εξουσία. Γιατί δικό σου όφελος είναι να κρατούμε εμείς αυτή τη χώρα, στην πόλη όμως τη δική μας με κανέναν τρόπο δεν συμφέρει να την καταλάβει.

[4] Και όσοι με άκουγαν που μίλαγα γι᾽ αυτά τέτοια γνώμη σχημάτιζαν, ώστε κανένας τους δεν επαινούσε ούτε τη ρητορική αξία του λόγου μου ούτε την ακρίβεια και τη σαφήνεια στην έκφραση, πράγμα που συνηθίζουν να κάνουν μερικοί, αλλά θαύμαζαν μόνο την ορθότητα των συλλογισμών μου και έκριναν πως δεν υπήρχε παρά μόνο ένας τρόπος να σταματήσουν οι μεταξύ σας διενέξεις:

[5] Εσύ να πεισθείς πως μεγαλύτερη αξία έχει για σένα η φιλία της πόλης της δικιάς μας από τα έσοδα που σου παρέχει η Αμφίπολη, η πόλη πάλι η δικιά μας να το αντιληφθεί καλά πως πρέπει να τις αποφεύγει τέτοιες αποικίες, που τέσσερες ή πέντε φορές έφεραν την καταστροφή σε όσους εγκαταστάθηκαν εκεί, και να ψάχνει για περιοχές που βρίσκονται μακριά από δυνάμεις που μπορούν να ασκήσουν επιρροή απάνω τους και είναι κοντά σ᾽ αυτούς που έχουν συνηθίσει να είναι δούλοι — ακριβώς σαν την περιοχή που οι Σπαρτιάτες πέτυχαν για την αποικία των Κυρηναίων.

[6] Τέλος, εσύ να καταλάβεις ότι, παραχωρώντας τυπικά τη χώρα αυτή σ᾽ εμάς, στην πραγματικότητα θα την κρατάς ο ίδιος και από πάνω θα εξασφαλίσεις και τη δικιά μας εύνοια· γιατί θα έχεις στα χέρια σου τόσους ομήρους από μας, εγγύηση φιλίας, όσους αποίκους θα αποστείλουμε στην επικράτεια τη δικιά σου· και κάποιος οπωσδήποτε να πείσει τον λαό μας πως, αν κάνουμε δικιά μας την Αμφίπολη, για το χατίρι όσων θα βρίσκονται εκεί, θα είμαστε υποχρεωμένοι απέναντι σου να κρατούμε την ίδια φιλική στάση που δείξαμε και στον παλιό Αμάδοκο για χάρη των γεωργών που ζούσαν στην Χερσόνησο.

[7] Κι αφού τέτοια επιχειρήματα πολλά κυκλοφορούσαν, είχαν την ελπίδα, όσοι τα ακούσανε, πως, άμα δημοσιεύονταν ο λόγος μου και γινόταν γνωστός, θα σταματούσατε οπωσδήποτε τον πόλεμο, θα αλλάζατε μυαλό και θα κοιτούσατε να βρείτε λύση που θα εξυπηρετούσε το κοινό συμφέρον και των δυο σας. Αν τώρα σχημάτισαν τη γνώμη αυτή από επιπολαιότητα ή από φρονιμάδα, σωστό θα ήταν σ᾽ αυτούς μονάχα να αποδοθεί η ευθύνη. Τον καιρό όμως που εγώ ήμουν απασχολημένος με τη μελέτη αυτή με προλάβατε εσείς και κλείσατε ειρήνη πριν να τελειώσει ο λόγος μου. Και πράξατε πολύ ορθά. Ήταν καλύτερα να γίνει η ειρήνη κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες, παρά να υπομένετε αδρανώντας τις συμφορές που φέρνει ο πόλεμος.

ΚΟΙΝΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΣΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΟΓΡΑΦΙΑ ΤΟΥ ΠΕΜΠΤΟΥ ΑΙΩΝΑ

Με τον Ηρόδοτο και τον Θουκυδίδη ο πέμπτος αιώνας είδε τη δημιουργία της ιστοριογραφίας ως μιας χωριστής μορφής πνευματικής και καλλιτεχνικής δραστηριότητας που μπορούσε να κρατήσει ενάντια στην ποίηση από τη μια και τη φιλοσοφία από την άλλη. Σίγουρα μια έννοια ιστορίας υπήρχε στην Ελλάδα από την εποχή του Ομήρου, και η ποίηση, η φιλοσοφία και η επιστήμη συνέβαλαν αποφασιστικά στο σχηματισμό του νέου λογοτεχνικού είδους. Αλλά οι καταλύτες που μεταμόρφωσαν τις προσπάθειες αυτές σε κάτι καινούργιο ήταν η εμπειρία των Περσικών πολέμων και οι μεταστροφές της αθηναϊκής ηγεμονίας και τα δύο ανύψωσαν την έννοια της σπουδαιότητας του παρελθόντος για το παρόν κι επίσης την έννοια του τραγικού περιορισμού της ανθρώπινης δράσης. Η ιστορία γεννήθηκε από το πνεύμα της τραγωδίας.
 
Ένα χαρακτηριστικό της ιστορίας είναι η μνημειακότητά της: η ιστορία επρόκειτο να ασχοληθεί με μεγάλα θέματα και το κάθε θέμα θα είχε τον ιστορικό του. Αυτό κάνει τη διαβεβαίωση για αρμοδιότητα του ιστορικού κάτι παραπάνω από επιστημονική απαίτηση: ό, τι ήταν για τον Όμηρο η Μούσα (δηλ. η ποιητική παράδοση), για τον Ηρόδοτο και τον Θουκυδίδη ήταν η ἱστορίη. Η αξίωση ότι ο ιστορικός είναι ανώτερος από τον ποιητή με αυστηρότερα κριτήρια αλήθειας διατυπώνεται και από τους δύο ιστορικούς, από τον Ηρόδοτο στη διάκριση ανάμεσα στους μυθικούς χρόνους και την πιο πρόσφατη περίοδο που γνωρίζουμε (π.χ. 1.5.3), από τον Θουκυδίδη στη δυσφήμηση των ποιητών και “λογογράφων” στα κεφάλαια για τη μέθοδο. Η φιλαλήθεια του ιστορικού είναι ουσιαστική στην αποδοχή των ερμηνειών του και των κρίσεων για τις αξίες από το ακροατήριο. Σ' αυτά βρίσκεται η πραγματική λειτουργία, η “χρησιμότητα”, της ιστορίας. Στον Ηρόδοτο η χρησιμότητα δεν είναι ακόμη ενσυνείδητη έννοια, όπως είναι στον Θουκυδίδη, αλλά οι Ιστορίες του ζητούν καθαρά να δημιουργήσουν ένα πατριωτικό και ηθικό αντίκτυπο· συμβάλλουν στη συντήρηση των κοινωνικών αξιών με την κατανόηση του παρελθόντος. Από την αρχή λοιπόν η αρχαία ιστοριογραφία δεν περιορίζεται στη διατήρηση της γραπτής μνείας, αλλά σκοπεύει επίσης στην επίδραση πάνω στο ακροατήριο μέσω του παραδείγματος. Η φύση του ακροατηρίου εκείνου διαφέρει για τους δυο συγγραφείς: ο Ηρόδοτος απευθύνεται σ’ όλους τους Έλληνες, ο Θουκυδίδης σ’ ένα πιο ειδικό ακροατήριο διανοουμένων. Και οι δύο γράφουν πατριωτική, όχι απλώς αντικειμενική ιστορία.
 
Ο στενός σύνδεσμος ιστορίας και λογοτεχνίας παρήγαγε ένα χαρακτηριστικό τρόπο παρουσίασης που δημιουργεί δυσκολίες για όποιον προσπαθεί να κάνει χρήση των ιστορικών έργων της αρχαιότητας ως πηγών. Ιδιαίτερα μέσω της επίδρασης του έπους και του δράματος ο Ηρόδοτος και ο Θουκυδίδης διαμόρφωσαν ένα ύφος που ακολουθήθηκε από όλους τους αρχαίους ιστορικούς, που μπορούν να ονομαστούν μιμητικοί, δηλ. γράφουν σαν να ήταν παρόντες στα γεγονότα που περιγράφουν. (Εξαίρεση αποτελεί ο ιστορικός της Οξυρύγχου που σκοπεύει σε μια πιο αμερόληπτη αφήγηση). Όταν ο Ηρόδοτος περιγράφει τις συνομιλίες μεταξύ Γύγη και Κανδαύλη ή τα συναισθήματα του Ξέρξη μετά τη Σαλαμίνα δύσκολα μπορούμε να πιστέψουμε ότι αυτό βασίζεται σε μαρτυρίες είναι μάλλον μια φανταστική, “ποιητική” αναπαράσταση που σκοπεύει στην αυθεντικότητα σε μια ιδεαλιστική έννοια. Το ίδιο ισχύει για τον Θουκυδίδη όταν δίνει τα ελατήρια για πράξεις σκαλίζοντας, κατά κάποιο τρόπο, στο νου αυτών που συμμετείχαν (π.χ. τα αισθήματα του Κλέωνα και της συνέλευσης στη συζήτηση της Πύλου, 4.27 κ.ε.) χωρίς να κατονομάζει τους πληροφοριοδότες. Η χρήση των λόγων είναι μονάχα το πιο εμφανές τέχνασμα της μιμητικής μεθόδου· φτάνει στις πιο μικρές αφηγηματικές λεπτομέρειες και πάει να καταστρέψει τη διάκριση ανάμεσα στο “γεγονός” και την ερμηνεία του. Ο παράγοντας αυτός, περισσότερο από οποιονδήποτε άλλον, δίνει στην αρχαία ιστοριογραφία τον μοναδικό χαρακτήρα της.

Η ΟΠΛΙΤΙΚΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ

Σέ ἕνα μεγάλο καί πλούσια διακοσμημένο κορινθιακό ἀγγεῖο τῶν μέσων του 7ου αἰώνα, τήν οἰνοχόη Chigi, ὑπάρχει στό πάνω μέρος, ἀκριβῶς κάτω ἀπό τό λαιμό, μία σκηνή μάχης, ὅπου ἀντιπαρατάσσονται δυό ὁμάδες στρατιωτῶν. Ἴσως βέβαια νά πρόκειται γιά κάποια τελετουργική σκηνή. Ἐκεῖνο ὅμως πού μᾶς ἐντυπωσιάζει εἶναι ἡ διάταξη τῶν στρατιωτῶν καί στίς δυό ὁμάδες: προχωρώντας μέ κοινό βηματισμό κρατοῦν τίς ἀσπίδες τους ἔτσι ὥστε νά ἐφάπτονται καί νά σχηματίζουν ἕνα ἀδιαπέραστο τεῖχος. Πρόκειται γιά τήν παλαιότερη ἀναπαράσταση στρατιωτικῆς φάλαγγας, πράγμα πού ἐνισχύει τήν ἄποψη ὅτι ἀπό τόν 7ο αἰώνα αὐτή ἡ μέθοδος ἄρχισε νά χρησιμοποιεῖται σέ ὅλες τίς ἑλληνικές πόλεις.

Αὐτή ὅμως ἡ «ἐπανασταση» στή στρατιωτική τακτική δέν ἐμφανίστηκε ἀπό τή μία στιγμή στήν ἄλλη. Πρέπει λοιπόν νά ἐρευνήσουμε σέ ποιές συνθῆκες δημιουργήθηκε ἡ φάλαγγα καί ποιές ἦταν οἱ ἐπιπτώσεις της στήν ἐξέλιξη τῆς ἀρχαϊκῆς ἑλληνικῆς κοινωνίας. Στήν ἔρευνα αὐτή θά μᾶς βοηθήσουν τά κείμενα καί τά ἀρχαιολογικά δεδομένα. Χάρη σ’αὐτά τά τελευταῖα μποροῦμε νά διακρίνουμε τίς καινοτομίες στόν τομέα τῆς τεχνικῆς, πού ὁδήγησαν στήν ὁλοκλήρωση τῆς πανοπλίας τῶν ὁπλιτῶν. Πρῶτα ἀπ’ ὅλα τήν ἀντικατάσταση τοῦ χαλκοῦ ἀπό τόν σίδηρο: ἀπό τόν 11ο αἰώνα ἐμφανίζονται σιδερένια ἀντικείμενα καί ὄπλα. Σιδερένια ξίφη τοῦ 10ου αἰώνα βρέθηκαν στίς νεκροπόλεις τῆς Κύπρου, στόν Κεραμεικό τῆς Ἀθήνας καί στό Ἄργος, καθώς καί δόρατα κοντότερα καί ἐλαφρότερα ἀπό τά μυκηναϊκά χάλκινα, τά ὁποῖα εἶναι πλέον ὅπλα ἑκηβόλα καί ὄχι ἀγχέμαχα. Κυρίως ὅμως ἡ ἀνακάλυψη τοῦ τάφου ἕνος πολεμιστῆ στό Ἄργος, πού περιεῖχε ὁλόκληρη τήν πανοπλία του, μαρτυρεῖ ὅτι εἶχε ἤδη ἀρχίσει ἀπό τόν 9ο αἰώνα νά διαμορφώνεται ἡ μελλοντική πανοπλία τοῦ ὁπλίτη: κράνος μέ λοφίο σέ σχῆμα πέταλου, χάλκινος θώρακας, ζωστήρας κτλ. Ἡ ἀσπίδα μέ τή διπλή λαβή παρουσιάζεται μόνο στό τέλος τοῦ 8ου αἰώνα. ΙΙράγματι, ἐκεῖνο πού χαρακτηρίζει τήν ἀσπίδα τοῦ ὁπλίτη πέρα ἀπό τό κυκλικό της σχῆμα, γνωστό ἤδη ἀπό τό τέλος τῆς μυκηναϊκῆς ἐποχῆς, εἶναι ἡ δεύτερη λαβή, ἡ ἀντιλαβή, πού προστίθεται πλάι στήν κεντρική λαβή, τόν πόρπακα, γιά νά τήν κρατᾶ κάνεις πιό σταθερά, πράγμα πού μαρτυρεῖ μιά νέα λειτουργία τοῦ ὅπλου, ἄρα καί μιά ἀλλαγή τῆς πολεμικῆς μεθόδου. Ἐνῶ, δηλαδή, τήν ὁμηρική ἐποχή ὁ νικημένος πολεμιστής πετοῦσε τήν ἀσπίδα του καί τρεπόταν σέ φυγή, ὁ ὁπλίτης κρατᾶ ὡς τό τέλος τήν ἀσπίδα του, πού ἐξασφαλίζει ὄχι μόνο τήν ἄμυνά του, ἀλλά καί τήν προστασία τοῦ ὁπλίτη πού στέκεται ἀριστερά του.

Ἔτσι, ἡ ἰδιαιτερότητα τῶν «ἐπαναστατικῶν» ἐξελίξεων στόν στρατιωτικό τομέα δέν ἔγκειται τόσο στά στοιχεῖα τοῦ ὁπλισμοῦ, τά ὁποῖα ἄλλωστε, μέ ἐξαίρεση τήν ἀντιλαβή, ἦταν ἤδη γνωστά ἀπό τό τέλος τῆς μυκηναϊκῆς ἐποχῆς, ὅσο στήν υἱοθέτηση μιᾶς πολεμικῆς τακτικῆς ὅπου προέχει τό σύνολο καί ὄχι τό ἄτομο, καί ὅπου ἐκεῖνο πού ἔχει κυρίως σημασία εἶναι «νά κρατοῦν [οἱ ὁπλίτες] τή θέση τους στή γραμμή, νά ὁρμοῦν μέ ἕνα βῆμα ἐναντίον τοῦ ἐχθροῦ, νά μάχονται μέ τίς ἀσπίδες ἑνωμένες καί νά ἐκτελοῦν ὅλους τούς ἑλιγμούς σάν ἕνας ἄνθρωπος». Ὁ αὐλητής πού ὑπάρχει στήν παράσταση τῆς οἰνοχόης Chigi ἀποδεικνύει τή σπουδαιότητα τῆς ρυθμικῆς κίνησης τῶν στρατιωτῶν, ἐκφράζοντας, θά ἔλεγε κανείς, τή σωφροσύνη, δηλαδή τήν αὐτοκυριαρχία, σέ ἀντίθεση μέ τή λύσσα, τή μανία πού κυριαρχοῦσε στή μάχη κατά τήν ὁμηρική ἔποχη.

Ὁ ἱστορικός ὅμως ἀντιμετωπίζει τό ἑξῆς πρόβλημα: Τί ὁδήγησε ἄραγε στήν ἐπινόηση τῆς φάλαγγας; Οἱ διάφορες τεχνικές ἐξελίξεις, πού κατέληξαν στή δημιουργία τῆς πανοπλίας, ἤ οἱ κοινωνικοί μετασχηματισμοί πού συμβαίνουν στόν ἑλληνικό κόσμο τήν αὐγή τῆς ἀρχαϊκῆς ἔποχης;

Οἱ σύγχρονοι ἐπιστήμονες ἔχουν ἀπαντήσει μέ διάφορους τρόπους. Ἄλλοι δέχονται ὡς αἴτια τίς τεχνικές καινοτομίες, ἄλλοι τίς κοινωνικές ἀλλαγές πού ὁδήγησαν στόν ὑποσκελισμό τῶν εὐγενῶν στρατιωτῶν ἀπό τους μικροεισοδηματίες ἀγρότες, οἱ ὁποῖοι μποροῦσαν τώρα νά προμηθευτοῦν μιά πανοπλία, μιά καί δέν στοίχιζε πιά τόσο ἀκριβά, θά ἔπρεπε ἴσως νά δεχτοῦμε καί τίς δυό προτάσεις, ἔτσι ὅμως τό πρόβλημα γίνεται ἀκόμα πιό περίπλοκο. Πρῶτα πρῶτα, ἐπειδή ὑπάρχουν διαφορές ἀνάμεσα στίς πόλεις. Ἀντίθετα ἀπό ὅ,τι ὑποστηρίχτηκε συχνά, τό σύστημα τῆς φάλαγγας δέν υἱοθετήθηκε, ὅπως φαίνεται, παντοῦ ταυτοχρόνως, ἔστω καί ἄν ἡ υἱοθέτησή του ἀπό μιά πόλη εἶχε ἀργά ἤ γρήγορα ὡς ἀποτέ-λεσμα τή διάδοσή του καί στίς γειτονικές. Κυρίως ὅμως ἐπειδή, ὅπως ἀποδεικνύουν καί πρόσφατες μελέτες, δέν ὑπῆρξε ἀρχικά ὁλοκληρωτική διαφοροποίηση τῆς πολεμικῆς τακτικῆς, πλήρης δηλαδή ἀντικατάσταση τῶν ἀριστοκρατικῶν πολεμικῶν μεθόδων ἀπό τή φάλαγγα τῶν πολιτῶν ὁπλιτῶν. Πράγματι, εἶναι φανερό ὅτι οἱ ἀριστοκράτες ἦταν ἐκεῖνοι πού ἐφάρμοσαν πρῶτοι στήν πράξη τή συλλογική αὐτή πολεμική μέθοδο. Πρέπει ἐπίσης νά ὑπογραμμίσουμε ὅτι οἱ ἀριστοκρατικές παραδόσεις ἑξακολουθούσαν νά ἰσχύουν καί γιά τούς ὁπλίτες μέ τή μορφή τῶν κανόνων τοῦ ἀγῶνος, στόν ὁποῖο ἐπιβάλλεται ἡ ἀνωτερότητα τῶν ἀρίστων: ἡ διατήρηση τῆς ὑπεροχῆς στό πεδίο τῆς μάχης, ἡ ἀνέγερση τροπαίου μέ τά ὅπλα τοῦ ἡττημένου ἐχθροῦ, μαρτυροῦν τήν ἐπιβίωση τῶν ἀριστοκρατικῶν ἐθίμων, πού ἐκδηλώνεται κυρίως στή διατήρηση, ὡς τήν κλασική ἐποχή, σωμάτων ἐπίλεκτων πολεμιστῶν στίς τάξεις τοῦ στρατοῦ τῶν πολιτῶν, τά ὁποῖα μάχονται κατά φάλαγγα, ὅπως οἱ «Τριακόσιοι» στή Σπάρτη ἤ στή Θήβα καί οἱ «Ἱππεῖς» στήν Ἀθήνα.

Ἡ διαπίστωση ὅμως τῆς ἐπιβίωσης τῶν ἀριστοκρατικῶν παραδόσεων δέν ἀρκεῖ γιά νά ἑρμηνεύσει τήν ἐμφάνιση τῆς φάλαγγας, οὔτε, κατά μείζονα λόγο, τή συμμετοχή σ’αὐτήν καί μελῶν τοῦ δήμου. Ἐδῶ πρέπει νά παρεμβληθεῖ ἕνα οὐσιαστικό στοιχεῖο: ὅπως ὑποστήριξε ὁ Μ. Detienne, ἡ πόλη καί ἡ φάλαγγα «παρουσιάζουν ὁμόλογη δομή». Ἡ φάλαγγα, ὅπως καί ἡ πόλη, ἀπαρτίζεται ἀπό «ἀλληλομετάθετες μονάδες», καί καθώς ἡ πόλη συγκροτεῖται βαθμηδόν ὡς πολιτικό σχῆμα, οἱ ἀριστοκράτες τοῦ στρατεύματος, ἡ ἐλίτ τῶν πολεμιστῶν, παύουν πιά νά ἐπιδιώκουν ἀνδραγαθίες στό ἀτομικό ἐπίπεδο καί πολεμοῦν «σέ πυκνή παράταξη». Ὅπως λοιπόν ἐμφανίζονται στά ὁμηρικά ἔπη τά πρῶτα σημάδια τῆς ἀστι-κῆς ζωῆς, ἔτσι κι ἐδῶ παρουσιάζονται οἱ πρῶτες μορφές συλλογικοῦ ἀγώνα.

Ἡ γέννηση ὅμως τῆς πόλης συνδέεται, ὅπως προαναφέραμε, μέ τήν ἰδιοποίηση μίας ἐδαφικῆς περιοχῆς καί τόν καθορισμό τῶν συνόρων της. Ἡ ὑπεράσπιση αὐτων τῶν συνόρων ἀποτελεῖ γιά τήν κοινότητα τῶν πολιτῶν ἐπιτακτικό καθῆκον καί ὁδηγεῖ στήν υἱοθέτηση τῆς φάλαγγας καί τή συμμετοχή σ’αὐτήν ὅλων ὅσοι μποροῦν νά ἀποκτήσουν πανοπλία. Νά λοιπόν ποιά εἶναι ἡ οὐσία: πέρα ἀπό τίς ἀντιστοιχίες μεταξύ πολεμιστή καί πολίτη παρατηροῦμε καί τή διεύρυνση τοῦ στρατεύματος, πού εἶχε ὡς ἀποτέλεσμα τή διεύρυνση τῆς κοινότητας τῶν πολιτῶν. Ἡ προσχώρηση «ἀνθρώπων τοῦ λαοῦ» στή φάλαγγα πλάι σέ «μέλη τοῦ δήμου» ἐπιφέρει βαθιές κοινωνικές ἀλλαγές, πού ἀρκετές φορές εἶναι τό ἀποτέλεσμα συγκρούσεων. Ὅπως ἀναφέρει ὁ Μ. Detienne, οἱ «ἄνθρωποι τοῦ λαοῦ» ἐπωφελήθηκαν ἀπό τή συμμετοχή τους στόν πόλεμο, ἐνῶ γιά τά «μέλη τοῦ δήμου» ἦταν μόνο πηγή δεινῶν. Ἐπιπλέον ἡ φάλαγγα, ἐπιβάλλοντας ἀναγκαστικά ἕνα πνεῦμα ἰσότητας, ἀπέβαινε τελικά εἰς βάρος τους, ἐπειδή θά ἀνέκυπταν διεκδικήσεις γιά ἴση κατανομή τῶν λαφύρων καί τῶν ἐδαφῶν πού εἶχαν κατακτηθεῖ, καθώς καί γιά δίκαιη κατανομή τῆς γῆς τῶν πόλεων, πράγμα πού συνέβη, ὅπως θά δοῦμε, στή Σπάρτη καί τήν Ἀθήνα. Τέλος, ἀπό αὐτή τήν ἰσοτιμία τῶν ὁπλιτῶν τῆς φάλαγγας προέκυψε καί ἡ ἀπαίτηση για ἴση συμμετοχή στή λήψη τῶν πολιτικῶν ἀποφάσεων.

Ἡ ἐμφάνιση λοιπόν τῆς φάλαγγας εἶναι ἕνας ἀπό τους κυριότερους παράγοντες τῆς κρίσης πού συνταράζει ἀπό τόν 8ο αἰώνα τήν ἑλληνική ἀριστοκρατική κοινωνία. Ὄντας γέννημα τῶν ἀναγκῶν τῆς ἴδιας της ἀριστοκρατικῆς πόλης, ἡ φάλαγγα ἄνοιξε τό δρόμο γιά τό καθεστώς ἰσονομίας στήν πόλη τοῦ 6ου αἰώνα. Αὐτή ἡ μετάβαση δέν ἔγινε παντοῦ μέ τόν ἴδιο τρόπο. Ἐκεῖ ὅπου ὑπῆρχε ἰσχυρή ἐλεύθερη ἀγροτική τάξη γίνεται χωρίς μεγάλες ἀπώλειες, καί κυρίως χωρίς συγκρούσεις. Ὅπου ὅμως κατέχει τήν ἐξουσία μιά ἰσχυρή ἀριστοκρατία, ἀπό τήν ὁποία ἐξαρτᾶται μεγάλος ἀριθμός ὑποτελῶν, κυριαρχεῖ ἡ βία. Στήν πρώτη περίπτωση ὑπάρχουν οἱ «νομοθέτες», πού ἐξισορρόπησαν τίς δυό δυνάμεις, τούς ἀγαθούς καί τούς κακούς, καί γιά τούς ὁποίους μιλοῦν μέ σεβασμό ἀκόμα καί τήν κλασική ἐποχή. Στή δεύτερη περίπτωση ἐμφανίζονται οἱ τύραννοι, πού ἀνατρέπουν τήν κοινωνική ἰσορροπία, γύρω ἀπό τους ὁποίους δημιουργεῖται μέ τήν πάροδο τῶν αἰώνων μιά πλούσια παράδοση μέ θέματα πού ἐπαναλαμβάνονται μέ ζῆλο. Νομοθέτες καί τύραννοι ὑπῆρξαν σύγχρονοι. Καμιά φορά μάλιστα ἡ τυραννίδα παρεμβάλλεται ἀνάμεσα σέ δυό «νομοθεσίες», ὅπως στήν Ἀθήνα μεταξύ Σόλωνα καί Κλεισθένη. Γιά νά διευκολυνθεῖ ἡ ἀνάλυση, εἴμαστε ἀναγκασμένοι νά ἐξετάσουμε τίς δύο περιπτώσεις χωριστά, μολονότι ἀναγνωρίζουμε ὅτι τέτοιοι διαχωρισμοί εἶναι αὔθαιρετοι.

Ο Σωκράτης και οι προσβολές

Μια μέρα, κάποιος πρόσβαλε άσχημα δημοσίως τον Σωκράτη φωνάζοντας στην αγορά:

- Είσαι παλιάνθρωπος, αγύρτης, άσχετος και πότης!

Ο Σωκράτης δεν απάντησε, απλώς χαμογέλασε, κουνώντας το κεφάλι.

Ένας πλούσιος αριστοκράτης γνωστός του Σωκράτη, βλέποντας αυτή τη σκηνή ρώτησε τον Σωκράτη :

- Πώς μπορείς και ανέχεσαι τέτοιες προσβολές; Δεν αισθάνεσαι άσχημα;

Ο Σωκράτης χαμογέλασε ξανά και του είπε: " Έλα μαζί μου".

Ο γνωστός του τον ακολούθησε σε μία παλαιά και σκονισμένη αποθήκη. Ο Σωκράτης άναψε ένα πυρσό, και άρχισε να ψάχνει τριγύρω, μέχρι που βρήκε μια άχρηστη, κουρελιασμένη και τρύπια χλαμύδα. Την έδωσε στον άντρα και του είπε: "Φόρεσέ τη, θα σου κάνει".

Ο άντρας κοίταξε τη κουρελιασμένη χλαμύδα, και του είπε αγανακτισμένος:

-" Είσαι καλά Σωκράτη; Θα φορέσω εγώ αυτό το κουρέλι; Και του πέταξε πίσω τη χλαμύδα".

Βλέπεις, του είπε ο Σωκράτης, φυσικά και δεν δέχθηκες να φορέσεις την βρώμικη χλαμύδα. Κατά τον ίδιο τρόπο, και εμένα δεν με άγγιξαν τα ανόητα και βρώμικα λόγια που είπε εκείνος ο άνθρωπος. Όταν κάποιος σου χαρίζει κάτι που δεν θέλεις, και εσύ δεν το δεχθείς, σε ποιόν ανήκει το απορριφθέν δώρο;

Το να ταράσσεται κάποιος και να θυμώνει από τις προσβολές των άλλων, είναι σαν να δέχεται να φορέσει τα κουρέλια που του ρίχνουν.

God meets God

God meets God:

 

Τα όνειρά σου, να τα κάνεις μεγάλα και γενναία

Τα όνειρά σου, να τα κάνεις μεγάλα και γενναία.
Τίποτα μίζερο να μην χωράει μέσα τους.
Τα όνειρά σου, να λες “θα τα ζήσω” και να φτιάχνεις δρόμους για να φτάσεις εκεί.
Δεν θα είναι εύκολος ο δρόμος και σχεδόν ποτέ δεν θα είναι ευθεία.
Θα είναι ένας δρόμος με πολλές κλειστές στροφές, ανηφόρες και απότομες χαράδρες.
Θα συναντάς ανθρώπους στο δρόμο για τα όνειρά σου.
Άλλοι θα σε βοηθούν να ξαποστάσεις και να πάρεις μια ανάσα κι άλλη θα σου κλέβουν ακόμα κι αυτή τη λιγοστή ανάσα που μπορεί να σου έχει απομείνει.
Κι ακόμα κι αν σου απλώσουν το χέρι, μην βιαστείς να πεις “σώθηκα”.
Πολλά χέρια είναι αλειμμένα με λάδι κι η σωτηρία που προσφέρουν, είναι καλομασκαρεμένη προδοσία.
Μην βιαστείς όμως να τους βγάλεις όλους σκάρτους.
Στο δρόμο αυτό θα γνωρίσεις κι ανθρώπους άξιους και υπέροχους, με αγάπη μέσα τους έτοιμη να την προσφέρουν απλόχερα.
Τα όνειρά σου, να τα κάνεις μεγάλα και γενναία για να ξεχωρίζουν από τους πολλούς.
Μην φοβάσαι να στοχεύσεις όσο μακρινός κι αν μοιάζει τούτος ο στόχος.
Όριο σου να λες, είναι ο ουρανός.
Κι όταν έρθει η στιγμή να αγγίξεις το όνειρό σου, μην σταθείς στις στροφές και τα σκοτάδια.
Μην αναλωθείς με τους μικρούς και τους μικρόψυχους.
Χαμογέλα πλατιά και πες σε όλους ένα ευχαριστώ.
Σε όσους σε βοήθησαν γιατί ήταν εκεί και σε όσους σου άνοιγαν το λάκκο, γιατί σε έκαναν ακόμα καλύτερο απ’ ότι ήσουν.
Σε έκαναν να ξέρεις, ακριβώς ποιος δεν θες ποτέ να γίνεις..
Να κάνεις όνειρα μεγάλα και γενναία και να τα διεκδικείς με πάθος, πείσμα και σεμνότητα..

Η πολλή καλοσύνη βλάπτει, λένε οι επιστήμονες

Χαράς ευαγγέλια για όσους δεν πορεύονται στη ζωή ακριβώς «με το ‘σεις και με το σας» και προτιμούν την ευθεία, κάποτε και την ελαφρώς απότομη προσέγγιση στις σχέσεις τους, φιλικές, επαγγελματικές, προσωπικές.

Κι αυτό, γιατί σύμφωνα με μελέτη του Πανεπιστημίου του Κεντ, το να φέρεται κανείς αλτρουιστικά ή με υπερβολική καλοσύνη και κατανόηση μπορεί να δημιουργήσει και όχι να λύσει προβλήματα, ειδικά στο επαγγελματικό πεδίο.

Η μελέτη αυτή «συμφωνεί» με παλαιότερη έρευνα του Harvard και αποδεικνύει ότι είναι απείρως αποτελεσματικότερο – ειδικά όταν διοικείς μία ομάδα – να είσαι ζεστός ως άνθρωπος, αλλά όχι ιδιαιτέρως ανεκτικός και καλοσυνάτος, για τους εξής λόγους:

Με το να είναι κάποιος πολύ καλός μένει στάσιμος στη δημιουργία σοβαρών ανθρώπινων σχέσεων
Όταν κάποιος είναι καλοσυνάτος, αυτό που λέμε «ψυχούλα», όλη την ώρα, σε όλες τις περιστάσεις και αρνείται να «πατήσει πόδι» και να δείξει ποιός πραγματικά είναι, μοιραία βιώνει μία άκρως ενοχλητική μοναξιά. Με αυτή τη συμπεριφορά δύσκολα κάνεις πραγματικούς φίλους και συνεργάτες, όχι μόνο επειδή γίνεσαι βαρετός – σύμφωνα με τη μελέτη πάντα -, αλλά επειδή το ανθρώπινο είδος έχει την τάση να μην εμπιστεύεται όσους έχουν μόνο ένα πρόσωπο: το αγγελικό. Καλό είναι να ξέρεις όλες τις αντιδράσεις ενός ανθρώπου – στα καλά και στα άσχημα του – πριν αποφασίσεις αν τον θες για συνοδοιπόρο στη ζωή και στη δουλειά.

Με το να είσαι μονίμως ευγενής και τίποτα άλλο, μοιραία «θυματοποιείσαι»
Αν κάνετε τα πάντα, για να κρατάτε τους πάντες ευχαριστημένους, απλώς σταματήστε. Βάσει της έρευνας, αυτού του είδους η συμπεριφορά «ταΐζει» ένα τέρας που σας φέρνει μόνιμα στη θέση του θύματος και δεν σας αφήνει να ωριμάσετε συναισθηματικά. Κάποτε πρέπει να λέμε και «όχι». Και φωναχτά, αν χρειαστεί. Κι ας γίνει και καβγάς, που λέει ο λόγος. Το να διαχειριστεί κανείς μία έντονη συνομιλία, σίγουρα είναι πιο δύσκολο από το να ενδώσει σε απαιτήσεις που τον υποτιμούν, αλλά κάπως έτσι χτίζεται και η προσωπικότητα και οι σχέσεις: όταν οι άλλοι γνωρίζουν τα όρια μας και δεν μας θεωρούν σίγουρα θύματα.

Η υπερβολική καλοσύνη, μάς αποξενώνει από τον ίδιο μας τον εαυτό
Με το να κάνουμε συνεχώς τα χατίρια των άλλων, στο τέλος ξεχνάμε ποιοί είμαστε εμείς, επιμένει η μελέτη. Η υπερπροσπάθεια να μην κακοκαρδίσουμε κανέναν, στο τέλος της ημέρας αφήνει μία πολύ πικρή γεύση σε ‘μας. Και – ναι – οι ψυχοθεραπευτές που συμμετείχαν στην εκπόνηση της μελέτης λένε ότι δεν είναι εύκολο να ξεχάσεις να συμπεριφέρεσαι με καλοσύνη και υποχωρητικότητα, αν μάλιστα αυτή είναι η φύση σου. Προτείνουν, όμως, ένα μικρό πείραμα σε ανθρώπους αυτής της ποιότητας. «Προσπαθήστε να μην είστε τόσο ευγενείς. Εκεί που κάποιος είναι σίγουρος για τη θετική σας απάντηση, αρνηθείτε ή αντιδράστε. Ή απλώς αδιαφορήστε. Έστω και αν πρέπει να πιέσετε τον εαυτό σας. Και μετά παρατηρήστε πώς αντιδρά αυτός που σας ζήτησε χάρη, αλλά δεν ικανοποιήθηκε το αίτημα του. Τις περισσότερες φορές αυτό αρκεί για να νιώσετε, όχι απλώς δικαιωμένοι και χωρίς ενοχές, αλλά για να συνεχίσετε σε αυτό τον δρόμο», τονίζεται στο πλαίσιο της μελέτης.

Οι άνθρωποι που σε εξοργίζουν γίνονται αφέντες σου. Μην τους το επιτρέπεις.

Η διαχείριση του θυμού είναι μια ολόκληρη επιστήμη που πρέπει να μάθουμε.

Λέει ο Βούδας: «Το να είσαι θυμωμένος είναι σαν να κρατάς ένα αναμμένο κάρβουνο για να το πετάξεις σε κάποιον. Αυτός που καίγεται είσαι εσύ».

Πάνω στον θυμό μας λέμε και κάνουμε πράγματα ανόητα και καταστροφικά. Υπάρχουν κάποιες συνταγές για να μην υποτασσόμαστε στον θυμό, για να μην αφήνουμε να μας εξουσιάζουν όσοι μας ενοχλούν. Για παράδειγμα, όταν προσπαθούμε να συνεννοηθούμε με κάποιον που βρίσκεται σε έξαλλη κατάσταση, αντί να προσπαθούμε να τον πείσουμε ή να τον ηρεμήσουμε, προτιμότερο είναι να εγκαταλείψουμε τη συζήτηση.

Επίσης, όταν εξοργιζόμαστε, καλό είναι να ακολουθήσουμε τη συνταγή του Αθηνόδωρου: «Μην κάνετε τίποτα προτού πείτε από μέσα σας την αλφαβήτα». Και μάλιστα αργά.

Η ιστορία έδειξε ότι όλα ήταν ένα ψέμα!

Φαίνεται ότι ζούμε σ’ έναν κόσμο όπου αγοράζουμε, αποκτούμε ένα σωρό πράγματα και μένουμε δεμένοι σ’ αυτά. Ζούμε σ’ έναν κόσμο όπου, από τις αρχές του αιώνα, η βιομηχανική κοινωνία μας υποσχόταν κάτι που στην πραγματικότητα δεν θα μπορούσε ποτέ να πραγματοποιήσει – αλλά αυτό δεν μας το είπε κανείς. Μας υποσχέθηκε ότι αν μπορέσουμε να αγοράσουμε όλα όσα θέλουμε, τότε θα είμαστε καλά, δεν θα υποφέρουμε, και τα λοιπά… και τα λοιπά… Μας ξεγέλασαν! Μας είπαν ψέματα! Καταλαβαίνεις; Ψέματα! Η ιστορία έδειξε ότι όλα ήταν ένα ψέμα!

Ίσως έτσι, μέσω της συνειδητοποίησης πως όλοι μου οι δεσμοί είναι προσωρινοί, μπορέσω να δεχτώ και ορισμένα άλλα πράγματα που είναι από τα δυσκολότερα να δεχτεί κανείς: Ότι δεν είμαι αιώνιος, ότι είναι ορισμένος ο χρόνος για το πέρασμα μου από αυτόν τον κόσμο, από τον τόπο αυτό, το συγκεκριμένο διάστημα.

Λένε πως ήταν κάποιος μια φορά που πήγε να επισκεφθεί ένα διάσημο ραβίνο, να τον συμβουλευθεί για κάποιο θρησκευτικό ζήτημα.
Μπαίνει στο σπίτι του ραβίνου και το βλέπει τελείως άδειο. Υπήρχαν μόνο δυο σκαμνάκια, ένα στρώμα ριγμένο στο πάτωμα κι ένα απλό τραπεζάκι.
Ο επισκέπτης αφού πήρε τις απαντήσεις που ήθελε στο ζήτημα που τον απασχολούσε, ρωτάει τον ραβίνο:
«Με συγχωρείτε, ραβίνε… Πού είναι τα έπιπλά σας;»
Ο ραβίνος του λέει:
«Τα δικά σου πού είναι;»
Ο επισκέπτης του απαντάει:
«Μα εγώ δεν είμαι από δω, είμαι περαστικός από αυτήν την πόλη.»
«Κι εγώ περαστικός είμαι…» του λέει o ραβίνος.

Το τέλος μιας αυταπάτης

Η Μεγάλη Υπόσχεση της Απεριόριστης Προόδου -η υπόσχεση της κυριαρχίας επάνω στη φύση, της υλικής αφθονίας, της μέγιστης δυνατής ευτυχίας για τον μέγιστο δυνατό αριθμό ανθρώπων και της ανεμπόδιστης προσωπικής ελευθερίας- διατηρούσε τις ελπίδες και την εμπιστοσύνη των γενιών από την απαρχή ήδη της βιομηχανικής εποχής. Είναι αναμφισβήτητο πως ο ανθρώπινος πολιτισμός ξεκίνησε την ίδια στιγμή που η ανθρώπινη φυλή άρχισε να έχει κάποιον έλεγχο επάνω στη φύση, όμως αυτός ο έλεγχος παρέμεινε περιορισμένος μέχρι την έλευση της βιομηχανικής εποχής. Με τη βιομηχανική πρόοδο, από την υποκατάσταση της ζωικής και της ανθρώπινης ενέργειας πρώτα, από τη μηχανική ενέργεια στη συνέχεια, και από την πυρηνική ως την υποκατάσταση του ανθρώπινου μυαλού από τον ηλεκτρονικό υπολογιστή, αισθανθήκαμε πως βαδίζαμε στον δρόμο της χωρίς όρια παραγωγής, άρα και της απεριόριστης κατανάλωσης, πως η τεχνολογία μας έκανε παντοδύναμους, πως η επιστήμη μας έκανε παντογνώστες. Βαδίζαμε στον δρόμο για να γίνουμε θεοί, υπέρτατα όντα τα οποία θα μπορούσαν να δημιουργήσουν έναν δεύτερο κόσμο, χρησιμοποιώντας τον φυσικό κόσμο απλώς και μόνο ως πηγή οικοδομικών υλικών για την καινούρια δημιουργία.

Οι άντρες και, με ολοένα αυξανόμενους ρυθμούς, οι γυναίκες βίωναν μια νέα αίσθηση ελευθερίας- είχαν γίνει κύριοι της ίδιας τους της ζωής: οι αλυσίδες της φεουδαρχίας είχαν σπάσει και μπορούσε ο καθένας να κάνει οτιδήποτε επιθυμούσε, ελεύθερος από κάθε είδους δεσμά. Ή, τουλάχιστον, έτσι ένιωθαν οι άνθρωποι. Και, παρά το γεγονός πως αυτό ίσχυσε μόνο για την ανώτερη και τη μεσαία τάξη, το δικό τους επίτευγμα έκανε και όλους τους άλλους να πιστεύουν πως τελικά η ελευθερία νέας μορφής θα μπορούσε να επεκταθεί σε όλα τα μέλη της κοινωνίας, υπό την προϋπόθεση ότι θα εξακολουθούσε η βιομηχανοποίηση να προχωρά με τον ίδιο ταχύ ρυθμό. Ο σοσιαλισμός και ο κομμουνισμός δεν άργησαν να μεταβληθούν από κίνημα, το οποίο στόχευε σε μια νέα κοινωνία και σε έναν νέο άνθρωπο, σε ένα άλλο κίνημα του οποίου το ιδεώδες ήταν η αστική ζωή για όλους, δηλαδή ο παγκοσμιοποιημένος αστός ως ο άντρας και η γυναίκα του μέλλοντος. Η επίτευξη πλούτου και άνεσης για όλους θεωρήθηκε πως θα έφερνε και την απεριόριστη ευτυχία σε όλους. Η τριάδα της χωρίς όρια παραγωγής, της απόλυτης ελευθερίας και της απεριόριστης ευτυχίας διαμόρφωσε τον πυρήνα μιας νέας θρησκείας. Η πρόοδος και μια καινούρια Επίγεια Πολιτεία της Προόδου ήρθαν ν’ αντικαταστήσουν την Πολιτεία του Θεού. Και καθόλου δεν θα πρέπει να μας εκπλήσσει το γεγονός ότι η καινούρια αυτή θρησκεία εφοδιάζει τους πιστούς της με ενέργεια, ζωτικότητα και ελπίδα.

Το εύρος της Μεγάλης Υπόσχεσης -τα θαυμαστά υλικά και διανοητικά επιτεύγματα της βιομηχανικής εποχής- πρέπει να μελετηθεί σε βάθος προκειμένου να κατανοήσουμε επίσης πόσο βαθύ είναι το τραύμα που προκαλεί σήμερα η συνειδητοποίηση της διάψευσής της. Καθώς η βιομηχανική εποχή πράγματι απέτυχε να εκπληρώσει τη Μεγάλη της Υπόσχεση, όλο και περισσότεροι άνθρωποι συνειδητοποιούν σήμερα τα εξής:

Η απεριόριστη ικανοποίηση όλων των επιθυμιών δεν οδηγεί σε μια καλή ποιότητα ζωής ούτε αποτελεί τον δρόμο για την ευτυχία ή έστω για τη μεγίστη δυνατή ευχαρίστηση.

Το όνειρο του να γίνουμε κύριοι της ίδιας μας της ζωής έσβησε όταν αρχίσαμε να συνειδητοποιούμε ότι είχαμε γίνει όλοι μας γρανάζια μιας γραφειοκρατικής μηχανής, με το κράτος -την εκάστοτε κυβέρνηση-, τη βιομηχανία και τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, που ελέγχονται από αυτή, να χειραγωγούν τις σκέψεις, τα αισθήματα και τις προτιμήσεις μας.

Η οικονομική πρόοδος παρέμεινε περιορισμένη στις πλούσιες χώρες, και το χάσμα ανάμεσα στα πλούσια και στα φτωχά έθνη μεγάλωσε ακόμη περισσότερο.

Η τεχνολογική πρόοδος από μόνη της προκάλεσε οικολογικούς κινδύνους όπως και τον κίνδυνο ενός πυρηνικού πολέμου, δύο απειλές που, είτε από κοινού είτε η καθεμία μόνη της, θα μπορούσαν να βάλουν ένα τέλος σε ολόκληρο τον πολιτισμό, πιθανώς ακόμη και στην ίδια τη ζωή.

Όταν ο Άλμπερτ Σβάιτσερ πήγε στο Όσλο για να αποδεχτεί το Νόμπελ Ειρήνης (1952), κάλεσε τους ανθρώπους να «τολμήσουν ν’ αντιμετωπίσουν την κατάσταση… Ο άνθρωπος έχει γίνει ένας υπεράνθρωπος… Αλλά ο υπεράνθρωπος με την υπεράνθρωπη δύναμη δεν έχει επίσης εξυψωθεί και σε ένα επίπεδο υπεράνθρωπης λογικής. Στον βαθμό που η δύναμή του αυξάνεται, αυτός γίνεται όλο και περισσότερο φτωχός… Πρέπει να αφυπνιστεί η συνείδησή μας από το γεγονός ότι όσο περισσότερο γινόμαστε υπεράνθρωποι, άλλο τόσο γινόμαστε απάνθρωποι».

Erich Fromm, Να Έχεις ή να Είσαι;

Το παζλ της ζωής

 Γεννιόμαστε με κάποιες ιδιαίτερες ο καθένας ικανότητες που καθορίζονται από τα γονίδια που κληρονομούμε από τους προγόνους μας. Γεννιόμαστε ο καθένας μοναδικός και ανεπανάληπτος! Γι αυτό και είναι ο κάθε ένας από εμάς εξ ίσου σημαντικός σε ετούτη τη ζωή…

Στη συνέχεια μεγαλώνει ο καθένας σε διαφορετικές οικογενειακές, κοινωνικές κ.λπ συνθήκες που διαμορφώνουν (μαζί με τα γονίδιά μας) την αντίληψη με την οποία αναγνωρίζουμε τον κόσμο γύρω μας.

Κάθε άνθρωπος μεγαλώνοντας, παραμένει, έτσι, μοναδικός και ανεπανάληπτος και διαθέτει κάποιες ιδιαίτερες ικανότητες που τον κάνουν όχι μόνον χρήσιμο αλλά και απαραίτητο στη ζωή της ανθρωπότητας. Δεν υπάρχει κομματάκι άχρηστο στο παζλ της ζωής… Το πρόβλημα είναι πως το παζλ είναι τόσο μεγάλο που τα κομματάκια του δεν μπορούν να το δουν συμπληρωμένο… Γι αυτό και παιδεύονται τόσο να βρουν τη θέση τους τη σωστή…

Γιατί στο παζλ αυτό τα κομματάκια βρίσκουν μόνα τους την θέση τους. Γι αυτό τους έχουν δοθεί οι ιδιαίτερες και μοναδικές ικανότητες. Τα κομματάκια δεν είναι απλά υλικά χαρτονάκια… Είναι νοήμονα υλικά «χαρτονάκια»… Και αυτή η νοημοσύνη τους έχει δοθεί για να αντιληφθούν ακριβώς αυτό : πως είναι νοήμονα και πρέπει να χρησιμοποιήσουν αυτή τη νόημοσύνη για να βρουν τον δρόμο προς τη σωστή τους θέση στο παζλ.

Δεν μπορεί να στέκονται σε οποιαδήποτε κενή θέση βρίσκουν μπροστά τους… Κάποιο άλλο περισσότερο νοήμον κομματάκι θα έρθει στη σωστή του θέση και θα τους αναγκάσει κάποια στιγμή να φύγουν από εκεί.. . Δεν είναι για κακό τους… Είναι απλά μια ένδειξη πως δεν βρισκόντουσαν στη σωστή τους θέση και πως πρέπει να ψάξουν να προχωρήσουν προς κάπου αλλού…

Τα εμπόδια στη ζωή δεν είναι για κακό μας. Δείχνουν απλά πως δεν ήμασταν στο σωστό μας δρόμο και πως πρέπει να αλλάξουμε πορεία. Ο ψυχικός πόνος που συνήθως συνοδεύει αυτές τις αλλαγές, δεν θα έπρεπε να υπάρχει, γιατί οδηγεί αναπόφευκτα σε σωματικά προβλήματα.

Η στάση σε μία λάθος θέση του παζλ είναι στενόχωρη, αφού δεν είναι στα μέτρα μας, και η εσφαλμένη αίσθηση της ασφάλειας που δίνει αυτή, το μόνο που μπορεί να πετύχει είναι να «φαγωθεί» και να τσακίσει τελικά το χαρτονάκι που την έχει καταλάβει, χάνοντας το σχήμα του…

Το τίμημα αυτό είναι μεγάλο, γιατί με αυτή του τη στάση το κομματάκι αυτό αφενός αφήνει κενή τη σωστή του θέση στο παζλ που μόνο το ίδιο θα μπορούσε να γεμίσει, αφετέρου δεν αφήνει το σωστό για τη θέση που λανθασμένα κρατάει εκείνο κομματάκι να κάνει το έργο του. Να προσφέρει δηλαδή τις δικές του μοναδικές ικανότητες σε τούτο το απίστευτα μεγάλο παζλ, μπαίνοντας στη σωστή του θέση…

Συμπέρασμα:

1. Αν η θέση μας στη ζωή δεν είναι απόλυτα αρμονική και συμβατή με τις ιδιαίτερες ικανότητές μας, αν δεν είμαστε ευτυχισμένοι και αντιμετωπίζουμε δυσκολίες σε όποια κατάσταση βρισκόμαστε, σημαίνει πως πρέπει να αλλάξουμε πορεία, και να αναζητήσουμε τη σωστή μας θέση στο παζλ της ζωής, όσο και αν αυτό μας φαίνεται κουραστικό και μας γεμίζει ανασφάλειες.

2. Το κομματάκι που θα έρθει να πάρει την θέση που εμείς αφήσαμε κενή, δεν πρέπει καθόλου να το ζηλεύουμε ή να το βλέπουμε με θυμό και κακία. Γιατί, αν είναι το σωστό κομματάκι, θα προσφέρει κάτι πολύ σημαντικό στο παζλ. Αν όχι, θα ταλαιπωρηθεί με τη σειρά του και αυτό...

Υπάρχει όμως και η άποψη πως το παζλ ετούτο της ζωής δεν είναι χαρτονένιο, αλλά μεταλλικό και επηρεάζεται από μαγνήτες...

Στη περίπτωση αυτή, τα κομματάκια δεν κινούνται αυτόματα για να βρουν την σωστή τους θέση και μόνον χάρη στην δική τους νοημοσύνη, αλλά κινούνται κάτω από την επίδραση κάποιου μαγνήτη που τα οδηγεί παραμένοντας αόρατος πίσω από το παζλ...

Οι λανθασμένες θέσεις, με αυτή την υπόθεση, δεν φαίνονται πια "λανθασμένες" αλλά απαραίτητες για λόγους που η νοημοσύνη των μεταλλικών κομματιών καλείται να ξεκαθαρίσει...

Σημαντικός ο ρόλος της νοημοσύνης και στις δύο εκδοχές της αλήθειας...

Η ΜΑΧΗ ΣΤΟ ΧΑΝΙ ΤΗΣ ΓΡΑΒΙΑΣ (8 Μαϊου 1821)

Η ΜΑΧΗ ΣΤΟ ΧΑΝΙ ΤΗΣ ΓΡΑΒΙΑΣ

Τα Γεγονότα της Εποχης

Κατά τον πόλεμο της σουλτανικής εξουσίας εναντίον του Αλή Πασά (λίγο πριν την Ελληνική Επανάσταση), ο Οδυσσέας Ανδρούτσος μετέβη από τη Στερεά Ελλάδα στα Ιωάννινα για να τον ενισχύσει, αφήνοντας τον Αθανάσιο Διάκο ως τοποτηρητή στην οπλαρχηγία του (αρματολίκι). Ο Οδυσσέας έμεινε για αρκετούς μήνες στα Ιωάννινα, όπου ο Αλής πολιορκείτο από τα σουλτανικά στρατεύματα. Τελικά, όταν διαπίστωσε ότι ο πασάς είχε εγκαταλειφθεί από τους περισσότερους ακολούθους του, Αλβανούς και Έλληνες, και ότι δεν μπορούσε να διασωθεί, τον εγκατέλειψε και εκείνος επικεφαλής 1.500 Ελλήνων πολεμιστών, διασπώντας τον κλοιό των Τούρκων. Έτσι διέσωσε μία εμπειροπόλεμη στρατιωτική δύναμη, η οποία χρησιμοποιήθηκε στη συνέχεια στον εθνικό αγώνα. Ο ίδιος, ο Καραϊσκάκης και άλλοι οπλαρχηγοί διέφυγαν στα Επτάνησα...

Ο Ανδρούτσος κάλεσε στην Άρτα τους ισχυρότερους Αλβανούς οπλαρχηγούς επιχειρώντας να εφαρμόσει ένα παλαιό σχέδιο του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη. Ο «γέρος του Μοριά» είχε επιχειρήσει παλαιότερα να προσεταιρισθεί τους Αλβανούς προκειμένου να επαναστατήσουν από κοινού με τους Έλληνες εναντίον των Τούρκων και είχε συνάψει συμμαχία με τον Αλή Φαρμάκη, τον ηγέτη των ισχυρών Λαλαίων Αλβανών της Πελοποννήσου (το κέντρο ισχύος των οποίων βρισκόταν στην Ηλεία).

Οι Αλβανοί ήταν πανίσχυροι στρατιωτικά και ο Κολοκοτρώνης εκτίμησε πως αν ένωναν τις δυνάμεις τους με τους Έλληνες επαναστάτες, οι δύο λαοί θα επιτύγχαναν σχεδόν σίγουρα την ανεξαρτησία τους. Εντούτοις, το σχέδιο του είχε αποτύχει, επειδή στηριζόταν σε μεγάλο βαθμό στην ενίσχυση του Μεγάλου Ναπολέοντα στην ελληνοαλβανική συμμαχία. Οι Βρετανοί κατέλαβαν τα Επτάνησα και απέτρεψαν τη γαλλική υποστήριξη. Στην Άρτα, ο Ανδρούτσος και άλλοι Έλληνες ηγέτες πρότειναν στους Αλβανούς οπλαρχηγούς την από κοινού επανάσταση εναντίον των Οθωμανών, όμως η συνεννόηση δεν ευοδώθηκε, κυρίως λόγω της αντίδρασης ενός από αυτούς, του περίφημου Ομέρ Βρυώνη.

Στη συνέχεια ο Οδυσσέας έπλευσε στην Ιθάκη και από εκεί στους Παξούς, όπου εγκατέστησε την οικογένεια του για να την προστατεύσει από τα τουρκικά αντίποινα. Στις αρχές του 1821 έπλευσε στη Λευκάδα, όπου συναντήθηκε σε πολεμικό συμβούλιο με πολλούς οπλαρχηγούς από τη Ρούμελη και τον Μοριά (Καραϊσκάκη, Γ. Βαρνακιώτη, Κυριακούλη Μαυρομιχάλη κ.α.), προκειμένου να προετοιμάσουν την επανάσταση. Στο συμβούλιο, ο Οδυσσέας και ο Πανουργιάς ανέλαβαν να εξεγείρουν τη Στερεά.
 

Στις αρχές του Μαρτίου 1821, ο Ανδρούτσος έπλευσε μυστικά στην τουρκοκρατούμενη Πάτρα, όπου συναντήθηκε με τον Ιωάννη Μακρυγιάννη. Όπως αναφέρει ο Μακρυγιάννης, ο Ανδρούτσος τον ενημέρωσε ότι ο Διάκος και ο Πανουργιάς θα ανελάμβαναν την εξέγερση στην ανατολική Στερεά, ενώ ο ίδιος θα βάδιζε στο Ξηρόμερο (Ακαρνανία) της δυτικής Στερεάς προκειμένου να εξεγείρει την περιοχή.

Πριν τη Μάχη

Γύρω στις 20 Μαρτίου του 1821, ο Ανδρούτσος αποβιβάσθηκε μυστικά σε άγνωστο σημείο της νότιας στερεοελλαδικής ακτής, όπου συνάντησε το πρωτοπαλήκαρο του, Γιάννη Γκούρα, με λίγους πολεμιστές. Εκεί έγραψε και έστειλε στους Γαλαξιδιώτες την περίφημη επιστολή του, με την οποία τους παρακινούσε να επαναστατήσουν, να του στείλουν πολεμοφόδια και να ακολουθήσουν τις οδηγίες του Γκούρα, τον οποίο τους έστειλε για να οργανώσει τον αγώνα. Ο Ανδρούτσος γνώριζε πόσο σημαντική ήταν για τον «μεγάλο σκοπό», η εξέγερση της πλούσιας ναυτικής πόλης του Γαλαξιδίου.

Η πόλη και η ανατολική Στερεά επαναστάτησαν, όμως ο Ανδρούτσος δεν κατόρθωσε να πείσει τους οπλαρχηγούς της δυτικής Στερεάς να πράξουν το ίδιο. Οι τελευταίοι ζήτησαν προθεσμία για να εξετάσουν την κατάσταση. Η θέση των κατοίκων της δυτικής Ρούμελης ήταν δύσκολη, επειδή η περιοχή τους δεν απείχε πολύ από τα Ιωάννινα όπου ήταν συγκεντρωμένος ο επίφοβος σουλτανικός στρατός του Χουρσήτ πασά, ο οποίος πολιορκούσε τον Αλή.

Ο Οδυσσέας επιχείρησε να πιέσει τους δυτικούς Ρουμελιώτες βαδίζοντας με το σώμα του στην Τατάρνα (Τριπόταμο) της Ευρυτανίας. Στη γέφυρα της Τατάρνας φόνευσε τον τοπικό δερβέναγα και 60 Τούρκους συνοδούς μιας χρηματαποστολής, προκειμένου να «ενοχοποιηθούν» οι κάτοικοι της ευρύτερης περιοχής. Ο Ανδρούτσος ήταν αποφασισμένος να επιβάλει την επανάσταση με κάθε μέσο, θεμιτό και αθέμιτο.
 

Όταν ο Χουρσήτ πασάς έλαβε τις πρώτες πληροφορίες για την ελληνική εξέγερση στην ανατολική Ρούμελη, την Πελοπόννησο και τα νησιά, έστειλε τον Ομέρ Βρυώνη, πασά του Βερατίου, και τον Κιοσέ Μεχμέτ επικεφαλής ισχυρών δυνάμεων, να την καταπνίξουν. Ο Ομέρ, ο ουσιαστικός αρχηγός του εκστρατευτικού σώματος, ήταν έναν από τους ικανότερους στρατηγούς της Χερσονήσου του Αίμου. Ο Αθανάσιος Διάκος επιχείρησε να σταματήσει την κάθοδο των Τούρκων στην Αλαμάνα, με κατάληξη τη μεγαλειώδη θυσία του μαζί με 200 περίπου άνδρες του (Απρίλιος 1821).

Ο Ανδρούτσος έχει δεχθεί μομφές από ιστορικούς και ερευνητές για την υποτιθέμενη «ολιγωρία» του να βοηθήσει τον Διάκο στην ανατολική Στερεά, δήθεν επειδή παλαιότερα οι δύο άνδρες είχαν έντονη αντιδικία. Μάλιστα έχει υπονοηθεί ότι ο Ανδρούτσος επεδίωκε την εξόντωση του Διάκου ή ότι αμφιταλαντευόταν ανάμεσα στην επανάσταση και στο «προσκύνημα» στους Τούρκους. Αντιδικίες όπως αυτή που πράγματι συνέβη ανάμεσα στον Ανδρούτσο και τον Διάκο, ήταν συνήθεις μεταξύ των κλεφταρματολών.

Επίσης, όπως είδαμε, ο πρώτος κάθε άλλο παρά ολιγώρησε, δρώντας στην Τατάρνα προκειμένου να παρασύρει τη δυτική Ρούμελη στην επανάσταση. Ο Οδυσσέας γνώριζε ότι η είσοδος της δυτικής Στερεάς στον αγώνα ήταν αποφασιστικότατη για την πορεία του, επειδή έτσι η Πελοπόννησος θα προστατευόταν πλήρως από τα βόρεια και θα καθίστατο το σταθερό ορμητήριο των επαναστατών. Ο Ανδρούτσος, όπως είχε ανακοινώσει στον Μακρυγιάννη, θα βάδιζε στη δυτική Στερεά έως το Ξηρόμερο (από την Τατάρνα όπου βρισκόταν), προκειμένου να την εξεγείρει. Εντούτοις δίσταζε να ξεκινήσει επειδή τον ανησυχούσε η κάθοδος του εμπειροπόλεμου Ομέρ Βρυώνη.

Όταν έμαθε για την τουρκική νίκη στην Αλαμάνα, άλλαξε τα σχέδια του και ανέλαβε τη διάσωση της επανάστασης στην ανατολική Στερεά. Όσο για τον πατριωτισμό του Ανδρούτσου, η άμεση και αδίστακτη σφαγή του δερβέναγα της Τατάρνας και 60 Τούρκων δεν αφήνει καμία αμφιβολία για τις προθέσεις του. Αν ήταν υστερόβουλος, θα κρατούσε αρκετούς αιχμαλώτους για το δικό του όφελος, κυρίως τον δερβεναγα. Τέλος, ο Ανδρούτσος είχε διασώσει τον Διάκο από τη σκέψη του Αλή Πασά να τον θανατώσει, τον είχε μυήσει στη Φιλική Εταιρία και τον είχε αφήσει ο ίδιος τοποτηρητή στο αρματολίκι του.
 

Οι πρόκριτοι της Λειβαδιάς εξέλεξαν νέο οπλαρχηγό στη θέση του νεκρού Διάκου, τον Βασίλειο Μπούσγο. Ωστόσο, η κατάσταση ήταν κρίσιμη για τον αγώνα στην ανατολική Στερεά αλλά και την Πελοπόννησο. Το ηθικό των επαναστατών είχε κλονισθεί από την ήττα στην Αλαμάνα και είχαν πέσει σε αδράνεια. Ο Ομέρ μπορούσε να εκμεταλλευθεί την κατάσταση και να βαδίσει ταχύτατα στα νότια, φθάνοντας στην Πελοπόννησο και απειλώντας σοβαρά την Ελληνική Επανάσταση ήδη από την έναρξη της.

Ο πασάς θεωρούσε ότι θα κατέπνιγε ευκολότερα την εξέγερση, αν έπειθε τους Ρουμελιώτες αρματολούς να εκστρατεύσουν μαζί του στην Πελοπόννησο. Οι Πελοποννήσιοι αγωνιστές δικαιολογημένα θα κλονίζονταν βλέποντας ομοεθνείς τους να συμπολεμούν με το τουρκικό εκστρατευτικό σώμα. Ο Ομέρ Βρυωνης είχε αποτύχει να προσεταιρισθεί τον Διάκο, αλλά το επιχείρησε πάλι με άλλους οπλαρχηγούς.

Είχε πληροφορηθεί ότι ο Ανδρούτσος βρισκόταν στην Τατάρνα και υπολόγιζε στην κοινή θητεία τους στην αυλή του Αλή Πασά, για να τον προσεταιρισθεί. Γνώριζε ότι αν εξασφάλιζε τη συνεργασία του Ανδρούτσου, του ισχυρότερου Έλληνα οπλαρχηγού, πολλοί Στερεοελλαδίτες θα ακολουθούσαν το παράδειγμα του. Γι’ αυτό του έστειλε επιστολή από τη Λαμία, όπου βρισκόταν, στην οποία του ανακοίνωνε τον θάνατο του Διάκου, του πρότεινε να συνταχθεί μαζί του και του εγγυάτο πως σε αυτή την περίπτωση θα τον συγχωρούσε για τον φόνο του δερβέναγα Χασάν μπέη Γκέκα και θα του παρέδιδε την αρχηγία όλων των αρματολικίων της ανατολικής Στερεάς. Ο πασάς τον καλούσε να συναντηθούν στη Γραβιά.

Ο Ανδρούτσος αγνόησε την προσφορά του Ομέρ Βρυώνη και βάδισε στην ανατολική Στερεά. Από την πρόσκληση του πασά να συναντηθούν στη Γραβιά, ο Οδυσσέας αντιλήφθηκε ότι σκόπευε να προχωρήσει στα Σάλωνα (Άμφισσα) και στη συνέχεια στο Γαλαξίδι. Εκεί ο πασάς θα επιβίβαζε τον στρατό του σε πλοία και θα τον διαπεραίωνε στην Πελοπόννησο. Φαίνεται πως ο Ομέρ θεωρούσε ότι μετά τη μάχη της Αλαμάνας, οι Στερεοελλαδίτες δεν θα προέβαλαν πλέον σοβαρή αντίσταση.
 

Γι’ αυτό δεν επέλεξε τη μακρύτερη και δυσκολότερη πορεία έως την Πελοπόννησο διαμέσου της Βοιωτίας και του Ισθμού. Προτίμησε τον συντομότερο δρόμο Λαμίας-Γραβιάς-Σαλώνων-Γαλαξιδίου προκειμένου να αιφνιδιάσει τους Πελοποννήσιους. Στις αρχές του Μαΐου, ο Ανδρούτσος, ενισχυμένος με τους άνδρες του Κατσικογιάννη και του Σουλιώτη Χρήστου Κοσμά, εγκαταστάθηκε στο Χάνι (πανδοχείο) της Γραβιάς με 100 περίπου άνδρες. Ο σκοπός του ήταν να ανακόψει την πορεία του εχθρού στη διάβαση της Γραβιάς.

Η Μάχη

Η Γραβιά βρισκόταν σε στρατηγική και οχυρή θέση, την οποία οι Έλληνες είχαν χρησιμοποιήσει από την Αρχαιότητα προκειμένου να αναχαιτίσουν βαρβάρους οι οποίοι κατευθύνονταν από τον Βορρά προς τη Φωκίδα και τους Δελφούς. Εκεί οι αρχαίοι Στερεοελλαδίτες είχαν αναχαιτίσει μέρος των Γαλατών που κατευθύνονταν στους Δελφούς. Στην ίδια θέση οι Βυζαντινοί είχαν αποπειραθεί να αποκρούσουν, ανεπιτυχώς, τους Γότθους του Αλάριχου.

Στο Χάνι της Γραβιάς κατέφθασαν και τα σώματα του Πανουργιά και του Δυοβουνιώτη, οι οποίοι μετά την καταστροφή του Διάκου στην Αλαμάνα, υποχώρησαν από τις αρχικές τους θέσεις (στον Γοργοπόταμο και τη Χαλκωμάτα). Ο Οδυσσέας («Λυσσέος», όπως τον αποκαλούσαν οι σύντροφοι του) εμψύχωσε τους καταβεβλημένους αγωνιστές και άρχισε αμέσως να οργανώνει τη νέα αντίσταση στους εισβολείς.

Παράλληλα, είχε στείλει τον Γκούρα με εντολή να «καθαρίσει» τα Σάλωνα, δηλαδή να εκτελέσει όλους τους αιχμάλωτους Τούρκους και Αλβανούς της περιοχής. Επρόκειτο για μία σκληρή διαταγή του Ανδρούτσου, την οποία οι επικριτές του έσπευσαν να μεταχειρισθούν ως μία ακόμη απόδειξη του ανηλεούς χαρακτήρα του. Εντούτοις, ο Οδυσσέας δεν είχε άλλη επιλογή. Οι μουσουλμάνοι της περιοχής ήταν ισχυροί αριθμητικά και θα ήταν ιδιαίτερα επικίνδυνοι αν εξεγείρονταν.
 

Ο Ανδρούτσος είχε δεσμεύσει αρκετούς άνδρες για τη φύλαξη τους, που ήταν απαραίτητοι για την αναχαίτιση του Ομέρ Βρυώνη. Αν ελευθέρωνε τους αιχμαλώτους, εκείνοι θα ενώνονταν με τον πασά ισχυροποιώντας τον περισσότερο. Άλλος βασικός λόγος της απόφασης του, ήταν η πρόταση των τοπικών χωρικών να φυλάξουν εκείνοι ειδικά τους αιχμάλωτους μπέηδες. Ο Οδυσσέας σκέφθηκε, δικαιολογημένα, ότι επρόκειτο για υστερόβουλη πρόταση τους με σκοπό είτε να χρησιμοποιήσουν τους μπέηδες ως μάρτυρες σε περίπτωση «προσκυνήματος» τους, είτε να τους ανταλλάξουν έναντι λύτρων.

Ο Ανδρούτσος, στα πλαίσια της πάγιας πολιτικής του, προσπαθούσε να καταστήσει τους ντόπιους χριστιανούς «συνενόχους» στην εξόντωση των Τούρκων, έτσι ώστε να εξασφαλίσει πως δεν θα σκέπτονταν να καταθέσουν τα όπλα. Τέλος, ο θάνατος του παλαιού του φίλου Διάκου και 200 παληκαριών του στην Αλαμάνα, επηρέασε το κοινό ελληνικό αίσθημα που ζητούσε αντεκδίκηση και τη δική του απόφαση για τη θανάτωση των Τούρκων.

Η φοβερή εξόντωση όλων των μουσουλμάνων – εκτός από έναν όπως λέγεται – των Σαλώνων, της Μενδενίτσας (Βοδωνίτσας) και του Τουρκοχωρίου από τον Γκούρα, διήρκεσε μία εβδομάδα. Μαζί τους εκτελέσθηκαν όλοι οι Μπεκτασήδες δερβίσες, με εντολή του Ανδρούτσου.

Ο Οδυσσέας έστειλε από το Χάνι επιστολή στον Μπούσγο, καλώντας τον να έλθει με όλους τους άνδρες του στη Γραβιά. Όπως του έγραφε χαρακτηριστικά: «ένας να μη λείψη». Παράλληλα, οι επαναστάτες απομάκρυναν όλα τα γυναικόπαιδα της περιοχής στις δυσπροσπέλαστες πλαγιές της Γκιώνας και του Παρνασσού. Στο πολεμικό συμβούλιο με τον Πανουργιά και τον Δυοβουνιώτη, ο Ανδρούτσος πρότεινε να οχυρώσουν το Χάνι που βρισκόταν επί του δρόμου της Γραβιάς και να κλεισθούν σε αυτό, χρησιμοποιώντας το ως φρούριο από όπου θα εμπόδιζαν τη διάβαση των Τούρκων.
 

Οι άλλοι δύο οπλαρχηγοί διαφώνησαν, θεωρώντας καλύτερη λύση την κατάληψη θέσεων αριστερά και δεξιά του δρόμου, προκειμένου να μπορούν να διαφύγουν σε περίπτωση εχθρικής επικράτησης. Η πρόταση του Ανδρούτσου ήταν πρωτότυπη συγκριτικά με τις πολεμικές συνήθειες των κλεφταρματολών, οι οποίοι φρόντιζαν συνήθως να εξασφαλίζουν μία οδό διαφυγής από το πεδίο της μάχης. Ο Οδυσσέας γνώριζε ότι η διαφυγή από το Χάνι θα ήταν πολύ δύσκολη και σε αυτό το στοιχείο στηριζόταν προκειμένου να επιτύχει τη μέγιστη πολεμική απόδοση των ανδρών.

Μάλιστα ο Πανουργιάς και ο Δυοβουνιώτης επισήμαναν την εκτεθειμένη θέση του Χανίου στο ανοικτό πεδίο και θεώρησαν ότι δεν θα άντεχε στις σφοδρές επιθέσεις των εχθρών. Οι διαβουλεύσεις των αγωνιστών συνεχίζονταν, όταν στις 7 Μαϊου ο Ομέρ Βρυώνης ξεκίνησε από τη Λαμία, άφησε τον Κιοσέ Μεχμέτ στη Μενδενίτσα με 1.000 άνδρες ως οπισθοφυλακή ασφαλείας, και βάδισε προς τη Γραβιά επικεφαλής 8.000 εκλεκτών πολεμιστών.

Το πεζικό του αποτελείτο από 7.000 Αλβανούς, Βόσνιους και άλλους Σλαβομουσουλμάνους, και Σαριγκιουλήδες από τη Μακεδονία. Το ιππικό του περιελάμβανε 500 Γκέγκηδες Αλβανούς, με επικεφαλής τον Τελεχά Φέζο, και 500 Τσάμηδες ομοεθνείς τους υπό τον Μουσταφά μπέη Κιαφαζέζη. Οι Αλβανοί αποτελούσαν τη μεγάλη πλειοψηφία του στρατεύματος.

Όταν οι επαναστάτες έμαθαν ότι ο εχθρός πλησίαζε, ο Ανδρούτσος πρότεινε νέο σχέδιο μάχης με το οποίο οι άλλοι οπλαρχηγοί συμφώνησαν. Το πρωί της επόμενης ημέρας (8 Μαΐου), οι ελληνικές δυνάμεις (1.000-1.500 πολεμιστές) διαιρέθηκαν σε τρία μέρη. Ένα τμήμα τους με επικεφαλής τον Πανουργιά και τον Δυοβουνιώτη κατέλαβε τα υψώματα του Χλωμού, στα αριστερά του δρόμου απ’ όπου θα περνούσε ο εχθρός.
 

Το δεύτερο τμήμα τους, υπό τους Χρήστο Κοσμά και Κατσικογιάννη, εγκαταστάθηκε στα δεξιά του, στα υψώματα της βρύσης «Σού Τζίκα». Το τρίτο και επίλεκτο σώμα με επικεφαλής τον Οδυσσέα, αποτελούμενο από άνδρες που θα τον ακολουθούσαν αυτόβουλα, θα κλεινόταν στο Χάνι της Γραβιάς. Μάλιστα ο Ανδρούτσος, προκειμένου να εμψυχώσει όσους θα τον ακολουθούσαν, φώναξε στους πολεμιστές: «Αί ορέ παιδιά, όποιος θέλει ν’ ακολουθήση, ας πιαστή στον χορό!». Ο Οδυσσέας έσυρε τον τσάμικο και ύψωσε το μαντήλι του.

Ο Γκούρας πιάστηκε πρώτος από το μαντήλι και ακολούθησαν ο Παπαντρέας, ο Κομνάς Τράκας, ο Αγγελής Γοβγίνας από την Εύβοια, οι Καπογιωργαίοι, ο Ζαφείρης από τα Επτάνησα και ο Μουσταφά, ένας Τουρκαλβανός «βλάμης» (αδερφικός φίλος) του Ανδρούτσου. Συνολικά 120 άνδρες έσυραν τον χορό και κλείσθηκαν στο Χάνι. Μέσα σε ελάχιστο χρόνο αμπάρωσαν τις θύρες του, σφράγισαν όποια ανοίγματα και άνοιξαν πολεμίστρες. Σε λίγο οι Τούρκοι διέβησαν το ποτάμι της Γραβιάς και αντιλήφθηκαν τους Έλληνες οι οποίοι ήταν ακροβολισμένοι στο Χλωμο και στη βρύση Σού Τζίκα.

Αφού προσευχήθηκαν για τη νίκη, ο Ομέρ Βρυώνης έστειλε δύο ισχυρά σώματα για να διενεργήσουν υπερκέραση των δύο ελληνικών πτερύγων. Οι άνδρες των πτερύγων ήταν ολιγάριθμοι συγκριτικά με τους Τουρκαλβανούς και οι περισσότεροι ήταν εξοπλισμένοι μόνο με σφενδόνες και μαχαίρια, μη διαθέτοντας πυροβόλα όπλα όπως οι εχθροί.

Πυροβόλα έφεραν εξολοκλήρου μόνο οι αγωνιστές που είχαν κλεισθεί στο Χάνι. Μοιραία, οι άνδρες του Πανουργιά και του Δυοβουνιώτη δεν άντεξαν το βάρος της εχθρικής επίθεσης και υποχώρησαν. Σε λίγο τους ακολούθησαν και οι πολεμιστές του Κοσμά και του Κατσικογιάννη. Οι ελληνικές πτέρυγες διαλύθηκαν και οι άνδρες τους κατέφυγαν στα ορεινά, όμως το ηθικό των αγωνιστών στο Χάνι δεν κάμφθηκε επειδή γνώριζαν ότι αυτή θα ήταν η πιθανότερη εξέλιξη.
 

Πριν το μεσημέρι, έφθασε μπροστά στο Χάνι ο Ομέρ Βρυώνης με τον κύριο όγκο του στρατού. Ο πασάς προσπάθησε πάλι να προσεταιρισθεί τον Ανδρούτσο. Έστειλε στο Χάνι τον Χασάν δερβίση, ο οποίος οδηγούσε τους άνδρες του ως θρησκευτικός αρχηγός (ως δερβίσης) που ευχόταν για τη νίκη και προσπαθούσε να διεγείρει τον πολεμικό φανατισμό τους, προκειμένου να διαπραγματευθεί με τον Οδυσσέα.

Ο Χασάν ήταν παλαιός γνώριμος του από την αυλή του Αλή Πασά, στοιχείο στο οποίο υπολόγιζε πάλι –μάταια – ο Ομέρ. Ο Ανδρούτσος είχε διατάξει τους πολεμιστές του να μην πυροβολήσουν, αν εκείνος δεν έδινε την εντολή. Γνώριζε τις μεθόδους του εχθρού και ότι ο πασάς θα του έστελνε τον δερβίση. Οι Τουρκαλβανοί πεζοί άρχισαν να βαδίζουν, οδηγούμενοι από τον Χασάν, αλλά σταμάτησαν σε απόσταση εκατό μέτρων από το Χάνι. Ο Οδυσσέας παρακολουθούσε τις κινήσεις τους από μία πολεμίστρα.

Ο δερβίσης βάδισε μόνος του θαρραλέα προς το Χάνι και όταν έφθασε κοντά στην κεντρική θύρα του, φώναξε στον Ανδρούτσο. Ο τελευταίος τον χαιρέτησε στην αλβανική γλώσσα και ο Χασάν ανταπέδωσε τον χαιρετισμό. Παρά την απόλυτη ηρεμία που επικρατούσε, η κατάσταση ήταν τεταμένη, με τους πολεμιστές των δύο πλευρών να παρακολουθούν με το δάκτυλο στη σκανδάλη. Μετά από κάποιο διάστημα εσκεμμένης σιωπής, ο δερβίσης φώναξε στον Οδυσσέα με προστακτικό τόνο, ότι θέλει να συνομιλήσει μόνος μαζί του.

Ο Ανδρούτσος του απάντησε στον ίδιο τόνο, εξυβρίζοντας τον αθυρόστομα στα αλβανικά. Ο δερβίσης άρχισε επίσης να υβρίζει τον Οδυσσέα, ώσπου εκείνος τον πυροβόλησε και τον σκότωσε με εύστοχη βολή στο κρανίο. Ο Χασάν σωριάστηκε στο έδαφος και οι Τουρκαλβανοί έτρεξαν αμέσως μαζικά κοντά στον «ιερό πολεμιστή». Ο Οδυσσέας εκμεταλλεύθηκε τη ριψοκίνδυνη συγκέντρωση των εχθρών τόσο κοντά στο Χάνι και διέταξε μαζική ομοβροντία. Πολλοί Αλβανοί έπεσαν νεκροί ή τραυματίες και οι υπόλοιποι υποχώρησαν πάλι σε απόσταση ασφαλείας.
 

Σε λίγο οι εχθροί διενήργησαν την πρώτη έφοδο τους στο Χάνι. Ο Οδυσσέας είχε εκπαιδεύσει τους άνδρες του να πυροβολούν με την ευρωπαϊκή μέθοδο των πυκνών συγχρονισμένων πυρών. Ένα μέρος των πολεμιστών του εξαπέλυε συγχρονισμένα μία ομοβροντία εναντίον των Τουρκαλβανών και κατά το διάστημα που γέμιζαν πάλι τα καριοφίλια και τις πιστόλες τους, άλλοι πυροβολητές ήταν έτοιμοι να πυροβολήσουν συγχρονισμένα εναντίον του εχθρού κ.ο.κ.

Η αναφερόμενη μέθοδος ήταν η καταλληλότερη έναντι μαζικής εχθρικής επιθέσης και υπήρξε ιδιαίτερα φονική έναντι των ασυντάκτων Τουρκαλβανών. Οι τελευταίοι σωριάζονταν ομαδόν στο έδαφος από τα βόλια των επαναστατών, αναγκαζόμενοι τελικά να υποχωρήσουν. Ακολούθησαν και άλλες θυελλώδεις επιθέσεις τους και παρότι κατάφεραν επανειλημμένα να στήσουν τα μπαϊράκια τους (πολεμικές σημαίες) στο τοιχίο του χώρου του Χανίου, στο τέλος τρέπονταν σε φυγή αφήνοντας πίσω τους πολλούς νεκρούς.

Κατά το μεσημέρι, ο Ομέρ Βρυώνης, απογοητευμένος από την αποτυχία, διέταξε την παύση των επιθέσεων και συγκάλεσε πολεμικό συμβούλιο. Οι υπαρχηγοί του πρότειναν να φέρει βαριά πυροβόλα από τη Λαμία, προκειμένου να μεταβάλουν το Χάνι σε ερείπια από ασφαλή απόσταση. Ο πασάς θεώρησε υποτιμητικό να φέρει πυροβόλα για την εκπόρθηση ενός πανδοχείου. Έως τη δύση του ήλιου, εξαπέλυσε τρεις ακόμη επιθέσεις εναντίον του, χωρίς αποτέλεσμα.

Οι Τουρκαλβανοί όχι μόνο αδυνατούσαν να έλθουν σε αγχέμαχη συμπλοκή με τους αγωνιστές, αλλά ακόμη και να πλησιάσουν τους τοίχους του Χανίου, που «θέριζε» τους επιτιθέμενους από όλες τις πλευρές. Ο περίγυρος του πανδοχείου καλυπτόταν από σωρούς νεκρών και τραυματιών.
 

Ο Ομέρ κατανόησε ότι τα πυροβόλα ήταν απαραίτητα. Έστειλε έναν Τάταρο ιππέα στη Λαμία, με εντολή για μεταφορά τους στη Γραβιά και κύκλωσε το οχυρωμένο πανδοχείο με νυκτερινούς φρουρούς. Τέλος, επέτρεψε στον καταπονημένο στρατό του να αναπαυθεί. Στο Χάνι, οι οπλαρχηγοί εξέτασαν την κατάσταση. Η ολοήμερη μάχη είχε εξαντλήσει τα πυρομαχικά τους και γνώριζαν ότι την επόμενη ημέρα ο πασάς θα έφερνε πυροβόλα προκειμένου να μη θυσιάζει άσκοπα τους άνδρες του και να μην ονειδίζεται από την παρατεταμένη πολιορκία ενός πανδοχείου.

Είχαν πετύχει μερικώς τον στόχο τους, αφού είχαν προκαλέσει μεγάλες απώλειες στους Τουρκαλβανούς και είχαν ανυψώσει το φρόνημα όλων των επαναστατών. Γι’ αυτούς τους λόγους αποφάσισαν να εγκαταλείψουν το Χάνι. Περίπου δύο ώρες πριν ξημερώσει, ο Ανδρούτσος και οι άλλοι οπλαρχηγοί ξύπνησαν τους άνδρες και άρχισαν να απομακρύνουν αθόρυβα τις πέτρες από τον λιθοσωρό με τον οποίο είχαν σφραγίσει μία από τις θύρες του πανδοχείου.

Από την πύλη βγήκε προσεκτικά πρώτος ο Γκούρας, ο οποίος φημιζόταν για την εξαίρετη όραση του, και οδήγησε την πορεία των πολεμιστών στον γειτονικό αγρό. Τελευταίος βγήκε ο Οδυσσέας. Το χωράφι στο οποίο κινούνταν σκυμμένοι οι αγωνιστές, καλυπτόταν από ψηλά στάχυα τα οποία έκρυβαν την κίνηση τους από τους Αλβανούς που κατόπτευαν το Χάνι. Επρόκειτο για μία δύσκολη επιχείρηση διαφυγής που έγινε με πολλές προφυλάξεις, επειδή στον αγρό κείτονταν αρκετοί τραυματισμένοι εχθροί, κάποιος από τους οποίους θα μπορούσε να φωνάξει προδίδοντας στους ομοεθνείς του την ελληνική έξοδο.

Οι αγωνιστές έφθασαν τελικά σε ένα σημείο όπου βρίσκονταν οι Τουρκαλβανοί νυκτερινοί φρουροί. Εκείνοι τους αντιλήφθηκαν και άρχισαν να τους πυροβολούν. Τότε ο Οδυσσέας χρησιμοποίησε ένα στρατήγημα: πολλοί Αλβανοί ήταν ενδεδυμένοι όπως οι Έλληνες και δεν διακρίνονταν εμφανισιακά.
 

Ο Ανδρούτσος άρχισε να κραυγάζει στα αλβανικά εναντίον των ανδρών του και να προσποιείται ότι τους καταδιώκει. Έτσι «έπεισε» τους Τουρκαλβανούς ότι ήταν ένας από αυτούς και σε λίγο άρχισε να φωνάζει ότι οι Έλληνες διαφεύγουν προς τη βρύση Σού Τζίκα, ενώ εκείνοι έτρεχαν προς την αντίθετη κατεύθυνση, προς το Χλωμό. Οι Αλβανοί έτρεξαν προς τη βρύση ενώ ο Ανδρούτσος διέφυγε με τους άνδρες του μέσα στο σκοτάδι της νύκτας.

Όταν ξημέρωσε η 9η Μαΐου, οι επαναστάτες βρίσκονταν ασφαλείς στα υψώματα του Χλωμού, όπου καταμετρήθηκαν. Είχαν δύο τραυματίες, τον καπετάνιο Κώστα Καπογιωργάκη και έναν από τους πολεμιστές του Γκούρα, και έξι νεκρούς. Μεταξύ των τελευταίων βρίσκονταν ο επιφανής για τη γενναιότητα του, Αθανάσιος Καπλάνης, και ο Αθανάσιος Σεφέρης. Λίγο μετά την ανατολή του ηλίου, ο Ομέρ εισήλθε στο εγκαταλειμμένο Χάνι και όταν είδε την ισχνή κατασκευή του (συγκριτικά με τα πραγματικά οχυρά), επέπληξε σφόδρα τους Τουρκαλβανούς του επειδή δεν μπόρεσαν να νικήσουν λίγους «ζορμπάδες» (άτακτοι πολεμιστές ή «παλικαράδες»).

Οι απώλειες του τουρκικού στρατοπέδου αριθμούσαν 600 τραυματίες και 300 νεκρούς μεταξύ των οποίων και δύο μπέηδες. Με την εξόντωση τόσων Αλβανών στη Γραβιά, ο Οδυσσέας και οι άνδρες του πήραν μία «άτυπη» εκδίκηση για τον θάνατο των Ελλήνων αγωνιστών στην Αλαμάνα, τον προηγούμενο μήνα.

Οι Συνέπειες της Μάχης

Η μάχη της Γραβιάς είχε αποφασιστική σημασία για την πορεία της Ελληνικής Επανάστασης. Παρότι ‘επίσημα’ επρόκειτο για νίκη του Ομέρ Βρυώνη, στην πραγματικότητα είναι αμφίβολο αν η ταπείνωση 8.000 Τουρκαλβανών από μόλις 120 Έλληνες πολεμιστές μπορεί να θεωρηθεί «νίκη». Αυτή η πραγματικότητα κλόνισε το ηθικό του πασά και το ηθικό των ανδρών του. Μετά τη σχετικά «ανώδυνη» επιτυχία του στην Αλαμάνα, ο Ομέρ πίστευε μάλλον πως δεν θα συναντούσε σοβαρή αντίσταση κατά την πορεία του στην Πελοπόννησο.
 

Εντούτοις, η μανιώδης αντίσταση του Ανδρούτσου και των παληκαριών του έκαναν τον Ομέρ να κατανοήσει ότι η ελληνική εξέγερση κάθε άλλο ήταν παρά μία τοπική και ανάξια λόγου «ανταρσία» (όπως τη θεωρούσαν πολλοί Οθωμανοί). Όταν σε λίγο πληροφορήθηκε τη θανάτωση των μουσουλμάνων από τα Σάλωνα έως τη Μενδενίτσα, αντιλήφθηκε ότι επρόκειτο για πραγματική επανάσταση, οι φορείς της οποίας σκόπευαν να πολεμήσουν μέχρι τέλους.

Έτσι, ο Ομέρ Βρυώνης εγκατέλειψε το σχέδιο του για άμεση εισβολή στην Πελοπόννησο και προσπάθησε να καταπνίξει την εξέγερση στην ανατολική Ρούμελη. Με αυτόν τον τρόπο, η αντίσταση του Ανδρούτσου στη Γραβιά «διευκόλυνε» την πρώτη σπουδαία νίκη των Πελοποννησίων στο Βαλτέτσι και βοήθησε αποφασιστικά στην εδραίωση της εθνεγερσίας στην Πελοπόννησο (στην οποία δεν είχε σταθεροποιηθεί ακόμη).

Ο διασυρμός των Τουρκων στη Γραβιά είχε την ίδια σημασία για την επιβίωση της επανάστασης στην ανατολική Στερεά και για τη διάδοση της στη δυτική Στερεά και την Εύβοια. Όταν οι κάτοικοι των δύο τελευταίων περιοχών πληροφορήθηκαν τα γεγονότα της Γραβιάς, επηρεάσθηκαν αποφασιστικά υπέρ της επανάστασης και σε λιγότερο από έναν μήνα (έως τις 5 Ιουνίου) μία προς μία οι πόλεις και οι περιφέρειες τους, η Λίμνη, η Κύμη, η Κάρυστος, το Μεσολόγγι, το Αιτωλικό, το Ξηρόμερο και το Καρπενήσι, ύψωσαν τα λάβαρα της (το Ξηροχώρι της Εύβοιας είχε ήδη εξεγερθεί από τις 8 Μαΐου).

Η αναχαίτιση των εισβολέων στη Γραβιά προστάτευσε τον εθνικό αγώνα σε μία από τις κρισιμότερες φάσεις του, μετά τον θάνατο του ηρωικού Διάκου. Η στρατηγική διάνοια του Ανδρούτσου εκδηλώθηκε κατά τη μάχη της Γραβιάς. Ήταν τόση η απήχηση του θριάμβου του, ώστε ο Μπούσγος, εκλεγμένος οπλαρχηγός της Λειβαδιάς, του παραχώρησε αυτόβουλα την αρχηγία των όπλων της Βοιωτίας και τέθηκε υπό τις διαταγές του.

Φωτογραφικό Υλικό 
 
 
(Κάντε κλικ στις φωτογραφίες για μεγέθυνση)

Αριστοτέλης: Δημοκρατία ή φαυλοκρατία;

Δίκαιο και εκφυλισμένο πολίτευμα: Διαλεκτική άρχειν και άρχεσθαι

Η πολιτική σκέψη του Αριστοτέλη, ακόμη και χωρίς αναγωγές στους σύγχρονους καιρούς, είναι από μόνη της ικανή να δώσει ριζικές απαντήσεις στα σημερινά αδιέξοδα που έχει δημιουργήσει η κατά συρροή εγκληματική δράση της πολιτικής φαυλοκρατίας στο όνομα της δημοκρατίας. Είναι ικανή, αποφαίνεται ο Χέγκελ, επειδή είναι πιο ιδεαλιστική συγκριτικά με τον Πλάτωνα· ιδεαλιστική με το νόημα της προσήλωσης στην εμπειρική πραγματικότητα. Αυτή η φαυλοκρατία έχει ιδιοποιηθεί την αρχή της λαϊκής βούλησης και υπονομεύει συστηματικά το κύρος του νόμου (Πολιτικά 1291b κ.εξ.). Ο Αριστοτέλης τη συνταυτίζει με τους δημαγωγούς, με αυτούς δηλ. που σήμερα αποκαλούμε πολιτικούς απατεώνες, οι οποίοι παραπλανούν το λαό με μικρο-παραχωρήσεις, αδιαφορώντας πλήρως για τη μακροπρόθεσμη ευημερία της πολιτείας. Πώς εμπειρώμεθα στις ημέρες μας αυτή την παραπλάνηση; Θεωρητικά γίνεται πολύς λόγος για δημοκρατία και για τη συνταγματική της κατοχύρωση σε συνάρτηση με το γεγονός ότι διασφαλίζεται, υποτίθεται, η «κυριαρχία» του «λαού» και ανατροφοδοτείται από καθορισμένες εκάστοτε συμμετοχικές του πράξεις, όπως για παράδειγμα, η συμμετοχή του στο να εκλέγει εκείνους που θα τον εκπροσωπήσουν στα διάφορα πολιτικά, νομοθετικά, εκτελεστικά όργανα εξουσίας. Οι εκάστοτε «εκπρόσωποι» όμως, στη μεγάλη τους πλειοψηφία, αποδεικνύονται εν έργω εκπρόσωποι των συμφερόντων του φίλαυτου εαυτού τους και όχι του πάσχοντος πολίτη· βέβαια δεν κουράζονται διόλου να επικαλούνται τη «δημοκρατία» και το συμφέρον του λαού, ειδικά όταν χρειάζεται να νομοθετούν ενάντια στην ουσία της δημοκρατίας και στο συμφέρον των πολλών. Γι’ αυτό και η εκπροσώπηση ή η αντιπροσώπευση δεν παραπέμπει υποχρεωτικά ή ουσιαστικά στη λαϊκή κυριαρχία παρά στην υπονόμευσή της: κρατά την ευρεία μάζα του λαού μακριά από την ουσιαστική της συμμετοχή στις διάφορες πολιτικές αποφάσεις και κατ’ επέκταση μακριά από μια αντίστοιχη πολιτική παιδεία.

Το αποτέλεσμα είναι: αυτή η μάζα να μετατρέπεται, όχι σπάνια, σε όχλο κομματικο-γραφειοκρατικών γενίτσαρων –και άβουλων ψηφοφόρων– που στραγγαλίζουν εν τη γενέσει του καθετί το δημιουργικό και απελευθερωτικό για την από-οχλοποίηση πρωτίστως των ίδιων. Μέσα σε μια τέτοια ατμόσφαιρα γενιτσαρισμού ανδρώνονται, κατά κανόνα, και οι ίδιοι οι πολιτικοί «εκπρόσωποι», γιατί, αν δεν ήταν και οι ίδιοι γενίτσαροι, δεν θα πολιτικολογούσαν ανοήτως για λογαριασμό τρίτων. Η εν λόγω εκπροσώπηση ή αντιπροσώπευση λειτουργεί, εν πολλοίς, αλλοτριωτικά για την κοινωνία και εκφυλιστικά για το πολίτευμα. Χαρακτηριστικά είναι, ως προς το θέμα, τα λόγια του Χέγκελ από τη Φαινομενολογία του πνεύματος (§588):

«όπου ο Εαυτός είναι παρών δι’ αντιπροσώπευσης …εκεί αυτός δεν είναι [=υπάρχει] πραγματικά· όπου είναι δι’ εκπροσώπου, αυτός δεν είναι [=υπάρχει]».

Πώς κατανοεί ο Αριστοτέλης τη δημοκρατία; Την κατανοεί στο πλαίσιο κατάταξης των πολιτευμάτων με τα εξής κριτήρια: 1. Ο αριθμός των ασκούντων την εξουσία: αν οι κυβερνώντες είναι πολλοί, τότε έχουμε τη λεγόμενη «πολιτεία» ή τη δημοκρατία. Αν είναι ένας, τότε το πολίτευμα είναι μοναρχία ή τυραννίδα, ενώ αν είναι λίγοι, έχουμε ολιγαρχία. 2. Κατά πόσο το πολίτευμα ωφελεί όλους ή μόνο τους κυβερνώντες. Με βάση αυτό το κριτήριο, η δημοκρατία λογίζεται εκφυλισμένο πολίτευμα της «πολιτείας». Σύμφωνα με το αριθμητικό κριτήριο ταξινόμησης,

«δημοκρατία υπάρχει, όταν κατέχουν την εξουσία οι φτωχοί και ολιγαρχία, όταν πολιτικά κυρίαρχοι είναι οι πλούσιοι. Συμβαίνει ασφαλώς οι πρώτοι να είναι πολλοί και οι δεύτεροι λίγοι. Οι ελεύθεροι δηλαδή είναι πολλοί και οι πλούσιοι λίγοι» (Πολιτικά 1290b).

Ι. Η «πολιτεία», με βάση το ποιοτικό κριτήριο, είναι το δίκαιο πολίτευμα, δηλαδή εκείνος ο τύπος δημοκρατίας, που ενδιαφέρεται για το συνολικό συμφέρον της πολιτείας, ήτοι της πόλης/κράτους, και δεν περιορίζεται στο μερικό συμφέρον των κυβερνώντων, ακόμη κι αν αυτοί είναι οι φτωχοί. Ο εκφυλισμένος τύπος ή μορφή δημοκρατίας προσδιορίζεται ποσοτικά μόνο ως εξουσία των πολλών και είναι, ως τέτοια ποσότητα, ευθέως αντίθετη προς την εξουσία των λίγων. Το ποσοτικό κριτήριο όμως δεν αρκεί, γιατί ο καταπιεστικός χαρακτήρας της εξουσίας ως τέτοιας παραμένει, άρα η ισότητα, με το νόημα της ποσοτικής ισοπέδωσης, δεν αποτελεί εγγενές στοιχείο του πολιτεύματος, αλλά επιβάλλεται –εάν επιβάλλεται– βίαια.

ΙΙ. Ο Αριστοτέλης συγχρόνως αναφέρει και το στοιχείο της ελευθερίας: οι πολλοί υποτίθεται ότι δύνανται να συμμετέχουν στην εξουσία, να άρχουν, γιατί είναι ελεύθεροι. Τούτο υποδηλώνει πως, εάν η έννοια της ελευθερίας κατανοείται στην ποιοτική της έκφανση ως άμεση πραγμάτωση της πολιτικής αρετής, τότε οι «ελεύθεροι» έρχονται στην εξουσία, έχοντας γνώση και επίγνωση τι είναι δίκαιο και άδικο, αγαθό και κακό, τουτέστι ως αληθώς πνευματικές και ανιδιοτελείς προσωπικότητες και όχι ως εξουσιομανείς πεινασμένοι-κλεπτοκράτες ή ασυνάρτητοι πλιατσικολόγοι, σαν τους αγράμματους καθεστωτικούς του παρόντος διεφθαρμένου πολιτικού συστήματος. Οι πραγματικά ελεύθεροι άρχοντες δεν εμφορούνται από εγωιστικούς υπολογισμούς, μας λέει ο Αριστοτέλης, ούτε από αγελαία ένστικτα αλλά από την ευαισθησία της πνευματικότητάς τους, για να πραγματώσουν την ως άνω πολιτική αρετή.

ΙΙΙ. Θεμελιώδη συστατικά της τελευταίας, μεταξύ άλλων, είναι:
η ουσιαστική συμμετοχή του πολίτη στην άσκηση της εξουσίας –όχι η απατηλή εκπροσώπηση–, η αίσθηση του δικαίου που εκπορεύεται από την αντίστοιχη φιλοσοφικο-πολιτική παιδεία, η απουσία βαναυσότητας, αμοραλισμού, αγελαίας συμπεριφοράς και πάνω από όλα η εφαρμογή της αρχής:

«ο πολίτης να μην άρχεται από καμιά εξουσία, ή, αν αυτό δεν είναι δυνατόν, ο καθένας να άρχεται με τη σειρά του» (Πολιτικά 1317a).

Ετούτη η τελευταία αρχή απαντά σε όλα τα αινίγματα του σημερινού πολιτικού αδιεξόδου της Ελλάδας. Πιο ειδικά: οι βασικοί εκπρόσωποι του σύγχρονου πολιτικαντισμού –που συνήθως άρχει– φροντίζουν ή να διαιωνίζουν την εξουσία τους – κυρίως αν είναι διεφθαρμένοι– ή να πλουτίζουν δια της εξουσίας και να αποσύρονται για να απολαύσουν τον πλούτο τους. Η οντολογική τους αγωνία είναι να αποφεύγουν να άρχονται. Όμως η αριστοτελική αρχή είναι αμείλικτη:

«όλοι οι άρχοντες να εκλέγονται από όλους του πολίτες· όλοι να γίνονται άρχοντες του καθενός και ο καθένας άρχοντας όλων» (ό.π.).

Εάν στοιχειωδώς ίσχυαν αυτές οι αρχές στη σημερινή ελλαδική πολιτικο-κοινωνική φαυλότητα, δεν θα υπήρχαν οι ατέλειωτες κοιλάδες των δακρύων.

Χριστιανοί απολογητές και χριστιανική απολογητική - Η ιουδαιοχριστιανική «τέχνη» του «κάνουμε το μαύρο άσπρο, εκλογικεύουμε τον παραλογισμό και δεν απαντάμε επί της ουσίας»

Ως απολογητές καλούνται αυτοί που υπερασπίζονται τις δοξασίες τους, ερχόμενοι αντιμέτωποι και προσπαθώντας ν' αντικρούσουν όσους τις αμφισβητούν. Στη θέση αυτή, βρέθηκαν από τους πρώτους αιώνες του Χριστιανισμού, διάφοροι άνθρωποι της Εκκλησίας (ιερείς, εκκλησιαστικοί συγγραφείς κ.ά.), οι επονομαζόμενοι «χριστιανοί απολογητές», όταν η «αλήθεια» του Χριστιανισμού αμφισβητήθηκε, αλλά και διακωμωδήθηκε εντόνως, από σφοδρούς επικριτές της νέας θρησκείας που ερχόταν σε ευθεία σύγκρουση με την ελληνική κοσμοθεωρία και την απλή λογική, όπως φιλόσοφους, σαν τον Κέλσο και τον Πορφύριο, ή τον αυτοκράτορα Ιουλιανό.

Εκ πρώτης όψεως, η χριστιανική απολογητική εμφανίζεται ως ρητορικό όργανο, δηλαδή όργανο του προφορικού και γραπτού λόγου, η χρήση του οποίου σκοπό έχει την αποσαφήνιση, προβολή και απόδειξη της υπέρτατης και εξ αποκαλύψεως αληθείας των «θέσεων» της χριστιανικής θρησκείας και συνεπώς η ανθρωπότητα οφείλει να την αποδεχθεί και όχι να την διώκει. Παρά ταύτα όμως, η χριστιανική απολογητική παρακάμπτει πλήρως την λογική συνδιαλλαγή και κατά βάθος και ουσία δεν είναι τίποτα άλλο παρά ένα τέχνασμα, μια σοφιστικοειδής (και όχι σοφιστική) τεχνική η οποία χρησιμοποιεί διάφορα τεχνάσματα, γενικολογίες, παραπλανητικές απαντήσεις, κόλπα και παρόλες, σοφιστείες, τρικλοποδιές, εντυπώσεις, μορφασμούς, διάφορα σχήματα λόγου, μπερδέματα, κατάργηση ή διαστροφή της λογικής με λογικά σφάλματα και άλματα, κατάργηση της κριτικής, συσκότιση της Ιστορίας, παραποίηση γεγονότων και δεδομένων, κ.λπ. για να:

1. Δικαιολογεί με κάθε μέσο κάθε λάθος, αυθαιρεσία, αντίφαση και παραλογισμό που υπάρχει εντός της χριστιανικής πίστεως.

2. Να συγκρατεί τα θύματα των αδαών ή ημιμαθών και εξαθλιωμένων πιστών στις αγκάλες της χριστιανικής πίστεως και να αρπάζει εντός αυτών τους επιπολαίους και εκείνους που δεν έχουν καμία διάθεση για έρευνα, λογική εξέταση και κρίση.

3. Να χρησιμοποιεί τη γκρίνια, την ικεσία και κάθε άλλο παρόμοιο μέσο για να προκαλεί την ανοχή, την συμπάθεια, τον οίκτο, κ.λπ., των μη χριστιανών, αντιπάλων και μη, ώστε η χριστιανική θρησκεία να καρπούται ειρηνική συνύπαρξη όταν ήταν αδύνατη κατά τους τρεις πρώτους αιώνες.

4. Να δικαιολογεί κάθε είδους βία, νοθεία και καταστροφή που ήταν προς όφελός της όταν έγινε ισχυρή από τον «Μέγα» Κωνσταντίνο και μετά.

5. Να επιδεικνύει ψευδόμενη κάποιες ηθικές αρχές, τελετουργίες, μυστήρια, κ.λπ., ως χριστιανικές πρωτοτυπίες, ενώ όλα αυτά προϋπήρχαν σε πάρα πολλές προηγούμενες θρησκείες, διδασκαλίες, φιλοσοφικές τάσεις και σχολές. Μεταξύ αυτών ήταν οι: Νεοπυθαγόρειοι, νεοπλατωνικοί, στωικοί, σοφιστές, θεραπευτές της Αιγύπτου, γνωστικοί, ζωροάστρες, μιθραϊστές, γυμνοσοφιστές (βουδιστές, ινδουιστές), η σχολή του Εβραίου γραμματοδιδασκάλου Χιλέλ του Πρεσβυτέρου (παππού του Γαμαλιήλ των Πράξεων των Αποστόλων 5: 33-41), διάφοροι άλλοι Εβραίοι ραβίνοι, κ.ά.

6. Να καυχάται για κοινωνικούς άθλους του Χριστιανισμού, τους οποίους ουδέποτε διέπραξε, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγονται: Η κατάργηση της δουλείας, η καλυτέρευση της κοινωνικής θέσεως της γυναίκας, η απεμπόληση μυθολογιών και δεισιδαιμονιών ως ψεύδη, κ.λπ.

Σήμερα, όπως και κατά την βυζαντινή εποχή, στις διάφορες ιερατικές σχολές διδάσκουν το μάθημα της «ρητορικής». Αυτό δεν έχει καθόλου το νόημα που υπήρχε περί Ρητορικής στην Αρχαία Ελλάδα και Ρώμη. Όπως και σε όλη τους την δισχιλιετή ιστορία, αυτό που συνεχώς προσπαθούν να μάθουν είναι το πως θα καταφέρουν να μπαλώσουν και να καμουφλάρουν τα συνεχώς προκύπτοντα ερωτήματα, προβλήματα, ζητήματα, αντιφάσεις, ανοησίες, βλακείες, κλπ, επί. της χριστιανικής πίστεως αντί να τα ξελασπώσουν με ορθά επιχειρήματα και να παράξουν πειστικές απαντήσεις για την αλήθεια που αυτοί μόνο κατέχουν και οι άλλοι «δεν μπορούν να δουν». Προσπαθούν να ανακαλύψουν ψευδοεπιχειρήματα, μπερδέματα, υπεκφυγές, διαστροφές λόγων και νοημάτων, κ.λπ., για να αντιπαρέλθουν τους αντιρρησίες και αμερόληπτους ερευνητές οι οποίοι συνεχώς και πειστικώς ανακαλύπτουν πόσο διάτρητη, φτιαχτή, επινενοημένη και ψευδής είναι η χριστιανική θρησκεία. Πολλές φορές προκειμένου να φτάσει στα συμπεράσματά της, η χριστιανική απολογητική εξιδανικεύει συστηματικά κάθε τι το παράλογο ή συμπτωματικό το οποίο ήθελε συναντήσει ή στο οποίο ήθελε σκοντάψει, αλλ’ όμως φαινόταν πως με την εξιδανίκευση του θα απέβαινε προς συμφέρον της, παρακάμπτοντας κάθε απλή ή σύνθετη λογική, κάθε απλό ή σύνθετο επιχείρημα.

Όλα αυτά φανερώνουν το παράλογο, το ψευδές και το ανέντιμο των επιχειρημάτων τών χριστιανών απολογητών και θεολόγων όπως και της πίστεώς τους. Όλα αυτά ξεμπροστιάζουν την κατάσταση, τον χαρακτήρα και την προσωπικότητά τους. Παρά τον παραλογισμό, το ψεύδος και το παραλήρημα τους, πολλοί απ’ αυτούς, μέσα στην σύγχυση, την πλύση εγκεφάλου και την πεποίθηση που τους διακατέχει αδυσώπητα, νομίζουν ότι καλώς πράττουν! Όμως, τόσο φτηνιάρικα και ανέντιμα είναι τα μέσα με τα οποία οι χριστιανοί απολογητές και θεολόγοι προσπαθούν να αγρεύουν και συγκρατούν τους αδαείς και τους αφελείς, οι οποίοι ατυχώς ή δυστυχώς αποτελούν την συντριπτική πλειοψηφία του πληθυσμού, στην σαγήνη της χριστιανικής πίστεως. Ιδού τα μέσα τους και ιδού τα χάλια τους!

Με άλλα λόγια η χριστιανική απολογητική ουδέποτε απέδειξε ούτε προσπάθησε ή έθεσε ως στόχο της το να αποδείξει με αντικειμενικό (λογικό) τρόπο την υπέρτατη και αδιάσειστη αλήθεια αυτής της εξ αποκαλύψεως πίστεως και συνεπώς «γνώσεως». Τέτοια απόδειξη ή προσπάθεια αποδείξεως δεν υπάρχει πουθενά. Αυτό που έκαναν όλοι οι απολογητές όλο κι όλο είναι με όλα τα παραπάνω αθέμιτα μέσα και τεχνάσματα να προσπαθούν να μπαλώνουν τις ανοησίες, αντιφάσεις και τα άτοπα του Χριστιανισμού οσάκις οι φωστήρες του προκαλούντο γι’ αυτά από ερευνητές και σκεπτικιστές. Όμως, με μια σαφή και καθαρή απόδειξη της αλήθειας που κατείχαν θα έλυναν ανά πάσα στιγμή κάθε ζήτημα ή ερώτημα. Αφού όπως ισχυρίζονταν, κατείχαν την υπέρτατη αλήθεια η οποία τους αποκαλύφθηκε άνωθεν διά θείας παρεμβολής, τότε λογικώς έπρεπε να έχουν στη διάθεσή τους και μπόλικους, αδιάσειστους, πειστικούς και ευκολονόητους τρόπους, εν ανάγκη και αυτούς άνωθεν αποκαλυφθέντες, ή τουλάχιστον έναν τέτοιο τρόπο για να διαλύουν κάθε αμφιβολία και αμφισβήτηση και να απαντούν σαφώς σε κάθε ερώτηση και πρόκληση περί της σαθρότητας και του αμφιβόλου της νέας αυτής πίστεως, «γνώσεως» και θρησκείας. Παρ’ όλα ταύτα κατάφευγαν σε κάθε είδους παραπλανητικά τεχνάσματα, κόλπα και κολπάκια, γενικολογίες, προκλήσεις εντυπώσεων και τρικλοποδιές για να μπερδέψουν κατά το δυνατόν τον αντίπαλο. Αν πάλι μέσα σ’ όλα τύχαινε ο αντίπαλός τους να κάνει κάπου ένα λαθάκι, ακόμα και επουσιώδες, αυτοί αμέσως δράττονταν της ευκαιρίας για να ισχυριστούν ότι όλα όσα ο αντίπαλος ξεμπροστιάζει είναι εσφαλμένα και συνεπώς όλοι πρέπει να τον αγνοήσουν. «Να του τη φέρουν» όπως λέμε λαϊκίστικα σήμερα. Όπως ακριβώς κάνει ένας δικηγόρος που έχει στο δικαστήριο έναν εγκληματία πελάτη και προσπαθεί με κάθε κολπάκι και παραθυράκι του ατελούς ανθρώπινου νόμου να πείσει τους δικαστές ότι ο πελάτης του είναι αθώος.

Πολύ περισσότερο όμως σε μια τέτοια αντιπαράθεση οι απολογητές σκόπευαν να φανούν οι νικητές μπροστά στους ανεγκέφαλους πιστούς των, οι οποίοι όχι μόνο γνώση δεν κατείχαν αλλά είχαν χάσει ή και οι ίδιοι απεμπολήσει κάθε ικανότητα και θέληση κρίσεως. Η νίκη αυτή είναι προφανώς ευκολότατη όταν κριτές είναι ένα πλήθος προκατειλημμένων αδαών και ανεξετάστων της θρησκευτικής χριστιανικής πίστεως. Το ζητούμενο όμως πάντα ήταν το ξεκαθάρισμα της αλήθειας και όχι το ποιος θα νικήσει κλέβοντας την παράσταση. Τις πιο πολλές φορές που δεν μπορούσαν να αντιμετωπίσουν λογικώς και ξεκάθαρα ένα ερώτημα ή ζήτημα που τους ετίθετο, προσπαθούσαν να αυγατίσουν με περιφερειακές μισοκουβέντες ή έφευγαν από το ένα θέμα στο άλλο και απαντούσαν σε άλλα πράγματα. Μάλλον και οι γλωσσολαλιές τους, θα ήταν πολύ πιο βολικές σε τέτοιες κρίσιμες περιπτώσεις. Αυτές τις γλωσσολαλιές τις εκθειάζει ο Παύλος στην «Α΄ Προς Κορινθίους Επιστολή», κεφάλαιο 14. Ο Κέλσος, στον «Αληθή Λόγο», τις καταγγέλλει ως απόδειξη της αποβλάκωσης των πιστών. Ο δε Λoυκιανός ο Σαμοσατεύς τις σατιρίζει στο έργο του «Περί Περεγρίνoυ Τελευτής». Οι γλωσσολαλιές είναι εν ενεργεία και σήμερα σε μερικές χριστιανικές αιρέσεις (π. χ. Πεντηκοστιανοί).

Ο «μέγας θεολόγος» Γρηγόριος Ναζιανζηνός ο Καππαδόκης, ο οποίος συγκαταλέχθηκε στους «Τρεις Ιεράρχας, Προστάτας των Ελληνικών Γραμμάτων», ορθά κοφτά λέει (όπως μας το μεταφέρει νοηματικώς η Helena Blavatsky): «Τίποτα δεν μπορεί να επιβληθεί καλύτερα στον κόσμο από τη μωρολογία· όσο λιγότερο καταλαβαίνουν τόσο περισσότερο θαυμάζουν» («Επειδή το μεν ραδίως ληπτόν, άπαν ευκαταφρόνητον· το δε υπέρ ημάς, όσω δυσεφικτότερον, τοσούτω θαυμασιώτερον και γυμνάζειν τον πόθον άπαν το διαφύγον την έφεσιν» [Λόγος ΙΔ, Περί Φιλοπτωχίας, ΛΓ]). Τί ειλικρινής και αξιοθαύμαστη ρήση του Γρηγορίου! Μελετήσετε όλον αυτόν τον λόγο να δείτε τι θα πει προβατοποίηση, από τον Μέγα Θεολόγο Γρηγόριο! Μια πλήρως αντιεπιστημονική ρήση που μοιάζει με τις απάτες και τις σαχλαμάρες του Τερτυλλιανού! Είχε λοιπόν ή δεν είχε δίκιο ο Κέλσος;

Μια άλλη γνωστή μέθοδος και παλιά τακτική των απολογητών είναι αυτή που λέει ότι, «αν δεν μπορείς να χτυπήσεις το μήνυμα, τότε χτύπα τον μηνυτή του». Έτσι πολλές φορές χρησιμοποιούν συκοφαντίες, λάθος πληροφορίες και ψέματα εναντίον του μηνυτή για να πείσουν τους άλλους να μην δώσουν σημασία στο μήνυμά του. Οι απολογητές κάνουν συχνή χρήση αυτής της μεθόδου. Η χριστιανική ιστορία και βιβλιογραφία αποδεικνύει σαφώς ότι όσες φορές οι χριστιανοί απολογητές δεν μπόρεσαν να βρουν επιχειρήματα και στοιχεία για να ανατρέψουν κάποιο νευραλγικό σημείο που κάποιος είχε γενικώς διαπιστώσει ή τους είχε υποβάλλει σε μια αντιπαράθεση, τότε κατάφυγαν σε κάθε αθέμιτο μέσο, όπως π. χ., η ύβρις, το μίσος, η συκοφαντία, κ.λπ. Αντί να επιχειρηματολογήσουν κατά του θέματος και του σημείου που ετέθη υπ’ όψη τους άρχισαν να καταφέρονται εναντίον εκείνου που τους το έθεσε. (Πρόκειται για σκόπιμη εφαρμογή του λογικού σφάλματος που αποκαλείται «ad hominem»).

Οι τρόποι και οι τακτικές που χρησιμοποιούν οι χριστιανοί απολογητές για να δικαιολογήσουν πάση θυσία αυτά που πιστεύουν καθώς και η συμπεριφορά την οποία επιδεικνύουν, φανερώνουν το κατά πόσο είναι αλήθεια όλα όσα διατείνονται και για τα οποία προσπαθούν να πείσουν τους άλλους. Μια αληθινή και εξ αποκαλύψεως θρησκεία και ο λόγος του μόνου αληθινού Θεού της, νομίζουμε, ότι δεν χρειάζεται τέτοια μέσα. Η αλήθειά μιας τέτοιας θρησκείας και του Θεού της, νομίζουμε, πρέπει να είναι καθαρός ουρανός που αστραπές δεν φοβάται. Πρέπει να είναι σαφής, απλή και κατανοητή από όλους και χωρίς περιτροπές. Δεν θα έπρεπε καν να χρειάζεται και να υπάρχει απολογητική. Δεν μπορούμε να δεχτούμε πως ένας πάνσοφος και παντοδύναμος Θεός θέλει να μπερδεύει συνεχώς τους ανθρώπους με τις ακαταστασίες, αντιφάσεις και ακαταλαβίστικες αλήθειές του και να χρειάζεται συνεχώς απολογητές για να του τις ξεμπερδεύουν. Με τον χριστιανικό Θεό και την απολογητική του όμως έχουμε να κάνουμε με κάθε είδους ακαταστασία, αντιφατικότητα, αυθαιρεσία, δόγμα, ισχυρισμό χωρίς κανένα φερέγγυο στοιχείο, κ.λπ. Άλλοτε πάλι έχουμε απαντήσεις παραπλανητικές και τόσο δαιδαλώδεις που δεν βρίσκεις άκρη, ούτε αρχή, ούτε τέλος.

Όπως λοιπόν ο αείμνηστος Ρόμπερτ Τέιλορ (Αγγλικανός ευαγγελικός ιερέας που αποσκίρτησε από τον Χριστιανισμό όταν μελέτησε αρκετά και ανακάλυψε την τρομακτική αντιφατικότητα, τα λάθη, την ανακολουθία και την καταστροφικότητα αυτής της θρησκείας [1784-1844]) μας γράφει συχνά στα συγγράμματά του, το πιο πειστικό, κατά τη γνώμη του, κριτήριο για την απόρριψη της ιστορικότητας του Ιησού και όλων όσων πρεσβεύει η χριστιανική θρησκεία είναι το ότι ο ίδιος και όλοι οι ορθολογιστές και σκεπτικιστές μέχρι την εποχή του έπρεπε να υποφέρουν στον μέγιστο βαθμό το μίσος, την ατιμία, τη διαβολή και στο τέλος φυλακίσεις και βασανιστήρια από τους χριστιανούς απολογητές και αξιωματούχους, για τις ερωτήσεις και αντιρρήσεις που τους υπέβαλαν. Ο Τέιλορ εκτός από διάφορα χρηματικά πρόστιμα που του επεβλήθησαν, υβρίστηκε, συκοφαντήθηκε και στο τέλος φυλακίστηκε και βασανίστηκε δύο φορές. Στα συγγράμματά του λοιπόν γράφει αρκετές φορές ότι επί τέλους κατάλαβε, εξ ιδίας πείρας, ποια είναι τα μόνα πειστικά και αποστομωτικά επιχειρήματα των χριστιανών...

Έχουμε βεβαίως το θεολογικό παράδειγμα του Αποστόλου Παύλου: «Σ' αυτούς συμπεριλαμβάνονται ο Yμέναιος κι ο Aλέξανδρος, που τους παρέδωσα στον Σατανά, για να βάλουν μυαλό και να μάθουν να μη φέρονται με τρόπο βλάσφημο» (Α΄ Πρός Τιμόθεον 1: 20). Γιατί όμως έπρεπε να «βάλουν μυαλό» αυτοί οι δύο, παραδιδόμενοι στον Διάβολο; Γιατί, όπως μας εξηγεί ο Παύλος, «έπεσαν έξω σε θέματα της αλήθειας, ισχυριζόμενοι πως η ανάσταση έχει κιόλας γίνει και κλονίζουν έτσι την πίστη μερικών» (Β΄ Προς Τιμόθεον 2: 18). Ο Παύλος ξέρει καλά να διαβολοστέλνει, όπως το είχε ξανακάνει στην «Α΄ Προς Κορινθίους» (5: 4-5): «Έτσι, αφού συναχθείτε εσείς και το δικό μου πνεύμα, έχοντας και τη δύναμη του Kυρίου μας Iησού Xριστού, να παραδώσετε έναν τέτοιο άνθρωπο στον Σατανά, για να εξαλειφθεί το σαρκικό φρόνημα, ώστε το πνεύμα να διατηρηθεί σώο την Hμέρα του Kυρίου Iησού» ή «Εάν διά τoυ ψεύδoυς μoυ η αλήθεια τoυ Θεoύ κατεδείχθη μεγάλη πρoς δόξαν τoυ, γιατί ακόμη κατακρίνoμαι ως αμαρτωλός;». Απόστολος Παύλος (Προς Ρωμαίους Επιστολή, 3: 7).

Πολλοί σημερινοί αλλά και παλαιότεροι χριστιανοί όλων των χριστιανικών αιρέσεων, κυρίως όμως ορθόδοξοι, θεωρούν πουλημένους στον Σατανά ή τους Εβραιοσιωνιστές όλους όσους ασκούν κριτική επί του Χριστιανισμού και επί των αντιφάσεων, της διδασκαλίας, της θεολογίας και της ιστορίας του. Κύριε τάδε να μάθεις να μην κρίνεις αλλά να πιστεύεις στα τυφλά και να αναμασείς αυτά που μόνο ακούς. Μόνο τότε είσαι καλός ορθόδοξος χριστιανός. Αλλιώς είσαι όργανο του Σατανά και των Εβραίων! Εκτός από τον Παύλο είχαμε βεβαίως και τον Εβραιοχριστιανό Ιωάννη Χρυσόστομο στην Κωνσταντινούπολη να ωρύεται κατά των Ιουδαίων επειδή πολλοί χριστιανοί επισκεπτόταν την συναγωγή και οι Εβραίοι δεν ήθελαν να ασπαστούν τον Χριστιανισμό. Αυτή η νοοτροπία επικράτησε από τότε μέχρι και σήμερα. Οι κριτικοί του Χριστιανισμού όμως δεν παύουν να συμπεριλαμβάνουν και να στηλιτεύουν μαζί με τον Χριστιανισμό και τον Εβραϊσμό της ερήμου που είναι ο «πατέρας» του Χριστιανισμού. Ιδού η λογική τους! Άντε να βρεις λογική στο μυαλό αυτών των ανθρωπίνων όντων! Δεν μπορούν καν να δουν ότι ο Χριστιανισμός προήλθε ως αίρεση από τον Εβραϊσμό και οι ίδιοι πρώτοι απ’ όλους θα έπρεπε να προσκυνούν τους Εβραίους για το «καλό» που τους δώσανε!...

Πρέπει να τονισθεί άλλη μια φορά και μια για πάντα και εφ’ όλης της απολογητικής, θεολογικής, κλπ, ύλης και θεμάτων: Η εφεύρεση δικαιολογιών, ιδίως όταν χρησιμοποιούνται πολλά κόλπα, λογικά σφάλματα και άλματα, για να δικαιολογήσει κανείς οτιδήποτε είναι το πιο εύκολο πράγμα στον κόσμο. Όταν ακόμα οι άλλοι τις πιστεύουν στα τυφλά, τότε άνετα αυτός ο επιτήδειος μπορεί να αυτοβαπτίζεται και διδάκτωρ της δικανικής! Π. χ. για να δικαιολογήσει κάποιος το κάπνισμα, μάς είπε ότι: «Αυτός που δεν καπνίζει θα πεθάνει υγιής, οπότε μιας που θα πεθάνουμε ας καπνίζουμε για να μην πεθάνουμε υγιείς και πάμε τσάμπα χαμένοι!». Αυτό ικανοποίησε σφόδρα όλους τους καπνιστές που τον άκουσαν! Πάρα πολύ ωραία! Τέτοιου τύπου δικαιολογίες μπορεί ο καθένας να βγάλει με την σέσουλα.

Αν ο Χριστιανισμός ήταν η αληθής και εξ αποκαλύψεως θρησκεία δεν θα είχε ανάγκη καμίας απολογητικής. Όλα όσα τον αφορούν θα ήταν απολύτως καθαρά και ξάστερα χωρίς τριακόσιες ερμηνείες και αμέτρητα «ίσως»! Όπως πιστεύουν οι χριστιανοί, ο ίδιος ο Θεός έγινε άνθρωπος και κατέβηκε στη γη για να μας αποκαλύψει την αλήθεια, αλλά δυστυχώς ό,τι μας είπε έχει ανάγκη απολογητικής, ερμηνειών, εξηγήσεων και συνταιριασμάτων με όλα εκείνα τα «ίσως» ή με το «κάποια εξήγηση θα υπάρχει και γι’ αυτό ή για ‘κείνο», κ.λπ. Δηλαδή, κατέβηκε λοιπόν ο ίδιος ο Θεός στη γη έπαθε, σταυρώθηκε, πέθανε, κ.λπ., για να μας επικυρώσει μεταφορές, παρομοιώσεις και σχήματα λόγου. Έκτοτε όμως όλοι οι χριστιανοί προσπαθούν να εξακριβώσουν τι να εννοεί άραγε με το ένα ή με το άλλο, αλλά ό,τι και να πούνε δεν είναι ποτέ τους σίγουροι. Από την άλλη μεριά όμως οι χριστιανοί διά της βίας απαίτησαν και απαιτούν από όλους τους άλλους να πιστεύουν αυτά τα παραμυθάκια με τις μεταφορές και τις παρομοιώσεις, αλλιώς δεν πρόκειται να σωθούν και θα πάνε στην αιώνια Κόλαση. Αυτό θα πει θράσος...

Ο Χριστιανισμός είναι ψευδής, τεχνητή και κακοφτιαγμένη θρησκεία και γι’ αυτό χρειάζεται αυτή την συνεχή απολογητική για να ρίχνει στάχτη στα μάτια των τυφλών οπαδών του, να μπαλώνει τα αδικαιολόγητα και αλλόκοτα και να προσπαθεί να συμβιβάσει τα ασυμβίβαστα με την κατάργηση κάθε λογικής! Ακόμα μέχρι και σήμερα, δηλαδή 2.000 χρόνια μετά τον Ιησού Χριστό, πέραν ορισμένων αυθαιρέτων δογμάτων τα οποία ετέθησαν κατόπιν πολλών αγρίων διαμαχών στις συνόδους, τα υπόλοιπα πράγματα δεν έχουν ξεκαθαρίσει. Κάθε αίρεση λέει τα δικά της, τα οποία είναι και τα μόνα «σωστά». Εμείς όμως εδώ και παντού επί των θεολογικών θεμάτων και ζητημάτων ζητάμε τις σαφείς και πλήρεις απαντήσεις που οφείλουν να μας παρέχουν τα τέσσερα κανονικά «θεόπνευστα» Ευαγγέλια και όλα τα «θεόπνευστα» γραπτά της Μίας Αγίας Καθολικής Αποστολικής Ορθοδόξου Εκκλησίας και Αμπέλου του Θεού και Ιησού Χριστού. Δεν ζητάμε τις απαντήσεις που είναι δικαιολογίες αφού συνεχώς προτάσσονται με όλα εκείνα τα ατελεύτητα «ίσως» και «μπορεί» που καθιστούν ταυτολογία κάθε ισχυρισμό! Ή μιλάμε ευκρινώς και επακριβώς για την απόλυτη, θεϊκή και αποκαλυφθείσα αλήθεια για την οποία ξέρουμε τι μας γίνεται, αλλιώς απλώς προσπαθούμε να δικαιολογήσουμε κάτι «θεϊκές» ιστοριούλες που δεν πιάνονται ούτε με δυο ξυλαράκια...

Άλλη συχνότατη και παραπλανητική τακτική είναι και η εξής: Προκειμένου οι απολογητές να δικαιολογήσουν κάτι διά των εβραιογνωστικοχριστιανικών γραφών επιλέγoυν από τις γραφές ό,τι ταιριάζει στην περίπτωση που αντιμετωπίζουν ενώ κάνουν την πάπια (ποιούν την νύσσα) για πάμπολλα άλλα χωρία τα οποία αποδεικνύουν ακριβώς την αντίθετη θέση αυτής της περίπτωσης. Οι χριστιανικές γραφές είναι πλήρεις αντιφάσεων και λαθών, ούτως ώστε βάσει αυτών μπορείς να ισχυριστείς ό,τι θέλεις! Ακόμα, και τα πιο αντιφατικά ή αντίθετα ζητήματα και συμπεράσματα...

Όταν οι απολογητές χάσουν κάθε λογικό ή θεολογικό επιχείρημα τότε καταφεύγουν σε ένα αλλόκοτο σόφισμα: Σου λένε ότι την Βίβλο, τον Χριστό, τον Χριστιανισμό τα βάζεις στην καρδιά σου και δεν τα βάζεις στο μυαλό σου ή στο μικροσκόπιο. Αυτό βεβαίως σημαίνει να τα δεχθείς εκ προοιμίου συναισθηματικώς χωρίς να τα εξετάσεις, έτσι επειδή τα γουστάρεις, και αν είναι δυνατόν να τα κάνεις βιώματά σου, έτσι αξιωματικώς. Κύριε τάδε, δεν τα εξετάζεις και δεν τα ψειρίζεις αλλά τα δέχεσαι αυτομάτως διά της θρησκοληπτικής πίστεως και συμμορφώσεως. Αν όμως έχουν έτσι τα πράγματα τότε γιατί έχουν καταναλώσει εκατοντάδες χιλιάδες σελίδες με το να γράφουν ερμηνείες και εξηγήσεις των γραφών, κατηχήσεις και κανόνες, κ.λπ.; Γιατί έχουν συγκαλέσει πάρα πολλές συνόδους για να αποφασίσουν το δόγμα; Γιατί έχουν φονεύσει πολλά εκατομμύρια αντιφρονούντων ή μη «μετατρεψίμων»; Γιατί εξηγούν την δημιουργία του κόσμου, την ύπαρξη ζωής, την δημιουργία του ανθρώπου διά της Βίβλου; Γιατί μάχονται με κάθε μέσο σε όλες τις επιστημονικές θεωρίες που αντιβαίνουν στην πίστη τους; Γιατί αυτοί θεωρούν τους εαυτούς των ως οι μονοπωλητές τις αλήθειας; Γιατί μάχονται με κάθε μέσο σε όλες τις πολιτικές και κοινωνικές αποφάσεις και αλλαγές που δεν τους συμφέρουν; Γιατί άλλα τέτοια χιλιάδες γιατί; Αυτό αποδεικνύει άλλη μια φορά όχι μόνο την σύγχυση αλλά και την ειλικρίνεια και των ιδίων και της θρησκείας που τυφλά υπηρετούν. Λες και η θρησκευτικότητα ή η κοσμοθέαση των ανθρώπων είναι απλώς ζήτημα γούστου, λες και πρόκειται για παγωτό, ή συναισθηματισμούς, λες και πρόκειται για τον πρώτο έρωτα, και όχι λογικών και σταθερών βάσεων. Ιδού τα χάλια και η κατάντια τους...

Με άλλα λόγια οι απολογητές θεολογούν και δογματίζουν χωρίς κανένα απροκατάληπτο, ερευνητικό και επιστημονικό υπόβαθρο. Τα επιχειρήματά τους είναι ακατάστατες θεολογίες και δόγματα. Κάτι ισχύει μόνο και μόνο επειδή έτσι το θέσπισαν σύνοδοι, θεολόγοι και πατέρες και επειδή ετέθη ως δόγμα. Πάει και τελείωσε αξιωματικά! Πολλές φορές η υποβολή μιας ερωτήσεως ή ενστάσεως σε ένα θέμα έχει σαν απάντηση έναν λαβύρινθο ερμηνειών ή πιθανών απαντήσεων χωρίς τελικά να δίδεται μια σαφής και συγκεκριμένη απάντηση. Για ένα συγκεκριμένο ερώτημα ή ζήτημα που θα έπρεπε να έχει σχετικώς σύντομη και σαφή απάντηση σε παραπέμπουν σε κάποια βιβλιογραφία για να βρεις την απάντησή του. Αυτή πάλι σε οδηγεί σε άλλη και μετά σε άλλη βιβλιογραφία άνευ τέλους. Έτσι για ένα συγκεκριμένο ερώτημα ή θέμα που όφειλε να έχει σαφή και σύντομη απάντηση αναλώνεται κανείς σε ένα χάος ερμηνειών, πιθανών απαντήσεων, μαγειρεμένων δικαιολογιών και πολλών τόμων θεολογικών βιβλίων χωρίς τελικά να λαμβάνει ποτέ ξεκάθαρη και σίγουρη απάντηση.

Η ύπαρξη χιλιάδων αντιφατικών χωρίων και η έλλειψη κάθε στοιχειώδους λογικής είναι ένας, αλλά όχι ο μόνος, από τους λόγους του τεραστίου αριθμού χριστιανικών αιρέσεων ήδη από τον 1ο αιώνα, δηλαδή από το ξεκίνημα αυτής της απόλυτα αληθινής θρησκείας... Βεβαίως και το αντίστροφο ισχύει. Ότι δηλαδή, οι πάμπολλες αιρέσεις δημιούργησαν μια τεράστια συλλογή αντιφατικών χωρίων. Περίεργα πράγματα για τη μόνη και πλήρη, θεϊκή, απόλυτη αλήθεια... Αλλά συγνώμη, ξεχάσαμε: «Αυτά έγιναν γιατί ο Διάβολος, ο Σατανάς, δεν έπαψε να σκανδαλίζει και να παραπλανά τον κόσμο, ακόμα και μετά την ανάσταση του σωτήρος». Το λέει και ο Ειρηναίος, στο «Κατά Αιρέσεων» βιβλίο του, ότι οι αιρετικοί ήταν όργανα του Διαβόλου. Ήδη στα χρόνια (180-185) του Ειρηναίου (επίσκοπος Λυών, Γαλλίας) οι αιρέσεις ήταν πάνω από εκατό. Βλέπετε «Για να γλιτώσει ο Θεός φτιάχτηκε ο Διάβολος. Αλλά για τη δημιουργία του Διαβόλου θα πρέπει να ζητηθούν κάποιες ευθύνες από τον –παντοδύναμο κ.λπ.- δημιουργό Θεό» (Σίγκμουντ Φρόιντ).

Δεν επιχειρηματολόγησαν ποτέ οι χριστιανοί απολογητές από τη θέση της ισχύος, πειστικότητας και βεβαιότητας που η όντως αληθής γνώση παρέχει και έπρεπε να είχαν δεδομένη εκ του Θεού τους, για να δείξουν απ’ ευθείας, λογικά και χωρίς περιτροπές την απόλυτη αλήθεια της εκ θεϊκής αποκαλύψεως πίστεως και «γνώσεώς» τους. Παντού και πάντοτε και όπου υπήρχε τρύπα στον σαθρότατο και ξεφτισμένο καμβά τους (και υπήρχαν συνεχώς χιλιάδες τρύπες) προσπαθούσαν εκ των υστέρων και κατόπιν μόνον προκλήσεως των αμφισβητούντων και σκεπτικιστών να ράψουν ένα κάποιο άχρηστο μπάλωμα, που νόμιζαν ότι εξυπηρετούσε την τότε παρούσα στιγμή. Όμως, το τελικό και μόνο επιχείρημα που τους απέμενε, όπως κραυγάζει ο «Μέγας» Κέλσος στον «Αληθή Λόγο», ήταν: «Πίστευε, πίστευε, πίστευε... Ποτέ γνώριζε...». Ο νοών νοησάτω...

Το «πίστευε και μη ερεύνα» και παρόμοια μηνύματα, έχουμε σε όλα τα γραπτά της νέας μονοθεϊστικής δοξασίας. Βεβαίως αυτήν την αρχή χρησιμοποιεί και κάθε άλλη καταστροφική θρησκεία διότι είναι η πιο βολική για να δικαιολογήσει οτιδήποτε επιβάλλει στους οπαδούς της. Στα πρώτα π. χ. γραπτά όπως, στην «B΄ Πρός Κορινθίους» στο κεφάλαιο 5 όπου ο Παύλος αναπτύσσει τις μεταφυσικές του δοξασίες, στον στίχο 7 δίνει την εξής δικαιολόγηση: «...διότι (στην εδώ ζωή) περιπατούμε με την πίστη και όχι με την όραση». Τέρμα λοιπόν οι αισθήσεις, μόνον η τυφλή πίστη υπάρχει και καθοδηγεί... Οι απολογητές απέναντι στο «πίστευε και μη ερεύνα», προσπαθούν ν' αντιτάξουν το «ερευνάτε τας γραφάς». Η φράση «ερευνάτε τας γραφάς» δεν υπάρχει πουθενά στην Καινή Διαθήκη υπό προστακτική έννοια. Μόνο στον Ιωάννη απαντάται μια φορά υπό οριστική έννοια (το ρήμα είναι σε οριστική έγκλιση): «Ερευνάτε τας γραφάς, ότι υμείς δοκείτε εν αυταίς ζωήν αιώνιον έχειν· και εκείναι εισίν αι μαρτυρούσαι περί εμού» (5: 39). Δηλαδή: «Εσείς ερευνάτε τις Γραφές, γιατί σας φαίνεται λογικό πως σ' αυτές θα βρείτε ζωή αιώνια· και αυτές είναι που δίνουν τη μαρτυρία τους για μένα». Την ακούμε πολλές φορές παραπλανητικώς από τους αμαθείς χωρίς να υπάρχει καμία διαπίστωσή της απ’ αυτούς. Η Εκκλησία μόνο τα εγκώμια επί των γραφών επιδοκίμαζε, ποτέ όμως την κριτική μελέτη και έρευνα τους. Για πολλούς αιώνες αν κανείς έκανε τέτοιο λάθος, τότε ήταν χαμένος μέχρι την δευτέρα παρουσία. Ακόμα στον Ιωάννη (20: 29) «λέγει αυτώ ο Ιησούς· ότι εώρακάς με, πεπίστευκας· μακάριοι οι μη ιδόντες και πιστεύσαντες». Η ρήση είναι σαφής. Πίστευε χωρίς να δεις και θα είσαι μακάριος. Πλήρης προβατισμός δηλαδή...

Ο ανεκδιήγητος θεολόγος και απολογητής Τερτυλλιανός (τέλος δεύτερου και αρχές τρίτου αιώνα), ο οποίος στο τέλος κατάντησε και αιρετικός, με αφορμή την υποτιθεμένη ανάσταση του Ιησού και την υποσχεθείσα ανάσταση των ανθρωπίνων σωμάτων, είχε ισχυριστεί τα εξής δύο παροιμιώδη αποφθέγματα:

1) «Αυτό το πιστεύω επειδή είναι απίστευτο».
2) «Αυτό είναι δυνατόν επειδή είναι αδύνατον».

Ως προς το πρώτο, μπορούμε να πούμε ότι κάθε Τερτυλλιανός έχει δικαίωμα να πιστεύει ό,τι είναι απίστευτο ακόμα και το πιο αλλόκοτο αφού έτσι γουστάρει και εφ’ όσον βεβαίως δεν βλάπτει κανέναν. Εδώ βλέπουμε και πάλι ότι αυτή η ρήση θέτει εκ ποδών την έρευνα στη θρησκευτική πίστη αυτού του τύπου. Όταν κάποιος πει: «Αυτό το πιστεύω επειδή έτσι μου γουστάρει», τότε είναι προφανές ότι κάθε λογικό και επιστημονικό επιχείρημα ή αντίρρηση παύει να έχει ισχύ εμπρός στο εκ των προτέρων τεθέν θρησκευτικό γούστο του... Αλλά ως προς το δεύτερο, η κατάσταση είναι σχιζοφρενική. Διότι όταν κάτι είναι «αδύνατον», τότε λογικώς δεν είναι «δυνατόν». Εδώ δεν μιλάμε με όρους θρησκευτικής πίστεως αλλά με εμπειρικούς όρους. Η δυνατότητα κάποιου ενδεχομένου και η διαπίστωσή της είναι εμπειρικά φαινόμενα και ως εκ τούτου οι έννοιες «δυνατόν» και «αδύνατον» είναι αντίθετες. Συνεπώς η συνύπαρξή τους με το αυτό ενδεχόμενο είναι αντίφαση. Έτσι λοιπόν μόνο μια σχιζοειδής διανοητική κατάσταση μπορεί να ομιλεί περί ταυτοχρόνου συνυπάρξεώς των. Τα αποτελέσματα τέτοιων σχιζοειδών ισχυρισμών μόνο καταστροφικά δύνανται εν κατακλείδι να αποβούν. Αφού τα πάντα είναι δυνατά και ταυτοχρόνως αδύνατα και μάλιστα με θεία επικύρωση, τότε μπορείς να λες και να κάνεις ό,τι σου καπνίσει. Έτσι η καταστροφική ιδιότητα και μανία του Εβραιογνωστικοχριστιανισμού απεδείχθη πλήρως στη θεωρία και στην πράξη από ολόκληρη τη γραμματεία, την ιστορία και τα πεπραγμένα του. Εύγε κύριε ανεπανάληπτε Τερτυλλιανέ!

Μερικοί επικαλούνται το μαρτύριο ελαχίστων χριστιανών για την πίστη τους ή τον μοναχισμό περισσοτέρων ως απόδειξη της ορθότητας της χριστιανικής πίστεως. Αυτά δεν αποτελούν καμία επιχειρηματολογία ούτε λογική απόδειξη αυτής της ορθότητας. Δεν είναι τίποτα άλλο παρά οι φανατικές στάσεις φανατικών πιστών που κάθε μεταφυσική πίστη, ενίοτε και φυσική, χωρίς έρευνα δημιουργεί και ειδικά όταν υπόσχεται ότι με το μαρτύριο αυτό ή την εγκατάλειψη των εγκοσμίων θα ανταμειφθεί μυριάκις στη μετά θάνατον ζωή. Αν αυτές οι στάσεις αποτελούσαν λογικές αποδείξεις της ορθότητας της χριστιανικής πίστης, τότε κάθε θρησκεία και ιδεολογία θα ήταν εξ ίσου λογικώς ορθή, εφ’ όσον κάθε θρησκεία και ιδεολογία έχει έναν ικανό αριθμό μαρτύρων, ασκητών και αγίων. Ο φανατικός προτιμά να αποθάνει γι’ αυτά που πιστεύει και υποστηρίζει παρά να παραδεχθεί τα λάθη και την πλάνη του και συνεπώς να τα απορρίψει και μετά να αρχίσει τη ζωή του επί νέων βάσεων.

Το ίδιο μπορούμε να πούμε και για τα θαύματα. Στην αρχαιότητα υπήρχαν πάρα πολλοί «θαυματοποιοί». Εκτός του μυθικού θεού της Ιατρικής Ασκληπιού, υπάρχουν και ιστορικά πρόσωπα, όπως ο Απολλώνιος Τυανεύς, ο Αυτοκράτωρ Βεσπασιανός Φλάβιος Σαβίνος ο οποίος στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου θεράπευσε έναν τυφλό με λάσπης φτιαγμένη με χώμα και σάλιο του και έναν κουλό μόνο με το άγγιγμά του (βλέπε Τακίτος, Ιστορίες, Τόμος VI, κεφάλαιο 81), ο ραβίνος Χανίνα Μπεν Ντόσα (Μπερακόθ 17 β, 34 β, Εκκλησιαστής Ράμπα 1: 1, Μισνά 5: 5) κ. ά. Κάθε θρησκεία παρουσιάζει έναν μεγάλο κατάλογο θαυμάτων δικής της δικαιοδοσίας. Τα θαύματα της Καινής Διαθήκης έχουν ομόλογα θαύματα στην Παλαιά Διαθήκη, στα θαύματα του Απολλωνίου του Τυανέως και σε άλλες αρχαιότερες θρησκείες.

Στον Χριστιανισμό έχουμε να αντιμετωπίσουμε και τον εξής τραγέλαφο: Τα μεν χριστιανικά θαύματα, τα διαπράττει ο Θεός Γιαχβέ διά δικής του άμεσης παρέμβασης ή διά του υιού του Γιεσούα (Ιησού) ή διά παρακλήσεως αγίων ανθρώπων (μεταξύ των οποίων εξέχουσα θέση κατέχει η Παναγία). Όλα δε τα μη χριστιανικά θαύματα τα διαπράττει ο Διάβολος. Όπως προαναφέραμε με τη ρήση του Σίγκμουντ Φρόιντ, το δίπολο Θεού–Διαβόλου (ζωροαστρικός δυϊσμός ή δυαδισμός) καθένας μπορεί να ερμηνεύσειτα πάντα χωρίς πολλές κουβέντες και άνευ αποδείξεων. Έτσι νομίζουν ακόμα ότι ευκόλως εξηγούν και δικαιολογούν την ύπαρξη του «κακού» και την πάλη του με το «καλό» μέσα στην τέλεια δημιουργία ενός παντοδυνάμου και παναγάθου Θεού. Παραβλέπουν όμως ότι το πρώτο–πρώτο βήμα του συλλογισμού τους είναι αντιφατικό και λανθασμένο ώστε όλος ο συλλογισμός τους να πάει περίπατο. Ένας τρόπος να τεθεί αυτό το πρώτο βήμα είναι ο εξής: Αφού ο Θεός που έφτιαξε τα πάντα και είναι τέλειος πάνσοφος και παντοδύναμος, τότε πως έφτιαξε το κακό και τους υπηρέτες του, τον Διάβολο και τους αγγέλους αυτού, μέσα στην τέλεια δημιουργία του; Μόνοι σας μπορείτε να διατυπώσετε και άλλους τρόπους. Μετά πάλι, αφού είναι παντοδύναμος και πανάγαθος γιατί με ένα φυσιματάκι του, «παφ», δεν σβήνει τους διαβόλους μια για πάντα να τελειώσομε με δαύτους;...

Αν εξαιρέσουμε διάφορες σκηνοθετημένες απάτες ή φανταστικές αφηγήσεις, κάθε σύμπτωση ή δυσεξήγητο φαινόμενο ή φαινόμενο που μπορεί να συμβαίνει από καιρού εις καιρόν αλλά κανείς να μην έχει ασχοληθεί για να βρει την επιστημονική ή κάποια εξήγησή του, η εκάστοτε ψευδής θρησκεία το οικειοποιείται ως ιδικό της θαύμα. Έτσι το παρουσιάζει σαν υπερβατικό (υπερφυσικό) φαινόμενο του οποίου η φυσική εξήγηση είναι αδύνατο να βρεθεί ποτέ. Γι' αυτό οφείλουμε να το δεχόμαστε και να το πιστεύομε ως θαύμα του θεού της, χωρίς να ρωτάμε τίποτα περί της εξηγήσεώς του. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, η εν λόγω θρησκεία προκειμένου να εξυπηρετήσει τους σκοπούς της εξισώνει την έννοια του «μη εξηγηθέν» με την έννοια του «μη εξηγήσιμο». Άλλο μπέρδεμα που συχνά διαπράττει, είναι η εξίσωση του «εξωλόγου» με «υπερφυσικό θαύμα» (π. χ., διάφορα ψυχικά ή παραψυχολογικά φαινόμενα, παραληρήματα Poltergeist, κ.λπ.).

Οι απολογητές, ανάμεσα στις δραστηριότητές τους, ανέπτυξαν και την εφεύρεση παντός είδους δικαιολογιών για να δικαιολογούν τις ιδιαιτερότητες (χούγια) και τις ακρότητες των Χριστιανών κατά τους τρεις πρώτους αιώνες (πράγμα που συνεχίστηκε διά μέσου των αιώνων, με τις αναγκαίες προσαρμογές, και μέχρι σήμερα). Τέτοιες ιδιαιτερότητες ήταν: Ζωή φόβου και τρόμου, η άμεση προσμονή τους τέλους του κόσμου, ή άμεση εσχατολογία, η άρνηση στρατεύσεως, η διατήρηση της παρθενίας ως υπερτάτου αρετής, η αγαμία, η εκτός νόμου πράξη του ευνουχισμού (Βαλέσιοι, Εγκρατίτες, κ.ά.), ο αντιερωτισμός, η απλυσιά, οι παράξενες μυστικές τελετές τους, οι διάφορες εκδηλώσεις αναχωρητισμού, η άρνηση συμμετοχής στις εορτές της αυτοκρατορίας, η άρνηση τιμών προς τον αυτοκράτορα, οι ύβρεις κατά του πολιτισμού, οι διάφοροι τσακωμοί τους με μη χριστιανούς και μεταξύ των αιρέσεων τους, κ.λπ. (Αυτά κι’ αν είναι στοιχεία καταστροφικής θρησκείας! ...). Έτσι καταντούσαν συνεχής παραβίαση του κρατικού και τοπικού νόμου, ακατάπαυστη πρόκληση των ρωμαϊκών αρχών και της τοπικής αστυνομίας, προκλητικοί ταραξίες τοπικών κοινοτήτων και κοινής ησυχίας. Μόνοι τους επέσυραν την οργή των ρωμαϊκών αρχών εναντίον τους με φυλακίσεις, τιμωρίες και τοπικές διώξεις. Οι ταραξίες και ποινικοί υπόδικοι ανακαλύπτονταν και λάμβαναν ό,τι προέβλεπε ο νόμος κατά περίπτωση.

Όσο αφορά την απεμπόληση των μυθολογιών και δεισιδαιμονιών, ο Χριστιανισμός κατάφερε να αντικαταστήσει τις αρχαιότερες μυθολογίες και δεισιδαιμονίες με τις δικές του. Μας σέρβιρε τους εβραϊκούς μύθους και τις εβραϊκές δεισιδαιμονίες και τους (τις) επεξέτεινε με πολλούς (-ές) δικούς (-ές) του και με τρομερές παρερμηνείες των αρχικών. Οι κλεψίτυποι μύθοι της «Γενέσεως» είναι γνωστοί. Αν πάλι θέλετε να απολαύετε ισχυρή δόση δεισιδαιμονίας και δαιμονολογίας διαβάστε από περιέργεια τα βιβλία του Ιώβ, του Τωβίτ, της Αποκαλύψεως, κ.λπ. Οι περισσότεροι εβραϊκοί μύθοι είναι επηρεασμένοι από τους ασσυριακούς, βαβυλωνιακούς, χαλδαϊκούς, ζωροαστρικούς, ακόμα και ελληνικούς μύθους ή είναι κακιές παραλλαγές αυτών. Έπειτα, εκτός από τη μυθολογία της Καινής Διαθήκης (π. χ., το άστρο της Βηθλεέμ, η σφαγή των νηπίων από τον βασιλιά Ηρώδη τον Μέγα, κλπ.), η Εκκλησία υπέκλεψε και μετάλλαξε πολλούς αρχαίους μύθους. Ένα παράδειγμα είναι ο αρχαίος ελληνικός μύθος του Περσέως, της Ανδρομέδας και Δράκοντος, ο οποίος βρίσκει ομολόγους μύθους σε όλους τους ινδοευρωπαϊκούς λαούς. Αυτός μεταλλάχθηκε στον μύθο του εφίππου στρατηλάτη Αγίου Γεωργίου της βασιλοπούλας και του Δράκοντος... Εν κατακλείδι οι χριστιανοί απολογητές και «πατέρες» καταδίκασαν όλους τους προηγουμένους μύθους των άλλων λαών ως αισχρά ψεύδη και παρουσίασαν και προπαγάνδισαν τους δικούς τους ως απολύτως αληθείς. Οι άλλοι λαοί ήσαν δεισιδαίμονες και βυθισμένοι στο σκοτάδι ενώ αυτοί σταμάτησαν κάθε δεισιδαιμονία και μας έφεραν το φως! Ουδέν ψευδότερον όλων τούτων! Έτσι επέβαλαν με κάθε βία και τρόμο το αυθαίρετο χριστιανικό αξίωμα: «Ό,τι λένε και πιστεύουν οι άλλοι είναι αυτομάτως λάθος ή ψέμα ενώ ό,τι λένε και πιστεύουν αυτοί είναι αυτομάτως η απόλυτη αλήθεια, την οποίαν οφείλουν να πιστεύουν άπαντες»! Είδατε λοιπόν τί έκαναν αυτοί που σέβονται και επικαλούνται την ελευθερία εκλογής και το δικαίωμα γνώμης όταν τους παρεδόθη η εξουσία εν λευκώ; Έτσι με την δογματική και διαστροφική τους δεισιδαιμονία απέβησαν η χειρότερη μάστιγα που γνώρισε η ιστορία του ανθρώπου...

Από τον τέταρτο αιώνα και εφεξής παρατηρούμε το εξής φοβερό φαινόμενο. Οι χριστιανοί εξαφανίζουν όχι μόνο τα πρωτότυπα των Ευαγγελίων τους και τα αντικαθιστούν με νέες εκδόσεις αλλά εξαφανίζουν συστηματικά και κάθε αντίλογο. Τα πρωτότυπα των Ευαγγελίων καθώς και των άλλων βιβλίων της Καινής Διαθήκης όφειλαν να τα διαφυλάξουν ως κόρη οφθαλμού, όπως ακριβώς διαφύλαξαν «λείψανα αγίων» τους που φτάνουν μέχρι τον Εβραίο ζηλωτή Γιοχανάν τον επονομαζόμενον από τους χριστιανούς «Βαπτιστή» (π. χ., μαλλιά, δόντια, δάχτυλα) και τον ίδιο τον Ιησού ή Γιεσούα (π. χ., 17 «αυθεντικές» ακροβυστίες της περιτομής του). Οι χριστιανοί λοιπόν κατάσφαξαν κάθε αντιφρονούντα ή σκεπτικιστή και κατέκαψαν κάθε βιβλίο αντιφρονούντος ή κατά την κρίση τους αιρετικού. Κατέκαψαν και όλες τις αρχαίες βιβλιοθήκες. Η καταστροφή των βιβλιοθηκών από την Περσία, Βόρειο Αφρική, Ευρώπη μέχρι την Κεντρική Αμερική ήταν ολοκληρωτική. Άρχισε τον τέταρτον αιώνα με την βιβλιοθήκη της Αντιοχείας και τις 22 βιβλιοθήκες της Αλεξάνδρειας και τελείωσε τον δέκατο όγδοο με την βιβλιοθήκη της Γουατεμάλας. Ο κατάλογος της απώλειας είναι υπέρογκος και δεν θα τον παραθέσομε εδώ. Απλώς αναφέρουμε ότι μαζί με την αρχαία φιλοσοφία, επιστήμη, γνώση και τέχνη περί παντός επιστητού κατέκαψαν και τα αρχεία της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, ιστορία χιλίων ετών δηλαδή. Τα αρχαία έργα που έχουν σωθεί μέχρι σήμερα αντιστοιχούν σε ποσοστό ένα προς δέκα χιλιάδες (1/10.000). Εκτός ελαχίστων δεν έμεινε τίποτα.

Σήμερα πολλοί απολογητές καλυπτόμενοι πίσω από την ανωνυμία γράφουν ό,τι θέλουν και όπως το θέλουν και σε ότι θέλουν, χωρίς να παραθέτουν τις επιστημονικές έρευνες και κριτικές πάνω στο θέμα, τις οποίες το κοινό δεν γνωρίζει. Όταν δε κάποιος τους καταμαρτυρήσει, τότε χρησιμοποιούν κάθε λασπολογία και κακοήθεια εναντίον του, αφού η ανωνυμία τους προστατεύει ικανοποιητικά. Στην δε επιχειρηματολογία τους η ψευδεπιγραφία διαφόρων κειμένων τους έρχεται πάρα πολύ βολική. Βεβαίως από τα πρώτα χρόνια του Χριστιανισμού, έχουμε το συχνότατο φαινόμενο ανωνύμων, ψευδεπιγράφων (ή ψευδωνύμων), αποκρύφων, κ.λπ., έργων. Μπορούμε να πούμε ότι αυτές οι λέξεις αποτελούν ίδιον γνώρισμα του Εβραιοχριστιανισμού, αν δεν είναι συνώνυμες με τον Χριστιανισμό...