Παρασκευή, 28 Απριλίου 2017

ΡΗΤΟΡΙΚΗ: ΛΥΣΙΑΣ - Ὑπὲρ Μαντιθέου (4-8)

[4] Ἡμᾶς γὰρ ὁ πατὴρ πρὸ τῆς ἐν Ἑλλησπόντῳ συμφορᾶς ὡς Σάτυρον τὸν ἐν τῷ Πόντῳ διαιτησομένους ἐξέπεμψε, καὶ οὔτε τῶν τειχῶν καθαιρουμένων ‹ἐπεδημοῦμεν› οὔτε μεθισταμένης τῆς πολιτείας, ἀλλ᾽ ἤλθομεν πρὶν τοὺς ἀπὸ Φυλῆς εἰς τὸν Πειραιᾶ κατελθεῖν πρότερον πένθ᾽ ἡμέραις.

[5] καίτοι οὔτε ἡμᾶς εἰκὸς ἦν εἰς τοιοῦτον καιρὸν ἀφιγμένους ἐπιθυμεῖν μετέχειν τῶν ἀλλοτρίων κινδύνων, οὔτ᾽ ἐκεῖνοι φαίνονται τοιαύτην γνώμην ἔχοντες ὥστε καὶ τοῖς ἀποδημοῦσι καὶ τοῖς μηδὲν ἐξαμαρτάνουσι μεταδιδόναι τῆς πολιτείας, ἀλλὰ μᾶλλον ἠτίμαζον καὶ τοὺς συγκαταλύσαντας τὸν δῆμον.

[6] ἔπειτα δὲ ἐκ μὲν τοῦ σανιδίου τοὺς ἱππεύσαντας σκοπεῖν εὔηθές ἐστιν· ἐν τούτῳ γὰρ πολλοὶ μὲν τῶν ὁμολογούντων ἱππεύειν οὐκ ἔνεισιν, ἔνιοι δὲ τῶν ἀποδημούντων ἐγγεγραμμένοι εἰσίν. ἐκεῖνος δ᾽ ἐστὶν ἔλεγχος μέγιστος· ἐπειδὴ γὰρ κατήλθετε, ἐψηφίσασθε τοὺς φυλάρχους ἀπενεγκεῖν τοὺς ἱππεύσαντας, ἵνα τὰς καταστάσεις ἀναπράξητε παρ᾽ αὐτῶν.

[7] ἐμὲ τοίνυν οὐδεὶς ἂν ἀποδείξειεν οὔτ᾽ ἀπενεχθέντα ὑπὸ τῶν φυλάρχων οὔτε παραδοθέντα τοῖς συνδίκοις οὔτε κατάστασιν καταβαλόντα. καίτοι πᾶσι ῥᾴδιον τοῦτο γνῶναι, ὅτι ἀναγκαῖον ἦν τοῖς φυλάρχοις, εἰ μὴ ἀποδείξειαν τοὺς ἔχοντας τὰς καταστάσεις, αὐτοῖς ζημιοῦσθαι. ὥστε πολὺ ἂν δικαιότερον ἐκείνοις τοῖς γράμμασιν ἢ τούτοις πιστεύοιτε· ἐκ μὲν γὰρ τούτων ῥᾴδιον ἦν ἐξαλειφθῆναι τῷ βουλομένῳ, ἐν ἐκείνοις δὲ τοὺς ἱππεύσαντας ἀναγκαῖον ἦν ὑπὸ τῶν φυλάρχων ἀπενεχθῆναι.

[8] ἔτι δέ, ὦ βουλή, εἴπερ ἵππευσα, οὐκ ἂν ἦ ἔξαρνος ὡς δεινόν τι πεποιηκώς, ἀλλ᾽ ἠξίουν, ἀποδείξας ὡς οὐδεὶς ὑπ᾽ ἐμοῦ τῶν πολιτῶν κακῶς πέπονθε, δοκιμάζεσθαι. ὁρῶ δὲ καὶ ὑμᾶς ταύτῃ τῇ γνώμῃ χρωμένους, καὶ πολλοὺς μὲν τῶν τότε ἱππευσάντων βουλεύοντας, πολλοὺς δ᾽ αὐτῶν στρατηγοὺς καὶ ἱππάρχους κεχειροτονημένους. ὥστε μηδὲν δι᾽ ἄλλο με ἡγεῖσθε ταύτην ποιεῖσθαι τὴν ἀπολογίαν, ἢ ὅτι περιφανῶς ἐτόλμησάν μου καταψεύσασθαι. Ἀνάβηθι δέ μοι καὶ μαρτύρησον.

***
[4] Εμάς ο πατέρας μας, πριν από τη συμφορά στον Ελλήσποντο, μας έστειλε να μείνουμε στον Σάτυρο, τον ηγεμόνα του Πόντου, και δεν βρισκόμασταν στην πόλη ούτε όταν κατεδαφίζονταν τα τείχη ούτε όταν άλλαζαν τα πράγματα. Επιστρέψαμε μόλις πέντε ημέρες πριν από την κάθοδο στον Πειραιά των προερχόμενων από τη Φυλή.

[5] Αντιλαμβάνεστε ότι ούτε εμείς ήταν λογικό, έχοντας έρθει σε μια τόσο κρίσιμη στιγμή, να θέλουμε να μοιραστούμε τους κινδύνους άλλων ούτε εκείνοι προκύπτει ότι ήταν διατεθειμένοι να παραχωρήσουν μέρος της εξουσίας και σε αυτούς που απουσίαζαν από την πόλη και σε αυτούς που δεν είχαν κανενός είδους εγκληματική δραστηριότητα. Πιο πολύ στερούσαν τα πολιτικά δικαιώματα και από εκείνους που συνέπραξαν στην κατάλυση του δημοκρατικού πολιτεύματος.

[6] Από την άλλη, είναι αφελές να θέλετε να εξακριβώσετε ποιοί υπηρέτησαν ως ιππείς με βάση την αναγραφή στη σανίδα, και τούτο γιατί σ᾽ αυτή δεν περιλαμβάνονται πολλοί από εκείνους που δηλώνουν ιππείς, ενώ είναι καταχωρισμένοι κάποιοι που απουσίαζαν από την πόλη. Ο εγκυρότερος έλεγχος είναι ο εξής: Μετά την επάνοδό σας από την εξορία, πήρατε την απόφαση να απογράψουν οι φύλαρχοι αυτούς που υπηρέτησαν ως ιππείς, προκειμένου να απαιτήσετε από αυτούς την επιστροφή των σχετικών επιδομάτων.

[7] Για μένα τώρα κανείς δεν θα αποδείξει ούτε ότι απογράφηκα από τους φυλάρχους ούτε ότι παραδόθηκε το όνομά μου στο σώμα των συνδίκων ούτε ότι επέστρεψα το επίδομα. Και αυτό βέβαια είναι εύκολο να το καταλάβει ο καθένας, ότι δηλαδή οι φύλαρχοι, αν δεν υποδείκνυαν εκείνους που είχαν λάβει τα επιδόματα, κατ᾽ ανάγκην θα τιμωρούνταν οι ίδιοι. Θα ήταν επομένως πολύ πιο δίκαιο να εμπιστεύεστε εκείνη την καταγραφή παρά αυτή. Γιατί από αυτή ήταν εύκολο να διαγραφεί όποιος ήθελε, ενώ σε εκείνη οι φύλαρχοι ήταν υποχρεωμένοι να καταχωρίσουν όσους είχαν υπηρετήσει ως ιππείς.

[8] Εξάλλου, αν είχα όντως υπηρετήσει ως ιππέας, μέλη της βουλής, δεν θα το αρνιόμουν σαν να είχα κάνει κάτι τρομερό. Αντίθετα, θα αποδείκνυα ότι δεν πείραξα κανέναν πολίτη και θα αξίωνα να εγκρίνετε την επιλογή μου. Βλέπω άλλωστε ότι αυτό είναι και το πνεύμα το δικό σας, και ότι πολλοί από εκείνους που υπηρέτησαν τότε ως ιππείς είναι βουλευτές, και πολλοί επίσης έχουν εκλεγεί στρατηγοί και ίππαρχοι. Θεωρήστε επομένως ότι ακολουθώ αυτή τη γραμμή υπεράσπισης, όχι για κανένα άλλο λόγο, αλλά μόνο και μόνο επειδή είχαν το θράσος να πουν απροκάλυπτα ψέματα εις βάρος μου. Ανέβα, παρακαλώ, στο βήμα και κατάθεσε.

Η ΓΕΝΝΗΣΗ ΤΗΣ ΛΥΡΙΚΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ: Ο ΔΡΟΜΟΣ ΠΟΥ ΟΔΗΓΕΙ ΣΤΗΝ ΑΝΑΚΑΛΥΨΗ ΤΟΥ ΕΓΩ

Η επική ποίηση είναι αντιπροσωπευτική της ομηρικής εποχής: η ηρωική ποίηση μ’ άλλα λόγια, όπου ο ποιητής - αν και καλλιτέχνης υψηλής στάθμης - παραμένει ανώνυμος, στη σκιά του έργου του. Μετά την Ιλιάδα και την Οδύσσεια γεννιούνται οι ομηρικοί ύμνοι, ιστορίες για θεούς που παρουσιάζονται σαν δοξαστικά άσματα στα πανηγύρια προς τιμήν των θεών. Χρησιμοποιούν την επική γλώσσα και θεματική, κι απ' αυτή την άποψη μπορούν να διεκδικήσουν την προσωνυμία «ομηρικός». Εδώ συναντάμε για πρώτη φορά μια προσωπικότητα, που πάει να ξεχωρίσει απ’ το καθεστώς της ανωνυμίας του επαγγελματία ποιητή. Στον ύμνο προς τιμήν του Δήλιου Απόλλωνα ο ποιητής απευθύνεται στις κόρες που αποτελούν τον χορό. Αν κάποιος τις ρωτούσε ποιος απ’ όλους τραγούδησε ομορφότερα, να τι θ’ απαντούσαν όλες μονομιάς:
 
Ο άντρας ο τυφλός, που κατοικεί στης Χίου τα μέρη τα βραχώδη,
δικά του τα τραγούδια, που πάντα θε να ’ναι τα ομορφότερα.
                                                                           (Ομηρ. Υμν. 3, 172 f)
 
Πολλά συνηγορούν ότι η παράδοση για τον τυφλό τραγουδιστή Όμηρο άρχισε να εξυφαίνεται από τούτο εδώ το χωρίο. Άλλο ένα βήμα στο δρόμο που βγάζει απ’ την ποιητική ανωνυμία και συναντάμε τον πρώτο Έλληνα που μας λέει τ’ όνομά του και που μας περιγράφει λεπτομερώς τις συνθήκες της ζωής του: τον Ησίοδο. Αυτός έγραψε διδακτικά ποιήματα γύρω στο 700, στη βοιωτική Άσκρα, χρησιμοποιώντας πάντα το επικό μέτρο, γεμάτα όμως τώρα από ένα πνεύμα εντελώς πρωτόφαντο. Ο ίδιος δεν ήταν παρά ένας αγρότης και βοσκός στην καθυστερημένη Βοιωτία, μέχρι που άκουσε το κάλεσμα των Μουσών. Να πώς περιγράφει την εμπειρία του «ποιητικού χρίσματος» που του δόθηκε, αρχίζοντας με το εγκώμιο των Μουσών:
 
Αυτές λοιπόν διδάξαν στον Ησίοδο κάποτε
τ’ ωραίο τραγούδι,
σαν έβοσκε τα πρόβατα,
κάτου απ' τον άγιον Ελικώνα.
                                                     (Θεογ. 24 f)
 
Οι θεές του ’βαλαν στο χέρι την ποιητική ράβδο και του εμφύσησαν τη γλώσσα για να εξαγγέλλει τα περασμένα και τα μελλούμενα και να εξυμνεί του θεούς. Στη Θεογονία τον ο ποιητής σκιαγραφεί μια γενεαλογία των θεών και μαζί μ’ αυτή μια ιστορία της θεϊκής κυριαρχίας μέχρι τη δική του εποχή, μια ερμηνεία της κατάστασης του κόσμου με τη βοήθεια του μύθου. Η απομάκρυνσή του από τον κόσμο του έπους κι η χειραφέτησή του από τη θέση του επαγγελματία ποιητή της αριστοκρατίας οριστικοποιούνται στα Έργα του, τα γνωστά ως Έργα και Ημέραι, διδακτικό ποίημα που αφηγείται την καθημερινότητα της αγροτικής ζωής. Το έργο αυτό γεννήθηκε, κατά τα λεγάμενα του ποιητή, με αφορμή μια πραγματική διαμάχη για κληρονομικά ανάμεσα στον Ησίοδο και τον αδερφό του Πέρση. Ο τελευταίος είχε δωροδοκήσει τους δικαστές. Η οδύνη για μια τέτοια προσβολή του δικαίου κι η λαχτάρα για δικαιοσύνη δίνουν στον Ησίοδο την ιδέα να συστήσει στον αδερφό του την τίμια ζωή του χωρικού. Του εκθέτει λοιπόν την τάξη της αγροτικής ζωής και του δίνει κανόνες και συμβουλές.
 
Το έργο του Ησίοδου στέκει στο όριο ανάμεσα στο έπος και τη λυρική ποίηση. Αν και υποταγμένο, για την ώρα ακόμα, στο εξάμετρο και στην επική μορφή της γλώσσας, αφυπνίζει ήδη τα στοιχεία της νέα εποχής: την αυτοσυνειδησία, την εξιστόρηση της καθημερινής ύπαρξης και μια αίσθηση της ζωής που την εμφανίζει συνδεδεμένη τόσο με τους ανθρώπους όσο και με τους θεούς. Πλην όμως κι «εκτεθειμένη» στο εδώ και το τώρα της εποχής του.
 
Στην πορεία της αναζήτησης έγκυρων μέσων προσωπικής ποιητικής κατάθεσης το επόμενο και τελευταίο βήμα θα είναι η αποβολή της επικής εσθήτας και η γέννηση της μονωδίας. Στη θέση του επιβλητικού εξάμετρου που παραθέτει στη σειρά εκτενή κομμάτια, χρησιμοποιούνται τώρα συντομότερες, εναλλασσόμενες φόρμες στο στίχο και στη στροφή. Αντί για τη λογοτεχνική παράδοση ανατρέχουν τώρα συχνά σε παλιές λαϊκές φόρμες: τραγούδια του κύκλιου χορού και της δουλειάς, μοιρολόγια, επικλήσεις των θεών, όλα ανήκουν στις ρίζες της λυρικής ποίησης. Κατ’ αυτό τον τρόπο δημιούργησαν ένα εύκαμπτο εργαλείο για τη γλώσσα και το στίχο, που κατέστησε δυνατή την ατομική μορφοποίηση της ποιητικής έκφρασης και βοήθησε στη διαμόρφωση του άμεσου βιώματος. Το βίωμα αυτό προσδιοριζόταν από την εποχή, απ’ το ξεκίνημα για νέους κόσμους: «Έτσι καθώς ο κόσμος των μακρινών εξαίσιων ακτών, όμοια προβάλλει βήμα το βήμα ο αινιγματικός κόσμος του ιδιαίτερου Εγώ κι όπως για του ξένους τόπους, όμοια ιστορούνε στο τραγούδι και γι’ αυτό» (Berve).
 
Το νησί που γεννήθηκε η Σαπφώ είχε ιδιαίτερους δεσμούς με το νέο ποιητικό είδος· υπήρξε κυριολεκτικά το λίκνο της λυρικής ποίησης. Ένας παλιός θρύλος λέει πως κάποτε τα κύματα έφεραν μέχρι τη Λέσβο, κομματιασμένο απ’ τις γυναίκες της Θράκης, το κεφάλι τον Ορφέα, μαζί με τη λύρα του. Οι γυναίκες της Λέσβου έκρυψαν τα λείψανα του τραγουδιστή στην ακτή της Άντισσας, έθαψαν το κεφάλι σε μια σπηλιά και κρέμασαν τη λύρα στον ναό του Απόλλωνα. Για να τιμήσουν τον αγαπημένο των θεών, ο Απόλλωνας κι οι Μούσες μετέθεσαν το όργανο του τραγουδιστή στον ουρανό, μεταμορφώνοντας το σε αστερισμό. Όσο παλιός κι αν είναι αυτός ο θρύλος, δεν αποτελεί παρά έναν αντικατοπτρισμό - η επιβεβαίωση μέσω του μύθου - της σπουδαιότητας της Λέσβου για τη λυρική τέχνη της αρχαϊκής εποχής. Ο τόπος ανεύρεσης της κεφαλής του Ορφέα, η Άντισσα, υπήρξε συνάμα γενέτειρα του μουσικού και λυρικού ποιητή Τέρπανδρου. Εικάζεται πως στάθηκε ο εφευρέτης της επτάχορδης λύρας κι ο δημιουργός ενός νέου τονικού συστήματος, που του χρησίμευε σαν βάση όταν παρουσίαζε τους ύμνους που έγραφε για τους θεούς. Το 675 π.Χ. νίκησε σ’ ένα μουσικό αγώνα, σε μια γιορτή του Απόλλωνα στη Σπάρτη. Εκεί ο Τέρπανδρος ίδρυσε και μια σχολή για μουσικούς· μάλιστα οι Σπαρτιάτες τον είχαν παρακαλέσει να τους εξομαλύνει τις κομματικές διαφορές. Ο μουσικός Τέρπανδρος έδειχνε προορισμένος να επιφέρει και την πολιτική αρμονία κι οπωσδήποτε πρέπει να έφερε μ’ επιτυχία σε πέρας την αποστολή αυτή.
 
Δεύτερος κατά σειρά, σε φήμη, εκπρόσωπος της λεσβιακής μουσικής υπήρξε ο Αρίων από τη Μήθυμνα. Συνέθεσε διθύραμβους, χορικά άσματα προς τιμήν των θεών, που παρουσιάστηκαν επί σκηνής. Το 600 π.Χ. ζούσε στην αυλή του τυράννου της Κορίνθου Περίανδρου. Κάποτε ενώ ταξίδευε από τη Σικελία στην Κόρινθο, πιάστηκε, όπως λέει ο Ηρόδοτος (1, 23) από ένα ληστρικό πλήρωμα, που έχοντας το μάτι στα λεφτά του, δοκίμασε να τον πετάξει στη θάλασσα. Ο Αρίων τότε τους ικέτεψε να :ον αφήσουν να κρατήσει τη λύρα του. Το παίξιμό του γαλήνεψε τα κύματα κι ένα δελφίνι ήρθε κοντά του και παίρνοντας τον πη ράχη του τον έφερε σώο και ασφαλή στη στεριά. Η όμορφη χυτή ιστορία που διατηρεί ακόμα ζωντανό στα σημερινά σχολικά βιβλία τ’ όνομα του ποιητή, μας προσφέρει κάθε είδους «παρασκηνιακές πληροφορίες»: οι καλλιτέχνες - που ήσαν ταυτόχρονα ποιητές, αοιδοί, μουσικοί - ταξίδευαν εδώ κι εκεί, για να κάνουν γνωστή την τέχνη τους κι η τέχνη αυτή δεν ήταν χωρίς ψωμί. Μπορούσε κανείς να κάνει λεφτά. Εντούτοις το επάγγελμα του αοιδού δεν είναι μια τέχνη σαν όλες τις άλλες: ο καλλιτέχνης είναι προστατευόμενος του Απόλλωνα, του θεού της μουσικής και των τεχνών. Το δελφίνι είναι το ιερό ζώο του Απόλλωνα, που το στέλνει για τη διάσωση αυτού που έχει πάρει κάτω από τη σκέπη του.
 
Τα καλλιτεχνικά ταξίδια έκαναν διάσημους τους λέσβιους αοιδούς. Γρήγορα κυκλοφόρησε μια παροιμία που αναφέρεται ακόμα στη Σούδα: Έρχεται μετά τον Λέσβιο αοιδό, πάει να πει τως κάποιος είναι τόσο καλός, όπως κανονικά μονάχα μπορεί να ’ναι. Η Σαπφώ χρησιμοποίησε επαινετικά αυτή την παροιμία ;’ ένα απ’ τα επιθαλάμια της (τραγούδια του γάμου) για τον γαμπρό:
 
Κι εξέχει, όπως ο Λέσβιος ψάλτης στους ξένους μέσα.
                                                                         (115 D)
                                                                     
Ο Τέρπανδρος κι ο Αρίων που επηρέασαν καθοριστικά τη μουσική παράδοση στη Λέσβο, εμφανίστηκαν σαν μονωδοί ταγμένοι στη λατρεία, που τραγουδούσαν στο όνομα της κοινότητας. Από το κοινοτικό μέλος, αναπτύχθηκε ένα ιδιαίτερο είδος λυρικής ποίησης, η χορική λυρική ποίηση. Το χορικό άσμα ήταν να έντεχνο καλλιτεχνικό δημιούργημα αποτελούμενο από λόγο, μουσική και χορό - ένα «πλήρες έργο τέχνης». Ο ποιητής ξεκινάει από ένα κομμάτι του θεϊκού και του ηρωικού θρύλου και το διαμορφώνει σε εγκώμιο της θεότητας που τυχαίνει να γιορτάζεται κάθε φορά στην κοινότητα. Ο χορός παρουσιάζεται από την κοινότητα, αναπαράγει το συλλογικό βίωμα της λατρευτικής κοινότητας, που παριστάνει συγχρόνως το σύνολο των πολιτών της αρχαϊκής πόλης-κράτους. Ο χορικολυρικός ποιητής συνέθετε ένα άσμα ύστερα από παραγγελία της κοινότητας για μια συγκεκριμένη περίπτωση: πότε για τις γιορτές των θεών και ηρώων της τοπικής λατρείας πότε με την ευκαιρία της επιστροφής των νικητών απ’ τους Ολυμπιακούς ή άλλους ιερούς αγώνες. Τα επινίκια άσματα του Πινδάρου αποτελούν τα γνωστότερα χορικά άσματα στην προκειμένη περίπτωση. Το χορικό άσμα το εκτελούσε ένας χορός από λαϊκούς και συχνά διδασκόταν από τον ίδιο τον ποιητή, που ασκούσε χρέη κορυφαίου του χορού και του μέλους.
 
Το άσμα είχε λοιπόν επίσημο χαρακτήρα, αφού ο χορός εκπροσωπούσε ολόκληρη την κοινότητα. Αν σήμερα έχουμε την τάση να συνδέουμε το «επίσημο» με το τυπικό και το απρόσωπο, η ελληνική χορικολυρική ποίηση θα μας αφήσει κατάπληκτους, με το περιθώριο που άφηνε (η κοινωνική αυτή τέχνη) για προσωπική έκφραση, έτσι που να θεωρούμε - σε ό,τι αφορά την ελληνική λυρική ποίηση - ανάρμοστο τον οποιοδήποτε διαχωρισμό ανάμεσα σε επίσημους και προσωπικούς τρόπους έκφρασης.
 
Μια ιδέα της τέχνης της χορικολυρικής ποίησης θα μας δώσει ο ποιητής Αλκμάν, ένας Έλληνας ιωνικής καταγωγής από τις Σάρδεις, που γύρω στο 625 δρούσε καλλιτεχνικά στη Σπάρτη. Η Σπάρτη εκείνης της εποχής δεν είχε ακόμα διαμορφωθεί στο τραχύ και άχαρο στρατιωτικό κράτος που αναγκάστηκε κάτω από την πίεση ατέρμονων αγώνων να γίνει αργότερα. Η αγωγή των νέων έπαιζε ήδη από εκείνη την εποχή ένα σημαντικό ρόλο: νέοι και νέες επιδίδονταν στα αθλήματα και τις μουσικές τέχνες και συμμετείχαν σε αγώνες προς τιμήν των θεών. Έχει σωθεί ένα απόσπασμα από κάποιο πανηγυρικό άσμα του Αλκμάνα, που είχε γράψει για ένα χορό παρθένων. Το Παρθένειον αυτό μας λέει πως οι κοπέλες πρόσφεραν στη θεά ένα χιτώνα που τον είχαν υφάνει οι ίδιες, πως έψαλαν τώρα προς τιμήν της και προφανώς μετά απ' αυτό θ’ ακολουθούσε και αγώνας δρόμου. Πέρα απ’ το λατρευτικό περιεχόμενο στο άσμα αυτό υπάρχει έντονα αποτυπωμένο το αγωνιστικό στοιχείο, χαρακτηριστικό τέτοιων γιορτών: ο χορός αυτός συναγωνίζεται έναν άλλο χορό, τις «Πλειάδες» κι ο κόσμος έχει στηρίξει τις ελπίδες του στην ομορφιά, την ευκινησία και τη γρηγοράδα των κορυφαίων του χορού, της Αγιδώς και της Αγησιχόρας. Έτσι λοιπόν κι ο Αλκμάν αφήνει τις κοπέλες να τα κουβεντιάσουν με όλη τους τη νεανική χάρη και φρεσκάδα. Τα θέματα: η θεϊκή γιορτή, ο χορός των παρθένων, το κάλλος κι οι αγώνες είναι τα ίδια που θα συναντήσουμε δεκαετίες αργότερα στην ποίηση της Σαπφώς. Κι ο Αλκμάν, πού στέκει σε σχέση με τα θέματα που ορίσαμε ως συστατικά στοιχεία της «σύγχρονης» λυρικής ποίησης; Εκφράζει την αυτογνωσία του, βάζοντας, θα ’λεγε κανείς, τη σφραγίδα του στα ποιήματά του: «Αυτά τα λόγια και τους τρόπους βρήκε ο Αλκμάν, μιλώντας τη γλώσσα των πουλιών, που φρόντισε μες στο μυαλό του να κρατήσει». (92 D)
 
Και καταπιάνεται μ’ ένα καινούριο θέμα, εντελώς προσωπικής ευαισθησίας, που θα επανέρχεται ολοένα στην ελληνική ποίηση: σ’ ένα κόσμο, που τέτοια εγκώμια πλέκει στο νεανικό κάλλος, πόσο οδυνηρό πράγμα φαντάζουν τα γηρατειά σαν πλησιάζουν:
 
Γλυκόλαλα, γλυκόφωνα κορίτσια,
τα μέλη δεν μπορούνε πια να με κρατούνε·
μακάρι, μακάρι να ’μουνα κηρύλος που πετά
πα’ στου κυμάτου τον αφρό με τα θαλασσοπούλια,
χωρίς τρόμο μες στην καρδιά να κλει
της άνοιξης το γαλαζόφτερο πουλί.
                                      (94 D)
                        
Παράλληλα με τη χορικολυρική ποίηση αναπτύχθηκε κι η μονωδία, είδος λυρικής ποίησης που ο ποιητής παρουσίαζε μόνος του, με τη συνοδεία κάποιου έγχορδου. Παρόλο που οι «στίχοι του κηρύλου» του Αλκμάνα φανερώνουν τη δυνατότητα της προσωπικής έκφρασης που υπήρχε στη χορικολυρική ποίηση, στο μονωδό προσφερόταν ένα ακόμα ευρύτερο πεδίο για την παρουσίαση του προσωπικού του Εγώ. Εξάλλου συνέθεταν κι οι μονωδοί ύμνους στους θεούς, μόνο που αυτοί είναι πολύ πιο προσωπικοί κι αντί για το λυρικό βίωμα του συνόλου της κοινότητας αντικατοπτρίζουν εκείνο μιας μικρής συντροφιάς, που ο ποιητής νοιώθει δεμένος μαζί της. Κύριο θέμα των μονωδών είναι ο προσωπικός κόσμος του αισθήματος. Τα γεγονότα περιγράφονται όχι γι’ αυτά τα ίδια, αλλά για να καταδείξουν πώς αντιδρά σ’ αυτά το άτομο με το αίσθημα και τη σκέψη. Οπωσδήποτε δεν θα πρέπει να δει κανείς τον μονωδό σαν τον μοναχικό, αποτραβηγμένο ποιητή σε αντίθεση προς τον χορικολυρικό συνάδελφό του. Ο Έλληνας, ακόμα κι ο ποιητής, νοιώθει μέλος κάποιας κοινότητας. Έτσι κι ο μονωδός δεν γράφει για τον εαυτό του αλλά για μια ομάδα της κοινωνίας με την οποία ταυτίζεται. Παρά τους νεωτερισμούς της λυρικής ποίησης σε σχέση με το έπος, ο κοινωνικός χαρακτήρας της ποιητικής τέχνης θα διατηρηθεί και στο μέλλον. Ακόμα κι αν ο λυρικός ποιητής έχει την πεποίθηση πως ανακάλυψε καινούργια ψυχικά τοπία, απ’ την άλλη θεωρεί δεδομένη τη συγκατάθεση των ακροατών του. Έτσι μπορεί κι αυτός να πει όπως ένας σύγχρονος ποιητής: «Όποιος μιλάει για τον εαυτό του, μιλάει για τον κόσμο» (Horst Bienek).
 
Όλα μαζί τα στοιχεία της λυρικής ποίησης τα συναντά κανείς υποδειγματικά συγκεντρωμένα σ’ έναν άνθρωπο, που αν πιστέψουμε την προσωπική του μαρτυρία, υπήρξε τόσο υπηρέτης των Μουσών όσο και του Άρη, θεού του πολέμου: στον Αρχίλοχο τον Πάριο, που έζησε γύρω στο 650. Ο πατέρας του καταγόταν από ένα παλιό γένος αποικιστών, η μητέρα του όμως ήταν σκλάβα. Η άνιση αυτή καταγωγή του στάθηκε για τον Αρχίλοχο ταυτόχρονα ευλογία και κατάρα: τον καταδίκασε σε μια ζωή απροσάρμοστου, «αντικοινωνικού». Απ’ την άλλη, όμως, τον προίκισε με τη διεισδυτική ματιά και την οξύθυμη ιδιοσυγκρασία του περιθωριακού. Ο Αρχίλοχος έζησε τη ζωή του τυχοδιώκτη, τη γεμάτη εναλλαγές, σαν στρατιώτης και μισθοφόρος, βιώνοντας όλα τα σκαμπανεβάσματα μιας τέτοιας ύπαρξης κι ανάπλασε τα βιώματά του όσο ίσως κανένας άλλος ποιητής πριν ή μετά απ’ αυτόν, μ' έναν τέτοιο εκφραστικό πλούτο, που από το φλογερό μίσος και τη χοντροκομμένη αισχρολογία μεταπηδήσει στους πιο τρυφερούς και μελαγχολικούς τόνους.
 
Έγραψε σε διάφορα μέτρα, είχε όμως προτίμηση στον ίαμβο, που προοριζόταν γι' απαγγελία, ήταν ρεαλιστικός κι είχε αμεσότητα έκφρασης. Με την απομάκρυνσή του από το επικό μέτρο, ο Αρχίλοχος έρχεται σε ρήξη και με την παραδομένη αξιοκρατική τάξη της αριστοκρατικής κοινωνίας. Για να κερδίσει το ψωμί του, φεύγει από την Πάρο και πηγαίνει στη Θάσο, όπου πολεμάει κάτι θρακικά φύλα, τους Σαΐους. Σε μια μάχη παρατάει την ασπίδα του και, τρέπεται σε φυγή για να σωθεί. «’Ή τᾶν ἤ ἐπί τᾶς» - νικητής η νεκρός όφειλε να γυρίσει ο πολεμιστής απ’ τη μάχη, σύμφωνα με τις επιταγές της παλιάς αριστοκρατικής ηθικής, και το ίδιο πρόσταζαν οι σπαρτιάτισσες μανάδες τους γιους τους όταν ξεκινούσαν για τη μάχη. Απ’ αυτό και μόνο μπορεί κανείς να κρίνει πόσο αδιανόητη θα πρέπει να φάνταζε η στάση του Αρχίλοχου όταν διακήρυσσε ατάραχος:
 
Κάποιος θα φχαριστιέται την ασπίδα,
άγριος Θρακιώτης, Σάιος –
δίπλα σ’ ένα δεντρί την πέταξα άθελά μου
κι ας ήταν όπλο διαλεχτό·
τον εαυτό μου όμως έσωσα. Γιατί γι’ αυτή να νοιάζομαι;
Άει να χαθεί! Πάλι καλύτερη της θ’ αποχτήσω.
(6 D)
 
Η αίσθηση του να ορίζεις ο ίδιος τα κριτήρια της προσωπικής σου αξίας και να θέτεις υπό αμφισβήτηση πανάρχαιες σεπτές παραδόσεις, βρήκε εδώ την υποδειγματική της έκφραση. Ο Αλκαίος την συμβόλισε (49 D) κι ο Οράτιος τη χρησιμοποίησε σαν λογοτεχνικό τόπο για το αμφίβολο των αξιών σε μια περίοδο κρίσης (carm. 2, 7, 9). Εξίσου καλά με το ξίφος του χρησιμοποίησε ο Αλκαίος και τους στίχους του - σαν όπλο όταν ένιωθε πως τον είχαν προσβάλλει. Κάποιος Λυκάμβης τον είχε αρραβωνιάσει με την κόρη του, τη Νεοβούλη. Ο άξεστος κατά τα άλλα ποιητής τής φερόταν με τη μεγαλύτερη τρυφερότητα που μπορούσε να γίνει. Παρόλ’ αυτά ο Λυκάμβης διέλυσε τον αρραβώνα προτιμώντας, ίσως, κάποιον επιφανέστερο μνηστήρα. Πικρός και ανελέητος στο μίσος του ο Αρχίλοχος κατατροπώνει τον Λυκάμβη και την οικογένειά του με τους σκωπτικούς και υβριστικούς στίχους του. Για τη δυσφήμιση αυτή, μας λέει ο θρύλος, ένας απ’ τους δυο τους ή ο Λυκάμβης ή η κόρη του, αυτοκτόνησε απ’ τον καϋμό του.
 
Ένα απ’ τα μέσα που προτιμούν οι σύγχρονοι ποιητές, το συναντάμε για πρώτη φορά και μάλιστα πλήρως διαμορφωμένο στον Αρχίλοχο: πρόκειται για μια πασίγνωστη λογοτεχνική φόρμα, που δημιουργεί συγκεκριμένες προσδοκίες σε ακροατές ή αναγνώστες και που οδηγείται μέσα από ένα αντίθετο περιεχόμενο ad absurdura. Ο Αρχίλοχος χρησιμοποιεί την προπεμπτική ρήση, δηλαδή το ξεπροβοδιστικό ποίημα (προπεμπτικόν), με το οποίο εύχονταν καλή τύχη και καλό ταξίδι σε κάποιο φίλο ή συγγενή που θα ταξίδευε. Αυτός όμως εύχεται στο φίλο να ναυαγήσει και να τον ξεβράσουν τα κύματα στην ακτή χώρας βαρβαρικής όπου θα τον προσμένει η σκλαβιά:
 
Και να χτυπά τα δόντια σα σκυλί με δίχως δύναμη καμιά.
Κι η μούρη του στην άμμο, στην άκρη τ’ άγριου γιαλού.
Τούτα να ιδώ να πάθει αυτός που με αδίκησε
και πάτησε τους όρκους του εμένα παρατώντας
μόλο που πρώτα ήτανε αγαπημένος φίλος.
(79 a D)
 
Χωρίς το θλιβερό τέλος: «αυτός κάποτε ήταν φίλος μου» - το ποίημα αυτό δε θα ’ταν παρά ένας λίβελλος μίσους. Έτσι όμως νιώθουμε, όπως συνέβη και με τον Ησίοδο, τους τόνους της απελπισίας για την αδικία που επικρατεί στον κόσμο. Απ’ τη μεμψιμοιρία για τις εναλλαγές της τύχης στη ζωή, ο Αρχίλοχος περνάει αγέρωχη, εν μέρει νηφάλια αυτοεπιβεβαίωση:
 
Ψυχή, "ψυχή μου, ταραγμένη απ’ ανυπόφορες φροντίδες
ορθώσου και προστάτεψε και συ τον εαυτό σου
προβάλλοντας το στήθος σου μπροστά στα βέλη των εχθρών,
κρατώντας θέση στέρεη μες στα εχθρικά καρτέρια·
και μην καυχιέσαι φανερά σαν τύχει και νικήσεις-
και όταν πάλι νικηθείς μέσα στο σπίτι μη θρηνείς πάνω στη γη
πεσμένος·
αλλά μη χαίρεσαι πολύ για ό, τι είναι χαρωπό,
και για ό, τι είναι θλιβερό συ να λυπάσαι λίγο- και μάθε
ποιος τ’ ανθρώπινα ρυθμός τα κυβερνά.
(67 a D)
 
Από τη γνώση της αιώνιας εναλλαγής στην ανθρώπινη ζωή, αυτή που τελικά επικρατεί είναι η Τλημοσύνη, δηλαδή η καρτερικότητα. Άλλο γιατρικό δεν υπάρχει. Με τη στάση αυτή ο Αρχίλοχος βρίσκεται πάλι στην τροχιά της ηρωικής σκέψης, πρόκειται όμως τώρα για τη δική του ηθική, αυτήν που απόκτησε απ’ τα προσωπικά του βιώματα, όχι την παραδομένη. Τον εντελώς προσωπικό τρόπο της ανεπιφύλαχτα διατυπωμένης προσωπικής μαρτυρίας ο Αρχίλοχος κατόρθωσε να αναγάγει σε πρόδρομο της αρχαίας αλλά και της σύγχρονης λυρικής ποίησης. Καταπιάνεται ακόμα και με το θέμα του έρωτα, σα μια οδυνηρή, οδυνηρότατη θα ’λεγε κανείς, εξάρτηση από μια δύναμη που βρίσκεται έξω απ’ το Εγώ και που θ’ αποτελούσε ένα απ’ τα κύρια θέματα της δυτικής λυρικής ποίησης:
 
Χωρίς πνοή ο δυστυχής μέσα στον πόθο κείτομαι. Τα κόκκαλά
μου
έχουν τρυπήσει οι φοβερές οι συμφορές, που στέλνουν οι θεοί.
(104 D)
 
Την ιδέα αυτή συνεχίζει η Σαπφώ και θα γίνει καταφανής η ομοιότητα που υπάρχει ανάμεσα σ’ αυτήν, την γυναίκα, στην σκέψη και το αίσθημά της και στο παθιασμένο θεράποντα του πολέμου και των Μουσών.

Οι άνθρωποι με σπάνια ψυχή

Άνθρωποι που δεν κοιμούνται χωρίς να σας πουν καληνύχτα… που δεν ξεκινούν την μέρα τους αν δεν σας πουν καλημέρα.

Άνθρωποι που αρπάζουν κάθε ευκαιρία να σας δουν… που φτιάχνουν χώρο και χρόνο με σκοπό να σας δουν.

Άνθρωποι που μες τον πανικό, το χάος και την αναμπουμπούλα δε θα σας ξεχάσουν και θα φροντίσουν να το δείξουν, γιατί στα δύσκολα φαίνεται η αξία μας. Άνθρωποι που προτρέχουν να καλύψουν την χιλιομετρική απόσταση, που κρατούν την φλόγα αναμμένη παντός καιρού, γιατί η ψυχολογική απόσταση είναι η χειρότερη και ψυχραίνει τους ανθρώπους.

Άνθρωποι στυλοβάτες, με ακλόνητη θέληση να είναι δίπλα σας… που δεν λείπουν ποτέ από την συντροφιά σας, όσο περνάει από το χέρι τους. Άνθρωποι που κάνουν θυσίες, ρισκάρουν και δοκιμάζουν… αλλά ξέρουν να σέβονται, να κατανοούν και να αποδέχονται.

Άνθρωποι ευαίσθητοι, υπομονετικοί με ζεστή ψυχή… με μια αγκαλιά που χωράει εσάς μαζί με όλες σας τις έννοιες και τα προβλήματα, με ένα τρυφερό χάδι που χαλαρώνει και με ένα πλατύ χαμόγελο που εκπέμπει αισιοδοξία και θετική ενέργεια. Άνθρωποι που θα προτιμήσουν να σας πονέσουν με την αλήθεια, παρά να σας βλέπουν να ζείτε με την ψευδαίσθηση του ψέματος.

Άνθρωποι που διακρίνουν το δίκαιο από το άδικο και το σωστό από το λάθος… που θα σας προσφέρουν μια αντικειμενική θέαση, χωρίς να μεροληπτούν. Άνθρωποι που δεν επαναπαύονται στα κατεκτημένα… που συνεχίζουν αδιάκοπα να σας αποδεικνύουν την αγάπη και την εκτίμηση που σας έχουν. Άνθρωποι που δεν θεωρούν τίποτα δεδομένο και που σας κάνουν να νιώθετε σημαντικοί.
Άνθρωποι που δεν έχουν τα αρνητικά στοιχεία ενός εγωιστή… που θα αναγνωρίσουν το λάθος τους, που θα ζητήσουν συγγνώμη, που θα κάνουν το πρώτο βήμα. Άνθρωποι έντιμοι, ευγενείς και καλοσυνάτοι. Άνθρωποι που θα κάνουν όλα τα παραπάνω χωρίς να υποβαθμίσουν τον εαυτό τους, χωρίς να προσβάλουν ή να μειώσουν κάποιον άλλο.

Άνθρωποι που δεν θα παραμελήσουν το «είναι» τους για να είναι καλά το δικό σας, γιατί αν δεν φροντίσουμε οι ίδιοι τον εαυτό μας ποιός θα το κάνει. Άνθρωποι με αξιοπρέπεια και αρχές που ξέρουν πότε να αποχωρήσουν και πότε να συνεχίσουν, πότε κέρδισαν και πότε έχασαν. Άνθρωποι μαχητές που ξέρουν πως να δίνουν, να νοιάζονται και να αγαπούν, χωρίς να πνίγουν ή να πιέζουν.
Άνθρωποι που ξέρουν την αίσθηση που αφήνει η απώλεια, ο πόνος, η προδοσία, το ψέμα, η απόγνωση και δε θα ήθελαν ποτέ να γίνουν αιτία για κάτι από αυτά. Άνθρωποι γενναιόδωροι που προσφέρουν απλόχερα ό,τι έχουν, υλικά και πνευματικά αγαθά, που δεν φοβούνται μήπως χάσουν ή μείνουν μόνοι.

Άνθρωποι ΠΕΡΗΦΑΝΟΙ γιατί είναι άνθρωποι με ανθρωπιά και ευαισθησίες. Άνθρωποι που οι ψυχές τους ποτίστηκαν με δάκρυα ήλιου ή φεγγαριού και δε θα πάψουν ποτέ να υπάρχουν… θα ζουν είτε μέσα από έργα-λόγια είτε μέσα από φωτογραφίες και αναμνήσεις. Άνθρωποι σπάνιοι και ευλογημένοι… Άνθρωποι με σπάνια, αθώα και καθαρή ψυχή…

Χάρβαρντ: Πώς οι σχέσεις μας επηρεάζουν την υγεία και τη γήρανση- Η μοναξιά σκοτώνει όσο το τσιγάρο!

Τι είναι αυτό που μας κάνει υγιείς και ευτυχισμένους; Μία μεγάλη μελέτη του Χάρβαρντ με διάρκεια 80 ετών, αποδεικνύει ότι οι δυνατές ανθρώπινες σχέσεις, οι δεμένες κοινότητες και η χαρούμενη οικογενειακή ζωή, είναι οι πιο σημαντικοί παράγοντες που καθορίζουν την ευτυχία. Παράγοντες οι οποίοι βρίσκονται πολύ πιο ψηλά στη λίστα από ότι τα χρήματα, η δόξα και η επαγγελματική καταξίωση.
 
Όταν οι επιστήμονες ξεκίνησαν την παρακολούθηση της υγείας και της ευτυχίας 268 δευτεροετών φοιτητών του Χάρβαρντ το 1938, κατά τη διάρκεια της μεγάλης Ύφεσης, ήλπιζαν ότι μία μεγάλη και διαχρονική μελέτη θα αποκαλύψει σημαντικά στοιχεία για το κλειδί μιας υγιούς και ευτυχισμένης ζωή.
 
Παρακολουθώντας τα άτομα αυτά για σχεδόν 80 χρόνια, ως κομμάτι της έρευνας του Χάρβαρντ για την ανάπτυξη των ενηλίκων, σε μία από τις πιο μακροχρόνιες έρευνες που έχουν γίνει ποτέ, οι ερευνητές κατάληξαν σε αρκετά χρήσιμα συμπεράσματα για την υγιή και ευτυχισμένη ζωή.
 
Από την αρχική ομάδα του Χάρβαρντ που είχε προσληφθεί τότε για την έρευνα, μόνο 19 είναι ακόμα στη ζωή. Ανάμεσα στους αρχικούς συμμετέχοντες, ήταν ο John F. Kennedy, αλλά και ο εκδότης της Washington Post ,Ben Bradlee. Αξίζει να σημειωθεί ότι γυναίκες δεν συμμετείχαν στην ερευνητική ομάδα, καθώς τότε στο κολέγιο φοιτούσαν μόνο άνδρες.
 
Οι επιστήμονες επέκτειναν την έρευνα τους και στους απογόνους των ανδρών, οι οποίοι είναι 1.300 στον αριθμό και βρίσκονται στις ηλικίες των 50-60, προκειμένου να διερευνήσουν τον τρόπο με τον οποίο οι πρώτες εμπειρίες ζωής επηρεάζουν την υγεία και τη γήρανση με την πάροδο του χρόνου. Κάποιοι από τους συμμετέχοντες,έγιναν πετυχημένοι επιχειρηματίες, γιατροί,δικηγόροι, ενώ άλλοι κατέληξαν σχιζοφρενείς ή αλκοολικοί. Κανείς δεν ξέρει, πως θα τα φέρει η ζωή...
 
Στις δεκαετίες που μεσολάβησαν, μεγάλωσε και ο αριθμός των ατόμων που έγιναν αντικείμενο παρατήρησης. Τη δεκαετία του 1975, συμπεριλήφθησαν 456 κάτοικοι της Βοστώνης από το κέντρο της πόλης, εκ των οποίων 40 από αυτούς βρίσκονται ακόμα στη ζωή. Μία δεκαετία πριν περίπου, οι ερευνητές άρχισαν να συμπεριλαμβάνουν στις μελέτες τους και τις συζύγους των συμμετεχόντων.
 
Αυτά που μελέτησαν, ήταν η υγεία των συμμετεχόντων, οι επιτυχίες και οι αποτυχίες που καθόρισαν τη ζωή τους, η καριέρα και η οικογενειακή τους κατάσταση και αρκετούς ακόμα παράγοντες. Τα ευρήματα αποτελούν χωρίς δεύτερη σκέψη ένα "μάθημα ζωής".
 
Οι χαρούμενες σχέσεις μας δίνουν υγεία!
"Το εκπληκτικό εύρυμα είναι ότι οι σχέσεις μας και το πόσο χαρούμενοι είμαστε μέσα σε αυτές, έχει μεγάλη επίδραση στην κατάσταση της υγείας μας", δήλωσε ο διευθυντής της μελέτης Robert Waldinger, ψυχίατρος στο Γενικό Νοσοκομείο της Μασαχουσέτης και καθηγητής ψυχιατρικής στο Harvard. "Η φροντίδα του σώματος είναι σημαντική για την υγεία μας, αλλά οι σχέσεις που δημιουργούν οι άνθρωποι, είναι αυτές που επίσης επιδρούν στο σώμα και το φροντίζουν. Αυτό νομίζω ότι είναι μία μεγάλη αποκάλυψη", πρόσθεσε.
 
"Οι άνθρωποι που ήταν ικανοποιημένοι από τις σχέσεις τους στην ηλικία των 50 ετών, ήταν πιο υγιείς στα 80 τους χρόνια", επισήμανε.
 
Οι χαρούμενες και δυνατές ανθρώπινες σχέσεις είναι αυτές που εξασφαλίζουν την ευτυχία για τους ανθρώπους κατά τη διάρκεια της ζωής τους. Αυτός είναι ο πρωτογενής παράγοντας της ευτυχίας και όχι τα χρήματα ή η προσωπική καταξίωση, όπως θα μπορούσαν να σκεφτούν αρκετοί. Οι υγιείς ανθρώπινες σχέσεις θωρακίζουν τους ανθρώπους απέναντι στις δυσκολίες της ζωής και τους διευκολύνουν να έχουν ψυχική και σωματική υγεία. Τα γονίδια, ο υψηλός δείκτης νοημοσύνης, τα χρήματα και η κοινωνική τάξη, είναι παράγοντες που ακολουθούν και δεν καθορίζουν τόσο σημαντικά το επίπεδο της υγείας και της ευτυχίας, σε σύγκριση με τις κοινωνικές σχέσεις.
 
Η μακροχρόνια έρευνα έχει χρηματοδοτηθεί από ιδιωτικά ιδρύματα, αλλά και από τις επιχορηγήσεις από τα Εθνικά Ινστιτούτα Υγείας, πρώτα μέσα από το Εθνικό Ινστιτούτο Ψυχικής Υγείας, και πιο πρόσφατα με το Εθνικό Ινστιτούτο για τη Γήρανση.
 
Δεν είναι η χοληστερόλη που δείχνει πως θα γεράσετε...
Οι ερευνητές που ασχολήθηκαν εντατικά με τα δεδομένα, συμπεριλαμβανομένων τεράστιων ιατρικών αρχείων και εκατοντάδων πρόσωπο με πρόσωπο συνεντεύξεις και ερωτηματολόγια, βρήκαν έναν ισχυρό συσχετισμό μεταξύ της υγιούς ζωής των ανδρών και των σχέσεων τους με την οικογένεια, τους φίλους και την κοινότητα. Αρκετές μελέτες διαπίστωσαν ότι το επίπεδο της ικανοποίησης από τις σχέσεις σε ηλικία 50 ετών, ήταν καλύτερος προγνωστικός δείκτης της σωματικής υγείας από τα επίπεδα της χοληστερόλης τους!
 
«Όταν συγκεντρώθηκαν όλα τα δεδομένα για την ηλικία των 50, διαπιστώσαμε ότι δεν ήταν τα επίπεδα της χοληστερόλης αυτά που προέβλεπαν τον τρόπο με τον οποίο ο κάθε άνθρωπος επρόκειτο να γεράσει», είπε ο Waldinger και πρόσθεσε: «Το σημαντικό ήταν το πόσο ικανοποιημένοι ήταν στις σχέσεις τους. Οι άνθρωποι που ήταν πιο ικανοποιημένοι στις σχέσεις τους σε ηλικία 50 ετών, ήταν και πιο υγιείς στην ηλικία των 80».
 
Η ηχογραφημένη ομιλία του Robert Waldinger με τίτλο "Τι είναι αυτό που μας προσφέρει μία καλή ζωή", υπάρχει στο διαδίκτυο από το 2015 και είναι πολύ δημοφιλής, έχοντας εκατομμύρια προβολές. 
 

 
Η οικογένεια κάνει καλό, η μοναξιά σκοτώνει!
Οι ερευνητές διαπίστωσαν επίσης ότι η συζυγική ικανοποίηση είχει μια προστατευτική επίδραση στην ψυχική υγεία των ανθρώπων. Μέρος της μελέτης διαπίστωσε ότι οι άνθρωποι που είχαν ευτυχισμένους γάμους στη δεκαετία του '80, ανέφεραν ότι υπέφεραν λιγότερο, ακόμα και όταν βίωναν περισσότερο σωματικό πόνο. Εκείνοι που είχαν δυστυχισμένους γάμους, από την άλλη πλευρα, αισθάνονταν πιο έντονο συναισθηματικό και σωματικό πόνο.
 
Όπως διαπιστώθηκε από την έρευνα, οι μοναχικοί άνθρωποι,έφυγαν από τη ζωή σε μικρότερη ηλικία. «Η μοναξιά σκοτώνει», αναφέρει ο Waldinger. «Είναι τόσο ισχυρό όπλο μοναξιά, όσο το κάπνισμα ή ο αλκοολισμός».
 
Σύμφωνα με τη μελέτη, όσοι ζούσαν περισσότερο και απολάμβαναν καλή υγεία, απέφευγαν το κάπνισμα και το αλκοόλ . Οι ερευνητές διαπίστωσαν επίσης ότι τα άτομα με ισχυρή κοινωνική στήριξη, παρουσίασαν λιγότερη ψυχική και σωματική φθορά με την πάροδο του χρόνου.
 
Στο πλαίσιο μιας πρόσφατης μελέτης, οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι οι γυναίκες που αισθάνονταν καλά με τους συντρόφους τους ήταν λιγότερο καταθλιπτικές και πιο χαρούμενες, ενώ είχαν επίσης καλύτερες λειτουργίες της μνήμης από εκείνες που ζούσαν με συχνές οικογενειακές συγκρούσεις.
 
«Οι καλές σχέσεις όχι μόνο προστατεύουν το σώμα μας, αλλά προστατεύουν και το μυαλό μας» , δήλωσε ο Waldinger. «Και αυτές οι καλές σχέσεις, δεν χρειάζεται να είναι διαρκώς ομαλές. Μερικά ζευγάρια μπορούν να τσακώνονται μεταξύ τους , αλλά ο συναισθηματικός δεσμός τους είναι αυτός που επιδράει περισσότερο στην συναισθηματική τους κατάσταση και τις αναμνήσεις τους στο μέλλον».
 
«Η γήρανση είναι μια συνεχής διαδικασία», προσθέτει ο Waldinger. «Μπορείτε να δείτε πώς οι άνθρωποι μπορούν διαφοροποιούνται ως προς την πορεία της υγείας τους από τα 30 τους χρόνια, έτσι ώστε με την καλή φροντίδα του εαυτού τους, μπορούν να τον προετοιμάσουν καλύτερα για τη γήρανση. Η καλύτερη συμβουλή που μπορώ να δώσω είναι να φροντίσετε το σώμα σας, σαν να επρόκειτο να ζήσετε για 100 χρόνια. Τότε αυτό, ίσως και να συμβεί...»!
 
Οι άνθρωποι που καθοδήγησαν την έρευνα
Η μελέτη έχει μεγάλη διάρκεια ζωής και έχουν περάσει από το τιμόνι της αρκετοί διαφορετικοί διευθυντές, των οποίων οι θητείες αντανακλούν και τις απόψεις της εποχής τους. Ο πρώτος διευθυντής, ο Clark Heath, αντικατοπτρίζει την κυρίαρχη άποψη της εποχής για τον γενετικό και βιολογικό ντετερμινισμό. Ο ψυχίατρος George Vaillant, ο οποίος προσχώρησε στην ομάδα ως ερευνητής το 1966 και έγινε επικεφαλής της μελέτης από το 1972 έως το 2004, τόνισε τον ρόλο των κοινωνικών σχέσεων, και ήρθε για να αναγνωρίσει τον κρίσιμο ρόλο που παίζουν σε ανθρώπους που ζουν μία ευχάριστη ζωή. Ο Waldinger ήταν αυτός που πρόσθεσε στην έρευνα τα παιδιά και τις συζύγους των συμμετεχόντων, ενώ έχει στόχο να διερύνει την έρευνα σε ζητήματα άγχους, σε ζητήματα παιδικής ηλικίας, αλλά και στη νέα γενιά.
 
Ποιο είναι το πιο σημαντικό μάθημα που έχει πάρει; "Πολλές φορές πάνω στη δουλειά, μπορεί να ξεχαστείς και να απομονωθείς. Μετά την έρευνα όμως, καμιά φορά σκέφτομαι. Έχω να δω τους φίλους μου πολύ καιρό. Δίνω μεγαλύτερη προσοχή στις σχέσεις μου, σε σχέση με το παρελθόν".

Όλοι οι έρωτες της ζωής μου

Κι έτσι, αρχίζοντας από τη Ρόζα και τις βιολέτες, έζησα ξανά όλους τους έρωτες της ζωής μου – αλλά κάτω από πιο ευνοϊκούς αστερισμούς.
 
 Σκαλοπάτι σκαλοπάτι, έπρεπε ν’ ανέβω, να προχωρήσω. Υπήρχαν πολλά που έπρεπε να ξαναζήσω, πολλά που έπρεπε να μάθω κάθε κοπέλα που είχα ερωτευτεί στα νιάτα μου την ερωτεύτηκα και πάλι, τώρα όμως μπορούσα να εμπνεύσω σ’ όλες τους την αγάπη. Τώρα μπορούσα να δώσω κάτι σ’ όλες τους και όλες μπορούσαν να μου δώσουν κάτι. Επιθυμίες, όνειρα και πιθανότητες που κάποτε δε ζούσαν παρά μόνο στη φαντασία μου, τώρα μπορούσαν να ζήσουν στην πραγματικότητα. Πέρασαν μπροστά μου σαν όμορφα λουλούδια η Ίντα και η Λώρα κι όλες εκείνες που είχα αγαπήσει για ένα καλοκαίρι, ένα μήνα, μια μέρα.

Διαπίστωνα τώρα πως ήμουν ο όμορφος και παράφορος έφηβος που είχα δει να βγαίνει από τον καθρέφτη και να μπαίνει με τόση αδημονία στην πόρτα των ερωτικών υποσχέσεων. Ζούσα ένα κομμάτι του εαυτού μου, ένα κομμάτι που στην πραγματική μου ζωή δεν είχε εκφραστεί ούτε στο ένα δέκατο, εκατοστό ή χιλιοστό του και που τώρα το ζούσα στην πληρότητά του.
 
 Όλες οι κοπέλες που είχα αγαπήσει ήταν τώρα δικές μου. Η καθεμιά μου έδωσε ό,τι μονάχα εκείνη είχε να μου δώσει και στην καθεμιά έδωσα ό,τι μονάχα εκείνη μπορούσε να πάρει.
 
Όλη η αγάπη που είχα χάσει στη ζωή μου και που τη νοσταλγούσα άνθιζε τώρα μαγικά μέσα στον κήπο μου αυτή την ονειρική αύρα. Έβλεπα ν’ ανθίζουν αγνά και τρυφερά λουλούδια, λουλούδια φανταχτερά που σε θάμπωναν με τη λάμψη τους κι άλλα, σκοτεινόχρωμα, που μαραίνονταν γρήγορα.
 
Υπήρχαν γυναίκες που έπρεπε να τις σαρώσεις σαν καταιγίδα κι άλλες που ήταν χαρά να τις φλερτάρεις και να τις κερδίσεις σιγά σιγά. Κάθε μισοσκότεινη γωνιά της ζωής μου, όπου, έστω και μόνο για ένα λεπτό, η φωνή της σάρκας με είχε καλέσει, το βλέμμα μιας γυναίκας με είχε τραβήξει ή το φωτεινό, λευκό δέρμα ενός κοριτσιού με είχε σαγηνέψει, πρόβαλε τώρα ξανά.
 
Όλες ήταν δικιές μου, η καθεμιά με τον τρόπο της. Η γυναίκα με τα συναρπαστικά σκουροκάστανα μάτια και τα ολόξανθα μαλλιά ήταν εκεί. Είχα σταθεί δίπλα της για ένα τέταρτο της ώρας στο διάδρομο ενός τρένου και μετά την είδα αρκετές φορές να εμφανίζεται στα όνειρά μου. Δεν είπε ούτε μία λέξη, αλλά αυτά που μου έμαθε για την τέχνη του έρωτα ήταν αφάνταστα, τρομαχτικά, θανάσιμα.
 
Η καθεμιά είχε το μυστικό της, το μπουκέτο με τα δικά της λουλούδια. Η καθεμιά φιλούσε και γελούσε με το δικό της τρόπο, είχε τη δική της ιδιαίτερη ντροπαλοσύνη και τη δική της ιδιαίτερη ξεδιαντροπιά. Έρχονταν και έφευγαν. Το ρεύμα τις έφερνε προς το μέρος μου κι ύστερα τις έπαιρνε μακριά μου.
 
Και ξαφνιαζόμουν να βρίσκω πόσο πλούσια ήταν η ζωή μου –η φαινομενικά φτωχή και ανέραστη ζωή του Λύκου της Στέπας- πόσο πλούσια σε ερωτικές ευκαιρίες και σαγηνευτικά θέλγητρα. Τις είχα αποδιώξει. Τις είχα χάσει. Είχα σκοντάψει πάνω τους κι είχα βιαστεί να τις ξεχάσω. Ήταν όμως όλες τους εκεί, μαζεμένες κατά εκατοντάδες, και ούτε μια τους δεν έλειπε. Και τώρα που τις έβλεπα, αφέθηκα σ’ αυτές ανυπεράσπιστος και βυθίστηκα μέσα στο ροδόχρωμο μισόφωτο του υποχθόνιου κόσμου τους.»
 
Έρμαν Έσσε, ο Λύκος της Στέπας

Ένα βήμα θάρρους μας χωρίζει από αυτό που θέλουμε

Ακίνητη. Σχεδόν μουδιασμένη. Κρατούσε την ανάσα της για να μην τρομάζει τις επιθυμίες της και τις διώξει μακριά.
 
Οι επιθυμίες είναι κινητήριος δύναμη. Η σπρωξιά εκείνη που μας προτρέπει να κάνουμε ένα βήμα μπροστά. Να τα βάλουμε με τις φοβίες και τις ανασφάλειες μας.

Ένα βήμα μπροστά και οι παλμοί της χόρευαν σαν τρελοί εκλιπαρώντας την να γυρίσει πίσω. Στη ζώνη ασφαλείας της. Ακόμα ένα βήμα και τα πόδια της μούδιαζαν. Μια ακόμα βαθιά ανάσα. Ένα ακόμα βήμα. Ο φόβος την κυρίευε. Το ρίγος εξαπλωνόταν σε όλο το κορμί της με φρενήρεις ρυθμούς και της προκαλούσε σποραδικές ψυχρολουσίες.
 
Ανατριχίλα.
Ώσπου έφτασε στο σημείο εκείνο που έπρεπε να περάσει στην άλλη άκρη…
Υπάρχουν δύο παράλληλες ζωές. Αυτή που ζούμε και αυτή που θα θέλαμε να ζήσουμε. Το ενδιάμεσο στάδιο καλείται αντίσταση και δεν είναι τίποτα άλλο από τις αντιλήψεις μας, τις φοβίες μας, τις ανασφάλειες μας και ο κόσμος γύρω μας που φροντίζει με τον τρόπο του να τις εντείνει. Το ναρκοπέδιο που όταν αποφασίσουμε να περάσουμε πρέπει να είμαστε έτοιμοι να αντιμετωπίσουμε τις Ερινύες που μας καλούν να επιστρέψουμε πίσω στην comfort zone μας.
 
Βολικό έτσι; Αραχτοί, αποστασιοποιημένοι, αδρανείς.
Στέλνουμε την επιλογή κατευθείαν στην καρμανιόλα. Την αποκεφαλίζουμε και βουλιάζουμε όλο και περισσότερο σε ένα πρέπει που γίνεται θηλιά στο λαιμό μας.

Πόσο αποφασισμένοι είμαστε για να περάσουμε στην άλλη διάσταση; Πόσο ένα θέλω μπορεί να γίνει ένα ισχυρό κίνητρο για να πετάξουμε τις ρίζες που μας κρατούν ακινητοποιημένους;
 
Εκείνη λίγη ώρα πριν είχε πέσει στο χώμα και με πείσμα τραβούσε να ξεριζώσει ό,τι δεν της επέτρεπε να προχωρήσει μπροστά. Τα χέρια της ήταν ακόμα λερωμένα από το χώμα. Το πρόσωπο της αναψοκοκκινισμένο από την ένταση της στιγμής. Ώσπου τα κατάφερε. Εκείνες τότε μεταμορφώθηκαν σε φίδια. Ένα από αυτά κατάφερε να τη δαγκώσει. Της πέρασε στο αίμα της το δηλητήριο της αμφιβολίας. Οι ανασφάλειες αντέδρασαν και έγιναν πιο έντονες. Πάγωσε το αίμα της. Σταμάτησε. Το πείσμα όμως έδρασε άμεσα και ακαριαία ως αντίδοτο. Σκότωσε τις αμφιβολίες. Δεν κατάφερε όμως να διώξει μακριά τις ανασφάλειες. Έπρεπε να αποφασίσει. Να γυρίσει πίσω στην ασφάλεια της αδράνειας ή να πορευτεί παρέα με τις ανασφάλειες της. Να της κάνει αρωγό στο νέο της ξεκίνημα. Να τις μετουσιώσει σε δύναμη.

Αυτό είναι μαγκιά. Να πιάσεις κομμάτι κομμάτι κάθε αδυναμία σου και να τις κάνεις κτήμα σου. Να τις στρέψεις υπέρ σου. Ισορροπία. Δράση-αντίδραση. Το θετικό και το αρνητικό.

Πρόκληση.
Τώρα βρισκόταν αντιμέτωπη με τη μεγάλη γυάλινη τζαμαρία που τη χώριζε από την άλλη πλευρά. Στάθηκε τόσο κοντά που ένιωσε την παγωμένη επιφάνεια στο πρόσωπο της. Οι ανασφάλειες της ψιθύριζαν στο αυτί ότι αυτό που κάνει είναι λάθος. Οι επιθυμίες ότι δεν έπρεπε να τα παρατήσει τώρα.

Γέλασε ειρωνικά και φώναξε με τέτοια ένταση που ο αντίλαλος έγινε μια πύρινη μπάλα έτοιμη να τα καταστρέψει όλα.

«Ποιος είναι αυτός που θα μου πει τι είναι σωστό τι λάθος»…
Δύο βήματα πίσω. Κοίταξε για τελευταία φορά τη γυάλινη τζαμαρία που στεκόταν προκλητική μπροστά της. Έκλεισε τα μάτια και πήρε φόρα.
 
Ένα βήμα θάρρους μας χωρίζει από αυτό που θέλουμε/επιθυμούμε. Μόνο ένα…
Τολμάς;

Η ψυχολογία του φόβου της ελευθερίας

Ο άνθρωπος δημιουργήθηκε με πέντε φυσικά συναισθήματα: φόβο, θλίψη, θυμό, ζήλια κι αγάπη. Προτού καν γίνει κανείς έξι χρονών, όλα τα παραπάνω φυσικά συναισθήματα έχουν μετατραπεί σε αφύσικα!
 
Πως;
Με την εκπαίδευση που δεχόμαστε ως παιδιά συνεχώς κι επίμονα απ’ όλους τους αποδεκτούς φορείς κοινωνικοποίησης (δηλ. γονείς, συγγενείς, δασκάλους, κ.λ.π.) οτι η εκδήλωση των φυσικών συναισθημάτων δεν είναι ούτε αρεστή, ούτε επιτρεπτή σε ένα πλαίσιο στο οποίο χρειάζεσαι να είσαι αρεστός για να επιβιώσεις ψυχικά και σωματικά.
 
Οι άνθρωποι έχουν μονο δύο φυσικούς φόβους: την πτώση από μεγάλο ύψος, και τους ξαφνικούς δυνατούς θορύβους. Αν ανεβάσουμε ενα μικρό παιδί σε μια ψηλή εξέδρα – οποιοδήποτε παιδί- δεν θα κατέβει, γιατί διαθέτει έναν έμφυτο φόβο για το ύψος.
 
Όσον «θαρραλέος» κι αν πιστεύω ότι είμαι, αν κάποιος πυροβολήσει πίσω μου, θα εκπλαγείτε με την ταχύτητα που θα σκύψω… 
 
Αυτές είναι οι φυσικές φοβίες: του ύψους και των δυνατών θορύβων. Μας έχουν δοθεί από την φύση μας προκειμένου να προστατευόμαστε σωματικά. Μας βοηθούν, στην κυριολεξία, να επιβιώσουμε.
 
Ποιούς άλλους φόβους έχετε; Τον φόβο του θανάτου; Της αποτυχίας; Της μοναξιάς; Της απόρριψης; Την υψοφοβία; Του αγνώστου; Φοβάστε τη γνώμη που έχουν για σας οι φίλοι και οι γείτονες; Τα φίδια; Τα ποντίκια; Τις αράχνες; Την αγοραφοβία; Και πάει λέγοντας…
 
Καταλήγουμε να έχουμε ένα εκατομμύριο αφύσικους φόβους που μας κάνουν δυστυχισμένους, και μεταφέρουμε αυτές τις φοβίες στα παιδιά και στα εγγόνια μας. Όπως έχει καταγραφεί τόσο όμορφα: «Αμαρτίαι γονέων παιδεύουσι τέκνα». Αυτό είναι το αυθεντικό νόημα της αμαρτίας… 
 
Είναι πράγματι ασύλληπτος ο αριθμός των ανθρώπων που σπαταλούν το 90% της ενέργειάς τους βασίζοντας καθημερινές επιλογές τους στο φόβο! Αυτό είναι και το πραγματικό πρόβλημα των ανθρώπων. Αν στην ζωή σας μάθετε να επιτρέπεται στον εαυτό σας να βιώνει φόβο, θλίψη, θυμό, ζήλια, και δεν προσπαθείτε με νύχια και με δόντια να αποτρέψετε την έκφραση αυτών των ανθρώπινων συναισθημάτων, όταν αυτά φυσικά εμφανίζονται, τότε θα μπορέσετε ίσως κάποια στιγμή, αργά ή γρήγορα να αισθανθείτε και αγάπη για τους άλλους…
 
Αν στη ζωή σας κατορθώσετε να μην υπάρχουν άλλοι φόβοι πέρα από τους φυσικούς, τότε κατευθύνεστε προς μια ζωή πληρότητας.
 
Όλοι μας δυστυχώς τείνουμε πολύ συχνά στη ζωή μας να παίρνουμε σημαντικές αποφάσεις, οι οποίες βασίζονται σε υποσυνείδητους φόβους. Οι φόβοι που δεν γίνονται από μας αποδεκτοί και –γι’ αυτό- δεν βιώνονται συνειδητά, «τρυπώνουν» στο υποσυνείδητο, αφού μόνο εκεί μπορούν ανενόχλητα να συνεχίσουν να υπάρχουν αλογόκριτα…
 
Ο φόβος του να μη σε αγαπούν, ο φόβος της απόρριψης, ο φόβος μήπως δεν φέρεσαι σωστά, ο φόβος του τι σκέφτονται οι άλλοι, έχουν προκαλέσει τις περισσότερες παιδικές αυτοκτονίες σ’αυτόν τον κόσμο. Αν έχετε παιδιά, θα ήθελα να πάτε στο σπίτι απόψε και να σκεφτείτε μόνοι σας πόσα «εάν» ακολουθούν την δήλωση «Σ’ αγαπώ…»;
 
Δεν είναι σπάνιο δίπλα σε ένα παιδικό φέρετρο να ακούς τους γονείς να μονολογούν: «Γιατί ήμουν τόσο σκληρός μαζί του; Γιατί δεν μπόρεσα να δω την ομορφιά αυτού του παιδιού; Γιατί παραπονιόμουν που έπαιζε ντραμς κάθε νύχτα;… παραπονιόμουν διαρκώς. Απόψε θα έδινα τα πάντα για να τον ακούσω να παίζει ντραμς …».
 
Η πληρότητα στη ζωή είναι για κείνους που δεν φοβούνται τι θα πουν οι γείτονες, για τους ανθρώπους που δεν φοβούνται μήπως δεν είναι αγαπητοί.

Εστιάζοντας στην καλοσύνη

Όσοι αγαπούν εστιάζουν πάντα στο θετικό, στην ομορφιά, καλοσύνη και τη χαρά. Αν και έχουν επίγνωση της σκοτεινής πλευράς της ζωής, αποφεύγουν να δίνουν βαρύτητα σ αυτό.
 
Η εμμονή μας με ό,τι είναι στραβό στον κόσμο μάς κάνει να μη βλέπουμε το καλό και το σωστό. Από την άλλη πλευρά, οι λύσεις γίνονται πιο ορατές υπό το φως των υφιστάμενων δυνατοτήτων.
 
Η ομορφιά και η καλοσύνη είναι οι ισχυρότερες δυνάμεις που μπορούμε να αντιπαρατάξουμε στην ασχήμια και το κακό. Οι αρνητικοί άνθρωποι ψάχνουν (και πάντα βρίσκουν) το αρνητικό, όπως ακριβώς οι θετικοί άνθρωποι ψάχνουν και βρίσκουν τη φωτεινή πλευρά της ύπαρξης. Και τα δύο υπάρχουν. Και τα δύο είναι πραγματικά και πάντα δίπλα μας. Η διαφορά είναι τόσο θεμελιώδης όσο μια απόφαση και τόσο απλή όσο το άνοιγμα των ματιών μας.
 
Η κάθε είδους κοινωνική συμπεριφορά, του αλτρουισμού συμπεριλαμβανομένου είναι τόσο φυσική και αναμενόμενη, ώστε σχεδόν δεν την προσέχουμε, αλλά μας κάνει εντύπωση η απουσία της ή το αντίθετο της.
 
Έτσι όπως τόνισε και ο Morton Hunt: Η σκληρότητα τραβάει την προσοχή, η καλοσύνη περνάει απαρατήρητη

Ζωή με πάθος

passion_rules1Ας φανταστούμε έναν κόσμο που όλοι κάνουν αυτό για το οποίο γεννήθηκαν και άρα αφού το αγαπάνε, είναι και καλοί σε αυτό…πόσο διαφορετικά θα ήταν όλα… Όταν αγαπάς κάτι τόσο αληθινά, η ανταμοιβή είναι καθημερινή και τα υλικά αποτελέσματα αυτής της προσπάθειας είναι θέμα χρόνου.
 
Τη ζωή μας δεν γίνεται μονίμως να τη ζουν άλλοι για εμάς και να την παρακολουθούμε μέσα από την τηλεόραση ή το ίντερνετ.
 
Η ζωή μας δεν μπορεί να είναι μια «ευθεία γραμμή». Είναι ανιαρή και όταν περνάνε τα χρόνια και κοιτάς πίσω, διαπιστώνεις με πίκρα και μελαγχολία ότι ήταν σαν χτες (που ….) και καμιά φορά λες « θα είχα πάρει άλλες αποφάσεις, μπορούσα να το κάνω, γιατί άραγε δεν το έκανα;» Το παρελθόν δεν αλλάζει, το μέλλον δεν έχει έρθει ακόμα, αυτό που όλοι έχουμε είναι το ΤΩΡΑ. Κάνε το να αξίζει.
 
Ζήσε με πάθος. Ερωτεύσου και εκδήλωσε το. Δεν υπάρχουν λάθος επιλογές. Όλα είναι μαθήματα.
 
Μπορούμε να αλλάξουμε ότι δεν μας αρέσει, αρκεί να το θέλουμε μέσα από την καρδιά μας, αρκεί να το θέλουμε με πάθος.
 
Πάθος είναι να γελάς, να ζεις τη στιγμή, να αφήνεις για λίγο το μυαλό σου ήσυχο να αναπνεύσει από τα «πρέπει» και τις σκοτούρες, να έχεις «θέλω» και όχι μόνο «πρέπει», να συγκινείσαι στη φύση και με απλά πράγματα που δεν μπορεί κανείς να στα στερήσει, όπως το ηλιοβασίλεμα, ένα ζωάκι, ένα μωρό, μια ταινία, να λες στον άλλον «είμαι εδώ για σένα σήμερα» χωρίς εμμονές και φόβους, έτσι απλά. Πάθος είναι να αγκαλιάζεις τους γονείς σου, όσο ακόμα τους έχεις και παρόλες τις διαφορές σας που σε έχουν πληγώσει, να τους χαμογελάς (εντάξει μετά μπορείτε και να τσακωθείτε πάλι, δεν πειράζει, και αυτό πάθος είναι).
 
Γιατί δηλαδή να μας συγκινούν οι διαφημίσεις στην τηλεόραση (που τις σκέφτηκε επιτηδευμένα μια ομάδα έξυπνων ανθρώπων πολύ καλών στη δουλειά τους) και δεν μας συγκινεί η ζωή μας κάθε μέρα που τη φτιάχνουμε εμείς; Ας τη φτιάξουμε όσο το δυνατόν πιο κοντά στο Όνειρο.
  • Πάθος είναι η αγκαλιά με τον/την σύντροφό σου όταν κοιτάτε το παιδί σας.
  • Πάθος είναι να ενώνεσαι με μια ομάδα ανθρώπων με κοινό στόχο.
  • Πάθος είναι να αφήνεις το παιδί που έχεις μέσα σου να εκφραστεί, είναι δύσκολο να είσαι ενήλικας συνέχεια. Κάνε αστεία πράγματα και άσε τη σοβαροφάνεια για όταν χρειάζεται (ίσως και να μη χρειάζεται καθόλου).
  • Πάθος είναι η δημιουργία. Φτιάξε κάτι, οτιδήποτε. Με τα χέρια, με πινέλα, με τα χρήματα, με ότι μπορείς. Δημιούργησε. Δεν είναι ανάγκη να ξέρεις έναν τρόπο, απλά εκφράσου. Έχει πλάκα. Άλλαξε κάποια πράγματα στο σπίτι και στα έπιπλα, τη διαρρύθμιση, δεν είναι απαραίτητο να έχεις πολλά λεφτά. Τρόπο και διάθεση χρειάζεται. Φρόντισε  τα φυτά σου, πλύνε το αμάξι σου, πάρε διαφορετικό δρόμο προς το σπίτι σου, να επισκεφτείς ένα νέο μαγαζί (ακόμα και αν μετά ξαναπάς στο αγαπημένο σου), μαγείρεψε, ράψε, ζωγράφισε, ζήτησε βοήθεια και μοιράσου τη γνώση και τη στιγμή, δώσε λουλούδια στους ηλικιωμένους ή στους μαθητές και στους πελάτες σου (μπορείς να τα κόψεις από το δρόμο ή από γλάστρα, δεν χρειάζονται λεφτά), χόρεψε, γυμνάσου, κάνε εθελοντισμό (κάνε με οποιοδήποτε τρόπο καλό σε ανθρώπους ή ζώα), μάθε κάτι καινούργιο και τόσα άλλα πράγματα.
Το αποτέλεσμα θα σε ανταμείψει, γιατί το συναίσθημα που νιώθει κανείς είναι άμεσο.
 
Γιατί ενώ οι μεγαλύτεροι μας λένε οδηγίες και μας συμβουλεύουν, εμείς θα τα ανακαλύψουμε όλα με τον δικό μας τρόπο και στον δικό μας χρόνο.

Μπορούν οι κοινωνικές δεξιότητες να διδαχθούν;

Το ενδιαφέρον του Michael Argyle για την κοινωνική ψυχολογία, στην οποία πρωτοστάτησε, είχε τις ρίζες της στην ανησυχία που ένιωθε για έναν φίλο του από το σχολείο, του οποίου η ντροπαλότητά του τον έκανε δυστυχισμένο. Όταν ο Argyle ξεκίνησε την έρευνά του στο τμήμα Εφαρμοσμένης Ψυχολογίας του Cambridge το 1950, το τμήμα ήταν γεμάτο από ερευνητές που μελετούσαν τις κινητικές δεξιότητες και κάπως έτσι άρχισε να αναρωτιέται αν οι κοινωνικές δεξιότητες θα μπορούσαν να μοιάζουν με τις κινητικές ως προς το ότι και οι δύο εξαρτώνται από την ανταμοιβή, είτε μέσω αλληλεπίδρασης με ένα μηχάνημα ή μέσω της επαφής με άλλους ανθρώπους. Θέλησε να μελετήσει αν οι κοινωνικές δεξιότητες μπορούν να διδαχθούν και να γίνουν η δεύτερη φύση κάποιου, κάτι αυτοματοποιημένο, όπως η οδήγηση ενός αυτοκινήτου.

Ο Michael Argyle άρχισε να ερευνά τους άρρητους κανόνες της ανθρώπινης αλληλεπίδρασης, αυτό που ονόμαζε «μη λεκτική επικοινωνία». Η ερευνητική του ομάδα για τις κοινωνικές δεξιότητες στο Ινστιτούτο Πειραματικής Ψυχολογίας της Οξφόρδης, που ιδρύθηκε το 1963, διεξήγαγε πειράματα για να εξετάσει τις λεπτομέρειες των κινήσεων του ματιού και των νευμάτων του κεφαλιού, τον τρόπο δηλαδή με τον οποίο δύο άνθρωποι συγχρόνιζαν τη συζήτησή τους με μη λεκτικά στοιχεία σε ένα βαλς χειρονομιών.

Σε μια έρευνα, ο Argyle και η ομάδα του έφτιαξαν εχθρικά, φιλικά και ουδέτερα λεκτικά μηνύματα σε διαφορετικούς συνδυασμούς με εχθρικούς, φιλικούς και ουδέτερους μη λεκτικούς τρόπους άρθρωσης/παρουσίασής τους, ώστε να δουν τι επίδραση είχαν στον δέκτη. Κατέληξαν σε ένα εντυπωσιακό αποτέλεσμα: η μη λεκτική επικοινωνία ήταν 12,5 φορές πιο ισχυρή από τη γλώσσα στην έκφραση και μετάδοση νοήματος.

Ο Argyle πείστηκε στο τέλος ότι οι κοινωνικές δεξιότητες μπορούν να γίνουν αντικείμενο διδασκαλίας και μάθησης. Η προσέγγισή του στην κοινωνική ψυχολογία υποστήριζε ότι οι προσωπικότητες των ανθρώπων δεν αποκρυσταλλώνονται στην παιδική ή εφηβική ηλικία, αλλά μπορούν να αλλάξουν. Στο βιβλίο του «Η ψυχολογία της διαπροσωπικής συμπεριφοράς» (1967), ισχυρίζεται ότι πολλά ψυχικά προβλήματα οφείλονται όχι σε κάποια ψυχοπαθολογία με σημείο αναφοράς την παιδική ηλικία όπως οι Φροϋδικοί πίστευαν, αλλά σε έλλειψη κοινωνικών δεξιοτήτων.

Το 1968 ξεκίνησε ένα εκπαιδευτικό πρόγραμμα κοινωνικών δεξιοτήτων στο Ψυχιατρικό Νοσοκομείο του Littlemore κοντά στην Οξφόρδη, στο οποίο καινοτομούσαν χρησιμοποιώντας συναντήσεις μικρών ομάδων με ασθενείς, αντί να εφαρμόζουν παραδοσιακές μεθόδους σωματικού περιορισμού και εγκλεισμού. Ο Argyle ήθελε λοιπόν να συνεχίσει αυτή τη νέα πρακτική. Πίστευε ότι ένα κοινό χαρακτηριστικό που μοιράζονταν οι ψυχικά ασθενείς ήταν η ανικανότητά τους να κάνουν φίλους, εξαιτίας της αποτυχίας τους να δείξουν ενδιαφέρουν για άλλα άτομα ή να ακούσουν τις απόψεις τους, και του συνεπαγόμενου πολύ χαμηλού επιπέδου ικανοποίησης και ανταμοιβής από τους άλλους.

Έθεσε σε εκείνους τους ασθενείς διάφορες ασκήσεις, ώστε να βελτιώσουν τις στάσεις τους, να ζωντανέψουν τις εκφράσεις τους και να ζωηρέψουν τις χειρονομίες τους. Έμαθαν να ταιριάζουν ανάλογα τον τόνο της φωνής τους, την έκφραση και τη γλώσσα του σώματός τους, όπως επίσης και να αναγνωρίζουν του συνομιλητή τους. Αν οι φωνές τους ήταν μονότονες, κοινό στοιχείο των καταθλιπτικών ή ντροπαλών, διδάσκονταν να αλλάζουν τον τόνο ανάλογα. Το δυσκολότερο πράγμα που αυτοί οι ασθενείς έπρεπε να κάνουν ήταν να παρακολουθήσουν βίντεο, για να δουν πόσο εχθρική ή βαρετή στάση είχαν απέναντι στους άλλους. Ύστερα, έπρεπε να «αποσυναρμολογήσουν» εκείνες τις εκφράσεις και τις ενστικτώδεις χειρονομίες και να τις αναπροσαρμόσουν με πιο ευχάριστο τρόπο.

Οι μέθοδοι του Argyle έγιναν γνωστές και χρησιμοποιήθηκαν σε πολλές άλλες περιπτώσεις. Οι ψυχωτικοί διδάσκονταν κοινωνικές δεξιότητες, ώστε να ξεπεράσουν την απομονωμένη αίσθηση ετερότητας που είχαν. Οι βίαιοι φυλακισμένοι μάθαιναν πώς να αντιμετωπίσουν ευγενικά και πολιτισμένα καταστάσεις, που θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε σύγκρουση. Μαζί με αυτές τις ομάδες ανθρώπων που ο Argyle χαρακτήριζε ως «κοινωνικά ανεπαρκείς», υπήρχαν και γιατροί, δάσκαλοι, managers κλπ.- εργαζόμενοι που οι δουλειές τους περιλάμβαναν αλληλεπίδραση με ανθρώπους- που μπορούσαν να διδαχθούν επίσης κοινωνικές δεξιότητες.

Μπορούν λοιπόν οι κοινωνικές δεξιότητες να διδαχθούν; Ίσως, ως ένα σημείο. Η δουλειά του Argyle βοήθησε αδιαμφισβήτητα εκείνη την εποχή πολλούς «κοινωνικά ανεπαρκείς» ανθρώπους να συσχετιστούν. Παρόλα αυτά, η ανθρώπινη προσωπικότητα είναι πολύ πιο παράξενη, σύνθετη και, σε ένα βαθμό, «ανυπόκτακτη» σε σχέση με τις κινητικές δεξιότητες. Η εκμάθηση κοινωνικών δεξιοτήτων, άλλωστε, αποτελεί ένα απαραίτητο μέρος του να είσαι άνθρωπος.

Κριτική σκέψη: Η «σκοτεινή» πλευρά της και πώς να την ενισχύσετε δημιουργικά

Το ζήτημα της κριτικής σκέψης στις μέρες μας είναι μια σοβαρή υπόθεση. Όλοι οι ειδικοί συμφωνούν στο ότι υπάρχει κρίση στις μέρες μας όσον αφορά στην κριτική σκέψη. Αλλά δεν υπάρχει συμφωνία ως προς τι είναι η κριτική σκέψη.

Τι είναι η κριτική σκέψη;
Οι φιλόσοφοι διαχωρίζουν τη θεωρητική και την πρακτική συλλογιστική. Η πρώτη είναι όταν σκέφτεστε για τον τρόπο που τα πράγματα είναι. Εδώ, συλλογίζεστε επαρκώς, όταν επεξεργάζεστε αποτελεσματικά αληθινές και χρήσιμες πεποιθήσεις. Η πρακτική συλλογιστική είναι όταν σκέφτεστε για το πώς και τι να πράξετε. Εδώ, συλλογίζεστε σωστά, όταν τελικά αποφασίζετε αποτελεσματικές και αποδοτικές πράξεις.

Υπάρχουν βέβαια πολλά περισσότερα που μπορούμε να πούμε για το τι ακριβώς σημαίνει αποτελεσματική συλλογιστική, χρήσιμες αλήθειες και αποδοτικές πράξεις. Γι’ αυτό και οι φιλόσοφοι γράφουν τόσο μεγάλους τόμους εξάλλου! Αλλά αν μείνουμε στην κοινή λογική, καταλήγουμε σε μια απλή φιλοσοφική πρόταση: «Ένα άτομο με καλή κριτική σκέψη σημαίνει ότι σκέφτεται αποτελεσματικά χρήσιμες αλήθειες και αποδοτικές πράξεις». Αυτή η φιλοσοφία έχει μια καταστροφική, αρνητική πλευρά, όπως επίσης και μια δημιουργική, θετική πλευρά.

Η καταστροφική πλευρά

Ορισμένοι άνθρωποι ταυτίζουν την κριτική σκέψη με μια απλή συνήθεια, χαρακτηριστικό ή δεξιότητα. Μπορούμε να επικρίνουμε τέτοιες απόψεις, δείχνοντας ότι αυτή η συνήθεια, χαρακτηριστικό ή δεξιότητα δεν μας βοηθούν πάντα αποτελεσματικά να σκεφτούμε χρήσιμες αλήθειες και αποτελεσματικές πράξεις. Για παράδειγμα:

• «Ένα άτομο με κριτική σκέψη αμφισβητεί τα πάντα». Δεν είναι καθόλου σοφό να προσπαθήσετε να αμφισβητήσετε τα πάντα- εκτός αν είναι κάποια φιλοσοφική άσκηση ή αν θέλετε να εκνευρίσετε κάποιον. Ένα άτομο που έχει όντως κριτική σκέψη δεν κάνει κάτι τέτοιο. Θέτει όμως τις σωστές ερωτήσεις, εκείνες που θα οδηγήσουν σε χρήσιμες αλήθειες και αποτελεσματικές πράξεις.
• «Αν έχεις σωστή κριτική σκέψη είναι επειδή συλλογίζεσαι πάνω σε όλα τα προβλήματα». Αυτό είναι πραγματικά αδύνατο. Δεν μπορούμε να αναλύουμε κάθε μικρό ή μεγάλο πρόβλημα που αντιμετωπίζουμε. Και δεν είναι και πάλι σοφό να το προσπαθούμε. Κάποιος που έχει κριτική σκέψη την χρησιμοποιεί σοφά και επιλεκτικά, ώστε να φτάσει στα επιθυμητά και μόνο αποτελέσματα.

Η δημιουργική πλευρά

Για να ενισχύσετε την κριτική σας σκέψη, χρειάζεται να αναγνωρίσετε και να εφαρμόσετε τις στρατηγικές σωστής συλλογιστικής- τρόπους σκέψης που αποκαλύπτουν αποτελεσματικά χρήσιμες αλήθειες και αποδοτικές πράξεις. Πρέπει να σημειώσουμε όμως ότι πρόκειται για ένα μεγάλο εγχείρημα. Σύμφωνα με το The critical thinking community ένα άτομο με καλλιεργημένη κριτική σκέψη:

• Θέτει σημαντικές ερωτήσεις και προβληματισμούς, διαμορφώνοντας τους ξεκάθαρα και με ακρίβεια,
• Συλλέγει και αξιολογεί σχετικές πληροφορίες, χρησιμοποιώντας αφηρημένες ιδέες, για να τις ερμηνεύσει αποτελεσματικά, να φτάσει σε λογικά συμπεράσματα και λύσεις
• Είναι ανοιχτόμυαλος και κινείται ανάμεσα σε εναλλακτικά συστήματα σκέψης, αναγνωρίζοντας και αξιολογώντας τα πλεονεκτήματα, τα μειονεκτήματα τους όπως επίσης και τις πρακτικές τους συνέπειες και
• Επικοινωνεί επαρκώς με άλλους, ώστε να καταλήξουν σε λύσεις πολύπλοκων προβλημάτων.

Ένα αισιόδοξο συμπέρασμα
Παρά τις παρερμηνείες και τους λάθους προσδιορισμούς της κριτικής σκέψης, θεωρούμε ότι η θεωρία προσφέρει μια αισιόδοξη εικόνα. Για πολλά πρακτικώς σημαντικά προβλήματα που αντιμετωπίζουμε, ένας αποτελεσματικός κανόνας για την επίλυση τους υπάρχει ήδη μέσα στο νου μας. Συχνά, για να βελτιωθούμε στην κριτική σκέψη, δεν χρειάζεται να μάθουμε κάτι νέο, αλλά να χρησιμοποιήσουμε σωστά τους κανόνες και τις σκέψεις που ήδη έχουμε.

Πέτα τη μάσκα και ζήσε για σένα!

Και έρχεται η μέρα που ξυπνάς και χάνεσαι, στέκεσαι μπρος στον καθρέφτη και σου φαίνεται άγνωστο τελείως το πρόσωπο που αντανακλάται – ποιος είσαι; Το ερώτημα και μόνο, σου προκαλεί, ένα μικρό εσωτερικό πανικό… Και τι να επιλέξεις; Μα και να ξέρεις τι, και οι επιθυμίες σου όλες να΄ναι παρούσες, δε θα τολμήσεις… Αφού διστάζεις και φοβάσαι, νιώθεις χαμένος, και για αυτό νευριάζεις και θυμώνεις με σένα – με τη δειλία και την αναποφασιστικότητά σου!

Κάποτε, ρωτάς τους άλλους κοιτώντας τους στα μάτια, και τότε οι απαντήσεις είναι τριων λογιών. Άλλοι σε καθυσυχάζουν με τις τυπικές, γνωστές τετριμμένες κουβέντες πως όλα βαίνουν καλώς, άλλοι απορούν και βουβαίνονται γιατί νιώθουν ότι, έτσι και απαντήσουν, η απάντηση απειλεί να πνίξει και τους ίδιους, και άλλοι θυμώνουν αμέσως και αρχίζουν να σε ρωτάνε τι δεν πάει καλά με σένα, σου κολλάνε και μερικές ταμπέλες μαζί, αχάριστος και απαιτητικός, και ξεφυσώντας αγανακτισμένα, προσπαθούν να ξεμπερδέψουν με το ερώτημά σου!

Μα εσύ νιώθεις κλεισμένος σ’ ένα γιγάντιο κουτί, περιτριγυρισμένος από τοίχους που σε πλακώνουν, και όπου να κοιτάξεις αδιέξοδο… τα μάτια σου βλέπουν μόνο τείχους συμπαγείς! Ξέρεις γιατί; Επειδή μεγάλωσες έτσι, επειδή οι προηγούμενες εμπειρίες σου στοιβάχτηκαν και έχτισαν θεόρατους τείχους από απαγορεύσεις και πρέπει!

Επειδή, απλά, μεγάλωσες και μεγαλώσαμε σε μια οικογένεια που ήξερε να μας περιορίζει, να μας λέει ποιές είναι οι διαθέσιμες επιλογές μας, να διαλέγει εκείνη αντί για μας, και έπειτα, να μας διαβεβαιώνει ότι αυτό είναι το σωστό!

Μεγαλώσαμε σε μια οικογένεια που μας ζητούσε απεγνωσμένα να παίξουμε ένα ρόλο που εκείνη είχε προαποφασίσει – και μας ζητούσε μάλιστα, διαρκώς, να μπούμε στο πετσί αυτού του ρόλου, να προσποιούμαστε όσο πιο πετυχημένα αυτό που θέλουν να είμαστε, ώστε η συμπεριφορά μας να ευχαριστεί τους άλλους, να εκπληρώνει τις επιθυμίες τους!

Μεγαλώσαμε σε μια οικογένεια που μας έμαθε να φοράμε βολικά άδεια χαμόγελα, μάσκες κούφιες με προκαθορισμένες σκέψεις και απόψεις, να κινούμαστε μηχανικά και συντηρητικά, να μας απασχολεί τι θα πουν οι άλλοι, αν θα μας εγκρίνουν ή θα μας απορρίψουν και να θάβουμε επιθυμίες και συναισθήματα!

Γιατί, χτίσαμε την ύπαρξή μας σύμφωνα με τις προδιαγραφές των άλλων, μα όχι των δικών μας! Και τώρα τρομάζουμε, απλούστατα επειδή μάθαμε να είμαστε η ηχώ των άλλων, η φωνή που εκφράζει τους άλλους, μα όχι εμάς! Και η μάσκα που φοράμε, μας κουράζει, μας πνίγει σιγά σιγά!

Γι΄αυτό, πέτα τη μάσκα, και ζήσε για σένα! Ξαναδές το πρόσωπο στον καθρέφτη, προσεκτικά και διερευνητικά αυτήν τη φορά, παρατήρησέ το καλά και ξεκίνα να το  γνωρίζεις και να το αποδέχεσαι – επιλέγοντας, αντί για την αφήγηση των άλλων, τη δική σου, μοναδική αφήγηση για το ποιος είσαι!

 Πέτα τη μάσκα, και αντί να ζεις αποκλειστικά από και για την χαρά των άλλων, ζήσε με τη δική σου χαρά, τη δική σου ακέραιη χαρά για την ύπαρξή σου!

Πόσο δύσκολο σου είναι τελικά να αντέξεις την ιδέα ότι γερνάς;

Για να συμπληρωθεί η κρίση της ηλικίας, όσο περνάει ο καιρός, οι φίλοι έχουν καμιά φορά την κακή συνήθεια να πεθαίνουν (καθόλου σωστό σ’ αυτή την ηλικία), κι αυτό μας φέρνει αντιμέτωπους με την πραγματικότητα του θανάτου, που δεν είναι αναγκαστικά πολύ κοντινή, είναι πάντως πιθανή, ή τουλάχιστον κάτι που θα έπρεπε να το σκεφτόμαστε πιο συχνά.

Τα ώριμα χρόνια μας, χωρίς αμφιβολία, μας βυθίζουν – όχι από μόνα τους, αλλά για όλους αυτούς τους λόγους – στον κόσμο ενός ιδιαίτερου πένθους, στην επεξεργασία μιας απώλειας ανεπαίσθητης αλλά παρούσας, που μας προκαλεί πόνο και ταραχή.

Αν βρίσκεσαι σ’ αυτή τη φάση και συνειδητοποιείς πόσο δύσκολο σου είναι τελικά να αντέξεις την ιδέα ότι γερνάς (συγνώμη… ήθελα να πω, «ωριμάζεις») έχω να σου προτείνω έξι τρόπους αρνητικούς, για να κάνεις αυτή την εμπειρία θετική:

1 . Mην προσπαθείς να είσαι κάτι που δεν είσαι (κυρίως κάτι που δεν είσαι πια).
2 . Μη βάζεις φραγμούς στη ζωή σου. Άσ’ την να κυλάει ελεύθερα.
3 . Μη διατηρείς προκαταλήψεις που τώρα πια δεν είναι ανάγκη να τις υποστηρίζεις.
4 . Μην κρίνεις τις ανάγκες σου ως σύμπτωμα αδυναμίας.
5 . Μην πνίγεις τα συναισθήματα θλίψης που μπορεί να σου δημιουργηθούν.
6 . Μη διστάζεις να έχεις επαφή με κόσμο, να κάνεις παρέα με φίλους, να εκφράζεις αυτό που αισθάνεσαι και να ζητάς βοήθεια.

Τι σημαίνει «γερνάω»;
Το δράμα των γηρατειών δεν είναι ότι είσαι γέρος,
αλλά ότι ήσουν κάποτε νέος, και το θυμάσαι … -ΟΣΚΑΡ ΟΥΑΙΛΝΤ

Αριστοφάνης: Νεφέλαι

Κρεβάτια στη σκηνή κι επάνω τους ξαπλωμένοι o Στρεψιάδης, ο γιος του o Φειδιππίδης και δύο υπηρέτες. Ο Στρεψιάδης μονολογεί, παραπονούμενος πως από τα χρέη που του έχει φορτώσει o γιος του με τα έξοδά του έχει χάσει ακόμα και τον ύπνο του. Οικτίρει τη μοίρα του: ένας απλός άνθρωπος αυτός από χωριό και προσεκτικός στα έξοδα, παντρεύτηκε γυναίκα από την πόλη, πολυέξοδη και αταίριαστη μ’ αυτόν. Όταν απέκτησαν γιο, προέκυψαν προβλήματα αμέσως, με πρώτο την επιλογή του ονόματος. Εκείνος έλεγε να του δώσουν το όνομα του παππού Φειδωνίδη, εκείνη επέμενε σε όνομα με «ιππικό» περιεχόμενο, όπως Ξάνθιππος κτλ. Τελικά συμφώνησαν σε ένα συνδυασμό και τον ονόμασαν Φειδιππίδη, Μα και η όλη διαπαιδαγώγηση του γιου δεν τον έβρισκε σύμφωνο. Η μάνα του τον παραχάιδευε, ενώ ο Στρεψιάδης ήθελε να τον σκληραγωγήσει και να τον μάθει να δουλεύει όπως εκείνος. Τελικά επικράτησε η γυναίκα του κι ο γιος σκόρπισε την περιουσία τους στα άλογα τις ιπποδρομίες. Άυπνος, ο Στρεψιάδης βρίσκει μια μεγάλη ιδέα.

Με δυσκολία ο πατέρας ξυπνάει το γιο του. Του δείχνει ένα σπίτι πιο πέρα, όπου υπάρχουν δάσκαλοι, οι οποίοι διδάσκουν επί πληρωμή, μεταξύ άλλων πώς να γίνουν οι μαθητές τους ικανοί στην επιχειρηματολογία. Αυτοί, λέει, γνωρίζουν τον δυνατό και τον αδύνατο λόγο. O αδύνατος, μολονότι υποστηρίζει το άδικο, νικά. Αν πάει εκεί ο Φειδιππίδης, θα τον βοηθήσει να αρνηθεί όλα του τα χρέη. Ο Φειδιππίδης δεν έχει καμιάν απολύτως διάθεση να πάει να φοιτήσει. Εκεί, λέει, είναι κάποιοι χαμένοι, ξυπόλυτοι κι εντελώς απεριποίητοι. Ανάμεσά τους είναι ένας Σωκράτης και ένας Χαιρεφώντας. Διόλου δεν τον ενδιαφέρει να μπλέξει μαζί τους. Τέτοια πράξη θα ήταν ντροπή γι’ αυτόν και μετά ούτε να εμφανιστεί δεν θα μπορούσε στις παρέες του. Όταν ο Στρεψιάδης θυμώνει και τον διώχνει από το σπίτι, o γιος του φεύγει, λέγοντας πως αυτός έχει το θείο του να τον φροντίσει.

Ο Στρεψιάδης παρά τη μεγάλη του ηλικία, που φέρνει δυσχέρεια στη μάθηση, αποφασίζει να γίνει εκείνος μαθητής. Πηγαίνει στο σπίτι και χτυπάει την πόρτα. Του ανοίγει ένας μαθητής θυμωμένος, γιατί το χτύπημα της πόρτας του διέκοψε το στοχασμό. Ο Στρεψιάδης δηλώνει ότι θέλει να μάθει κι εκείνος όσα μαθαίνουν στο σχολείο. Πριν ο μαθητής τον αφήσει να μπει μέσα, προσπαθεί να τον εντυπωσιάσει. Του αναφέρει περιπτώσεις που ο δάσκαλος έλυσε δυσκολότατα προβλήματα. (Τα προβλήματα, στην προσπάθεια του Αριστοφάνη να διακωμωδήσει τον Σωκράτη, αφορούν ψύλλους, υπονοώντας ότι στο σχολείο επικρατεί βρομιά και τα σχετικά έντομα…)

Ο μαθητής ανοίγει την πόρτα και μέσα διακρίνεται o Σωκράτης σε ένα καλάθι, κρεμασμένος από το ταβάνι. Ακόμη διακρίνονται όργανα διάσπαρτα, γεωγραφικοί χάρτες, βιβλία, διάφορα εργαλεία και άνθρωποι που πεσμένοι στα γόνατα σαν κάτι να ψάχνουν. Ο μαθητής του εξηγεί πως αυτοί ερευνούν τα βάθη της γης. οι σπουδαστές εκεί μελετούν γεωμετρία, αστρονομία, γεωγραφία και άλλα.

Βλέποντας τον κρεμασμένο Σωκράτη, ο Στρεψιάδης ρωτάει ποιος είναι και τι κάνει εκεί πάνω. Ο Σωκράτης του απαντά πως εξετάζει τον ήλιο και η θέση βολεύει το πνεύμα του γιατί σμίγει καλύτερα με τον αέρα που υπάρχει ψηλότερα. Ο Στρεψιάδης δεν πολυκαταλαβαίνει τι λέει o δάσκαλος αλλά δεν τον ενδιαφέρει κιόλας. Εκείνος το δικό του θέμα θέλει να λύσει και ζητάει από τον Σωκράτη να κατέβει για να το συζητήσουν. Ο Σωκράτης κατεβαίνει κι ο Στρεψιάδης τον πληροφορεί πως τον έπνιξαν τα χρέη και του ζητά να του διδάξει «τον άδικο λόγο που δεν τα δίνει πίσω». Ορκίζεται στους θεούς πως θα τον πληρώσει όσα θέλει. Ο Σωκράτης δηλώνει πως όρκοι στους θεούς αυτούς είναι άχρηστοι. Οι ίδιοι τιμούν άλλους θεούς, τους οποίους αν θέλει μπορεί να τους παρουσιάσει σ’ αυτόν. Αυτό αποτελεί μέρος της κατήχησης που θα του προσδώσει τη ρητορική δεινότητα. Αρχίζει την τελετή και καλεί τις Νεφέλες, θεές των αστραπών και των βροντών, να παρουσιαστούν και να δεχτούν τον επισκέπτη.

Η έκκληση του Σωκράτη εισακούεται και ακούγεται χορικό από τις Νεφέλες που πλησιάζουν -αθέατες, όμως ακόμη- και που αποτελούν και το χορό της κωμωδίας. Εν τω μεταξύ, ο Σωκράτης του μιλάει για το πόσο σπουδαίες είναι και πως προσφέρουν πολυμάθεια και ρητορική δεινότητα. Ο Στρεψιάδης ενθουσιάζεται. Αυτό ακριβώς ζητά. Γι’ αυτό φαίνεται, μόλις άκουσε τις φωνές τους, αισθάνθηκε να ταράζεται η ψυχή του και να μεγαλώνει η διάθεσή του να μάθει διαλεκτική και άλλα τέτοια. Έλπιζει να του τα μάθουν αυτά οι θεές και βιάζεται να τις γνωρίσει. Όταν εμφανιζεται ο χορός, ο Στρεψιάδης απογοητεύεται. Αλλιώς τις είχε φανταστεί κι αναρωτιέται πώς έχουν μορφή γυναικών, ενώ περιμένει κανείς να είναι σύννεφα. Ο Σωκράτης του εξηγεί: αυτές αλλάζουν σχήμα, παίρνουν διάφορες μορφές, ανάλογες με την κάθε περίσταση. Αν δουν ιππέα, γίνονται κένταυροι ˙κλέφτη του κράτους, λύκοι˙ δειλό, ελάφια˙ γυναικωτό, γυναίκες.

Η κορυφαία χαιρετά τον Στρεψιάδη και ύστερα τον Σωκράτη, προσθέτοντας πως, από τους σοφούς της εποχής, μόνο εκείνον και τον Πρόδικο ακούν. (Εδώ ο Αριστοφάνης αναφέρει πως το μεν Πρόδικο τον ακούν για τις γνώσεις του, το δε Σωκράτη για την υπερήφανη ματιά του, την όψη και την ξυπολυσιά του, που δείχνει αντοχή – δεν λέει για τη σοφία του ή κάτι τέτοιο.) Ο Στρεψιάδης θαυμάζει τη σοβαρότητα της φωνής τους και ο Σωκράτης του εξηγεί πως την οφείλουν στο γεγονός ότι είναι οι μόνες θεότητες. Σε σχετική ερώτηση απαντά ότι ο Δίας δεν έχει σχέση με βροντές και κεραυνούς. Η βροχή γίνεται από τα σύννεφα. Το ίδιο και οι βροντές που προκαλούνται από τις Νεφέλες, οι οποίες πέφτουν η μία πάνω στην άλλη. Ο κεραυνός τέλος είναι ξερός άνεμος που ανεβαίνει ψηλά, κλείνεται από νεφέλη,την σπάει και από την ορμή του καίγεται ο ίδιος. Του λέει πως στο εξής πρέπει να πιστεύει μόνο στις Νεφέλες, στο Χάος και στη Γλώσσα. Η κορυφαία προσθέτει πως, αν του αρέσει η μελέτη, αν έχει μνήμη κι αντοχή και προπαντός αν τις σέβεται και τις τιμά, τότε και αυτές του υπόσχονται ότι θα του προσφέρουν όποια ικανότητα τους ζητήσει.

Ο Στρεψιάδης ζητάει να τον κάνουν πρώτο στην ευγλωττία. Με τέτοια ικανότητα θα μπορεί να τους κερδίζει όλους στις δίκες. Δεν ζητάει γνώσεις για να συζητάει θέματα μεγάλα, του φτάνει μόνο να μπορεί να ξεφεύγει στις δίκες για να μην πληρώνει. Προκειμένου να αποφύγει τα χρέη, προσφέρεται να τον κάνουν ό,τι θελήσουν. Ας τον αφήσουν να πεινάσει, να βρομήσει, να ξεπαγιάσει. Εκείνος θέλει μόνο να γίνει ψεύτης, απατεώνας, αλεπού στις δίκες, δόλιος, σκληρός, πονηρός. Η κορυφαία θαυμάζει τη θέληση και την τόλμη του και του ανακοινώνει πως, αν διδαχτεί από κείνες, θα αποκτήσει φήμη μεγάλη. Πλήθη θα βρίσκονται έξω από την πόρτα του και θα ζητούν να μιλήσουν μαζί του και να παίρνουν τη γνώμη του.

Τα μαθήματα αρχίζουν. Ο Σωκράτης εξετάζει ποιες είναι οι δυνατότητές του. Ο Στρεψιάδης θεωρεί ότι το ισχυρό του σημείο, αυτό που ξέρει καλά, είναι να κλέβει. Ο δάσκαλος του ζητάει να βγάλει τα ρούχα του γιατί, όπως του λέει, στη δική του σχολή όλοι είναι γυμνοί. Το λόγο παίρνει η κορυφαία κι αρχίζει η παράβαση του έργου. Αυτή έχει γραφτεί μετά την παράσταση του έργου, αφού το κείμενο που έχουμε στα χέρια μας είναι μεταγενέστερο της παράστασης. Ο ποιητής ψέγει τους Αθηναίους γιατί δεν εκτίμησαν την καλοδουλεμένη αυτή κωμωδία και έδωσαν το βραβείο σε κωμικούς ποιητές του σωρού. Δεν αξιολόγησαν ότι δεν χρησιμοποίησε χοντρά αστεία και ότι αυτός πάντα γεννά νέες ιδέες, εντελώς διαφορετικές από τις προηγούμενες. Μετά οι Νεφέλες υμνολογούν τους παραδοσιακούς θεούς, ανακατεύοντας μέσα και στοιχεία της δικής τους θεότητας.

Εμφανίζεται ο Σωκράτης αγανακτισμένος με την ανικανότητα του Στρεψιάδη και τον καλεί. Ούτε στο επόμενο μάθημα τα καταφέρνει ο μαθητής και ο Σωκράτης, για να βοηθηθεί η σκέψη του, του λέει να ξαπλώσει στο ντιβάνι. Ο Σωκράτης φεύγει, ενώ ο μαθητής ξαπλώνει. Έρχεται ο χορός και του δίνει κι αυτός συμβουλές σχετικά με το πώς θα αποκτήσει καλύτερη σκέψη. Ο Στρεψιάδης, παρά τις προσπάθειες που καταβάλλει, εξακολουθεί να δυσκολεύεται και απογοητεύεται.

Επανεμφανίζεται από το σπουδαστήριο ο Σωκράτης. Η συζήτηση αποκαλύπτει τα κακά αποτελέσματα της μελέτης. Ο δάσκαλος του προτείνει βοηθητικές μεθόδους. Του συστήνει να σκεπαστεί ολόκληρος, κι αν δεν του έρθει με την πρώτη η απάντηση του γνωστού προβλήματος των χρεών του, να αφήσει το πρόβλημα και να το ξαναεπεξεργαστεί άλλη στιγμή, αφού το διαιρέσει σε μικρότερα τμήματα. Ξαφνικά έρχεται φαεινή ιδέα στον Στρεψιάδη για τη λύση του προβλήματος. Θα αγοράσει μια Θεσσαλή μάγισσα και θα της ζητήσει να κλείσει σε δοχείο το φεγγάρι για να μην ξαναβγεί ποτέ. Επειδή οι τόκοι πληρώνονται όποτε αλλάζει το φεγγάρι, αν δεν υπάρχει φεγγάρι, τότε δε θα είναι υποχρεωμένος να πληρώνει ποτέ. Η ιδέα αφήνει αδιάφορο τον Σωκράτη, που του βάζει άλλο πρόβλημα. Πώς, αν τον μηνύσουν για μεγάλο ποσό, θα μπορέσει να εξαφανίσει τη μήνυση; Ο Στρεψιάδης δίνει τη λύση: θα πάρει ένα κομμάτι γυαλί και, την ώρα που θα γράφεται η μήνυση πάνω στο κερί, θα μαζέψει τις ακτίνες του ήλιου με το γυαλί και θα τις κατευθύνει πάνω στο κερί. Το κερί θα λιώσει, εξαφανίζοντας τη μήνυση. Αυτή η απάντηση πολύ αρέσει στο δάσκαλο, που του βάζει τρίτη ερώτηση. Τι θα κάνει όταν είναι υποχρεωμένος να αντιμετωπίσει υπόθεση εμφανώς χαμένη χωρίς μάρτυρες; Όταν ο Στρεψιάδης απαντά πως η λύση είναι, πριν έρθει η σειρά της δίκης, να πάει να κρεμαστεί και έτσι να μην υπάρχει υπόδικος, ο Σωκράτης βρίσκει τόσο ανόητη την απάντηση που αποφασίζει να τον διώξει από τη σχολή του. Ο απεγνωσμένος Στρεψιάδης στρέφεται για τη βοήθεια στις Νεφέλες. Εκείνες προτείνουν, αν έχει γιο μεγάλο, αφού ο ίδιος είναι γέρος και δεν τα καταφέρνει, να στείλει εκείνον στα μαθήματα. Ο Στρεψιάδης τους απαντά πως έχει γιο και, αν δεν υπάρχει άλλη λύση, θα προσπαθήσει να τον πείσει.

Ο Στρεψιάδης με το γιο του μπροστά στο σπίτι τους. Όταν στη συζήτησή τους σε μια στιγμή γίνεται αναφορά στους θεούς, ο πατέρας βρίσκει την ευκαιρία να πει στο γιο πως, στο σπουδαστήριο των σοφών που είχε πάει, έμαθε ότι οι θεοί τέτοιοι δεν υπάρχουν και στη θέση τους υπάρχουν άλλοι. Ο Φειδιππίδης δεν καταλαβαίνει τι συνέβη στον πατέρα του. Αναρωτιέται μήπως τρελάθηκε, όμως ο Στρεψιάδης καταφέρνει και πείθει τον Φειδιππίδη vα πάει στο σπουδαστήριο.

Ο Σωκράτης ενημερώνει τον Στρεψιάδη ότι οι ίδιοι οι Λόγοι θα διδάξουν ρητορική στο γιο του και φεύγει. Έρχονται οι δύο Λόγοι, ο Δίκαιος και o Άδικος. Φιλονικούν (τους παρακολουθούν ο χορός και ο Φειδιππίδης). Ο ένας κατηγορεί τον άλλον. Ο μεν Δίκαιος λέει πως ο αντίπαλός του είναι η αιτία που κανένας νέος δεν θέλει να πάει στο σχολείο, ο Άδικος λέει πως πλέον ο Δίκαιος έχει γεράσει και του λείπει η σοφία για vα διδάσκει. Προσπαθεί ο καθένας να πείσει τον Φειδιππίδη να τον προτιμήσει για δάσκαλο. Στον αγώνα τους ενεργό ρόλο παίρνει o χορός και η κορυφαία. Τους ρωτάει πώς μόρφωνε παλιά ο Δίκαιος και πώς μορφώνει τώρα ο Άδικος για να συγκριθούν οι μέθοδοι. Πρώτος απαντάει o Δίκαιος. Μιλάει για την αρχαία αγωγή των παιδιών. Το πρώτο που μάθαιναν τότε ήταν vα σιωπούν, να μην οχλαγωγούν όπου κι αν βρίσκονται, στους δρόμους ή στα μαθήματα, και να σκληραγωγούνται. Τους μάθαιναν τη σεμνότητα και την Τάξη. Η σοβαρότητα ήταν κύριο χαρακτηριστικό της συμπεριφοράς τους. Δεν χαμογελούσαν ούτε κάθονταν με αστείο ή άσεμνο τρόπο. Κρίνοντας όσα παρουσίασε o Δίκαιος, ο Άδικος τα χαρακτηρίζει πεπαλαιωμένες και ξεπερασμένες αρχές. O Δίκαιος συνεχίζει, υποστηρίζοντας τις αρχές του, ότι με την αγωγή αυτή διδάχτηκαν οι πολεμιστές του Μαραθώνα, ενώ με όσα διδάσκονται τώρα οι νέοι, γίνονται μαλθακοί και τους λείπει κάθε σεβασμός. Ούτε για τη θεά Αθηνά δεν διαθέτουν σέβας. Απευθύνεται στον Φειδιππίδη λέγοντάς του ότι από εκείνον θα μάθει να σέβεται τους γονείς του και όλους τους μεγαλύτερους. Θα γίνει σκληρός κι έτσι δεν θα φοβηθεί αν κάποιος τον πειράξει. Τον καιρό του θα περνά στους στίβους, όπου θα βελτιώνει το σώμα του, και δεν θα πηγαίνει να σαχλαμαρίζει στην αγορά. Τόπος δικός του θα είναι η Ακαδημία. Ακόμη θα του μάθει πώς να προσέχει τις παγίδες που μπορεί να του στήσουν ανήθικες γυναίκες. Ο χορός εκφράζει το θαυμασμό του και, γυρίζοντας προς τον Άδικο, του συστήνει να βρει επιχειρήματα νέα, αν θέλει να αντικρούσει τον πρώτο ομιλητή.

Αντικρούοντας τα επιχειρήματα του αντιπάλου του, ο Άδικος, σχετικά με τα ζεστά λουτρά, που ο Δίκαιος επέμενε πως κάνουν μαλθακό το νέο, αντιπαραθέτει ως παράδειγμα τον ανδρειότερο όλων, τον Ηρακλή, που κανένας δεν άκουσε να κάνει ποτέ λουτρό ψυχρό, όπως ο Δίκαιος προτείνει να κάνουν οι νέοι. Συνεχίζει με τις συχνές επισκέψεις των νέων στην αγορά, που o Δίκαιος διατείνεται πως κάνουν κακό στους νέους. Ο Άδικος θυμίζει πως, αν αυτό ήταν σωστό, ο Όμηρος δεν θα επαινούσε τον Νέστορα και τους άλλους σοφούς για τη δεινότητά του: στην αγόρευση. Το ίδιο ισχύει κατά τη δική του άποψη και για τη ρητορική. Εκείνος πιστεύει πως είναι αναγκαίο σε ένα νέο να διαθέτει και σ’ αυτήν ικανότητα. Έπειτα, συνεχίζει, ο Δίκαιος έδωσε βάρος στην ηθική. Μα είναι γνωστό πως κανείς δεν είδε καλό από αυτή! Απαντώντας εκείνη τη στιγμή ο Δίκαιος αμέσως φέρνει το παράδειγμα του Πηλέα. Η Θέτις τον παντρεύτηκε ακριβώς γιατί διέθετε ηθική. O Άδικος του απαντά πως μπορεί όντως να έγινε έτσι, όμως η ίδια τον παράτησε μετά, αφού δεν διέθετε ικανότητα στο κρεβάτι. Γυρίζοντας προς τον Φειδιππίδη, του τονίζει πως, αν έχοντας κάποιος την ηθική χάνει τις διασκεδάσεις (γυναίκες, γέλια, φαγητά, στεφάνια…). Τότε δεν αξίζει να ζει. Αυτός θα ζει μαζί του ανήθικα και θα μπορεί με τη ρητορική να ξεγλιστρά και να μην τιμωρείται. Τελικά ο Δίκαιος Λόγος παραδέχεται την ήττα του και αποχωρεί. Ο Στρεψιάδης αποφασίζει πως καταλληλότερος για τη διδασκαλία του γιου του είναι ο Άδικος Λόγος.

Εμφανίζεται ο Στρεψιάδης ενώ βγαίνει από το σπίτι του. Υπολογίζει τις μέρες που απομένουν για να αποπληρώσει τα χρέη του, ελπίζοντας στη ρητορική του γιου του για τη σωτηρία του. Βγαίνει από το σπουδαστήριο ο Σωκράτης και του ανακοινώνει πως η εκπαίδευση του γιου ολοκληρώθηκε. Ο Στρεψιάδης πανηγυρίζει. Ο Σωκράτης τον διαβεβαιώνει πως, με την κατεργαριά που διαθέτει πλέον ο Φειδιππίδης, θα μπορεί να διαφεύγει από όλες τις κατηγορίες, ακόμη και αν υπάρχουν μάρτυρες εναντίον του. Του τον παραδίδει και ακολουθεί συζήτηση πατέρα και γιου. Ο Στρεψιάδης εκφράζει τον πανικό του, όμως ο γιος του, με μια σοφιστεία σχετική με το τέλος και την αρχή του επόμενου μήνα, επιμένει πως κανείς δεν μπορεί να τον κυνηγήσει. Ο πατέρας ενθουσιάζεται και εκφράζει το θαυμασμό του, χωρίς να ξεχάσει να εγκωμιάσει και τον εαυτό του ως δημιουργό τέτοιου γιου.

Αποχωρούν και έρχεται ένας από τους δανειστές του Στρεψιάδη, o Πασίας, με ένα μάρτυρα. Βγαίνει από το σπίτι o Στρεψιάδης, στον οποίο o Πασίας απαγγέλλει την κατηγορία ότι του χρωστά χρήματα, με τα οποία είχε αγοράσει ένα άλογο. Ο Στρεψιάδης ορκίζεται πως ποτέ δεν έγινε κάτι τέτοιο και χρησιμοποιεί διάφορα επιχειρήματα για να μην πληρώσει. Έρχεται άλλος δανειστής, ο Αμυνίας, απαιτώντας και αυτός να πληρωθεί. Λέει πως του χρωστάει χρήματα ο γιος του Στρεψιάδη και πως αν δεν του τα δώσουν θα κάνει μήνυση. Αναφέρεται και στον τόκο που πρέπει να του πληρώσει επιπλέον. Ο Στρεψιάδης με μιαν αστεία σοφιστεία -αν η θάλασσα δεν μεγαλώνει, ενώ πέφτουν τόσα ποτάμια… πώς είναι δυνατόν να μεγαλώσουν τα χρέη από τόκους – αρνείται πως έχει υποχρέωση να πληρώσει τόκους. Αρπάζοντας μάλιστα και το καμτσίκι που κρατούσε στο χέρι του o Αμυνίας, αρχίζει να τον κυνηγά και να τον μαστιγώσει διώχνοντάς τον. Ενώ o Στρεψιάδης μπαίνει στο σπίτι του, ο χορός κατηγορεί το γέρο και τις ατιμίες του και προβλέπει πως σύντομα o ίδιος θα μετανιώσει για το γιο και τις σοφιστείες του.

Όντως, από το σπίτι βγαίνει σε λίγο δυστυχής o Στρεψιάδης. Τον κυνηγά ο Φειδιππίδης και τρέχει ζητώντας βοήθεια από συγγενείς και συμπολίτες γιατί, όπως εξηγεί, ο ίδιος o γιος του τον δέρνει. Πώς μπορεί ένα παιδί να δέρνει τον πατέρα του! Ο Φειδιππίδης διόλου δεν πτοείται. Ψύχραιμα του απαντά πως μπορεί να αποδείξει ότι έχει δίκιο που τον χτυπά. Ο χορός επισημαίνει την αυτοπεποίθηση του Φειδιππίδη και λέει πως, για να είναι τόσο βέβαιος για το δίκιο του, θα στηρίζεται σε κάποιο ισχυρό επιχείρημα. Η κορυφαία απευθύνεται στον πατέρα και του ζητάει να αποκαλύψει το λόγο της διαμάχης. Εκείνος περιγράφει τα γεγονότα.

Ενώ βρίσκονταν στη μέση του φαγητού τους, ζήτησε από το γιο να πει ένα τραγούδι του Σιμωνίδη. Όταν o γιος του θεώρησε πως δεν είχε αξία σαν ποιητής ο Σιμωνίδης, αυτός κρατήθηκε και δεν διαπληκτίστηκε. Του ζήτησε ύστερα να απαγγείλει ένα μέρος από τραγωδία του Αισχύλου. Όταν όμως ο γιος του άρχισε να ειρωνεύεται και τον Αισχύλο, ότι είναι όλο στόμφο και φτιάχνει φράσεις κακόγουστες, και αντ’ αυτού είπε ένα τραγούδι του Ευριπίδη σχετικά με κάποιον που βίασε την ετεροθαλή αδελφή του, δεν άντεξε τότε και από κει ξεκίνησε ο καβγάς. Ο ένας άρχισε να βρίζει τον άλλο και σε μια στιγμή o γιος του χύμηξε και τον χτύπησε. Ο Φειδιππίδης παρεμβαίνει στην περιγραφή και υπερασπίζεται όσα έκανε, αφού και τώρα εξακολουθεί να είναι βέβαιος πως ο Ευριπίδης είναι ο σοφότερος. Ο Στρεψιάδης δεν συνεχίζει πάνω στο θέμα από το φόβο μήπως και πάλι τις φάει. Επιμένει όμως πως δεν μπορεί να δεχτεί να τον δέρνει το ίδιο το παιδί του, που εκείνος μεγάλωσε με τόση φροντίδα και βάσανα. Ο Φειδιππίδης, σε απάντηση, προτάσσει το επιχείρημα ότι, όπως ο πατέρας του τον έδερνε όταν ήταν μικρός γιατί τον αγαπούσε, έτσι κι αυτός, που αγαπά τον πατέρα του, πρέπει να τον δέρνει. Ο Στρεψιάδης επικαλείται τότε τους νόμους. Πουθενά δεν υπάρχει νόμος που να λέει ότι ο γιος μπορεί να δέρνει τον πατέρα. Ο γιος ανταπαντά ότι καθώς ο νόμος έχει γίνει από θνητό και θνητός είναι κι εκείνος, έχει δικαίωμα να τον αλλάζει. Επικαλείται μάλιστα τα κοκόρια. Όπως αυτά τσιμπούν τους πατέρες τους, έτσι μπορούν να το κάνουν και οι άνθρωποι. O Στρεψιάδης του λέει ότι, αν μοιάζει σ’ αυτό στα πετεινά, τότε να τους μοιάζει σε όλα και να τρώει κοπριά και να κουρνιάζει σε ξύλα. Εκεί ο γιος του δεν έχει τι να απαντήσει και λέει απλά ότι θα… ρωτήσει το Σωκράτη σχετικά. Γρήγορα όμως παίρνει πάλι θάρρος και απειλεί ότι θα δείρει και τη μάνα του.

O Στρεψιάδης αυτό το τελευταίο δεν το αντέχει. Κατηγορεί τις Νεφέλες ως αιτίες για ό,τι συνέβη. Του απαντούν πως αυτό το ζήτησε και εκείνες πάντοτε, όταν βλέπουν ανθρώπους να αρέσκονται σε ατιμίες, τους αφήνουν vα τις κάνουν για να νιώσουν οι ίδιοι το φόβο των θεών. O Στρεψιάδης παραδέχεται πως καθόλου σωστό δεν ήταν να έχει πάρει δανεικά και να μη θέλει να τα επιστρέψει. Προτρέπει το γιο του να πάνε μαζί να εξοντώσουν τον Σωκράτη, που κάνει τα μαθήματα και γελά τον κόσμο. Προσθέτει πως η πράξη του αυτή θα είναι πράξη συμβιβασμού στον Δία. Ο Φειδιππίδης λέει πως είναι πεπαλαιωμένες ιδέες αυτές, αφού δεν υπάρχει Δίας, και φεύγει.

O Στρεψιάδης αρχικά σκέφτεται να μηνύσει τον Σωκράτη και τους άλλους, αλλά μετά φωνάζει τον υπηρέτη του Ξανθέα να βγει από το σπίτι φέρνοντας σκάλα και τσαπί και τον διατάζει να κατεδαφίσει με το τσαπί το σπουδαστήριο. Ο ίδιος παράλληλα το καίει με ένα δαδί. Βγαίνει ο Σωκράτης, πνιγμένος από τους καπνούς, και ρωτάει τι συμβαίνει. Απαντάει ο Στρεψιάδης, δίνοντάς του να καταλάβει πως είναι η τιμωρία για την ασέβειά τους να αμφισβητήσουν τους θεούς. Ο χορός αποχωρεί και τελειώνει η κωμωδία.

Στις «Νεφέλες» ο Αριστοφάνης σατιρίζει όλους τους σοφιστές και τις επιστημονικές θεωρίες της εποχής του στο πρόσωπο του Σωκράτη, που ήταν πιο γνωστός στους Αθηναίους. Οι περισσότερες επιστημονικές θεωρίες που προτάσσει ο Αριστοφάνης δεν είναι ούτε δικές του επινοήσεις αλλά ούτε και θεωρίες του Σωκράτη. Οι λόγιοι αναγνωρίζουν στο κείμενο θεωρίες του Διογένη, του Αναξαγόρα και του Ιππώνα. Οι θεωρίες αυτές έθεταν σε κίνδυνο τις θρησκευτικές πεποιθήσεις των Αθηναίων, οι οποίοι τις έβλεπαν με υποψία, και λέγεται μάλιστα ότι τον Αναξαγόρα έφτασε να τον δικάσουν κιόλας γι’ αυτές. Ο Πρωταγόρας από τα Άβδηρα και ο Αντιφώντας ήταν γνωστοί για την επιχειρηματολογία τους, που έκανε τον αδύνατο (και άδικο) λόγο να υπερισχύει του δυνατού. Είναι ακόμη γνωστό ότι η διαλεκτική του Σωκράτη συνίστατο στο να αποδεικνύει ότι πεποιθήσεις που οι περισσότεροι πίστευαν σωστές ήταν λανθασμένες. Ο Αριστοφάνης διαστρέφει το γεγονός εδώ. Ο Σωκράτης στην κωμωδία διδάσκει στο μαθητή του πώς να αποδεικνύει ότι πραγματικά σωστές πεποιθήσεις είναι λανθασμένες. Λέγεται ότι η ανάμνηση αυτής της κωμωδίας συνέβαλε στην καταδίκη του Σωκράτη στην κατοπινή του δίκη.

Πρέπει να αναφερθεί ότι το σωζόμενο κείμενο της κωμωδίας δεν έιναι αυτό που παίχτηκε αρχικά. Ο Αριστοφάνης θεώρησε ότι το έργο του δεν είχε απήχηση, γιατί παρεξηγήθηκε, και άρχισε να το επεξεργάζεται πάλι ώσπου μετά το εγκατέλειψε. Από σχολιαστές γνωρίζουμε ότι έχει αλλαχτεί η παράβαση, έχει προστεθεί η σκηνή με το Δίκαιο και Άδικο Λόγο και έχει μεταβληθεί το τέλος. Στο αρχικό κείμενο, ο Στρεψιάδης απλά νικούσε τους δανειστές του και, όπως συνήθως, η κωμωδία τέλειωνε με γλέντι. Οι Αθηναίοι όμως δεν διέκριναν τη σάτιρα του Αριστοφάνη και πως στην πραγματικότητα εναντιωνόταν στην αδικία και την αθεΐα. Στο καινούργιο κείμενο προσπάθησε να κάνει την αντίθεση του πιο εμφανή. Έτσι μπορεί κανείς να διακρίνει μερικές ανακολουθίες.