Σάββατο, 15 Απριλίου 2017

ΡΗΤΟΡΙΚΗ: ΛΥΣΙΑΣ - Κατὰ Νικομάχου (21-25)

Αποτέλεσμα εικόνας για θηραμένησ[21] Ἐνθυμεῖσθε τοίνυν, ὦ ἄνδρες δικασταί, ὅτι, ὅταν μὲν κατὰ τὰς συγγραφὰς ποιῶμεν, ἅπαντα τὰ πάτρια θύεται, ἐπειδὰν δὲ κατὰ τὰς στήλας ἃς οὗτος ἀνέγραψε, πολλὰ τῶν ἱερῶν καταλύεται. κἀν τούτοις ὁ ἱερόσυλος περιτρέχει, λέγων ὡς εὐσέβειαν ἀλλ᾽ οὐκ εὐτέλειαν ἀνέγραψε· καὶ εἰ μὴ ταῦτα ὑμῖν ἀρέσκει, ἐξαλείφειν κελεύει, καὶ ἐκ τούτων οἴεται πείσειν ὡς οὐδὲν ἀδικεῖ· ὃς ἐν δυοῖν μὲν ἐτοῖν πλείω ἤδη τοῦ δέοντος δώδεκα ταλάντοις ἀνήλωσε, παρ᾽ ἕκαστον δὲ τὸν ἐνιαυτὸν ἐπεχείρησεν ἓξ ταλάντοις τὴν πόλιν ζημιῶσαι,

[22] καὶ ταῦτα ὁρῶν αὐτὴν ἀποροῦσαν χρημάτων καὶ Λακεδαιμονίους μὲν ἀπειλοῦντας, ὅταν μὴ ἀποπέμψωμεν αὐτοῖς τὰ χρήματα, Βοιωτοὺς δὲ σύλας ποιουμένους, ὅτι οὐ δυνάμεθα δύο τάλαντα ἀποδοῦναι, τοὺς δὲ νεωσοίκους ‹καὶ› τὰ τείχη περικαταρρέοντα, εἰδὼς δὲ ὅτι ἡ βουλὴ ἡ ‹ἀεὶ› βουλεύουσα, ὅταν μὲν ἔχῃ ἱκανὰ χρήματα εἰς διοίκησιν, οὐδὲν ἐξαμαρτάνει, ὅταν δὲ εἰς ἀπορίαν καταστῇ, ἀναγκάζεται εἰσαγγελίας δέχεσθαι καὶ δημεύειν τὰ τῶν πολιτῶν καὶ τῶν ῥητόρων τοῖς ‹τὰ› πονηρότατα λέγουσι πείθεσθαι.

[23] χρὴ τοίνυν, ὦ ἄνδρες δικασταί, μὴ τοῖς βουλεύουσιν ἑκάστοτε ὀργίζεσθαι, ἀλλὰ τοῖς εἰς τοιαύτας ἀπορίας καθιστᾶσι τὴν πόλιν. προσέχουσι ‹δὲ› τὸν νοῦν οἱ βουλόμενοι τὰ κοινὰ κλέπτειν, ὅπως Νικόμαχος ἀγωνιεῖται· οἷς ὑμεῖς, ἐὰν μὴ τοῦτον τιμωρήσησθε, πολλὴν ἄδειαν ποιήσετε· ἐὰν δὲ καταψηφισάμενοι τῶν ἐσχάτων αὐτῷ τιμήσητε, τῇ αὐτῇ ψήφῳ τούς τε ἄλλους βελτίους ποιήσετε καὶ παρὰ τούτου δίκην εἰληφότες ἔσεσθε.

[24] ἐπίστασθε δέ, ὦ ἄνδρες δικασταί, ὅτι παράδειγμα τοῖς ἄλλοις ἔσται μὴ τολμᾶν εἰς ὑμᾶς ἐξαμαρτάνειν οὐχ ὅταν τοὺς ἀδυνάτους εἰπεῖν κολάζητε, ἀλλ᾽ ὅταν παρὰ τῶν δυναμένων λέγειν δίκην λαμβάνητε. τίς οὖν τῶν ἐν τῇ πόλει ἐπιτηδειότερος Νικομάχου δοῦναι δίκην; τίς ἐλάττω τὴν πόλιν ἀγαθὰ πεποίηκεν ἢ πλείω ἠδίκηκεν;

[25] ὃς καὶ τῶν ὁσίων καὶ τῶν ἱερῶν ἀναγραφεὺς γενόμενος εἰς ἀμφότερα ταῦτα ἡμάρτηκεν. ἀναμνήσθητε δὲ ὅτι πολλοὺς ἤδη τῶν πολιτῶν ἐπὶ κλοπῇ χρημάτων ἀπεκτείνατε. καίτοι ἐκεῖνοι μὲν τοσοῦτον μόνον ὑμᾶς ἔβλαψαν ὅσον ἐν τῷ παρόντι, οὗτοι δ᾽ ἐπὶ τῇ τῶν νόμων ἀναγραφῇ [καὶ τῶν ἱερῶν] δῶρα λαμβάνοντες εἰς ἅπαντα τὸν χρόνον τὴν πόλιν ζημιοῦσι.

***
[21] Σκεφτείτε λοιπόν, άνδρες δικαστές, ότι, όταν πράττουμε κατά τα προδιαγεγραμμένα, τελούνται όλες οι πατροπαράδοτες θυσίες, ενώ όταν ακολουθούμε τις στήλες με τις δικές του καταγραφές, πολλές θυσίες ακυρώνονται. Και αποπάνω περιφέρεται ο αθεόφοβος λέγοντας ότι η καταγραφή του αφορά την ευσέβεια και όχι τη φθήνια. Και αν αυτά δεν σας αρέσουν, σας καλεί να τα απαλείψετε, και φαντάζεται ότι έτσι θα σας πείσει ότι δεν έχει διαπράξει κανένα αδίκημα, αυτός που σε διάστημα δύο ετών δαπάνησε δώδεκα τάλαντα παραπάνω από ό,τι έπρεπε, ενώ επιχείρησε να ζημιώσει την πόλη έξι τάλαντα το χρόνο,

[22] και μάλιστα παρότι έβλεπε ότι η πόλη δεν είχε χρήματα και ότι οι Λακεδαιμόνιοι απειλούσαν, όταν δεν τους αποστέλλαμε τα χρήματα, και ότι οι Βοιωτοί έκαναν επιδρομές, επειδή δεν είμαστε σε θέση να τους επιστρέψουμε δύο τάλαντα, ενώ κατέρρεαν τα νεώρια και τα τείχη. Γνώριζε επίσης ότι η βουλή που ασκεί εκάστοτε την εξουσία, όταν έχει αρκετά χρήματα για τη διοίκηση, δεν αυθαιρετεί, ενώ όταν βρίσκεται σε απόγνωση, αναγκάζεται να αποδέχεται καταγγελίες και να δημεύει τις περιουσίες των πολιτών και να πείθεται στους ρήτορες που κάνουν τις πιο ελεεινές προτάσεις.

[23] Δεν πρέπει επομένως, άνδρες δικαστές, να αγανακτείτε με τους εκάστοτε βουλευτές, αλλά με αυτούς που οδηγούν την πόλη σε τέτοια ένδεια. Όσοι θέλουν να κλέβουν το δημόσιο χρήμα παρακολουθούν με προσοχή ποιά θα είναι η έκβαση της δίκης για τον Νικόμαχο. Εάν δεν τον τιμωρήσετε, θα εξασφαλίσετε σε αυτούς πλήρη ασυλία. Εάν όμως τον καταδικάσετε και του επιβάλετε την εσχάτη των ποινών, με την ίδια απόφαση και θα κάνετε καλύτερους τους άλλους και θα έχετε τιμωρήσει εκείνον.

[24] Γνωρίζετε μάλιστα, άνδρες δικαστές, ότι θα αποτελέσει παράδειγμα για τους άλλους, ώστε να μην τολμούν να ενεργούν εις βάρος σας, όχι όταν τιμωρείτε αυτούς που δεν έχουν την ικανότητα του λόγου, αλλά όταν επιβάλλετε ποινές σε ανθρώπους που είναι ικανοί αγορητές. Ποιός άλλος λοιπόν στην πόλη θα άξιζε την τιμωρία περισσότερο από τον Νικόμαχο; Ποιός έχει προσφέρει λιγότερα στην πόλη ή την έχει αδικήσει περισσότερο;

[25] Αυτός ανέλαβε να καταγράψει και τους νόμους που αφορούν τα ιερά και τους νόμους που αφορούν τα ανθρώπινα, και δεν σεβάστηκε ούτε τα μεν ούτε τα δε. Θυμηθείτε ακόμη ότι στο παρελθόν εκτελέσατε πολλούς πολίτες γιατί έκλεψαν δημόσιο χρήμα. Το αδίκημα εκείνων ωστόσο ήταν στιγμιαίο, ενώ αυτοί εδώ, που δωροδοκούνται για την καταγραφή των νόμων, βλάπτουν διαχρονικώς την πόλη.

Η Συμμετοχή στις Εξουσίες ή Πώς ο Διχασμός Πολιτικοποιούσε

Η συμμετοχή στις εξουσίες

Η Αθηναϊκή Δημοκρατία ήταν μια κοινωνία που βασιζόταν στις διαπροσωπικές σχέσεις και κατά συνέπεια, στηριζόταν στον προφορικό λόγο. Οι πολίτες της Αθήνας συμμετείχαν σε ομάδες επίσημες και ανεπίσημες, όπως στην οικογένεια, οίκο, γειτονιά, χωριό, λέσχες συμποσίων ανώτατης τάξης, ιδιωτικές λατρευτικές οργανώσεις, επαγγελματικές οργανώσεις όπως οι αγρότες στις μέρες της σοδειάς ή οι βιοτέχνες που συγκεντρώνονταν σε ορισμένους δρόμους της πόλης. Δεν υπήρχε απομόνωση των πολιτών και αυτές οι συναντήσεις που ήταν χαρακτηριστικό της καθημερινής αθηναϊκής ζωής, λειτουργούσε διαπαιδαγωγικά για όλους τους αθηναίους πολίτες.

Οι εταίροι ήταν οι σύντροφοι με κριτήριο την ίδια ηλικία και την κοινωνική θέση. Είχαν τη συνήθεια να δειπνούν τακτικά. Θεωρείται πως αυτές οι ομάδες σε κρίσιμες πολιτικές περιόδους αναδείκνυαν τις πολιτικές τους δυνατότητες και πιθανότατα διαδραμάτιζαν είτε έναν ανοιχτά δημόσιο ρόλο στις πολιτικές εξελίξεις, είτε ένα σκοτεινό, με την έννοια ότι οι εταιρείες αυτές ως πολιτικές λέσχες μπορούσαν με συνωμοτικό τρόπο να μετατραπούν σε στασιαστικά όργανα των ολιγαρχικών. Κατά τον 4ο αιώνα επειδή συσχετίζονταν με άνδρες πλούσιους και ισχυρούς υπήρχε μία προκατάληψη εναντίον τους. Από την άλλη όμως, όπως περιγράψαμε παραπάνω, οι πολιτικές σχέσεις δεν διαμεσολαβούνταν αποκλειστικά από τις εταιρείες. Οι πραγματικές φιλίες απότοκες της καθημερινής ζωής, ήταν αυτές που κυρίως δημιουργούσαν τους πολιτικούς δεσμούς1. Φίλοι ή συνεργάτες μπορούσαν να εκκινήσουν δικαστική δίωξη ενός άλλου πολιτικού αντιπάλου, χωρίς αυτό να υπονοεί σαφή οργάνωση. Η βάση των πολιτικών κυκλωμάτων στην Αθήνα ήταν οικογενειακοί ή προσωπικοί. Για τον Αριστοτέλη η αφθονία των φίλων ήταν απαραίτητη προϋπόθεση για την πολιτική δύναμη. Τα συμφέροντα που τους ένωναν δεν ήταν αποκλειστικά ταξικά ή φατριαστικά, και οι Αθηναίοι δεν λάμβαναν αποφάσεις αποκλειστικά με οικονομικά κριτήρια.

Από τα παραπάνω φαίνεται ότι το πολιτικό ιδεώδες της παραπάνω εικόνας ήταν η ενωμένη πόλις ως ένα ομοιογενές σύνολο πολιτών και όχι μία πόλη διχασμένη. Εν ολίγοις, όλοι οι πολίτες ανεξάρτητα από τις κοινωνικές τους διαφορές, είναι ίσοι στη βάση ενός κοινού δεσμού, παράδοσης, πνεύματος. Για παράδειγμα στις Ευμενίδες του Αισχύλου στο άσμα των Ερινύων συναντάται ο στίχος “να μισούν με ένα και μοναδικό πνεύμα”. Μία κοινότητα με ένα πνεύμα, ένα δηλ. υποκείμενο. Επομένως, ο εχθρός δεν μπορεί παρά να είναι εξωτερικός. Αποκλείεται η ύπαρξη μιας αντίπαλης φατρίας. Αν επρόκειτο για έναν εσωτερικό εχθρό, η ύβρις του θα αναγνωριζόταν από τις Ερινύες και έτσι θα τον αντιμετώπιζαν έτσι ώστε να αποτραπεί κάθε πιθανότητα εξέγερσης. Το μέσα και το έξω υπάρχουν αυστηρά οριοθετημένα χωρίς διάκενα.

Αν όμως στραφούμε στην ίδια την ουσία της πλειοψηφίας, δηλ. την ψήφο και την επικράτηση της πλειοψηφίας, δεν επιβεβαιώνουμε το φαντασιακό χαρακτήρα αυτής της αρραγούς ενότητας; Η ψήφος ως διαφοροποιητικό στοιχείο δε διχάζει τους πολίτες σε δύο αντίθετες απόψεις; Η μία πρόκειται να επιβληθεί στην άλλη. Το δύο δηλ. αποτελεί εγγενές γνώρισμα της πόλης ως ενότητας. Η πόλωση σε δύο μέρη αντιτιθέμενα, το χάσμα σε δύο μέρη της συνέλευσης ενέχει τον κίνδυνο του αδιεξόδου και άρα του εμφυλίου. Ο Σόλων προσπάθησε να σταθεί στο μέσον ανάμεσα σε δυο στρατούς, στους πολλούς, το λαό και στους λίγους, τους ευγενείς. Ο Κλεισθένης, όπως είδαμε στα προηγούμενα, με την ισονομία προσπάθησε να διαχειριστεί τις οικονομικές και κοινωνικές ανισότητες. Με την ισότητα όλοι οι πολίτες είναι εναλλάξιμοι, εφόσον είναι πολιτικά όμοιοι. Ο Πλάτων θα διακρίνει δύο πόλεις κάτω από τη διακυρηγμένη ενότητα της πόλης και ο Αριστοτέλης αναγνωρίζει ότι μία πόλη γίνεται από το ανόμοιο : “εξ ανομοίων η πόλις” (Πολιτικά, III, 1277 a 5-6). Οι ολιγαρχικοί θεωρούν υπερβολική την ισότητα, ο λαός κρίνει την ισότητα όχι αρκετή, για αυτό και ο Αριστοτέλης προτείνει το μέσον ως λύση.

Κατά συνέπεια λοιπόν, δεν μπορεί να παραμεριστεί το οικονομικό κριτήριο ή ο ρόλος των φατριών2. Η λέξη Δημοκρατία αποτελείται από το Δήμο αλλά και από το κράτος, κρατώ, που σημαίνει εξουσιάζω, κυριαρχώ3. Οι περισσότεροι ιστορικοί μένουν στο πρώτο συνθετικό της λέξης όπου ο Δήμος δύναται να ιδωθεί τόσο ως το σύνολο, ένα όλον, όσο και μια μερίδα του λαού, που εκλαμβάνεται ως η πλειοψηφική.

Ο δεύτερος όμως όρος καταδεικνύει την υπεροχή , την κυριαρχία. Δείχνει ότι υπάρχει ατέρμονος ο αγώνας για εξουσία4. Το 403 πΧ αποφασίζεται από τον λαό να δοθεί αμνηστία5, μετά την εμπειρία των Τριάκοντα, στους ολιγαρχικούς με σκοπό την ενοποίηση και τη λήθη των δεινών. Θέλησαν να ξεχαστούν τα κακά του παρελθόντος. Μια λήθη που συνέβαλε σε μία αδιαίρετη ενότητα6. Αυτό θα οδηγούσε και στη λήθη ότι ο Δήμος κατέκτησε το κράτος. Μήπως η λήθη είναι προσπάθεια απόκρυψης του εγγενούς διχασμού της Αθηναϊκής Δημοκρατίας και του αγώνα εξουσίας;

Ο Αριστοτέλης αποδίδει το νόμο που απαγόρευε την ουδετερότητα του πολίτη σε περίοδο στάσεως στον Σόλωνα. Ο στρατιωτικός εξοπλισμός του λαού είναι η συνθήκη που τον διαμορφώνει ως μία οργανωμένη ομάδα με ιδιαίτερο βάρος. Ο Θρασύβουλος πριν από τη μάχη της Μουνιχίας7, στέκεται όρθιος ως πολίτης -ρήτορας αλλά και ως οπλίτης απευθυνόμενος στα στρατεύματα, που παρόλο που είναι ετερόκλητα, αντιμετωπίζονται σαν ένας οργανικός στρατός πολιτών. Φαίνεται λοιπόν πως ο στασιαστής έχει διπλό χαρακτήρα, αυτό του πολίτη και αυτό του οπλίτη. Εδώ θέλει προσοχή : ενός διπλού χαρακτήρα οιονεί θεσμικού. Ο πολίτης δηλ. μπορεί να είναι και στασιαστής.
--------------------
1. Robin Osborne, Athens and Athenian Democracy, , Cambridge, 2010, σ. 47, 55.
2. Για τις φρατρίες βλ. Robin Osborne, Athens and Athenian Democracy, , Cambridge, 2010, σ. 44
3. Βλ. Nicole Loreaux, Η Τραγωδία της Αθήνας, Πατάκη, 2007, σ. 311-313
4. Πρβλ. Martin Ostwald , From popular sovereignty to the sovereignty of law, , University of California Press, 1986 σ. 199
5. Βλ. Martin Ostwald , From popular sovereignty to the sovereignty of law, , University of California Press, 1986 σ. 500,
6. Βλ. Martin Ostwald , From popular sovereignty to the sovereignty of law, , University of California Press, 1986 σ. 509
7. Ξενοφών βιβλίο 2, κεφ. 4 παρ. 12-17

Πως διαχειρίζομαι την απελπισία;

Αποτέλεσμα εικόνας για Πως διαχειρίζομαι την απελπισία; Η απελπισία, όπως δηλώνει και η ίδια η λέξη, είναι η έλλειψη ελπίδας. Το άτομο βιώνοντας μία επώδυνη –πάντα για εκείνον– κατάσταση, αδυνατεί να βρει λύση στο αδιέξοδο το οποίο βιώνει και γεμίζει μέσα του με φόβο και θλίψη, επειδή φοβάται τη χειρότερη έκβαση. Η απελπισία είναι η κυριότερη αιτία που ωθεί τους ανθρώπους στην αυτοκτονία.

Πως προκαλείται η απελπισία;

Ποιες είναι οι αιτίες που ωθούν έναν άνθρωπο να οδηγηθεί στην απελπισία;
Οι λόγοι είναι πολλοί και διάφοροι, εξαρτάται από τον άνθρωπο και τον τρόπο με τον οποίο αποκωδικοποιεί τα γεγονότα. Οι κυριότερες αιτίες όμως αφορούν τις οικονομικές δυσκολίες, τη συναισθηματική αποτυχία, τις κακές σχέσεις με την οικογένεια και τους φίλους, την κοινωνική απομόνωση και αποξένωση, την ανεργία και την ύπαρξη κάποια ασθένειας.

Η απελπισία είναι ίσως η πιο άσχημη συναισθηματική κατάσταση που μπορεί να βιώσει ένας άνθρωπος. Πνίγει ασφυκτικά τον άνθρωπο, πείθοντάς τον ότι η κατάστασή του δεν επιδέχεται κάποια βελτίωση  και δεν έχει συνεπώς κανένα λόγο για να ελπίζει. Το άτομο μπλεγμένο, κυριολεκτικά, σε έναν κυκεώνα αρνητικών σκέψεων για τη ζωή και το μέλλον του, νοιώθεις περιττός και βάρος για την οικογένεια και τους φίλους του. Η δραματική αυτή αντίληψη για το πρόβλημα και την κατάστασή του, τον ωθεί πολλές φορές και στην ίδια την αυτοχειρία.

Πώς μπορεί κάποιος να λυτρωθεί όταν νοιώθει απελπισία;
Με το να έρθει κοντά στη φύση. Ο Ζαν Ζακ Ρουσώ έλεγε ότι ο άνθρωπος έχασε τον εαυτό του επειδή απομακρύνθηκε από τη φύση. Η φύση επειδή δεν είναι κάτι τεχνητό αλλά αναγκαίο για τον άνθρωπο και την υγεία του, αποβάλλει το περιττό άγχος και προάγει την υγεία. Μέρη γεμάτα πράσινο είναι κατάλληλα για περπάτημα ή πιο γρήγορο τρέξιμο. Μη διστάσετε να το κάνετε, αυτό θα σας ηρεμήσει έστω και λίγο από τα προβλήματά σας.

Πάρτε μία απόσταση από όλα όσα σας στεναχωρούν. Πείτε στον εαυτό σας ότι για μία ημέρα θα προσπαθήσετε να μη σκεφτείτε καθόλου ή έστω λιγότερο αυτό που σας πληγώνει. Προσπαθήστε εκείνη την ώρα λοιπόν να απασχοληθείτε με κάτι άλλο, έναν περίπατο, μία ταινία, το διάβασμα ενός βιβλίου. Η απόσταση – ακόμα και αν είναι μικρή – θα σας βοηθήσει να αντιμετωπίσετε με μεγαλύτερη ψυχραιμία αυτά που σας πληγώνουν.

Προσπαθήστε να καλλιεργήσετε την πνευματικότητά σας. Η πίστη βοηθάει στη μείωση του άγχους και στην ελάττωση του σωματικού πόνου, επειδή παράγονται ενδορφίνες, γνωστές ως οι ορμόνες που ρυθμίζουν το επίπεδο της χαράς στον οργανισμό μας. Η αναζήτηση της πνευματικότητας όχι με την έννοια της θρησκοληψίας, αλλά με την προσωπική σας επιθυμία για ένωση με το θείο θα σας ανακουφίσει αν υποφέρετε, είτε ψυχικά, είτε σωματικά.

Αν νοιώθετε ότι δε σας καταλαβαίνει κανείς και υποφέρετε από μοναξιά ή αυτοκτονικό ιδεασμό, μη διστάσετε. Να θυμάστε ότι δεν είναι ντροπή ποτέ να ζητήσετε βοήθεια, ούτε αδυναμία. Είναι ένδειξη δύναμης και σημάδι ότι ένας άνθρωπος προσπαθεί να βγει από το προσωπικό του αδιέξοδο.
Φέρτε κοντά σας ανθρώπους που σας αγαπούν αληθινά, από την οικογένεια και τους φίλους σας και μιλήστε τους ανοιχτά για όλα όσα πληγώνουν.

Η επικοινωνία και το μοίρασμα με τους άλλους, είναι ένας τρόπος να νοιώθουμε πιο ξεκούραστοι και πιο ασφαλείς.

Αν είστε άνεργοι, απευθυνθείτε στο δήμο της περιοχής σας και ενημερωθείτε για προγράμματα που αφορούν διάφορες δουλειές και ασχολίες. Μην απελπίζεστε αν δεν μπορείτε να βρείτε δουλειά εύκολα και μη νοιώθετε ενοχές- χιλιάδες άνθρωποι αντιμετωπίζουν το ίδιο πρόβλημα μαζί σας.

Καλλιεργήστε μέσα σας την εσωτερική σας χαρά και διαχωρίστε την αξία σας από την αναξιότητά που η δύσκολη στιγμή που βρίσκεστε προσπαθεί να σας πείσει ότι έχετε.

Μην πιστέψετε ποτέ ότι δεν υπάρχει λύση στο πρόβλημά σας. Υπάρχουν δρόμοι που μπορεί να μην τους έχετε σκεφτεί. Μην επιτρέψετε ποτέ να σας καταβάλλει η απελπισία και να σας ωθήσει σε ακραίες λύσεις. Θα εκτιμήσετε μετά το πέρας των δυσκολιών σας την ανεξάντλητη δύναμη που κρύβεται μέσα σας και που δε μπορούσατε να φανταστείτε ποτέ ότι υπάρχει!

Να μάθεις να φεύγεις

Από την ασφάλεια τρύπιων αγκαλιών.
Από χειραψίες που σε στοιχειώνουν.
Από την ανάμνηση μιας κάλπικης ευτυχίας.
Να φεύγεις !

Αθόρυβα, σιωπηλά, χωρίς κραυγές, μακρόσυρτους αποχαιρετισμούς.
Να μην παίρνεις τίποτα μαζί, ούτε ενθύμια, ούτε ζακέτες για το δρόμο.
Να τρέχεις μακριά από δήθεν καταφύγια κι ας έχει έξω και χαλάζι.
Να μάθεις να κοιτάς βαθιά στα μάτια όταν λες αντίο κι όχι κάτω ή το άπειρο.

Να εννοείς τις λέξεις σου, μην τις εξευτελίζεις, σε παρακαλώ.
Να μάθεις να κοιτάς την κλεψύδρα, να βλέπεις πως ο χρόνος σου τελείωσε.
Όχι αγκαλιές, γράμματα, αφιερώσεις, κάποτε θα ξανασυναντηθούμε αγάπη μου (όλα τα βράδια και τα τραγούδια δεν θα είναι ποτέ δικά σας).
Αποδέξου το.

Να αποχωρίζεσαι τραγούδια που αγάπησες, μέρη που περπάτησες.
Δεν έχεις τόση περιορισμένη φαντασία όσο νομίζεις.
Μπορείς να φτιάξεις ιστορίες ολοκαίνουριες, με ουρανό κι αλάτι.
Να θυμίζουν λίγο φθινόπωρο, πολύ καλοκαίρι κι εκείνη την απέραντη Άνοιξη.
Να φεύγεις από εκεί που δε σου δίνουν αυτά που χρειάζεσαι.
Από το δυσανάλογο, το μέτριο και το λίγο.
Να απαιτείς αυτό που δίνεις να το παίρνεις πίσω -δεν τους το χρωστάς.
Να μάθεις να σέβεσαι την αγάπη σου, το χρόνο σου και την καρδιά σου.
Μην πιστεύεις αυτά που λένε -η αγάπη δεν είναι ανεξάντλητη, τελειώνει.
Η καρδιά χαλάει, θα τη χτυπάς μια μέρα και δεν θα δουλεύει.
Να καταλάβεις πως οι δεύτερες ευκαιρίες είναι για τους δειλούς
-οι τρίτες για τους γελοίους.

Μην τρέμεις την αντιστοιχία λέξεων-εννοιών, να ονομάζεις σχέση τη σχέση, την κοροϊδία κοροϊδία.
Να μαλώνεις τον εαυτό σου καμιά φορά που κάθεται και κλαψουρίζει
-σαν μωρό κι εσύ κάθεσαι και του δίνεις γλειφιτζούρι μη και σου στεναχωρηθεί το βυζανιάρικο.
Να μάθεις να ψάχνεις για αγάπες που θυμίζουν Καζαμπλάνκα
– όχι συμβάσεις ορισμένου χρόνου
Και να μάθεις να φεύγεις από εκεί που ποτέ πραγματικά δεν υπήρξες.
Να φεύγεις κι ας μοιάζει να σου ξεριζώνουν το παιδί από τη μήτρα.
Να φεύγεις από όσα νόμισες γι’ αληθινά, μήπως φτάσεις κάποτε σ’ αυτά.

Φιλοσοφικές, πολιτισμικές και θρησκευτικές διαστάσεις του θανάτου

Ζώντας σ’ ένα πολυπολιτισμικό κόσμο, μπορούμε να μάθουμε πολλά από τους άλλους πολιτισμούς σχετικά με το θάνατο, την κηδεία και την ταφή. Οι κάτοικοι κάποιων χωρών θεωρούν το θάνατο κάποιου μια πνευματική και χαρούμενη εκδήλωση – μια στιγμή για να γιορτάσουμε τη ζωή και όλα όσα έχει να προσφέρει. Άλλοι βρίσκονται σε βαθύ πένθος, και περνούν πολλές ημέρες λυπημένοι για το πρόσωπο που πέθανε. Παρακάτω, θ’ αναφερθούν διαφορετικές πτυχές του θανάτου.

 Κοινωνικές απόψεις γύρω από τον θάνατο
  • Ο άνθρωπος δεν αισθάνεται φόβο απέναντι στο θάνατο, αλλά τον προβληματίζει η λανθασμένη αντίληψη που έχει γι’ αυτό (Αλεξιάς, 2000).
  • Είναι αναμφισβήτητο το γεγονός ότι ο θάνατος αποτελεί ένα θέμα «ταμπού» στην κοινωνία (Clarck, 1993 , Ekstrand & Bourne, 1979).
  • Ο θάνατος είναι πάντα πρόβλημα για όλες τις κοινωνίες καθώς κάθε κοινωνικό σύστημα πρέπει  να το αποδεχθεί, προκειμένου τα άτομα να προχωρήσουν μπροστά. Αν οι κοινωνίες αποτύχουν ν’ αντιμετωπίσουν το θάνατο, τότε το κοινωνικό σύνολο θα καταρρεύσει (Clarck, 1993).
Ψυχολογική άποψη
  • Οι ψυχολόγοι υιοθετούν την άποψη ότι ο θάνατος έχει λάβει διάφορες μορφές. Η πιο ισχύουσα μορφή είναι ότι ο θάνατος δεν αποτελεί αντικείμενο αναφοράς παρά μόνο σε περιπτώσεις στατιστικής αναφοράς περί θνησιμότητας (Kazdin, 2000)
  • Οι ψυχολόγοι τείνουν να προσφέρουν ένα αντιληπτικό και ρεαλιστικό πλαίσιο για την κατανόηση της σχέσης του ανθρώπου με το θάνατο. Αυτή είναι μια πρόκληση για το μέλλον (Kazdin, 2000).
Ψυχαναλυτική άποψη
  • Σύμφωνα με τον ψυχαναλυτή E. Becker, η ικανότητα των ανθρώπων να φοβούνται και να κατανοούν το θάνατο, τους παροτρύνει να μην αποδέχονται ότι είναι θνητοί (Segal, Dasen, Berry & Poortinga, 1996).
  • Ο Freud ισχυριζόταν ότι δεν υπάρχει θάνατος στο υποσυνείδητο, ωστόσο ο άνθρωπος με την υποσυνείδητη «ευχή» του θανάτου συνήθως εννοεί «εγώ» θα ζήσω για πάντα, «εσύ» θα πεθάνεις (Eigen & Aronson, 1996).
Υπαρξιακή φιλοσοφία(20ος αιώνας)

Οι υπαρξιστές τόνισαν την έννοια της κοινωνικό -συλλογικής αθανασίας απέναντι στην προσωπική αθανασία και υποστήριξαν πως αντιμετωπίζοντας  το  θάνατο, ο άνθρωπος θα έκανε εφικτή την ανθρώπινη ευτυχία (Αλεξιάς, 2000). Σύμφωνα με τον Υπαρξισμό, ο θάνατος επιτρέπει στον άνθρωπο να έχει αυτογνωσία και να είναι υπεύθυνος για τις πράξεις του. Πριν την εμφάνιση του υπαρξισμού ο θάνατος δεν είχε ουσιαστική σημασία για το άτομο. Η έννοια του αθάνατου ήταν καθολική καθώς ο θάνατος δεν ανήκει στο άτομο, αλλά ήταν μια καθολική ανάγκη (Harris, 1971).

Foucault (1926-1984)
  • Ο Foucault (Γάλλος φιλόσοφος, κοινωνικός θεωρητικός, ιστορικός ιδεών) αναλύει το θάνατο ως ένα παθολογικό γεγονός, ως μια ασθένεια για την έκβαση της οποίας προτείνεται η διαμεσολάβηση της ιατρικής (Αλεξιάς, 2000)
Κίρκεγκωρ (1813-1855)
  • Για τον ορισμό του θανάτου, o Κίρκεγκωρ – φιλόσοφος και θεολόγος χρησιμοποιεί την έννοια της κίνησης. Ο θάνατος δε μεταβάλλεται και επανέρχεται ξανά και ξανά. Επισημαίνει ότι είναι γνωστό εκ των προτέρων ότι ο θάνατος θα επέλθει, αλλά το πότε είναι άγνωστο (Τζαβάρας, 1982).
Αριστοτέλης (384-322 π.Χ.)
  • Η πεποίθηση του Αριστοτέλη για το θάνατο είναι ότι η ψυχή και η ύλη αποτελούν βασικά στοιχεία του ατόμου. Εάν ο θάνατος γίνει κατανοητός μέσα από αυτά, τότε είναι φανερό ότι θα πρέπει να είναι το αποτέλεσμα ενός από αυτά (King, 2001).
Αισχύλος (525/524 – 556/555 π.Χ )
  • Λόγω της βαθιάς του θρησκευτικής πίστης θεωρούσε το θάνατο αναπόφευκτο γεγονός και ως θεός δε δεχόταν την δωροδοκία.
Ευριπίδης ( 480-406 π. Χ )
  • Ο Ευριπίδης ισχυριζόταν ότι υπάρχει ζωή μετά το θάνατο και οι νεκροί συναντούσαν ο ένας τον άλλον στον Άδη (Βασιλειάδης, 1996 ).
Heidegger (1889-1976)
  • Σημαντική είναι η συνεισφορά του Μ. Heidegger πάνω στο θάνατο μέσω της έρευνάς του. Κύριο χαρακτηριστικό της είναι το υπαρξιακό, γνωσιολογικό και κοινωνιολογικό ενδιαφέρον (Τζαβάρας, 1982). Ο ίδιος πίστευε πως η κατανόηση της έννοιας του θανάτου προσφέρει στο άτομο την ευκαιρία να ολοκληρωθεί (Αλεξιάς, 2000).
Στωικοί φιλόσοφοι (1907-1976)
  • Οι Στωικοί φιλόσοφοι ισχυρίζονταν ότι ο θάνατος αποτελεί στοιχείο της φύσης και πρέπει να το αποδεχτούμε ως στοιχείο του πεπρωμένου μας (Αλεξιάς, 2000).
  • Θεωρούν ότι η ψυχή είναι αναπόσπαστο κομμάτι του κόσμου που θα οδηγηθεί στον θάνατο, όπως όλα τα όντα, δηλαδή θα διαλυθεί (Βασιλειάδης, 1996).
Οι νεκρικές τελετές σε πολλές κοινωνίες είναι πολύπλοκες και διαφορετικές από κουλτούρα σε κουλτούρα (Stroebe, Hanson, Stroebe & Schut, 2001).

Πρωτόγονος άνθρωπος
  • Ο θάνατος ήταν μια πραγματικότητα που ο πρωτόγονος άνθρωπος είχε αποδεχτεί και το ερμήνευε ως ένα μεταβατικό γεγονός (Πάπυρος Λαρούς Μπριτάννικα, 1996).
Αρχαϊκή κοινωνία
  • Οι άνθρωποι των αρχαϊκών κοινωνιών δεν δέχονταν την ιδέα του θανάτου και πίστευα ότι οι νεκροί εξακολουθούν να ζουν δίπλα τους ως αόρατοι. Ενώ, παράλληλα παρεμβαίνουν στην ζωή των θνητών (Pastur, 1999).
Δύση
  • Ο άνθρωπος της δύσης δεν εκλαμβάνει το θάνατο ως φυσικό φαινόμενο που φέρει τέλος στη ζωή του, αλλά ως μια ήττα που πρέπει να αποφύγει με κάθε τρόπο (Αλεξιάς ,2000).
Αφρική
  • Οι διάφοροι μύθοι που υπάρχουν στην Αφρική αντανακλούν την πολυτισμική διάσταση του θανάτου. Θεωρείται ότι ο θάνατος προέκυψε κατά λάθος, ωστόσο έχει παραμείνει στον άνθρωπο λόγω «κατάρας».
  • Ο θάνατος ήταν αναπόσπαστο κομμάτι της ζωής τους και ως εκ τούτου αναπόφευκτος ( Dickinson, Leming & Mermann, 2000).
Αφροαμερικάνοι
  • Η αφροαμερικάνικη θεώρηση στο θάνατο είναι συνδεδεμένη με την αφρικανική παράδοση και επηρεασμένη από την αμερικάνικη κοινωνικοπολιτισμική εμπειρία.
  • Οι Αφροαμερικάνοι τείνουν να είναι λιγότερο αρνητικοί ως προς το θάνατο. Διάφορα είδη τέχνης τους (μουσική, ζωγραφική, θέατρο κ.α.) αντανακλούν τις στάσεις τους απέναντι στον θάνατο ( Dickinson, Leming & Mermann, 2000).
Ασία
  • Ο φυσικός θάνατος εκλαμβάνεται περισσότερο ως μια κοινότυπη εμπειρία ιδιαίτερα για τους ηλικιωμένους ανθρώπους.
  • Ο θάνατος δεν αποτελεί μυστήριο ή ταμπού γι’ αυτούς και αυτό τους βοηθάει να το αντιμετωπίσουν πιο εύκολα (Dickinson, Leming & Mermann, 2000).
Αίγυπτος
  • Στην αρχαία Αίγυπτο είχε εφαρμοστεί μια διαφορετική διαδικασία τελετουργικής ταρίχευσης. Θεωρούσαν το σώμα απαραίτητο στοιχείο για μια σωστή μετά θάνατον ζωή, γι’ αυτό το λόγο έκαναν εκτεταμένη προετοιμασία των νεκρών.
  • Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η τελετουργία «άνοιγμα του στόματος», που είχε ως σκοπό η μούμια ν’ αναπνέει, να βλέπει και να παίρνει τροφή (Πάπυρος Λαρούς Μπριτάννικα, 1996)
Αρχαία Ελλάδα
  • Στον ελληνικό χώρο διαπιστώνονται διάφορες θεωρήσεις σχετικά με το θάνατο, ωστόσο οι Έλληνες το αντιμετωπίζουν πρακτικά όπως και οι υπόλοιποι πολιτισμοί (Πάπυρος Λαρούς Μπριτάννικα, 1996).
Κίνα
  • Στην Κίνα ο ετοιμοθάνατος υφίστατο ειδικές προετοιμασίες. Ξύριζαν το κεφάλι του, έπλεναν το σώμα του, έκοβαν τα νύχια του και τον τοποθετούσαν σε καθιστή στάση, προκειμένου να διευκολυνθεί η έξοδος της ψυχής του.
  • Μετά τον θάνατο οι συγγενείς και φίλοι έκαναν επίκληση στην ψυχή να γυρίσει πίσω για να βεβαιωθούν ότι η αναχώρησή της από το σώμα είχε συντελεστεί (Πάπυρος Λαρούς Μπριτάννικα, 1996).
Ιαπωνία
  • Στην Ιαπωνία συναντάμε πολλούς μύθους που αντικατοπτρίζουν το έντονο αίσθημα ότι ο θάνατος προκαλεί αλλαγή σε όσους τον βιώνουν. Οι νεκροί δεν ανήκουν πλέον στον κόσμο των ζωντανών, αλλά γίνονται περίεργοι κι επικίνδυνοι, ως εκ τούτου η είσοδός τους στον κόσμο των νεκρών πρέπει να διευκολυνθεί (Πάπυρος Λαρούς Μπριτάννικα, 1996).

ΘΡΗΣΚΕΙΕΣ


 Χριστιανισμός


«Ο θάνατος είναι η κεντρόφυγος δύναμη της ζωής και η αγάπη είναι η κεντρομόλος» (Μπέγζος,1996).
  • Όπως διδάσκει η Αγ. Γραφή υπάρχουν 3 μορφές θανάτου: πνευματικός, σωματικός/φυσικός & αιώνιος θάνατος.
  • Ο άνθρωπος αποτελεί ολότητα που περιλαμβάνει ψυχή και σώμα και ο διαχωρισμός αυτής της ολότητας από το Θεό αποτελεί το πνευματικό θάνατο. Ο φυσικός/σωματικός θάνατος είναι ο χωρισμός της ψυχής από το σώμα. Ο αιώνιος είναι ο οριστικός αποχωρισμός από το Θεό (Πάπυρος Λαρούς Μπριτάννικα, 1996).
  • Η χριστιανική επικήδεια τελετή διαμορφώθηκε πλήρως την περίοδο του Μεσαιωνικού καθολικισμού. Οι τελετουργίες πήραν έναν καταθλιπτικό χαρακτήρα μέσω των μαύρων ενδυμάτων, των κεριών και το πένθιμο χτύπημα της καμπάνας της εκκλησίας (Πάπυρος Λαρούς Μπριτάννικα, 1996).
Ιουδαιοχριστιανισμός

Η θρησκεία αυτή αντιλαμβάνεται το θάνατο ως συνέπεια του προπατορικού αμαρτήματος και πιστεύει ότι το αμάρτημα αυτό θα αρθεί με την ανάσταση των νεκρών κατά την Δευτέρα Παρουσία, όπου οι άνθρωποι θα κριθούν ανάλογα με τα έργα τους στην επίγεια ζωή (Πάπυρος Λαρούς Μπριτάννικα, 1996).

Ιουδαϊσμός
  • Στον ιουδαϊσμό αποτελεί υποχρέωση να συμπαραστέκεται κανείς στο άτομο που πρόκειται να πεθάνει και να είναι παρών στην αναχώρηση της ψυχής.
  • Υπάρχει η γενική άποψη πως τίποτα δεν υπάρχει πέρα από το θάνατο που να μπορεί να συγκριθεί με την ποιότητα της σχέσης με τον Θεό (Bowker, 1996).
Βουδισμός
  • Για το βουδισμό, ο θάνατος είναι η συνεχής επανάληψη της διάλυσης και εξαφάνισης της ψυχής και του σώματος, η οποία συμβαίνει σε κάθε μέρος και κάθε λεπτό (Walshe, 1978).
  • Η αθανασία θεωρείται ανταμοιβή για τους ανθρώπους που είχαν μια καλή επίγεια ζωή και σε όσους ήταν δίκαιοι. Τα κριτήρια της αθανασίας ποικίλλουν ανάλογα με την καταγωγή του νεκρού και την αιτία του θανάτου και κατά πόσο ηθική ζωή είχε.
  • Επίσης, η μετεμψύχωση έχει έντονη παρουσία στα θρησκεύματα της Εγγύς και Άπω Ανατολής (Μπέγζος, 1996).
  • Τέλος, ο βουδισμός ορίζει τη Νιρβάνα ως το τέρμα όλης της προσωπικής εξέλιξης (Durant, 1971).
Ισλαμισμός
  • Οι άνθρωποι είναι υπεύθυνοι για τις πράξεις τους στη γη και πεθαίνοντας θα κριθούν είτε με ανταμοιβή είτε με τιμωρία στη μετά θάνατον ζωή τους (Dickinson, Leming & Mermann, 2000).
  • Όταν ένα άτομο βρίσκεται κοντά στο θάνατο, κάποιος καλείται να διαβάσει στίχους από το Κοράνι. Μετά το θάνατό του, το σώμα πλένεται, ντύνεται με άσπρα ρούχα και τοποθετείται σ’ ένα απλό, ξύλινο φέρετρο. Το σώμα θα πρέπει να καεί όσο το δυνατόν πιο γρήγορα – συνήθως μέσα σε 24 ώρες (Dickinson, Leming & Mermann, 2000).
Το νόημα αυτής της έρευνας του θανάτου σε διάφορους πολιτισμούς, φιλοσοφίες και θρησκείες είναι ότι, σε μακροπρόθεσμη βάση, δεν έχει σημασία ποιοι είμαστε ή από πού προερχόμαστε, δεν είμαστε όλοι τόσο διαφορετικοί. Ο θάνατος θα έρθει σε όλους μας κάποια στιγμή. Δεν έχει σημασία η κουλτούρα μας ή οι θρησκευτικές πεποιθήσεις μας. Ας ελπίσουμε ότι, αν η ζωή μας ήταν καλή, θα λάβουμε το σεβασμό στο θάνατο, που μας ξεφεύγει μερικές φορές στη ζωή.

Το καλύτερο που έχουμε να κάνουμε είναι να ζήσουμε άφοβα. Όχι ως Εβραίοι ή Χριστιανοί, ιθαγενείς της Αμερικής ή της Ιρλανδίας, αλλά μόνο ως ανθρώπινα όντα, που κάνουμε το καλύτερο που μπορούμε με ό,τι η ζωή έχει να προσφέρει.

Η μεταψυχολογία της μελαγχολίας

Έννοια της μεταψυχολογίας (Freud): Σύνολο βασικών αναγκών, αρχών και αντιλήψεων που επιτρέπουν την περιγραφή της λειτουργίας του ψυχικού οργάνου από τρείς οπτικές γωνίες:
 
α. Δυναμική. Αφορά στις ενορμητικές συγκρούσεις (θεωρία των ενορμήσεων): πώς γίνονται οι συγκρούσεις των ενορμήσεων.
 
β. Οικονομική. Όλες οι ψυχικές διαδικασίες δαπανούν ενέργεια. Πρόκειται για την κατανομή και διευθέτηση της ψυχικής ενέργειας: πώς και πού επενδύεται η ενέργεια (λιβιδώς),,  πού πάει,  πού κατανέμεται, πώς κατανέμεται. Πάει στο αντικείμενο (επένδυση του αντικειμένου); ή πάει το Εγώ (ναρκισσιστική επένδυση);
 
γ. Τοπική: περιγραφή του ψυχικού οργάνου ως χώρου, στον οποίο μπορούν να οριοθετηθούν διαφορετικοί τόποι (συνειδητό, προσυνειδητό, ασυνείδητο).
 
Ο Freud αποσπάστηκε, σχετικά με την μελαγχολία, από την ιατρική παράδοση. Διαφώνησε με την περιοριστική αντίληψη περί ταξινομήσεώς της  στις ψυχώσεις (μανιοκαταθλιπτική ψύχωση), λύση την οποία βρήκε στείρα και ελλιπή ως περιγράφουσα την μελαγχολική κατάσταση. Στο κείμενο του «Πένθος και Μελαγχολία» (1917) εκθέτει την ουσία της μελαγχολίας, συγκρίνοντάς την με το φυσιολογικό πένθος. Το 1924 την ταξινομεί στην κατηγορία των ναρκισσιστικών νευρώσεων (μελαγχολική παλινδρόμηση), επειδή το υποκείμενο είναι αποκομμένο από την πραγματικότητα, όχι από αντιληπτικής πλευράς, αλλά από συναισθηματικής. Πράγματι, ο μελαγχολικός δεν διαψεύδει την ύπαρξη του πράγματος (αντίληψη) αλλά διαψεύδει ότι αυτό το  πράγμα τον αφορά με οποιοδήποτε τρόπο. Η μελαγχολία ανήκει στην κατηγορία των ναρκισσιστικών νευρώσεων επειδή το Εγώ του ασθενούς ταυτίζεται με το χαμένο αντικείμενο (το υποκείμενο αισθάνεται κυριευμένο από τον εκλιπόντα ή προσβεβλημένο από την ίδια αρρώστια που προξένησε το θάνατο). Πρόκειται για ναρκισσιστική επιλογή αντικειμένου ( η λιβιδώς έχει «κολλήσει» στο αντικείμενο). Εντούτοις η επένδυση στο αντικείμενο είναι αδύναμη: υπάρχει  ευκολία απόσυρσης της λιβιδούς στο Εγώ (ναρκισσιστική παλινδρόμηση). Στο μελαγχολικό κυριαρχεί η σαδιστική ενόρμηση. Αυτός βασανίζει το περιβάλλον του εξαιτίας της κατάστασης στην οποόα βρίσκεται. 

Κατά τον K. Abraham, (Γερμανός ψυχαναλυτής και γιατρός 1877-1925), η μελαγχολική δομή προσιδιάζει μ’ αυτήν της ιδεοψυχαναγκαστικής νεύρωσης ως προς την ένταση της επιθετικής ενόρμησης προς τον έξω κόσμο. Η σαδιστική ενόρμηση, εδώ, ενεργεί κυρίως με τη μορφή μαζοχισμού. Έτσι η αυτοκτονική επιθυμία του μελαγχολικού γίνεται κατανοητή ως επιστροφή μιας φονικής διάθεσης εναντίον εαυτού: οι λιβιδινικές διαθέσεις μίσους επιστρέφουν στο υποκείμενο (καταθλιπτικό συναίσθημα του υποκειμένου ότι είναι σιχαμένο, τύψεις κλπ.) και αποτελούν πηγή μαζοχιστικής ικανοποίησης.

Στροφή κατά (εναντίον) εαυτού: ψυχικός (αμυντικός) μηχανισμός μέσω του οποίου η λιβιδώς αποσύρεται από το αντικείμενο και επενδύει στο Εγώ μ’ έναν τρόπο υπερφορτισμένο. Συσσωρεύεται στο Εγώ και λιμνάζει (ναρκισσιστική λιβιδώς). Στην περίπτωση της μελαγχολίας το υποκείμενο φέρνει την επιθετικότητα μέσα του (μαζοχισμός).

Η Jacobson (1957) κάνει μια διάκριση ανάμεσα στη θλίψη -ως αντίδραση στην απώλεια του αντικειμένου-και την μελαγχολία. Σε αντίθεση με τη μελαγχολία η θλίψη δε συνεπάγεται μια επιθετική σύγκρουση είτε με την εξωτερική πραγματικότητα είτε ενδοψυχικά.

Στο ενεργητικό μοντέλο του Freud διακρίνουμε δύο μορφές σεξουαλικής ενέργειας: σωματική και ψυχική. Υπάρχει αναγκαιότητα μετατροπής της μίας στην άλλη. Στο μελαγχολικό ασθενή έχουμε συσσώρευση της ψυχικής σεξουαλικής έντασης (με τον ίδιο τρόπο που το άγχος οφείλεται στην έλλειψη εκφόρτισης της συσσωρευμένης σωματικής ενέργειας). Αυτή η συσσώρευση της ψυχικής σεξουαλικής ενέργειας καταλήγει να δημιουργήσει ένα είδος «τρύπας» στον ψυχισμό από την οποία χάνεται η λιβιδώς. Πρόκειται για μια «εσωτερική αιμορραγία» (λιβιδινική αιμορραγία) διαμέσου της οποίας αδειάζει το Εγώ. Η μελαγχολία είναι ένα πένθος οφειλόμενο στην απώλεια αυτής της λιβιδούς. Προκύπτει μια σοβαρή ναρκισσιστική απώλεια (γι’ αυτό την μελαγχολία την ταξινομούμε στις ναρκισσιστικές νευρώσεις). Πρόκειται τελικά για μια απώλεια του Εγώ, η οποία καταλήγει σε μια γενικευμένη αναστολή των λειτουργιών του εξ’ού και η φτώχεια της αναπαραστατικής λειτουργίας στο λόγο του μελαγχολικού (λόγος απομεταφοροποιημένος). Το μελαγχολικό σύνδρομο αφορά σε μια ανοιχτή πληγή η οποία αδειάζει το Εγώ μέχρι να το ερημώσει τελειωτικά. Είναι μια δίνη που σκάβει, η εικόνα μιας «τρύπας» χαρακτηριστική στη μελαγχολία. Πρόκειται για μια επαναλαμβανόμενη κίνηση στροβίλου που κυριαρχεί στο συλλογισμό του μελαγχολικού (συλλογισμός κυκλικός): «Αφού αυτό έγινε έτσι…είναι και θα είναι πάντα έτσι» (το μέλλον καθορίζεται αποκλειστικά από το παρελθόν). Κατά τον Freud (1917) o μελαγχολικός γνωρίζει ποιόν έχασε, αλλά όχι αυτό που έχασε, τί ακριβώς έχασε στο εκλιπόν αντικείμενο.
 
Το 1924, ο Κ. Αbraham σχέτισε  τη μανιοκατάθλιψη με το πρωκτικό στάδιο (προοιδιπόδεια φάση) της ψυχοσεξουαλικής εξέλιξης. Στην πρωκτική φάση εγκαθίσταται η συνδιαλλαγή με το αντικείμενο, εδώ με τα κόπρανα  και τη λειτουργία της αφόδευσης. Πρόκειται για το πρότυπο της σχέσης με το αντικείμενο: κρατάω ή αποβάλλω, ένα «πάρε- δώσε», (σου δίνω-δεν σου δίνω).
 
Υπάρχει επίδραση της πρωκτικής φάσης στο σχηματισμό της έννοιας του χρόνου. Ο Ηarnick όπως αναφέρεται από τους Shilder 1942 και Doob 1971, υπέδειξε ότι η επίγνωση της ροής του χρόνου έχει την προέλευσή της στον πρωκτικό ερωτισμό, τη συχνότητα της αφόδευσης, τα διαλείμματά της, τη διάρκεια της διαδικασίας, πόσο μπορεί να αναβληθεί επιτυχώς κ.ο.κ.  Κατά τους Obernorf (1941) και Fenichel (1945) οι πρωκτικο-ερωτικές εμπειρίες ευθύνονται για την ανάπτυξη προγραμμάτων που βοηθούν το Εγώ να δαμάσει την πραγματικότητα. Κατά τον τελεταίο  εσωτερικοί βιολογικοί ρυθμοί όπως η αναπνοή και ο σφυγμός, βοηθούν το παιδί να ξεχωρίσει χρονικά διαλείμματα και να αποκτήσει την έννοια του χρόνου εν γένει. Έχει υπογραμμιστεί η σχέση της πρωκτικής φάσης της ψυχοσεξουαλικής ανάπτυξης με το Υπερεγώ και η εμπλοκή της σε νευρωτικά συμπτώματα, χαρακτηριολογικά γνωρίσματα και κοινωνικοπολιτισμικούς τρόπους ζωής. Στην προσπάθεια της εκπαίδευσης για τον έλεγχο των σφιγκτήρων το νήπιο ταυτίζεται με την προοιδιπόδεια μητέρα που ελέγχει το χρόνο, ενώ η επιθυμία και η ικανότητα του βρέφους να ελέγχει το χρόνο αντικατοπτρίζουν την επιθυμία και την ικανότητα να ελέγχει την εσωτερική αναπαράσταση της σχέσης παιδιού-μητέρας.
 
Ο K. Abraham διακρίνει δύο πρωκτικές φάσεις:
 
1) Πρώτη πρωκτική φάση (πρωιμότερη), πριν τον μυϊκό έλεγχο των σφιγκτήρων (απώλεια κοπράνων «χάνω τα κακά μου»). Το παιδί βιώνει τα κόπρανα του σαν κάτι δικό του. Αν τα χάσει, το βιώνει σαν ευνουχισμό (πρωκτικός ευνουχισμός). Εδώ  έχει απώλεια, χάνει το αντικείμενο, και αυτό είναι  ένας χαμός και καταστροφή του αντικειμένου. Είναι σ’ αυτή την πρώτη πρωκτική περίοδο όπου παλινδρομεί η λιβιδώς του μελαγχολικού (καθήλωση, που αφορά στη μελαγχολία κατά Abraham και Freud).  
 
Σε αυτή τη φάση το παιδί χάνει το αντικείμενο, αλλά και μέρος του εαυτού του. Πρόκειται για τον πρωκτικό ευνουχισμό ο οποίος είναι ένα προστάδιο του άγχους του γενετικού ευνουχισμού.  Ο  φόβος του υποκειμένου ότι θα χάσει το πέος του (οιδιπόδεια τιμωρία) έχει ένα προηγούμενο, το προηγούμενο ότι θα χάσει τα κόπρανα του.
 
Η παλινδρόμηση αυτή δεν σταματάει εδώ. Συνεχίζει μέχρι τη στοματική φάση (κανιβαλιστική). Πρόκειται για τη φαντασίωση εισαγωγής (ενσωμάτωσης) του χαμένου αντικειμένου.  Επειδή το υποκείμενο δεν μπορεί να συγκρατήσει το αντικείμενο πρωκτικά, παλινδρομεί και το συγκρατεί με το στόμα του. Γίνεται λόγος για κανιβαλιστική ταύτιση. Εδώ συνδέεται και η άρνηση λήψης τροφής του μελαγχολικού: δεν τρώει επειδή φαντάζεται ότι έτσι καταπίνει το χαμένο αντικείμενο.
 
Η φαντασίωση είναι κάθε πίστη, κάθε ιδέα που αντιτίθεται στην πραγματικότητα. Όταν μία τροποποίηση της πραγματικότητας απειλεί να προκαλέσει ναρκισσιστική κατάρρευση (φόβος κατάρρευσης του ψυχισμού, συντριβή, το ότι π.χ. έφυγε το αντικείμενο και έτσι δεν θα μου κάνει τη «δουλειά» που μου έκανε) τότε έρχεται η φαντασίωση η οποία έχει συντηρητική λειτουργία (διατήρηση του status qvo του ψυχισμού).
 
Εν κατακλείδι: ο μελαγχολικός χάνει το αντικείμενο (πρώτη πρωκτική φάση) και τείνει προς ναρκισσιστικές ταυτίσεις. Χάνει (καταστρέφει) το αντικείμενο και μέσω στοματικής παλινδρομήσεως της λιβιδούς το ενσωματώνει, το ξανακάνει δικό του με σκοπό ίσως, κατά Αbraham, να το ξαναφέρει στη ζωή. Στην πρώτη πρωκτική φάση που το υποκείμενο έχει απώλεια του αντικειμένου, η επανόρθωση γίνεται μέσω της συγκράτησης με το στόμα. Το μελαγχολικό άτομο παλινδρομεί (μανιακή παλινδρόμηση) στο στοματικό στάδιο και ενσωματώνει το αντικείμενο.

2) Δεύτερη πρωκτική φάση (μεταγενέστερη). Εδώ έχουμε κατάκτηση του μυϊκού έλεγχου των σφιγκτήρων: κρατώ, ελέγχω τους σφιγκτήρες «δεν θα τα αφήσω να μου φύγουν, θα τα ελέγξω». Έχουμε συγκράτηση του αντικειμένου («δεν το δίνω στη μαμά μου»). Πρόκειται για καθηλώσεις που αφορούν στην ιδεοψυχαναγκαστική νεύρωση. Ο ιδεοψυχαναγκαστικός ποτέ δεν αφήνει τελείως το αντικείμενο, δεν χάνει το αντικείμενο. Η ιδεοψυχαναγκαστική νεύρωση είναι πιο εξελιγμένη από τη μελαγχολία. Στη μελαγχολία το αντικείμενο που εξωτερικά χάθηκε, διατηρείται εντός του υποκειμένου μέσω της κανιβαλιστικής ενσωμάτωσης. Μέσω της ενσωμάτωσης το Εγώ του υποκειμένου και το εκλιπόν αντικείμενο γίνονται ένα (ναρκισσιστική ταύτιση): το μίσος προς το εκλιπόν αντικείμενο (αμφιθυμία), γίνεται μίσος εναντίον του Εγώ του υποκειμένου. Όλες οι μομφές (αυτομομφή) και οι ύβρεις που το αντικείμενο απευθύνει στον εαυτόν του, στην πραγματικότητα απευθύνονται στο χαμένο αντικείμενο. Κατά τον Freud 1917 το βάρος του αντικειμένου, η σκιά του, πέφτουν πάνω στο Εγώ του υποκειμένου: το Eγώ είναι αιχμάλωτο του αντικειμένου.
 
Ο Freud υποστήριζε ότι σε κάθε περίπτωση μελαγχολίας κάποια στιγμή το υποκείμενο στην πραγματικότητα ένιωσε να έχει βασανιστεί από το αντικείμενο. Η διαδικασία της ενσωμάτωσης έχει αρχή  το στόμα (έχω ανάγκη το αντικείμενο -το τρώω) και άκρη τον πρωκτό (θέλω να αποβάλλω- θυμός). Το ερώτημα στη φαντασίωση ενσωμάτωσης είναι: πως, με ποιόν τρόπο ικανοποιούμαι (ικανοποίηση της ενόρμησης ) όταν βάζω το αντικείμενο να γίνεται ένα μέρος του εαυτού μου; Κατά την Ποταμιάνου (1988) πρόκειται για φαντασίωση λιβιδινικά επενδεδυμένη, δηλαδή μέσω αυτής ικανοποιούμαι στο μέτρο που μου επιτρέπει να βάζω μέσα μου κάτι,  να το εγκυστώνω και να έχω την ιδέα ότι μπορώ να το αφανίζω και να το συγκρατώ (ψευδαίσθηση παντοδυναμίας).  Το αφανίζω έξω και το συγκρατώ μέσα μου: έτσι μέσω της ενσωμάτωσης χάνεται ως αντικείμενο. Ενσωμάτωση σημαίνει καταβρόχθιση. Καταβροχθίζοντας αφανίζω τον άλλο.

Το πέρασμα στην αυτοκτονία αφορά στην τελευταία απόπειρα του υποκειμένου να ξεφορτωθεί το αντικείμενο, να το «πεθάνει»: Σκοτώνοντας τον εαυτόν μου, σκοτώνω το (μισητό) αντικείμενο. Στη μελαγχολία ό,τι παθαίνει το αντικείμενο, το παθαίνει και Εγώ. Πρόκειται για μια σχέση με το αντικείμενο που εξυπηρετεί το Εγώ του υποκειμένου (ναρκισσιστική διάσταση). Προκειμένου να μη χάσω το αντικείμενο το ενσωματώνω (στοματική, κανιβαλιστική φάση), επειδή η έντονα αμφιθυμική σχέση μαζί του (μίσος, επιθετικότητα κατά του αντικειμένου) δε μ’ αφήνει να το εγκαταλείψω. Είναι ένα «αχώνευτο» αντικείμενο («μου κάθεται στο στομάχι») οπότε το παίρνω μέσα μου ολόκληρο ως έχει, γίνομαι ένα μαζί του και αντί να χτυπάω το αντικείμενο χτυπώ τον εαυτό μου. Το Υπερεγώ εκλαμβάνει ως αντικείμενο το ίδιο το Εγώ (ιδού η κατανόηση της αυτομορφής του μελαγχολικού). Είναι μια κατεξοχήν ναρκισσιστική διαταραχή, όπου η ενδοψυχική σύγκρουση παίζει μεταξύ Εγώ και Υπερεγώ. Ο K. Abraham παρατηρούσε ότι σε μερικές περιπτώσεις ο θάνατος ενός προσώπου δεν προξενεί θλίψη, αλλά ένα συναίσθημα ασυγχώρητου αμαρτήματος (ενοχές κ.τ.λ.). Πρόκειται για τη μελαγχολία: το υποκείμενο δεν μπορεί να δεχθεί αυτήν την απώλεια. Ο μόνος τρόπος να την «δεχθεί» είναι να «πάρει μέσα του» το αντικείμενο. Αυτό είναι ένα μανιακόμορφο στοιχείο (τώρα που το έχω, μπορώ να κάνω τα πάντα): η μανιακή φάση στην μανιοκατάθλιψη είναι το σύμβολο ενός κανιβαλικού οργίου (αρχαϊκός κανιβαλισμός).
 
Φαντασίωση ενσωμάτωσης του αντικειμένου: πρόκειται για μια κατάσταση του ψυχισμού όπου το υποκείμενο βάζει το νεκρό μέσα του, για να μη δεχθεί την απώλεια. Καταπίνει το απολεσθέν, για να γλιτώσει την απώλεια. Είναι το «τρικ» του ψυχισμού μας για να μην δεχθεί αυτήν την αλλαγή, ώστε να μην μπει στον κίνδυνο της αλλαγής:  γίνομαι ο ίδιος φορέας του νεκρού. Η  φαντασίωση της ενσωμάτωσης άπτεται της αρχής της ευχαρίστησης, και όχι της πραγματικότητας. Η πραγματικότητα μου βάζει στοίχημα καθημερινά ν’ αλλάξω. Η φαντασίωση είναι το «κόλπο» για να μην αλλάξω, μια μορφής αντίσταση: «αφού έφυγες εσύ εγώ με το ζόρι θα σε αποκαταστήσω ξανά στο ρόλο σου». Οικειοποιούμαι το αντικείμενο «βαμπιρικά», το τρέφω για να το κρατήσω ζωντανό, δεν δέχομαι την ελευθερία του άλλου να πεθάνει, να φύγει κλπ.. Ιδού η  ασέβεια προς το αντικείμενο: η ενσωμάτωση είναι μια πράξη παράνομη. Εδώ δεν υπάρχει μεταφορά, συμβολισμός, ο λόγος είναι απομεταφοροποιημένος, γεμάτος «πράγμα». Είναι μια διαδικασία αποδόμησης της αναπαράστασης την οποία ονομάζουμε και αντιμεταφορά.
 
Αρχή ευχαρίστησης- δυσαρέσκειας (πραγματικότητας): Στην αρχή το βρέφος διέπεται από την αρχή της ευχαρίστησης-υπό την επήρεια του ασυνειδήτου- με την έννοια ότι όλα επιτρέπονται. Σ’αυτήν τη φάση ότι είναι δυσάρεστο για το υποκείμενο, δε μπορεί να το κρατήσει μέσα του. Ότι δεν του αρέσει το «φτύνει» (μέσω της προβολής, μιας πρωτογενούς άμυνας). Αυτό συμπίπτει με την αρχή του φαγητού κατά την οποία  το υποκείμενο κρατάει ότι του είναι ευχάριστο και φτύνει το δυσάρεστο. Αργότερα, μέσα από την κοινωνικοποίηση του παιδιού, έρχεται η πραγματικότητα για να οριοθετήσει την αρχή της ευχαρίστησης: ότι μου είναι ευχάριστο δεν μου είναι κατ’ανάγκην ωφέλιμο. Εδώ το Εγώ λειτουργεί κάτω από την αρχή της πραγματικότητας. Υπό αυτές τις συνθήκες ένα μέρος της ευχαρίστησης αποσπάται και γίνεται φαντασίωση: η φαντασίωση κρατάει μέσα της την αρχή της ευχαρίστησης.
 
Ενσωμάτωση του εκλιπόντος αντικειμένου. Είναι φαντασίωση που έρχεται να καλύψει την απώλεια ώστε το Εγώ να μην κινδυνεύει. Ο ψυχισμός παράγει φαντασίωση στη θέση του απολεσθέντος αντικειμένου. Αυτό συνιστά εμπόδιο στο δρόμο της ανάπτυξης, είναι κόλλημα σε ένα αντικείμενο το οποίο δεν μπορώ να ξεπεράσω για να πάω πιο πέρα. Η ενσωμάτωση είναι αποτυχία της ενδοβολής, δηλαδή της δυνατότητας να μιλήσω το πένθος (λεκτική μεταβολή της έλλειψης). Τις περισσότερες φορές η φαντασίωση ενσωμάτωσης είναι ασυνείδητη. Μόνο μετά από μεγάλη κλινική εργασία τη βλέπουμε, δηλαδή ανακαλύπτουμε αυτό που το υποκείμενο θέλει ν’ αποκρύψει. Τω όντι, ο ασθενής προσπαθεί να μην ομολογήσει την απώλεια, έτσι ώστε να μην κάνει αλλαγή.
 
Κατά την Μaria Torok  το αντικείμενο που ενσωματώνεται, που δεν πενθείται, που παραμένει «αχώνευτο», ονομάζεται κρυπτικό αντικείμενο (γίνεται λόγος για κρυπτική ενσωμάτωση). Πρόκειται για ένα αντικείμενο το οποίο έχει εξιδανικευτεί από το υποκείμενο,  με το οποίο το τελευταίο είχε προνομιακή σχέση, η οποία δεν έχει ομολογηθεί. Κάνει μια «κρύπτη» και το βάζει μέσα. Αυτό που κρύβεται μέσα στην «κρύπτη» είναι πολύτιμο, σώζει το υποκείμενο (ναρκισσιστική διάσταση). (Κατά την M.Klein το υποκείμενο το βάζει σε απόσταση το εξιδανικευμένο αντικείμενο για να το προστατέψει από την επιθετικότητά του ).
 
H M.Torok  (1925-1998) είναι γαλλίδα ψυχαναλύτρια ουγγρικής καταγωγής. Ανέπτυξε –μαζί με τον N.Abraham-τη θεωρία της κρύπτης και του φαντάσματος που συχνάζει στο υποκείμενο: πρόκειται για τον κρυπτικό εγκλωβισμό του άλλου ώστε να μη μπορεί να λάβει χώρα η εργασία του πένθους. Ο θύλακας της κρύπτης μπορεί να προστατεύει, να προφυλάσσει από κάθε διείσδυση. Η κρύπτη δημιουργείται όταν το αντικείμενο της απώλειας ήταν τόσο αναγκαίο ναρκισσιστικά για τον πενθούντα ώστε αυτός να θέλει να το διατηρήσει ζωντανό μέσα του. Η σχέση με τον νεκρό είχε τέτοιο χαρακτήρα ώστε να κάνει το υποκείμενο όχι μόνο να μη δέχεται την απώλεια αλλά να μη μπορεί να μιλήσει ανοιχτά γι αυτόν. Ταυτίζεται μαζί του μέσα από το μηχανισμό που οι Abraham και Τοrok ονομάζουν ενδοκρυπτική ταύτιση. Η άρνηση της απώλειας μπλοκάρει τη διαδικασία της ενδοβολής και κινητοποιεί το μηχανισμό της ενσωμάτωσης ως «μαγική ίαση της απώλειας», ως φαντασίωση που οδηγεί στην ψυχική έγκλειση του νεκρού: αυτό σημαίνει την άρνηση να γνωρίσεις το πραγματικό νόημα της απώλειας. Η φαντασίωση της ενσωμάτωσης προδίδει ένα κενό εντός του ψυχισμού, μια έλλειψη στο σημείο ακριβώς που εκκρεμούσε να γίνει μια ενδοβολή. Το Εγώ του φορέα της κρύπτης αναλαμβάνει το ρόλο του «φύλακα του νεκροταφείου της μνήμης»( αυτός δεν παίρνει ποτέ άδεια, παραμένει μόνιμα στη θέση του, είναι άφωνος σαν τάφος, αιώνια  περιπλανώμενος στο λαβύρινθο του νεκροταφείου). Μέσα στην κρύπτη βρίσκονταν όλα όσα αφορούν το νεκρό: η σχέση του με τον επιζώντα και η ιστορία της, τα συναισθήματα που τους συνέδεαν, η απαγορευμένη επιθυμία, η ντροπή, η ενοχή αλλά και οι συνθήκες του θανάτου. Η κρυπτοφορία παίζει σημαντικό ρόλο στη γέννηση διαφόρων ψυχικών διαταραχών: καταθλίψεις, υπομανία ή και μανία, μελαγχολία, παράξενες σωματικές αισθήσεις, συμπεριφορές μίμησης ενός ανθρώπου που έχει πεθάνει, κλεπτομανία, φετιχισμός, αλκοολισμός και ψυχοσωματικές διαταραχές. Οι πάσχοντες υποφέρουν συνήθως από έλλειψη όρεξης να ζήσουν και να αγαπήσουν όπως και από διακυμάνσεις της δημιουργικότητάς τους. Όλες οι λέξεις που θα μπορούσαν να έχουν λεχθεί, όλα τα δάκρυα που θα μπορούσαν να έχουν χυθεί το άτομο θα τα καταπιεί ταυτόχρονα με τον τραυματισμό, εξαιτίας της απώλειας. Μέσα στην κρύπτη αναπαύεται ζωντανό το αντικείμενο ως πλήρες πρόσωπο. Το περιεχόμενο της κρύπτης δε μπορεί να εκφραστεί με λόγια, είναι άρρητο (μη λεχθέν).
 
Κλινικό παράδειγμα παιδί 12 ετών. Έκλεβε γυναικεία εσώρουχα (κλεπτομανία). Έκανε θεραπεία. Στο παρελθόν είχε μια μεγαλύτερη αδερφή που το σαγήνευε (θωπείες κτλ) και αυτό  το βίωνε με ντροπή. Η αδερφή πεθαίνει ξαφνικά. Κάποτε είπε στη θεραπεία: «Τώρα, αν ζούσε, θα ήταν 14 ετών και θα χρειαζόταν στηθόδεσμο» Η αγάπη του για την αδερφή του δεν μπορούσε να ομολογηθεί. Υπήρχε μεγάλη ευχαρίστηση που βίωνε το υποκείμενο, αλλά αυτή η ευχαρίστηση δε μπορούσε να ομολογηθεί:  την κατάπιε, ενσωματώνοντάς την  μέσα στην κρύπτη (κρυπτικό αντικείμενο), μένοντας στη θέση: «η αδερφή ζει»: εν τω μεταξύ, το αντικείμενο (αδερφή) μεγάλωνε μέσα στην κρύπτη οπότε το αγόρι έκλεβε εσώρουχα για την εφηβεία της, (χωρίς ούτε ο ίδιος να γνωρίζει γιατί τα έκανε). Το αντικείμενο εδώ ήταν τόσο σημαντικό, ώστε το υποκείμενο δεν μπορούσε να διεργαστεί την παραμικρή του απώλεια.

Η κρύπτη φτιάχνεται όταν το απολεσθέν αντικείμενο φεύγοντας αφήνει στο υποκείμενο πράγματα που δεν μπορούν να ομολογηθούν ( τραυματικό που μένει κρυφό, επειδή έχει μέσα κάτι τόσο ηδονικό). Στην κρύπτη κρύβεται όχι μόνο το αντικείμενο, αλλά και τα συναισθήματα που συνοδεύουν αυτήν τη σχέση (καταστολή τους). Για το υποκείμενο είναι απαραίτητο όλο αυτό να το κρατήσει ζωντανό (εγκυστωμένο μέσα στην κρύπτη) περιμένοντας να ξανάρθει. Τότε όμως το πράγμα δεν μπορεί να πενθηθεί (δάκρυα, λέξεις κλπ) αφού περιμένω την ανάσταση του. Υπάρχει ευχαρίστηση στο κρυπτικό αντικείμενο ( είναι αντικείμενο υψηλής λιβιδικής αξίας) η οποία δε μπορεί να κοινοποιηθεί ούτε να καταγγελθεί λόγω της παράνομης υφής του: « Δεν θα το καταγγείλω ποτέ, γιατί, αν το καταγγείλω, θα καταρρεύσω και εγώ». Ο μελαγχολικός δεν γνωρίζει τι έχασε στο εκλιπόν αντικείμενο και προσπαθεί ν’ αντιμετωπίσει τις συνέπειες της απώλειας μέσω της ενσωμάτωσης: αυτό που έχασε είναι το ειδύλλιο με το αντικείμενο ή μια σκηνή του αντικείμενου που κατέστη ιδεώδης.
 
Το ζητούμενο είναι  να βγάλεις από τον άνθρωπο την ντροπή, για να μπορέσει να μιλήσει γι αυτά τα πράγματα. Πρέπει να νιώσει ότι τον συμμερίζεσαι, ότι δεν ντρέπεσαι γι΄αυτόν.
 
Η δυναμική του μελαγχολικού καθορίζεται από τα ιδεώδη του Εγώ. Πρόκειται για τις ιδανικές, ιδεώδεις αξίες στο όνομα των οποίων ζει ο μελαγχολικός. Κατασκευάζει ένα ιδανικό μοντέλο ( ο «πήχης» στις αξιώσεις, που έχει από τον εαυτό του, είναι ψηλά) άκαμπτο, απρόσιτο, ανέλπιστα δύσκολο να το φτάσει, πέρα από τις πραγματικές του ικανότητες ή την ενορμητική του πραγματικότητα. Η οποιαδήποτε απόκλιση από την ιδανική εικόνα εαυτού που θα ήθελε να είναι, προξενεί την κατάρρευσή του. Όταν έχει αδυναμία να κρατήσει, να φτάσει το ιδεώδες  αυτό έχει  συνέπειες τραυματικές για το Εγώ του (ρήξη, τραυματική απογοήτευση).
 
Πρόκειται για  ναρκισσιστική προβληματική, όπου το υποκείμενο  δε μπορεί  να επεξεργαστεί το πεπερασμένο των δυνατοτήτων του, δηλ. τι του λείπει, ποια είναι τα ελλείμματα του κ.λ.π Μπορεί να σκεφτεί επί παραδείγματι  «πόσο σπουδαίος είναι ο Freud»… «θα προσπαθήσω να τον φτάσω» και, όταν συνειδητοποιήσει ότι δεν μπορεί, θα είναι δυστυχής σε όλη του τη ζωή» (μελαγχολία, ναρκισσιστική κατάθλιψη). Εξαιτίας της έλλειψης μιας επαρκώς επιβεβαιωμένης ναρκισσιστικής εικόνας (κατά το ιδανικό-ιδεώδες του μοντέλο), ο μελαγχολικός συναντά το «τίποτα» που τον καθορίζει: πρόκειται για το «δεν είμαι τίποτα» του μελαγχολικού. Έχουμε εδώ την προσέγγιση σε μια αλήθεια που αρρωσταίνει το υποκείμενο, καθώς ανατρέπει την ψευδοασφάλεια του καταγγέλλοντας τις αυταπάτες του Εγώ.
 
Ο μελαγχολικός νιώθει συχνά ντροπή, όταν αισθάνεται ότι δεν κατάφερε να σεβαστεί κάποιες αξίες, κάποια ιδεώδη του ιδανικού του μοντέλου (ναρκισσιστικές απαιτήσεις): καταρρέει για πράγματα τα οποία διέπραξε, για πράξεις οι οποίες υπερβαίνουν τα ιδεώδη του.  
 
Η ντροπή είναι το  αίσθημα του υποκειμένου ότι καταστρατήγησε κάποιες αξίες και ιδεώδη. Πρόκειται για ναρκισσιστικές απαιτήσεις που σχετίζονται με το ιδεώδες Εγώ (διάφορο του Υπερεγώ). Το λειτουργικό Υπερεγώ γενικά λέει : «μην κάνεις». Το συχνότερο αυτοί οι ασθενείς όταν μιλάνε για «ενοχές» εννοούν «ντροπή» για πράγματα που έκαναν. Πρόκειται για πράξεις οι οποίες δεν υπερβαίνουν ένα εσωτερικευμένο Υπερεγώ (οι αξίες μου), αλλά καταστρατηγούν ιδεώδη κοινωνικά τα οποία έχουν εξωτερική διάσταση και εμφορούνται από αξίες άλλων.
 
 Ολοένα συχνότερα απαντάται  μια σχετικά σύγχρονη δομή ανθρώπου. Είναι ο πολύ «ψύχραιμος» άνθρωπος ο οποίος πνίγει, «καταγγέλλει» τις συγκινήσεις του, φοβάται να αισθάνεται και να εκφράζεται. Το Εγώ του εύκολα κατακλύζεται,  και τελικά τραυματίζεται (τιτρώσκεται), κάμπτεται κάθε φορά που συγκινείται  οπότε μια αμυντική λύση του Εγώ του για να τα βγάλει πέρα είναι να καταστέλλει, να «σβήνει» ό,τι άπτεται της σφαίρας του θυμικού. Πρόκειται για τον χρηστικό άνθρωπο (ή αλεξιθυμικό) τον οποίο ονομάζουμε έτσι επειδή η σκέψη του αλλά και η ζωή και η συμπεριφορά του είναι  «ρομποτικές»: «λειτουργεί» στη δουλειά του και «συνυπάρχει» με τους άλλους χωρίς να επενδύει, χωρίς να δένεται συναισθηματικά, δεν συγκροτεί αντικείμενα «πάθους», δεν ερωτικοποιεί. Η σκέψη και η ζωή του είναι ρηχές, φτωχές από φαντασία και περιεχόμενο («πάγωμα») αφού δεν τροφοδοτούνται λιβιδινικά: σαν τον «αγρό» που δεν αρδεύεται… Ο χρηστικός άνθρωπος είναι το κατ’ εξοχήν  παράδειγμα  του σύγχρονου νηπενθούς ανθρώπου, του ανθρώπου δηλαδή που αρνείται να πενθεί, που δε δύναται να διεργάζεται απώλειες. O Freud ορίζει την έννοια του πόνου ως την αντίδραση του Εγώ στην απώλεια  του αντικειμένου. Της απώλειας του αντικειμένου προηγείται η ύπαρξή του: πρώτα έχει υπάρξει το (ψυχικό) αντικείμενο- με την έννοια της λιβιδινικής επένδυσης του Εγώ σ’ αυτό- και μετά πονώ, όταν το χάσω. Ο χρηστικός άνθρωπος δεν πενθεί στο μέτρο κατά το οποίο δεν συγκροτεί λιβιδινικά αντικείμενα. Δε δένεται συναισθηματικά με πρόσωπα και πράγματα, δεν έχει εσωτερικευμένα αντικείμενα (περιεχόμενο)  επομένως δε δύναται να πενθεί: τι να χάσει απ’ αυτά που δεν έχει; Αδυνατεί να μπει σ’ ένα βίωμα οδύνης ώστε να μπορεί να διεργασθεί μια απώλεια. Ας σημειωθεί ότι βρισκόμαστε εδώ στο αποκορύφωμα του «παθολογικού» πένθους. Από κλινικής πλευράς ο χρηστικός ασθενής εκπίπτει (παλινδρομεί ) περισσότερο από τον μελαγχολικό ο οποίος συγκριτικά είναι πιο εξελιγμένος αφού ο μελαγχολικός αρχικά χάνει το αντικείμενο και στη συνέχεια διαψεύδει την απώλεια του αντικειμένου με μια φαντασία  «κατάποσης» του. Ο μελαγχολικός λοιπόν έχει, και όταν χάνει αυτό που έχει «το παλεύει» όπως μπορεί έστω με φαντασία ενσωμάτωσής του (κατάποση) : η μελαγχολία είναι μια μορφή «ψυχικοποίησης» (ψυχική εργασία) της απώλειας. Ο χρηστικός αντίθετα δεν έχει να παλέψει καμιά απώλεια   γιατί δε χάνει. Δε χάνει γιατί δεν έχει και είναι ακριβώς αυτή η φτώχεια το δράμα του.     
 
Κλινικό παράδειγμα 1: Άνδρας 37 ετών σε ανάλυση. Έρχεται και ζητά βοήθεια σε άσχημη  κατάσταση. Στην πρώτη  προκαταρκτική συνεδρία ξεσπά σε λυγμούς, καθώς μιλά για την κρυφή του συνεύρεση με τη γυναίκα του καλύτερου του φίλου (ο ασθενής έχει ιδανικό μοντέλο εαυτού που δεν επιδέχεται παρεκκλίσεων): η ενορμητικότης του τιτρώσκει ανεπανόρθωτα το Εγώ του (αιμορραγικό ναρκισσιστικό πλήγμα).
 
Ο  μελαγχολικός έχει ανάγκη να προβάλλει τα ιδεώδη χαρακτηριστικά του ιδανικού  μοντέλου του  εαυτού σε κάποιον άλλο, με τον οποίο θα μπορεί έτσι να ταυτιστεί:  τον εξιδανικεύει, δένεται άρρηκτα μαζί του. Εντούτοις,  ο ελάχιστος κλονισμός-απόκλιση   του άλλου από την εικόνα την οποία ο μελαγχολικός  -ερήμην του- έχει κατασκευάσει προξενεί ξαφνικά ρήξη της σχέσης μαζί του. Ζει τότε τεράστια  απογοήτευση, με αίσθημα προδοσίας: «πάλι με πρόδωσαν και, εν πάση περιπτώσει, τα πράγματα δεν θα μπορούσαν να είναι παρά μόνον έτσι».
 
Κλινικό παράδειγμα 2: γυναίκα παχύσαρκη 38 ετών, σε θεραπεία, μελαγχολική. Εξιδανίκευσε του ψυχοθεραπευτή και την ψυχοθεραπεία της. Κάτω από σχετικά αντίξοες καιρικές συνθήκες απουσίασε, για πρώτη φορά, από μια συνεδρία. Κατά την επόμενη συνεδρία δεν εξόφλησε, κατά τα συμφωνηθέντα, το κόστος της συνεδρίας από την οποία έλλειψε. Ο ψυχοθεραπευτής της το υπενθυμίμισε, η ασθενής «παρεξηγήθηκε» και διέκοψε τη θεραπεία για περίπου ένα μήνα Πρόκειται για την κατάρρευση ενός ιδεώδους αντικειμένου της ασθενούς και της ιδεώδους σχέσης μαζί του: δεν το περίμενε αυτό από το θεραπευτή της. Ιδού το  τραύμα του Εγώ της το αιμορραγικό ναρκισσιστικό πλήγμα και η προσήκουσα ρήξη.
 
Κλινικό παράδειγμα 3. Άνδρας νέος, σε φυσική αποκατάσταση μετά από τροχαίο ατύχημα (κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις) που οδήγησαν σε  μόνιμες γνωστικές διαταραχές και κινητική αναπηρία. Η μητέρα του ερχόταν στον ψυχολόγο στον ψυχολόγο του Κέντρου αποκατάστασης: «Κουραστήκαμε πια εδώ, στην κλινική. Εξαντλήθηκε η υπομονή μας. Περιμένουμε πώς και πώς να περάσει ο καιρός, ο Δημήτρης να γυρίσει πάλι στο γυμναστήριο του, στις δουλειές του, να συνεχίσει τη ζωή του όπως πριν». Η μητέρα διαψεύδει το γεγονός της μόνιμης απώλειας της υγείας και σωματικής ακεραιότητας (ακρωτηριασμός) του γιού της.
 
Κλινικό παράδειγμα 4. Άνδρας νέος, πρώτος χρόνος ανάλυσης. Ερχόταν αξύριστος για ένα διάστημα. Μετέδωσε:: «Τι γίνεται, έρχομαι εδώ μερικούς μήνες τώρα και φτάνω να έχω μεγαλύτερη κατάθλιψη τώραΔεν ξέρω πως γίνεται, τι συμβαίνει στη θεραπεία… μήπως κάποιος άλλος τρόπος θα μπορούσε να βοηθήσει;». Η εμβάθυνση στη σχέση με τον αναλυτή του τον αναστάτωνε. Ο αναλυτής έγινε  ο απομυθοποιητής του (απώλεια των αυταπατών του). Η σχέση μαζί του είναι καινούργια και αυτό τον γεμίζει μελαγχολία στη διάρκεια της ανάλυσης (κατάσταση αναμενόμενη και φυσιολογική σε διάφορες φάσεις της ανάλυσης).
 
Κλινικό παράδειγμα 5. Γυναίκα σε θεραπεία η οποία είχε μια ανάμνηση από την παιδική ηλικία: ήταν μαθήτρια δημοτικού και ο πατέρας της τσακώθηκε με κάποιον οδηγό. Η ίδια «τρόμαξε» και «πάγωσε», όπως είχε πεί. Ακινητοποιήθηκε από το φόβο της απώλειας του αντικειμένου, του πατέρα (αντικείμενο ανακλιτικό ή ναρκισσιστικό ή επιθυμίας). «Μαρμάρωσε»…
 
Κλινικό παράδειγμα 6. Νεαρός ψυχωσικός (μανία) σε θεραπεία: «Ξέρετε παίζω ποδόσφαιρο, όπως σας έχω πει. Την εποχή που αρρώστησα (ενδογενής κατάθλιψη), λίγο πριν, είχα κάνει μια υπέροχη εμφάνιση, σαν να ήμουν επαγγελματίας». Γιατί παλινδρομεί (αρρωσταίνει) μετά από μια επιτυχία του; Η υπέροχη εμφάνιση στο ποδόσφαιρο προφανώς στα πλαίσια μιας υπομανιακής φάσης, υπέκρυπτε μελαγχολία: σαν άμυνα, για να καμουφλάρει το ψυχωσικό (το  μελαγχολικό)
 
Κλινικό παράδειγμα 7. Νεαρός σε ανάλυση (πρώτος χρόνος): «…Πέθανε ο πατέρας ενός φίλου μου και συμμετείχα σε όλη τη διαδικασία για την οργάνωση της κηδείας… όμως δεν πήγα στην κηδεία την Πέμπτη…», «Έβλεπα στην τηλεόραση κάτι ορειβάτες… σκεφτόμουν πόσο δυνατοί είναι, δεν έχουν τα προβλήματα που έχω εγώ», «…Στη δουλειά (εργάζεται με τον πατέρα του) δεν μπορώ ακόμα να έχω ζήλο. Σκέφτομαι ότι τώρα δεν μπορώ να κάνω άλλη δουλειά… Δεν θα μπορούσα ίσως κάτι άλλο» Προβληματική της σχέσης με τον πατέρα. Οι ορειβάτες με τη δύναμη τους συμβολίζουν τη  δύναμη του πατέρα (έχει επανειλημμένως αναφερθεί σ’ αυτήν έμμεσα ή άμεσα:  από τη μία θέλει να «ξεφορτωθεί» τον πατέρα του και από την άλλη δεν μπορεί. Λέει ότι δεν μπορεί να κάνει άλλη δουλειά. Για να μπορέσει να την κάνει, πρέπει να «ξεφορτωθεί» τον πατέρα,  να πενθήσει και να προχωρήσει μόνος του, κάτι που δεν γίνεται ακόμα.  Αποχωρισμός και πένθος πάνε μαζί. Ο ασθενής δεν πήγε στην κηδεία του πατέρα του φίλου του στο μέτρο κατά το οποίο  ο ίδιος δεν έχει πενθήσει τον δικό του πατέρα.                   
 
Κλινικό παράδειγμα 8. Ασθενής παχύσαρκη, μεσήλικη σε θεραπεία. Την ξεκίνησε  σε φάση χωρισμού με το σύζυγο της. Σε κάποια από τις πρώτες συνεδρίες περιέγραφε πώς έκοβε με το ψαλίδι τις φωτογραφίες του άνδρα της. Πρόκειται για αδυναμία πένθους: να πετάξω τα πράγματα έξω, να τα παγώσω, να τα καταστείλω.
 
Η εσωτερική αντιπαράθεση του μελαγχολικού σταματά, όταν από μόνη της σταματήσει η μανία κατά του χαμένου αντικειμένου ή όταν το υποκείμενο εγκαταλείψει το αντικείμενο απαξιωτικά.
 
Η Ποταμιάνου (1999) βλέπει στην μελαγχολία ένα Εγώ παραμορφωμένο από ένα ναυάγιο σχέσεων, ένα Εγώ το οποίο εξαντλείται από την οδύνη, πνίγεται στον πόνο και κλείνεται στη σιωπή των αποτυχιών του.

Tο καραβάνι

Τότε, ο καλύτερός του φίλος, καμιά φορά και ο ίδιος ο σύντροφος, θα πρέπει να πει σ’ εκείνον που δεν θέλει να το πάρει απόφαση:

«Έχω κάτι δυσάρεστο να σου πω… Λυπάμαι, τέλειωσαν όλα.»
«Και τώρα;» θα ρωτήσει εκείνος.
«Δεν ξέρω. Σε πονάει, σίγουρα, αλλά θα το ξεπεράσεις.»

Κι εγώ προσθέτω: σου εγγυώμαι ότι μπορείς ν’ αντέξεις αυτό που ακολουθεί.
Αν δεν αγκιστρωθείς πάνω στον άλλον, θα το ξεπεράσεις το πένθος.
Αν δεν επιχειρήσεις να τον κρατήσεις, θα επιβιώσεις μετά την απώλεια.
Εκτός αν πιστεύεις ότι εξαιτίας του σίγουρα θα πεθάνεις.

Λένε πως ήταν ένα καραβάνι στην έρημο.
Μόλις πέφτει η νύχτα σταματάει το καραβάνι.
Ο μικρός που φροντίζει τις καμήλες πλησιάζει τον οδηγό του καραβανιού και του λέει:
«Έχουμε ένα πρόβλημα. Οι καμήλες είναι 20, και έχουμε 19 σκοινιά. Τι να κάνω;» Αυτός του απαντάει:

Κοίτα, οι καμήλες δεν είναι και πολύ έξυπνες, είναι μάλλον κουτές. Θα πας λοιπόν δίπλα στην καμήλα που περισσεύει και θα κάνεις ότι τη δένεις. Αυτή θα νομίζει ότι την έχεις δέσει και θα κάθεται φρόνιμα.»

Λίγο δύσπιστος ο μικρός, πάει όμως και κάνει ότι τη δένει, και πραγματικά η καμήλα μένει εκεί, ακίνητη, σαν να ήταν στ’ αλήθεια δεμένη. Σηκώνονται το άλλο πρωί, ο οδηγός μετράει τις καμήλες, και είναι είκοσι. Είναι όλες εκεί. Φορτώνουν οι έμποροι τα πράγματά τους και το καραβάνι ξαναπαίρνει τον δρόμο του. Οι καμήλες προχωρούν στη σειρά και πάνε για την πόλη. Όλες, εκτός από μία που έμεινε πίσω.

«Αρχηγέ, είναι μία καμήλα που δεν ακολουθεί το καραβάνι. Έχει μείνει πίσω.» «Είναι εκείνη που δεν έδεσες χθες γιατί δεν είχες σκοινί;»
 «Ναι. Πώς το ξέρεις;»
«Δεν έχει σημασία. Πήγαινε και κάνε ότι τη λύνεις. Δεν ακολούθησε τις άλλες επειδή νόμιζε ότι είναι δεμένη, και εξακολουθεί να πιστεύει ότι είναι δεμένη, κι έτσι δεν πρόκειται να ξεκινήσει ποτέ.»

Ποιός πραγματικά είσαι;

Ποιός πραγματικά είσαι;
Ανεξάρτητα από το τι λες ή κάνεις ή ποιο πρόσωπο δείχνεις στον κόσμο, η νοητική συναισθηματική σου κατάσταση δεν μπορεί να κρυφτεί. Κάθε άνθρωπος εκπέμπει ένα ενεργειακό πεδίο που αντιστοιχεί στην εσωτερική του κατάσταση και οι περισσότεροι άνθρωποι μπορούν να το αισθανθούν, παρόλο που μπορεί να νοιώθουν την απορροή της ενέργειας κάποιου άλλου μόνο υποσυνείδητα. Δηλαδή, δεν ξέρουν ότι τη νοιώθουν, κι όμως καθορίζει σε μεγάλο βαθμό το πως αισθάνονται για αυτόν τον άνθρωπο και πως αντιδρούν σε αυτόν. Μερικοί άνθρωποι την νοιώθουν πιο καθαρά όταν συναντούν κάποιον για πρώτη φορά, ακόμα και πριν ανταλλάξουν λέξη. Λίγο αργότερα, όμως, οι λέξεις παίρνουν τα ηνία στη σχέση και μαζί με τις λέξεις, έρχονται και οι ρόλοι που παίζουν οι περισσότεροι άνθρωποι. Η προσοχή μετακινείται τότε στη σφαίρα του νου και η ικανότητα να αισθανόμαστε το ενεργειακό πεδίο του άλλου μειώνεται σε μεγάλο βαθμό. Παρ΄όλα αυτά, εξακολουθεί να είναι αισθητό σε ασυνείδητο επίπεδο.

Ο κόσμος φροντίζει πάντα να μην μπορείς να κοροϊδεύεις για πολύ καιρό τον εαυτό σου σχετικά με το ποιός πιστεύεις πραγματικά πως είσαι, δείχνοντάς σου τι είναι αληθινά σημαντικό για σένα. Το πως αντιδράς σε ανθρώπους και καταστάσεις, ιδιαίτερα όταν εμφανίζονται προκλήσεις, είναι ο καλύτερος δείκτης για το πόσο βαθιά γνωρίζεις τον εαυτό σου.

Όσο πιο περιορισμένη, όσο πιο στενά εγωική είναι η άποψη που έχεις για τον εαυτό σου, τόσο περισσότερο θα βλέπεις, θα επικεντρώνεσαι και θα αντιδράς στους εγωικούς περιορισμούς, στη μη συνειδητότητα των άλλων. Τα “ελαττώματά” τους, ή αυτά που αντιλαμβάνεσαι ως ελαττώματά τους, γίνονται για σένα η ταυτότητά τους. Αυτό σημαίνει ότι θα βλέπεις μόνο το Εγώ σ΄αυτούς και θα ισχυροποιείς έτσι το Εγώ σ΄εσένα. Αντί να κοιτάζεις “μέσα” από το Εγώ των άλλων, κοιτάζεις “το” Εγώ. Ποιός κοιτάζει το Εγώ; Το Εγώ μέσα σε σένα.

Οι άνθρωποι με μεγάλη έλλειψη συνειδητότητας βιώνουν το δικό τους Εγώ μέσω της αντανάκλασής του σε άλλους. Όταν συνειδητοποιήσεις ότι αυτό στο οποίο αντιδράς στους άλλους υπάρχει και σ΄εσένα (και μερικές φορές ΜΟΝΟ σ΄εσένα ), αρχίζεις να αποκτάς επίγνωση του δικού σου Εγώ. Σ΄αυτό το στάδιο, μπορεί να συνειδητοποιήσεις επίσης ότι έκανες σε άλλους αυτό που νόμιζες ότι οι άλλοι κάνουν σ΄εσένα. Παύεις να βλέπεις τον εαυτό σου σαν θύμα.

Δεν είσαι το Εγώ, επομένως, όταν αποκτάς επίγνωση του Εγώ μέσα σου, αυτό δεν σημαίνει ότι γνωρίζεις ποιός είσαι – σημαίνει ότι γνωρίζεις ποιός ΔΕΝ είσαι. Όμως, μέσω της γνώσης, του ποιός ΔΕΝ είσαι, εξαλείφεται το μεγαλύτερο εμπόδιο για την αληθινή γνώση του εαυτού σου.

Κανείς δεν μπορεί να σου πει ποιός είσαι. Θα ήταν απλώς άλλη μια έννοια, επομένως, δεν θα σε άλλαζε. Το ποιός είσαι δε χρειάζεται κάποια πεποίθηση. Μάλιστα, κάθε πεποίθηση είναι εμπόδιο. Δε χρειάζεται καν τη συνειδητοποίησή του, αφού, είσαι ήδη αυτός που είσαι. Όμως, χωρίς συνειδητοποίηση, το ποιος είσαι δεν ακτινοβολεί τη λάμψη του μέσα σ΄αυτόν τον κόσμο. Είσαι τότε σαν ένα φαινομενικά φτωχό άνθρωπο που δε γνωρίζει ότι έχει ένα τραπεζικό λογαριασμό με 100 εκατομμύρια ευρώ, κι έτσι ο πλούτος του παραμένει ένα ανέκφραστο δυναμικό.

Eckhart Tolle, Για Μια Νέα Ζωή

Ο μύθος της αρπαγής της Περσεφόνης

«Η ζωή πώς θνήσκεις; πώς και τάφω οικείς; του θανάτου το βασίλειον λύεις δε και του Άδου τους νεκρούς εξανιστάς.»

Στην ελληνική μυθολογία ένας μύθος που κρύβει μήνυμα αντίστοιχο με τη σημερινή μέρα είναι ο μύθος της αρπαγής της Περσεφόνης.

Ο αποσυμβολισμός του μύθου οδηγεί σε βαθύ εσωτερικό νόημα που τον καθιστά έναν από τους πιο σημαντικούς μύθους της ελληνικής μυθολογίας και θεολογίας, καθώς κρύβει το πιο σημαντικό μυστικό: της γέννησης, του θανάτου, της επανενσάρκωσης και της αθανασίας της ψυχής.

Η Περσεφόνη είχε διπλή ονομασία, όπως ήταν και η ζωή της διχοτομημένη. Λεγόταν «Κόρη» ως ανύπανδρη και αγνή κοντά στη μάνα της και ήταν θεότητα της νεαρής βλάστησης.

«Περσεφόνη» ονομαζόταν μετά το γάμο της με τον Άδη, ως βασίλισσα του Κάτω Κόσμου, όπου ακόμα και ο χαρακτήρας της διέφερε. Ονομαζόταν δε και Φερρέφατη.

Ο ελληνικός μύθος της αρπαγής της Περσεφόνης έχει και φιλοσοφικές προεκτάσεις. Αποκαλύπτει το μυστήριο της ζωής και του θανάτου και το γεγονός ότι ο θάνατος δεν είναι για τους μυημένους αφανισμός, αντίθετα, προοιωνίζει αναγέννηση σε υψηλότερο επίπεδο.

Η Περσεφόνη είναι η ψυχή και η ιστορία της ήταν για τους μυούμενους στα μυστήρια η καταπληκτική αποκάλυψη, η αθανασία της.

Η ζωή, η ενσάρκωση ήταν μια δοκιμασία, για εξαγνισμό της ψυχής.

Στο συμβολικό μύθο της Δήμητρας και της Κόρης παριστάνεται η ιστορία της ψυχής που εναλλάσσεται μεταξύ του ΄Αδη που είναι η κάθοδος στο γήινο επίπεδο – ενσάρκωση, ενώ η επάνοδος στη μάνα της είναι η επιστροφή στο φως που είναι το πνευματικό επίπεδο. Με τελευταίο στόχο τη θέση πλάι στον πατέρα της μετά το κλείσιμο του κύκλου των ενσαρκώσεων.

Ήδη από τον Όμηρο έχουμε δύο υποστάσεις για τον Άδη: τον υποχθόνιο και τον ουράνιο που βρίσκεται πέρα από τις πύλες του Ήλιου.

Ο Πλάτωνας εμπνεόμενος από τις ορφικές ιδέες, τις προσαρμόζει στο δικό του φιλοσοφικό σύστημα, χρησιμοποιώντας την ορολογία των μυστηρίων: Συνιστά καθαρμό του σώματος στη διάρκεια της ζωής, προκειμένου να κερδίσει κανείς γνώση κατά τη στιγμή του θανάτου, όταν η θεότητα μας ελευθερώνει από τα δεσμά του σώματος (Φαίδων 67Α).

Η έσχατη κάθαρση είναι η απελευθέρωση της ψυχής από το σώμα. Τελικά, όμως, η απελευθέρωση αυτή (λύση) δεν συνδέεται μόνο με το θάνατο, αλλά και με τη φιλοσοφία (67D, 82D). Η φιλοσοφική μύηση ισοδυναμεί με την τελετουργική.

Ο Πλάτωνας βεβαιώνει ότι το τέλος της μύησης ήταν η αποκατάσταση της ψυχής στην κατάσταση εκείνη « εκ της οποίας κατέπεσεν, εις την εκ γενετής έδραν της τελειοποιήσεώς της ». Αναφέρει επίσης ότι σκοπός των Μυστηρίων ήταν να φέρει τις ψυχές των ανθρώπων σε επικοινωνία κι ένωση με το θεό.

Συνεπώς, οι μύστες γνώριζαν εμπειρικά ότι μέσα τους κατοικεί το Αιώνιο Πνεύμα, η Αθάνατη Ψυχή. Οι Πυθαγόρειοι έδιναν τον εξής λακωνικότατο ορισμό : « Άνθρωπος εστί Ψυχή χρωμένη, αθάνατος αθανάτω ». Επομένως η δύναμη του θανάτου, που σαρώνει τις υλικές μορφές, δεν μπορεί να τους νικήσει.

Θανάτω θάνατον πατήσας!

Οι αναστημένοι θεοί άλλων παραδόσεων

Ποιοι επέστρεψαν από τον άλλο κόσμο

Είναι γεγονός ότι ο θάνατος απασχόλησε την ανθρωπότητα από τις πρώτες στιγμές που συνειδητοποίησε τον εαυτό της.

Δεν είναι εξάλλου καθόλου τυχαίο το γεγονός ότι το παλιότερο σωζόμενο γραπτό μνημείο του ανθρώπινου πολιτισμού, το πανάρχαιο Έπος του Γκιλγκαμές, περιστρέφεται γύρω από το οντολογικό ερώτημα γιατί υπάρχει ο θάνατος.

Δεν αποτελεί λοιπόν έκπληξη γιατί ο άνθρωπος μετέφερε τη συζήτηση για τα της ζωής και τα μετά της ζωής στις λατρευτικές του πίστεις, καθώς η οργανωμένη θρησκεία ήρθε τώρα να απαντήσει στην προαιώνια αυτή ανθρώπινη περιέργεια.

Καθώς διανύουμε λοιπόν τη ''Μεγάλη Εβδομάδα'' και τα ''Πάθη του Χριστού'' ξεδιπλώνονται μπροστά μας, ώρα να ρίξουμε μια ματιά σε θεϊκές οντότητες που επέστρεψαν από την άλλη πλευρά του ποταμού της ζωής, αν και η παγκόσμια μυθολογία βρίθει από τέτοια παραδείγματα.

Το μοτίβο του θεού που πεθαίνει και επιστρέφει στη ζωή επαναλαμβάνεται διαρκώς σε ολότελα διαφορετικά πολιτισμικά και θρησκευτικά περιβάλλοντα, από τον ευρωπαϊκό Βορρά και τη Μέση Ανατολή μέχρι και τις εσχατιές της Αμερικής.

Η ανάσταση του θεού ενέχει συχνά τόσο κυριολεκτική όσο και συμβολική χροιά και τα αναρίθμητα ιστορικά παραδείγματα συνεχίζουν να επιβεβαιώνουν τη σαγήνη που ασκούσε και συνεχίζει να ασκεί ο θάνατος στον άνθρωπο.

Από τις λεγόμενες αβραμικές θρησκείες και τις παγανιστικές και νεοπαγανιστικές θρησκευτικές παραδόσεις μέχρι και τις λατρείες της Ανατολής και του Νέου Κόσμου, η ανάσταση του νεκρού θεού έρχεται και επανέρχεται, με την ίδια δυναμική που επιμένει να έρχεται και να επανέρχεται στον νου του ανθρώπου ο θάνατος…

Όσιρις

Ο ταπεινός θεός της Φύσης αρχικά στο αιγυπτιακό θεϊκό στερέωμα αναδείχθηκε σε μια από τις σημαντικότερες θεότητες του αιγυπτιακού σύμπαντος όταν άρχισε να διαφεντεύει τη βλάστηση, ακολουθώντας την πορεία της καλλιέργειας: ο Όσιρις πέθαινε κατά τον θερισμό και αναγεννιόταν με τη σπορά. Κι έτσι μετατράπηκε σε «Κύριο του Κάτω Κόσμου» και «Άρχοντα των Νεκρών».

Οι αναρίθμητοι αιγυπτιακοί μύθοι για την καταγωγή του Όσιρι κάνουν όλοι λόγο για τις περιπέτειές του στις δύο όχθες της ζωής και στον δρόμο προς τη θεοποίησή του πέθανε και αναγεννήθηκε τουλάχιστον δύο φορές. Είναι γνωστές από τον Πλούταρχο και τον Διόδωρο τον Σικελιώτη οι μυθολογικές εκδοχές για την επαναφορά του στη ζωή. Στην πρώτη περίπτωση, ο Όσιρις δολοφονήθηκε από τον ζηλιάρη αδερφό του Σεθ και το πτώμα του εναποτέθηκε στον Νείλο. Η αδερφή και σύζυγός του Ίσιδα περιμάζεψε τη σορό και με τη βοήθεια μαγικών τελετουργικών τον επανάφερε στη ζωή. Ο Όσιρις όμως πέθανε λίγο αργότερα και ήταν πάλι ο Σεθ υπαίτιος: αυτή τη φορά διαμέλισε το σώμα του και διασκόρπισε τα κομμάτια του στις τέσσερις γωνιές της οικουμένης.

Η Ίσιδα περιμάζεψε με κόπο τα απομεινάρια του για να τα ενταφιάσει παραδοσιακά και οι αιγύπτιοι θεοί αναγνωρίζοντας την αφοσίωσή της τον επανέφεραν από τον κόσμο των νεκρών, θεοποιώντας τον αυτή τη φορά. Πλέον ήταν ο Θεός των Νεκρών και με την ιδιότητα αυτή αναρριχήθηκε μέχρι τις πρώτες θέσεις του αιγυπτιακού πανθέου…

Διόνυσος

Δεν ήταν λίγοι οι μελετητές που έσπευσαν να αναγνωρίσουν αναλογίες μεταξύ Όσιρι και θεοτήτων του ελληνικού Δωδεκάθεου, φτάνοντας να τον εξομοιώσουν τελικά με τον Διόνυσο. Παρά το γεγονός ότι υπάρχουν διάφοροι μύθοι για το πώς απέκτησε ο θεός την επωνυμία «δισσότοκος» και για το πόσο λυσσαλέα τον κυνήγησε η πάντοτε ζηλιάρα Ήρα, ο δημοφιλέστερος παραμένει αυτός που θέλει τον Δία να θαμπώνεται από την ομορφιά της παρθένας κόρης του Κάδμου, Σεμέλης, και να ενώνεται μαζί της. Καρπός του έρωτά τους ήταν ο Διόνυσος.

Έξαλλη από τη ζήλεια της και θέλοντας να τους εκδικηθεί, η Ήρα εμφανίζεται στη Σεμέλη και την πείθει να ζητήσει από τον Δία να εμφανιστεί μπροστά της με τη θεϊκή μορφή του, ως απόδειξη της αγάπης του. Όταν λοιπόν εμφανίστηκε μπροστά της ο Ζευς σε όλο του το θεϊκό μεγαλείο, η θνητή Σεμέλη δεν άντεξε τη λάμψη των κεραυνών και των βροντών που έφευγαν από τα χέρια του. Την τύλιξαν οι φλόγες, αν και ο Δίας πρόλαβε και έσωσε το παιδί που είχε στα σπλάχνα της, ράβοντάς το τώρα στον μηρό του.

Έπειτα από εννιά μήνες, ο Διόνυσος ξαναγεννήθηκε από το πόδι του πατέρα του, κάτι που έφερε τα παρατσούκλια «μηρορραφής», «διμήτωρ» και «δισσότοκος»! Σύμφωνα με την άλλη εκδοχή, η Ήρα ξαπέστειλε τους Τιτάνες να τον σκοτώσουν. Αυτοί τον έκοψαν κομμάτια και τον έφαγαν, αφήνοντας μόνο την καρδιά του. Έπειτα ο Δίας τον ανέστησε κυοφορώντας τον στον μηρό του. Ο μύθος του θανάτου και της ανάστασης συνδέθηκε και στο ελληνικό πάνθεο με τη βλάστηση και την καρποφορία και ο Διόνυσος έμεινε τελικά γνωστός ως θεός του οίνου και της αμπέλου…

Άδωνις

Στις παραδόσεις των λαών της Ανατολικής Μεσογείου υπάρχουν τουλάχιστον μια ντουζίνα θεοί που βιώνουν το δράμα του θανάτου αλλά και τη λύτρωση της ανάστασης. Πλατιά διαδεδομένη στη Φοινίκη και την Ασία, αιώνες πριν από τη γέννηση του Ιησού, ήταν η λατρεία του θεού Άδωνι, ενός σημιτικού θεού δηλαδή που έγινε δεκτός από τους Έλληνες από πολύ νωρίς, ήδη από τις αρχές του 7ου αιώνα π.Χ. Σύμφωνα με τη μυθολογία, ο Άδωνις υπήρξε καρπός μιας άνομης συνεύρεσης πατέρα και κόρης (του Κινύρα και της Αμαζόνας Σμύρνας), γεννήθηκε όμως τόσο ωραίος ώστε η ίδια η Αφροδίτη, που προκάλεσε την ειδεχθή αιμομιξία, τον ερωτεύτηκε παράφορα.

Έδωσε έτσι το βρέφος στην Περσεφόνη να το μεγαλώσει στο βασίλειο του Άδη και ο Άδωνης έγινε αργότερα ένας πανέμορφος άντρας. Τόσο η Περσεφόνη όσο και η Αφροδίτη τον ερωτεύτηκαν και τη θεϊκή διαμάχη ανέλαβε να λύσει ο Δίας, ο οποίος κατέληξε τελικά ότι ο Άδωνις το ένα τρίτο του χρόνου του θα το περνούσε με την Περσεφόνη, το άλλο τρίτο με την Αφροδίτη και το υπόλοιπο του χρόνου όπου εκείνος ήθελε. Κάθε φορά που κατέβαινε ο Άδωνις στον κάτω κόσμο, η φύση πάγωνε και τα λουλούδια μαραίνονταν, καθώς η κάθοδος του Άδωνι στο βασίλειο του Άδη συμβόλιζε τον χειμώνα.

Όμως ο Άρης καραδοκούσε. Αιώνια ερωτευμένος με την Αφροδίτη, θέλησε να βγάλει τον Άδωνι από τη μέση, στέλνοντάς τον οριστικά στο σκοτεινό βασίλειο του κάτω κόσμου. Έτσι μια μέρα που ο Άδωνις είχε πάει για κυνήγι, ο Άρης μεταμορφώθηκε σε αγριογούρουνο και τον σκότωσε. Προς τιμή του Άδωνι, εορταζόταν τα Αδώνια, με συμμετοχή αποκλειστικά γυναικών, που πενθηφορούσαν και τελούσαν «πάντα τα εις κηδείας καθιερωμένα». Οι γυναίκες θρηνούσαν γοερά και κόπτονταν για τον θανόντα θεό και την επόμενη μέρα γιόρταζαν την ανάστασή του…

Όντιν

Το βαρύ πυροβολικό του βορειοευρωπαϊκού παγανισμού δεν ήταν άλλο από τον πατέρα των τοπικών θεών, τον φοβερό Όντιν. Η σκανδιναβική μυθολογία προέρχεται από τα αρχαία γερμανικά φύλα, τα οποία μετανάστευαν επί αιώνες στον Βορρά και μετέφεραν εκεί τη λατρεία του Θορ, του Όντιν, του Τιρ, της Φρέγια και των άλλων μελών του αρχαίου τευτονικού πανθέου. Κορυφαίος όλων ήταν ο θεός Οντιν, ο οποίος δεν δίστασε να θυσιάσει ένα από τα μάτια του για να λάβει ως αντάλλαγμα την απόλυτη σοφία.

Ο πατέρας όλων των θεών των Βίκινγκ, μια συναρπαστική και πολύπλευρη φιγούρα που λειτουργούσε ως σαμάνος θεραπευτής όταν δεν ήταν θεός του πολέμου, της μάχης, του θανάτου, αλλά και της ποίησης, της μουσικής, της προφητείας και της μαγείας, κατέβαινε στο πεδίο της μάχης πάνω στο άλογό του με τα οκτώ πόδια, έχοντας τα κοράκια Σκέψη και Μνήμη πάντα στους ώμους του. Το μάτι δεν ήταν όμως το μόνο που θυσίασε ο Όντιν στην οδύσσειά του για την απόλυτη γνώση και το δώρο της προφητείας, καθώς σύντομα θα ακολουθούσε και η ίδια του η ζωή.

Σύμφωνα με την ισλανδική μυθολογία, ο Όντιν κρεμάστηκε πάνω στο Δέντρο της Ζωής (όπου και παρέμεινε για εννιά μέρες) και τρυπήθηκε στα πλευρά με λόγχη ώστε να αποκτήσει για λογαριασμό θεών και ανθρώπων τη γνώση των ρούνων και του κόσμου των νεκρών, αλλά και την ικανότητα να προφητεύει το μέλλον. Μετά την αυτοθυσία του, ο Όντιν επέστρεψε στον κόσμο των ανθρώπων πιο δυνατός από ποτέ…

Γκανέσα

Ο Γκανέσα, εξαιτίας της ελεφαντίσιας κεφαλής του, παραμένει ένας από τους πλέον αναγνωρίσιμους θεούς του ινδουισμού. Τόσο οι πανάρχαιες ρίζες της θρησκείας όσο και ο μεγάλος αριθμός των παραδόσεων μάς έχουν κληροδοτήσει μια μεγάλη ποικιλία από ιστορίες που εξηγούν πώς απέκτησε αυτό το μάλλον ανορθόδοξο κεφάλι. Κατά μια εκδοχή, ο Γκανέσα ήταν γιος του Σίβα και της Παρβάτι και η μητέρα του τον είχε βάλει να φυλάει τα ιδιαίτερα διαμερίσματά της. Μια μέρα, ο Σίβα επιχείρησε να μπει στην κρεβατοκάμαρα της Παρβάτι και συνάντησε την αντίθετη γνώμη του Γκανέσα, γι’ αυτό και του έκοψε με μια κίνηση το κεφάλι.

Η μητέρα του ενοχλήθηκε φυσικά από το τραγικό γεγονός, οπότε ο Σίβα υποχρεώθηκε να αντισταθμίσει τον βιαστικό αποκεφαλισμό του Γκανέσα επαναφέροντάς τον από τον κόσμο των νεκρών. Κατά τη διάρκεια της ανάστασης όμως ο Σίβα σκέφτηκε να δώσει στον νεκρό ακόμα Γκανέσα το κεφάλι ελέφαντα, πιθανότατα για να τον κάνει λιγότερο όμορφο. Γι’ αυτό και είναι ο θεός της σοφίας, των τεχνών, των γραμμάτων και της ευημερίας, αλλά όχι και του κάλλους…

Λεμινκάικεν

Ο κοκκινοτρίχης θεός του φινλανδικού παγανισμού ήταν ένας λαϊκός ήρωας που επιδόθηκε σε μια προσωπική οδύσσεια, μια αποστολή δηλαδή να αιχμαλωτίσει έναν από τους μαύρους κύκνους του ποταμού του κάτω κόσμου. Σκοτώθηκε βέβαια προσπαθώντας και η σορός του βυθίστηκε στο νερό, παρασύρθηκε από το ρεύμα και χάθηκε από προσώπου γης. Και σαν να μην έφτανε αυτό, το σώμα του διαμελίστηκε καθώς συγκρουόταν στα βράχια και τα απομεινάρια του διασκορπίστηκαν στις τέσσερις γωνιές του πλανήτη.

Η μητέρα του όμως, που δεν σταμάτησε ποτέ να τον αναζητεί, περιμάζεψε ένα-ένα τα κομμάτια του και τα έραψε κατόπιν, αν και αυτό δεν τον επανέφερε στη ζωή. Γιατί χρειαζόταν γι’ αυτό το ειδικό μέλι των θεών, τη συγκολλητική ουσία που διέθετε τη μαγική δύναμη να επαναφέρει κάποιον στη ζωή. Κι έτσι η χαροκαμένη μάνα, με τη βοήθεια κάποιων θεών, έστειλε μια μέλισσα να κλέψει μια στάλα από το θεϊκό μέλι, το οποίο έκανε τελικά το μαγικό.

Ταμούζ

Η αρχαία σημιτική θεότητα της ευφορίας και της βλάστησης ήταν ένας θεός των Σουμερίων η λατρεία του οποίου γενικεύτηκε στη λεκάνη της Ανατολικής Μεσογείου και περιλήφθηκε στο πάνθεο των Ασσύριων και των Βαβυλώνιων. Ο Ταμούζ ξεκίνησε μάλιστα τη θεϊκή του καριέρα ως κοινός θνητός, αν και βασιλιάς. Τον επέλεξε κάποια στιγμή ως αντικείμενο έρωτα η θεά Ινάννα και από δω ξεκινούν οι περιπέτειές του.

Γιατί, σύμφωνα με το Έπος του Γκιλγκαμές, ό,τι κι αν αγαπούσε η Ιστάρ (η βαβυλωνιακή εκδοχή της Ινάνα, η Αστάρτη), κατέληγε χωρίς πνοή μέσα του και ο Ταμούζ δεν αποτέλεσε εξαίρεση, κι έτσι βρέθηκε πριν καλά-καλά το καταλάβει στον κόσμο των νεκρών. Η Ινάνα μαλάκωσε όμως στις αντιδράσεις της και πήγε να τον σώσει από το βασίλειο του σκότους. Κι έτσι τον επανέφερε στη ζωή και τον έκανε θεό, αν και όχι μια φορά, αλλά πολλές, σε έναν αδιάκοπο κύκλο θανάτου και ανάστασης. Κάθε χρόνο, ο Ταμούζ πέθαινε και η Μέση Ανατολή βυθιζόταν στον καύσωνα και την ξηρασία.

Όταν επέστρεφε η περίοδος των βροχών και οι σπόροι άρχιζαν να βλασταίνουν, αυτό ήταν σημάδι της ανάστασής του. Σύμφωνα με άλλη -επίσης πανάρχαια- παραλλαγή του σουμερικού μύθου, ο Ταμούζ ήταν ο θεός ποιμένας που επέλεξε να κατέβει στον Άδη στη θέση της αγαπημένης του συζύγου, θεάς Ινάνα. Η αδελφή του, Γεστινάνα, δέχτηκε να περνά τον μισό χρόνο στον κάτω κόσμο για λογαριασμό του. Ο μύθος παρουσιάζει πολλές ομοιότητες με την ιστορία του Άδωνι…

Κετζαλκόατλ

Μια από τις κυρίαρχες θεότητες των πολιτισμών της Κεντρικής Αμερικής που παρουσιάζει χτυπητές ομοιότητες με τη χριστιανική ιστορία της ανάστασης είναι ο περίφημος Κετζαλκόατλ, η εικονογραφία του οποίου τον θέλει φτερωτό φίδι, όταν το πανάσχημο και παραμορφωμένο παρουσιαστικό του μεταμορφώθηκε στην τρομακτική αυτή μορφή. Ο θεός των Αζτέκων, των Μάγια (Κουκουλκάν στον πολιτισμό αυτό) και των γειτονικών φυλών του Μεξικού ήταν ο αφέντης των ουρανού και ο δημιουργός των νόμων, αν και είναι η ιδιαίτερη ιστορία του που μας ενδιαφέρει εδώ.

Μεθυσμένος λοιπόν και τυφλωμένος από έρωτα, επιδόθηκε σε σεξουαλικές περιπτύξεις με την αδερφή του και όταν ξεμέθυσε δεν είχε πού να κρυφτεί από την ντροπή του. Κλείστηκε λοιπόν σε μια σαρκοφάγο και ρίχτηκε στο ποτάμι για να πνιγεί, αν και η θεϊκή του φύση δεν κατέθετε εύκολα τα όπλα της ζωής. Κι έτσι ρίχτηκε στην πυρά με όλα του τα υπάρχοντα: οι στάχτες του ανήλθαν στους αιθέρες και έγιναν πουλιά, την ίδια ώρα που η καρδιά του έφτασε στα ανώτερα στρώματα του ουρανού και αποκρυσταλλώθηκε στον Αυγερινό. Έπειτα από τέσσερις μέρες στον κάτω κόσμο, βρήκε τελικά τη θέση του στο πάνθεο των Αζτέκων.

Ο θάνατος και η ανάστασή του συνδέθηκαν με τη μυθολογία της δημιουργίας και καταστροφής του κόσμου στις Τέσσερις (πρώτες) Εποχές, ενώ ήταν ο κύριος άρχοντας της Πέμπτης Εποχής του κόσμου. Σύμφωνα με άλλο μύθο, ο Κετζαλκόατλ κατέβηκε στον κόσμο των νεκρών και μάζεψε τα οστά των ανθρώπων από τις προηγούμενες εποχές δημιουργίας, τα οποία ράντισε με το αίμα του σε μια πράξη ύστατης αυτοθυσίας και έπλασε έτσι τους ανθρώπους της νέας εποχής. Ο ισπανός κατακτητής του Μεξικού Ερνάν Κορτές εκμεταλλεύτηκε τον θρύλο του Κετζαλκόατλ και παρουσιάστηκε στον Μοντεζούμα Β’ ως προσωποποίηση της θεότητας…

Κρίσνα

Η σημαντικότατη ινδουιστική θεότητα, η ίδια η μετενσάρκωση του σπουδαίου Βισνού ή το υπέρτατο ον των ινδουιστών, δεν χρειάζεται ιδιαίτερες συστάσεις. Σύμφωνα με το άλλο ιερό κείμενο της θρησκείας, το έπος Μαχαμπαράτα, η ανθρώπινη ενσάρκωση του Βισνού σε Κρίσνα (που απεικονίζεται συνήθως ως παιδί που παίζει φλάουτο ή νεαρός πρίγκιπας) του έδινε τη δυνατότητα να καταλαβαίνει καλύτερα την ανθρώπινη φύση και να αλληλεπιδρά με τους πιστούς.

Έπειτα από πάμπολλες περιπέτειες, πολέμους και εξερευνητικές αποστολές στις εσχατιές του σύμπαντος, ο Κρίσνα πήγε σε μια θρησκευτική γιορτή και από τις διαμάχες που ξέσπασαν εκεί αναγκάστηκε να αποσυρθεί σε ένα δάσος για διαλογισμό. Την ώρα λοιπόν που συλλογιζόταν στην πλατιά σκιά ενός δέντρου, ένας κυνηγός τον μπέρδεψε με ελάφι και τον τραυμάτισε θανάσιμα με το βέλος του. Ο Κρίσνα πέθανε και το σώμα του κάηκε τελετουργικά, αν και όντας θεός ήταν μόνο η ανθρώπινη φύση του που άφησε την τελευταία της πνοή. Ο άφθαρτος Κρίσνα ανήλθε στους ουρανούς μετά τη θεϊκή του ανάσταση.

Τη στιγμή του θανάτου του μάλιστα ο ουρανός σκοτείνιασε και ο Κρίσνα κατέβηκε στον κάτω κόσμο, αν και την τρίτη μέρα αναστήθηκε και αναλήφθηκε στους ουρανούς. Πολλοί μύθοι και θρύλοι έχουν βαλθεί να απαθανατίσουν τα χρονικά του και δεν συμφωνούν όλοι, όπως η ιστορία που απαθανατίζεται στο ιερό κείμενο του ινδουισμού Μπαγκαβάτ Γκίτα.

Μίθρας

Την ώρα που ο θεός Άττις της Φρυγίας, άλλη μια υπερφυσική οντότητα συνδεδεμένη με τον κύκλο της ζωής και του θανάτου, θα μπορούσε κάλλιστα να περιληφθεί στη λίστα μας καθώς αναστήθηκε την τρίτη μέρα του θανάτου του (είχε σταυρωθεί πάνω σε δέντρο), ο Μίθρας των Περσών του έκλεψε όλη τη δόξα. Γνωστός και ως «παγανιστής Χριστός», ο θεός των Περσών και μεγάλο όνομα του ζωροαστρισμού γενικεύτηκε στη Δύση: η λατρεία του Μίθρα ανήκει στις μυστηριακές λατρείες που αναδύθηκαν κατά την ελληνιστική εποχή ως μια νέα μορφή θρησκευτικότητας, η οποία έμεινε γνωστή ως μιθραϊσμός.

Ο κόσμος της Ανατολής παντρεύτηκε με τον ελληνορωμαϊκό και η οικουμενική γέννηση του Μίθρα ήταν γεγονός, ως θεός πλέον του ουράνιου φωτός, εγγυητής του όρκου, προστάτης της αλήθειας και εχθρός του ψεύδους. Η λατρεία του εξαπλώθηκε στη Μεσόγειο κατά τους πρώτους αιώνες μ.Χ. και ενείχε εντυπωσιακές ομοιότητες με τη χριστιανική ιστορία του Ιησού από τη Ναζαρέτ, όπως η θεία ευχαριστία. Η ελληνιστική και ρωμαϊκή μυστηριακή λατρεία αντλούσε φυσικά στοιχεία από τον περσικό θεό, ο οποίος στα ιερά ζωροαστρικά συγγράμματα ήταν ο Σωτήρας, ο θεός του Ήλιου και το πνεύμα του καλού.

Ο Μίθρας πέθανε και αναστήθηκε την τρίτη ημέρα, την ίδια ώρα που οι αναλογίες του με τον Ναζωραίο παραμένουν αξιοσημείωτες. Ο μιθραϊσμός άκμασε στη Ρώμη και το Βατικανό μάλιστα είναι χτισμένο στα ερείπια αρχαίου μιθραίου. Όσο για την επιγραφή «Αυτός που δεν θα φάει από το σώμα μου ούτε θα πιει από το αίμα μου έτσι ώστε να γίνει ένα με μένα και εγώ με αυτόν, αυτός δεν θα σωθεί», που σώζεται στο Βατικανό, δεν είναι χριστιανική αλλά μιθραϊκή…