Πέμπτη, 23 Μαρτίου 2017

ΡΗΤΟΡΙΚΗ: ΛΥΣΙΑΣ - Κατὰ Διογείτονος (19-23)

[19] Ἀξιῶ τοίνυν, ὦ ἄνδρες δικασταί, τῷ λογισμῷ προσέχειν τὸν νοῦν, ἵνα τοὺς μὲν νεανίσκους διὰ τὸ μέγεθος τῶν συμφορῶν ἐλεήσητε, τοῦτον δ᾽ ἅπασι τοῖς πολίταις ἄξιον ὀργῆς ἡγήσησθε. εἰς τοσαύτην γὰρ ὑποψίαν Διογείτων πάντας ἀνθρώπους πρὸς ἀλλήλους καθίστησιν, ὥστε μήτε ζῶντας μήτε ἀποθνῄσκοντας μηδὲν μᾶλλον τοῖς οἰκειοτάτοις ἢ τοῖς ἐχθίστοις πιστεύειν·

[20] ὃς ἐτόλμησε τῶν μὲν ἔξαρνος γενέσθαι, τὰ δὲ τελευτῶν ὁμολογήσας ἔχειν, εἰς δύο παῖδας καὶ ἀδελφὴν λῆμμα καὶ ἀνάλωμα ἐν ὀκτὼ ἔτεσιν ἑπτὰ τάλαντα ἀργυρίου καὶ τετρακισχιλίας δραχμὰς ἀποδεῖξαι. καὶ εἰς τοῦτο ἦλθεν ἀναισχυντίας, ὥστε οὐκ ἔχων ὅποι τρέψειε τὰ χρήματα, εἰς ὄψον μὲν δυοῖν παιδίοιν καὶ ἀδελφῇ πέντε ὀβολοὺς τῆς ἡμέρας ἐλογίζετο, εἰς ὑποδήματα δὲ καὶ εἰς γναφεῖον [ἱμάτια] καὶ εἰς κουρέως κατὰ μῆνα οὐκ ἦν αὐτῷ οὐδὲ κατ᾽ ἐνιαυτὸν γεγραμμένα, συλλήβδην δὲ παντὸς τοῦ χρόνου πλεῖν ἢ τάλαντον ἀργυρίου.

[21] εἰς δὲ τὸ μνῆμα τοῦ πατρὸς οὐκ ἀναλώσας πέντε καὶ εἴκοσι μνᾶς ἐκ πεντακισχιλίων δραχμῶν, τὸ μὲν ἥμισυ αὑτῷ τίθησι, ‹τὸ δὲ› τούτοις λελόγισται. εἰς Διονύσια τοίνυν, ὦ ἄνδρες δικασταί, (οὐκ ἄτοπον γάρ μοι δοκεῖ καὶ περὶ τούτου μνησθῆναι) ἑκκαίδεκα δραχμῶν ἀπέφηνεν ἐωνημένον ἀρνίον, καὶ τούτων τὰς ὀκτὼ δραχμὰς ἐλογίζετο τοῖς παισίν· ἐφ᾽ ᾧ ἡμεῖς οὐχ ἥκιστα ὠργίσθημεν. οὕτως, ὦ ἄνδρες, ἐν ταῖς μεγάλαις ζημίαις ἐνίοτε οὐχ ἧττον τὰ μικρὰ λυπεῖ τοὺς ἀδικουμένους· λίαν γὰρ φανερὰν τὴν πονηρίαν τῶν ἀδικούντων ἐπιδείκνυσιν.

[22] εἰς τοίνυν τὰς ἄλλας ἑορτὰς καὶ θυσίας ἐλογίσατο αὐτοῖς πλεῖν ἢ τετρακισχιλίας δραχμὰς ἀνηλωμένας, ἕτερά τε παμπληθῆ, ἃ πρὸς τὸ κεφάλαιον συνελογίζετο, ὥσπερ διὰ τοῦτο ἐπίτροπος τῶν παιδίων καταλειφθείς, ἵνα γράμματ᾽ αὐτοῖς ἀντὶ τῶν χρημάτων ἀποδείξειεν καὶ πενεστάτους ἀντὶ πλουσίων ἀποφήνειε, καὶ ἵνα, εἰ μέν τις αὐτοῖς πατρικὸς ἐχθρὸς ἦν, ἐκείνου μὲν ἐπιλάθωνται, τῷ δ᾽ ἐπιτρόπῳ τῶν πατρῴων ἀπεστερημένοι πολεμῶσι.

[23] καίτοι εἰ ἐβούλετο δίκαιος εἶναι περὶ τοὺς παῖδας, ἐξῆν αὐτῷ κατὰ τοὺς νόμους, οἳ κεῖνται περὶ τῶν ὀρφανῶν καὶ τοῖς ἀδυνάτοις τῶν ἐπιτρόπων καὶ τοῖς δυναμένοις, μισθῶσαι τὸν οἶκον ἀπηλλαγμένον πολλῶν πραγμάτων, ἢ γῆν πριάμενον ἐκ τῶν προσιόντων τοὺς παῖδας τρέφειν καὶ ὁπότερα τούτων ἐποίησεν, οὐδενὸς ἂν ἧττον Ἀθηναίων πλούσιοι ἦσαν. νῦν δέ μοι δοκεῖ οὐδεπώποτε διανοηθῆναι ὡς φανερὰν καταστήσων τὴν οὐσίαν, ἀλλ᾽ ὡς αὐτὸς ἕξων τὰ τούτων, ἡγούμενος δεῖν τὴν αὑτοῦ πονηρίαν κληρονόμον εἶναι τῶν τοῦ τεθνεῶτος χρημάτων.

***
[19] Σας καλώ ως εκ τούτου, άνδρες δικαστές, να στρέψετε την προσοχή σας στον απολογισμό του, αφενός για να λυπηθείτε τους νεαρούς για το μέγεθος των συμφορών, αφετέρου για να τον θεωρήσετε άξιο της καθολικής οργής των πολιτών. Γιατί ο Διογείτων έχει οδηγήσει τους πάντες σε τέτοιο σημείο αμοιβαίας καχυποψίας, ώστε ούτε όσο ζουν ούτε την ώρα που πεθαίνουν να εμπιστεύονται περισσότερο τους πιο στενούς συγγενείς από ό,τι τους χειρότερους εχθρούς τους.

[20] Αυτός είχε το θράσος άλλα ποσά να τα αρνηθεί, άλλα να παραδεχτεί τελικά ότι τα έχει, να εμφανίσει όμως για τα δυο αγόρια και την αδερφή τους έσοδα έξοδα για οχτώ χρόνια επτά αργυρά τάλαντα και τέσσερις χιλιάδες δραχμές. Έφτασε μάλιστα σε τέτοιο σημείο αναισχυντίας, ώστε, επειδή δεν είχε πώς να δικαιολογήσει τα χρήματα, χρέωνε για δυο παιδάρια και την αδελφή τους πέντε οβολούς την ημέρα για τη διατροφή τους, ενώ για υποδήματα και για τον καθαρισμό των ρούχων από τον εριουργό και για τον κουρέα δεν είχε καταχωρίσει ποσά κατά μήνα ή κατ᾽ έτος, αλλά αθροιστικά για όλο το διάστημα πάνω από ένα αργυρό τάλαντο.

[21] Για το μνήμα πάλι του πατέρα τους, ενώ δεν είχε ξοδέψει καλά καλά εικοσιπέντε μνες από —υποτίθεται— πέντε χιλιάδες δραχμές, χρέωσε το μισό από το συνολικό ποσό στον εαυτό του, ενώ το άλλο μισό το καταλόγισε σ᾽ αυτούς. Επίσης στα Διονύσια, άνδρες δικαστές —γιατί δεν το θεωρώ υπερβολή να αναφερθώ και σ᾽ αυτό— εμφάνιζε ότι είχε αγοραστεί αρνί έναντι δεκαέξι δραχμών, και τις οκτώ από αυτές τις χρέωνε στα παιδιά. Αυτό μας έκανε έξαλλους. Στις μεγάλες ζημίες βλέπετε, άνδρες, τα μικρά πονάνε κάποτε διόλου λιγότερο. Ο λόγος είναι ότι αποκαλύπτουν περίτρανα την αχρειότητα των αδικοπραγούντων.

[22] Επίσης τους χρέωνε δαπάνη πλέον των τεσσάρων χιλιάδων δραχμών για τις άλλες γιορτές και θυσίες, και ανάλογα για πάμπολλα άλλα, που τα υπολόγιζε έτσι ώστε να συμπληρωθεί το κεφάλαιο, λες και αυτός ήταν ο λόγος που είχε οριστεί επίτροπος, για να τους παρουσιάσει έγγραφα αντί για χρήματα και να τους καταστήσει από πλούσιους πάμπτωχους, και, αν είχαν κάποιο πατρικό εχθρό, εκείνον να τον ξεχάσουν και να ανοίξουν πόλεμο με τον επίτροπο επειδή τους έχει στερήσει την περιουσία του πατέρα τους.

[23] Ωστόσο, αν ήθελε να είναι δίκαιος με τα παιδιά, είχε τη δυνατότητα, σύμφωνα με τους νόμους τους σχετικούς με τα ορφανά, οι οποίοι ισχύουν και για τους επιτρόπους που δεν έχουν άνεση και γι᾽ αυτούς που έχουν, να ενοικιάσει την περιουσία και να απαλλαγεί από πολλούς μπελάδες, ή να αγοράσει κάποια έκταση και από τα έσοδα να μεγαλώνει τα παιδιά. Και είτε το ένα έκανε είτε το άλλο, δεν θα ήταν λιγότερο πλούσιοι από οποιονδήποτε Αθηναίο. Αντίθετα, τώρα μου δίνει την εντύπωση ότι ουδέποτε είχε διανοηθεί να καταστήσει φανερή την περιουσία, αλλά είχε αποφασίσει να κρατήσει ο ίδιος αυτά που τους ανήκουν, πιστεύοντας ότι η δική του αχρειότητα πρέπει να κληρονομήσει την περιουσία του νεκρού.

Η ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ TOΥ ΚΛΕΙΣΘΕΝΗ: ΙΣΟΝΟΜΙΑ

ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΠΤΩΣΗ της τυραννίδας διαμορφώθηκαν δύο πολιτικά ρεύματα: το ένα με αρχηγό τον Κλεισθένη, το άλλο με αρχηγό τον Ισαγόρα. Κατά τις εκλογές του έτους 508/7 π.Χ. πλειοψήφησε το ρεύμα του Ισαγόρα, ο οποίος εξελέγη ’Άρχων. Με τον Ισαγόρα συντάχθηκαν όλοι σχεδόν οι ευπατρίδες, οι οποίοι συμφωνούσαν μαζί του για την εγκαθίδρυση αριστοκρατικού καθεστώτος. Αλλά μόνοι οι αριστοκράτες δεν θα επαρκούσαν για να τον φέ­ρουν στην εξουσία' πρέπει λοιπόν να υπερψηφίσθηκε και από μη ευπατρίδες. Πολλοί αγρότες και λαϊκά στοιχεία της πόλεως, από συμπάθεια προς τον Πεισίστρατο, δεν θα είχαν καλές διαθέσεις για τους Αλκμεωνίδες, που υπήρ­ξαν οι πιο αδιάλλακτοι αντίπαλοι του ίδιου και του Ιππία, ενώ θα ήσαν περισ­σότερο πρόθυμοι να εμπιστευθούν ανθρώπους όπως ο Ισαγόρας, που δεν είχαν συγκρουσθεί με τους τυράννους.
 
Ο Κλεισθένης αντέδρασε προτείνοντας, ως απλός ιδιώτης, κατ’ ευθείαν στο Δήμο σειρά ριζοσπαστικών μεταρρυθμίσεων: διεύρυνση του πολιτικού σώματος, ενίσχυση των αρμοδιοτήτων του Δήμου και της Βουλής, καθώς και μέτρα περιοριστικά της πολιτικής και κοινωνικής επιρροής των ευπατριδών. Φυσικά, οι προτάσεις του Κλεισθένη υπερψηφίσθηκαν από τους θήτες, τους εμπορευομένους, ακόμη και μέσους αγροτικούς ιδιοκτήτες, δηλαδή την πλειοψηφία των πολιτών. Ο Ισαγόρας ζήτησε τη βοήθεια των Σπαρτιατών. Με σπαρτιατικό τελεσίγραφο ο Κλεισθένης και όλοι οι Αλκμεωνίδες ξορίσθηκαν. Επειδή οι αριστοκράτες δεν ένοιωσαν ούτε και τότε ασφαλείς, ήλθε στην Αθήνα ο βασιλέας της Σπάρτης, Κλεομένης, με στρατό. Ο Κλεομένης απαίτησε από επτακόσιες δημοκρατικές οικογένειες να εκπατρισθούν, αλλά προσέκρουσε στην αντίσταση της Βουλής, η οποία τότε έδειξε πόσο έντονα εκπροσωπούσε τη δημοκρατική πλειοψηφία του σώματος των πολιτών. Ο Κλεομένης απαίτησε τη διάλυση της Βουλής, αλλά τα μέλη της δεν υπάκουσαν. Παίρνοντας θάρρος από τη στάση των βουλευτών, ο λαός κινήθηκε εναντίον του σπαρτιατικού εκστρατευτικού σώματος και των οπαδών του Ισαγόρα. Σε δύο ημέρες οι Σπαρτιάτες εγκατέλειψαν το αττικό έδαφος μαζί μ’ ένα μέρος των Αθηναίων που είχαν συνεργασθεί μαζί τους. Όσοι δεν μπόρεσαν να φύγουν πέρασαν από δίκη και θανατώθηκαν. Οι Αλκμεωνίδες και οι άλλες οικογένειες επέστρεψαν από την εξορία και η νομιμότητα αποκαταστάθηκε. Αλλά η Αθήνα διέτρεξε και πάλι κινδύνους από τους Σπαρτιάτες και τους συμμά­χους τους που εισέβαλαν από τα δυτικά, καθώς και από τους Βοιωτούς και τους Χαλκιδείς που καιροφυλακτούσαν από βορρά. Οι Σπαρτιάτες και οι σύμμαχοί τους σταμάτησαν την προέλασή τους, έτσι οι Αθηναίοι διέθεσαν όλες τις δυνάμεις τους με επιτυχία κατά των Βοιωτών και των Χαλκιδέων (506 π.Χ.). Ανάμεσα σε τέτοιους περισπασμούς οι Αθηναίοι έθεταν σ’ εφαρμογή τις μεταρρυθμίσεις που είχαν ψηφίσει το 508/7 και άλλες που ψήφιζαν τώρα. Ώς το 505/4 είχε περατωθεί το ουσιαστικό μέρος του όλου έργου που ολοκληρώθηκε το 501/0 π.Χ. Οι μεταρρυθμίσεις του Κλεισθένη εκτείνονται σε πολλούς τομείς.
 
Ο Κλεισθένης διεύρυνε το πολιτικό σώμα των Αθηναίων εισάγοντας σ’ αυτό ξένους, όπως φαίνεται από τις ακόλουθες δύο ενδείξεις. Η μία από αυτές είναι ένας αθηναϊκός νόμος αρχαιότερος από τον 5ον αιώνα π.Χ., που επέβαλε στις φρατρίες να δεχθούν ως μέλη τους άτομα που χαρακτηρίζονται ὀργεῶνες και επί πλέον όριζε ότι αυτά τα άτομα θα είχαν τα ίδια δικαιώματα με άτομα που χαρακτηρίζονται ὁμογάλακτες (λέξη σύνθετη από ὁμός και γάλα), ή γενῆται (μέλη γένους, ευγενείς). Προφανώς, οι δύο τελευταίοι όροι δήλωναν άτομα που συνδέονταν με συγγένεια. Σ’ αντιδιαστολή, οι ὀργεῶνες δεν είχαν αυτή την ιδιότητα. Η άλλη ένδειξη προσφέρεται από την πληροφορία ότι κατά τους κλασσικούς χρόνους οι φρατρίες περιλάμβαναν θιάσους που είχαν ως συνεκτικό δεσμό μια κοινή λατρεία. Στο συνδυασμό των δύο αυτών ενδείξεων στηρίζεται η εύλογη υπόθεση ότι οι θίασοι ήσαν τεχνητές ομάδες που συγκροτήθηκαν από το κράτος με αποστολή να συνάψουν άτομα χωρίς συγγενικούς δεσμούς και ότι αυτά τα άτομα ήσαν οι λεγόμενοι ὀργεῶνες. Για ποιο λόγο θα έγιναν δεκτοί στις φρατρίες άτομα ξένα προς αυτές; Η απάντηση που δίνεται είναι λογική: πρόκειται για νέους πολίτες, ξένης καταγωγής, ενδεχομένως και μετοίκους, στοιχεία εγκατεστημένα στην Αττική από πολλούς αιώνες, ίσως από την εποχή των μετακινήσεων που σημειώθηκαν στο τέλος της μυκηναϊκής εποχής και αργότερα. Γιατί όμως οι νέοι πολίτες και τα μέλη των οικογενειών τους έπρεπε να ενταχθούν σε φρατρίες; Επειδή οι πολίτες έπρεπε να είναι μέλη της πολιάδας κοινότητας και οι φρατρίες ήσαν οι υποδιαιρέσεις αυτής της κοινότητας. Οι πηγές μας δεν αναφέρουν τον εισηγητή αυτού του νόμου, αλλά υποτίθεται πως ήταν ο Κλεισθένης, επειδή ταιριάζει με το όλο πνεύμα των μεταρρυθμίσεων του Κλεισθένη, και μάλιστα με έναν άλλο νεωτερισμό του, ο οποίος απέβλεπε στην εξάλειψη των ενδείξεων που διαφοροποιούσαν τους πολίτες ως προς την καταγωγή τους, μέτρο που θα μνημονευθεί πιο κάτω. Οι νέοι πολίτες αναφέρονται στις πηγές με το χαρακτηριστικό όνομα νεοπολῖται.
 
Η διεύρυνση του πολιτικού σώματος και η σύγχρονη εισδοχή των νέων πολιτών στις φρατρίες και δι’ αυτών στην πολιάδα κοινότητα συνδέθηκαν από τον Κλεισθένη με δύο άλλες πρωτοτυπίες: την αντικατάσταση των τεσσάρων παραδοσιακών φυλών από δέκα τεχνητές, σ’ επίπεδο ανωτέρων μονάδων και την αντικατάσταση των φρατριών από τους δήμους, στο ρόλο των βασικών μονάδων πλαισιώσεως των πολιτών και διαιρέσεων του πολιτικού σώματος. Οι δήμοι ήσαν δομημένες και αυτοδιοίκητες κοινότητες που ένωναν όχι συγγενείς ή θεωρουμένους συγγενείς, αλλά συντοπίτες. Κάθε πολίτης, παλαιός ή νέος, εγγράφηκε στο ληξιαρχικόν γραμματεῖον του δήμου όπου βρέθηκε να κατοικεί. Ο Κλεισθένης κατένειμε τους δήμους σε τριάντα τριττύες: δέκα στο ἄστυ (Αθήνα, Πειραιά, προάστια), δέκα στην Παραλία (όλα τα παράλια της Αττικής) και δέκα στη Mεσογαία (το εσωτερικό). Καθεμιά από τις νέες φυλές απαρτίσθηκε από τρεις τριττύες, όχι συνεχόμενες γεωγραφικά, αλλά απομακρυσμένες μεταξύ τους αφού βρίσκονταν μια στο ἄστυ άλλη στην Παραλία και άλλη στη Mεσογαία. Ο Κλεισθένης σχημάτισε τις νέες φυλές με αυτόν τον τρόπο, γιατί τις προόρισε να λειτουργούν και ως εκλογικοί σύλλογοι χωρίς τοπικά όρια, έτσι ώστε να περιορίζεται η επίδραση των τοπικών ευγενών και να εξουδετερώνονται τα τοπικά συμφέροντα. Για την ονοματο­θεσία των νέων φυλών ο Κλεισθένης υπέβαλε στο μαντείο των Δελφών έναν κατάλογο εκατό ηρώων της Αττικής και ζήτησε από αυτό να επιλέξει τα δέ­κα. Ο καθένας από τους ήρωες που επέλεξε το μαντείο ορίσθηκε επώνυμος ήρως μιας φυλής. Έτσι οι φυλές πήραν τα ακόλουθα ονόματα με την εξής επί­σημη σειρά: Ἐρεχθηίς, Λίγηίς, Πανδιονίς, Ἀβοντίς, Ἀκαμαντίς, Οἰνηίς, Κεκροπίς, Ἱπποθοωντίς, Αἰαντίς, Ἀντιοχίς. Αυτές οι φυλές είχαν συνέλευση των μελών τους, αιρετούς άρχοντες, έσοδα και έξοδα, αρχεία. Οι τέσσερες παραδοσιακές φυλές και οι φρατρίίς, αποψιλωμένες από τις δικαιοδοσίες και τις αποστολές που είχαν ώς τότε μέσα στον κρατικό μηχανισμό, εξακολούθησαν να λειτουργούν ως κοινωνικά και θρησκευτικά σωματεία. Έτσι προσέγγισαν το χαρακτήρα που είχαν πριν από την ανάπτυξη του κράτους, δηλαδή έγιναν αποκλειστικός χώρος της πολιάδας κοινότητας. Ωστόσο δεν έπαψαν να ελέγχονται από το κράτος και να εγγίζουν κάποιες περιοχές της δράσεώς του. Ως και τον 4ον αιώνα π.Χ. οι ευπατρίδες Φυλοβασιλεῖς θα δικάζουν ως κρατικοί ἄρχο­ντες ζώα ή αντικείμενα που προκάλεσαν το θάνατο ανθρώπου, οι επίσης ευπατρίδες ἐξηγηταί των φυλών θα ερμηνεύουν το ιερό δίκαιο, οι φρατρίες θα στέλνουν στα κρατικά δικαστήρια δέκα μέλη τους, επίσης εκλεγμένα μεταξύ των ευγενών, για να υποστηρίζουν τα συμφέροντα της πλευράς που έπεσε θύμα ανθρωποκτονίας.
 
Επί πλέον του ότι συναπάρτισε από δήμους τις νέες φυλές, ο Κλεισθένης ανέθεσε στους δήμους μόνιμες κρατικές λειτουργίες. Δύο από αυτές, η δοκιμασία των εφήβων κάθε δήμου από τη συνέλευση των δημοτών και η εγγραφή τους στο οικείο ληξιαρχικόν γραμματέων, αποτελούσαν προϋποθέσεις για την απόκτηση της ιδιότητας του Αθηναίου πολίτη. Παράλληλα οι δήμοι ρύθμιζαν τοπικές υποθέσεις τους: σχετικές αποφάσεις λαμβάνονταν από τη συνέλευση των δημοτών και εκτελούνταν από τον Δήμαρχο, αιρετό άρχοντα. Για να επιτελούν τις λειτουργίες τους, οι δήμοι είχαν ιδιαίτερα έσοδα και έξοδα, καθώς και αρχεία.
 
Ως την κλεισθένεια νομοθεσία οι ευγενείς ονομάζονταν με το προσωπικό τους όνομα και με το όνομα του γένους τους: π.χ. Κλεισθένης Μεγακλέους Αλκμεωνίδης. Ο Κλεισθένης όρισε ότι όλοι οι Αθηναίοι θα ονομάζονταν με ενιαίο τρόπο: προσωπικό όνομα, πατρωνύμιο, δημοτικό. Έτσι συγκαλύφθηκαν οι ενδείξεις για το αν ένας πολίτης ήταν από τους παλαιούς ή από τους νέους, αν καταγόταν ή όχι από αριστοκρατική γενιά. Σχετική είναι η μαρτυ­ρία: ὅθεν ἐλέχθη καί τό μή φυλοκρινεῖν πρός τούς ἐξετάζειν τα γένη βουλομένους. Δηλαδή όσοι έψαχναν να βρουν σε ποιο γένος ανήκε κανείς προτρέπονταν να πάψουν να κάνουν διακρίσεις σύμφωνα με την καταγωγή. Δεν ξέρουμε αν αυ­τή η μαρτυρία απηχεί νομικό κείμενο του Κλεισθένη ή ανακλά αντιδράσεις της δημοκρατικής κοινής γνώμης σε περιπτώσεις συνεχίσεως της αριστοκρατικής συνήθειας να αναφέρουν το όνομα του γένους τους ή εμφανίσεως ενδιαφέροντος για την καταγωγή κάποιου πολίτη εκ μέρους άλλου.
 
Οι άλλοι νεωτερισμοί του Κλεισθένη ήσαν θεσμικοί. Ο νομοθέτης έδωσε στο Δήμο το δικαίωμα να αποφασίζει περί πάντων. Επειδή ο Δήμος περιλάμ­βανε ήδη από την εποχή του Σόλωνα όλους τους Αθηναίους, αυτός ο νεωτερισμός του Κλεισθένη έκαμε αυτόματα τη λαϊκή κυριαρχία πραγματικότητα για πρώτη φορά στην Αθήνα και στην ιστορία γενικά. Ως προς την αιρετή Βουλή, ο Κλεισθένης πρόσθεσε δικαιοδοσίες σ’ εκείνες που της είχε αναθέσει ο Σόλων. Κατά τις πηγές μας, ο Κλεισθένης κατέστησε τη Βουλή σύνεργό των ἀρχόντων στη διοίκηση και εποπτεύουσα ἀρχή των λειτουργιών του κράτους. Πολλοί ιστορικοί πιστεύουν ότι ο Κλεισθένης ήταν εκείνος που εγκαινίασε το σύστημα των Πρύτανεων και του Ἐπιστάτου των Πρύτανεων. Ακόμη μετέφερε την ανάδειξη των Βουλευτών από τις παλαιές φυλές στις νέες, όρισε η κάθε νέα φυλή να εκπροσωπείται με 50 βουλευτές, συνακόλουθα αύξησε τον αριθμό των βουλευτών από 400 σε 500. και κατέστησε τους θήτες εκλόγιμους σε τούτο το σώμα. Οι πηγές αποδίδουν στον Κλεισθένη επίσης την ίδρυση της συλλογικής ἀρχῆς των δέκα Στρατηγών, ενός από κάθε φυλή, τον ὀστρακισμό και τον βουλευτικόν ὅρκον. Οι πρώτοι Στρατηγοί εκλέχθηκαν το 501/0 π.Χ. Το ίδιο έτος καθιερώθηκε και. ο βουλευτικός ὅρκος, που δέσμευε τους βουλευτές αφ’ ενός να συντρέχουν με λόγο και με έργα, με την ψήφο τους και με τα χέρια τους στη θανάτωση εκείνων που θα έκαναν απόπειρα να καταλύσουν το πολίτευμα, καθώς και των συνεργών τους και αφ’ ετέρου να τιμούν ως όσιον τον πολίτη που θα σκότωνε τον τύραννο. Ο νόμος περί ὀστρακισμοῦ, που δεν ήταν 7τοινή, αλλά πολιτικό μέτρο ]Αε σκοπό την απομάκρυνση από την πόλη προσώπων υπόπτων για πρόθεση να καταλάβουν την εξουσία παράνομα, εφαρμόσθηκε για πρώτη φορά το 487 π.Χ.
 
Όλοι οι νεωτερισμοί του Κλεισθένη είναι σημαντικοί και μαζί συγκροτούν ένα πρωτότυπο σύνολο. Μερικοί όμως υπήρξαν επαναστατικοί. Ένας από αυτούς, η διεύρυνση του σώματος των πολιτών και της πολιάδας κοινότητας με ξένους αντιστρατευόταν στην τάση της κοινότητας να μένει κλειστή. Αυτή η τάση, που ήταν πολιτισμική, υπερνικήθηκε από μια πολιτική πρόθεση: την ανάγκη για τις μεταρρυθμιστικές δυνάμεις να αποκτήσουν μεγαλύτερα περιθώρια πλειοψηφίας στο Δήμο. Ωστόσο, το μέτρο της διευρύνσεως του πολιτικού σώματος πέραν των ορίων της πολιάδας κοινότητας δεν ήταν πρωτόγνωρο. Επί πλέον, οι παλαιότερες εφαρμογές του είχαν λάβει έκταση πολύ πιο μεγάλη από την έκταση που έδωσε σε τούτο το μέτρο η κλεισθένεια νομοθεσία.
 
Ο Κλεισθένης πρωτοτύπησε σε δύο σημεία: Πρώτον, ενώ εκείνα περιορίζονταν σε προσθήκες νέων φυλών στις προϋφιστάμενες, ο Κλεισθένης δημιούργησε ένα τελείως νέο φυλετικό σύστημα. Δεύτερον, φρόντισε ώστε οι φυλές που συγκρότησε να μην έχουν εδαφική συνοχή. Για ποιο λόγο; Επειδή ανάμεσα στον Σόλωνα και στον Κλεισθένη είχε συσσωρευθεί μια πείρα ογδόντα ετών. Από τη μια μεριά είχε φανεί ότι το πολίτευμα του Σόλωνα δεν εμπόδιζε τους λίγους να επηρεάζουν τους πολλούς, ότι ο λαός δεν εξέλεγε παρά αριστοκράτες, ότι οι εκλεγμένοι ’Άρχοντες μπορούσαν να κατακρατούν την εξουσία με συγκατάθεση ή ανοχή μεγάλου μέρους του λαού και ότι ο Πεισίστρατος έγινε τύραννος με δημαγωγικά μέσα. Από την άλλη μεριά είχε διαπιστωθεί ότι οι ευγενείς και ο Πεισίστρατος επηρέαζαν συγκεκριμένες λαϊκές δυνάμεις καλλιεργώντας πελατειακές σχέσεις και ασκώντας ηθική επιβολή μέσα στα όρια κάποιας περιοχής. Το νέο φυλετικό σύστημα δικαίωσε τις προσδοκίες του δημιουργού του. Εξ άλλου φάνηκε ότι οι νέες φυλές δεν επηρεάζονταν από τοπικά συμφέροντα.
 
Επίσης οι διαφορές μεταξύ των προκλεισθενείων και των κλεισθενείων φυλών εμφανίζουν ριζοσπαστικά στοιχεία. Οι προκλεισθένειες ήσαν «φυσικές», θεωρούνταν ως αιματοσυγγενικές, αποτελούσαν συστατικά στοιχεία της πολιάδας κοινότητας και είχαν σχηματισθεί σε συνάφεια μαζί της- οι δεύτερες ήσαν σχεδιασμένες, τεχνητές, και τμήματα ενός προϋπάρχοντος σώματος, που ήταν εξ άλλου όχι πολιτισμικό και οιονεί αιματοσυγγενικό, αλλά πολιτικό: του σώματος των πολιτών.
 
Ενώ έληγε ο 6ος αιώνας π.Χ., οι φρατρίες δεν ήσαν πια ανόθευτες ενώσεις συγγενικών οικογενειών, μερικές μάλιστα ήσαν εξ ολοκλήρου τεχνητές. Και αυτές όμως λογίζονταν και συμπεριφέρονταν ως αιματοσυγγενικές ομάδες. Οι δήμοι, αντίθετα, αποτελούσαν τοπικές κοινότητες τα μέλη των οποίων μπορούσαν να ανήκουν σε διαφορετικές φρατρίες. Έτσι ο Κλεισθένης, τοποθετώντας στη θέση των φρατριών τους δήμους και στη θέση των παραδοσιακών φυλών τις δικές του, τεχνητές, φυλές, οι οποίες βασίζονταν σε δήμους. αντικατέστησε σε πολιτικό επίπεδο την αιματοσυγγένεια με την εντοπιότητα. Μέ­σα σε κάθε δήμο, που περιλάμβανε κάθε συντοπίτη, αδιάφορα από την όποια προέλευσή του, ευγενική ή λαϊκή, παλαιά αθηναϊκή ή νεοπολιτική, συμπλησίασαν και εξισώθηκαν ετερόκλητα στοιχεία.
 
Κορυφαία όμως επαναστατική πρωτοτυπία του Κλεισθένη υπήρξε η ανάθεση στο Δήμο της εξουσίας να αποφασίζει κυριαρχικά περί πάντων, μ’ επακόλουθο την καθιέρωση της λαϊκής κυριαρχίας.
 
Από τον κύκλο του Κλεισθένη πλάστηκαν και κυκλοφόρησαν οι όροι ἰσό­νομος και ἰσονομία. Αυτοί, καθώς και οι όροι ἰσηγορία και ἰσοκρατία, που επίσης δόθηκαν στο πολίτευμα του Κλεισθένη, εξήραν τα χαρακτηριστικά αυτού του πολιτεύματος που, στα μάτια των υποστηρικτών του, το διέκριναν από το προγενέστερο καθεστώς, την τυραννίδα.
 
Σε σύγκριση με το πολίτευμα του Σόλωνα οι μεταρρυθμίσεις του Κλεισθένη αφ’ ενός περιόρισαν το πολιτικό βάρος των ευπατριδών, αφ’ ετέρου αύξησαν το πολιτικό βάρος των υπολοίπων τελῶν. Στο εσωτερικό όμως του νέου καθεστώτος διατήρησαν αρκετές ανισότητες μεταξύ των τελῶν. Έτσι ο συσχετισμός δυνάμεων μεταξύ των τελῶν δεν επηρεάσθηκε ακόμη από τις αναλογίες των αριθμητικών μεγεθών, όπου υπερτερούσαν οι θῆτες, ακολου­θούσαν οι ζευγῖται, υστερούσαν οι ἱππεῖς και στο τέλος έρχονταν οι πεντακοσιομέδιμνοι, μεταξύ των οποίων διακρίνονταν οι ευπατρίδες. Οι ἱππεῖς, οι ζευγῖται και οι θῆτες θα διεκδικήσουν τα επόμενα χρόνια διαρκώς περισσότερα δικαιώματα. θα τα αποκτήσουν χωρίς ρήξεις, γιατί οι μεταρρυθμίσεις του Κλεισθένη έχουν ανοίξει το δρόμο σ’ επόμενες δημοκρατικές κατακτήσεις.
 
Σχετική εικόνα

Ο Ξενοφώντας και η διπλωματία του πολέμου

Η ανατολική ζωφόρος του θησαυρού των Σιφνίων. 525 π.Χ. Αρχαιολογικό Μουσείο ΔελφώνΈχουμε φτάσει πια στο 371 π. Χ., όταν οι Αθηναίοι πήραν την οριστική απόφαση να τερματίσουν τον πόλεμο με τη Σπάρτη. Είναι αλήθεια ότι και πιο μπροστά είχαν κάνει ειρηνευτικές προσπάθειες κατανοώντας το ανώφελο αυτής της σύγκρουσης.

Εξάλλου, η έκβαση των πολεμικών επιχειρήσεων δεν τους άφηνε καθόλου ευχαριστημένους: «… οι Αθηναίοι έβλεπαν τους Πλαταιείς, που ήταν φίλοι τους, να ‘χουν καταφύγει κοντά τους διωγμένοι από τη Βοιωτία, ενώ παράλληλα οι Θεσπιείς τους ικέτευαν να μην τους αφήσουν στην τύχη τους τώρα που είχαν μείνει χωρίς πατρίδα· έπαψαν λοιπόν οι Αθηναίοι να επαινούν τους Θηβαίους». (6,3,1).

Επί της ουσίας, είχαν αναμειχθεί σε έναν ασύμφορο πόλεμο, που εν τέλει στρεφόταν εναντίον των παραδοσιακών τους συμμάχων. Η Θήβα επέβαλε ακριβώς τους όρους που ήθελε προωθώντας δυναμικά τα συμφέροντά της στη Βοιωτία – κι όχι μόνο – μετατρέποντας την Αθήνα σε έρμαιο, καθώς από ένα σημείο και μετά θα έλεγε κανείς ότι λειτουργούσε σε βάρος των συμφερόντων της.

Οι Αθηναίοι, όπως ήρθαν τα πράγματα, θα ήταν πιο λογικό να πολεμούν τους Θηβαίους παρά να εξυπηρετούν τον επεκτατισμό τους: «Ντρέπονταν, είν’ αλήθεια, να τους πολεμήσουν – λογάριαζαν άλλωστε ότι θα τους ήταν ασύμφορο – αλλά δεν ήθελαν και να συμμετέχουν πια στις επιχειρήσεις τους, βλέποντάς τους να εκστρατεύουν εναντίον των Φωκέων – που ήταν παλιοί φίλοι της Αθήνας – και ν’ αφανίζουν πόλεις που τους είχαν δείξει και φιλία και πίστη τον καιρό του πολέμου κατά των βαρβάρων». (6,3,1).

Από την αρχή αυτή η συμμαχία με τους Θηβαίους ήταν προβληματική για την Αθήνα. Δεν είναι τυχαίο ότι σ’ αυτό τον πόλεμο δεν ήθελαν να εμπλακούν και χρειάστηκε η προβοκάτσια του Σφοδρία και η αδικαιολόγητη (προκλητική) αθώωσή του από το σπαρτιατικό δικαστήριο. Τώρα όμως πραγματικά δεν υπήρχε κανένας λόγος να συνεχίσουν. Η συνέλευση του λαού ψήφισε πανηγυρικά την ειρήνη κι αποφασίστηκε να στείλουν αμέσως πρέσβεις στη Σπάρτη για να τη διαπραγματευτούν.

Το ζήτημα της ειρήνης πήρε μεγάλες διαστάσεις, αφού, τελικά, στη Σπάρτη δεν πήγαν μόνο οι πρέσβεις των Αθηναίων, αλλά υπήρχαν πρέσβεις από όλες τις συμμαχικές πόλεις και από τη Θήβα. Για λογαριασμό της Αθήνας μίλησαν ο Καλλίας, ο Αυτοκλής και ο Καλλίστρατος.

Ο Καλλίας ακολούθησε τη ρητορική της οικειότητας επισημαίνοντας ότι ήταν πρόξενος της Σπάρτης, όπως και ο πατέρας του και ο παππούς του, οι οποίοι επίσης ήταν πρόξενοι από τους δικούς τους προγόνους, κι ότι είναι η τρίτη φορά που έρχεται στη Σπάρτη να διαπραγματευτεί ειρήνη, γεγονός ιδιαιτέρως ευνοϊκό, αφού τις δύο προηγούμενες πέτυχε το σκοπό του. Σχετικά με την κατάσταση του διαμορφούμενου συμμαχικού χάρτη είπε ελάχιστα: «Διαπιστώνω, στ’ αλήθεια, ότι εσείς κι εμείς δεν βλέπουμε διαφορετικά τα πράγματα: κι εσείς αγανακτείτε όσο κι εμείς για την καταστροφή της Πλάταιας και των Θεσπιών. Μια κι έχουμε λοιπόν την ίδια γνώμη, πιο λογικό δεν είναι να ‘μαστε φίλοι παρά εχθροί;» (6,3,5).

Από κει και πέρα επικαλείται την κοινή ιστορική – μυθολογική παράδοση των δύο πόλεων, που η αναφορά της οπωσδήποτε θα λειτουργούσε ενωτικά: «Σωστό θα ‘ταν βέβαια να μην είχαμε σηκώσει όπλα ο ένας εναντίον του άλλου, αφού, όπως λένε, οι πρώτοι ξένοι που διδάχτηκαν από τον Τριπτόλεμο, τον πρόγονό μας, τα ιερά μυστήρια της Δήμητρας και της Κόρης ήταν ο γενάρχης σας Ηρακλής κι οι συμπολίτες σας Διόσκουροι, και στην Πελοπόννησο είναι που εκείνος πρωτοχάρισε τον σπόρο του καρπού της Δήμητρας. Είναι λοιπόν ποτέ σωστό είτε να ‘ρχεστε εσείς να λεηλατείτε τον καρπό εκείνων που σας έδωσαν τον σπόρο, είτε πάλι εμείς, που σας τον δώσαμε, να μη θέλουμε να ‘χετε όσο γίνεται πιο άφθονη την τροφή;» (6,3,6).

Το ότι τόσα χρόνια συνέβαινε ακριβώς αυτό, χωρίς να αισθάνεται κανείς την ελάχιστη επιρροή ούτε από τον Ηρακλή ούτε από τους Διόσκουρους δεν είναι ανάγκη να συζητηθεί. Ο Καλλίας επιχειρεί περισσότερο μια συναισθηματική προσέγγιση. Η ειρήνη προϋποθέτει τη φιλία και η αρχή μιας φιλίας – γιατί περί αυτού μιλάει ο Καλλίας – χρειάζεται θετικά συναισθήματα.

Κι αν ο Καλλίας προλειαίνει το έδαφος διαμορφώνοντας το κατάλληλο κλίμα για μια ειρηνευτική διαπραγμάτευση, ο Αυτοκλής προχωρά ακόμα πιο πέρα οικοδομώντας την εμπιστοσύνη. Γι’ αυτό και ξεκαθαρίζει τα πράγματα από την αρχή: «Το ξέρω, Λακεδαιμόνιοι, ότι δεν θα σας είναι ευχάριστα αυτά που πρόκειται να πω». (6,3,7).

Η προετοιμασία του κοινού για τα δυσάρεστα που θα ακολουθήσουν είναι τα εκ των προτέρων διαπιστευτήρια της ειλικρίνειας του ομιλητή, αφού κανείς δε θέλει να δυσαρεστήσει, όταν στοχεύει να αιτηθεί κάτι, πολύ περισσότερο τους ανθρώπους στους οποίους απευθύνεται το αίτημα. Το ζήτημα όμως που διακυβεύεται είναι τόσο σπουδαίο, που τα συνήθη ρητορικά τεχνάσματα δεν έχουν καμία θέση. Ο Αυτοκλής δεν ήρθε ούτε για να κολακέψει ούτε για να διεκπεραιώσει απλά μια υπόθεση της πόλης. Ήρθε για να επιτύχει τις σταθερές βάσεις των νέων σχέσεων που φιλοδοξεί να εδραιώσει. Κι αυτό δε γίνεται με ψεύτικα εγκώμια: «Εσείς πάντα λέτε ”οι πόλεις πρέπει να ‘ναι ανεξάρτητες”, κι όμως εσείς οι ίδιοι αποτελείτε το μεγαλύτερο εμπόδιο στην ανεξαρτησία τους». (6,3,7).

Κι αυτό είναι αλήθεια. Και μόνο τα γεγονότα στη Θήβα το καταδεικνύουν: «Εξάλλου, όταν ο Βασιλεύς πρόσταξε να είναι οι πόλεις ανεξάρτητες, φαινόσασταν απόλυτα βέβαιοι ότι η πολιτική των Θηβαίων δεν θα ήταν σύμφωνη με τις γραπτές εντολές του Βασιλέως αν δεν άφηναν κάθε πόλη να διοικείται μονάχη της, μ’ όποιο πολίτευμα ήθελε· μολοντούτο, ευθύς ως καταλάβατε την Καδμεία, δεν αφήσατε ανεξάρτητους ούτε τους ίδιους τους Θηβαίους». (6,3,9).

Και δεν είναι μόνο αυτό: «Ο πρώτος όρος που βάζετε στις συμφωνίες με τις συμμαχικές σας πόλεις είναι να σας ακολουθούν σ’ όλες σας τις εκστρατείες. Πώς συμβιβάζεται όμως τούτο με την ανεξαρτησία; Από την άλλη πλευρά δημιουργείτε αντιπάλους δίχως συνεννόηση με τους συμμάχους σας, που κατόπιν οδηγείτε σε πόλεμο εναντίον τους, με αποτέλεσμα ν’ αναγκάζονται συχνά αυτοί, οι τάχα ανεξάρτητοι, να εκστρατεύουν εναντίον των καλύτερών τους φίλων». (6,3,7-8).

Ο Αυτοκλής καταδεικνύει σωστά την κατ’ επίφαση ανεξαρτησία που έδιναν οι Σπαρτιάτες στους συμμάχους τους, χωρίς όμως να κάνει την ελάχιστη αναφορά και στη νοοτροπία των άλλων πόλεων. Μήπως η Αθήνα έκανε κάτι διαφορετικό; Ή μήπως η Θήβα άφησε ποτέ σε ησυχία τις άλλες πόλεις της Βοιωτίας, τις οποίες ένιωθε ότι μπορεί να κατέχει;

Στην ουσία ποτέ καμία διαπραγμάτευση δεν αφορούσε την ανεξαρτησία. Και οι Αθηναίοι, όταν ασκούσαν κατάφωρη ηγεμονία καταπιέζοντας τους συμμάχους, επικαλούνταν την ανεξαρτησία τους, που υπονόμευαν οι Πέρσες και που προστάτευαν αυτοί. Όμως, οι συνθήκες αυτές δε θα μπορούσαν ποτέ να ευνοήσουν την ειρήνη. Ο πόλεμος ήταν η μοιραία κατάληξη των διαπραγματεύσεων του παρελθόντος κι αυτό ακριβώς έρχεται τώρα να καταδικάσει ο Αυτοκλής – υποδεικνύοντας βέβαια μονάχα την ευθύνη της Σπάρτης.

Ο ισχυρισμός της ανεξαρτησίας ως μόνιμο άλλοθι για το ξεδίπλωμα της ισχύος είναι η πεμπτουσία της διπλωματίας του πολέμου. Κι από τη στιγμή που αυτή ήταν η μοναδική συνθήκη διαπραγματεύσεων για τον αρχαίο ελληνικό κόσμο ως εκείνη τη στιγμή, δε θα ήταν υπερβολή, αν έλεγε κανείς ότι επί της ουσίας δεν υπήρξε ποτέ καμία πραγματική ειρηνευτική διπλωματία.

Ενδεχομένως ο Νικίας – όπως περιγράφεται στο Θουκυδίδη – να ήταν ο μοναδικός που είχε τέτοιες διαθέσεις. Από κει και πέρα κάθε προσπάθεια ειρήνης δημιουργούσε τις προϋποθέσεις του επόμενου πολέμου, αφού όλοι προσδοκούσαν τα νέα κέρδη της επόμενης μοιρασιάς. Φυσικά, κανείς δεν μπορεί να μιλάει για εμπιστοσύνη υπό αυτούς τους όρους. Κι αυτός είναι ο βαθύτερος λόγος της διαρκούς επεκτατικής πολιτικής όλων των πόλεων που αποκτούσαν δύναμη.

Μετά τους περσικούς πολέμους ουδέποτε οι Αθηναίοι εμπιστεύτηκαν τη Σπάρτη – όπως και οι Σπαρτιάτες δεν εμπιστεύτηκαν ποτέ την Αθήνα. Η ειρήνη που ακολούθησε βασιζόταν περισσότερο στην ισορροπία των δυνάμεων, που δεν έδινε σε κανένα τη σιγουριά της νίκης, παρά στην αξιοπιστία των σχέσεων. Η Αθήνα έκανε μεγάλο αγώνα για να υπερισχύσει κι όταν το πέτυχε ήταν πρόθυμη να ξεκινήσει ο πελοποννησιακός πόλεμος.

Η Σπάρτη έχοντας περάσει διά πυρός και σιδήρου από τον πελοποννησιακό δε θα άφηνε ποτέ κανέναν άλλο να αποκτήσει το πάνω χέρι, ώστε να αποτελέσει απειλή. Στην ουσία, όλοι ήθελαν να εξασφαλίσουν ότι κανείς δε θα είναι σε θέση να τους βλάψει. Γι’ αυτό έπρεπε να είναι ισχυροί. Κι ο ισχυρός δεν μπορεί να έχει τους συμμάχους ανεξάρτητους, αφού, αν το κάνει, δε θα είναι ισχυρός.

Οι Σπαρτιάτες, μετά την ειρήνη του Ανταλκίδα, κατέλαβαν τη Θήβα, στην οποία δεν είχαν καμία εμπιστοσύνη. Ανέβηκαν στη Χαλκιδική και διέλυσαν την Όλυνθο, από φόβο μη δυναμώσει υπερβολικά και συμμαχήσει με τους Αθηναίους. Είχαν πάγια τακτική να υποχρεώνουν τους συμμάχους να τους ακολουθούν στις εκστρατείες, προκειμένου να έχουν εξασφαλισμένο στρατό. Όλα αυτά είναι περισσότερο μηχανισμοί άμυνας, αφού πρωτίστως ήθελαν να διαφυλάξουν τα νώτα τους.

Όμως, δεν υπάρχει καλύτερη άμυνα από την επίθεση. Ακόμα και ο ξεκάθαρος επεκτατισμός του Αγησιλάου στην Ασία δεν μπορεί να οριστεί μέσα στα συνηθισμένα καλούπια, αφού ο επεκτατισμός που δεν αποφέρει πλούτη στερείται νοήματος κι εκείνος όχι μόνο δε διεκδίκησε το παραμικρό για τον εαυτό του, αλλά ούτε προσπάθησε να μεταφέρει οτιδήποτε πολύτιμο στην πόλη του.

Κι εδώ δε γίνεται λόγος για τη λιτή σπαρτιατική νοοτροπία, που πράγματι ίσχυε. Γίνεται λόγος για τα βαθύτερα αίτια του σπαρτιατικού επεκτατισμού, που δεν είχε ως απώτερο στόχο τη συγκέντρωση του πλούτου, αλλά την αδιαπραγμάτευτη στρατιωτική υπεροχή, δηλαδή την επιθυμία της εδραίωσης του ανίκητου, που θα ξεκαθάριζε ολοκληρωτικά το χάρτη. Η Σπάρτη είναι η πιο καθαρή περίπτωση επεκτατισμού που καταδεικνύει ότι το συμφέρον δεν ταυτίζεται αναγκαστικά με τα πλούτη. Γιατί δε διεκδίκησε τίποτε για τον εαυτό της – τουλάχιστον η Αθήνα έχτισε κι έναν Παρθενώνα.

Το σπαρτιατικό σύστημα ήταν καθαρά στρατοκρατούμενο. Δεν είναι, όμως, τυχαίο που επιλέχθηκε αυτή η ζωή. Αν ο κόσμος χωρίζεται σε ισχυρούς και ανίσχυρους, καλύτερα να είσαι με τους ισχυρούς. Και ισχυρός είναι αυτός που υπερτερεί στρατιωτικά. Μ’ αυτό το υπόβαθρο οποιαδήποτε ειρηνευτική διαπραγμάτευση εκμηδενίζεται. Το μόνο που μένει είναι η διπλωματία του πολέμου.

Η ανεξαρτησία είναι το ωραιότερο πρόσχημα για να επέμβει κανείς στα εσωτερικά των άλλων. Αυτός ήταν και ο λόγος, που όλοι έσπευδαν να ελευθερώσουν τις υποταγμένες πόλεις. Είναι καλό να φέρνει κανείς την ελευθερία σ’ αυτούς που καταπιέζει ο αντίπαλος.

Και γι’ αυτό έπρεπε να ελέγχουν και την πολιτική κατάσταση των «ανεξάρτητων» συμμάχων, αφού, αν δεν ελέγχει κανείς την πολιτική σκηνή, δεν ελέγχει τίποτε: «Έπειτα, πράγμα ολότελα αντίθετο με κάθε έννοια ανεξαρτησίας, εγκαθιδρύετε καθεστώτα αλλού με δέκα, αλλού με τριάντα άρχοντες· και δεν σας ενδιαφέρει να κυβερνούν τούτοι οι άρχοντες σύμφωνα με τους νόμους, παρά να μπορούν να εξουσιάζουν τις πόλεις με τη βία, έτσι ώστε μοιάζει να σας αρέσουν τα τυραννικά καθεστώτα περισσότερο από τα συνταγματικά». (6,3,8). Το πώς έλεγχαν οι Αθηναίοι την πολιτική σκηνή σε Θάσο και Μυτιλήνη (κι όχι μόνο) δεν αναφέρεται από τον Αυτοκλή.

Ο τρίτος πρέσβης της Αθήνας, ο Καλλίστρατος, αφού αναφέρει τις ευθύνες των Λακεδαιμονίων σχετικά με την εμπλοκή τους στα τεκταινόμενα της Θήβας και την κατάλυση της ειρήνης του Ανταλκίδα εξαιτίας αυτού (αλλά σε πιο συμφιλιωτικό κλίμα) συμπεραίνει: «Τώρα λοιπόν που το μάθαμε ότι οι πλεονέκτες δεν βγαίνουν κερδισμένοι, θα είμαστε και πάλι, ελπίζω, καλοί φίλοι μεταξύ μας». (6,3,11). Αμέσως μετά δίνει έμφαση στην καθαρότητα των αθηναϊκών διαθέσεων για ειρήνη τονίζοντας ότι δεν υπάρχει καμία υστεροβουλία, καθώς σε κάθε περίπτωση η Αθήνα δεν έχει να φοβηθεί τίποτε: «Όσο για τις συκοφαντίες ορισμένων που θέλουν να εμποδίσουν την ειρήνη – ότι τάχα δεν ήρθαμε επειδή θέλουμε τη φιλία σας, αλλά επειδή φοβόμαστε μη φτάσει ο Ανταλκίδας με χρήματα από το Βασιλέα –, σκεφτείτε πόσο ανόητες είναι: είναι γνωστό ότι ο Βασιλεύς έγραψε να γίνουν ανεξάρτητες όλες οι πόλεις στην Ελλάδα. Εφόσον λοιπόν εμείς λέμε και κάνουμε τα ίδια με τον Βασιλέα, τι να ‘χουμε να φοβηθούμε από κείνον;» (6,3,12).

Κι όχι μόνο αυτό, αλλά μια ενδεχόμενη συμμαχία Αθήνας και Σπάρτης θα τους έκανε αυτομάτως πανίσχυρους: «Αλλ’ ας έρθω και στα συμφέροντά μας: είναι γνωστό πως από το σύνολο των πόλεων άλλες είναι με το μέρος σας κι άλλες με το μέρος μας, κι ότι σε κάθε πόλη υπάρχουν οπαδοί δικοί σας και δικοί μας. Αν λοιπόν γίνουμε εμείς φίλοι, από ποια μεριά θα μπορούσαμε, λογικά, να προσμένουμε να μας βρει κακό; Ποιος, την ώρα που θα είστε φίλοι μας, θα ήταν ικανός να μας βλάψει στη στεριά; Και ποιος, την ώρα που θα είμαστε με το μέρος σας, θα μπορούσε να σας πειράξει στη θάλασσα;» (6,3,14).

Ο Καλλίστρατος φαίνεται να γνωρίζει καλά τι σημαίνει διαπραγμάτευση. Το πρώτο που ξεκαθαρίζει είναι ότι η Αθήνα δεν έχει να φοβηθεί τίποτε, αφού τηρεί στο ακέραιο τη συμφωνία με τον Πέρση βασιλιά. Το ότι δε φοβάται καθιστά σαφές ότι βρίσκεται σε θέση ισχύος και η ισχύς είναι το πιο δυνατό χαρτί κάθε διαπραγμάτευσης.

Από την άλλη, οι Λακεδαιμόνιοι, αν θέλουν να γίνουν αδιαμφισβήτητα ισχυροί, δεν έχουν παρά να συμμαχήσουν με την Αθήνα. Ποιος θα τολμούσε να πειράξει μια τέτοια συμμαχία σε στεριά και θάλασσα; Εξάλλου, όλες οι πόλεις – που, βέβαια, θα είναι ανεξάρτητες – έχουν κυρίως ανθρώπους που πρόσκεινται είτε στη μια είτε στην άλλη πόλη, οπότε σε περίπτωση οποιασδήποτε απειλής είναι φανερό ότι θα σπεύσουν να βοηθήσουν. Όλοι καταλαβαίνουν ότι ο μόνος που θα μπορούσε να φανεί απειλητικός είναι η Θήβα.

Ο Καλλίστρατος μιλάει ακριβώς τη γλώσσα του πολέμου. Ζητάει ειρήνη ξεκαθαρίζοντας ότι οι πόλεις θα είναι ψευδώς ανεξάρτητες, αφού ανά πάσα στιγμή θα είναι προς χρήση, υποδεικνύοντας εκ νέου την ισχύ που θα διαμορφωθεί και φωτογραφίζοντας τους εχθρούς, που θα αναγκαστούν να υποχωρήσουν. Κι όχι μόνο αυτό, αλλά οι Θηβαίοι θα υποχρεωθούν να αφήσουν ήσυχες και τις πόλεις της Βοιωτίας, που η Αθήνα θέλει να προστατεύσει.

Εξάλλου, ένας παίχτης του πολέμου πρέπει να παίζει με σωφροσύνη: «Εγώ τουλάχιστον δεν επιδοκιμάζω εκείνους που παίζουν ζάρια κι όταν κερδίσουν ένα ποσό ριψοκινδυνεύουν ξανά το διπλάσιο – γιατί διαπιστώνω ότι περισσότεροι απ’ αυτούς καταστρέφονται ολότελα». (6,3,16). Με άλλα λόγια, ο τζόγος δεν αρμόζει στους συνετούς πράγμα που σημαίνει ότι η ισχύς χτίζεται με σίγουρα βήματα.

Τώρα πια οι Σπαρτιάτες ακούν τη γλώσσα που καταλαβαίνουν. Θα συμμαχήσουν με την Αθήνα και οι πόλεις θα μείνουν ανεξάρτητες. Τόσο ανεξάρτητες που «πάνω σ’ αυτά ορκίστηκαν οι Λακεδαιμόνιοι για λογαριασμό δικό τους και των συμμάχων τους». (6,3,19).

Κι όλως τυχαίως οι μόνοι που δυσαρεστήθηκαν ήταν οι Θηβαίοι, οι οποίοι ζήτησαν να υπογράψουν όχι ως Θηβαίοι, αλλά ως Βοιωτοί, για να κατοχυρώσουν την κυριαρχία στη Βοιωτία. Αυτό όμως δεν μπορούσε να γίνει δεκτό, αφού οι πόλεις ήταν ανεξάρτητες. Οι Αθηναίοι ήλπιζαν μάλιστα ότι οι Θηβαίοι θα πλήρωναν και το φόρο της δεκάτης – παλιό πρόστιμο που επιβλήθηκε σε όλες τις πόλεις που δεν έφεραν αντίσταση στους Πέρσες κατά τους Μηδικούς πολέμους και που μόνο η Θήβα δεν είχε καταβάλει. Οι συγκρούσεις είναι προ των πυλών.
 
Ξενοφώντος: «Ελληνικά», βιβλίο έκτο

H ζωή μου πίσω

Αποτέλεσμα εικόνας για Αυτό που θα ήθελα απόψε, είναι τη ζωή μου πίσωΑυτό που θα ήθελα απόψε, είναι τη ζωή μου πίσω. Αλλά δεν ξέρω από ποιόν να τη ζητήσω.

Τόσο τη σκόρπισα, τόσο τη χαράμισα, τόσο τη δάνεισα, τόσο την ξερίζωσα.
 
Από ποιόν να τη ζητήσω τώρα;
 
Και τι ωφελεί.
 
Αυτό που θα ήθελα απόψε, τελικά, είναι ένας ώμος, να γείρω πάνω του και να κλάψω.
 
Να κλάψω πολύ. Με λυγμούς. Με κραυγές. Να κλάψω για όλα.
 
Για όσα αγάπησα. Για όσα ονειρεύτηκα. Για όσα ένιωσα. Για όσα περίμενα και δεν ήρθαν.
 
Για όσα ήρθαν. Για όσα με πρόδωσαν. Για όσα με χαράκωσαν. Για όσα με θανάτωσαν. Για όσα με ανάστησαν.
 
Να κλάψω πολύ. Με λυγμούς. Με κραυγές. Για όλα.
 
Να γείρω στον ώμο κάποιου και ν’ ακούσω τη φωνή του, να μου πει ψιθυριστά: «Μη κλαίς».
Μόνο αυτό. Τίποτε άλλο. Μην κλαίς. Μόνο αυτό.

Το τέλος του Πανός

Αποτέλεσμα εικόνας για συμπλεγμα αφροδιτησ και παναΟ Πλούταρχος αφηγείται ότι επί της βασιλείας του Τιβερίου ένα πλοίο με επιβάτες, που έπλεε κοντά στους Παξούς, αναστατώθηκε όταν ο πλοίαρχος του πλοίου, Θαμούν, άκουσε μια δυνατή φωνή να του φωνάζει ότι ο Μέγας Παν πέθανε. Η φωνή ήταν υπερφυσική και τάραξε όλους πάνω στο πλοίο, γιατί ανέφερε και το όνομα του πλοιάρχου, με την εντολή να αναγγείλει το φοβερό γεγονός.

Η είδηση διαδόθηκε στη Ρώμη και έφτασε ως τα αφτιά του αυτοκράτορα Τιβερίου, που κάλεσε το Θαμούν και πολλούς φιλοσόφους, καθώς θορυβήθηκαν. Αυτοί κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι πρέπει να επρόκειτο για τον Πάνα, το γιο του Ερμή , αλλά δεν βρέθηκε καμιά ικανοποιητική εξήγηση.

Η ιστορία αυτή ίσως συμβολίζει το τέλος του φυσιολατρικού αρχαίου κόσμου, όπου όπως χαρακτηριστικά αναφέρουν οι Πυθαγόρειοι: "Η προς την Φύση λατρεία περιλαμβάνει και τα κατά μέρος αυτής και το πνεύμα αυτής. Αντίθετα λατρεία προς πρόσωπο χωρίζει αυτό από την Φύση και το μειώνει. Λατρεύουμε, τους Θεούς ως κύριους των δυνάμεων της Φύσεως και όχι ως ατομικά εγώ αυτής. Τα ατομικά εγώ της Φύσεως τιμούμε μόνο για τα έργα τους."

Η φυσιολατρία ως έννοια εντάσσεται σε μία προσπάθεια επαναπροσδιορισμού του ανθρώπου με την φύση της οποίας αποτελεί αναπόσπαστο μέλος, κάτι που φαίνεται να έχει ξεχαστεί. Και αυτό όταν ως υλική ποσοτική αξία, δεν είμαστε τίποτε περισσότερο παρά λίγα γραμμάρια άνθρακα, αζώτου, θείου φωσφόρου οξυγόνου και αρκετού νερού με αμελητέα αντικειμενική αξία.

Η εκδήλωση της ζωής και μόνο είναι ένα θαύμα, που χαρακτηρίζεται από την πολυπλοκότητα και την οργάνωση. Ακόμη και μία πρωτόγονη μορφή ζωή, ένας μονοκύτταρος οργανισμός, παρουσιάζει τέτοια πολυπλοκότητα που δεν είναι δυνατόν να συγκριθεί με κανένα προϊόν της ανθρώπινης διάνοιας.

Η φυσιολατρία λοιπόν είναι ένας φυσικός και αβίαστος σεβασμός στην ίδια την ζωή, ένας σεβασμός στην εκδήλωση της ζωής. Αν σεβαστείς την φύση , εάν παρατηρήσεις όλες τις εκδηλώσεις της, εάν περπατήσεις ξυπόλητος στο χώμα, εάν καλλιεργήσεις τα παιδιά της θα σε μάθει τα μυστικά της θα σε μάθει να σέβεσαι τον εαυτό σου, και να κατανοήσεις την θέση σου στο σύμπαν…

Αυτό που είναι σίγουρο πως θα συμβεί είναι, πως με την μετα- παγανιστική αντίληψη του ανθρώπου ως τον κυρίαρχο του κόσμου και της φύσης, είναι, πως εάν θέλουμε να επιβιώσουμε, θα πρέπει να πάψουμε να φερόμαστε ως ένας «ιός», που εξαπλώνεται και καταστρέφει.

Σε διαφορετική περίπτωση θα συμβεί ότι και με τα κύτταρα στο σώμα μας, όταν κυριαρχήσουν τα καρκινικά κύτταρα έναντι των υγιών επέρχεται η εξόντωση του οργανισμού (Το κάθε κύτταρο του που έχει συγκεκριμένη θέση στην δομή του σώματος, έτσι ώστε να εκφράζεται ένα σύνολο. Από την στιγμή που θα δοθεί μία εντολή στο κύτταρο αυτό θα την εκτέλεση, προς την εύρυθμη λειτουργία του συνόλου. Σε αντίθεση περίπτωση το κύτταρο θα πάψει, καθώς αυτό προκαλεί την ενεργοποίηση του αμυντικού συστήματος και εφαρμόζεται η εξουδετέρωση του).

Ως επίλογο, θα χρησιμοποιήσω τα λόγια του Σρι Ορομπίντο σχετικά με το σημαντικότερο πρόβλημα του σύγχρονου κόσμου...

«Αυτή τη στιγμή η ανθρωπότητα υποβάλλεται σε μια εξελικτική κρίση, στην οποία κρύβεται μια επιλογή του πεπρωμένου της. Από μια άποψη ο ανθρώπινος νους έχει επιτύχει μια τεράστια ανάπτυξη, από την άλλη, όμως, στέκει αποσβολωμένος και είναι συγχυσμένος, καθώς δεν μπορεί πλέον να βρει το δρόμο του... Ο άνθρωπος έχει δημιουργήσει ένα πολιτισμικό σύστημα που έχει γίνει πάρα πολύ μεγάλο για την περιορισμένη διανοητική ικανότητα και κατανόησή του. Καθώς μάλιστα διαθέτει ακόμα περισσότερο περιορισμένη ικανότητα να διαχειρίζεται και να χρησιμοποιεί αυτό το σύστημα, απλά έχει δημιουργήσει έναν επικίνδυνο υπηρέτη για τις ορέξεις του εγώ του».

Δεν-το-κάνεις-σωστά, αυτή η μάστιγα!

Αποτέλεσμα εικόνας για Η αγάπη και η αποδοχή του εαυτού μας είναι πράξη θάρρους!Η παραλλαγή των δεν-το-κάνεις-σωστά τύπων, είναι οι μη-Τούλα (Σούλα, Μπούλα), οι άστο-καλύτερα-θα-στο-δείξω-εγώ ή και κάτα μία έννοια οι τι-έχουμε-για-διάβασμα-σήμερα; Θα μπορούσαν να μπουν στην ίδια κατηγορία και οι στα-λεγα-γω, αλλά αυτοί για πιο σπάσιμο λειτουργούν με κριτική τάση κατόπιν εορτής, οπότε είναι πιο υποχθόνιοι τύποι.

Εξηγούμαι για να μην παρεξηγούμαι:

Ο υπερσυμμετοχικός ζήλος των περισσοτέρων γονιών στις μπίζνες των παιδιών τους, είναι καταστροφικός. Δεν πρόκειται για περισσότερο ενδιαφέρον, περισσότερη αγάπη, σφραγίδα καλής μαμαδοσύνης ή μπαμπαδοσύνης, αλλά για μια αυτοεπιβεβαίωση ψευδή, ότι είμαι Ο Γονιός και έχω και τη σφραγίδα εγγύησης 40 μαμάδων της γειτονιάς να το πιστοποιήσουν, την αγάπη της πεθεράς και τη στοργή με το προδέρμ της κουτσομπόλας απέναντι, που πείτε της πως απλά… δεν θέλω!

Δεν θέλω την κριτική των γύρω, τριγύρω όταν πρόκειται για τα δικά μου παιδιά. Δεν με νοιάζει τι θα πει ο κόσμος. Δεν θα πάρω, σόρι κιόλας.

Η αντίθετη συμπεριφορά δεν μεταφράζεται ως αδιαφορία. Ή αν πρόκειται για αδιαφορία, έχουμε πιάσει το άλλο άκρο, οπότε δεν εξετάζουμε τέτοια περίπτωση εδώ. Η συγκεκριμένη θέση έχει να κάνει με την αυτενέργεια των παιδιών και το πόσο σύντομα ανεξαρτητοποιούνται και πατάνε γερά στα πόδια τους.

Η κλασική περίπτωση που όλους μας πιάνει μια φρίκη ανεξήγητη έχει να κάνει με το σχολείο. Σαφώς επιβλέπουμε, βοηθάμε, συνδράμουμε. Ειδικά σε περιπτώσεις έντονων ιδιαιτεροτήτων, κυρίως μαθησιακών κι όχι μόνο, ούτε καν η δική μας προσπάθεια δεν βοηθάει γιατί προκαλείται άγχος, λόγω της προσωπικής μας εμπλοκής με το παιδί, οπότε το πιο σωστό είναι να μην έχουμε ταμπού και να απευθυνθούμε σε ειδικό, παιδαγωγό, ψυχολόγο, λογοθεραπευτή, τον ίδιο τον δάσκαλο/δασκάλα ώστε να μας κατευθύνει, εφόσον υπάρχει διαπίστωση της συγκεκριμένης τάσης ή συμπεριφοράς, που μας προβληματίζει και στο σχολείο και στο σπίτι.

Η χειρότερη οδός είναι η αυτοδιάγνωση. Ακόμα χειρότερη μέθοδος η ανακοίνωση της αυτοδιάγνωσης στο παιδί, που ενδέχεται να πειστεί πολύ εύκολα για κάτι πιθανώς λανθασμένο. Και η ακόμα χειρότερη οδός είναι αντί να αντιμετωπίσουμε την όποια δυσκολία σωστά και έγκαιρα, να υιοθετήσουμε το πρόβλημα, να περάσουμε στη δράση-αντίδραση… “άστο θα το κάνω εγώ”, “θα σου κάνω την εργασία”, “θα σου λύσω την άσκηση”, “δε μπορείς εσύ, έτσι είναι το σωστό” και άλλα πολλά υπέροχα και παρεμβατικά στην όλη προσωπικότητα του παιδιού, που προφανώς βολεύεται, προφανώς επηρεάζεται και προφανώς καταθέτει όπλα.

Η συγκεκριμένη τάση των γονιών δεν αφορά τη σχολική απόδοση μόνο, φυσικά. Συνήθως ο παρεμβατικός γονέας έχει την τάση να βιάζεται να γίνουν οι διαδικασίες, με πίστη μόνο στις δικές του αποτελεσματικές μεθόδους και την αντίστοιχη αμφισβήτηση στην ίδια την δύναμη των παιδιών να αυτοεξυπηρετούνται χωρίς συνδρομή σε καθημερινές δραστηριότητες όπως ο ύπνος, το παιχνίδι, ο χειρισμός συσκευών, η λύση καθημερινών προβλημάτων. Δυστυχώς λόγω πιεσμένου χρόνου, αγχωνόμαστε σχετικά με το πότε θα τα προλάβουμε όλα σε 24 ώρες, με συνέπεια να θέλουμε καλοκουρδισμένα ρομποτάκια, χωρίς να λαμβάνουμε υπόψη ότι συνήθως τα παιδιά το μόνο που χρειάζονται συχνά είναι μια μικρή παράταση χρόνου. Να κάνουν ό,τι κάνουν στο δικό τους χρόνο, που σε καμία περίπτωση δε μεταφράζεται στο τι βολεύει το γονιό. Το αποτέλεσμα συνήθως μας οδηγεί και πάλι στην γνωστή λύση: γονιός τα κάνω όλα και συμφέρω, κάνω και τη φιγούρα μου, ότι νοιάζομαι, αγαπώ, φροντίζω, ενώ το παιδί να μεγαλώνει εξαιρετικά βολεμένο με την αίσθηση ότι όλα λύνονται αν απλά έχουν 24/7 αποκλειστικούς βοηθούς-αρωγούς.

Ξέρω τι σκέφτεσαι όταν τα διαβάζεις όλα αυτά. ΟΚ ένα ακόμα κήρυγμα, που γράφεται και μετά γίνονται όλα τα ανάποδα. Και έχεις δίκιο. Συνήθως όσοι επιλέγουμε να επικοινωνούμε τάσεις, μάλλον τις έχουμε βιώσει ήδη. Το θέμα δεν είναι να βγω εγώ σωστή, να κριθώ ή να σε κρίνω έντονα και να γυρίσουμε όλοι χαρούμενοι στις βολικές μας θεωρήσεις περί των σωστών και μαγικών συνταγών ανατροφής παιδιών. Το θέμα είναι την επόμενη φορά που θα σου φέρει το σίδερο μαλλιών η έφηβη κόρη σου, που ξυπνάει μισή ώρα νωρίτερα από το σύνηθες για να φτιάξει μαλλί, γεγονός που μάλλον σε θορυβεί (- τι παίζει άραγε στο σχολείο – πως θα το μάθω – να πάρω καμιά άλλη μαμά – που έχει μπλέξει το παιδί μου -) και σε ρωτάει με υφάκι αμέριμνο, (γιατί αμέριμνο και λογικό είναι στην εφηβεία να αρχίσει να φροντίζει εμφάνιση κατά τι περισσότερο) από που ανοίγει το σίδερο, αντί να το βουτήξεις εσύ να το ανοίξεις βιαστικά και αγχωτικά και “έλα να στα ισιώσω εγώ να τελειώνουμε”, να της πεις όσο πιο αμέριμνα και γλυκά μπορείς: για κοίτα το καλύτερα, δε βλέπεις το κουμπάκι;

Τόσο απλά…

Εφηβεία, η αμφισβήτηση των πάντων

ΕφηβείαΕφηβεία ονομάζεται το τελευταίο στάδιο της ανάπτυξης του ατόμου στην πορεία του προς την ωρίμανση. Χρονολογικά τοποθετείται χονδρικά στην ηλικία 12-18 ετών, και για τα κορίτσια ξεκινά με την πρώτη έμμηνο ρύση ενώ για τα αγόρια με την πρώτη εκσπερμάτωση. Τα κριτήρια αυτά είναι αρκετά σχετικά αφού κάθε παιδί έχει δικό του ρυθμό ανάπτυξης που επηρεάζεται σαφώς και από το εξωτερικό περιβάλλον.

Η εφηβεία λοιπόν είναι εκείνη η μεταιχμιακή φάση όπου το άτομο καλείται να εγκαταλείψει την παιδική ηλικία και να μεταβεί σταδιακά στην ενήλικη ζωή. Οι αλλαγές είναι τόσο σημαντικές, όσο και πολυεπίπεδες, και αφορούν όλες τις πτυχές ζωής του ατόμου.

Οι πρώτες εμφανείς αλλαγές αφορούν τα εξωτερικά- σωματικά χαρακτηριστικά και την εικόνα του εαυτού του εφήβου, η οποία μεταβάλλεται μέρα με τη μέρα, δημιουργώντας του μια σύγχυση για το πώς είναι και πως τελικά θα διαμορφωθεί εξωτερικά. Ο J.J. Rousseau αποκαλεί την εφηβεία «δεύτερη γέννηση» αφού θεωρεί ότι η εφηβεία είναι το μεγαλύτερο βιολογικό γεγονός μετά τη γέννηση. Σημαντικές αλλαγές επίσης γίνονται στον νοητικό τομέα του ατόμου, στον συναισθηματικό τομέα και στον κοινωνικό.

Η οικογένεια του εφήβου παίζει σε αυτή τη φάση, όπως και σε κάθε άλλη αναπτυξιακή φάση, πολύ σημαντικό ρόλο. Ο έφηβος έχει να αντιμετωπίσει σειρά αλλαγών που πολλές φορές δυσκολεύεται να διαχειριστεί. Η οικογένεια καλείται να σταθεί δίπλα του, ακούγοντας την ανησυχία του και παράλληλα επιτρέποντας και ενισχύοντας τη διαφοροποίησή του.

Οι έφηβοι γνωρίζουν πια ότι η δική τους θέαση της πραγματικότητας είναι μια επιλογή από τις πολλές που μπορούν να έχουν, και όχι η μόνη αλήθεια όπως προηγουμένως πίστευαν. Η αμφισβήτηση της όποιας γνώσης, του όποιου προτύπου τους έχει δοθεί, είναι μια υγιής αντίδραση στην προσπάθειά τους να βάλουν τη δική τους πινελιά στην πραγματικότητα. Οι γονείς καλούνται να αγκαλιάσουν αυτή τους την προσπάθεια, αντέχοντας την αμφισβήτηση και παρέχοντας σιωπηλά πρότυπο για μια υγιή εξέλιξη του εφήβου.

Οι μεγάλες αυτές αλλαγές που συντελούνται κατά την περίοδο αυτή, συχνά δυσκολεύουν όλα τα μέλη της οικογένειας. Είναι σημαντικό, επειδή ακριβώς μιλάμε για μεταβατική φάση, αυτή η μετάβαση να γίνει καλά. Το καλά δε σημαίνει χωρίς δυσκολία. Το καλά σημαίνει με πίστη και εμπιστοσύνη ότι η οικογένεια είναι τόσο «κοντά» στον έφηβο ώστε να δέχεται τη δυσκολία του, και τόσο «μακριά» ώστε να επιτρέπει την διαφοροποίηση του. Η εύρεση αυτής της δύσκολης αναλογίας κοντινότητας – απόστασης, διαφέρει κατά περίπτωση και δεν αφορά συμβουλευτικά λόγια, αλλά απαιτεί εκ νέου κάθε φορά παραγωγή της.

Οι οικογένειες που σε αυτές τις φάσεις απευθύνονται σε ειδικό, έχουν και οι ίδιοι να επεξεργαστούν δικά τους θέματα, που μεταβολίζοντας τα, περνάνε στα παιδιά τους, όχι σαν μια στείρα θεωρία που πρέπει να ακολουθήσουν, αλλά σαν στάση ζωής που επιτρέπει το προχώρημα σε πολλά επίπεδα. Μόνο σεβασμό τρέφω για αυτούς τους ανθρώπους. Για τον τρόπο που ενώ το παιδί τους τους δυσκολεύει, μπορούν να το κοιτούν τρυφερά, και να κάνουν τη δική του δυσκολία, αφορμή για δικό τους προχώρημα. Που αξιοποιούν τη δική του αμφισβήτηση θέτοντας ερωτήματα για τη δική τους πορεία, όχι ενοχικά, αλλά δημιουργικά αναζητώντας νέες τρόπους αναγέννησης…

Η μόρφωση ως το αντίδοτο σε μια κοινωνική στάση αφορισμού

Μια κοινωνία παραμένει ζωντανή και ανοιχτή όταν εμείς κινούμαστε μέσα σε αυτήνֹ.

Οι άνθρωποι κοινωνικά στρέφονται και τρέφονται με δαχτυλοδειχτούμενες φιγούρες και αποδιοπομπαίους τράγους που αποτελούν την πιο βολική λύση σε θέματα που τους «ταράζουν» και τους ταρακουνούν. Στην συνέχεια, τους (αφορισμένους) αποστρέφονται ανενεργοί και χαμένοι στην δική τους ζωή. Ίσως τάχα κινούνται έτσι; Κι αν ναι, προς τα που;

Οι άνθρωποι τρώνε με λαιμαργία τα κακώς κείμενα και σταματούν μόνο όταν ξεθωριάσει το ενδιαφέρον τους ή όταν επέλθει ο κορεσμός. Πολύ εύκολα ανεβάζουν ή κατεβάζουν. Με εκπληκτικά μηχανικές κινήσεις «καταδικάζουν, επικροτούν, βρίζουν». Και αφορίζουν. Αυτό που τους ξεβολεύει από την δική τους πραγματικότητα (σχεδόν την «τύφλωση» τους) και επειδή αδυνατούν –τουλάχιστον έτσι νομίζουν- να το αντιμετωπίσουν στην καλύτερη το μειώνουν και στην χειρότερη το εξευτελίζουν. Βοηθάει ορισμένες φορές και η κακή χρήση της τεχνολογίας.

Στην απέναντι όχθη, χρειάζεται να σκεφτείς και ν’ αναθεωρήσεις για να χωρέσει το μυαλό σου αυτούς που ζουν διαφορετικά από σένα (διαφορετικοί είμαστε όλοι, αυτό είναι και το κοινό μας σημείο!). Να χτίσεις μια γέφυρα για να περάσεις το ποτάμι, αλλά εκεί χρειάζεσαι πολλά χέρια, που μπορείς να εμπιστευτείς. Το τολμάς;

Οι άνθρωποι λατρεύουν να θαυμάζουν ηγέτες που είναι ακραίοι σε όλες τις εκφάνσεις της ζωής τους λες και δίνουν την καλύτερη παράσταση της ζωής τους. Περιμένουν σαν πιστοί θεατές να τους δώσουν ένα άηχο και άχρωμο χειροκρότημα, επειδή τους γλύκαναν τα ψέματα. Κάθε είδους ψέματα, κάθε είδους ηγέτες που ξεμυτίζουν με ακατανόητους μονολόγους- προσοχή! ο μεγαλύτερος δυνάστης μπορεί να γίνει ο εαυτός μας.

Οι άνθρωποι αγαπούν το προσκήνιο και όχι το παρασκήνιο. Το παρασκήνιο είναι η προετοιμασία, ο κόπος και απαιτεί χρόνο. Και ο χρόνος (μας) είναι πολύτιμος μόνο για το προσκήνιο, εκεί που φαινόμαστε αλλά δεν είμαστε.

Οι άνθρωποι και η μόρφωση. Η μόρφωση ως διαδικασία: δίνω μορφή-σχηματίζω-δημιουργώ. Η μόρφωση κλυδωνίζει τα συστήματα των ανθρώπων και πιο πολύ αυτά που έχουν μουχλιάσει με τον καιρό, Αυτά που περικυκλώνονται από ηθικούς -δήθεν- νεωτερισμούς και μονοθεϊστές της αλήθειας. Είμαστε άραγε σύγχρονοι της εποχής μας ή ταυτόχρονα ανίδεοι;

Η μόρφωση είναι η αρχή, να ορίσεις, να οραματιστείς, να σχεδιάσεις, από ύλη και σκέψη. Όπως ένα έμβρυο παίρνει μορφή στην μήτρα της μητέρας με φυσικά χαρακτηριστικά και έπειτα γεννιέται-παίρνει μορφή- με τα όνειρα, τις σκέψεις, τις ευχές και τις προσδοκίες των δικών του.

Οι άνθρωποι χρειάζονται την μόρφωση όπως ένας καλλιτέχνης το έργο του και αντίστροφα. Όταν μορφώνεις και μορφώνεσαι-δηλαδή δίνεις νόημα και σχήμα στον εαυτό σου, στα πράγματα και στις σχέσεις- δεν έχεις ανάγκη από αποδιοπομπαίους τράγους και ηγέτες, από ψεύτικα χειροκροτήματα γιατί είσαι ελεύθερος. Η επιθυμία σου δεν ακουμπά την επιθετικότητα και τον αφορισμό, την εχθρικότητα και το μίσος αλλά τον σεβασμό και την κατανόηση του κόσμου γύρω σου, γιατί εσύ τον συν-δημιούργησες.

Μια μόρφωση, όμως, που να εμπεριέχει όλες τις δυνατές αλήθειες και τις απλές ή πολύπλοκες μορφές. Για αυτήν αξίζει να παλέψουμε και να την δώσουμε ως «αντίδοτο».

Η αγάπη και η αποδοχή του εαυτού μας είναι πράξη θάρρους!

Οι ιδέες της αγάπης και της αποδοχής του εαυτού μας ήταν, και εξακολουθούν να είναι, επαναστατικές για μένα. Ζήτησα από τους αναγνώστες του blog μου να μου πουν τη γνώμη τους σχετικά με τη σημασία της αγάπης του εαυτού μας και με την άποψη ότι δεν μπορούμε να αγαπήσουμε τους άλλους περισσότερο από τον εαυτό μας. Ε λοιπόν, η συζήτηση στο τμήμα των σχολίων άναψε για τα καλά!

Αρκετοί ήταν εκείνοι που διαφώνησαν με πάθος με την άποψη ότι η αγάπη του εαυτού μας είναι προαπαιτούμενο για να αγαπήσουμε τους άλλους.

Κάποιοι άλλοι υποστήριξαν ότι, αγαπώντας τους άλλους, μαθαίνουμε να αγαπάμε περισσότερο τον εαυτό μας. Κάποιοι άφησαν απλώς κάποια σχόλια του είδους : «Σ΄ευχαριστώ που μου κατέστρεψες τη μέρα – δεν έχω καμιά όρεξη να σκέφτομαι τέτοια πράγματα». Υπήρχαν και δυο σχόλια που αναφέρονταν με πολύ άμεσα λόγια στην πολυπλοκότητα αυτών των ιδεών και θέλω να τα μοιραστώ μαζί σου.

Η Justin Valentin, ειδική σε θέματα ψυχικής υγείας, συγγραφέας και φωτογράφος, έγραψε: «Μέσω των παιδιών μου, έμαθα να αγαπώ χωρίς όρους, να είμαι συμπονετική με τον εαυτό μου σε στιγμές που νιώθω χάλια και να είμαι πολύ πιο δοτική.

Όταν κοιτάζω τη μία από τις κόρες μου, που μου μοιάζει πολύ, βλέπω τον εαυτό μου μικρό κοριτσάκι. Αυτό μου θυμίζει να είμαι πιο στοργική προς το μικρό κοριτσάκι που ζει μέσα μου, να το αγαπώ και να αποδέχομαι ότι είναι μέρος μου. Η αγάπη μου για τις κόρες μου είναι που με κάνει να θέλω να είμαι καλύτερος άνθρωπος και να αγαπήσω και να αποδεχτώ τον εαυτό μου. Παρ΄όλα αυτά, εξακολουθεί να μου είναι πολύ πιο εύκολο να αγαπώ τις κόρες μου παρά τον εαυτό μου.

Ίσως αν το σκεφτώ έτσι είναι πιο κατανοητό: πολλές από τις ασθενείς μου είναι μητέρες που αγωνίζονται να απαλλαγούν από τον εθισμό στα ναρκωτικά. Αγαπούν τα παιδιά τους περισσότερο από τον εαυτό τους. Καταστρέφουν τη δική τους ζωή, μισούν τον εαυτό τους αλλά αγαπούν τα παιδιά τους. Πιστεύουν ότι τα παιδιά τους είναι αξιαγάπητα αλλά οι ίδιες όχι. Επιφανειακά, κάποιος μπορεί να πει ότι ναι, πράγματι μερικές από αυτές τις γυναίκες αγαπούν τα παιδιά τους περισσότερο από τον εαυτό τους.

Ωστόσο, το να αγαπάς τα παιδιά σου δεν σημαίνει άραγε να μην τα δηλητηριάζεις σκόπιμα, όπως δηλητηριάζεις τον εαυτό σου; Ίσως αυτό το θέμα να μοιάζει με το παθητικό κάπνισμα. Στην αρχή, δεν το θεωρούσαν τόσο επικίνδυνο και έλεγαν ότι με το να καπνίζουμε βλάπταμε μόνο τον εαυτό μας. Κι όμως, όπως έχουμε πια μάθει εδώ και αρκετά χρόνια, το παθητικό κάπνισμα είναι πολύ επικίνδυνο».

Η Renae Cobb, εκπαιδευόμενη θεραπεύτρια και συγγραφέας που ασχολείται περιστασιακά με τα blog, έγραψε: «Σίγουρα, οι άνθρωποι που αγαπάμε μας εμπνέουν να αγγίζουμε ύψη της αγάπης και της συμπόνιας που ίσως δεν θα τα φτάναμε ποτέ αλλιώς. Όμως, για να ανέβουμε σκαλί σκαλί μέχρι αυτά τα ύψη, συχνά χρειάζεται να αγγίξουμε τα βάθη του ποιοι είμαστε εμείς – το φως και τη σκιά μας, το καλό και το κακό μέσα μας, το στοργικό και το καταστροφικό – και να κατανοήσουμε τα δικά μας θέματα για να μπορέσουμε να τους αγαπήσουμε περισσότερο.

Επομένως, δεν νομίζω ότι το ένα προηγείται του άλλου, αλλά ότι και τα δυο συνυπάρχουν και αναπτύσσονται μαζί. Αγαπάμε τους άλλους με πάθος, ίσως περισσότερο από όσο νομίζουμε ότι αγαπάμε τον εαυτό μας, αλλά αυτή η παθιασμένη αγάπη μας οδηγεί στα δικά μας βάθη, ώστε να μάθουμε να είμαστε συμπονετικοί με τον εαυτό μας».

Συμφωνώ και με τις δυο. Η αγάπη και η αποδοχή του εαυτού μας είναι οι ύψιστες πράξεις θάρρους. Σε μια κοινωνία που λέει: “Βάλε τον εαυτό σου τελευταίο”, η αγάπη και η αποδοχή του εαυτού μας είναι σχεδόν επαναστατικές πράξεις. Αν θέλουμε να λάβουμε μέρος σε αυτή την επανάσταση, χρειάζεται να κατανοήσουμε την ανατομία του “αγαπώ” και του “ανήκω”. Χρειάζεται να καταλάβουμε πότε και πώς ζητιανεύουμε την αξία μας αντί να τη διεκδικούμε. Και χρειάζεται να κατανοήσουμε τα εμπόδια που μπαίνουν στο δρόμο μας.

Εμπόδια συναντάμε σε κάθε μας ταξίδι, Το Ολόψυχο ταξίδι της ζωής μας δεν αποτελεί εξαίρεση.

Πώς μπορούσα μέσα σ’ έναν τέτοιο κόσμο να μην είμαι ένας λύκος της στέπας

Σχετική εικόναΈτσι κατέβηκα τις σκάλες από τη σοφίτα μου, αυτές τις σκάλες της ξενιτιάς, που τόσο δύσκολα τις ανεβαίνεις, αυτές τις καθαρές και φροντισμένες σκάλες, ενός αξιοπρεπέστατου αστικού σπιτιού, στο οποίο στεγάζονται τρεις οικογένειες κι εγώ, που έχω το ερημητήριό μου στην σοφίτα. Δεν ξέρω πώς συμβαίνει αυτό, εγώ ο Λύκος της Στέπας, που είμαι χωρίς πατρίδα και μισώ αυτόν το μικρό αστικό κόσμο, να μένω συνήθως σε τέτοια αστικά σπίτια. Ίσως πρόκειται για έναν παλιό συναισθηματισμό. Δε μένω ούτε σε παλάτια ούτε σε σπίτια προλετάριων, αλλά σχεδόν πάντοτε σε τέτοιες αστικές φωλιές, όπου μένουν πολύ αξιοπρεπείς, άμεμπτοι και πολύ ανιαροί άνθρωποι- εδώ μυρίζει συνέχεια σαπούνι και καθαριότητα και φοβάσαι να χτυπήσεις λίγο πιο δυνατά την πόρτα ή να μπεις μέσα με λασπωμένα παπούτσια. Πάντως, χωρίς αμφιβολία αγαπώ αυτή την ατμόσφαιρα, ακόμα από τα παιδικά μου χρόνια και πάντοτε η κρυφή μου λαχτάρα, σαν να γυρεύω την πατρίδα μου, με οδηγεί απελπισμένα στους ίδιους δρόμους. Και πάντοτε δέχομαι ευχάριστα αυτή την αντίθεση, να ζω άτακτα, άχαρα, μόνος και καταπιεσμένος μέσα σ’ ένα οικογενειακό αστικό περιβάλλον. Μ’ αρέσει πολύ αυτό, να ανασαίνω στη σκάλα αυτή την οσμή της ησυχίας, της τάξης, της καθαριότητας, της αξιοπρέπειας και της πειθαρχίας, που παρά το μίσος που νιώθω για την αστική τάξη, αισθάνομαι κάτι συγκλονιστικό, και μ’ αρέσει, μετά να περνώ το κατώφλι του δωματίου μου, όπου όλα αυτά σταματούν, όπου πάλι ανάμεσα στους σωρούς των βιβλίων υπάρχουν τα αποτσίγαρα και τα μπουκάλια του κρασιού, όπου όλα είναι ακατάστατα και αφρόντιστα, κι όπου όλα, βιβλία, χειρόγραφα, σκέψεις, είναι διαποτισμένα από την αγωνία του μοναχικού, από την προβληματική της ανθρώπινης ύπαρξης, από την νοσταλγία να αποκτήσει η ζωή ένα καινούργιο νόημα, γιατί σήμερα έχει χάσει κάθε νόημα…

Όχι είναι πολύ δύσκολο να βρεις αυτό το θείο αχνάρι μέσα σ’ αυτή τη ζωή που περνάμε, μέσα σ’ αυτόν το χρόνο τον τόσο απνευμάτιστο, αστικό κι ευτυχισμένο, μέσα σ’ αυτά τα αρχιτεκτονικά σχέδια, τις επιχειρήσεις, την πολιτική και τους ανθρώπους! Πώς μπορούσα μέσα σ’ έναν τέτοιο κόσμο να μην είμαι ένας λύκος της στέπας, ένας άξεστος ερημίτης, μια που δεν καταλάβαινα κανέναν από τους σκοπούς του και δεν ένιωθα καμιά από τις χαρές του! Δεν μπορώ ούτε σ’ ένα θέατρο ούτε σ’ ένα κινηματογράφο να παραμείνω πολλή ώρα, δεν μπορώ να διαβάσω μια εφημερίδα και πολύ σπάνια διαβάζω ένα μοντέρνο βιβλίο- δεν μπορώ να καταλάβω ποια όρεξη και ποια χαρά σπρώχνουν τους ανθρώπους στα ταξίδια και τα ξενοδοχεία, στα γεμάτα καφέ-μπαρ με την πνιγερή μουσική και στα μπαρ και τις παραστάσεις βαριετέ των μεγαλουπόλεων, στις εκθέσεις, στους αγώνες αυτοκινήτων, στα γήπεδα και στις διαλέξεις γι’ αυτούς που διψούν για μόρφωση! Όλες αυτές τις χαρές, που θα μπορούσα να τις φτάσω και να επιδιώξω άλλες τόσες, δεν μπορώ να τις καταλάβω ούτε συμμετέχω σ’ αυτές. Αντίθετα, αυτό που σε μένα προξενεί τις σπάνιες ώρες της χαράς, αυτό που είναι για μένα ηδονή, βίωμα, έκσταση και εξύψωση, βρίσκεται μόνο στην ποίηση, ενώ στη ζωή φαίνεται να ‘ναι αφύσικο. Και πράγματι, αν ο κόσμος έχει δίκιο, αν αυτή η μουσική στα μπαρ, αυτές οι μαζικές ικανοποιήσεις μέσα στα πλήθη κι αυτός ο αμερικανικός τρόπος ζωής είναι πράγματα δικαιωμένα, τότε εγώ έχω το άδικο, είμαι τρελός, πραγματικά ένας λύκος της στέπας, όπως συχνά ονόμαζα τον εαυτό μου- είμαι οπωσδήποτε ένα περιπλανώμενο θηρίο, μέσα σ’ έναν ξένο κι ακατανόητο κόσμο, που δεν μπορεί πια να βρει την πατρίδα του, την τροφή και τον αέρα του.

ΕΡΜΑΝ ΕΣΣΕ, Ο Λύκος της Στέπας

Θα αρχίσεις να παρατηρείς τις ευκαιρίες που κρύβονται ακόμα και στην κατάσταση που ήδη βρίσκεσαι.

Η λέξη-κλειδί για τις περιόδους κρίσης είναι η εστίαση. Να εστιάζεις ξανά και ξανά την προσοχή σου σε αυτά που είναι σημαντικά για σένα. Να ψάχνεις κάθε μέρα πράγματα που σου δίνουν χαρά. Μπορεί να είναι κάτι απλό, όπως μια βόλτα, μια συζήτηση στο τηλέφωνο με ένα θετικό φίλο, ένα χαλαρωτικό μπάνιο· κάν’ το! Επίσης εστίασε την προσοχή σου με αποφασιστικότητα και θάρρος στα πράγματα που πραγματικά έχουν σημασία για σένα, σε αυτά που συμφωνούν με τους στόχους σου. Άκου την προσωπική σου διαίσθηση και ακολούθησέ την.

Καθώς επανακτάς την αυτοεκτίμησή σου, καθώς νιώθεις ξανά την προσωπική σου αξία και μειώνεις τους φόβους σου, θα αρχίσεις να παρατηρείς τις ευκαιρίες που κρύβονται ακόμα και στην κατάσταση που ήδη βρίσκεσαι. Όταν νιώθουμε να μας επιβάλλεται κάποια αλλαγή, συχνά γινόμαστε πολύ πεισματάρηδες. Ασφαλώς πρέπει να κάνουμε τις ανάλογες ενέργειες για να βεβαιωνόμαστε ότι δε μας εξαναγκάζουν σε πράγματα που είναι εναντίον των συμφερόντων μας, αλλά επίσης πάντα βοηθάει να έχουμε τα μάτια μας ανοιχτά για τυχόν ευκαιρίες που θα προσφέρει αυτή η αλλαγή.

Αν και στην αρχή μπορεί να μην το πιστεύεις, να είσαι ανοιχτός στο ενδεχόμενο η αλλαγή να είναι προς το καλύτερο και όχι προς το χειρότερο, και τελικά να βγεις κερδισμένος σε σχέση με πριν. Για παράδειγμα, μπορεί να έχασες τη δουλειά σου λόγω περιορισμού των θέσεων εργασίας, αλλά έτσι ίσως να μη χρειάζεται πια να κάνεις μια δουλειά που μισείς. Μπορεί αυτή τη στιγμή να αντιμετωπίζεις δυσκολίες σχετικά με τα δικαιώματά σου ως άτομο, ως καταναλωτής, ως ενοικιαστής ή ως υπάλληλος. Ωστόσο πιθανόν να καταλήξεις να έχεις περισσότερα δικαιώματα από αυτά είχες προηγουμένως. Αφού αποδεχτείς αυτά τα ενδεχόμενα, άρχισε να εξετάζεις πώς θα ήθελες να εξελιχθούν τα πράγματα. Για παράδειγμα, ποια δουλειά θα ήθελες πραγματικά να κάνεις, ή πώς θα ήθελες να σε αντιμετωπίζουν οι άλλοι; Άρχισε να σχηματίζεις στο μυαλό σου τις ανάλογες εικόνες. Πώς μπορείς να δημιουργείς ευκαιρίες; Άρχισε να κάνεις θετικές σκέψεις και άκου προσεκτικά την προσωπική σου διαίσθηση.

Οι αλλαγές ενδέχεται να είναι πολύ θετικές· μπορεί να σου προσφέρουν κάθε είδους καινούριες και συναρπαστικές ευκαιρίες – καινούριους ανθρώπους, νέους και καλύτερους τρόπους διεξαγωγής των δραστηριοτήτων σου, μεγαλύτερη ευτυχία και εσωτερική εκπλήρωση. Ίσως θυμάσαι κάποιες αλλαγές που σου επιβλήθηκαν αναγκαστικά και μετά ανακάλυψες ότι ήταν για το καλό σου. Από μια θέση υψηλής αυτοεκτίμησης εστίασε την προσοχή σου στο καλύτερο δυνατό αποτέλεσμα, σε αυτό που σου φέρνει χαρά και είναι σύμφωνο με τους στόχους σου· ψάξε για άμεσα καθώς και για μακροπρόθεσμα πλεονεκτήματα. Χαλάρωσε και παρατήρησε .

ΤΟ ΤΡΑΝΤΑΓΜΑ

Η συνείδησή μας πάμπολλες φορές δρα, αντιδρά, επεξεργάζεται, προβληματίζεται καθώς και απαξιώνει ή υπερεκτιμά διάφορες καταστάσεις, γεγονότα, ακόμα και άτομα.

Πρέπει να φανούμε δυνατοί, άξιοί της να σταθμούμε τα υπέρ και τα κατά κάποιου ατόμου ή κατάστασης, να καταφέρουμε να αναλογιστούμε συνθήκες, καταστάσεις που επιφέρουν αυτά τα αποτελέσματα και με καθαρό μυαλό και συναίσθηση του τι μας γίνεται να σταθούμε αμερόληπτοι και να κινήσουμε για το μακρύ, το μεγάλο ταξίδι των διαπραγματεύσεων και των συνειδητών απαλλαγών μας και επιλογών μας συνάμα.

Κι όντως έρχεται η ώρα εκείνη, η στιγμή που τραντάζεται το είναι μας, που συθέμελα ταράζεται όλη μας η υπόσταση, αν και εφόσον σταθούμε τυχεροί και αντιληφθούμε τον όλεθρο και την καταστροφή στην οποία οδεύαμε και πως, άσχετα με το τι μας έλεγαν ή μας προέτρεπαν οι άλλοι, εμείς κινούσαμε τα δικά μας νήματα, απεγκλωβισμένα από τις δικές μας μεν ηττοπάθειες, αλλά εναρμονισμένα και εφαπτόμενα με τις πτυχές του χαρακτήρα των άλλων.

Συνηθισμένοι και απόλυτα ελεγχόμενοι, κινούμασταν και πράτταμε σύμφωνα με τα δικά τους μέτρα και σταθμά, σύμφωνα πάντα ως «στρατιωτάκια» με τα δικά τους παραγγέλματα, υπάκοοι και υπήκοοί τους.

Σε όλη αυτή λοιπόν τη συμπεριφορά δεν τίθεται θέμα ευεργεσίας και καλής θελήσεως, καθώς και το να διαδεχθεί η δική μας συμπεριφορά, όπως και η ιώβεια υπομονή μας, τα δικά τους κατεστημένα ενός παράλογου θεάτρου, προτάσσοντας εμάς ως πρωταγωνιστές κάποια στιγμή ή κομπάρσους κάποια άλλη.

Την ευεργεσία τη νοιώθουμε, την αποδίδουμε και δεν την ανταμοίβουμε ως υποχρέωση.

ΟΤΑΝ ΤΟ ΑΝ ΓΙΝΕΤΑΙ ΝΑ… ΕΜΕΙΣ ΟΙ ΔΥΟ ΓΙΝΟΜΑΣΤΕ ΕΝΑ

-Αν σε ρώταγα τι σημαίνει για σένα το Αν ως έννοια, τι θα μου απαντούσες;
– Σημαίνει όλα εκείνα που δεν τόλμησα, όλα όσα ονειρεύτηκα και προσπέρασα.
– ΑΝ λοιπόν αλλάξουμε το σκηνικό, ποιος σε σταματά;
– Κανείς και τίποτα πια… ΝΑ ονειρευτώ… ΝΑ τολμήσω… ΝΑ κινηθώ… ΝΑ ζήσω.

Αυτό ΝΑ σκέφτεσαι τώρα που το πήρα απόφαση. Κανείς και τίποτα πια δεν με σταματά.
Η ζωή του ΑΝ είχε τους λόγους της. Λειτούργησε για να καλύψει τα ακάλυπτα, τους ευσεβείς εκείνους πόθους που ποτέ δεν διεκδίκησα, τα όνειρα που ενίοτε με ξεπερνούσαν, τις επιθυμίες που εναγωνίως έψαχναν τρόπο εκπλήρωσης, τους φόβους που ποτέ δεν ξόρκιζα.

Η πίστα του ΑΝ βρίσκεται πάντα εκεί, είναι όμως η πρώτη δοκιμασία που σου επιτρέπει να περάσεις στην επόμενη.

Κάπως έτσι λειτούργησε σ’ εμένα και πέρασε ανεπιστρεπτί και μαζί μ’ αυτή και η δήθεν αδυναμία μου.

Τόσα μικρά ασήμαντα Αν μαζεμένα.
Αν ήμουν εκεί;… Πλησίασα αρκετές φορές για να φτάσω στο εκεί.
Αν συνέβαινε αυτό;… Για να συμβεί αυτό, χρειαζόταν να προηγηθεί το άλλο…

Κι απ’ την άλλη… τόσα μικρά σημαντικά Αν μαζεμένα.
ΑΝ τα καταφέρω…
ΑΝ επιλέξεις…
ΑΝ δεν υπήρχε το πλαίσιο;
ΑΝ μου είχες μιλήσει…
ΑΝ σε είχα ακούσει;…
ΑΝ δεν κρυβόσουν;…
ΑΝ σου είχα πει την αλήθεια;
ΑΝ γνώριζες την αλήθεια…
ΑΝ τολμούσες;…
ΑΝ προσπαθήσω…
ΑΝ σε διεκδικήσω;
ΑΝ… σ’ αγαπώ;

Γνωρίζω για Εσένα μόνο, ότι έχουμε τα ίδια διλήμματα.
Στο ΑΝ πλέον δε διστάζω… μπορώ να νιώσω τη σημαντικότητα της επιθυμίας μου.

Έπαψα πλέον να με ξεγελώ. Έμαθα ΝΑ με σκανάρω… ΝΑ με καταλαβαίνω… ΝΑ με ζω.

Και κάπως έτσι τα ΑΝ μου ένιωσα ότι ΘΑ τα καταφέρουν… και κοίτα που γίνονται όλα ΝΑ.
Όλα ΝΑ με θυμίζουν όπως εκείνο το τραγούδι που μου σιγοψιθύρισες…

ΝΑ μπορείς να σκεφτείς την εξέλιξη… αυτό είναι το ζητούμενο.
ΝΑ… κοίτα αν αμφιβάλλεις ακόμη… πώς να περιγράψεις το ρίγος μου με λέξεις.
ΝΑ τα καταφέρω… γατί Σε χρειάζομαι στη ζωή μου… η γη μου είσαι Εσύ.
ΝΑ επιλέξεις… είσαι ζωντανός οργανισμός, η επιθυμία σου συνυπάρχει και σε καθοδηγεί.
ΝΑ υπάρχω στο πλαίσιο… στο αυτονόητο, τίποτα δεν είναι δεδομένο.
ΝΑ μου μιλήσεις… δεν σου έχουν συμβεί και λίγα… πάρε το χρόνο του για να νιώσεις.
ΝΑ σε ακούσω… σε ακούω πλέον σε όλους τους άλλους… οι άνθρωποί μου είσαι Εσύ.
ΝΑ κρύβεσαι… έχεις τους λόγους σου… κι εκείνοι κρύβουν τις απαντήσεις που αναζητάς.
ΝΑ σου πω την αλήθεια… τώρα πλέον γνωρίζω τι είσαι για μένα, δεν σε αμφισβητώ.
ΝΑ γνωρίζεις την αλήθεια… ποτέ δεν είναι αργά για επιλογές καρδιάς και αποφάσεις.
ΝΑ τολμήσω… να σου πω συγνώμη για κάθε επίθεση που δέχτηκες ασυνείδητα.
ΝΑ ξαναπροσπαθήσω… να χωθώ στην αγκαλιά σου… μόνο στο σχήμα μας κλείνει.
ΝΑ σε διεκδικήσω… η ερημιά και ο θάνατος βρίσκονται εκεί όπου δεν βρίσκεσαι Εσύ.
ΝΑ σου πω πάλι σ’ αγαπώ… βρίσκουν νόημα οι λέξεις όταν νιώσουν που ανήκουν…
ΝΑ σου πω μάτια μου όμορφα… η Ζωή μου τι είναι αν δεν είσαι Εσύ;
ΝΑ μου τραγουδήσεις ξανά όπως τότε…
Να κοιμηθούμε αγκαλιά…
Να μπερδευτούν τα όνειρά μας…
και για μια ολόκληρη ζωή,
Να είναι η Ζωή δικιά μας…

Έφτασε η ώρα ΝΑ σε συναντήσω.
Εκεί που κλειδώνουν οι συντεταγμένες…
Γιατί σ’ αυτή τη ζωή, όλα είναι θέμα οπτικής.
Όσο για Εσένα…
ΝΑ με περιμένεις.

ΥΓ. Κι εσύ που εύχεσαι και πολεμάς για το αντίθετο… το φόβο μου ΝΑ έχεις.

Ιδού η Ιθάκη

Ο Οδυσσέας, που ξύπνησε στην πατρίδα του χωρίς να το γνωρίζει, μη αναγωρίζοντας τη θεά Αθηνά, που με θωριά βοσκόπουλου στέκεται μπροστά του, πέφτει στα γόνατα κι αρχίζει τα παρακάλια:

«Μια και σε αντάμωσα, καλόπαιδο, στα μέρη ετούτα πρώτο,
γεια και χαρά σου!
Είμαι ικέτης σου, τα γόνατά σου πιάνω.
Κι ακόμα αυτό σωστά μολόγα μου, να ξέρω, σε ποια χώρα,
σε ποιους ανθρώπους τώρα βρέθηκα; ποιοι ζουν σ΄ αυτά τα μέρη;»

Η Ιθάκη

Την Παλλάδα της Ιθάκης ξεναγό ο ποιητής την κάνει.
Αυτή μας περιγράφει τι παράγουν τα τραχιά της τα χώματα, που διόλου φτωχιά δεν την κάνουν, αφού εργατικός, φιλόπονος είναι όλος ο πληθυσμός της.
« Τραχιά είναι αλήθεια η γη της, άλογα δεν τρέχουν εδώ πέρα,
μα κι αν δεν είναι τόσο απλόχωρη, τη φτώχια δεν την ξέρει·
βγάζει μαθές το στάρι αμέτρητο και το κρασί περίσσιο,
τι και οι βροχές και η δρόσο αδιάκοπα το χώμα της νοτίζουν.
Γίδια και βόδια έχουν βοσκότοπους καλούς, και δέντρα μύρια
προκόβουν, και πηγές αστέρευτες ποτίζουν τα κοπάδια.
γι΄ αυτό κι η Ιθάκη, ξένε, ακούστηκεν ως και στης Τροίας τα μέρη,
που από τη χώρα αλάργα βρίσκεται των Αχαιών, ως λένε.»

Η άμετρη χαρά δεν τον παρασύρει να φανερωθεί, μια που η πονηριά του, η έμφυτη, την ξεπερνά σε δύναμη, ως η δεύτερή του φύση:

«Στα λόγια τούτα ο θείος, πολύπαθος ξανάσανε Οδυσσέας
όλο χαρά, απ΄ του βροντοσκούταρου του Δία τη θυγατέρα,
μα την αλήθεια δε μολόγησε, μόν΄ πήρε πίσω ό,τι είχε
να πει, τι πάντα ο νους του δούλευε με πονηριά στα στήθη».

Μπορεί να τράβηξε πολλά, στη γη του να πατήσει, όμως δεν έχασε τη μαστοριά να πλάθει ιστορίες, άμα αυτές όφελος του χαρίζουν.

Μια παραπλανητική ιστορία επινοεί, πλαστή ταυτότητα εμφανίζει:

«Για την Ιθάκη στην απλόχωρη κι εγώ έχω ακούσει Κρήτη,
πέρα απ΄ τη θάλασσα· να που ΄φτασα στα μέρη αυτά κι ατός μου
με τούτο εδώ το βιος, αφήνοντας τ΄ άλλα μισά στους γιους μου.
Έχω μισέψει, γιατί σκότωσα το γιο του Ιδομενέα,
το γοργοπόδη τον Ορσίλοχο, που στην πλατιά την Κρήτη
άλλος θνητός δεν του παράβγαινε στα γρήγορα ποδάρια.
Όλα μαθές τα κούρσα εγύρευε που ΄χα απ΄ την Τροία φερμένα
να μου τ΄ αρπάξει, ας είχα βάσανα γι΄ αυτά πολλά τραβήξει
μέσα σε τόσα αντροπαλέματα και κύματα αγριεμένα.
Δεν είχα λέει σταθεί του κύρη του στης Τροίας τα μέρη πέρα...
 ως γυρνούσε απ΄ τα χωράφια του, καρτέρι μ΄ ένα φίλο
στήνω στο δρόμο πλάι και του ΄ριξα με χάλκινο κοντάρι.
Μα ως πια με κοφτερό τον σκότωσα χαλκό, κινώ και φεύγω,
κι ένα καράβι πετυχαίνοντας στους Φοίνικες προσπέφτω
τους αντρειανούς κι από τα κούρσα μου τους δίνω πλούσια δώρα·
ν΄ ανέβω στ΄ άρμενό τους γύρευα, στην Πύλο να με βγάλουν,
για ακόμα και στη θεία την Ήλιδα, των Επειών τη χώρα.
Μα εκεί να πιάσουν δεν κατάφεραν, σπρωγμένοι απ΄ τους ανέμους,
πολύ άθελά τους· δεν εγύρευαν μαθές να με γελάσουν.
Ξεστρατισμένοι εκείθε φτάνουμε στα μέρη αυτά τη νύχτα,
και λάμνοντας γοργά τρομάξαμε να μπούμε στο λιμάνι·
κι ούτ΄ ένας μας να φάει θυμήθηκε, κι ας είχαμε όλοι ανάγκη,
μόν΄ όπως βγήκαμε, βρεθήκαμε στον άμμο ξαπλωμένοι.
Εγώ είχα απ΄ το βαρύ τον κάματο σε ύπνο γλυκά βουλιάξει,
κι αυτοί απ΄ το βαθουλό τους έβγαλαν καράβι τ΄ αγαθά μου,
κι ως τ΄ απίθωσαν, όπου εκοίτομουν κι εγώ, στον άμμο απάνω,
για της Σιδόνας πήραν κι έφυγαν τις πλούσιες χώρες πίσω
με το καράβι, παρατώντας με μονάχο στον καημό μου.»

Αυτή η ομορφοδεμένη διήγηση χαμόγελο χαρίζει στη θεά, άλλη όψη παίρνει, καμαρώνοντας την τέχνη του στο δόλο και στο ψέμα:

«Αυτά είπε, κι η Αθηνά η γλαυκόματη θεά, με χαμογέλιο
το χέρι απλώνοντας τον χάιδεψε· μεμιάς την όψη επήρε
γυναίκας όμορφης, τρανόκορμης, πιδέξιας ανυφάντρας,
και κράζοντάς τον ανεμάρπαστα κινούσε λόγια ομπρός του:

«Στην πονηριά αν κανείς παράβγαινε μαζί σου, ακόμα ας ήταν
θεός, ανάγκη πλήθος να ΄ξερε πλανέματα και δόλους!
Της πονηρίας τεχνίτη αχόρταγε, πια αλήθεια δε βαστιέσαι!
Μηδέ στη χώρα σου είπες φτάνοντας τις πονηριές ν΄ αφήσεις
και τις ψευτιές, που λες και χαίρεσαι, σαν που ΄ναι φυσικό σου!»

Η Αθηνά φανερώνεται:

«Κι εγώ δοξάζουμαι μες στους θεούς η πρώτη
για τις βουλές μου και τις τέχνες μου. Την Αθηνά Παλλάδα,
του Δία την κόρη, δεν τη γνώρισες.
Εγώ είμαι που τους Φαίακες έκαμα να σε αγαπήσουν όλοι·
και τώρα φτάνω εδώ να πλέξουμε βουλή μαζί καινούργια,
να κρύψω και το βιος, οι ασύγκριτοι που σου ΄χουν Φαίακες δώσει,
ως γύρναες σπίτι σου, από φώτιση κι από βουλή δικιά μου·
και να σου πω στο στέριο σπίτι σου τι βάσανα απ΄ τη μοίρα
σε καρτερούν ωστόσο βάσταξε και συ.....»

Ο Οδυσσέας όμως θα παραμείνει δύσπιστος...

Η Πρώτη Αναγνώριση στην επιστροφή του Οδυσσέα

 Ο ¨Ομηρος, θέλοντας να επιμηκύνει την αγωνία κι άλλο, πάνω στα τραχιά τα χώματα της Ιθάκης, που ο Οδυσσέας τα πατά έχοντας απορίες, αν να τα γλυκοφιλήσει πρέπει, «συνιστά» την ΠΡΩΤΗ ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΗ.

Ο Οδυσσέας θέλει σημάδια να πειστεί, πως της πατρίδας είναι το χώμα που πατεί, ψέμματα δεν χωρούνε.

Πίστεις ζητά, δεν εμπιστεύεται μήτε θεού το λόγο.

Υβρη δεν το ονομάζουμε αυτό, αφού εξυπηρετεί τον ποιητή να επιβραδύνει τη δράση, κι άλλη στην αγωνία μας παράταση να δώσει:

«Να σε γνωρίσει δεν είναι εύκολο, θεά, ο θνητός μπροστά του,
όσα κι αν ξέρει, τι την όψη σου κάθε φορά κι αλλάζεις.
Όμως στου Δία σε ορκίζω τ΄ όνομα, στα γόνατα σου πέφτω·
δεν το φαντάζουμαι πως έφτασα στην ξέφαντην Ιθάκη·
άλλη είναι η γη που τώρα βρέθηκα, θαρρώ, κι αν τα ΄πες τούτα,
το νου μου να πλανέσεις ήθελες και να με ξεγελάσεις.
Αχ, πες μου τώρα αλήθεια αν πάτησα τη γη την πατρική μου!»

Τα σημάδια αναγνώρισης η θεά Αθηνά τα δίνει:

«Και τώρα την Ιθάκη θα ΄θελα να ξεσκεπάσω ομπρός σου,
για να πιστέψεις: Να του Φόρκυνα του θαλασσογερόντου
ο κόρφος, να κι η ελιά η στενόφυλλη στου λιμανιού την κόχη,
και δίπλα το γαλαζοσκότεινο, χαριτωμένο σπήλιο,
ταμένο στις ξανθιές, τρισέβαστο, στις Νεροκόρες. Δες τη
τη θολωτή σπηλιά, κει που άλλοτε ποτέ σου δεν ξεχνούσες
στις Νεροκόρες αψεγάδιαστες τρανές θυσίες να κάνεις!
Κι αυτό είναι το βουνό το Νήριτο, με δάση σκεπασμένο.»
Μιλώντας την αντάρα σκόρπισε κι εφάνη γύρα ο τόπος·
και χάρηκε ο Οδυσσέας ο αρχοντικός, ο τρισβασανισμένος,
που είδε τη γη του, και τα χώματα φιλεί τα πολυθρόφα»

Θεά κι Οδυσσέας συμμαχούν:

Μαζί το χαλασμό των άνομων βουλεύονται μνηστήρων, το δίκιο να αποδοθεί μέσα στον οίκο που πάντα οι θεοί τιμούσαν.

Θεοί κι άνθρωποι συνομιλούν, συνωμοτούν, καρδιακοί φίλοι ως να ‘ναι.

Υπάρχει δέος, ασφαλώς, υπερέχει όμως περισσότερο το ανθρώπινο μες στην κουβέντα τούτη, που φέρνει στο μυαλό τον Κρητικό δημιουργό, τον Ν. Καζαντζάκη, όταν αναζητώντας το θεό κουβέντα στήνει μαζί του.

Επαναλαμβάνοντας, θα πω πως αυτή η σχέση δομείται πάνω στην αντίληψη του ανθρωπομορφισμού.

Η μεταμόρφωση του Οδυσσέα:

Ο Οδυσσέας μεταμορφώνεται σε γέροντα ζητιάνο, για ν’ αντιμετωπίσει τους μνηστήρες, που το σπιτικό του εξακολουθούν να διαγουμίζουν ακόμα:

«...κι ευτύς τον άγγιξε με το ραβδί που εκράτει,
και ζάρωσε το δέρμα τ΄ όμορφο στο λυγερό κορμί του,
της κεφαλής του τα ξανθόμαλλα τ΄ αφάνισε, με δέρμα
γερόντου του ΄ζωσε πολύχρονου τα μέλη γύρω γύρω,
του θόλωσε τα μάτια τα όμορφα, που ξάστραφταν ως τότε,
ακόμα με άλλα τον περίζωσε κουρέλια και χιτώνα,
λερά κι ολότρυπα, σε ανείπωτη μουντζούρα βουτηγμένα.
Λαφίνας γρήγορης του φόρεσε τρανό τομάρι τέλος,
ξεμαδημένο, και στο χέρι του ραβδί κι ένα σακούλι
βρώμικο, ολότρυπο, που εκρέμουνταν από σκοινί, του δίνει».

Ο Οδυσσέας αγνώριστος πια, κατά τη συμβουλή της θεάς, θ’ αποφύγει το παλάτι προς το παρόν και καταφύγιο θα βρεί στου πιστού του του χοιροβοσκού, του Εύμαιου την καλύβα.

Εκεί θα περιμένει τον Τηλέμαχο, το γιο του, από τη Λακεδαίμονα.

Πήγε εκείνος εκεί, ζητώντας απεγνωσμένα νέα του πατέρα του να μάθει.

Η Αθηνά σ’ αυτή την κατεύθυνση κινά, προς τη Λακεδαίμονα, στον Τηλέμαχο να σταθεί, να τον γλυτώσει από τη φονική παγίδα των μνηστήρων:

«Σαν έτσι τα ταίριαξαν, χώρισαν αυτή για του Οδυσσέα
κινάει το γιο στη Λακεδαίμονα τη θεία γοργά να φτάσει».

Οδύσσεια, ραψ. ν

Διαστημόπλοια με κινητήρες σύντηξης μέσα σε έναν αιώνα

Το ταξίδι προς τα άστρα αποτελεί ένα από τα παλαιότερα όνειρα της Ανθρωπότητας, ωστόσο τα τεχνολογικά μέσα για την επίτευξη μίας πραγματικής «επέκτασης προς το Διάστημα» παραμένουν περιορισμένα, καθώς, επανδρωμένες αποστολές δεν έχουν φτάσει πέρα από τη Σελήνη. Μετά το πρόγραμμα «Απόλλων» το ενδιαφέρον στράφηκε περισσότερο σε αποστολές σε τροχιά γύρω από τη Γη και χρήση μη επανδρωμένων, ρομποτικών σκαφών.

Ωστόσο, σύμφωνα με δημοσίευμα του space.com, κάποιες αισιόδοξες φωνές αναφέρουν πως αυτό θα έχει αλλάξει μέσα σε διάστημα ενός αιώνα, καθώς νέες τεχνολογίες θα επιτρέψουν υψηλότερες ταχύτητες, «ανοίγοντας» πρακτικά τα πέρατα του ηλιακού μας συστήματος σε επανδρωμένες εξερευνητικές αποστολές.

Σε μια παρουσίαση του τμήματος Future In – Space της NASA, όπου συμμετείχαν και εταιρείες του χώρου της αεροδιαστημικής, παρουσιάστηκε αναφορά (Technology Frontiers: Breakthrough Capabilities for Space Exploration) σύμφωνα με την οποία διαστημόπλοια που θα χρησιμοποιούν αντιδραστήρες σύντηξης με ακτίνες αντιύλης και θα μπορούν να ταξιδεύουν μέχρι τα όρια του ηλιακού μας συστήματος (φτάνοντας στον Δία μέσα σε τέσσερις μήνες) θα είναι διαθέσιμα πριν το τέλος του 21ου αιώνα.

Κάποιοι πιο αισιόδοξοι κάνουν λόγο για ακόμα λιγότερα χρόνια (από 40 ως 60). Τα καύσιμα για ένα διαστημόπλοιο με αντιδραστήρα σύντηξης θα είναι το δευτέριο και το τρίτιο, και οι ποσότητες ενέργειας που θα προκύπτουν τεράστιες. Η ιδέα για διαστημόπλοια τα οποία θα κινούνται με κινητήρες σύντηξης δεν είναι ακριβώς καινούρια: το Project Daedalus, της British Interplanetary Society, εξέταζε ακριβώς αυτό το ενδεχόμενο τη δεκαετία του 1970.

Η σύντηξη αποτελεί ένα από τα «Aγια Δισκοπότηρα» της επιστήμης. Ως «κλειδί» για τη δημιουργία τέτοιων κινητήρων θεωρείται η δυνατότητα εκπομπής ακτίνων αντιπρωτονίων. Εκτιμάται πως 1,16 γραμμάρια αντιπρωτονίων επαρκούν για τη λειτουργία του κινητήρα ενός σκάφους που θα ταξιδέψει ως τον Δία – ποσότητα που εκ πρώτης όψεως μπορεί να φαντάζει ως μικρή, αλλά αυτή τη στιγμή είναι μάλλον… τεράστια, καθώς τα επίπεδα παραγωγής καταμετρώνται σε δισεκατομμυριοστά του γραμμαρίου. Γενικότερα τα αντιπρωτόνια είναι εξαιρετικά «ακριβά»: λίγα μόνο γραμμάρια θα μπορούσαν να κοστίσουν τρισεκατομμύρια δολάρια. Ωστόσο, η κατάσταση αναμένεται να βελτιωθεί, καθιστώντας ενδεχομένως διαθέσιμη τη σχετική τεχνολογία στο χώρο της διαστημικής προώθησης μέχρι το έτος 2060.

Νέα εποχή για την κοσμολογία από την ακριβέστερη μέτρηση της «ηχούς» της Μεγάλης Έκρηξης

megali-ekriksiΓια το ξεκίνημα μιας καινούριας εποχής για την κοσμολογία μιλά η επιστημονική ομάδα του πανεπιστημίου της Καλιφόρνια στο Σαν Ντιέγκο, σχολιάζοντας το γεγονός ότι μέτρησε με τη μεγαλύτερη έως σήμερα λεπτομέρεια και ευαισθησία την πόλωση της μικροκυματικής ακτινοβολίας υποβάθρου, δηλαδή της «ηχούς» που έχει «επιζήσει» μέχρι και σήμερα από τη Μεγάλη Έκρηξη.

Η μικροκυματική ακτινοβολία υποβάθρου είναι το υπόλειμμα της «λάμψης» που δημιουργήθηκε από τη Μεγάλη Έκρηξη και το οποίο μπόρεσε να αποδεσμευτεί από την ύλη 380.000 χρόνια μετά τη γένεση του σύμπαντος, όταν σχηματίστηκαν τα πρώτα ουδέτερα άτομα.
Οι επιστήμονες βρίσκονται πίσω από το πρότζεκτ PolarBear και για την έρευνά τους χρησιμοποίησαν το τηλεσκόπιο Huan Tran, το οποίο βρίσκεται στην έρημο Ατακάμα στη Χιλή.

Όπως περιγράφουν σε άρθρο τους στην επιστημονική επιθεώρηση Astrophysical Journal στις 20 Οκτωβρίου, με αυτή την έρευνα κατάφεραν να εντοπίσουν στη μικροκυματική ακτινοβολία υποβάθρου το χαρακτηριστικό μοτίβο πόλωσης που αυτή απέκτησε, αλληλεπιδρώντας με τις κοσμικές δομές στις πρώτες φάσεις δημιουργίας του σύμπαντος. Μια ανακάλυψη που υπόσχεται να συμβάλει στο να κατανοηθεί καλύτερα η συμπεριφορά της ύλης και της ενέργειας στο «νεαρό» σύμπαν.

Η μικροκυματική ακτινοβολία υποβάθρου είναι το υπόλειμμα της «λάμψης» που δημιουργήθηκε από τη Μεγάλη Έκρηξη και το οποίο μπόρεσε να αποδεσμευτεί από την ύλη 380.000 χρόνια μετά τη γένεση του σύμπαντος, όταν σχηματίστηκαν τα πρώτα ουδέτερα άτομα. Ωστόσο, η αλληλεπίδραση με την ύλη άφησε «ίχνη» στην ακτινοβολία, προκαλώντας την πόλωσή της με μια χαρακτηριστική μορφή που ονομάζεται «τρόπος-B» (B-mode). Έτσι, αν εντοπισθούν τα «ίχνη» αυτά στην «ηχώ», τότε η επιστήμη θα αποκτήσει πληρέστερη εικόνα για την αιτία που τα προκάλεσε.

Το πρότζεκτ PolarBear βρίσκεται σε αρχικό στάδιο, με συνέπεια οι μετρήσεις να αφορούν τρεις σχετικά μικρές περιοχές του ουράνιου θόλου. Ακόμη όμως κι έτσι, οι μετρήσεις αυτές υποδεικνύουν μορφή πόλωσης σύμφωνη με τον «τρόπο-B». «Πρόκειται για ένα πολύ σημαντικό ορόσημο», σχολιάζει ο Καμ Άρνολντ, μέλος της ομάδαςυ.

Τον περασμένο Μάρτιο, ανάλογα ευρήματα είχαν ανακοινώσει πως ανακάλυψαν ερευνητές από το Κέντρο Αστροφυσικής Χάρβαρντ-Σμιθσόνιαν στα πλαίσια του προγράμματος BICEP2, υποστηρίζοντας μάλιστα πως με αυτό τον τρόπο επιβεβαίωσαν για πρώτη φορά άμεσα την ύπαρξη των βαρυτικών κυμάτων και τη θεωρία του πληθωριστικού μοντέλου. Στην πορεία, ωστόσο, ο ισχυρισμός τους φάνηκε να αντικρούεται από αναλύσεις δεδομένων από το διαστημικό τηλεσκόπιο Planck, οι οποίες έδειξαν πως η πόλωση της ακτινοβολίας που παρατήρησαν θα μπορούσε να προέρχεται εξ ολοκλήρου από γαλαξιακή σκόνη.

Από την πλευρά τους, οι επιστήμονες του πανεπιστημίου της Καλιφόρνια στο Σαν Ντιέγκο δηλώνουν πεπεισμένοι πως οι μετρήσεις τους αφορούν «αρχέγονα ίχνη» της μικροκυματικής ακτινοβολίας, και όχι εκπομπές γαλαξιακής σκόνης.

Όπως αναφέρει ο Καμ Άρνολντ, ο πρώτος λόγος είναι πως στις τρεις περιοχές που μελετήθηκαν σχεδόν απουσιάζει η κοσμική σκόνη.

Επιπλέον, η συμβολή της σκόνης στο σήμα γίνεται σε αρκετά ευρεία κλίμακα, με συνέπεια να μην επηρεάζεται η πολύ μικρότερη κλίμακα ανάλυσης που πραγματοποίησαν οι ερευνητές.

Οι επιστήμονες θα συνεχίσουν τις μετρήσεις τους για να καλύψουν μεγαλύτερες περιοχές του ουράνιου θόλου, ενώ στα δεδομένα του Huan Tran σύντομα θα προστεθούν παρατηρήσεις και από άλλα τηλεσκόπια. Έτσι, ελπίζουν πως θα μπορέσουν να δώσουν απαντήσεις σε ανεξήγητα έως σήμερα ερωτήματα, όπως η φύση της σκοτεινής ύλης.

Ο Ήλιος εκπέμπει σκοτεινή ύλη; Ανεξήγητο σήμα

sunΈνα «ανεξήγητο σήμα» που καταγράφηκε από διαστημικό παρατηρητήριο ακτίνων Χ δεν αποκλείεται να αντιστοιχεί στην πρώτη άμεση ένδειξη της μυστηριώδους σκοτεινής ύλης -ενός υλικού άγνωστης σύστασης που γεμίζει το Σύμπαν χωρίς να το βλέπουμε.

Υποθετικά σωματίδια που ονομάζονται αξιόνια ίσως πηγάζουν από τον πυρήνα του Ήλιου

«Πρόκειται για ένα συναρπαστικό αποτέλεσμα» σχολίασε ο καθηγητής Μάρτιν Μπάρτσοου, πρόεδρος της Βασιλικής Εταιρείας Αστρονομίας της Βρετανίας, η οποία θα δημοσιεύσει τη μελέτη στην επιθεώρηση Monthly Notices of the Royal Astronomical Society. Το κείμενο είναι διαθέσιμο στην υπηρεσία προδημοσίευσης arXiv.

Οι βρετανοί και γάλλοι ερευνητές αναφέρουν ότι η ένταση των ακτίνων Χ που καταγράφει το ευρωπαϊκό παρατηρητήριο XMM-Newton αυξάνεται κατά περίπου 10% κάθε φορά που το σκάφος παρατηρούσε από το όριο του γήινου μαγνητικού πεδίου προς την πλευρά του Ήλιου.

Οι «ανεξήγητη» ακτινοβολία θα μπορούσε θεωρητικά να προέρχεται την αλληλεπίδραση του μαγνητικού πεδίου με «αξιόνια», ένα από τα είδη υποθετικά σωματιδίων που έχουν προταθεί ως συστατικά της σκοτεινής ύλης.

Η σκοτεινή ύλη υπολογίζεται ότι υπάρχει στο Σύμπαν σε πολύ μεγαλύτερη ποσότητα από ό,τι η κανονική ύλη του Σύμπαντος και αντιστοιχεί σχεδόν στο 85% του συνόλου της ύλης του Σύμπαντος. Δεν μπορεί όμως να γίνει άμεσα ορατή καθώς δεν εκπέμπει, δεν απορροφά και δεν ανακλά το φως όπως η κανονική ύλη.

Η παρουσία της έγινε αντιληπτή τη δεκαετία του 1930 από τη βαρυτική επίδρασή της στην κίνηση των γαλαξιών και των άστρων. Παρά τις δεκαετίες προσπαθειών, όμως, κανείς δεν γνωρίζει τι είναι τελικά αυτό το αόρατο υλικό.

Τα «αξιόνια» είναι μόνο μία από τις πολλές θεωρίες που έχουν προταθεί, παρόλο που κανείς δεν έχει καταγράψει τέτοια σωματίδια, έστω και έμμεσα.

Οι ερευνητές του Πανεπιστημίου του Λέστερ στη Βρετανία ανίχνευσαν το ανεξήγητο σήμα κατά την ανάλυση μετρήσεων του XMM-Newton που καλύπτουν διάστημα 15 ετών.

Αν κανείς φιλτράρει από την εικόνα του ουρανού τα άστρα, τους γαλαξίες και άλλες λαμπρές πηγές ακτίνων Χ, η ένταση των ακτίνων Χ θα έπρεπε να είναι περίπου ίδια όπου κι αν κοιτάξει κανείς στον ουρανό, εξηγούν οι ερευνητές.

Η εκπομπή ακτίνων Χ από το όριο του μαγνητικού πεδίου που κοιτάει προς τον Ήλιο θα μπορούσε να αντιστοιχεί σε «αξιόνια» που πηγάζουν από το κέντρο του Ήλιου και παράγουν ακτίνες Χ όταν συγκρούονται με το μαγνητικό πεδίο του πλανήτη, υποστηρίζουν οι ερευνητές.

Υπολογίζουν επίσης ότι τα αξιόνια πρέπει να έχουν εξαιρετικά μικρή μάζα, εκατό δισεκατομμύριο φορές μικρότερη από τη μάζα του ηλεκτρονίου.

Η ερευνητική ομάδα επισημαίνει μάλιστα ότι ένα ανάλογο σήμα έχει καταγραφεί από το παρατηρητήριο ακτίνων Χ Chandra της NASA.

Και στις δύο περιπτώσεις, πάντως, είναι πιθανό να περάσουν χρόνια μέχρι να επιβεβαιωθεί ή να καταρριφθεί ο προκλητικός ισχυρισμός.