Τετάρτη, 22 Μαρτίου 2017

ΡΗΤΟΡΙΚΗ: ΛΥΣΙΑΣ - Κατὰ Διογείτονος (12-18)

[12] Ἐλθὼν δ᾽ ἐγὼ ἠγανάκτουν μὲν πρὸς Ἡγήμονα τὸν ἔχοντα τὴν τούτου θυγατέρα, λόγους δ᾽ ἐποιούμην πρὸς τοὺς ἄλλους ἐπιτηδείους, ἠξίουν δὲ τοῦτον εἰς ἔλεγχον ἰέναι περὶ τῶν χρημάτων. Διογείτων δὲ τὸ μὲν πρῶτον οὐκ ἤθελε, τελευτῶν δὲ ὑπὸ τῶν φίλων ἠναγκάσθη. ἐπειδὴ δὲ συνήλθομεν, ἤρετο αὐτὸν ἡ γυνή, τίνα ποτὲ ψυχὴν ἔχων ἀξιοῖ περὶ τῶν παίδων τοιαύτῃ γνώμῃ χρῆσθαι, «ἀδελφὸς μὲν ὢν τοῦ πατρὸς αὐτῶν, πατὴρ δ᾽ ἐμός, θεῖος δὲ αὐτοῖς καὶ πάππος.

[13] καὶ εἰ μηδένα ἀνθρώπων ᾐσχύνου, τοὺς θεοὺς ἐχρῆν σε» φησί «δεδιέναι· ὃς ἔλαβες μέν, ὅτ᾽ ἐκεῖνος ἐξέπλει, πέντε τάλαντα παρ᾽ αὐτοῦ παρακαταθήκην. καὶ περὶ τούτων ἐγὼ ᾽θέλω τοὺς παῖδας παραστησαμένη καὶ τούτους καὶ τοὺς ὕστερον ἐμαυτῇ γενομένους ὀμόσαι ὅπου ἂν οὗτος λέγῃ. καίτοι οὐχ οὕτως ἐγώ εἰμι ἀθλία, οὐδ᾽ οὕτω περὶ πολλοῦ ποιοῦμαι χρήματα, ὥστ᾽ ἐπιορκήσασα κατὰ τῶν παίδων τῶν ἐμαυτῆς τὸν βίον καταλιπεῖν, ἀδίκως δὲ ἀφελέσθαι τὴν τοῦ πατρὸς οὐσίαν».

[14] ἔτι τοίνυν ἐξήλεγχεν αὐτὸν ἑπτὰ τάλαντα κεκομισμένον ναυτικὰ καὶ τετρακισχιλίας δραχμάς, καὶ τούτων τὰ γράμματα ἀπέδειξεν· ἐν γὰρ τῇ διοικίσει, ὅτ᾽ ἐκ Κολλυτοῦ διῳκίζετο εἰς τὴν Φαίδρου οἰκίαν, τοὺς παῖδας ἐπιτυχόντας ἐκβεβλημένῳ βιβλίῳ ἐνεγκεῖν πρὸς αὐτήν.

[15] ἀπέφηνε δ᾽ αὐτὸν ἑκατὸν μνᾶς κεκομισμένον ἐγγείῳ ἐπὶ τόκῳ δεδανεισμένας, καὶ ἑτέρας δισχιλίας δραχμὰς καὶ ἔπιπλα πολλοῦ ἄξια· φοιτᾶν δὲ καὶ σῖτον αὐτοῖς ἐκ Χερρονήσου καθ᾽ ἕκαστον ἐνιαυτόν. «ἔπειτα σὺ ἐτόλμησας» ἔφη «εἰπεῖν, ἔχων τοσαῦτα χρήματα, ὡς δισχιλίας δραχμὰς ὁ τούτων πατὴρ κατέλιπε καὶ τριάκοντα στατῆρας, ἅπερ ἐμοὶ καταλειφθέντα ἐκείνου τελευτήσαντος ἐγώ σοι ἔδωκα;

[16] καὶ ἐκβάλλειν τούτους ἠξίωσας θυγατριδοῦς ὄντας ἐκ τῆς οἰκίας τῆς αὑτῶν ἐν τριβωνίοις, ἀνυποδήτους, οὐ μετὰ ἀκολούθου, οὐ μετὰ στρωμάτων, οὐ μετὰ ἱματίων, οὐ μετὰ τῶν ἐπίπλων ἃ ‹ὁ› πατὴρ αὐτοῖς κατέλιπεν, οὐδὲ μετὰ τῶν παρακαταθηκῶν ἃς ἐκεῖνος παρὰ σοὶ κατέθετο.

[17] καὶ νῦν τοὺς μὲν ἐκ τῆς μητρυιᾶς τῆς ἐμῆς παιδεύεις ἐν πολλοῖς χρήμασιν εὐδαίμονας ὄντας (καὶ ταῦτα μὲν καλῶς ποιεῖς), τοὺς δ᾽ ἐμοὺς ἀδικεῖς, οὓς ἀτίμους ἐκ τῆς οἰκίας ἐκβαλὼν ἀντὶ πλουσίων πτωχοὺς ἀποδεῖξαι προθυμεῖ. καὶ ἐπὶ τοιούτοις ἔργοις οὔτε τοὺς θεοὺς φοβεῖ, οὔτε ἐμὲ τὴν συνειδυῖαν αἰσχύνῃ, οὔτε τοῦ ἀδελφοῦ μέμνησαι, ἀλλὰ πάντας ἡμᾶς περὶ ἐλάττονος ποιεῖ χρημάτων».

[18] τότε μὲν οὖν, ὦ ἄνδρες δικασταί, πολλῶν καὶ δεινῶν ὑπὸ τῆς γυναικὸς ῥηθέντων οὕτω διετέθημεν πάντες οἱ παρόντες ὑπὸ τῶν τούτῳ πεπραγμένων καὶ τῶν λόγων τῶν ἐκείνης, ὁρῶντες μὲν τοὺς παῖδας, οἷα ἦσαν πεπονθότες, ἀναμιμνῃσκόμενοι δὲ τοῦ ἀποθανόντος, ὡς ἀνάξιον τῆς οὐσίας τὸν ἐπίτροπον κατέλιπεν, ἐνθυμούμενοι δὲ ὡς χαλεπὸν ἐξευρεῖν ὅτῳ χρὴ περὶ τῶν ἑαυτοῦ πιστεῦσαι, ὥστε, ὦ ἄνδρες δικασταί, μηδένα τῶν παρόντων δύνασθαι φθέγξασθαι, ἀλλὰ καὶ δακρύοντας μὴ ἧττον τῶν πεπονθότων ἀπιόντας οἴχεσθαι σιωπῇ.
Πρῶτον μὲν οὖν τούτων ἀνάβητέ μοι μάρτυρες.

***
[12] Εγώ, αφού πήγα και βρήκα τον Ηγήμονα, που έχει παντρευτεί την κόρη του Διογείτονα, του εξέφρασα την αγανάκτησή μου και συνάμα έκανα σχετικές συζητήσεις με τους υπόλοιπους γνωστούς και φίλους, ενώ κάλεσα τον Διογείτονα να έρθει και να δώσει εξηγήσεις για τα χρήματα. Εκείνος στην αρχή δεν ήθελε, τελικά όμως αναγκάστηκε από τους φίλους να δεχτεί. Όταν λοιπόν συγκεντρωθήκαμε, τον ρώτησε η γυναίκα τί ψυχή είχε άραγε για να φτάνει να φέρεται έτσι στα παιδιά της, «ενώ είσαι αδερφός του πατέρα τους, δικός μου πατέρας και συνάμα θείος και παππούς τους.

[13] Και αν δεν ντρεπόσουν κανένα από τους ανθρώπους, έπρεπε,» είπε, «να φοβηθείς τους θεούς, εσύ που, όταν εκείνος έφευγε με το καράβι, επήρες από αυτόν πέντε τάλαντα προς φύλαξη. Και γι᾽ αυτά εγώ προσφέρομαι να ορκιστώ στα παιδιά μου, και σε τούτα εδώ και σε εκείνα που απόχτησα αργότερα, οπουδήποτε προτείνει αυτός. Και βέβαια εγώ δεν είμαι τόσο ελεεινή ούτε αποδίδω τόσο μεγάλη σημασία στα χρήματα, ώστε να φύγω από τη ζωή έχοντας ορκιστεί ψέματα στα παιδιά μου ή να στερήσω άδικα από τον πατέρα μου την περιουσία του.»

[14] Επιπλέον του καταλόγιζε ότι είχε εισπράξει επτά τάλαντα και τέσσερις χιλιάδες δραχμές, που είχαν δοθεί ως ναυτικά δάνεια, και προσκόμιζε τα σχετικά γραπτά τεκμήρια — τον καιρό της μετεγκατάστασης, όταν μετακόμιζε από την περιοχή του Κολλυτού στο σπίτι του Φαίδρου, τα παιδιά βρήκαν, λέει, ένα παραπεταμένο σημείωμα και της το έφεραν.

[15] Απέδειξε ακόμη ότι αυτός είχε εισπράξει εκατό μνες δανεισμένες με υποθήκη και άλλες δύο χιλιάδες δραχμές και ότι είχε πάρει οικιακό εξοπλισμό μεγάλης αξίας· επίσης ότι κάθε χρόνο ερχόταν στο σπίτι τους σιτάρι από τη Χερσόνησο. «Και ύστερα ετόλμησες,» είπε, «να ισχυριστείς, ενώ έχεις στην κατοχή σου τόσα χρήματα, ότι ο πατέρας τους σου άφησε δύο χιλιάδες δραχμές και τριάντα στατήρες, το ποσό που είχε δώσει σε εμένα και σου το παρέδωσα όταν πέθανε;

[16] Και έφτασες να τα πετάξεις έξω από το ίδιο τους το σπίτι, τα παιδιά της κόρης σου, ρακένδυτα, ξυπόλυτα, χωρίς υπηρέτη συνοδό, χωρίς κλινοσκεπάσματα, χωρίς ιμάτια, χωρίς τον οικιακό εξοπλισμό που τους άφησε ο πατέρας τους και χωρίς τα χρήματα που σου είχε εμπιστευτεί.

[17] Και τώρα τα παιδιά που έχεις από τη μητριά μου τα μεγαλώνεις μέσα στη χλιδή και τον πλούτο —και ως προς αυτό βέβαια καλά κάνεις— τα δικά μου όμως τα αδικείς, αφού τα πέταξες αισχρά έξω από το σπίτι τους και κάνεις το παν προκειμένου από πλούσια να καταλήξουν πάμφτωχα. Και ενώ φέρεσαι όπως φέρεσαι, ούτε τους θεούς φοβάσαι ούτε εμένα που γνωρίζω ντρέπεσαι ούτε τον αδελφό σου θυμάσαι, αλλά όλοι εμείς έχουμε για σένα μικρότερη αξία από τα χρήματα.»

 [18] Τότε λοιπόν, άνδρες δικαστές, αφού είπε πολλά και συγκλονιστικά η γυναίκα, ήταν τέτοια η συναισθηματική φόρτιση όλων όσοι βρεθήκαμε εκεί, καθώς ακούγαμε όσα είχε πράξει αυτός και όσα είπε εκείνη —βλέπαμε τί είχαν τραβήξει τα παιδιά, θυμόμασταν τον νεκρό, πόσο ανάξιο επίτροπο της περιουσίας του άφησε, αναλογιζόμασταν πόσο δύσκολο είναι τελικά να βρεις κάποιον που να τον εμπιστευτείς— ήταν, λέω, τέτοια η φόρτιση ώστε κανείς από τους παρόντες να μην είναι σε θέση, άνδρες δικαστές, να αρθρώσει λέξη και, κλαίγοντας όχι λιγότερο από τους παθόντες, να σηκωθούμε και να φύγουμε αμίλητοι.
Καταρχάς λοιπόν περάστε, παρακαλώ, οι μάρτυρες γι᾽ αυτά.

Ο ΚΛΕΙΣΘΕΝΗΣ ΚΑΙ Η ΓΕΝΝΗΣΗ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

Η μοίρα του ευγενούς οίκου των Αλκμεωνιδών είναι μοναδική· ο οίκος αυτός, από τους πιο αριστοκρατικούς της Αθήνας εξαιτίας των καταβολών του, αριθμεί ανάμεσα στα μέλη του τους δύο πιο φλογερούς δημιουργούς της δημοκρατίας, τον Κλεισθένη και τον Περικλή. Πρέπει άραγε να αποδώσουμε τον κληρονομικό τους φιλελευθερισμό σε κάποια ταπεινή φιλοδοξία, στην ιδέα να τον χρησιμοποιήσουν σαν εφαλτήριο της λαϊκής ευπιστίας; Πρέπει μήπως να δούμε στις πράξεις τους την απόδειξη της ακαταμάχητης συμπάθειας για το πλήθος, η οποία τους ωθεί να υπερτονίσουν τα προνόμιά του; Ούτε η μία ούτε η άλλη από αυτές τις δύο υποθέσεις δεν είναι άτοπη, χω­ρίς αμφιβολία. Αλλά ας παρακολουθήσουμε πρώτα στο έργο του τον Κλεισθένη, αυτόν τον λαμπρό εκπρόσωπο της πιο παλιάς δημοκρατικής δυναστείας στον κόσμο.
 
Μετά την αναχώρηση του Ιππία, η πολιτική κατάσταση στην Αττική έμενε, το μαντεύει κανείς, αρκετά συγκεχυμένη. Το αξίωμα του άρχοντα, το οποίο κατείχε από μακρούς χρόνους ένας Πεισιστρατίδης, ξανάρθε πρώτα σ’ έναν κάποιον Ισαγόρα,[1] άνθρωπο ικανό, αφού ήταν φίλος συνάμα των έκπτωτων τυράννων, των ευγενών, και του βασιλιά της Λακεδαίμονας, του Κλεομένη. Ακούμε μ’ αυτή την ευκαιρία να μιλούν πρώτη φορά για εταιρίες, είδος αριστοκρατικών λεσχών που στήριξαν τη δράση του και τον βοήθησαν να διώξει τον Κλεισθένη, τον οποίο όμως ευνοούσαν όλοι οι οπαδοί της δημοκρατίας. Αλλά, για να εξασφαλίσει ακόμα καλύτερα τη νίκη το Ισαγόρας, διέπραξε το σφάλμα να καλέσει σε βοήθεια τ Σπαρτιάτες, που απέλασαν εφτακόσιες οικογένειες από Αθήνα με το πρόσχημα ότι είχαν επιτελέσει ιεροσυλία - συμφωνία με τους Αλκμεωνίδες -, μετέχοντας στην αιματηρή καταστολή η οποία είχε ακολουθήσει την απόπειρα του Κύλωνα. Όταν η Βουλή του Σόλωνα, που δεν είχε ποτέ καταργηθεί, κατανόησε ότι απειλούνταν να εξαφανιστεί, αποφάσισε πραγματικά να οργανώσει την αντίσταση εναντίον αυτών των ξένων, οι οποίοι αναμειγνύονταν, για να έρθουν να επιβάλουν το νόμο στην Αθήνα. Στη φωνή της το πλήθος ξαναπήρε θάρ και εξεγέρθηκε. Απώθησε τον Κλεομένη, τον Ισαγόρα και τ φίλους τους στην Ακρόπολη και τους απόκλεισε εκεί για ι μέρες χωρίς τρόφιμα και χωρίς νερό. Την τρίτη μέρα επήλθε συμφωνία με τους ακόλουθους όρους: ο Κλεομένης και άνδρες του θα εκκένωναν την Αττική· ο Ισαγόρας θα παραδινόταν στους Αθηναίους· ο Κλεισθένης θα ξαναγύριζε από εξορία με όλους τους φυγάδες. Με την επιστροφή του ο Κλεισθένης έβαλε να εκτελέσουν τον Ισαγόρα και μερικούς < τους συνενόχους του. Ο δρόμος φαινόταν ελεύθερος. Σιγουρεμένος με την εμπιστοσύνη του λαού, ο Αλκμεωνίδης επιχείρησε να συνεχίσει το έργο του Σόλωνα (508-507 π.Χ.).
 
Όσο περισσότερες δυσκολίες χρειάζεται να υπερκεράσουμε για να οδηγήσουμε σε αίσιο πέρας ένα έργο, τόσο μεγαλύτερο θαυμασμό πρέπει να αισθανόμαστε γι’ αυτό. Αν αληθεύει αυτό, πρέπει να ομολογήσουμε πως το συντελεσμένο από Κλεισθένη έργο αξίζει άφθονα εγκώμια. Εργάστηκε τριγυρισμένος χωρίς διακοπή από κινδύνους - εσωτερικούς εξωτερικούς -, χωρίς κανείς ποτέ να κατορθώσει να μεταστρέψει το μαθηματικής ακρίβειας πνεύμα του από την ευθεία γραμμή, τη χαραγμένη από την πρώτη μέρα. Μας αρέσει φανταζόμαστε αυτόν τον πολύ ευγενή Αθηναίο να απομονώνεται από το πλήθος, αφού είχε θέσει στον εαυτό του τα προς λύση προβλήματα, να επεξεργάζεται το σχέδιό του, να το φέρνει σαν ένα σύνολο, για να το δεχθούν ή να το απορρίψουν. Είναι ακριβώς η μοναδική φορά στην ιστορία της Αθήνας, που έχουμε την εντύπωση πως βρισκόμαστε μπροστά σ’ έναν άνθρωπο που έχει ιδέες βέβαιες, εννοεί να τις εφαρμόσει, γιατί τις πιστεύει σωστές, και αρνείται να τις τροποποιήσει κατά τη θέληση των συγχρόνων του ή κατά τη συγκυρία των γεγονότων. Μπορεί κανείς σε παρόμοια περίπτωση να πετύχει χωρίς καμιά αμφιβολία αποτελέσματα που να διαρκούν. Σπάνια δρέπουμε την ευγνωμοσύνη ή τη δόξα. Ο Κλεισθένης, που έκανε τόσα για το λαό της Αθήνας, δεν ήταν και δεν υπήρξε ποτέ δημοφιλής. Τον 5ο αιώνα το όνομά του δεν ακούγεται καθόλου. Του Σόλωνα το όνομα αναδύεται μόνο τότε, το είπαμε, σαν το όνομα του πραγματικού θεμελιωτή της δημοκρατίας.[2] Οι σύγχρονοι εκδικήθηκαν τον Κλεισθένη υπέρμετρα· γιατί του απέδωσαν μια μεγαλοφυΐα που δεν είχε. Η Αθήνα είχε ανάγκη από ένα νου ψυχρό, για να ξαναβάλει τάξη σε μια λη αναστατωμένη από τα πάθη, από έναν κυβερνήτη φωτισμένο και προνοητικό· πολύ περισσότερο από έναν αρχηγό φαντασία σπινθηροβόλα. Ακόμα μια φορά της ήταν τυχερό βρει την κατάλληλη στιγμή τον άνθρωπο που της χρειαζόταν.
 
Ήταν σαφές πως όσο θα υπήρχαν τα παραδοσιακά στελέχη της πόλης θα επιζούσε η δύναμη των μεγάλων αριστοκρατικών φρατριών και θα διαιωνιζόταν η κατωτερότητα εκείνων : είχαν αποκλεισθεί από τα πολιτικά δικαιώματα. Επομένως πρέπει να τους συντρίψουν ή να τους αχρηστέψουν. Ο Κλεισθένης προσανατολίζει την επιλογή του σ’ αυτό το δεύτερο σο. Ένα Κράτος ουσιαστικά θρησκευτικό ακόμη στη δομή τ θα το αντικαταστήσει με το πιο κοσμικό[3] Κράτος της Ελλάδας, τουλάχιστο εμφανισιακά- ή, για περισσότερη ακρίβεια, θα επικαλύψει το θρησκευτικό με το κοσμικό. Αυτή είναι η κύρια πρωτοβουλία του και, όπως θα το δούμε, αρκεί για αλλάξει το πεπρωμένο της χώρας.
 
Αφήνει λοιπόν να αντικαταστήσουν τα δηλωτικά της καταγωγής κύτταρα, τις φρατρίες και τα γένη, και τα αγνοεί πια. Τα κύτταρα αυτά παύουν να είναι η βάση των θεσμών, πάνω στους οποίους θεμελιώνεται η δημόσια ζωή. Επινοεί μια διαίρεση του τόπου τελείως τεχνητή, τον δῆμον, την κοινότητα Αττική θα μετρά από τώρα και στο εξής εκατό δήμους, άνισης σπουδαιότητας ως προς την έκταση τους ή ως προς τον αριθμό των κατοίκων τους, ίσης όμως σπουδαιότητας ως προς τον πολιτικό τους ρόλο.[4] Δεν ανήκει κανείς σε κάποιο δήμο ούτε με κληρονομικό δικαίωμα ούτε με προνόμιο αποκτημένο εξαιτίας της περιουσίας του. Είναι του ενός ή του άλλου δήμου, απλώς γιατί κατοικεί στο έδαφος του. Μήπως όμως αυτές οι εκατό μικρές δημοκρατίες, έχοντας η καθεμιά έναν αρχηγό, τον δή­μαρχον, μια συνέλευση, την ἀγοράν, θα εκθέσουν σε κίνδυνο την ίδια την ενότητα της Αθήνας και θα καταστρέψουν μερικώς τα πλεονεκτήματα που συνήγαγε η πόλη από το συνοικισμό; Με κανένα τρόπο, γιατί ο Κλεισθένης φροντίζει βέβαια να τις ενσωματώσει μέσα στην αρχαία οργάνωση, τη φυλή, την οποία ανανέωσε. Αλλά τι αναστάτωση! Από τέσσερις τις έκανε δέκα τις φυλές. Πρώτα ήσαν γενοκρατούμενες· τώρα γίνονται τοπικές. Πρώτα είχαν κάποιο από αυτά τα ονόματα που συναντά κανείς πάντα στις ιωνικές πόλεις· από δω και στο εξής έχουν για επώνυμους τους ήρωες που διάλεξε ο θεός Απόλλωνος. Και κυρίως κοιτάξτε πώς έχουν συντεθεί. Δεν υπάρχουν πια ομάδες στους κόλπους της φυλής· υπάρχουν μονάχα τες, άτομα που προέρχονται απ’ όλες τις γωνιές της Αι και έχουν αναμειχθεί σοφά. Ακόμα και οι οίκοι κονιορτοποιήθηκαν· ο Κλεισθένης φοβόταν την ανασύσταση των τριών περιοχές κομμάτων που στάθηκαν αντιμέτωπα το ένα στο άλλο, τον καιρό του Πεισίστρατου. Γι’ αυτό λοιπόν προσάπτει καθεμιά από τις φυλές δήμους, παρμένους κατά το ένα από την πεδιάδα, κατά το ένα τρίτο από την παραλία και το ένα τρίτο από το βουνό. Αυτή τη φορά ήταν σίγουρος θα εμφανίζονταν πια οι αγώνες των περασμένων καιρών.  Ευγενείς και ξωμάχοι, καλλιεργητές, έμποροι, ψαράδες σχηματίζουν μια πλατιά και ενιαία μάζα.[5] Εκατό δήμοι και δέκα φυλές· μόνο αυτοί οι αριθμοί θα λογαριάζονται στην κλασική Αθήνα. Για τις αρχές, κάθε πολιτειακό όργανο έχει δέκα μέλη, ένα μέλος κατά φυλή. Ο στρατός θα διαθέτει δέκα συντάγματα, ένα κατά φυλή. Η Βουλή, αντί να έχει εκατό μέλη, θα έχει πεντακόσια, πενήντα κατά φυλή, που τα υπόδειχναν οι δήμοι ανάλογα με τον αριθμό των κατοίκων τους. Αριθμητική ακρίβεια που θα άρεσε στον Πυθαγόρα,[6] ο οποίος δε θα πάψει να εμπνέει από τώρα και στο εξής τη σκέψη όλων των πολιτικών που βρίσκονταν σε δυσκολίες κατά τις μεταρρυθμίσεις τους.
 
Άλλα μέτρα προσμαρτυρούν ότι ο Κλεισθένης επιζήτησε να κάνει λιγότερο βαριά την κηδεμονία των θεών στην πόλη της Αθήνας. Αυτοί μόνοι τους ρύθμιζαν ακόμα όλο το ημερολόγιο, σύμφωνα με το σεληνιακό έτος.[7] Οι γιορτές, οι θρησκευτικές τελετές, οι ημερομηνίες έναρξης των θητειών των αρχόντων και των θησαυροφυλάκων, όλα καθορίζονταν από τον κύκλο των τριακοσίων πενήντα τεσσάρων ημερών του νυχτερινού άστρου. Τα σπουδαία γεγονότα της δημόσιας ζωής ο Κλεισθένης τώρα τα συσχετίζει με τις φάσεις του ηλιακού έτους τ τριακοσίων εξήντα ημερών, αυξημένου κατά τριάντα ημέρες τακτικά διαστήματα. Η συνέλευση και η Βουλή κατανέμουν εργασίες τους σε δέκα ίσες περιόδους τριάντα έξι ή τριάντα εννιά ημερών. Το πολιτικό και το θρησκευτικό έτος παύουν συμπίπτουν κατά τη διάρκεια ενός αιώνα περίπου.
 
Ωθούν ακόμα πιο μακριά τη μεταβολή του παλαιού θρησκευτικού Αθηναϊκού Κράτους σε κοσμικό. Πιστός στη μέθοδό του ο Κλεισθένης φυλάγεται καλά και αποφεύγει να επιτεθεί άμεσα στον Άρειο Πάγο και στο αξίωμα του άρχοντα, σ’ αυτά σεβάσμια πολιτειακά όργανα. Όμως απογυμνώνει το πρώτο από ένα μέρος των δικαστικών του προνομίων προς όφελος της Βουλής των Πεντακοσίων και της Εκκλησίας του Δήμου, και αντιμέτωπο του άλλου στήνει ένα καινούριο αξίωμα, την στρατηγίαν.[8] Οι δέκα στρατηγοί γίνονται οι πραγματικοί πολεμικοί αρχηγοί της πόλης αλλά επίσης, κατά μοιραία εξέλιξη, όπως θα το δούμε πιο πέρα, οι πραγματικοί αρχηγοί σε καιρό ειρήνης. Ένας επιδέξιος συνδυασμός κλήρωσης και εκλογής[9] επέτρεψε να υποδείχνουν τους καλύτερους και τους πιο άξιους για να κατέχουν αυτή τη θέση, η οποία σύντομα έγινε η κυριότερη της δημοκρατίας. Ο Κλεισθένης σκεφτόταν για όλα.
 
Και κυρίως προφυλάσσει το καθεστώς του από ένα πραξικόπημα των ολιγαρχικών και των φίλων των τυράννων, από τους οποίους επιδιώκει να αποστερήσει για πάντα την εξουσία. Αυτός είναι ο σκοπός του περίφημου νόμου του για τον ὀστρακισμόν. Όπως δείχνει η μελέτη των αρχέγονων κωδίκων της Ανατολής,[10] η αρχή του νόμου αυτού φαίνεται ίσως λιγότερο πρωτότυπη απ’ όσο έχουμε για πολύ καιρό υποθέσει. Δεν ήταν ανήκουστο πραγματικά να απαλλάσσονται από έναν εγκλημα­τία ή από ένα άτομο κηλιδωμένο από ατίμωση, προσκαλώντας το επιτακτικά να βρει άσυλο προσωρινό ή οριστικό αλλού, μακριά από την πατρίδα του. Όμως ποτέ μέχρι τότε δεν είχαν φανταστεί να χρησιμοποιήσουν παρόμοιο μέσο για την ειρήνευση των πολιτικών παθών· επιπλέον, ποτέ δεν είχαν καθορίσει τον τρόπο εφαρμογής του με τόση πραότητα και ακρίβεια συνάμα· εδώ αναγνωρίζεται πως η λογική του Κλεισθένη ήταν η ανθρωπιά του.
 
Πριν από αυτόν, το έθιμο ρύθμιζε πολύ συνοπτικά την περίπτωση εκείνου που τολμούσε να διαταράξει με κάποια από τις πράξεις του τη δημόσια ησυχία ή να θέσει σε κίνδυνο την ανεξαρτησία της πολιτείας. Ανακηρυσσόταν άτιμος, δηλαδή τον απέβαλλαν από την κανονική κοινωνία, και ή μπορούσε ο καθένας να τον σκοτώσει ή αναγκαζόταν σε αυτοεξορία. Και η ίδια απειλή βάραινε σ’ όλους τους δικούς του, σε όλα τα μέλη της «ράτσας του», μια και θεωρούνταν αλληλέγγυα υπεύθυνοι για το κακούργημά του. Όμως ο Κλεισθένης είχε ήδη δ δύο φορές το μετριοπαθές πνεύμα του. Δεν είχε εκδιώξει 511/10 π.Χ. όλους τους Πεισιστρατίδες αλλά μονάχα τους σους απόγονους του Ιππία. Το 508/7 είχε βάλει να προγράψουν μονάχα τον Ισαγόρα και τους πιο μπλεγμένους από συντρόφους του. Οι ουσιώδεις προθέσεις του Κλεισθένη ή α) να δώσει σ’ ολόκληρο το λαό το δικαίωμα να υποδείχνει άνθρωπο που έπρεπε να χτυπηθεί, επειδή αντιπροσώπευε κίνδυνο για το Κράτος, αλλά να χτυπηθεί μόνο αυτός, και β προσδιορίσει προκαταβολικά την ποινή που έμελλε να επιβληθεί και να σκεφθεί τους όρους, με τους οποίους θα αποφαινόταν για την ποινή. Προτείνει λοιπόν στην Εκκλησία του Δήμου να επιβάλλει εξορία δέκα χρόνων - που ένα ψήφισμα αμνηστίας θα μπορούσε άλλωστε να συντομεύσει - στον ύποπτο τυραννικών προθέσεων. Και ακόμη αυτή η εξορία ήταν περιβεβλημένη από πλήθος μετριασμών. Ο ένοχος έχει δέκα μέρει να αποχαιρετήσει τους δικούς του. Εκτός από μια καθορισμένη ζώνη - πέρα από την Εύβοια και την Αργολίδα -, μπορ; διαλέξει τον τόπο διαμονής που του αρέσει. Διατηρεί το δικαίωμα να χαίρεται την περιουσία του, η οποία δεν είναι δημευμένη. Και ακόμη αυτή η εξορία δεν αποφασιζόταν τ με όρους που ήταν δύσκολο αλήθεια να πραγματοποιηθούν αφού 1) δεν μπορούσαν να καταφύγουν στον οστρακισμό 7 μια φορά το χρόνο, μεταξύ Ιανουαρίου και Μαρτίου, Εκκλησία του Δήμου έπρεπε να είχε εκφράσει την πρόθεσή της για οστρακισμό δύο τουλάχιστο εβδομάδες προηγουμένως χρειαζόταν τέλος να συγκεντρωθεί ένας ελάχιστος αριθμό χιλιάδων ψήφων στο ίδιο όνομα, αριθμός τεράστιος, σχεδόν αναληθοφανής, όταν θυμόμαστε αυτό που περιγράφει ο Θουκυδίδης για την τάση των Αθηναίων να απέχουν από Εκκλησία του Δήμου.[α]
 
Ο Κλεισθένης μπορούσε να ρίξει ένα βλέμμα ικανοποίησης στο οικοδόμημα που μόλις είχε κατασκευάσει. Ήταν συνάμα αρμονικό και στέρεο. Ζύμωσε έναν λαό ελεύθερων και ίσων πολιτών. Τον χειραφέτησε από το ζυγό των Ολύμπιων θεών.[11] Ο Κλεισθένης εμπιστεύθηκε το μέλλον του αθηναϊκού λαού στη δίκιά τους τη σοφία, αλλά καθόρισε όρια λογικά κατά τη θέλησή του. Μια άλλη εποχή άρχιζε για την Αθήνα και έχουμε το δικαίωμα να αναρωτηθούμε μήπως υπήρξε το 506 π.Χ. μια πρώτη αναδιοργάνωση των Παναθηναίων, για να προσαρμόσουν καλύτερα αυτή την αρχαία θρησκευτική γιορτή στις τάσεις της νεαρής δημοκρατίας. Στη συνέχεια υποχρεώθηκε άλλωστε να υπερασπίσει τον εαυτό της, για να ζήσει. Αντιμετώπισε περήφανα πολυάριθμους κινδύνους. Μπόρεσε την ίδια χρονιά να απωθήσει τους Σπαρτιάτες, τη Θήβα και τους Ευβοείς, που της είχαν επιτεθεί. Η νίκη τής έδωσε την ιδέα να συνεχίσει το έργο του Κλεισθένη, χωρίς άλλωστε να ξέρουμε αν εκείνος ήταν ακόμη εκεί76 για να κατευθύνει τις προσπάθειες των οπαδών του. Οι αρμοδιότητες της Βουλής, αυτού του ακρογωνιαίου λίθου του καθεστώτος, αναπροσαρμόσθηκαν. Η στρατιωτική υπηρεσία έγινε υποχρεωτική.[12] Όμως ο ορίζοντας, παρ’ όλα αυτά, παρέμενε κατασκότεινος. Η Λακεδαίμονα καραδοκούσε την ευκαιρία για εκδίκηση. Η Θήβα ήταν απαρηγόρητη για την απώλεια των Πλαταιών. Στα ανοιχτά η Αί ήταν ζηλόφθονη και επιθετική- φοβόταν την ανάπτυξη αθηναϊκού εμπορίου. Στην Ανατολή ο Ιππίας ραδιουργούσε χωρίς ανάπαυλα κοντά στο βασιλιά των βασιλιάδων. Είμαστε τώρα στην αυγή του 5ου αιώνα π.Χ. Θα είναι άραγε γιο Αθήνα ο αιώνας της παρακμής της ή της δόξας της; Μπορ να το μαντέψουμε, αρκεί να παρακολουθήσουμε τα κατορθώματά της κατά τη διάρκεια των κινδύνων που απειλούν ύπαρξη της ελληνικής φυλής.[13]
--------------------------------------
[1] Ισαγόρας: Αρχηγός των αριστοκρατικών, οι οποίοι επέστρεψαν στην Αθήνα μετά την απομάκρυνση του Ιππία (510 π.Χ.). Με τη βοήθεια των Λακεδαιμονίων προσπάθησε να καταλύσει το δημοκρατικό πολίτευμα, αλλά απέτυχε λόγω της αντίδρασης των δημοκρατικών πολιτών. 
[2] Οι Αρχαίοι, θεωρώντας το Σόλωνα εισηγητή της δημοκρατίας, ήξεραν πολύ καλά τι πίστευαν. Ο ίδιος ο Αριστοτέλης δεν αναφέρει ως εισηγητές πολιτευμάτων παρά μόνο το Λυκούργο και το Σόλωνα, για τη Σπάρτη και την Αθήνα αντίστοιχα. Βλ. Αριστ., Πολ., Β, 12736 , 32-34: «καί τούτων, οἱ μέν νόμων ἐγένοντο δημιουργοί μόνον, οἱ δέ και πολιτείας, oov καί Λυκούργος καί Σόλων οὗτοι γάρ και νόμους καί πολιτείας κατέστησαν.» Ο Κλεισθένης λοιπόν δεν είναι παρά απλός νομοθέτης- επανέφερε καθολοκληρία τη νομοθεσία του Σόλωνα, που στα κύρια σημεία της είχε παραμείνει σεβαστή και από τους Πεισιστρατίδες. Ο μόνος, ίσως, νεοτερισμός του Κλεισθένη ήταν η κατάργηση των τεσσάρων αρχαίων φυλών και η αντικατάστασή τους με δέκα. Αυτή η απλή μεταρρύθμιση, και ο τρόπος με τον οποίο έγινε, σημάδεψε καίρια το μέλλον της Αθήνας, χωρίς όμως να αλλάξει την ουσία της πολιτείας. Απλώς την έκανε πιο σαφή και πιο έντονη. Από την άλλη μεριά ο Κλεισθένης φαίνεται πως ηγήθηκε στην πρεσβεία η οποία στάλθηκε στο βασιλιά των Περσών, για να κλείσουν συμμαχία, από το φόβο των Αθηναίων προς τη Σπάρτη, που υποστήριζε τον Ιππία. Στην Περσία όμως τους ζητήθηκε να δώσουν «γῆν καί ὕδωρ», για να κατισχύσει η συμμαχία. Αυτό σήμανε το τέλος της πολιτικής σταδιοδρομίας του Αλκμεωνίδη, γιατί βέβαια οι Αθηναίοι δεν έστεργαν να γλιτώσουν από τη δουλεία των τυράννων για να την αντικαταστήσουν με τη δουλεία των Περσών. Όλα αυτά είναι αρκετά σαφή στον Ηρόδοτο, Ε, 73 και 90-93. Πώς λοιπόν να μην αγνοηθεί ο Κλεισθένης, παρά τη σημαντική του προσφορά στο αθηναϊκό πολίτευμα; 
[3] Κοσμικό: Με το επίθετο αυτό ο συγγραφέας επισημαίνει μια τάση ανεξαρτητοποίησης του αθηναϊκού πλήθους απέναντι στη θρησκεία. Αυτή όμως η τάση παρατηρείται ήδη από τον καιρό του Σόλωνα, που κατέκρινε τη γέ του θεάτρου σε βάρος της διονυσιακής λατρείας (Πλούτ., Σόλ., XXIX, 6-7) Με τη θεμελίωση της δημοκρατίας ο δήμος των Αθηναίων έγινε η κύρια όχι η μόνη - πηγή εξουσίας. Έτσι η δύναμη του ιερατείου, που στον αρ ελληνικό χώρο, ιδιαίτερα, δεν ήταν ποτέ ενιαίο - γι’ αυτό και δεν είχ σημερινή δύναμη -, οπισθοχώρησε κι άλλο. Αν ο σημερινός θεός και οι c του πάθαιναν στο θέατρο αυτό που πάθαιναν οι αρχαίοι θεοί στο αρχαίο θέατρο, η χριστιανική εκκλησία θα αντιδρούσε πολύ πιο έντονα απ’ ό,τα ι αντέδρασε με την προβολή του «Τελευταίου Πειρασμού» του Καζαντζάκη. 
[4] Οι εκατό δήμοι ήσαν άνισοι ως προς την έκταση αλλά ίσοι ως προς τον αριθμό των πολιτών και ως προς την οικονομική εμβέλεια- διαφορετικά δε θα μπορούσαν να έχουν τον ίδιο πολιτικό ρόλο (όπως πολύ σωστά παρατηρεί ο R. Cohen), που ήταν και ο ακρογωνιαίος λίθος του πολιτεύματος. Η αριθμητική ισότητα των δήμων είναι εμφανέστατη από το γεγονός ότι οι βουλευτές και οι φρουροί κληρώνονταν κατά δήμο (Αριστ., Αθ. Πολιτ., LXII, 1). Τι ισότητα θα υπήρχε, αν δεν έστελναν όλοι οι δήμοι από πέντε βουλευτές κάθε χρόνο στη Βουλή των Πεντακοσίων; Κι αν δεν ήσαν ισοπληθείς περίπου οι δήμοι, πώς θα τηρούνταν η επιταγή του δημοκρατικού πολιτεύματος να γίνεται κανείς βουλευτής μια χρονιά στη ζωή του, με πολύ σπάνιες εξαιρέσεις; Στο Μαραθώνα πολέμησαν 9000 Αθηναίοι (Κορνήλ. Νέπως, Μιλτ., 5, I)· 90 από κάθε δήμο. Ποιος δήμος θα δεχόταν να στείλει 100 οπλίτες, για να στείλει άλλος δήμος 80; Μπορούμε να φαντασθούμε την γκρίνια του δήμου που θα αισθανόταν αδικημένος. Ο δήμος αντικατάστησε τη ναυκραρία (Αριστ., Αθ. Πολιτ., XXI, 5) και κάθε ναυκραρία ήταν υποχρεωμένη να δίνει μια τριήρη και δύο ιππείς (Πολύδ., Η, 109). Κάτι ανάλογο θα έγινε και με τους δήμους, γι' αυτό οι αθηναϊκές τριήρεις ήσαν πολλαπλάσιο του εκατό στους Μηδικούς Πολέμους τουλάχιστο, που η Αθήνα είχε εκστρατεύσει με όλο της το στρατό. 
[5] Ενιαία μάζα: Την έννοια αυτή ο αναγνώστης θα πρέπει να την έχει πάντα στο νου του. Κόμματα, συντεχνίες, συνδικάτα, καθώς και κάθε είδος ομαδοποίησης, νόμιμης ή παράνομης, που βρίσκουμε στις κατοπινές κ σύγχρονες κοινωνίες, είναι ουσιαστικά άγνωστα στον αρχαίο ελληνικό χώρο λόγω του δημοκρατικού πολιτεύματος, που δεν είναι μόνο αττικό εύρημα και προνόμιο. Η οποιαδήποτε ομαδοποίηση αφετηρία της έχει τη με κάθε δυσαρέσκεια και καταπίεση κάποιου συνόλου ανθρώπων μέσα σε μια kc και την αδυναμία του συνόλου αυτού να πάρει το λόγο μέσα στην κοινωνία για να υποστηρίξει την άποψή του, να βρει το δίκιο του. Στην αρχαία Αθήνα κάθε άτομο μπορούσε να υποστηρίξει τη γνώμη του είτε ως εκκλησιαστής, δηλ. μέλος της εκκλησίας του Δήμου, είτε ως δικαστής, είτε ως βουλευτής. Αυτή είναι η μοναδικότητα του αθηναϊκού πολιτεύματος. 
[6] Η προσπάθεια να αποδοθεί στον Πυθαγόρα το πέρασμα από το δωδεκαδικό μετρικό σύστημα στο δεκαδικό, δεν ευσταθεί κι ούτε μπορεί να γίνε πως ο ολιγαρχικός και διωγμένος από τον Τάραντα εξαιτίας των ολίγα του ιδεών Σάμιος σοφός θα είχε επίδραση σημαντική στον ελληνικό όπου γενικά η κλήρωση και η δημοκρατία είχαν σαφώς το προβάδισμα. Η ρήση «Ἀπό κυάμων χεῖρας ἔχεσθαι», που αποδίδεται στον Πυθαγόρα, δε σημαίνει τίποτε άλλο από το να μη δέχεται κανείς τη δημοκρατία, μια και κύριο χαρακτηριστικό της ήταν το κληρωτό της καθοριστικής πλειοψηφίας των αρχόντων και ο κύαμος, το κουκί, ήταν ο κατεξοχήν κλήρος· πρβλ. Αριστ., Πολ., Δ, 12946, 8, και Αριστ., Αθ. Πολιτ., VIII, 1. Όσο για τα μετρικά συστήματα, τέσσερα είναι που χρησιμοποιεί κυρίως η ανθρωπότητα. Την πρωτοκαθεδρία την έχει το δεκαδικό, γιατί απλούστατα έχουμε δέκα δάχτυλα. Το εφταδικό οφείλεται στο ότι με γυμνό μάτι βλέπουμε στον ουρανό εφτά μεγάλα αστέρια που θεωρούνταν πλανήτες και έχουν δώσει το όνομά τους στις ημέρες της εβδομάδας. Το δωδεκαδικό οφείλεται στις δώδεκα περίπου περιστροφές της σελήνης γύρω από τη γη (354 μέρες) κατά τη διάρκεια της περιστροφής της γης γύρω από τον ήλιο (365 μέρες και 6 ώρες περίπου). Γι' αυτό και θεωρήθηκε πρόσφορο για τον υπολογισμό του κύκλου και του ενιαυτού, που θεωρείται κι αυτός κύκλος. Τέταρτο είναι το δυαδικό· το χρησιμοποιεί η πληροφορική και οι ηλεκτρονικοί υπολογιστές· το πρωτο- χρησιμοποίησαν οι Κινέζοι, πρβλ. Wion, Frida: Les symboles de la Chine. Ed. Le courrier du livre. 
[7] Σεληνιακό έτος: Σ’ αυτό το σημείο ο Αριστοτέλης τα λέει διαφορετικά: «Βουλή δε κληροῦται φ΄, ν΄ ἀπό φυλῆς ἑκάστης. Πρυτανεύει δ’ ἐν μέρει τῶν φυλῶν ἑκάστη καθ’ ὅ,τι ἄν λάχωσιν, αἱ μέν πρῶται τέτταρες ἕξ και λ΄ ἡμέρας ἑκάστη, αἱ δε στ’ αἱ ὕστεραι ε΄ και λ’ ημέρας ἕκάστη· κατά σελήνην γάρ ἄγουσιν τόν ἐνιαυτόν.» Αριστ., Αθ. Πολιτ., XLIII 2. (Και κληρώνεται βουλή πεντακοσίων, πενήντα από κάθε φυλή. Και πρυτανεύει με τη σειρά της καθεμιά από τις φυλές, όπως βγει ο λαχνός, οι πρώτες τέσσερις τριάντα έξι μέρες- καθεμιά, ενώ οι υπόλοιπες έξι, τριάντα πέντε μέρες καθεμιά· γιατί έχουν το χρόνο κατά τη σελήνη.) Με βάση το εδάφιο αυτό και σε συνδυασμό με τα εδάφια Α, 32, και Β, 4, του Ηροδότου, μπορούμε να συναγάγουμε τα ακόλουθα σχετικά με το αττικό ημερολόγιο: Το έτος στην Αττική είχε πότε 354 μέρες και πότε 376 εναλλακτικά. Στην πρώτη περίπτωση οι πρώτες 4 πρυτανείες διαρκούσαν 36 μέρες, ενώ οι 6 ακόλουθες 35. Στη δεύτερη περίπτωση οι 4 πρώτες φυλές πρυτάνευαν, δηλ. κυβερνούσαν, για 37 μέρες, ενώ οι 6 ακόλουθες για 38. Κι επειδή η κλήρωση τα καθόριζε όλα αυτά, διαφωνίες δε θα υπήρχαν. Όσο για την άποψη του συγγραφέα πως ο Κλεισθένης προσπάθησε να αποσείσει τη «βαριά κηδεμονία» των Ολύμπιων θεών, αυτό δεν είναι προι νές. Ο πολυθεϊσμός ποτέ δεν ήταν καταπιεστικός, γιατί ακριβώς η φύση της πολυθεΐας δεν είναι ποτέ δυνατό να θεσπίσει κάποιο δόγμα και κάποιο θρησκευτικό κατεστημένο. .  
[8] Τη στρατηγία τη βρίσκουμε στην Αθήνα από τον καιρό του Δράκοντα και μάλιστα με την ίδια αντιστοιχία (ένας στρατηγός κατά φυλή)· μόνο που στρατηγοί ήσαν τότε τέσσερις, γιατί και οι φυλές ήταν τέσσερις: «τούτους δ΄ ἔδει διεγγυᾶν τούς πρυτάνεις καί τούς στρατηγούς καί τούς ἱππάρχους τούς ἔνους μέχρι εὐθυνῶν, ἐγγυητάς δ΄ ἐκ τοῦ αὐτοῦ τέλους δεχομένους οὗπερ οἱ στρατηγοί καί οἱ ἵππαρχοι Αριστ., Αθ. Πολιτ., IV, 2. (Γι’ αυτούς, δηλ. τους νέους στρατηγούς και ιππάρχους, έπρεπε να μεσεγγυώνται μέχρι την ευθυνοδοσία τους οι πρυτάνεις, οι στρατηγοί και οι ίππαρχοι της προηγούμενης γενιάς, οι οποίοι δεχόντουσαν ως εγγυητές τέσσερις πολίτες από την ίδια ακριβώς φορολογική κλίμακα, από την οποία ήσαν οι στρατηγοί και οι ίππαρχοι.) Γιατί θα ήσαν τέσσερις οι εγγυητές, αν δεν ήσαν τέσσερις και οι στρατηγοί οι ίππαρχοι, όπως και οι φυλές; (Αριστ., Αθ. Πολιτ., VIII, 3: «Φυλαί δ΄ ἦσαν τέτταρες καθάπερ πρότερον και φυλοβασιλεῖς τέτταρες.») 
[9] Κλήρωσης και εκλογής: Οι στρατηγοί ήταν από τα ελάχιστα αξιώματα, στα οποία οι πολίτες αναδείχνονταν μόνο με εκλογές. Η αθηναϊκή δημοκρατία είχε ως βασικό τρόπο ανάδειξης των αξιωματούχων της την κλήρωση, όπως άλλωστε το επισημαίνει και ο συγγραφέας. 
[10] Πρβλ. τη φυγή του Κάιν μετά το φόνο του Άβελ. 
a Από ένα πολύ πρόσφατο ταξίδι αποκόμισα την εντύπωση πως οι αμερικανικές ανασκαφές στην αγορά της Αθήνας θα τροποποιήσουν χωρίς αμφιβολία βαθιά τις αντιλήψεις μας σχετικά με τον οστρακισμό. Τα αποτελέσματα, σταοποία έφθασαν οι Αμερικανοί αρχαιολόγοι, όσο ατελή κι αν είναι μέχρι τώρα, θα μας υποβάλουν χωρίς αμφιβολία από τώρα και στο εξής μεγαλύτερη ακόμα σύνεση στις κρίσεις μας για τους θεσμούς της Αθήνας.  
[11] Πρβλ. σημ. 7. 
[12] Η στρατιωτική θητεία ήταν καθήκον κυρίως των τριών πλούσιων τάξεων, των πεντακοσιομεδίμνων, των ιππέων και των ζευγιτών, οι οποίοι, εκτός από το βάρος της φορολογίας - οι θήτες ήταν αφορολόγητοι, ατελείς -, έφερναν και το βάρος του πολέμου, γιατί μόνο αυτοί είχαν την οικονομική ευρωστία να παραγγέλνουν και να έχουν πλήρη οπλισμό ώστε να υπηρετούν ως οπλίτες, που ήταν και το βασικό μάχιμο σώμα του ελληνικού στρατού. Οι θήτες πολεμούσαν ως ψιλοί, δηλ. ελαφριά οπλισμένοι. Έτσι στο Μαραθώνα βρίσκουμε 9000 οπλίτες Αθηναίους (βλ. σημ. 69) από τους 10800, που αριθμούσαν οι τρεις φορολογούμενες πλούσιες τάξεις· βλ. Αριστ., Αθ. Πολιτ., αποσπάσματα του πρώτου μέρους (που έχει χαθεί) αριθ. 3 και 4. Το σύνολο των Αθηναίων πολιτών στις αρχές του 5ου αι. π.Χ. ήταν 30000, βλ. Ηρόδ., Ε, 97, 2. Στη ναυμαχία της Σαλαμίνας πρέπει να κυμαίνονταν ανάμεσα στους 36000 και 40000, γιατί πολέμησαν με όλο τους το στρατό και διέθεταν 200 τριήρεις καθεμιά είχε συνολικό πλήρωμα 200 πολίτες, όχι βέβαια ξένους, ίσως ούτε μέτοικους, μια και ακόμα δεν υπήρχαν πολλοί μέτοικοι στην Αθήνα, κ χρήματα που έδωσε ο Άρειος Πάγος (Αριστ., Αθ. Πολιτ., XXIII, I) Θεμιστοκλής (Πλούτ., Θεμ., X, 6-7), στους πολίτες τα έδωσε, στους θήτες βρίσκονταν σε άθλια κατάσταση. Πάντως οι ίδιοι οι Αθηναίοι γέμισα τριήρεις, γιατί δάνεισαν 20 στους Ερετριείς· γι’ αυτό και ο αριθμός 36000 
[13] Η έννοια της φυλής, της ράτσας, της κοινής καταγωγής, δεν ήταν έντονη στον Αθηναίο και γενικά στον Έλληνα όσο η έννοια της παιδείας που υπερείχε λόγω βέβαια του δημοκρατικού πολιτεύματος. Αυτό είναι εμφανές στον «Επιτάφιο» του Περικλή, ενώ αργότερα ο Ισοκράτης θα δηλώσει τελείως κατηγορηματικά πως η ελληνικότητα δεν είναι τόσο ζήτημα φύσης, καταγωγής, όσο ζήτημα παιδείας: «... καί τό τῶν Ἑλλήνων ὄνομα πεποίηκεν (ἡ πόλις ἡμῶν —ἡ Ἀθήνα δηλαδή) μηκέτι τοῦ γένους, ἀλλά τῆς διανοίας δοκεῖν εῖναι, καί μᾶλλον Ἕλληνας καλεῖσθαι τούς τῆς παιδεύσεως τῆς ἡμετέρας ἤ τούς τῆς κοινῆς φύσεως μετέχοντας.» Ισοκρ., Πανηγυρ., 50· (... κα κάνει (η πόλη μας, η Αθήνα), ώστε το όνομα «Έλληνες» να μη φαίνεται πως σημαίνει την καταγωγή αλλά τη νοοτροπία και περισσότερο να ονομάζονται Έλληνες όσοι συμμετέχουν στη δική μας παίδευση παρά στην κοινή καταγωγή.) Η δική μας παίδευση δεν είναι τίποτε άλλο παρά η γενική παιδεία, η πολιτική παιδεία κυρίως, που πρόσφερε η Αθήνα στην αγορά της, στην Πνύκα της, στο θέατρό της, στα γυμναστήριά της.

Της μαμάς μου η μαμά είναι δυο φορές μαμά!

Μάνα είναι μόνο μία κι η αγάπη που νιώθεις γι’ αυτή είναι σίγουρα κάτι μοναδικό. Πόσοι από εμάς όμως σταθήκαμε τυχεροί και υπήρξε στη ζωή μας μια δεύτερη μάνα που μας αγαπούσε, μας πονούσε και μας φρόντιζε το ίδιο;

Και φυσικά, αυτή δεν ήταν άλλη από τη γιαγιά μας. Ήταν η γυναίκα που σου έκανε όλα τα χατίρια κι αυτός μάλιστα ήταν ο πιο συχνός λόγος που τσακωνόταν με τη μαμά σου. Ήταν η γυναίκα που παρόλο που είχε μεγαλώσει, είχε ακόμα το κουράγιο και τη δύναμη να μεγαλώσει άλλο ένα παιδί… εσένα!

Τις ώρες που η μαμά σου έλειπε, έπαιρνε αυτή τη θέση της και με κέφι πάντα προσπαθούσε να σε κάνει να περάσεις όσο πιο καλά γινόταν. Σε έπιανε από το χέρι και πηγαίνατε βόλτες, πολλές βόλτες. Είχε την υπομονή να σου απαντάει σε κάθε ερώτηση που μπορεί να της έκανες. Ακόμα κι όταν μεγάλωσες, συνέχιζε να σου συμπεριφέρεται λες και ήσουν μικρό παιδάκι.

Μα μην την παρεξηγείς. Γι’ αυτήν είσαι το μικρότερο παιδί της. Γι’ αυτό λοιπόν κάθε φορά που σε βλέπει, θέλει να σε παίρνει αγκαλιά όπως τότε…

Η γιαγιά σου ήταν δίπλα σου, στις πιο σημαντικές σου στιγμές, στα πρώτα σου βήματα, στις πρώτες σου λέξεις. Στην πρώτη σου μέρα στο σχολείο, που ακόμα κι εκεί να μην βρισκόταν σε περίμενε στο σπίτι για να της πεις τις εντυπώσεις σου.

Έχει ζήσει τόσα πολλά δίπλα σου, που αποτελεί δικαιωματικά ένα μεγάλο κομμάτι σου. Την νιώθεις, όπως είναι επόμενο άλλωστε, σαν μια δεύτερη μητέρα, τόσο άξια και ικανή να είναι δίπλα σου όπως η βιολογική σου μάνα.

Βέβαια σ’ αυτήν τη γυναίκα, βλέπεις πολύ πιο φανερά τον χρόνο να περνάει πάνω της. Βλέπεις το πρόσωπό της να γερνάει όλο και πιο γρήγορα και τα μάτια της ξαφνικά σαν να φαίνονται πιο κουρασμένα. Προσοχή όμως, τα μάτια της μόνο, όχι το βλέμμα της. Αυτό θα μένει πάντα το ίδιο κάθε φορά που σε κοιτάει. Κι ο χρόνος περνά και ξαφνικά έρχεται ο καιρός που πρέπει εσύ να τη φροντίσεις και να τη βοηθήσεις. Πρέπει εσύ να της κάνεις παρέα όσο αυτή βρίσκεται ξαπλωμένη και δεν έχεις δυνάμεις να σηκωθεί. Πρέπει να της κρατήσεις το χέρι και να της δώσεις δύναμη, όπως έκανε κι αυτή κάθε φορά που εσύ έπεφτες και σε βοηθούσε να ξανασταθείς στα πόδια σου.

Της το χρωστάς άλλωστε για όλα αυτά που έχει κάνει για εσένα.

Και δυστυχώς θα έρθει κι αυτή η μέρα που θα τη χάσεις. Που το σπίτι της πλέον θα δείχνει άδειο κι υπερβολικά ήσυχο. Ωστόσο, το τέλος είναι φαινομενικό, καθώς εσύ θα τη κουβαλάς πάντα μέσα σου. Και την ίδια, αλλά και τις αναμνήσεις που έχεις με εκείνη. Αν προσπαθήσεις να θυμηθείς τα παιδικά σου χρόνια, οι περισσότερες εικόνες θα έχουν να κάνουν μ’ αυτή τη γυναίκα. Θα βλέπεις όλες τις παραξενιές της γιαγιάς σου μέσα από τη μητέρα σου και θα την κοροϊδεύεις γι’ αυτό.

Πάντα θα ζει ανάμεσα σου και πάντα θα ξέρεις πως η αγάπη της θα σε ακολουθεί.

Όπου και να βρίσκεται…

Ο θάνατος της Αντιγόνης και η συντριβή του Κρέοντα

Αποτέλεσμα εικόνας για Ο θάνατος της Αντιγόνης και η συντριβή του ΚρέονταEίναι καιρός να ανακαλύψουμε όλα εκείνα τα ζητήματα που απασχόλησαν τον σπουδαίο αυτόν τεχνίτη της τραγωδίας. Δεν υπάρχει αμφιβολία πως το κεντρικό θέμα του έργου είναι μία σύγκρουση ανάμεσα σε δύο πεποιθήσεις που απασχολούσαν τους πολίτες της Αθήνας εκείνον τον καιρό και σε κάποιο βαθμό μας απασχολούν έως σήμερα. Η μία είναι αυτή που εκφράζει πολύ καθαρά ο Ηράκλειτος: «Όλοι οι νόμοι των ανθρώπων τρέφονται από έναν, τον θεϊκό· γιατί αυτός κυβερνά όσο θέλει, είναι αρκετός για όλους και επιζεί των πάντων».

Στον αντίποδα βρίσκουμε η αντίληψη που εκφράστηκε από την μοντέρνα τάση του 5ου αιώνα, τους Σοφιστές, οι οποίοι κλόνισαν τις παραδοσιακές αξίες του ελληνικού κόσμου. Σύμφωνα με αυτή τη θέση «όποιοι νόμοι φαίνονται δίκαιοι και καλοί σε μία συγκεκριμένη πολιτεία είναι δίκαιοι και καλοί για αυτή την πολιτεία για όσο καιρό αυτή τους ασπάζεται. Αν όμως κάποτε αποδειχθούν καταπιεστικοί για τους πολίτες, ο σοφός άνδρας τους αντικαθιστά με άλλους που φαίνονται πιο ευεργετικοί.» Έτσι μας περιγράφει ο Πλάτων την άποψη του σοφιστή Πρωταγόρα. (Θεαίτητος, 167c)

Η Αντιγόνη φυσικά συμφωνεί με τον Ηράκλειτο: Οι νόμοι που έδωσαν οι θεοί στους ανθρώπους, είναι αναλλοίωτοι και ισχύουν σε κάθε εποχή και κάθε κοινωνία. Οτιδήποτε διαπράττει ο άνθρωπος κατά παράβαση αυτών των νόμων είναι λάθος, διαταράσσει την τάξη και ο παραβάτης δεν μένει ατιμώρητος. Η άλλη θέση είναι πως δεν υπάρχουν νόμοι που να είναι ευεργετικοί για όλους και για πάντα. «Σε όλα τα πράγματα το μέτρο είναι ο άνθρωπος», έλεγε ο Πρωταγόρας, που σημαίνει πως ένας νόμος μπορεί να είναι καλός για κάποιον λαό και κακός για κάποιον άλλο. Αλλά και στον ίδιο λαό οι νόμοι πρέπει να αλλάζουν ανάλογα με τις περιστάσεις, ώστε να ωφελούν την πρόοδο. Αυτή την άποψη υποστηρίζει ο Κρέων, ο οποίος, όπως και οι σοφιστές, δεν αρνείται πως οι θεοί έδωσαν αρχικά τους νόμους στους ανθρώπους και τους διαφοροποίησαν έτσι από τα ζώα, αυτό όμως δεν σημαίνει πως ο σοφός ηγέτης δεν πρέπει να προνοεί για την προσαρμογή της νομοθεσίας όποτε αυτό χρειάζεται.

Ο νόμος και η ηθική

«Διότι είναι περισσότερος ο χρόνος που θα πρέπει να αρέσω σε αυτούς του Κάτω Κόσμου παρά σε αυτούς εδώ. Εσύ, αν έτσι θέλεις, ατίμασε εκείνο που οι θεοί έχουν ορίσει έντιμο». Με αυτά τα λόγια αντέδρασε η Αντιγόνη, όταν η αδελφή της αρνήθηκε να συμπράξει και προσπάθησε να πείσει και την ίδια να μην παραβεί τον νόμο. Αργότερα, όταν συλλαμβάνεται την ώρα που επιχειρεί να θάψει τον αδελφό της και την ρωτά έκπληκτος ο Κρέων γιατί παρανόμησε, εκείνη του εξηγεί : «Δεν ήταν ο Μέγας Ζευς που έδωσε τέτοια εντολή, ούτε η Δίκη που ζει με τους θεούς του Κάτω Κόσμου όρισε τέτοιους νόμους. Ούτε και φαντάστηκα πως τόσο κύρος είχαν τα δικά σου διατάγματα, ώστε θνητός εσύ να υπερβείς τους αιώνιους και άγραφους νόμους των θεών. Γιατί οι νόμοι αυτοί υπάρχουν όχι τώρα και χτες μονάχα, αλλά αιώνια, κι ιδέα κανείς δεν είχε από πού προήλθαν. Αυτούς εγώ να παραβώ δεν σκόπευα, και από φόβο για το θέλημα οποιουδήποτε ανθρώπου στων θεών την εκδίκηση να εκτεθώ».

Μερικές δεκαετίες μετά την παράσταση της «Αντιγόνης» ένας αξιαγάπητος ηλικιωμένος φιλόσοφος θα κρατήσει την ίδια στάση όταν κατηγορείται από κάποιους συμπολίτες τους για ασέβεια. Ο Σωκράτης δήλωσε στους δικαστές του «εγώ θα υπακούσω στον θεό παρά σε εσάς» και δέχτηκε αδιαμαρτύρητα την θανατική καταδίκη που του επέβαλε ο ανθρώπινος νόμος. Και το ίδιο επαναλαμβάνεται με τον Απόστολο Πέτρο, ο οποίος συνελήφθη επειδή κήρυττε τη νέα θρησκεία και επανέλαβε σχεδόν αυτολεξεί τα λόγια του Σωκράτη: «εμείς πειθαρχούμε στον θεό μάλλον, παρά σε ανθρώπους». Άλλος θεός, αλλά η ίδια αρχαία αντίληψη έχει επιβιώσει.

Παρά τις αλλαγές που έφερε η άποψη των σοφιστών για την ανωτερότητα του νόμου, η πίστη στην αιώνια θεϊκή τάξη παρέμεινε ισχυρή και επηρεάζει τη διαμόρφωση της ηθικής ως σήμερα. Μπορεί η θρησκεία να έχει χάσει το κύρος που απολάμβανε κάποτε στον δυτικό κόσμο, αλλά εξακολουθούμε να αναφερόμαστε σε έναν ανώτερο, άγραφο νόμο κάθε φορά που αξιολογούμε ηθικά τους συνανθρώπους μας και τις πράξεις τους. Όπως η Αντιγόνη, κι εμείς αξιολογούμε ηθικά τις αποφάσεις εκείνων που μας κυβερνούν και κάθε φορά που αναρωτιόμαστε αν το νόμιμο είναι και ηθικό, αναγνωρίζουμε πως πρόκειται για δύο διαφορετικούς κώδικες. Στην πραγματικότητα ελέγχουμε αν οι νόμοι που αποδεχτήκαμε να ρυθμίζουν τη ζωή μας ανταποκρίνονται στον έναν άγραφο ηθικό κώδικα που έφτασε ως εμάς από την εποχή της Αντιγόνης. Από τότε μέχρι σήμερα χρησιμοποιούμε τους νόμους αυτούς που δεν έγραψε κανείς για να κρίνουμε τους νόμους που γράφουν οι νομοθέτες μας.

Δεν υπάρχει αμφιβολία πως οι Σοφιστές διαμόρφωσαν τη σύγχρονη πολιτική επιστήμη με τις ρεαλιστικές τους εισηγήσεις, επάνω στις οποίες μπορούμε να βασίσουμε κάποιους ορθολογικούς κανόνες που ρυθμίζουν τον τρόπο συνύπαρξής μας. Η μεγάλη συνεισφορά του Σοφοκλή ήταν η προειδοποίηση πως είναι αδύνατον να ελέγχουμε τα πάντα στη ζωή, όπου οι συνθήκες μεταβάλλονται συνεχώς. Χρειαζόμαστε κάτι αιώνιο και σταθερό ως κοινό σημείο αναφοράς.

 «Θερμή καρδιά για πράγματα ψυχρά»

Νομίζω πως οι περισσότεροι θα λέγαμε σήμερα πως η Αντιγόνη τιμωρήθηκε πιο σκληρά, γιατί εκείνη έχασε τη ζωή της, ενώ ο Κρέων παρέμεινε ζωντανός. Ίσως μάλιστα να προτιμούσαμε να δούμε τον Κρέοντα νεκρό και την Αντιγόνη παντρεμένη με τον Αίμωνα και να βασιλεύουν ευτυχισμένοι στη Θήβα. Στην αρχαία Ελλάδα όμως, αυτή θα ήταν μία ακατανόητη επιλογή για φινάλε. Ένας καλός θάνατος με τιμή ήταν προτιμότερος από μία άθλια ζωή και αυτός ήταν ο λόγος που τόσο θαύμασε το αθηναϊκό κοινό την Αντιγόνη. Αντιθέτως, ένιωσε οίκτο για τον Κρέοντα, που έπρεπε να ζήσει μία ζωή χωρίς αξιοπρέπεια, εγκαταλελειμμένος από θεούς και ανθρώπους.

Η Αντιγόνη ήταν αποφασισμένη να πεθάνει επειδή δεν υπήρχε τίποτα που να την κρατά στη ζωή. Ούτε η Ισμήνη, την οποία έχει ήδη κατατάξει ανάμεσα στους εχθρούς της επειδή δεν συμμερίζεται τις πεποιθήσεις της, ούτε ο Αίμων που την υπεραγαπά θέλει να την παντρευτεί και συμμερίζεται τις πεποιθήσεις της. Κανείς δεν ήταν αρκετά σημαντικός για να την κρατήσει στη ζωή. «Έχεις θερμή καρδιά για πράγματα ψυχρά» της λέει η Ισμήνη, δηλαδή «ενθουσιάζεσαι με πράγματα που αφορούν τον ψυχρό κόσμο τού θανάτου».

Η Αντιγόνη δεν διαφωνεί: «Κι αν πριν της ώρας μου πεθάνω, κέρδος το λέω. Διότι όποιος, σαν εμένα, μέσα σε τόσες συμφορές περνάει τη ζωή του, πώς κερδισμένος δεν θα βγει από τον θάνατό του;» Τόσο εξοικειωμένη είναι με την ιδέα του θανάτου της, που μπαίνει κανείς στον πειρασμό να αναρωτηθεί μήπως αυτοκτόνησε στη φυλακή της για να αποκλείσει κάθε περίπτωση σωτηρίας της. Ο Σοφοκλής σκοτώνει την ηρωίδα του για να διασώσει την αξιοπρέπειά της και να ενεργοποιήσει τα γεγονότα εκείνα που θα βυθίσουν τον υπερφίαλο Κρέοντα στην αναξιοπρέπεια.

Μεγάλα λόγια και μεγάλες αποφάσεις

Η Αντιγόνη πέθανε δυστυχισμένη, θύμα ενός υπερβολικού ανθρώπινου νόμου, αλλά πήγε εκεί που ήθελε εξαρχής να πάει: στους αγαπημένους της γονείς και στ’ αδέλφια της που είχαν πεθάνει, εκεί που θα ένιωθε την επιδοκιμασία των θεών. Έτσι πίστευε εκείνη, αλλά ακόμα κι αν πούμε πως απλώς έπαψε να υπάρχει, πάλι της συνέβη αυτό που ήθελε να της συμβεί. Ο Κρέων όμως καταδικάστηκε να ζήσει με τη δυστυχία του για πολλά χρόνια ακόμα. Τίποτα απ’ όσα ήθελε να πετύχει δεν πέτυχε. Συντετριμμένος που δεν πρόλαβε να σταματήσει το κακό, ντροπιασμένος στα μάτια του λαού του και εκτεθειμένος στην οργή των θεών (γιατί και αυτός πίστευε στους θεούς) θα ζήσει με τις συνέπειες της πράξης του. Ποιος από τους δύο είχε καλύτερη τύχη, είναι κάτι που μπορούμε να συζητάμε για πάντα.

Πάντως ο Σοφοκλής αφήνει την τελευταία σκηνή στον Κρέοντα που θρηνεί μετανιωμένος για την κατεστραμμένη του ζωή, ενώ ο χορός των γερόντων της Θήβας θα πει τα τελευταία λόγια: «Το πρώτο καλό της ευτυχίας είναι η φρόνηση. Δεν πρέπει ασέβεια να δείχνεις στα θεϊκά πράγματα. Τα μεγάλα λόγια με μεγάλες πληγές πληρώνουν οι αλαζόνες και μυαλό βάζουν στα γεράματα».

Φαίνεται πως ο Σοφοκλής παίρνει θέση υπέρ του άγραφου αιώνιου νόμου των θεών και στέκεται με σκεπτικισμό απέναντι στις νέες ιδέες των Σοφιστών. Ας μην βιαστούμε όμως να χαρακτηρίσουμε αυτόν ή την Αντιγόνη του ως οπισθοδρομικούς θρησκόληπτους. Ο οπισθοδρομικός σε αυτή την ιστορία είναι ο Κρέων, παρά τις ρεαλιστικές του αντιλήψεις που ταιριάζουν με την μόδα του Χρυσού Αιώνα.

Η ζωή παλεύεται με όνειρα, όχι με μιζέριες.

Πάψε πια να μιζεριάζεις.
  
Πάψε να μετράς. Και κυρίως πάψε να με γειώνεις. Ξέρεις, έχω συναίσθηση του πόσο άσχημα είναι τα πράγματα εκεί έξω. Δε ζω σε κάποιο φανταστικό κόσμο. Εκεί έξω κυκλοφορώ κι εργάζομαι κάθε μέρα. Εκεί έξω πληρώνω λογαριασμούς και χαράτσια. Εκεί έξω υπολογίζω και δε μου φτάνουν τα χρήματα μέχρι το τέλος του μήνα. Την ξέρω την πραγματικότητα, τη ζω. Μα δεν την αγαπώ. Πως θα μπορούσα, άλλωστε.

Και δεν τη δέχομαι. Δεν τη γουστάρω για συγκάτοικο, πως το λένε. Εσύ μπορεί να θέλεις να κοιμάσαι μαζί της. Να τη βλέπεις το πρωί που ξυπνάς και το βράδυ πριν κλείσεις τα μάτια σου. Μπορεί να σου αρέσει αυτή τη μιζέρια να τη βλέπεις και στον ύπνο σου. Εγώ τα όνειρα μου τα θέλω φωτεινά. Ανέμελα… Πολύχρωμα… Γι’αυτό εμένα μη μη με αγγίζεις. Και κυρίως μη με κατηγορείς ανώριμη. Δεν είμαι.

Είμαι απόλυτα συνειδητοποιημένη. Ξέρω τι θέλω μα κυρίως τι δε θέλω. Δε θέλω τούτη τη μαυρίλα που μας βάψανε τη ζωή. Δε θέλω να κουβαλώ πάνω μου την κρίση πέρα από όσο είναι απολύτως απαραίτητο. Κι εσύ με πιέζεις. Και κυρίως με χαλάς. Εγώ μετρώ όνειρα κι εσύ λεφτά. Εγώ μετρώ στιγμές κι εσύ απλήρωτες υπερωρίες. Παράτα τα όλα και πάμε μια βόλτα. Το άγχος μας δε σώζει τον κόσμο. Μήτε πληρώνει λογαριασμούς.
  
Μόνο συνθέτει δυστυχίες. Ένα μωσαϊκό γίνηκε η δυστυχία του κόσμου. Και με πονά να το βλέπω. Με πονά να υπάρχει. Έλα να κάνουμε μερικές θετικές σκέψεις. Αυτές σου λείπουν. Και μερικά χαμόγελα. Χαμογέλα μου να σε δω όπως είσαι. Άνθρωπος νέος, ζωντανός. Πάψε να είσαι το φάντασμα που σε καταντήσανε. Δες εμένα. Παραπαίω κι όμως φορώ το πιο καλό μου χαμόγελο. Εκείνο που φτάνει ως τα μάτια.

Γιατί έτσι παλεύεται αγάπη μου η ζωή. Δίχως μουρμούρα και μιζέρια. Με δύναμη και τρέλα. Έλα να τους τρελάνουμε εμείς, πριν το κάνουν αυτοί. Έλα να νοιαστούμε για την ψυχική μας ισορροπία. Έλα να ζήσουμε. Φτωχικά. Δε με νοιάζει. Μα όχι μίζερα. Στενόχωρα. Δε με πειράζει. Μα όχι κλειστοφοβικά. Τη ζωή μου τη διαφεντεύω εγώ. Και δεν επιτρέπω σε κανέναν να μου την κάνει σκουπίδι. Ζορίζομαι, το ξέρεις. Ζορίζεσαι, το ξέρω. Κι όλοι μαζί με μας το ίδιο. Κι είναι άσχημα τα πράγματα. Κι είναι το πηγάδι άπατο ακόμη. Δεν έχουμε ξύσει το βυθό. Δεν τον έχουμε πλησιάσει καν. Έτσι λένε τουλάχιστον. Έτσι αποδεικνύεται μέρα τη μέρα. Μα χαμογέλα μου. Και θα σου γελάσω κι εγώ. Κι ας κάνουμε όνειρα. Μικρά ή μεγάλα. Τρελά ή λογικά. Όνειρα να είναι. Αυτά κανένα μισθολόγιο δεν μπορεί να τα πετσοκόψει.

Και καμία τράπεζα να τα κατασχέσει. Είναι το παραθυράκι της ζωής ενάντια στην παράνοια των ανθρώπων. Όνειρα… Όλα γκρεμίζονται μα εμείς ας κάνουμε όνειρα. Ας ελπίσουμε σε μια καλύτερη μέρα. Ας πιστέψουμε σε αυτή κι ας την κυνηγήσουμε. Δίχως γκρίνιες και μιζέριες.

Δίχως άγχη και καυγάδες. Δίχως θυμούς και παραλογισμούς. Μόνο με χαμόγελα. Με θετική ενέργεια και πίστη. Στον άνθρωπο και τη ζωή.
Κι όλα θα φτιάξουν…

Ο θυμός μου κι εγώ…

Μέσα μου έχω ένα …
Θα μ’ οδηγήσει σε γκρεμό…
 
Εγώ κι ο θυμός μου. Ο θυμός μου κι εγώ. Στο ίδιο ταξίδι συνεπιβάτες, για πολύ καιρό. Ένιωσα πως μου έκλεβε στιγμές, πως διάλεγε τη θέση στο παράθυρο για να βλέπει εκείνος όλη τη θέα, δοκίμαζε την πρώτη κουταλιά παγωτό για να πάρει όλη τη γλύκα. Και τις βραδιές, μη έχοντας να μονοπωλήσει κάτι άλλο, κυριαρχούσε στον ύπνο μου και στη σκέψη μου.
Στο λίγο χώρο που του έδωσα, εκείνος πήρε περισσότερο και για αντάλλαγμα με πότιζε με το σαράκι του. Θυμός καταπιεσμένος, θυμός, συσσωρευμένος θυμός… κι άλλος θυμός, κόκκινος να ξεχειλίζει…
 
Θυμός, για εκείνες τις στιγμές που από αδυναμία επέλεγες το ποτό κι εγώ ένιωθα ανίκανη να βοηθήσω.
Θυμός, γιατί έφυγες νωρίς, χωρίς να προλάβω να σε ζήσω… λίγο ακόμη.
Θυμός, γιατί κάθε φορά τίποτα δε σου ήταν αρκετό, γιατί κάθε φορά με σύγκρινες για να με βγάλεις λειψή…
Θυμός, γιατί με έβαλες στην πρώτη γραμμή, να δώσω τις δικές σου μάχες.
Θυμός, γιατί τότε που σε είχα ανάγκη πιο πολύ, εσύ επέλεγες το καθωσπρέπει και τη γνώμη του κόσμου.
Θυμός, γιατί μου έκλεψες την αθωότητά μου και μ’ έκανες να κρύψω την ταυτότητά μου…
Θυμός, γιατί πάντα αισθανόσουν τόσο λίγος δίπλα μου και μου έκοβες τα φτερά.
Θυμός, γιατί στην αλήθεια μου ανταπέδωσες ψέματα και υποκρισία…
Θυμός, γιατί μου ‘φόρτωσες’ κάθε σου αδυναμία, για τη λάσπη που μου έριξες για να παραμείνεις το ‘καλό παιδί’…
Θυμός, γιατί ακόμα και τώρα επαναλαμβάνεις τα ίδια λάθη και σ’ εκείνη, γιατί θες να τιμωρήσεις εμένα…
Θυμός, γιατί με αγαπούσατε πολύ, μα τώρα ‘έχω αλλάξει’ και δε σας κάνω πια τα χατίρια…
Θυμός για την απαίτηση που έχεις να σε βοηθάω.
Θυμός για όλες τις ώρες της σιωπής, για όλες τις παραχωρήσεις, για όλα τα πισωγυρίσματα.
Θυμός, γιατί με άφησες να φύγω… γιατί μένεις ακόμα εκεί…
Θυμός, γιατί έβαζα τον εαυτό μου δεύτερο.
Θυμός, γιατί δεν επέτρεψα στον εαυτό μου να κάνει λάθη…
Θυμός για το χαμένο χρόνο, για τις συναισθηματικές εκπτώσεις, για τα χαμένα βράδια…
Θυμός
Όμως μέχρι εδώ!

Γιατί ο θυμός σε σκληραίνει, σε τρώει μέρα με τη μέρα και σ’ οδηγεί σ’ ένα γκρεμό. Κι αν τον αφήσεις θα σε κερδίσει. Θα σε κυριεύσει. Θα σε διχάσει. Θα σε κομματιάσει… Κι εμένα αυτό δε μου ταιριάζει! Ο θυμός κάνει το τραύμα βαθύτερο, ματώνει συνέχεια την πληγεί. Όταν τον καταπίνεις συνέχεια, γίνεται σαράκι, γίνεται αδιέξοδο, σε κρατά αγκυροβολημένο στο παρελθόν, καταλήγει σε θάνατο…
 
Εγώ κι ο ανέκφραστος θυμός μου; Όχι πια… Δεν τον κουβαλάω στις αποσκευές μου, δεν τον αφήνω να στοιχειώνει τα βράδια μου, να δηλητηριάζει τη σκέψη μου. Δεν του δίνω πια τροφή μες το σώμα και την ψυχή μου. Δεν τον καταπίνω. Τον αφήνω ελεύθερο. Τον αποδεσμεύω. Κοιτάω μπροστά… Τον κοιτάω κατάματα πια. Δεν τον φοβάμαι. Ο θυμός είναι μόνο το φυτίλι που θα πυροδοτήσει την έκφραση του συναισθήματος. Είναι μόνο μια στιγμή κι όχι το μαχαίρι στην πληγή. Είναι η υπενθύμιση γι’ αυτό που χρειάζεται να δουλέψω με τον εαυτό μου. Δεν αφήνει πια αυτή την πικρή γεύση στο στόμα, γιατί έφτασε μέχρι τα χείλη αλλά δεν εγκλωβίστηκε πίσω από σφιγμένα δόντια και ακούραστες , κομματιασμένες αντοχές. Δε θολώνει πια το βλέμμα μου και δε γεμίζει με γκρίνια και αιχμές τα λόγια μου. Γιατί πια δε βρίσκει χώρο να ριζώσει. Δε βρίσκει άπλα για να βολευτεί. Και το δωμάτιο που νοίκιαζε μες την ψυχή μου δεν υπάρχει πια…
 
Αυτό που γιάτρεψε το θυμό είναι η συγγνώμη… συγγνώμη προς τον εαυτό μου, που οι επιλογές μου ήταν υπεύθυνες για τη συσσώρευσή του. Συγγνώμη για αυτούς που τους επέτρεψα να με πληγώσουν. Και ευγνωμοσύνη για τα μαθήματα που πήρα απελευθερώνοντάς τον. Η αλήθεια προς τον εαυτό μου άνοιξε το δρόμο για την απελευθέρωση. Έδειξε στο θυμό την έξοδο… σταμάτησε να τον θρέφει για να γίνει ένα τεράστιο θηρίο…σταμάτησε να τον κοιμίζει τα βράδια και να τον καλωσορίζει με το πρώτο φως της ημέρας και να του δίνει παράταση για μια ακόμα μέρα μέχρι να εκφραστεί…
 
Το αντίδοτο του θυμού είναι η αγάπη. Κι όσο γεμίζω τον εαυτό μου με αγάπη, τόσο κρατώ το θυμό μακριά. Όσο αγαπάω τον εαυτό μου και δίνω αγάπη, τόση αγάπη θα έλξω, κι άλλη τόση θα πάρω πίσω. Η αγάπη θα σβήσει το θυμό, την ανασφάλεια, την αβεβαιότητα. Και θα φέρει χαρά, πληρότητα, ηρεμία…

Τολμήστε να κάνετε αυτό που αγαπάτε

Οι περισσότεροι από εμάς αφήνουμε τους φόβους μας να μπουν εμπόδιο στο να αλλάξουμε καριέρα, να κυνηγήσουμε και να κάνουμε αυτό που πραγματικά αγαπάμε. Δεκαεπτά χρόνια πριν, φοβόμουν τόσο πολύ να αφήσω την πρακτική μου στη νομική και να κυνηγήσω αυτό που αγαπούσα, που ειλικρινά πίστευα ότι απλά δεν ήξερα τι αγαπούσα.
 
«Τι θα κάνατε αν δεν κάνατε αυτό που κάνετε;», ρώτησα τον Ν, έναν μηχανικό που πρόσφατα απολύθηκε για πέμπτη φορά και ο οποίος είναι δυστυχισμένος με το επάγγελμά του.
«Ειλικρινά δεν ξέρω», απάντησε ο Ν.
«Είναι πιθανό να έχετε ιδέες για το τι θέλετε να κάνετε, και απλά να φοβάστε να τις κάνετε κτήμα σας;», ρώτησα ξανά. Ο Ν απάντησε αμέσως ότι δεν γνωρίζει. «Δεν είναι ότι φοβάμαι ή κάτι τέτοιο», επέμεινε.

Όμως είναι πολύ πιθανό ότι εδώ και πάρα πολύ καιρό, ο Ν… εξόρισε τις σκέψεις του για το τι θα του προσέφερε σπουδαία καριέρα και καλή ζωή – αφού είδε όλα αυτά – στη «χώρα του ακατανόμαστου». Έκρυψε τις σκέψεις του και τις «ξέχασε», έτσι ώστε να μη μιλάει γι’ αυτές, ή και να μην τις έχει στο μυαλό του.
 
Όμως είναι τόσο τρομερό να έχετε μία ονειρική καριέρα ή μία ονειρεμένη ζωή – όχι απαραίτητα να κάνετε κάτι για τα όνειρά σας – απλά να τις έχετε;
 
Μετά από χρόνια μελέτης των δικών μου φόβων και των φόβων των πολλών πελατών που με συμβουλεύονται να τους βοηθήσω με τους δικούς τους, έχω μάθει ότι η απλή πράξη της αναγνώρισης ενός ονείρου, προκαλεί έκρηξη φόβου: Του φόβου πως αν το αναγνωρίσετε με οποιοδήποτε τρόπο θα σας παρασύρει μακριά από την «ασφαλή σας γειτονιά».
 
Η «ασφαλής γειτονιά» είναι η ζωή που έχετε δημιουργήσει για τον εαυτό σας, όπως οι άνθρωποι που συνεργάζεστε μαζί τους, τα μέρη που πηγαίνετε, και η ασφάλεια της καθημερινής ρουτίνας.
Όλα αυτά θα μπορούσαν να αλλάξουν κατά κάποιο τρόπο αν κυνηγούσαμε τα όνειρά μας – κατά συνέπεια πιστεύουμε ότι είναι καλύτερα να μην τα έχουμε.
 
Το να αφήσουμε τις «ασφαλείς γειτονιές» μας μπορεί να μας ρίξει σε άγνωστες περιοχές. Μπορεί να αποτύχουμε και να γίνουμε περίγελος των ίδιων ανθρώπων στους οποίους βασιζόμαστε για να κρατηθούμε εδώ που βρισκόμαστε. Άρα, ναι – απλώς η σκέψη των «ακατανόμαστων» προκαλεί τρομακτικό φόβο.
 
Το δίλημμα, ωστόσο, είναι ότι αν είμαστε δυστυχισμένοι (ή δεν νιώθουμε άνετα) στην κατάσταση που βιώνουμε, οφείλουμε να κοιτάμε στις μυστικές γωνίες ή έξω από τα τείχη της «Ασφαλούς Γειτονιάς» μας. Αντ’ αυτού, οι άνθρωποι συνήθως μένουν κολλημένοι στη μέση, απογοητευμένοι και άδειοι:
  • Μένουν στη δουλειά που βρίσκονται, αντί να σκεφτούν το ενδεχόμενο να αλλάξουν καριέρα ή να κάνουν τη δική τους δουλειά.
  • Φτάνουν σε ένα σημείο την επιχείρησή τους που δεν μπορούν να σκεφτούν τι χρειάζεται για να πάνε παρακάτω.
  • Χάνουν τη δουλειά τους – δουλειά που μισούσαν – και ψάχνουν ξανά για την ίδια δουλειά σε άλλη εταιρεία, γιατί δεν τολμούν να σκεφτούν ένα επάγγελμα που θα τους έκανε πιο χαρούμενους.
Αν όλα αυτά σας θυμίζουν…. τον εαυτό σας, ξεκινήστε σήμερα να κάνετε κάτι που αγαπάτε. Γραφτείτε στα ιταλικά που θέλατε ή στη σχολή φωτογραφίας που σας άρεσε ή αρχίστε το χορό και κοιτάξτε τι συμβαίνει καθώς μεγαλώνετε τα σύνορα στην «Ασφαλή Γειτονιά» σας.
 
Αφήστε τα «ακατανόμαστα» να βγουν από το σκοτάδι…

Τα πλεονεκτήματα του σαρκασμού

Η δεξιοτεχνία του να είσαι σαρκαστικός, είναι αρκετά υποτιμημένη, ενώ αντιθέτως θα έπρεπε να θεωρείται ως ένα γνήσιο χαρακτηριστικό της προσωπικής μας ταυτότητας.

Δυστυχώς, δε συναντάμε καθημερινά ανθρώπους με τους οποίους επικοινωνούμε αβίαστα, ειλικρινά και ουσιαστικά, ανθρώπους που θα μας χαρίσουν στιγμές εποικοδομητικού γέλιου με τον πνευματώδη σαρκασμό τους και θα μας προσφέρουν μια άκρως ενδιαφέρουσα και διόλου ανιαρή συζήτηση.
 
Τι είναι αυτό που κάνει το άτομο που διαθέτει αυτό το χαρακτηριστικό, τόσο σπάνιο και άκρως ενδιαφέρον; Πέρα από το να εκνευρίζει και να βγάζει από τη μέση με περίσσεια άνεση τους ανίδεους συνομιλητές, που προσπαθούν να προσποιηθούν και να μιμηθούν μία προσωπικότητα που δεν είναι, έχει τη δυνατότητα να:
 
Διαβάζει ανάμεσα από τις γραμμές
Δεν αφήνει τίποτα απαρατήρητο και στρατηγικά ανακαλύπτει κρυμμένα κίνητρα και νοήματα. Ένα όπλο, που ίσως να στερεί στο άτομο αυτό τη μαγεία του μυστηρίου, καθώς λύνει το παζλ των πιθανοτήτων χωρίς δυσκολία, όμως τον βοηθάει να προλάβει καταστάσεις, που θα μπορούσαν να έχουν ολέθρια έκβαση.
 
Χρησιμοποιεί τον σαρκασμό ως πανοπλία
Ο σαρκασμός βοηθά στην άμυνα έναντι απερίσκεπτων λεκτικών επιθέσεων και στην καθοδήγηση του επιτιθέμενου προς αποκατάσταση της αρχικής θέσης του. Κανένας μας δε μπορεί να αρνηθεί, ότι έχουν αποφευχθεί πολλές ανιαρές συζητήσεις με αυτή τη τακτική.
 
Διαθέτει υπεράνθρωπους μηχανισμούς αυτό-άμυνας
Δεν έχει ανάγκη να καλύψει κανένας τα νώτα του και μπορεί να υπερασπιστεί επάξια τον εαυτό του οποιαδήποτε στιγμή σε οποιαδήποτε κατάσταση. Με δυσκολία θα καταφέρει κάποιος να ταράξει τα νερά του και να οδηγήσει αυτό το άτομο στο να χάσει την ψυχραιμία του.
 
Λέει όσα οι άλλοι σκέφτονται
Οι περισσότεροι άνθρωποι έχουν εκατομμύρια σκέψεις στο μυαλό τους, τις οποίες δεν εκφράζουν ποτέ -ή ακόμα χειρότερα- εκφράζουν διαστρεβλωμένα, προκειμένου να μη πληγώσουν τον συνάνθρωπό τους με την ίσως σκληρή, αλλά άκρως ειλικρινή άποψή τους. Αντιθέτως, τα άτομα με σαρκασμό είναι σε θέση να απαντήσουν με αμεσότητα και ευθύτητα. Εξάλλου, αν κάποιος δεν είναι έτοιμος για κάθε πιθανή απάντηση, καλύτερα να μη μπει στη διαδικασία να ρωτήσει. Η αλήθεια πονάει, αλλά το ψέμα σκοτώνει.
 
Γνωρίζει πότε του λένε ψέματα
Σίγουρα, το ψέμα είναι κάτι που απεχθάνεται, γι' αυτό και έχει μελετήσει πάνω στην ανίχνευση του. Εάν βρεθεί μπροστά του κάποιος που θέλει να τον εξαπατήσει, το μόνο σίγουρο είναι πως θα τον ξεσκεπάσει από τις πρώτες κιόλας μικροκινήσεις, πριν καν ειπωθεί το ψέμα.
 
Καταλαβαίνει πότε ένα επιχείρημα “μπάζει”
Δεν είναι λίγες οι φορές που έχουμε βρεθεί παρόντες σε συζητήσεις που απλά “δεν πείθουν” και είναι αποτέλεσμα πολλών ημιτελών, μη εμπεριστατωμένων και άκρως ευτελών επιχειρημάτων. Σε αυτές τις περιπτώσεις, το χάρισμα του σαρκασμού, θα βάλει τα πράγματα στη θέση τους και θα αποκαταστήσει τα κατακρεουργημένα επιχειρήματα.
 
Δεν επηρεάζεται από τη κριτική των άλλων
Το ανθρώπινο είδος, ασχολείται και επηρεάζεται -δυστυχώς- από τη γνώμη των άλλων με αποτέλεσμα να προσπαθεί καθημερινά να ξεπεράσει τον επικριτή του και όχι τον εαυτό του. Υπάρχει, βέβαια, και ένα ποσοστό ανθρώπων, το οποίο είναι πλήρως ικανοποιημένο με τις επιλογές που έχει κάνει στη ζωή του, είτε είναι σωστές είτε λάθος, καθώς γνωρίζει πολύ καλά ότι οι έννοιες του “σωστού” και του “λάθους” είναι εξ ολοκλήρου υποκειμενικές, αρκεί οι συνέπειες των εκάστοτε επιλογών να μην εμπλέκουν τρίτους. Σε αυτό το ποσοστό, οι περισσότεροι διαθέτουν μια δόση σαρκασμού.
 
Έχει “ενεργό” πνεύμα
Στις μέρες μας, οι λέξεις ευφυΐα, χιούμορ, ετυμολογία, ειλικρίνεια και γενικά το κομμάτι της εγρήγορσης του πνεύματος έχει πέσει σε λήθαργο, λειτουργώντας λίγο πολύ ως αυτοματοποιημένες μηχανές, ικανές να ανταπεξέλθουν μονάχα σε τεχνοκρατικά καθήκοντα και υποχρεώσεις. Ο σαρκασμός τείνει να κρατά ζωντανά τα προαναφερθέντα χαρακτηριστικά, καθιστώντας το άτομο που τα διαθέτει, τουλάχιστον, ξεχωριστό.

Η μεγαλύτερη απόσταση ανάμεσα σε δύο ανθρώπους είναι ο εγωισμός τους

Μπορεί πολλές φορές στη ζωή σου να αισθανθείς ότι αδικείσαι όταν τα πράγματα δεν παίρνουν την τροπή που επιθυμείς.

Ισχύει όμως όντως κάτι τέτοιο; Μήπως τελικά όσα θέλουμε μας παραδίδονται όταν τα επιθυμούμε πραγματικά;

Όταν προκειμένου να πάρεις έστω μια μικρή γεύση απ’ αυτό που θες, αυτό που έχεις ανάγκη, παραμερίσεις τα εγωιστικά σου συναισθήματα, τότε όλα θα αλλάξουν. Γιατί έτσι θα φτάνεις ολοένα και πιο κοντά στη συναισθηματική σου ολοκλήρωση.

Ο εγωισμός αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι της ανθρώπινης φύσης. Λίγοι είναι αυτοί που καταφέρνουν να απαλλαγούν μια και καλή απ’ αυτόν. Κι όσοι τα έχουν καταφέρει, δε σημαίνει απαραίτητα ότι θα συνεχίσουν να πράττουν με τον ίδιο τρόπο. Για να αποτινάξεις από πάνω σου τον μανδύα αυτόν, χρειάζεσαι ένα κίνητρο.

Ένα κίνητρο το οποίο θα σε κάνει να συνειδητοποιήσεις ότι κάποιος άλλος είναι σημαντικότερος για σένα, ακόμα κι απ’ τον ίδιο σου τον εαυτό. Τόσο πολύ μάλιστα που θα μπορείς να παραμερίσεις όσα σε κρατούν αλυσοδεμένο για να είσαι καλά μαζί του.

Η μεγαλύτερη απόσταση ανάμεσα σε δύο ανθρώπους είναι ο εγωισμός. Μια τόσο μικρή λέξη με τόσο καταστροφικές συνέπειες. Αξίζει τα όσα χάνεις για να τον διατηρήσεις; Ό,τι σε αποτρέπει να ξεστομίσεις τις στιγμές που το χρειάζεσαι κι εσύ κι αυτός που αγαπάς δεν είναι σημαντικό;

Ένα «σ’ αγαπώ», ένα «μου λείπεις», ένα «σε χρειάζομαι», μια «συγγνώμη», ένα «μη φύγεις». Δε λες αυτά που θέλεις από φόβο να μη γελοιοποιηθείς και χάνεις όσα έχεις πραγματικά ανάγκη. Όλα εκείνα για τα οποία φλέγεται η ψυχή σου.

Σε έναν καβγά σίγουρα το ευκολότερο πράγμα είναι το να νευριάσεις και να σηκωθείς να φύγεις χτυπώντας την πόρτα πίσω σου. Να κάνεις και λίγο εφέ δηλαδή. Το δυσκολότερο όμως είναι το να κοιτάξεις πίσω σου και να δεις την κατάσταση στην οποία αφήνεις τον άλλον. Να τον δεις να σε κοιτάει κατάματα και να περνούν απ’ τα μάτια του όλα όσα είπες ή όσα δεν είπες και τον πλήγωσαν.
Είτε ήθελες να τα πεις είτε όχι. Οπότε προτιμάς απλά να φύγεις και να γλυτώσεις απ’ αυτό. Μη σε τουμπάρει κιόλας. Δε θα μας κάνει κι ό,τι θέλει κάθε φορά ε;

Θυμήσου τότε που ήμασταν παιδιά. Τότε που οι σχέσεις μας ήταν απλούστερες. Συνηθίζαμε να μαλώνουμε κάθε μέρα με όσους αγαπούσαμε και σε λίγα λεπτά παίζαμε ξανά μαζί τους ή τους είχαμε ήδη συγχωρέσει μετά την πρώτη ξινισμένη γκριμάτσα μας. Ίσως, αν μπορούσαμε καθώς μεγαλώναμε να κρατήσουμε κάποια στοιχεία της παιδικής μας σκέψης, οι σχέσεις μας να ήταν πιο εύκολες.

Το να μεγαλώνεις σίγουρα σου επιφυλάσσει πολλά δώρα κι εκπλήξεις, όμως, μαζί του έρχονται η περηφάνια κι ο εγωισμός, που πολλές φορές μας φορούν παρωπίδες χωρίς καν να προλάβουμε να το αντιληφθούμε.

Το να προτιμάς να στερείσαι κάτι εσύ για να το προσφέρεις στο σύντροφό σου, το να ξέρεις πότε να υποχωρείς ή πότε να παραδεχτείς το λάθος σου είτε γιατί φταις είτε απλά για να κάνεις τον άλλον ευτυχισμένο ή για να διατηρήσεις την ισορροπία στη σχέση σου, αποτελούν δείγματα ωριμότητας και κατανόησης.

Τίποτα απ’ αυτά δε σε κάνει να φαίνεσαι αδύναμος ή χαζός. Ίσα-ίσα που μερικές φορές αυτά αποδεικνύουν περίτρανα πόσο ώριμος είσαι.

Τα αισθήματα που νιώθεις για τον άνθρωπο που μοιράζεσαι τη ζωή σου μαζί του, είναι αληθινά μόνο όταν ο εγωισμός σου δεν έχει πρωταγωνιστικό ρόλο. Προκειμένου να τον δεις ευτυχισμένο, αφήνεις την ασφάλεια σου στην άκρη και βαδίζεις σε δρόμους άγνωστους μέχρι πρότινος για σένα. Το «εγώ» σου γίνεται «εμείς» και μάλιστα συνειδητά.

Με την απουσία του εγωισμού, θα είχαμε απαλλαγεί μία και καλή απ’ τα απωθημένα. Γιατί τα απωθημένα έχουν μνήμη και δεν ξεχνούν εύκολα. Θα επιστρέφουν πάντα για να τον εκδικηθούν. Εκεί που ο εγωισμός σου σταματά να υφίσταται, εκεί ανήκεις.

Αν κάτι αξίζει πραγματικά, είναι χίλιες φορές προτιμότερο να ανοίξεις τα χαρτιά σου παρά να είσαι εγωιστής και να χάσεις ό,τι καλύτερο θα μπορούσε να σου συμβεί. Ο εγωισμός μπορεί να προστατεύει αρκετά πράγματα, αλλά καταστρέφει πολλά περισσότερα. Πρέπει να ξέρεις πού σταματάει η προστασία και πού αρχίζει η αυτοκαταστροφή σου. Διαφορετικά δε θα ευτυχήσεις ποτέ. Πάντα θα αναζητάς το άπιαστο και θα αναλώνεσαι σε έναν φαύλο κύκλο άκαρπων αναζητήσεων.

Γι’ αυτό, την επόμενη φορά που θα γράψεις το μήνυμα, μην το σβήσεις. Πάτα το κουμπί της αποστολής και στείλε το εκεί που πρέπει. Ακόμα κι αν το αποτέλεσμα δεν είναι αυτό που θες, θα έχεις αδειάσει από μέσα σου όσα ένιωσες. Θα ξέρεις ότι απ’ την πλευρά σου δεν κατέθεσες τα όπλα για κάποιον που για σένα σημαίνει πολλά.

Είναι κρίμα να αγαπάς και να σ’ αγαπούν πολύ και να μην το μάθεις ποτέ. Απλά γιατί δείλιασες ή γιατί σε έφαγαν οι χαζοεγωισμοί και τα πείσματα. Τα συναισθήματά σου οφείλουν να είναι ισχυρότερα απ’ τον εγωισμό σου.

Μην προσποιείσαι ότι δε σε νοιάζει αν φύγει. Ξέρεις καλά ότι όχι μόνο σε νοιάζει, αλλά σε καίει. Στο κάτω-κάτω άλλωστε, κανείς δεν πέθανε γιατί βγήκε απ’ την ασφάλεια του. Δοκίμασε το και δες αν σου ταιριάζει ή όχι.

Κατανόηση, η αρετή της καρδιάς

Την κατανόηση δεν μπορείς να την σπουδάσεις δεν μπορεί να στην διδάξει κανείς. Χρειάζεται να γίνεις φως εσύ για τον εαυτό σου. Χρειάζεται να ψάξεις και να αναζητήσεις μέσα στην ύπαρξή σου, γιατί βρίσκεται ήδη εκεί στον ίδιο τον πυρήνα. Αν βουτήξεις βαθιά, θα την βρεις. Θα χρειαστεί να μάθεις πώς να βουτάς μέσα στον εαυτό σου, όχι μέσα στις γραφές, αλλά μέσα στη δική σου ύπαρξη.

Ο συναισθηματικά ώριμος άνθρωπος είναι γεμάτος κατανόηση και ξέρει ότι τίποτε δεν είναι όπως φαίνεται. Γνωρίζει ότι πίσω από τις έντονες αντιδράσεις των άλλων ανθρώπων κρύβεται κάποια πληγή που δεν έχει επουλωθεί και κάποιος φόβος που δεν θέλουν αυτοί να φανερώσουν. Έχει πάψει να είναι εγωιστής και να σκέφτεται τον εαυτό του. Έχει σταματήσει να βάζει στους ανθρώπους γύρω του ταμπέλες και να τους τοποθετεί μέσα στο κουτί της ίδιας, επαναλαμβάνουσας και κυλιόμενης συμπεριφοράς.

Δεν παίρνει ποτέ την θέση του ισχυρού αλλά μπορεί να γίνει ένας πολύ καλός ακροατής- εμψυχωτής γιατί έχει βαθιά ενσυναίσθηση της συναισθηματικής κατάστασης του άλλου. Μπορεί να ¨νιώθει¨ τον πόνο του ενώ ταυτόχρονα να αντιλαμβάνεται και τις σκέψεις του. Σαν να είναι και οι δυο στο ίδιο έργο θεατές μόνο που την ταινία την βλέπει μόνο ο ένας. Έχει μάθει πια μέσα από τις εμπειρίες της ζωής του ότι η αληθινή κατανόηση έρχεται μόνο όταν συναντάς τον άλλον μέσα στη μοναδικότητα του και του δίνεις το χώρο και το χρόνο να εκφραστεί.

Όταν σε αυτή την συνάντηση δεν υπάρχουν δυο Εγώ, δυο μυαλά που ανταγωνίζονται για το ποιος θα κυριαρχήσει, για το ποιος έχει δίκιο, για το ποια αλήθεια είναι πιο ¨αληθινή¨ αλλά δυο καρδιές που συναντιόνται και αναγνωρίζουν η μια στην άλλη το μεγαλείο της τότε αυτοί οι δυο άνθρωποι έρχονται σε πραγματική επαφή και μπορούν να ακουστούν πίσω από τις λέξεις, να δουν πίσω από τις εικόνες, να επικοινωνήσουν στην σιωπή. Κι εκεί δεν υπάρχει διαχωρισμός αλλά γίνονται ένα. Δυο σώματα και μια καρδιά που κολυμπά στην βαθιά θάλασσα της κατανόησης.

Για να το καταφέρει όμως κάποιος αυτό πρέπει να ρίξει πολλές φορές μέσα στις συμπληγάδες της ταπεινότητας το Εγώ του. Να σταματήσει να μιλά και να αρχίσει να ακούει. Να σταματήσει το μυαλό του να είναι γεμάτο από τη δική του φωνή, το δικό του πρόβλημα, την δική του άποψη. Να σταματήσει να είναι ¨έξυπνος¨ και να αρχίσει να γίνεται ξύπνιος. Να βουτήξει πολλές φορές μέσα του για να δει και να αγαπήσει το σκιερό Εαυτό του. Να βουτήξει πολλές φορές μέσα του για να αναδυθεί στο τέλος ολόκληρος...

Ο άνθρωπος που δεν έχει κατανόηση για τον ίδιον, που δεν έχει προσεγγίσει τα λιγότερο θελκτικά κομμάτια του εαυτού του, που δεν τα έχει αγαπήσει, δεν μπορεί να έχει κατανόηση για κανέναν άνθρωπο δίπλα του. Πως μπορεί άλλωστε όταν ο άλλος του καθρεφτίζει αυτό που θεωρεί εκείνος αδυναμία ή ακόμα και ¨μίασμα¨.

Μόνο κάποιος που έχει ξεγυμνώσει, έχει αποδεχτεί και αγαπήσει τον εαυτό του μπορεί αυτός να αγαπήσει και να κατανοήσει πλήρως έναν άλλον άνθρωπο. Διαφορετικά πάντα θα υπάρχει μια εκκρεμότητα, μια προσδοκία, μια κρυμμένη μη αποδοχή. Κι όταν αφήσει κάποιος την καρδιά του να τον μετασχηματίσει τότε θα ανακαλύψει ότι και οι άλλοι άνθρωποι έχουν ένα κόσμο μέσα τους πολύ πιο πλούσιο και πολύ πιο όμορφο από ότι μπορούσε ποτέ να φανταστεί.

Η κατανόηση που θα μπορεί να προσφέρει στους ανθρώπους γύρω του θα είναι ένα πολύτιμο δώρο γι’ αυτούς αφού σταδιακά, θα μπορέσουν να δουν κι αυτοί μέσα από τον κατασκευασμένο εαυτό τους ποιοι είναι πραγματικά και θα αρχίσουν κι αυτοί με τη σειρά τους, να μοιράζουν ολόγυρα τους το δώρο της κατανόησης.

Αυτός είναι και ο τρόπος που ο ένας αλλάζει τους πολλούς, χωρίς προσπάθεια, χωρίς εγώ, μόνο με αγάπη...

Τι δεν κάνει η αγάπη...

Η αληθινή αγάπη ποτέ δεν περιορίζει... δεν σε περιορίζει… δεν προσπαθεί να σε αλλάξει, δεν σου δίνει ρόλους και δικαιώματα, δεν δίνει κανένα ρόλο και κανένα δικαίωμα σε κανέναν.

Οι άνθρωποι μερικές φορές έχουμε την τάση να θεωρούμε ότι αποκτούμε δικαιώματα, επειδή έχουμε αναλάβει ή επιλέξει έναν κοινωνικό ρόλο. Για παράδειγμα, αν κάποιος έχει αποδεχθεί το ρόλο του φίλου, ή του συζύγου, στη ζωή κάποιου, θεωρεί ότι δικαιωματικά θα έχει την εύνοιά του. Αν κάποιος είναι γονιός, θεωρεί ότι δικαιωματικά αξίζει το σεβασμό των παιδιών του. Αν κάποιος είναι πελάτης, θεωρεί ότι έχει δικαίωμα να απολαμβάνει την εξυπηρέτηση των αναγκών του.

Αλλά, όπως αποδεικνύεται, από την ίδια τη ζωή, δεν υπάρχουν αυτονόητα δικαιώματα.
Και αυτό ισχύει ιδιαίτερα στην αγάπη.

Πολύ συχνά συνδέουμε την αγάπη με διάφορους περιορισμούς.
"Αν με αγαπάει, θα αλλάξει."
"Αν με αγαπάει, θα κάνει ό,τι της πω."

Αλλά αυτό δεν είναι πραγματική αγάπη. Δεν είναι καν κοντά στην πραγματική αγάπη. Η πραγματική αγάπη δεν έχει όρια. Η πραγματική αγάπη σημαίνει ελευθερία.

Στην πραγματικότητα, αγάπη είναι να αφήνει ο ένας τον άλλο ελεύθερο, και ο ένας να είναι για τον άλλο. Όταν δεν είμαστε "δεμένοι", δεν πιεζόμαστε και δεν εξαναγκαζόμαστε σε μία σχέση, τότε μπορούμε πιο εύκολα να εστιάσουμε στα καλύτερα κομμάτια της.

Μπορεί ο χρόνος που περνάμε με τον άλλο να είναι λίγος, αλλά να πιάνουμε τον εαυτό μας να σκέφτεται “αυτός (ή αυτή) είναι τέλειος για μένα!”.

Τέλειος δεν σημαίνει τέλειες απόψεις, τέλεια εμφάνιση, τέλεια συμπεριφορά. Τέλειος είναι αυτός που ταιριάζει τέλεια στη ζωή μας, που οι δικές του ακατέργαστες πλευρές καλύπτουν τέλεια τα δικά μας κενά, που το σώμα του ακουμπάει τέλεια στο δικό μας, που οι φωνές μας δημιουργούν αρμονία, που ο ένας κάνει τον άλλο να νιώθει ‘πλήρης’ ακόμη κι αν είμαστε μακριά.

Και αυτή η πληρότητα διαπερνά όλες τις πτυχές της ζωής. Νιώθουμε και οι δυο γεμάτοι, αισιόδοξοι, χαρούμενοι και ζωντανοί. Και ανυπομονούμε να βρούμε εκατομμύρια άλλα πράγματα που θα μας κάνουν να νιώθουμε πιο ζωντανοί. Γιατί ξέρουμε ότι τώρα αναπνέουμε τον αέρα της ελευθερίας, που είναι καθαρός και που σε κάνει να ΕΙΣΑΙ αυτό που θέλεις, είτε είσαι μαζί με τον άλλο, είτε μακριά του.

Σε αυτή την ελευθερία, μπορείς να βρεις την τελειότητα της ανθρώπινης ύπαρξης. Σε αυτή την ελευθερία, η ευτυχία σου είναι ζωτικής σημασίας για τον άλλον και αυτό μπορεί να σημαίνει και ‘θυσίες’. Για εσένα. Που γνωρίζεις πόσο υπέροχο είναι να αγαπάς και να αγαπιέσαι.

Επειδή η αγάπη είναι μια επιλογή.
Επειδή η πραγματική αγάπη σού δίνει αυτή την επιλογή.

Και οι δύο, κατά βάθος, γνωρίζουν, σε μία σχέση, ότι αν θελήσουν να δεσμεύσουν ο ένας τον άλλο, ή να "δέσουν" τον άλλο, θα πρέπει να περιορίσουν ή ακόμη και να σκοτώσουν κάτι υπέροχο μέσα τους. Αυτό που τους τους κρατά ζωντανούς, αυτό που κάνει την καρδιά τους να φτερουγίζει...αυτό που δεν ζητά τίποτε, αλλά δίνει τα πάντα. Και οι δύο γνωρίζουν ότι τη στιγμή που θα προσπαθήσουν να κάνουν τον άλλο "δικό" τους, είναι η στιγμή που και οι δύο θα γίνουν κάτι άλλο από αυτό που είχαν επιθυμήσει και αγαπήσει αρχικά.

Σε αυτό το σημείο, αυτή τη στιγμή, μπορείς να επιλέξεις τη συμπεριφορά σου, να είσαι ελεύθερος και όχι προσκολημμένος, αλλά παράλληλα να είσαι βαθιά συνδεδεμένος με τον άλλον.

Αυτή η μορφή της μη προσκόλλησης δεν σημαίνει ότι δεν νοιάζεσαι. Το αντίθετο, σημαίνει ότι νοιάζεσαι τόσο πολύ, ώστε να σέβεσαι και να τιμάς το χώρο και την ελευθερία του άλλου…την ελευθερία να ΕΙΝΑΙ.

Μερικές σκέψεις ... πάνω στην πραγματική αγάπη και την ελευθερία

Πέρα από όλες τις λεπτομέρειες, η υπέρτατη επιθυμία του ανθρώπου είναι να γίνει αποδεκτός και να αγαπηθεί όπως είναι – να είναι ελεύθερος να ΕΙΝΑΙ.

Πολλές φορές προσπαθούμε να δώσουμε εμείς το σχήμα που θέλουμε στον άλλο, να τον μεταμορφώσουμε στην εικόνα που εμείς έχουμε ανάγκη να αγαπήσουμε. Αλλά, στην πλειονότητά τους, αυτές οι προσπάθειες καταλήγουν στην απογοήτευση, μιας και αυτό που προσπαθούμε να δημιουργήσουμε δεν ταιριάζει με αυτό που ο άλλος είναι.

Ο θεμελιώδης λίθος της αγάπης είναι να αφήσουμε τους ανθρώπους να είναι ο εαυτός τους, χωρίς να έχουν ενοχές, χωρίς να χρειάζεται να απολογούνται γι’ αυτό που είναι, χωρίς να τους μεταμορφώνουμε σε μια εικόνα που ‘βολεύει’ τη δική μας εγωιστική ιδέα για το πως ‘πρέπει’ να είναι. Διαφορετικά, μοιάζει να ερωτευόμαστε τις δικές μας φαντασιώσεις και να χάνουμε την αληθινή ομορφιά.

Διαφύλαξε, λοιπόν, τις σχέσεις σου από αυτό το άγχος. Αντί να προσπαθείς να αλλάξεις κάποιον που νοιάζεται για σένα, δώσε του την υποστήριξη και τη φροντίδα σου και προχωρήστε μαζί.

Οι διαφορές, ακόμη και οι πολύ μεγάλες διαφορές, δεν μπορούν να καταστρέψουν τις σχέσεις – ο τρόπος που οι άνθρωποι καταπιάνονται και διαχειρίζονται τις διαφορές τους είναι αυτό που καταστρέφει τις σχέσεις. Αυτό που μετράει, είναι πόσο συνειδητή είναι η επικοινωνία και η συνεννόηση.

Η αλήθεια είναι, βέβαια, ότι κάποια ζευγάρια ξοδεύουν χρόνια για να αλλάξουν ο ένας τον άλλον. Αυτό μπορεί να μην επιτευχθεί ποτέ, καθώς οι διαφορές τους είναι ουσιαστικές και έχουν τις ρίζες τους στο αξιακό τους σύστημα, στις προσωπικότητές τους, στην ανατροφή τους και στις εμπειρίες που έχουν βιώσει στο παρελθόν. Έτσι, το μόνο που τελικά συμβαίνει, είναι να ‘χάνουν’ πολύτιμο χρόνο για να λειτουργήσει μία σχέση, που δεν μπορεί να λειτουργήσει.

Πώς, λοιπόν, δύο άνθρωποι, που έχουν μια σχετικά υγιή σχέση, μπορούν να διαχειριστούν διαφωνίες και διαφορές που φαίνονται άλυτες;

Με αποδοχή. Αυτά τα ζευγάρια, είναι οφέλιμο να κατανοήσουν ότι οι διαφορές είναι ένα κομμάτι που δεν μπορεί να αποφύγει κανείς σε μία μακρόχρονη σχέση. Έτσι όπως δεν μπορείς να αποφύγεις τη φθορά του σώματος καθώς μεγαλώνεις. Οι διαφορές στις σχέσεις, είναι όπως οι πόνοι στην πλάτη ή στον αυχένα. Πόνοι που δεν μπορείς να αποφύγεις και ζεις μαζί τους, ωστόσο μπορείς να μην ερεθίζεις αυτά τα σημεία ώστε να μην αναπτύσσεται μεγαλύτερος πόνος. Όταν επιλέγεις ένα σύντροφο και μαζί πορεύεσαι σε μία μακρόχρονη σχέση, γνωρίζεις ότι επιλέγεις και μερικά άλυτα θέματα, με τα οποία θα κληθείς να ζήσεις και να ασχοληθείς μαζί τους για δέκα, είκοσι ή και πενήντα χρόνια.

Η αποδοχή του άλλου είναι ζωτικής σημασίας για κάθε σχέση - είναι ένα μεγάλο μέρος της θεμελίωσης της ελευθερίας – μέσα από την οποία ανθίζει η αληθινή αγάπη.

Ο κομήτης της «Ροζέτα» μεταμορφώνεται συνεχώς

Ρήγματα μήκους έως μισού χιλιομέτρου που ανοίγουν σε πλάτος κατά δεκάδες μέτρα, γκρεμοί που ξαφνικά κατολισθαίνουν, τεράστιοι βράχοι βάρους 130 τόνων και μεγέθους νταλίκας που μετακινούνται σε απόσταση εκατοντάδων μέτρων - και όλα αυτά πάνω σε έναν κομήτη, τον 67Ρ/Τσουριούμοφ - Γκερασιμένκο, γνωστό και ως «κομήτη της Ροζέτα».

Οι επιστήμονες για πρώτη φορά ανακάλυψαν, μελετώντας τα στοιχεία που έστειλε η ευρωπαϊκή διαστημοσυσκευή «Ροζέτα», καθώς ακολουθούσε για πάνω από δύο χρόνια κατά πόδας τον κομήτη (μεταξύ Αυγούστου 2014-Σεπτεμβρίου 2016), ότι ο τελευταίος κάθε άλλο παρά σταθερό «προφίλ» διατηρεί. Αντίθετα, μεταμορφώνεται μέσα από ένα συνεχές γεωλογικό «φέις-λίφτινγκ», που λαμβάνει χώρα στην επιφάνειά του.

Οι πιο έντονες αλλαγές συμβαίνουν, όταν στη διάρκεια του ταξιδιού του στο ηλιακό μας σύστημα ο κομήτης πλησιάζει πολύ τον Ήλιο. Η διάβρωση του κομήτη, η εξάχνωση του πάγου του, οι μηχανικές πιέσεις που δέχεται και άλλοι παράγοντες συνεργούν, ώστε το «πρόσωπο» του κομήτη να μεταβάλλεται σε διάφορα σημεία του.

Οι ερευνητές έκαναν δύο επιστημονικές δημοσιεύσεις στο "Science" και στο "Nature Astronomy".

Καυτοί γαλαξίες, και υπερμαζικές μαύρες τρύπες

Σε τρεις διαδοχικές έρευνες αναφέρεται ότι το διαστημικό τηλεσκόπιο υπέρυθρης ακτινοβολίας WISE της NASA εντόπισε εκατομμύρια νέες υπερμαζικές μαύρες τρύπες και καυτούς γαλαξίες που στο παρελθόν η σκόνη που παρεμβαλλόταν ανάμεσα σε αυτά τα αντικείμενα και εμάς τα καθιστούσε αόρατα στην οπτική ακτινοβολία. Η ζέστη όμως από αυτά τα αντικείμενα, θέρμανε τη σκόνη και την έκανε να εκπέμπει υπέρυθρη ακτινοβολία, η οποία και μας αποκαλύπτει έμμεσα τι συμβαίνει πίσω από τα νέφη σκόνης και αερίων που μας «κρύβουν τη θέα».

Εικόνες από το τηλεσκόπιο WISE αποκαλύπτουν 1000 «σκονισμένους» γαλαξίες που πιστεύεται πως είναι από τους πιο θερμούς που έχουν παρατηρηθεί ποτέ. Στην αργκό των αστρονόμων ονομάζονται hot-DOGs (Dust Obscured Galaxies), κι εκπέμπουν όσο φως θα εξέπεμπαν 100 τρισεκατομμύρια Ηλιοι.

Το τηλεσκόπιο WISE, σάρωσε τον ουρανό δύο φορές κατά τη διάρκεια της διετούς αποστολής του, που έληξε το 2011. Τα αποτελέσματα αυτής της έρευνας δόθηκαν πλέον στη δημοσιότητα κι επιτρέπουν στους αστρονόμους να κάνουν νέες ανακαλύψεις μελετώντας τα. Οι εικόνες από το τηλεσκόπιο δείχνουν 2.5 εκατομμύρια πολύ ενεργές μαύρες τρύπες, που εκτείνονται σε απόσταση έως και 10 δισεκατομμύρια έτη φωτός μακριά, τα δύο τρίτα των οποίων ήταν άγνωστα μέχρι τώρα. Ταυτόχρονα αποκαλύπτουν και 1000 «σκονισμένους» γαλαξίες που πιστεύεται πως είναι από τους πιο θερμούς που έχουν παρατηρηθεί ποτέ. Μάλιστα, οι γαλαξίες αυτοί ονομάζονται στην αργκό των αστρονόμων hot-DOGs (Dust Obscured Galaxies), κι εκπέμπουν όσο φως θα εξέπεμπαν 100 τρισεκατομμύρια Ήλιοι, 1000 φορές περισσότερο δηλαδή από έναν συνηθισμένο γαλαξία.

Τα τελευταία ευρήματα επιτρέπουν στους ερευνητές να κατανοήσουν καλύτερα πως σχηματίζονται οι γαλαξίες και οι μαύρες τρύπες στο εσωτερικό τους.

Για παράδειγμα, η γιγάντια μαύρη τρύπα στο εσωτερικό του Γαλαξίας μας, που ονομάζεται Sagittarius A* και έχει τέσσερα εκατομμύρια φορές μεγαλύτερη μάζα από αυτή του Ήλιου, περνάει από κάποιες περιοδικές φάσεις με φρενήρη δραστηριότητα, όπου το υλικό που επιταχύνεται και πέφτει προς αυτήν ακτινοβολεί έντονα, επηρεάζοντας όλη την τριγύρω περιοχή. Μεγαλύτερες μαύρες τρύπες, ακόμη κι ένα δισεκατομμύριο φορές πιο βαριές από τον Ήλιο, μπορούν με αυτό τον τρόπο να σταματήσουν ακόμη και το σχηματισμό νέων άστρων σε ένα γαλαξία. Όσο για τους σπάνιους καυτούς γαλαξίες που ανακαλύφθηκαν, παρατηρείται το παράδοξο, οι μαύρες τρύπες στο εσωτερικό τους να έχουν δημιουργηθεί πριν από τον κύριο όγκο των αστεριών τους: «Τα αυγά μπορεί να ήρθαν πριν από τις κότες», λέει χαρακτηριστικά ο Peter Eisenhardt, ένας από τους συγγραφείς της μίας από τις τρεις νέες έρευνες.

Το τηλεσκόπιο WISE της NASA εντόπισε 2.5 εκατομμύρια πολύ ενεργές μαύρες τρύπες, που εκτείνονται σε απόσταση έως και 10 δισεκατομμύρια έτη φωτός μακριά, τα δύο τρίτα των οποίων ήταν άγνωστα μέχρι τώρα.

Ο εντοπισμός αυτών των αντικειμένων στρέφει και το ενδιαφέρον άλλων ερευνητικών ομάδων προς αυτές τις περιοχές. Επίγεια τηλεσκόπια, όπως το παρατηρητήριο W.M. Keck στη Χαβάη, το παρατηρητήριο Gemini της Χιλής, το τηλεσκόπιο Palomar στην Καλιφόρνια, ή και διαστημικά τηλεσκόπια όπως το NuSTAR της NASA, επικεντρώνουν την έρευνά τους σε αυτούς τους νέους στόχους, με σκοπό να συγκρίνουν τις υπέρυθρες παρατηρήσεις από το WISE και με άλλα μήκη κύματος, και να μελετήσουν τη συμπεριφορά αυτών των αντικειμένων υπό άλλες οπτικές γωνίες, καθώς οι διαφορετικές συχνότητες μπορούν να αποκαλύψουν άλλες πτυχές αυτών των φαινομένων.