Σάββατο, 18 Μαρτίου 2017

ΡΗΤΟΡΙΚΗ: ΛΥΣΙΑΣ - Ὑπὲρ τοῦ Ἐρατοσθένους φόνου ἀπολογία (37-46)

Αποτέλεσμα εικόνας για παιδια στην αρχαια ελλαδα[37] Σκέψασθε δέ, ὦ ἄνδρες· κατηγοροῦσι γάρ μου ὡς ἐγὼ τὴν θεράπαιναν ἐν ἐκείνῃ τῇ ἡμέρᾳ μετελθεῖν ἐκέλευσα τὸν νεανίσκον. ἐγὼ δέ, ὦ ἄνδρες, δίκαιον μὲν ἂν ποιεῖν ἡγούμην ᾡτινιοῦν τρόπῳ τὸν τὴν γυναῖκα τὴν ἐμὴν διαφθείραντα λαμβάνων

[38] (εἰ μὲν γὰρ λόγων εἰρημένων ἔργου δὲ μηδενὸς γεγενημένου μετελθεῖν ἐκέλευον ἐκεῖνον, ἠδίκουν ἄν· εἰ δὲ ἤδη πάντων διαπεπραγμένων καὶ πολλάκις εἰσεληλυθότος εἰς τὴν οἰκίαν τὴν ἐμὴν ᾡτινιοῦν τρόπῳ ἐλάμβανον αὐτόν, σωφρονεῖν ‹ἂν› ἐμαυτὸν ἡγούμην)·

[39] σκέψασθε δὲ ὅτι καὶ ταῦτα ψεύδονται· ῥᾳδίως δὲ ἐκ τῶνδε γνώσεσθε. ἐμοὶ γάρ, ὦ ἄνδρες, ὅπερ καὶ πρότερον εἶπον, φίλος ὢν Σώστρατος καὶ οἰκείως διακείμενος ἀπαντήσας ἐξ ἀγροῦ περὶ ἡλίου δυσμὰς συνεδείπνει, καὶ ἐπειδὴ καλῶς εἶχεν αὐτῷ, ἀπιὼν ᾤχετο.

[40] καίτοι πρῶτον μέν, ὦ ἄνδρες, ἐνθυμήθητε· [ὅτι] εἰ ἐν ἐκείνῃ τῇ νυκτὶ ἐγὼ ἐπεβούλευον Ἐρατοσθένει, πότερον ἦν μοι κρεῖττον αὐτῷ ἑτέρωθι δειπνεῖν ἢ τὸν συνδειπνήσοντά μοι εἰσαγαγεῖν; οὕτω γὰρ ἂν ἧττον ἐτόλμησεν ἐκεῖνος εἰσελθεῖν εἰς τὴν οἰκίαν. εἶτα δοκῶ ἂν ὑμῖν τὸν συνδειπνοῦντα ἀφεὶς μόνος καταλειφθῆναι καὶ ἔρημος γενέσθαι, ἢ κελεύειν ἐκεῖνον μεῖναι, ἵνα μετ᾽ ἐμοῦ τὸν μοιχὸν ἐτιμωρεῖτο;

[41] ἔπειτα, ὦ ἄνδρες, οὐκ ἂν δοκῶ ὑμῖν τοῖς ἐπιτηδείοις μεθ᾽ ἡμέραν παραγγεῖλαι, καὶ κελεῦσαι αὐτοὺς συλλεγῆναι εἰς οἰκίαν τῶν φίλων τὴν ἐγγυτάτω, μᾶλλον ἢ ἐπειδὴ τάχιστα ᾐσθόμην τῆς νυκτὸς περιτρέχειν, οὐκ εἰδὼς ὅντινα οἴκοι καταλήψομαι καὶ ὅντινα ἔξω; καὶ ὡς Ἁρμόδιον μὲν καὶ τὸν δεῖνα ἦλθον οὐκ ἐπιδημοῦντας (οὐ γὰρ ᾔδη), ἑτέρους δὲ οὐκ ἔνδον ὄντας κατέλαβον, οὓς δ᾽ οἷός τε ἦν λαβὼν ἐβάδιζον.

[42] καίτοι γε εἰ προῄδη, οὐκ ἂν δοκῶ ὑμῖν καὶ θεράποντας παρασκευάσασθαι καὶ τοῖς φίλοις παραγγεῖλαι, ἵν᾽ ὡς ἀσφαλέστατα μὲν αὐτὸς εἰσῇα (τί γὰρ ᾔδη εἴ τι κἀκεῖνος εἶχε σιδήριον;), ὡς μετὰ πλείστων δὲ μαρτύρων τὴν τιμωρίαν ἐποιούμην; νῦν δ᾽ οὐδὲν εἰδὼς τῶν ἐσομένων ἐκείνῃ τῇ νυκτί, οὓς οἷός τε ἦν παρέλαβον. Καί μοι ἀνάβητε τούτων μάρτυρες.

[43] Τῶν μὲν μαρτύρων ἀκηκόατε, ὦ ἄνδρες· σκέψασθε δὲ παρ᾽ ὑμῖν αὐτοῖς οὕτως περὶ τούτου τοῦ πράγματος, ζητοῦντες εἴ τις ἐμοὶ καὶ Ἐρατοσθένει ἔχθρα πώποτε γεγένηται πλὴν ταύτης. οὐδεμίαν γὰρ εὑρήσετε.

[44] οὔτε γὰρ συκοφαντῶν γραφάς με ἐγράψατο, οὔτε ἐκβάλλειν ἐκ τῆς πόλεως ἐπεχείρησεν, οὔτε ἰδίας δίκας ἐδικάζετο, οὔτε συνῄδει κακὸν οὐδὲν ὃ ἐγὼ δεδιὼς μή τις πύθηται ἐπεθύμουν αὐτὸν ἀπολέσαι, οὔτε εἰ ταῦτα διαπραξαίμην, ἤλπιζόν ποθεν χρήματα λήψεσθαι· ἔνιοι γὰρ τοιούτων πραγμάτων ἕνεκα θάνατον ἀλλήλοις ἐπιβουλεύουσι.

[45] τοσούτου τοίνυν δεῖ ἢ λοιδορία ἢ παροινία ἢ ἄλλη τις διαφορὰ ἡμῖν γεγονέναι, ὥστε οὐδὲ ἑορακὼς ἦ τὸν ἄνθρωπον πώποτε πλὴν ἐν ἐκείνῃ τῇ νυκτί. τί ἂν οὖν βουλόμενος ἐγὼ τοιοῦτον κίνδυνον ἐκινδύνευον, εἰ μὴ τὸ μέγιστον τῶν ἀδικημάτων ἦ ὑπ᾽ αὐτοῦ ἠδικημένος;

[46] ἔπειτα παρακαλέσας αὐτὸς μάρτυρας ἠσέβουν, ἐξόν μοι, εἴπερ ἀδίκως ἐπεθύμουν αὐτὸν ἀπολέσαι, μηδένα μοι τούτων συνειδέναι;

***
[37] Σκεφθείτε τώρα, συμπολίτες· εν προκειμένω μου καταμαρτυρούν ότι την ημέρα εκείνη υπέδειξα εγώ στην υπηρέτρια να αναζητήσει τον νεαρό και να τον ειδοποιήσει να έρθει. Από την πλευρά μου, συμπολίτες, εγώ θα θεωρούσα σαφώς ότι τελώ εν δικαίω, αν συνελάμβανα, με οποιοδήποτε τρόπο, τον άνθρωπο που διέφθειρε τη γυναίκα μου

[38] (γιατί αν βέβαια υπεδείκνυα στην υπηρέτρια να τον αναζητήσει και να τον ειδοποιήσει να έρθει, ενώ είχαν λεχθεί μόνο λόγια και δεν είχε γίνει απολύτως τίποτα, θα τελούσα εν αδίκω· αν όμως τον συνελάμβανα, με οποιοδήποτε τρόπο, ενώ είχαν ήδη γίνει τα πάντα και εκείνος είχε μπει πολλές φορές στο σπίτι μου, θα θεωρούσα την πράξη μου πράξη σωφροσύνης)·

[39] σκεφθείτε όμως ότι ψεύδονται και ως προς αυτό· θα το αντιληφθείτε εύκολα από αυτά που θα αναφέρω ευθύς αμέσως. Όπως είπα και προηγουμένως, συμπολίτες, ο Σώστρατος, που είναι στενότατός μου φίλος, με συνάντησε ενώ επέστρεφε από τα χτήματα την ώρα περίπου που ο ήλιος έδυε, εδείπνησε μαζί μου και, αφού έφαγε με την ευχαρίστησή του, έφυγε και πήγε σπίτι του.

[40] Αναλογιστείτε καταρχάς το εξής, συμπολίτες: αν εγώ εκείνη τη νύχτα είχα αποφασίσει να παγιδεύσω και να εξοντώσω τον Ερατοσθένη, τί θα ήταν προτιμότερο για μένα, να δειπνήσω εγώ αλλού ή να φέρω στο σπίτι μου κάποιον για να δειπνήσει μαζί μου; Εξυπακούεται ότι στη δεύτερη περίπτωση εκείνος δύσκολα θα τολμούσε να μπει στο σπίτι. Έπειτα, έχετε μήπως την εντύπωση ότι θα άφηνα τον άνθρωπο που δείπνησε μαζί μου να φύγει και ότι θα απέμενα μόνος και θα βρισκόμουν αβοήθητος ή ότι θα του ζητούσα να μείνει για να τιμωρήσει μαζί μου τον μοιχό;

[41] Εξάλλου, δεν νομίζετε, συμπολίτες, ότι θα ειδοποιούσα ήδη στη διάρκεια της ημέρας τους ανθρώπους μου και ότι θα τους ζητούσα να συγκεντρωθούν στο πλησιέστερο φιλικό σπίτι, αντί, την ώρα που το πήρα είδηση, να τρέχω μέσα στη νύχτα στον ένα και στον άλλο, χωρίς να ξέρω ποιόν θα βρω στο σπίτι του και ποιόν όχι; Πήγα μάλιστα και στον Αρμόδιο και στον τάδε που απουσίαζαν από την πόλη (απόδειξη ότι δεν το γνώριζα), ενώ άλλους δεν τους βρήκα στο σπίτι τους· έτσι, πήρα μαζί μου όσους μπόρεσα και προχώρησα.

[42] Ωστόσο, αν γνώριζα κάτι εκ των προτέρων, δεν νομίζετε ότι και υπηρέτες θα είχα σε ετοιμότητα και τους φίλους θα είχα ειδοποιήσει να έρθουν, αφενός για να έμπαινα ο ίδιος μέσα με τη μέγιστη δυνατή ασφάλεια (γιατί πού ήξερα εγώ αν είχε και εκείνος κάποιο όπλο;), αφετέρου για να έπαιρνα εκδίκηση ενώπιον όσο το δυνατόν περισσοτέρων μαρτύρων; Αντίθετα τώρα, επειδή δεν γνώριζα τίποτα από όσα έμελλε να συμβούν εκείνη τη νύχτα, πήρα μαζί μου όσους μπόρεσα. Ανεβείτε, παρακαλώ, στο βήμα οι μάρτυρες γι᾽ αυτά που λέω.

[43] Ακούσατε ήδη τους μάρτυρες, συμπολίτες· μόνοι σας τώρα εξετάστε ως εξής την παρούσα περίπτωση: αναρωτηθείτε αν είχε υπάρξει ποτέ στο παρελθόν ανάμεσα σε εμένα και στον Ερατοσθένη άλλη έχθρα εκτός από αυτή. Θα διαπιστώσετε ότι δεν υπήρξε καμία.

[44] Ούτε με είχε μηνύσει για δημόσιο αδίκημα ενεργώντας ως συκοφάντης, ούτε προσπάθησε να με εκδιώξει από την πόλη, ούτε εκκρεμοδικούσε κάποια μήνυση για αδίκημα ιδιωτικής φύσεως, ούτε γνώριζε κάτι εις βάρος μου, ώστε εγώ, από το φόβο μήπως και το μάθει κανείς, να θέλω να τον εξοντώσω, ούτε, αν κατάφερνα να κάνω κάτι τέτοιο, ήλπιζα να πάρω από κάπου χρήματα. Κάποιοι, ως γνωστόν, ωθούμενοι από τέτοια κίνητρα, μεθοδεύουν ο ένας την εξόντωση του άλλου.

[45] Εξάλλου, αποκλείεται να είχε υπάρξει ανάμεσά μας ή λογομαχία ή παρεξήγηση εν ώρα μέθης ή κάποια άλλη προστριβή, αφού, πριν από εκείνη τη νύχτα, ουδέποτε στο παρελθόν είχα δει καν τον άνθρωπο. Τί λοιπόν μπορεί να επεδίωκα εγώ, για να φτάσω να εκτεθώ σε έναν τέτοιο κίνδυνο, αν αυτός δεν είχε διαπράξει εις βάρος μου τη μέγιστη αδικία;

[46] Και τελικά ανοσιουργούσα παρουσία μαρτύρων που ο ίδιος κάλεσα, ενώ είχα τη δυνατότητα, αν όντως ήθελα να τον εξοντώσω αδίκως, να μην το γνωρίζει κανένας;

Η ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΗ ΤΟΥ ΚΛΕΙΣΘΕΝΗ

«Με μια θαυμαστή καθαρότητα σκέψης ολοκλήρωσε το έργο που άφησε ο Σόλων, και έδωσε στο δημοκρατικό σύνταγμα της Αθήνας την τελειωτική του μορφή (508/7). Ήθελε να εμποδίσει την επιστροφή της τυραννίας, να διαλύσει την ισχυρή οργάνωση που είχε αποκτήσει η αριστοκρατία στις φρατρίες και στις τέσσερις ιωνικές φυλές, να αποτρέψει τις κοινωνικές τάξεις να ενωθούν κατά περιοχή. Δημιουργήθηκαν περιφέρειες, όπου ταξινομήθηκαν όλοι οι πολίτες σύμφωνα με την κατοικία τους. Ολόκληρη η χώρα μοιράστηκε σε δήμους, μικρές κοινότητες, κάθε μια από τις οποίες είχε τη συνέλευσή της, τους άρχοντές της, τη διοίκησή της. Κάθε πολίτης γράφτηκε στον κατάλογο ενός δήμου, και το δημοτικό όνομα, προστιθέμενο στο ατομικό όνομά του, απόδειχνε την ιδιότητα του πολίτη. Όλοι οι δήμοι, των οποίων ο αριθμός ξεπερνούσε αισθητά την εκατοντάδα, έπρεπε να μοιραστούν σε δέκα φυλές, οι οποίες μ’αυτόν τον τρόπο, δεν ήταν πια συγγενικές, αλλά τοπικές. Ήταν λοιπόν αδύνατο στις παλαιές φυλές να ξαναβρεθούν μέσα στις καινούργιες. Αλλά υπήρχε κίνδυνος, με τη συμμαχία των γειτονικών φυλών, να συνεχιστούν οι αντιθέσεις των περιοχών. Για να αποφύγει αυτό τον κίνδυνο, ο Κλεισθένης βρήκε έναν πολύ έξυπνο τρόπο. Σκέφτηκε ότι ήταν χρήσιμο να συστήσει οργανισμούς ενδιάμεσους των δήμων και των φυλών. Χώρισε λοιπόν κάθε μια από τις τρεις περιοχές της Αττικής, το Άστυ, την Παραλία και τη Μεσογαία, σε δέκα τομείς και παραχώρησε με κλήρο σε κάθε φυλή έναν τομέα από κάθε περιοχή. Μ’αυτόν τον τρόπο, κάθε φυλή είχε τρεις ομάδες δήμων, τρείς τριττύες.

Ο Κλεισθένης απέβλεπε στη διάσπαση των τοπικιστικών παρατάξεων και τον περιορισμό της δυνατότητας επηρεασμού των ασθενέστερων πολιτών από έναν αριστοκράτη αρχηγό η οποία παλαιότερα είχε οδηγήσει σε τυραννικά καθεστώτα. Συγκεκριμένα αμέσως μετά το Σόλωνα εμφανίζονται στην Αττική τρεις παρατάξεις (παράλιοι: ασχολούνταν με το εμπόριο, την αλιεία τη ναυσιπλοία κλπ, οι πεδιακοί: πλούσιοι γαιοκτήμονες ευγενικής ή μη καταγωγής, διάκριοι: αγρότες υποβαθμισμένων περιοχών ή οπλίτες που ζητούσαν αναδασμό της γής), οι οποίες πιθανόν εξέφραζαν τους ανταγωνισμούς τριών αριστοκρατών (Μεγακλή, Λυκούργου, Πεισίστρατου αντίστοιχα) και των οπαδών τους που κατάγονταν απ'; τις περιοχές αυτές, οι οποίοι είχαν ως κύριο στόχο την κατάληψη της εξουσίας και τη διατήρηση των μεταρρυθμίσεων του Σόλωνα ή την καταστρατήγησή τους. Γι' αυτό ο Κλεισθένης χώρισε τις τριττύες ανά δέκα: δέκα «περί το άστυ», δέκα «παράλιες» και δέκα «μεσόγειες», και ύστερα, με κλήρο, δόθηκαν σε κάθε φυλή πάλι τρεις τριττύες, αλλά μία από κάθε τομέα (άστυ, παραλία, μεσογαία).

Το δεκαδικό σύστημα των φυλών εφαρμόστηκε σε όλη την πολιτική και διοικητική οργάνωση της πόλης. Η βουλή αποτελείται από 500 μέλη, 50 κατά φυλή, παρμένα από τους δήμους ανάλογα με τον πληθυσμό τους. Κάθε μια φυλή της βουλής(οι βουλευτές κάθε φυλής) σχηματίζει, εκ περιτροπής, μια μόνιμη επιτροπή για το ένα δέκατο του έτους. Επειδή οι άρχοντες ήταν εννιά, τους προσθέτουν κι ένα γραμματέα, έτσι ώστε οι δέκα φυλές να αντιπροσωπεύονται στο συλλογικό όργανο. Ο στρατός υποδιαιρείται σε δέκα τμήματα που λέγονται επίσης φυλαί, και καθένα τους διοικείται από ένα φύλαρχο.

Σε όλες τις περιστάσεις ο λαός εμφανίζεται χωρισμένος σε δέκα ομάδες.

Απλή, καθαρά λογική κατασκευή, και γι’ αυτό αντίθετη σε κάθε παράδοση, το δεκαδικό σύστημα αποτελεί ουσιαστικό μέρος του δημοκρατικού πολιτεύματος, όχι μόνο στην Αθήνα, αλλά και σε πολλές Ελληνικές πόλεις που ελευθερώθηκαν από το ολιγαρχικό πολίτευμα».

Η αναγκαιότητα της μεταρρύθμισης του Κλεισθένη εκπορεύτηκε απ' την ανάγκη αντιπροσώπευσης του συνόλου των πολιτών ή της πλειοψηφίας, ήτοι τη διεύρυνση της πολιτικοποίησης.

Για να δημιουργηθεί πολιτική ταυτότητα και παρουσία των πολιτών στην πολιτική σκηνή , όπου αυτή η ταυτότητα θα αποκτούσε, υπόσταση, ήταν απαραίτητες πολλές θεσμικές προϋποθέσεις. Ο κύκλος των ελεύθερης βούλησης ρυθμιστών του πολιτικού καθεστώτος έπρεπε να διευρυνθεί ουσιαστικά. Τότε έγινε δυνατόν, μάλλον για πρώτη φορά στην παγκόσμια ιστορία, να διαχωριστεί το πολιτικό από το κοινωνικό καθεστώς και να γίνει σε σημαντικό βαθμό αυτόνομο. Γιατί το νέο σύνταγμα έδινε εξουσία σε μια ολόκληρη τάξη πολιτών, τα μέλη της οποίας δεν μπορούσαν σε καμιά περίπτωση να αναμετρηθούν σαν άτομα με τους αριστοκράτες. Έτσι, αν και εξακολουθούσαν να υπάρχουν ανώτερες και κατώτερες τάξεις, οι πολίτες αυτοί θα μπορούσαν στο εξής να υπερισχύουν πολιτικά των ευγενών ή τουλάχιστον να τους έχουν υπό έλεγχο.

Η νέα τοποθέτηση επί του πολιτικού καθεστώτος, οι νέοι θεσμοί και η νέα πολιτική ταυτότητα αποτελούν τις τρεις διαστάσεις κατά τις οποίες μεταμορφώθηκε η Αθήνα της εποχής του Κλεισθένη. Δεν γνωρίζουμε πώς και κατά πόσο είχαν συναίσθηση αυτής της μεταμόρφωσης οι Αθηναίοι, αλλά τουλάχιστον ένα πράγμα πρέπει να ήταν σαφές: αρκετά μεγάλη μερίδα πολιτών ήθελε μελλοντικά ενεργό και συστηματική στα κοινά και έπρεπε να βρεθούν τρόποι αντιπροσώπευσης της βούλησής της.

Το πρόβλημα της αντιπροσώπευσης της βούλησης του συνόλου ή μιας πλειοψηφίας των πολιτών σε ένα σημείο προέκυψε επανειλημμένα, τόσο στην Ελλάδα όσο και στη Ρώμη και στη συνέχεια σε πολλές ιστορικές στιγμές των μέσων και των νεότερων χρόνων, αλλά και πρόσφατα. ¨ομως ενώπιον των Ελλήνων το πρόβλημα τέθηκε με τρόπο μοναδικό από πολλές ουσιαστικές απόψεις. Εδώ οι δυνατότητες, οι δυσκολίες και οι ανάγκες ήταν διαφορετικές.

Μόνο όταν αναγνωρίσουμε αυτό το πρόβλημα, πιο συγκεκριμένα τον ιδιαίτερο τρόπο με τον οποίο τέθηκε στην Αθήνα, θα κατανοήσουμε τη μεγάλη μεταρρύθμιση, με την οποία ο Κλεισθένης έδωσε σάρκα και οστά στην ισονομία.

Όλα όσα γνωρίζουμε συνηγορούν υπέρ του ότι η έννοια της δημοκρατίας ήταν ακόμη άγνωστη στον Κλεισθένη και τους συγχρόνους του. Συνεπώς δεν μπορεί πρόθεσή τους να ήταν η εγκαθίδρυση της δημοκρατίας. Σήμερα τείνουμε περισσότερο να προσδιορίσουμε το πολίτευμα που δημιουργήθηκε τότε με τον περισσότερο αρμόζοντα, χρονικά, όρο ισονομία. Εν πάση περιπτώσει, φαίνεται βέβαιο ότι ήταν πολύ βαθιά η αλλαγή που εισήγαγε ο Κλεισθένης και ότι η μεταρρύθμισή του υπήρξε το αποφασιστικό βήμα προς την αποτελεσματική και συστηματική συμμετοχή της ευρύτερης μάζας του αθηναϊκού πληθυσμού στα πολιτικά πράγματα· κατά συνέπεια ίσως ήταν ένα βήμα προς την κατεύθυνση της δημοκρατίας.

Ένα όμως πολύ απλό ερώτημα γεννιέται: πώς ήταν δυνατόν η μεταρρύθμιση της διοικητικής δομής ενός δήμου και η δημιουργία ή η ανασύσταση ενός συμβουλευτικού σώματος, ανταγωνιζόμενου την παλιά Βουλή των ευγενών, να αποβεί τόσο σημαντική, ώστε να δημιουργήσει τις απαραίτητες προϋποθέσεις για την ανάδυση της δημοκρατίας;

Είναι σαφές ότι, κερδίζοντας τον λαό με το μέρος του, ο Κλεισθένης επιδίωκε την εξουσία, τόσο για τον εαυτό του όσο και για το γένος του. Εντούτοις τα συμφέροντά του πρέπει να ήταν εν μέρει όμοια ή τουλάχιστον παράλληλα με τα συμφέροντα των πολιτών στους οποίους απευθυνόταν. Αυτή ακριβώς η περιοχή μερικής σύμπτωσης είναι που μας ενδιαφέρει εδώ.

Δεν είναι εύκολο να κατανοήσουμε γιατί ήταν αναγκαίο να υποδιαιρεθεί ο πληθυσμός των έτσι και αλλιώς μικρών ελληνικών κοινοτήτων σε όλο και μικρότερες ομάδες. Μπορούμε να υποθέσουμε πως αυτή η διαίρεση διέθετε μια πρακτική πλευρά, χάρη στις διαμεσολαβητικές λειτουργίες της. Έτσι χρησιμοποιήθηκε για την κατανομή των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, ακόμη και των στρατιωτικών καθηκόντων. Ο στρατός ήταν οργανωμένος με βάση τις φυλές. Ταυτόχρονα ο πολίτης ήταν σε θέση να φροντίζει τα συμφέροντά του μέσα στην κοινωνία, με τη βοήθεια των συντρόφων του στις διάφορες ομάδες όπου ανήκε. Όμως αναμφίβολα πολύ σημαντικότερος ήταν ο ρόλος του συστήματος να προσφέρει προστασία και κοινωνική θέση στον πολίτη, καθώς και την αίσθηση ότι ανήκε σ΄ ένα είδος οικογένειας, τόσο στον άμεσο χώρο της καθημερινής του ζωής όσο και στον χώρο της ευρύτερης κοινότητας. Αυτό πρέπει να το κατανοήσουμε πλήρως· όποιος δεν ανήκε σε φρατρία, ο αφρήτωρ, βρισκόταν εκτός κοινότητας και δεν είχε δικαιώματα... Οι Έλληνες πίστευαν ότιή από κοινού συμμετοχή σε λατρεία και θυσία δημιουργούσε ισχυρούς δεσμούς. Όταν παντρευόταν κάποιος, παρουσίαζε τη νύφη στα υπόλοιπα μέλη της φρατρίας σε ειδικό θυσιαστικό συμπόσιο. Όποιος αποκτούσε γιό, τον παρουσίαζε εκεί τελετουργικά, για να ενταχθεί, όταν ενηλικιωνόταν, στον κατάλογο των μελών της φρατρίας. Από τη στιγμή που ο νέος γινόταν δεκτός στη φρατρία, αποκτούσε και πολιτικά δικαιώματα (με την πρώιμη μορφή τους)· μόνο αν ήσουν μέλος φρατρίας μπορούσες να γίνεις αθηναίος πολίτης. Η φρατρία αποτελούσε επομένως τον χώρο όπου οι πολίτες συναντούσαν ο ένας τον άλλο με δημόσια ιδιότητα, ενώ ταυτόχρονα ήταν και η νομιμοποιούσα αρχή των σημαντικότερων γεγονότων της ιδιωτικής ζωής.

Ό, τι ίσχυε για τη φρατρία, ίσχυε ως ένα βαθμό και για τις ανώτερες και κατώτερες υποδιαιρέσεις. Αυτές καθόριζαν σε διαφορετικό βαθμό το "περιβάλλον" του αθηναίου πολίτη και μέσω αυτών δεσμευόταν με διάφορες μορφές υποχρέωσης αλληλεγγύης, άλλες στενότερες και άλλες ευρύτερες. Μόνο μέσω αυτών των υποχρεώσεων γινόταν ο Αθηναίος μέλος της κοινότητας της πόλης και εξασφάλιζε το ότι δεν θα ζούσε σε απομόνωση...Τέτοιες σχέσεις μέσα στις διάφορες ομάδες, μπορούσαν να συνυπάρχουν με διαφορές και αντιθέσεις. Κατά πόσο συνέβαινε αυτό στην Αθήνα δεν μας είναι γνωστό. Το μόνο βέβαιο είναι ότι οι υποδιαιρέσεις της κοινότητας μπορούσαν να οδηγήσουν σε συγκρούσεις, αλλά μπορούσαν να βοηθήσουν στην εξουδετέρωση συγκρούσεων. Αντιμετωπίζοντας με σεβασμό ορισμένες διαφορές και αντιθέσεις, κατάφερναν να διατηρούν ένα μέγιστο ενότητας.

Μέσα σ΄ αυτή την οικογένεια όμως υπήρχε μια δεσπόζουσα διαφορά· η διαφορά ανάμεσα στο υψηλό και το χαμηλό, το ευγενές και το λαϊκό. Οι αριστοκρατικές οικογένειες είχαν τον έλεγχο των υποδιαιρέσεων, τα υπόλοιπα μέλη ήταν εξαρτημένα από αυτές με πολλούς τρόπους... Οι κοινοί θνητοί αποτελούσαν λοιπόν, κατά μία έννοια, πελάτες των αριστοκρατών και οι δεσμοί αυτοί ήταν ιδιαίτερα στενοί και οργανωμένοι στο πλαίσιο κάθε ομάδας.

Δεχόμαστε ότι οι πραγματικές σχέσεις ευγενών και κοινών θνητών ήταν εξαρτημένες από τις γενικά επικρατούσες στην κοινότητα ταξικές σχέσεις. Χωρίς αμφιβολία, τις χαρακτήριζε συχνά πατριαρχική αυστηρότητα. Όταν όμως στα τέλη του 7ου και αρχές του 6ου αι. έκανε και στην Αθήνα την εμφάνισή της η βαθιά κοινωνική κρίση της αρχαϊκής Ελλάδας, συνταράζοντας και δημιουργώντας σύγχυση στις παραδοσιακές κοινωνικές σχέσεις, πρέπει να επλήγησαν και οι υπάρχοντες δεσμοί στις διάφορες ομάδες της πόλης. Οι χρεωμένοι αγρότες βυθίζονταν συχνά στην ανέχεια, εξαιτίας πιέσεων αριστοκρατών της ομάδας τους, και όταν η ασυγκράτητη οργή των αγροτών απείλησε να μετατραπεί σε ανοιχτή στάση, στην αρχή του 6ου αι., οι σχέσεις μέσα στις ομάδες πρέπει να έφτασαν σε επικίνδυνο σημείο. Τελικά η τυραννία του Πεισίστρατου δεν θα πέρασε χωρίς να επηρεάσει τις "συνήθεις φιλικές σχέσεις": οι αγρότες επωφελήθηκαν από την καλή θέληση των κυβερνώντων, που ως ένα βαθμό περιόρισε την αλλοτινή επιρροή και ελευθερία δράσης της αριστοκρατίας. Αλλά οι παλιές σχέσεις και η παραδοσιακή κυριαρχία των αριστοκρατών μέσα στις φρατρίες δεν είχαν ακόμη περιπέσει σε αχρηστία. Αποδυναμώθηκαν αναμφίβολα - μειώθηκε η αξιοπιστία τους σαν στήριγμα στις δύσκολες στιγμές - αλλά γενικά φαίνεται ότι επιβίωσαν ως παραδοσιακό χαρακτηριστικό της ελληνικής ζωής, σαν καθιερωμένο τμήμα του "οδικού δικτύου" στο οπο΄έπρεπε να πορευτεί στη ζωή του ο πολίτης. Οι ευγενείς διατήρησαν την πανθομολογούμενη πνευματική (και οικονομική) υπεροχή τους, και τον 5ο αι. εξακολουθούσαν να είναι ευγενείς (ἐσθλοί), ηγέτες του λαού (ἡγεμόνες τοῦ δήμου).

Εδώ ίσως χρειάζεται να κάνουμε σαφή διάκριση μεταξύ κανόνα και εξαίρεσης. Σε εξαιρετικές για παράδειγμα περιπτώσεις, οι πολίτες στην Εκκλησία του Δήμου μπορούσαν να δράσουν κατά των ευγενών. Αυτό έπραξαν όταν πέτυχαν τον διορισμό του Σόλωνα ως καταρτιστῆρος και όταν αποφάσισαν να παράσχουν σωματοφυλακή στον Πεισίστρατο. Αλλά στη συνήθη εξέλιξη της πολιτικής δεν ήταν ελεύθερα σκεπτόμενοι πολίτες, ήταν μάλλον οπαδοί των αριστοκρατών, που χάνονταν στο φόντο των λατρευτικών κοινοτήτων, διαθέσιμοι σαν ιδιωτικοί ακόλουθοι των οικογενειών που τις εξουσίαζαν. Οι ευγενείς λοιπόν εξακολούθησαν, λίγο πολύ, να κρατούν γερά την εξουσία. Αυτό φάνηκε για τελευταία φορά μετά την απελευθέρωση από την τυραννία, όταν αντίπαλες φρατρίες ευγενών, όλες με την υποστήριξη των ακολούθων το;ς, ήρθαν σε σύγκρουση, θυμίζοντας παλιές εποχές. 

ΣΧΗΜΑΤΙΚΗ ΑΝΑΠΑΡΑΣΤΑΣΗ ΤΗΣ ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΗΣ ΤΟΥ ΚΛΕΙΣΘΕΝΗ



Ο Κλεισθένης επινόησε ένα ιδιόρρυθμο σύστημα για να εντάξει τους δήμους στις φυλές· χώρισε την Αττική σε τρεις περιφέρειες στην πόλη της Αθήνας και τα περίχωρα (με τα λιμάνια), τα υπόλοιπα παράλια και τη μεσογαία. Σε κάθε μια από αυτές τις περιφέρειες ένωσε τους δήμους σε δέκα ομάδες, τις τριττῦς, λαμβάνοντας κυρίως υπόψη του δεσμούς γειτνίασης και γεωγραφικούς τομείς. Προέκυψαν τριάντα ομάδες δήμων, από τις οποίες δημιούργησε δέκα φυλές, ενώνοντας με κλήρωση τρεις ομάδες δήμων - μια από κάθε περιοχή - σε μια φυλή. Σε κάθε φυλή ορίστηκε από το μαντείο των Δελφών ένας ήρωας προστάτης (ως "φυλετικός πρόγονος").

Οι λεπτομέρειες μιας τόσο περίεργης οργάνωσης δεν μας ενδιαφέρουν εδώ. Τουλάχιστον η αρχή που ακολουθήθηκε είναι σαφής. Κάθε φυλή έπρεπε να είναι αντιπροσωπευτικό τμήμα των τριών περιφερειών. Κάθε περιφέρεια έπρεπε να εκπροσωπείται σε κάθε φυλή. Εξάλλου καμιά φυλή δεν έπρεπε να εκπροσωπεί ειδικά τοπικά συμφέροντα.· κάθε μια έπρεπε να εκπροσωπεί το ένα δέκατο ολόκληρης της κοινότητας και να είναι όσο το δυνατόν περισσότερο ομοιογενής. Τα μέλη της φυλής έπρεπε να έχουν κοινή μόνο την ιδιότητα του πολίτη, που θα αποτελούσε τη βάση της μεταξύ τους αλληλεγγύης, χωρίς αμφιβολία και το πλαίσιο ανταγωνισμού και άμιλλας ανάμεσά τους.

Η μεταρρύθμιση των φυλών ενείχε συνεπώς δύο βασικά στοιχεία: η οργάνωση της κοινωνίας των πολιτών στηριζόταν στους δήμους, ενώ οι φυλές δημιουργήθηκαν τεχνητά, με την ανάμειξη των πιο διαφορετικών τμημάτων της κοινότητας. Όπως ακριβώς οι δήμοι ανέλαβαν πολλές από τις αρμοδιότητες των φρατριών, έτσι και οι νέες φυλές ανέλαβαν και τις περισσότερες από τις αρμοδιότητες των παλιών φυλών, για παράδειγμα τη στρατολογία και την κατανομή των υποχρεώσεων. Κάθε φυλή έστελνε πενήντα αντιπροσώπους στη Βουλή των Πεντακοσίων οι οποίοι, όπως προαναφέρθηκε, ορίζονταν από τους δήμους κατ΄ αναλογίαν προς τον αριθμό των κατοίκων τους. Τί ήθελε όμως να πετύχει ο Κλεισθένης με τη μεταρρύθμιση αυτή;

Δημοσθένης

Ο ΔΗΜΟΣΘΕΝΗΣ έχασε τον πατέρα του επταετής. Οι δε κηδεμόνες του ενοσφίσθησαν την περιουσίαν του και αφήκαν απροστάτευτον την μητέρα του, [ήτις ήτο σκυθικής καταγωγής], Εκείνη όμως κατώρθωσε να αναθρέψη το ασθενικόν, δειλόν, κα αγύμναστον παιδίον. Εξάπαντος δε και οι δύο θα εκάθηντο συχνά συλλογιζόμενοι πόσα είχον αδικηθή. Ο δε Δημοσθένης ευθύς ως απέκτησε το νόμιμον δικαίωμα εκίνησε κατά των κηδεμόνων του αγωγήν [364]. Αυτοί ήσαν άνθρωποι ισχυροί μεταξύ της τότε διοικούσης φατρίας, και επεχείρησαν ν' αποκρούσωσι το μειράκιον δι' ανταγωγής και στρεψοδικίας. Ότε δε τέλος εκέρδισε την δίκην, δεν υπήρχε πλέον πολλή περιουσία προς ανάληψιν. Ούτως ο Δημοσθένης ωφελήθη μάλλον εκ της πρακτικής πείρας των νόμων και της δικανικής, εις ήν τον είχον, ως λέγεται, ασκήσει και τα μαθήματα του Ισαίου, και απέκτησεν έχθραν προς τους εν τη αρχή. Αλλά και ο πολυχρόνιος περί χρημάτων αγών εζημίωσεν αυτόν. Φυσικά δε ήτο σπάταλος· επροίκιζε θυγατέρας απόρων πολιτών, απελύτρωνεν αιχμαλώτους, και τέλος εξώπλισε τριήρη — ετέλεσε δηλαδή μίαν των δαπανηροτάτων λειτουργιών των πολιτών. Ούτως έπεσεν εις ανέχειαν και ήρχισε να γράφη λόγους και ίσως να διδάσκη ρητορικήν. Αλλά ταχέως ευδοκίμησεν εις το έργον, καίτοι εκ φύσεως ήτο τραυλός και είχε φωνήν διακοπτομένην· ανελάμβανε δε σπουδαίας υποθέσεις, δεν ανεμειγνύετο εις δίκας εταίρων, ως ο Υπερείδης, και απέφευγε τας συκοφαντικάς καταμηνύσεις, έγραφε δε και εδημηγόρει πάντοτε περί σπουδαίων πολιτικών θεμάτων.

Η πρώτη δημοσία παράστασις αυτού έγινεν ίσως τω 355 ότε είπε τον προς Λεπτίνην, όστις είχε προτείνει νόμον, είναι μηδέν' ατελή, δηλαδή να μη μένη κανείς αφορολόγητος. Τούτο ήτο φανερόν οικονομικόν μέτρον, αλλ' αι ατέλειαι ήσαν αμοιβαί σπουδαίων διπλωματικών υπηρεσιών και απετέλουν μέρος της πολιτικής των τότε αντιπολιτευομένων, εις ούς κατετάχθη ο Δημοσθένης.
Κατά τα 357 είχεν αναλάβει την αρχήν ο Εύβουλος, ότε η κατάστασις εχρειάζετο περισυλλογήν και ησυχίαν. Η οικονομική αυτού πολιτική απεδείχθη εξαιρέτως τελεσφόρος, αλλ' εσήμαινεν εγκατάλειψιν της ηγεμονίας και κάτι χειρότερον. Διότι ο Φίλιππος ο από πολλού πολέμιος της πόλεως, κατελάμβανε το έν μετά το άλλο, τα επί της Θράκης αθηναϊκά χωρία, ο δε Εύβουλος, επειδή ο δήμος απέστεργε την ειρήνην, περιωρίζετο εις ασθενή αποκλεισμόν των μακεδονικών παραλίων και μερικάς επιδρομάς. Οι μεν σφοδροτέροι των αντιθέτων αυτού εζήτουν μαινόμενοι στρατόν 30 χιλιάδων μισθοφόρων, όπως εισβάλωσι κατ' ευθείαν εις την Πέλλαν, ο δε Δημοσθένης ήθελε μόνον έντονον δράσιν, ώστε δι' αξιολόγου τινός επιτυχίας να συναφθή έντιμος ειρήνη.

Αλλά πλην του Φιλίππου ο Δημοσθένης εστρέφετο και προς άλλα του πολιτικού ορίζοντος σημεία. Διά του Υπέρ της Ροδίων ελευθερίας λόγου (353 ή 351 π. Χ;) προέτρεπε τους Αθηναίους να βοηθήσωσι τους δημοκρατικούς της Ρόδου ελπίζοντας ότι θ' ανακτήσωσι μέρος της άλλοτε δυνάμεως της πόλεως ανά το Αιγαίον. Αλλ' ο Εύβουλος ήτο εναντίον της αναμείξεως εις τον αγώνα εκείνον. Διά δε του Υπέρ Μεγαλοπολιτών (353 π. Χ.;) ο Δημοσθένης, φοβούμενος την αύξησιν της Σπάρτης, προέτρεπεν εις προστασίαν της πιεζομένης Μεγάλης πόλεως. Και ίσως μεν ενεργός βοήθεια θα ήτο τότε αδύνατος, αλλά πιθανώς ηδύνατο να προλάβη το ολέθριον αποτέλεσμα, ότι δηλαδή έκτοτε οι εν Πελοποννήσω εχθροί των Λακεδαιμονίων απέβλεπον πλέον προς τον Φίλιππον.

Τω 352 ο Φίλιππος απεπειράθη να διαβή τας Θερμοπύλας· και ο μεν Εύβουλος εξεγερθείς επί τέλους ανέκοψεν αυτόν, αλλ' ο κύνδυνος ήτο ήδη άμεσος και δεινός, ο δε Δημοσθένης αναπτύσσει αυτόν διά του πρώτου Φιλιππικού. Ο Φίλιππος υποχωρήσας τότε προς βορράν, επολιόρκησε την Όλυνθον οι δε Αθηναίοι γνωρίζοντες την σπουδαιότητα της πόλεως εκείνης, έπεμψαν εις επικουρίαν αυτής τρεις στρατιάς· αλλ' ο πολιτικώτατος βασιλεύς κατώρθωσε να εξεγείρη στάσιν εν Ευβοία. Ο Δημοσθένης διά των τριών Ολυνθιακών αδιστάκτως παρορμά προς βοήθειαν της Ολύνθου· αλλ' οι κυβερνώντες επεδίωξαν το προχειρότερον, να σώσωσι την Εύβοιαν καθό πλησιεστέραν. Και η μεν Εύβοια εσώθη, αλλά η Όλυνθος έπεσε και η πόλις δεν ηδύνατο πλέον να παρατείνη τον αγώνα, ότε δε ο Φιλοκράτης προέτεινεν ειρήνην, ο Δημοσθένης υπεστήριξεν αυτήν και εχειροτονήθη είς των δέκα πρέσβεων, όσοι εστάλησαν να διαπραγματευθώσι μετά του Φιλίππου. Αλλά μεταξύ εκείνων ουδένα είχεν ομόφωνον.

Επιφανέστατος αυτών μετά τον Φιλοκράτην ήτο ο ΑΙΣΧΙΝΗΣ (389 — 314 π. Χ.), ανήρ λόγιος και ουχί ταπεινού γένους, «των δε δήμων Κοθωκίδης»· αλλ' ένεκα των δυστυχημάτων του πολέμου πάντες οι οικείοι αυτού είχον αναγκασθή να ζητήσωσι βιοποριστικόν έργον· και ο μεν πατήρ του Ατρόμητος έγινε διδάσκαλος, η δε μήτηρ Γλαυκοθέα τελέστρια των μυστηρίων. Αυτός δε ο Αισχίνης έγινεν υποκριτής, — το θεατρικόν επάγγελμα δεν ενομίζετο χυδαίον — και γραμματεύς της πόλεως. Αποστρεφόμενος τους δημαγωγούς, ήτο φίλος του Ευβούλου. Οι δε τρεις σωζόμεμενοι αυτού λόγοι σχετίζονται με τον Δημοσθένη και την πρεσβείαν εκείνην.

Αι διαπραγματεύσεις υπήρξαν μακραί. Τέλος συνωμολογήθη συνθήκη, αλλά περιέχουσα δύο τουλάχιστον επικίνδυνα διφορούμενα· περιελάμβανε δηλαδή τους Αθηναίους «και τους Αθηναίων συμμάχους » και κατέλειπε τους συνθηκολογούντας κυρίους των χωρίων όσα τότε κατείχον. Αλλ' οι Αθηναίοι εφοβούντο περί δύο εμπολέμων, οίτινες ήσαν μεν σύμμαχοι, ουχί δε και υποτελείς· περί του Κερσοβλέπτου, βασιλέως κρατιδίου τινός της Θράκης, και περί των Φωκίων, ούς αν προσέβαλλεν ο Φίλιππος, θα εισεχώρει πλέον εις τα σπλάγχνα της Ελλάδος. Οι πρέσβεις του Φιλίππου δεν εδέχοντο μνείαν των δύο τούτων συμμάχων εν τη συνθήκη, οι δε Αθηναίοι πρέσβεις ήλπιζον να πείσωσιν αυτόν τον Φίλιππον. Περί δε του χρόνου της ειρήνης, οι μεν Αθηναίοι ήσαν υπόχρεοι αφ' ής ημέρας έλαβον τους όρκους. Αλλ' άραγε ο Φίλιππος θα ενόμιζεν εαυτόν εξ ίσου δεσμευόμενον ή θα εξηκολούθει τας επιχειρήσεις του μέχρις ού ήθελεν ομόσει; Ο μεν Φιλοκράτης και ο Αισχίνης ενόμιζον προτιμότερον να θεωρήσωσιν ως αναμφίβολον την καλήν πίστιν του βασιλέως και να προχωρήσωσι κατά τους συνήθεις τύπους. Αλλ' ο Δημοσθένης εζήτει να σπεύσωσιν όσον ήτο δυνατόν, ισχυριζόμενος ότι δεν ήτο ανάγκη να εύρωσι τον Φίλιππον εις την Πέλλαν, αλλ' όπου και αν ήτο, έστω και στερούμενοι πληρεξουσίων. Αλλ' όμως επήλθον πολλαί αναβολαί και ότε τέλος ο Φίλιππος συνήντησε τους πρέσβεις είχεν ήδη σαρώσει τον Κερσοβλέπτην και στρογγυλεύση τα προς ανατολάς όρια του κράτους του. Τότε ο Δημοσθένης διεφώνησε φανερά προς τους συμπρεσβευτάς και τον βασιλέα· απέρριψε τα συνήθη προς τους πρέσβεις δώρα, άπερ ο Φίλιππος έδιδε «μεγαλοψύχως», δεν προσήλθεν εις την επίσημον θυσίαν και ηθέλησε ν' αναχωρήση μόνος. Επιστρέψας δε εις Αθήνας, προέτεινεν όπως μηδένα δοθή ο συνήθης πρεσβευτικός στέφανος.

Προ της παρόδου του μηνός ο Φίλιππος διήλθε τας Θερμοπύλας, εκυρίευσε την Φωκίδα και ηξίωσεν ως ανήκων ήδη εις την Αμφικτυονίαν, ν' αναμειγνύεται εις τα πράγματα της Ελλάδος, κατ' εκείνο δε το έτος (346) προήδρευσε και των Πυθίων. Τότε οι Αθηναίοι έξαλλοι εξ οργής ήθελον να κηρύξωσι λυθείσαν την ειρήνην· αλλ' ο Δημοσθένης διά του Περί της ειρήνης απέδειξε πόσον ολέθριον θα ήτο τούτο. Η αγανακτήσις όμως κατά των πρέσβεων ήτο φοβερά και οι αντίπαλοι κατήλθον εις δικαστικούς αγώνας. Ο Δημοσθένης μετά τινος Τιμάρχου κατεδίωξαν τον Αισχίνην ως παραπρεσβεύσαντα. Ο Αισχίνης εκινδύνευε και διέφυγε μόνον διά της τολμηράς Κατά Τιμάρχου ανταγωγής, δι' ής απέδειξε τον Τίμαρχον « ηταιρηκότα ». Σήμερον ίσως τοιαύτη κατηγορία θα προεκάλει μόνον επιζήμιον σκάνδαλον· αλλά τότε ο Τίμαρχος απεστερήθη πάντων των πολιτικών δικαιωμάτων [και κατά τινας «απήγξατο»]. Ο Αισχίνης απηλλάγη, αλλ' οι φίλοι του δεν υπήρξαν τόσον ευτυχείς. Ο Φιλοκράτης δραπετεύσας κατεδικάσθη.

Κατήγορος αυτού υπήρξεν ΥΠΕΡΕΙΔΗΣ ο Γλαυκίππου, ρήτωρ θεωρούμενος διά την ρώμην του λόγου δεύτερος μόνον του Δημοσθένους, ανώτερος δε και αυτού κατά την χάριν. Πολιτευόμενος ανήκεν εις τους άκρους εναντίους των Μακεδόνων· κατά δε την δίαιταν ήτο πασίγνωστος φιλήδονος και εκωμωδείτο ως οψοφάγος. Ο σωζόμενος βίος του είναι συρραφή ανεκδότων, γνωστότατον δε είναι ότι επέδειξεν εις τους δικαστάς τα στήθη της Φρύνης. Οι λόγοι του είχον ολόκληροι χαθή, μέχρις ού από του 1848 ήρχισαν ν' ανακαλύπτωνται επί παπύρων της Αιγύπτου μεγάλα αποσπάσματα [6 μέχρι τούδε λόγων] ουχί μεν εύγλωττα, αλλ' υπερβαίνοντα και τους Λυσιακούς λόγους εις την δροσερότητα, την ευφυολογίαν και την αποφυγήν πάσης σοφιστείας.

Ο δε Δημοσθένης ήτο απησχολημένος εις την παρασκευήν του μέλλοντος πολέμου και απόκρουσιν των εν Πελοποννήσω ραδιουργιών του Φιλίππου· (β' Φιλιππικός). Ήτο λυπηρόν ότι τω 344 ανέλαβε την παλαιάν κατά του Αισχίνου αγωγήν, την Περί της παραπρεσβείας. Οι λόγοι και των δύο ρητόρων σώζονται· και ο μεν Αισχίνης φαίνεται ανώτερος εαυτού, ο δε Δημοσθένης κατώτερος. Διότι η επίθεσις αυτού ήτο παράφορος, ο δε χαρακτηρισμός των γεγονότων ένεκα της προκαταλήψεώς του άδικος. Πιθανώς ηδύνατο ν' αποδείξη ότι ο Αισχίνης ήτο νωθρός πρέσβυς, αλλά δεν έπεισε τους δικαστάς, ότι ήτο και προδότης. Όθεν ο Αισχίνης ηθωώθη, ο δε Δημοσθένης δεν προέβη αμέσως εις την έκδοσιν του λόγου.

Ο Περί των εν Χερρονήσω [341] υπερασπίζει τον στρατηγόν Διοπείθη, κατηγορούμενον υπό των φιλιππιζόντων διά παράβασιν της ειρήνης, ο δε γ' Φιλιππικός καταγγέλλει προς πάντας τους Έλληνας την πανουργίαν του Φιλίππου. Και άλλαι δημηγορίαι του Δημοσθένους είναι απηλλαγμέναι παντός ό,τι καλούμεν ημείς «ρητορικήν» και δεικνύουσι την αυτήν αυταπάρνησιν· αλλ' ο γ' Φιλιππικός είναι αληθώς μοναδικός εν τη λογοτεχνία· ουδεμίαν δεικνύει στενότητα «πατριωτισμού», εκφράζει το προαίσθημα της επικειμένης καταστροφής και έχει πένθιμον της φράσεως μελωδίαν. Ο πόλεμος εκηρύχθη τω 340 και κατ' αρχάς έβαινε καλώς υπέρ των Αθηναίων. Αλλά θρησκευτική ραδιουργία μετέβαλε τα πράγματα. Οι Λοκροί κατηγόρησαν τους Αθηναίους ως ασεβείς ενώπιον των Αμφικτυόνων. Η ασέβεια εσήμαινε τότε ό,τι η αίρεσις κατόπιν, δηλαδή πας ήτο δυνατόν να ευρεθή ασεβής, εάν ήθελε το δικαστήριον. Οι Αθηναίοι είχον παρά τους τύπους αφιερώσει Θηβαϊκάς τινας ασπίδας. Αλλά και οι Λοκροί βεβήλως κατέλαβον ιεράν γην της Κίρρας. Ο Αισχίνης, όστις ήτο τότε αντιπρόσωπος των Αθηνών, («πυλαγόρας»}, κατώρθωσε να στρέψη την φιλοπόλεμον δεισιδαιμονίαν του συνεδρίου εναντίον των Λοκρών και εκόμπαζε διά τούτο. Αλλά ταυτοχρόνως εξυπηρέτει και τον Φίλιππον, διότι τούτο ήθελε και εκείνος, ένα οιονδήποτε ιερόν πόλεμον, ότε οι Αμφικτύονες στερούμενοι στρατού, θα προσέφευγον εις αυτόν, ως προστάτην του ιερού. Αφ' ού δε διέβη τας Θερμοπύλας, απέρριψε το προσωπείον. Κατά την υστάτην στιγμήν ο Δημοσθένης κατώρθωσεν ό,τι εζήτει από πολλού, την μετά των Θηβαίων συμμαχίαν. Αλλ' η στρατηγική των Μακεδόνων ήτο υπερτέρα, και οι σύμμαχοι συνετρίβησαν παρά την Χαιρώνειαν τω 338.

Οι Αθηναίοι εδέχθησαν την συμφοράν εκείνην μετά της συνήθους μεγαλοψυχίας. Αυθορμήτως κατέβαλον προς τον Λυκούργον, τον τότε ταμίαν, μεγάλας εισφοράς και τα τείχη επεσκευάσθησαν προς έσχατον αγώνα. Αλλ' ο Φίλιππος δεν επεζήτει τούτον. Απέστειλε τον ρήτορα Δημάδην, όστις είχεν αιχμαλωτισθή, να είπη ότι εδέχετο προτάσεις περί ειρήνης. Οι μακεδονίζοντες, ο Φωκίων, ο Αισχίνης και αυτός ο Δημάδης εχειροτονήθησαν πρεσβευταί και αι Αθήναι αντί ελαφρών όρων συμπεριλήφθησαν εις την κατά των Περσών υπό την ηγεσίαν του Φιλίππου συμμαχίαν. Αλλά κατόπιν επήλθε πόλεμος δικαστικός καθ' όν οι μακεδονίζοντες εζήτουν ν' απολακτίσωσι τους φιλοπολέμους. Ο Υπερείδης κατά την πρώτην συγκίνησιν, την εκ της ήττης, προέτεινεν απελευθέρωσιν και εξοπλισμόν των δούλων. Τούτο ήτο παράνομον, ότε δε ο Αριστογείτων κατηγόρησεν αυτόν, «τούτο το ψήφισμα» είπεν «ουχ ο ρήτωρ έγραψεν, αλλ' η εν Χαιρωνεία μάχη·». Το επιχείρημα ήτο αρκετόν και ο Υπερείδης ηθωώθη. Αλλά κατά του Δημοσθένους έγινεν έφοδος λυσσαλέα· ο Αριστογείτων, ο Σωσικλής, ο Φιλοκράτης, ο Μελάνθιος και άλλοι κατέτρεχον αυτόν· αλλ' ο δήμος παρέμεινεν ακλόνητος· τινές των κατηγόρων δεν έλαβον ουδέ το πέμπτον των ψήφων, ο δε Δημοσθένης εξελέγη όπως είπη και τον επιτάφιον εις τους νεκρούς της Χαιρωνείας. Τότ' επήλθεν η απρόοπτος αντεπίθεσις του ΛΥΚΟΥΡΓΟΥ κατά των μακεδονιζόντων. Λυκούργος ο Λυκόφρονος ήτο άλλος Κάτων· εντιμότατος ευπατρίδης αυτός, είχε την μανίαν να εκριζώση και πάσαν διαφθοράν των πολιτών. Αλλ' αι απαιτήσεις του ήσαν αυστηρόταται· ο μόνος σωζόμενος λόγος του, ο Κατά Λεωκράτους κατηγόρει τον άνθρωπον τούτον ως προδότην, διότι μετά την ήτταν της Χαιρωνείας, εγκατέλιπε την πόλιν αντί να μείνη και να κοινωνήση των κινδύνων.

Η ποινή της μικράς ταύτης αφιλοπατρίας ήτο θάνατος και των δικαστών αι ψήφοι εδιχάσθησαν.

Τούτο δεικνύει το φρόνημα της πόλεως· αλλά πάσα κατά του Μακεδόνος αντίστασις ήτο τότε αδύνατος. Οι Αθηναίοι εδέχοντο την καιροσκόπον πολιτικήν, όπως ερρύθμιζον αυτήν ηνωμένοι ο Δημοσθένης και ο Δημάδης. Ότε δ' εγνώσθη η δολοφονία του Φιλίππου, εμελετάτο εξέγερσις, αλλά ταύτην προέλαβεν η γοργότης του Αλεξάνδρου. Ολίγον κατόπιν διεδόθη ότι ο Αλέξανδρος εφονεύθη εν Ιλλυρία και τότ' επανεστάτησαν αι Θήβαι, ο δε Δημοσθένης ήθελε συμμαχίαν μετ' αυτών. Στρατός και στόλος παρεσκευάσθη, χρήμα επέμφθη εις τας Θήβας και πρέσβεις εστάλησαν εις τον μέγαν βασιλέα, ζητούντες περσικήν βοήθειαν, ότε ο Αλέξανδρος επανήλθε, κατέσκαψε τας Θήβας και εζήτησε την παράδοσιν δέκα πρωτευόντων φιλοπολέμων, εννοείται και του Δημοσθένους. Αλλ' ο Δημάδης, ο μεσίτης της Χαιρωνείας, εμεσολάβησε και πάλιν, ώστε ο Αλέξανδρος ηρκέσθη μόνον εις την καταδίκην του στρατηγού Χαριδήμου και αφήκε τους λοιπούς (335 π. Χ.).

Αι επανειλημμέναι αύται αποτυχίαι κατέστησαν φυλακτικώτερον τον Δημοσθένην· προσεχώρησε λοιπόν έτι περισσότερον προς την καιροσκοπίαν του Δημάδου, απομακρυνόμενος βαθμηδόν από των άκρων φιλοπολέμων. Τούτο έδιδεν εις τους παλαιούς του αντιπάλους λαβήν προς την από πολλού σκευωρουμένην επίθεσιν. Κάποιος Κτησιφών — ονομαστός κατά τον Αισχίνην διότι ήτο ο μόνος γελών διά τους αστεϊσμούς του Δημοσθένους — είχε προτείνει, ολίγον μετά την εν Χαιρωνεία μάχην, να στεφανωθή ο Δημοσθένης εν τω θεάτρω του Διονύσου διά στεφάνου χρυσού, «αρετής συμπσης ένεκα και ευνοίας της προς την πόλιν». Αμέσως ο Αισχίνης «εγράψατο Κτησιφώντα παρανόμων», Αλλ' η δίκη ανεβλήθη μέχρι του 330. Ο Κατά Κτησιφώντος του Αισχίνου στηρίζεται εις τα εξής τρία· πρώτον ότι ήτο παράνομον να στεφανωθή υπεύθυνος έτι άρχων, ο δε Δημοσθένης κατείχε τότε δύο αρχάς· δεύτερον, ότι παράνομος ήτο ανακήρυξις εν τω θεάτρω και τρίτον, ότι ο Δημοσθένης δεν ήτο πολίτης αγαθός ουδέ άξιος του στεφάνου. Ήτο φανερόν, ότι αν το τρίτον κεφάλαιον συνεζητείτο, τα δύο πρώτα θα ήσαν ασήμαντα. Η αγωγή, εννοείται, ήτο άμεσος πρόκλησις προς τον Δημοσθένη και αυτός αντεπεξήλθεν ως συνήγορος του Κτησιφώντος διά του Περί του στεφάνου, όπως υπερασπίση ολόκληρον τον πολιτικόν του βίον.

Αλλ' η πανουργία της επιθέσεως του Αισχίνου έγκειται εις τούτο. Κατά το πραγματικόν ζήτημα, το μεταξύ της μιας και της άλλης πολιτικής, η μεγάλη πλειοψηφία ήτο βεβαίως υπέρ του Δημοσθένους. Αλλά το φλέγον ερώτημα ήτο αν ο Δημοσθένης των τελευταίων οκτώ ετών ήτο απαράλλακτος ο Δημοσθένης των Φιλιππικών. Ο Αισχίνης γινώσκων ότι κατίσχυον οι περί τον Υπερείδην άκροι φιλοπόλεμοι, λαλεί διαρρήδην υπέρ αυτών. Εξαίρει πονηρότατα πόσον ο Δημοσθένης κατά την αρχήν του σταδίου του ειργάσθη χάριν της ειρήνης και φθάνει μέχρι τόσου θράσους, ώστε να τον κατηγορή ότι προ μικρού απώλεσε τρεις ευκαιρίας να καταβάλη τον Αλέξανδρον! Και ταύτα, ενώ αυτός ήτο φίλος και υποστηρικτής του Αλεξάνδρου! Προς τας συκοφαντίας ταύτας ο Δημοσθένης ηδύνατο ν' απαντήση απλώς διά καθαράς καταγγελίας περί προδοσίας του Αισχίνου, ήτις θα επέφερε την ήτταν τούτου και την αποστολήν αυτού δεσμίου προς τον Μακεδόνα. Αλλ' ο Δημοσθένης δεν απαντά προς ταύτα. Αφήνει τους φιλοπολέμους ν' αποφασίσωσι σιωπηλώς κατά πόσον αυτός εξυπηρέτησε την πολιτικήν ολοκλήρου της ζωής του, και αν μετενόει διά την Χαιρώνειαν ή όχι. Τούτο ήτο αρκετόν. Ο Αισχίνης ουδέ το πέμπτον έλαβε των ψήφων και έφυγε κατησχυμμένος εξ Αθηνών. Αποκατεστάθη εις την Ρόδον, όπου ήνοιξε σχολήν, ελέγετο δε ότι ο Δημοσθένης συνέδραμε χρηματικώς αυτόν.

Αλλ' οι εχθροί του δεν ανέμενον επί πολύ. Τω 324 ο Άρπαλος, ο ταμίας του Αλεξάνδρου, κατέφθασε μετά στόλου και 70 ταλάντων δηλαδή τελείας παρασκευής προς επανάστασιν. Εζήτησε να γίνη δεκτός εις τας Αθήνας και οι άκροι φιλοπόλεμοι ήνοιγον τας αγκάλας προς αυτόν. Αλλ' ο καιρός ήτο δι' άλλους λόγους ακατάλληλος· όθεν ο Δημοσθένης προέτεινε κάτι δεξιώτερον· θέλων ν' αποφύγη πάσαν φανεράν ρήξιν προς τον Αλέξανδρον, εζήτει ν' αποπέμψη τον στόλον του ο Άρπαλος και τότε συγκατένευε να τον δεχθή απλώς ως ιδιώτην πρόσφυγα. Εάν δε ο Αλέξανδρος εζήτει την έκδοσιν αυτού, ο Δημοσθένης ηδύνατο ν' αποφύγη τούτο (ως ζήτημα προσωπικόν) χωρίς να διαταράξη τας προς τον βασιλέα σχέσεις. Οι μακεδονίζοντες επέμενον όπως ο Άρπαλος συλληφθή, το δε χρυσίον κατατεθή εις τον Παρθενώνα, ως παρακαταθήκη του Αλεξάνδρου. Ο Δημοσθένης συνεφώνησεν εις ταύτα διά μακρού λόγου, αλλά κατόπιν είναι γνωστόν μόνον ότι ο Άρπαλος αίφνης εδραπέτευσε και το ποσόν μετρηθέν κατ' απαίτησιν των μακεδονιζόντων, ευρέθη ολιγώτερον παρά το ήμισυ. Ότι τα χρήματα εδαπανώντο εις μυστικάς πολεμικάς παρασκευάς είναι αναμφίβολον· οι μακεδονίζοντες εζήτουν επισήμους ανακρίσεις και άμεσα μέτρα. Αλλ' ο Δημοσθένης κατώρθωσε να παραπεμφθή το ζήτημα εις την εξ Αρείου πάγου βουλήν και ν' αναβληθή. Αλλά τέλος εδικάσθη, η δε βουλή χωρίς να δηλώση, τι απέγιναν τα χρήματα, ηύρεν ενόχους δωροδοκίας πολλούς και δη τον Δημοσθένη. Οι μακεδονίζοντες έδραξαν την περίστασιν, και αφ' ενός μεν κατεδίωξεν αυτόν ο ΔΕΙΝΑΡΧΟΣ, αφ' ετέρου δε ο Υπερείδης. Ο Δείναρχος ήτο Κορίνθιος, φημισθείς εκ της δίκης ταύτης, διότι και οι τρεις σωζόμενοι λόγοι του σχετίζονται προς αυτήν· εκαλείτο δε «κρίθινος Δημοσθένης» (διά το «τραχύ και γοργόν και σφοδρόν», όπερ εμφαίνει προ πάντων ο Κατά Δημοσθένους λόγος]. Πολύ, μέχρις υποψίας διάφορος, είναι ο Κατά Δημοσθένους του Υπερείδου, όστις ουδέν λέγει δυνάμενον διά παντός να διαρρήξη την φιλίαν των και εφιστά την προσοχήν εις την θέσιν του Δημοσθένους, εις το άλυτον ζήτημα του τι εσκόπει να κάμη διά των χρημάτων εκείνων. Αλλά ζητεί την καταδίκην του μετά ψυχραιμίας, ήτις δικαιολογεί τα λεγόμενα περί του θάρρους του. Ο Δημοσθένης κατεδικάσθη. Μη δυνάμενος δε να καταβάλη το τεράστιον πρόστιμον των 50 ταλάντων, έφυγεν εις την Τροιζήνα.

Εννέα μήνας μετά ταύτα, ο Αλέξανδρος απέθανε και η Ελλάς εξηγέρθη. Τότε ο Δημοσθένης μετά του κατηγόρου του Υπερείδου εστάλη όπως εξεγείρη τους Πελοποννησίους, επανερχόμενος δε εις Αθήνας, έτυχεν ενθουσιωδεστάτης υποδοχής. Ο πόλεμος ήρχισεν επιτυχώς. Ο σωζόμενος Επιτάφιος του Υπερείδου εξεφωνήθη κατά το πρώτον αυτού έτος. Αλλά τω 322 επήλθεν η ήττα της Κραννώνος, και ο Αντίπατρος εζήτησε την παράδοσιν του Δημοσθένους και του Υπερείδου. Ο γέρων Δημάδης, ανίσχυρος να μεσιτεύη πλέον, έγραψε το ψήφισμα της εις θάνατον καταδίκης. Ο Δημοσθένης κατέφυγε τότε εις το ιερόν του Ποσειδώνος το εν Καλαυρία, όπου συλληφθείς υπό του Αρχίου, έπιε δηλητήριον. Ο Υπερείδης λέγεται ότι εκόπη την γλώσσαν και εβασανίσθη, όπερ θα ήτο ίσως απίστευτον, αν μη ήτο γνωστόν ότι μετά την απώλειαν της ελευθερίας κατέκλυσε την Ελλάδα η ασιατική βαρβαρότης και αγριότης.

Ο Δημοσθένης ουδέποτε διέφυγε την επήρειαν της νοσηράς ατμοσφαίρας, όπου έζη. Και αυτός πολιτικώς παραφερόμενος, είν' επικίνδυνος διδάσκαλος. Όθεν αι σχολαί της Αλεξανδρείας, ως μοναρχικαί δεν τον εθαύμαζον. Ο Γρότε τον ενόμιζεν αθλητήν της ελευθερίας και της δικαιοσύνης. Ο Niebuhr (1804) εξελάμβανε τον Φίλιππον ως Ναπολέοντα, και τον Δημοσθένην ως τον ιδεώδη αυτού τιμωρόν. Αλλ' από του 1870, αφ' ότου η μοναρχική στρατοκρατία ήλλαξε διαμονήν, οι Γερμανοί σοφοί στενοχωρούμενοι διά την ομοιότητα Δημοσθένους και Γαμβέττα, κατακρίνουσιν εν γένει την πολιτικήν της revanche. Είς τούτων ενθυμείται και τον «δημοκόπον Γλάδστωνα». Οι δε τεχνοκρίται διαβάλλουσι την δόξαν του ρήτορος, επικρίνοντες τον σχηματισμόν και τον ρυθμόν των φράσεών του και δεικνύοντες ότι απέφευγε την σύμπτωσιν περισσοτέρων των δύο βραχειών συλλαβών. Αλλ' είναι απλοϊκός των νεωτέρων βαρβαρισμός να νομίζωμεν ότι πολλή περί τας τοιαύτας λεπτομερείας προσοχή αποδεικνύει το μη αυθόρμητον των ρητορικών λόγων.

Δεν απόκειται εις ημάς να συζητήσωμεν την αξίαν της πολιτικής του Δημοσθένους. Το ζήτημα εξαρτάται αφ' ενός μεν εξ ιστορικών προβλημάτων, αφ ετέρου δε και εκ της σπουδαιότητος, ήν αποδίδομεν καθείς εις τον πολιτισμόν και την ελευθερίαν· από ποίου δηλαδή σημείου θεωρούμεν άνδρα τινά υποχρεούμενον να υποκύψη σιωπηλώς εις τον ζυγόν άλλου, ηθικώς υποδεεστέρου. Οι Αθηναίοι, και αφού υπέμειναν τα πάνδεινα, προκειμένου να υποταχθώσιν, ενόμισαν κάλλιον να πέσωσι κατόπιν μάχης.

Περί δε της φιλαληθείας του Δημοσθένους, η ανόητος τάσις των θεωρούντων τους πολιτικούς αυτού λόγους ως αφηγήσεις ιστορικών γεγονότων επέφερε φυσικήν αντίδρασιν· οι νέοι κριτικοί επιπίπτουσιν άγριοι και κατά των ελαχίστων αυτού υπερβολών· ούτως ο Holm ευρίσκει «τρία χονδρά ψεύδη του αριστοτεχνήματος εκείνου της σοφιστείας, του γ' Φιλιππικού»· δηλαδή τον ισχυρισμόν ότι ο Φίλιππος, ότ' εκυρίευε χωρία τινά, είχεν ήδη ομόσει, ενώ πράγματι μόνον είχε πείσει τους Αθηναίους να λάβωσι τους όρκους· τον ισχυρισμόν ότι ο Φίλιππος εβάδιζε ταχύτατα εξαρτύσας «ψιλούς, ιππέας, τοξότας, ξένους», ισχυρισμόν αληθινόν, αλλ' αποκρύπτοντα ότι ήγε και βαρείαν φάλαγγα οπλιτών και τέλος την συκοφαντίαν, ότι ο Φίλιππος ήλθε προς τους Φωκείς ως σύμμαχος, ενώ πράγματι είχεν επίτηδες αφήσει τους σκοπούς του αμφιβόλους. Αλλ' ο κριτικός ο δεινολογών διά μικρολογήματα τοιαύτα, ολίγην έχει είδησιν περί κοινοβολευτικών αγώνων.

Αναμφισβήτητον είναι ότι ο Δημοσθένης παρέβαινε την λεπτήν συμπεριφοράν και την εθιμοτυπίαν, ότε κατηγόρει τους συμπρεσβευτάς του, και κατόπιν ότ' ενεδύθη εορτάσιμα διά την δολοφονίαν του Φιλίππου, αν και μόλις προ μικρού είχεν ο ίδιος χάσει την μόνην του θυγατέρα. Κατά τας αρχάς του εσχάτου πολέμου η ενέργεια του Φιλίππου ήτο τόσον άμεμπτος, όσον και η συμπεριφορά ετέρου Φιλίππου προς τον Γουλιέλμον της Οράγγης. Μεταξύ δε των δικανικών του Δημοσθένους λόγων ευρίσκομεν περιεργοτάτην μεταστροφήν. Κατά τα 350 έγραψεν Υπέρ Φορμίωνος κατ' Απολλοδώρου περί τραπεζιτικών χρημάτων και εκέρδισε την δίκην. Το δε ακόλουθον έτος έγραψεν υπέρ του Απολλοδώρου, Κατά Στεφάνου, εγκαλών ως ψευδομάρτυρα ένα των προηγουμένων του μαρτύρων και στηλιτεύων την πονηρίαν του Φορμίωνος. Και ίσως μεν ο Δημοσθένης ανεκάλυψε κατόπιν επιβαρυντικά τινα κατά του παλαιού του πελάτου, λ. χ. ότι ο Στέφανος είχε ψευδομαρτυρήσει. Αλλά σχετικώτερον προς το πρόβλημα φαίνεται το γεγονός, ότι κατ' αυτό εκείνο το έτος ο Απολλόδωρος ουχί άνευ ιδίου κινδύνου είχε προτείνει ό,τι προ μακρού επόθει ο Δημοσθένης, ήτοι την χρήσιν των θεωρικών προς πολεμικήν παρασκευήν και έκτοτε παρέμεινε πιστός του ρήτορος φίλος. Η δε υπόθεσις του Μειδίου είναι λαμπρόν παράδειγμα της υποταγής της ιδιωτικής φιλοτιμίας εις το δημόσιον συμφέρον. Ο Μειδίας, στενός φίλος του Ευβούλου, είχεν υβρίσει και ραπίσει τον Δημοσθένην, όντα χορηγόν κατά την εορτήν των Διονυσίων. Ο Δημοσθένης ητοιμάζετο να διώξη αυτόν [348] και έγραψε τον σωθέντα σφοδρότατον Κατά Μειδίου λόγον, όπου ζητεί την αυστηροτάτην αυτού τιμωρίαν. Εν τω μεταξύ όμως ήρχισαν αι περί της ειρήνης διαπραγματεύσεις του 346 και ο Δημοσθένης θέλων να συνεργασθή μετά του Ευβούλου, εδέχθη αποζημίωσιν και απέσυρε την μήνυσιν.

Αναγινώσκοντες τον Δημοσθένην και τον Αισχίνην ουδέποτε πρέπει να λησμονώμεν ότι έχομεν ενώπιον μας μεσημβρινόν λαόν, ευρισκόμενον εν τη αγωνία της υστάτης πάλης· εκεί αβρότης ή λεπτότης δεν υπάρχει, ουδέ στολισμός της μονομαχίας. Οι άνδρες μάχονται κρατούντες ξίφη γυμνά και αποβλέποντες εις τον σκοπόν. O Δημοσθένης ενόμιζε τους αντιπάλους του όχι σφαλλομένους πολιτικούς, αλλά προδότας επιόρκους, οίτινες επώλησαν την πατρίδα εις τον βάρβαρον. Εκείνοι πάλιν τον ενόμιζον, όχι ίσως προδότην, — τούτο ήτο αδύνατον — αλλά κακόβουλον και μανικόν άνθρωπον, εμποδίζοντα πάσαν ειρηνικήν διευθέτησιν των πραγμάτων. Αι λέξεις «προδότης» και «δωροδόκος» εκυκλοφορούντο τότε πανταχού, αλλ' ουδεμία απεδείχθη προδοσία, ουδέ πραγματική δωροδοκία, πλην εάν ονομάσωμεν ούτω την υπόθεσιν του Αρπάλου. Ταμιακά σκάνδαλα εν Αθήναις δεν υπήρχον, ουδέ καν νομικαί ατασθαλίαι· υπήρχε δε μοναδική τιμιότης εις την διαχείρισιν των κοινών. Οι Αθηναίοι ους επετίμα ως αδιαφόρους ο Δημασθένης, εδείκνυον έντασιν αυτοθυσίας και προσπαθείας, όσην ολίγοι πολιτισμένοι λαοί δύνανται σήμερον να υποστώσιν. Η περί δωροδοκίας υποψία κυρίαν αφορμήν είχεν ότι τότε οι Αθηναίοι ευρέθησαν ενώπιον εχθρού πολύ υπερτέρου κατά την υλικήν δύναμιν και την διπλωματικήν τέχνην. Τους εξέπλησσε το παράδοξον ότι ενώ ενίκων κατά τας πλείστας μάχας, αδιακόπως τα πράγματά των εγίνοντο χειροτέρα. Πώς ημιβάρβαρος βασιλεύς ενέπαιζε τους ευφυεστάτους των πολιτευομένων; Εξ άπαντος υπήρχε λοιπόν προδότης! Η σκέψις αύτη παρέφερε τον Δημοσθένη μέχρι μανίας. Έβλεπε γύρω κόσμον όλον προδοτών, και εφώρμα κατά τινος Αντιφώντος εν τω μέσω της οδού να τον συλλάβη. Κατά καλήν τύχην οι δικασταί ήσαν σωφρονέστεροι, και σχεδόν ουδένα κατεδίκαζον. Τα αυτά περίπου συνέβαινον και εν Ιταλία προ του 1848 και μετά ταύτα, ότε γενναίοι πατριώται κατηγόρουν αλλήλους ως προδότας. Αλλ' όμως οι άνδρες του 404, του 338 και αυτού του 262 π. Χ. ολίγους έχουσιν ίσους κατά την φιλοπατρίαν και την αυτοθυσίαν.

Άλλο δυσάρεστον αποτέλεσμα της υποψίας και του μίσους εκείνου είναι η υπερβολή και κατάχρησις της γλώσσης των αντιπάλων. Όχι βεβαίως εν τη εκκλησία του δήμου· διότι ο Δημοσθένης δημηγορών ουδέ μνημονεύει κανένα. Αλλ' ενώπιον των δικαστηρίων αι επιθέσεις ήσαν άγριαι, εκεί δε κατέληγον συχνά οι πολιτικοί αγώνες. Και σήμερον οι δικηγόροι επισωρεύουσι «σκάνδαλα», οπωσδήποτε σχετικά προς τους διαδίκους ή τους μάρτυρας. Αλλ' η κατά του Αισχίνου επίθεσις εν τω Περί του στεφάνου ήτο όλως εξαιρετική. Ο Δημοσθένης τον εμίσει κατάκαρδα. Αλλ' ίσως δεν θα κατέβαινε μέχρι του πατρός και της μητρός και της ανατροφής του, εάν μη ο Αισχίνης υπερηφανεύετο πάντοτε διά την καταγωγήν του, — διότι βεβαίως ήτο κοινωνικώς ανώτερος του Δημοσθένους και περισσότερον πεπαιδευμένος — και αν μη προσέβαλλεν αυτός τον Δημοσθένην ως πρόστυχον δημαγωγόν. Και πάλιν ίσως ο Δημοσθένης θα μετενόει διά τους κατά της γραίας σαρκασμούς του, είναι δε καλόν και οι νεώτεροι λόγιοι να μη ανευρίσκωσιν υπό τας λέξεις ανυπάρκτους σημασίας.

Ο Δημοσθένης λοιπόν πρέπει να κρίνεται μετά των τότε καιρών. Ούτε άγιος ήτο, ούτε μέτριός τις άνθρωπος. Ήτο ανήρ μεγαλοφυής και υπό τινας επόψεις ήρως· βεβαίως «φανατικός», πάντοτε δε «πολιτευόμενος». Είναι αντιπρόσωπος των Αθηνών εις τον συνδυασμόν εκείνον της οξυνοίας και της δραστηριότητος μετά του ευγενούς ιδανικού, την ένωσιν εκείνην του πάθους και της τέχνης, την επιζήτησιν της ηθικής απόψεως των πραγμάτων ήτοι του αγαθού και του καλού, ήτις είναι το κύριον γνώρισμα των πλείστων συγγραφέων της Ελλάδος. Αν ονομάσωμεν ως ο Κοϊντιλιανός «κακόν» τον Δημοσθένη, πρέπει να είπωμεν κακόν και αυτόν τον Ησαΐαν. Τούτο σημαίνει είτε ότι γενναίαι λέξεις και στοχασμοί δεν εμφαίνουσιν αρετήν, είτε ότι τας ισχυράς ταύτας εκφράσεις της ψυχής δύναται να εκστομίση και αγύρτης. Αλλά τούτο δεν είναι πιστευτόν. Δύο χωρία του Δημοσθένους αντηχούσιν εις τα ώτα ημών ως πισταί εικόνες του ανδρός «Ου γαρ έστιν, ουκ έστιν, ω άνδρες Αθηναίοι, αδικούντα καπιορκούντα και ψευδόμενον δύναμιν βεβαίαν κτήσασθαι· αλλά τα τοιαύτα εις μεν άπαξ και βραχύν χρόνον αντέχει και σφόδρα γ' ήνθησ' επί ταις ελπίσιν αν τύχη, τω χρόνω δε φωράται και περί αυτά καταρρεί».

«Αλλ' ουκ έστ' ουκ έστιν όπως ημάρτετ' άνδρες Αθηναίοι, τον υπέρ της απάντων ελευθερίας και σωτηρίας κίνδυνον αράμενοι, μα τους Μαραθώνι προκινδυνεύσαντας των προγόνων, και τους εν Πλαταιαίς παραταξαμένους και τους εν Σαλαμίνι ναυμαχήσαντας και τους επ' Αρτεμισίω και πολλούς ετέρους τους εν τοις δημοσίοις μνήμασι κειμένους αγαθούς άνδρας, ούς άπαντας η πόλις της αυτής αξιώσασα τιμής έθαψεν, Αισχίνη, ουχί τους κατορθώσαντας αυτών, ουδέ τους κρατήσαντας μόνους»

Ο ΦΟΒΟΣ ΚΑΙ ΤΟ ΣΩΜΑ

Αποτέλεσμα εικόνας για Ο ΦΟΒΟΣ ΚΑΙ ΤΟ ΣΩΜΑΠολλά εκατομύρια ανθρώπων παλεύουν καθημερινά να ξεφύγουν έστω και για λίγα λεπτά απο το φόβο τους. Ο φόβος αίσθημα με έντονες ψυχοσωματικές αντιδράσεις, πυροδοτεί με μεγάλη ταχύτητα την λειτουργία της σκέψης. Η ενέργεια που εκλύεται στην περίπτωση που κάποιος νιώθει φόβο είναι εξαιρετικά μεγάλη και σε ποσότητα και σε ένταση.

Αυτό συμβαίνει διότι ο φόβος είναι βοηθός της αυτοσυντήρησης, η οποία έχει καθήκον να προστατεύει την ύπαρξη μας από μοιραίους κινδύνους.

Έτσι κάθε φορά που γεννιέται το αίσθημα του φόβου η κινητοποίηση στο σώμα πρέπει να είναι μεγάλη για να αντιμετωπιστεί εγκαίρως ο κίνδυνος. Το πρόβλημα βέβαια είναι οτι στις περισσότερες περιπτώσεις, όπου οι άνθρωποι νιώθουν επαναλαμβανόμενους φόβους, δεν υπάρχει μια πραγματική απειλή. Αντίθετα αυτό που υπάρχει είναι η παρερμηνεία απο τον εγκέφαλο οτι κάτι είναι απειλητικό. Η διαφοροποίηση μεταξύ πραγματικότητας και «ερμηνευμένης» πραγματικότητας δεν αφορά το Κ.Ν.Σ.(κεντρικό νευρικό σύστημα), το οποίο αρχίζει να προετοιμάζει το σώμα αναλόγως απέναντι στον κίνδυνο-πραγματικό ή φανταστικό.

Σωματικές αντιδράσεις από το αίσθημα φόβου
Οι σωματικές αντιδράσεις απο το αίσθημα του φόβου είναι έντονες και αντιληπτές άμεσα. Το σώμα μπορεί να τρέμει, να έχει ταχυκαρδία, αφίδρωση, δύσπνοια, αδυναμία όρασης, βουητό, ζάλη και πολλά άλλα. Το εντυπωσιακό είναι πως μόλις εμφανιστούν οι αντιδράσεις του φόβου ο άνθρωπος αναρωτιέται γιατί το σώμα του αντιδρά έτσι και φοβάται ακόμα πιο πολύ! Είναι τόσο προφανές όσο το να αναρωτηθεί κανείς γιατί είναι βρεγμένος, ενω βγήκε στη βροχή χωρίς ομπρέλα! Αναρωτιούνται τι τους συμβαίνει, τί μπορεί να έχει πάθει το σώμα τους και απευθύνονται στη σκέψη τους- η οποία έχει γεννήσει απο την αρχή το φόβο τους- για να πάρουν απάντηση πάνω σε αυτό! Φωτίζοντας σπιθαμή προς σπιθαμή αυτό που κάνουν είναι κάτι περισσότερο απο φανερό το πόσο αναποτελεσματικό είναι κάτι τέτοιο.

Το σώμα αντιδρά στο αίσθημα του φόβου, αλλά το ίδιο δεν φοβάται. Ακολουθεί πιστά τις οδηγίες του Κ.Ν.Σ. αλλά καθώς το ίδιο δεν κινδυνεύει δεν έχει φόβο.

Αν τη στιγμή που τρέμει το σαγόνι σου στρέψεις όλη την προσοχή σου στο σαγόνι σα να είναι αυτό το μοναδικό και πιο πολύτιμο πράγμα πάνω στη γη, του επιτρέψεις να είναι όπως θέλει και για όση ώρα χρειαστεί, χωρίς να προσπαθείς απο τη μια να καταστείλεις την κίνηση του και απο την άλλη να ψάχνεις πολύπλοκες εξηγήσεις για να απαντήσεις στο γιατί τρέμει το σαγόνι, τότε θα δεις με έκπληξη οτι το σαγόνι θα σταματήσει να τρέμει πολύ γρήγορα, πολύ γρηγορότερα απο άλλες φορές που απο την πρώτη στιγμή που άρχισε να τρέμει του είπες: «σταμάτα! πως κάνεις έτσι;» Και το ίδιο μπορεί να συμβεί με την αναπνοή σου που είναι κοντή και δε σου φτάνει, με τα πόδια σου που έχουν μουδιάσει, με την καρδιά σου που χτυπάει σαν τρελή...

Μόλις εσύ πάρεις τα μάτια σου απο την σκέψη και τα στρέψεις προς το σώμα τότε μια άλλη πραγματικότητα, πιο φιλική και ειρηνική εμφανίζεται μπροστά σου. Μόλις εσύ δεχθείς να αμφισβητήσεις την παντοδυναμία του νου σου τότε το σώμα εμφανίζει τις δυνάμεις που έχει. Δυνάμεις που σου προσφέρουν ισορροπία, εμπιστοσύνη, χαρά.

Όταν αποφασίσεις να κάνεις πρωταγωνιστή της ζωής σου το σώμα σου, τότε έχεις πάρει το μονοπάτι για να γιατρευτείς απο το φόβο και οχι απλώς να τον αντιμετωπίσεις ή να τον διαχειριστείς, για να χρησιμοποιήσω μια μοδάτη έκφραση. Αυτή η πραγματικότητα πάντα ήταν εκεί, αλλά εσύ δεν έδινες καμιά σημασία.

Το σώμα έχει όλη τη σοφία που χρειάζεται κανείς και για να εξηγήσει τον κόσμο και για να βρει την θέση του μέσα σε αυτόν.

Κάποιος που υποφέρει χρόνια απο φόβους και άλλα τόσα χρόνια προσπαθεί να εξηγήσει με το νου του τί του συμβαίνει, έχει να χάσει άραγε κάτι ακολουθώντας ένα καινούργιο μονοπάτι, που όσοι τόλμησαν να το ακολουθήσουν μπορούν να χαίρονται τη ζωή τους;

Η ανατροπή της πραγματικότητας

Αποτέλεσμα εικόνας για η ανατροπή της πραγματικότητας Η πραγματικότητα στην πραγματικότητα (!) είναι μόνο μέσα μας. Ζούμε μέσα μας. Ό,τι ξέρεις είναι μέσα σου, ό,τι βλέπεις είναι μέσα σου, όλοι οι άλλοι άνθρωποι και όλα τα πράγματα του κόσμου, και ο ίδιος ο κόσμος ολόκληρος είναι μέσα σου. Έξω σου, για σένα, δεν υπάρχει απολύτως τίποτε. Όλα τα βλέπεις με τα δικά σου μάτια, ταυτόχρονα τα επεξεργάζεσαι σύμφωνα με ό,τι ξέρεις (γι’ αυτό και είναι τόσο σημαντικό το τι ξέρεις), και παίρνεις το αποτέλεσμα που είναι η αποκλειστικά δική σου αντίληψη.

Παντού εκεί έξω βλέπεις τον εαυτό σου. Τον εαυτό σου ανθρωπότητα, τον εαυτό σου κόσμο, τον εαυτό σου σύμπαν. Τον εαυτό σου αλήθεια, τον εαυτό σου ψέματα, τον εαυτό σου σωστά, τον εαυτό σου λάθος, τον εαυτό σου εικόνες μέσα σε εικόνες και γνώμες μέσα σε γνώμες, όλα δικά σου. Όταν βλέπεις κάτι κακό «εκεί έξω», αυτό το κακό απλώς είναι μέσα σου, γι’ αυτό το βλέπεις, αλλιώς δεν θα το έβλεπες καθόλου. Δεν γνωρίζεις αληθινά τίποτε, μονάχα αναγνωρίζεις, αυτά που ήδη έχεις μέσα σου. Όλοι οι άνθρωποι που ξέρεις, για παράδειγμα, ζουν και υπάρχουν μόνο μέσα σου, διότι δεν είναι παρά μεταμφιέσεις του εαυτού σου, αντικατοπτρισμοί του δικού σου εαυτού, και κατά τα άλλα δεν υπάρχουν στ’ αλήθεια για σένα. Δηλαδή, υπάρχουν, αλλά εσύ δεν ξέρεις σχεδόν τίποτε γι’ αυτήν τους την ύπαρξη, παρά μόνο ένα καθρέφτισμά τους που είναι μέσα σου, απόλυτα ταυτισμένο και ερμηνευμένο από σένα όπως είσαι.

Όλα αυτά που έζησες φτιάχνουν τη ζωή για σένα, όλα αυτά που έμαθες φτιάχνουν τη γνώση για σένα, όλες σου οι εμπειρίες είναι μνήμες που συμμετέχουν στις επόμενες εμπειρίες. Καμία εικόνα δεν είναι καθαρή για σένα, όλες σε περιέχουν. Για σένα τα πάντα λειτουργούν σε σχέση με σένα. Κι ο κόσμος όλος είναι σχεδιασμένος από σένα για σένα, είναι απόλυτα φανταστικός. Η μεγαλύτερη δύναμή σου είναι η φαντασία σου. Τα πάντα τα έχεις φτιάξει για σένα με τη φαντασία σου -και με τις εμπειρίες σου (δηλαδή τις μνήμες σου, δηλαδή αυτά που φαντάζεσαι γι’ αυτά που συνέβησαν).

Όλα αυτά είναι το πνεύμα μας, διότι είμαστε πνεύματα, και ανάλογα με το πώς είναι το πνεύμα σου έτσι είναι και ο κόσμος, έτσι είναι τα πάντα. Για να κάνεις κάποια ζητήματα πράξη, πρέπει να γίνει μια επέμβαση του πνεύματος πάνω στην «πραγματικότητα», και αυτή θα γίνει, αν γίνει, όπως ακριβώς είναι το πνεύμα. Κι έπειτα το πνεύμα θα την παρατηρήσει και θα την κάνει πάλι δική του, δηλαδή: η υλική επέμβασή σου θα ξαναγίνει πνευματική.

Αυτό κάνουμε συνεχώς: υλοποιούμε το πνεύμα, και έπειτα πνευματοποιούμε την ύλη, και πάλι από την αρχή, ώσπου όλα καταλήγουν πάλι στο πνεύμα. Αυτό που κάποτε φανταζόσουν, τώρα το έκανες πράξη, και μετά απλώς το θυμάσαι και το φαντάζεσαι πάλι, και θέλεις να το ξανακάνεις, κλπ. Και συνεχώς οι πράξεις των άλλων γίνονται πνεύμα μέσα στο πνεύμα μας, το ίδιο και οι δικές μας μέσα στους άλλους. Το πιο όμορφο από όλα, όμως, είναι εκείνο το καθαρό πνεύμα, που ταξιδεύει απευθείας από πνεύμα σε πνεύμα, και δεν παύει ποτέ να είναι πνεύμα, και ταξιδεύει στον χρόνο, αθάνατο και αιώνιο.

Το πραγματικό, προκύπτει από το πράγμα, που είναι το προϊόν της πράξης. Το πνευματικό, πρόκυπτει από το πνεύμα, που είναι το προϊόν της πνοής (της πνοής που μας ζωογονεί, που οξυγονώνει τον εγκέφαλο μας). Εν προκειμένω, της έμπνευσης (εν-πνεύση), της πνοής που φυσάει μέσα μας από αλλού (;). Το «φάντασμα» είναι το προϊόν της φαντασίας. Ζούμε ανάμεσα σε φαντάσματα. Το πνεύμα μας πράττει το πραγματικό ανάμεσα σε φαντάσματα, κι όλα στο τέλος γίνονται πνευματικά. Τον πραγματικό κόσμο τον παρακολουθεί το πνεύμα μας και τον αφομοιώνει, άρα ο πραγματικός κόσμος είναι κομμάτι του πνευματικού κόσμου. Τον πνευματικό κόσμο στον οποίο συμμετέχει το πνεύμα μας, τον επηρεάζει καθημερινά ο πραγματικός κόσμος με τρόπους ανεξιχνίαστους από εμάς, άρα ο πνευματικός κόσμος είναι κομμάτι του πραγματικού κόσμου. Το «μέσα» και το «έξω» συνδέονται, αλλά αυτή η σύνδεση είναι «μέσα».

Η φαντασία είναι ο τρόπος με τον οποίο βλέπει το πνεύμα την πραγματικότητα. Δεν μπορεί να τη δει αλλιώς. Λένε πώς ο κόσμος μας είναι μια φυλακή, στην οποία είμαστε φυλακισμένοι, (μεγάλος είναι ο πόθος μας να αποδράσουμε από την τυραννική καθημερινή πραγματικότητα του κόσμου). Ναι, είμαστε «πραγματικά» φυλακισμένοι, αλλά δεν είμαστε «πνευματικά» φυλακισμένοι. Κι αφού είμαστε πνεύματα, τότε δεν είμαστε στ’ αλήθεια φυλακισμένοι, είμαστε ελεύθερα πνεύματα.

Η Ουτοπία υπάρχει μόνο μέσα στα όνειρα μας (το λέει η λέξη: ου-τοπία, ο ου τόπος, ο τόπος που δεν είναι τόπος, ο τόπος που δεν υπάρχει, ο τόπος που δεν είναι τοπικός), και η δύναμή της είναι ότι μπορεί να αλλάξει τον ίδιο μας τον εαυτό, όχι τον κόσμο, αλλά ίσως και τα πνεύματα που έρχονται σε επαφή με το δικό μας. Δεν μπορούμε να αλλάξουμε τον κόσμο, διότι δεν τον γνωρίζουμε, και ο κόσμος δεν μας δίνει και καμία σημασία. Μπορούμε όμως να αλλάξουμε τα πνεύματα, που δημιουργούν τον κόσμο μέσα τους, και τότε, κατά κάποιο τρόπο, θα έχουμε αλλάξει τον κόσμο, όταν αυτά υλοποιήσουν το πνεύμα όπως το συνηθίζουν. Οι αλλαγές του κόσμου γίνονται μέσω του πνεύματος, όχι μέσω της πραγματικότητας. Αν θέλεις να γίνουν τα όνειρα σου πραγματικότητα, τότε προδίδεις τα όνειρα σου, τα ξεγελάς. Κράτα τα όνειρα σου, σαν όνειρα, μεγάλα και όμορφα, και άσε τα, ως όνειρα, να αλλάξουν τα πνεύματα των άλλων ανθρώπων γύρω σου. Αν θέλεις να βοηθήσεις τον κόσμο να εξελιχθεί, να γίνουν οι άνθρωποι καλύτεροι, τότε πρέπει να γίνεις εσύ καλύτερος, να βοηθήσεις τον εαυτό σου να εξελιχθεί, και τότε, ως δια μαγείας, ο κόσμος θα εξελιχθεί, οι άλλοι θα γίνουν καλύτεροι, απλά διότι όλα και όλοι είναι μέσα σου και θα έχεις γίνει εσύ καλύτερος και άρα θα το βλέπεις αυτό και γύρω σου. Αυτή είναι η Αλήθεια, γι’ αυτό και είναι σημαντικό να το καταλάβουμε αυτό σε όλες του τις προεκτάσεις.

Γινόμαστε καλύτεροι για να αποκτήσουμε αληθινή όραση, αληθινά μάτια, όσο πιο αληθινά γίνεται. Κι όταν θα δεις τον κόσμο με τα αληθινά μάτια (σου), τότε θα δεις παντού τον μεγάλο μυστικό πόλεμο του πνεύματος, που δημιουργεί αναλόγως τον κόσμο, και τότε θα μπορέσεις να συμμετέχεις δυναμικά σε αυτόν τον πόλεμο, για να αλλάξουμε τον κόσμο, δηλαδή το μεγάλο πνεύμα, με τη βοήθεια του μεγάλου πνεύματος στο οποίο όλοι μας συμμετέχουμε και από το οποίο όλοι μας προερχόμαστε μαζί με τα πάντα, διότι, στην πιο υψηλή εικόνα -όπως όλα βρίσκονται μέσα στο πνεύμα μας- όλα βρίσκονται μέσα σε ένα μεγάλο πνεύμα, μαζί με όλα μας τα πνεύματα.

Πιστεύω ότι η ώρα της ανατροπής, αργά ή γρήγορα, έρχεται. Της ανατροπής του κόσμου όπως τον ξέρουμε. Είναι μια προσωπική ανατροπή, μια πνευματική ανατροπή, αλλά ταυτόχρονα είναι μια πραγματική ανατροπή, μια παγκόσμια ανατροπή. 'Ολοι οι καλύτεροι άνθρωποι ανάμεσα στους ανθρώπους, εργάζονται αφοσιωμένα γι’ αυτό, και δεν εργάζονται μόνοι τους αλλά και κάτι άλλο ανώτερο εργάζεται μαζί τους. Δεν θέλουμε να κάνουμε τη φαντασία πράξη, θέλουμε να κάνουμε την πράξη, φαντασία…

Ακούγεται τρελό, ίσως, αλλά το Πνεύμα κάνει όλα αυτά τα τρελά πράγματα, δεν φταίω εγώ…

Η Σοφία και Εγώ

‘’Μέσα στην ησυχία της νύχτας, η Σοφία ήρθε στο δωμάτιό μου, και στάθηκε δίπλα στο κρεβάτι μου.

Με κοίταξε σαν στοργική μητέρα, στέγνωσε τα δάκρυά μου, και είπε:

“Άκουσα τις κραυγές της ψυχής, και ήρθα να σε παρηγορήσω. Άνοιξέ μου την καρδιά σου, και θα την γιομίσω φως. Ρώτησε, και θα σου δείξω τον δρόμο της Αλήθειας.”

Και εγώ υπάκουσα την διαταγή της και ρώτησα:

“Ποιός είμαι, Σοφία, και πως ήρθα σε τούτο τον τόπο της φρίκης;

Τι είναι τούτες οι μεγάλες ελπίδες, τα βουνά από βιβλία, και οι παράξενες μορφές;

Ποιές είναι τούτες οι σκέψεις που πηγαινοέρχονται σαν σμήνος περιστέρια;

Και τούτα τα λόγια που φτιάχνουμε με πόθο και γράφουμε με χαρά;

Τα θλιμμένα και τα χαρούμενα συμπεράσματα που αγκαλιάζουν την ψυχή μου και τυλίγουν την καρδιά μου;

Τα μάτια που με κοιτάζουν και τρυπάνε τις πιο κρυφές πτυχές της ψυχής μου, κι όμως δεν βλέπουν την θλίψη μου;

Ποιές είναι οι φωνές που θρηνούν το πέρασμα του χρόνου και ψάλλουν ύμνους για τα παιδικά μου χρόνια;

Ποιός είναι ο νέος που παίζει με τους πόθους μου και ειρωνεύεται τα αισθήματά μου, ξεχνώντας τις χθεσινές μου πράξεις, ικανοποιημένος με τις σημερινές ανοησίες, που οπλίζεται για ν’ αντιμετωπίσει το αργό πλησίασμα του αύριο;

“Τι είναι τούτος ο τρομερός κόσμος που με σπρώχνει και σε ποια άγνωστη χώρα;”

“Ποιά είναι τούτη η γη που ανοίγει διάπλατο το στόμα της για να καταβροχθίσει τα κορμιά μας κι ετοιμάζει αιώνιο καταφύγιο για την απληστία;

Ποιός είναι τούτος ο Άνθρωπος που είναι ευχαριστημένος με τις εύνοιες τις Τύχης και ζητάει ένα φιλί από τα χείλη της Ζωής ενώ ο Θάνατος τον χτυπάει στο πρόσωπο;

Ποιός είναι ο Άνθρωπος που αγοράζει μία στιγμή ηδονής μ’ ένα χρόνο μετάνοιας, και παραδίνεται στον ύπνο, ενώ τα όνειρα τον φωνάζουν;

Ποιός είναι ο Άνθρωπος που κολυμπάει στα κύματα τις Άγνοιας προς τον κόλπο του Σκοταδιού;

“Πες μου, Σοφία, τι είναι όλα τούτα τα πράγματα;”

Κι η Σοφία άνοιξε τα χείλη της και μίλησε:

“Εσύ, Άνθρωπε, θέλεις να δεις τον κόσμο με τα μάτια του Θεού, και να καταλάβεις τα μυστικά της άλλης ζωής με την ανθρώπινη σκέψη σου. Αυτός είναι ο καρπός της Άγνοιας.”

“ Πήγαινε στους αγρούς, και δες πως η μέλισσα φτερουγίζει πάνω από τα γλυκά λουλούδια και πως ο αετός ορμάει πάνω στην λεία του. Πήγαινε στο σπίτι του γείτονά σου και δες το βρέφος που μαγεύεται από την φωτιά στο τζάκι ενώ η μητέρα του είναι απασχολημένη με τις δουλειές του σπιτιού. Γίνου σαν την μέλισσα, και μην χάνεις τις μέρες τις άνοιξής σου κοιτάζοντας τί κάνει ο αετός. Γίνου σαν το βρέφος που χαίρεται με την φωτιά, και άφησε την μητέρα να κάνει τις δουλειές τις. Όλα αυτά που βλέπεις, ήταν, και ακόμα είναι, δικά σου.”

“Τα πολλά βιβλία κι οι παράξενες μορφές και οι όμορφες σκέψεις γύρω σου είναι τα φαντάσματα των πνευμάτων που υπήρξαν πριν από εσένα. Τα λόγια που σχηματίζουν τα χείλη σου είναι οι κρίκοι στην αλυσίδα που σε δένει με τους συνανθρώπους σου. Τα λυπημένα και χαρούμενα συμπεράσματα είναι σπόροι που φύτεψε το παρελθόν στον αγρό της ψυχής σου για να τους θρέψει το μέλλον.

“ Ο νέος που παίζει με τους πόθους σου είναι εκείνος που θ’ ανοίξει την πύλη της καρδιάς σου για να μπει το Φώς. Η γη που ανοίγει διάπλατο το στόμα της για να καταπιεί τον άνθρωπο και τα έργα του είναι ο σωτήρας της ψυχής μας από τα δεσμά του κορμιού μας.

“ Ο κόσμος που κινείται μαζί σου είναι η καρδιά σου, που είναι ο ίδιος ο κόσμος. Κι ο Άνθρωπος, που νομίζεις τόσο μικρό και ανόητο, είναι ο αγγελιοφόρος του Θεού που ήρθε για να μάθει την χαρά της ζωής μέσα από την λύπη και να βρει την γνώση μέσα από την άγνοια.”

Έτσι μίλησε η Σοφία και άγγιξε με το χέρι της το μέτωπό μου, λέγοντας:

“Προχώρησε. Μην χρονοτριβείς. Να προχωρήσεις σημαίνει να κινείσαι προς την τελειότητα .Προχώρησε, και μην φοβάσαι τ’ αγκάθια ή τις κοφτερές πέτρες στο μονοπάτι της Ζωής.’’

Χαλίλ Γκιμπράν, Η φωνή του Δασκάλου

Πόσο αντέχεις να αντέχεις;

Αποτέλεσμα εικόνας για Πόσο αντέχεις να αντέχεις;Σίγουρα όλοι μας κάποια στιγμή στη ζωή μας έχουμε πει, ή έχουμε ακούσει κάποιον δικό μας να λέει «δεν μπορώ, δεν αντέχω άλλο». Συνήθως είναι μια φράση που συνδέεται με δύσκολες καταστάσεις και στιγμές έντονης δυσφορίας. Στιγμές που (ίσως) κάνουμε (;) μια αστραπιαία αξιολόγηση και αποφασίζουμε πως ό,τι και αν είναι αυτό που μας δυσκολεύει, δεν μπορούμε πλέον να το αντέξουμε. Και δηλώνουμε, είτε θυμωμένα, είτε κλαίγοντας, είτε με όλη μας την αγανάκτηση, «δεν αντέχω άλλο». Πόσο αλήθεια είναι αυτό;

Σύμφωνα με το λεξικό, η αντοχή ορίζεται ως το σθένος αντιμετώπισης δύσκολων καταστάσεων, η αντίσταση στη φθορά, η αντίσταση του σώματος σε αντίθετες δυνάμεις και η τάση διατήρησης της υπάρχουσας κατάστασης. Συνώνυμα της αντοχής είναι η ανθεκτικότητα, η υπομονή, η καρτερία.
Παρόμοια το ρήμα αντέχω ορίζεται ως το να αντιμετωπίζω κάτι δυσάρεστο ή ενοχλητικό, με υπομονή και καρτερία, να δείχνω ανθεκτικότητα σε κάτι που επιχειρεί να με καταβάλλει.
Εξ ορισμού λοιπόν το ρήμα αντέχω και το ουσιαστικό αντοχή ενέχουν μια δυσάρεστη κατάσταση και τα ανάλογα δυσφορικά συναισθήματα. Παρόλα αυτά, οι άνθρωποι μαθαίνουν να αντέχουν, να θεωρούν την αντοχή ως αρετή και πολλές φορές να την χρησιμοποιούν για να μην αλλάξουν. Το γιατί μπορεί να συνδέεται με πολλά πράγματα, από τον τρόπο που μεγαλώσαμε, μέχρι το τι πιστεύουμε για τον εαυτό μας και για τον καθένα οι συνδέσεις αυτές είναι διαφορετικές.

Τι σημαίνει όμως το «δεν αντέχω άλλο»;

Έχω αγανακτήσει και νιώθω τόσο κουρασμένη από όλο αυτό το βάρος! Είμαι με την αγαπημένη μου φίλη, τον αγαπημένο μου φίλο και κάποια στιγμή τολμώ να πω, με δάκρυα στα μάτια, «ξέρεις, δεν αντέχω άλλο». Και τότε ακούω: «Μα εσύ είσαι δυνατή! Τι είναι αυτά που μου λες τώρα! Να δεις που όλα θα φτιάξουν! Αύριο θα ηρεμήσεις και όλα θα είναι καλύτερα!» Και εγώ που σε ακούω να μου λες τα παραπάνω, νιώθω λίγο παράξενα. Η αλήθεια είναι πως δεν ξέρω πώς νιώθω. Καταλαβαίνω ότι θες να με ανακουφίσεις, να με παρηγορήσεις, να με κάνεις να δω πιο θετικά τα πράγματα. Όμως μου λες πάλι να αντέξω. Να σου πω κάτι? Δεν έχω ανάγκη από αυτό. Εγώ ανάγκη να μου πεις ότι δεν μπορείς να με βοηθήσεις. Και όταν σου πω ότι θέλω βοήθεια από έναν ειδικό, για να μου μάθει πως να μην αντέχω, να μην με κρίνεις. Δεν μπορώ να αντέξω και αυτό. Έχω ανάγκη να ακούσεις τη θλίψη μου και τον πόνο μου. Να μην φοβηθείς τους φόβους μου και να μην μου ενεργοποιήσεις ξανά τον φόβο και τις δεύτερες σκέψεις μου. Αυτές που τόσο καιρό μου έλεγαν όπως και εσύ τώρα, να κάνω υπομονή, να δώσω χρόνο, να πιστέψω ότι τα πράγματα θα αλλάξουν. Και ξέρεις ότι το έκανα. Τόσο καιρό αυτό έκανα. Και τίποτα δεν άλλαξε προς το καλύτερο. Όλα είναι ίδια τόσο καιρό. Και ξέρεις και κάτι άλλο; Αν τουλάχιστον είχαν αλλάξει προς το χειρότερο, θα το προτιμούσα. Θα ήταν κάτι. Θα ήταν μια εξέλιξη. Μπορεί να ήταν και ένα πάτημα για μένα για να κάνω μια αλλαγή. Όμως μένουν ίδια και αυτό είναι που με ζορίζει πιο πολύ. Γιατί ξέρω ότι πολλοί θα αναρωτηθούν. «Τόσο καιρό ήταν έτσι η κατάσταση και εσύ ήσουν εκεί, τώρα τι σε έπιασε;» Έλα ντε! Τώρα τι με έπιασε; Και επειδή το άντεξα μια φορά και δυο, πρέπει να το αντέχω για πάντα; Και πρέπει σώνει και καλά να έχω μια φανερή δικαιολογία? Δεν μπορώ απλά να μην αντέχω άλλο; Δεν φτάνει μόνο να θέλω πια να με φροντίσω και να μην υπομένω αυτά που νιώθω πια ότι μου κάνουν κακό;

Όταν λοιπόν καλή μου φίλη και αγαπημένε μου φίλε με ακούσεις ξανά να λέω, «δεν μπορώ, δεν αντέχω άλλο», να ξέρεις ότι εκείνη την ώρα, ακόμα και αν δεν το συνειδητοποιώ, σου λέω ότι έχω δώσει το χρόνο που μπορούσα να δώσω, σου λέω ότι έχω κουραστεί, σου λέω ότι θέλω πια να κάνω κάτι διαφορετικό στη ζωή μου. Να σταματήσω να ελπίζω. Να κάνω ΕΓΩ την αλλαγή που από μόνη της δεν έρχεται. Να δω τι υπάρχει έξω από αυτό το ίδιο που ζω ξανά και ξανά. Και μπορεί να μην ξέρω ακόμα τι θέλω, ξέρω όμως τι δεν θέλω πια. Και μπορεί να μην ξέρω τι διαφορετικό να κάνω, ξέρω όμως τι ίδιο να μην κάνω ξανά. Και το καινούργιο θα έρθει. Σίγουρα.

Όλα αυτά σου λέω. Και άλλα πολλά. Μέσα από την καρδιά μου και ίσως και μέσα από την ψυχή μου. Για αυτό την επόμενη φορά που θα μ ακούσεις να λέω «δεν μπορώ, δεν αντέχω άλλο», πάρε με μια αγκαλιά και πες μου «Ευτυχώς. Γιατί όσο αντέχεις, τίποτα δεν θα αλλάξει».

Η θετική πλευρά της λύπης

Φαίνεται παράδοξο, αλλά ακόμα και τα αρνητικά συναισθήματα μπορεί να είναι ιδιαίτερα χρήσιμα στη ζωή μας. Η έμφαση που δίνουμε στο να είμαστε διαρκώς χαρούμενοι μπορεί να είναι ένας παραπλανητικός στόχος και πολλές φορές να «σαμποτάρει» τελικά την ψυχική μας ισορροπία.

Μια σύγχρονη έρευνα μας δείχνει ότι το να μπορούμε να βιώνουμε και λύπη έχει επίσης πλεονεκτήματα. Σύμφωνα με έρευνα του πανεπιστημίου New South Wales, όταν έχουμε πιο πεσμένη διάθεση, δίνουμε περισσότερη προσοχή στο τι συμβαίνει γύρω μας και είμαστε λιγότερο ευάλωτοι στο να εξαπατηθούμε σε σχέση με όσους αναφέρουν ότι είναι περισσότερο χαρούμενοι.
Η έρευνα αποκάλυψε ότι οι άνθρωποι που βιώνουν λύπη, μπορούν να προβάλλουν πιο πειστικά και ευσταθή επιχειρήματα σε μια συζήτηση από εκείνους που βρίσκονται σε πιο μια θετική διάθεση. Τα ευρήματα δείχνουν επίσης ότι οι άνθρωποι που δεν έχουν καλή διάθεση έχουν καλύτερη μνήμη, έχουν μεγαλύτερη ικανότητα να επικοινωνήσουν τις σκέψεις τους και έχουν λιγότερες πιθανότητες να κάνουν λάθη στην κρίση τους.

H λειτουργικότητα των δύσκολων συναισθημάτων

Είναι σημαντικό δούμε γιατί η σοφία της φύσης δεν μας άφησε να είμαστε αποκλειστικά και μόνο χαρούμενοι. Η απάντηση βρίσκεται στην εξέλιξη μας ως είδος μέσα στο χρόνο. «Καθώς εξελιχθήκαμε ως ανθρώπινο είδος, το συναίσθημα άρχισε να έχει μια συγκεκριμένη χρησιμότητα: λειτουργούσε ως σήμα για να μας ενημερώσει για το ποιος είναι πιο κατάλληλος τρόπος να επεξεργαστούμε πληροφορίες», εξηγεί ο καθηγητής Joe Forgas υπεύθυνος της έρευνας.» Μια θετική διάθεση έδινε το σήμα «όλα είναι καλά, η κατάσταση είναι οικεία», ενώ ένα αρνητικό συναίσθημα έδινε το σήμα «να είσαι σε ετοιμότητα». Για αυτό είναι μια πιο αρνητική ματιά προωθούσε ένα πιο προσεκτικό και εξωτερικά εστιασμένο τρόπο επεξεργασίας των πληροφοριών».

Ο ψυχολόγος Aaron Ben-Zeév, Καθηγητής Φιλοσοφίας του Πανεπιστημίου της Χάιφα επισημαίνει ότι τα αρνητικά συναισθήματα έχουν μια χαρακτηριστική ιδιότητα: «Το ρίσκο μιας ακατάλληλης απόκρισης στα αρνητικά συναισθήματα είναι μεγαλύτερο από ότι σε σχέση με τα θετικά συναισθήματα». Με απλά λόγια, αν αγνοήσουμε ένα δύσκολο ή αρνητικό συναίσθημα διατρέχουμε μεγαλύτερο κίνδυνο. Αν αγνοήσουμε τον φόβο, την απειλή, την πίεση, το άγχος τότε οι επιπτώσεις μπορεί να είναι πολύ σοβαρές και το κόστος μπορεί να είναι και η ίδια μας η ζωή. Αυτός είναι και ο λόγος που τα αρνητικά συναισθήματα είναι ιδιαίτερα χρήσιμα.

Ο μύθος του διαρκώς ευτυχισμένου ανθρώπου

Σαν κοινωνία, βομβαρδιζόμαστε με μηνύματα που απεικονίζουν την ιδανική ψυχική κατάσταση ως μια διαρκή ευτυχία, αλλά φυσικά αυτή δεν είναι όλη η αλήθεια. Σύμφωνα με τον επικεφαλής της έρευνας, η πολύ μεγάλη έμφαση που αποδίδουμε στην ευτυχία στέλνει ένα μήνυμα ότι το να έχουμε αρνητικά συναισθήματα δεν έχει καμία χρησιμότητα και είναι μη λειτουργικό, κάτι που φυσικά δεν ισχύει. Η ψυχολόγος Lyn Everingham συμφωνεί: «Είναι σημαντικό να αναγνωρίσουμε ότι είναι απολύτως φυσικό να έχουμε αλλαγές στη διάθεση. Η ζωή μας φέρνει μπροστά σε διάφορες καταστάσεις. Δεν θα ήταν φυσιολογικό να μην αισθανόμαστε λυπημένοι ή αναστατωμένοι μετά από μια δύσκολη μέρα ή μετά από ένα δυσάρεστο γεγονός ή όταν δεν έχουμε κάτι που θέλουμε ή χρειαζόμαστε».

Σαν κοινωνία, βομβαρδιζόμαστε με μηνύματα που απεικονίζουν την ιδανική ψυχική κατάσταση ως μια διαρκή ευτυχία, αλλά φυσικά αυτή δεν είναι όλη η αλήθεια. Σύμφωνα με τον επικεφαλής της έρευνας, η πολύ μεγάλη έμφαση που αποδίδουμε στην ευτυχία στέλνει ένα μήνυμα ότι το να έχουμε αρνητικά συναισθήματα δεν έχει καμία χρησιμότητα και είναι μη λειτουργικό, κάτι που φυσικά δεν ισχύει. Η ψυχολόγος Lyn Everingham συμφωνεί: «Είναι σημαντικό να αναγνωρίσουμε ότι είναι απολύτως φυσικό να έχουμε αλλαγές στη διάθεση. Η ζωή μας φέρνει μπροστά σε διάφορες καταστάσεις. Δεν θα ήταν φυσιολογικό να μην αισθανόμαστε λυπημένοι ή αναστατωμένοι μετά από μια δύσκολη μέρα ή μετά από ένα δυσάρεστο γεγονός ή όταν δεν έχουμε κάτι που θέλουμε ή χρειαζόμαστε».

Οι άνθρωποι είναι φτιαγμένοι για να βιώνουν όλη την γκάμα των συναισθημάτων και θα πρέπει να αποδεχθούμε ότι η κατά καιρούς αρνητική διάθεση είναι μέρος της φυσιολογικής μας λειτουργίας. Ο μύθος της συνεχόμενης και αδιάλειπτης ευτυχίας δημιουργεί πολύ υψηλές προσδοκίες και μπορεί ακόμα και να μας κάνει να νιώθουμε χειρότερα από ότι αν αποδεχτούμε την φυσιολογικότητα και των αρνητικών συναισθημάτων.

Αρνητικά συναισθήματα δεν σημαίνει αδυναμία. Αντίθετα, ο θυμός, η λύπη, η αγωνία, η ματαίωση μας βοηθούν να δούμε τι πραγματικά μπορεί να μας λείπει και να κινητοποιηθούμε για να ζήσουμε με μεγαλύτερη πληρότητα της ζωής μας. Αυτό δε σημαίνει ότι η λύπη και η θλίψη πρέπει να έχουν τον έλεγχο της ζωή μας. Είναι σημαντικό να μην αφήνουμε αυτά τα συναισθήματα να συσσωρεύονται για μεγάλο διάστημα. Στην περίπτωση που επηρεάζουν την καθημερινότητά μας , ένα ειδικός είναι σε θέση να μας βοηθήσει και να μας πει περισσότερα για το πότε τα αρνητικά συναισθήματα σταματούν να είναι λειτουργικά και για το αν χρειάζεται να πάρουμε περαιτέρω υποστήριξη.

Τόσα έντομα καταναλώνουν τον χρόνο οι αράχνες

Οι αράχνες καταναλώνουν κάθε χρόνο σε όλον τον κόσμο από 400 έως 800 εκατομμύρια τόνους εντόμων, σύμφωνα με μια μελέτη που δόθηκε σήμερα στη δημοσιότητα και αποδεικνύει τον σημαντικό ρόλο αυτών των αρθρόποδων στη μείωση του αριθμού των επιβλαβών, για την υγεία και τις καλλιέργειες, εντόμων.
 
Στην έρευνα, που δημοσιεύεται στην επιστημονική επιθεώρηση The Science of Nature, τονίζεται ότι η "λεία" των αραχνών μπορεί να κυμαίνεται από 400 έως 800 εκατομμύρια τόνους ετησίως. Ο αριθμός αυτός είναι αντίστοιχος με την ποσότητα του κρέατος και των αλιευμάτων που καταναλώνουν κάθε χρόνο οι άνθρωποι (400 εκατομμύρια τόνοι) και είναι μεγαλύτερο από την ποσότητα της τροφής των καρχαριών (280-500 εκατομμύρια τόνοι). «Ελπίζουμε ότι αυτές οι εκτιμήσεις θα συμβάλουν ώστε να βελτιωθεί η εκτίμηση που έχει η κοινή γνώμη για τον ρόλο των αρθρόποδων», σημείωσαν οι επιστήμονες.
 
Οι ερευνητές, βασιζόμενοι σε 65 άλλες μελέτες, εκτίμησαν ότι ο πληθυσμός των αραχνών παγκοσμίως φτάνει τα 25 εκατομμύρια τόνους. Τα ζώα αυτά ζουν σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της Γης, αλλά προτιμούν τα δάση και τα λιβάδια. Υπάρχουν περίπου 45.000 είδη αραχνών.
 
Αν και είναι αδηφάγες, οι αράχνες αποτελούν όμως και οι ίδιες μια πολύ σημαντική πηγή τροφής: από αυτές εξαρτάται η επιβίωση 8.000 ειδών πουλιών, διαφόρων παρασίτων και άλλων ειδών.

Σημαντικές αποκαλύψεις από το CERN: Ανιχνεύτηκαν πέντε νέα σωματίδια

Το πείραμα LHCb που πραγματοποιείται στο CERN έχει φέρει σημαντικά αποτελέσματα για την επιστημονική κοινότητα.

Η παρατήρηση και μέτρηση της διάσπασης ενός πολύ σπάνιου σωματιδίου καθώς και αποδείξεις μιας νέας μορφής εκδήλωσης της ασυμμετρίας ύλης-αντιύλης είναι μόνο δύο από αυτά τα σημαντικά αποτελέσματα.

Σε έγγραφο το οποίο δημοσιοποιήθηκε σήμερα το LHCb ανακοίνωσε την ανακάλυψη ενός νέου συστήματος 5 σωματιδίων όλα με την ίδια παρατήρηση.

Τα νέα αυτά σωματίδια διαπιστώθηκε ότι βρίσκονταν σε διεγερμένη κατάσταση, κάτι που σημαίνει πως η ενέργειά τους είναι υψηλότερη από αυτή του απόλυτου ελάχιστου ή «κατάσταση εδάφους» όπως αποκαλείται.

Το σωματίδιο ονομάζεται "Omega-c-zero", Ωc0. Πρόκειται για ένα βαρυόνιο, ένα σωματίδιο με τρία Κουάρκ εκ των οποίων δύο «περίεργα» και ένα «γοητευτικό».

Το Ωc0 διασπάται, μετά την σύγκρουσή του, σε ένα άλλο βαρυόνιο το οποίο ονομάζεται "Xi-c-plus", Ξc+ (και που περιέχει τρία Κουάρκ ένα "charm", ένα "strange" και ένα "up") και σε ένα kaon K-.

Στη συνέχεια το σωματίδιο Ξc+ διασπάται σε ένα proton p, ένα kaon K- και ένα pion π+.

Από την ανάλυση των τροχιών και των καταστάσεων ενέργειας όλων των σωματιδίων στην τελευταία διαμόρφωση που περιγράφηκε πιο πάνω, το πείραμα κατάφερε να εντοπίσει το αρχικό συμβάν, την διάσπαση του Ωc0 και των καταστάσεων διέγερσής του.

Οι καταστάσεις αυτές περιγράφονται ως Ωc(3000)0, Ωc(3050)0, Ωc(3066)0, Ωc(3090)0 και Ωc(3119)0 με τους αριθμούς να απεικονίζουν τη μάζα του σε μονάδα μέγα ηλεκτρονιοβόλτ (MeV).

Η μοναδικότητα των ευρημάτων του πειράματος ΄χει α κάνει με την τετράχορδη παρατήρηση πέντε σωματιδίων που προκύπτουν από τις διασπάσεις σε ένα και μόνο πείραμα.

Σύμφωνα με τους υπεύθυνους του πειράματος το επόμενο βήμα θα είναι η διευκρίνιση των κβαντικών αριθμών των σωματιδίων αυτών, δηλαδή τω αριθμών που περιγράφουν τις ιδιότητές τους.

Η ανακάλυψη αυτή θα συνεισφέρει στο να καταλάβουν οι επιστήμονες τις συνθήκες κάτω από τις οποίες τρία Κουάρκ είναι «δεμένα» μέσα σε ένα βαρυόνιο καθώς και την σχέση μεταξύ των Κουάρκ, σχέση η οποία παιζει σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση των μεγαλύτερων πολυσχηματισμών όπως τα tetraquarks ‘η τα pentaquarks.

Ποια η προέλευση του ανθρώπου; Ένα ολοκαίνουργιο ντοκιμαντέρ για το από πού έχουμε έρθει

Ποια η προέλευση του ανθρώπου;

Δείτε ένα ολοκαίνουργιο ντοκιμαντέρ από το κανάλι του youtube

Τεχνολογία: Σε 12 χρόνια θα είμαστε «υπεράνθρωποι»

Σε 12 χρόνια θα είμαστε υπεράνθρωποι,  πιο έξυπνοι, και  πιο δυνατοί.
 
Αν λάβουμε υπόψη ότι ο διευθυντής του τμήματος Μηχανικής της Google,  Ρέι Κούρτσβάιλ , που ισχυρίζεται κάτι τέτοιο, έχει κάνει ήδη 147 προβλέψεις κι έχει επαληθευτεί κατά 86%, τότε αρχίζουμε να μπαίνουμε στο προχωρημένο μυαλό του. 
 
Ο επιστήμονας που λαμβάνει 150 χάπια την ημέρα για να ξεγελάσει το θάνατο, θεωρεί τον εαυτό του μελλοντολόγο και όπως αναφέρει η βρετανική εφημερίδα "Daily Mail", προέβλεψε ότι, η τεχνολογική μοναδικότητα - όπως αποκαλεί το φαινόμενο των υπερανθρώπων-  θα μπορούσε να συμβεί το 2029. 
 
Σε ομιλία του στο Όστιν του Τέξας, o Κουρτσβάιλ τόνισε  πως το 2029, οι υπολογιστές θα έχουν ανθρώπινο επίπεδο νοημοσύνης. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα οι υπολογιστές να αποκτούν ανθρώπινη νοημοσύνη και να λαμβάνουν θέση μέσα... στο μυαλό μας . 
 
"Η εμφύτευση υπολογιστών στον ανθρώπινο εγκέφαλο δεν είναι απλώς ένα μελλοντικό σενάριο", τόνισε ο Κουρτσβάιλ προσθέτοντας πως, με βάση το τι συμβαίνει σήμερα, η τάση αυτή θα επιταχυνθεί.  
 
Επεσήμανε ακόμη πως οι μηχανές μας έχουν ήδη κάνει πιο έξυπνους, όπως ακριβώς και η χρήση κινητών τηλεφώνων. 
 
Ωστόσο, το στέλεχος της Google δεν ανησυχεί για την απειλή που εγκυμονούν τα ευφυή ρομπότ για την ανθρωπότητα.  
 
"Από το 2029 ο ανθρώπινος εγκέφαλος θα διασυνδέεται με μηχανήματα. Στον εγκέφαλο θα τοποθετούνται νανομηχανές με την βοήθεια των οποίων θα σκεφτόμαστε πιo έξυπνα και θα είμαστε δυνατοί",πρόσθεσε.    

Βαριά ή ελαφριά σκοτεινή ύλη;

skoteini-uliΚαθώς η φύση της σκοτεινής ύλης παραμένει ένα από τα μεγαλύτερα μυστήρια της σύγχρονης επιστήμης, αυτή τη στιγμή λαμβάνουν χώρα ένα μεγάλο πλήθος από διαφορετικά πειράματα σε όλο το πλανήτη, αλλά και στο διάστημα, με σκοπό την ανίχνευση των λεγόμενων «σκοτεινών σωματιδίων».
 
Η ύπαρξη της σκοτεινής ύλης δεν έχει επιβεβαιωθεί με άμεσο εντοπισμό κάποιου σωματιδίου, ωστόσο βασίζεται κυρίως σε αστρονομικές παρατηρήσεις. Σύμφωνα με την άποψη της πλειοψηφίας των επιστημόνων, το Σύμπαν που αντιλαμβανόμαστε αποτελεί μονάχα το 4% του τι πραγματικά υπάρχει εκεί έξω. Το υπόλοιπο 23% αντιστοιχεί στη σκοτεινή ύλη, η οποία δεν αλληλεπιδρά με την ύλη που γνωρίζουμε, ενώ το υπόλοιπο 73% είναι μια μορφή ενέργειας που ευθύνεται για την επιταχυνόμενη διαστολή του Σύμπαντος, της οποίας την προέλευση επίσης δε γνωρίζουμε και για αυτό την αποκαλούμε και αυτή σκοτεινή.

Νωρίτερα αυτό το χρόνο υπήρξαν ενδείξεις πως ίσως τα σκοτεινά σωματίδια να έχουν ελαφρύτερη μάζα από αυτή που πιστεύαμε. Οι εικασίες για τη μάζα των σωματιδίων που απαρτίζουν τη σκοτεινή ύλη σχετίζεται κυρίως με τη θεωρία της υπερσυμμετρίας, η οποία αντιστοιχεί σε κάθε γνωστό σωματίδιο ένα άλλο υπερ-εταίρο. Τα υπερσωματίδια αυτά είναι από τους πιο πιθανούς υποψήφιους για τη σκοτεινή ύλη και συνήθως αποκαλούνται βαριά, εξαιτίας της σχετικά μεγάλης μάζας τους. Ωστόσο ίσως υπάρχουν και άλλες εκδοχές για την προέλευση της σκοτεινής ύλης που δε σχετίζονται με την υπερσυμμετρία, το οποίο να επιτρέπει στα σωματίδια αυτά να είναι αντίστοιχα με τα κοινά σωματίδια. 
 
«Δε γνωρίζουμε, θα μπορούσε να υπάρχει και ελαφριά και βαριά σκοτεινή ύλη» λέει ο φυσικός Dan Bauer, υπεύθυνος του πειράματος CDMS (Cryogenic Dark Matter Search).
 
Το CDMS II που λαμβάνει χώρα αυτό τον καιρό στο ορυχείο Soudan, στη βόρεια Μινεσότα περιλαμβάνει μια σειρά από ανιχνευτές παγωμένους σχεδόν στο απόλυτο μηδέν, βαθιά μέσα στο έδαφος ώστε να μην επηρεάζονται από την ακτινοβολία του περιβάλλοντος.  Τα άτομα που βρίσκονται σε παγωμένους κρυστάλλους στέκονται σχεδόν ακίνητα, κι έτσι είναι πιο εύκολο να ανιχνευθεί πότε διαταράσσονται. Αν ένα σωματίδιο σκοτεινής ύλης χτυπήσει ένα άτομο του ανιχνευτή του CDMS, θα απελευθερωθεί ένα ποσό ενέργειας που θα εντοπισθεί από τις ηλεκτρονικές διατάξεις.
 
Ωστόσο, όσο πιο ελαφριά είναι τα σωματίδια σκοτεινής ύλης, τόσο μικρότερη και η διαταραχή, και συνεπώς πιο δύσκολος ο εντοπισμός του σωματιδίου. Για το λόγο αυτό έγιναν κάποιες βελτιώσεις στους ανιχνευτές, και πλέον το CDMSlite είναι εξοπλισμένο με ενισχυτές σήματος, οι οποίοι χρησιμοποιώντας 17 φορές μεγαλύτερη ισχύ είναι ικανοί να ανιχνεύσουν σωματίδια ακόμη και πιο ελαφριά από 6 GeV (συγκριτικά το πρωτόνιο είναι λίγο ελαφρύτερο από 1 GeV), κάνοντάς το CDMS το πιο ευαίσθητο πείραμα στον κόσμο για την ανίχνευση σκοτεινών σωματιδίων.
 
«Μελετάμε περιοχές που δεν έχουν ελεγχθεί νωρίτερα», λέει ο Jeter Hall, εμπνευστής της πατέντας στο CDMSlite. Ενώ πάντως το CDMS ενδιαφέρεται για την εκδοχή των ελαφριών σκοτεινών σωματιδίων, δεν παύει να κοιτάζει και για βαρύτερα σωματίδια. «Πρέπει να σκεφτούμε όλο το εύρος των δυνατοτήτων, ειδικά εάν σκεφτούμε πόσα λίγα γνωρίζουμε για τις ιδιότητες της σκοτεινής ύλης», εξηγεί ένας ακόμη φυσικός του πειράματος, ο Richard Partridge.
 
Οι ερευνητές πάντως θα χρησιμοποιήσουν την τεχνολογία που αναπτύχθηκε για το CDMSlite και στη νέα εκδοχή του πειράματος, σε ένα ορυχείο βάθους 1,6 χιλιομέτρων στο SNOLAB του Καναδά, σπρώχνοντας τα όρια των ανιχνευτών ακόμη παραπέρα. Για την ώρα, οι προσπάθειες για τον απευθείας εντοπισμό σωματιδίων σκοτεινής ύλης εντείνεται.

Στη λεπτή ρύθμιση του αριθμού Q οφείλονται όλοι οι κοσμικοί σχηματισμοί

Τα σπέρματα όλων των κοσμικών σχηματισμών – άστρα, γαλαξίες και σμήνη γαλαξιών — ήταν όλα εντυπωμένα στη Μεγάλη Έκρηξη. Ο ιστός ή η δομή του Κόσμου μας εξαρτάται από έναν σπουδαίο αριθμό, τον Q, που παριστάνει το λόγο δύο θεμελιωδών ενεργειών και έχει τιμή 1/100.000 περίπου. Αν το Q ήταν μικρότερο, τότε το Σύμπαν θα παρέμενε αδρανές και χωρίς δομή. Εάν ήταν πολύ μεγαλύτερο, τότε το Σύμπαν θα γινόταν ένας ταραχώδης τόπος, στον οποίο δεν θα μπορούσαν να επιβιώσουν άστρα και ηλιακά συστήματα, αλλά θα κυριαρχούσαν τεράστιες μαύρες τρύπες.
 
Νεαροί γαλαξίες 12 δισεκατομμύρια έτη φωτός μακριά μας
 
Τα νέφη του αερίου και της σκόνης μέσα στους γαλαξίες έχουν ανακατευτεί και ανακυκλωθεί τόσο πολύ που δεν διατηρούν καμιά «ανάμνηση» της προέλευσης τους. O σχηματισμός άστρων, λοιπόν, είναι ανεπηρέαστος από το ευρύτερο Σύμπαν. Όμως ο σχηματισμός των γαλαξιών συνιστά μια λιγότερο «ευθύγραμμη» διαδικασία από την αντίστοιχη των άστρων. H προέλευση των γαλαξιών ανάγεται στο πρώιμο Σύμπαν: σχηματίζονται με βάση τη «γενετική» τους αλλά και το περιβάλλον τους.
Εάν το Σύμπαν μας είχε ξεκινήσει ως απόλυτα λείο και ομοιόμορφο, θα παρέμενε έτσι καθ’ όλη τη διάρκεια διαστολής του. Μετά από 10 δισεκατομμύρια χρόνια, θα περιείχε αραιά κατανεμημένη σκοτεινή ύλη, καθώς και αέριο υδρογόνο και ήλιο αραιωμένα σε τέτοιο βαθμό ώστε να υπάρχει λιγότερο από 1 άτομο ανά κυβικό μέτρο. Θα ήταν ψυχρό και πληκτικό: δεν θα σχηματίζονταν γαλαξίες, επομένως ούτε άστρα, δεν θα υπήρχε ο περιοδικός πίνακας των στοιχείων, ούτε πολυπλοκότητα, και βέβαια ούτε άνθρωποι.
 
Αλλά ακόμη και οι πιο μικρές ανομοιογένειες στις πρώιμες φάσεις του Σύμπαντος μπορεί να υπήρξαν καθοριστικές, αφού οι διαφορές πυκνότητας ενισχύονται κατά τη διαστολή. Κάθε τμήμα του Σύμπαντος που είναι λίγο πυκνότερο από τον μέσο όρο επιβραδύνεται περισσότερο, διότι «υφίσταται» επιπλέον βαρυτική έλξη, η διαστολή του υστερεί όλο και περισσότερο σε σχέση με τα άλλα τμήματα της μέσης πυκνότητας. H βαρύτητα, λοιπόν, ενισχύει ακόμα και τις ελάχιστες διακυμάνσεις σε μια σχεδόν χωρίς χαρακτηριστικά πυρόσφαιρα, αυξάνοντας τη διαφορά στις πυκνότητες έως ότου οι πολύ πυκνές περιοχές να σταματήσουν να διαστέλλονται και να συμπυκνωθούν σε δομές που συγκρατούνται λόγω της βαρύτητας.
 
Οι πιο σημαντικοί σχηματισμοί στον Κόσμο — άστρα, γαλαξίες και σμήνη γαλαξιών — διατηρούν τη συνοχή τους εξαιτίας της βαρύτητας. Μπορούμε να εκφράσουμε το πόσο ισχυρά συνδέονται τα συστατικά τους με έναν αριθμό, τον Q, που έχει μια τιμή περίπου ≈ 10-5 .
 
Τι εκφράζει λοιπόν το Q : Είναι το πηλίκο της ενέργειας που απαιτείται για να διαλυθεί και να διασκορπιστεί ο σχηματισμός πχ το σμήνος των γαλαξιών, μία από τις μεγαλύτερες γνωστές δομές στο σύμπαν, ως προς την ισοδύναμη ενέργεια της μάζας ηρεμίας m της εν λόγω δομής. Δηλαδή την ενέργεια που προκύπτει από τον πολλαπλασιασμό της μάζας του σμήνους των γαλαξιών επί το τετράγωνο της ταχύτητας του φωτός, ή Ε=mc2.  Πρόκειται λοιπόν για έναν καθαρό αριθμό — το λόγο δύο ενεργειών —, και έχει τιμή περίπου 1/100.000
 
Το γεγονός ότι ο αριθμός Q έχει τόσο μικρή τιμή (της τάξεως του 10-5 ) σημαίνει ότι η βαρύτητα είναι στην πραγματικότητα αρκετά ασθενής στους γαλαξίες και στα σμήνη γαλαξιών. Έτσι, η θεωρία του Νεύτωνα θεωρείται επαρκής για να περιγράψει πώς κινούνται τα άστρα μέσα στους γαλαξίες, και πώς ένας γαλαξίας ακολουθεί την τροχιά του υπό την παρουσία όλων των άλλων γαλαξιών αλλά και της σκοτεινής ύλης μέσα στο σμήνος των γαλαξιών. Η μικρή τιμή Q σημαίνει επίσης ότι μπορούμε να θεωρήσουμε το Σύμπαν μας ως προσεγγιστικά ομογενές, όπως ακριβώς θα θεωρούσαμε ότι μια υδρόγειος σφαίρα είναι λεία και σφαιρική εάν οι διακυμάνσεις στην επιφάνεια της έφταναν μόλις το 1/100.000 της ακτίνας της (που ισοδυναμεί με 60 μέτρα για υδρόγειο σφαίρα με τις διαστάσεις της Γης).
 
Οι διακυμάνσεις αυτές θα πρέπει να αποτυπώθηκαν σε πολύ πρώιμο στάδιο, πριν ακόμη το Σύμπαν «γνωρίσει» γαλαξίες ή σμήνη, και πριν ακόμη υπάρξει κάτι το ιδιαίτερο σχετικά με αυτά τα μεγέθη (ή σχετικά με οποιεσδήποτε διαστάσεις που φαίνονται σημαντικές στο σημερινό Σύμπαν). H πιο απλή υπόθεση θα μπορούσε να είναι ότι τίποτε στο πρώιμο Σύμπαν δεν έδειχνε προτίμηση για κάποιο μέγεθος έναντι ενός άλλου, οπότε οι διακυμάνσεις υπήρξαν ίδιες σε κάθε κλίμακα. O βαθμός της αρχικής «τραχύτητας» κατά κάποιον τρόπο καθιερώθηκε όταν ολόκληρο το Σύμπαν ήταν μικροσκοπικό σε μέγεθος (το Κεφάλαιο 9 ασχολείται με το πώς συνέβη αυτό). O αριθμός Q είναι καθοριστικός για την «υφή» της δομής του Σύμπαντος· αυτή θα διέφερε πολύ εάν η τιμή τού Q ήταν πολύ μεγαλύτερη ή πολύ μικρότερη.
 

Διακυμάνσεις στη Μικροκυματική Ακτινοβολία Υποβάθρου

H μικροκυματική ακτινοβολία υποβάθρου, το λυκόφως της Μεγάλης Έκρηξης, αποτελεί άμεσο μήνυμα από μια εποχή κατά την οποία οι γαλαξίες βρίσκονταν σε «εμβρυϊκή» κατάσταση. Οι περιοχές με σχετικά μεγαλύτερη πυκνότητα, οι οποίες διαστέλλονταν πιο αργά από τον μέσο όρο, ήταν προορισμένες να γίνουν γαλαξίες ή σμήνη γαλαξιών. Άλλες περιοχές, λιγότερο πυκνές από τον μέσο όρο προορίζονταν να γίνουν τα κενά ανάμεσα στους γαλαξίες ή στα σμήνη.
 
H θερμοκρασία υποβάθρου, λοιπόν, θα πρέπει να διατηρεί αποτυπωμένες επάνω της αυτές τις διακυμάνσεις. H αναμενόμενη συνέπεια θα πρέπει να είναι της τάξεως του 1 μέρους στα 100.000 — ή περίπου ίδια με τον αριθμό Q.
 
Ένας αναμφισβήτητος θρίαμβος της κοσμολογίας στη δεκαετία του 1990 και του 2000 υπήρξε η χαρτογράφηση αυτών των πρόδρομων της κοσμικής δομής. H μικροκυματική ακτινοβολία υποβάθρου θεωρείται περίπου εκατό φορές ασθενέστερη από την ακτινοβολία που εκπέμπει η Γη (της οποίας η θερμοκρασία ανέρχεται περίπου στους 300 βαθμούς πάνω από το απόλυτο μηδέν). Μάλιστα, αποτελεί τρομακτική τεχνολογική πρόκληση το να μπορέσουμε να μετρήσουμε θερμοκρασιακές διαφορές κατά εκατό χιλιάδες φορές μικρότερες ή και εκατομμύρια ακόμα.
 
Πρώτος ο δορυφόρος COBE, που εκτοξεύθηκε το 1990 από τη NASA, επαλήθευσε με εξαιρετική ακρίβεια το ότι η κοσμική ακτινοβολία μικροκυμάτων έχει φάσμα «μέλανος σώματος». Επίσης, μετέφερε το πρώτο όργανο το οποίο ήταν αρκετά ευαίσθητο να διακρίνει ότι η ακτινοβολία από κάποιες κατευθύνσεις είναι θερμότερη σε σχέση με την ακτινοβολία από άλλες. Σάρωσε ολόκληρο τον ουρανό και μέτρησε τη θερμοκρασία με τέτοια ακρίβεια ώστε μπόρεσε να χαρτογραφήσει τις ανομοιομορφίες. Ακολούθησε ο δορυφόρος Wilkinson MAP στη δεκαετία του 2000 που ξεχώρισε σημεία στον ουρανό με ακόμα μεγαλύτερη ακρίβεια.
 
Γιατί ενδιαφερόμαστε για την μικροκυματική ακτινοβολία υποβάθρου; γιατί περιέχει πολλές πληροφορίες για το πολύ πρώιμο Σύμπαν. Και μέσω αυτού θα μπορέσουμε, για παράδειγμα, να μετρήσουμε κι άλλους σπουδαίους αριθμούς που ενδιαφέρουν τους κοσμολόγους: το Ω (την ποσότητα της ύλης που περιέχεται στο Σύμπαν μας —γαλαξίες, διάχυτο αέριο και «σκοτεινή ύλη»), το λ (η κοσμική «αντιβαρύτητα» που καθορίζει την διαστολή του Σύμπαντος μας), όπως επίσης και το Q (η αιτία των κοσμικών σχηματισμών).
 
H εύρεση των ανομοιομορφιών στη θερμοκρασία του υποβάθρου, της τάξεως του 1 μέρους στα 100.000, στην πραγματικότητα προκάλεσε μάλλον ανακούφιση παρά έκπληξη. Εάν η ακτινοβολία υποβάθρου υποδήλωνε ένα ακόμη περισσότερο λείο πρώιμο Σύμπαν, τότε τα σμήνη και τα υπερσμήνη των γαλαξιών θα αποτελούσαν σήμερα γρίφο: θα χρειαζόταν μια επιπλέον δύναμη, εκτός από τη βαρύτητα, η οποία θα μπορούσε να αυξήσει τις διαφορές πυκνότητας ακόμη πιο γρήγορα.
 
Το γεγονός όμως ότι ο αριθμός Q είναι μόλις 1/100.000 αποτελεί πράγματι το πιο αξιοσημείωτο χαρακτηριστικό του Σύμπαντος μας. Εάν κανείς εύρισκε μια πέτρα σφαιρική με ακρίβεια 1 προς 100.000, θα αναρωτιόταν ενδεχομένως τι προκάλεσε αυτές τις μικρές ανωμαλίες, περισσότερο όμως θα τον απασχολούσε η συνολική λειότητα. H έννοια του «πληθωρισμού», η οποία περιγράφει πώς το σύμπαν έπαθε μια ταχύτατη διαστολή στις πρώτες του στιγμές, είναι η καλύτερη θεωρία που διαθέτουμε πάνω στο θέμα, και οι διακυμάνσεις της θερμοκρασίας προσφέρουν τη δυνατότητα ελέγχου των ιδεών αυτών.
 

Η δημιουργία των δομών

H άποψη που έχουμε σχηματίσει για την ανάδυση της κοσμικής δομής στηρίζεται — όπως και η θεωρία του Δαρβίνου για τη βιολογική εξέλιξη — σε ένα συναρπαστικό γενικό πλαίσιο. Όπως και με το δαρβινισμό, παραμένει μυστήριο το πώς ξεκίνησε η όλη διαδικασία, ο τρόπος με τον οποίο καθορίζεται ο αριθμός Q (ίσως υπό μορφή μικροσκοπικών διακυμάνσεων στο πολύ πρώιμο Σύμπαν) συνιστά ακόμη ένα πρόβλημα, όπως ακριβώς και η προέλευση των πρώτων οργανισμών στη Γη. Ωστόσο, η κοσμολογία αποδεικνύεται απλούστερη στο εξής: από τη στιγμή που καθορίζεται το σημείο εκκίνησης, το Big Bang, το αποτέλεσμα θεωρείται, σε γενικές γραμμές, προβλέψιμο. Όλα τα μεγάλα τμήματα του Σύμπαντος που ξεκινούν με τον ίδιο τρόπο, καταλήγουν στατιστικώς όμοια. Αντίθετα, η γενική πορεία της βιολογικής εξέλιξης επηρεάζεται από αστάθμητους παράγοντες —κλιματολογικές μεταβολές, συγκρούσεις με αστεροειδείς, επιδημίες, κ.λπ. —, έτσι ώστε, εάν «ξαναπαιζόταν» η ιστορία της Γης, μπορεί να καταλήγαμε με μια αρκετά διαφορετική βιόσφαιρα.
 
Για το λόγο αυτό καθίστανται πολύ σημαντικές οι προσομοιώσεις μέσω υπολογιστή του σχηματισμού των κοσμικών δομών. Οι γαλαξίες και τα σμήνη γαλαξιών είναι αποτέλεσμα της δράσης της βαρύτητας πάνω σε αρχικές ανομοιογένειες. Δεν επιχειρούμε να εξηγήσουμε την όλη διαδικασία λεπτομερειακά αλλά με τη στατιστική έννοια.
 
Το σημείο εκκίνησης είναι ένα διαστελλόμενο σύμπαν, το οποίο περιγράφεται από τους τρεις αριθμούς Ω, λ και Q. Το αποτέλεσμα εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από αυτούς τους τρεις αριθμούς-κλειδιά, οι οποίοι αποτυπώθηκαν (δεν γνωρίζουμε με ακρίβεια πώς) στο πολύ πρώιμο Σύμπαν.
 

Η ρύθμιση του αριθμού Q

O σχηματισμός γαλαξιών, σμηνών και υπερσμηνών γαλαξιών προϋποθέτει προφανώς την ύπαρξη αρκετής σκοτεινής ύλης και αρκετής βαρυονικής ύλης. H τιμή τού Ω δεν πρέπει να είναι πολύ μικρή: σε ένα σύμπαν που θα περιείχε μόνο ακτινοβολία και ελάχιστα άλλα πράγματα, η βαρύτητα δεν θα μπορούσε ποτέ να κυριαρχήσει. Ούτε ο αριθμός λ δεν πρέπει να έχει μεγάλη τιμή, επειδή η κοσμική άπωση θα υπερνικήσει τη βαρύτητα πριν σχηματιστούν γαλαξίες. Θα πρέπει, επίσης, να υπάρχουν αρκετά από τα συνήθη άτομα, αρχικά σε διάχυτη αέρια μορφή, για να δημιουργήσουν όλα τα άστρα σε όλους του γαλαξίες. Είδαμε, όμως, ότι χρειάζεται και κάτι ακόμη: αρχικές ανομοιογένειες, οι οποίες θα λειτουργήσουν ως «σπέρματα» της ανάπτυξης των διαφόρων δομών. O αριθμός Q μετρά το πλάτος αυτών των ανομοιογενειών, ή διακυμάνσεων. Δεν έχουμε κατανοήσει ακόμη γιατί το Q ισούται περίπου με 10-5 . H τιμή αυτή όμως έχει καθοριστική σημασία: εάν ήταν πολύ μεγαλύτερη ή πολύ μικρότερη, το Σύμπαν θα αποκτούσε διαφορετική «υφή», λιγότερο κατάλληλη για την ανάδυση ζωής.
 
Εάν η τιμή τού Q ήταν μικρότερη από 10-5 αλλά οι υπόλοιποι κοσμικοί αριθμοί παρέμεναν αμετάβλητοι, θα απαιτούνταν περισσότερος χρόνος για να σχηματιστούν συμπυκνώσεις σκοτεινής ύλης, και, αυτές όμως θα ήταν μικρότερης έκτασης και όχι πολύ ισχυρά συνδεδεμένες. Οι γαλαξίες που θα προέκυπταν θα έμοιαζαν με «αναιμικές» δομές, στο εσωτερικό των οποίων ο σχηματισμός άστρων θα συνιστούσε μια αργή και μη αποδοτική διαδικασία. Το «κατεργασμένο» υλικό θα εκσφενδονιζόταν εκτός του γαλαξία αντί να ανακυκλώνεται σε νέα άστρα τα οποία θα μπορούσαν να σχηματίσουν πλανητικά συστήματα.
 
Εάν η τιμή τού Q ήταν μικρότερη από 10-6, το αέριο δεν θα μπορούσε ποτέ να συμπυκνωθεί σε δομές συγκροτούμενες από τη βαρύτητα, και ένα τέτοιο σύμπαν θα παρέμενε για πάντα σκοτεινό και χωρίς χαρακτηριστικά, ακόμη κι αν το αρχικό «μείγμα» ατόμων, σκοτεινής ύλης και ακτινοβολίας ήταν το ίδιο με το δικό μας.
 
Από την άλλη πλευρά, ένα σύμπαν στο οποίο ο αριθμός Q θα ήταν σημαντικά μεγαλύτερος από 10-5 — και όπου οι αρχικές μικρές διακυμάνσεις θα είχαν αντικατασταθεί από «τεράστια κύματα» — θα καταντούσε τυρβώδης και βίαιος τόπος.
 
Περιοχές πολύ μεγαλύτερες από τους γαλαξίες θα συμπυκνώνονταν κατά τις πρώτες κιόλας στιγμές του. Οι περιοχές αυτές δεν θα διασπόνταν σε άστρα, αλλά θα κατέρρεαν σε τεράστιες μαύρες τρύπες, καθεμιά πολύ βαρύτερη από ολόκληρα σμήνη γαλαξιών στο Σύμπαν μας. Το αέριο που θα απέμενε θα γινόταν τόσο θερμό που θα εξέπεμπε ακτίνες X και γ μεγάλης έντασης. Οι γαλαξίες (αν κατάφερναν να σχηματιστούν) θα συνδέονταν πολύ πιο ισχυρά από r τους γαλαξίες του Σύμπαντος μας. Τα άστρα θα συνωστίζονταν «ασφυκτικά» και συχνά θα συγκρούονταν μεταξύ τους, καθιστώντας αδύνατο το σχηματισμό ευσταθών πλανητικών συστημάτων. (Για παρόμοιους λόγους δεν μπορούν να υπάρξουν ηλιακά συστήματα πολύ κοντά στο κέντρο του Γαλαξία μας, όπου τα άστρα βρίσκονται σε πολύ πιο κοντινές αποστάσεις απ’ ό,τι στην εξωτερική περιοχή όπου υπάρχει και το δικό μας ηλιακό σύστημα.)
 
Παρεμπιπτόντως, το γεγονός ότι ο αριθμός Q ισούται με 1/100.000 καθιστά το Σύμπαν μας πολύ πιο εύκολα κατανοητό στους κοσμολόγους από ό,τι εάν είχε μεγαλύτερη τιμή. Μικρή τιμή τού Q εγγυάται ότι όλες οι δομές είναι μικρές σε σχέση με τον ορίζοντα, και έτσι το παρατηρησιακό πεδίο μας είναι επαρκώς μεγάλο για να περιέχει πολλά ανεξάρτητα τμήματα, το καθένα αρκετής έκτασης ώστε να αποτελεί ικανοποιητικό δείγμα. Εάν η τιμή τού Q ήταν πολύ μεγαλύτερη, τα υπερσμήνη θα ομαδοποιούνταν σε τεράστιες δομές που θα έφταναν το μέγεθος του ορίζοντα (αντί να περιορίζονται, όπως στην περίπτωση του δικού μας Σύμπαντος, στο 1% αυτής της κλίμακας). Στη συγκεκριμένη περίπτωση, δεν θα είχε νόημα να μιλάμε για «μέσες» τιμές και ιδιότητες του παρατηρήσιμου Σύμπαντος μας, και δεν θα μπορούσαμε καν να ορίσουμε αριθμούς όπως το Ω.
 
H μικρή τιμή τού Q, χωρίς την οποία η κοσμολογία δεν θα είχε προοδεύσει, μέχρι πρόσφατα θεωρούνταν ευτυχές γεγονός. Μόλις τώρα αρχίζουμε να αντιλαμβανόμαστε ότι δεν πρόκειται για κάτι που υπηρετεί την άνεση των κοσμολόγων, αλλά ότι η ίδια η ζωή δεν θα μπορούσε να έχει εξελιχθεί εάν το Σύμπαν μας δεν διέθετε αυτό το απλουστευτικό χαρακτηριστικό.