Κυριακή, 12 Μαρτίου 2017

ΡΗΤΟΡΙΚΗ: ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ - Πανηγυρικός (167-174)

Αποτέλεσμα εικόνας για θεα νικη[167] Ἄξιον δ᾽ ἐπὶ τῆς νῦν ἡλικίας ποιήσασθαι τὴν στρατείαν, ἵν᾽ οἱ τῶν συμφορῶν κοινωνήσαντες οὗτοι καὶ τῶν ἀγαθῶν ἀπολαύσωσιν καὶ μὴ πάντα τὸν χρόνον δυστυχοῦντες διαγάγωσιν. ἱκανὸς γὰρ ὁ παρεληλυθώς, ἐν ᾧ τί τῶν δεινῶν οὐ γέγονεν; πολλῶν γὰρ κακῶν τῇ φύσει τῇ τῶν ἀνθρώπων ὑπαρχόντων αὐτοὶ πλείω τῶν ἀναγκαίων προσεξευρήκαμεν,

[168] πολέμους καὶ στάσεις ἡμῖν αὐτοῖς ἐμποιήσαντες, ὥστε τοὺς μὲν ἐν ταῖς αὑτῶν ἀνόμως ἀπόλλυσθαι, τοὺς δ᾽ ἐπὶ ξένης μετὰ παίδων καὶ γυναικῶν ἀλᾶσθαι, πολλοὺς δὲ δι᾽ ἔνδειαν τῶν καθ᾽ ἡμέραν ἐπικουρεῖν ἀναγκαζομένους ὑπὲρ τῶν ἐχθρῶν τοῖς φίλοις μαχομένους ἀποθνῄσκειν. ὑπὲρ ὧν οὐδεὶς πώποτ᾽ ἠγανάκτησεν, ἀλλ᾽ ἐπὶ μὲν ταῖς συμφοραῖς ταῖς ὑπὸ τῶν ποιητῶν συγκειμέναις δακρύειν ἀξιοῦσιν, ἀληθινὰ δὲ πάθη πολλὰ καὶ δεινὰ γιγνόμενα διὰ τὸν πόλεμον ἐφορῶντες τοσούτου δέουσιν ἐλεεῖν ὥστε καὶ μᾶλλον χαίρουσιν ἐπὶ τοῖς ἀλλήλων κακοῖς ἢ τοῖς αὑτῶν ἰδίοις ἀγαθοῖς.

[169] ἴσως δ᾽ ἂν καὶ τῆς ἐμῆς εὐηθείας πολλοὶ καταγελάσειαν, εἰ δυστυχίας ἀνδρῶν ὀδυροίμην ἐν τοῖς τοιούτοις καιροῖς, ἐν οἷς Ἰταλία μὲν ἀνάστατος γέγονεν, Σικελία δὲ καταδεδούλωται, τοσαῦται δὲ πόλεις τοῖς βαρβάροις ἐκδέδονται, τὰ δὲ λοιπὰ μέρη τῶν Ἑλλήνων ἐν τοῖς μεγίστοις κινδύνοις ἐστίν.

[170] Θαυμάζω δὲ τῶν δυναστευόντων ἐν ταῖς πόλεσιν, εἰ προσήκειν αὑτοῖς ἡγοῦνται μέγα φρονεῖν, μηδὲν πώποθ᾽ ὑπὲρ τηλικούτων πραγμάτων μήτ᾽ εἰπεῖν μήτ᾽ ἐνθυμηθῆναι δυνηθέντες. ἐχρῆν γὰρ αὐτούς, εἴπερ ἦσαν ἄξιοι τῆς παρούσης δόξης, ἁπάντων ἀφεμένους τῶν ἄλλων περὶ τοῦ πολέμου τοῦ πρὸς τοὺς βαρβάρους εἰσηγεῖσθαι καὶ συμβουλεύειν.

[171] τυχὸν μὲν γὰρ ἄν τι συνεπέραναν· εἰ δὲ καὶ προαπεῖπον, ἀλλ᾽ οὖν τούς γε λόγους ὥσπερ χρησμοὺς εἰς τὸν ἐπιόντα χρόνον ἂν κατέλιπον. νῦν δ᾽ οἱ μὲν ἐν ταῖς μεγίσταις δόξαις ὄντες ἐπὶ μικροῖς σπουδάζουσιν, ἡμῖν δὲ τοῖς τῶν πολιτικῶν ἐξεστηκόσιν περὶ τηλικούτων πραγμάτων συμβουλεύειν παραλελοίπασιν.

[172] Οὐ μὴν ἀλλ᾽ ὅσῳ μικροψυχότεροι τυγχάνουσιν ὄντες οἱ προεστῶτες ἡμῶν, τοσούτῳ τοὺς ἄλλους ἐρρωμενεστέρως δεῖ σκοπεῖν, ὅπως ἀπαλλαγησόμεθα τῆς παρούσης ἔχθρας. νῦν μὲν γὰρ μάτην ποιούμεθα τὰς περὶ τῆς εἰρήνης συνθήκας· οὐ γὰρ διαλυόμεθα τοὺς πολέμους, ἀλλ᾽ ἀναβαλλόμεθα καὶ περιμένομεν τοὺς καιροὺς ἐν οἷς ἀνήκεστόν τι κακὸν ἀλλήλους ἐργάσασθαι δυνησόμεθα.

[173] δεῖ δὲ ταύτας τὰς ἐπιβουλὰς ἐκποδὼν ποιησαμένους ἐκείνοις τοῖς ἔργοις ἐπιχειρεῖν ἐξ ὧν τάς τε πόλεις ἀσφαλέστερον οἰκήσομεν καὶ πιστότερον διακεισόμεθα πρὸς ἡμᾶς αὐτούς. ἔστι δ᾽ ἁπλοῦς καὶ ῥᾴδιος ὁ λόγος ὁ περὶ τούτων· οὔτε γὰρ εἰρήνην οἷόν τε βεβαίαν ἀγαγεῖν ἢν μὴ κοινῇ τοῖς βαρβάροις πολεμήσωμεν, οὔθ᾽ ὁμονοῆσαι τοὺς Ἕλληνας πρὶν ἂν καὶ τὰς ὠφελείας ἐκ τῶν αὐτῶν καὶ τοὺς κινδύνους πρὸς τοὺς αὐτοὺς ποιησώμεθα.

[174] τούτων δὲ γενομένων καὶ τῆς ἀπορίας τῆς περὶ τὸν βίον ἡμῶν ἀφαιρεθείσης, ἣ καὶ τὰς ἑταιρίας διαλύει καὶ τὰς συγγενείας εἰς ἔχθραν προάγει καὶ πάντας ἀνθρώπους εἰς πολέμους καὶ στάσεις καθίστησιν, οὐκ ἔστιν ὅπως οὐχ ὁμονοήσομεν καὶ τὰς εὐνοίας ἀληθινὰς πρὸς ἡμᾶς αὐτοὺς ἕξομεν. ὧν ἕνεκα περὶ παντὸς ποιητέον ὅπως ὡς τάχιστα τὸν ἐνθένδε πόλεμον εἰς τὴν ἤπειρον διοριοῦμεν, ὡς μόνον ἂν τοῦτ᾽ ἀγαθὸν ἀπολαύσαιμεν τῶν κινδύνων τῶν πρὸς ἡμᾶς αὐτούς, εἰ ταῖς ἐμπειρίαις ταῖς ἐκ τούτων γεγενημέναις πρὸς τὸν βάρβαρον καταχρήσασθαι δόξειεν ἡμῖν.

***
Η ανάγκη να αποκατασταθούν το γρηγορότερο οι Έλληνες.
[167] Είναι μάλιστα ανάγκη να γίνει η εκστρατεία στις μέρες τούτες της γενιάς μας, για να απολαύσουν επιτέλους και τα αγαθά αυτοί που ώς τώρα γεύτηκαν μόνο τις συμφορές και να μην περάσουν τη ζωή τους όλη μέσα στη δυστυχία. Φτάνει το παρελθόν — τότε που και ποιό κακό δεν έπεσε απάνω τους! Πάντα είναι πολλές οι συμφορές στο φυσικό του ανθρώπου, επινοήσαμε και εμείς ακόμα περισσότερες από τις αναπόφευκτες:

[168] Δημιουργήσαμε στον ίδιο τον εαυτό μας πολέμους και επαναστάσεις, ώστε άλλοι να χάνονται παράνομα μέσα στην ίδια τους τη χώρα, άλλοι σε ξένους τόπους να περιφέρονται άθλιοι μαζί με τα παιδιά και τις γυναίκες τους, τέλος πολλοί από τη φτώχια και τη στέρηση να υποχρεώνονται να υπηρετούν τον εχθρό και να πεθαίνουν πολεμώντας με τους φίλους. Για την κατάσταση αυτή κανείς ποτέ δεν αγανάχτησε! Για τα φανταστικά βέβαια δράματα, που συνθέτουν και παρουσιάζουν οι τραγικοί ποιητές, όλοι νιώθουν την υποχρέωση να συγκινούνται και να κλαίν· όταν όμως βλέπουν μπροστά στα μάτια τους να διαδραματίζονται τραγωδίες αληθινές, φριχτές και αναρίθμητες, αυτές που φέρνει του πολέμου η κατάρα, τόσο μακριά βρίσκονται από το να νιώσουν λύπη, ώστε πιότερο χαίρονται για το κακό που προξενεί ο ένας στον άλλο παρά για την προσωπική τους ευτυχία.

[169] Δεν αποκλείεται ωστόσο και να γελάσουν μερικοί με την αφέλειά μου, που κάθομαι εδώ πέρα και οδύρομαι για τη δυστυχία ατομικών περιπτώσεων σε τέτοιες περιστάσεις, όπου η Ιταλία όλη έχει γίνει άνω κάτω, η Σικελία υποδουλώθηκε, τόσες πόλεις έχουν παραδοθεί στο βάρβαρο και όλη η υπόλοιπη Ελλάδα βρίσκεται πια μπροστά σε έσχατους κινδύνους.

[170] Απορώ μάλιστα και με τη στάση που κρατούν οι διάφοροι ηγέτες στις πόλεις τις ελληνικές. Νομίζουν πως έχουν το δικαίωμα να νιώθουν περηφάνια, τη στιγμή που ποτέ δεν μπόρεσαν ούτε να πουν, μα ούτε και να στοχαστούν τίποτα για το θέμα αυτό που έχει τόση σημασία. Έπρεπε δηλαδή αυτοί, αν άξιζαν πραγματικά τη φήμη που έχουν τώρα, να αφήσουν κατά μέρος κάθε άλλο ζήτημα και να καταπιαστούν να δώσουν γνώμη μονάχα για τον πόλεμο με τους βαρβάρους.

[171] Δεν αποκλείεται να έφερναν κάποιο θετικό αποτέλεσμα· και στην περίπτωση όμως που θα ήταν υποχρεωμένοι να απογοητευθούν, θα άφηναν τα λόγια τους χρησμούς για τις μελλούμενες γενιές. Τώρα όμως αυτοί που έχουν τη δόξα τη μεγάλη καταπιάνονται περισπούδαστα με τα ασήμαντα ζητήματα και αφήνουν σ᾽ εμάς, που δεν έχουμε σχέση με την πολιτική, τη φροντίδα να δίνουμε συμβουλές για θέματα με τόση σπουδαιότητα.

[172] Αλλά όσο πιο μικρόψυχοι είναι οι αρχηγοί μας, τόσο πιο σοβαρά και πιο αποφασιστικά πρέπει να εξετάζουν οι άλλοι τον τρόπο που θα απαλλαγούμε από τις έχθρες που μας βασανίζουν τώρα. Γιατί τώρα βέβαια μάταια κάνουμε συνθήκες για ειρήνη! Στην πραγματικότητα δε ματαιώνουμε οριστικά τον πόλεμο· μόνο τον αναβάλλουμε, και περιμένουμε την ευκαιρία την καλή, που θα έχουμε τη δύναμη να καταφέρουμε ο ένας στον άλλο κάποιο χτύπημα ανεπανόρθωτο!...

[173] Όμως είναι ανάγκη να βγάλουμε από τη μέση τα σχέδια τα ύπουλα και να καταπιαστούμε επιτέλους μονάχα με τα έργα που θα μας επιτρέψουν να ζούμε μες στις πόλεις μας με ασφάλεια μεγαλύτερη και να έχουμε ανάμεσά μας εμπιστοσύνη περισσότερη. Βέβαια να αναπτυχθεί το θέμα αυτό είναι απλό και εύκολο: Δηλαδή είναι αδύνατο να εξασφαλίσουμε μια σίγουρη ειρήνη, άμα δεν πολεμήσουμε όλοι μαζί ομόφωνα τους Πέρσες· αδύνατο να ομονοήσουν οι Έλληνες, προτού πεισθούν και τις ωφέλειες από τον κοινό εχθρό να επιζητούν και τους πολέμους πάλι με τον ίδιο αντίπαλο να κάνουν.

[174] Και όταν θα γίνουν όλα αυτά και λείψει από τη μέση η φτώχια, που καταστρέφει τις φιλίες και οδηγεί τους συγγενείς σε αμάχες, αναστατώνει όλους τους ανθρώπους και φέρνει τους πολέμους, δεν είναι δυνατό να μην ομονοήσουμε και να μη νιώθουμε αγάπη αληθινή ο ένας για τον άλλο. Για όλους αυτούς τους λόγους πρέπει να κάνουμε το παν, για να μεταφερθεί το γρηγορότερο από δω ο πόλεμος στο χώρο της Ασίας. Είναι το μόνο αγαθό που θα ήταν δυνατό ίσως να βγάλουμε από τους ανόσιους πολέμους μεταξύ μας, αν θα το αποφασίζαμε επιτέλους να εκμεταλλευτούμε ενάντια στους βαρβάρους για το δικό μας το καλό την πικρή πείρα που μας εξασφάλισαν εδώ.

Η ΔΙΑΜΟΡΦΩΣΗ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ: ΟΙ ΘΕΩΡΙΕΣ

Αποτέλεσμα εικόνας για πεισίστρατος τύραννοςΤὸ πι­ὸ χτυ­πη­τὸ γνώ­ρι­σμα τῆς ἀρ­χαί­ας Ἑλ­λά­δας, ἡ βα­θυ­τέ­ρη αἰ­τί­α ὅ­λων τῶν ἐ­πι­τευγ­μά­των της καὶ ὅ­λων τῶν ἀ­δυ­να­μι­ῶν της βρί­σκε­ται στό δι­α­με­λι­σμὸ της σὲ ἄ­πει­ρες πό­λεις πού ἀ­πο­τε­λοῦ­σαν ἰ­σά­ριθ­μα κρά­τη. Ὅ­λες οἱ ἀν­τι­λή­ψεις οἱ συ­να­φεῖς μὲ ἕ­ναν τέ­τοι­ον κα­τα­κερ­μα­τι­σμὸ ἦ­ταν τό­σο βα­θι­ὰ ρι­ζω­μέ­νες στήν ἑλ­λη­νι­κὴ συ­νεί­δη­ση, πού τὸν 4ο αἰ­ῶ­να τὰ πι­ὸ πε­ρί­σκε­πτα πνεύ­μα­τα θε­ω­ροῦ­σαν τὴν ὕ­παρ­ξη τῆς πό­λης φυ­σι­κὸ φαι­νό­με­νο. Δέν μπο­ροῦ­σαν νὰ φαν­τα­στοῦν ἄλ­λον τρό­πο ὁ­μα­δι­κοῦ βί­ου ἀν­θρώ­πων ἀ­λη­θι­νὰ ἄ­ξι­ων νὰ λέ­γον­ται ἄν­θρω­ποι. Ὁ Ἀ­ρι­στο­τέ­λης ὁ ἴ­δι­ος φτά­νει νὰ θε­ω­ρή­σει τὸ ἀ­πο­τέ­λε­σμα αἰ­τί­α, καὶ νὰ ὁ­ρί­σει ὄ­χι τὸν Ἕλ­λη­να, ἀλ­λὰ τὸν ἄν­θρω­πο ὡς πο­λι­τι­κὸν ζῷ­ον. Κα­τὰ τη γνώ­μη του, ὑ­πάρ­χουν δύ­ο εἴ­δη ἀν­θρώ­πων: ἐ­κεῖ­νοι πού λι­μνά­ζουν σὲ ἄ­μορ­φες καὶ ἀ­πο­λί­τι­στες ἀν­θρώ­πι­νες ὁ­μά­δες ἡ σχη­μα­τί­ζουν τε­ρά­στι­α κο­πά­δι­α μέ­σα σὲ μο­ναρ­χί­ες μὲ τε­ρα­τώ­δεις δι­α­στά­σεις, καὶ ἐ­κεῖ­νοι πού συ­νε­ται­ρί­ζον­ται ἁρ­μο­νι­κὰ σχη­μα­τί­ζον­τας πό­λεις· οἱ πρῶ­τοί ἔ­χουν γεν­νη­θεῖ σκλά­βοι, γι­ὰ νὰ ἐ­πι­τρέ­ψουν στοὺς δευ­τέ­ρους νὰ πε­τύ­χουν μί­αν ἀ­νώ­τε­ρη ὀρ­γά­νω­ση.

Οἱ γε­ω­γρα­φι­κὲς συν­θῆ­κες τς Ἑλ­λά­δας συ­νέ­βα­λαν πραγ­μα­τι­κὰ στή μόρ­φω­ση τς ἱ­στο­ρι­κῆς φυ­σι­ο­γνω­μί­ας της. Κα­τα­κερ­μα­τι­σμέ­νη ἀ­πὸ τή συ­νε­χή συ­νάν­τη­ση τς θά­λασ­σας κα το βου­νοῦ, πα­ρου­σι­ά­ζει παν­τοῦ στε­νὲς κοι­λά­δες πλαι­σι­ω­μέ­νες μ ὑ­ψώ­μα­τα πού μό­νη εὔ­κο­λη δι­έ­ξο­δο τους ἔ­χουν τς ἀ­κτές. Σχη­μα­τί­ζον­ται ἔτ­σι ἀ­να­ρίθ­μη­τες μι­κρὲς πε­ρι­ο­χές, πού ἡ κα­θε­μι­ὰ τους γί­νε­ται τ φυ­σι­κὸ πλαί­σι­ο μι­ᾶς μι­κρῆς κοι­νω­νί­ας. Ὁ φυ­σι­κὸς κα­τα­κερ­μα­τι­σμὸς κα­θο­ρί­ζει του­λά­χι­στον εὐ­κο­λύ­νει τν πο­λι­τι­κὸ κα­τα­κερ­μα­τι­σμό. Κά­θε δι­α­μέ­ρι­σμα κα ξε­χω­ρι­στὸ κρά­τος. ν φαν­τα­στεῖ κα­νείς, μέ­σα σ μι­ὰ κλει­στὴ κοι­λά­δα, λι­βά­δι­α κον­τὰ σ ρυ­ά­κι­α, δά­ση στις πλα­γι­ές, ἀ­κό­μη ἀ­γρούς, ἀμ­πέ­λι­α κα λι­ό­φυ­τα ἀρ­κε­τὰ γι­ὰ ν ζή­σουν με­ρι­κὲς δε­κά­δες χι­λι­ά­δες κά­τοι­κοι, σπά­νι­α πά­νω ἀ­πὸ τς ἑ­κα­τό, τέ­λος ἕ­να ὕ­ψω­μα πού ν μπο­ρεῖ ν χρη­σι­μεύ­σει γι­ὰ κα­τα­φύ­γι­ο σ πε­ρί­πτω­ση ἐ­πί­θε­σης, κα ἕ­να λι­μά­νι γι­ά τις ἐ­ξω­τε­ρι­κὲς ἐ­πα­φές, θ σχη­μα­τί­σει τν εἰ­κό­να αὐ­τοῦ πού γι­ὰ ἔ­ναν Ἕλ­λη­να ἦ­ταν ἕ­να αὐ­τό­νο­μο κα κυ­ρί­αρ­χο κρά­τος.
 
Δν μπο­ροῦ­με ν πού­με ὡ­στό­σο ὅ­τι μό­νη αἰ­τί­α γι­ὰ τή δη­μι­ουρ­γί­α τς πό­λης ἦ­ταν ἕ­να ἀ­να­πό­φευ­κτο πε­πρω­μέ­νο, ἡ πα­νί­σχυ­ρη ἐ­πί­δρα­ση τς γς στόν ἄν­θρω­πο. Ἀ­πό­δει­ξη εἶ­ναι ὅ­τι ὁ Ἀ­ρι­στο­τέ­λης δν τ σκέφ­τε­ται κάν, ὅ­ταν θε­ω­ρεῖ τν ἀν­θρω­πο ὂν «πο­λι­τι­κό». Ἐ­ξάλ­λου στή Μ. Ἀ­σί­α κα στν Ἰ­τα­λί­α οἱ γε­ω­γρα­φι­κὲς συν­θῆ­κες ἦ­ταν πο­λὺ δι­α­φο­ρε­τι­κὲς ἀ­πὸ τς συν­θῆ­κες πού κυ­ρι­αρ­χοῦ­σαν στν κυ­ρί­ως Ἑλ­λά­δα: τ βου­νὰ ἦ­ταν λι­γό­τε­ρο χα­ώ­δη κα πι­ὸ χα­μη­λά, οἱ πε­δι­ά­δες πι­ὸ ἐ­κτε­τα­μέ­νες, οἱ ἐ­πι­κοι­νω­νί­ες πι­ὸ εὔ­κο­λες· κι ὅ­μως οἱ Ἕλ­λη­νες ἐ­πα­νέ­λα­βαν μ ἀ­κά­μα­τη ἀ­κρί­βει­α τν τύ­πο το πο­λι­τεύ­μα­τος πού εἶ­χαν δι­α­μορ­φώ­σει στ μέ­τρα χω­ρῶν πε­ρισ­σό­τε­ρο τε­μα­χι­σμέ­νων κα πε­ρι­ο­ρι­σμέ­νων. Πρέ­πει λοι­πὸν ν πα­ρα­δεχ­τοῦ­με ὅ­τι, κα­τὰ τή δι­α­μόρ­φω­ση τς πό­λης, μ τν ἐ­πί­δρα­ση το πε­ρι­βάλ­λον­τος συν­δυ­ά­στη­καν κα οἱ ἱ­στο­ρι­κὲς πε­ρι­στά­σεις.
 
Αὐ­τές μό­νο ἔ­λα­βαν ὑ­πό­ψη τους κα­τὰ τν ἀρ­χαι­ό­τη­τα Ἀ­ρι­στο­τέ­λης κα κα­τὰ τος νε­ω­τέ­ρους χρό­νους ὁ Fustel de Coulanges.
 
Σύμ­φω­να μ τ συγ­γρα­φέ­α τν Πο­λι­τι­κῶν, οἱ Ἕλ­λη­νες πέ­ρα­σαν ἀ­πὸ τρί­α στά­δι­α. Ἡ πρώ­τη κοι­νό­τη­τα, πού δι­α­τη­ρεῖ­ται σ ὅ­λες τς ἐ­πο­χὲς μ τ ν εἶ­ναι φυ­σι­κή, ἔ­χει βά­ση τ συ­νε­ται­ρι­σμὸ το ἄν­τρα κα τς γυ­ναί­κας, το κυ­ρί­ου κα το δού­λου, κα πε­ρι­λαμ­βά­νει ὅ­λους ἐ­κεί­νους πού τρῶ­νε στ ἴ­δι­ο τρα­πέ­ζι κα ἀ­να­πνέ­ουν τν κα­πνὸ το ἰ­δί­ου βω­μοῦ: εἶ­ναι ἡ οἰ­κο­γέ­νει­α (οἰ­κί­α). Ἀ­πὸ τν οἰ­κο­γέ­νει­α ἀ­να­πτύ­χθη­κε τ χω­ρι­ὸ (ἡ κώ­μη): αὐ­τοὶ πού τ κα­τοι­κοῦν, παι­δι­ὰ κα ἐγ­γό­νι­α τς ἀρ­χι­κῆς οἰ­κο­γέ­νει­ας, ὑ­πα­κού­ουν σ’ ἕ­να βα­σι­λέ­α, ὁ ὁ­ποῖ­ος ἀ­σκεῖ μέ­σα στή με­γα­λω­μέ­νη οἰ­κο­γέ­νει­α ὅ­λες τς ἐ­ξου­σι­ες πού ἀ­νή­κουν στν πι­ὸ ἠ­λι­κι­ω­μέ­νο τς πρω­τό­γο­νης οἰ­κο­γέ­νει­ας. Τέ­λος μ τ συ­νε­ται­ρι­σμὸ ἀρ­κε­τῶν χω­ρι­ῶν σχη­μα­τί­ζε­ται τ ὁ­λο­κλη­ρω­μέ­νο κρά­τος, ἡ τέ­λει­α κοι­νω­νί­α, ἡ πό­λη. Γεν­νη­μέ­νη ἀ­πὸ τν ἀ­νάγ­κη τν ἀν­θρώ­πων ν ζή­σουν καί, ἐ­πι­βι­ώ­νον­τας, ἀ­πὸ τν ἀ­νάγ­κη τους ν ζή­σουν κα­λά, πό­λη ὑ­πάρ­χει κα δι­α­τη­ρεῖ­ται μό­νο ὅ­ταν εἶ­ναι αὐ­τάρ­κης. Ἡ πό­λη εἶ­ναι λοι­πὸν ἕ­να φυ­σι­κὸ γε­γο­νός, ὅ­πως κα οἱ προ­γε­νέ­στε­ροι συ­νε­ται­ρι­σμοὶ τν ὁ­ποί­ων εἶ­ναι κα­τα­λή­ξη. Ν λοι­πὸν γι­α­τὶ ἄν­θρω­πος, ὁ­ποῖ­ος μό­νο μέ­σα στν οἰ­κο­γέ­νει­α μπο­ρεῖ ν ἀρ-χί­σει ν ἀ­να­πτύσ­σε­ται, δν μπο­ρεῖ ν φτά­σει στν ὁ­λο­κλη­ρω­σή του πα­ρὰ μό­νο μέ­σα στν πό­λη, κα ἑ­πο­μέ­νως εἶ­ναι «ν πο­λι­τι­κό».
 
Σ ἀ­νά­λο­γα συμ­πε­ρά­σμα­τα, ἐ­κτός ἀ­πὸ με­ρι­κὲς λε­πτο­μέ­ρει­ες, ἔφ­τα­σε στίς μέ­ρες μας συγ­γρα­φέ­ας τς Cite antique κά­νον­τας πε­ρι­ο­ρι­σμέ­νη χρή­ση τς συγ­κρι­τι­κῆς με­θό­δου. Αὐ­τὸς ἀ­να­ζή­τη­σε τν ἐ­ξή­γη­ση τν θε­σμῶν στίς πρω­τό­γο­νες πί­στεις, στή λα­τρεί­α τν νε­κρῶν κα στν ἱ­ε­ρὴ φω­τι­ά, κον­το­λο­γὶς στν οἰ­κο­γε­νει­α­κὴ λα­τρεί­α. Αὐ­τή ἦ­ταν ἀρ­χή πά­νω στν ὁ­ποί­α συγ­κρο­τή­θη­κε οἰ­κο­γέ­νει­α μ τν εὐ­ρύ­τε­ρή της ἔν­νοι­α, δη­λα­δὴ τ ἑλ­λη­νι­κο γέ­νος κα ρω­μα­ϊ­κὴ gens. ὑ­πο­χρέ­ω­ση πού αἰ­σθά­νον­ται οἱ ἄν­θρω­ποι ν τι­μοῦν τν κοι­νὸ πρό­γο­νο τος κά­νει ν ἐ­πι­δι­ώ­κουν τή συ­νέ­χει­α τς οἰ­κο­γέ­νει­ας· ἀ­πὸ αὐ­τὴν πη­γά­ζει οὐ­σί­α τν κα­νό­νων τοῦ γά­μου, τοῦ δι­καί­ου τς ἰ­δι­ο­κτη­σί­ας, τοῦ κλη­ρο­νο­μι­κοὺ δι­καί­ου τς δι­α­δο­χῆς, κα ἀ­πορ­ρέ­ει ἡ ἀ­πό­λυ­τη ἐ­ξου­σί­α τοῦ οἰ­κο­γε­νει­άρ­χη, πού εἶ­ναι με­γα­λύ­τε­ρος ἀ­πὸ τος πλη­σι­ε­στέ­ρους κα­τευ­θεί­αν ἀ­πο­γό­νους τοῦ θε­ϊ­κοΰ προ­γό­νου· σ αὐ­τὴν βα­σί­ζε­ται ἠ­θι­κή. Ἀ­νάγ­κες οἰ­κο­νο­μι­κὲς κα στρα­τι­ω­τι­κὲς ὑ­πο­χρέ­ω­σαν δι­α­δο­χι­κά τις οἰ­κο­γέ­νει­ες ν ἐ­νω­θοῦν σ φρα­τρί­ες, κα οἱ φρα­τρί­ες σ φυ­λές, τέ­λος οἱ φυ­λὲς σ πό­λη. Ἡ θρη­σκεί­α ἀ­κο­λου­θεῖ κα­τ’ ἀ­νάγ­κην τν ἀ­νά­πτυ­ξη τς ἀν­θρω­πί­νης κοι­νω­νί­ας· οἱ θέ­οι πού βγή­καν ἔ­ξω ἀ­πὸ τ πλαί­σι­ο τς οἰ­κο­γέ­νει­ας δν δι­α­φέ­ρουν ἀ­πὸ τος οἰ­κο­γε­νει­α­κοὺς θε­οὺς πα­ρὰ μό­νο κα­τὰ τή δι­ά­δο­ση τς λα­τρεί­ας τους. Ὑ­πῆρ­ξε μι­ὰ δη­μό­σι­α ἑ­στί­α. Ὑ­πῆρ­ξε μί­α θρη­σκεί­α τς πό­λης, πού δι­α­πό­τι­σε ὅ­λους τος θε­σμούς. Ὁ βα­σι­λέ­ας ἦ­ταν πρν ἀ­π’ ὅ­λα ἀρ­χι­ε­ρέ­ας, κα οἱ ἀρ­χές πού δι­α­δέχ­τη­καν τή βα­σι­λεί­α ἦ­ταν στν οὐ­σί­α τους ἱ­ε­ρο­σύ­νες: πο­λι­τι­κὴ ἐ­ξου­σί­α πη­γά­ζει ἀ­πὸ ἕ­να ἱ­ε­ρὸ λει­τούρ­γη­μα. Τ εἶ­ναι νό­μος; Μι­ὰ θεί­α ἐν­το­λή. Τί εἶ­ναι πα­τρι­ω­τι­σμός; Εὐ­σέ­βει­α ὅ­λων τν με­λῶν μι­ᾶς κοι­νό­τη­τας. Τί εἶ­ναι ἐ­ξο­ρί­α; Χω­ρι­σμὸς ἀ­πὸ τή θρη­σκευ­τι­κή κοι­νό­τη­τα. Ἡ θε­ϊ­κὴ ἐ­ξου­σί­α δη­μι­ουρ­γεῖ τν παν­το­δυ­να­μί­α τοῦ κρά­τους, κα κά­θε δι­εκ­δί­κη­ση γι­ὰ ἀ­το­μι­κή ἐ­λευ­θε­ρί­α δν μπο­ρεῖ ν νο­η­θεῖ πα­ρὰ σν ἐ­πα­νά­στα­ση κα­τὰ τν θε­ῶν. Μέ­σα στις πό­λεις πού ἦ­ταν ὀρ­γα­νω­μέ­νες μ’ αὐ­τὸν τν τρό­πο, οἱ ἀρ­χη­γοὶ τν γε­νῶν ἀ­πο­τε­λοῦ­σαν προ­νο­μι­οῦ­χο τά­ξη· ἦ­ταν σ θέ­ση ν ἀν­τι­στα­θοῦν στος βα­σι­λεῖς, κα ἐ­ξου­σί­α­ζαν τος ἀν­θρώ­πους τοῦ λα­οΰ πού εἶ­χαν συγ­κρο­τη­θεῖ γύ­ρω τους ς πε­λά­τες, κα κυ­ρί­ως τν ὄ­χλο τν πλη­βεί­ων, πού ἦ­ταν ἀ­πό­γο­νοι ξέ­νων. Μι­ὰ τό­σο ἰ­σχυ­ρὴ δύ­να­μη ἐ­πέ­φε­ρε σει­ρὰ ἐ­πα­να­στα­τι­κῶν με­τα­βο­λῶν. Πρώ­τη ἦ­ταν ἡ με­τα­βο­λὴ πού ἀ­φαι­ρε­σε ἀ­πὸ τ βα­σι­λέ­α τν πο­λι­τι­κὴ ἐ­ξου­σί­α, ἀ­φή­νον­τάς του τή θρη­σκευ­τι­κη. Ἀλ­λὰ οἱ ἀρ­χη­γοὶ τς ἀ­ρι­στο­κρα­τί­ας ἦ­ταν κα ἐ­κεῖ­νοι ἀ­λη­θι­νοὶ μο­νάρ­χες, κα­θέ­νας στ γέ­νος του. Μί­α δεύ­τε­ρη ἐ­πα­νά­στα­ση ἄλ­λα­ξε τή σύ­στα­ση τς οἰ­κο­γέ­νει­ας, κα­τάρ­γη­σε τ προ­νό­μι­ο τς πρω­το­το­κί­ας, ἑ­ξα­φά­νι­σε τν πε­λα­τεί­α. Μι­ὰ τρί­τη εἰ­σή­γα­γε τν ὄ­χλο στν πό­λη, ἄλ­λα­ξε τίς ἀρ­χές τοῦ ἰ­δι­ω­τι­κοΰ δι­καί­ου, ἔ­κα­με ὥ­στε ν ὑ­πε­ρι­σχύ­σει τ δη­μό­σι­ο συμ­φέ­ρον. Πρς στιγ­μὴν τ προ­νό­μι­ο τς πε­ρι­ου­σί­ας πῆ­γε ν ὑ­πο­κα­τα­στή­σει τ προ­νό­μι­ο τς κα­τα­γω­γῆς· χρει­ά­στη­κε μι­ὰ τέ­ταρ­τη ἐ­πα­νά­στα­ση γι­ὰ ν ἐ­πι­βά­λει τος νό­μους τς δη­μο­κρα­τι­κῆς δι­α­κυ­βέρ­νη­σης. Ἡ πό­λη δν μπο­ροῦ­σε ν ἀ­να­πτυ-χθεῖ πε­ρισ­σό­τε­ρο· οἱ ἀ­γῶ­νες ἀ­νά­με­σα σ πλου­σί­ους κα φτω­χοὺς τν ὁ­δή­γη­σαν στν κα­τα­στρο­φή. Ἡ κρι­τι­κὴ τν φι­λο­σό­φων ἄρ­χι­σε ν δεί­χνει πό­σο στε­νὸ ἦ­ταν αὐ­τό τ πο­λί­τευ­μα· ρω­μα­ϊ­κὴ κα­τά­κτη­ση ἀ­φαί­ρε­σε κά­θε πο­λι­τι­κὸ χα­ρα­κτῆ­ρα ἀ­πὸ τν πό­λη· τέ­λος χρι­στι­α­νι­σμὸς συ­νέ­βα­λε στ θρί­αμ­βο μι­ᾶς κα­θο­λι­κῆς σύλ­λη­ψης τοῦ κό­σμου κα με­τέ­βα­λε γι­ὰ πάν­τα κα αὐ­τοὺς τος ὅ­ρους κά­θε δι­α­κυ­βέρ­νη­σης.
 
Δν μπο­ρεῖ κα­νεὶς πα­ρὰ ν θαυ­μά­σει τή με­γα­λει­ώ­δη σύλ­λη­ψη τοῦ Fustel de Coulanges. Στν εὐ­ρύ­τη­τα τς σκέ­ψης του ἀν­τι­στοι­χοῦν ἡ ἀ­κρί­βει­α τν λε­πτο­με­ρει­ῶν κα κα­θα­ρό­τη­τα τς μορ­φῆς. Σή­με­ρα ὡ­στό­σο εἶ­ναι ἀ­δυ­να­το ν προ­συ­πο­γρά­ψει κα­νεὶς ὅ­λα του τ συμ­πε­ρά­σμα­τα. Δν θ τν κα­τη­γο­ρή­σου­με ἐ­δῶ γι­ὰ τή δι­στα­κτι­κό­τη­τα μ τν ὁ­ποί­α χρη­σι­μο­ποι­εῖ τή συγ­κρι­τι­κή μέ­θο­δο, ὄ­χι μό­νο γι­α­τὶ μοι­ραί­α κι ἐ­μεῖς κα­τα­φεύ­γου­με σ’ αὐ­τήν, ἀλ­λὰ κα γι­α­τί, πράγ­μα­τι, κα­νέ­νας με­τὰ τν Montesquieu δν χει­ρί­στη­κε αὐ­τὴ τή μέ­θο­δο μ τό­ση δε­ξι­ό­τη­τα ὅ­ση συγ­γρα­φέ­ας τς Cite antique. Σ ἄλ­λα ση­μεῖ­α πρέ­πει κα­νεὶς ν φυ­λαχ­τεῖ γι­ὰ ν μν ὑ­πο­κύ­ψει στή γο­η­τεί­α αὐ­τοῦ τοῦ ἀ­ρι­στουρ­γη­μα­τος. Κα­θὼς περ­νά­ει ἀ­πὸ τν οἰ­κο­γέ­νει­α στή φρα­τρί­α κα ἀ­πὸ ἐ­κεῖ στή φυ­λὴ κα στν πό­λη, ἱ­στο­ρι­κὸς δν κά­νει τί­πο­τε ἄλ­λο, πα­ρὰ τς ἀν­τί­θε­τες δι­α­βε­βαι­ώ­σεις του, ἀ­πὸ τ ν με­τα­φέ­ρει μέ­σα σ ὁ­μά­δες, ὅ­λο κα πι­ὸ με­γά­λες, τς δο­ξα­σί­ες κα τς συ­νή­θει­ες πού πα­ρα­τή­ρη­σε στν ἀρ­χι­κὴ ὁ­μά­δα: αὐ­τές μέ­νουν ἀ­ναλ­λοί­ω­τες μέ­σα σ εὐ­ρύ­τε­ρο χῶ­ρο. Μ ἀ­κλό­νη­τη λο­γι­κὴ περ­νᾶ ἀ­πὸ τ ὅ­μοι­ο στ ὅ­μοι­ο κα το­πο­θε­τεῖ τν οἰ­κο­γέ­νει­α στ κέν­τρο μι­ᾶς σει­ρᾶς ὁ­μό­κεν­τρων κύ­κλων. Ἀλ­λὰ οἱ ἀν­θρώ­πι­νες κοι­νω­νί­ες δν ἐ­ξε­λίσ­σον­ται μ’ αὐ­τὸν τν τρό­πο· δν πρό­κει­ται γι­ὰ μορ­φὲς γε­ω­με­τρι­κές, ἀλ­λὰ γι­ὰ ζων­τα­νὰ ὄν­τα πού ἐ­πι­ζοῦν κα δι­α­τη­ροῦν τν ταυ­τό­τη­τα τους χα­ρη στ ὅ­τι με­τα­βάλ­λον­ται βα­θύ­τα­τα. Στν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα ἑλ­λη­νι­κὴ πό­λη, μό­λο πού δι­α­τη­ρεῖ τ θε­σμὸ τς οἰ­κο­γέ­νει­ας, δν μπό­ρε­σε ν με­γα­λώ­σει πα­ρὰ ες βά­ρος της· ἀ­ναγ­κά­στη­κε ν κά­νει ἔκ­κλη­ση στις ἀ­το­μι­κὲς δρα­στη­ρι­ό­τη­τες πού συ­νέ­θλι­βε. Ὑ­πο­χρε­ώ­θη­κε ν δι­ε­ξα­γά­γει μα­κροὺς ἀ­γῶ­νες ἐ­ναν­τί­ον τοῦ γέ­νους, κα κά­θε νί­κη της ἔ­γι­νε δυ­να­τὴ μ τν κα­τά­λυ­ση ἑ­νὸς πα­τρι­αρ­χι­κοὺ δε­σμοῦ. Ἔτ­σι ἀν­τι­λαμ­βα­νό­μα­στε τ με­γά­λο λά­θος τοῦ Fustel de Coulanges. Σύμ­φω­να μ τή θε­ω­ρί­α πού κυ­ρι­αρ­χοῦ­σε στή φι­λε­λεύ­θε­ρη σχο­λή τοῦ 19ου αἰ­ώ­να, δι­έ­κρι­νε μί­αν ἀ­πό­λυ­τη ἀν­τι­νο­μί­α ἀ­νά­με­σα στν παν­το­δυ­να­μί­α τς πό­λης κα στν ἀ­το­μι­κὴ ἐ­λευ­θε­ρί­α, ἐ­νῶ, στν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, δύ­να­μη τοῦ κρά­τους κα  ἀ­το­μι­κι­σμός προ­χώ­ρη­σαν μ τ ἴ­δι­ο βῆ­μα, προ­σφέ­ρον­τας ἀ­μοι­βαί­α ὑ­πο­στή­ρι­ξη.
 
Δν θ συ­ναν­τή­σου­με λοι­πὸν δύ­ο δυ­νά­μεις, τν οἰ­κο­γέ­νει­α κα τν πό­λη, ἀλ­λὰ τρες: τν οἰ­κο­γέ­νει­α, τν πό­λη κα τ ἄ­το­μο. Κα­θε­μι­ὰ ὑ­πε­ρί­σχυ­σε μ τή σει­ρά της. Ἔτ­σι, ὅ­λη ἡ ἱ­στο­ρί­α τν ἑλ­λη­νι­κῶν θε­σμῶν συ­νο­ψί­ζε­ται σ τρες πε­ρι­ό­δους:
 
- στν πρώ­τη, πό­λη ἀ­πο­τε­λεῖ­ται ἀ­πὸ οἰ­κο­γέ­νει­ες πού ζη­λό­τυ­πα φυ­λά­γουν τ ἀρ­χε­γο­να δι­και­ώ­μα­τά τους κα ὑ­πο­τάσ­σουν ὅ­λα τ μέ­λη τους στ συλ­λο­γι­κὸ τους συμ­φέ­ρον
 
- στή δεύ­τε­ρη, πό­λη ὑ­πο­τάσ­σει τς οἰ­κο­γέ­νει­ες μ τή βο­ή­θει­α τν ἀ­τό­μων πού ἀ­πε­λευ­θε­ρώ­θη­καν
 
- στν τρί­τη, οἱ ὑ­περ­βο­λὲς τοῦ ἀ­το­μι­κι­σμοΰ κα­τα­στρέ­φουν τν πό­λη, σ ση­μεῖ­ο πού κά­νουν ἀ­πα­ραί­τη­τη τν ἵ­δρυ­ση κρα­τῶν πι­ὸ ἐ­κτε­τα­μέ­νων.

Πεισίστρατος ο προοδευτικός τύραννος περίπου 600-527 π.X

Ο αθηναίος πολιτικός Πεισίστρατος, γόνος αριστοκρατικής οικογένειας, καταγόταν από τη Βραυρώνα της Αττικής. Το όνομα του πατέρα του ήταν Ιπποκράτης και η μητέρα του, από το γένος των Νηλειδών της Πύλου, ήταν εξαδέλφη της μητέρας του Σόλωνα. Ο Πεισίστρατος έγινε πολύ δημοφιλής στην Αθήνα όταν το 570 π.X., κατά τον πόλεμο των Αθηναίων με τους Μεγαρείς, κατέλαβε τη Νισαία, το λιμάνι των Μεγάρων.
 
Δεινός ρήτορας ο Πεισίστρατος εκμεταλλεύθηκε την πολιτική και κοινωνική αστάθεια της Αθήνας μετά τις μεταρρυθμίσεις του Σόλωνα και συσπείρωσε γύρω του τα δυσαρεστημένα τμήματα του πληθυσμού, όπως τους μικροκτηματίες των άγονων ορεινών περιοχών και τους ακτήμονες, γι' αυτό και η παράταξή του ονομάστηκε των Διακρίων (ή Υπερακρίων ή Επακρίων). Ως τότε στην Αττική κυριαρχούσαν δύο παρατάξεις, των Πεδιακών, που εκπροσωπούσε τους πλούσιους γαιοκτήμονες με αρχηγό τον Λυκούργο, και των Παραλίων, με οπαδούς τους πολίτες μεσαίων εισοδημάτων και με αρχηγό τον Μεγακλή, ο οποίος έκλινε περισσότερο προς τη συνέχιση της μετριοπαθούς πολιτικής του Σόλωνα.
      
Τεχνάσματα για την εξουσία
 
Επινοητικός και εξαιρετικά φιλόδοξος ο Πεισίστρατος επιχείρησε τρεις φορές να γίνει τύραννος της Αθήνας. Οι δύο πρώτες τυραννίδες του ήταν βραχύβιες αλλά με την τρίτη ο Πεισίστρατος παρέμεινε στην εξουσία ως τον θάνατό του.
 
Στην πρώτη του απόπειρα να κατακτήσει την εξουσία ο Πεισίστρατος σκαρφίστηκε το εξής τέχνασμα: αφού τραυματίστηκε μόνος του, εμφανίστηκε στην Αγορά καταματωμένος και άρχισε να διηγείται το πώς, ενώ αυτός υπερασπιζόταν τα δίκαια των αδυνάτων, οι αντίπαλοί του τού επιτέθηκαν και λίγο έλειψε να τον σκοτώσουν. Οι Αθηναίοι τον πίστεψαν και, για να τον προστατέψουν από τους εχθρούς του, του έδωσαν προσωπική φρουρά 50 κορυνηφόρους (άνδρες οπλισμένους με ρόπαλα). Με «μαγιά» την προσωπική του φρουρά ο Πεισίστρατος, το 560 π.X., συγκέντρωσε και άλλους μισθοφόρους και κατέλαβε την Ακρόπολη και την εξουσία. Όχι όμως για πολύ. Ο Μεγακλής και ο Λυκούργος ξέχασαν τις διαφορές τους, συμμάχησαν εναντίον του και ενωμένοι κατάφεραν να πάρουν την εξουσία από τα χέρια του Πεισίστρατου και να τον εξορίσουν.
 
Μόλις ο Πεισίστρατος έφυγε από τη μέση, ο Μεγακλής και ο Λυκούργος άρχισαν πάλι τη διαμάχη. Ο πανέξυπνος Πεισίστρατος, εκμεταλλευόμενος την περίσταση, πήρε με το μέρος του τον μετριόφρονα Μεγακλή ο οποίος μάλιστα του έδωσε για σύζυγο την κόρη του. Αυτή ήταν η τρίτη σύζυγος του Πεισίστρατου. H πρώτη ήταν Αθηναία, με την οποία απέκτησε δύο γιους, τον Ιππία και τον Ίππαρχο. H δεύτερη ήταν Αργεία, μητέρα του Ηγησίστρατου.
 
Για να μπορέσει ο Πεισίστρατος να εγκαταστήσει τη νέα τυραννίδα του επινόησε άλλο τέχνασμα. Έβαλε πάνω σε άρμα μια νεαρή γυναίκα ντυμένη με πανοπλία και περικεφαλαία και εν πομπή την έφερε από την Παιανία στην Ακρόπολη διαδίδοντας ότι ήρθε η ίδια η Αθηνά για να τον στέψει άρχοντα της πόλης. Ο λαός της Αθήνας εντυπωσιάστηκε και ο Πεισίστρατος ξανάγινε τύραννος το 558 π.X. Αλλά και πάλι για λίγο. Φαίνεται ότι ο κυριότερος λόγος που απέτυχε και σε αυτή του την προσπάθεια ήταν ότι μόλις εξασφάλισε την τυραννίδα, διατυμπάνισε ότι ο γάμος του με την κόρη του Μεγακλή ήταν τυπικός γιατί αυτός δεν σκόπευε να ενώσει το αίμα του με το αίμα των Αλκμεωνιδών, δηλαδή της οικογένειας του Μεγακλή. Βαθιά προσβεβλημένος ο Μεγακλής συμμάχησε εκ νέου με τον Λυκούργο και οι δυο τους ενωμένοι κατόρθωσαν, το 556 π.X., να διώξουν τον Πεισίστρατο από την Αθήνα, στερώντας του τα πολιτικά του δικαιώματα και δημεύοντας την περιουσία του.
 
Επιτέλους τύραννος
 
Ο Πεισίστρατος τότε έφυγε και πήγε αρχικά στην Εύβοια και μετά στη Μακεδονία όπου στο Παγγαίο όρος απέκτησε τον έλεγχο ορυχείων χρυσού και αργύρου και πλούτισε. Ετσι μπορούσε πλέον να συντηρεί έναν αρκετά μεγάλο στρατό μισθοφόρων. Επιπλέον ζήτησε βοήθεια από τους αριστοκράτες φίλους του από τη Θήβα, τη Θεσσαλία, την Ερέτρια και κυρίως από τη Νάξο όπου ο Λύγδαμης, ο μετέπειτα τύραννος του νησιού, πρόσφερε στον Πεισίστρατο και στρατό και χρήμα. Επίσης ο γιος του Ηγησίστρατος στρατολόγησε από τη γενέτειρα της μητέρας του γύρω στους 1.000 αργείους εθελοντές.
   
Τον στρατό του ο Πεισίστρατος τον συγκέντρωσε στην Ερέτρια και από εκεί έπλευσε στον Μαραθώνα απ' όπου εκστράτευσε εναντίον της Αθήνας. Ο στρατός του Λυκούργου και του Μεγακλή τον περίμενε στην Παλλήνη. Εκεί όμως ο Πεισίστρατος, πάλι με τέχνασμα, νίκησε τους αντιπάλους του κατά κράτος. Επιτέθηκε το καταμεσήμερο, την ώρα όπου οι Αθηναίοι λαγοκοιμούνταν αποκαμωμένοι από τη ζέστη. Ετσι ο Πεισίστρατος μπήκε θριαμβευτής στην Αθήνα το 546 π.X., ένδεκα χρόνια αφότου τον είχαν διώξει ως προδότη, και επέβαλε την τρίτη τυραννίδα του την οποία διατήρησε ισοβίως.
     
Φιλαγροτική πολιτική
 
Μολονότι ο Πεισίστρατος κατέκτησε την Αθήνα με ξένο στρατό, δεν κατέλυσε τους ισχύοντες θεσμούς. Αντίθετα σεβάστηκε τους νόμους του Σόλωνα παρ' ότι εκείνος στην πρώτη τυραννίδα του Πεισίστρατου είχε κάνει το παν για να μπορέσει να τον διώξει από την εξουσία. Φυσικά ο Πεισίστρατος είχε τον έλεγχο των πάντων. Διατήρησε τον υπάρχοντα διοικητικό μηχανισμό της Αθήνας αλλά φρόντισε να τοποθετήσει σε όλες τις θέσεις-κλειδιά συγγενείς του ή ανθρώπους της απόλυτης εμπιστοσύνης του. Επίσης κατάφερε με ειρηνικά μέσα να αφοπλίσει τους Αθηναίους πείθοντάς τους ότι θα τους προστάτευε με στρατό που θα τον πλήρωνε από τα δημόσια έσοδα, και έστρεψε τα ενδιαφέροντά τους σε παραγωγικότερες ασχολίες αντί του πολέμου. Για να διασφαλίσει το καθεστώς του από τους αντιφρονούντες ο Πεισίστρατος πήρε ομήρους μερικούς νέους από αριστοκρατικές οικογένειες και τους έστειλε στη Νάξο, στον Λύγδαμη, τον οποίο βοήθησε να γίνει τύραννος του νησιού. Επίσης εξόρισε όλους εκείνους που αρνήθηκαν να συμβιβαστούν, όπως τους Αλκμεωνίδες. Ως πρώην αρχηγός των Διακρίων ο Πεισίστρατος κράτησε τις υποσχέσεις που έδινε κάποτε στους οπαδούς του: τα κτήματα που δήμευσε από τους εξόριστους Παραλίους και Πεδιακούς τα μοίρασε στους ακτήμονες και έκανε αναδασμό της γης, κάτι που δεν είχε τολμήσει να κάνει ο Σόλων. Επιπλέον έδωσε στους αγρότες χαμηλότοκα δάνεια ώστε τους μήνες όπου περίμεναν να συλλέξουν τη σοδειά τους να μην αναγκάζονται να μπαίνουν στην πόλη αναζητώντας δουλειά. Θέσπισε επίσης κινητά δικαστήρια τα οποία περιόδευαν στην ύπαιθρο για την επίλυση των διαφορών. Με τον τρόπο αυτό ο Πεισίστρατος περιόρισε την αστυφιλία και αύξησε την αγροτική παραγωγή.
     
Ανταποδοτική φορολογία
 
Ο Πεισίστρατος ενθάρρυνε και τη βιοτεχνία και το εμπόριο και επέβαλε τη φορολογία της δεκάτης (10% επί του εισοδήματος). Με τα χρήματα που εισέπραττε από τους φόρους κατασκεύασε δρόμους και πολλά άλλα δημόσια έργα, μνημεία και ναούς που ομόρφυναν την Αττική αλλά ταυτόχρονα πρόσφεραν δουλειά στον αστικό πληθυσμό. Μερικά από τα διασημότερα έργα της εποχής του Πεισίστρατου ήταν το υδραγωγείο, η Εννεάκρουνος ή Καλλιρρόη, το Εκατόμπεδον στην Ακρόπολη προς τιμήν της Αθηνάς, εκεί όπου αργότερα χτίστηκε ο Παρθενώνας, και ο ναός του Ολυμπίου Διός, ο οποίος τελικά ολοκληρώθηκε αιώνες αργότερα από τον ρωμαίο αυτοκράτορα Αδριανό.
 
Μεγάλος προστάτης των γραμμάτων και των τεχνών υπήρξε επίσης ο Πεισίστρατος. Στην εποχή του καταγράφηκαν για πρώτη φορά τα Ομηρικά Επη και στην πλουσιοτάτη βιβλιοθήκη του είχαν πρόσβαση όλοι οι πολίτες. H αττική αγγειοπλαστική επί των ημερών του γνώρισε μεγάλη άνθηση.
 
Στο πλαίσιο της φιλολαϊκής πολιτικής του ο Πεισίστρατος αναδιοργάνωσε και αναβάθμισε τις κυριότερες εορτές της Αθήνας, όπως τα Διονύσια και τα Παναθήναια που τόνιζαν την ενότητα του λαού. Εκτός από τις πομπές και τις τελετουργίες εντάχθηκαν στις εορτές και αθλητικοί, μουσικοί και ποιητικοί αγώνες. Υπάρχουν ιστορικές μαρτυρίες ότι ο Θέσπις, ο προπάτορας του αρχαίου ελληνικού θεάτρου, αναδείχτηκε νικητής στον ποιητικό αγώνα των Μεγάλων Διονυσίων επί Πεισιστράτου, το 535 ή το 533 π.X.
     
Ειρηνική τυραννίδα
 
Στα 20 σχεδόν χρόνια της τρίτης τυραννίδας του Πεισίστρατου η Αττική δεν ενεπλάκη σε πόλεμο. Οι σχέσεις του Πεισίστρατου με τους επικίνδυνους γείτονες, κυρίως τη Μεγαρίδα την οποία είχε κατατροπώσει παλαιότερα με νικηφόρο πόλεμο, υπήρξαν άριστες. Το ίδιο και με τις περισσότερες ελληνικές πόλεις. Σύμφωνα με τις ιστορικές μαρτυρίες η τυραννίδα του Πεισίστρατου ήταν μάλλον ήπια, σχεδόν «δημοκρατική».
 
Μετά τον θάνατο του Πεισίστρατου τον διαδέχθηκαν οι γιοι του Ιππίας και Ίππαρχος, οι οποίοι και υπήρξαν οι τελευταίοι τύραννοι της Αθήνας. Το τυραννικό πολίτευμα της Αθήνας καταλύθηκε το 510 π.X.