Πέμπτη, 2 Μαρτίου 2017

ΡΗΤΟΡΙΚΗ: ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ - Πανηγυρικός (71-74)

Σχετική εικόνα[71] Καλὰ μὲν οὖν καὶ ταῦτα καὶ πρέποντα τοῖς περὶ τῆς ἡγεμονίας ἀμφισβητοῦσιν, ἀδελφὰ δὲ τῶν εἰρημένων καὶ τοιαῦθ᾽ οἷά περ εἰκὸς τοὺς ἐκ τοιούτων γεγονότας οἱ πρὸς Δαρεῖον καὶ Ξέρξην πολεμήσαντες ἔπραξαν. μεγίστου γὰρ πολέμου συστάντος ἐκείνου καὶ πλείστων κινδύνων εἰς τὸν αὐτὸν χρόνον συμπεσόντων, καὶ τῶν μὲν πολεμίων ἀνυποστάτων οἰομένων εἶναι διὰ τὸ πλῆθος, τῶν δὲ συμμάχων ἀνυπέρβλητον ἡγουμένων ἔχειν τὴν ἀρετήν,

[72] ἀμφοτέρων κρατήσαντες ὡς ἑκατέρων προσῆκεν, καὶ πρὸς ἅπαντας τοὺς κινδύνους διενεγκόντες, εὐθὺς μὲν τῶν ἀριστείων ἠξιώθησαν, οὐ πολλῷ δ᾽ ὕστερον τὴν ἀρχὴν τῆς θαλάττης ἔλαβον, δόντων μὲν τῶν ἄλλων Ἑλλήνων, οὐκ ἀμφισβητούντων δὲ τῶν νῦν ἡμᾶς ἀφαιρεῖσθαι ζητούντων.

[73] Καὶ μηδεὶς οἰέσθω μ᾽ ἀγνοεῖν ὅτι καὶ Λακεδαιμόνιοι περὶ τοὺς καιροὺς τούτους πολλῶν ἀγαθῶν αἴτιοι τοῖς Ἕλλησιν κατέστησαν· ἀλλὰ διὰ τοῦτο καὶ μᾶλλον ἐπαινεῖν ἔχω τὴν πόλιν, ὅτι τοιούτων ἀνταγωνιστῶν τυχοῦσα τοσοῦτον αὐτῶν διήνεγκεν. βούλομαι δ᾽ ὀλίγῳ μακρότερα περὶ τοῖν πολέοιν εἰπεῖν καὶ μὴ ταχὺ λίαν παραδραμεῖν, ἵν᾽ ἀμφοτέρων ἡμῖν ὑπομνήματα γένηται, τῆς τε τῶν προγόνων ἀρετῆς καὶ τῆς πρὸς τοὺς βαρβάρους ἔχθρας.

[74] καίτοι μ᾽ οὐ λέληθεν ὅτι χαλεπόν ἐστιν ὕστατον ἐπελθόντα λέγειν περὶ πραγμάτων πάλαι προκατειλημμένων καὶ περὶ ὧν οἱ μάλιστα δυνηθέντες τῶν πολιτῶν εἰπεῖν ἐπὶ τοῖς δημοσίᾳ θαπτομένοις πολλάκις εἰρήκασιν· ἀνάγκη γὰρ τὰ μὲν μέγιστ᾽ αὐτῶν ἤδη κατακεχρῆσθαι, μικρὰ δ᾽ ἔτι παραλελεῖφθαι. ὅμως δ᾽ ἐκ τῶν ὑπολοίπων, ἐπειδὴ συμφέρει τοῖς πράγμασιν, οὐκ ὀκνητέον μνησθῆναι περὶ αὐτῶν.

***
Η σπουδαιότητα των Μηδικών — Συμβολή Σπάρτης και Αθηνών.
[71] Καλά και άξια βέβαια είναι όλα αυτά για όσους με το δίκιο τους διεκδικούν την ηγεμονία της Ελλάδας. Όμως κατορθώματα ανάλογα με αυτά και όπως θα τα περίμενε κανένας από τους απογόνους τέτοιων προγόνων είναι εκείνα που έκαναν όσοι πολέμησαν με το Δαρείο και τον Ξέρξη. Αυτός ο πόλεμος βέβαια ήταν ο φοβερότερος από όλους, και έπεσαν μαζεμένοι στην Ελλάδα κίνδυνοι πάμπολλοι την ίδια εποχή. Οι εχθροί πίστευαν πως ήταν ακατάβλητοι για το πλήθος τους το αμέτρητο, και οι σύμμαχοί μας νόμιζαν πως η παλικαριά τους δε βρίσκει το ταίρι της.

[72] Παρ᾽ όλα αυτά οι πρόγονοί μας νίκησαν και τους δυο —φυσικά με τον τρόπο που στον καθένα ταίριαζε— και στις μάχες όλες διακρίθηκαν. Γι᾽ αυτό και κρίθηκαν αμέσως άξιοι για τα αριστεία και πολύ γρήγορα απόχτησαν την ηγεμονία στη θάλασσα, που τους την έδωσαν οι άλλοι Έλληνες, χωρίς να την αμφισβητούν ούτε και αυτοί που επιδιώκουν σήμερα να μας την αφαιρέσουν.

[73] Και ας μη νομίσει κανένας πως μου διαφεύγει ότι και οι Σπαρτιάτες τα δύσκολα εκείνα χρόνια πρόσφεραν εξαιρετικές υπηρεσίες στην Ελλάδα. Ίσα ίσα! Μα γι᾽ αυτό ακριβώς κιόλας μπορώ και πλέκω τέτοιο εγκώμιο στην πόλη μας· γιατί της έλαχαν τέτοιοι ανταγωνιστές και μπόρεσε να τους ξεπεράσει τόσο. Μάλιστα θέλω να πω περισσότερα για τις δυο πόλεις, να μη μιλήσω σύντομα, για να σας βοηθήσω να θυμηθείτε ακριβώς δυο πράγματα σπουδαία: Και την παλικαριά των πατεράδων μας και το μίσος τους το άσβηστο για τους βαρβάρους.

[74] Βέβαια δεν ξεχνώ πως είναι δύσκολη η θέση μου, αφού ήρθα τελευταίος να μιλήσω για θέματα που άλλοι τα καταπιάστηκαν από καιρό και μίλησαν γι᾽ αυτά πολλές φορές σε λόγους επιτάφιους οι πιο δεινοί της πόλης ρήτορες. Είναι φυσικό τα πιο σπουδαία σημεία τους να έχουν πια εξαντληθεί και να έχουν απομείνει μονάχα λεπτομέρειες. Και αυτές όμως, αφού το επιβάλλει η περίσταση, δε θα διστάσω να τις αναφέρω.

Πολίτες «ενεργοί» και πολίτες «παθητικοί» στην Αρχαία Ελλάδα

Αποτέλεσμα εικόνας για Πολίτες «ενεργοί» και πολίτες «παθητικοί» στην Αρχαία Ελλάδα1. Η ΣΤΕΡΗΣΗ ΤΩΝ ΠΟΛΙΤΙΚΩΝ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ
 
Η στέρηση των πολιτικών δικαιωμάτων, δηλαδή του δικαιώματος συμμετοχής στην πολιτική ζωή και στη λήψη των αποφάσεων, μπορούσε να είναι αποτέλεσμα είτε δικαστικής απόφασης είτε μιας στάσης.
 
1.1 Η ατιμία
 
Ο όρος ατιμία φαίνεται ότι κάλυπτε δύο είδη αποκλεισμού από τη συμμετοχή στην πολιτική ζωή. Σύμφωνα με την παλαιότερη χρήση του. ο όρος υποδήλωνε ότι ο πολίτης που υποβλήθηκε στην ποινή αυτή αποτελούσε πλέον ένα είδος παρανόμου τον οποίο μπορούσαν και να θανατώσουν, χωρίς επακόλουθη τιμωρία, και να κατασχέσουν τη περιουσία του. Πολύ γρήγορα όμως, ήδη από το τέλος του 6ου  αιώνα, και τουλάχιστον στην Αθήνα, η ατιμία απόκτησε λιγότερο ριζοσπαστική σημασία: η επιβολή της ατιμίας σε έναν πολίτη σήμαινε την αφαίρεση των πολιτικών του δικαιωμάτων και τον αποκλεισμό από τα ιερά της πόλης.
 
Ο άτιμος δεν είχε πλέον το δικαίωμα συμμετοχής στην εκκλησία του δήμου, στα δικαστήρια και δεν μπορούσε να θέσει υποψηφιότητα για καμία αρχή. Δεν έπαυε όμως να ανήκει στο πολιτικό σώμα, συνεπώς η ένωσή του με μία Αθηναία ήταν νόμιμη, όπως και η Ιδιοκτησία των αγαθών που του ανήκαν. Τίθενται δύο προβλήματα αναφορικά με την ατιμία: πρώτον, ήταν κληρονομική, και δεύτερον, ποια ήταν τα σφάλματα που μπορούσαν να επισύρουν την επιβολή της;
 
Ως προς το πρώτο σημείο, φαίνεται ότι η ατιμία αποτελούσε ισόβια καταδίκη, δεν αφορούσε όμως παρά μόνο στον ένοχο, και όχι στους απογόνους του. Σε μία μόνο περίπτωση, όμως, η ατιμία μπορούσε να είναι κληρονομική: αν επρόκειτο για κάποιον που χρωστούσε στο δημόσιο, κάποιον πολίτη που δεν είχε εξοφλήσει κάποιο πρόστιμο που του είχε επιβληθεί από δικαστήριο ή που δεν είχε, ως γεωργός υπεύθυνος για έναν φόρο, αποδώσει τα ποσά που είχε συγκεντρώσει. Στην περίπτωση αυτή, αν πέθαινε πριν εξοφλήσει το χρέος του, η ατιμία βάραινε τους κληρονόμους του, αλλά έπαυε βεβαίως όταν οι τελευταίοι πλήρωναν το χρέος. Εκτός από αυτές τις περιπτώσεις χρέωσης, τα άλλα σφάλματα που μπορούσαν να επιφέρουν την επιβολή ατιμίας ήταν διαφόρων ειδών άλλα αφορούσαν σε ιδιωτικές βλάβες (κακή μεταχείριση, σεξουαλική βία. διάλυση πατρικής κληρονομιάς κ.λπ.), και άλλα αφορούσαν σε δημόσιες βλάβες (διαφθορά δικαστών, ψευδομαρτυρία, επανειλημμένες καταδίκες για την υποβολή παράνομων προτάσεων).
 
Φαίνεται επίσης πως υπήρχαν και μορφές μερικής ατιμίας. Το παράδειγμα που αναφέρεται πάντα για την περίπτωση αυτή είναι των πολιτών εκείνων που είχαν υπηρετήσει στο στράτευμα που είχε μείνει στην Αθήνα κατά τη στάση των ολιγαρχικών του 411: καταδικάστηκαν να μην παίρνουν πια τον λόγο στις συνελεύσεις της εκκλησίας του δήμου, διατηρώντας όμως το δικαίωμα να παραβρίσκονται στις συνελεύσεις.
 
Άλλες περιπτώσεις μερικής ατιμίας αναφέρονται από τον ρήτορα Ανδοκίδη, όπως. για παράδειγμα, η απαγόρευση να εγείρουν αγωγή στα δικαστήρια ή να διασχίζουν την αγορά. Υπάρχουν όμως πολλά σκοτεινά σημεία σχετικά με τις διάφορες διαδικασίες που οδηγούσαν σε μια τέτοια στέρηση ορισμένων πολιτικών δικαιωμάτων.
 
       1.2   Οι πολιτικές επαναστάσεις
 
Μέσα από την ιστορία της Αθήνας και πάλι θα μπορέσουμε να κατανοήσουμε πώς μπορούσαν οι πολίτες να στερηθούν τα πολιτικά τους δικαιώματα, παραμένοντας συγχρόνως μέλη της πολιτικής κοινότητας. Θα συγκροτήσουμε τρεις στιγμές της ιστορίας αυτής: τη στάση των ολιγαρχικών το 411. τη διακυβέρνηση των Τριάκοντα και το πολίτευμα που υιοθετήθηκε το 322 υπό την πίεση του Μακεδόνα στρατηγού Αντίπατρου.
 
1.2.1 Η στάση του 411
 
Το 411, μετά τη βαριά ήττα που υπέστη η Αθήνα στη Σικελία, οι εχθροί της δημοκρατίας, εκμεταλλευόμενοι την αναταραχή που επικρατούσε στην πόλη, κατέλαβαν την εξουσία στην Αθήνα και εγκαθίδρυσαν νέους νόμους, σύμφωνα με τους οποίους μόνο πέντε χιλιάδες πολίτες από τους τριάντα πέντε χιλιάδες που υπήρχαν στην πόλη θα μπορούσαν να ασκούν τα πολιτικά τους δικαιώματα. Είδαμε ήδη πώς απέτυχε το εγχείρημα, από την αντίδραση του ναυτικού και του στρατεύματος, που καθαίρεσαν τους στρατηγούς τους και αρνήθηκαν να αποδεχτούν τα γεγονότα που είχαν διαδραματιστεί στην Αθήνα. Χωρίς την υποστήριξη του στόλου και μέρους του στρατεύματος, οι ολιγαρχικοί δεν μπόρεσαν να διατηρηθούν στην εξουσία kui η δημοκρατία υποκαταστάθηκε. Γνωρίζουμε, όμως, από τον λόγο ενός ρήτορα της εποχής ότι ήδη είχαν αρχίσει να συντάσσουν τον κατάλογο εκείνων που θα διατηρούσαν πλήρη πολίτικα δικαιώματα. Οι υπόλοιποι δεν θα έχαναν βέβαια την ιδιότητα του Αθηναίου, θα μετατρέπονταν όμως σε «παθητικούς» πολίτες.
 
1.2.2    Η διακυβέρνηση των Τριάκοντα
 
Το 405, η Αθήνα υπέστη μια σοβαρή ναυτική ήττα στους Αιγός ποταμούς από τον στόλο των Λακεδαιμονίων. Η ήττα αυτή σήμανε το τέλος του πολέμου που για ένα τέταρτο του αιώνα είχε φέρει αντιμέτωπες τις δύο μεγάλες πόλεις kui τους συμμάχους τους. Ενώ ο ναύαρχος Λύσανδρος είχε αποκλείσει το λιμάνι του Πειραιά, οι ολιγαρχικοί κατέλαβαν για μια ακόμη φορά την εξουσία, αναθέτοντας σε τριάντα πολίτες την εγκαθίδρυση νέου πολιτεύματος. Αυτό όμως δεν έγινε ποτέ, καθώς, αφού για μερικούς μήνες οι Τριάκοντα σκόρπισαν στην πόλη τον τρόμο, οι εσωτερικές τους διαμάχες διευκόλυναν την επάνοδο της δημοκρατίας λίγο αργότερα. Το σχέδιο προέβλεπε ότι η άσκηση των πολιτικών δικαιωμάτων θα περιοριζόταν μόνο σε τρεις χιλιάδες πολίτες, Ινώ οι άλλοι θα αποκλείονταν από την πολιτεία.
 
Ο ρήτορας Λυσίας, που είχε βοηθήσει στην επάνοδο των δημοκρατικών στην Αθήνα, περιγράφει ως απόλυτο τον αποκλεισμό αυτό, φτάνοντας στο σημείο να πει ότι όσοι δεν ανήκαν σ’ αυτούς τους Τρεις Χιλιάδες θα «στερούνταν την πατρίδα τους». Στην πραγματικότητα, οι πολυάριθμοι δημοκρατικοί που εγκατέλειψαν την πόλη το έκαναν αφ’ ενός μεν για να ξεφύγουν από τις απειλές που τους βάραιναν, αφ’ ετέρου δε για να βοηθήσουν στην αποκατάσταση της δημοκρατίας. Μετά την αποκατάσταση αυτή. έγινε μία ακόμη απόπειρα περιορισμού του δικαιώματος συμμετοχής στην πολιτική ζωή μόνο στους κατόχους ακίνητης περιουσίας. Το σχέδιο απορρίφθηκε, αν όμως είχε πετύχει. το ένα πέμπτο περίπου των πολιτών θα είχε βρεθεί χωρίς πολιτικά δικαιώματα.
  
1.2.3    Η απόφαση του 322
 
Το 322, με την ανακοίνωση του θανάτου του Αλέξανδρου, οι Αθηναίοι, παρασύροντας μαζί τους και μερικά άλλα ελληνικά Κράτη, κήρυξαν τον πόλεμο εναντίον του Μακεδόνα στρατηγού Αντίπατρου, στον οποίο ο Αλέξανδρος είχε εμπιστευτεί το βασίλειό του πριν ξεκινήσει την εκστρατεία στην Ασία. Οι Έλληνες ηττήθηκαν. και το 322 οι Αθηναίοι αναγκάστηκαν να δεχτούν την παρουσία μακεδονικής φρουράς στον Πειραιά και την εγκατάσταση τιμοκρατικού καθεστώτος: για να συμμετέχει κάποιος στην πολιτική ζωή έπρεπε να έχει περιουσία αξίας τουλάχιστον δύο χιλιάδων δραχμών. Συνεπώς περισσότεροι από τους μισούς Αθηναίους πρέπει να αποκλείστηκαν από την ιδιότητα του ενεργού πολίτη. Σύμφωνα με τον Πλούταρχο, συγγραφέα του τέλους του 1ου αιώνα μ.Χ., ένα μέρος αυτών μετανάστευσαν στη Θράκη. Κι αυτό γιατί, κατά τις τελευταίες δεκαετίες του 4ου αιώνα, ο αποκλεισμός από την πολιτική ζωή σήμαινε για τα φτωχότερα στρώματα την απώλεια των υλικών προνομίων της πολιτικής ιδιότητας: δηλαδή τους διάφορους μισθούς, τη διανομή του θεωρικού, τις αμοιβές για όσους υπηρετούσαν στον στόλο. Πιθανότατα η απώλεια των υλικών αυτών προνομίων, περισσότερο από τη στέρηση της συμμετοχής στις δημόσιες υποθέσεις, έγινε αισθητή με σκληρότερο τρόπο από την πλειοψηφία, καθώς, όπως θα διαπιστώσουμε, η πολιτική ζωή είχε περιέλθει σταδιακά στα χέρια μια μειοψηφίας «πολιτικών».
 
2. Η ΑΔΙΑΦΟΡΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΖΩΗ
 
Πρόκειται για πρόβλημα που απασχόλησε την Αθήνα, τη μόνη πόλη για την οποία για μια ακόμη φορά διαθέτουμε επαρκείς πληροφορίες. Το πρόβλημα αυτό είναι ένα από αυτά που προκάλεσαν τις περισσότερες συζητήσεις και διαμάχες μεταξύ των ιστορικών της εποχής μας. Ας προσπαθήσουμε να αποκαλύψουμε τις διάφορες όψεις του. 
 
2.1 Δημοκρατία και συμμετοχή
 
Είδαμε προηγουμένως τι σήμαινε η εγκαθίδρυση δημοκρατικού καθεστώτος στην Αθήνα: τη συμμετοχή στις συνελεύσεις, όπου λαμβάνονταν οι αποφάσεις που δέσμευαν το σύνολο της πολιτικής κοινότητας. Σε ποιο βαθμό ήταν πραγματική η συμμετοχή αυτή; Γνωρίζουμε ότι για ορισμένες ψηφοφορίες, όπως, για παράδειγμα, τον 5ο αιώνα για να ξεκινήσει η διαδικασία του εξοστρακισμού, καθώς και για να παραχωρηθούν πολιτικά δικαιώματα, χρειαζόταν απαρτία έξι χιλιάδων ψηφοφόρων. Δεν έχουμε καμία σαφή ένδειξη σχετικά με τον αριθμό των πολιτών της κλασικής Αθήνας. Η μόνη γνωστή απογραφή από τα τέλη του 6ου αιώνα αναφέρει 21.000 πολίτες. Πιστεύουμε όμως γενικά ότι, την παραμονή του Πελοποννησιακού πολέμου, ο αριθμός των Αθηναίων ήταν μεταξύ 35 και 40.000, και στην αρχή του 4ου αιώνα παραδίδεται ο αριθμός 30.000 και από τον φιλόσοφο Πλάτωνα και από τον ποιητή Αριστοφάνη. Δηλαδή συνήθως λιγότερο από το ένα έκτο των πολιτών συμμετείχε πραγματικά στις συνεδριάσεις της εκκλησίας του δήμου. Ωστόσο, αυτό δεν σημαίνει ότι τα υπόλοιπα πέντε έκτα αδιαφορούσαν για τις υποθέσεις της πόλης. Κατ’ αρχήν, επειδή η σύνθεση της εκκλησίας του δήμου διέφερε ανάλογα με τις συνθήκες, την εποχή του έτους, τα θέματα της ημερήσιας διάταξης. Μπορούμε λοιπόν να υποθέσουμε ότι ήταν ευκολότερο για τους κατοίκους του άστεως. παρά για τους κατοίκους της υπαίθρου, να μεταβαίνουν στην Πνύκα. Οι νοσταλγοί των παλαιότερων εποχών αρέσκονταν να αναφέρουν αυτό που ένας σύγχρονος ιστορικός ονόμασε «δημοκρατία των γεωργών», όταν πολίτες ήταν μόνο οι ιδιοκτήτες ακίνητης περιουσίας και απεχθάνονταν την ιδέα να μεταβαίνουν στην πόλη για κάθε λόγο. Ο ποιητής Αριστοφάνης, ένας από τους νοσταλγούς αυτούς, κατήγγειλε τις βλαβερές συνέπειες του θεσμού του εκκλησιαστικού μισθόν, που προσήλκυε στην εκκλησία του δήμου κάθε είδους εξαθλιωμένους πολίτες με μόνη επιδίωξη την είσπραξη των τριών οβολών που τους επέτρεπε να ζήσουν χωρίς να κάνουν τίποτε. Πρέπει, ωστόσο, να υπενθυμίσουμε ότι η εκκλησία του δήμου συνερχόταν κανονικά σαράντα φορές τον χρόνο και ότι, ακόμη και αν υπήρχαν κάποιες επιπλέον έκτακτες συνελεύσεις, δεν έφταναν για να ζήσει ένα άτομο χωρίς πόρους - ακόμα κι αν δεν είχε χάσει καμία συνέλευση. Πρέπει λοιπόν να αντιμετωπίσουμε με σύνεση την κριτική που ασκούν οι αντίπαλοι της δημοκρατίας, κατηγορώντας την εκκλησία του δήμου ως άναρχη και συγχρόνως παντοδύναμη, που κυριαρχείται από μια μάζα φτωχών πολιτών και αποτελεί παίγνιο στα χέρια των δημαγωγών. Οι πολυάριθμες αποφάσεις που προέρχονται από τις συνελεύσεις αυτές και που έφτασαν ώς εμάς, μαρτυρούν την καλή λειτουργία του συστήματος, και ότι η συμμετοχή του δήμου, του λαού, στη λήψη των αποφάσεων αποτελούσε πραγματικότητα. Η αποτυχία των δύο ολιγαρχικών στάσεων, προς τα τέλη του 5ου αιώνα, αποτελεί απόδειξη της προσκόλλησης των περισσότερων πολιτών στο πολιτικό καθεστώς του οποίου γνώριζαν ότι αποτελούσαν την κινητήρια δύναμη.
 
Μετά από αυτά, δεν μπορούμε vu αρνηθούμε ότι ο βαθμός συμμετοχής στην πολιτική ζωή δεν ήταν ο ίδιος για όλους.
 
Πράγμα που μας οδηγεί να θέσουμε το ζήτημα της ύπαρξης μιας «πολιτικής τάξης».
 
2.2 Η πολιτική τάξη
 
Σύμφωνα με τον φιλόσοφο Αριστοτέλη, σε πολλές πόλεις η διαχείριση των υποθέσεων βρισκόταν στα χέρια της μειοψηφίας εκείνων που, λόγω περιουσίας και ελεύθερου χρόνου, είχαν τη δυνατότητα να επιδιώκουν τις ανώτατες αρχές. Στην περίπτωση της δημοκρατικής Αθήνας, όπου η αμοιβή για τις δημόσιες λειτουργίες επέτρεπε σε όλους να έχουν πρόσβαση σ’ αυτές, τα πράγματα ήταν κάπως διαφορετικά, αλλά η ύπαρξη μιας πολιτικής τάξης δεν έπαυε να αποτελεί και εκεί πραγματικότητα.
 
2.2.1 Οι τάξεις κατά τον Σόλωνα
 
Πρέπει εδώ να επανέλθουμε στο ζήτημα που ήδη τέθηκε, των «σολώνειων τάξεων». Σύμφωνα με τον συγγραφέα της Αθηναίων Πολιτείας, η κατανομή των πολιτών σε τέσσερις τάξεις ανάλογα με το εισόδημά τους είχε στόχο κατ' αρχήν να ρυθμίσει την πρόσβαση στις αρχές. Έτσι, για παράδειγμα, μόνο οι πολίτες των δύο πρώτων τάξεων μπορούσαν να γίνουν άρχοντες, και μόνο κατά τον 5ο αιώνα έγινε δυνατή η πρόσβαση και για τους πολίτες της τρίτης τάξης, τους ζευγίτες. Όπως υποδείξαμε πιο πάνω, η κατάταξη του Σάλωνα κάλυπτε περισσότερο στρατιωτικά και φορολογικά ζητήματα, παρά την ανάγκη περιορισμού της πρόσβασης στις αρχές για τους πιο πλούσιους. Είναι πραγματικά δύσκολο να φανταστεί κανείς ότι ένας μικρός γεωργός, ακόμα και αν ανήκε στην τάξη των ζευγιτών, θα μπορούσε χωρίς συνέπειες να εγκαταλείψει τη γη και τα χωράφια του κατά τη διάρκεια ενός ολόκληρου έτους.
 
2.2.2    Η προέλευση των πολιτικών ανδρών
 
Πράγματι, οι πολιτικοί άνδρες των πρώτων δεκαετιών του 5ου αιώνα, τα ονόματα των οποίων έχουν φτάσει ώς εμάς, ανήκαν όλοι στις παλαιές αριστοκρατικές οικογένειες της Αθήνας. Αυ­τό ίσχυε και στην περίπτωση του Κλεισθένη, στο τέλος του προηγούμενου αιώνα. Το ίδιο και για τον Μιλτιάδη και τον γιο του Κίμωνα, για τον Αριστείδη και τον Θεμιστοκλή, και βέβαια για τον ίδιο τον Περικλή. Οι κατάλογοι των αρχόντων που διαθέτουμε δεν μας επιτρέπουν πάντα να αποφανθούμε για την κοινωνική κατάσταση εκείνων που αναλάμβαναν τη λειτουργία αυτή κατά τον 5ο αιώνα, δεν θα μπορούσαμε όμως να αμφισβητήσουμε το γεγονός ότι ανήκαν σε εύπορες τάξεις.
 
Η καθιέρωση της μισθοφόρους μπορεί να επέτρεψε στους φτωχότερους πολίτες να συμμετέχουν στα δικαστήρια της Ηλιαίας, δηλαδή να υπηρετούν την πόλη για ένα ολόκληρο έτος ως βουλευτές, δεν επέφερε όμως σημαντικές μεταβολές στην ήδη υπάρχουσα κατάσταση. Παρόμοια, μπορεί να είχαν όλοι το δικαίωμα να μιλήσουν στις συνελεύσεις της εκκλησίας του δήμου, αναμφίβολα όμως. εκ των πραγμάτων, εκείνοι που μιλούσαν ήταν αυτοί που, χάρη στην εκπαίδευσή τους, χειρίζονταν με ευχέρεια τον λόγο και μπορούσαν να επιβληθούν σε μια συγκέντρωση πολλών ατόμων. Ας προσθέσουμε, επιπλέον, ότι οι ανώτεροι άρχοντες, οι στρατηγοί ή οι θησαυροφύλακες, εκλέγονταν και ότι κατά την εκλογή το βάρος έπεφτε στις τοπικές επιρροές. Γι’ αυτό τον λόγο εξάλλου, η κλήρωση θεωρείτο πιο δημοκρατικός τρόπος εκλογής. Αλλά και η κλήρωση αυτή γινόταν από καταλόγους που συγκροτούσαν οι δήμοι και οι φυλές, και εκεί επίσης μπορούσε να παίξει ρόλο το προσωπικό γόητρο, η καταγωγή ή η περιουσία.
 
Βέβαια, στην Αθήνα περισσότερο από οπουδήποτε αλλού, η πρόσβαση στις αρχές ήταν σχετικά ανοιχτή. Όμως. πέρα από τις ίδιες τις αρχές, η διαχείριση των δημοσίων υποθέσεων παρέμενε στα χέρια μιας μειοψηφίας μορφωμένων ανδρών ευγενικής καταγωγής και κατά κανόνα με αρκετή περιουσία, έτσι ώστε αυτοί να έχουν τη δυνατότητα να προβάλλουν πράξεις γενναιοδωρίας προς όφελος ολόκληρης της πόλης.
 
2.2.3    Η εξέλιξη τη; πολιτικής τάξης
 
Είναι λοιπόν προφανής η ύπαρξη μιας πολιτικής τάξης. Αυτή όμως η τάξη εξελίχθηκε κατά τη διάρκεια των δύο αιώνων της ιστορίας της δημοκρατικής Αθήνας. Μέχρι τον Πελοποννησιακό πόλεμο, οι άνδρες που βρίσκονται στο προσκήνιο ανήκουν όλοι ή σχεδόν όλοι στις παλαιές εκείνες αθηναϊκές οικογένειες που κυριαρχούσαν στην πόλη ήδη από τον 6ο αιώνα. Από το 430 περίπου, βλέπουμε να εμφανίζονται στο προσκήνιο άνδρες λίγο διαφορετικής καταγωγής, που δεν έχουν πίσω τους ένδοξους προγόνους και που τα εισοδήματα τους προέρχονται από την εκμετάλλευση εργαστηρίων ή μεταλλωρυχείων. Αυτή είναι η περίπτωση. για παράδειγμα, των περίφημων «δημαγωγών» του τέλους του αιώνα, τους οποίους χλευάζει ο Αριστοφάνης και τους κατηγορεί ότι δεν μπορούν να σταθούν στις συνελεύσεις: ο περίφημος Κλέων. ιδιοκτήτης βυρσοδεψείου, ο Υπέρβολος ο αγγειοπλάστης, ο οργανοποιός Κλεοφών, ή ακόμα ο έμπορος προβάτων Λυσικλής. Όλοι αυτοί οι άνδρες ηταν πλούσιοι, αλλά οι σχέσεις τους με τον κόσμο του εμπορίου και της βιοτεχνίας τούς υποβίβαζε στα μάτια εκείνων που θεωρούσαν τις δραστηριότητες αυτές ανάξιες για έναν ελεύθερο άνθρωπο.
 
Μπορεί να αναρωτηθεί κανείς για τα αίτια της εξέλιξης αυτής της πολιτικής τάξης, εξέλιξης που επιβεβαιώνεται τον επόμενο αιώνα, όταν όλοι σχεδόν οι πολιτικοί άνδρες που γνωρίζουμε σήμερα προέρχονταν από αυτές τις τάξεις. Είναι βέβαιο ότι η εξέλιξη σχετίζεται με το γεγονός ότι η ανάπτυξη της πόλης κατά τον 5ο αιώνα μετέβαλε το χρήμα σε αξία που έχαιρε όλο και μεγαλύτερης εκτίμησης. Για να επανδρωθούν τα πλοία του στόλου, για να οργανωθούν οι μεγάλες γιορτές της πόλης, για να χρηματοδοτηθούν οι μακρινές αποστολές, τα χρήματα των πλουσίων γίνονταν όλο και πιο απαραίτητα και η προέλευσή τους έπαυε να έχει ιδιαίτερη σημασία.
 
Ένας ακόμη λόγος ήταν ότι ο πλούσιος τεχνίτης διέθετε ευ­κολότερα ρευστό χρήμα σε σχέση με τον μεγαλοϊδιοκτήτη γης, που συχνά αναγκαζόταν να υποθηκεύσει την περιουσία του για να αντιμετωπίσει τις δαπάνες που απαιτούνταν για την επιτυχία της πολιτικής καριέρας. Δεν είναι τυχαίο ότι πολλοί όροι (πέτρινες στήλες όπου αναγραφόταν η υποθήκευση των κτημάτων) που βρίσκονται στην Αττική χρονολογούνται στον 4ο αιώνα, και ότι οι δικανικοί λόγοι αναφέρουν την περίπτωση πλούσιων ανδρών που αναγκάστηκαν να υποθηκεύσουν τις γαίες τους για να καλύψουν μια δαπανηρή λειτουργία.
 
Η εξέλιξη της πολιτικής τάξης δεν σημαίνει και εξέλιξη κοινωνική, όπως θα μπορούσε κάποιος να υποθέσει. Μάλιστα, ιδιοκτήτες γης και ιδιοκτήτες δούλων θεωρούνταν ομοίως εισοδηματίες. Ο πλούτος παρέμενε αν όχι το κριτήριο, τουλάχιστον το απαραίτητο μέσο για την πρόσβαση στην τάξη των πολιτικών.
 
2.3              II παθητικότητα του δήμου: μύθος ή πραγματικότητα;
 
Από την ύπαρξη της πολιτικής αυτής τάξης θα μπορούσαμε, άραγε, να συμπεράνουμε ότι οι συζητήσεις εκ των οποίων προέρχονταν οι επιλογές που δέσμευαν το σύνολο της πόλης, ανάγονταν στην πραγματικότητα σε εσωτερικές διαμάχες της τάξης αυτής; Αυτό υποστήριξαν ορισμένοι από τους ιστορικούς της εποχής μας, στηριζόμενοι στις προσωπικές αντιπαλότητες που μαρτυρούν οι πηγές και στις συμμαχίες που μαντεύουμε ότι σχηματίζονταν γύρω από ορισμένους «ηγέτες». Θα ήταν, ωστόσο, υπερβολικό να συμπεράνουμε ότι οι συγκρούσεις που δίχαζαν την πόλη ανάγονται σε απλές διαμάχες μεταξύ παρατάξεων και ομάδων, διαμάχες που η πλειοψηφία των πολιτών παρακολουθούσε παθητικά. Διότι, αν οι προσωπικές συγκρούσεις έφερναν αντιμέτωπα κάποια μέλη της πολιτικής τάξης- που στα κείμενα δηλώνονται μερικές φορές με τον όρο πολιτευόμενοι - οι επιλογές για τις οποίες καλούνταν να αποφανθούν οι πολίτες δεν έπαυαν να είναι πολιτικές επιλογές. Θα αναφέρουμε δύο μόνο παραδείγματα. Τη ν παραμονή της εκστρατείας στη Σικελία, ήλθαν αντιμέτωποι στην εκκλησία του δήμου ο Νικίας, ο οποίος ήταν αντίθετός με το εγχείρημα και το θεωρούσε επικίνδυνη περιπέτεια, και ο Αλκιβιάδης, ο οποίος ήταν αντίθετα υποστηρικτής της επιχείρησης και έλπιζε να του φέρει μεγάλη δόξα. Μπορούμε να παραδεχτούμε ότι υπήρχε προσωπική έχθρα μεταξύ των δύο ανδρών. που σχετιζόταν με τις διαφορές στην καταγωγή και την ηλικία τους. Ο Αλκιβιάδης ανήκε σε αριστοκρατική οικογένεια και ήταν νέος. Το εισόδημα του Νικία προερχόταν από την εκμετάλλευση ορυχείων και ο ίδιος πλησίαζε την ηλικία των πενήντα χρόνων. Όμως, ο δήμος ακολούθησε τον Αλκιβιάδη επειδή, όπως παρατηρεί ο ιστορικός Θουκυδίδης, υπολόγιζε ότι η εκστρατεία θα του απέφερε υλικά οφέλη. Επρόκειτο. λοιπόν, για απόφαση που σχετιζόταν με τα συμφέροντα της πλειοψηφίας των πολιτών.
 
Το δεύτερο παράδειγμα είναι από την ιστορία του 4ου αιώνα. Πρόκειται για την έγκριση από την εκκλησία του δήμου της συνθήκης ειρήνης που σύναψε η Αθήνα με τον Φίλιππο της Μακεδονίας το έτος 346. Για ορισμένους, ένας από τους οποίους είναι και ο Δημοσθένης, η συνθήκη αυτή παραγνώριζε τα συμφέροντα της Αθήνας, που απειλούνταν από τη φιλόδοξη πολιτική του Μακεδόνα βασιλιά. Για άλλους αντιθέτως. μεταξύ των οποίων συγκαταλέγονταν και οι προσωπικοί εχθροί του Δημοσθένη. διαφύλασσε την ειρήνη που ήταν απαραίτητη για την εσωτερική ισορροπία της πόλης. Ο δήμος επέλεξε την ειρήνη και ο Δημοσθένης αναγκάστηκε να συναινέσει και να υπερασπιστεί την αρχή της ειρήνης.
 
Οι συγκρούσεις που έφερναν αντιμέτωπους τους πολιτικούς άνδρες. με χαρακτηριστικό παράδειγμα τη μακροχρόνια διαμάχη μεταξύ του Δημοσθένη και του Αισχίνη, σχετικά με τη στάση που έπρεπε να υιοθετηθεί απέναντι στη μακεδονική απειλή, δεν υποδηλώνουν απαραίτητα την παθητικότητα των πολιτών έναντι των αποφάσεων που όφειλαν να λάβουν, εφόσον τελικά οι δικές τους ψήφοι ήταν εκείνες που καθόριζαν τον προσανατολισμό που θα υιοθετούσε η πολιτική της πόλης. Μένει, ωστόσο, το ερώτημα κατά πόσο ήταν αλήθεια αυτό που μαρτυρούν ορισμένοι σύγχρονοι της εποχής εκείνης σχετικά με την ολοένα αυξανόμενη αδια­φορία των πολιτών για τις δημόσιες υποθέσεις.
 
3. Η ΕΞΕΛΙΞΗ ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΙΔΙΟΤΗΤΑΣ ΚΑΤΑ ΤΟΝ 4ο ΑΙΩΝΑ
 
Δεν χωρεί αμφιβολία ότι οι αναταραχές που προκάλεσε σε όλο τον ελληνικό κόσμο ο Πελοποννησιακός πόλεμος είχαν αντίκτυπο στη λειτουργία της πολιτικής ζωής στο εσωτερικό των πόλεων. Όπως ήταν αναμενόμενο, θα ασχοληθούμε και πάλι με το αθηναϊκό παράδειγμα, θα μπορέσουμε όμως να επεκτείνουμε ορισμένα από τα συμπεράσματά μας και σε άλλες πόλεις.
 
       3.1 Οι μεταμορφώσεις των στρατευμάτων των πόλεων
 
Μία από τις πρώτες ενδείξεις της εξέλιξης αυτής κατά τον 4ο αιώνα είναι η σταδιακή εξαφάνιση των στρατών των πόλεων. Ήδη κατά τη διάρκεια του Πελοποννησιακού πολέμου, οι περισσότεροι από τους εμπόλεμους -περιλαμβανομένων και των Σπαρτιατών - αναγκάστηκαν να καλέσουν μισθοφορικούς στρατούς, επαγγελματίες στρατιώτες, ξένους για την πόλη. Κατά τον 4ο αιώνα, το φαινόμενο γενικεύεται, καθώς συνδέεται με την ανάπτυξη νέων μορφών μάχης που σχετίζονται περισσότερο με τον ανταρτοπόλεμο παρά με την αντιπαράθεση των οπλιτών. Στα στρατεύματα των ελληνικών πόλεων, τα σώματα του πεζικού με ελαφρύ εξοπλισμό αποκτούν όλο και μεγαλύτερη σημασία: ο πολίτης - οπλίτης παραχωρεί τη θέση του στον μισθοφόρο πελταστή. Η προσφυγή στους μισθοφόρους επιτρέπει εξάλλου στους στρατηγούς να ηγούνται πιο μακροχρόνιων εκστρατειών, χωρίς να χρειάζεται να ανησυχούν για την επιστροφή και την ενασχόληση με τις γεωργικές εργασίες. Ο πόλεμος παύει να είναι εποχιακός. Επιπλέον, ο στρατηγός που διοικεί έναν στρατό μισθοφόρων δεν φοβάται ότι θα τον κατακρίνουν οι στρατιώτες του: όσο μπορεί να τους πληρώνει τον υπακούουν. Ο στρατηγός γίνεται και ο ίδιος επαγγελματίας του πολέμου, και βλέπουμε Αθηναίους στρατηγούς ή Σπαρτιάτες βασιλείς να προσφέρουν τι; υπηρεσίες τους σε βάρβαρους βασιλίσκους ή Πέρσες σατράπες, για να μπορέσουν να πληρώσουν τους στρατιώτες τους. Υπάρχουν, βέβαια, ακόμη τα σώματα των πολιτών-οπλιτών, αλλά συμμετέχουν όλο και λιγότερο στις μακρινές εκστρατείες. Γι’ αυτό ακριβώς παραπονείται ο Δημοσθένης στην Αθήνα: έχοντας επίγνωση των νέων συνθηκών πολέμου, επιθυμεί κι αυτός τη συμμετοχή ενός ελάχιστου αριθμού πολιτών στις αποστολές της Αθήνας με σκοπό τη διαφύλαξη των θέσεών της στο Αιγαίο, ενώ ο στρατηγός να είναι υπεύθυνος έναντι των πολιτών αυτών και να μην μπορεί πλέον να ενεργεί κατά βούληση.
 
Εξάλλου, η ολοένα και μεγαλύτερη χρησιμοποίηση μισθοφορικών στρατευμάτων επιβάρυνε υπερβολικά τον προϋπολογισμό της πόλης. Και σε περίπτωση που η πόλη δεν ήταν σε θέση να χρηματοδοτήσει τις μακρινές εκστρατείες, είτε διαλυόταν ατάκτως ο στρατός και κατέφευγε στην υπηρεσία όποιου μπορούσε να πληρώσει, είτε ο στρατηγό! αναγκαζόταν να επιδοθεί σε λεηλασίες και αρπαγές για να κρατήσει τους στρατιώτες του. γεγονός που επέφερε σοβαρές δυσχέρειες στην πόλη. Η σταδιακή εξαφάνιση του πολίτη - οπλίτη είχε λοιπόν σοβαρές επιπτώσεις. Χωρίς αμφιβολία αυτή ήταν η αιτία που η Αθήνα προσπάθησε, κατά το δεύτερο μισό του αιώνα - και ίσως μόνο μετά την ήττα της Χαιρώνειας, υπό την επιρροή του Λυκούργου - να μετατρέψει την Εφηβεία σε πραγματική «στρατιωτική θητεία», κατά την οποία όλοι οι νεαροί Αθηναίοι, χωρίς διάκριση, εκπαιδεύονταν όχι μόνο στην οπλιτική τακτική, αλλά kui σε πιο κινητικές μορφές μάχης του ελαφρού πεζικού. Στη Σπάρτη, μόνο κατά τον 3ο αιώνα οι μεταρρυθμιστές βασιλείς θα επιχειρήσουν την ανασυγκρότηση του στρατού της πόλης, που είχε στο μεταξύ γίνει σκιώδης, μέσω της αναδιανομής των γαιών.
 
      3.2 Ο «επαγγελματικός» χαρακτήρας της πολιτικής ζωής
 
Μία από τις συνέπειες τού ολοένα και πιο επαγγελματικού χαρακτήρα των στρατευμάτων των πόλεων ήταν η αναγκαιότητα διάθεσης χρηματικών πόρων για την πληρωμή των στράτευμά των αυτών. Στην περίπτωση της Αθήνας, η αναγκαιότητα αυτή επιδεινώθηκε από τις συνέπειες της ήττας που υπέστη η πόλη με το τέλος του Πελοποννησιακού πολέμου: η απώλεια της ηγεμονίας και του φόρου υποτέλειας που κατέβαλλαν οι σύμμαχοι, η επιβράδυνση της εκμετάλλευσης των αργυρωρυχείων του Λαυρίου και ίσως επίσης -τουλάχιστον κατά τη διάρκεια του πρώτου μισού του αιώνα- ίων συναλλαγών, επίκεντρο των οποίων ήταν ο Πειραιάς, δημιουργούν πραγματικό οικονομικό πρόβλημα για την πόλη. Το πρόβλημα αυτό δεν θα επιλυθεί με την ανασύσταση, το 378/7, μιας νέας ναυτικής ομοσπονδίας γύρω από την Αθήνα, εφόσον με την καταστατική πράξη της ομοσπονδίας αυτής οι Αθηναίοι δεσμεύονταν να μην εισπράττουν φόρο υποτέλειας από τους συμμάχους τους.
 
Γι’ αυτό και καθ’ όλη τη διάρκεια του αιώνα γίνονται διάφορες απόπειρες με σκοπό την οργάνωση της είσπραξης της πολεμικής φορολογίας, της εισφοράς, που ήταν έκτακτος φόρος αλλά έτεινε να μεταβληθεί σε μόνιμο, καθώς και τη ρύθμιση της πιο σημαντικής για την πόλη λειτουργίας, της τριηραρχίας. Με τις διάφορες αυτές απόπειρες συνδέονται τα ονόματα ορισμένων ανδρών, όπως του Καλλίστρατου και του Εύβουλου, αργότερα του Λυκούργου, οι οποίοι εμφανίζονται ως ειδικοί σε οικονομικά ζητήματα, και οι δύο τελευταίοι τουλάχιστον αναλαμβάνουν με την ιδιότητα αυτή μια πολύ πιο μακροχρόνια αρχή σε σχέση με τις συνήθεις ετήσιες αρχές: ο Εύβουλος την αρχή του «υπεύθυνου για το θεωρικό», ο Λυκούργος «την αρχή της διοίκησης». Καθώς ο πόλεμος μεταβαλλόταν σε επάγγελμα, η διοίκηση της πόλης έτεινε κι αυτή να μεταβληθεί από μια ορισμένη μορφή αυτοδιοίκησης σε μια πιο εξειδικευμένη διοίκηση, που απαιτούσε συγκεκριμένες αρμοδιότητες. Καταλαβαίνουμε λοιπόν ότι η επιλογή οικονομικής πολιτικής μπορούσε να αφορά περισσότερο σ’ αυτούς τους «ειδικούς» παρά στη μάζα των πολιτών, γεγονός που μπορούσε να έχει ως συνέπεια μια ακόμη μεγαλύτερη αδιαφορία εκ μέρους των πολιτών για συζητήσεις των οποίων τις λεπτομέρειες αγνοούσαν.
 
Αυτό ήθελαν άραγε να πουν οι ρήτορες, όπως ο Δημοσθένης ή ο Υπερείδης, όταν κατηγορούσαν τους απλούς πολίτες, τους ιδιώτες, ότι ασχολούνταν περισσότερο με τις ιδιωτικές τους υποθέσεις, με τα ίδια. παρά με τις υποθέσεις της πόλης; Δεν θα πρέ­πει, βέβαια, να λαμβάνουμε κατά γράμμα τα επιχειρήματα που σκοπό είχαν να ξυπνήσουν το ενδιαφέρον των ακροατών εκείνων που αρκούνταν στο να ακούν χωρίς να παρεμβαίνουν. Αλλά δεν μπορούμε και να τα αγνοήσουμε. 
 
3.3 Νέα επίκεντρα ενδιαφέροντος
 
Εξάλλου, η βελτιωμένη τεχνική των συζητήσεων δεν αρκεί ίσως από μόνη της για να ερμηνεύσει την αδιαφορία αυτή. Το δεύτερο μισό του 4ου αιώνα χαρακτηρίζεται στην Αθήνα από την ανάκαμψη των οικονομικών δραστηριοτήτων. Τα ορυχεία του Λαυρίου γνωρίζουν νέα εκμετάλλευση και ο Πειραιάς βρίσκεται εκ νέου στο επίκεντρο των εμπορικών δραστηριοτήτων, όπως μαρτυρούν ορισμένοι δικανικοί λόγοι, δραστηριότητες που ευνοούνται και από συγκεκριμένα μέτρα που «φορούν στους εμπόρους, ειδικά τους ξένους. Μπορούμε να παραδεχτούμε ότι για τους εύπορους Αθηναίους είχαν μεγαλύτερη σημασία τα κέρδη που μπορούσε να τους αποφέρει ο δανεισμός χρημάτων σε εμπόρους με υψηλό επιτόκιο ή η ενοικίαση της εκμετάλλευσης των ορυχείων τους, παρά ο λεγόμενος μακεδονικός κίνδυνος, στον οποίο, σύμφωνα με τον Δημοσθένη, δεν πίστευαν καθόλου. Έτσι εξηγείται η επιθυμία τους να διατηρήσουν με κάθε τίμημα την ειρήνη, απαραίτητη για την ανάπτυξη των ιδιωτικών τους επιχειρήσεων και για την άσκηση λιγότερο βαριάς φορολογικής πίεσης. Όμως οι «πλούσιοι» δεν ήταν οι μόνοι που προωθούσαν περισσότερο τα ιδιωτικά τους συμφέροντα από τα συμφέροντα της πόλης. Για την πλειοψηφία των φτωχών πολιτών, ο πόλεμος δεν σήμαινε πλέον την παροχή μισθών και την ελπίδα για λάφυρα αλλά τη στέρηση της διανομής του θεωρικού, το οποίο ο Δημοσθένης επιθυμούσε να κατατίθεται στο πολεμικό ταμείο. Και για εκείνους, οι στείρες λογομαχίες στις οποίες επιδίδονταν οι ρήτορες, κατηγορώντας ο ένας τον άλλο ότι έχει πουληθεί στον Φίλιππο, φαίνονταν εντελώς μάταιες, και επειδή ο μόνος λόγος που συνέχιζαν να πηγαίνουν στις συνελεύσεις ήταν για να μη χάσουν τον μισθό, είχαν μεταβληθεί σε παθητικούς ακροατές, γεγονός για το οποίο παραπονούνταν ορισμένοι πολιτικοί άνδρες όπως ο Δημοσθένης.
 
Όλα αυτά ισχύουν βέβαια για την περίπτωση της Αθήνας, τη μόνη πόλη για την οποία διαθέτουμε ακριβείς πληροφορίες και μαρτυρίες από τους συγχρόνους. Όμως, μέσα από τα λόγια ενός Δημοσθένη ή ενός Υπερείδη, μαντεύουμε ότι το ίδιο ίσχυε και αλλού και ότι αυτή η αδιαφορία των πολιτών για τις δημόσιες υποθέσεις διευκόλυνε τις πλεκτάνες ενός άνδρα όπως ήταν ο Φίλιππος της Μακεδονίας: ήταν αρκετό να πάρει με το μέρος του ορισμένους πολιτικούς για να κερδίσει όλη την πόλη.
 
Ίσως με τον τρόπο αυτό αμαυρώνουμε κάπως υπερβολικά την εικόνα. Δεν θα μπορούσαμε, ωστόσο, να αρνηθούμε ότι κατά το δεύτερο μισό του 4ου αιώνα η πολιτική ιδιότητα περνά κρίση. Βέβαια οι πολιτικοί θεσμοί συνεχίζουν να λειτουργούν, και ειδικά για το τέλος του 4ου και για τον 3ο αιώνα διαθέτουμε περισσότερες πληροφορίες και για άλλες πόλεις εκτός από την Αθήνα. Αυτοί όμως οι πολιτικοί θεσμοί, σε έναν κόσμο όπου κυριαρχούν τα μεγάλα βασίλεια που προήλθαν από τις κατακτήσεις του Αλέξανδρου. χάνουν πλέον σ’ ένα βαθμό το περιεχόμενό τους, και η πολιτική ιδιότητα τείνει να μετατραπεί σε μια κατάσταση που αποφέρει κάποια πλεονεκτήματα, αλλά για το μεγαλύτερο μέρος των πολιτών δεν σημαίνει μια ενεργό συμμετοχή.
  
ΠΗΓΕΣ:
 
Η εξαίρεση των φτωχών από την πολιτική ιδιότητα το 322
 
... ὁ δῆ­μος οὐκ ὤν ἀ­ξι­ό­μα­χος ἠ­ναγ­κά­σθη τήν ἐ­πι­τρο­πήν καί τήν ἐ­ξου­σί­α πᾶ­σαν Ἀν­τι­πά­τρῳ δοῦ­ναι πε­ρί τῆς πό­λε­ως. ὁ δέ φι­λαν­θρώ­πως αὐ­τοῖς προ­σε­νε­χθείς συ­νε­χώ­ρη­σεν ἔ­χειν τήν τέ πό­λιν καί τάς κτή­σεις καί τ’ ἄλ­λα πάν­τα· τήν δέ πο­λι­τεί­αν με­τέ­στη­σεν ἐκ τῆς δη­μο­κρα­τί­ας καί προ­σέ­τα­ξεν ἀ­πό τι­μή­σε­ως εἶ­ναι τό πο­λί­τευ­μα καί τούς μέν κε­κτη­μέ­νους πλεί­ω δραχ­μῶν δι­σχι­λί­ων κυ­ρί­ους εἶ­ναι τοῦ πο­λι­τεύ­μα­τος καί τῆς χει­ρο­το­νί­ας. τούς δέ κα­τω­τέ­ρω τῆς τι­μή­σε­ως ἅ­παν­τας ὡς τα­ρα­χώ­δεις ὄν­τας καί πο­λε­μι­κούς ἀ­πή­λα­σε τῆς πο­λι­τεί­ας καί τοῖς βου­λο­μέ­νοις χώ­ραν ἔ­δω­κεν εἰς κα­τοί­κη­σιν ἐν τῇ Θρά­κῃ. οὗ­τοι μέν οὖν ὄν­τες πλεί­ους τῶν [δισ]μυ­ρί­ων καί δι­σχι­λί­ων με­τε­στά­θη­σαν ἐκ τῆς πα­τρί­δος, οἱ δέ τήν ὡ­ρι­σμε­νην τί­μη­σιν ἔ­χον­τες πε­ρί ἐν­να­κι­σχι­λί­ους ἀ­πε­δεί­χθη­σαν κύ­ριοί τῆς τε πό­λε­ως καί χώ­ρας καί κα­τά τούς Σά­λω­νας νό­μους ἐ­πο­λι­τεύ­ον­το·
 
...Ο λαός, επειδή δεν είχε τη δύναμη να συνεχίσει τον πόλεμο, αναγκάστηκε να αναθέσει στον Αντίπατρο όλη την κηδεμονία και την εξουσία της πόλης. Κι εκείνος συμπεριφέρθηκε με επιείκεια και τους επέτρεψε να διατηρήσουν την πόλη. τις κτήσεις και όλα τα άλλα. Όμως τροποποίησε το πολίτευμα, καταργώντας τη δημοκρατία, και όρισε πολίτευμα με βάση τον καθορισμό της αξίας των εισοδημάτων των πολιτών. Έτσι, όσοι πολίτες είχαν εισόδημα πάνω από δύο χιλιάδες δραχμές, όρισε να έχουν το δικαίωμα συμμετοχής στην πολιτική ζωή και στην εξουσία. Ενώ όλους όσους είχαν μικρότερο εισόδημα, σαν να ήταν ταραχοποιοί και φιλοπόλεμοι, τους εξόρισε από την πόλη. Τέλος, έδωσε σ' όσους το επιθυμούσαν γη για να κατοικήσουν στη Θράκη. Αυτοί λοιπόν, που δεν ξεπερνούσαν τους δώδεκα χιλιάδες. εγκατέλειψαν την πατρίδα τους. ενώ όσοι είχαν το καθορισμένο εισόδημα, περίπου εννιά χιλιάδες πολίτες, ορίστηκαν κύριοι και τη πόλης και της χώρας και κυβερνούσαν σύμφωνα με τους νόμους του Σόλωνα.
 
Διόδωρου Σικελιώτη, Ιστορική Βιβλιοθήκη. XVIII. 18. 3-5
  
Η ψηφοφορία για την εκστρατεία στη Σικελία το 415
 
Καί ἔ­ρως ἐ­νέ­πε­σε τοῖς πᾶ­σιν ὁ­μοί­ως ἐκ­πλεῦ­σαι. Τοῖς μέν γάρ πρε­σβυ­τέ­ροις ὡς ἤ κα­τα­στρε­ψο­μέ­νοις ἐφ ἅ ἔ­πλε­αν ἤ οὐ­δέν ἄν σφα­λεῖ­σαν με­γά­λην δύ­να­μιν, τοῖς δ’ ἐν τῇ ἡ­λι­κί­ᾳ τῆς τέ ἀ­πού­σης πό­θῳ ὄ­ψε­ως καί θε­ω­ρί­ας, καί εὐ­έλ­πι­δες ὄν­τες σω­θή­σε­σθαι. ὁ δέ πο­λύς ὅ­μι­λος καί στρα­τι­ώ­της ἐν τέ τῷ πα­ρόν­τι ἀρ­γύ­ριον οἴ­σειν καί προ­σκτή­σε­σθαι δύ­να­μιν ὅ­θεν ἀί­διον μι­σθο­φο­ράν ὑ­πάρ­ξειν. ὥ­στε διά τήν ἄ­γαν τῶν πλε­ό­νων ἐ­πι­θυ­μί­αν, εἰ τῷ ἄ­ρα καί μή ἤ­ρε­σκε, δε­δι­ώς μή ἀν­τι­χει­ρο­το­νῶν κα­κό­νους δδξει­εν εἶ­ναι τή πό­λει ἡ­συ­χί­αν ἦ­γεν.
 
             Όλους τους κατέλαβε εξίσου η επιθυμία να αποπλεύσουν. Τους πιο ηλικιωμένους διότι πίστευαν η ότι Bu υποτάξουν τα μέρη εναντίον των οποίων έπλεαν ή. τουλάχιστον, ότι δεν θα καταστρεφόταν μια τόσο μεγάλη δύναμη. Εκείνους που βρίσκονταν σε ώριμη ηλικία, διότι αφ' ενός μεν επιθυμούσαν να δουν και να γνωρίσουν τη μακρινή αυτή χώρα. και αφ' ετέρου διότι είχαν την ελπίδα ότι θα σωθούν. Τέλος, το μεγάλο πλήθος και τους στρατιώτες, διότι πίστευαν ότι υπό τις παρούσες περιστάσεις θα κέρδιζαν χρήματα και ότι μελλοντικά η πόλη θα αποκτούσε πρόσθετη ηγεμονία, που θα τους απέφερε ατελείωτη μισθοδοσία. Έτσι. λόγω της υπερβολικής επιθυμίας των περισσοτέρων, ακόμη και αν τυχόν κάποιος δεν επιθυμούσε την εκστρατεία, από φόβο μήπως φανεί εχθρικά διακείμενος προς την πόλη. δεν ψήφιζε κατά της εκστρατείας και σώπαινε.
 
Θουκυδίδου, Ιστοριών, ΣΤ. 24. 3-4
 
Ο Δημοσθένης καταγγέλλει την παθητικότητα του δήμου
 
Βού­λο­μαι τοί­νυν [ὑ­μᾶς] με­τά παρ­ρη­σί­ας ἐ­ξε­τά­σαι τά πα­ρόν­τα πράγ­μα­τα τῇ πό­λει, καί σκέ­ψα­σθαι τί ποι­οῦ­μεν αὐ­τοί νῦν καί ὅ­πως χρώ­με­θ’ αὐ­τοῖς. ἠ­μεῖς οὔ­τε χρή­μα­τ’ εἰ­σφέ­ρειν βου­λό­με­θα, οὔ­τ’ αὐ­τοί στρα­τεύ­ε­σθαι, οὔ­τε τῶν κοι­νῶν ἀ­πέ­χε­σθαι δυ­νά­με­θα, οὔ­τε τάς συν­τά­ξεις Δι­ο­πεί­θει δί­δο­μεν, οὔ­θ’ ὅ­σ’ ἄν αὐ­τός αὐ­τῷ πο­ρί­ση­ται ἐ­παι­νοῦ­μεν, ἀλ­λά βα­σκαί­νο­μεν καί σκο­ποῦ­μεν πό­θεν, καί τί μέλ­λει ποι­εῖν, καί πάν­τα τά τοια­υτί, οὔ­τ’, ἐ­πει­δή­περ οὕ­τως ἔ­χο­μεν, τά ἡ­μέ­τε­ρ’ αὐ­τῶν πράτ­τειν ἐ­θέ­λο­μεν, ἀλ­λ’ ἐν μέν τοῖς λό­γοις τούς τῆς πό­λε­ως λέ­γον­τας ἄ­ξι’ ἐ­παι­νοῦ­μεν, ἐν δέ τοῖς ἔρ­γοις τοῖς ἐ­ναν­τι­ου­μέ­νοις τού­τοις συ­να­γω­νι­ζό­με­θα. ὑ­μεῖς μέν τοί­νυν εἰ­ώ­θα­θ’ ἑ­κά­στο­τε τόν πα­ριόντ’ ἐ­ρω­τᾶν, τί οὖν χρή ποι­εῖν; ἐ­γώ δ’ ὑ­μᾶς ἐ­ρω­τῆ­σαι βού­λο­μαι, τί οὖν χρή λέ­γειν; εἰ γάρ μή­τ’ εἰ­σοί­σε­τε, μή­τ’ αὐ­τοί στρα­τεύ­ε­σθε, μή­τε τῶν κοι­νῶν ἀ­φέ­ξε­σθε, μή­τε τάς συν­τά­ξεις δώ­σε­τε, μή­θ’ ὅ­σ’ ἄν αὐ­τός αὐ­τῷ πο­ρί­ση­ται ἐ­ά­σε­τε, μή­τε τά ὑ­μέ­τε­ρ’ αὐ­τῶν πράτ­τειν ἐ­θε­λή­σε­τε, οὐκ ἔ­χω τί λέ­γω. Οἱ γάρ ἤ­δη το­σαύ­την ἐ­ξου­σί­αν τοῖς αἰ­τιᾶ­σθαι καί δι­α­βάλ­λειν βου­λο­μέ­νοις δι­δόν­τες, ὥ­στε καί πε­ρί ὧν φα­σι μέλ­λειν αὐ­τόν ποι­εῖν, καί πε­ρί τού­των προ­κα­τη­γο­ρούν­των ἀ­κρο­ᾶ­σθαι, -τί ἄν τις  λέ­γοι;
 
         Θέλω, λοιπόν, να εξετάσετε με ελεύθερο πνεύμα την παρούσα κατάσταση της πόλης και να σκεφτείτε τι θα κάνουμε τώρα και πώς θα χειριστούμε τα πράγματα. Εμείς ούτε χρήματα θέλουμε να δώσουμε, ούτε οι ίδιοι να εκστρατεύσουμε, ούτε μπορούμε να απέχουμε από τα κοινά, ούτε δίνουμε στον Διοπείθη τα ποσά που συμφωνήσαμε. Ούτε όμως εγκρίνουμε τους πόρους που τυχόν βρίσκει, αλλά τον κακολογούμε και εξετάζουμε την προέλευση των χρημάτων του, τι σκοπεύει να κάνει με αυτά και όλα τα σχετικά. Και ενώ τηρούμε αυτή τη στάση, δεν θέλουμε να κάνουμε ό, τι μας συμφέρει, αλλά, ενώ με τα λόγια επαινούμε εκείνους που μιλούν επάξια για την πόλη μας, στην πράξη όμως συμπράττουμε με εκείνους που εναντιώνονται σ' αυτά. Εσείς λοιπόν συνηθίζετε να ρωτάτε κάθε φορά αυτόν που εμφανίζεται στο βήμα: τι πρέπει να κάνουμε; Εγώ όμως θέλω να ρωτήσω εσάς: τι πρέπει να πούμε; Διότι αν δεν δίνετε χρήματα, αν δεν πηγαίνετε οι ίδιοι στον πόλεμο, ούτε απέχετε από τα κοινά, ούτε δίνετε στον Διοπείθη τα συμφωνημένα ποσά. ούτε εγκρίνετε όσα τυχόν ο ίδιος συγκεντρώνει, ούτε επιθυμείτε να κάνετε ό,τι σας συμφέρει, εγώ δεν ξέρω τι να σας πιο. Υπάρχουν άνθρωποι που δίνουν τόσα δικαιώματα σ' εκείνους που θέλουν να κατακρίνουν και να διαβάλλουν, ώστε ο Διοπείθης να μαθαίνει ότι τον κατηγορούν προκαταβολικά για πράγματα που λένε ότι πρόκειται να κάνει - τι μπορεί. λοιπόν, να πει κανείς;
 
Δημοσθένους, Περί τῶν ἐν Χερρονήσῳ, 21 -23
 
Ἀ­ξι­ῶ δ’ ὦ ἄν­δρες Ἀ­θη­ναῖ­οι, ἄν τί τῶν ἀ­λη­θῶν με­τά παρ­ρη­σί­ας λέ­γω, μη­δε­μί­αν μοι διά τοῦ­το πα­ρ’ ὑ­μῶν ὀρ­γήν γε­νέ­σθαι. Σκο­πεῖ­τε γάρ ὡ­δί. Ὑ­μεῖς τήν παρ­ρη­σί­αν ἐ­πί μέν τῶν ἄλ­λων οὕ­τω κοι­νήν οἴ­ε­σθε δεῖν εἶ­ναι πᾶ­σι τοῖς ἐν τῇ πό­λει ὥ­στε καί τοῖς ξέ­νοις καί τοῖς δού­λοις αὐ­τῆς με­τα­δε­δώ­κα­τε, καί πολ­λούς ἄν τις οἰ­κέ­τας ἴ­δοι πα­ρ’ ὑ­μῖν με­τά πλεί­ο­νος ἐ­ξου­σί­ας ὅ­τι βού­λον­ται λέ­γον­τας ἤ πο­λί­τας ἐν ἐ­νί­αις τῶν ἄλ­λων πό­λε­ων, ἐκ δέ τοῦ συμ­βου­λεύ­ειν παν­τά­πα­σιν ἐ­ξε­λη­λά­κα­τε. Εἴ­θ’ ὑ­μῖν συμ­βέ­βη­κεν ἐκ τού­του ἐν μέν ταῖς ἐκ­κλη­σί­αις τρυ­φᾶν καί κο­λα­κεύ­ε­σθαι πάν­τα πρός ἡ­δο­νήν ἀ­κού­ου­σιν, ἐν δέ τοῖς πράγ­μα­σι καί τοῖς γι­γνο­μέ­νοις πε­ρί τῶν ἐ­σχά­των ἤ­δη κιν­δυ­νεύ­ειν, εἰ μέν οὖν καί νῦν οὕ­τω δι­ά­κει­σθε, οὐκ ἔ­χω τί λέ­γω· εἰ δ’ ἅ συμ­φέ­ρει χω­ρίς κο­λα­κεί­ας ἐ­θε­λή­σε­τ’ ἀ­κού­ειν, ἕ­τοι­μος λέ­γειν.
 
Έχω την αξίωση, άνδρες Αθηναίοι, αν πω με παρρησία κάποιες αλήθειες, να μην οργιστείτε για τούτο εναντίον μου. Εξετάστε το εξής: Εσείς πιστεύετε ότι η ελευθερία του λόγου, για κάθε άλλο θέμα, πρέπει να είναι σε τέτοιο βαθμό κοινή για όλους όσους βρίσκονται στην πόλη. ώστε την έχετε παραχωρήσει και στους ξένους και στους δούλους. Και μπορεί να δει κανείς πολλούς δούλους να λένε ό, τι θέλουν ενώπιον σας με μεγαλύτερη ελευθερία από τους πολίτες των άλλων πόλεων. Αλλά την ελευθερία από τις συσκέψεις σας την έχετε αποκλείσει εντελώς. Συνέπεια αυτού είναι ότι στις μεν συνελεύσεις ευφραίνεστε εστε ακούγοντας πάντα ευχάριστους λόγους, όταν ( νότα πραγματοποιούνται, διατρέχετε τους έσχατοι Εάν, λοιπόν, και τώρα τις ίδιες έχετε διαθέσεις, δε να σας πω. Εάν. αντίθετα, θέλετε να ακούσετε τ συμφέρον σας. χωρίς κολακείες, είμαι έτοιμος να μιλήσω.
 
Δημοσθένους, Κατά Φιλίππου, Γ΄, 3-4

Η χρυσή εποχή των Αράβων και η πνευματική της παρακμή

The caliphate at the end of the 8th century
Το χαλιφάτο στα τέλη του 8ου αιώνα.

Παρατηρώντας κανείς τη σημερινή κατάσταση του Αραβικού κόσμου είναι πολύ δύσκολο να συνειδητοποιήσει τον όγκο του πνευματικού έργου που παρήγαγε μια χιλιετία πριν. Αυτοί ήταν, όμως, που, ενώ η Ευρώπη υπέφερε από την ασφυκτικά ολοκληρωτική θεοκρατία του Χριστιανισμού, κατάφεραν, όχι μόνο να διατηρήσουν και να μεταδώσουν τα δημιουργήματα της αρχαίας δυτικής διάνοιας, αλλά και να δημιουργήσουν νέους δρόμους έρευνας και ανακαλύψεων. Πολλά έργα των αρχαίων Ελλήνων διασώθηκαν χάρη σ’ αυτούς, ενώ σε αυτούς οφείλουμε και την κατανόηση του πώς εξαπλώνονται οι ασθένειες και εφευρέσεις όπως η πυξίδα και εργαλεία πλοήγησης. Αυτή η εικόνα είναι, κυριολεκτικά, αιώνες μακριά από τη σημερινή πραγματικότητα όπου το τοπίο της ακαδημαϊκής επιστημονικής μελέτης στον Αραβικό κόσμο θυμίζει έρημο.
 
Ενάμιση αιώνα μετά την ίδρυση του Ισλάμ από τον Μωάμεθ (το 622 μ.Χ.), χαλίφηδες που υποστήριζαν ότι ήταν συνεχιστές του επεδίωξαν να κατακτήσουν τον κόσμο και κατάφεραν να επεκταθούν σε πολύ μικρό διάστημα σε ολόκληρη τη Μεσόγειο, από τη Μεντίνα μέχρι την Ισπανία και το σημερινό Αφγανιστάν (οι υποτελείς έφτασαν τα 60 εκατομμύρια ή το ένα τρίτο του παγκόσμιου πληθυσμού). Όσοι λαοί δεν προσηλυτίστηκαν στο Ισλάμ στο πέρασμά τους, αναγκάστηκαν να υποκύψουν σ’ αυτό. Οι φρικαλεότητες που συνόδευσαν αυτές τις κατακτήσεις συχνά αποβάλλονται από την εξιστόρηση της ιμπεριαλιστικής επέκτασης του Χαλιφάτου, ή υπονομεύονται, ενώ μπορούν εύκολα να συγκριθούν με αυτές των δυτικών Σταυροφόρων των μετέπειτα αιώνων˙ αλλά λόγω χώρου θα προσπεραστούν και εδώ, για να δούμε από πιο κοντά τα διανοητικά κατορθώματα των Αράβων, αλλά και πώς επήλθε η παρακμή του πνευματικού κόσμου της αυτοκρατορίας.
 
Η αυτοκρατορία αναγνώρισε ότι η πολιτική δύναμη αναπτύσσεται χέρι-χέρι με την επιστήμη· η ιατρική σώζει ζωές, η τεχνολογία κερδίζει πολέμους και η ανώτερη επιστημονική γνώση αποτελεί απόδειξη πνευματικής υπεροχής των ευγενών που την κατέχουν και της αυτοκρατορίας στην οποία ανήκουν. Μέσω του ιερού κειμένου του Ισλάμ, του Κορανίου, εξάπλωσε την αραβική γλώσσα σε όλη την επικράτεια και έτσι όλοι οι λαοί που την απάρτιζαν είχαν έναν κοινό κώδικα επικοινωνίας και ανταλλαγής γνώσεων. Η παραδόσεις της αρχαίας Ελλάδας, της Κίνας και της Ινδίας έγιναν προσιτές σε έναν πρωτόγνωρα μεγάλο αριθμό ανθρώπων που είχαν κάθε κίνητρο και ευκαιρία να τις επεκτείνουν και να τις αναπτύξουν.
 
Στο χαλιφάτο προωθήθηκε, σε κάποιο βαθμό, η ανεξιθρησκία, για παράδειγμα με την ίδρυση του νοσοκομείου Νουρ-Αλ-Ντιν στη Δαμασκό (το κορυφαίο νοσοκομείο της εποχής) όπου ασθενείς αλλά και γιατροί οποιουδήποτε δόγματος μπορούσαν να νοσηλευθούν ή να εξασκήσουν την ιατρική. Ο θεσμός του majlis (κάτι σαν το αρχαιοελληνικό συμπόσιο) καθιερώθηκε από τον 9ο αιώνα, που σήμαινε τη συνάθροιση φιλοσόφων, θεολόγων, αστρονόμων και μάγων σε οίκους όπου γινόταν συζητήσεις για διάφορα θέματα, χωρίς αναστολές και περιορισμούς· κανένας από τους παρευρισκόμενους δεν αναμενόταν να διατηρεί κάποια συγκεκριμένη γραμμή σκέψης αλλά μπορούσε να αναπτύξει ελεύθερα τις ιδέες του, αρκεί να χρησιμοποιούσε λογική συνέχεια και κομψή αραβική γλώσσα.
 
Λέξεις όπως άλγεβρα, αλγόριθμος, αλχημεία, αλκοόλ και δεκάδες άλλες προέρχονται από την αραβική γλώσσα και την αραβική επιστημονική παράδοση, ενώ αραβικό όνομα έχουν και τα δύο τρίτα περίπου των αστεριών του ουρανού. Στο χώρο της ποίησης ξεχωρίζει ο Omar Khayyam (1048-1131) του οποίου έχουν διασωθεί τα περίφημα Ρουμπαγιάτ (Τετράστιχα), ένα έργο που φέρνει κοντά τη φιλοσοφία, την πίστη, την αμφισβήτηση της ευσέβειας και της υποταγής και τις χαρές του κρασιού και των φίλων. Ο Khayyam εκτός από ποιητής ήταν και μαθηματικός, αστρονόμος και φιλόσοφος˙ όπως και πολλοί άλλοι πνευματικοί άνθρωποι της εποχής ήταν πολυμαθείς και διέπρεπαν σε διαφορετικούς τομείς της σκέψης.
 
Η κατανόηση από μέρους των Αράβων για τη σημασία της ιατρικής και της πρακτικής εφαρμογής της καθώς και οι εκτενείς αστρονομικές παρατηρήσεις, η εξέλιξη της χαρτογραφίας και, κυρίως, των μαθηματικών (όπως και της εξάπλωσης του δεκαδικού συστήματος) άλλαξαν τον κόσμο και έδωσαν, αργότερα, τα εργαλεία στους Διαφωτιστές για να βγάλουν την Ευρώπη από το Μεσαίωνα. Είναι δύσκολο να υποτιμήσει κανείς την προσφορά τους στην ανθρώπινη πρόοδο, οι Δυτικοί όμως δεν φάνηκαν ποτέ έτοιμοι να αναγνωρίσουν τα δώρα των Αράβων και μόλις η ιστορία προσπέρασε την Αραβική άνθηση, οι Ευρωπαίοι έκαναν προσπάθεια να ξεχαστεί η κληρονομιά τους.
 
Χαρακτηριστικό παράδειγμα η περίπτωση του Κοπέρνικου, στον οποίο χρεώνεται η εκκίνηση της επιστημονικής επανάστασης, που στο βιβλίο του De revolutionibus κάνει μια σχεδόν κρυμμένη αναφορά σε έναν Άραβα αστρονόμο, τον Al-Battani, με το λατινικό του όνομα Machometi Aracenfis. Χωρίς τις παρατηρήσεις του Al-Battani ο Κοπέρνικος δεν θα μπορούσε να αποδείξει το ηλιοκεντρικό του μοντέλο, αλλά η επιρροή του Άραβα αγνοήθηκε από τους ιστορικούς επί αιώνες. Περαιτέρω, χωρίς τις προόδους των Αράβων αλχημιστών στον σχηματισμό κραμάτων δεν θα είχε εξελιχθεί σε επιστήμη η χημεία, με την τεχνική, την ορολογία και την εργαστηριακή μέθοδο που οι Άραβες εφηύραν και που συνεχίζουν να χρησιμοποιούνται σε κάποιο βαθμό μέχρι σήμερα.
 
Η μεγαλύτερη προσφορά όμως των Αράβων είναι αναμφίβολα η εφεύρεση και εξέλιξη της ίδιας της επιστημονικής μεθόδου. Ο Alhazen εξέδωσε το βιβλίο του Οπτική το 1021, όπου μελετάει τη φύση του φωτός και απέδειξε ότι οι ακτίνες ταξιδεύουν σε ευθείες, εξήγησε πώς δουλεύουν οι καθρέπτες και περιέγραψε πώς οι ακτίνες φωτός κάμπτονται όταν διαπερνούν διαφορετικά υλικά, όπως το νερό. Δεν αρκέστηκε, όμως, στο να καταδείξει τις θεωρίες του αλλά θέλησε να παρουσιάσει και το πώς έφτασε στα συμπεράσματά του. Όποιος διάβαζε το βιβλίο του θα έβρισκε σε αυτό οδηγίες για να επαναλάβει κάθε ένα από τα πειράματά του. Ήταν σαν να λέει «Μη με πιστεύεις. Βρες το και μόνος σου». Πρόδρομος του σκεπτικισμού και της κριτικής σκέψης, θεωρούσε τη δυσπιστία οδηγό για την αναζήτηση της γνώσης και την αξιολόγηση από ομότιμους ερευνητές (peer review) αναγκαία συνθήκη για την αναγνώριση της εγκυρότητας κάθε επιστημονικής θέσης. Και αυτός όμως έπεσε θύμα της δυτικής σοβινιστικής αδιαφορίας· συνήθως, πατέρας της επιστημονικής μεθόδου ονομάζεται ο Άγγλος Roger Bacon.
 
Ο Μπέρτραντ Ράσελ πίστευε πως η Αραβική επιστήμη, αν και αξιοθαύμαστη σε τεχνικό επίπεδο, ήταν ελλιπής σε δημιουργικότητα και ικανότητα για καινοτομία, και ότι το κυριότερο ευεργέτημά της ήταν ότι διατήρησε και μετέφερε την αρχαία γνώση στη μεσαιωνική Ευρώπη οδηγώντας τη στην Αναγέννηση. Μεταγενέστεροι μελετητές, όμως, θεωρούν ότι η επιστήμη της εποχής εφαρμοζόταν σε επίπεδο απαράμιλλου μεγέθους και ότι κινητήρια δύναμη πίσω από τα κατορθώματα των Μουσουλμάνων ήταν το Ισλάμ, σαν θρησκειο-πολιτικό σύστημα, το οποίο τους οδήγησε σε μια επιστημονική επανάσταση. Έμφαση, κατά τη χρυσή εποχή, δινόταν σε εδάφια του Κορανίου και των Χαντίθ, όπου ο Μωάμεθ κήρυττε πως ο καθένας οφείλει να κυνηγάει τη γνώση όποτε μπορεί.
 
Τι πήγε στραβά, λοιπόν; Η επίθεση των Σταυροφόρων από τη Δύση και των Μογγόλων από την Ανατολή σημάδεψαν το τέλος της άνθισης των Αραβικού πολιτισμού. Η ανακάλυψη της Αμερικής (1492), που χάρισε αμύθητα πλούτη στην Ευρώπη. σε συνδυασμό με την εξέλιξη της τυπογραφίας, που δεν ωφέλησε την πολύπλοκη αραβική γραφή (70 διαφορετικοί τρόποι γραφής κάθε γράμματος και πληθώρα τονικών συμβόλων) και μετατόπισε στα λατινικά τη χρησιμότητα μιας κοινής γλώσσας σαν μέσο ανταλλαγής γνώσεων, έριξαν την αυλαία της χρυσής εποχής των Αράβων. Είχε όμως προηγηθεί μια σημαντική οπισθοδρόμηση στο εσωτερικό της αυτοκρατορίας –ένα πισωγύρισμα που αποδείχτηκε μοιραίο για τον πνευματικό κόσμο της.
 
Στο βιβλίο του Η Ασυναρτησία των Φιλοσόφων (The Incoherence of the Philosophers) o Ηamid al-Ghazali (1058-1111 μ.Χ.) άσκησε κριτική στη φιλοσοφία σαν τρόπο σκέψης, η οποία περιλάμβανε τις επιστήμες, τα μαθηματικά, την πολιτική και τη λογική αφού αυτά δεν ήταν τότε επακριβώς ξεδιαλυμένα (η αραβική λέξη που χρησιμοποίησε ήταν «falsafa», που σημαίνει όλα τα παραπάνω ταυτόχρονα). Πίστευε πως ήταν λάθος να θεωρούμε ότι υπάρχουν φυσικοί νόμοι που καθορίζουν τα συμβάντα που λαμβάνουν χώρα στον κόσμο, και σαν παράδειγμα χρησιμοποίησε την «ψευδαίσθηση» ενός κομματιού βαμβάκι που καίγεται επειδή έρχεται σε επαφή με τη φλόγα. Αν και φαίνεται πως υπάρχει μια τέτοια σχέση αίτιου-αποτελέσματος, όπου η φλόγα καίει το βαμβάκι, στην πραγματικότητα, έλεγε, είναι το χέρι του θεού που βάζει φωτιά κάθε φορά που ένα κομμάτι βαμβάκι φλέγεται. Ο al-Ghazali απέρριψε ρητά τον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη, ενώ ο Ισλαμικός Νεοπλατωνισμός έγινε αντικείμενο κριτικής του από την οποία ποτέ δε συνήλθε. Τίποτα, θεωρούσε, δεν μπορούσε να γνωρίσει κάποιος πέρα από τον θεό και το Ισλάμ, και πίστευε πως κάθε διαφορετική θεώρηση ήταν μάταιη. «Λίγοι είναι αυτοί που αφιερώνουν τον εαυτό τους σε αυτή τη μελέτη [της φιλοσοφίας] χωρίς να απεμπολήσουν τον εαυτό τους από τη θρησκεία και χωρίς να έχουν αποτινάξει το χαλινάρι του φόβο του θεού από πάνω τους» γράφει σε ένα άλλο του βιβλίο, το Απελευθέρωση από το σφάλμα (Deliverance from error). Η υπόθεση, πίστευε, πως υπάρχει αναγκαιότητα στη φύση είναι ασύμβατη με το Ισλάμ καθώς η φύση είναι πλήρως υπόλογη στο θεό και στη βούλησή του.
 
Κάποιοι θεωρούν πως ο al-Ghazali προσπάθησε, στην πραγματικότητα, να συνθέσει τη θεολογία με τη φιλοσοφία, όχι να προκαλέσει σχίσμα (ενάμιση αιώνα μετά, ο Χριστιανός θεολόγος-φιλόσοφος Θωμάς ο Ακινάτης παραδέχτηκε το χρέος του σ’ αυτόν). Σε κάποιο βαθμό αυτό είναι σίγουρα σωστό, αφού ο ίδιος δεν εγκατέλειψε τους χώρους έρευνας που σήμερα αποδίδουμε ξεκάθαρα στην επιστήμη, αλλά ο τρόπος σύνθεσης που πρότεινε συμπεριλάμβανε αφαίρεση από την επιστήμη κάποιων βασικών αρχών της, όπως η σχέση αίτιου-αποτελέσματος, και την εισαγωγή σε αυτήν παραδοχών, και η παρουσία της θεϊκής βούλησης σε κάθε παρατηρούμενο φαινόμενο, που σίγουρα δεν ανήκουν σε αυτήν. Υπερασπίστηκε μεν τη λογική, αλλά μόνο στο βαθμό που μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να κάνουμε θεολογικές ερωτήσεις και σαν εργαλείο εναντίον της φιλοσοφίας. «Τίποτα στη φύση δεν μπορεί να ενεργήσει αυθόρμητα και ξέχωρα από το θεό».
 
Υπήρξαν κάποιοι, όπως ο Αβερρόης (Ibn Rushd, 1126-1198), που άσκησαν κριτική στον al-Ghazali πολεμώντας τις οπισθοδρομήσεις του στο χώρο της σκέψης. Ο Ibn Taymiyyah θεωρούσε πως, παρά την ευφυΐα του, ο al-Ghazali «κατέληξε σε μια κατάσταση σύγχυσης και στο μονοπάτι εκείνων που αξιώνουν πως μαθαίνουν πράγματα μέσω ονείρων και πνευματικών μεθόδων», ενώ ο Αβερρόης έγραψε (σε ένα βιβλίο-απάντηση σε αυτό του al-Ghazali για την ασυναρτησία των φιλοσόφων) ότι «η αξίωση του να πεις πως οι φιλόσοφοι είναι ασυνάρτητοι είναι, αυτή η ίδια, μια ασυνάρτητη δήλωση». Παρά τις πολεμικές των αντιπάλων του, η επιρροή του δεν εμποδίστηκε και έφτασε να θεωρείται «ο πιο ξεχωριστός Μουσουλμάνος λόγιος της εποχής του» και «ο σημαντικότερος Μουσουλμάνος μετά τον Προφήτη Μωάμεθ». Οι Σουνίτες Μουσουλμάνοι αφομοίωσαν τη διδασκαλία του τόσο που η αντίθεση στη φιλοσοφία στερεώθηκε μέχρι το σημείο η ανεξάρτητη έρευνα να θεωρείται ‘ύποπτη’ δραστηριότητα.
 
Το να αποδώσουμε την πτώση μιας αυτοκρατορίας σε έναν στοχαστή είναι, προφανώς, υπερβολή. Η ανέλιξη της πνευματικής δραστηριότητας σε κάθε κοινωνία απαιτεί, ή τουλάχιστον υποβοηθείται, από της ειρήνη και τον πλούτο. Η παρουσία εξωτερικών εχθρών, με την υπαρξιακή απειλή προς έναν πολιτισμό που αυτή συνεπάγεται, αποτελεί από μόνη της παράγοντα συντηρητισμού ή και οπισθοδρόμησης, με τον εμποδισμό της σκέψης να ανατροφοδοτεί την οικονομική και πολιτική παρακμή και το ανάποδο, σε φαύλο κύκλο˙ και το χαλιφάτο δεν αποτέλεσε εξαίρεση στον κανόνα.
 
 Αν, λοιπόν, οι Σταυροφόροι και οι Μογγόλοι αποτέλεσαν το τέλος της χρυσής εποχής της πολιτικής και οικονομικής κυριαρχίας των Αράβων, ο σφετερισμός της σκέψης από τη θρησκεία, που σχηματοποιείται στο πρόσωπο του al-Ghazali, υπήρξε το τέλος της χρυσής εποχής της πνευματικής ζωής των Αράβων. Δεδομένου μάλιστα ότι το χαλιφάτο άρχισε να χάνει εδάφη από Ισπανούς και Μογγόλους πάνω από έναν αιώνα μετά από το θάνατο του al-Ghazali, μπορούμε να πούμε πως η παρακμή της φιλοσοφίας προηγήθηκε της γεωπολιτικής οπισθοχώρησης και της οικονομικής συρρίκνωσης που ακολούθησε.
 
Από την εποχή του μεγάλου Μεταφραστικού Κινήματος ξενόγλωσσων επιστημονικών εγχειριδίων στα αραβικά (8ος–10ος αιώνας), φτάνουμε στο εξής τραγικό στατιστικό των Ηνωμένων Εθνών (διαπιστωμένο από Αιγύπτιους ακαδημαϊκούς): Κάθε χρόνο η Ισπανία μεταφράζει στη γλώσσα της τόσα βιβλία όσα ολόκληρος ο Μουσουλμανικός κόσμος τα τελευταία χίλια χρόνια στη δικιά του…

Αδιέξοδη και προβληματική σχέση

Αποτέλεσμα εικόνας για χωρισμοσ ψυχολογιαΈνα πολύ συχνό φαινόμενο στο «ερωτικό σχετίζεσθαι» είναι η δημιουργία και η διατήρηση «Προβληματικών και Αδιέξοδων Σχέσεων».

Πολλές γυναίκες και άντρες είναι εγκλωβισμένοι σε Σχέσεις, που δεν προχωρούν μπροστά με υγεία, δεν απολαμβάνουν, αλλά αντιθέτως βασανίζονται και βασανίζουν, χωρίς να ξέρουν τον τρόπο να απεμπλακούν από αυτές. Με την λογική αντιλαμβάνονται, ότι βιώνουν κάτι προβληματικό, αλλά με το συναίσθημα μπροστά δεν είναι καθόλου εύκολο να εγκαταλείψουν τους συντρόφους και να αποστασιοποιηθούν.

Η αλήθεια είναι, ότι δεν υπάρχει καμία Σχέση χωρίς προβλήματα και δυσκολίες. Όταν, όμως, στη Σχέση υπάρχουν επαναλαμβανόμενα δυσλειτουργικά μοτίβα συμπεριφοράς (π.χ συγκρούσεις, έλλειψη επικοινωνίας και κατανόησης) … όταν κυριαρχούν έντονα τα συναισθήματα του θυμού, της θλίψης και του στρες… όταν διακατεχόμαστε από το αίσθημα του ανικανοποίητου, της απαισιοδοξίας και του αδιεξόδου... τότε είναι καλό να προβληματιστούμε και να λάβουμε σοβαρά την προειδοποίηση, πως η Σχέση μας έχει οδηγηθεί σε ένα τέλμα.

Τι μας κάνει να παραμένουμε στις αδιέξοδες σχέσεις;

Η χαμηλή αυτοεκτίμηση. Όταν δεν κοιτάμε με καλό μάτι και δεν καμαρώνουμε τον εαυτό μας, τότε είναι πανεύκολο να εξαρτηθούμε σε ψήγματα αγάπης και ενδιαφέροντος. Είναι πανεύκολο να κάνουμε τις λεγόμενες «ερωτικές εκπτώσεις».

Η έλλειψη πίστης στο ότι θα βρεθεί κάτι καλύτερο στην συνέχεια. Όταν συμφωνούμε με την μάζα, που υποστηρίζει ότι δεν υπάρχει πλέον ποιότητα στους ανθρώπινους χαρακτήρες και ότι οι περισσότεροι σύντροφοι είναι σκάρτοι…για ποιον λόγο να ψάξουμε για το «καλύτερο» …;

Η βαθιά εξάρτηση από τον/την σύντροφο. Η αίσθηση, ότι δεν «υπάρχουμε» χωρίς την παρουσία του συντρόφου στη ζωή μας, είναι απίστευτα εγκλωβιστική και αποπνιχτική ταυτόχρονα. Σε αυτή την περίπτωση αναπτύσσουμε «συμβιωτική σχέση» με τον/την σύντροφο και δεν έχουμε την προσωπική μας ταυτότητα.

Η έλλειψη εμπιστοσύνης στους ανθρώπους γύρω μας. Από την στιγμή που δεν μπορούμε να εμπιστευθούμε εύκολα, είναι πιο βολικό να παραμείνουμε στο «γνώριμο», ακόμα κι αν αυτό μας κακοποιεί.

Ο φόβος να αντιμετωπίσουμε το «διαφορετικό» και τις αλλαγές. Για να μπορούμε να προσαρμοστούμε στην «αλλαγή», πρέπει να διαθέτουμε μία δυνατή αυτοπεποίθηση και ικανότητα ευελιξίας.

Η δύναμη της «Συνήθειας». Αυτή είναι, που κάνει τους ανθρώπους να δειλιάζουν μπροστά στο ενδεχόμενο ενός χωρισμού.

Η δυσκολία να αντέξουμε τον εαυτό μας μέσα στην μοναξιά. Αυτό ισχύει, όταν δεν μπορούμε να αντέξουμε γενικά τον εαυτό μας, παρά μόνο όταν «ανήκει» κάπου.

Η δυσκολία στους αποχωρισμούς και στην αποδοχή του «τέλους» γενικότερα. Το «Αντίο» είναι μία κουβέντα, που προκαλεί θλίψη, όταν δεν αντιμετωπίζεται ως μία αφορμή για να υπάρξει στη συνέχεια το «Καλώς Ήρθες».

Η ενοχοποίηση του εαυτού. Είναι πολύ συχνό το βίωμα να παραμένουμε στις «Προβληματικές Σχέσεις», όταν σαν άτομα είμαστε «ενοχικά» και έχουμε μάθει από παιδιά ακόμα να αισθανόμαστε υπαίτιοι/ες για τα πάντα.

Πώς μπορούμε να τερματίσουμε μία «Αδιέξοδη και Προβληματική Σχέση» ;

Δεν είναι εύκολο να πεις «Τέρμα» σε μία τέτοιου είδους Σχέση και η αλλαγή δεν μπορεί να συμβεί από την μία μέρα στην άλλη. Το να το κάνετε απλά επειδή «πρέπει» … δεν θα σας βοηθήσει στην ουσιαστική αλλαγή και με μαθηματική ακρίβεια, είτε θα επιστρέψετε σύντομα πίσω, είτε θα σας μείνει το «απωθημένο» και δεν θα προχωρήσετε μπροστά κάνοντας μία υγιή συντροφική επιλογή. Για αυτό τον λόγο, καλό είναι να το πάρετε βήμα βήμα, χωρίς να βιάζεστε.

Το αρχικό βήμα έχει να κάνει με την επίγνωση της κατάστασης. Ποια είναι η αλήθεια, τι πραγματικά βιώνετε μέσα από την συγκεκριμένη Σχέση και ποιες είναι οι προσωπικές σας δυσκολίες. Το να κρύβεστε πίσω από το δάχτυλο σας, δεν σας συμφέρει, γιατί σας απομακρύνει αρκετά από την επίλυση και την ανακούφιση.

Αφού εντοπίσετε τις δυσκολίες σας, η επόμενη κίνηση αφορά την επεξεργασία αυτών. Από που προέρχονται και πως μπορούν να αντιμετωπιστούν. Όπως και να έχει, τις περισσότερες φορές όλα είναι θέματα που αφορούν την αυτοεκτίμηση και την επίγνωση του εαυτού.

Είναι πολύ σημαντικό να δουλευτούν τα βιώματα, που έχετε από την παιδική σας ηλικία και τις καταγραφές, που έχετε κάνει σε σχέση με την αγάπη, το ενδιαφέρον, την φροντίδα, την επικοινωνία, το «σχετίζεσθαι».

Για να ελευθερωθείτε στο σήμερα… πρέπει να καταλάβετε το παρελθόν σας και να το αφήσετε πίσω με σεβασμό και πλήρη αποδοχή.

Tο ερώτημα που τίθεται για όλα και το καθετί: «Το θέλεις αυτό άλλη μια φορά και αναρίθμητες φορές ακόμη;»

Αποτέλεσμα εικόνας για Tο ερώτημα που τίθεται για όλα και το καθετί: «Το θέλεις αυτό άλλη μια φορά και αναρίθμητες φορές ακόμη;»Το μεγαλύτερο βάρος. Κι αν μια μέρα ή μια νύχτα γλιστρούσε ένας δαίμονας μέσα στην πιο μοναχική μοναξιά σου και σου έλεγε: «Αυτή τη ζωή, όπως την έζησες και όπως τη ζεις μέχρι τώρα θα τη ξαναζήσεις άλλη μια φορά και αναρίθμητες ακόμη φορές˙ και δεν θα υπάρχει τίποτα καινούργιο σε αυτή, αλλά κάθε πόνος και κάθε χαρά και κάθε σκέψη και κάθε στεναγμός και καθετί ανείπωτα μικρό ή μεγάλο της ζωής σου θα ξανάρθει σε σένα, όλα με την ίδια σειρά και διαδοχή – ακόμα και αυτή η αράχνη και αυτό το σεληνόφως ανάμεσα στα δένδρα, κι αυτή η στιγμή και εγώ ο ίδιος.

Η αιώνια κλεψύδρα της ύπαρξης γυρίζει ακατάπαυστα πάνω κάτω και μαζί της και εσύ, κόκκε σκόνης!» Δε θα έπεφτες κατάχαμα, δεν θα έτριζες τα δόντια σου και δε θα καταριόσουν το δαίμονα που θα μιλούσε έτσι; Ή μήπως, θα ζούσες μία φοβερή στιγμή όπου θα του απαντούσες: «Είσαι θεός και δεν άκουσα τίποτα πιο θεϊκό!». Αν σε κυρίευε αυτή η σκέψη, θα σε μεταμόρφωνε εσένα, έτσι που είσαι και ίσως να σε έκανε σκόνη: το ερώτημα που τίθεται για όλα και το καθετί: «Το θέλεις αυτό άλλη μια φορά και αναρίθμητες φορές ακόμη;» θα ήταν το μεγαλύτερο βάρος που θα βάραινε τις πράξεις σου! Ή, αντίθετα, πόσο καλός θα έπρεπε να γίνεις απέναντι στον εαυτό σου και απέναντι στη ζωή ώστε να μην ποθείς τίποτε περισσότερο από αυτή την έσχατη αιώνια επιβεβαίωση και επισφράγιση;

 Φ.Νίτσε, Η χαρούμενη επιστήμη

Μάθημα: Ρωτήστε τον εαυτό σας: «Αυτό που κάνω αξίζει να το κάνω συνέχεια; Ή μήπως το κάνω μόνο για προσωρινούς λόγους; Είναι άραγε ένα μπάλωμα ή έτσι θα έπρεπε να είναι πραγματικά η ζωή μου;» Το νοητικό πείραμα δεν είναι ένας ισχυρισμός για το τι ισχύει στ’ αλήθεια. Είναι μάλλον ένας τρόπος να ενταθεί η αίσθηση της σημασίας και του βάρους που έχει η παρούσα στιγμή, προκειμένου να αντιδρούμε στη φυσιολογική μας τάση να σκεφτόμαστε: έχω πολύ χρόνο μπροστά μου, μια μέρα θα σοβαρευτώ.

Γιατί είναι σημαντική η προσφορά προς τον συνάνθρωπο: Η ψυχολογική διάσταση της αλληλεγγύης

solidarity1. Καθώς βοηθάς τους άλλους, βοηθάς και τον εαυτό σου!
Όταν κάνεις κάτι καλό για κάποιον, ενισχύεις τον αυτοσεβασμό σου και νιώθεις την ιδιαίτερη χαρά που έχουν όσοι προσφέρουν. Ενισχύεται η αυτοεκτίμηση σου γιατί η πράξη της προσφοράς, σου δημιουργεί συναισθήματα ικανοποίησης και πληρότητας. Όταν προσφέρεις χωρίς ιδιοτέλεια, χωρίς να περιμένεις ανταμοιβή, απαλλάσσεσαι αυτομάτως από τα δεσμά των κοινωνικών συμβάσεων. Είσαι ελεύθερος!

2. Η προσφορά βοήθειας ως αντικαταθλιπτικό.
Όταν προσφέρεις, δίνεις χαρά και αυτό σου μεταφέρει ευχάριστα συναισθήματα. Χαίρεσαι κι εσύ όταν κάνεις χαρούμενο κάποιον άλλο που το έχει ανάγκη. Ένα δικό του χαμόγελο, σε αναπτερώνει. Επίσης, αυτό λειτουργεί ως ευκαιρία να εκτιμήσεις αυτά που ήδη έχεις, να τα προστατεύσεις αποβάλλοντας τις αδηφάγες και αχόρταγες επιθυμίες σου για όλο και περισσότερα αγαθά. Το δίδαγμα που αναδύεται όταν προσφέρεις ανθρωπιστική βοήθεια είναι να μάθεις να ζεις με απλό τρόπο, εκτιμώντας τα μικρά καθημερινά πράγματα και προστατεύοντας τα ώστε να τα διατηρήσεις και στο μέλλον. Τα μικρά καθημερινά πράγματα συνθέτουν τη μεγαλειότητα της ζωής!
 
3. Η σημασία της συνύπαρξης με τον συνάνθρωπο
Τελικά, το πιο σημαντικό απ’ όλα, ακόμα και από όλα τα υλικά αγαθά, είναι η σχέση μας με τον συνάνθρωπο. Κανένας άνθρωπος δεν είναι ευτυχισμένος όταν είναι μόνος του. Η επαφή μας με τον συνάνθρωπο μας εξευγενίζει και μας εξημερώνει. Γιατί μόνοι μας θα ήμασταν πολύ άγριοι, ακόμα και με τον ίδιο μας τον εαυτό. Μένουμε όλοι μαζί σε αυτόν τον πλανήτη και είναι καλό να είμαστε αγαπημένοι και μονοιασμένοι. Αυτή είναι κι η πηγή της ευτυχίας. Όλοι ζούμε κάτω από τον ίδιο ουρανό, γι’ αυτό ας αντιληφθούμε πως είναι καλό να επιστρατευτούμε για να εκπληρώσουμε κοινούς στόχους για την κάλυψη κοινωνικών αναγκών.
 
4. Ενεργοποίηση, όχι στην παθητικότητα!
Όταν προσφέρεις βοήθεια σε κάποιον που το έχει ανάγκη, αυτό σηματοδοτεί και την ενεργοποίηση σου ως μέλος ενός κοινωνικού συνόλου. Σε μία εποχή, όπου προωθείται η απενεργοποίηση μας μέσω των ΜΜΕ, προκειμένου να είμαστε περισσότερο ελέγξιμοι, η προσφορά βοήθειας στον συνάνθρωπο έρχεται να μας σηκώσει από τον καναπέ. Αποδεικνύουμε στον εαυτό μας ότι μπορούμε να δράσουμε, ότι έχουμε τη δική μας δύναμη και πως αν την μοιραστούμε τελικά γινόμαστε όλοι μαζί περισσότερο δυνατοί και καθόλου ελέγξιμοι. Η αυτοεκτίμηση μας ενισχύεται και η αυτοεικόνα μας βελτιώνεται.
 
5. Η μετάβαση από το «εγώ» στο «εμείς»
Σε εποχές λατρείας του ατομικισμού, η προσφορά στον συνάνθρωπο μας σπρώχνει σε πράξεις που δίνουν διέξοδο στα προβλήματα που γεννιούνται από την εθελοτυφλία των σύγχρονων κοινωνιών, από τις αδυναμίες του κράτους και την απουσία μέριμνας για τις αδύναμες και ευπαθείς κοινωνικές ομάδες. Τελικά, αν στραφούμε στο «εμείς» θα νιώσουμε την πανανθρώπινη αξία της αγάπης για τον συνάνθρωπο. Ο εγωκεντρισμός δεν μας προσφέρει σε καμιά περίπτωση τη δυνατότητα εξέλιξης. Μέσα από το «εμείς», ανακαλύπτουμε συνεχώς νέες πλευρές του εαυτού μας, γεγονός που βοηθά στην αυτογνωσία μας.
 
Η αξία του εθελοντισμού
Το κίνημα του εθελοντισμού προάγει όλες εκείνες στις πανανθρώπινες, ξεχασμένες λίγο-πολύ αξίες, όπως είναι η κοινωνική αλληλεγγύη , η ανιδιοτελής προσφορά και η αγάπη προς τον συνάνθρωπο. Στη σημερινή κοινωνία με τους ξέφρενους και αγχωτικούς ρυθμούς ζωής, του υλικού ευδαιμονισμού και του ατομικισμού όπου οι ανθρώπινες σχέσεις χαρακτηρίζονται από πνεύμα αδιαφορίας και συμφέροντος, ο εθελοντισμός φαντάζει ως ο μοναδικός φάρος ελπίδας που μπορεί να φωτίσει προς μία διαφορετική κατεύθυνση, μια νέα στάση ζωής.

Η θετικότητα κατευθύνει τους επιγενετικούς μας μηχανισμούς προς την υγεία

Αποτέλεσμα εικόνας για Η θετικότηταΠολλοί άνθρωποι θεωρούν ότι δεν μπορούμε πραγματικά να αλλάξουμε και έτσι χρησιμοποιούν αυτό σαν δικαιολογία για να μην κοιτάξουν πέρα από τις τρέχουσες συνθήκες και την κατάσταση της ζωής τους. Όμως τώρα πλέον γνωρίζουμε ότι μπορούμε να είμαστε είτε συνειδητοί ή μη συνειδητοί συμμέτοχοι και δημιουργοί στη δική μας εξέλιξη μέσω των διαδικασιών της Επιγενετικής που συνδέονται με τη σωματονοητική μας κατάσταση.

Η επιστήμη της Επιγενετικής σχετίζεται με το πώς στην καρδιά του κάθε κυττάρου στο σώμα μας, έχουμε μηχανισμούς με τους οποίους τα περιβαλλοντικά ερεθίσματα αλληλεπιδρούν με το γονιδίωμά[1] μας και ελέγχουν τη γενετική δραστηριότητα. Το κρίσιμο ερέθισμα ή μηχανισμός σε όλο αυτό είναι η αντίληψη μας και ως εκ τούτου, η ψυχική μας κατάσταση σε σχέση με την πραγματικότητα μας. Έχουμε τη δυνατότητα να επιλέξουμε την ευτυχία ή τη δυστυχία, ακόμα και όταν δεν μπορούμε να επιλέξουμε τις εξωτερικές συνθήκες ή τους ανθρώπους με τους οποίους συνδεόμαστε ή εργαζόμαστε.

Οι εγγενείς Επιγενετικοί μηχανισμοί επιτρέπουν στα βασικά γονίδια που έχουμε κληρονομήσει, να τροποποιηθούν κατά την αντιγραφή ή μεταγραφή [2] τους, έτσι ώστε να παραχθούν μέχρι και 30.000 παραλλαγές από μία μόνο κληρονομημένη γονιδιακή αλυσίδα. Η παλιά θεώρηση ότι τα προγραμματισμένα γονίδιά μας παράγουν ακριβή αντίγραφα του εαυτού τους με προκαθορισμένο τρόπο, είναι λανθασμένη. Δηλαδή, δεν είμαστε απόλυτα θύματα της κληρονομικότητας μας.

Στην πραγματικότητα, είμαστε υπεύθυνοι για το είδος των ερεθισμάτων που τα κύτταρά μας λαμβάνουν, αισθάνονται και στα οποία αντιδρούν με μια απάντηση, χρησιμοποιώντας μια παραλλαγή ενός βασικού γονιδίου, για να μας βοηθήσουν να προσαρμοστούμε στην πραγματικότητα που αντιλαμβανόμαστε. Αυτό μπορεί να μας οδηγήσει είτε σε υγιή ή σε μη υγιή κατεύθυνση όσον αφορά την ευζωία μας. Επίσης συμβαίνει σε κάθε στιγμή και επηρεάζεται τόσο από τα συνειδητά όσο και από τα ασυνείδητα σήματα του νου μας προς το σώμα μας.

Είναι σημαντικό να γνωρίζουμε ότι η δύναμη της θέλησης του συνειδητού μυαλού μας είναι πολύ περιορισμένη και λειτουργεί περίπου στο 5-10% της ισχύος του εγκεφάλου μας. Αυτό δεν είναι το μέρος από όπου μπορούμε να αλλάξουμε την πραγματικότητα μας, ούτε παλιές κακές συνήθειες του μυαλού, όπως προτάθηκε από πολλά βιβλία αυτοβοήθειας και γκουρού της μεταμόρφωσης. Σ’ αυτή τη παλιά προσέγγιση, ο προ-μετωπιαίος φλοιός του συνειδητού μυαλού μας, απαιτεί από εμάς να είμαστε σταθερά σε επαγρύπνιση αναφορικά με τις σκέψεις και τις συνήθειές μας, ώστε να μην χάσουμε προς στιγμή τη συνειδητή μας επίγνωση και εκθέσουμε το μυαλό μας στην ισχύ του ασυνείδητου, που αποτελεί το 90 - 95% της συνολικής ισχύος του εγκεφάλου μας.

Στην πραγματικότητα, χάνουμε συνεχώς τη συνειδητή μας επίγνωση και αυτό δημιουργεί τη βάση για να αναδυθούν αθόρυβα οι ασυνείδητες αρνητικές ή περιοριστικές πεποιθήσεις μας και να κυριαρχήσουν στη συνειδητή μας πραγματικότητα. Δεν αντιλαμβανόμαστε καν ότι χάνουμε την επίγνωσή μας. Αυτό υπονομεύει την προσπάθεια να χρησιμοποιήσουμε τη θέληση για να καταφέρουμε μόνιμη αλλαγή στον εαυτό μας.

Οι Νευροεπιστήμες αποκαλούν αυτό τον τρόπο ύπαρξης, «από πάνω προς τα κάτω» διαδικασία του νου, όπου το μυαλό μας διαχειρίζεται την πραγματικότητά μας από το συνειδητό μέρος για λίγο, αλλά στη συνέχεια μπορεί αυτό να διακοπεί ανά πάσα στιγμή από την «από κάτω προς τα πάνω» διαδικασία του νου που απορρέει από δύο παλιά και ασυνείδητα μέρη του εγκεφάλου: τον ερπετοειδή και το μεταιχμιακό εγκέφαλο. Αυτά τα δύο μέρη συγκρατούν όλες τις άρρητες[3] και διαδικαστικές αναμνήσεις και πεποιθήσεις μας, οι οποίες απλά ωθούνται στο χώρο της συνειδητότητας από καιρό σε καιρό.

Η πραγματική βάση για την αλλαγή θα πρέπει να είναι στην πηγή της αρνητικής ή περιοριστικής πραγματικότητας. Αυτό σημαίνει ότι πρέπει να είμαστε σε θέση να αποκτήσουμε πρόσβαση στα ασυνείδητα μέρη του εγκεφάλου και να αλλάξουμε το περιεχόμενό τους. Γιατί, δεν μπορούμε να αλλάξουμε τη διαδικασία με την οποία το περιεχόμενό του ασυνείδητου ανανεώνει -σε τακτική βάση- τις διεργασίες του συνειδητού προ-μετωπιαίου φλοιού του εγκεφάλου μας. Οι Γνωσιακές Συμπεριφορικές Τεχνικές (CBT) δεν έχουν αποδειχτεί αποτελεσματικές στην πρόσβαση στα παλιότερα και βαθύτερα στρώματα αυτών των ασυνείδητων μερών του εγκεφάλου, που έχουν συναισθηματικές και σωματικά συνδεδεμένες αλληλεπιδράσεις.

Ο ασυνείδητος νους είναι σαν ένας προγραμματισμένος υπολογιστής γεμάτος από σενάρια που συλλέξαμε κατά τη διάρκεια της ζωής μας, μέχρι το σημείο που βρισκόμαστε σήμερα. Δεν διαθέτει το δημιουργικό, λογικό, επαγωγικού τρόπο σκέψης ή λήψης αποφάσεων που έχει ο συνειδητός νους. Στον ασυνείδητο νου βρίσκονται μερικές γενετικά καθορισμένες ενστικτώδεις αντιδράσεις, κάποιες νευρο-χημικές αντιδράσεις που ρυθμίζονται από το νευρικό σύστημα και μαθημένες εμπειρίες και πεποιθήσεις από την ανατροφή μας ή το παρελθόν μας.

Όλα αυτά ενεργοποιούνται είτε από περιβαλλοντικά ερεθίσματα που λαμβάνονται από το περιβάλλον μας ή από σήματα συναγερμού ή ερεθίσματα από άλλα μέρη του εγκεφάλου ή από τη φαντασία/οραματισμό από το ψυχικό κέντρο του νου. Η λειτουργία όλων αυτών διαμεσολαβείται από το σώμα. Και όλα δρουν με μια αποθηκευμένη συμπεριφορική αντίδραση, καθώς δεν απαιτείται καμία σκέψη. Είναι όλα τους «λογισμικό», υπό την έννοια ότι όλα είναι ανοιχτά στην αλλαγή, αν προσεγγιστούν με το σωστό τρόπο.

Το σημαντικό στοιχείο εδώ είναι ότι ο τρόπος με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε το περιβάλλον μας και τον εαυτό μας, ως μέρος του περιβάλλοντός μας, καθορίζει την υγεία και τη μοίρα μας. Όταν ζούμε μέσα από τις αρνητικές περιοριστικές πεποιθήσεις, στην ουσία δημιουργούμε τη βάση ώστε τα κύτταρά μας να φτιάξουν παραλλαγές των γονιδίων μας που βασίζονται στο στρες. Αυτές οι παραλλαγές συνδέονται μακροπρόθεσμα με πολλές από τις σύγχρονες επιδημίες της κοινωνίας όπως ο καρκίνος, ο διαβήτης, η παχυσαρκία, οι διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος κοκ. Ο ασυνείδητος νους παίζει μεγάλο ρόλο στη διαμεσολάβηση αυτής της αντίληψης της πραγματικότητας και στον πολλαπλασιασμό των αρνητικών περιοριστικών πεποιθήσεων που διατηρούμε.

Ωστόσο, αν μπορέσουμε να αλλάξουμε τις πεποιθήσεις μας, τα συμπεράσματα και τις ιδέες μας για τον εαυτό μας και τη ζωή, προς το καλύτερο, τότε και πάλι θα επηρεάσουμε τους Επιγενετικούς μηχανισμούς μας να παράξουν γονιδιακές παραλλαγές που προάγουν και διατηρούν την υγεία. Επίσης θα απενεργοποιήσουμε τη βάση για οποιαδήποτε ασθένεια που δημιουργήθηκε και διατηρούνταν από τους ίδιους Επιγενετικούς μηχανισμούς, όταν λειτουργούσαν μέσα από στρες.

Η βασική ιατρική έχει δείξει πως όταν το μυαλό μας αντιλαμβάνεται ότι το περιβάλλον μας είναι ασφαλές και υποστηρικτικό, τα κύτταρά μας απασχολούνται με την ανάπτυξη και τη συντήρηση του σώματος. Σε καταστάσεις στρες, τα κύτταρα παραιτούνται από τις φυσιολογικές λειτουργίες ανάπτυξής τους και υιοθετούν μια αμυντική στάση «προστασίας» όπου παράγουν αμυντικές πρωτεΐνες, νευροδιαβιβαστές και ουσίες.

Όταν αυτό συμβαίνει ως ένα μεμονωμένο γεγονός, σύντομα συνεχίζουμε την κανονική λειτουργία με περιορισμένες αρνητικές επιπτώσεις. Όταν μαθαίνουμε ή υιοθετούμε μια πραγματικότητα ως θύματα, ότι «έτσι είναι η ζωή», τότε δημιουργούμε τη βάση για τη συνεχή παραγωγή τέτοιων αμυντικών κυτταρικών παραγώγων στο σώμα. Αυτό απλά οδηγεί σε ασθένειες με την πάροδο του χρόνου και μπορεί μακροπρόθεσμα να γίνει το σύνηθες μοτίβο ενός ατόμου, που ανταλλάσσει την υγεία με μια ουδέτερη κατάσταση «απουσίας ασθένειας». Πολλοί άνθρωποι εσφαλμένα εξισώνουν την απουσία ασθένειας με την κατάσταση υγείας. Αυτή είναι μια λανθασμένη και συμβιβαστική θεώρηση για την ψυχοσωματική υγεία. Η υγεία είναι πολύ περισσότερο από μια κατάσταση απουσίας ασθένειας.

Ένα άτομο μπορεί να αλλάξει τον τρόπο σκέψης και τις αντιλήψεις του για τον εαυτό του και τη ζωή και έτσι να κάνει μια αλλαγή στον μέχρι τώρα επιβαρυμένο τρόπο ζωής του. Όταν αλλάζουμε την αντίληψή μας για την πραγματικότητα και τις σχετικές πεποιθήσεις που συνδέονται με αυτή την πραγματικότητα, αρχίζουμε να στέλνουμε εντελώς διαφορετικά μηνύματα στα κύτταρά μας και κατά συνέπεια, επαναπρογραμματίζουμε την έκφραση ή τα παράγωγά τους.

Η Σωματική ψυχοθεραπεία, μπορεί να διευκολύνει μια τέτοια αλλαγή. Μελέτες έχουν δείξει ότι αν ένα άτομο καταφέρει να πάει από την κατάσταση «πάλης ή φυγής»[4] στην ισοδύναμη Παρασυμπαθητικοτονία[5] που χαρακτηρίζεται από συνειδητή χαλαρότητα και ηρεμία, αυτό αποτελεί έναν βασικό παράγοντα για την αλλαγή της αντιληπτικής προδιάθεσής του σε κυτταρικό επίπεδο.

Είναι επίσης σημαντικό να διαχειριζόμαστε τα καταπιεσμένα συναισθηματικά τραύματα από το παρελθόν, γιατί τα συναισθήματα αποτελούν πρωταρχικό σηματοδότη αντίληψης στο σωματονοητικό μας σύστημα. Η συνιστώμενη ολιστική προσέγγιση για να επιτύχουμε βαθιά αλλαγή με διάρκεια στην πάροδο του χρόνου, είναι να δουλεύουμε σε ένα ενσώματο και συνειδητό συναισθηματικό επίπεδο, όπου οι γνωστικές ή ψυχικές στρεβλώσεις και οι λανθασμένες πεποιθήσεις, γίνονται συνειδητές και αλλάζουν. Αυτή η προσέγγιση δημιουργεί τη βάση για θετική αναπροσαρμογή του Επιγενετικού μηχανισμού.

Στη Σωματική ψυχοθεραπεία δουλεύουμε σκόπιμα και συστηματικά με τους θεραπευόμενους με αυτόν τον τρόπο για να αναστρέψουμε ψυχοσωματικές (συναισθηματικής βάσης) και ψυχογενείς (ψυχικής βάσης) σωματικές ασθένειες και δυσλειτουργίες. Οι Επιγενετικοί επιστήμονες αποφαίνονται ότι η πλειοψηφία των χρόνιων επαναλαμβανόμενων ασθενειών στο σώμα, φαίνεται να έχουν είτε μια πρωτογενή ή δευτερογενή συμβαλλόμενη αιτία ψυχοσωματικής ή ψυχογενούς προέλευσης. Αυτό είναι λογικό και συμβαδίζει με την Επιγενετική επιστήμη και τους τεκμηριωμένους μηχανισμούς της.

Δυστυχώς, μερικοί άνθρωποι θεωρούν φυσιολογική τη θυματοποίησή τους και αποκτούν μια αίσθηση οικειότητας με αυτή. Αντιστέκονται στην αλλαγή, αποφεύγουν να αναλάβουν την ευθύνη για τη ζωή τους και να δουν πώς μπορούν να την αναστρέψουν αλλάζοντας τον αρνητική περιοριστική νοοτροπία τους και τις πεποιθήσεις τους για τη ζωή.

Αν αντιλαμβάνεστε ότι είστε σε μια κατάσταση θυματοποίησης ή έχετε επίμονα θέματα υγείας και εξισώνετε την κατάσταση υγείας με μια ουδέτερη κατάσταση «απουσίας ασθένειας»., είναι καιρός να εξετάσετε ποια πραγματικότητα έχετε δημιουργήσει για τον εαυτό σας και που σας οδηγεί αυτό...
------------------------------
Σημειώσεις - Παράρτημα
[1] Γονιδίωμα είναι το σύνολο των γενετικών πληροφοριών του οργανισμού μας.
[2] Μεταγραφή είναι η διαδικασία κατά την οποία δημιουργείται ένα μόριο RNA, χρησιμοποιώντας μια αλυσίδα του DNA ως πρoτύπου, της οποίας είναι συμπληρωματικό.
[3] Άρρητη (ή άδηλη ή μη δηλωτική μνήμη) είναι η μνημονική λειτουργία στην οποία το περιεχόμενο (αισθητικοκινητικές δεξιότητες, συνήθειες, μορφές εξαρτημένης μάθησης και μνήμης, η προπαίδευση, η εξοικείωση και η ευαισθητοποίηση), δεν μπορεί να εκφραστεί ρητά, δηλωτικά αλλά μόνον μέσω της συμπεριφοράς.
Ρητή (ή έκδηλη ή δηλωτική) μνήμη είναι η λειτουργία της μνήμης στην οποία το περιεχόμενο (συμβάντα, γεγονότα ή μαθημένο υλικό στο παρελθόν) μπορεί να ανασυρθεί συνειδητά και επομένως, μπορεί να εκφραστεί ρητά, δηλωτικά, δηλαδή να διατυπωθεί σε πρόταση μέσω του λόγου. Διακρίνεται σε βραχύχρονη και μακρόχρονη, με βάση το χρονικό διάστημα που διαρκεί.
[4] Κατάσταση «πάλης ή φυγής» ή κατάσταση Συμπαθητικοτονίας όπου επικρατεί το συμπαθητικό νευρικό σύστημα.
[5] Παρασυμπαθητικοτονία: επικράτηση του παρασυμπαθητικού νευρικού συστήματος.