Παρασκευή, 24 Φεβρουαρίου 2017

ΡΗΤΟΡΙΚΗ: ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ - Πανηγυρικός (11-14)

[11] Καίτοι τινὲς ἐπιτιμῶσι τῶν λόγων τοῖς ὑπὲρ τοὺς ἰδιώτας ἔχουσι καὶ λίαν ἀπηκριβωμένοις, καὶ τοσοῦτον διημαρτήκασιν ὥστε τοὺς πρὸς ὑπερβολὴν πεποιημένους πρὸς τοὺς ἀγῶνας τοὺς περὶ τῶν ἰδίων συμβολαίων σκοποῦσιν, ὥσπερ ὁμοίως δέον ἀμφοτέρους ἔχειν, ἀλλ᾽ οὐ τοὺς μὲν ἀφελῶς, τοὺς δ᾽ ἐπιδεικτικῶς, ἢ σφᾶς μὲν διορῶντας τὰς μετριότητας, τὸν δ᾽ ἀκριβῶς ἐπιστάμενον λέγειν ἁπλῶς οὐκ ἂν δυνάμενον εἰπεῖν.

[12] οὗτοι μὲν οὖν οὐ λελήθασιν ὅτι τούτους ἐπαινοῦσιν ὧν ἐγγὺς αὐτοὶ τυγχάνουσιν ὄντες· ἐμοὶ δ᾽ οὐδὲν πρὸς τοὺς τοιούτους, ἀλλὰ πρὸς ἐκείνους ἐστὶ τοὺς οὐδὲν ἀποδεξομένους τῶν εἰκῇ λεγομένων, ἀλλὰ δυσχερανοῦντας καὶ ζητήσοντας ἰδεῖν τι τοιοῦτον ἐν τοῖς ἐμοῖς οἷον παρὰ τοῖς ἄλλοις οὐχ εὑρήσουσιν. πρὸς οὓς ἔτι μικρὸν ὑπὲρ ἐμαυτοῦ θρασυνάμενος ἤδη περὶ τοῦ πράγματος ποιήσομαι τοὺς λόγους.

[13] τοὺς μὲν γὰρ ἄλλους ἐν τοῖς προοιμίοις ὁρῶ καταπραΰνοντας τοὺς ἀκροατὰς καὶ προφασιζομένους ὑπὲρ τῶν μελλόντων ῥηθήσεσθαι καὶ λέγοντας, τοὺς μὲν ὡς ἐξ ὑπογυίου γέγονεν αὐτοῖς ἡ παρασκευή, τοὺς δ᾽ ὡς χαλεπόν ἐστιν ἴσους τοὺς λόγους τῷ μεγέθει τῶν ἔργων ἐξευρεῖν.  

[14] ἐγὼ δ᾽ ἢν μὴ καὶ τοῦ πράγματος ἀξίως εἴπω καὶ τῆς δόξης τῆς ἐμαυτοῦ καὶ τοῦ χρόνου, μὴ μόνον τοῦ περὶ τὸν λόγον ἡμῖν διατριφθέντος, ἀλλὰ καὶ σύμπαντος οὗ βεβίωκα, παρακελεύομαι μηδεμίαν μοι συγγνώμην ἔχειν, ἀλλὰ καταγελᾶν καὶ καταφρονεῖν· οὐδὲν γὰρ ὅ τι τῶν τοιούτων οὐκ ἄξιός εἰμι πάσχειν, εἴπερ μηδὲν διαφέρων οὕτω μεγάλας ποιοῦμαι τὰς ὑποσχέσεις.

***
Βεβαιότητα του συγγραφέα πως θα εκθέσει το θέμα καλύτερα από τους προκατόχους του.
[11] Και όμως βρίσκονται άνθρωποι να κατακρίνουν τους λόγους που ξεπερνούν το πνευματικό επίπεδο του πλήθους και είναι δουλεμένοι με τέχνη και επιμέλεια. Και έχουν πέσει τόσο έξω, ώστε συγκρίνουν τους επιδεικτικούς λόγους, που έγιναν με τέχνη και αξιώσεις, με τα διάφορα δικαστικά έγγραφα, που αναφέρονται σε ιδιωτικές συμβάσεις, σαν να ήταν υποχρεωτικό να μοιάζουν τα δυο είδη. Ούτε περνάει από το μυαλό τους πως τούτα εδώ, τα έγγραφα, είναι γραμμένα απλά και απέριττα, ενώ οι λόγοι οι επιδεικτικοί, γραμμένοι με επιμέλεια και σχήματα ρητορικά, αποβλέπουν στην εντύπωση που θα δημιουργήσουν. Ή μήπως τάχα αυτοί μπορούν και διακρίνουν την απλή έκφραση, ενώ εκείνος που ξέρει να μιλάει με όλους τους κανόνες της ρητορικής δε θα μπορούσε να τα πει και απλά;

[12] Δεν τους διαφεύγει βέβαια ότι επαινούν όσους τυχαίνει να έχουν κάποια ψυχική συγγένεια μαζί τους. Εγώ δεν έχω τίποτα να πω σ᾽ αυτούς· απευθύνομαι σ᾽ εκείνους που δε θα δεχτούν τίποτα από όσα λέγονται στην τύχη, αλλά θα δυσανασχετήσουν και θα ζητήσουν να βρουν στα λόγια μου ό,τι δεν πρόκειται να βρουν στους άλλους. Σ᾽ αυτούς λοιπόν τους εκλεκτούς δυο λόγια ακόμα θα τολμήσω για τη δικιά μου θέση να τους πω και αμέσως ύστερα θα μπω στο θέμα μου.

[13] Βλέπω τους άλλους ρήτορες στα προοίμιά τους να προσπαθούν να διαθέσουν ευνοϊκά το ακροατήριό τους, να βρίσκουν προφάσεις για όσα πρόκειται να πουν και να ισχυρίζονται άλλοι πως τάχα η προετοιμασία για το λόγο τους στάθηκε πρόχειρη και βιαστική και άλλοι πως είναι δύσκολο να βρουν τα λόγια που θα αποδώσουν ακριβώς το μέγεθος των γεγονότων.

[14] Εγώ, αν δε μιλήσω με τρόπο που να ταιριάζει απόλυτα στη σημασία των γεγονότων και στην υπόληψή μου και στο χρόνο που δαπάνησα, όχι μονάχα για τη σύνταξη του λόγου, αλλά και σε όλη τη ζωή μου μέχρι τώρα, παρακαλώ όχι μονάχα να μην έχετε καμιά επιείκεια, αλλά να με περιφρονήσετε, να με περιγελάσετε όλοι! Ό,τι και να πεις θα αξίζει να το πάθω, αφού τόσο μεγάλα λόγια λέω χωρίς να διαφέρω διόλου από τους άλλους.

Ο Έλληνας έγινε πλάστης ανθρώπων

Σχετική εικόναΟ Έλληνας είναι φιλόσοφος ανάμεσα στους λαούς. Η θεωρία της ελληνικής φιλοσοφίας είναι από μιας αρχής δεμένη με την καλλιτεχνική δημιουργία και την ποίηση.

Περιλαμβάνει όχι μόνο το ορθολογικό στοιχείο, που σ’ αυτό πρώτα πηγαίνει ο νους μας, αλλά, όπως μας διδάσκει η ετυμολογία της λέξης, και το στοιχείο της θέασης, που συλλαμβάνει το αντικειμενικό πάντοτε ως σύνολο στην «ιδέα» του, δηλαδή στην ειδωμένη του μορφή.

Μολονότι έχουμε πλήρη επίγνωση των κινδύνων που συνεπάγεται μια τέτοια γενίκευση και ερμηνεία «του προτέρου δια του υστέρου», δεν μπορούμε να αποφύγουμε τη διαπίστωση ότι η Πλατωνική Ιδέα (που είναι ένα εντελώς μοναδικό, αποκλειστικά ελληνικό νοητικό σχήμα) μας προσφέρει ένα κλειδί για τη δημιουργικότητα του ελληνικού πνεύματος και σε άλλους τομείς· ειδικότερα, (η συσχέτιση έγινε ήδη στην αρχαιότητα) η πλατωνική ιδέα ως έκφραση και κυρίαρχη τάση της ελληνικής τέχνης να δημιουργεί μορφές.

Η παρατήρηση όμως ισχύει εξίσου και για τις τέχνες του λόγου, όσο και για την ουσία του μορφοποιημένου ελληνικού πνεύματος γενικά.

Ακόμη και η κοσμοθεωρία των παλιών φυσικών φιλοσόφων εκφράζει μια τέτοια άποψη σε αντίθεση με τη λογιστική και πειραματική φυσική της σημερινής εποχής· δεν είναι δηλαδή απλό άθροισμα επιμέρους παρατηρήσεων και μεθοδική αφαίρεση, αλλά κάτι πολύ βαθύτερο: ερμηνεία των λεπτομερειών με τη βοήθεια της συνολικής εικόνας, που δίνει στην καθεμιά από αυτές τη θέση και το νόημά της ως μέρους ενός συνόλου.

Με βάση αυτή την ίδια τάση για δημιουργία ιδεών πρέπει να αντιδιαστείλουμε τα μαθηματικά και τη μουσική των Ελλήνων από τα μαθηματικά και τη μουσική παλαιότερων λαών, όσο τουλάχιστον μπορούμε να ξέρουμε.

Και η ξεχωριστή θέση του ελληνισμού μέσα στην ιστορία της ανθρώπινης παιδείας στηρίζεται πάνω στα ίδια ειδικά χαρακτηριστικά της εσωτερικής του οργάνωσης: από το ένα μέρος στην κυρίαρχη πλαστική τάση του (που από αυτήν οδηγημένος ο Έλληνας αντιμετωπίζει όχι μόνο το καλλιτεχνικό του έργο, αλλά και τα βιολογικά του προβλήματα)· από το άλλο πάλι στο φιλοσοφικό του δαιμόνιο (που συλλαμβάνει το καθολικό σε ό,τι αφορά τους κρυμμένους στο βάθος της ανθρώπινης φύσης νόμους, και τους κανόνες της ατομικής ψυχαγωγίας και της κοινωνικής οργάνωσης οι οποίοι πηγάζουν από εκείνους).

Γιατί ακριβώς το καθολικό, ο Λόγος, επέχει για την ουσία του πνεύματος την ίδια θέση που επέχει ο νόμος για την πόλη: είναι κοινός για όλους σύμφωνα με τη διεισδυτική ενόραση του Ηράκλειτου.

Η απόλυτη γνώση των αρχών της φύσης, που κυβερνούν την ανθρώπινη ζωή, και των εγγενών νόμων, σύμφωνα με τους οποίους λειτουργούν οι σωματικές και πνευματικές δυνάμεις του ανθρώπου, πρέπει να απέκτησε όλο της το νόημα από τη στιγμή που οι Έλληνες αντιμετώπισαν το πρόβλημα της παιδείας.

Η ένταξη όλων αυτών των γνώσεων με τη δημιουργική τους δύναμη στην υπηρεσία της παιδείας και η διάπλαση αληθινών ανθρώπων, με τον ίδιο τρόπο που ένας αγγειοπλάστης δίνει μορφή στον πηλό κι ένας γλύπτης στο λίθο, να μια τολμηρή και δημιουργική ιδέα, που μπορούσε να ωριμάσει μόνο στον νου αυτού του καλλιτέχνη και στοχαστή λαού.

Το υψηλότερο έργο τέχνης που έθεσε σκοπό του να δημιουργήσει ο Έλληνας, ήταν ο ζωντανός άνθρωπος.

Γιατί πρώτος αυτός διαισθάνθηκε ότι και η παιδεία πρέπει να είναι μια διαδικασία συνειδητής οικοδόμησης: χαλεπὸν χερσίν τε καὶ ποσὶ καὶ νόωι τετράγωνον ἄνευ ψόγου τετυγμένον, έτσι περιγράφει ένας Έλληνας ποιητής της εποχής του Μαραθώνα και της Σαλαμίνας την ουσία της αληθινής ανδρικής αρετής, που είναι τόσο δύσκολο, λέει, να την κατακτήσεις.

Τότε μόνον ανταποκρίνεται η λέξη μόρφωση στο αληθινό της περιεχόμενο, όταν την καταλάβουμε με το νόημα που παίρνει για πρώτη φορά στον Πλάτωνα: ως «πλαστική» έκφραση της παιδαγωγικής πράξης.

Η γερμανική λέξη Bildung φανερώνει εντελώς παραστατικά την ουσία της παιδείας στην ελληνική – στην πλατωνική της εκδοχή· κλείνει μέσα της την αναφορά στην καλλιτεχνική δημιουργία μορφών, στην πλαστικότητα δηλαδή, όπως επίσης και στην πρότυπη εικόνα που βρίσκεται στον νου του παιδαγωγού – στην «ιδέα», στον «τύπο».

Οπουδήποτε η ίδια σκέψη ξανακάνει την εμφάνιση της αργότερα, πρόκειται για ελληνική κληρονομιά και μάλιστα εμφανίζεται εκεί πάντα, όπου το ανθρώπινο πνεύμα αναπολεί την αληθινή ουσία της αγωγής ως προγύμνασης για συγκεκριμένους εξωτερικούς σκοπούς.

Το γεγονός ωστόσο ότι οι Έλληνες διαισθάνθηκαν πόσο μεγάλο και βαρύ είναι το έργο τούτο, και του δόθηκαν ολόψυχα και υποδειγματικά, είναι μια ανεξάρτητη πραγματικότητα, που δεν εξηγείται ούτε με τη βοήθεια της καλλιτεχνικής ματιάς ούτε από την «θεωρητική» ιδιοσυγκρασία τους.

Από τότε κιόλας που έχουμε τα πρώτα ίχνη των Ελλήνων, βρίσκουμε τον άνθρωπο να στέκει στο κέντρο της σκέψης τους:

Οι ανθρωπομορφικοί θεοί· η απόλυτη κυριαρχία του προβλήματος της απεικόνισης του ανθρώπου, που τη συναντούμε στην ελληνική πλαστική και ιδίως στην αγγειογραφία· η συνακόλουθη μετατόπιση της φιλοσοφίας από το πρόβλημα του κόσμου στον προβληματισμό του ανθρώπου, που κορυφώνεται με τον Σωκράτη, τον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη· η ποίηση, της οποίας το ανεξάντλητο θέμα, (από τον Όμηρο και διαμέσου των αιώνων) παραμένει ο άνθρωπος με όλο το μοιραίο βάρος της λέξης· τέλος, η ελληνική πόλη, που την ουσία της συλλαμβάνει μόνο όποιος την καταλαβαίνει ως παιδαγωγό του ανθρώπου και της συνολικής του ζωής· όλα αυτά είναι ανταύγειες της ίδια φλόγας.

Είναι εκφράσεις μιας ανθρωποκεντρικής αίσθησης της ζωής, που δεν αναλύεται άλλο ή που δεν ερμηνεύεται, αλλά διαπερνά κάθε δημιούργημα του ελληνικού πνεύματος. Έτσι ο Έλληνας έγινε, ανάμεσα στους λαούς, πλάστης ανθρώπων.

Η ΠΡΟΚΗΡΥΞΗ ΤΟΥ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΥΨΗΛΑΝΤΗ (24 / 02 / 1821)

Η ΠΡΟΚΗΡΥΞΗ 24 / 02 / 1821

ΜΑΧΟΥ ΥΠΕΡ ΠΙΣΤΕΩΣ ΚΑΙ ΠΑΤΡΙΔΟΣ

'Η ώρα ήλθεν, ω Άνδρες Έλληνες! Πρό πολλού οι λαοί της Ευρώπης, πολεμούντες υπέρ των ιδίων Δικαιωμάτων και ελευθερίας αυτών, μας επροσκάλουν εις μίμησιν, αυτοί, καίτοι οπωσούν ελεύθεροι, επροσπάθησαν όλαις δυνάμεσι να αυξήσωσι την ελευθερίαν, και δι’ αυτής πάσαν αυτών την Ευδαιμονίαν.

Οι αδελφοί μας και φίλοι είναι πανταχού έτοιμοι, οι Σέρβοι, οι Σουλιώται, και όλη η Ηπειρος, οπλοφορούντες μας περιμένωσιν· ας ενωθώμεν λοιπόν με Ενθουσιασμόν! η Πατρίς μάς προσκαλεί!

Η Ευρώπη, προσηλώνουσα τους οφθαλμούς της εις ημάς, απορεί διά την ακινησίαν μας, ας αντηχήσωσι λοιπόν όλα τα Όρη τής Ελλάδος από τον Ήχον τής πολεμικής μας Σάλπιγγος, και αι κοιλάδες από την τρομεράν κλαγγήν των Αρμάτων μας. Η Ευρώπη θέλει θαυμάση τας ανδραγαθίας μας, οι δε τύραννοι ημών τρέμοντες και ωχροί θέλουσι φύγει απ’ έμπροσθέν μας.

Οι φωτισμένοι λαοί της Ευρώπης ενασχολούνται εις την αποκατάστασιν της ιδίας ευδαιμονίας· και πλήρεις ευγνωμοσύνης διά τας προς αυτούς των Προπατόρων μας ευεργεσίας, επιθυμούσι την ελευθερίαν της Ελλάδος.


Ημείς, φαινόμενοι άξιοι της προπατορικής αρετής και του παρόντος αιώνος, είμεθα Εύελπεις, να επιτύχωμεν την υπεράσπισιν αυτών και βοήθειαν· πολλοί εκ τούτων φιλελεύθεροι θέλουσιν έλθη, διά να συναγωνισθώσι με ημάς. Κινηθήτε, ω φίλοι, και θέλετε ιδή μίαν Κραταιάν δύναμιν να υπερασπισθή τα δίκαιά μας! Θέλετε ιδή και εξ αυτών των εχθρών μας πολλούς, οίτινες, παρακινούμενοι από την δικαίαν μας αιτίαν, να στρέψωσι τα Νώτα προς τον εχθρόν και να ενωθώσι με ημάς· ας παρρησιασθώσι με ειλικρινές φρόνημα, η Πατρίς θέλει τους εγκολπωθή! Ποίος λοιπόν εμποδίζει τους ανδρικούς σας Βραχίονας; ο άνανδρος εχθρός μας είναι ασθενής και αδύνατος. Οι στρατηγοί μας έμπειροι και όλοι οι ομογενείς γέμουσιν ενθουσιασμού! ενωθήτε λοιπόν, ω ανδρείοι και μεγαλόψυχοι Έλληνες! ας σχηματισθώσι φάλαγκες εθνικαί, ας εμφανισθώσι Πατριωτικαί λεγεώνες, και θέλετε ιδή τους παλαιούς εκείνους Κολοσσούς του δεσποτισμού να πέσωσιν εξ ιδίων, απέναντι των θριαμβευτικών μας Σημαίων! Εις την φωνήν της Σάλπιγκός μας όλα τα παράλια του Ιωνίου και Αιγέου πελάγους θέλουσιν αντηχήση· τα Ελληνικά πλοία, τα οποία εν καιρώ ειρήνης ήξεραν να εμπορεύωνται, και να πολεμώσι, θέλουσι σπείρη εις όλους τους λιμένας του τυράννου με το πυρ και την μάχαιραν, την φρίκην και τον θάνατον...


Ποία ελληνική ψυχή θέλει αδιαφορήση εις την πρόσκλησιν της Πατρίδος; Εις την Ρώμην ένας του Καίσαρος φίλος σείων την αιματομένην χλαμύδα του τυράννου εγείρει τον λαόν. Tι θέλετε κάμη Σεις ω Έλληνες, προς τους οποίους η Πατρίς γυμνή δεικνύει μεν τας πληγάς της και με διακεκομμένην φωνήν επικαλείται την βοήθειαν των τέκνων της; Η θεία πρόνοια, ω φίλοι Συμπατριώται, ευσπλαγχνισθείσα πλέον τας δυστυχίας μας ηυδόκησεν ούτω τα πράγματα, ώστε με μικρόν κόπον θέλομεν απολαύση με την ελευθερίαν πάσαν ευδαιμονίαν. Αν λοιπόν από αξιόμεμπον αβελτηρίαν αδιαφορήσωμεν, ο τύραννος γενόμενος αγριώτερος θέλει πολλαπλασιάση τα δεινά μας, και θέλομεν καταντήση διά παντός το δυστυχέστερον πάντων των εθνών.




Στρέψατε τους οφθαλμούς σας, ω Συμπατριώται, και ίδετε την ελεεινήν μας κατάστασιν! ίδετε εδώ τους Ναούς καταπατημένους! εκεί τα τέκνα μας αρπαζόμενα διά χρήσιν αναιδεστάτην της αναιδούς φιληδονίας των βαρβάρων τυράννων μας! τους οίκους μας γεγυμνωμένους, τον αγρούς μας λεηλατισμένους και ημάς αυτούς ελεεινά ανδράποδα!

Είναι καιρός να αποτινάξωμεν τον αφόρητον τούτον Ζυγόν, να ελευθερώσωμεν την Πατρίδα, να κρημνίσωμεν από τα νέφη την ημισέληνον να υψώσωμεν το σημείον, δι’ ου πάντοτε νικώμεν! λέγω τον Σταυρόν, και ούτω να εκδικήσωμεν την Πατρίδα, και την Ορθόδοξον ημών Πίστιν από την ασεβή των ασεβών Καταφρόνησιν.

Μεταξύ ημών ευγενέστερος είναι, όστις ανδρειοτέρως υπερασπισθή τα δίκαια της Πατρίδος, και ωφελιμοτέρως την δουλεύση. Το έθνος συναθροιζόμενον θέλει εκλέξη τους Δημογέροντάς του, και εις την ύψιστον ταύτην Βουλήν θέλουσιν υπείκει όλαι μας αι πράξεις...

Ας κινηθώμεν λοιπόν μέ εν κοινόν φρόνιμα, oι πλούσιοι ας καταβάλωσιν μέρος της ιδίας περιουσίας, oι ιερoί ποιμένες ας εμψυχώσωσι τον λαόν με το ίδιόν των παράδειγμα, και oι πεπαιδευμένοι ας συμβουλεύσωσιν τα ωφέλιμα. Oι δε εν ξέναις αυλαίς υπουργούντες στρατιωτικοί και πολιτικοί ομογενείς, αποδίδοντες τας ευχαριστίας εις ην έκαστος υπουργεί δύναμιν, ας ορμήσωσιν όλοι εις το ανοιγόμενον ήδη μέγα και λαμπρόν στάδιον, και ας συνεισφέρωσιν εις την πατρίδα τον χρεωστούμενον φόρον, και ως γενναίoι ας ενοπλισθώμεν όλοι άνευ αναβολής καιρού με το ακαταμάχητον όπλον της ανδρείας και υπόσχομαι εντός ολίγου την νίκην και μετ' αυτήν παν αγαθόν. Πoίoι μισθωτοί και χαύνοι δούλοι τολμούν να αντιπαραταχθώσιν απέναντι λαού, πολεμούντος υπέρ της ιδίας ανεξαρτησίας; Μάρτυρες oι Ηρωικοί αγώνες των προπατόρων μας· Μάρτυς η lσπανία, ήτις πρώτη και μόνη κατετρόπωσε τας αηττήτους φάλαγκας ενός τυράννου.

Με την Ένωσιν, ω Συμπολίται, με το προς την ιεράν Θρησκείαν Σέβας, με την προς τους Νόμους και τους Στρατηγούς υποταγήν, με την ευτολμίαν και σταθηρότητα, η νίκη μας είναι βεβαία και αναπόφευκτος, αυτή θέλει στεφανώση μέ δάφνας αειθαλείς τους Ηρωικούς αγώνας μας, αυτή με χαρακτήρας ανεξαλείπτους θέλει χαράξη τα ονόματα ημών εις τον ναόν της αθανασίας, διά το παράδειγμα των επερχομένων γενεών. Η Πατρίς θέλει ανταμείψη τα ευπειθή και γνήσιά της τέκνα με τα βραβεία της δόξης και τιμής· τα δε απειθή και κωφεύοντα εις την τωρινήν της πρόσκλησιν, θέλει αποκηρύξη ως νόθα και Ασιανά σπέρματα, και θέλει παραδώση τα ονόματά των, ως άλλων προδότων, εις τον αναθεματισμόν και κατάραν των μεταγενεστέρων.

Ας καλέσωμεν λοιπόν εκ νέου, ω Ανδρείοι και μεγαλόψυχοι Έλληνες, την ελευθερίαν εις την κλασικήν γην της Ελλάδος! Ας συγκροτήσωμεν μάχην μεταξύ του Μαραθώνος και των Θερμοπυλών! Ας πολεμήσωμεν εις τους τάφους των Πατέρων μας, οι οποίοι, διά να μάς αφήσωσιν ελευθέρους, επολέμησαν και απέθανον εκεί! Το αίμα των τυράννων είναι δεκτόν εις την σκιάν τον Επαμεινώνδου Θηβαίου, και του Αθηναίου Θρασυβούλου, οίτινες κατετρόπωσαν τους τριάκοντα τυράννους, εις εκείνας του Αρμοδίου και Αριστογείτωνος, οι οποίοι συνέτριψαν τον Πεισιστρατικόν ζυγόν, εις εκείνην του Τιμολέοντος, όστις απεκατέστησε την ελευθερίαν εις την Κόρινθον και τας Συρακούσας, μάλιστα εις εκείνας τον Μιλτιάδου και Θεμιστοκλέους, του Λεωνίδου και των τριακοσίων, οίτινες κατέκοψαν τοσάκις τους αναριθμήτους στρατούς των βαρβάρων Περσών, των οποίων τους βαρβαροτέρους και ανανδροτέρους απογόνους πρόκειται εις ημάς σήμερον, με πολλά μικρόν κόπον, να εξαφανίσωμεν εξ ολοκλήρου.

Εις τα όπλα λοιπόν φίλοι η Πατρίς Μάς Προσκαλεί!

Αλέξανδρος Υψηλάντης

Την 24ην Φεβρεαρίου 1821 Εις το γενικόν στρατόπεδον του Ιασίου''



(Κάντε κλικ στις φωτογραφίες για μεγέθυνση)

Προσωπική ευθύνη

Οι περισσότεροι άνθρωποι δεν θέλουν πραγματικά ελευθερία, επειδή η ελευθερία προϋποθέτει ανάληψη ευθύνης, και οι περισσότεροι άνθρωποι τρέμουν την ανάληψη ευθύνης. -Sigmud Freud

Για νά χαράξωμε πορεία στήν παρούσα πλανητική προοπτική, πρέπει νά βαδίσωμε ώς έθνος τον δρόμο τής προσωπικής ευθύνης.

Κατά πόσον μπορεί νά συμβάλη ή παράδοση τής έλευθερίας, κατά πόσον δηλαδή σήμερα υφίσταται παρ’ ήμΐν όργανικώς δυνατότης έξατομισμοΰ χωρίς τήν προϋπόθεσι μιας δεοντοκρατουμένης συνειδήσεως, είναι ζήτημα πού έκ των πραγμάτων τίθεται καί παραμένει άνοικτό. Οί κοινωνίες τής Δύσεως έχουν προ πολλου άρχίσει νά κινούνται προς αύτή τήν κατεύθυνση μέ τούς δικούς των όρους. Ή ήθική έπανάστασι στήν Ευρώπη καί κυρίως στις Ηνωμένες Πολιτείες τής ’Αμερικής εκεί τείνει, μέ κεκτημένο βέβαια σταθερό τό υποκείμενο των Νέων Χρόνων.

Προκαταβολικώς διευκρινίζω πώς ή έν λόγω προσωπική ευθύνη δέν συμπίπτει μέ τον άτομισμό πού τυραννεϊ τό έθνος μας άπό τά άρχαϊα χρόνια. Ό γνωστός μας άτομισμός είναι έγωισμός στούς κόλπους καί τό πνεύμα τής όμάδος, χωρίς άτομικότητα, έπίγνωση δηλαδή ότι συγκροτείς άντί μονάδος άτομο καί ότι ζής για νά αύτονομήσης περαιτέρω εις βάρος τού όποιου κοινωνικού ρόλου τήν άτομική σου ύπόστασι, νά φιλοτεχνήσης μία προσωπικότητα έσωτερικότητος. Ό άτομισμός χωρίς άτομικότητα περιλαμβάνει ό,τι πρέπει νά ξεπερασθή μέ τήν έξατομίκευση καί όχι ό,τι τήν χαρακτηρίζει: τήν ένότητα μέ τον έαυτό μας ώς αύτοσυνείδηση. Εις έπίρρωσιν υπενθυμίζω τό ομηρικό αίτημα τής τιμής ώς δημοσίας άναγνωρίσεως, τής άναρρήσεως στήν κορυφή τής άξιολογικής ιεραρχίας άνεξαρτήτως υλικών ώφελημάτων. Στο σύστημα τών ήρωικών άξιών ή τιμή τού κατορθώματος βαραίνει υπέρ παν άλλο ελλείψει εσωτερικής πληρότητος.

H φιλολογική έπιστήμη τό έχει δείξει ολοκάθαρα μελετώντας τήν έπική σημασία της αίδοΰς. Για τον ομηρικό άνθρωπο αιδώς ήταν ή κοινωνική ύπόληψι ως ισχυρότατο ήθικό κίνητρο (τό «τί θά πή ό κόσμος» των μεγαλυτέρων, πού σφράγιζε, προ ολίγων μόλις δεκαετιών, τήν παιδική ήλικία καί τήν προσωπικότητά μας), ξένο προς οιανδήποτε έννοια ηθικής ευθύνης, άφοΰ ή άποτυχία του ήρωος ώφείλετο πάντοτε σέ κάποια συγκυρία καί όχι σέ έσωτερικήν άδυναμία. Ή αιδώς γίνεται άνυπόφορη διότι ό ψόγος πού τήν προκαλεί κάνει τον ηρώα νά μήν εχη πρόσωπο να άντικρόση τούς άλλους, ένφ άντιθέτως ό έπαινος του δίνει μαζί μέ τό κλέος καί πρόσωπο. Ή αιδώς ύφαίνεται μέ άδικαιολόγητη άποτυχία τού ομηρικού άνθρώπου νά πλησιάση τό ιδρυμένο πρότυπο συμπεριφοράς, πού άλλοι κατορθώνουν νά πλησιάσουν, καί συνοδεύεται πάντοτε άπό αίσθημα ή γεγονός κοινωνικής έγκαταλείψεως. Ζητούμενο είναι νά φθάση τήν αρετήν, άσχέτως χρησιμοποιηθησομένων μέσων, τού «πατώ έπί πτωμάτων» μή εξαιρουμένου. Ή επιτυχία δέν άποδεικνύει μόνο τήν ικανότητα τού ήρωος άλλά καί τήν εύνοια τού θεού, τής μοίρας κ,λπ. Έξ ου καί ή ένοχή γιά τον άνθρωπο αυτόν είναι ξένη προς τήν εσωτερική πίεσι τής ήθικής ευθύνης· οφείλεται σέ παραβίαση ορίων καί ή άποτυχία έκ τής παραβιάσεως συνδέεται μέ τήν άττην, ενα λάθος μοιραίο χωρίς ιδιαίτερη εύθύνη τού ήρωος, μία πορεία άνεπίγνωστη προς τήν αύτοκαταστροφή.

Ή προσωπική ευθύνη προϋποθέτει ψυχολογική συνθήκη μέ άναφορά έσωτερικευμένα πρότυπα, τά όποια ό άνθρωπος τής όμάδος παρ’ ολο τον εγωισμό τής άναδείξεως δέν διαθέτει. Έάν μάς ένδιαφέρη ό κοινωνικός έκσυγχρονισμός, έχει σημασία νά διακρίνωμε τό φιλότιμο ώς συμπεριφορά έξωθεν καθοριζόμενη, άπό τό φιλότιμο ώς αίσθημα τιμής, πού υποχρεώνει σέ ώρισμένη στάσι-τήν αιδώ ώς έξωτερικήν ήθική, άπό τήν αιδώ ώς αίσθημα ήθικής ευθύνης. Στήν πρώτη περίπτωση άναζητούμε ήθη κοινωνικής έπιβεβαιώσεως· στήν δεύτερη περίπτωσι” εντοπίζομε ήθη έλεγκτικά τών παρορμήσεων. Στήν πρώτη περίπτωσι πρόκειται για έθιμικήν ήθική- στήν δεύτερη γιά ήθική του πρακτικού λόγου. Ό όρος «ήθική» θά παραμείνη ούτως ή άλλως αναλλοίωτος, ενώ τό βιωματικό του περιεχόμενο θ’ άλλάζη ούσιωδώς κατά περίπτωσιν. ’Εννοείται, ή μειωμένη συνείδησι του προβλήματος γίνεται αιτία μονίμου συγχύσεως, παράγων φθοράς υπό συνθήκες κοινωνικής μεταβολής, έμπόδιο σέ κάθε προσπάθεια συνδυασμού έκσυγχρονιστικής προοπτικής καί έθνικής ίδιοπροσωπίας. Ή ομάδα μάς κρατάει παιδιά παρά τις χιλιετίες τής ιστορίας μας. Θά ένηλικιωθοΰμε όταν γίνωμε άτομα χωρίς νά χάσωμε τό φιλότιμο. Τό φιλότιμο είναι κοινωνικός έγακσμός, ανάγκη νά μήν υστερούμε άπό τό συλλογικό μας πρότυπο. ‘Όταν τό πρότυπο γίνη έσωτερικό, όταν θά θέλωμε νά συμφωνούμε μέ τό ένδόμυχό μας πρότυπο, τότε θά μεγαλώσουμε.

Ή σύγχυσι των έννοιών κατατρέχει τήν ‘Ελλάδα ώς αρνητική πλευρά τής ιστορικής συνοχής των χιλιετιών, ενώ ή συγκεχυμένη των διαφόρων κόσμων συγκατοίκησι έμποδίζει τό σκίρτημα τής έξατομικεύσεως νά γίνη προοπτική πολιτισμού.

Μή βαυκαλιζώμαστε μέ ψευδαισθήσεις: Δέν υπάρχει νεοελληνική πρόταση στον σύγχρονο κόσμο- υπάρχει μόνο νεοελληνική άφασία σέ συντρίμμια λαμπρότατα, οπού τό παρόν μας δέν βρίσκει τρόπο νά όρθοποδήση. Ή πρόταση χρειάζεται προηγουμένως είς τά καθ’ ήμάς μία «Κριτική τού καθαρού Λόγου», άλλά τέτοιο έργο ούτε κατ’ οναρ δέν φαίνεται — μόλις καί μετά βίας αποκτήσαμε τήν μετάφρασί του. ’Ακόμη αγνοούμε στενοκέφαλα τον αρχαιοελληνικό καί τον νεώτερο δυτικό πολιτισμό- πώς μιλούμε γιά «πρόταση», όταν δέν είμαστε είς θέσιν νά έπιχειρήσωμε σύνθεση; Θά βασισθοΰμε στις άγροτοποιμενικές μας παραδόσεις ή θά έλπίζωμε σέ ιστορική παρθενογένεση; Έν τοιαύτη περιπτώσει γιατί απολαμβάνομε παράφορα τά υλικά επιτεύγματα τής Δύσεως καί λεηλατούμε άσυστόλως τά πνευματικά της δημιουργήματα; ‘Ελληνική πρόταση πήγε νά άρθρωθή, πνίγηκε όμως κατά τήν έκφώνησι τούς τελευταίους βυζαντινούς αιώνες καί μόνο ράκη συναντούμε σήμερα, καν ρακοσυλλογή.

Γιά νά είμαστε τίμιοι: ’Εάν θέλωμε νά άρθρώσουμε λόγο, πρέπει νά ταπεινωθούμε, ν’ άρχίσωμε άπό γενναία αύτοκριτική- νά πάψωμε νά εύλογούμε αύτοκαταστροφικά τήν «μοναδικότητά» μας, κινούμενοι κατά βάθος προς τα εμπρός ή προς τα πίσω από συμπλέγματα ανασφάλειας και επαρχιωτικής κατωτερότητος.

Εκεί εξ άλλου, οφείλεται η αδιέξοδη εμμονή μας σε διλήμματα πολωτικού απομονωτισμού και σε επιλογές αναπηρίας, ακόμη και όταν τα πράγματα είναι δυνατόν να παραμείνουν ως έχουν και να παίζουν το ρόλο τους.

«Ν' αγαπάς την ευθύνη να λες εγώ, εγώ μονάχος μου θα σώσω τον κόσμο. Αν χαθεί, εγώ θα φταίω...» -Νίκος Καζαντζάκης

Συναίσθημα και πράξη στη διαδικασία της αγάπης

joyofloveΑγάπη είναι η ψυχική κλίση και συγγένεια, την οποία αισθανόμαστε για κάθε άλλον. Είναι συναίσθημα που χαρακτηρίζεται από φιλική διάθεση, αγαθές προθέσεις, ανιδιοτελές και έντονο ενδιαφέρον.

Να κάνουμε σχέση σημαίνει να αγαπάμε και να μοιραζόμαστε. Προτού όμως μοιραστούμε πρέπει να έχουμε, και για να μπορέσουμε να αγαπήσουμε, πρέπει να είμαστε γεμάτοι αγάπη.

Δύο λουλούδια μπορούν να σχετιστούν. Είναι ανοιχτά. Μπορούν να στείλουν το άρωμά τους το ένα στο άλλο. Μπορούν να χορέψουν μέσα στον ίδιο ήλιο και μέσα στον ίδιο άνεμο. Μπορούν να κάνουν διάλογο, μπορούν να ψιθυρίσουν. Αυτό όμως δεν είναι εφικτό με δύο σπόρους. Οι σπόροι είναι εντελώς κλειστοί, χωρίς κανένα παράθυρο. Πώς μπορούν να σχετιστούν; Ο άνθρωπος γεννιέται σαν σπόρος. Πιθανόν να γίνει λουλούδι, πιθανόν να μη γίνει. Όλα εξαρτώνται από τον καθένα τι θα κάνει με τον εαυτό του.

Η αγάπη είναι ζωή
και η ευτυχία της ζωής
είναι η αφθαρσία της αγάπης
Κρισναμούρτι

Οι πιο πολλοί άνθρωποι βλέπουμε την αγάπη, πρωταρχικά σαν πρόβλημα του πώς ν’ αγαπηθούμε, και όχι του πώς ν’ αγαπήσουμε, πώς δηλαδή ν’ αναπτύξουμε την ικανότητά μας γι’ αγάπη. Μια δεύτερη υπόθεση είναι, ότι η αγάπη αποτελεί πρόβλημα αντικειμένου κι όχι πρόβλημα ψυχικής ικανότητας. Η τρίτη πλάνη, βρίσκεται στη σύγχυση ανάμεσα στην αρχική εμπειρία του ερωτικού συναισθήματος και την διάρκειά του.

Το πρώτο βήμα είναι να γίνει σαφές, ότι η αγάπη είναι μια τέχνη, ακριβώς, όπως μια τέχνη είναι και η ίδια η ζωή.

Έχει επίσης σημασία να ξέρουμε για ποιο είδος συνένωσης μιλάμε όταν αναφέρουμε τη λέξη αγάπη. Είναι πανάρχαια και πανανθρώπινη η ύπαρξη δύο ειδών αγάπης: Αγάπη ως ανάγκη και Αγάπη ως δώρο.

Υπάρχουν δύο τρόποι να ζήσουμε. Ο ένας είναι να εξαρτόμαστε και ο άλλος να αγαπάμε. Η συμβιωτική ένωση έχει το βιολογικό της πρότυπο στη σχέση μεταξύ εγκύου μητέρας και εμβρύου. Είναι δύο και ωστόσο ένα.

Η παθητική μορφή της συμβιωτικής ένωσης είναι η υποταγή ή ο μαζοχισμός. Η ενεργητική μορφή της συμβιωτικής ένωσης είναι η κυριαρχία ή ο σαδισμός.

Στην αγάπη οι δύο γινόμαστε ένας κι ωστόσο παραμένουμε δύο.

Η αγάπη συναρτάται με την ελευθερία και επιτρέπει την ελευθερία. Όταν αγαπάμε, δεν επεμβαίνουμε στην ιδιωτική ζωή του άλλου. Με το να επιθυμούμε ή να ελπίζουμε στην αγά¬πη του, του στερούμε την ελευθερία, γιατί του καθορίζουμε τι να κάνει. Η αληθινή αγά¬πη προϋποθέτει το πέρασμα από τη μοναξιά στη μοναχικότητα. Αρχίζει όταν είμαστε ικανοί να μείνουμε μόνοι μας και να νιώθουμε ευτυχισμένοι με τον εαυτό μας.

Η αγάπη είναι δράση. Είναι δόσιμο και όχι παθητικό αίσθημα. Η προσφορά είναι από μόνη της μια εξαίσια χαρά. Στην πράξη της προσφοράς κάτι νέο γεννιέται, και τα δύο πρόσωπα νιώθουν ευγνωμοσύνη για τη ζωή που γεννήθηκε και για τους δυο. Πέρα από το στοιχείο της προσφοράς, ο ενεργητικός χαρακτήρας της αγάπης γίνεται φανερός από το ότι πάντα περιέχει ορισμένα βασικά στοιχεία, που είναι κοινά σε όλες τις μορφές αγάπης. Αυτά τα στοιχεία είναι : φροντίδα, ευθύνη, σεβασμός και γνώση. Επιπλέον εάν επιθυμούμε να γίνουμε τεχνίτες στην αγάπη, πρέπει ν’ αρχίσουμε να ασκούμαστε στην πειθαρχία, συγκέντρωση, υπομονή, ευαισθησία με τον εαυτό μας, πίστη και θάρρος σ’ όλες τις φάσεις της ζωής μας. Η πίστη στους άλλους έχει το αποκορύφωμά της στην πίστη στην ανθρωπότητα.

Η αγάπη δεν είναι μόνο ένα δυνατό συναίσθημα Είναι μια απόφαση, μια υπόσχεση. Δεν είναι σταθμός ανάπαυσης, αλλά σημείο εκκίνησης για την ωριμότητα, για τη συνεργασία. Αρμονία ή σύγκρουση, χαρά ή στενοχώρια, είναι δευτερεύον σε σχέση με το πρώτιστο γεγονός ότι δύο άνθρωποι νιώθουμε ο ένας τον άλλο, μέσα από την ουσία της ύπαρξής μας. Η αγάπη είναι μια προσωπική εμπειρία, που μπορούμε να δοκιμάσουμε μόνο μέσω του εαυτού μας και για τον εαυτό μας. Δεν είναι εγκεφαλική απασχόληση, δεν είναι μόνο ικανοποίηση του σώματος. Η αγάπη είναι μια στάση, ένας προσανατολισμός του χαρακτήρα που καθορίζει τη σχέση μας με τον κόσμο ως σύνολο και όχι με ένα «αντικείμενο» αγάπης.

Όταν αγαπάμε έναν άνθρωπο, σιγά-σιγά, η περιφέρεια του ανθρώπου εξαφανίζεται, η μορφή του ανθρώπου εξαφανίζεται. Ερχόμαστε σε όλο και μεγαλύτερη επαφή με το άμορφο, με το εσωτερικό. Τότε το σύμπαν, μας ανοίγεται. Τότε εκείνο το πρόσωπο δεν ήταν παρά μια πόρτα, ένα άνοιγμα για το παγκόσμιο.

Όταν υπάρχει αγάπη, είναι προσωπική και απρόσωπη, με ή χωρίς αντικείμενο. Είναι όπως το άρωμα ενός λουλουδιού. Μπορούμε να το μυρίσουμε όλοι, αυτό που έχει σημασία είναι το άρωμα και όχι σε ποιόν ανήκει.

Το πώς θα εκφραστεί η αγάπη και πώς θα εξελιχθεί είναι θέμα Ιδιοπροσωπίας, είναι θέμα του καθενός μας.

Η υποβάθμιση της Επικούρειας Φιλοσοφίας από τον Επίκτητο

Αποτέλεσμα εικόνας για Επικουρος vs ΕπίκτητοΠρόσφατα ασχολήθηκα με εκείνο το κομμάτι της φιλοσοφίας του Επίκτητου, που ναι μεν εκφράζει την Επικούρεια Φιλοσοφία, την χρησιμοποιεί δε άσχημα για την ανάδειξη του Στωικισμού.

Όμως ελάχιστα πράγματα κατάλαβα. Διότι οι αξιόλογοι, χωρίς άλλο, ερμηνευτές, δεν έχουν εισέλθει στα ενδότερα της Επικούρειας φιλοσοφίας. Έτσι διαπίστωσα, μετά από κόπο, ότι αυτά τα κείμενα προσπαθούν να υποβαθμίσουν την Επικούρεια φιλοσοφία.

Ένα μικρό κείμενο του Επίκτητου θα σας πείσει:
Μας λέει και ο Επίκουρος ότι είμαστε από την φύση μας κοινωνικοί. Αλλά έτσι και βάλεις μέσα σε στεγανά αυτό το αγαθό, δεν μπορεί να πει τίποτε άλλο. Διότι πάλι επιμένει λέγοντάς μας , ότι όταν κάτι είναι αποκομμένο απ’ την ουσία του αγαθού, δεν το εκτιμάς το αγαθό αυτό και δεν το ενστερνίζεσαι. Και καλώς επιμένει.

Πως λοιπόν τα λες αυτά, ω Επίκουρε…;

Και υποψιαζόμαστε για ποιους λόγους τα λες αυτά. Άραγε δεν είμαστε στοργικοί προς τα παιδιά μας; Γιατί αποτρέπεις τον σοφό να μην ανατρέφει τα παιδιά του; φοβάσαι μήπως εξ αιτίας των παιδιών πέσει σε στεναχώριες;

Εξ αιτίας του άγχους που τρέφει μέσα του μπορεί να πέσει σε στεναχώριες; Τι τον νοιάζει αν ένα μικρό άγχος μέσα του θρηνεί;

Αλλά ξέρει καλά, ότι έτσι και υπάρχει ένα παιδί, δεν είναι δυνατό σ’ εμάς να μην το αγαπάμε και να μη το φροντίζουμε.

Αλλά όμως αν και τα γνωρίζει καλά αυτά, τολμά να λέει, ότι να μην ανατρέφουμε τα παιδιά. Αλλά το πρόβατο δεν εγκαταλείπει το παιδί του, ούτε ο λύκος. Ο άνθρωπος όμως το εγκαταλείπει;

Τι θέλεις δηλαδή; Να είμαστε ανόητοι σαν τα πρόβατα; Που ούτε και εκείνα το εγκαταλείπουν. Απάνθρωποι να είμαστε και θηριώδεις σαν τους λύκους; Ούτε και εκείνοι το εγκαταλείπουν.

Ποιος θα πειθόταν από εσένα Επίκουρε βλέποντας το παιδί του πεσμένο στην γη να κλαίει; Εγώ νομίζω ότι και αν ακόμη μάντευαν, η μάνα σου και ο πατέρας σου, ότι θα σκόπευες να λες αυτά, ακόμα και τότε δεν θα σε εγκατέλειπαν.

Ακόμα λέει, ότι δεν ασχολείται με τα πολιτικά ο σώφρονας. Ξέρει καλά τι πρέπει να κάνει αυτός που ασχολείται με τα πολιτικά: Και στο φινάλε, αν πρόκειται να περιφέρεται στον όχλο αυτός που ασχολείται με τα πολιτικά όπως ανάμεσα στις μύγες, αυτό Επίκουρε εσένα τι σε πειράζει;
  
Βλέπουμε στο παραπάνω κείμενο πως κατηγορεί τον Κήπο. Έναν Κήπο γεμάτο από ελεύθερους ανθρώπους. Όπου δεν κατάλαβε, σκοπίμως; για ποιον λόγο ο Επίκουρος τον δημιούργησε.

Επίσης κατηγορεί την παραίνεση του Επίκουρου προς τον σοφό που λέει ότι: «Ούτε γάμο θα κάνει ούτε παιδιά θα αποκτήσει ο σοφός. Σε ειδικές μόνο περιπτώσεις της ζωής του θα κάνει γάμο, αν και μερικοί θα τον αποφύγουν». Και όπου αυτό, είναι απλά μία συμβουλή προς τον σοφό και όχι στον οποιονδήποτε άνθρωπο. Διότι αν θελήσει να παντρευτεί ο σοφός, τότε τα βάσανα θα είναι δικά του.

Ακόμα διαστρεβλώνει το «Λάθε Βιώσας». Το «Λάθε Βιώσας» που είναι η πλέον επίκαιρη δόξα της εποχής μας. Όπου μας προτρέπει να μένουμε μακριά από τους πολιτικούς και την πολιτική. Και μας τονίζει να ζούμε στην αφάνεια και στην αποχή. Και όπου εξάγω εγώ, ως προσωπικό συμπέρασμα το να μην ψηφίζουμε ώστε να μην εκλέγουμε όλους αυτούς τους άθλιους πολιτικούς. Διότι «Δημοκρατικόν μεν, το κληρωτάς είναι τας αρχάς, το δε αιρετάς, ολιγαρχικόν»

Όμως πριν προχωρήσουμε, ας δούμε ποιος ήταν ο Επίκτητος και τι πρόσθεσε στην Στωική φιλοσοφία και γιατί αγαπήθηκε από τους Νεοπλατωνικούς και τους Χριστιανούς.

Ο Επίκτητος λοιπόν γεννήθηκε στην Ιεράπολη της Φρυγίας, μία από τις αρχαίες εμπορικές πόλεις της Μικράς Ασίας, το 55 μετά την βίαιη αναχρονολόγησή μας και πέθανε στην Νικόπολη το 125.

Υπήρξε παιδί δούλων. Και ως δούλο τον πήραν από την Ιεράπολη και τον πήγαν στην Ρώμη όπου τον πουλήσανε σε κάποιον δημόσιο υπάλληλο εκτελεστικό γραμματέα του Νέρωνα, τον Επαφρόδιτο.

Πέραν του ότι ο Επίκτητος ήταν ασθενικός και ντροπαλός, ο Επαφρόδιτος τον κακομεταχειριζόταν και τον έκανε ανάπηρο.

Σε μία αναφορά του Κέλσου που την βρίσκουμε στο περίφημο βιβλίο του κατά του Ιησού Χριστού: τον «Αληθή Λόγο» μας μιλάει για την δουλικότητα, για την υπομονή και για την καρτερία του Επίκτητου που διακρίνουμε σε όλο το φιλοσοφικό έργο του. Μας αναφέρει λοιπόν ο Κέλσος ένα γεγονός, που μπορεί να απέχει από την αλήθεια, ότι: όταν κάποτε ο Επαφρόδιτος έστριψε το πόδι του Επίκτητου, ο ίδιος του παρατήρησε χαμογελώντας πως «θα το σπάσεις». Και όταν τελικά το έσπασε το πόδι του ο Επαφρόδιτος, απάντησε ο Επίκτητος ήρεμα: «Δεν σου το είπα;».

Εκείνη την περίοδο, που ήταν δούλος του Επαφρόδιτου, ο Επίκτητος παρακολουθούσε μαθήματα φιλοσοφίας από τον διάσημο για την εποχή εκείνη, Στωικό φιλόσοφο Μουσόνιο Γάιο Ρούφο.

Στην συνέχεια ο Επίκτητος έγινε απελεύθερος. Τότε άρχισε να διδάσκει στην Ρώμη, Στωική φιλοσοφία. Είχε δε γίνει στην Ρώμη, πασίγνωστος Δάσκαλος αυτής της Φιλοσοφίας.

Το 94 μετά την βίαιη αναχρονολόγησή μας, ο Αυτοκράτορας Δομιτιανός αισθάνθηκε ότι απειλείται από την επιρροή που είχαν στον λαό οι φιλόσοφοι. Οπότε εκδίδει διάταγμα και τους εξορίζει όλους.

Ο Επίκτητος τότε κατέφυγε στην Νικόπολη της Ηπείρου και ίδρυσε εκεί Φιλοσοφική Σχολή.

Πιστός μαθητής του, ήταν ο συγγραφέας της «Αλεξάνδρου Ανάβασης», ο Αρριανός, που του διέσωσε τα λόγια του κρατώντας σημειώσεις. Θαυμαστής του, υπήρξε ο Αυτοκράτορας της Ρώμης και φιλόσοφος, Μάρκος Αυρήλιος. Ο Μάρκος Αυρήλιος έγραψε στην Ελληνική γλώσσα, κατά την διάρκεια των εκστρατειών του, ένα έργο με τίτλο «Τα εις Εαυτόν». Αυτό το έργο, μέχρι σήμερα θεωρείται ως έργο σπουδαίο για μια διακυβέρνηση, με γνώμονα το καθήκον και την εξυπηρέτηση του συνόλου. Και όπου σε αυτό το έργο, οι Στωικές αυτές ρίζες (καθήκον, πρέπει, χρέος κ.τ.λ.) βρίσκονται στα ηθικά διδάγματα του Επίκτητου.

Πριν περάσουμε στην φιλοσοφία του ας ακούσουμε ένα ακόμα απόσπασμα από το 10ο κεφάλαιο της διατριβής με τίτλο, «Ενάντια στους Επικούρειους και Ακαδημαϊκούς». Για να δείτε την χλεύη του αλλά και την παιδιάστικη πολεμική του ενάντια στην Επικούρεια Φιλοσοφία.

 -Ω Άνθρωπε, ώ Επίκουρε, γιατί φροντίζεις για μας, γιατί ξαγρυπνάς; Τι φανάρι κρατάς; Γιατί εξεγείρεσαι; Γιατί γράφεις τέτοια βιβλία; Μήπως κάποιος εξαπατηθεί επειδή φροντίζει τους θεούς ή μήπως κανείς καταλάβει ότι το αγαθό δεν είναι μόνο η ηδονή; Αν τα πιστεύεις αυτά, τότε όρμα και μετά κοιμήσου και κάνε ό,τι και τα σκουλήκια. Αφού κρίνεις ότι είσαι άξιος γι’ αυτά. Τρώγε και πίνε και συνουσίαζε και αφόδευε και ροχάλιζε. Τι σε νοιάζει αν οι υπόλοιποι τα αντιλαμβάνονται όλα αυτά, με υγιή τρόπο ή με μη υγιή; Ό,τι είναι για εσένα, είναι και για εμάς. Σε νοιάζει για τα πρόβατα, επειδή τα κουρεύουμε, τα αρμέγουμε και μετά τα σφάζουμε; Δεν θα ευχόσουν άραγε, να μπορούσαν οι άνθρωποι, καταγοητευμένοι και ευχαριστημένοι από τους Στωικούς να νύσταζαν και έπειτα να προσέφεραν τους εαυτούς τους σε εσένα και τους ομοίους σου για να τους κουρέψεις και να τους αρμέξεις; Προς τους συνεπικούρειους έπρεπε να τα λες αυτά και όχι να κρύβεσαι. Πολύ περισσότερο εκείνους πρέπει να μεταπείσεις ότι από την φύση μας είμαστε κοινωνικοί και ότι η εγκράτεια είναι αγαθό. Για ποιους πρέπει να διαφυλάξεις αυτήν την κοινωνία και για ποιους δεν πρέπει; Για ποιους δεν πρέπει να την διατηρήσεις; Για τους αντιδραστικούς και τους παραβάτες; Και ποιοι είναι πιο παραβάτες από εσάς που λέτε όλα αυτά;

Ως πρωταγωνιστής της φιλοσοφίας του Επίκτητου είναι ο άνθρωπος και η εκπαιδευτική αγωγή του.

Η εκπαιδευτική αγωγή του ανθρώπου, για τον Στωικό αυτόν φιλόσοφο, είναι το μέσο όπου μπορεί να κατοχυρώσει ο άνθρωπος την ελευθερία του. Μέσω της εξάσκησης της φιλοσοφίας, ο άνθρωπος μπορεί να διακρίνει τα πράγματα που βρίσκονται υπό την εξουσία του, από εκείνα που δεν βρίσκονται υπό την εξουσία του. Το σώμα μας, για παράδειγμα, τα παιδιά μας, το περιβάλλον μας, είναι πράγματα που δεν βρίσκονται υπό την εξουσία μας (ουκ εφ' ημίν). Όμως τα διανοήματά μας, αυτά καθ’ εαυτά, βρίσκονται υπό την εξουσία μας. Δηλαδή οι σκέψεις μας και οι κρίσεις μας είναι κτήμα μας (εφ' ημίν). Αυτά οριοθετούν την εσωτερική ελευθερία μας. Η διαφύλαξη της οποίας είναι, για τον Επίκτητο, το υπέρτατο αγαθό.

Για τον Επίκτητο, η ευτυχισμένη ζωή και η ζωή με αρετές είναι συνώνυμες. Η ευτυχία και η προσωπική ολοκλήρωση είναι οι φυσικές συνέπειες του να ζεις με αρετές και να κάνεις το σωστό. Τα ερωτήματα όμως που γεννιόνται σε εμάς είναι: Άραγε ποιο είναι το σωστό; Και τι είναι ευτυχία;

Διότι ως γνωστόν οι αρετές για την φιλοσοφία μας είναι το μέσον για την Ηδονή. Την Ηδονή που φέρνει την καλοπέραση. Την ευδαιμονία. Και όχι αυτό το ασταθές συναίσθημα, την ευτυχία. Το να είσαι ενάρετος, μπορεί να είσαι περιοδικά ευτυχισμένος, αλλά δεν καλοπερνάς, δεν ζεις με ευδαιμονία. Το αντίθετο συμβαίνει, επειδή αποφεύγεις τα ωραία και τα όμορφα χάριν της αρετής. Διότι η ζωή δεν είναι ωραία με τα πρέπει, με τα αναγκαία, αλλά με τα περιττά, με τα θέλω.

Ο Επίκτητος πίστευε, ότι ο κύριος σκοπός της φιλοσοφίας είναι να βοηθήσει τους κοινούς ανθρώπους να ανταπεξέλθουν αποτελεσματικά τις προκλήσεις της καθημερινής ζωής. Και να αντιμετωπίσουν με καρτερία τις αναπόφευκτες σοβαρές στεναχώριες, τις απογοητεύσεις και τις λύπες της ζωής.

Η συνταγή του Επίκτητου για την καλή ζωή επικεντρωνόταν σε τρία θέματα: να γίνεις κύριος των επιθυμιών σου, να εκτελείς τα καθήκοντα σου, να μάθεις να σκέπτεσαι καθαρά και για τον εαυτό σου και για τις σχέσεις σου με την ευρύτερη ανθρώπινη κοινωνία. Μα όμως για να σκέφτεσαι, δεν πρέπει να παραγνωρίζεις τους αγγελιοφόρους της σκέψης σου. Τις αισθήσεις και τα αισθήματα. Διότι χωρίς αυτά δεν μπορείς να σκεφτείς. Το λοιπόν, όλα αυτά τα κριτήρια της αλήθειας που μας έθεσε ο Επίκουρος, αποτελούν ψιλά γράμματα για τον Επίκτητο. Και δεν νομίζω πως τα είχε κατανοήσει.

Έτσι εγώ, σαν Επικούρειος, έχω να πω τα εξής: Ότι αν το σώμα μας δεν βρίσκεται υπό την εξουσία μας και αν δεν το ορίζουμε εμείς, τότε αυτό είναι έρμαιο του κάθε αφέντη, είτε θεού είτε ανθρώπου. Οπότε μπορεί να το χρησιμοποιεί όπως ο αφέντης ορίζει. Ή μπορεί ο κάθε άνθρωπος να το απαξιώνει. Και το παράδειγμα, σχετικά με το σπάσιμο του ποδιού του Επίκτητου από τον Επαφρόδιτο, που μας αποκαλύπτει ο Κέλσος, είναι χαρακτηριστικό της δουλικότητας του χαρακτήρα του Επίκτητου. Και αυτήν την δουλικότητα την μετέτρεψε σε ιδεολογία. Την μετέτρεψε σε φιλοσοφία. Όντως το καθήκον είναι μία από τις αναφορές της Στωικής φιλοσοφίας. Ο Επίκτητος όμως συμπληρώνει αυτή την φιλοσοφία με την δουλικότητα. Για παράδειγμα, η απαξίωση του σώματος ενός μοναχού, μας δείχνει στην κυριολεξία το καθήκον απέναντι στον θεό. Μας δείχνει και την δουλικότητα του ανθρώπου εκείνου, απέναντι στις φανταστικές επιταγές ενός φανταστικού πλάσματος που του λέει να περιορίσει στο ελάχιστο τις σαρκικές του επιθυμίες για να κερδίσει μία αβέβαιη αιωνιότητα.

Με λίγα λόγια, μας αναφέρει ο Επίκτητος, ότι μπορεί να μην ορίζω το σώμα μου, μπορεί να μην το εξουσιάζω, μπορεί ο αφέντης να το βασανίζει ή να το χρησιμοποιεί όπως αυτός θέλει, όμως με την εκπαίδευσή μου, με το μυαλό μου, που είναι δικό μου, είμαι ανεξάρτητος και ελεύθερος.

 Όμως τι ελευθερία ή τι ανεξαρτησία μπορεί να έχει ένα μυαλό όταν θα πρέπει επιτελέσει ένα καθήκον; Αλλά πέρα απ’ αυτό, μας δείχνει και μία μεταφυσική σύνδεση του μυαλού παύλα πνεύματος με την σάρκα. Δεν θεωρεί ότι το μυαλό είναι μία ανώτερη μορφή της ύλης. Το διαχωρίζει από το σώμα, λες και το μυαλό μας είναι ουρανοκατέβατο.
 
Αυτή λοιπόν η δουλικότητα, ο περιορισμός των επιθυμιών και το καθήκον, είναι τα κύρια στοιχεία της Στωικής φιλοσοφίας του Επίκτητου. Και γι’ αυτά, εκτιμήθηκε ιδιαίτερα από την χριστιανική εκκλησία. Και γι’ αυτά, εκτιμάται και αναδεικνύεται σήμερα από τους θεολόγους και από τους προσηλυτιστές.
  
Όπως καταλαβαίνετε, εμπόδιο σ’ αυτήν την «φιλοσοφία της δουλείας», ήταν η ελεύθερη και ηδονιστική Επικούρεια φιλοσοφία. Έτσι, άσκησε ο Επίκτητος δριμεία πολεμική ενάντια στην φιλοσοφία μας. Γι’ αυτό, ακούστε δύο αποσπάσματα από το 7ο κεφάλαιο της διατριβής με τίτλο: Ενάντια προς τον Επικούρειο Διορθωτή των ελευθέρων πόλεων. Εδώ συνομιλεί με έναν Ρωμαίο Επικούρειο θέλοντας να υποτιμήσει την Επικούρεια Φιλοσοφία.

(Στωικός φιλόσοφος) -Αλλά εσένα σου φαίνεται σωστό να σκεφτόμαστε πως θα κρυφτούμε, πως θα είμαστε ασφαλείς και κανείς δεν θα μας πάρει χαμπάρι; Γιατί την κλοπή ούτε ο Επίκουρος την θεωρεί κάτι κακό, αλλά ότι η αδικία γεννιέται μέσα στο μυαλό σου. Αλλά δεν γίνεται να λάβεις διαβεβαιώσεις ότι θα ζεις απαρατήρητος αν κλέψεις; Γι’ αυτό λέει ο Επίκουρος: «Μην κλέβετε».

(Ρωμαίος Επικούρειος) -Αλλά «εγώ σου λέω, ότι αν γίνει διακριτικά και με αυτοσυγκράτηση, θα μείνουμε απαρατήρητοι». Έπειτα και φίλους στην Ρώμη έχουμε ισχυρούς και φιλίες με δικαστικούς. Και οι Έλληνες είναι παθητικοί και αδρανείς: Κανείς δεν θα τολμήσει να ξεσηκωθεί εξ αιτίας αυτής της κλοπής.

(Στωικός φιλόσοφος) -Τότε ποιο είναι το αγαθό; Άμυαλο είναι αυτό που λες και ηλίθιο. Αλλά ούτε και αν μου πεις ότι απέχει από το αγαθό θα σε πιστέψω. Γιατί είναι αδύνατον για κάτι που φαίνεται ψεύτικο να συμφωνήσεις και να αρνηθείς το αληθινό, όπως είναι αδύνατον να απομακρυνθείς απ’ αυτό που φαίνεται αληθινό.

Εδώ βλέπουμε πως ο Επίκτητος κατηγορεί την 34η Δόξα του Επίκουρου που λέει: «Η αδικία, από μόνη της, δεν είναι κακή. Αλλά γίνεται κακή, από τον τρόμο που προκαλεί στον άνθρωπο που την διαπράττει, ότι δεν μπορεί να αποφύγει αυτούς που είναι αρμόδιοι για την τιμωρία τέτοιων πράξεων».

Και σας ερωτώ: Αν δεν υπήρχε περίπτωση να σας συλλάβουν, τότε δεν θα κλέβατε ή δεν θα σκοτώνατε; Αλήθεια, αυτές και άλλες ωμότητες δεν διενεργούνται σ’ έναν πόλεμο ή δεν γίνεται πλιάτσικο σε ένα π.χ. μπλακ αουτ; Εκεί γιατί τις κάνουμε και δεν τις κάνουμε στην κανονική μας κοινωνία; Μα γιατί εκεί δεν υπάρχει περίπτωση να μας συλλάβουν. Άρα στην φιλοσοφία μας και στην φύση, καλό και κακό δεν υπάρχει. Διότι όπως μας λέει ο Επίκουρος «Η δικαιοσύνη δεν υπάρχει ως κάτι αυθύπαρκτο, αλλά αποτελεί κάποια συνθήκη, σύμφωνα με την οποίαν στις αμοιβαίες επαφές των ανθρώπων, όπου και όποτε αυτές λαμβάνουν χώρα, κανένας δεν θα βλάπτει τον άλλον και κανένας δεν θα βλάπτεται».

Και συνεχίζει ο Επίκτητος το υβρεολόγιο:
 
-Αν υπάρχει έστω και μία πιθανότητα να διερευνήσουμε την φιλοσοφία αυτή και να μας οδηγήσει σ’ όλα αυτά που λες, τι περιμένεις να γίνει;

Στα ανάγλυφα ποιο είναι το καλύτερο, το ασήμι ή η τέχνη;

Η ουσία του χεριού είναι η σάρκα. Προπορεύονται όμως τα έργα του χεριού.

 Έτσι και τα πρέποντα είναι τριπλά. Και δεν αφορά το ΕΙΝΑΙ, αλλά ως προς το ΠΟΙΑ ΕΙΝΑΙ. Έτσι και ο άνθρωπος δεν πρέπει να τιμά την ύλη και τα σώματα αλλά αυτά που προπορεύονται.

Και ποια είναι αυτά;

Η πολιτική. Ο γάμος. Η τεκνοποιία. Ο σεβασμός στον θεό. Η φροντίδα στους γονείς. Η έλλειψη επιθυμιών. Η υποχωρητικότητα. Η διεκδίκηση. Και ο καθένας οφείλει να μένει πιστός σε αυτά, όπως είναι σύμφωνο με την φύση μας. Γιατί πως αλλιώς γεννηθήκαμε; Ελεύθεροι, γενναίοι και ευσεβείς.

Γιατί ποιο άλλο ζώο κοκκινίζει και ποιο ξεχωρίζει το αισχρό; Με αυτά υπόταξε την ηδονή και κάνε την βοηθό και υπηρέτη για να γίνεις πρόθυμος και να συγκρατείσαι στα έργα που είναι σύμφωνα με τη φύση.

Για εμάς, είναι λάθος ο συλλογισμός ότι π.χ. αυτό το ποτήρι πρώτα το σκεφτήκαμε, μετά το σχεδιάσαμε και έπειτα το κατασκευάσαμε. Πρωτ’ απ’ όλα ο άνθρωπος ήθελε να πιει νερό. Το ποτήρι αυτό έγινε κατόπιν της εξελικτικής διαδικασίας της ανάγκης του να πιει ο άνθρωπος πιο εύκολα νερό. Έτσι για εμάς, προηγείται το ΕΙΝΑΙ, Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ και όχι τα ΠΟΙΑ ΕΙΝΑΙ και αυτά που προπορεύονται του είναι. Γιατί απλούστατα, τα ΠΟΙΑ ΕΙΝΑΙ, είναι ανθρώπινες επινοήσεις.

Καταλαβαίνουμε λοιπόν από αυτούς τους διαλόγους, αλλά και από τις εξομολογήσεις του Αυγουστίνου που σας είχα πει απ’ αυτό το βήμα πέρσι, πως όσο εισέρχονταν οι άνθρωποι στον μεσαίωνα τόσο πιο εχθρικοί γινόντουσαν στην Επικούρεια Φιλοσοφία.

Και σήμερα τα πράγματα είναι παρόμοια και χειρότερα. Διότι μέσω της μαζικής ψυχολογίας του φασισμού οι άνθρωποι είναι εθισμένοι στο να βλέπουν ή να ακούν πλάσματα της φαντασίας τους ή να έχουν διάφορες ιδεοληψίες, χωρίς να θέλουν ή να μπορούν να εστιάσουν στο λογικό. Και είναι χειρότερα τα πράγματα, διότι υπάρχει ο μαζικός φανατισμός μέχρι θανάτου.

Όμως όλα αυτά και άλλα που είπε ο Επίκουρος και οι Φίλοι του, τα είπε για σένα! Για την μοναδική και ανεπανάληπτη προσωπικότητά σου. Τα είπε για να απολαμβάνεις ολοκληρωμένες και ακέραιες τις Ηδονές. Διότι οι Ηδονές είναι συγκεκριμένες, είναι υλικές και δεν έχουν ουδεμία σχέση, με την Στωική ιδέα της επιδίωξης της ευτυχίας, που μερικοί σκοπίμως σας παρουσιάζουν, είτε εδώ μέσα είτε αλλαχού. Άλλωστε την ευτυχία, την επιδιώκουν όλες οι θρησκευτικές αιρέσεις και όλα τα πολιτικά συστήματα.