Δευτέρα, 20 Φεβρουαρίου 2017

ΡΗΤΟΡΙΚΗ: ΔΗΜΟΣΘΕΝΗΣ - Περὶ τῆς εἰρήνης (5) (4-12)

Αποτέλεσμα εικόνας για θεα ειρηνη[4] Ἀκριβῶς δ᾽ εἰδώς, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, τὸ λέγειν περὶ ὧν αὐτὸς εἶπέ τις καὶ περὶ αὑτοῦ παρ᾽ ὑμῖν ἀεὶ τῶν πάνυ λυσιτελούντων τοῖς τολμῶσιν ὄν, οὕτως ἡγοῦμαι φορτικὸν καὶ ἐπαχθὲς ὥστε ἀνάγκην οὖσαν ὁρῶν ὅμως ἀποκνῶ. νομίζω δ᾽ ἄμεινον ἂν ὑμᾶς περὶ ὧν νῦν ἐρῶ κρῖναι, μικρὰ τῶν πρότερόν ποτε ῥηθέντων ὑπ᾽ ἐμοῦ μνημονεύσαντες.

[5] ἐγὼ γάρ, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, πρῶτον μέν, ἡνίκ᾽ ἔπειθόν τινες ὑμᾶς, τῶν ἐν Εὐβοίᾳ πραγμάτων ταραττομένων, βοηθεῖν Πλουτάρχῳ καὶ πόλεμον ἄδοξον καὶ δαπανηρὸν ἄρασθαι, πρῶτος καὶ μόνος παρελθὼν ἀντεῖπον, καὶ μόνον οὐ διεσπάσθην ὑπὸ τῶν ἐπὶ μικροῖς λήμμασιν πολλὰ καὶ μεγάλ᾽ ὑμᾶς ἁμαρτάνειν πεισάντων· καὶ χρόνου βραχέος διελθόντος, μετὰ τοῦ προσοφλεῖν αἰσχύνην καὶ παθεῖν οἷα τῶν ὄντων ἀνθρώπων οὐδένες πώποτε πεπόνθασ᾽ ὑπὸ τούτων οἷς ἐβοήθησαν, πάντες ὑμεῖς ἔγνωτε τήν τε τῶν τότε ταῦτα πεισάντων κακίαν καὶ τὰ βέλτιστ᾽ εἰρηκότ᾽ ἐμέ.

[6] πάλιν τοίνυν, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, κατιδὼν Νεοπτόλεμον τὸν ὑποκριτὴν τῷ μὲν τῆς τέχνης προσχήματι τυγχάνοντ᾽ ἀδείας, κακὰ δ᾽ ἐργαζόμενον τὰ μέγιστα τὴν πόλιν καὶ τὰ παρ᾽ ὑμῶν διοικοῦντα Φιλίππῳ καὶ πρυτανεύοντα, παρελθὼν εἶπον εἰς ὑμᾶς, οὐδεμιᾶς ἰδίας οὔτ᾽ ἔχθρας οὔτε συκοφαντίας ἕνεκα, ὡς ἐκ τῶν μετὰ ταῦτ᾽ ἔργων γέγονεν δῆλον.

[7] καὶ οὐκέτ᾽ ἐν τούτοις αἰτιάσομαι τοὺς ὑπὲρ Νεοπτολέμου λέγοντας (οὐδὲ εἷς γὰρ ἦν), ἀλλ᾽ αὐτοὺς ὑμᾶς· εἰ γὰρ ἐν Διονύσου τραγῳδοὺς ἐθεᾶσθε, ἀλλὰ μὴ περὶ σωτηρίας καὶ κοινῶν πραγμάτων ἦν ὁ λόγος, οὐκ ἂν οὕτως οὔτ᾽ ἐκείνου πρὸς χάριν οὔτ᾽ ἐμοῦ πρὸς ἀπέχθειαν ἠκούσατε.

[8] καίτοι τοῦτό γ᾽ ὑμᾶς οἶμαι νῦν ἅπαντας ᾐσθῆσθαι, ὅτι τὴν τότ᾽ ἄφιξιν εἰς τοὺς πολεμίους ποιησάμενος ὑπὲρ τοῦ τἀκεῖ χρήματ᾽ ὀφειλόμεν᾽, ὡς ἔφη, κομίσας δεῦρο λῃτουργεῖν, καὶ τούτῳ τῷ λόγῳ πλείστῳ χρησάμενος, ὡς δεινὸν εἴ τις ἐγκαλεῖ τοῖς ἐκεῖθεν ἐνθάδε τὰς εὐπορίας ἄγουσιν, ἐπειδὴ διὰ τὴν εἰρήνην ἀδείας ἔτυχεν, ἣν ἐνθάδ᾽ ἐκέκτητ᾽ οὐσίαν φανεράν, ταύτην ἐξαργυρίσας πρὸς ἐκεῖνον ἀπάγων οἴχεται.

[9] δύο μὲν δὴ ταῦθ᾽ ὧν προεῖπον ἐγὼ μαρτυρεῖ τοῖς γεγενημένοις λόγοις ὀρθῶς καὶ δικαίως, οἷά περ ἦν, ἀποφανθένθ᾽ ὑπ᾽ ἐμοῦ· τὸ τρίτον δ᾽, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, (καὶ μόνον ἓν τοῦτ᾽ εἰπὼν ἔτι καὶ δὴ περὶ ὧν παρελήλυθ᾽ ἐρῶ,) ἡνίκα τοὺς ὅρκους τοὺς περὶ τῆς εἰρήνης ἀπειληφότες ἥκομεν οἱ πρέσβεις,

[10] τότε Θεσπιάς τινων καὶ Πλαταιὰς ὑπισχνουμένων οἰκισθήσεσθαι, καὶ τοὺς μὲν Φωκέας τὸν Φίλιππον, ἂν γένηται κύριος, σώσειν, τὴν δὲ Θηβαίων πόλιν διοικιεῖν, καὶ τὸν Ὠρωπὸν ὑμῖν ὑπάρξειν, καὶ τὴν Εὔβοιαν ἀντ᾽ Ἀμφιπόλεως ἀποδοθήσεσθαι, καὶ τοιαύτας ἐλπίδας καὶ φενακισμούς, οἷς ὑπαχθέντες ὑμεῖς οὔτε συμφόρως οὔτ᾽ ἴσως καλῶς προεῖσθε Φωκέας, οὐδὲν τούτων οὔτ᾽ ἐξαπατήσας οὔτε σιγήσας ἐγὼ φανήσομαι, ἀλλὰ προειπὼν ὑμῖν, ὡς οἶδ᾽ ὅτι μνημονεύετε, ὅτι ταῦτ᾽ οὔτ᾽ οἶδα οὔτε προσδοκῶ, νομίζω δὲ τὸν λέγοντα ληρεῖν.

[11] Ταῦτα τοίνυν ἅπανθ᾽, ὅσα φαίνομαι βέλτιον τῶν ἄλλων προορῶν, οὐδ᾽ εἰς μίαν, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, οὔτε δεινότητ᾽ οὔτ᾽ ἀλαζονείαν ἐπανοίσω, οὐδὲ προσποιήσομαι δι᾽ οὐδὲν ἄλλο γιγνώσκειν καὶ προαισθάνεσθαι πλὴν δι᾽ ἃν ὑμῖν εἴπω, δύο· ἓν μέν, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, δι᾽ εὐτυχίαν, ἣν συμπάσης ἐγὼ τῆς ἐν ἀνθρώποις οὔσης δεινότητος καὶ σοφίας ὁρῶ κρατοῦσαν·

[12] ἕτερον δέ, προῖκα τὰ πράγματα κρίνω καὶ λογίζομαι, καὶ οὐδὲν λῆμμ᾽ ἂν οὐδεὶς ἔχοι πρὸς οἷς ἐγὼ πεπολίτευμαι καὶ λέγω δεῖξαι προσηρτημένον. ὀρθὸν οὖν, ὅ τι ἄν ποτ᾽ ἀπ᾽ αὐτῶν ὑπάρχῃ τῶν πραγμάτων, τὸ συμφέρον φαίνεταί μοι. ὅταν δ᾽ ἐπὶ θάτερ᾽ ὥσπερ εἰς τρυτάνην ἀργύριον προσενέγκῃς, οἴχεται φέρον καὶ καθείλκυκε τὸν λογισμὸν ἐφ᾽ αὑτό, καὶ οὐκ ἂν ἔτ᾽ ὀρθῶς οὐδ᾽ ὑγιῶς ὁ τοῦτο ποιήσας περὶ οὐδενὸς λογίσαιτο.

***
ΔΙΗΓΗΣΗ ([§§ 4-12)
[4] Αν και γνωρίζω πολύ καλά, Αθηναίοι, ότι το να μιλάει κανείς σε σας για πράγματα για τα οποία μίλησε κάποτε ο ίδιος και το να περιαυτολογεί, είναι πάντοτε ωφέλιμη τακτική σε όσους διαθέτουν κάποια θρασύτητα, ωστόσο νομίζω ότι είναι τόσο φορτικό και δυσάρεστο, ώστε, ενώ βλέπω ότι είναι αναγκαίο, εντούτοις διστάζω να το κάνω. Αλλά νομίζω ότι θα διαμορφώσετε καλύτερη άποψη για όσα τώρα θα πω, αν θυμηθείτε λίγα από αυτά που σας είπα κάποτε στο παρελθόν.

[5] Πρώτον, Αθηναίοι, όταν κατά τη διάρκεια της πολιτικής αναταραχής στην Εύβοια, προσπαθούσαν κάποιοι να σας πείσουν να βοηθήσετε τον Πλούταρχο και να αναλάβετε έναν πόλεμο άδοξο και δαπανηρό, ήμουν ο πρώτος και μοναδικός που ανέβηκα στο βήμα και αντιτάχθηκα· και μόνο που δεν με κομμάτιασαν εκείνοι που για μηδαμινά οφέλη σας έπεισαν να διαπράξετε πολλά και μεγάλα σφάλματα. Και αφού πέρασε λίγος καιρός, μαζί με την καταισχύνη και τα παθήματά σας, παθήματα τέτοια που κανένας λαός ποτέ ως τώρα δεν έχει υποστεί από αυτούς που βοήθησε, συνειδητοποιήσατε όλοι σας τόσο τη φαυλότητα εκείνων που σας έπεισαν τότε να ενεργήσετε έτσι όσο και την ορθότητα των δικών μου προτάσεων.

[6] Εξάλλου, όταν αντιλήφθηκα, Αθηναίοι, ότι ο Νεοπτόλεμος ο ηθοποιός υπό το πρόσχημα της υποκριτικής τέχνης απολάμβανε ασυλία, προξενούσε τα μεγαλύτερα δεινά στην πόλη, ρύθμιζε τις υποθέσεις σας προς το συμφέρον του Φιλίππου και ήταν ο πρωτεργάτης σε όλα αυτά, ανέβηκα στο βήμα και σας μίλησα, όχι κινούμενος από προσωπική εμπάθεια ούτε και για να τον συκοφαντήσω, όπως αποδείχθηκε από τα γεγονότα που ακολούθησαν.

[7] Και δεν θα κατηγορήσω και στην περίπτωση αυτή τους συνηγόρους του Νεοπτολέμου (γατί δεν είχε κανέναν εντελώς), αλλά εσάς τους ίδιους. Γιατί, αν παρακολουθούσατε παράσταση τραγωδίας στο θέατρο του Διονύσου και δεν συζητούσατε για τη σωτηρία και τις κοινές υποθέσεις της πόλης σας, ούτε εκείνον θα ακούγατε με τόσο καλή διάθεση ούτε εμένα με τόση απέχθεια.

[8] Ωστόσο, φαντάζομαι ότι όλοι σας έχετε αντιληφθεί τώρα πια τούτο τουλάχιστον, ότι, αφού επισκέφθηκε τότε τους εχθρούς, για να εισπράξει τάχα και να φέρει εδώ, όπως έλεγε, χρήματα που του όφειλαν εκεί, με την πρόθεση να τα ξοδέψει εδώ σε δημόσιες λειτουργίες, και ενώ επαναλάμβανε συνεχώς το επιχείρημα ότι είναι φοβερό να εγκαλεί κανείς αυτούς που φέρνουν από εκεί τα πλούτη τους εδώ, όταν χάρη στην ειρήνη εξασφάλισε ασυλία, εξαργύρωσε όση ακίνητη περιουσία είχε εδώ, την πήρε και αναχώρησε για τον Φίλιππο.

[9] Αυτά λοιπόν τα δύο γεγονότα από όσα προανέφερα, που τα διατύπωσα με ειλικρίνεια και αίσθημα δικαιοσύνης, όπως ακριβώς έγιναν, επιβεβαιώνουν την αλήθεια των προηγούμενων λόγων μου. Τρίτον, Αθηναίοι (μόνο αυτό θα πω ακόμη και θα περάσω αμέσως σ᾽ εκείνα για τα οποία ανέβηκα να μιλήσω), όταν εμείς οι πρέσβεις επιστρέψαμε από τη Μακεδονία έχοντας πάρει τους όρκους για την ειρήνη,

[10] τότε κάποιοι σας υπόσχονταν ότι θα ξαναχτιστούν οι Θεσπιές και οι Πλαταιές, ότι ο Φίλιππος, αν γινόταν κύριος της κατάστασης, θα έσωζε τους Φωκείς, θα διασπούσε τη Θήβα σε οικισμούς, θα σας εξασφάλιζε τον Ωρωπό, θα σας απέδιδε την Εύβοια ως αντάλλαγμα για την Αμφίπολη, και άλλες τέτοιες φρούδες ελπίδες και απατηλές υποσχέσεις. Παρασυρμένοι εσείς από όλα αυτά εγκαταλείψατε στην τύχη τους τους Φωκείς, ενεργώντας αντίθετα προς τα συμφέροντά σας και ίσως και προς την ηθική σας υπόσταση. Θα αποδειχθεί λοιπόν ότι εγώ ούτε συνήργησα σε καμιά από αυτές τις απάτες ούτε ότι εσιώπησα, αλλά σας προειδοποίησα, όπως προφανώς θυμόσαστε, ότι αυτές τις υποσχέσεις ούτε τις γνωρίζω ούτε περιμένω να εκπληρωθούν, αλλά νομίζω ότι, όποιος λέει αυτά, λέει ανοησίες.

[11] Όλα αυτά λοιπόν, όσα αποδείχτηκε ότι πρόβλεψα καλύτερα από τους άλλους, δεν θα τα αποδώσω σε κάποιαν ούτε ικανότητα ούτε ιδιαίτερη εξυπνάδα, Αθηναίοι, ούτε και θα ισχυριστώ ότι αντιλήφθηκα και προαισθάνθηκα αυτά για κάποιον άλλον λόγο, αλλά για δύο πράγματα που θα σας τα αναφέρω. Το ένα, Αθηναίοι, ήταν η καλή μου τύχη, που εγώ βλέπω ότι είναι ανώτερη από κάθε ικανότητα και σοφία που υπάρχει στους ανθρώπους·

[12] το δεύτερον είναι επειδή κρίνω και ζυγίζω τα πράγματα αφιλοκερδώς και κανένας δεν θα μπορέσει να αποδείξει ότι κάποιο ίδιον κέρδος συνδέεται με τις πράξεις και τους λόγους στη διάρκεια της πολιτικής μου καριέρας. Γι᾽ αυτό, σωστό θεωρώ εγώ το συμφέρον της πόλης, όποιο τυχόν προκύψει από τα ίδια τα πράγματα. Αλλά όταν, όπως σε ζυγαριά, βάλεις στη μια μεριά χρήματα, τότε το βάρος τους συμπαρασύρει και τραβά προς το μέρος τους και την κρίση, και όποιος κάνει αυτό, δεν είναι δυνατόν να σκεφθεί ούτε σωστά ούτε ανεπηρέαστα για τίποτε.

ΟΙ ΝΕΟΤΕΡΟΙ ΜΕΛΕΤΗΤΕΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΕΠΙΤΑΦΙΟ

Αποτέλεσμα εικόνας για επιταφιος περικληΗ παιδαγωγική αξιοποίηση κειμένων νεότερων ερμηνευτών, για να βοηθηθούν οι μελετητές να συλλάβουν, στο σύνολο του και κατά βάθος, το νοηματικό περιεχόμενο ενός σημαντικού μνημείου λόγου, όπως είναι ο Επιτάφιος, είναι ένα από τα αιτήματα της σύγχρονης πράξης. Για το λόγο αυτό παραθέτουμε κείμενα τριών καταξιωμένων φιλολόγων, που διακρίθηκαν για την πρόθεση τους να φέρουν κοντά στο σύγχρονο άνθρωπο τον αρχαιοελληνικό στοχασμό· τα κείμενα αυτά πιστεύου­με ότι έχουν σημασία αυτά καθαυτά, χωρίς να επικαλύπτουν το έ­να το άλλο, αλλά μάλλον αλληλοσυμπληρώνονται, και - κάτι που έχει ιδιαίτερη σημασία - για ορισμένα σημεία του Επιταφίου διατυπώνουν διαφορετική άποψη. Με αυτό τον τρόπο μπορούν να βοηθή­σουν το μελετητή ν’ αντιληφθεί ότι τα αρχαιοελληνικά κείμενα δεν εί­ναι πάντοτε μονοσήμαντα, αλλά κρύβουν και δυνατότητες διαφορετι­κής ερμηνείας.

    α) Οι Αθηναίοι είχαν απόλυτα αντιληφθεί ότι η εγκαθίδρυση της δημοκρατίας σε μια πόλη με μεγάλο πληθυσμό, όπως η δική τους, ήταν ένας μεγάλος νεωτερισμός. Ήταν περήφανοι για το πολίτευμα τους. Από τα τρία πολιτεύματα που διέκριναν οι Έλληνες, μόνο ένα τους φαινόταν πως άρμοζε στην αξιοπρέπεια του ανθρώπου: εκείνο που αντιπαρέθετε την αρχή της ισότητας στις αρχές των ολιγαρχι­κών και κρατούσε απέναντι στην τυραννίδα το δικαίωμα στην ελευ­θερία. Ελευθερία, ισότητα ήταν το κατεξοχήν έμβλημα των Αθηναί­ων σ' αυτό πρόσθεσαν τη συναδέλφωση, με τον όρο φιλανθρωπία. Οπωσδήποτε, με αίσθημα υπερηφάνειας συνέκριναν την πόλη τους με όλες τις άλλες και ειδικά με τη Σπάρτη, το περιπόθητο καταφύ­γιο όλων των αντιπάλων των ιδεών, που οι ίδιοι τους αγαπούσαν. Αναμφίβολα οι πολιτικοί και οι ποιητές της Αθήνας διόγκωσαν τα ε­γκώμια, όταν μιλούν για το πολίτευμα τους· αλλά αυτός ο λυρισμός, αυτός καθεαυτόν έχει ιστορική αξία· παρόμοιες αισθηματολογίες μας βοηθούν να γνωρίσουμε την ψυχή ενός λαού∙ υπάρχουν ενθουσιασμοί που αποκαλύπτουν ένα ιδεώδες.

    Κανένας δεν εξέθεσε το ιδεώδες της Αθήνας με πιο αξιοθαύμα­στη· και πιο δυνατή ρητορική δεινότητα απ’ ό,τι ο Θουκυδίδης. Μό­νο που ο ιστορικός αποφεύγει επιμελώς να το παρουσιάσει ως δικό του· δε θα ήταν ειλικρινής, καθώς δεν είχε καμιά επιείκεια για την πολιτική της πόλης του. Κι έτσι αποδίδει στον φίλο του Αναξαγόρα, στο πνεύμα που εμψύχωνε την αθηναϊκή δημοκρατία, στον «Ολύ­μπιο» που, με την απόλυτη ανωτερότητα του, κυριάρχησε για τριά­ντα χρόνια πάνω στις καθημερινότητες της αγοράς, στον Περικλή, αυτό το αξιοθαύμαστο υπόμνημα, που η κάθε λέξη του είναι σαν ένα χρυσό μετάλλιο για το άγαλμα της Πολιάδας Αθηνάς.

    Όταν του ανατέθηκε να εκφωνήσει τη νεκρώσιμη δημηγορία (τον Επιτάφιο) για τους πολεμιστές που έπεσαν για την πατρίδα, ο ρήτορας διακηρύσσει ότι, χωρίς χρονοτριβή για το εγκώμιο όλων ε­κείνων που, στο παρελθόν ή στο παρόν, δημιούργησαν το μεγαλείο της Αθήνας, θα πραγματευτεί τους θεσμούς και τα ήθη που είναι η ουσιαστική αιτία της δύναμης και της ευδαιμονίας της.

    (Στη συνέχεια ο συγγραφέας αποδίδει συνοπτικά το περιεχόμενο του μέρους του Επιταφίου που αναφέρεται στο «ἀπό δέ οἵας τε ἐπιτηδεύσεως ἤλθομεν ἐπ' αὐτά καί μεθ' οἵας πολιτείας καί τρόπων ἐξ οἵων μεγάλα ἐγένετο», δηλ. των κεφαλαίων 37-41).

    Ακόμα κι αν οι ιδέες που εκθέτει ο Περικλής είναι πολύ ωραίες και πολύ καλά διαρθρωμένες, έτσι που να δίνουν την πιστή και ολο­κληρωμένη εικόνα της πραγματικότητας, όμως δεν κάνουν τίποτ' άλλο από το να ρίχνουν απάνω της ένα φωτισμό κολακευτικό, χω­ρίς να την παραμορφώνει. Εκείνο που εντυπωσιάζει περισσότερο σ’ αυτά τα κεφάλαια του Θουκυδίδη δεν είναι οι διαπιστώσεις του σχε­τικά με τη δημοκρατική ισότητα∙ αυτές είναι ο κανόνας και θυμί­ζουν τους κοινούς τόπους για την ἰσονομίαν, που ενθουσίασε ήδη τον Ηρόδοτο και τον Ευριπίδη (Βλ. Ηρόδοτος IΙI 80· Ευριπίδης, Ικέτιδες, 406 κ. εξ., 429 κ. εξ). Όχι, αυτό που αξίζει να προσελκύσει την προσοχή μας είναι οι αναλύσεις για τις σχέσεις ανάμεσα στο κράτος και το άτομο. Εδώ βρίσκονται οι αρχές, για τις οποίες θα μπορούσα­με να πούμε ότι ενέπνευσαν την Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Η πολιτική ελευθερία δεν είναι παρά η συνέπεια της ελευθερίας που απολαμβάνουν όλοι οι πολίτες στην ιδιωτική τους ζωή. Λοιπόν, πού βρίσκεται αυτή η καταπίεση, που θα επέφερε στους πολίτες η παντοδυναμία του κράτους, σύμφωνα με μια πολύ διαδεδομένη προκατάληψη; Συνηθισμένοι να ζουν όπως τους άρεσε, παρεμβαίνουν, αν το θέλουν, κατευθείαν στη συζήτηση, που φωτίζει τις κοινές αποφάσεις τους. Έτσι αντιλαμβάνεται τα πράγματα ήδη ο Ευριπίδης, όταν 6άζει στο στόμα του Θησέα, του ήρωα της δημο­κρατίας, τα λόγια (Ικέτιδες, 438-441):

Τοὐλεύθερον δ’ ἐκείνο: «Τίς θέλει πόλει
χρηστόν τι βούλευμ’ ἐς μέσον φέρειν ἔχων;»
Και ταῦθ' ὁ χρῄζων λαμπρός ἐσθ', ὁ μή θέλων
σιγᾷ. Τί τούτων ἐστ’ ἰσαίτερον πόλει;

  Συμπερασματικά, με όλες αυτές τις αρχές, η αθηναϊκή δημοκρα­τία του πέμπτου αιώνα έχει την τάση να κρατήσει μια δίκαιη ισορ­ροπία ανάμεσα στη νόμιμη εξουσία του κράτους και τα φυσικά δι­καιώματα του ατόμου».
(G. Glotz, La cue grecque, Παρίσι, 1928, σελ. 153-156).

    β) «Ακόμα και αν από τον κόσμο της κλασικής Αθήνας δεν μας είχε σωθεί τίποτε άλλο, ούτε κείμενο, ούτε αρχιτεκτόνημα, ούτε γλυπτό, ούτε αγγείο, έξω από τον επιτάφιο λόγο που καταχωρίζει ο Θουκυδίδης στο δεύτερο βιβλίο της ιστορίας του, και μόνο οι λίγες αυτές σελίδες θα αρκούσαν να μας αποκαλύψουν σε πόσο ύψος είχε φτάσει ο αθηναϊκός πολιτισμός στο δεύτερο μισό του 5ου π.Χ. αιώ­να· να μας φανερώσουν ακόμα πόσο δυνατό ένιωθε ο Αθηναίος πολί­της το δεσμό του με την πόλη του και πόσο καλά ήξερε ποια τα δι­καιώματα του και ποιες οι υποχρεώσεις του απέναντι της. Αν υπάρ­χει ένα κείμενο που να δίνει το αληθινό νόημα της δημοκρατίας και του πατριωτισμού, αυτό είναι ο Επιτάφιος.

    Ο Επιτάφιος, όπως και το όνομα του άλλωστε δείχνει, είναι ένας λόγος που έβγαλε — καλύτερα: τον παρουσιάζει ο Θουκυδίδης να βγάζει ο Περικλής στα 430 π.Χ. πάνω από τους νεκρούς του πρώ­του χρόνου του Πελοποννησιακού πολέμου. Το αττικό αυτό έθιμο, να τιμούν κάθε χρόνο όσους είχαν πέσει στη μάχη και μ’ έναν επίσημο λόγο, είχε καθιερωθεί από πιο παλιά χρόνια. Έτσι σιγά σιγά διαμορφώθηκε ένας τύπος επιτάφιου λόγου, που ο ομιλητής κάθε φορά έ­νιωθε το χρέος να τον σεβαστεί: Παράλληλα με τον έπαινο των νε­κρών, που αποτελούσε το κύριο θέμα, έπρεπε να τιμηθεί η αττική γη πρώτα, που σαν μάνα και όχι σαν μητριά γέννησε και ανάστησε τέτοιους πολίτες. Έπρεπε να τιμηθούν ακόμη οι παλιοί πρόγονοι, που έστησαν και στήριξαν την αθηναϊκή πολιτεία στα πρώτα της χρόνια και ακόμα έβγαλαν τέτοιους απογόνους. Έπειτα ο ρήτορας έπρεπε να στραφεί στους ζωντανούς, προπαντός στους νέους, και να τους παρακινήσει να σταθούν αντάξιοι των νεκρών, τέλος να πει λί­γα παρηγορητικά λόγια στους γονείς, στις γυναίκες, στα αδέρφια και στα παιδιά, που είχαν χάσει τους δικούς των.

    Τα κεφάλαια αυτά περιέχονται και στο λόγο του Περικλή, όπως λίγο πολύ τα συναντούμε σε όλους τους επιτάφιους λόγους που μας σώθηκαν από την αρχαία Ελλάδα, του Γοργία, του Λυσία, του Δη­μοσθένη, του Υπερείδη και τον πλαστό του Σωκράτη, υπαγορευμένο τάχα από την περίφημη Ασπασία. Πώς ωστόσο ο Θουκυδίδης κα­τορθώνει στα κοινότυπα αυτά θέματα να δώσει καινούργια, απροσμέτρητη αξία, αυτό είναι το μυστικό της μεγαλοφυΐας. Το κακό εί­ναι που σ' ένα σύντομο άρθρο δεν χωρεί η ανάλυση ολόκληρου του λόγου· έτσι θα περιοριστούμε σ' ένα δυο, οπωσδήποτε δασικά θέμα­τα.

Το κέντρο του Επιτάφιου του Θουκυδίδη είναι ο έπαινος της α­θηναϊκής πολιτείας, πώς ανάθρεψε τον πολίτη της, για να φτάσει να την κάνει άξια να γίνει της Ἑλλάδος παίδευσις, το μεγάλο σχολείο της Ελλάδας ολόκληρης - σήμερα θα λέγαμε: του κόσμου όλου.

    Η αθηναϊκή πολιτεία ονομάζεται δημοκρατία. Για τον Έλληνα της κλασικής εποχής ο «δήμος» αντιδιαστέλλεται με τους «ολίγους», δεν περιέχει λοιπόν ολόκληρο τον πληθυσμό. Έτσι, η αθηναϊκή δη­μοκρατία, για να δεχτεί όλους τους πολίτες κοντά της, αυτό θα πει, και τους αριστοκρατικούς, είναι υποχρεωμένη να απαρνηθεί το όνο­μα της: Δημοκρατία θα πει κατά λέξη το κράτος του δήμου, και ό­μως στην Αθήνα τη δύναμη δεν την έχουν μόνο οι δημοκρατικοί στα ιδιωτικά θέματα είναι όλοι - και δημοκρατικοί και αριστοκρατι­κοί - ίσοι μπροστά στο νόμο. Και πάλι όμως, στα δημόσια πράγμα­τα, οι πολίτες δεν είναι μηχανικά ισοπεδωμένοι, όπως θα περίμενε κανείς παρεξηγώντας το νόημα της αληθινής δημοκρατίας· εδώ δεν έρχεται να κυβερνήσει όποιος, μόνο και μόνο γιατί ήρθε η σει­ρά του· εδώ υπάρχει προτίμηση, και μάλιστα «προτίμηση από αρετής».

    «Αρετή» ήταν αρχικά μια έννοια καθαρά αριστοκρατική· την α­ρετή μόνο ένας άριστος (αριστοκράτης) μπορούσε να την ασκήσει· και, φυσικά, μόνο ένας άριστος είχε το δικαίωμα να πάρει μέρος στα πολιτικά. Λυτή την αριστοκρατική αρχή, ότι την πολιτεία ταιριάζει να την κυβερνούν μοναχά οι κάτοχοι της αρετής, βλέπουμε τώρα να την ενστερνίζεται μια δημοκρατική πολιτεία, μόνο που η αρετή εδώ δεν έχει καμιά πια σχέση με την καταγωγή, όπως στις γνήσιες αρι­στοκρατίες.

    «Το όνομα της πολιτείας μας, επειδή ζούμε στηριγμένοι στους πολλούς και όχι στους λίγους, είναι δημοκρατία. Ωστόσο, οι νόμοι, ό­ταν είναι για τις ιδιωτικές διαφορές, δίνουν σε όλους τα ίδια δικαιώ­ματα. Όσο πάλι για την προσωπική επιβολή, κατά που βλέπουμε τον καθένα να προκόβει σε κάτι, όχι γιατί ήρθε η σειρά του, όσο για­τί είναι ικανός, γι' αυτό τον προτιμούμε να πάρει μέρος στα δημόσια πράγματα. Ούτε πάλι κανένας εξαιτίας της φτώχιας του, φτάνει μόνο να έχει να κάνει κάτι καλό στην πόλη μας, βρίσκεται με κομ­μένο το δρόμο, επειδή του λείπει η κοινωνική επιβολή». Έτσι η Αθήνα ξέρει όλους τους πολίτες της ίσους μπροστά στο νόμο και διαλέγει τον καλύτερο να την κυβερνήσει, ας είναι αριστοκράτης, ας είναι και απλός άνθρωπος του λαού, ας είναι πλούσιος, ας είναι και φτωχός.

    «Και ενώ στην ιδιωτική μας ζωή περνούμε απείραχτα μεταξύ μας, σαν πολίτες είναι διά δέος, από εσωτερικό σεβασμό που δεν πα­ρανομούμε, πειθαρχώντας στους άρχοντες μας κάθε φορά και στους νόμους, ξεχωριστά σ' αυτούς που έχουν γίνει για να βοηθούν τους α­δικημένους, και σ’ αυτούς που ας είναι και άγραφοι, όμως σε κάνουν το δίχως άλλο να ντρέπεσαι να τους πατήσεις».

    Ο πολίτης, όταν φτάσει να μην παρανομεί όχι γιατί φοβάται την τιμωρία του νόμου, αλλά γιατί του το επιβάλλει η συνείδηση του - ο πολίτης αυτός είναι αληθινά ελεύθερος. Είναι ο άνθρωπος που τηρεί τους νόμους της πολιτείας, γιατί νιώθει πως είναι υπόλογος απέναντι στον ίδιο του τον εαυτό. Να κάνεις το σωστό, γιατί θέλεις να το κάνεις, όχι γιατί φοβάσαι το χωροφύλακα· να κάνεις περιττούς τους εξωτερικούς φραγμούς, γιατί έχεις υψώσει εσωτερικούς φραγμούς μέσα σου· να πάψεις να είσαι ετερόνομος και να γίνεις αυτόνομος — αυτό πρέπει να είναι το ιδανικό του ανθρώπου που αγωνίζεται να ο­λοκληρώσει το νόημα της ελευθερίας μέσα του. Ελεύθερος δεν θα πει να κάνεις ό,τι σου κατέβει και όπου σε τραβολογούν οι ορμές σου∙ θα πει να κάνεις αυτό που πρέπει, όμως γιατί το θέλεις ο ίδιος, και όχι γιατί το θέλουν άλλοι.

    Φιλοκαλοῦμέν τε γάρ μετ' εὐτελείας καί φιλοσοφοῦμεν ἄνευ μα­λακίας... Οι Αθηναίοι αγάπησαν την ομορφιά, χωρίς να πάψουν να είναι απλοί' αγάπησαν τη θεωρία, χωρίς να πάψουν να είναι άνθρω­ποι της δράσης. Τα πλούτη τους σπρώχνουν σε έργα, όμως και τη φτώχια τους κοιτάζουν με έργα να τη δαμάσουν. Ο κάθε Αθηναίος γνοιάζεται για το σπίτι του, χωρίς ούτε για μια στιγμή να πάψει να γνοιάζεται και για την πόλη του· γιατί οι Αθηναίοι είναι οι μόνοι που όποιον δεν παίρνει μέρος στα πολιτικά τον θαρρούν άνθρωπο άχρη­στο. Η βολική φιλοσοφία του ἀπραγμόνως ζῆν, της αποτραβηγμένης από το κοινωνικό σύνολο ζωής, δεν έχει θέση στην αθηναϊκή δημοκρατία.

    Ο Αθηναίος συνδυάζει τη θεωρία και την πράξη· τον λόγο που χρειάζεται, για να του δείξει πώς να ενεργήσει σωστά. Από τους άλ­λους ανθρώπους, αντίθετα, οι μισοί, όσοι δεν βάζουν το μυαλό τους να δουλέψει, φτάνουν στην αποκοτιά, οι άλλοι μισοί, όσοι στοχάζο­νται και καλοζυγιάζουν τα πράγματα, στο τέλος φοβούνται και δεν παίρνουν καμιάν απόφαση. Μόνο οι Αθηναίοι έχουν τόση δύναμη ψυ­χής, ώστε και να αναμετρούν καλά καλά τον κίντυνο και να αποθαρρεύονται να τον αντιμετωπίσουν.

    Ο δύσπιστος αναγνώστης θα αναρωτηθεί, φοβούμαι, αν βρίσκο­νται πολλοί πάνω στη γη άνθρωποι, που να κλείνουν μέσα τους τό­σες γόνιμες αντιθέσεις: δημοκρατικές και αριστοκρατικές αρχές· φιλοκαλία και απλότητα∙ θεωρία και δράση· επιμέλεια για τα οικεία και επιμέλεια για τα πολιτικά' επίγνωση· του δεινού που έρχεται και κουράγιο να το αντιμετωπίσουν αντρίκια. Ακόμα θα αναρωτηθεί αν οι Αθηναίοι είχαν αλήθεια στα χρόνια του Περικλή καταφέρει να πραγματώσουν την τέλεια δημοκρατία, όσο μας την παρουσιάζει ο Επιτάφιος. Ο ίδιος ο Θουκυδίδης άλλωστε στο υπόλοιπο έργο τους δείχνει το πρόσωπο της αθηναϊκής πολιτείας ασκημισμένο από όχι λίγες κακότητες- ούτε η αδικία, ούτε η παρανομία, ούτε η αστοχα­σιά, ούτε τα αλόγιστα πάθη, ούτε καν η προδοσία είχαν λείψει στα χρόνια εκείνα, χρόνια πολέμου άλλωστε, ας μην το ξεχνούμε.

    Στον δύσπιστο αναγνώστη θα ήθελα να θυμίσω πως την τέλεια εκπλήρωση ενός ιδανικού δεν την έχουν οι θεοί χαρίσει στον άνθρω­πο, και ο Θουκυδίδης μας δίνει εδώ μιαν ιδανική εικόνα της αθηναϊ­κής δημοκρατίας. Το ιδανικό είναι το τέρμα ενός αγώνα, ένα τέρμα που όχι μόνο είναι άφταστο, αλλά και πρέπει να μείνει άφταστο· για­τί μόνο αν κυνηγήσεις το αδύνατο, θα κατορθώσεις αυτό που είναι ανθρώπινα δυνατό ως την άκρη. Η τελειότητα είναι των θεών μόνο κατηγόρημα, ενώ ο θνητός δεν κάνει άλλο παρά να παλεύει για την τελείωση του, κι ας το ξέρει και ο πιο γενναίος πως θα έρθει η ώρα κάποτε που θα γονατίσει στη μέση του δρόμου.

    Είναι αλήθεια πως ο Θουκυδίδης δεν μας δίνει την πραγματική εικόνα της αθηναϊκής δημοκρατίας. Οπωσδήποτε, δεν έχουμε κανέ­να λόγο να τον κατηγορήσουμε γι' αυτό, αφού γράφει λόγο πανηγυ­ρικό, που από τη φύση του ανέχεται την υπερβολή του επαίνου. Άσχετα όμως με τον πανηγυρικό τόνο του λόγου, ποιος μπορεί ν' αρνηθεί πως η Αθήνα του Περικλή στάθηκε περισσότερο από κάθε άλλη ιστορική περίοδο πιο κοντά στην πραγμάτωση μιας τέτοιας ι­δανικής πολιτείας;

    Και κάτι άλλο: Ένας λόγος πανηγυρικός δεν έχει μοναδικό σκο­πό να ύμνησα αυτά που έγιναν, αλλά και να φρονηματίσει, δείχνο­ντας αυτό που πρέπει να γίνει - να φρονηματίσει πλασματικά τους σύγχρονους ακροατές, ουσιαστικά όμως όλον τον μεταγενέστερο κό­σμο, όταν μάλιστα έχουμε να κάνουμε με ένα κτῆμα ἐς αἰεί, όπως η συγγραφή του Θουκυδίδη. Και είναι βέβαιο πως ο μεγάλος ιστορικός θέλησε να υψώσει μπροστά στον άνθρωπο όλων των καιρών και τό­πων ένα ιδανικό ζωής, που αξίζει να παλέψει κανείς να το πραγμα­τώσει, και ας μην τον αφήνει η ωμή ζωή να το πραγματώσει από­λυτα».

Ο κυνικός φιλόσοφος Διογένης

Ο Διογένης συχνά κυκλοφορούσε την ημέρα με ένα αναμμένο φανό, όταν τον ρωτούσαν "γιατί κρατάς φανό, ημέρα;" αυτός απαντούσε "ψάχνω να βρώ τίμιους ανθρώπους" O Διογένης έψαχνε να βρεί ένα ανθρώπινο ον, αλλά έλεγε πως έβλεπε μόνο κατεργάρηδες και αχρείους. Πίνακας του J. H. W. Tischbein (1780)Υπάρχουν κάποιες μορφές μέσα στην πορεία των αιώνων, οι οποίες άφησαν ανεξίτηλο το στίγμα τους στην ιστορία του παγκόσμιου πολιτισμού. Άνθρωποι οι οποίοι μας κληροδότησαν μεγάλες αξίες, τις οποίες, δυστυχώς, δεν μπορέσαμε να τις εκμεταλλευτούμε στο έπακρο. Όμως η άσβεστη μνήμη τους πάντα θα στέκεται αρωγός στην προσπάθειά μας να γίνουμε “αληθινοί” άνθρωποι. Διότι, όσο θα υπάρχει αυτή η αιώνια συντροφιά τους, τόσο θα διατηρείται ζωντανή και η ελπίδα της πνευματικής μας “ανάστασης”. Ο Κυνικός Διογένης υπήρξε πράγματι ένα “δαιμόνιο” πνεύμα, ένας άνθρωπος με όλη τη σημασία της λέξης, που με τη στάση της ζωής του μας έδειξε τον δρόμο προς την αληθινή ευδαιμονία. Το ελάχιστο που θα μπορούσαμε να πράξουμε είναι να τον ευχαριστήσουμε μέσα από τα βάθη της καρδιά μας.
 
Διογένης, λοιπόν, ο Σινωπεύς ή πιο απλά Διογένης ο Κύων, ο διασημότερος και μεγαλύτερος Κυνικός Φιλόσοφος. Γεννήθηκε περίπου το 400 π.Χ. αλλά κάποιοι θρύλοι αναφέρουν πως ήρθε στο φως τη μέρα που πέθανε ο Σωκράτης το 399 π.Χ. Όσο για τον θάνατό του, και αυτός διαποτισμένος με αρκετούς θρύλους, λένε πως έλαβε χώρα το 323 π.Χ., την ίδια ημέρα που πέθανε ο Μ. Αλέξανδρος στην Βαβυλώνα.

Κατά τα μέσα του 4ου π.Χ. αιώνα ήλθε στην Αθήνα εξόριστος από τη γενέτειρά του Σινώπη του Πόντου, επειδή με τον τραπεζίτη πατέρα του Ικεσία είχαν παραχαράξει το νόμισμα της πόλης.
 
«Διογένης, γιος του Ικεσία, τραπεζίτης στο επάγγελμα, από τη Σινώπη. Ο Διογένης όταν εξορίστηκε από την πατρίδα του για κάποια παραχάραξη νομισμάτων, ήλθε στην Αθήνα, σχετίστηκε με τον κυνικό Αντισθένη, αισθάνθηκε έλξη για τον τρόπο ζωής του και ακολούθησε την κυνική φιλοσοφία αδιαφορώντας για την μεγάλη του περιουσία» (Σούδα, “Διογένης” n. 1143).
 
Είτε λόγω της παραχάραξης είτε λόγω πολιτικών διώξεων, βρέθηκε στην Αθήνα και σχετίστηκε με τον Αντισθένη, εντυπωσιασμένος από την φιλοσοφία του, την οποία ασπάστηκε ώσπου τελικά ξεπέρασε σε φήμη τον δάσκαλό του. Σύμφωνα με αναφορές λίγο μεταγενέστερων συγγραφέων, είχε επιδείξει και συγγραφικό έργο, αλλά δυστυχώς δεν διασώθηκε τίποτα. Οι ιστορίες με τον Διογένη, πέρα από κάποιες υπερβολές, θα λέγαμε πως είναι αληθινές και απεικονίζουν την συνέπεια του χαρακτήρα του. Ζούσε σε ένα πιθάρι και σκληραγωγούσε τον εαυτό του ακόμα και στις εναλλαγές του καιρού. Το μόνο που διέθετε ήταν ένα ξύλινο κύπελλο, το οποίο και αυτό το πέταξε, όταν είδε ένα παιδί να πίνει νερό με τις χούφτες του.
 
«Όταν κάποτε ο Διογένης είδε ένα παιδί να πίνει νερό με τα χέρια, πέταξε από το δισάκι του το κύπελλο λέγοντας: «Ένα παιδί με έχει νικήσει στην απλότητα» (Διογένης Λαέρτιος, Φιλοσόφων βίων και δογμάτων συναγωγή VII 37.)
 
Ο Διογένης ο επικαλούμενος «Κυνικός», ή Διογένης ο Σινωπεύς ήταν αρχαίος Έλληνας φιλόσοφος. Φέρεται να γεννήθηκε στη Σινώπη περίπου το 412 π.Χ., (σύμφωνα με άλλες πηγές το 399 π.Χ.), και πέθανε το 323 π.Χ. στην Κόρινθο, σύμφωνα με τον Διογένη τον Λαέρτιο, την ημέρα που ο Αλέξανδρος ο Μέγας πέθανε στη Βαβυλώνα. Πίνακας του Jean-Léon Gérôme (1860)
 
Η δύναμη της προσωπικότητάς του έγκειται στην εκκεντρικότητά του, το τραχύ χιούμορ και στην τολμηρή αντίσταση σε καθετί καθιερωμένο. Όταν συνελήφθη από πειρατές στην Αίγινα και εκτέθηκε για πώληση, ο πωλητής του απαγόρευσε να κάθεται κάτω και ο Διογένης απάντησε: «Δεν υπάρχει διαφορά, διότι σε οποιαδήποτε θέση και αν κείτονται τα ψάρια θα βρουν αγοραστές».
 
Ωστόσο μια από τις πιο φημισμένες ρήσεις του ήταν, όταν στην ερώτηση του πωλητή για το τι ήξερε να κάνει απάντησε: «Να εξουσιάζω ανθρώπους».
 
 «Εκεί που έπλεε τον έπιασαν πειρατές και τον έδωσαν για πούλημα. Όταν κλήθηκε να τον πουλήσουν και τον ρώτησαν τι ήξερε να κάνει απάντησε πως ήξερε «να εξουσιάζει ανθρώπους». Και βλέποντας κάποιον Κορίνθιο, έναν άσωτο πλούσιο, είπε στον διαλαλητή: «Πούλησε με σ’ αυτόν, αυτός χρειάζεται αφεντικό». Εκείνος τον αγοράζει και τον πηγαίνει στην Κόρινθο και του αναθέτει την ανατροφή των παιδιών του. Έλεγε μάλιστα ότι ένα αγαθό πνεύμα είχε μπει στο σπίτι του». Σούδα, “Διογένης” (n. 1143 – 1144).
 
Εκεί στην Κόρινθο έγινε και η περιβόητη συνάντησή του με το Μέγα Αλέξανδρο, που ενώ όλοι έτρεχαν ξωπίσω του, ο Διογένης λιαζόταν αδιαφορώντας για το νεαρό επίδοξο κοσμοκράτορα. Όταν ο Αλέξανδρος τον πλησίασε, τον προέτρεψε να του ζητήσει ό,τι θέλει και ο Διογένης του έδωσε την παροιμιώδη απάντηση: «Μη μου κρύβεις τον ήλιο!»
 
Ο Αλέξανδρος ξαφνιάστηκε, διότι είχε συνηθίσει να περιτριγυρίζεται από κόλακες, και τον ρώτησε αν τον φοβάται. Ο Διογένης ρώτησε: «Είσαι καλό πράγμα ή κακό;» Ο Αλέξανδρος απάντησε: «Καλό». Ο Διογένης για άλλη μια φορά τον άφησε άναυδο: «Τότε ποιος άνθρωπος φοβάται το καλό;»
 
«Τότε ο Αλέξανδρος είπε σε κάποιον από τους φίλους του: «Πόσο θα’ θελα να γινόμουν Διογένης αν δεν είχα γίνει ο Αλέξανδρος!» (GNOMOLOGIUM VATICANUM 743 n. 91.)
 
Ο Διογένης συχνά κυκλοφορούσε την ημέρα με ένα αναμμένο φανό, όταν τον ρωτούσαν «γιατί κρατάς φανό, ημέρα;» αυτός απαντούσε «ψάχνω να βρώ τίμιους ανθρώπους» O Διογένης έψαχνε να βρεί ένα ανθρώπινο ον, αλλά έλεγε πως έβλεπε μόνο κατεργάρηδες και αχρείους.

 Η βασική διδαχή του Διογένη ήταν απλή: για να πραγματώσει κανείς την αρετή έπρεπε να περιφρονήσει τις φυσικές απολαύσεις. Ο πόνος και η πείνα βοηθούσαν στην επίτευξη του καλού και ότι η κοινωνική εξέλιξη ήταν ασυμβίβαστη με την καλοσύνη και την αλήθεια. Για τον φιλόσοφο ηθικοποίηση σήμαινε επιστροφή στην φύση και στην απλότητα. Την κοινωνική προβολή που επιδίωκαν οι περισσότεροι συμπολίτες του τη θεωρούσε ανοησία, προσποίηση και ματαιοδοξία.
 
Το να υποτιμά τις θρησκευτικές και κοινωνικές παραδόσεις, καθώς και την πολιτική εξουσία, δεν σήμαινε πως ήταν ένας άνθρωπος με αρνητισμό. Το έκανε για χάρη της προαγωγής της λογικής και της αρετής. Με θεατρικό τρόπο κρατούσε το φανάρι του τη μέρα λέγοντας ότι έψαχνε για αληθινούς ανθρώπους. Περπατούσε ξυπόλητος στο χιόνι και έσπρωχνε το πιθάρι του το καλοκαίρι πατώντας πάνω στην καυτή άμμο. Γι’ αυτές του τις ακρότητες κατηγορήθηκε και δυσφημίστηκε από την αναμφίβολη ανηθικότητα κάποιων συμπολιτών του. Όμως κανείς δεν μπορεί να αμφισβητήσει ότι έζησε μια ζωή αυτοκυριαρχίας και εγκράτειας. Επέζησε με μια πολύ απλή δίαιτα και διακρίθηκε για την περιφρόνησή του στα πλούτη και την πολυτέλεια.
 
«Όταν κάποιος έμπασε τον Διογένη σε ένα πολυτελές σπίτι και εκεί του απαγόρεψε να βγάλει τα φλέματα, ο Διογένης, όταν τον έπιασε βήχας, έφτυσε στο πρόσωπο του οικοδεσπότη λέγοντας πως δεν έβρισκε χειρότερο μέρος για να φτύσει». (Διογένης Λαέρτιος, Φιλοσόφων βίων και δογμάτων συναγωγή VI 32.)
 
Οι αναφορές στη φιλοσοφία του Διογένη είναι λιγότερο πενιχρές απ’ ότι οι αναφορές στην ίδια του την ύπαρξη. Έλεγε ότι εκείνοι που είναι συνηθισμένοι σε μια ζωή γεμάτες απολαύσεις αηδιάζουν όταν αντικρίζουν το αντίθετο, κι εκείνοι που έχουν συνηθίσει στην έλλειψη πολυτέλειας αντλούν ευχαρίστηση από την περιφρόνησή της. Είχε πει ότι οι κακοί άνθρωποι υποτάσσονται στη λαγνεία τους όπως οι δούλοι στα αφεντικά τους.
 
Ο Διογένης υπήρξε μια πραγματική ιστορική φιγούρα, αλλά η ζωή του έγινε θρύλος που εξελίχθηκε σ’ ένα μύθο, καθώς ανέκδοτα και σκάνδαλα προστέθηκαν στην πραγματική του ζωή. Για την αληθινή του ζωή δεν γνωρίζουμε και πολλά, όμως είναι ξεκάθαρο πως έγινε ένας φιλοσοφικός ήρωας. Τόσο εξαιρετική ήταν η αυστηρότητα και η απλότητα της ζωής του, ώστε αργότερα οι Στωικοί τον αποκάλεσαν τέλειο άνθρωπο και σοφό! Θεωρούσε τις ομιλίες του Πλάτωνα ως χάσιμο χρόνου.
 
«Όταν ο Πλάτωνας διατύπωσε τον ορισμό ότι ο «άνθρωπος είναι δίποδο ζώο χωρίς φτερά», και ο ορισμός αυτός είχε γίνει αποδεκτός, ο Διογένης μαδάει έναν πετεινό, τον βάζει μέσα στη σχολή [του Πλάτωνα] και λέει: «Αυτός είναι ο άνθρωπος του Πλάτωνα». Εξαιτίας αυτού προστέθηκε στον ορισμό το “με πλατιά νύχια”. (Διογένης Λαέρτιος, Φιλοσόφων βίων και δογμάτων συναγωγή VI 40.)
 
Περιγελούσε τους ρήτορες όταν μιλούσαν για δικαιοσύνη ενώ ζούσαν μέσα στην αδικία. Έλεγε ότι όλοι συναγωνίζονται ως προς τα υλικά αγαθά αλλά κανείς δεν αγωνιζόταν να γίνει καλύτερος και αληθινός. Αναρωτιόταν γιατί οι μαθηματικοί παρατηρούσαν τον ήλιο και την σελήνη ενώ παρέβλεπαν τα ζητήματα μέσα τους και γύρω τους. Θύμωνε με αυτούς που θυσίαζαν στους θεούς για να έχουν καλή υγεία και από την άλλη έτρωγαν υπερβολικά. Επέπληττε τους ανθρώπους για τις προσευχές τους, λέγοντας ότι ζητούσαν μάλλον αυτά στα οποία οι άνθρωποι απέδιδαν αξία και όχι αυτά που ήταν πραγματικά ωφέλιμα για αυτούς. Παρόλη, όμως, την προκλητική του συμπεριφορά του οι Αθηναίοι τον αγαπούσαν. Όταν ένας νέος του έσπασε το πιθάρι, τον ξυλοκόπησαν και του προσέφεραν ένα καινούριο.
 
Ήταν το πρώτο άτομο που σκέφτηκε και είπε, “Είμαι πολίτης ολόκληρου του κόσμου”, παρά πολίτης μιας συγκεκριμένης πόλης ή κράτους. Έτσι, κατά κάποιον τρόπο εφεύρε την ιδέα του κοσμοπολιτισμού. Είναι σημαντικό να τονίσουμε ότι δε λέει ότι είναι άπολις – χωρίς πόλη – απλώς δηλώνει υποταγή στον Κόσμο και στο Σύμπαν. Οι περιορισμοί της υπηκοότητας και οι αποκλεισμοί που αυτοί συνεπάγονταν ήταν παράλογοι, και με τον Κοσμοπολιτισμό ζητούσε να τους καταργήσει ανοίγοντας τα πολιτικά προνόμια σε όλους. Με λίγα λόγια ο κοσμοπολιτισμός αντιπροσωπεύει μια πρώτη εισήγηση ότι ο δεσμός του ανθρώπου προς την ανθρωπότητα είναι ισχυρότερος του δεσμού προς το κράτος. Στα πλαίσια αυτά, οι Κυνικοί θα μπορούσαν να θεωρηθούν οι πρωτεργάτες του αναρχισμού!
 
Παρέμεινε μέχρι το τέλος της ζωής του πιστός στις αρχές του και στον τρόπο που ζούσε.
 
«Όταν κάποιοι είπαν στον Διογένη ότι «Είσαι γέρος. Από εδώ και πέρα να χαλαρώσεις την προσπάθειά σου», εκείνος είπε: «Μα πώς; Αν έτρεχα σε αγώνες, θα έπρεπε, φθάνοντας κοντά στο τέρμα, να χαλαρώσω την προσπάθεια ή, αντίθετα, να βάλω τα δυνατά μου;»  (Διογένης Λαέρτιος, Φιλοσόφων βίων και δογμάτων συναγωγή VI 34.)
 
Για τον θάνατό του υπάρχουν διάφορες πληροφορίες. Οι ιστορικοί, όμως, δεν είναι βέβαιοι ούτε για τον χρόνο ούτε για τον τρόπο θανάτου του. Μια ισχυρή πεποίθηση μας αναφέρει πως πέθανε από βαθιά γεράματα στην Κόρινθο. Μια άλλη πως πέθανε τρώγοντας ωμό χταπόδι, επειδή ήθελε να δείξει πως την τροφή δεν χρειάζεται καν να τη μαγειρεύουμε. Όπως και να έχει όχι μόνο η ζωή του, αλλά και ο θάνατός του υπήρξε μυθιστορηματικός! Οι Κορίνθιοι έστησαν στη μνήμη του μια κολώνα πάνω στην οποία τοποθέτησαν έναν σκύλο από μάρμαρο της Πάρου. Στη συνέχεια οι συμπατριώτες του από την Σινώπη τον τίμησαν με ορειχάλκινα αγάλματα, κοντά στη γιγάντια κολώνα με τον σκύλο πάνω στα οποία χάραξαν την ακόλουθη επιγραφή: «Ο χρόνος κάνει ακόμα και τον χαλκό να παλιώνει, αλλά τη δόξα σου, ω Διογένη, η αιωνιότητα ποτέ δεν θα καταστρέψει. Διότι εσύ μόνος δίδαξες στους θνητούς το μάθημα της αυτάρκειας και το πιο εύκολο μονοπάτι της ζωής».

Είμαστε φιλάνθρωποι;

Είμαστε φιλάνθρωποι, γινόμαστε συνειδητά και υπεύθυνα εθελοντές; Χρησιμοποιούμε ανιδιοτελή κίνητρα και επιλέγουμε τον εθελοντισμό χωρίς να υπάρχουν προσωπικά συμφέροντα;

Πάντα έχουμε οφέλη από τον εθελοντισμό, ωστόσο, τα κίνητρα που μας ωθούν στον εθελοντισμό θα πρέπει να είναι αγνά και η απόφασή μας να είναι συνειδητή και υπεύθυνη.

Μέσα από τον εθελοντισμό μαθαίνουμε πράγματα για εμάς τους ίδιους, έχουμε την ευκαιρία να αλληλεπιδράσουμε με άλλους ανθρώπους, να κάνουμε παρέες, να έχουμε λόγους να βγούμε από το σπίτι και να περάσουμε όμορφα.

Ο εθελοντισμός είναι μια πράξη αγάπης, που ξεκινάει από την ανάγκη μας να προσφέρουμε, να δώσουμε, να μοιραστούμε και να μάθουμε…

Ο εθελοντισμός είναι μια ανθρωπιστική δράση: ξεκινά από τους ανθρώπους και απευθύνεται στους ανθρώπους. Μέσα από τον εθελοντισμό βοηθάμε τον εαυτό μας να εξελιχθεί, να βελτιωθεί και να αντλήσει ικανοποίηση. Ο εθελοντισμός ξεκινά από εμάς και καταλήγει σ’ εμάς, για αυτό το πρώτο βήμα είναι να απαλλαγούμε από προκαταλήψεις, ρατσιστικές αντιλήψεις και στερεότυπα, να μάθουμε να αποδεχόμαστε τον εαυτό μας και τους άλλους, να μπορούμε να καταλάβουμε και να σταθούμε δίπλα στους άλλους, να τους γνωρίσουμε και να τους προσεγγίσουμε κατανοώντας περισσότερα για τον άνθρωπο: αυτό το πολύπλευρο και πολυδιάστατο ον.

Ο εθελοντισμός και η φιλανθρωπία στηρίζονται στη θέληση και τη διάθεσή μας, στην αγάπη και το ενδιαφέρον μας για το συνάνθρωπο, στην αλληλεγγύη και τον αλτρουισμό.

Ωστόσο, δεν αρκεί η αγάπη και η καλή μας διάθεση, το ενδιαφέρον και η προθυμία μας για βοήθεια. Στην κάθε περίπτωση θα πρέπει να αναζητούμε τον πιο κατάλληλο τρόπο προσέγγισης, να αφουγκραζόμαστε τις πραγματικές ανάγκες του άλλου και να βρίσκουμε πώς θα προσφέρουμε τη βοήθειά μας.

Σε κάποιες περιπτώσεις, η βασική ανάγκη του ατόμου είναι να μπορέσει να αντιληφθεί το πραγματικό του πρόβλημα. Το άτομο που έχει την ανάγκη μας μπορεί να νιώθει ότι βρίσκεται σε μειονεκτική ή πιο αδύναμη θέση. Για αυτό είναι σημαντικό για εμάς να μην κάνουμε τον άλλο να νιώθει υποδεέστερος. Η λύπηση και ο οίκτος δεν βοηθάνε.

Το πρόβλημα του άλλου μπορεί να μας προκαλεί συγκίνηση, πόνο και πολλά ακόμη συναισθήματα, όμως, για να μπορέσουμε να βοηθήσουμε θα πρέπει να μην επηρεαζόμαστε πολύ από τον ανθρώπινο πόνο, συμπάσχουμε, αλλά δεν ταυτιζόμαστε με τον άλλο.

Η τάση για εθελοντισμό και φιλανθρωπία είναι μια κίνηση που στηρίζεται στα συναισθήματά μας, είναι μια επιλογή της καρδιάς μας. Είναι αυθόρμητη και χωρίς σκέψη τάση, με ισχυρά κίνητρα… θέλουμε να προσφέρουμε, χωρίς ιδιοτέλεια και χωρίς να πιέζουμε τους άλλους. Κανέναν δεν μπορούμε να τον βοηθήσουμε με το ζόρι. Μπορούμε όμως με διακριτικό τρόπο να κάνουμε το άτομο να δει και να αποδεχθεί το πρόβλημα που αντιμετωπίζει.

Ο εθελοντισμός δεν διδάσκεται μέσα από τα λόγια και τα γραπτά, είναι μια αξία και μια στάση ζωής, που στηρίζεται στα συναισθήματα που νιώθουμε, ενώ παράλληλα δημιουργεί ακόμη περισσότερα θετικά συναισθήματα.

Μ’ αρέσουν οι άνθρωποι που είναι επαναστάτες

Αυτοί που είναι τσαλακωμένοι ή που δεν φοβούνται να τσαλακώσουν το είναι τους.

Οι άνθρωποι με σημάδια στο σώμα τους, με χαρακιές στη ψυχή τους.

Οι άνθρωποι που είναι πληγωμένοι, πονεμένοι, ραγισμένοι και απόκληροι απ’ τη ζωή αλλά παρ’ όλες τις δυσκολίες και τις πίκρες τους, δεν εγκαταλείπουν την προσπάθεια της επιβίωσης. Ψήνονται μαζί με τις ανάγκες τους και γίνονται πιο δυνατοί. Συνεχίζουν να ζουν έχοντας το κεφάλι ψηλά και δεν βάζουν τη ψυχή τους στα πόδια.

Οι άνθρωποι που δεν φοβούνται να λυγίσουν και να κλάψουν. Ξέρουν ότι πάλι θα βγουν κερδισμένοι απ’ την πτώση και την εσωτερική ταπείνωση. Αυτοί που είναι μόνοι και μοναχικοί επειδή επέλεξαν τη μοναχικότητα τους ως την καλύτερη συντροφιά και μπορούν και μόνοι τους να είναι καλά.

Αυτοί που δεν φοβούνται ν’ αφεθούν και να φανερώσουν τα συναισθήματα τους και να επικοινωνήσουν δυνατά τις σκέψεις τους. Αυτοί που αφήνονται να δεθούν με τον σύντροφο που έχουν δίπλα τους και δεν χτίζουν τείχη και δεν υψώνουν άμυνες.

Αυτοί που βλέπουν γέφυρες και όχι εμπόδια στις ανθρώπινες σχέσεις και θέλουν να εστιάζουν σ’ αυτά που τους ενώνουν και όχι σ’ αυτά που τους χωρίζουν με τους ανθρώπους. Αυτοί που αγκαλιάζουν τους φόβους και τις ανασφάλειες τους για να μπορέσουν έτσι να τις παλέψουν και να τις ξεπεράσουν.

Οι άνθρωποι που παραμένουν πιστοί στα πιστεύω τους και δεν κάνουν εκπτώσεις. Αυτοί που ρίχνουν λάδι στη φωτιά και ας καούν. Αυτοί που παίρνουν ρίσκα και δεν μένουν αδρανείς. Οι άνθρωποι που βγαίνουν δυνατά προς τα έξω, είναι στην πρώτη γραμμή και σπρώχνουν τα πράγματα μπροστά.

Αυτοί που δεν περιμένουν τις κατάλληλες συνθήκες για να ενεργήσουν, αλλά που δημιουργούν οι ίδιοι τις συνθήκες για να στρώσουν το έδαφος που θέλουν να πατήσουν και αναζητούν τις ευκαιρίες με πείσμα. Και αν δεν βρουν αυτές που τους ταιριάζουν, πάλι μόνοι τους θα τις δημιουργήσουν και θα βρουν τον τρόπο.

Αυτοί που είναι πολυμήχανοι και ευφάνταστοι και με την φαντασία τους σε πάνε παντού. Αυτοί που δεν πατούν στη γη, που χάνονται στα όνειρά τους και βλέπουν τον κόσμο από ψηλά. Αυτοί που πιστεύουν πως μπορούν να αλλάξουν τον κόσμο.

Οι άνθρωποι που είναι επαναστάτες, καλλιτέχνες, αντιδραστικοί, ανυπάκουοι και αντισυμβατικοί.

Αυτοί που δεν κουράζονται να ελπίζουν και επιμένουν!

Όσα προσδοκούσαν από τη ζωή τους, ήταν ακριβώς όλα εκείνα που τόσο αψήφιστα προσπέρασαν

Σχετική εικόναΟι σκηνές της ζωής μας μοιάζουν με τις αναπαραστάσεις ενός μωσαϊκού` από κοντά δεν διακρίνονται καλά και πρέπει να τις εξετάσει κανείς από απόσταση για να αναδειχθεί η ομορφιά τους. Γι’ αυτό και ανακαλύπτουμε πόσο μάταιη ήταν η επιθυμία μας όταν πια την έχουμε εκπληρώσει` ή, παρόλο που περνάμε τη ζωή μας προσβλέποντας σε κάτι καλύτερο, συχνά αναπολούμε ταυτόχρονα μετά λύπης το παρελθόν. Από την άλλη, αντιμετωπίζουμε το παρόν σαν κάτι προσωρινό, χρήσιμο μόνο ως μέσο για να φτάσουμε στον στόχο μας. Γι’ αυτό και οι περισσότεροι άνθρωποι, αναλογιζόμενοι το παρελθόν, συνειδητοποιούν πως δεν έζησαν παρά με την αίσθηση του προσωρινού, και εκπλήσσονται όταν διαπιστώνουν πως η ζωή τους, και όσα προσδοκούσαν από τη ζωή τους, ήταν ακριβώς όλα εκείνα που τόσο αψήφιστα προσπέρασαν χωρίς να απολαύσουν.

Η ζωή παρουσιάζεται αρχικά ως μια αποστολή: η αποστολή να μπορεί κανείς να συντηρήσει τη ζωή του, de gagner sa vie (να κερδίσει τα προς το ζην). Εκπληρώνοντας κανείς τον συγκεκριμένο στόχο, αυτό που αποκομίζει είναι η αίσθηση ενός βάρους` και τότε εμφανίζεται ένας δεύτερος στόχος για τον άνθρωπο: να κάνει κάτι προκειμένου να διώξει την πλήξη που καραδοκεί σαν αρπακτικό δίπλα από κάθε ασφαλή ζωή. Επομένως, ο πρώτος στόχος είναι να κερδίσει κανείς κάτι, και ο δεύτερος να απαλλαγεί από την επίγνωση όσων έχει κερδίσει, για να αποφύγει να του γίνουν βάρος.

Το γεγονός ότι η ανθρώπινη ζωή είναι ένα λάθος αποδεικνύεται επαρκώς από την απλή διαπίστωση πως ο άνθρωπος αποτελεί ένα συνονθύλευμα δύσκολα ικανοποιούμενων αναγκών` ότι η ικανοποίησή τους δεν επιφέρει τίποτε πέρα από μια ανώδυνη κατάσταση που τον παραδίδει στην πλήξη` και ότι η πλήξη – που δεν είναι τίποτε άλλο από το αίσθημα του κενού της ύπαρξης – αποτελεί άμεση απόδειξη πως η ύπαρξη καθεαυτή δεν έχει καμία αξία.

Όταν η Ψυχή συνάντησε τον άνεμο

Αποτέλεσμα εικόνας για Άνθρωποι που με το πέρασμά τους αγγίζουν ψυχέςΗ ψυχή είναι σαν τον άνεμο – και οι δύο αιθέριες υπάρξεις. Η ψυχή βρίσκεται μέσα στον άνεμο. Και όταν κάποτε οι άνεμοι πνέουν από ανατολικά τότε φέρνουν μαζί τους τη ψυχή της ανατολής, της Ασίας, όταν κάποτε πνέουν από τα βόρεια, του βορρά. Η ψυχή είναι σαν τον άνεμο. Είναι ελεύθερη να τρέξει ανέμελη στα μήκη και τα πλάτη της Γης, όταν όμως αποκολληθεί από το σώμα. Γιατί σε αντίθεση με τον άνεμο, εκείνη βρίσκεται φυλακισμένη στα κουφάρια των ανθρώπων, στην δίχως νόημα πολλές φορές σάρκα τους. Είναι δέσμια τον ανούσιων πολλές φορές θελημάτων μας. Κάποτε η ψυχή συνάντησε τον άνεμο:

-Μου μοιάζεις στη μορφή και την ουσία! Ποιο είναι το όνομά σου;

-Άνεμος! της λέει εκείνος με απάθεια γιατί βλέπει ότι δεν έχουν τίποτα κοινό. Εσύ πρέπει να είσαι η Ψυχή… Έχω ακούσει από πολλούς πολλά για σένα. Ξέρεις έχουμε το ίδιο όνομα. Animus (άνιμους) στη γλώσσα των Λατίνων είναι η Ψυχή!

-Είναι τρομερό, συνέχισε εκείνη με έκσταση, εσύ είσαι ο μοναχικός ταξιδιώτης που περιδιαβαινει τον κόσμο ολάκερο; Πόσο μου μοιάζεις!

-Εγώ πάλι δεν βρίσκω τίποτε κοινό ανάμεσα μας.

-Μίλησέ μου, πες μου για τα αρώματα της Ανατολής, για την αδίστακτη Δύση, για τους λαούς του Βορρά!

-Δεν έχω να σου πω τίποτε. Όλο τον κόσμο γύρισα, παντού ανθρώπινα λάθη, παντού ανθρώπινη αμαρτία, παντού ένας κατεστραμμένος από το ανθρώπινο χέρι κόσμος. Άλλωστε δεν βρίσκω τίποτε κοινό ανάμεσα μας!

-Κι όμως δεν μπορεί. Δεν έχω πάντοτε την ικανότητα να δω με τα μάτια του ανθρώπου που με φιλοξενεί τον κόσμο και όμως τον βρίσκω υπέροχο!

-Αυτή ακριβώς είναι η διαφορά μας, συνέχισε ο άνεμος αδίστακτος, αυστηρός και επιτακτικός, εσύ είσαι φυλακισμένη σε ανθρώπινα κορμιά, εγώ είμαι ελεύθερος να πάω όπου θέλω και να κάνω ότι θέλω.

-Γιατί είσαι τόσο σκληρός; Έχεις άδικο. Είναι κάποιοι άνθρωποι, είπε η Ψυχή, που με φορούν στο πρόσωπο. Όταν έχουν ζόρια, πόνο θλίψη, δεν έχουν παρά να τα βροντήξουν όλα κάτω και να χορέψουν. Όταν είναι χαρούμενοι, δεν έχουν παρά να γελάσουν όπως δεν έχουν γελάσει ποτέ.

-Λίγοι όμως είναι αυτοί οι άνθρωποι.

-Άφησέ με να τελειώσω! Είναι και κάποιοι, οι πιο πολλοί, που με φορούν στο στήθος ή στην κοιλιά. Αυτοί είναι που δεν με διακρίνουν από την ύλη, νομίζουν ότι είμαι υλική, και άρα φθαρτη και όχι αθάνατη, ευάλωτη στο ανθρώπινο συναίσθημα και μου τσακίζουν τα φτερά, δεν με αφήνουν να τους διδάξω το νόημα της ζωής. Με πετούν σαν σκουπίδι, αργοσβήνουν μόνοι και μιζεροι μέσα στα κουφάρια τους-σώμα και κεφάλι.

-Υπάρχει σωτηρία για αυτούς άραγε; Ρώτησε όλο ανησυχία και θλίψη ο άνεμος που φάνηκε ξάφνου πιο γλυκός.

-Υπάρχει! Απάντησε με βροντερή φωνή η Ψυχή. Αν εσύ και εγώ ενωθούμε και γίνουμε ένα, θα καταφέρουμε να ταξιδέψουμε σε όλη τη Γη διαδίδοντας ταυτόχρονα το νόημα της ζωής.

-Εντάξει λοιπόν.

Ξάφνου ένας βροντερός αχός ακούστηκε. Η Ψυχή βυθίστηκε στα χέρια του ανέμου, στην αγκαλιά του και εκείνος φώναξε «Δώσε Ψυχή μου, δώσε! Γέλα Ψυχή μου, φως ακατανίκητο της οικουμένης! Κλάψε ψυχή μου όπως δεν έκλεψες ποτέ! Πάμε να ταξιδέψουμε μαζί να μάθουμε στον κόσμο να ζει.»

Η ιστορία αυτή δεν έχει κάποιο συγκεκριμένο τέλος – ίσως ούτε και νόημα. Το ίδιο το τέλος, αν κατάφερε δηλαδή ο άνεμος και η ψυχή να μας ψιθυρίσει τη σοφία του σε μας, το συναντάμε στους ανθρώπους γύρω μας. Το ίδιο το νόημα το κρίνει ο καθένας μόνος του. Να θυμάστε πάντα, όμως, πως όταν οι άνεμοι πνέουν θλιβερά και μουντά, υπάρχει πάντα μια Ψυχή που κρατάει τα ινία.

Άνθρωποι που με το πέρασμά τους αγγίζουν ψυχές

Αποτέλεσμα εικόνας για Άνθρωποι που με το πέρασμά τους αγγίζουν ψυχέςΜια μέρα, όχι πολύ παλιά, ένα παιδί γεννήθηκε. Αυτό το παιδί ήσουν εσύ.

Οι πιθανότητες να έρθεις σε αυτόν τον κόσμο ήταν απειροελάχιστες. Οι γονείς σου όχι μόνο έπρεπε να συναντηθούν, αλλά έπρεπε να αισθανθούν και κάποια έλξη ώστε να επιτρέψουν τη δημιουργία σου. Είτε ήταν τρελά ερωτευμένοι για χρόνια, είτε συναντήθηκαν μόνο μια φορά δεν έχει σημασία. Εσύ ήρθες εδώ και υπάρχει κάποιος λόγος.

Ο κόσμος δεν έχει δει άλλον άνθρωπο σαν εσένα και δε θα δει ποτέ όμοιό σου. Είναι η δική σου στιγμή. Σε σχέση με τα εκατομμύρια χρόνια ζωής αυτού του πλανήτη, το πέρασμά σου μοιάζει με ένα φτερούγισμα πεταλούδας.

Και όμως μέσα σε αυτό το διάστημα δημιούργησες, αγάπησες, αγαπήθηκες, έμαθες και μοιράστηκες τη ζωή σου με άλλους ανθρώπους.

Ίσως κάποιες στιγμές τα πράγματα να ήταν δύσκολα. Όλα να σου φάνηκαν μάταια, να σου φάνηκαν δύσκολα και απροσπέλαστα. Εκείνες όμως οι σκοτεινές στιγμές είναι η απόδειξη ότι έχεις περισσότερη δύναμη από όσο νομίζεις, ότι έχεις περισσότερες αντοχές από ότι πιστεύεις και ότι έχεις μια ακλόνητη αποφασιστικότητα. Μόλις το δεις και το εκτιμήσεις, οποιοδήποτε εμπόδιο εξαφανίζεται.

Θυμήσου τις στιγμές που μοιράστηκες τη χαρά με τους συνανθρώπους σου. Εξαιτίας σου υπήρξαν αυτές οι στιγμές. Χωρίς εσένα δε θα υπήρχαν. Θυμήσου κάθε άνθρωπο που μοιράστηκες το χαμόγελό σου. Θυμήσου κάθε άνθρωπο που αγκάλιασες και φίλησες. Κάθε άνθρωπο που του συμπαραστάθηκες, που τον ενθάρρυνες, του είπες έναν καλό λόγο για να μην τα παρατήσει.
 
Θυμήσου όλους αυτούς, στους οποίους έδωσες κίνητρο να κοιτάνε τον ήλιο, να κοιτάνε τον ουρανό και τις ομορφιές γύρω τους και να παίρνουν δύναμη από τη δική σου στάση ζωής. Αν δεν ήσουν εσύ, εκείνες οι στιγμές δε θα υπήρχαν.

Εξαιτίας σου υπάρχει περισσότερη χαρά στον κόσμο. Εξαιτίας σου υπάρχει περισσότερη ελπίδα στον κόσμο. Εξαιτίας σου ο κόσμος μπορεί να είναι πιο αισιόδοξος. Ακόμα κι αν αυτά που κάνεις δε σου φαίνονται σπουδαία, να θυμάσαι ότι τα πάντα εξαπλώνονται και έχουν μια αλυσιδωτή αντίδραση.

Κάθε σου σκέψη, κάθε σου λέξη και κάθε σου πράξη επεκτείνεται και ενώ εσύ νομίζεις πως επηρεάζεις μόνο έναν άνθρωπο, στην ουσία επηρεάζεις εκατοντάδες, ακόμη κι αν δεν τους γνωρίζεις. Όταν σκορπίζεις καλοσύνη, εμπνέει κι άλλους να κάνουν το ίδιο. Όταν χαμογελάς, ζωγραφίζεις χαμόγελα και στα πρόσωπα των άλλων. Η δική σου αγκαλιά ανοίγει κι άλλες αγκαλιές. Η δική σου αγάπη είναι φάρος για να μη «χαθούν» οι ψυχές στο ταξίδι τους.

Βαθιά μέσα σου γνωρίζεις πως έχεις φως και το κουβαλάς όπου και να πας. Φωτίζεις τον δρόμο σου και το δρόμο των άλλων. Και για αυτό σε ευχαριστούμε που υπάρχεις. Ναι, εσένα. Εσένα που διαβάζεις αυτές τις λέξεις αυτήν την στιγμή. Εσένα που αγγίζεις ψυχές με το πέρασμά σου.

Πώς ξέρουμε ποιες σκέψεις μπορούμε να εμπιστευτούμε;

Οι σκέψεις είναι πολλών ειδών: φαντασίας, επίλυσης προβλημάτων, πρακτικές, μνήμης, υποθέσεις, εκτιμήσεις, κ.ά. Υπάρχει ένας τρόπος για να ξέρουμε ποιες σκέψεις μπορούμε να εμπιστευτούμε και να κάνουμε πράξη και ποιες πρέπει να παρατηρήσουμε χωρίς να τις υλοποιήσουμε.

Για να ξέρουμε ποιες σκέψεις μπορούμε να εμπιστευτούμε και να πραγματοποιήσουμε, αρκεί να τις αναγνωρίζουμε και να γνωρίζουμε αν προέρχονται από ένα Εγώ που νιώθει ανεπάρκεια και ανασφάλεια, ή αν πρόκειται για σκέψεις κατανόησης, πρακτικές σκέψεις και σκέψεις έκφρασης.

Αν η πράξη στην οποία οδηγούν οι σκέψεις εμπεριέχει άμυνα, επίθεση, εκδίκηση, εκφοβισμό, εκμετάλλευση, καταπίεση, βία, μίσος, διάκριση, κ.τ.λ, όλα αυτά υποκρύπτουν ένα Εγώ που φοβάται ή νιώθει ανώτερο και θέλει να επιβληθεί, να κάνει κακό, κ.ο.κ. Δεν πρόκειται για πρακτικές σκέψεις, ούτε σκέψεις κατανόησης και αυθεντικής έκφρασης.

Δεν χρειάζεται να αναπτύξουμε μια στάση "τροχονόμου" απέναντι στις σκέψεις. Αρκεί να έχουμε επίγνωση της ποιότητας των σκέψεων, κυρίως ως προς το αν προέρχονται από τον ψευδή εαυτό (το Εγώ) ή αν εξυπηρετούν πρακτικά ζητήματα (οργάνωση, σχεδιασμό, επίλυση προβλημάτων), κατανόηση (όπως είναι οι σκέψεις αυτού του κειμένου), ή αυθεντική έκφραση (π.χ. νιώθω ωραία και θέλω να κανονίσω μια εκδρομή στην εξοχή).

Αν έχει αναπτυχθεί η συνειδητή στάση, είναι κάτι που γίνεται από μόνο του. Φυσικά δεν μπορούμε πάντα να αναγνωρίζουμε όλες τις σκέψεις και να μην ταυτιζόμαστε με καμία. Κάποιες φορές θα παρασυρθούμε, αλλά έστω και αν το αναγνωρίσουμε μετά, και δούμε τι κρυβόταν από πίσω, αρκεί. Την επόμενη φορά θα αναγνωρίσουμε τη σκέψη πιο έγκαιρα και αυτή η διαδικασία γίνεται όλο και πιο γρήγορα και πάντα σε ζωντανό χρόνο - στο παρόν.

Όσο πιο συνειδητά ζούμε, τόσο περισσότερο έχουμε επίγνωση των σκέψεων, των συμπεριφορών, των στάσεων, των ρόλων, των ταυτοτήτων, των αισθήσεων και των συναισθημάτων που εμφανίζονται μέσα μας από το σύστημα σώμα-νους. Η σωστή στάση απέναντι σε όλα αυτά τα φαινόμενα έρχεται μόνη της ως αποτέλεσμα της αναγνώρισής τους.

Ένας κόσμος με τρία χρώματα

Πριν σας πω την ιστορία του κόσμου με τα τρία χρώματα θα σας περιγράψω μερικές ιδιότητες των χρωμάτων. Στο κόσμο που ζούμε υπάρχουν άπειρες διαβαθμίσεις χρωμάτων τις οποίες αν συνθέσουμε βγάζουν το λευκό φως. Όταν βλέπουμε ένα αντικείμενο κόκκινο σημαίνει ότι ανακλά το κόκκινο χρώμα. Αν ένα αντικείμενο είναι κόκκινο και φοράμε πράσινα γυαλιά δεν μπορούμε να το δούμε. Γενικά αν φοράμε γυαλιά ενός χρώματος δεν μπορούμε να δούμε άλλο χρώμα παρά μόνο αυτό που έχει το χρώμα των γυαλιών. Αυτό δεν συμβαίνει στο κόσμο μας διότι τα αντικείμενα είναι πολυχρωματικά.

Στον κόσμο που θα επισκεφτούμε, οτιδήποτε υπάρχει, έχει μόνο τρία χρώματα, το κόκκινο, το πράσινο και το μπλε. Τα αντικείμενα είναι είτε κοκκινομπλέ είτε πρασινομπλέ ή μόνο μπλε. Η υπεριώδης ακτινοβολία εκεί, ήταν αρκετά μεγάλη και οι άνθρωποι για να προφυλαχτούν από την τύφλωση, έπειτα από αρκετά θύματα, αναγκάστηκαν να φορούν μόνιμα γυαλιά. Τα πρώτα γυαλιά βγήκαν στα δύο επικρατέστερα χρώματα το κόκκινο και το πράσινο. Όσοι φόρεσαν τα κόκκινα γυαλιά, τους φώναζαν κοκκινομάτηδες και αυτούς που φορούσαν τα πράσινα, πρασινομάτηδες. Με τα χρόνια που πέρασαν είχαν ξεχάσει την ιστορία και είχαν χωριστεί σε δύο ομάδες που φορούσαν μόνιμα πράσινα ή κόκκινα γυαλιά.

Άμα φορά κόκκινα γυαλιά ένας πρασινομάτης, μπορεί να δει αυτά που βλέπει ο κοκκινομάτης. Αυτοί οι άνθρωποι ήταν ευτυχισμένοι διότι ο κοκκινομάτηδες που βλέπουν όλοι τα ίδια πράγματα δεν διαφωνούν σε τίποτα μεταξύ τους, ομοίως και οι πρασινομάτηδες. Έτσι οι κοκκινομάτηδες είναι όλοι Ολυμπιακοί γιατί μόνο αυτήν την ομάδα βλέπουν ή υποστηρίζουν το κόκκινο κόμμα, την κόκκινη θρησκεία και γενικά βλέπουν ότι είναι κόκκινο. ΟΙ πρασινομάτηδες είναι όλοι Παναθηναϊκοί ή υποστηρίζουν το πράσινο κόμμα, την πράσινη θρησκεία και γενικά βλέπουν ότι είναι πράσινο. Ο καθένας διαβάζει την εφημερίδα του χρώματος του ή βλέπει στη τηλεόραση τα κανάλια του χρώματος του και έτσι ενισχύει την άποψη του ότι αυτό που πιστεύει είναι το σωστό και είναι ευτυχισμένος.

Η ευτυχία τους χαλάει όταν συναναστρέφονται αυτούς που βλέπουν το άλλο χρώμα και μάλιστα όταν τους λένε να φορέσουν τα γυαλιά με το δικό τους χρώμα. Τότε γίνονται καυγάδες για το ποιος έχει δίκιο. Όταν κουβεντιάζουν ένα θέμα ο κόκκινος παραθέτει 10 κόκκινα επιχειρήματα και ο πράσινος 10 πράσινα που να βρουν το δίκιο τους. Φωνάζει ο κοκκινομάτης γιατί δεν βάζεις κόκκινα γυαλιά να δεις την κόκκινη αλήθεια, το ίδιο λέει και ο πρασινομάτης. Για να μη χαλάνε τις καρδιές τους δεν πολυκάνουν παρέα με τους αλλοχρωματομάτηδες. Αποφεύγουν να φοράνε τα γυαλιά του άλλου χρώματος και ο καθένας ζει στο κόσμο του.

Κάποια μέρα ένας φωτισμένος ανακαλύπτει τα μπλε γυαλιά, τα φοράει και ένας νέος κόσμος αποκαλύπτεται στο διχρωματικό κόσμο του. Βλέπει πράγματα που δεν τα έχουν δει ούτε οι πρασινομάτηδες, ούτε οι κοκκινομάτηδες. Τους καλεί και τους λέει ο κόσμος μας είναι τριχρωματικός, υπάρχουν πάρα πολλά πράγματα που δεν βλέπεται και οι αποφάσεις σας που βασίζονται σε αυτά που βλέπεται, είναι εσφαλμένες. Τους δίνει τα μπλε γυαλιά και βλέπουν ότι δεν υπάρχει μόνο κόκκινο και πράσινο αλλά και πάρα πολλά που πριν δεν έβλεπαν. Όταν τα έβαλαν δεν έβλεπαν μόνο τα καινούργια μπλε πράγματα, αλλά και τα κόκκινα, και τα πράσινα, διότι όλα τα αντικείμενα είχαν την απόχρωση του μπλε μαζί με το χρώμα τους, την οποία πριν δεν διέκριναν. Έτσι αποφάσισαν να φορέσουν όλοι τα μπλε γυαλιά για να βλέπουν πέρα από τα μονοχρωματικά αντικείμενα που μέχρι τώρα έβλεπαν και τα αντικείμενα που έβλεπαν οι άλλοι, και τα μπλε αντικείμενα.

Η καρδιά τους μαλάκωσε γιατί είδαν ότι όλοι τους είχαν ένα κοινό χρώμα το μπλε. Άρχισαν να σκέφτονται ότι αφού είχαν κάτι κοινό δεν μπορεί να είναι διαφορετικοί. Είδαν ότι όλα τα πράγματα, είτε κόκκινα, είτε πράσινα, είναι και μπλε και τσάμπα μαλώνανε τόσα χρόνια.

Ο ΑΓΝΩΣΤΙΚΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΣΩΚΡΑΤΗ

Συχνά ο Σωκράτης ομολογούσε την άγνοιά του. Την ομολογία αυτή θεωρούσε σαν τη μόνη σοφία που θα μπορούσε να έχει. Ωστόσο δημιουργείται ένα πρόβλημα. Αν πραγματικά πίστευε ο Σωκράτης ότι δεν μπορεί να γνωρίζει τίποτα, τότε γιατί έψαχνε για την αλήθεια, γιατί ήθελε να εξετάζει τα ηθικά ζητήματα και να μιλά για την αρετή που την θεωρούσε υπόθεση γνώσης; Αν ο άνθρωπος δεν μπορεί να γνωρίζει τίποτα, τότε ούτε την αρετή μπορεί να αποκτήσει, αφού κι αυτή είναι θέμα γνώσης...

Ο αγνωστικισμός του Σωκράτη έχει ερμηνευθεί με πολλούς τρόπους. Μερικοί τον θεωρούν αντίδραση στη διανοητική έπαρση των συγχρόνων του διανοούμενων που υπερηφανεύονταν για τη σοφία τους. Ο Σωκράτης θέλει να είναι μετριόφρων και εκφράζει με υπερβολικό τρόπο το περιορισμένο της γνώσης, που μπορεί να έχει ο άνθρωπος, αν μάλιστα συγκριθεί με τη σοφία του θεού η γνώση αυτή.

Γι’ άλλους η ομολογία άγνοιας, που κάνει ο Σωκράτης, αποτελεί την ουσία της σωκρατικής ειρωνείας. Ο Σωκράτης έκανε τον ανήξερο, για να αποδείξει στη συνέχεια και τον συνομιλητή του ανίδεο, που συνήθως εμφανιζόταν σαν γνώστης των πραγμάτων και μερικές φορές υπερηφανευόταν για τη σοφία του.

Τέλος η ομολογία άγνοιας μπορεί να θεωρηθεί σαν μεθοδολογική αρχή του Σωκράτη. Ξεκινούσε ο φιλόσοφος να εξετάζει ένα θέμα σαν να μην ήξερε απολύτως τίποτα γι’ αυτό. Την τάση αυτή αναφέρει ο Πλάτωνας στην Απολογία (21D). Σ’ αυτήν ο Σωκράτης παρουσιάζεται να ομολογεί ότι δεν ξέρει τίποτα το καλό ή αγαθό. Από τη φράση αυτή προήλθε η πιο περιεκτική και οξύμωρη φράση εν οίδα ότι ουδέν οίδα, που φυσικά δεν υπάρχει στα πλατωνικά κείμενα [1].

Το παράξενο είναι ότι ο Σωκράτης μιλά για άγνοια όχι μόνο προτού αρχίσει μια συζήτηση αλλά και μετά τη συζήτηση και διερεύνηση ενός θέματος. Έτσι η άποψη ότι η ομολογία άγνοιας ήταν μια μεθοδολογική αρχή για τον Σωκράτη δεν φαίνεται να είναι ορθή. Μόνο σαν έκφραση γνωσιολογικής μετριοφροσύνης ή σαν «σωκρατική ειρωνεία» γίνεται κατανοητή και πάντα έχει το στοιχείο της υπερβολής.

Ο αγνωστικισμός του Σωκράτη δεν είναι πραγματικός. Αν ο Σωκράτης ήταν αγνωστικιστής, έστω και μερικώς, θα έπρεπε να διατυπώνει αμφιβολίες για πολλές παραδοσιακές αξίες ή αλήθειες, θα έπρεπε να αμφιβάλλει ακόμα και για την ύπαρξη των θεών, όπως έκανε ο Πρωταγόρας. Και όμως ο Σωκράτης δεν είχε τέτοιου είδους αμφιβολίες. Αυτό που ζητούσε ήταν όχι να αποδειχτεί ότι υπάρχει αρετή, αλλά τι είναι η αρετή που αναμφίβολα υπάρχει.
-------------
Σημειώσεις
1. Στο Συμπόσιον (216 D) υπάρχει η φράση: Σωκράτης …αγνοεί πάντα και ουδέν οίδε

Αλλάζουμε τον εαυτό μας – Αλλάζουμε τον κόσμο

Σχετική εικόναΑπό τις φράσεις που ακούγονται συνέχεια είναι και αυτή: «τι μπορούμε να κάνουμε εμείς;». Στην αρχή την απαγγέλλουμε στον εαυτό μας, ως δικαιολογία για τη γενικότερη απραξία μας. Κατόπιν τη διαδίδουμε και στους υπόλοιπους, επειδή έτσι αισθανόμαστε πιο άνετα με την κατάσταση. Πρόκειται γι’ αυτό που αποκαλώ «σύνδρομο κολοβής αλεπούς», από το γνωστό μύθο του Αισώπου που, επειδή η αλεπού αισθανόταν άσχημα διότι είχε κοπεί η ουρά της, προσπαθούσε να πείσει και τις υπόλοιπες να κάνουν το ίδιο. Μεταθέτουμε το βάρος της ευθύνης και στους άλλους. Έτσι, δεν είμαστε μόνο εμείς που δεν πράττουμε τίποτε.

Η δικαιολογία της απραξίας, όχι μόνο στην πολιτική ζωή, φιλοσοφικά έχει βασιστεί στην υπόθεση της ύπαρξης της μοίρας. Μοίρα είναι η απρόσωπη εκείνη δύναμη που βρίσκεται έξω από τον έλεγχό μας. Τη μοίρα δεν την ελέγχουμε εμείς. Μας ελέγχει. Πολλές σχολές φιλοσοφίας την έχουν αποθεώσει. Η ακραία της εκδοχή, η οποία συνήθως αποκαλείται μοιρολατρία, φτάνει στο σημείο να θεωρεί τον άνθρωπο ένα ον έρμαιο της μοίρας, χωρίς καμία δική του βούληση. Αυτή η αντίληψη αφαιρεί την ελευθερία από το ανθρώπινο ζην και πράττειν. Αφαιρεί την ιδέα της επιλογής, της ανθρώπινης βούλησης. Αν όλα είναι προκαθορισμένα, αν όλα είναι έξω από τον έλεγχό μας, τι μπορούμε να κάνουμε στ’ αλήθεια; Πως μπορούμε να αλλάξουμε τα πράγματα; Αποδεχόμαστε το γεγονός ότι αυτά δεν αλλάζουν.

Αυτή τη στάση ζωής δεν την ασπάστηκαν όλοι οι πνευματικοί άνθρωποι. Ο Πυθαγόρας έλεγε ότι οι επιλογές είναι οι μεντεσέδες του πεπρωμένου. Σύγχρονοι φιλόσοφοι διακήρυξαν ότι η δύναμη της επιλογής είναι τεράστια κι ότι ο άνθρωπος ΕΙΝΑΙ οι επιλογές του (Νίτσε), ότι ολόκληρη η ζωή του είναι το άθροισμα αυτών των επιλογών (Καμύ).

Για τους Αρχαίους Έλληνες η μοίρα ήταν μια υπαρκτή δύναμη. Πίστευαν ιδιαίτερα σ’ αυτήν. Όμως, δεν υπήρξαν στη βάση τους μοιρολάτρες. Ένα από τα πιο ωραία – καλλιτεχνικό, μάλιστα – κείμενα που διακηρύττει την αξία της ελεύθερης επιλογής είναι η Σοφόκλεια τραγωδία Αντιγόνη. Την έχετε διδαχθεί όλοι στο σχολείο. Ας την ξαναθυμηθούμε…

Η Αντιγόνη και η Ισμήνη, αδελφές, έτυχαν μιας τραγικής μοίρας: έπρεπε να αποφασίσουν τι θα κάνουν με το νεκρό αδελφό τους Πολυνείκη, τον οποίο ο θείος τους, βασιλιάς της Θήβας, Κρέων, αποφάσισε να αφήσει άταφο για να τον φάνε τα σκυλιά και τα όρνια. Η Αντιγόνη αποφασίζει να πράξει αυτό που θεωρεί σωστό: να θάψει τον αδελφό της. Η Ισμήνη αποφασίζει να μην κάνει τίποτε!

Δύο αδελφές, χτυπημένες από την ίδια μοίρα. Ζουν στο ίδιο περιβάλλον. Μεγαλωμένες με τον ίδιο ακριβώς τρόπο. Κι όμως, οι επιλογές τους… τόσο διαφορετικές! Τι δικαιολογίες χρησιμοποιεί η Ισμήνη για να μην κάνει τίποτε; Πολλές: είμαστε γυναίκες, λέει στην αδελφή της, μπορούμε να τα βάλουμε με τους άνδρες; Πολιτικά, δεν έχουμε καμία δύναμη, ο Κρέων είναι βασιλιάς, εμείς τι είμαστε; Τίποτε! Θα παρακούσουμε τον θείο και κηδεμόνα μας;

Σ’ όλα αυτά, η Αντιγόνη αντιτείνει ότι η αγάπη για τον αδελφό της και η αίσθηση της δικαιοσύνης δεν της επιτρέπει την απραξία. Ο Κρέων εκπροσωπεί την πολιτική εξουσία που συμπεριφέρεται εντελώς αλαζονικά και δικαιολογεί τις πράξεις του, βγάζοντας νόμους και περιμένοντας από τους υπηκόους να υπακούσουν σ’ αυτόν δίχως αμφισβητήσεις. Η Αντιγόνη, όμως αντιπαραθέτει σ’ αυτή την, κατά τα άλλα, «έννομη» διαδικασία (ο Κρέων είναι πράγματι ο νόμιμος βασιλιάς της χώρας, δεν είναι δικτάτορας), την ίδια τη Δικαιοσύνη, την αίσθηση αυτή που όλοι οι άνθρωποι έχουν και, με βάση αυτή, μπορούν να αντιληφθούν τι είναι δίκαιο και τι άδικο. Όλα μέσα της φωνάζουν ότι ο νόμος είναι κατάφωρα άδικος. Δεν δέχεται, λοιπόν να κάτσει άπραγη, απέναντι σε μια τέτοια αδικία. Επιλέγει να αντισταθεί. Η πράξη της, μια πράξη ενός κοριτσόπουλου περίπου 16 (!) χρόνων, ρίχνει από το θρόνο έναν ολόκληρο βασιλιά!

Αν θέλουμε να αλλάξουμε τον κόσμο, πρώτα απ’ όλα αλλάζουμε τον τρόπο που οι ίδιοι αντιμετωπίζουμε τη μοίρα. Αν αισθανόμαστε ότι δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτε, τίποτε δεν θα αλλάξει. Είναι, όμως σημαντικό να αντιληφθούμε ότι η επιλογή υπάρχει. Εμείς είμαστε η επιλογή. Κανείς άλλος. Αυτή τη δύναμη της επιλογής, την ελευθερία της βούλησης ύμνησαν πρώτα απ’ όλα οι αρχαίοι. Μπορεί οι άνθρωποι να μην καθορίζουμε απόλυτα τη μοίρα. Έχουμε όμως τη δύναμη να επιλέξουμε τον τρόπο που θα σταθούμε απέναντι στη μοίρα (όλα όσα μας συμβαίνουν και δεν είναι πάντα στον έλεγχό μας)! Αυτό είναι το δικό μας όριο ελευθερίας. Αυτό μας καταξιώνει ως ανθρώπινες υπάρξεις. Προδίδοντας αυτή την ελευθερία μας, προδίδουμε τον εαυτό μας και την Ανθρωπότητα. Ας επιλέξουμε!

Η μάχη του Πέτα: Η πιο βαριά ελληνική ήττα κατά την Επανάσταση του 1821

Μετά την εξουδετέρωση των δυνάμεων του Αλή Πασά και τον θάνατο του ίδιου (24/1/1822), ο Χουρσίτ πασάς με εντολή της Υψηλής Πύλης, συγκέντρωσε στρατό από 36.000 Τουρκαλβανούς (Τσάμηδες, Λιάπηδες, Τόσκηδες και Γκέκηδες), με σκοπό να εκστρατεύσει στην Πελοπόννησο.

Οι οπλαρχηγοί των Τσάμηδων, γειτόνων των Σουλιωτών, φοβούμενοι ότι οι γενναίοι Ηπειρώτες θα έκαναν συχνές επιδρομές εναντίον τους, όταν έφευγαν οι Τουρκαλβανοί, ζήτησαν από τον Χουρσίτ, να μεσολαβήσει για την υπογραφή συνθήκης ειρήνης.

Παρά τις δελεαστικές προτάσεις του Χουρσίτ πασά, οι Σουλιώτες αρνήθηκαν να τις δεχθούν. Εξοργισμένος, ο αλαζόνας Χουρσίτ, συγκέντρωσε στρατό από 15.000 Τουρκαλβανούς με ισχυρό ιππικό και πυροβολικό για να πολιορκήσει το Σούλι.

Ωστόσο, οι Σουλιώτες, αμυνόμενοι γενναία, κατόρθωσαν να ανακόψουν την εχθρική προέλαση. «Ακόμα και αν η θαυμαστή ανδρεία των Σουλιωτών δεν ήταν ήδη γνωστή, τα κατορθώματά τους εναντίον του Χουρσίτ είναι αρκετά για να τη μαρτυρήσουν», γράφει χαρακτηριστικά ο Σπυρίδων Τρικούπης στην «Ιστορία της Ελληνικής Επανάστασης». Έξαλλος ο Χουρσίτ, διόρισε τον Ομέρ Βρυώνη και τον Κιουταχή αρχηγούς των οθωμανικών δυνάμεων στην Ήπειρο και έφυγε για τη Λάρισα, προκειμένου να ηγηθεί άλλου εκστρατευτικού σώματος, προς την Ανατολική Στερεά και την Πελοπόννησο.

Οι Σουλιώτες όμως, χρειάζονταν άμεσα βοήθεια και μια εκστρατεία στην Ήπειρο, φάνταζε απαραίτητη για την επαναστατημένη Ελλάδα. Αφενός θα ανακοπτόταν η πορεία των Τούρκων προς την Αιτωλοακαρνανία, αφετέρου, η Επανάσταση θα «στέριωνε» στον Μοριά. Παράλληλα, θα τονωνόταν αναμφισβήτητα, το ηθικό των Ελλήνων, σε περίπτωση νίκης.

Έπειτα από σύντομες διαβουλεύσεις, αποφασίστηκε η πραγματοποίηση της εκστρατείας, με αρχηγό τον ίδιο τον πρόεδρο του Εκτελεστικού Σώματος Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο. Ιδιαίτερα ευφυή, αλλά παντελώς αδαή γύρω από τα στρατιωτικά ζητήματα…

Οι ελληνικές δυνάμεις – Οι Φιλέλληνες – Οι συγκρούσεις πριν τη μάχη

Το εκστρατευτικό σώμα αποτελούσαν 560 άνδρες, οργανωμένοι κατά τα ευρωπαϊκά πρότυπα (πιθανότατα, ο πρώτος τακτικός ελληνικός στρατός), σώμα Επτανησίων, άψογα οργανωμένο από τον Σπυρίδωνα Πανά και από 93 φιλέλληνες (96 κατά τον υπασπιστή του Μαυροκορδάτου Ρεμπό). Στην Πάτρα, συναντήθηκαν με 1.000 Πελοποννήσιους που είχαν επικεφαλής τους Γενναίο Κολοκοτρώνη, Κυριακούλη Μαυρομιχάλη (νικητή της μάχης του Βαλτετσίου) και τον Γιατράκο. Εκεί, ο Μαυροκορδάτος έδωσε εντολή στον Κυριακούλη Μαυρομιχάλη να αναχωρήσει με 4 πλοία και 500 Μανιάτες προς την Ήπειρο, προκειμένου να αποβιβαστούν στη θέση Σπιάντζα και να βοηθήσουν, παράλληλα με τη χερσαία επίθεση, τους Σουλιώτες. Αρχηγός του επιτελείου, διορίστηκε ο Γερμανός φιλέλληνας Καρλ Φρίντριχ Λέμπερλεχτ, κόμης του Νόρμαν Έρενφελς, γνωστότερος ως Καρλ Νόρμαν.

Στην 1η Ιουνίου, ο στρατός ξεκίνησε από το Μεσολόγγι. Στις τάξεις του, είχαν προστεθεί μερικοί Μακεδόνες, υπό τους Γάτσο και Καρατάσο και αρκετοί Αιτωλοακαρνάνες. Όλοι αυτοί, έφτασαν στην κοιλάδα του Αχελώου, κοντά στο χωριό Μαχαλά, όπου είχαν κληθεί και οι οπλαρχηγοί της επαρχίας με τα σώματά τους. Οι άνδρες που συγκεντρώθηκαν εκεί, ήταν όμως μόνο 3.000, παρά τις προσδοκίες για άφιξη 10.000 ανδρών.

Μετά από τρεις ημέρες, οι ελληνικές δυνάμεις έφτασαν στην Αμφιλοχία (τότε Κραβασαρά). Εκεί, ο Μαυροκορδάτος, βρήκε τον φιλέλληνα Αντόνιο Μπασάνο με δύο κανονιοφόρους. Με τα πλοιάρια αυτά, ο Μαυροκορδάτος έστειλε στην Κόπραινα, που βρισκόταν στο βόρειο μέρος του Αμβρακικού Κόλπου, δύο κανόνια και πολεμοφόδια, για να μεταφερθούν στο Κομπότι, που βρισκόταν σε απόσταση 2 ωρών από την Άρτα (μιλάμε για το 1822!).

Λίγες μέρες αργότερα, έφτασαν στο Καμπότι και οι χερσαίες δυνάμεις. Την επόμενη ημέρα, ο Νόρμαν, με λίγους άνδρες, ξεκίνησε να κατοπτεύσει την γύρω περιοχή. Συνάντησε όμως σώμα από 500 Τούρκους ιππείς υπό τον Ισμαήλ Πλιάσα. Ο Νόρμαν, ψύχραιμα, διέταξε συντεταγμένη υποχώρηση των ανδρών του προς το Κομπότι. Παράλληλα, ενημέρωσε τους υπόλοιπους για τη συνάντησή του με τους 500 ιππείς. Οι Έλληνες στρατιώτες και οι φιλέλληνες έκαναν έφοδο και σκότωσαν πολλούς Τούρκους. Όσους επέζησαν, τους κυνήγησαν σχεδόν ως την Άρτα. Στη συμπλοκή αυτή, σκοτώθηκαν λίγοι Έλληνες τακτικοί στρατιώτες.

Δυστυχώς, την πανωλεθρία αυτή των Τούρκων, δεν την εκμεταλλεύτηκαν οι Έλληνες. Ο Μαυροκορδάτος απουσίαζε στη Λαγκαδά για να προμηθευτεί τα απαραίτητα εφόδια και ο Νόρμαν δεν θέλησε να αναλάβει αυτός την ευθύνη μιας τέτοιας επιχείρησης.

Τα γεγονότα αυτά, έγιναν στις 10 Ιουνίου. Στη συνέχεια, αποφασίστηκε η άμεση αποστολή βοήθειας προς την πολιορκημένη Κιάφα, μετά από έκκληση των Σουλιωτών.

Με καθυστέρηση περίπου 10 ημερών, τη νύχτα της 22ας Ιουνίου, αναχώρησαν οι Μάρκος Μπότσαρης, Καρατάσος, Γάτσος, Βλαχόπουλος και Ίσκος με συνολική δύναμη 1.200 (ή κατ’ άλλους 1.500 ανδρών). Όμως, μεγάλη εχθρική δύναμη τους έφραξε τον δρόμο και τους αναχαίτισε στην Πλάκα (10 ώρες μακριά από την Κιάφα), κοντά στην περίφημη στενωπό των Πέντε Πηγαδιών.

Οι ελληνικές δυνάμεις, έχοντας πολλές απώλειες, αναγκάστηκαν να υποχωρήσουν. Ο τακτικός στρατός, οι φιλέλληνες, οι Επτανήσιοι, ο Θοδωρής Γρίβας, ο Γενναίος Κολοκοτρώνης, ο Γιατράκος και άλλοι οπλαρχηγοί, πήγαν την άλλη μέρα στο χωριό του Πέτα, που αποτελεί φυσική οχυρή θέση για την επιτήρηση της τουρκικής φρουράς της Άρτας. Εκεί συνάντησαν τον παλιό αρματολό και οπλαρχηγό Γώγο (Γεώργιο) Μπακόλα και άλλους καπεταναίους.

Στο Κομπότι, έμειναν κυρίως Αιτωλοακαρνάνες υπό τους Παναγιώτη Ντόβα, Σπύρο Πεταλούδη και Κωνσταντίνο Γκολφίνο.

Ωστόσο, μια δυσάρεστη εξέλιξη, δημιούργησε νέα προβλήματα στο ελληνικό στρατόπεδο. Όπως είδαμε παραπάνω, ο Κορσικανός Αντόνιο Μπασάνο, με δύο μικρές κανονιοφόρους, είχε καταφέρει να κυριαρχήσει στον Αμβρακικό Κόλπο. Όχι μόνο βοηθούσε στις πολεμικές επιχειρήσεις εναντίον των τουρκικών φρουρίων του Κόλπου, αλλά εφοδίαζε το ελληνικό εκστρατευτικό σώμα με ό, τι ήταν απαραίτητο. Οι Τούρκοι θορυβήθηκαν, έστειλαν εναντίον του τρεις κανονιοφόρους, συνέλαβαν και φυλάκισαν τον Μπασάνο και σούβλισαν τους ναύτες του…

Ο Μπασάνο, απελευθερώθηκε αργότερα και πέθανε στο Ναύπλιο το 1836, ενώ ο αδελφός του Πασκάλ, που διακρίθηκε ιδιαίτερα σε πολλές μάχες στην Αττική, σκοτώθηκε το 1827.

Παράλληλα, ο διοικητής των φιλελλήνων Ντάνια, μαθαίνοντας ότι 800 Τουρκαλβανοί από την Άρτα είχαν πλησιάσει στα γειτονικά χωριά, αποφάσισε μαζί με τους άνδρες του και τους Επτανήσιους να τους χτυπήσουν, παρακούοντας τις εντολές του Μαυροκορδάτου και του Νόρμαν. Αυτή η παράτολμη ενέργεια, κατέληξε σε μια άσκοπη περιπλάνηση, με μοναδική επιτυχία την εξόντωση μιας εχθρικής φρουράς κοντά στα Πέντε Πηγάδια.

Εξαντλημένοι, οι φιλέλληνες και οι Επτανήσιοι, επέστρεψαν στο ελληνικό στρατόπεδο την 1η Ιουλίου.

Την ίδια μέρα, επέστρεψαν ο Μάρκος Μπότσαρης με τους άλλους οπλαρχηγούς από την Πλάκα.
Ήταν φανερό, ότι η εκστρατεία κάπου εκεί έπρεπε να τερματιστεί. Η καταπόνηση των στρατιωτών, η απώλεια του Αμβρακικού και τα λιγοστά εφόδια δυσκόλευαν πολύ,οποιαδήποτε περαιτέρω κίνηση.

Ωστόσο, ο Μαυροκορδάτος επέμεινε στη συνέχισή της.

Δεν είναι γνωστό, αν ο Νόρμαν, ο οποίος έβλεπε τα προβλήματα που υπήρχαν, συμβούλευσε τον Μαυροκορδάτο να γυρίσουν πίσω.

Αντίθετα, στο τουρκικό στρατόπεδο, τα πράγματα ήταν διαφορετικά. Αρχικά, οι Τούρκοι, είχαν φοβηθεί ότι στην εκστρατεία συμμετείχαν πάρα πολλοί στρατιώτες.

Όταν όμως έπιασαν σε ενέδρα τον Ιταλό φιλέλληνα Μονάλντι (τέλη Ιουνίου), έμαθαν από αυτόν πολλές λεπτομέρειες για τα σχέδια και τις δυνάμεις των Ελλήνων.

Αν και είχαν υποσχεθεί ότι θα του χαρίσουν τη ζωή, αφού έμαθαν ό, τι ήθελαν τον αποκεφάλισαν κι έστησαν το κομμένο κεφάλι του στη μέση της αγοράς της Άρτας!

Επικεφαλής των 8.000 Τούρκων στρατιωτών στην Άρτα, ήταν ο γνωστός μας Κιουταχής.
Γενικός αρχηγός των τουρκικών δυνάμεων στην περιοχή ήταν ο επίσης γνωστός μας, Ομέρ Βρυώνης, ο οποίος κατέλαβε τις Βαριάδες, κομβική θέση μεταξύ Ιωαννίνων, Άρτας και Σουλίου.

Ο Κιουταχής που είχε διαπρέψει στον αγώνα εναντίον του Αλή πασά, αποφάσισε να «χτυπήσει» το Κομπότι. Η κατοχή του χωριού αυτού ήταν άκρως σημαντική για τους Έλληνες, καθώς βρισκόταν σε σημείο από το οποίο γινόταν η μεταφορά των πολεμοφοδίων. Στο Κομπότι, είχαν μείνει μόνο 150 άνδρες, κυρίως από την Αιτωλοακαρνανία. 1000 Τούρκοι επιτέθηκαν εναντίον τους. Έκαψαν τα άκρα του χωριού και ανάγκασαν τους Έλληνες να οχυρωθούν στην εκκλησία της Ευαγγελίστριας που βρισκόταν στο ψηλότερο σημείο του χωριού. Από εκεί, αμύνθηκαν γενναία για δύο ώρες. Τότε, έφτασαν στο Κομπότι, ο Γενναίος Κολοκοτρώνης από το Πέτα και οι Θ. Γρίβας και Γ. Ράγκος από τη Λαγκαδά. Οι Τούρκοι, φοβούμενοι ότι θα έρθουν και άλλοι Έλληνες, αποσύρθηκαν, αφήνοντας πίσω τους αρκετούς νεκρούς. Οι Έλληνες είχαν μόνο 7 τραυματίες.

Μόλις επέστρεψε στο Πέτα, ο Γενναίος Κολοκοτρώνης έλαβε επιστολή από τον πατέρα του Θεόδωρο, να επιστρέψει στον Μοριά. Η αποχώρηση του Γενναίου, με 250 ικανότατους πολεμιστές, ήταν ένα ακόμα τεράστιο πλήγμα για τις ελληνικές δυνάμεις.

Στο Πέτα, ακολούθησε πολεμικό συμβούλιο για να καθοριστεί ο τρόπος άμυνας. Δημιουργήθηκε ζήτημα για την οχύρωση. Οι φιλέλληνες και οι τακτικοί δεν ήθελαν να κατασκευάσουν ταμπούρια. «Ημείς έχομεν τα στήθη μας προμαχώνα», είπε ο Ντάνια στον Γώγο Μπακόλα. «Ηξεύρομεν κι εμείς να πολεμούμεν», είπε στον Βλαχόπουλο, ο επίσης Ιταλός φιλέλληνας Ταρέλα.

Ο Νόρμαν διέταξε να περιχαρακωθεί το στρατόπεδο με τάφρο, ούτε όμως αυτό έγινε. Οι ελληνικές δυνάμεις έμειναν ακάλυπτες, ανάμεσα στις δύο λοφοσειρές στις οποίες βρίσκεται το Πέτα, με την εξής διάταξη: Τα δύο ελληνικά τάγματα τοποθετήθηκαν στο κέντρο, μαζί με δύο κανόνια και δέκα πυροβολητές, υπό τον Ελβετό φιλέλληνα Μπράντλι. Αριστερά, βρισκόταν οι φιλέλληνες και δεξιά οι Επτανήσιοι. Οι υπόλοιποι, πίσω απ’ το χωριό, τοποθετήθηκαν ως εξής: ο Βαρνακιώτης στο κέντρο, ο Μπότσαρης αριστερά, ο Γώγος Μπακόλας με τον Βλαχόπουλο δεξιά. Ο Ανδρέας Ίσκος και ο Γάτσος, έμειναν εφεδρεία. Ο Μπακόλας ανέλαβε να φρουρήσει τον γειτονικό λόφο του Μετεπιού, με τη συνδρομή των κατοίκων του Πέτα.

Η μάχη του Πέτα – Πώς ο διαγραφόμενος θρίαμβος έγινε πανωλεθρία

Η τουρκική επίθεση ξεκίνησε στις 5 τα ξημερώματα της 4ης Ιουλίου 1822. Ήταν πανσέληνος και αυτό εξυπηρετούσε τους επιτιθέμενους. Οι δυνάμεις των Τούρκων ήταν 7.000-8.000 άνδρες (2.000 από τους οποίους ήταν ιππείς), με επικεφαλής τους Κιουταχή και Ισμαήλ Πλιάσα. Ένα μέρος των δυνάμεων αυτών στάλθηκαν στο Κομπότι για να επιτεθούν στους Έλληνες που βρισκόταν εκεί. Οι ελληνικές δυνάμεις στο Πέτα, ήταν περίπου 2.000 άνδρες.

Οι αρχικές επιθέσεις αποκρούστηκαν από τις ελληνικές δυνάμεις και τους φιλέλληνες. Τα πυροβόλα του Μπράντλι με τις εύστοχες βολές τους προκαλούσαν πανικό στους Τούρκους, οι οποίοι φαινόταν να τα έχουν χαμένα. Οι γενναίοι φιλέλληνες, μπαρουτοκαπνισμένοι πολεμιστές οι περισσότεροι, ετοιμάζονταν να τους καταδιώξουν. Ωστόσο, ένα αναπάντεχο γεγονός, άλλαξε άρδην την κατάσταση.

Ο Κιουταχής είχε στείλει από την αρχή της μάχης ισχυρό σώμα από 2.000 Αλβανούς στο πίσω μέρος της παράταξης των Ελλήνων, με εντολή να περάσουν από τον λόφο του Μετεπιού και να χτυπήσουν από τα νώτα. Ο Γώγος Μπακόλας, που όπως είπαμε είχε αναλάβει να φυλάει το Μετεπιό, άφησε να περάσει άθικτη η εμπροσθοφυλακή των Αλβανών. Όταν αυτοί που ακολουθούσαν, βρέθηκαν σε απόσταση βολής, οι Έλληνες τους χτύπησαν. Ο γιος του Μπακόλα και ο Δήμος Τσέλιος καταδίωξαν και σκότωσαν πολλούς. Οι 80 προπορευόμενοι Αλβανοί, όλοι σημαιοφόροι και οι πιο ανδρείοι απ’ όλους, βρέθηκαν απομονωμένοι και, αμήχανα, τύλιξαν τις σημαίες τους και κατευθύνθηκαν προς την κορυφή του λόφου του Μετεπιού, αναζητώντας διέξοδο. Εκεί, έκπληκτοι, αντίκρισαν μόνο 8 Έλληνες και το άλογο του Γώγου Μπακόλα! Αναθάρρησαν, ξεδίπλωσαν τις σημαίες τους και τις έστησαν στην κορυφή του υψώματος. Αυτό έφερε τα πάνω κάτω.

Οι άτακτοι Έλληνες στρατιώτες νομίζοντας ότι ο Μπακόλας τους πρόδωσε ή νικήθηκε, διασκορπίστηκαν. Μάταια ο Μπότσαρης προσπαθούσε να τους συγκρατήσει. Το σώμα του Βαρνακιώτη απουσίαζε παντελώς από τη μάχη. Ευτυχώς, πριν την ολοκληρωτική καταστροφή, ήρθε ο Γώγος Μπακόλας με τους άνδρες του και έτρεψαν τους Τούρκους σε φυγή.

Ο Κιουταχής, εκμεταλλευόμενος το μομέντουμ, διέταξε γενική επίθεση. Οι άνδρες του είχαν πάρει θάρρος, βλέποντας δικές τους σημαίες στον λόφο του Μετεπιού. Παρά την ηρωική και λυσσαλέα αντίσταση, κυρίως των φιλελλήνων και των Επτανησίων, ο απολογισμός της μάχης ήταν τραγικός για τους Έλληνες. Το ένα τρίτο του τακτικού στρατού, 68 φιλέλληνες, μεταξύ των οποίων οι Ντάνια και Ταρέλα, οι μισοί Επτανήσιοι και δέκα πυροβολητές σκοτώθηκαν. Οι Τούρκοι έχασαν 600 άνδρες.

Οι λίγοι αιχμάλωτοι φιλέλληνες και τακτικοί είχαν ακόμα χειρότερη τύχη. Υποχρεώθηκαν να περπατήσουν μέχρι την Άρτα, κρατώντας τα αιμόφυρτα κεφάλια των νεκρών συμπολεμιστών τους! Εκεί, μετά από φριχτά βασανιστήρια, αποκεφαλίστηκαν όλοι, εκτός από ένα Πρώσο που είχε γνώσεις χειρουργικής.

Οι αιτίες της πανωλεθρίας στο Πέτα – Οι συνέπειες της ήττας

Μεγάλη ευθύνη για τη συντριβή στο Πέτα έχει αναμφίβολα ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος, που λόγω της φιλοδοξίας και της αρχομανίας του, επέμεινε να παραμείνει στην Ήπειρο. Διπλό λάθος του ήταν ότι «σκόρπισε» εμπειροπόλεμους άντρες στη Σπιάντζα, υπό τον Μαυρομιχάλη και την Πλάκα, υπό τον Μπότσαρη. Παράλληλα, απουσίαζε στις 10 Ιουνίου, μετά την πρώτη επιτυχία του Νόρμαν και των ανδρών του επί των Τούρκων. Αν ήταν παρών και διέταζε αντεπίθεση, εδώ έχει και ο Νόρμαν ένα μερίδιο ευθύνης, τα πράγματα ίσως ήταν διαφορετικά. Άλλο σημαντικό λάθος ήταν ότι δεν οχυρώθηκαν οι θέσεις των αμυνόμενων. Οι γενναίοι και εμπειροπόλεμοι φιλέλληνες πλήρωσαν την αποκοτιά τους με την ίδια τους τη ζωή…

Τρία ακόμα βασικά λάθη:
i. Η απερισκεψία του Μπακόλα ν’ αφήσει αφύλακτο τον λόφο του Μετεπιού.
ii. Η αδράνεια των ατάκτων σε κρίσιμες στιγμές. Το σώμα του Βαρνακιώτη απουσίαζε, άγνωστο γιατί, απ’ τη μάχη.
iii. Η αποχώρηση των Πελοποννησίων την παραμονή της μάχης. Πειθαρχημένοι και έμπειροι πολεμιστές, σίγουρα θα πρόσφεραν πολλά.
Τόσο μεγάλη ήταν η καταστροφή, ώστε κάποιοι που επέζησαν απ’ τη μάχη, δεν εμφανίζονταν για ημέρες.

«Ορισμένοι, όπως ο Βλαχόπουλος, ο Γκουβερνάντι και διάφοροι άλλοι που θεωρούνταν νεκροί, εμφανίστηκαν ξαφνικά σαν να είχαν αναστηθεί εκ νεκρών» γράφει χαρακτηριστικά ο Σπυρίδων Τρικούπης.

Μετά τη συντριβή, οι μισοί Έλληνες κατηγορούσαν και ενοχοποιούσαν τους άλλους μισούς, με τον Γώγο Μπακόλα να δέχεται τις σφοδρότερες επικρίσεις. Οι Σουλιώτες χάνοντας πλέον κάθε ελπίδα για βοήθεια, συνθηκολόγησαν, οι Τούρκοι κυριάρχησαν στην Ήπειρο, ενώ άνοιξαν διάπλατα γι’ αυτούς οι δρόμοι προς την Αιτωλοακαρνανία.

Γώγος Μπακόλας: Προδότης, καιροσκόπος, ανίκανος ή κατώτερος των περιστάσεων;

Το πιο πολυσυζητημένο πρόσωπο της μάχης του Πέτα είναι αναμφισβήτητα ο Γώγος Μπακόλας. Ήταν πρώτος ξάδελφος της μητέρας του Καραϊσκάκη. Γεννήθηκε στη Σκουληκαριά Άρτας και πριν την Επανάσταση ήταν αρματολός. Διακρίθηκε για την ανδρεία του στη θέση Παλιοκούλια του Μακρυνόρους (1821) και σε άλλες μάχες. Δεν τίθεται θέμα για τη γενναιότητά του, αλλά για τον χαρακτήρα του.

Γράφει χαρακτηριστικά ο Γκούσταβ Φρίντριχ Χέρτσβεργκ («ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΕΩΣ»): «Ο γενναίος ούτος και περί τα πολεμικά έμπειρος ανήρ ήτο εν τω βάθει της ψυχής αυτού σφοδρός εχθρός των Σουλιωτών και των φιλελλήνων, έπαιζε δε νυν διπλούν παίγνιον, κινδυνωδέστατον εν τη θέσει, ην ελάμβανε μεταξύ Τούρκων και Ελλήνων … Εν τη αμφιβόλω αυτού στάσει, εσκόπει προφανώς να προσχωρήσει εν τη στιγμή της κρίσεως εγκαίρως εις εκείνην την μερίδα, εις ην ήθελε τραπεί η του πολέμου τύχη».

Ο ίδιος ο Γώγος, αν και θεωρούσε τον εαυτό του αθώο, φοβούμενος ότι δεν θα μπορέσει ν’ αποδείξει την αθωότητά του, «εσυμβιβάσθη μετά των Τούρκων και Τούρκος έκτοτε διέμεινε μέχρι τέλους της ζωής του», γράφει ο Σ. Τρικούπης. Αν όμως ήταν προδότης , πώς εξηγείται η καταλυτική παρέμβασή του στο τέλος της μάχης, με την οποία έσωσε από βέβαιο θάνατο πολλούς Έλληνες;

Οι φιλέλληνες τον αποκαλούσαν ευθέως προδότη, όμως ο Μαυροκορδάτος και οι οπλαρχηγοί απέδωσαν τη μη φρούρηση του λόφου στη συνηθισμένη απείθεια των ατάκτων. Ο στρατηγός Μακρυγιάννης έγραψε για τον Γώγο: «Χάριτες του χρωστάει η πατρίς, ως λιοντάρι πολεμούσε και ως φιλόσοφος οδηγούσε».

Απίστευτες ιστορίες Φιλελλήνων στο Πέτα

Οι φιλέλληνες κατά την Επανάσταση του ’21, είναι ένα τεράστιο κεφάλαιο με το οποίο θα ασχοληθούμε σύντομα. Αναφέρουμε εδώ, μερικές ιστορίες φιλελλήνων από τη μάχη του Πέτα, που θα συγκλονίσουν.

Ντάνια: Ιταλός, επικεφαλής των φιλελλήνων. Πολέμησε γενναία ως το τέλος. Είκοσι Τόσκηδες τον ανέτρεψαν από το άλογό του και τον αποκεφάλισαν. Τελευταίες του λέξεις: «Νίκη ή θάνατος φιλέλληνες».

Μιρζέβσκι: Πολωνός, έμπειρος και ικανός στρατιωτικός. Σκοτώθηκε. Την ίδια τύχη είχαν και 11 συμπατριώτες του, που κατέφυγαν στη στέγη του ναού του χωριού και πολέμησαν γενναία μέχρι το τέλος.

Μινιάκ: Γάλλος. Δεινός ξιφομάχος. Τραυματισμένος στην κνήμη, στηρίχτηκε στον κορμό μιας ελιάς και σκότωσε με το σπαθί του 12 Αλβανούς πριν πέσει κι ο ίδιος νεκρός.

Τάιχμαν: Γερμανός υπολοχαγός, σημαιοφόρος. Δεν ήθελε ν’ αφήσει την κουρελιασμένη σημαία του. Πολέμησε ηρωικά και στο τέλος έπεσε πάνω στους νεκρούς συμπολεμιστές του.

(Σύμφωνα με την Εγκυκλοπαίδεια «ΠΑΠΥΡΟΣ-ΛΑΡΟΥΣ-ΜΠΡΙΤΑΝΙΚΑ», σημαιοφόρος των φιλελλήνων στο Πέτα, ήταν ο Βέλγος Βοτ).

Επίσης, μεταξύ άλλων, στο Πέτα, σκοτώθηκαν οι εξής:
Σοβασέν: Γάλλος φιλέλληνας, σωματοφύλακας στην πατρίδα του.
Σεβαλιέ: Ελβετός αξιωματικός του πυροβολικού.
Τσεκίνο: Ιταλός φιλέλληνας. Αποκεφαλίστηκε από τους Τούρκους.
Νταμπρουνόβσκι: Πολωνός.
Ντεμπισί: Γάλλος, που ανήκε στη φρουρά του Ναπολέοντα.
Ντε Ντιζέσλκι: Πρώσος, υπολοχαγός του ιππικού στην πατρίδα του.
Ταρέλα: Ιταλός φιλέλληνας, ικανός και ανδρείος.
Η ιστορία των αδελφών Σάιγκερ

Κλείνουμε με μια ιστορία που μας συγκλόνισε όταν την πρωτοδιαβάσαμε πριν λίγα χρόνια.
Αδελφοί Σάιγκερ. Από τη Λιψία της Γερμανίας. Όταν άρχισε η ελληνική Επανάσταση, ήρθαν στη χώρα μας. Ο μεγαλύτερος από τους δυο αδελφούς, ο Ainé Seiger, ήταν πρώην αξιωματικός στη Βιρτεμβέργη. Πολέμησε γενναία στη μάχη του Πέτα όπου και σκοτώθηκε. Ο μικρότερος αδελφός του, Jeune Seiger, παραφρόνησε βλέποντας τον αδελφό του νεκρό. Μεταφέρθηκε στο Αιτωλικό, όπου πέθανε λίγες μέρες αργότερα.

Τέλος, όπως γράφει ο Νίκος Γιαννόπουλος, στο έξοχο βιβλίο του «1821: Οι μάχες των Ελλήνων για την ελευθερία», από το οποίο αντλήσαμε πολλά στοιχεία για το σημερινό άρθρο, μετά την ήττα στο Πέτα, ο Νόρμαν, ο οποίος τραυματίστηκε στη διάρκεια της μάχης και πέθανε λίγες ημέρες αργότερα, είπε στον Μαυροκορδάτο: «Πρίγκηψ, τα απωλέσαμε όλα πλην της τιμής». Τα δάκρυα του Μαυροκορδάτου, αντί για άλλη απάντηση, είναι νομίζουμε, ο τραγικός επίλογος για μια τέτοια καταστροφή…

Η Ναυμαχία της Πάτρας

Σχετική εικόναΣτις αρχές του 1822 ο τουρκοαιγυπτιακός στόλος με αρχηγούς τον αντιναύαρχο Καρά Πεπέ Αλή και τον Αιγύπτιο υποναύαρχο Ισμαήλ Γιβραλτάρ βγήκε από τον Ελλήσποντο με διαταγή να πλεύσει προς την Πάτρα, προκειμένου να ανεφοδιάσει τους πολιορκούμενους από τους Έλληνες επαναστάτες, Τούρκους.
 
Στο κατόπι του βρέθηκε στόλος 63 ελληνικών πλοίων από τα Ψαρά, την Ύδρα και τις Σπέτσες με αρχηγούς τον Νικολή Αποστόλη, τον Ανδρέα Μιαούλη και τον Γκίκα Τσούπα.
 
Στις 15 Φεβρουαρίου ο τουρκικός στόλος ναυλόχησε στο λιμάνι της Πάτρας, λόγω κακοκαιρίας. Ο Ανδρέας Μιαούλης, που είχε αναλάβει τη διοίκηση της ελληνικής αρμάδας, θεώρησε ότι ήταν η κατάλληλη ευκαιρία για επίθεση.
 
Το πρωί της 20ης Φεβρουαρίου οι Τουρκοαιγύπτιοι είδαν έκπληκτοι να κανονιοβολούνται από τα μικρά ελληνικά πλοία και μάλιστα υπό φοβερή τρικυμία. Έπειτα από ναυμαχία πέντε ωρών, μία τουρκική φρεγάτα καταστράφηκε ολοκληρωτικά και πολλά άλλα πλοία υπέστησαν σημαντικές ζημιές. Πολλοί Τούρκοι βρήκαν το θάνατο ή τραυματίστηκαν σοβαρά.
 
Ο τουρκικός στόλος, μετά την αποχώρησή του από την Πάτρα, κατέφυγε στη Ζάκυνθο, η οποία ευρίσκετο υπό αγγλική διοίκηση. Όταν οι Έλληνες έπλευσαν εκεί για να επαναλάβουν την επίθεσή τους, εμποδίστηκαν από τους Άγγλους, που προφασίστηκαν την ουδετερότητα του νησιού. Ο ελληνικός στόλος επέστρεψε στις 24 Φεβρουαρίου και αγκυροβόλησε στο Μεσολόγγι, έτοιμος για να νέα αναμέτρηση.
 
Η Ναυμαχία της Πάτρας, στην οποία έλαμψε το άστρο του Ανδρέα Μιαούλη, υπήρξε γεγονός μεγάλης σημασίας για τον αγώνα των Ελλήνων στη θάλασσα, παρά τις μικρές τουρκικές απώλειες. Ήταν η πρώτη φορά που ελληνικά πλοία αντιμετώπισαν κατά παράταξη τον στόλο του Σουλτάνου, χωρίς να χρησιμοποιήσουν πυρπολικά.

Θεόφραστος: Ο επίγονος του Αριστοτέλη που έκανε την Περιπατητική Σχολή κορυφαίο εκπαιδευτικό ίδρυμα του ελληνικού κόσμου

Αποτέλεσμα εικόνας για ΘεόφραστοςΜαθητής του Λεύκιππου και του Πλάτωνα αργότερα, ο φιλομαθής Θεόφραστος ο Ερέσιος γνώρισε τον Αριστοτέλη στην πλατωνική Ακαδημία σε κάτι που έμελλε να γίνει μια σχέση ζωής.

Ο Αριστοτέλης αναγνώρισε την ευφυΐα και τη δίψα για γνώση του Θεόφραστου και τον έχρισε μαθητή του, περιβάλλοντάς τον με πατρική αγάπη. Ενδεικτικό της εκτίμησης που έτρεφε μάλιστα στον μαθητή του ο Αριστοτέλης, όταν κατηγορήθηκε για ασέβεια το 323 π.Χ. και αναγκάστηκε να καταφύγει στη Χαλκίδα, άφησε στον Θεόφραστο τη βιβλιοθήκη του και του εμπιστεύτηκε τη διεύθυνση της Περιπατητικής Σχολής του!

Ο Θεόφραστος παρέμεινε στη διεύθυνση του αριστοτελικού Λυκείου επί 25 χρόνια και δίδαξε αλλά και έγραψε πολύ. Κάτω από την καθοδήγησή του, η σχολή γνώρισε τη μεγάλη της ακμή ξεπερνώντας ακόμα και τους 2.000 μαθητές, ξεπερνώντας σε φήμη το πλατωνικό ίδρυμα. Παρέμεινε ευφυώς μακριά από την πολιτική και επικεντρώθηκε ολοκληρωτικά στην επιστήμη και τη φιλοσοφία, διδάσκοντας, μελετώντας και γράφοντας μέχρι και το τέλος της ζωής του.

Το έργο του ήταν ιδιαίτερα πλούσιο και πολυσχιδές, καθώς εκτιμάται ότι έγραψε περισσότερα από 200 έργα, τα οποία περιστρέφονται γύρω από ένα πλήθος θεμάτων: από την ηθική, τη λογική, τη ρητορική, την ιστορία των επιστημών και τη μεταφυσική μέχρι τη βοτανική, τη μετεωρολογία και τη ζωολογία.

Σε μας έχουν φτάσει δυστυχώς αποσπάσματα κυρίως του έργου του, σώζονται όμως και ορισμένα πλήρη κείμενά του, όπως οι εννέα τόμοι των «Περί Φυτών Ιστορίαι», τα έξι βιβλία των «Περί Φυτών Αιτιών», αλλά και το γνωστότερο έργο του, οι περίφημοι «Χαρακτήρες».

Τις περισσότερες πληροφορίες για τον βίο του Θεοφράστου τις αντλούμε από τον Διογένη τον Λαέρτιο, τον συγγραφέα των βίων των φιλοσόφων. Αυτός μας λέει πως ο Θεόφραστος γεννήθηκε στην Ερεσό της Λέσβου το 372 π.Χ. και μαθήτευσε δίπλα στον Λεύκιππο, πριν κατέβει στην Αθήνα για να εντρυφήσει στη φιλοσοφία δίπλα στον μεγάλο Πλάτωνα.

Στην πλατωνική Ακαδημία ήταν που θα συνδεόταν φιλικά με τον Αριστοτέλη. Μετά τη φυγή του σταγειρίτη φιλοσόφου από την Αθήνα, ο Θεόφραστος τον ακολούθησε παντού και τον διαδέχτηκε τελικά στη διεύθυνση του Περιπάτου βγάζοντας κι αυτός με τη σειρά του πλήθος μεγάλων μαθητών, όπως ο Μένανδρος, ο Δημήτριος Φαληρεύς και ο Δείναρχος. Από τη σκιά του πάνσοφου της αρχαιότητας δεν θα ξέφευγε βεβαίως ποτέ, καθώς το έργο του, τόσο υφολογικά όσο και μεθοδολογικά, παραπέμπει ευθέως στη συλλογιστική του Αριστοτέλη. Και όμοια μάλιστα με αυτόν, ο Θεόφραστος ασχολήθηκε με όλους τους τομείς της φυσικής επιστήμης και της φιλοσοφίας, αν και δεν έμεινε ακριβώς εκεί.

Την ώρα που συνέχιζε το έργο του δασκάλου του σε όλους τους κλάδους της γνώσης, διεύρυνε το ενδιαφέρον του σε νέους επιστημονικούς τομείς, όπως η βοτανική και η ορυκτολογία. Ιδιαίτερα η μελέτη του στη βοτανική, που διασώζεται εξάλλου αυτούσια, φανερώνει τη μέθοδο που ακολουθούσε: τον συνδυασμό της εμπειρικής γνώσης με τη φιλοσοφική (λογική) σκέψη, τη βαριά κληρονομιά του Αριστοτέλη.

Όπως μας παραδίδεται από τις μαρτυρίες για το πρόσωπό του που διασώθηκαν, ήταν άνθρωπος συνετός και φρόνιμος και ιδιαιτέρως ευγενικός, άξιος συνεχιστής των μεγάλων δασκάλων του. Και παρά το γεγονός ότι ο κατάλογος του Διογένη ενέχει συχνά εσφαλμένες αναφορές, ο Λαέρτιος μάς λέει πως ο Θεόφραστος έγραψε 225 βιβλία, με το εκτενέστερο όλων να είναι μια πραγματεία στρατηγικής νομοθεσίας αποτελούμενη από 24 βιβλία.

Κι αν δεν μπορούμε παρά να σταθούμε με σεβασμό και θαυμασμό μπροστά στην εκπληκτική ευρύτητα αλλά και παραγωγικότητα της πένας του, ήταν αυτοί οι «Χαρακτήρες» του, ένα τελείως διαφορετικό πόνημα από το κύριο corpus του έργου του, που παραμένει χαρακτηριστικό του.

Εδώ ο φιλόσοφος συγκεντρώνει τριάντα τύπους βασικών χαρακτήρων, μέσα από τους οποίους αναδεικνύονται οι στερεότυπες παθολογικές συμπεριφορές των ανθρώπων, όπως αποτυπώνονται στις κοινωνικές τους εκδηλώσεις. Η πολύτιμη αυτή καταγραφή των παθών της ανθρώπινης φύσης συγκινεί με τη διαχρονικότητα των συμπεριφορών, λες και τίποτα δεν άλλαξε από την εποχή του έλληνα σοφού!

Μια από τις μεγαλύτερες προσωπικότητες που ανέδειξε η Λέσβος κατά την αρχαιότητα, ο Θεόφραστος διέπρεψε σε όλα όσα ασχολήθηκε, συστηματοποιώντας και εκλογικεύοντας τη γνώση σε πολλούς επιμέρους επιστημονικούς τομείς, που έγιναν άλλωστε επιστημονικοί έπειτα από τη δική του ανάλυση. Η ιστορία της επιστήμης τού χρωστά πολλά…

Βιογραφία

Ο Θεόφραστος γεννιέται το 372 π.Χ. στην Ερεσό της Λέσβου ως γιος του πλούσιου εμπόρου Μέλαντα. Το πραγματικό του όνομα ήταν μάλιστα Τύρταμος, καθώς ήταν ο Αριστοτέλης αυτός που θα τον ονομάσει χρόνια αργότερα Εύφραστο και Θεόφραστο τελικά, τιμώντας τη φιλομάθεια και την ευφυΐα του.

Ο ευκατάστατος υφασματέμπορος με τους τόσους δούλους έλαβε ιδιαίτερη μέριμνα για τη μόρφωση του γιου του, επιλέγοντας κανέναν άλλον από τον ατομικό φιλόσοφο Λεύκιππο για δάσκαλό του. Ο μόχθος για ακόμα λαμπρότερη ανατροφή του Θεόφραστου θα τον φέρει αργότερα στην Αθήνα, καθώς ο μικρός τα έπαιρνε τα γράμματα και θα ήταν κρίμα να μη μαθητεύσει στην περιβόητη πλατωνική Ακαδημία.

Ως ένας από τους καλύτερους μαθητές του Πλάτωνα, πίσω μόνο από το βαρύ πυροβολικό της ελληνικής διανόησης Αριστοτέλη, συνδέθηκε με βαθιά φιλία με τον σταγειρίτη σοφό και άκμασε στην πόλη των γραμμάτων και των τεχνών, την Αθήνα. Μετά τον θάνατο του Πλάτωνα το 347 π.Χ., ο Θεόφραστος ακολούθησε τον κατά 12 χρόνια μεγαλύτερό του φίλο στην Άσσο της Μυσίας, όπου λειτουργούσε παράρτημα της πλατωνικής Ακαδημίας και ηγεμόνας της ήταν ο παλιός μαθητής του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη, Ερμείας.

Αριστοτέλης και Θεόφραστος θα περάσουν τρία χρόνια (347-345 π.Χ.) στη μικρασιατική πόλη επηρεάζοντας αμφότεροι καθοριστικά τη διακυβέρνηση του τυράννου Ερμεία. Όταν ο Αριστοτέλης άφησε την Άσσο, ο Θεόφραστος τον ακολούθησε ως πιστός σύντροφος και συνεργάτης στη Μυτιλήνη αρχικά (345-342 π.Χ.) και στη Μακεδονία του Φιλίππου κατόπιν.

Όταν το 335 π.Χ. ο Αλέξανδρος διαδέχθηκε τον πατέρα του στον θρόνο της Μακεδονίας και επέβαλλε τη μακεδονική ειρήνη στην ελληνική επικράτεια, ο Αριστοτέλης επέστρεψε στην πόλη όπου ανδρώθηκε ακαδημαϊκά για να ιδρύσει τη δική του σχολή, το Λύκειο, θέλοντας να κλέψει τη δόξα του πλατωνικού ιδρύματος που συνέχιζε να αποτελεί τη σταθερά της αθηναϊκής μόρφωσης.

Το μεγαλοπρεπές οίκημα που ανέγειρε ο Αριστοτέλης με τις στοές, στις οποίες δίδασκε τους μαθητές του περπατώντας και συζητώντας, θα έκανε τους μαθητές του να μείνουν γνωστοί ως «Περιπατητές» (και Περιπατητική Σχολή αντίστοιχα το Λύκειο).

Ο Θεόφραστος ήταν πάντα στο πλευρό του και μόλις ο Αριστοτέλης κατέφυγε άρον άρον στη Χαλκίδα το 323 π.Χ., όταν το αντιμακεδονικό μένος των Αθηναίων βρήκε διέξοδο στον «μακεδονίζοντα» φιλόσοφο που κατηγορούνταν τώρα από το ιερατείο για ασέβεια, ανέλαβε τα ηνία του Λυκείου. Πήρε επίσης κληρονομιά την πλούσια βιβλιοθήκη του επιστήθιου φίλου του, συνεχίζοντας το έργο του και τιμώντας την πνευματική του παρακαταθήκη.

Ο Θεόφραστος διηύθυνε επί 25 χρόνια το αριστοτελικό Λύκειο, διδάσκοντας και γράφοντας συνεχώς. Η μελέτη ήταν το πρώτο και βασικό του μέλημα, παρατηρώντας και αναλύοντας τα πάντα γύρω του κάτω από το πρίσμα της λογικής του μεγάλου δασκάλου του. Ήταν όμως κι αυτός με τη σειρά του μεγάλος παιδαγωγός και η γοητεία των λόγων του έκανε πια τους νέους από κάθε γωνιά της Ελλάδας να καταφτάνουν μαζικά στην Περιπατητική Σχολή.

Λέγεται πως στα χρόνια του Θεόφραστου το Λύκειο έφτασε να έχει περισσότερους από 2.000 σπουδαστές, οι οποίοι εκτιμούσαν ιδιαιτέρως την πολυμάθεια και τη μεταδοτικότητα του Θεόφραστου. Δικοί του μαθητές ήταν εξάλλου ο εκπρόσωπος της Νέας Κωμωδίας, Μένανδρος, ο φιλόσοφος Στράτων ο Λαμψακηνός (που θα τον διαδεχόταν ως τρίτος σχολάρχης της Περιπατητικής Σχολής), ο πολιτικός και στοχαστής Δημήτριος ο Φαληρεύς και πολλοί ακόμα.

Εξίσου πολλοί ήθελαν να τον γνωρίσουν και στον κύκλο των φίλων του Θεόφραστου περιλαμβάνονταν οι μακεδόνες βασιλείς Φίλιππος και Κάσσανδρος, αλλά και ο βασιλιάς της Αιγύπτου, Πτολεμαίος Α’. Η ζωή του Θεόφραστου κύλησε ήρεμα και ειρηνικά, αν και βρέθηκε δύο φορές στο δημόσιο στόχαστρο. Τη μία τον κατηγόρησε κάποιος για ασέβεια, το δικαστήριο απέρριψε όμως τις κατηγορίες, και τη δεύτερη (306 π.Χ.) τον εξόρισαν κι αυτόν από την Αθήνα, όταν απαγορεύτηκε στους φιλοσόφους να διδάσκουν στην πόλη. Ευτυχώς οι Αθηναίοι κατάλαβαν γρήγορα το λάθος τους και ήδη από την επόμενη χρονιά πήραν πίσω το ψήφισμα. Ο Θεόφραστος έγινε δεκτός με ενθουσιασμό όταν επέστρεψε στην Αττική, καθώς μέχρι τότε ήταν ένας από τους πιο προβεβλημένους και σεβάσμιους φιλοσόφους των Αθηνών.

Όταν έφυγε από τον κόσμο το 287 π.Χ. χωρίς περαιτέρω περιπέτειες, έγραφε και δίδασκε μέχρι την τελευταία του στιγμή, παρά το προχωρημένο της ηλικίας του. Τον έφερναν μάλιστα, όπως μας παραδίδεται, σηκωτό στη σχολή του, καθώς πλέον δεν μπορούσε να περπατήσει. Ο ίδιος εξομολογούνταν μάλιστα τη λύπη του για το βραχύβιο της ανθρώπινης ύπαρξης, καθώς είχε μόλις αρχίσει λέει να μαθαίνει για τον κόσμο και ήταν κρίμα να φύγει χωρίς να ολοκληρώσει τις μελέτες του. Ήταν άλλωστε γνήσιος μαθητής του Αριστοτέλη, ο οποίος πίστευε ότι η μόνη ηδονή που δεν κουράζει τον άνθρωπο είναι η ηδονή της γνώσης.

Ο μεγάλος διανοητής δεν πήρε ποτέ μέρος στην πολιτική και παρέμεινε ανύπαντρος από πεποίθηση, θεωρώντας τον έρωτα ψυχική ασθένεια που προσιδιάζει μόνο στους άεργους ανθρώπους. Ο Κικέρων μάς λέει πως ήταν πάντα καλοντυμένος και περιποιούνταν πολύ τον εαυτό του, καθώς παραδεχόταν πως στην ευτυχία συντελούν επίσης και τα υλικά αγαθά.

Το ποιος ήταν ο άντρας Θεόφραστος το φανερώνει καλύτερα ίσως από καθετί άλλο η ίδια η διαθήκη του. Όπως μας λέει ο Διογένης Λαέρτιος, ο φιλόσοφος παρήγγειλε να δοθεί μέρος της περιουσίας του στους δύο ανιψιούς του, να αναρτηθεί στο Λύκειο η εικόνα του μεγάλου δασκάλου Αριστοτέλη, να διανεμηθούν στους μαθητές του τα κτίσματα της σχολής και ο κήπος, ώστε να εξακολουθεί να λειτουργεί το Λύκειο και μετά τον θάνατό του χωρίς έριδες και διεκδικήσεις.

Ζήτησε ταυτόχρονα να αφεθούν ελεύθεροι όλοι του οι δούλοι και ένας μάλιστα από αυτούς, ο Πομπύλος, να αναλάβει προσωπικά ως επιστάτης τη φροντίδα της Περιπατητικής Σχολής και του κήπου της. Και τέλος να ενταφιαστεί ο ίδιος σε μια ακρούλα του κήπου χωρίς περιττά έξοδα για μεγαλόπρεπες κηδείες και μνήματα. Την τελευταία του επιθυμία δεν τη σεβάστηκαν οι Αθηναίοι, καθώς τόσο οι μαθητές του όσο και οι πολίτες θέλησαν να τον συνοδεύσουν στην τελευταία του κατοικία ως μια ύστατη πράξη ευγνωμοσύνης και σεβασμού στον μεγάλο φιλόσοφο…

Έργο

Ο Θεόφραστος ήταν παραγωγικότατος και πολυγραφότατος, αφήνοντας περισσότερα από 200 έργα (225 ή 240, κατά άλλες πηγές), όλα τους εγγεγραμμένα στην αριστοτελική λογική και κοσμοθεωρία. Όπως ακριβώς και ο δάσκαλός του, ήταν εγκυκλοπαιδικότατος νους, καθώς ασχολήθηκε με όλους τους κλάδους του επιστητού.

Έγραψε για ό,τι απασχολούσε και τον Αριστοτέλη, καθώς πέρα από φίλοι και συνοδοιπόροι, ήταν και συγγενικά πνεύματα: μεταφυσική, ηθική, λογική, πολιτική, νομικά, ψυχολογία, ρητορική, ποιητική, ζωολογία, βοτανική, ιστορία των επιστημών, επιστημολογία και άλλα πολλά. Ο Θεόφραστος περιορίστηκε, θα έλεγε κανείς, σε ρόλο επεξηγηματικό και αποδεικτικό της αριστοτελικής λογικής, ερμηνεύοντας, αναλύοντας αλλά και συμπληρώνοντας τις παρατηρήσεις του δασκάλου του.

Τα δοκίμια και οι πραγματείες του απλώθηκαν πάνω από πολλά μεγάλα και μικρά θέματα, γράφοντας ακόμα και περί ανέμων, φωτιάς, λίθων, βροχής, καταιγίδας, οσμών, ιδρώτα, ζάλης, κόπωσης, λιποθυμίας, νεύρων, αλλά και για ψάρια που μπορούσαν να ζουν έξω από το νερό ή ζώα που άλλαζαν χρώμα.

Σε μας έχει φτάσει σήμερα ένα πολύ μικρό δείγμα του ζηλευτού του έργου, καθώς από το ογκώδες σύνολο του επιστημονικού του πονήματος έχουν διασωθεί ακέραια μόνο δύο συγγράμματα βοτανικής. Το πρώτο χρονολογικά φέρει τον τίτλο «Περί φυτικών ιστοριών» και διακρίνεται σε δύο μέρη: το πρώτο ασχολείται με βασικές έννοιες και γενικά ζητήματα (βιβλίο Ι και II), ενώ το δεύτερο ασχολείται με τα επιμέρους φυτά, τα οποία εξετάζονται ανά κατηγορία.

Ο Θεόφραστος τα χωρίζει σύμφωνα με τις ιδιότητές τους και διακρίνει ανάμεσα σε ήμερα δένδρα, άγρια δένδρα, ξύλα (αλλά και τρόπους επεξεργασίας τους), θάμνους, ποώδη φυτά, όσπρια, δημητριακά, ρίζες και μιλά πάντα για τις φαρμακευτικές τους χρήσεις. Από τα 550 είδη φυτών που αναφέρει, τα περισσότερα δεν τα γνώριζε μάλιστα εμπειρικά, παρά μόνο μέσω άλλων πηγών.

Οι παρατηρήσεις του μπορεί να είναι πλέον απαρχαιωμένες, ήταν όμως ένας πρακτικός οδηγός που εφαρμοζόταν μέχρι και τον Μεσαίωνα! Τα περιγραφικά βοτανολογικά συγγράμματά του ήταν ένα έργο με σαφή εμπειρικά χαρακτηριστικά και ήταν ιστορικά η πρώτη επιστημονική βοτανική που λειτούργησε ικανοποιητικότατα για πάμπολλους αιώνες. Μια σημαντική παρακαταθήκη του στη βοτανική, για παράδειγμα, είναι η αναγνώριση του ενδημικού φοίνικα της Νότιας Ελλάδας που έχει πάρει πλέον το όνομά του (Φοίνικας του Θεοφράστου), αλλά και το γεγονός ότι ήταν και πάλι ο πρώτος που περιέγραψε τη φιστικιά στην ελληνική γλώσσα.

Το μεγάλο του έργο που έφτασε ως τις μέρες μας είναι οι «Χαρακτήρες» του, μια συλλογή τριάντα σχεδιαγραφημάτων που απεικονίζουν ισάριθμους τύπους ανθρώπινων χαρακτήρων. Ο Θεόφραστος διέκρινε μαεστρικά τις εκδηλώσεις του ανθρώπινου ψυχισμού και μίλησε για τις παθογένειες της προσωπικότητας (όπως ο κόλακας, ο φλύαρος, ο καυχησιάρης, ο τσιγκούνης, ο ραδιούργος, ο αγροίκος), ως μέγας λες ανατόμος της ανθρώπινης ψυχολογίας.

Έκανε όμως και μετεωρολογικές παρατηρήσεις (στα «Περί σημείων, υδάτων και πνευμάτων» και «Περί ανέμων»), ορυκτολογικές («Περί λίθων» και «Περί φωτιάς») και επεξηγηματικές στην αριστοτελική φιλοσοφία («Περί ευσεβείας», «Μετά τα φυσικά», «Φυσικαί δόξαι»). Έγραψε ακόμα για μυρωδιές («Περί οσμών»), για ψάρια («Περί ιχθύων»), για τις αισθήσεις («Περί αισθήσεων») και τόσα μα τόσα ακόμα («Περί λιποψυχίας», «Περί κόπων», «Περί ιλίγγων», «Περί ιδρώτων», «Περί παραλύσεως» κ.λπ.), κάνοντας σαφώς περήφανο τον ογκόλιθο δάσκαλό του…