Σάββατο, 18 Φεβρουαρίου 2017

ΡΗΤΟΡΙΚΗ: ΔΗΜΟΣΘΕΝΗΣ - Κατὰ Φιλίππου α΄ (4) (47-51)

[47] Πῶς οὖν ταῦτα παύσεται; ὅταν ὑμεῖς, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, τοὺς αὐτοὺς ἀποδείξητε στρατιώτας καὶ μάρτυρας τῶν στρατηγουμένων καὶ δικαστὰς οἴκαδ᾽ ἐλθόντας τῶν εὐθυνῶν, ὥστε μὴ ἀκούειν μόνον ὑμᾶς τὰ ὑμέτερ᾽ αὐτῶν, ἀλλὰ καὶ παρόντας ὁρᾶν. νῦν δ᾽ εἰς τοῦθ᾽ ἥκει τὰ πράγματ᾽ αἰσχύνης ὥστε τῶν στρατηγῶν ἕκαστος δὶς καὶ τρὶς κρίνεται παρ᾽ ὑμῖν περὶ θανάτου, πρὸς δὲ τοὺς ἐχθροὺς οὐδεὶς οὐδ᾽ ἅπαξ αὐτῶν ἀγωνίσασθαι περὶ θανάτου τολμᾷ, ἀλλὰ τὸν τῶν ἀνδραποδιστῶν καὶ λωποδυτῶν θάνατον μᾶλλον αἱροῦνται τοῦ προσήκοντος· κακούργου μὲν γάρ ἐστι κριθέντ᾽ ἀποθανεῖν, στρατηγοῦ δὲ μαχόμενον τοῖς πολεμίοις.

[48] ἡμῶν δ᾽ οἱ μὲν περιιόντες μετὰ Λακεδαιμονίων φασὶ Φίλιππον πράττειν τὴν Θηβαίων κατάλυσιν καὶ τὰς πολιτείας διασπᾶν, οἱ δ᾽ ὡς πρέσβεις πέπομφεν ὡς βασιλέα, οἱ δ᾽ ἐν Ἰλλυριοῖς πόλεις τειχίζειν, οἱ δὲ λόγους πλάττοντες ἕκαστος περιερχόμεθα.

[49] ἐγὼ δ᾽ οἶμαι μέν, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, νὴ τοὺς θεοὺς ἐκεῖνον μεθύειν τῷ μεγέθει τῶν πεπραγμένων καὶ πολλὰ τοιαῦτ᾽ ὀνειροπολεῖν ἐν τῇ γνώμῃ, τήν τ᾽ ἐρημίαν τῶν κωλυσόντων ὁρῶντα καὶ τοῖς πεπραγμένοις ἐπῃρμένον, οὐ μέντοι μὰ Δί᾽ οὕτω γε προαιρεῖσθαι πράττειν ὥστε τοὺς ἀνοητοτάτους τῶν παρ᾽ ἡμῖν εἰδέναι τί μέλλει ποιεῖν ἐκεῖνος· ἀνοητότατοι γάρ εἰσιν οἱ λογοποιοῦντες.

[50] ἀλλ᾽ ἂν ἀφέντες ταῦτ᾽ ἐκεῖν᾽ εἰδῶμεν, ὅτι ἐχθρὸς ἅνθρωπος καὶ τὰ ἡμέτερ᾽ ἡμᾶς ἀποστερεῖ καὶ χρόνον πολὺν ὕβρικε, καὶ ἅπανθ᾽ ὅσα πώποτ᾽ ἠλπίσαμέν τινα πράξειν ὑπὲρ ἡμῶν καθ᾽ ἡμῶν εὕρηται, καὶ τὰ λοιπὰ ἐν αὐτοῖς ἡμῖν ἐστί, κἂν μὴ νῦν ἐθέλωμεν ἐκεῖ πολεμεῖν αὐτῷ, ἐνθάδ᾽ ἴσως ἀναγκασθησόμεθα τοῦτο ποιεῖν, ἂν ταῦτ᾽ εἰδῶμεν, καὶ τὰ δέοντ᾽ ἐσόμεθ᾽ ἐγνωκότες καὶ λόγων ματαίων ἀπηλλαγμένοι· οὐ γὰρ ἅττα ποτ᾽ ἔσται δεῖ σκοπεῖν, ἀλλ᾽ ὅτι φαῦλα, ἂν μὴ προσέχητε τὸν νοῦν καὶ τὰ προσήκοντα ποιεῖν ἐθέλητε, εὖ εἰδέναι.

[51] Ἐγὼ μὲν οὖν οὔτ᾽ ἄλλοτε πώποτε πρὸς χάριν εἱλόμην λέγειν ὅ τι ἂν μὴ καὶ συνοίσειν πεπεισμένος ὦ, νῦν θ᾽ ἃ γιγνώσκω πάνθ᾽ ἁπλῶς, οὐδὲν ὑποστειλάμενος, πεπαρρησίασμαι. ἐβουλόμην δ᾽ ἄν, ὥσπερ ὅτι ὑμῖν συμφέρει τὰ βέλτιστ᾽ ἀκούειν οἶδα, οὕτως εἰδέναι συνοῖσον καὶ τῷ τὰ βέλτιστ᾽ εἰπόντι· πολλῷ γὰρ ἂν ἥδιον εἶχον. νῦν δ᾽ ἐπ᾽ ἀδήλοις οὖσι τοῖς ἀπὸ τούτων ἐμαυτῷ γενησομένοις, ὅμως ἐπὶ τῷ συνοίσειν ὑμῖν, ἂν πράξητε, ταῦτα πεπεῖσθαι λέγειν αἱροῦμαι. νικῴη δ᾽ ὅ τι πᾶσιν μέλλει συνοίσειν.

***
[47] Πώς λοιπόν θα παύσουν όλα αυτά; Όταν, Αθηναίοι, καταστήσετε τους ίδιους άνδρες στρατιώτες και μάρτυρες των πράξεων του στρατηγού και μετά την επιστροφή τους κριτές των ευθυνών του, ώστε να μην μαθαίνετε για τις υποθέσεις σας μόνο από φήμες αλλά να είστε και αυτόπτες μάρτυρες. Τώρα όμως έχουν φτάσει τα πράγματα σε τέτοιο επαίσχυντο σημείο, ώστε κάθε στρατηγός δικάζεται δυο και τρεις φορές για παραπτώματα που συνεπάγονται την ποινή του θανάτου, αλλά κανένας από αυτούς δεν έχει το σθένος ούτε και μια φορά να παίξει τη ζωή του κορώνα γράμματα στη μάχη· αντίθετα, προτιμούν τον θάνατο των δουλεμπόρων και των λωποδυτών παρά αυτόν που ταιριάζει σε έναν στρατηγό. Ο κακούργος δηλαδή καταδικάζεται και εκτελείται, ενώ ο στρατηγός πέφτει στο πεδίο της τιμής μαχόμενος εναντίον των εχθρών.

[48] Κάποιοι από μας περιδιαβάζοντας στην πόλη διαδίδουν ότι ο Φίλιππος μαζί με τους Λακεδαιμονίους μαγειρεύει την κατάλυση του κράτους των Θηβών και τη διάσπαση των συνασπισμών· άλλοι ότι έχει στείλει πρέσβεις στον Μεγάλο Βασιλιά· άλλοι πάλι ότι οχυρώνει με τείχη πόλεις στην Ιλλυρία· άλλοι τέλος περιφερόμαστε πλάθοντας ο καθένας τα δικά του παραμύθια.

[49] Εγώ, Αθηναίοι, μα τους θεούς, πιστεύω ότι εκείνος έχει μεθύσει από το μέγεθος των κατορθωμάτων του και καθώς βλέπει ότι δεν υπάρχει κανένας που θα τον εμποδίσει, παρασύρεται από τις επιτυχίες του και ονειρεύεται πολλές νέες επιτυχίες. Αλλά, μα τον Δία, δεν πιστεύω ότι σκοπεύει να ενεργήσει έτσι, ώστε να γνωρίζουν οι πιο ανόητοι από τους εδώ δικούς μας τι έχει στον νου του να κάνει στο μέλλον. Είναι λοιπόν πέρα για πέρα ανόητοι αυτοί που διαδίδουν αυτές τις φήμες.

[50] Αν όμως δεν δώσουμε σημασία σ᾽ αυτές τις φήμες και συνειδητοποιήσουμε ότι ο άνθρωπος αυτός είναι εχθρός μας, ότι μας στερεί δικά μας πράγματα, ότι μας έχει εξευτελίσει εδώ και πολύν καιρό, ότι, σε όλα όσα ελπίσαμε ως τώρα πως θα πετύχει κάποιος για λογαριασμό μας, έχει διαπιστωθεί πως αυτός ενήργησε εις βάρος μας, ότι το μέλλον εξαρτάται από εμάς τους ίδιους, και ότι, αν δεν θέλουμε να τον πολεμήσουμε εκεί στη Θράκη, θα αναγκαστούμε ίσως να το κάνουμε εδώ· αν λοιπόν συνειδητοποιήσουμε αυτά, τότε θα έχουμε απαλλαγεί από λόγια του αέρα. Γιατί δεν χρειάζεται να εξετάζετε πώς θα είναι τα πράγματα στο μέλλον, αλλά πρέπει να είστε βέβαιοι ότι θα είναι πολύ άσχημα, εκτός και αν στρέψετε το ενδιαφέρον σας σ᾽ αυτά και θελήσετε να κάνετε το καθήκον σας.

ΕΠΙΛΟΓΟΣ (§ 51)
[51] Εγώ λοιπόν ποτέ ως τώρα στο παρελθόν δεν προτίμησα να πω προς ευχαρίστηση κάτι, αν δεν ήμουν πεπεισμένος ότι ταυτόχρονα θα σας ωφελούσε· και σήμερα σας έχω πει με παρρησία όλα όσα αισθάνομαι, απλά, χωρίς να αποκρύψω τίποτε. Αλλά, όπως ακριβώς ξέρω καλά ότι είναι προς το συμφέρον σας να ακούτε τις πιο καλές συμβουλές, θα ήθελα να είμαι εξίσου βέβαιος ότι θα είναι και προς όφελος αυτού που τις είπε· γιατί τότε θα αισθανόμουν πολύ πιο ευχάριστα. Τώρα όμως, παρ᾽ όλη την αβεβαιότητα ως προς τις συνέπειες που θα υπάρξουν για μένα από αυτές τις συμβουλές, εντούτοις με την πεποίθηση ότι θα σας ωφελήσουν, αν τις υλοποιήσετε, πήρα την απόφαση να μιλήσω. Ας υπερισχύσει ό,τι πρόκειται να είναι προς όφελος όλων.

Όμηρος, ο θεμελιωτής της ευρωπαϊκής λογοτεχνίας

Αποτέλεσμα εικόνας για ο ΌμηροςΗ Ιλιάδα: Το πρώτο γραπτό λογοτεχνικό έργο της Ευρώπης
 
Ο Όμηρος είναι ο πρώτος ποιητής της Ευρώπης του οποίου σώζεται το έργο (ή τουλάχιστον τμήματα του). Με βάση τις ενδεί­ξεις που διαθέτουμε ο Όμηρος είναι ταυτόχρονα ο πρώτος "συγγραφέας" του ευρωπαϊκού πολιτισμού, ο πρώτος δηλαδή που συνέθεσε το έργο του (ή τουλάχιστον μεγάλα τμήματα του) με τη βοήθεια της γραφής. Για τετρακόσια περίπου χρόνια πριν από τον Όμηρο, η ποίηση των Ελλήνων —τόσο η επική όσο και η λυ­ρική— ήταν αποκλειστικά προφορική. Ακόμη νωρίτερα, στην πρώτη περίοδο ακμής του Ελληνισμού, τη 2η χιλιετία π.Χ. (την επονομαζόμενη "μυκηναϊκή" εποχή της ελληνικής ιστορίας, που είχε τελειώσει 400 περίπου χρόνια πριν από τον Όμηρο), υπήρχε βέβαια και γραφή και ποίηση, το αν υπήρχε όμως επίσης γραπτή ποίηση παραμένει προς το παρόν αδιευκρίνιστο. Πρέπει λοιπόν να ξεκινήσουμε από την υπόθεση ότι τα έπη του Ομήρου ήταν τα πρώτα ποιήματα που καταγράφηκαν στα ελληνικά.
 
Η τόσο σημαντική για τον ευρωπαϊκό πολιτισμό πρώτη καταγραφή ποιητικού λόγου σημειώθηκε πριν από 2700 χρόνια πε­ρίπου. Η χρονική στιγμή δεν είναι δυνατό να προσδιοριστεί με απόλυτη ακρίβεια, αλλά τοποθετείται κατά πάσα πιθανότητα στο δεύτερο μισό του 8ου αι. π.Χ. Ο τόπος της καταγραφής ήταν μια πόλη (ή ένα από τα νησιά που βρίσκονται κατά μήκος) της δυτικής ακτής της Μικράς Ασίας. Στην αρχαιότητα πολλά έργα αποδίδονταν στον Όμηρο, μεταξύ αυτών οι Ὁμηρικοί Ὕμνοι, ο Μαργίτης, η Βατραχομυομαχία και η Θηβαΐς. Από όλα όμως τα έργα με το όνομα του Ομήρου μόνο δύο μπορούν δικαιωματικά να θεωρηθούν αυθεντικές δημιουργίες του και συνεπώς να χαρακτηρισθούν ως τα πρώτα ποιήματα της Ευρώπης που η σύν­θεσή τους έγινε με τη βοήθεια της γραφής: η Ιλιάδα και η Οδύσσεια (ορισμένοι μάλιστα μελετητές αναγνωρίζουν μόνο την Ιλιάδα ως δημιούργημα του Ομήρου).
 
             Η Ιλιάδα και η Οδύσσεια είναι πολύστιχα αφηγηματικά ποιήματα ("μνημειώδη έπη"). Η Ιλιάδα αριθμεί περί τους 16000 εξαμετρικούς στίχους, η Οδύσσεια περί τους 12000. Και τα δύο έργα ανήκουν, ως διαφορετικές εκδοχές, στο είδος της ηρωικής ποίησης. Στο πλαίσιο αυτού του ποιητικού είδους, που απαντά στην αρχή της ιστορίας πολλών λαών ως μέσο εξύμνησης των κατορθωμάτων των ηρώων του παρελθόντος, η Ιλιάδα και η Οδύσσεια ξεχωρίζουν ως προς δύο κυρίως λειτουργίες τους:
 
(1) με τα έπη αυτά αρχίζει η ευρωπαϊκή λογοτεχνία (δηλα­δή η σύνθεση κειμένων που βασίζεται στη γραφή και έχει στόχο ο οποίος υπερβαίνει τις απλές πρακτικές ανάγκες)·    
(2) τα δύο αυτά έπη εγκαινίασαν μια νέα εποχή στην ιστορία του ευρωπαϊκού πολιτισμού, την εποχή της κειμενικότητας (δηλαδή της ρύθμισης των κοινωνικών σχέσεων μέσα από γραπτά κείμενα).
 
Με βάση τα όσα γνωρίζουμε σήμερα οι Έλληνες δημιούργησαν ένα συμφωνικό αλφάβητο το πρώτο μισό του 8ου αι., πιθανότατα ακόμη και πριν από το 776, την αρχή δηλαδή των καταλόγων των Ολυμπιονικών, και το τελειοποίησαν μετατρέποντάς το σε ένα πλήρες φωνηματικό αλφάβη­το, όπως το χρησιμοποιούμε ακόμη και σήμερα. Έτσι, άρχισαν αμέσως να χρησιμοποιούνται ορισμένοι τύποι κει­μένων για καθημερινές δραστηριότητες (η γραφή είχε άλλωστε επινοηθεί για να εξυπηρετήσει ακριβώς αυτούς τους πρακτικούς επικοινωνιακούς σκοπούς): κατάλογοι εμπορευμάτων, λογαρια­σμοί, εμπορική αλληλογραφία αλλά και διάφοροι τύποι κειμένων ιδιωτικής χρήσης (μαρτυρημένοι και σε επιγραφική μορφή). Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι όλοι οι τομείς του δημόσιου βίου κατακλύσθηκαν ταυτόχρονα από κείμενα ως μέσα επικοινωνίας, καταγραφής, αρχειοθέτησης, οργάνωσης, εκπαίδευσης κ.ο.κ. Η ζωή δεν είχε ακόμη "κειμενοποι­ηθεί". Παρόλο που η κοινωνία αξιοποιούσε ήδη τη γραφή σε ορι­σμένους τομείς, δεν κυριαρχούνταν ακόμη συνολικά από αυτήν.
 
Η εξέλιξη αυτή είναι αυτονόητη από ιστορική άποψη: όταν υιοθέτησαν το αλφάβητο, οι Έλληνες είχαν πίσω τους περίπου 400 χρόνια στο διάστημα των οποίων δεν χρησιμοποιούσαν τη γραφή. Η πρώτη φάση εγγραμματοσύνης διακόπηκε απότομα ανάμεσα στο 1200 και το 1100 με την κατάρρευση του παλαιού, εξαιρετικά ανεπτυγμένου συστήματος κεντρικής διοίκησης. Η ανάγνωση και η γραφή όχι μόνον έπαψαν να χρησιμοποιούνται στο διάστημα αυτό, αλλά προφανώς στις περισσότερες περιοχές λησμονήθηκαν εντελώς ως πολιτισμικές τεχνικές. Σε αυτή τη μα­κρά περίοδο κατά την οποία δεν γίνεται χρήση της γραφής ανα­πτύχθηκαν εκ νέου οι επικοινωνιακές και εθιμικές μορφές της προφορικής κοινωνίας (η επονομαζόμενη conditio humana ora­lis). Αυτές οι μορφές, όπως είναι φυσικό, δεν μπορούσαν να εξαφανιστούν αμέσως με την υιοθέτηση της γραφής τον 8ο αι. Οι νέες μορφές της ζωής που θα προσδιορίζονταν από τη γραφή έπρεπε να αναδιαμορφωθούν, οι πολλαπλές δυνατότητες χρήσης του νέου μέσου έπρεπε να ανακαλυφθούν εκ νέου. Η διαδικασία αυτή, σε αντίθεση με όσα οι ερευνητές υπέθεταν παλαιότερα, φαίνεται ότι εξελίχθηκε σε σύντομο χρονικό διάστημα , διήρκεσε ωστόσο αρκετές δεκαετίες. Μια σειρά αυστηρά προσδιορισμένων μορ­φών λόγου (ακόμη και μη εμπορικού χαρακτήρα), τυποποιημέ­νων στους προφορικούς πολιτισμούς, θα πρέπει να μεταφέρθη­καν στον γραπτό λόγο ήδη σε αυτή τη χρονική περίοδο. Παρα­δείγματα αποτελούν ο πίνακας —με τις παραλλαγές του, τον κα­τάλογο και τη γενεαλογία — η προσευχή, η παροιμία κ.ά. (Είναι απίθανο πρώτος ο Όμηρος να μετέφερε σε γραπτή μορφή μεμιάς όλες αυτές τις μορφές λόγου.) Αυτές όμως οι μάλλον μεμονωμένες περιπτώσεις χρήσεων δεν φαίνεται να οδήγησαν σε ένα σταθερό σύστημα κειμένων (σε μια πρώτη μορ­φή "διακειμενικότητας"). Το ίδιο συμπέρασμα προκύπτει και από την παράδοση παλαιότερων μαρτυριών αλφαβητικής γραφής.
 
Από αυτή την πρώτη φάση της εγγραμματοσύνης παραδίδονται μόνο κάποια περιθωριακά παίγνια, κυρίως ένα είδος γκράφιτι σε όστρακα. Προφανώς, η γραφή ήταν τότε ακόμα "κατά κύριο λόγο μια δραστηριότητα που αφορούσε μια συγκεκριμένη στιγμή, της οποίας τα προϊόντα συνήθως μπορούσαν και έπρεπε να εξαφανιστούν, μόλις εκπλήρωναν τον σκοπό τους" [Heubeck]. Μια τέτοια όμως χρήση της γραφής, που αφορά μια συγκεκριμένη χρονική στιγμή, δεν μπορεί να αποτελέσει ακόμη τη βάση της κειμενικότητας.
 
Όμηρος, ο θεμελιωτής της ευρωπαϊκής κειμενικότητας
 
Η κειμενικότητα καθίσταται δυνατή μόνο με τη θεσμοθετη­μένη χρήση κειμένων με σκοπό τη διατήρηση, δηλαδή την κατα­γραφή και αποθήκευση δεδομένων, συμβάντων, γνώσεων, κατορθωμάτων κ.ο.κ. με τη μορφή καταλόγων, κτηματολογίων, νο­μικών κωδίκων και συλλογών νόμων, χρονικών κ.λπ. Για να μπορέσει όμως κανείς να εντοπίσει, να επιδιώξει και να επιτύχει τελικά αυτόν τον βαθμό της εγγραμματοσύνης, πρέπει να αναπτύξει, από ψυχολογική άποψη, τη "βούληση της ανάμνησης" με τη βοήθεια της "συλλογής και της διατήρησης" [Wimmel]. Αυτή η επιθυμία για διατήρηση εμφανίζεται αργά ή γρήγορα σε όλους τους πολιτισμούς οι οποίοι στηρίζονται στη γραφή. Στους ανατολικούς και αιγυπτιακούς πολιτισμούς της γραφής η επιθυ­μία αυτή εκδηλώνεται, μεταξύ άλλων, σε βασιλικές επιγραφές ή εκθέσεις κυβερνητικών πεπραγμένων και στην καταγραφή πα­λαιών, συχνά ποιητικά διαμορφωμένων, μυθικών παραδόσεων. Πώς και πότε εκδηλώθηκε η ίδια επιθυμία για πρώτη φορά στον ελληνικό πολιτισμό της γραφής δεν είναι γνωστό. Φαίνεται ωστόσο βέβαιο ότι η Ιλιάδα και κατόπιν η Οδύσσεια οφείλουν την καταγραφή τους ακριβώς σε αυτήν την επιθυμία για διατήρηση, αφού πίσω τουλάχιστον από την Ιλιάδα υπάρχει σαφώς η βούληση αυτοπροβολής εκείνης της κοινωνικής τάξης της οποίας το σύστημα αξιών απεικονίζει και προσπαθεί να διαδώσει το έπος. Μόλις όμως η ιδέα της διατήρησης των υπό άλλες συνθήκες πρόσκαιρων στοιχείων μέσω της καταγραφής τους γεννήθηκε και υλοποιήθηκε, βρίσκει μιμητές και εξαπλώνεται με την παραγωγή κειμένων σε όλους τους τομείς της κοινωνικής ζωής που προσφέρονται για αυτόν τον σκοπό: η κειμενικότητα αρχίζει.
 
           Ότι η Ιλιάδα (και στα ίχνη της η Οδύσσεια) διαδραμάτισαν προδρομικό ρόλο σε αυτήν τη διαδικασία προκύπτει από την εξής αξιόπιστη ένδειξη: η έναρξη της κειμενικότητας στους πρώτους πολιτισμούς της γραφής συνάγεται κανονικά από μια αιφ­νίδια αύξηση του αριθμού των κειμένων. Αυτή η αύξηση των κειμένων δεν ταυτίζεται με την αύξηση του αριθμού των εγγράφων που προηγείται χρονικά η αύξηση του αριθμού των εγγράφων αποδεικνύει απλώς την εξάπλωση της γραφής, δηλαδή μόνο την ικανότητα γραφής και ανάγνωσης. Στην Ελλάδα αυτό συνέβη το αργότερο γύρω στο 750 ("φαίνεται ότι τότε έγινε μια πολιτιστική έκρηξη": Burkert). Αντίθετα, η αύξηση του αριθμού των κειμένων χρονολογείται προφανώς γύρω στο 700. Από τη στιγμή εκείνη ο αριθμός τόσο των λογοτεχνικών κειμένων (Ησίοδος, Καλλίνος, Τυρταίος, Αρχίλοχος, Αλκμάν) όσο και των χρηστικών κειμένων (νόμοι και διατάγματα) αυξάνει αλματωδώς. Η περίοδος μετά το 700 περίπου ήταν, με βάση όλες σχεδόν τις ενδεί­ξεις που διαθέτουμε, ήδη μια μεταϊλιαδική και ίσως μια μεταοδυσσειακή περίοδος. Το συμπέρασμα που προκύπτει είναι ότι ο Όμηρος με τα εκτενή κείμενά του (ή τουλάχιστον με την Ιλιάδα) προκάλεσε την ουσιαστική μετάβαση του ελληνικού πολιτισμού του 8ου αι. στην κειμενικότητα, δηλαδή στην κειμενοποίησή του.
 
Αυτή η συμβολή του Ομήρου, η θεμελίωση της ευρωπαϊκής κειμενικότητας, προκαλεί το έντονο ενδιαφέρον για τα ομηρικά έπη, ιδίως από την πλευρά των εθνολόγων, των ανθρωπολόγων, των κοινωνιολόγων, των ιστορικών του πολιτισμού και των επικοινωνιολόγων. Αλλά ακόμη και στους κατεξοχήν ειδικούς, τους κλασικούς φιλολόγους, γίνονται αισθητά τα πρώτα σημάδια αυτού του νέου ενδιαφέροντος για τον Όμηρο. Ο Walter Wimmel γράφει το 1981:
 
"Επειδή τα βασικά θέματα της πνευματικής κληρονομιάς μας τέθηκαν με την καταγραφή των επών που συνδέουμε με το όνομα του Ομήρου, ο "Ομηρος' εξασφάλισε μια σταθερή υπεροχή στη διαδικασία διαμόρφωσης του εκτενούς κειμένου [δηλαδή της ευρωπαϊκής κειμενικότητας] ... Η λογοτεχνία μας παρέμεινε έως σήμερα σε όλες τις εκφάνσεις της 'καθορισμένη από τον Όμηρο'".
 
Παρόμοια, αν και με κάπως διαφορετική έμφαση, είχε διατυπώσει την ίδια άποψη πριν από τρία χρόνια ο αμερικανός κλασικός φιλόλογος και θεωρητικός της προφορικότητας Eric Α. Havelock:
 
[Η καταγραφή της Ιλιάδας και της Οδύσσειας] "ήταν ένας κεραυνός στην ανθρώπινη ιστορία ... Αποτέλεσε τη βίαιη είσοδο στον πολιτισμό και είχε συνέπειες που αποδείχθηκαν μη αναστρέψιμες. Έθεσε τη βάση για την καταστροφή του προφορικού τρόπου ζωής και των προφορικών μορφών σκέψης ... Αυτό που ξεκίνησε με την εγγραμματοσύνη του Ομήρου ήταν μια διαδικασία διάβρωσης της 'προφορικότητας', η οποία συνεχίσθηκε για πολλούς αιώνες της ευρωπαϊκής ιστορίας" [The Alphabetization of Homer]
 
            Η σημασία της καμπής στην ιστορία του πολιτισμού που συμβολίζει ο Όμηρος δεν μπορεί να υπερεκτιμηθεί. Από την εποχή της Ιλιάδας και της Οδύσσειας ο ευρωπαϊκός πολιτισμός είναι ένας γραπτός και κειμενικός πολιτισμός, που διατηρεί και διαρκώς συσσωρεύει με τη βοήθεια της γραφής το σύνολο των γνώσεων, των ικανοτήτων και των στόχων του. Έτσι προστατεύεται από τη λήθη, αλλά είναι καταδικασμένος να υπερβαίνει κάθε φορά τον εαυτό του. Οι συνέπειες αυτής της κειμενικότητας για την εξέλιξη, την παρούσα κατάσταση και τις προοπτικές της σύγχρονης κοινωνίας γίνεται στις μέρες μας αντικείμενο εντατικής μελέτης, ιδίως στις Η.Π.Α.
 
Είναι φυσικό επακόλουθο αυτή η νέα επικαιρότητα του Ομήρου, που οφείλεται στον ρόλο που διαδραμάτισε στην ιστορία του πολιτισμού, να έχει προκαλέσει ένα νέο ενδιαφέρον για την ιδιαιτερότητα της ποίησής του. Η χαρακτηριστική φυσιογνωμία και η εξέλιξη ενός εγγράμματου πολιτισμού προκαθορίζονται συχνά από τον χαρακτήρα του κειμένου που βρίσκεται στην αφετηρία του. Στην περίπτωση της Ιλιάδας και της Οδύσσειας ο ιδιαίτερος χαρακτήρας του κειμένου προκαθορίστηκε από ένα βασικό εξωτερικό γεγονός. Όταν οι Έλληνες θεμελίωσαν (ασυναίσθητα) τον 8ο αι. τη συγκεκριμένη μορφή της κειμενικότητας και της εγγράμματης συνείδησης που υφίσταται ως σήμερα, το έκαναν με μια πράξη επιλογής. Δύο εγγράμματοι πολιτισμοί με περισσότερα από δύο χιλιάδες χρόνια ιστορίας προσφέρονταν για πρότυπα —ο πολιτισμός της Μέσης Ανατολής και ο πολιτισμός της Αιγύπτου· καθένας από αυτούς είχε παραγάγει λογοτεχνικά κείμενα διόλου ευκαταφρόνητης αξίας. Η ύπαρξη και των δύο λογοτεχνιών ήταν γνωστή στους Έλληνες αυτής της εποχής, όπως αποδεικνύεται από την υιοθέτηση μοτίβων τους τόσο στην Ιλιάδα όσο και στην Οδύσσεια. Ειδικά η αραμαϊκή-φοινικική παραλλαγή αυτών των εγγράμματων πολιτισμών πρέπει να άσκησε επίδραση στους Έλληνες, αφού οι Έλληνες υιοθέτησαν από τους Φοίνικες το ίδιο το όργανο της εγγραμματοσύνης, τη γραφή. Το εύρος της αραμαϊκής-φοινικικής λογοτεχνίας (που ως επί το πλείστον είναι γραμμένη σε δερμάτινους κυλίνδρους) ήταν ήδη αξιοσημείωτο τον 8ο αι. Η διαμόρφωση της λογοτεχνικής συνείδησης της Ευρώπης ίσως να είχε πάρει διαφορετική κατεύθυνση, αν οι Έλληνες ενεργούσαν τότε όπως ενήργησαν αργότερα οι Ετρούσκοι, οι Ρωμαίοι και οι διάδοχοί τους στον Μεσαίωνα· όλοι αυτοί υιοθέτησαν μαζί με τη γραφή και τη λογοτεχνία από τους εκάστου δασκάλους τους. Με αυτόν τον τρόπο κατέστη δυνατή η ενιαία λογοτεχνική συνείδηση της Ευρώπης από τον Όμηρο ως τη σύγχρονη εποχή. Οι Έλληνες ήταν οι μόνοι που αποφάσισαν διαφορετικά. Απομόνωσαν το όργανο από τα προϊόντα του και το αξιοποίησαν για τη δημιουργία της δικής τους λογοτεχνίας. Τα έργα που τοποθέτησαν στην αρχή αυτής της λογοτεχνικής εξέλιξης δεν αποτελούσαν ξένες εισαγωγές αλλά δημιουργήματα του δικού τους πνεύματος- ήταν η Ιλιάδα και η Οδύσσεια.
 
Η ποιητική αξία των ομηρικών επών
 
Όπως είναι φυσικό, με αυτή την απόφαση δημιουργήθηκαν μόνον οι προϋποθέσεις για την επίδραση του Ομήρου. Τα ομηρικά έπη θα μπορούσαν να ήταν σε τέτοιο βαθμό προϊόντα της εποχής τους, ώστε μια ή δυο γενιές αργότερα να μη θεωρούνται πλέον επίκαιρα και ελκυστικά. Το γεγονός ότι ακόμη και σήμερα, 27 αιώνες αργότερα, μπορεί κανείς να μιλήσει για την "εξέλιξη του γραπτού πολιτισμού μας που είναι καθορισμένη από τον Όμη­ρο" [Wimmel], αποδεικνύει ότι τα πράγματα ήταν ακριβώς αντίθετα. Από την πρώτη στιγμή η επίδραση του Ομήρου στηρίχτηκε ακριβώς στο γεγονός ότι η ποίησή του υπερέβαινε το πρόσκαιρο, βασιζόταν δηλαδή σε μια διαχρονική ποιότητα. Η ιστορία της πρόσληψης του Ομήρου από τους ίδιους τους Έλλη­νες, τους Ρωμαίους και τη σύγχρονη εποχή αποδεικνύει αυτή την προφανή διαχρονική ποιότητα του Ομήρου, ιδίως σε εκείνες τις περιπτώσεις που επιχειρήθηκε η αμφισβήτησή της. Η απόφαση των Ελλήνων του 8ου αι. αποδεικνύεται τελικά λιγότερο ως απο­τέλεσμα τύχης και περισσότερο ως κάτι το αναπόφευκτο.
 
           Αν όμως η κύρια αιτία για τη μακραίωνη επίδραση του Ομήρου είναι η ποιητική αξία των επών του, τότε το πραγματικό "ομηρικό ζήτημα" δεν πρέπει να αφορά τη γένεση της Ιλιάδας και της Οδύσσειας αλλά την ουσία αυτής της αξίας. Έτσι, στο επίκεντρο της προκείμενης μελέτης έχει τεθεί το έργο ως ποιητικό δημιούργημα και αισθητικό φαινόμενο το ερώτημα για το πώς προέκυψε το έργο αυτό τίθεται στο περιθώριο. Ο σύγχρονος αναγνώστης του Ομήρου καλείται να προσλάβει τα ομηρικά έπη όπως ακριβώς τα προσελάμβανε το αρχικό κοινό του Ομήρου.
 
Όμηρος, ο σύγχρονός μας
 
          Τα τελευταία χρόνια σπαταλήθηκε πολύς κόπος, ιδιαίτερα στη Γερμανία, προκειμένου να εξηγηθεί πόσο απόμακρος μάς είναι πια ο Όμηρος. Έγινε λόγος για την "ετερότητα" του Ομήρου, για τον ανεπίκαιρο χαρακτήρα του, για την "εντέλει απρόσιτη διαφορετικότητα" της ομηρικής κοινωνίας [Wickert-Micknat]. Πίσω από τέτοιες εκφράσεις κρύβεται πάνω από όλα η υπερεκτίμηση της δικής μας μοναδικότητας (που μοιάζει όμως παράλογη από την οπτική γωνία των 600.000 ετών της ανθρώπινης ιστορίας). Η χρονική απόσταση που μας χωρίζει από τον Όμηρο ανέρχεται σε λίγο περισσότερο από 80 γενιές. Η διαφορά όμως ανάμεσα στον Όμηρο και σε εμάς, που γίνεται φανερή κυρίως στις εξωτερικές δομές, εκμηδενίζεται μπροστά στα στοιχεία που είναι προφανές ότι παρέμειναν αναλλοίωτα. Κάθε αναγνώστης θα ανακαλύψει μόνος του ό,τι παρέμεινε αμετάβλητο στην ανθρώπινη φύση, δηλαδή ως προς τη σκέψη, τα συναισθήματα, τις αξίες και τους στόχους (λ.χ. ως προς τη σημασία της επίδοσης, της επιτυχίας, της ομορφιάς, της χάρης στους τρόπους συμπεριφοράς και στην έκφραση, παράλληλα όμως και ως προς τη σημασία της υπερηφάνειας, της αυτοεκτίμησης και της αίσθησης της αξιοπρέπειας). Στα κεφάλαια που ακολουθούν θα γίνουν, όπως ελπίζω, ορατές ορισμένες εντυπωσιακές ομοιότητες ως προς το ποιητικό αποτέλεσμα: η βούληση και η ικανότητα του Ομή­ρου να συνθέτει στοχαστικά, να δομεί το υλικό του λογικά αλλά όχι και απλοϊκά, να παρουσιάζει τα κίνητρα των ηρώων με τρόπο έλλογο και παρ' όλα αυτά εξαιρετικά διαφοροποιημένο, να ηθογραφεί ολοκληρωμένους χαρακτήρες με διαφορετικό βαθμό πολυπλοκότητας, να σχεδιάζει συγκρούσεις και να τις διευθετεί με πειστικό τρόπο —με δυο λόγια, η βούληση και η ικανότητα να αποδίδει και να νοηματοδοτεί τον κόσμο με τη βοήθεια του έντεχνου λόγου.Αν ο Όμηρος είχε όντως στο μεταξύ γίνει ξένος, τότε η επο­χή μας δεν θα μπορούσε να αναγνωρίσει τον εαυτό της στο έργο τόσο εύκολα όπως συμβαίνει στο πλαίσιο του σύγχρονου προβληματισμού της ιστορίας των ιδεών που αφορά τις απαρχές της ευρωπαϊκής μας ταυτότητας. Το καινούριο ενδιαφέρον για τον Όμηρο δεν είναι τελικά τίποτε άλλο παρά η εκ νέου ανακάλυψη της ουσιαστικής συγγένειας μεταξύ αρχαίου και σύγχρονου κόσμου, μιας συγγένειας που φαινόταν να έχει λησμονηθεί όσο γινόταν λόγος για μια μη αναστρέψιμη ιστορική αποξένωση.

Ο Ξενοφώντας και η αρχή του τέλους για τους Σπαρτιάτες

Μετά την καταστροφή της Ολύνθου και τη μετατροπή της Θήβας σε προτεκτοράτο οι Λακεδαιμόνιοι θεώρησαν ότι πλέον δεν έχουν τίποτε να φοβηθούν. Βρισκόμαστε μπροστά στα παιχνίδια της ιστορίας που θέλουν την ισχύ να κάνει τα πάντα για την εδραίωσή της και τελικά να ανατρέπεται ακριβώς λόγω των ενεργειών, που υποτίθεται ότι θα την κατοχύρωναν.

Ο Ξενοφώντας ανάγει τις ανατροπές αυτού του είδους στη βούληση των θεών: «Πολλά παραδείγματα θα μπορούσε κανείς ν’ αναφέρει από την ιστορία των Ελλήνων και των βαρβάρων, για να δείξει ότι οι θεοί δεν αφήνουν ατιμώρητη την ασέβεια και τις ανόσιες πράξεις… Οι Λακεδαιμόνιοι, που είχαν ορκιστεί ν’ αφήσουν τις πόλεις ανεξάρτητες και μολοντούτο είχαν καταλάβει την ακρόπολη της Θήβας, τιμωρήθηκαν – αυτοί, που ποτέ πριν δεν είχαν νικηθεί από κανένα – από μόνους τους ίδιους εκείνους ανθρώπους που αδίκησαν». (5,4,1).

Ο Θουκυδίδης δε θα συμμεριζότανε ποτέ αυτή την άποψη. Οι εξελίξεις της ιστορίας είναι καθαρά υπόθεση των ανθρώπων και οι νόμοι που την κινούν δεν έχουν καμία σχέση με τους θεούς. Στην περίπτωση της Θήβας μια συνωμοσία ελάχιστων ανθρώπων στάθηκε αρκετή. Ο Φιλλίδας, γραμματέας των πολεμάρχων της Θήβας και άνθρωπος υψίστης εμπιστοσύνης για το καθεστώς, πήγε στην Αθήνα και συνάντησε έναν παλιό του γνωστό, το Μέλωνα, που ήταν εκεί εξόριστος: «Κάνοντάς του ερωτήσεις σχετικά με την τυραννία του πολεμάρχου Αρχία και του Φιλίππου, ο Μέλων κατάλαβε πως ο άλλος μισούσε το καθεστώς πιο πολύ απ’ ότι κι ο ίδιος· τότε αντάλλαξαν υποσχέσεις και συμφώνησαν πώς έπρεπε να ενεργήσουν». (5,4,2).

Από κει και πέρα οι εξελίξεις ήταν καταιγιστικές. Ο Μέλων με άλλους έξι (ανάμεσά τους και ο Πελοπίδας), οπλισμένοι μονάχα με μαχαίρια, πέρασαν νύχτα τα σύνορα της Θήβας και κατάφεραν να μπουν στην πόλη, όπου τους φιλοξένησε κάποιος Χάρων: «Ο Φιλλίδας είχε αναλάβει να οργανώσει για τους πολεμάρχους μια γιορτή προς τιμήν της Αφροδίτης, μ’ αφορμή τη λήξη της θητείας τους· ανάμεσα στ’ άλλα λοιπόν, καθώς ήταν καιρός που τους υποσχόταν να τους φέρει τις πιο φιγουράτες κι όμορφες γυναίκες της Θήβας, είπε ότι θα τις έφερνε με τούτη την ευκαιρία». (5,4,4).

Τα υπόλοιπα ήταν θέμα υπομονής. Μόλις οι πολέμαρχοι μέθυσαν κι άρχισαν να φωνάζουν ότι θέλουν τις γυναίκες, ο Φιλλίδας, αφού εξασφάλισε την αποχώρηση όλων των υπηρετών, αντί για γυναίκες έφερε τους έξι συνωμότες ντυμένους με γυναικεία ρούχα εξοντώνοντας όλους τους πολεμάρχους: «Αυτή είναι η μία εκδοχή για τον θάνατο των πολεμάρχων· σύμφωνα πάλι με άλλη, οι άνθρωποι του Μέλωνος μπήκαν σαν εύθυμη τάχα συντροφιά, και τους σκότωσαν». (5,4,7).

Το σίγουρο είναι ότι αμέσως μετά ο Φιλλίδας μαζί με τρεις συνωμότες, πήγαν στο σπίτι του Λεοντιάδη και τον σκότωσαν υποχρεώνοντας με απειλές τη γυναίκα του να σωπάσει. Ακολούθως πήγαν στη φυλακή, σκότωσαν το δεσμοφύλακα, απελευθέρωσαν τους κρατουμένους και τους έδωσαν όπλα. Κι όχι μόνο αυτό, αλλά ειδοποίησαν και τους δύο Αθηναίους στρατηγούς, που ήταν κοντά στα σύνορα, οι οποίοι ανταποκρίθηκαν στο κάλεσμα.

Ο Λακεδαιμόνιος αρμοστής που είχε τη φρουρά στην ακρόπολη ήρθε σε πολύ δύσκολη θέση. Έστειλε αμέσως πρέσβη, για να ζητήσει βοήθεια από την Πλάταια, αλλά, όταν έφτασαν οι Πλαταιείς, βγήκε το θηβαϊκό ιππικό και τους απομάκρυνε. Οι υπερασπιστές της ακρόπολης ήταν αδύνατο να αντισταθούν στην ορμή και την τεράστια αριθμητική υπεροχή των αντιπάλων. Τελικά συνθηκολόγησαν και παρέδωσαν την ακρόπολη με αντάλλαγμα να τους αφήσουν να φύγουν. Οι Θηβαίοι έσφαξαν όλους αυτούς που θεωρούσαν εχθρούς τους, καθώς και τα παιδιά τους: «Σαν τα ‘μαθαν αυτά οι Λακεδαιμόνιοι θανάτωσαν τον αρμοστή που είχε εγκαταλείψει την ακρόπολη αντί να περιμένει ενίσχυση, και κήρυξαν επιστράτευση εναντίον των Θηβαίων». (5,4,13).

Η ειρήνη του Ανταλκίδα παύει κι επισήμως. Βρισκόμαστε στο 379 π. Χ. όταν η Σπάρτη έστειλε τον Κλεόμβροτο εναντίον της Θήβας «μ’ όλο που ήταν μέσα στον βαρύ χειμώνα». (5,4,14). Εκείνος στο δρόμο για τις Πλαταιές κατάφερε να εξοντώσει σχεδόν και τους εκατόν πενήντα Θηβαίους – όλοι από την ομάδα των κρατουμένων που είχαν αποφυλακιστεί –, οι οποίοι ήρθαν να τον αντιμετωπίσουν. Τελικά στρατοπέδευσε για δεκαέξι μέρες στις Κυνός Κεφαλές κι αφού άφησε ως αρμοστή στις Θεσπιές το Σφοδρία επέστρεψε στην πατρίδα. Τα πράγματα είχαν τέτοια τροπή που ο στρατός «αναρωτιόταν με πολλή απορία αν είχαν πόλεμο ή ειρήνη με τους Θηβαίους – γιατί τους οδήγησε βέβαια ο Κλεόμβροτος στο θηβαϊκό έδαφος, αλλά ξανάφυγε προκαλώντας όσο μπορούσε λιγότερες ζημιές». (5,4,16).

Όμως, αν οι Λακεδαιμόνιοι βρίσκονταν σε αμηχανία μην ξέροντας κατά πόσο κάνουν πόλεμο με τη Θήβα ή όχι, οι Θηβαίοι δεν είχαν την ελάχιστη αμφιβολία. Βρίσκονταν ξεκάθαρα σε εμπόλεμη διαμάχη και είχαν σχεδόν πανικοβληθεί, γιατί καταλάβαιναν ότι θα πολεμήσουν τους Σπαρτιάτες εντελώς μόνοι, χωρίς την παραμικρή συμμαχική βοήθεια.

Και οι βλέψεις τους ήταν κυρίως προς την Αθήνα: «Οι Αθηναίοι ωστόσο, βλέποντας ότι οι Λακεδαιμόνιοι ήταν δυνατοί κι ότι ο πόλεμος δεν γινόταν πια στο έδαφος της Κορίνθου, αλλά οι Λακεδαιμόνιοι περνούσαν πλάι στην Αττική για να εισβάλουν στη Θήβα, τόσο πολύ φοβήθηκαν, ώστε δίκασαν τους δύο στρατηγούς που είχαν μυηθεί στην επανάσταση του Μέλωνος εναντίον των οπαδών του Λεοντιάδη· τον έναν τον θανάτωσαν και τον άλλον, που δεν έμεινε να δικαστεί, τον εξόρισαν». (5,4,19).

Το μόνο που έμενε για τους Θηβαίους ήταν να εκμαιεύσουν την εμπλοκή της Αθήνας. Με το στόχο αυτό πείθουν (ο Ξενοφώντας αναφέρει πως «υπήρχε μάλιστα η υποψία ότι τον πλήρωσαν») (5,4,20) το Σπαρτιάτη αρμοστή που άφησε ο Κλεόμβροτος στις Θεσπιές, το Σφοδρία, «να εισβάλει στην Αττική και να προκαλέσει πόλεμο ανάμεσα στους Αθηναίους και στους Λακεδαιμονίους» (5,4,20).

Όταν ο Σφοδρίας λεηλάτησε την αττική γη, προκλήθηκε τέτοια έκπληξη που οι δύο πρέσβεις των Λακεδαιμονίων που βρίσκονταν στην Αθήνα, ο Αριστόλοχος και ο Ώκυλλος, δεν ήξεραν τι να πουν. Αφού φυλακίστηκαν δήλωσαν στους Αθηναίους ότι επρόκειτο σίγουρα για λάθος, ότι οι αρχές της Σπάρτης ήταν αδύνατο να γνωρίζουν τις ενέργειες του Σφοδρία κι ότι, χωρίς αμφιβολία, θα τον καλούσαν πίσω και θα τον καταδίκαζαν σε θάνατο. Μόνο μετά από αυτές τις διαβεβαιώσεις αφέθηκαν ελεύθεροι.

Κατόπιν αυτών οι Αθηναίοι ήταν σε επιφυλακή και περίμεναν να μάθουν τα νέα από τη Σπάρτη: «Οι έφοροι ανακάλεσαν το Σφοδρία με κατηγορία που συνεπαγόταν θάνατο». (5,4,24). Όμως, ενώ όλοι παραδέχονταν την ενοχή του κι όλα έδειχναν ότι δεν υπήρχε περίπτωση να γλυτώσει – ο ίδιος ο Σφοδρίας δεν επέστρεψε θεωρώντας βέβαιο ότι θα τον εκτελέσουν – ο Αγησίλαος λόγω του ότι ο γιός του ο Αρχίδαμος ήταν στενός φίλος με το γιο του Σφοδρία, τον Κλεώνυμο, και δείχνοντας αδυναμία στις παρακλήσεις του γιου του αποφάσισε – προκαλώντας κατάπληξη – να πάρει το μέρος του Σφοδρία: «… είναι δύσκολο να θανατώσουμε έναν τέτοιον άνθρωπο που και σαν παιδί και σαν έφηβος και σαν νέος έδειξε τόσο λαμπρή διαγωγή, γιατί η Σπάρτη έχει ανάγκη από τέτοιους στρατιώτες». (5,4,32).

Γνωρίζοντας ότι ο Αγησίλαος ήταν ο κύριος πολέμιος του Σφοδρία – οι οπαδοί του Κλεόμβροτου θα ήθελαν να τον αθωώσουν γιατί ανήκαν στην ίδια παράταξη, αλλά φοβούνταν την αντίδραση του Αγησιλάου, όπως και του κόσμου – και με δεδομένο το μεγάλο κύρος του στην πόλη γίνονται αντιληπτοί οι λόγοι που ο Σφοδρίας μπόρεσε να ξεφύγει. Ο Ξενοφώντας σημειώνει: «… αν και απείθησε» (ο Σφοδρίας εννοείται) «και δεν παρουσιάστηκε στη δίκη, αθωώθηκε. Πολλοί έκριναν ότι αυτή η δικαστική απόφαση ήταν η πιο άδικη που είχε βγει ποτέ στη Λακεδαίμονα». (5,4,24).

Η απόφαση αυτή όχι μόνο «ήταν η πιο άδικη», αλλά ήταν και εξαιρετικά επικίνδυνη. Παρακολουθούμε το δεύτερο μεγάλο λάθος των Λακεδαιμονίων – μετά την υπόθεση της Θήβας –, που θα οδηγήσει σε νέα σύρραξη του αρχαιοελληνικού κόσμου με οδυνηρές συνέπειες για τη Σπάρτη. Ακόμη κι αν κάποιος αμφισβητήσει ότι η στάση του Αγησιλάου οφείλεται στη φιλία του γιου του – θεωρώντας πως η εκδοχή αυτή φαντάζει απλοϊκή –, έχει ελάχιστη σημασία. Όποιος κι αν ήταν ο λόγος που επηρέασε τον Αγησίλαο είναι αδύνατο να συγκαλυφθεί η σπαρτιατική αλαζονεία, καθώς η Σπάρτη θεωρεί ότι μπορεί να εισβάλει στις περιοχές των άλλων και να τις λεηλατεί, ενώ υπάρχει ειρήνη, χωρίς να δώσει κανένα λόγο.

Η τιμωρία του Σφοδρία δε θα ήταν μόνο δίκαιη, αλλά θα λειτουργούσε κι εκτονωτικά στις σχέσεις με τους Αθηναίους. Γιατί εδώ δε μιλάμε για ένα αδίκημα, αλλά για ένα διπλωματικό επεισόδιο, το οποίο οι Σπαρτιάτες γνώριζαν πολύ καλά από τους δύο πρέσβεις (Αριστόλοχο και Ώκυλλο), που γύρισαν μόλις από την Αθήνα.

Η έλλειψη διάθεσης να δοθεί έστω η ελάχιστη εξήγηση είναι το απροκάλυπτο της ισχύος, που νιώθει ότι δεν μπορεί να κινδυνεύσει από τίποτα. Κι αυτού του είδους η δράση δεν μπορεί παρά να γεννήσει την αντίδραση: «… η φιλοβοιωτική ομάδα στην Αθήνα τόνιζε στον λαό ότι οι Λακεδαιμόνιοι όχι μόνο δεν είχαν τιμωρήσει τον Σφοδρία, αλλά και τον είχαν επαινέσει για την ενέργειά του εναντίον της Αθήνας. Τότε οι Αθηναίοι έχτισαν πύλες στον Πειραιά και βάλθηκαν να ναυπηγούν πλοία, ενώ ταυτόχρονα έστελναν με μεγάλη προθυμία ενισχύσεις στους Βοιωτούς». (5,4,34).

Οι Θηβαίοι είχαν πετύχει το σκοπό τους. Αν η προβοκάτσια του Σφοδρία ήταν γι’ αυτούς αναγκαία συνθήκη, η σπαρτιατική υπεροψία ήταν πραγματικό δώρο. Τα στρατόπεδα ήταν και πάλι έτοιμα. Οι Σπαρτιάτες παρακαλούν τον Αγησίλαο να αναλάβει για μια ακόμη φορά την ηγεσία του στρατού.

Ο Αγησίλαος ήξερε καλά ότι δε θα ήταν εύκολο να περάσει από τον Κιθαιρώνα, για να εισβάλει στη Θήβα: «… μαθαίνοντας ότι οι Κλητόριοι πολεμούσαν τους Ορχομενίους κι είχαν προσλάβει μισθοφόρους συνεννοήθηκε μαζί τους ώστε να ‘χει στη διάθεσή του τους μισθοφόρους αν τους χρειαστεί… προτού ακόμα φτάσει ο ίδιος στην Τεγέα, μήνυσε στον αρχηγό των μισθοφόρων των Κλητορίων να καταλάβουν τον Κιθαιρώνα, δίνοντάς τους και μισθό για ένα μήνα. Στους Ορχομενίους πάλι είπε να σταματήσουν τον πόλεμο όσο θα διαρκούσε η δική του εκστρατεία: αν τυχόν, κατά τη διάρκειά της, μια πόλη κινούσε να χτυπήσει άλλην, θα βάδιζε εναντίον της σύμφωνα με την απόφαση των συμμάχων». (5,4,36-37).

Αφού πέρασε τον Κιθαιρώνα και μπήκε στο έδαφος της Θήβας, είδε ότι είχαν περιφράξει και περιχαρακώσει όλη την περιοχή. Πίσω από τα χαρακώματα βρίσκονταν Θηβαίοι στρατιώτες, που ακολουθούσαν τις κινήσεις του, για να εμποδίσουν την επέλασή του. Πρώτα λεηλατήθηκε η γη έξω από τα χαρακώματα. Αμέσως μετά με μια αιφνιδιαστική κίνηση του στρατεύματος πέρασε το χαράκωμα ξημερώματα «την ώρα που ήταν ακόμα αφύλακτο» (5,4,41) και κατέστρεψε καίγοντας τη γη μέχρι την πόλη. Μετά απ’ αυτά επέστρεψε στις Θεσπιές, όρισε αρμοστή το Φοιβίδα, απέλυσε τα συμμαχικά στρατεύματα και γύρισε με τα δικά του στη Σπάρτη.

Ο Φοιβίδας έκανε επιδρομές στη γη της Θήβας καταστρέφοντας ό,τι είχε αφήσει ο Αγησίλαος. Τελικά δέχτηκε οργανωμένη επίθεση από τους Θηβαίους, την οποία, ενώ αρχικά φάνηκε να ελέγχει και κυνηγούσε το αντίπαλο ιππικό, στην αντεπίθεση που έγινε δεν μπόρεσε να ανταποκριθεί. Ο ίδιος σκοτώθηκε και ο στρατός είχε μεγάλες απώλειες. Η εξέλιξη αυτή έδωσε θάρρος στους Θηβαίους που άρχισαν εκστρατείες εναντίον των Θεσπιών και των γύρω περιοχών.

Με τον ερχομό της άνοιξης η Σπάρτη έστειλε και πάλι τον Αγησίλαο, που για δεύτερη φορά έπρεπε να λύσει το πρόβλημα του Κιθαιρώνα: «… έστειλε και πρόσταξε τον πολέμαρχο που βρισκόταν στις Θεσπιές να πάει πρώτος να καταλάβει την κορφή πάνω από το δρόμο του Κιθαιρώνα και να τη φρουρήσει ώσπου να ‘ρθει ο ίδιος». (5,4,47).

Προσποιούμενος ότι θα πάει στις Θεσπιές ξεγέλασε τους Θηβαίους – που έστειλαν όλο το στρατό να τον περιμένει εκεί – και κίνησε για τις Ερυθρές. Βρίσκοντας το περίφραγμα αφύλακτο πέρασε στο έδαφος της Θήβας από το Σκώλο, το σημείο που είχε περάσει και την προηγούμενη φορά. Κυριολεκτικά διέλυσε την ύπαιθρο και οι Θηβαίοι φοβήθηκαν ακόμη και για την πόλη τους. Όταν οι Θηβαίοι ήρθαν να τον αντιμετωπίσουν, απέφυγε να δώσει μάχη και με ελιγμό κατάφερε να τους αποφύγει. Επέστρεψε και πάλι στις Θεσπιές, πρόλαβε τις ακρότητες που ετοίμαζε η φιλολακωνική μερίδα – σχεδίαζαν να σκοτώσουν τους πολιτικούς τους αντιπάλους – και μέσω του Κιθαιρώνα γύρισε στη Σπάρτη.

Όμως, στο δρόμο της επιστροφής, όταν ήταν κοντά στα Μέγαρα ακολουθώντας το δρόμο για το Αρχείο «έσπασε κάποια φλέβα του και το αίμα μαζεύτηκε από το κορμί του στο γερό του πόδι. Επειδή η κνήμη του πρήστηκε υπερβολικά κι οι πόνοι ήταν αφόρητοι, κάποιος Συρακούσιος γιατρός του άνοιξε τη φλέβα κοντά στον αστράγαλο· όταν όμως άρχισε η αιμορραγία, συνεχίστηκε νύχτα και μέρα και τίποτε δεν μπορούσε να τη σταματήσει, ώσπου ο Αγησίλαος λιποθύμησε· τότε μόνο έπαψε η αιμορραγία. Έτσι λοιπόν τον μετέφεραν στη Λακεδαίμονα, όπου έμεινε άρρωστος το υπόλοιπο καλοκαίρι και τον χειμώνα». (5,4,58).

Στο μεταξύ, οι Θηβαίοι, που είχαν να δουν σοδειά κοντά δυο χρόνια, είχαν μεγάλη έλλειψη σιταριού. Ενώ, όμως, έστειλαν πλοία στις Παγασές κι αγόρασαν, ο Αλκέτας, που ήταν φρούραρχος του Ωρεού πήγε με τρία πολεμικά πλοία, τους άρπαξε το σιτάρι και τους «φυλάκισε στην ακρόπολη, όπου έμενε ο ίδιος. Ωστόσο ο Αλκέτας είχε στην ακολουθία του, καθώς έλεγαν, ένα αγόρι από τον Ωρεό – όμορφο κι άξιο παλικάρι – και κατέβαινε από την ακρόπολη για να το συναντάει». (5,4,57).

Η αμέλειά του αυτή έδωσε την ευκαιρία στους φυλακισμένους να καταλάβουν την ακρόπολη και να πάρουν με το μέρος τους ολόκληρη την πόλη με αποτέλεσμα να εισάγουν ανεμπόδιστα σιτάρι στη Θήβα. Από την άλλη ο Κλεόμβροτος, που ηγήθηκε την εκστρατεία την επόμενη άνοιξη, μια και ο Αγησίλαος αδυνατούσε, δεν έλαβε τις κατάλληλες προφυλάξεις στον Κιθαιρώνα και ηττήθηκε από τις δυνάμεις των Θηβαίων και των Αθηναίων, που τον περίμεναν στην κορυφή: «Ύστερα απ’ αυτό ο Κλεόμβροτος έκρινε πως ήταν αδύνατον να περάσει για να κατευθυνθεί στη Θήβα· πήρε λοιπόν πίσω το στρατό και τον απέλυσε». (5,4,59).

Τα γεγονότα αυτά ανάγκασαν την πελοποννησιακή συμμαχία να συσκεφτεί στη Σπάρτη και να αποφασίσει την κλιμάκωση του πολέμου. Επάνδρωσαν εξήντα πλοία και με ναύαρχο τον Πόλλι επιχείρησαν τον αποκλεισμό της Αθήνας. Οι Αθηναίοι βρέθηκαν πράγματι σε δύσκολη θέση, καθώς τα σιταγωγικά τους καράβια δεν είχαν πλέον καμία πρόσβαση στην πόλη: «Τότε οι Αθηναίοι κατάλαβαν πως δεν μπορούσαν να κάνουν διαφορετικά, μπήκαν οι ίδιοι στα πλοία κι έδωσαν ναυμαχία εναντίον του Πόλλι, όπου με αρχηγό τον Χαβρία νίκησαν. Έτσι έφτασε σιτάρι στην Αθήνα». (5,4,61).

Από τη μεριά τους οι Θηβαίοι ζήτησαν από τους Αθηναίους να στείλουν στρατό στα παράλια της Πελοποννήσου, μεταφέροντας το μέτωπο εκεί. Με τον τρόπο αυτό θα πίεζαν περισσότερο τη Σπάρτη και θα απέτρεπαν τις εκστρατείες προς την περιοχή τους: «Οι Αθηναίοι, αγανακτισμένοι με τους Λακεδαιμονίους για την υπόθεση του Σφοδρία, προθυμοποιήθηκαν να επανδρώσουν εξήντα πλοία και να τα στείλουν γύρω στην Πελοπόννησο, εκλέγοντας ναύαρχό τους τον Τιμόθεο». (5,4,63).

Ο Τιμόθεος, όχι μόνο έκανε το γύρο της Πελοποννήσου απειλώντας την περιοχή, αλλά με κίνηση αστραπή έφτασε μέχρι την Κέρκυρα την οποία και υπέταξε: «και καθώς ούτε πληθυσμούς υποδούλωσε, ούτε κανέναν εξόρισε, ούτε καθεστωτικές αλλαγές επέβαλε, κέρδισε τη συμπάθεια όλων των πόλεων της περιοχής». (5,4,64).

Οι ρόλοι έχουν αλλάξει από καιρό. Θα έλεγε κανείς ότι η τακτική του Τιμόθεου θυμίζει πολύ εκείνη του Βρασίδα, όταν έφτασε στη Χαλκιδική και τη Μακεδονία. Μόνο που τότε οι «κακοί» ήταν οι Αθηναίοι και ο Βρασίδας κέρδιζε τις συμπάθειες. Ο αρχαίος ελληνικός κόσμος, για μια ακόμη φορά, εγκλωβίζεται σε διαμάχες, που φαίνεται να μην έχουν τελειωμό.

Και σαν να μην έφταναν αυτά, οι Θηβαίοι αναλαμβάνουν σοβαρές πρωτοβουλίες: «Επειδή η Θήβα δεν είχε γνωρίσει εχθρική εισβολή ούτε τη χρονιά που διοικούσε τον στρατό ο Κλεόμβροτος ούτε τη χρονιά που περιπολούσε ο Τιμόθεος, οι Θηβαίοι πήραν θάρρος κι άρχισαν να εκστρατεύουν στις τριγύρω πόλεις και να τις κυριεύουν ξανά». (5,4,63). Τα πράγματα δεν πάνε καθόλου καλά για τη Σπάρτη.
 
Ξενοφώντος: «Ελληνικά»

Ο αόρατος εχθρός σου

Αποτέλεσμα εικόνας για εχθρός του εαυτουΗ προσπάθεια, η δυσκολία, το αφύσικο, το βάρος να κατηγορείς τον εαυτό σου, δεν σε βγάζει πουθενά. Δεν διορθώνεις τα πράγματα. Κοιτάς, με ένα «αυτιστικό» τρόπο τον εαυτό σου, τη ζωή σου, το παρελθόν σου, με την ελπίδα, αφενός να τον δικαιολογήσεις για την ανικανότητα και την αναποτελεσματικότητα του, αφετέρου να βρεις κάποια λύση στο αδιέξοδο ή το πρόβλημα, που δεν λέει να εξαφανιστεί ή να αλλάξει.

Όλο αυτό αρέσει στην «τετράγωνη λογική» σου, που ισχυροποιεί τις θέσεις της, ανεβάζει την ένταση μέσα σου και χτίζει «τούβλο – τούβλο» την ελλειμματική, εικονική πραγματικότητα που αντιλαμβάνεσαι και ζεις: την μόνη πραγματική για σένα! Κανείς και τίποτα δεν μπορεί να σε αμφισβητήσει. Άλλωστε, το κάνεις μόνος σου αυτό άπταιστα! Κανείς και τίποτα δεν μπορεί να αμφισβητήσει την πραγματικότητα που προβάλλεις και ταυτόχρονα ζεις.

Ο δρόμος έχει στρωθεί και το μόνο που απομένει είναι να προστίθενται κατηγορίες, τούβλα ασήκωτα, στην πραγματικότητά σου, ενώ ο κόσμος σου, μέσα και έξω, στενεύει και εχθρεύει, όλο και περισσότερο. Δεν υπάρχει καμία έξοδος διαφυγής, ενώ εσύ συνεχίζεις να συρρικνώνεσαι, να πολεμάς και κρυφά να περιμένεις ένα θαύμα, που δε λέει να’ ρθει.

Θα μπορούσε κάπου εδώ να γραφτεί το «ΤΕΛΟΣ» και θα είχες και την ικανοποίηση πως το ξέρεις, πως γνώριζες την έκβαση της ιστορίας. Όμως είναι η δική ΣΟΥ ιστορία και σε πονάει το τέλος, δεν σε λυτρώνει το «ξέρω» καθώς η ζωή σου μετατρέπεται σε άσκοπη πορεία/ύπαρξη.

Η ανατροπή, η ΠΛΗΡΗΣ και ολοκληρωτική ανατροπή, η καθολική λύτρωση και το θαύμα που περιμένεις μα δεν πιστεύεις, είναι δύσκολη. Μοιάζει σχεδόν αδύνατη και ανύπαρκτη. Όποιος διαφωνεί μαζί σου, απλά δεν την έχει πετύχει αυτή την ανατροπή ούτε γνωρίζει πώς να σε βγάλει από κει. Σίγουρα δεν είναι κάτι που μπορείς να σκεφτείς ή να κάνεις πράξη μόνη σου! Θα το είχες κάνει ήδη!

Τίποτα, ανάμεσα σε όλα αυτά που έχεις ήδη σκεφτεί και έχεις λειτουργήσει, δεν θα σε οδηγήσει εκεί. Είναι άσκοπο και παράλογο να το περιμένεις. Ο τρόπος που σκέφτεσαι είναι ΕΝΑΣ, καθορισμένος και δεν υπάρχει ΚΑΜΙΑ δύναμη στον κόσμο, που μπορεί να τον αλλάξει ή να τον διευρύνει, γιατί αυτή η δύναμη είσαι μόνο ΕΣΥ!

Όχι, όχι, ξέχνα την αλαζονεία της αυτονομίας και της ανεξαρτησίας που πιστεύεις πως έχεις. Ποτέ δεν υπήρξες αυτόνομος, ανεξάρτητος, κυρίαρχος, καθώς παραμένεις δέσμια των ανεξέλεγκτων (και απόλυτα δικαιολογημένων) συναισθημάτων σου, των τρομακτικών, καθηλωτικών σκέψεών σου, των αδικαιολόγητων (κατ’ εσένα) πράξεών σου, της ίδιας της ζωής που βλέπεις να κλείνει ασφυκτικά γύρω σου. Τα «αυτιά» σου έχουν εκπαιδευτεί να ακούνε μόνο όσα ταιριάζουν με τα όσα ήδη πιστεύεις, όσους ισχυροποιούν την πραγματικότητά σου ή λυπούνται μαζί σου, αφαιρώντας ακόμα περισσότερη, από την ήδη περιορισμένη σου ενέργεια. Η κόλαση έχει ήδη φτιαχτεί!

Ποιος είναι αυτός που θα τολμήσει να αμφισβητήσει την τετράγωνη λογική σου, την εξυπνάδα και την ευστροφία σου; Ποιος είναι αυτός που θα έχει το κουράγιο να εισχωρήσει στον τεράστιο, αδυσώπητο πόνο σου, που τρώει λίγο λίγο πολύ περισσότερο από «τις σάρκες σου»; Ποιος είναι αυτός που έχει τη δύναμη να γίνει εχθρός σου, διάολος μεταμορφωμένος και θεός μαζί, καταστροφέας και λυτρωτής ταυτόχρονα, με κίνδυνο να «πληρώσει» το τίμημα της απόφασής του αυτής;

Ναι, δεν πιστεύεις τίποτα απ’ όλα αυτά. Συνεχίζεις ακάθεκτα να λειτουργείς αυτά που ξέρεις, περιμένοντας διαφορετικά αποτελέσματα, κατηγορώντας τον εαυτό σου, παράλληλα με τους άλλους, οχυρώνοντας το Είναι σου πίσω από πρακτικές αυτό-προστασίας που σου στερούν την αγάπη και την αφθονία μαζί. Δεν το βλέπεις, δεν το αντιλαμβάνεσαι, μα το υπερασπίζεσαι με σθένος και επιμονή. Έως πότε; Με ποιο κόστος;

Κανείς δεν το γνωρίζει αυτό παρά μόνο Εσύ! Έχεις επιλέξει μια πορεία δύσκολη...

Οι αρχαίοι κίονες γίνανε πέτρες, για να χτιστούν οι τοίχοι των νέων ναών…

Μας δίδαξαν πως ο Χριστιανισμός ήρθε και συμπλήρωσε τον Ελληνισμό. Πως με τις νέες ιδέες κάλυψε τα κενά, θεράπευε τις ατέλειες και τα λάθη, ολοκλήρωσε την οπτική και τη θεωρία του, και βάθυνε τα αμμώδη και τα ρηχά της προβληματικής των Ελλήνων. Πως πράυνε τη σκληρότητα και μάλαξε την αγερωχία τους για τον άνθρωπο, στρογγύλεψε τις ακμές και τις οξείες της ελληνικής περηφάνειας, και ημέρωσε την τραχύτητα της ανθρώπινης πράξης.

Μ’ έναν λόγο, πως εξευγένισε τη γενική λειτουργία και έκφραση του βιοτικού τρόπου των Ελλήνων…

Διδάσκοντας οι δάσκαλοι τα αρχαία ελληνικά, μας έμαθαν να βλέπουμε ερμηνευτικά τους Έλληνες κάτω από τα τσακίσματα και τους ρυθμούς των χριστιανών. Αυτό σημαίνει, πως αν οι δάσκαλοι από την άποψη της ουσίας παραχάραξαν το ελληνικό νόμισμα, από την άποψη της μορφής ο τρόπος που ερμήνευαν στη συνέχεια τους Έλληνες ήταν να διαθέσουν το κίβδηλο χρήμα στην αγορά από όλες τις τράπεζες του κόσμου. Η υφήλιος γιόμισε κάλπικη μονέδα. Σύμφωνα με την τακτική αυτή, κάθε αποτίμηση ελληνικού στοιχείου έπρεπε να περνά μέσα από τους ηθμούς της χριστιανικής λογικής, της χριστιανικής ηθικής, και της χριστιανικής αισθητικής. Οι αρχαίοι κίονες γίνανε πέτρες, για να χτιστούν οι τοίχοι των νέων ναών…

Το δίκαιο των ανθρώπινων νόμων δεν είναι να μας χαρίζουν το μεγαλύτερο καλό, αλλά να μας φυλάγουν μέσα στο μικρότερο κακό. Ο νόμος των ανθρώπων δεν φιλοδοξεί να μου προσφέρει τον Παράδεισο. Του στέκεται αρκετό να αποτρέψει την Κόλαση να γκρεμιστεί απάνω μου. Μια βασική θέση των Ελλήνων, που είναι και η παιδαγωγική της φυσικότητας και της υγείας, λέει πως, είμαι ευτυχισμένος στο βαθμό που δεν είμαι δυστυχισμένος.

Αν θέλουμε να βρισκόμαστε σύμμετροι με την πραγματικότητα, και όχι με τις αφελείς επιθυμίες μας, τότε θα δεχθούμε ότι μέσα στην ανθρώπινη φύση περιπλεονάζει η φαυλότητα και το στοιχείο της άρνησης. Μία από τις δέκα θεμελιώδεις προτάσεις των Ελλήνων, που τη βάζουν μάλιστα και στο στόμα των εφτά σοφών, λέει: «Οι πλείστοι άνθρωποι κακοί». Και στη νεότερη εποχή το ίδιο νόημα μας το ‘δωκε η απαρηγόρητη διατύπωση του Χόμπς: «Ο άνθρωπος είναι λύκος για τον συνάνθρωπο». Σε μια τέτοια λοιπόν πραγματικότητα να πασχίζεις να εφαρμόσεις το «αγαπάτε αλλήλους» των χριστιανών είναι σαν να βάζεις φωτιά και να ζητάς να πυρπολήσεις τον χιονισμένο κάμπο…

Σχετικά με την αγάπη, την παρούσα στους χριστιανούς και την απούσα στους Έλληνες, αν θέλουμε να βρισκόμαστε σύμμετροι, όχι με την πλάνη και την υποκρισία, αλλά με την αλήθεια και την εντιμότητα, θα υποχρεωθούμε να αναδιατάξουμε τις θέσεις μας από τα θεμέλιά τους. Για τους Έλληνες αγάπη είναι η υποταγή στη φυσική και στην ηθική τάξη· αυτό που διαφορετικά το περιγράψανε με τη μεγαλώνυμη λέξη της Δίκης· να επιδικάζεις στον άνθρωπο την τιμή του· να μη γίνεσαι υπέρογκος και υβριστής απέναντι στους νόμους της φύσης και στους νόμους των ανθρώπων να κατέχεις και να δείχνεις τη νόστιμη και τη μέτρια ανθρωπιά· αυτό που οι Ευρωπαίοι ερμηνευτικά το βάφτισαν Ουμανισμό. Και όλα αυτά χωρίς γλυκασμούς και χωρίς ηχηρότητα. Με γνώση, με πίκρα και με βούληση.

Για τους Έλληνες, δηλαδή, αγάπη δε σημαίνει να δίνεις τον ένα από τους δύο χιτώνες σου. Αλλά να μην επιτρέπεις στον εαυτό σου να ‘χει τρεις χιτώνες, όταν ο διπλανός δεν έχει κανέναν. Η θέση των χριστιανών να δίνεις από τα δύο το ένα σε ‘κείνον που δεν έχει κανέναν, είναι η νοσηρή αντίδραση απέναντι στους νοσηρούς όρους. Η ελεημοσύνη δεν ταιριάζει στον αξιοπρεπή και τον περήφανο άνθρωπο. Γιατί ζητεί να λύσει το πρόβλημα προσωρινά, και εκ των ενόντων να «κουκουλώσει» μια κοινωνική αταξία. Ενώ η θέση των Ελλήνων να μην αποκτήσεις τρία, όταν ο δίπλα σου δεν έχει ούτε ένα, είναι η υγεία. Σου υποδείχνει να προλαβαίνεις στοχαστικά, για να μη χρειάζεσαι ύστερα να γιατροπορεύεις ατελέσφορα. Άλλωστε η θέση αυτή είναι, αλλιώτικα, η βάση εκείνης της υπέροχης σύλληψης στο κοινωνικό πρόβλημα, που οι Έλληνες την είπανε δημοκρατία. Ξέρεις άλλη λέξη με πιο αδρή, πιο γόνιμη, πιο πλούσια, πιο σοφή, και πιο έμορφη αν θέλεις ουσία από τη λέξη δημοκρατία; Εγώ δεν ξέρω. Και γράμματα γνωρίζω, που λένε στα δικαστήρια.

Αυτή την πρωταρχική συμπεριφορά των Ελλήνων, που προφταίνει να σε φυλάγει από τη διολίσθηση στο ηθικό χάος, ο Αριστοτέλης τη χάραξε σε μια πρόταση μαρμάρινη. Μοιάζει με τις εξισώσεις που διατυπώνουν οι μεγάλοι φυσικοί: «Ο αλτρουισμός», λέει, «είναι στον ίδιο βαθμό λανθασμένη προκατάληψη με τον εγωισμό». Ο αλτρουισμός των χριστιανών όμως δεν είναι τέτοιο δώρο. Αλλά είναι η πρόφαση για να διαιωνίζεται ο εγωισμός τους. Σκέφτηκες ποτέ πόσο ατιμωτική είναι για σένα η στιγμή που ελεείς το διακονιάρη; Πώς επιτρέπεις, και πώς ανέχεσαι την υπεροχή σου απέναντί του; Η ελεημοσύνη σου τον φτύνει καταπρόσωπα.

Οι χριστιανοί ποτέ δε θα μπορούσαν να πουν αυτό τον λόγο του Αριστοτέλη. Γιατί έρχονται να διακονήσουν την αρρώστεια. Δεν έρχονται να στεφανώσουν την υγεία. Η πρόταση του Αριστοτέλη είναι ο λόγος ο φυσικός και ο ολόκληρος. Αντίθετα, το «αγαπάτε αλλήλους» των χριστιανών είναι η θέση η μισή και η αφύσικη. Γιατί ο άνθρωπος δεν αγαπά μόνο, αλλά εξίσου μισεί. Πράγμα που είναι και το φυσικό και το καθημερινά συμβαίνον… Ένας άνθρωπος που δεν μπορεί να μισήσει ποτέ, μοιάζει με τη σκύλα που δεν μάχεται τον λύκο, σαν έρχεται επίβουλα στο μαντρί, αλλά ζευγαρώνει μαζί του. Έτσι όμως ποιος θα φυλάξει τα πρόβατα;

Επειδή η διδασκαλία των χριστιανών αγνόησε ή παράβλεψε αυτό το δεύτερο φυσικό μισό, η φύση και τα πράγματα την τιμώρησαν με τη χειρότερη τιμωρία. Την έκαμαν στα λόγια να γίνεται διδασκαλία απλότητας και αγάπης, και στην πράξη να μένει συμπεριφορά πονηρίας και μίσους. Αυτό το αναποδογύρισμα στα σκοτεινά το περιγράφει η περίφημη υποκρισία των χριστιανών, που συνέχεια τη βλέπουμε γύρω μας, και συνέχεια την παραβλέπουμε αδιάφορα. Η υποκρισία των χριστιανών μας είναι καθημερινή και βραδυνή και μεσημβρινή. Μας παραστέκει όπως το νερό που πίνουμε, και μας κυκλώνει όπως ο αέρας που ανασαίνουμε.

Θα φέρω δύο δείγματα, για να δείξω ότι αυτό το μίσος είναι η οξύτερη μορφή εχθροπάθειας, που μπόρεσε να ξεδιπλώσει η ανθρώπινη φύση. Το ένα δείγμα είναι η επινόηση της Κόλασης με τα βασανιστήρια της. Αναλογίστηκες ποτέ, τι σημαίνει την ώρα που πεθαίνει ο άνθρωπος να του φορτώνεις τον τρόμο του αιώνιου μαρτυρίου της Κόλασης; Η ώρα του θανάτου που κάποτε θα ‘ρθει για τον καθένα μας, ο θάνατος είναι η μοναδική σταθερά της ανθρώπινης φύσης, είναι μια ώρα απερίγραπτης τραγικότητας. Γιατί εκείνη τη φοβερή στιγμή ο άνθρωπος εξοφλεί την επιταγή της ζωής.

Εκείνη, λοιπόν, τη στιγμή της ανεκλάλητης χρείας και της φρικτής εγκατάλειψης είναι ακριβώς που διάλεξε η Εκκλησία να φορτώσει τον αφελή χριστιανό με τους αιώνιους τρόμους της Κόλασης:

Θα ζεις, του λέει, αιώνια κλεισμένος σ’ έναν πύρινο τάφο.

Να φορτώνεις λοιπόν τον άνθρωπο τον αφελή και τον αθώο κάπου, γιατί είναι το μεγάλο σου θύμα, με τέτοιες φρικτές φαντασίες την πανίερη και την υπέρτατη και τη φοβερή ώρα που ψυχομαχεί· την ώρα που δίνει την πιο άγρια μάχη -τί ‘ναι μπροστά της τα Γαυγάμηλα και οι Κάννες και η Μάχη των Εθνών!- να βγει η ψυχούλα του για να λυτρωθεί από την αγωνία του θανάτου. Ερωτώ: Ποιος σατανάς, ποιο ανθρώπινο τέρας, ποιος αρχιτέκτονας του σκότους και του ουαί θα μπορούσε να δείξει αγριότερο μίσος και να επινοήσει χειρότερο μαρτύριο για τους ανθρώπους;

Το άλλο δείγμα μου είναι το κείμενο του αφορισμού της Εκκλησίας. Ακούστε τις λέξεις, κοιτάχτε τις σκηνές, και μετρήστε το μίσος που υπάρχει στο τυπικό του αφορισμού, την ώρα που ξεστομίζεται από το ρύγχος του ιερέα: «Να είσαι αφωρισμένος, καταραμένος, και μετά θάνατον άλυτος. Αι πέτραι και ο σίδηρος να λυθούν, συ δε μηδαμώς. Να σχισθή η γη και να σε κοταπίη ως τον Δαθάν και τον Αβειρών. Να τρέμης επί γης ως ο Κάιν, και να απόκτησης την λέπραν του Γιεζή, και την αγχόνην του Ιούδα. Περιπλέον να έχης τας αράς των 318 θεοφόρων πατέρων».

Ναι. Τις κατάρες των θεοφόρων πατέρων! Οι άγιοι, δηλαδή, και ο θεός που φέρνουν μέσα τους, θεοφόροι για, δεν είναι άλλο παρά χολή και ανάθεμα, πίσσα, οργή, μισανθρωπία, βρασμός και βρυγμός και τριγμός, καταλαλιά και αποθηρίωση. Ίδε η θρησκεία της αγάπης! Οποίον τρομερόν όπλον! λέει ο άγιος Παπαδιαμάντης μας για τον αφορισμό. Κι ένας άλλος θα μπορούσε να προσθέσει: Και ενάντια σε τι ανθρώπους σφεντονίζεται!…

Αν διατάξει κανείς το πρόβλημα της σχέσης Ελληνισμού και Χριστιανισμού μετωπικά, και το κοιτάξει κατάματα, θα βρει να κρατήσει δύο κρατούμενα. Το ένα είναι πως η σύνθεση αυτών των δύο κοσμοθεωριών σε ενότητα συνιστά το ακρότατο σημείο του αφύσικου μέσα σε ολόκληρη την ιστορία του ανθρώπινου πνεύματος. Το άλλο είναι πως η απόπειρα να συνταιριαστούν αυτές οι δύο αταίριαστες ροπές δυνάμεων συνιστά την κατεξοχήν ερμηνευτική τερατωδία του ευρωπαϊκού πολιτισμού. Μεγαλύτερη πομφόλυγα, και πιο γελοίο τσαλίμι από αυτό που ονομάστηκε «Ελληνοχριστιανικός πολιτισμός» δε θα μπορούσε να σκαρφιστεί και να σκαρώσει ο άνθρωπος. Βλέπω έναν Τουρκαλβανό, με προβιά και τουλουπάνι, να πηδοκοπά και να λυγίζει χορεύοντας βαλς στα Χειμερινά Ανάκτορα της Πετρούπολης την εποχή του Στολύπιν…

Χαλκεύουμε και τεχνουργούμε το νέο άνθρωπο εκατό τοις εκατό πλαστικό, και εκατό τοις εκατό αφύσικο. Γιατί αφύσικη και πλαστική ως το μυελό των οστών της είναι τούτη η περιλάλητη ελληνοχριστιανική σύνθεση. Ενώστε το τραγί και την έλαφο, και θα ‘χετε τραγέλαφο. Παράλογα και αφύσικα, και πανούργα και γελοία, ανυπόστατα και καρκινοπαθή, και εγκληματικά και απάνθρωπα έργα του ανθρώπου ψάχνοντας θα βρούμε πολλά. Η έμπνευση όμως που είχαν κάποιοι να επιχειρήσουν τη μίξη του Ελληνισμού με τον Χριστιανισμό, και στη συνέχεια να την ονομάσουνε «εύκρατη κράση», είναι μία πράξη που μένει σαν η αποθέωση του θράσους, της άγνοιας, της πανουργίας, και της σύγχυσης των φρενών…

Τι ορίζει τη διαφορά ανάμεσα στους Έλληνες και στους χριστιανούς; Μία διαφορά, που από ένα σημείο και πέρα γίνεται αντίθεση, εναντίωση, ρήξη, πάλη της φωτιάς με το νερό; Εκείνο που ορίζει τη διαφορά είναι κάτι απλό και σαφές, όσο και το φύλλο της ελιάς. Αλλά γι’ αυτό ακριβώς είναι απόλυτο και ακραίο. Η διαφορά ανάμεσα στους δύο είναι πως οι Έλληνες οικοδόμησαν έναν κόσμο που στηρίζεται στην παρατήρηση και στη νόηση, ενώ οι χριστιανοί οικοδόμησαν ένα κόσμο που στηρίζεται στην υπόθεση και στη φαντασία.

Η παρατήρηση των Ελλήνων είναι τέτοιας ποιότητας, ώστε πάντα να βεβαιώνεται πρακτικά από τα συμβαίνοντα στη φύση, και πάντα να αποδεικνύεται χειροπιαστά από το πείραμα στο εργαστήριο. Λέμε, για παράδειγμα, σήμερα ατομική φυσική, και ξεκινάμε από το «άτομο» του Δημόκριτου. Και στην ατομική φυσική τίποτα δεν γίνεται δεκτό από την κοινότητα των φυσικών, εάν προηγουμένως δεν του δοθεί το «ναι» του εργαστηρίου. Αντίθετα, η υπόθεση των χριστιανών είναι τέτοιας ποιότητας, ώστε μένει αναπόδειχτη. Οποιοδήποτε δεδομένο των χριστιανών ποτέ δε θα βρει την εφαρμογή του μέσα στην κλίμακα της φύσης. Ποτέ και κανείς, λόγου χάρη, δεν είδε τον θεό μέσα στις εξισώσεις του Αϊνστάιν ή στο λαμπορατόριο. Ποτέ και κανείς δεν είδε ένα νεκρό να ξανανεβαίνει στο φως, και να βγάζει λόγο για τον Παράδεισο και την Κόλαση. Ποτέ και κανείς δεν αγάπησε το ξένο παιδί όσο αγαπά το δικό του, ή δέχτηκε να πεθάνει το δικό του παιδί στη θέση του παιδιού ενός ξένου.

Πιο απλά, οι Έλληνες ξεκινούν από τη φύση και το ορατό. Το όργανο της μελέτης τους είναι η λογική… Αντίθετα, οι χριστιανοί ξεκινούν από την ψυχή και το αόρατο. Το όργανο της μελέτης τους είναι η φαντασία και το συναίσθημα… Ξεκινώντας λοιπόν από τις αφετηρίες της παρατήρησης και της φαντασίας βρίσκουμε και εξηγούμε, γιατί η μέθοδος των Ελλήνων οδήγησε στην επιστήμη, και γιατί ο τρόπος των χριστιανών οδήγησε στη θρησκεία. Και πάρα πέρα, βρίσκουμε και εξηγούμε, γιατί το κριτήριο της επιστήμης είναι η πειραματική απόδειξη της γνώσης, και στη συνέχεια η αναγκαστική αποδοχή της από κάθε φρόνιμο άνθρωπο, ενώ το γνώρισμα της θρησκείας είναι «η εξ αποκαλύψεως αλήθεια» και το «δόγμα». Ο Αυγουστίνος, ένας πρώιμος και βαθύς θεωρητικός των χριστιανών, έλεγε ότι ο μεγαλύτερος κίνδυνος για τον Χριστιανισμό είναι τα μαθηματικά. Η πιο καθαρή δηλαδή μορφή της επιστήμης. Ήξερε ο άνθρωπος…

Οι χριστιανοί του Μεσαίωνα, και μάλιστα του βυζαντινού, ήσαν πολύ πιο έντιμοι από τους σύγχρονους ανεμοκυκλοπόδηδες, που με τον ζήλο τους να συγχρωτίσουν Ελληνισμό και χριστιανισμόανακάτεψαν τον λαγό με τη χελώνα. Γιατί είπαν καθαρά και ξάστερα ότι οι Έλληνες ήσαν μωροί. Τους κηρύξανε μια και καλή σε πνευματική πτώχευση ως την αυτοκτονία. Και διαρρήξανε μαζί τους τελειωτικά όλους τους ιστούς και όλους τους συνδέσμους. «Τί πλανώνται προς Πλάτωνα; Τί Δημοσθένη στέργουσι τον ασθενή; Τί μη ορώσιν Όμηρον όνειρον αργόν;», λέει ο Ρωμανός σε κάποιον ύμνο του για τη μωρία, την αφασία, και την παραλυσία των Ελλήνων… Είναι έντιμη στάση, γιατί από το βάθρο της καθαιρεί τη λογική των Ελλήνων, και στη θέση της υψώνει την πίστη… Η σύγχρονη όμως τακτική των σχολείων μας που θέλει να ερμηνεύει τους Έλληνες μέσα από το καλειδοσκόπιο των χριστιανών, είναι οικτρή απόπειρα ευνουχισμένων στο κρεβάτι. Και τρομάρα νεκροφάνειας στο φέρετρο…

Δημήτρη Λιαντίνη τα «Ελληνικά»

Τα τέλεια όντα

Ο Σωκράτης στο Πλατωνικό «Συμπόσιο, 189.d.5 – 193.a» δια στόματος Αριστοφάνη αναφέρει τον μύθο των τέλειων όντων, των 3-ων γενών όντων που υπήρχαν κάποτε του τέλειου ανήρ, της τέλειας γυνής και του Ανδρόγυνου.

Βλέπε τις εννοιολογικές επεξηγήσεις: τετελεσμένος = τελισκόμενος. ἀνδρόγυνος. (Λεξικό Ησύχιου). Ἀνδρόγυνος = ὁ Διόνυσος, ὡς καὶ τὰἀνδρῶν ποιῶν καὶ τὰ γυναικῶν πάσχων. (Λεξικό Σουίδα).

Τα όντα αυτά υπέστησαν “οντολογική” πτώση και διαχωρίστηκαν στα δύο, δημιουργώντας έτσι τα σημερινά γένη των «ατελών» όντων.

«Πρωτίστως πρέπει να καταλάβετε καλά την ανθρώπινη φύση και τις περιπέτειές της. Παλαιά δηλαδή η φύση μας δεν ήτο η ίδια, όπως τώρα. Ήτο διαφορετική. Πρώτα – πρώτα τα γένη των ανθρώπων ήσαν τρία, και όχι όπως σήμερα δύο, άρρεν και θήλυ. Αλλά υπήρχε ακόμη ένα τρίτο, αποτελούμενο από αυτά τα δύο. Το όνομα του μένει ακόμη, το ίδιο όμως έχει εξαφανισθεί : ο ανδρόγυνος[1]. Ήταν τότε ένα ξεχωριστό γένος, και συνδύαζε και στην εμφάνιση και στο όνομα τα άλλα δύο, το άρρεν και το θήλυ. Τώρα δεν υπάρχει παρά μόνον ως λέξη και χρησιμοποιείται ως όνειδος. Έπειτα ολόκληρος ο κορμός του κάθε ανθρώπου ήτο στρογγυλός και είχε ολόγυρα ράχη και πλευρά. Είχε τέσσερα χέρια και άλλα τόσα σκέλη, και δυο πρόσωπα επάνω εις ένα λεμό κυλινδρικόν, όμοια και απαράλλακτα που έβλεπαν προς αντίστροφον το καθένα διεύθυνση, και ένα κρανίο επάνω από τα δυο πρόσωπα[2], και αυτιά τέσσερα και διπλά γεννητικά όργανα, και όλα τα άλλα, όπως θα ημπορούσε κανείς επί την βάσει αυτών να φανταστεί, μετακινείτο δε όχι μόνον όρθιο, όπως τώρα, αν ήθελε προς την μία ή προς την αντίθετη διεύθυνση. Αλλά, οσάκις απεφάσιζε να τρέξει γρήγορα[3], όπως οι ακροβάτες γυρίζουν τα πόδια προς τα επάνω σαν τροχός και κάνουν τούμπες, έτσι και τότε στηριζόταν και στα οκτώ των άκρα και μετακινιόταν πολύ γρήγορα περιστροφικώς. Ο λόγος τώρα που ήσαν τρία τα φύλα και είχαν αυτήν την εμφάνιση, είναι διότι το άρρεν ήτο αρχικώς του ηλίου γέννημα, το θήλυ της γης, της σελήνης το αμφότερο. Αφού και η σελήνη αποτελείται και από τα δύο. Περιφερικά πάλι ήσαν και αυτά και ο τρόπος της μετακινήσεως τους, διότι ομοίαζαν με τους προγόνους τους. Η σωματική τους δύναμη και η αντοχή τους ήσαν τρομερά, και είχαν απέραντη έπαρση. Τα έβαλαν μάλιστα με τους θεούς. Αυτό που διηγείται ο Όμηρος δια τον Ώτον και τον Εφιάλτη[4], αναφέρεται σε εκείνους κυρίως : τόλμησαν να κατασκευάσουν ανάβαση προς τον ουρανό δια να κτυπήσουν τους θεούς.

Ο Ζευς και οι άλλοι θεοί τότε συνεσκέπτετο, τι να τους κάμουν, και δεν εύρισκαν λύσιν. Να τους σκοτώσουν και με τους κεραυνούς να εξαφανίσουν το γένος τους, όπως τους Γίγαντες, δεν τους ερχόταν. Η λατρεία τότε και οι θυσίες των ανθρώπων χανόταν. Ούτε πάλι να τους ανέχονται να ασχημονούν. Τέλος ύστερα από πολλά ο Ζευς εννοήσας τους λέγει : ”Έχω, μου φαίνετε, μηχανευτεί ένα τρόπο, ώστε και να διατηρηθεί η ανθρωπότητα και να παραιτηθεί από την ακολασία της: να γίνουν ασθενέστεροι. Επί του παρόντος” είπε “θα τους κόψω σε δυο μέρη τον καθένα. Έτσι θα γίνουν αφενός με ανίσχυροι, αφετέρου δε χρησιμότεροι δια εμάς, αφού θα είναι αριθμητικώς περισσότεροι. Θα περιπατούν δε ορθοί με τα δύο πόδια. Αν όμως αποδειχθεί ότι εξακολουθούν να ασελγούν και δεν θέλουν να καθίσουν ήσυχα, δεύτερη φορά”, είπε, “θα τους χωρίσω και πάλιν στα δύο, ώστε να περιπατούν με το ένα σκέλος, σαν να παίζουν κουτσοπόδι”. Είπε και άρχισε να σχίζει τους ανθρώπους σε δύο , όπως αυτοί που σχίζουν τα μέσπιλα για να τα διατηρήσουν, ή όπως αυτοί που σχίζουν τα ωά με την τρίχα. Τον καθένα που χώριζε, ανέθετε στον Απόλλωνα να του γυρίσει το πρόσωπο και το ήμισυ του λαιμού του προς το μέρος της τομής. Έτσι θα έβλεπε ο άνθρωπος το σχίσιμό του και θα γινόταν φρονιμότερος. Επίσης τα άλλα τον διέταξε να τα τακτοποιήσει. Πράγματι εκείνος γύριζε το πρόσωπο και τραβούσε το δέρμα από όλα τα μέρη προς το σημείο που λέγεται σήμερα γαστέρα, και το έδενε όπως το σουρωτά πουγκιά, αφήνοντας ένα στόμιο εις το κέντρο της γαστέρας, αυτό που λέγουν σήμερα τον ομφαλό. Τις ρυτίδες τις άλλες τις περισσότερες τις εξομάλυνα και διευθέτησε και διευθέτησε τα στήθη με ένα εργαλείο, όπως αυτό που έχουν οι τσαγκάρηδες δια να ισώνουν τα ζαρώματα των δερμάτων στα καλαπόδια. Μερικές άφησε μόνο εκεί στην γαστέρα και τον ομφαλό, να μένουν ως ενθύμιο του τι πάθαμε κάποτε.

Μετά την διχοτόμηση της φύσεως μας ποθεί το καθένα το άλλο του ήμισυ και πήγαινε μαζί του. Τύλιγαν τότε τα χέρια τους ο ένας γύρω από τον άλλο, και έτσι συμπλεκόμενοι, γεμάτοι πόθο να κολλήσουν μαζί, εύρισκαν τον θάνατο από την πείνα και γενικώς από την ανικανότητα προς οιανδήποτε ενέργεια. Χωρισμένοι ο ένας από τον άλλο δεν δεχόταν τίποτα να κάμουν. Οσάκις δε το ένα ήμισυ απέθνησκε και έμενε το άλλο, αυτό που έμενε, ζητούσε ένα άλλο να συνεπλέκετο, είτε το ήμισυ γυναικός πλήρους ήτο (αυτό που ονομάζουμε σήμερα γυναίκα), είτε ανδρός – αυτό που έβρισκε εμπρός του. Και έτσι χανόταν. Τους λυπήθηκε λοιπόν ο Ζεύς και μηχανεύεται άλλο τέχνασμα : μεταφέρει τα αιδοία προς τα εμπρός. Ως τώρα τα είχαν και αυτά προς τα έξω και γεννούσαν όχι μέσα τους, αλλά στο χώμα, όπως οι τέττιγες. Τους τα μετέθεσε λοιπόν, όπως είπαμε, προς τα εμπρός και κανόνισε η αναπαραγωγή να γίνεται δια μέσω των οργάνων αυτών εντός των δύο γενών, δια τους άρρενος εντός του θηλυκού. Και τούτο με την πρόθεση, ώστε με το αγκάλιασμα, αν με τύχη και συναντηθούν ανήρ και γυναίκα, να γονιμοποιούν και έτσι να αναπαράγεται το είδος. Και αν πάλι άρρεν με άρρεν, να προκαλείται χορτασμός της συνουσίας και να κάνουν διαλείμματα, ώστε να στραφούν προς τις εργασίες τους και να φροντίσουν και δια τα υπόλοιπα ζητήματά του βίου.

Από τόσον παλαιά λοιπόν ο έρως των ανθρώπων μεταξύ τους είναι ριζωμένος στην φύση τους και μας συνενώνει στην αρχαία φύση μας, και ζητεί να κάμει πάλι από τα δύο ένα και να επανορθώσει την ανθρώπινη φύση.

Ο καθένας μας λοιπόν είναι ένα σύμβολο ανθρώπου, σχισμένος όπως είναι από ένας σε δύο, καθώς οι γλώσσες τα ψάρια[5]. Και ζητεί αεί το αυτού έκαστος σύμβολο. Τώρα, όσοι από τους άνδρες είναι απόκομμα από το γένος το μεικτό, αυτό που ονομάζεται ανδρόγυνον, αυτοί είναι φιλογύναικες, και των μοιχών η πλειονότητα από το γένος αυτό κατάγεται. Επίσης και όσες γυναίκες είναι φίλανδροι και μοιχαλίδες κατάγονται από το γένος αυτό. Οι γυναίκες πάλι, που είναι γυναικός ολοκλήρου απόκομμα, αυτές δεν ενδιαφέρονται και πολύ για τους άνδρες. Έχουν στρέψει την προσοχή τους μάλλον προς τις γυναίκες. Από αυτό το γένος κατάγονται οι λεσβιάδες. Όσοι δε είναι άρρενος ολοκλήρου είναι απόκομμα, διώκουσιν τα αρσενικά. Εφόσον μεν είναι παιδιά, τους άνδρες αγαπούν, αρσενικού τμήμα αφού είναι, και τους ευχαριστεί να κοιμούνται και να σφιχταγκαλιάζονται με τους άνδρες μαζί. Και είναι αυτοί οι βέλτιστοι μεταξύ των παιδιών και των εφήβων, επειδή έχουν στην φύση τους ανδρισμό πολύ. Μερικοί βέβαια τους αποκαλούν αναίσχυντους. Αλλά δεν είναι αλήθεια. Διότι το κάνουν όχι από αναισχυντία, αλλά από θάρρος και από ανδρεία και από τον αρρενωπία. Τους ενθουσιάζει ότι είναι όμοιο προς την φύση τους. Μέγα τεκμήριο: όταν τελειοποιούνται, είναι οι μόνοι που αποβαίνουν στα πολιτικά άνδρες αληθινοί. Όταν δε ανδρωθούν, επιδίδονται στην παιδεραστία και δεν ενδιαφέρονται για τον γάμο και την παιδοποιία, αλλά μόνον επειδή αναγκάζονται υπό του νόμου. Οι ίδιοι είναι ικανοποιημένοι μαζί να περάσουν την ζωή τους άγαμοι. Οπωσδήποτε αυτός παιδεραστής και φιλεραστής γίνεται, διότι τον ευχαριστεί ότι είναι συγγενές.

Αν τύχη μάλιστα και συναντήσει το ίδιο εκείνο το πραγματικό του ήμισυ, είτε ο παιδεραστής είτε οιοδήποτε άλλος, τότε θαυμαστά εκπλήττονται από φιλία, οικειότητα και έρωτα. Ούτε στιγμή, θα έλεγα, δεν δέχονται να αποχωρισθούν. Αυτοί είναι, που περνούν πιστοί μεταξύ τους ολόκληρη της ζωή τους. Οι ίδιοι δεν θα ήταν σε θέση καν να εκφράσουν, τι θέλει ο ένας από τον άλλο. Διότι δεν είναι καθόλου δυνατόν να πιστευτεί, ότι είναι η αφροδίσιος συνουσία, και ότι επομένως χάριν αυτής ευχαριστιούνται ο ένας στου άλλου την συμβίωση με πάθος τόσο σφοδρό. Κάτι άλλο είναι – το βλέπει κανείς – αυτό που θέλει και των δύο η ψυχή, κάτι που να εκφράσει δεν μπορεί. Μαντεύει όμως τι θέλει και το υποδηλώνει.

Και αν, την ώρα που είναι πλαγιασμένοι μαζί, ερχόταν επάνω τους ο Ήφαιστος με τα εργαλεία του και τους ρωτούσε “τι είναι αυτό που ζητάτε, ω άνθρωποι, ο ένας από τον άλλο;”. Και αν εκείνοι δεν ήξεραν τι να απαντήσουν, και τους ρωτούσε και πάλι “επιθυμείτε μήπως αυτό; να μείνετε μαζί ο ένας με τον άλλο όσον δυνατόν περισσότερο, ώστε την νύκτα και την ημέρα και μην αποχωρίζεστε ; Αν πράγματι αυτή είναι η επιθυμία σας, τότε θέλω να σας συντήξω και σφυρηλατήσω εις ένα[6], ώστε από τα δύο να γίνεται αμέσως ένας, και όσο καιρό ζείτε, να ζείτε οι δυο σας κοινή ζωή ως ένας, και πάλιν όταν αποθάνετε, εκεί κάτω στον Άδην ένα να είσθε και όχι δύο, σε έναν ταυτόχρονο θάνατο. Σκεφτείτε λοιπόν, αν αυτό είναι που ποθείτε, και αν θα μείνετε ευχαριστημένοι, αν τούτο επιτύχετε”. Μόλις ακούσει αυτά, ούτε ένας – είμεθα βέβαιοι – δεν θα έλεγε όχι, ούτε θα εξεδήλωνε άλλην επιθυμία. Αντιθέτως θα πίστευε, πως άκουσε απαράλλακτα ότι τόσο καιρό τώρα επιθυμούσε, να ενωθεί και να συγχωνευτεί με τον ερωμένο του, ώστε να γίνουν ένας αντί δυο.

Η αιτία τούτου είναι, ότι αυτή ήτο η αρχαία φύση μας και ότι κάποτε ήμασταν ολόκληροι. Του ολοκλήρου λοιπόν η επιθυμία και η ορμή έχει το όνομα έρως. Πρωτύτερα – το επαναλαμβάνω – ήμασταν ένα. Τώρα όμως δια την αδικία μας, μας έχει διαμελίσει ο θεό, όπως οι Λακεδαιμόνιοι τους Αρκάδες.

Αλλά ας δούμε το αρχαίο κείμενο…
δεῖ δὲ πρῶτον ὑμᾶς μαθεῖν τὴν ἀνθρωπίνην φύσιν καὶ τὰ παθήματα αὐτῆς. ἡ γὰρ πάλαι ἡμῶν φύσις οὐχ αὑτὴ ἦν ἥπερ νῦν, ἀλλ᾽ ἀλλοία. πρῶτον μὲν γὰρ τρία ἦν τὰ γένη τὰ τῶν ἀνθρώπων, οὐχ ὥσπερ νῦν δύο, ἄρρεν καὶ θῆλυ, ἀλλὰ καὶ τρίτον προσῆν κοινὸν ὂν ἀμφοτέρων τούτων, οὗ νῦν ὄνομα λοιπόν, αὐτὸ δὲ ἠφάνισται· ἀνδρόγυνον γὰρ ἓν τότε μὲν ἦν καὶ εἶδος καὶ ὄνομα ἐξ ἀμφοτέρων κοινὸν τοῦ τε ἄρρενος καὶ θήλεος, νῦν δὲ οὐκ ἔστιν ἀλλ᾽ ἢ ἐν ὀνείδει ὄνομα κείμενον. ἔπειτα ὅλον ἦν ἑκάστου τοῦ ἀνθρώπου τὸ εἶδος στρογγύλον, νῶτον καὶ πλευρὰς κύκλῳ ἔχον, χεῖρας δὲ τέτταρας εἶχε, καὶ σκέλη τὰ ἴσα ταῖς χερσίν, καὶ πρόσωπα δύ᾽ ἐπ᾽ αὐχένι κυκλοτερεῖ, ὅμοια πάντῃ· κεφαλὴν δ᾽ ἐπ᾽ ἀμφοτέροις τοῖς προσώποις ἐναντίοις κειμένοις μίαν, καὶ ὦτα τέτταρα, καὶ αἰδοῖα δύο, καὶ τἆλλα πάντα ὡς ἀπὸ τούτων ἄν τις εἰκάσειεν. ἐπορεύετο δὲ καὶ ὀρθὸν ὥσπερ νῦν, ὁποτέρωσε βουληθείη· καὶ ὁπότε ταχὺ ὁρμήσειεν θεῖν, ὥσπερ οἱ κυβιστῶντες καὶ εἰς ὀρθὸν τὰ σκέλη περιφερόμενοι κυβιστῶσι κύκλῳ, ὀκτὼ τότε οὖσι τοῖς μέλεσιν ἀπερειδόμενοι ταχὺ ἐφέροντο κύκλῳ. ἦν δὲ διὰ ταῦτα τρία τὰ γένη καὶ τοιαῦτα, ὅτι τὸ μὲν ἄρρεν ἦν τοῦ ἡλίου τὴν ἀρχὴν ἔκγονον, τὸ δὲ θῆλυ τῆς γῆς, τὸ δὲ ἀμφοτέρων μετέχον τῆς σελήνης, ὅτι καὶ ἡ σελήνη ἀμφοτέρων μετέχει· περιφερῆ δὲ δὴ ἦν καὶ αὐτὰ καὶ ἡ πορεία αὐτῶν διὰ τὸ τοῖς γονεῦσιν ὅμοια εἶναι. ἦν οὖν τὴν ἰσχὺν δεινὰ καὶ τὴν ῥώμην, καὶ τὰ φρονήματα μεγάλα εἶχον, ἐπεχείρησαν δὲ τοῖς θεοῖς, καὶ ὃ λέγει Ὅμηρος περὶ Ἐφιάλτου τε καὶ Ὤτου, περὶ ἐκείνων λέγεται, τὸ εἰς τὸν οὐρανὸν ἀνάβασιν ἐπιχειρεῖν ποιεῖν, ὡς ἐπιθησομένων τοῖς θεοῖς.

ὁ οὖν Ζεὺς καὶ οἱ ἄλλοι θεοὶ ἐβουλεύοντο ὅτι χρὴ αὐτοὺς ποιῆσαι, καὶ ἠπό ρουν· οὔτε γὰρ ὅπως ἀποκτείναιεν εἶχον καὶ ὥσπερ τοὺς γίγαντας κεραυνώσαντες τὸ γένος ἀφανίσαιεν—αἱ τιμαὶ γὰρ αὐτοῖς καὶ ἱερὰ τὰ παρὰ τῶν ἀνθρώπων ἠφανίζετο — οὔτε ὅπως ἐῷεν ἀσελγαίνειν. μόγις δὴ ὁ Ζεὺς ἐννοήσας λέγει ὅτι «Δοκῶ μοι,» ἔφη, «ἔχειν μηχανήν, ὡς ἂν εἶέν τε ἅνθρωποι καὶ παύσαιντο τῆς ἀκολασίας ἀσθενέστεροι γενόμενοι. νῦν μὲν γὰρ αὐτούς, ἔφη, διατεμῶ δίχα ἕκαστον, καὶ ἅμα μὲν ἀσθενέστεροι ἔσονται, ἅμα δὲ χρησιμώτεροι ἡμῖν διὰ τὸ πλείους τὸν ἀριθμὸν γεγονέναι· καὶ βαδιοῦνται ὀρθοὶ ἐπὶ δυοῖν σκελοῖν. ἐὰν δ᾽ ἔτι δοκῶσιν ἀσελγαίνειν καὶ μὴ ᾽θέλωσιν ἡσυχίαν ἄγειν, πάλιν αὖ, ἔφη, τεμῶ δίχα, ὥστ᾽ ἐφ᾽ ἑνὸς πορεύσονται σκέλους ἀσκωλιάζοντες.» ταῦτα εἰπὼν ἔτεμνε τοὺς ἀνθρώπους δίχα, ὥσπερ οἱ τὰ ὄα τέμνοντες καὶ μέλλοντες ταριχεύειν, ἢ ὥσπερ οἱ τὰ ᾠὰ ταῖς θριξίν· ὅντινα δὲ τέμοι, τὸν Ἀπόλλω ἐκέλευεν τό τε πρόσωπον μεταστρέφειν καὶ τὸ τοῦ αὐχένος ἥμισυ πρὸς τὴν τομήν, ἵνα θεώμενος τὴν αὑτοῦ τμῆσιν κοσμιώτερος εἴη ὁ ἄνθρωπος, καὶ τἆλλα ἰᾶσθαι ἐκέλευεν. ὁ δὲ τό τε πρόσωπον μετέστρεφε, καὶ συνέλκων πανταχόθεν τὸ δέρμα ἐπὶ τὴν γαστέρα νῦν καλουμένην, ὥσπερ τὰ σύσπαστα βαλλάντια, ἓν στόμα ποιῶν ἀπέδει κατὰ μέσην τὴν γαστέρα, ὃ δὴ τὸν ὀμφαλὸν καλοῦσι. καὶ τὰς μὲν ἄλλας ῥυτίδας τὰς πολλὰς ἐξελέαινε καὶ τὰ στήθη διήρθρου, ἔχων τι τοιοῦτον ὄργανον οἷον οἱ σκυτοτόμοι περὶ τὸν καλάποδα λεαίνοντες τὰς τῶν σκυτῶν ῥυτίδας· ὀλίγας δὲ κατέλιπε, τὰς περὶ αὐτὴν τὴν γαστέρα καὶ τὸν ὀμφαλόν, μνημεῖον εἶναι τοῦ παλαιοῦ πάθους.

ἐπειδὴ οὖν ἡ φύσις δίχα ἐτμήθη, ποθοῦν ἕκαστον τὸ ἥμισυ τὸ αὑτοῦ συνῄει, καὶ περιβάλλοντες τὰς χεῖρας καὶ συμπλεκόμενοι ἀλλήλοις, ἐπιθυμοῦντες συμφῦναι, ἀπέθνῃσκον ὑπὸ λιμοῦ καὶ τῆς ἄλλης ἀργίας διὰ τὸ μηδὲν ἐθέλειν χωρὶς ἀλλήλων ποιεῖν. καὶ ὁπότε τι ἀποθάνοι τῶν ἡμίσεων, τὸ δὲ λειφθείη, τὸ λειφθὲν ἄλλο ἐζήτει καὶ συνεπλέκετο, εἴτε γυναικὸς τῆς ὅλης ἐντύχοι ἡμίσει—ὃ δὴ νῦν γυναῖκα καλοῦμεν—εἴτε ἀνδρός· καὶ οὕτως ἀπώλλυντο. ἐλεήσας δὲ ὁ Ζεὺς ἄλλην μηχανὴν πορίζεται, καὶ μετατίθησιν αὐτῶν τὰ αἰδοῖα εἰς τὸ πρόσθεν—τέως γὰρ καὶ ταῦτα ἐκτὸς εἶχον, καὶ ἐγέννων καὶ ἔτικτον οὐκ εἰς ἀλλήλους ἀλλ᾽ εἰς γῆν, ὥσπερ οἱ τέττιγες—μετέθηκέ τε οὖν οὕτω αὐτῶν εἰς τὸ πρόσθεν καὶ διὰ τούτων τὴν γένεσιν ἐν ἀλλήλοις ἐποίησεν, διὰ τοῦ ἄρρενος ἐν τῷ θήλει, τῶνδε ἕνεκα, ἵνα ἐν τῇ συμπλοκῇ ἅμα μὲν εἰ ἀνὴρ γυναικὶ ἐντύχοι, γεννῷεν καὶ γίγνοιτο τὸ γένος, ἅμα δ᾽ εἰ καὶ ἄρρην ἄρρενι, πλησμονὴ γοῦν γίγνοιτο τῆς συνουσίας καὶ διαπαύοιντο καὶ ἐπὶ τὰ ἔργα τρέποιντο καὶ τοῦ ἄλλου βίου ἐπιμελοῖντο. ἔστι δὴ οὖν ἐκ τόσου ὁ ἔρως ἔμφυτος ἀλλήλων τοῖς ἀνθρώποις καὶ τῆς ἀρχαίας φύσεως συναγωγεὺς καὶ ἐπιχειρῶν ποιῆσαι ἓν ἐκ δυοῖν καὶ ἰάσασθαι τὴν φύσιν τὴν ἀνθρωπίνην.

ἕκαστος οὖν ἡμῶν ἐστιν ἀνθρώπου σύμβολον, ἅτε τετμημένος ὥσπερ αἱ ψῆτται, ἐξ ἑνὸς δύο· ζητεῖ δὴ ἀεὶ τὸ αὑτοῦ ἕκαστος σύμβολον. ὅσοι μὲν οὖν τῶν ἀνδρῶν τοῦ κοινοῦ τμῆμά εἰσιν, ὃ δὴ τότε ἀνδρόγυνον ἐκαλεῖτο, φιλογύναικές τέ εἰσι καὶ οἱ πολλοὶ τῶν μοιχῶν ἐκ τούτου τοῦ γένους γεγόνασιν, καὶ ὅσαι αὖ γυναῖκες φίλανδροί τε καὶ μοιχεύτριαι ἐκ τούτου τοῦ γένους γίγνονται. ὅσαι δὲ τῶν γυναικῶν γυναικὸς τμῆμά εἰσιν, οὐ πάνυ αὗται τοῖς ἀνδράσι τὸν νοῦν προσέχουσιν, ἀλλὰ μᾶλλον πρὸς τὰς γυναῖκας τετραμμέναι εἰσί, καὶ αἱ ἑταιρίστριαι ἐκ τούτου τοῦ γένους γίγνονται. ὅσοι δὲ ἄρρενος τμῆμά εἰσι, τὰ ἄρρενα διώκουσι, καὶ τέως μὲν ἂν παῖδες ὦσιν, ἅτε τεμάχια ὄντα τοῦ ἄρρενος, φιλοῦσι τοὺς ἄνδρας καὶ χαίρουσι συγκατακείμενοι καὶ συμπεπλεγμένοι τοῖς ἀνδράσι, καί εἰσιν οὗτοι βέλτιστοι τῶν παίδων καὶ μειρακίων, ἅτε ἀνδρειότατοι ὄντες φύσει. φασὶ δὲ δή τινες αὐτοὺς ἀναισχύντους εἶναι, ψευδόμενοι· οὐ γὰρ ὑπ᾽ ἀναισχυντίας τοῦτο δρῶσιν ἀλλ᾽ ὑπὸ θάρρους καὶ ἀνδρείας καὶ ἀρρενωπίας, τὸ ὅμοιον αὐτοῖς ἀσπαζόμενοι. μέγα δὲ τεκμήριον· καὶ γὰρ τελεωθέντες μόνοι ἀποβαίνουσιν εἰς τὰ πολιτικὰ ἄνδρες οἱ τοιοῦτοι. ἐπειδὰν δὲ ἀνδρωθῶσι, παιδεραστοῦσι καὶ πρὸς γάμους καὶ παιδοποιίας οὐ προσέχουσι τὸν νοῦν φύσει, ἀλλ᾽ ὑπὸ τοῦ νόμου ἀναγκάζονται· ἀλλ᾽ ἐξαρκεῖ αὐτοῖς μετ᾽ ἀλλήλων καταζῆν ἀγάμοις. πάντως μὲν οὖν ὁ τοιοῦτος παιδεραστής τε καὶ φιλεραστὴς γίγνεται, ἀεὶ τὸ συγγενὲς ἀσπαζόμενος.

ὅταν μὲν οὖν καὶ αὐτῷ ἐκείνῳ ἐντύχῃ τῷ αὑτοῦ ἡμίσει καὶ ὁ παιδεραστὴς καὶ ἄλλος πᾶς, τότε καὶ θαυμαστὰ ἐκπλήττονται φιλίᾳ τε καὶ οἰκειότητι καὶ ἔρωτι, οὐκ ἐθέλοντες ὡς ἔπος εἰπεῖν χωρίζεσθαι ἀλλήλων οὐδὲ σμικρὸν χρόνον. καὶ οἱ διατελοῦντες μετ᾽ ἀλλήλων διὰ βίου οὗτοί εἰσιν, οἳ οὐδ᾽ ἂν ἔχοιεν εἰπεῖν ὅτι βούλονται σφίσι παρ᾽ ἀλλήλων γίγνεσθαι. οὐδενὶ γὰρ ἂν δόξειεν τοῦτ᾽ εἶναι ἡ τῶν ἀφροδισίων συνουσία, ὡς ἄρα τούτου ἕνεκα ἕτερος ἑτέρῳ χαίρει συνὼν οὕτως ἐπὶ μεγάλης σπουδῆς· ἀλλ᾽ ἄλλο τι βουλομένη ἑκατέρου ἡ ψυχὴ δήλη ἐστίν, ὃ οὐ δύναται εἰπεῖν, ἀλλὰ μαντεύεται ὃ βούλεται, καὶ αἰνίττεται. καὶ εἰ αὐτοῖς ἐν τῷ αὐτῷ κατακειμένοις ἐπιστὰς ὁ ῞Ηφαιστος, ἔχων τὰ ὄργανα, ἔροιτο· «Τί ἔσθ᾽ ὃ βούλεσθε, ὦ ἄνθρωποι, ὑμῖν παρ᾽ ἀλλήλων γενέσθαι;» καὶ εἰ ἀποροῦντας αὐτοὺς πάλιν ἔροιτο· «Ἆρά γε τοῦδε ἐπιθυμεῖτε, ἐν τῷ αὐτῷ γενέσθαι ὅτι μάλιστα ἀλλήλοις, ὥστε καὶ νύκτα καὶ ἡμέραν μὴ ἀπολείπεσθαι ἀλλήλων; εἰ γὰρ τούτου ἐπιθυμεῖτε, θέλω ὑμᾶς συντῆξαι καὶ συμφυσῆσαι εἰς τὸ αὐτό, ὥστε δύ᾽ ὄντας ἕνα γεγονέναι καὶ ἕως τ᾽ ἂν ζῆτε, ὡς ἕνα ὄντα, κοινῇ ἀμφοτέρους ζῆν, καὶ ἐπειδὰν ἀποθάνητε, ἐκεῖ αὖ ἐν Ἅιδου ἀντὶ δυοῖν ἕνα εἶναι κοινῇ τεθνεῶτε· ἀλλ᾽ ὁρᾶτε εἰ τούτου ἐρᾶτε καὶ ἐξαρκεῖ ὑμῖν ἂν τούτου τύχητε·» ταῦτ᾽ ἀκούσας ἴσμεν ὅτι οὐδ᾽ ἂν εἷς ἐξαρνηθείη οὐδ᾽ ἄλλο τι ἂν φανείη βουλόμενος, ἀλλ᾽ ἀτεχνῶς οἴοιτ᾽ ἂν ἀκηκοέναι τοῦτο ὃ πάλαι ἄρα ἐπεθύμει, συνελθὼν καὶ συντακεὶς τῷ ἐρωμένῳ ἐκ δυοῖν εἷς γενέσθαι.

τοῦτο γάρ ἐστι τὸ αἴτιον, ὅτι ἡ ἀρχαία φύσις ἡμῶν ἦν αὕτη καὶ ἦμεν ὅλοι· τοῦ ὅλου οὖν τῇ ἐπιθυμίᾳ καὶ διώξει ἔρως ὄνομα. καὶ πρὸ τοῦ, ὥσπερ λέγω, ἓν ἦμεν, νυνὶ δὲ διὰ τὴν ἀδικίαν διῳκίσθημεν ὑπὸ τοῦ θεοῦ, καθάπερ Ἀρκάδες ὑπὸ Λακεδαιμονίων».
---------------
[1] <τετελεσμένος> = τελισκόμενος. ἀνδρόγυνος. (Λεξικό Ησύχιου). <Ἀνδρόγυνος> = ὁ Διόνυσος, ὡς καὶ τὰ ἀνδρῶν ποιῶν καὶ τὰ γυναικῶν πάσχων. (Λεξικό Σουίδα).
[2] Εμείς θα λέγαμε : ένα κεφάλι με δυο πρόσωπα. Ο Αριστοφάνης λέγει : δυο πρόσωπα και από πάνω ένα κεφάλι. Η ομοιότητα με τας διπλοπροσώπους Έρμας είναι προφανής.
[3] Όρθιος ο άνθρωπος αυτός θα πήγαινε πολύ αργά, διότι τα δυο πόδια τα στραμμένα προς τα οπίσω θα τον εμπόδιζαν. Την οριζόντια μετακίνησε θα πρέπει να την φαντασθούμε όπως εις την άμαξα : ο κορμός αποτελεί τον άξονα, τα τέσσερα χέρια από το ένα άκρο του άξονος και τα τέσσερα πόδια από το άλλο αποτελούν τις τέσσερις ακτίνες του τροχού [κύκλου] με νοητή περιφέρεια.
[4] Υιοί του Αλωέως, τοποθέτησαν το Πήλιο επί της Όσσης και αυτή επί του Ολύμπου, δια να ανέβουν στον Όλυμπο και να καταλύσουν τους Θεούς. Ο Αλωέας ή Αλλωεύς ήτο υιός του Ποσειδώνα και της Κανάκης, της μεγαλύτερης κόρης του Αιόλου. Αδελφοί του Αλωέως ήταν οι Οπλέας, Νιρέας, Επωπέας και Τρίοπας. Ο Αλωέας πήρε ως σύζυγό του την Ιφιμέδεια, κόρη του αδελφού του Αλωέα Τρίοπα, και, κατά τον Απολλόδωρο (Α 7, 4), απέκτησαν ως τέκνα τους γίγαντες ή ήρωες Αλωάδες: τον Ώτο και τον Εφιάλτη. Αυτά σύμφωνα με την Ιλιάδα, ραψωδία Ε, στίχος 385 και άλλες πηγές. Ωστόσο, ο Υγίνος (Fabulae 25) και η Οδύσσεια (λ 305-319) αναφέρουν τους Αλωάδες ως γιους του θεού Ποσειδώνα και της Ιφιμεδείας, καθώς η Ιφιμέδεια είχε ερωτευθεί τρελά τον θεό της θάλασσας και πηγαίνοντας στην ακροθαλασσιά έπαιρνε νερό και το έχυνε στον κόλπο της για να μείνει έγκυος. Σε κάθε περίπτωση ο Ποσειδώνας ήταν πρόγονος των Αλωαδών, αφού ο Αλωέας ήταν γιος του Ποσειδώνα. Οι δύο Αλωάδες αναφέρονται ως τεράστιοι γίγαντες και ήρωες: τα υπερφυσικά αυτά όντα μεγάλωναν κάθε χρόνο μια οργιά στο ύψος και έναν πήχη στο πλάτος: σε ηλικία 9 ετών είχαν ύψος 9 οργιές (δηλαδή πάνω από 15 μέτρα) και πλάτος 9 πήχεις. Η δύναμή τους ήταν τόση, ώστε κάποτε έδεσαν και κράτησαν επί 13 μήνες αιχμάλωτο τον ίδιο τον θεό του πολέμου, τον `Άρη, μέσα σε ένα μεγάλο χάλκινο δοχείο: «και τότε ο πολεμόδιψος ο `Αρης θα εχανόταν, / η μητρυιά του αν του Ερμή δεν το ‘λεγεν, η ωραία / Ηεριβοίη. Κι έκλεψεν αυτός τον `Αρη, οπόταν / εκόντευε ο σκληρός δεσμός να πάρει την πνοήν του.» (Ιλιάδα, Ε 388-391).
[5] Το ψάρι «γλώσσα» εδώ χρησιμοποιείται ως σύμβολο των μη ολοκληρωμένων όντων, λέγεται δε και «Σανδάλιον». Εν αντιθέσει με τα άλλα ψάρια, που έχουν ένα μάτι από την κάθε πλευρά, η γλώσσα τα έχει από την μία πλευρά μόνο του σώματος, εκείνη που βρίσκεται προς τα πάνω, όταν κολυμπά, ενώ η κάτω είναι όχι σύμμετρος προς τα επάνω, αλλά τελείως επίπεδος, τόσο ώστε να μοιάζει και να λέγεται «Σανδάλιον». Λέγεται υπο του λαού, ότι δεν είναι ολόκληρο ψάρι, αλλά ημίτομο, όπως παριστάνει εδώ ο Αριστοφάνης τον άνθρωπο!
[6] Να σας βάλω στην πυρά μαζί και να σας φυσήξω. Ο όρος είναι των χαλκουργών (Αριστοφάνης Ιππ. 468). Το απόσπασμα αυτό το αναφέρει και ο Αριστοτέλης στα «Πολιτικά, 1262.b»: “καθάπερ ἐν τοῖς ἐρωτικοῖς λόγοις ἴσμεν λέγοντα τὸν Ἀριστοφάνην ὡς τῶν ἐρώντων διὰ τὸ σφόδρα φιλεῖν ἐπιθυμούν των συμφῦναι καὶ γενέσθαι ἐκ δύο ὄντων ἀμφοτέρους ἕνα”.

Ελευθερία κι αφθονία

Σχετική εικόναΗ θεωρία ότι το σύμπαν είναι ένα μόνο τραγούδι, που όλο επεκτείνεται, χωρίς περιορισμούς άλλους, έξω απ'αυτούς που εμείς επιλέγουμε να του βάλουμε με τις σκέψεις μας, οικοδομήθηκε πάνω στην έννοια της ελευθερίας.

Τα όρια κι οι διαχωριστικές γραμμές περιορίζουν την ελευθερία, μα τα τέτοια όρια είναι δημιουργήματα του ανθρώπου.

Το σύμπαν, απλά ρέει. Το νερό φτάνει ως την παραλία κι η στεριά ξεχύνεται ακριβώς μέσα απ'αυτό. Ο αέρας και το νερό δεν χωρίζονται από σύνορα, συνυπάρχουν και ρέουν το ένα μέσα στο άλλο, με μια τέλεια αρμονία. Το διάστημα συνεχίζεται αδιάκοπα και ανεμπόδιστο από όρια. Υπάρχει μια ελευθερία μέσα σε όλα αυτά, που υπερβαίνει όλα τα τείχη και τους περιορισμούς που επινόησε ο άνθρωπος.

Έτσι ελευθερία είναι αυτή η αφθονία που υπάρχει παντού γύρω. Ελευθερία είναι η απουσία περιορισμών. Μέσα στη φύση, είναι το πουλί που αποφασίζει που θα χτίσει τη φωλιά του για να βρίσκεται σε αρμονία με όλο τον περίγυρο. Είναι οι φάλαινες που κολυμπούν εκεί που η καρδιά και το ένστικτό τους τις οδηγούν.

 Η αφθονία στα ανθρώπινα πλάσματα μπορεί να έρθει μόνο όταν το μυαλό του ανθρώπου λειτουργεί το ίδιο ανεμπόδιστο από φανταστικά όρια.

Όταν μάθουμε να ζούμε σε μια ελευθερία που περιφρονεί τα όρια, έχουμε βρει έναν τρόπο να δημιουργήσουμε έναν κόσμο αφθονίας για τον εαυτό μας.

Η ζωή είναι ένα παιχνίδι που εγώ επιλέγω αν θα νικήσω ή θα χάσω

Αποτέλεσμα εικόνας για Η ζωή είναι ένα παιχνίδι που εγώ επιλέγω αν θα νικήσω ή θα χάσωΗ ζωή είναι ένα παιχνίδι που εγώ επιλέγω αν θα νικήσω ή θα χάσω

Μερικές φορές, παίρνω τη ζωή πολύ σοβαρά. Δεσμεύομαι στη δουλειά μου, στην οικογένεια και στους φίλους μου. Και συχνά βρίσκω τον εαυτό μου πληγωμένο, να αναζητά ανακούφιση. Όταν αντιλαμβάνομαι τη ζωή ως παιχνίδι, τότε αυτό που καλούμαι να κάνω είναι να παίξω. Αυτή η παιχνιδιάρικη στάση μου, μου φέρνει δώρα.

Όταν βλέπω τη ζωή ως παιχνίδι, κάθε επιλογή μου γίνετια μία κίνηση.

Τις περισσότερες φορές προχωράω μπροστά. Αλλά κάποιες φορές η “ζαριά” με πάει προς τα πίσω. Αυτό το βήμα με βοηθά να ξαναδώ την πορεία μου και ξέρω ότι πολύ σύντομα άλλη μια ευκαιρία θα παρουσιαστεί για να προχωρήσω.

Όταν αντιλαμβάνομαι τη ζωή ως ένα παιχνίδι στατηγικής, είμαι σε θέση να προσδιορίσω τις επιλογές και τους δρόμους που με πάνε εκεί που θέλω και λειτουργούν θετικά για τη ζωή μου.

Διοχετεύω περισσότερο χρόνο και ενέργεια στο πως θα διευρύνω το πεδίο της δράσης μου και δεν κοιτώ μόνο το μικρό πεδίο δράσης που μπορεί να έχω τώραμπροστά μου. Παρατηρώ πώς οι άλλοι προχωρούν και μαθαίνω μέσα από τη δράση τους τον τρόπο για να εξελίσσεται και η δική μου ζωή.

Τα πισωγυρίσματα είναι αναπόφευκτα. Αντί να επικεντρώνομαι στα εμπόδια, εστιάζω στις ευκαιρίες και στις δυνατότητες, στις εναλλακτικές που με οδηγούν στο αποτέλεσμα που εγώ επιθυμώ.

Σήμερα, επιλέγω να παίξω. Όσο συμμετέχω στο παιχνίδι, τόσο περισσότερο αυξάνω τις πιθανότητες να πετύχω. Στη ζωή, χάνω μόνο όταν αρνούμαι να παίξω.

Γίνομαι καλύτερος “παίκτης” ρωτώντας τον εαυτό μου:
- Πως μπορώ να ορίσω εγώ τους ‘κανόνες’ της ζωής μου;
- Πως ξεπερνώ τα εμπόδια και τα πισωγυρίσματα;
- Πως μετράω την επιτυχία;

Μαζί σου...

Αποτέλεσμα εικόνας για Μαζί σου...Η ζωή είναι ένα ταξίδι, σ'άλλους, στους πιο τυχερούς διαρκεί πολύ. Σ'άλλους πάλι όχι. Κανείς δεν ξέρει τη διάρκεια του. Ούτε τους συνεπιβάτες του. Αλλάζουν που και που. Εσύ συνεχίζεις. Οφείλεις να συνεχίσεις. Με ή χωρίς αυτούς.

Άλλοι δειλιάζουν γρήγορα επειδή η διαδρομή δεν είναι εύκολη. Άλλοι επιλέγουν δικούς τους δρόμους, μέσα στους οποίους εσύ δεν χωράς. Ή τουλάχιστον έτσι σου λένε. Είναι αυτοί οι άνθρωποι που στο παιχνίδι "θάρρος ή αλήθεια" δε θα επέλεγαν ποτέ την πρώτη επιλογή.

Αφού η ζωή μας είναι ένα ταξίδι, οφείλεις να επιλέξεις τους καλύτερους συνεπιβάτες, εκείνους που θα έχουν το ίδιο πάθος μαζί σου για να ανακαλύψουν τον κόσμο, εκείνους που για να είναι μαζί σου θα επιλέξουν να βρίσκονται ακόμη και σε μία ερημική παραλία χωρίς τίποτα άλλο, μόνο μ' εσένα. Αυτούς που θα σε κυνηγήσουν μέχρι το τέλος ομορφαίνοντας τη διαδρομή. Αυτό το είδος των ανθρώπων δεν αναρωτιέται συνήθως για τον προορισμό, απλώς απολαμβάνει τη διαδρομή.

Ο προορισμός ποικίλει, όπως και τα άτομα. Κάποιες φορές είναι δύσκολο να τους αποχωριστείς, να τους αφήσεις το χέρι, επειδή ο δικός τους προορισμός δεν συμπίπτει με τον δικό σου. Η ουσία είναι όμως σ'αυτούς, που είναι ικανοί να αλλάξουν τον προορισμό τους για σένα. Αυτοί που θα σου κρατήσουν σφιχτά το χέρι και θα σου πουν πως "θέλω να μαι μαζί σου". Δεν τους ενδιαφέρει το πού, το πώς, το πότε. Αρκεί η ύπαρξη σου για να είναι ευτυχισμένοι.

Είναι αυτοί που σε κυνηγούν μέχρι το τέλος, που δεν μπορούν να αφήσουν αυτή την τρέλα που σας διακατέχει, γιατί οι δυο σας διαμορφώνετε την τέλεια διαδρομή, τη δική σας τέλεια διαδρομή. Αν τους ρίξεις ένα κέρμα ρωτώντας τους τί θα ήθελαν να δουν, ποιο μέρος θα ήθελαν να επισκεφθούν, η απάντηση τους θα είναι λιτή και απόλυτη "Θέλω να είμαι μαζί σου".

Εξάλλου η ζωή δε χρειάζεται κάτι άλλο. Όσοι την αγαπούν, αγαπούν τον εαυτό τους άρα μπορούν να αγαπήσουν και τους άλλους. Κράτα σφιχτά το χέρι του ανθρώπου, που θέλεις να είναι μαζί σου, του δικού σου προορισμού και άφησε τον να πιστεύει πως ενδιαφέρεσαι για τον προορισμό. Ο προορισμός σου είναι δίπλα σου και αφού τον βρήκες απολαμβάνεις τη διαδρομή μαζί του.

Ένα είναι το σίγουρο,το ταξίδι θα είναι γεμάτο από χαμόγελα, από ένταση, από έρωτα, από επιμονή. Γιατί εκείνοι που πραγματικά θέλουν να είναι μαζί σου, δεν αφήνουν το κέρμα να αποφασίσει γι'αυτούς, δεν απαντούν στο ερώτημα "θάρρος ή αλήθεια' γιατί γνωρίζουν πως χωρίς το ένα το άλλο δεν υφίσταται.
-----------------
Υ.Γ. Όταν θα ανακαλύψεις τον πραγματικά κατάλληλο συνεπιβάτη της ζωής σου θα το γνωρίζεις απευθείας γιατί η απάντηση θα είναι μία "Μαζί σου"...

Οι ορμόνες του έρωτα και πώς μεταβάλλονται στις φάσεις της λαγνείας, της έλξης και της προσκόλλησης;

Τα τελευταία χρόνια η νευροενδοκρινολογία έχει εξηγήσει σχεδόν ολοκληρωτικά την ερωτική συμπεριφορά.

Όπως αποδεικνύεται από τις μελέτες και έρευνες που έχουν πραγματοποιηθεί πάνω στο θέμα, η ερωτική αγάπη και οι ερωτικοί δεσμοί είναι προϊόν νευροχημικών διαδικασιών. Συγκεκριμένα κάθε ερωτική έκφραση έχει και ανάλογο ορμονικό υπόβαθρο.

Η φύση παίζει μαζί μας παράξενα ερωτικά παιχνίδια με όπλο τις ορμόνες που εκκρίνονται, ιδίως από κάποιους νευρώνες του νωτιαίου μυελού. Η στιγμή της κορύφωσης της ερωτικής πράξης παρομοιάζεται από τους νευροεπιστήμονες με θύελλα που ξεσπά στον εγκέφαλο κάτι σαν έκρηξη πυροτεχνημάτων στο κέντρο του εγκεφάλου , στον υποθάλαμο, που δημιουργείται λόγω της μαζικής παραγωγής ορμονών. Υπάρχουν, επίσης, κάποιες ορμόνες , οι φερομόνες, από τις οποίες ξεκινά το παιχνίδι της σαγήνης επειδή σχετίζονται με την ερωτική ορμή. Είτε το θέλουμε είτε όχι, είμαστε δέσμιοι της χημείας και της φύσης. Κι αυτή η δέσμευση, που άρχισε εκατομμύρια χρόνια πριν, εξακολουθεί να ασκεί την ίδια έντονη επιρροή «τραβώντας» μας κυριολεκτικά από τη μύτη! Γι αυτό, άλλωστε, έχουμε την τάση να φοράμε κολόνιες και αρώματα. Θέλουμε να εκπέμπει το σώμα μας μυρωδιές και αρώματα για να είμαστε πιο ελκυστικοί και αρεστοί στους άλλους. Οι εταιρίες καλλυντικών δημιουργούν αρώματα και κολόνιες που είναι πραγματικά ακαταμάχητα. Όχι επειδή απλώς μυρίζουν ωραία αλλά επειδή περιέχουν παράγωγα φερομονών όπως η ανδροστενόνη, η γαλακτολίνη και εξαλτονίνη. Αυτού του τύπου οι κολόνιες μας κάνουν να νιώθουμε μια ευχάριστη έλξη για τους ανθρώπους που τα φορούν μόνο και μόνο γιατί μας άγγιξε το άρωμά τους!

Η παραγωγή φερομονών σχετίζεται και με το ανοσοποιητικό σύστημα. Θεωρείται ότι πρόκειται για μια προσπάθεια του οργανισμού να επιλέξει -βάσει της μυρωδιάς- τον ιδανικό σύντροφο, ώστε να υπάρχει η μεγαλύτερη δυνατή συμβατότητα των ανοσοποιητικών συστημάτων των δύο ατόμων, με απώτερο σκοπό να αποκτήσουν γερά παιδιά.

Όταν κάποιος είναι ερωτευμένος, το σώμα του βιώνει πραγματικές αλλαγές. Από πλευράς νευροχημείας, το ερωτικό φαινόμενο περιγράφεται ως διακρινόμενο σε τρεις φάσεις: τη φάση της Λαγνείας, τη φάση της Έλξης και τη φάση της Προσκόλλησης. Τα έντονα συναισθήματα που βιώνει ο ερωτευμένος σε κάθε μία από αυτές τις φάσεις οφείλονται σε συγκεκριμένες – ανά φάση – νευροχημικές ουσίες.

Η φάση της Λαγνείας οφείλεται στην παραγωγή τεστοστερόνης στους άντρες και οιστρογόνων στις γυναίκες, γεγονός που τους ωθεί να συνάψουν σεξουαλικές σχέσεις. Η τεστοστερόνη, πρόκειται για μια ορμόνη που αυξομειώνεται ανεβοκατεβάζοντας έτσι και την επιθυμία στο ερωτικό παιχνίδι. Η έλλειψή της είναι και καταλυτική για την εμφάνιση της κατάθλιψης. Πράγμα που συνοδεύεται και από την έλλειψη της επιθυμίας. Στους άνδρες, η ορμόνη τεστοστερόνη που μεταξύ άλλων αυξάνει την επιθετικότητα και τη σεξουαλική ορμή, μειώνεται. Αντίθετα στις γυναίκες, η τεστοστερόνη που συνήθως βρίσκεται σε χαμηλά επίπεδα και είναι υπεύθυνη για τη σεξουαλική ορμή των γυναικών, αυξάνεται. Το γεγονός ότι η τεστοστερόνη μειώνεται στους άνδρες ενώ αυξάνεται στις γυναίκες, ερμηνεύεται ως μια προσπάθεια της φύσης να μειώσει τις διαφορές μεταξύ των δύο. Η μείωση των διαφορών συμβάλλει στη σύναψη στενών και ισχυρών σχέσεων μεταξύ των ερωτευμένων. Ερευνητές μέτρησαν τα επίπεδα τεστοστερόνης στα ερωτευμένα ζευγάρια από ένα μέχρι δύο χρόνια μετά την έναρξη του έρωτά τους και βρήκαν ότι η τεστοστερόνη επέστρεψε στα φυσιολογικά της επίπεδα.

Η ερωτική έλξη είναι καθαρά θέμα βιοχημικών μεταβολών στο σώμα μας. Η φάση της Έλξης χαρακτηρίζεται από παραγωγή φαινυλεθυλαμίνης που απελευθερώνει ντοπαμίνη και σεροτονίνη, νευροδιαβιβαστές που ευθύνονται για τη ρύθμιση συναισθημάτων χαράς, ευτυχίας και ενθουσιασμού. Το αποτέλεσμα είναι ένα αίσθημα ευδαιμονίας. Τα προβλήματα προσωρινά εξαφανίζονται, το ίδιο και αισθήματα άγχους ή στρες, και κάποιες φορές παρατηρείται και αναλγητική δράση. Αξίζει επίσης να σημειωθεί εδώ πως, χημικά, τα αποτελέσματά της σεροτονίνης στην ερωτική τρέλα, είναι παρόμοια με τα συμπτώματα ανθρώπων με ιδεοψυχαναγκαστική διαταραχή, πράγμα που μπορεί να εξηγήσει γιατί οι ερωτευμένοι δεν μπορούν να σκεφτούν τίποτε άλλο. Το ερωτικό πάθος, το «κουμαντάρει» η ορμόνη ντοπαμίνη. Είναι ο νευροδιαβιβαστής που έχει άμεση πρόσβαση στο κέντρο «επιβράβευσης – ικανοποίησης» του εγκεφάλου. Ανάλογα με την ποσότητα της ντοπαμίνης έχουμε και την μεγαλύτερη ή μικρότερη αίσθηση της ηδονής.

Στο στάδιο της καταπληκτικής εκείνης περίοδου που αισθανόμαστε πραγματικά ερωτοχτυπημένοι και δεν μπορούμε να σκεφτούμε τίποτα άλλο τρεις βασικοί νευροδιαβιβαστές, η αδρεναλίνη, η ντοπαμίνη και η σεροτονίνη, αποτελούν τους κύριους υπαίτιους για τα ακραία, αλλά υπέροχα αισθήματά μας.

Η αρχική κατάσταση κατά την οποία κάποιος αισθάνεται ότι ερωτεύεται συνδέεται με το άγχος που προκαλεί η επικείμενη συνάντηση με το αγαπημένο του πρόσωπο, που επιφέρει αύξηση των επιπέδων αδρεναλίνης και κορτιζόλης στο αίμα του. Αυτός είναι και ο λόγος που αισθανόμαστε την καρδιά μας να χτυπάει δυνατά, να ιδρώνουμε και να στεγνώνει το στόμα μας, όταν συναντηθούμε αναπάντεχα με το πρόσωπο που μας ενδιαφέρει.

Η ντοπαμίνη προκαλεί μία έντονη ορμή προς ευχαρίστηση, η οποία διεγείρει την επιθυμία και την ανάγκη ανταμοιβής, προκαλώντας στον εγκέφαλο τα ίδια αποτελέσματα που έχει η κοκαΐνη. Η αυξημένη έκκριση ντοπαμίνης ευθύνεται για το γεγονός ότι οι ερωτευμένοι νιώθουν μικρότερη ανάγκη για ύπνο και φαγητό, καθώς η προσοχή τους εστιάζεται και αντλεί ευχαρίστηση από τις πιο μικρές λεπτομέρειες της νέας σχέσης.

Ο τρίτος νευροδιαβιβαστής που συνθέτει την εικόνα του ερωτευμένου ατόμου, η σεροτονίνη, είναι μία από τις πιο σημαντικές χημικές ουσίες του έρωτα που μπορεί να εξηγήσει το γεγονός ότι το πρόσωπο με το οποίο είμαστε ερωτευμένοι εμφανίζεται συνεχώς στις σκέψεις μας.

Επίσης, με τη βοήθεια πλέον και μηχανημάτων, όπως ο μαγνητικός τομογράφος, οι επιστήμονες μπορούν να αντλήσουν στοιχεία για τη λειτουργία του εγκεφάλου την ώρα της διέγερσης τους. Έρευνες σε ερωτευμένα ζευγάρια έδειξαν ότι υπάρχει ενεργοποίηση ενός πολύπλοκου συστήματος στον εγκέφαλο, που προσομοιάζει με αυτό που συμβαίνει όταν γίνεται λήψη κοκαΐνης.

Η φάση της Προσκόλλησης έρχεται συνήθως ως μοιραία κατάληξη των δύο προηγούμενων σταδίων. Κατά την φάση αυτή, δημιουργούνται συναισθηματικοί δεσμοί ανάμεσα στο ζευγάρι ενώ οι συσχετιζόμενες χημικές ουσίες εκκρίνονται σε περίοδο από 90 μέρες έως και 3 χρόνια μετά τη φάση της Έλξης. Τα χημικά αυτά συνιστούν η ορμόνες οκυτοκίνη και βασοπρεσσίνη. Μια ηδονή που γίνεται σιγά – σιγά συναίσθημα όταν ενεργοποιείται η ορμόνη του έρωτα που είναι η οκυτοκίνη. Η οξυτοκίνη εκκρίνεται από τον υποθάλαμο στο κεντρικό νευρικό σύστημα και αποθηκεύεται στην υπόφυση. Είναι η ορμόνη της αφής και της αγάπης. Διεγείρει τα άτομα στο να είναι μαζί και να συνυπάρχουν αγαπημένα. Από αυτή την ορμόνη δημιουργείται και η αίσθηση της στοργής.


Η οκυτοκίνη είναι μία ισχυρή ορμόνη που παράγεται στους άντρες και τις γυναίκες κατά τη διάρκεια του οργασμού και ενισχύει το αίσθημα της σύνδεσης, της εγγύτητας και της οικειότητας που δημιουργείται ανάμεσα στο ζευγάρι. Συμβάλλει αποφασιστικά στη δημιουργία των συσπάσεων της μήτρας (οργασμό), την αγγειοδιαστολή (ξάναμμα), και στο θηλασμό (στοργική μητέρα).

Θεωρείται πάντως ως η ορμόνη της προσκόλλησης και της δέσμευσης, δημιουργεί αισθήματα ικανοποίησης, ασφάλειας και ηρεμίας και είναι επίσης εκείνη η οποία βοηθά, μέσω της έκκριση της κατά το θηλασμό, στο να δημιουργηθούν και να εδραιωθούν δεσμοί αγάπης μεταξύ μητέρας και παιδιού. Με παρόμοιο και ανάλογο τρόπο ενεργεί και μεταξύ των ερωτευμένων.

Η βασοπρεσσίνη ενισχύει τη μακροπρόθεσμη δέσμευση του ζευγαριού και επίσης εκλύεται μετά την ερωτική συνεύρεση. Πρόκειται για την ορμόνη που σχετίζεται με τα νεφρά και ελέγχει το αίσθημα της δίψας. Η ίδια αυτή ορμόνη αυξάνει την αφοσίωση του ενός ατόμου στο άλλο και ενισχύει την τάση τους να προστατεύουν το σύντροφό τους από άλλους επίδοξους διεκδικητές.

Σύμφωνα με έρευνα που έγινε το 2016, φέρεται να είναι υπεύθυνη για τη θεμελίωση της πίστης ανάμεσα σε ένα ζευγάρι που έχει εισέλθει στη φάση Προσκόλλησης. Σύμφωνα με τους ερευνητές, κατά τη διάρκεια της σεξουαλικής πράξης συμβαίνει στη γυναίκα έκλυση βασοπρεσσίνης, η οποία κατόπιν συλλαμβάνεται από τον άνδρα μέσω ειδικών υποδοχέων, δίνοντας του αίσθημα πληρότητας και ικανοποίησης, και άρα την επιθυμία να παραμείνει με τη σύντροφο που έχει. Εντυπωσιακό εύρημα αποτελεί το ότι μια γενετική διαφοροποίηση σε έναν από αυτούς τους υποδοχείς βασοπρεσσίνης συνδέεται με το φόβο της δέσμευσης και κατά συνέπεια την απιστία. Θα μπορούσαμε λοιπόν να πούμε ότι η βασοπρεσσίνη σχετίζεται με το συναισθηματικό δέσιμο και την ερωτική πίστη στους άντρες.

Και στα δύο φύλα αυξάνεται σημαντικά η κορτιζόνη που είναι η κατ’ εξοχήν ορμόνη του στρες.

O συντονισμός όλων αυτών των ορμονών γίνεται από τον εγκέφαλο με βάση την μνήμη και καθοδήγηση από διάφορα γονίδια.

Όπως αποδεικνύεται, η ερωτική αγάπη και οι ερωτικοί δεσμοί είναι προϊόν νευροχημικών διαδικασιών. Αντίθετα με ό,τι πιστεύουμε και μας κάνει πολύ συχνά να απογοητευόμαστε και να εγκαταλείπουμε, φαίνεται πως η αντίληψη ότι όταν ο έρωτας σβήνει, δεν ξανανάβει, δεν είναι και τόσο σωστή. Το ερωτικό πάθος, αν και λιγότερο έντονο από ό,τι στην αρχή, μπορεί να αναβιώσει ξανά και ξανά σε μια σχέση στην οποία έχει αναπτυχθεί εμπιστοσύνη και οικειότητα. Διότι, επίσης αντίθετα με αυτό που πιστεύεται, δεν είναι η σεξουαλική επιθυμία που τροφοδοτεί το ερωτικό συναίσθημα, αλλά τα τρυφερά συναισθήματα που ξυπνούν την επιθυμία για τον άλλον.