Κυριακή, 5 Φεβρουαρίου 2017

ΡΗΤΟΡΙΚΗ: ΔΗΜΟΣΘΕΝΗΣ - Ὀλυνθιακὸς β΄ (2) (11-13)

Αποτέλεσμα εικόνας για michel martin drolling[11] Φημὶ δὴ δεῖν ἡμᾶς τοῖς μὲν Ὀλυνθίοις βοηθεῖν, καὶ ὅπως τις λέγει κάλλιστα καὶ τάχιστα, οὕτως ἀρέσκει μοι· πρὸς δὲ Θετταλοὺς πρεσβείαν πέμπειν, ἣ τοὺς μὲν διδάξει ταῦτα, τοὺς δὲ παροξυνεῖ· καὶ γὰρ νῦν εἰσιν ἐψηφισμένοι Παγασὰς ἀπαιτεῖν καὶ περὶ Μαγνησίας λόγους ποιεῖσθαι.

[12] σκοπεῖσθε μέντοι τοῦτ᾽, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, ὅπως μὴ λόγους ἐροῦσιν μόνον οἱ παρ᾽ ἡμῶν πρέσβεις, ἀλλὰ καὶ ἔργον τι δεικνύειν ἕξουσιν ἐξεληλυθότων ὑμῶν ἀξίως τῆς πόλεως καὶ ὄντων ἐπὶ τοῖς πράγμασιν, ὡς ἅπας μὲν λόγος, ἂν ἀπῇ τὰ πράγματα, μάταιόν τι φαίνεται καὶ κενόν, μάλιστα δ᾽ ὁ παρὰ τῆς ἡμετέρας πόλεως· ὅσῳ γὰρ ἑτοιμότατ᾽ αὐτῷ δοκοῦμεν χρῆσθαι, τοσούτῳ μᾶλλον ἀπιστοῦσι πάντες αὐτῷ.

[13] πολλὴν δὴ τὴν μετάστασιν καὶ μεγάλην δεικτέον τὴν μεταβολήν, εἰσφέροντας, ἐξιόντας, ἅπαντα ποιοῦντας ἑτοίμως, εἴπερ τις ὑμῖν προσέξει τὸν νοῦν. κἂν ταῦτ᾽ ἐθελήσηθ᾽ ὡς προσήκει καὶ δὴ περαίνειν, οὐ μόνον, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, τὰ συμμαχικὰ ἀσθενῶς καὶ ἀπίστως ἔχοντα φανήσεται Φιλίππῳ, ἀλλὰ καὶ τὰ τῆς οἰκείας ἀρχῆς καὶ δυνάμεως κακῶς ἔχοντ᾽ ἐξελεγχθήσεται.

***
ΠΡΟΤΑΣΗ (§§ 11-13)
[11] Φρονώ λοιπόν ότι πρέπει να βοηθήσουμε τους Ολυνθίους, και θα μου άρεζε να προτείνει κάποιος τον καλύτερο και ταχύτερο τρόπο. Παράλληλα πρέπει να στείλετε πρεσβεία στους Θεσσαλούς, άλλους για να ενημερώσει σχετικά με αυτά και άλλους για να τους ξεσηκώσει· καθόσον έχουν πάρει ήδη απόφαση να του ζητήσουν πίσω τις Παγασές και να θέσουν ζήτημα και για τη Μαγνησία.

[12] Ένα πράγμα όμως προσέξτε, Αθηναίοι, να μη λένε μόνο λόγια κούφια οι πρέσβεις μας, αλλά να μπορούν να παρουσιάσουν και κάποιο έργο, να έχετε αναλάβει δηλαδή μια στρατιωτική επιχείρηση αντάξια προς την πόλη και να βρίσκεσθε στον τόπο των επιχειρήσεων. Γιατί οποιοσδήποτε λόγος, όταν λείπουν τα γεγονότα, φαίνεται σαν κάτι μάταιο και κούφιο, ιδίως ο προερχόμενος από τη δική μας πόλη. Γιατί, όσο πιο μεγάλη είναι η φήμη μας για την ετοιμότητά μας στα λόγια, τόσο περισσότερο δυσπιστούν όλοι σ᾽ αυτά.

[13] Γι᾽ αυτό, αν πράγματι θέλετε να σας πάρει κάποιος στα σοβαρά, πρέπει να δείξετε ότι άλλαξαν πολλά στην πολιτική σας και ότι έχει γίνει ριζική αναδιάρθρωση, εισφέροντας χρήματα, εκστρατεύοντας, κάνοντας πρόθυμα τα πάντα. Και αν είστε αποφασισμένοι να ολοκληρώσετε αυτά όπως πρέπει και αμέσως, τότε, Αθηναίοι, όχι μόνο θα αποκαλυφθεί ότι οι συμμαχίες του Φιλίππου είναι αδύναμες και ανειλικρινείς αλλά και θα αποδειχθεί ότι και η δική του δύναμη, πολιτική και στρατιωτική, βρίσκεται σε κακή κατάσταση.

ΟΤΑΝ Η ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΑΠΟΚΟΠΗΚΕ ΑΠΟ ΤΑ ΜΑΘΗΜΑΤΙΚΑ

Πώς ο αδογμάτιστος στοχασμός κατάντησε φλύαρη μεταφυσική κι άνοιξε το δρόμο στο χριστιανισμό
 
Οι φυσικοί φιλόσοφοι θεωρούσαν ως επιστέγασμα των επινοήσεων, των θεωριών και των παρατηρήσεών τους τη διατύπωση φιλοσοφικών δοξασιών για γενικότερη ερμηνεία και κατανόηση του Κόσμου. Οι βάσεις όμως, όπου στηρίζονταν για τη διατύπωσή τους, ήταν οι έρευνες επί των φυσικών φαινομένων, για τις οποίες απαραίτητη προϋπόθεση ήταν η άριστη γνώση των Μαθηματικών και των άλλων Θετικών Επιστημών. Όλοι ανεξαιρέτως οι Φυσικοί φιλόσοφοι εξ άλλου ήταν πρωτίστως πανεπιστήμονες.

Οι φιλοσοφικές σχολές από τον γ΄ αι. π.Χ. κι έπειτα όμως, με δεδομένες τις νέες πολιτικο-οικονομικο-κοινωνικές συνθήκες, που διαμορφώνονταν, επιχείρησαν κυρίως να επιλύσουν προβλήματα του κοινωνικού βίου εξοβελίζοντας τα Μαθηματικά, τα οποία θεωρούσαν άχρηστα. Αποκόπηκαν όμως έτσι από την κατανόηση της Φύσης, οπότε άρχισαν να εισάγουν σταδιακά στις θεωρίες τους στοιχεία μεταφυσικής.

Η Φιλοσοφία άρχισε να εκφυλίζεται κι οι –πλέον μόνο κατ’ όνομα– φιλόσοφοι αναλώνονταν σε φλυαρίες, ενώ στο τέλος κατέληξαν να ασχολούνται με το μυστικισμό κι έτσι άνοιξαν διάπλατο το δρόμο για τον τέλειο εκφυλισμό της με την τελική επικράτηση του χριστιανισμού, οπότε η «Φιλοσοφία» κατάντησε θεραπαινίδα της Θεοκρατίας.

Πεποίθηση του Πλάτωνα ήταν, ότι τα Μαθηματικά, η Γεωμετρία και η Στερεομετρία, την οποία ανέπτυξε στον «Θεαίτητο», αποτελούν τις βάσεις, για να κατανοήσουμε τη Φύση. Οι ιδέες και οι μορφές της Φύσης έχουν στον «Τίμαιο» μαθηματικό και πυθαγόρειο χαρακτήρα. Η ύλη βρίσκεται τακτοποιημένη σύμφωνα με μαθηματική νομοτέλεια.

Απόδειξη: Η έκρηξη στη σκέψη

Η μεγάλη στροφή στην εξέλιξη του ανθρώπινου πνεύματος, που έδωσε περιεχόμενο στην έννοια του όρου επιστήμη, οφείλεται στην επινόηση της απόδειξης στα Μαθηματικά, που αποδίδεται στο Θαλή τον Μιλήσιο. Η επινόηση της απόδειξης δεν αποτελεί μόνο την βάση, επί της οποίας θεμελιώθηκε η ίδρυση της Μαθηματικής Επιστήμης. Αποτελεί μία από τις μεγαλύτερες ανακαλύψεις του ανθρωπίνου πνεύματος, που εξασφάλισε τη σιγουριά του τρόπου, με τον οποίο καταλάβαινε την φυσική και κοινωνική πραγματικότητα, και τον απάλλαξε από τις φαντασιώσεις της μεταφυσικής και τις πλάνες της δεισιδαιμονίας, έγινε δυνατή η γέννηση της αξιόπιστης γνώσης, και από τότε άρχισε η δημιουργία των επιστημών με τη σημερινή έννοια του όρου επιστήμη.

Ένας εγκέφαλος, που έχει μάθει να σκέφτεται μαθηματικά και να επιζητά απόδειξη για κάθε μαθηματική ή μη πρόταση δεν μπορεί ποτέ να δεχθεί για παράδειγμα, πως ένας άνδρας με φτερά κατέβηκε από τον ουρανό, έδωσε ένα κρίνο σε μία εβραιοπούλα, για να μείνει έγκυος, που ύστερα γέννησε ένα γιό, διατηρώντας όμως την παρθενιά της, ο οποίος γυιός είναι και γυιός ενός θεού, που ζει μαζί με ένα περιστέρι στον ουρανό κι έχει δημιουργήσει τους ανθρώπους, τα ζώα, το ηλιακό σύστημα, τους άπειρους γαλαξίες κι όλο το Σύμπαν.

Ο Πλάτων ως φιλόσοφος πρέσβευε, ότι, για να γίνει κάποιος φιλόσοφος έπρεπε να γνωρίζει Μαθηματικά. Στο υπέρθυρο της Ακαδημίας του υπήρχε η επιγραφή: «Μηδείς αγεωμέτρητος εισίτω μου την στέγην», δηλαδή δεν επιτρεπόταν να φοιτήσει κανείς στην Ακαδημία, εάν δεν γνώριζε Γεωμετρία, τουτέστιν Μαθηματικά. Όταν κάποιος νέος εξέφρασε την επιθυμία να παρακολουθήσει μαθήματα στην Ακαδημία, ο Ξενοκράτης, ο οποίος υπήρξε μετά τον Πλάτωνα και τον Σπεύσιππο διευθυντής της Ακαδημίας, τον ρώτησε, εάν γνωρίζει Γεωμετρία. Στην αρνητική απάντηση του είπε: «Πορεύου λαβάς γαρ ουκ έχεις φιλοσοφίας», δηλαδή πήγαινε, δεν έχεις την απαιτούμενη προπαίδεια, για να μάθεις Φιλοσοφία (Διογ. Λαερτ., ΙV, 10).

Ο Θέων ο Σμυρναίος, συγγραφέας του β΄ αι. μ.Χ., στην εισαγωγή πραγματείας του ερμηνευτικής των πλατωνικών διαλόγων λέει, ότι δεν είναι εύκολο να κατανοήσει κανείς καλά τους διαλόγους του Πλάτωνος, εάν δεν έχει λάβει ιδιαίτερη μαθηματική προπαιδεία. («Περί των κατά το μαθηματικόν χρησίμων εις την Πλάτωνος ανάγνωσιν».)

Αν και δεν είναι γνωστός σαν μαθηματικός ο Πλάτων, του αποδίδονται πολλές μαθηματικές ανακαλύψεις. Μεταξύ αυτών αναφέρεται η λύση του Δηλίου Προβλήματος (διπλασιασμού του κύβου) και η εύρεση τριάδων ακεραίων αριθμών, που επαληθεύουν το Πυθαγόρειο Θεώρημα. Επειδή στην Ακαδημία του Πλάτωνος καλλιεργούνταν πολύ τα Μαθηματικά ως μέσο αγωγής στην Φιλοσοφία, η κατασκευή των πέντε κανονικών πολυέδρων, δηλαδή του τετραέδρου, του κύβου, του οκταέδρου, του δωδεκαέδρου και του εικοσαέδρου, αποδίδονται από πολλούς μεταγενέστερους συγγραφείς στον Πλάτωνα. Ονομάζονταν δε τα πολύεδρα αυτά Πλατωνικά Σχήματα.

Το ότι ο Πλάτων πίστευε βαθύτατα, ότι, για να ασχοληθεί κάποιος με την Φιλοσοφία, πρέπει να γνωρίζει Μαθηματικά, φαίνεται εκ του ότι στους περισσότερους διαλόγους του έχει μνημονεύσει πολλές μαθηματικές προτάσεις.

Μεταγενέστεροι συγγραφείς αποδίδουν μεγάλες μαθηματικές ανακαλύψεις στον μαθηματικό της Ακαδημίας του Πλάτωνος, τον Θεαίτητο. Σώζεται το εξής σχόλιο του Άραβα μαθηματικού Αμπού Οτμάν (ι΄ αι. μ.Χ.) στην Αραβική Γλώσσα επί του Χ «Βιβλίου των Στοιχείων» του Ευκλείδη: «Ο σκοπός του Χ «Βιβλίου των Στοιχείων» είναι η έρευνα των συμμέτρων και ασυμμέτρων. Η θεωρία αυτή έχει την αρχή της στη Σχολή του Πυθαγόρα και αναπτύχθηκε σπουδαία από τον Θεαίτητο τον Αθηναίο, ο οποίος επέδειξε στον κλάδο αυτό, όπως και σε άλλους κλάδους των Μαθηματικών, τέτοια οξύνοια, ώστε δίκαια να προκαλεί το θαυμασμό. Εξ άλλου αυτός υπήρξε εξόχως προικισμένη διάνοια και αφοσιώθηκε με ευγενή ζήλο στην έρευνα της αλήθειας, που περιέχεται στις επιστήμες, όπως αυτό επιμαρτυρείται από τον ομώνυμο διάλογο του Πλάτωνος.»

Επειδή ο Πλάτων ήθελε πάντοτε σαφή και ακριβή ορισμό για κάθε έννοια, εισήγαγε στη σπουδή των Μαθηματικών την ακρίβεια των μαθηματικών ορισμών και των μαθηματικών προτάσεων, πράγμα το οποίο θεωρείται μεγάλη συμβολή στην έρευνα και την πρόοδο της Μαθηματικής Επιστήμης.

Ο Πρόκλος, στα σχόλιά του επί του πρώτου βιβλίου των «Στοιχείων» του Ευκλείδη, αναφέροντας τους σπουδαιότερους μαθηματικούς από τον Θαλή, γράφει τα ακόλουθα για τον Πλάτωνα: «Ο Πλάτων δε ελθών μετ’ αυτούς συνέβαλε στη μέγιστη ανάπτυξη και των άλλων μαθημάτων και της Γεωμετρίας, ένεκα των ερευνών σε αυτά, όπως είναι φανερό και από τις μαθηματικές προτάσεις, τις οποίες έχει κατασπείρει στα συγγράμματά του, εις τα οποία παντού διεγείρει δια των Μαθηματικών την έφεση στην φιλοσοφική θεώρηση.»

Το ότι τα Μαθηματικά είναι μέσο προς εισαγωγή στην Φιλοσοφία, της οποίας είναι μάλιστα προπαιδεία, φαίνεται σε πολλούς πλατωνικούς διαλόγους. Ενδεικτικά αναφέρεται ο διάλογος «Μένων» μεταξύ του Σωκράτη και του θεσσαλού στρατηγού Μένωνος, που λαμβάνει χώρα στην αμμώδη ακτή του Ιλισσού παρά το Στάδιο, στην οποία ο Σωκράτης χαράσσει με τη ράβδο του γεωμετρικά σχήματα. Πεποίθηση του Πλάτωνα ήταν, ότι τα Μαθηματικά, που ανέπτυξε στον «Θεαίτητο», αποτελούν τις βάσεις, για να κατανοήσουμε την Φύση. Οι ιδέες και οι μορφές της Φύσης έχουν στον «Τίμαιο» μαθηματικό και πυθαγόρειο χαρακτήρα. Η ύλη βρίσκεται τακτοποιημένη σύμφωνα με μαθηματική νομοτέλεια.

Όπου αναπτύσσονται τα Μαθηματικά οπισθοχωρεί η Θεοκρατία

Το δέος, που προξενούσε στους αρχαίους λαούς ένα έντονο φυσικό φαινόμενο, όπως π.χ. η εξαφάνιση του ηλιακού φωτός κατά την έκλειψη του Ηλίου, τους έκανε να πιστεύουν, ότι ο κόσμος κυβερνάται από θεϊκές δυνάμεις και κάθε τι, που συνέβαινε, οφειλόταν σε άμεση βούλησή τους. Τυχαία περιστατικά και η ανάγκη ικανοποίησης πρωταρχικών αναγκών ωδήγησαν σε στοιχειώδεις ανακαλύψεις, που είχαν άμεση σχέση με την πρακτική μονάχα ζωή. Οι οποιεσδήποτε γνώσεις τους βρίσκονταν σε άμεσο συσχετισμό με τις θρησκευτικές τους προκαταλήψεις και δοξασίες. Τις θεοκρατικές αυτές αντιλήψεις γκρέμισαν οι φυσικοί φιλόσοφοι, που στάθηκαν πρωτοπόροι. Τράβηξαν με ορμή εμπρός γκρεμίζοντας ιεροκρατούμενα κάστρα, μέσα στα οποία κλειδώνεται και μουχλιάζει η ανθρώπινη σκέψη κι έθεσαν τις βάσεις των θεωριών περί Κοσμογονίας, τις οποίες ακολουθεί και καλλιεργεί η σύγχρονη επιστήμη.

Η Φιλοσοφία ξεκίνησε στην Ιωνία τον στ΄ αι. π.Χ.. Πρώτος ο Θαλής ο Μιλήσιος απομακρύνθηκε τελείως από τις θρησκευτικές παραδόσεις στην προσπάθειά του να ερμηνεύσει τα πράγματα του Κόσμου. Αφορμώμενος από τη σκέψη, ότι με την παρατήρηση και την έρευνα των φυσικών φαινομένων θα είναι δυνατόν να δοθεί απάντηση στο κοσμογονικό πρόβλημα, που απασχολεί το ανθρώπινο πνεύμα, χάραξε νέους δρόμους για την θεώρηση των πραγμάτων του Κόσμου κι έθεσε έτσι τις βάσεις της σύγχρονης επιστήμης μακριά από κάθε θρησκευτική επιρροή. Από τότε ο στοχασμός, απολυτρωμένος από τη θρησκευτικο-θεοκρατική αντίληψη της δημιουργίας του Κόσμου, αναζήτησε να βρει μια άλλη ερμηνεία, μια διαφορετική απάντηση, με ορθολογισμό και συστηματικότητα.

Ο Θαλής δίδασκε, ότι η έκλειψη Ηλίου προέρχεται από την είσοδο της Γης στη σκιά, την οποία ρίπτει η Σελήνη φωτιζόμενη από τον Ήλιο. Το 585 π.Χ. είχε προβλέψει μήνες πριν με ακρίβεια μία έκλειψη Ηλίου. Επιτυχής πρόβλεψη μιας έκλειψης όμως προϋποθέτει άριστη γνώση του Ηλιοκεντρικού Συστήματος, των αποστάσεων Γης-Ήλιου, Γης-Σελήνης, των τροχιών τους, των ταχυτήτων τους κ.λπ., προηγμένων δηλαδή επιστημονικών γνώσεων, οι οποίες οπωσδήποτε προϋποθέτουν ανεπτυγμένα Μαθηματικά.

Ο Θαλής ο Μιλήσιος δεν ξεχώριζε την Φιλοσοφία από τα Μαθηματικά και τις άλλες επιστήμες.

Χωρίς Μαθηματικά ο άνθρωπος θεοποιεί το δέος και τον φόβο, που του προξενούν τα διάφορα φυσικά φαινόμενα, οπότε αναπτύσσεται η θεοκρατία. Με την βοήθεια των Μαθηματικών, όμως μπορεί να αντιληφθεί, ότι κατά την έκλειψη του Ήλιου π.χ., δεν υπάρχει κανένας θεός (είτε Δίας λέγεται είτε Απόλλων είτε Γιαχβέ κ.τ.λ), που του κρύβει τον Ήλιο, αλλά ότι πρόκειται για ένα απλό φυσικό φαινόμενο. Απελευθερωμένος έτσι από τα θεοκρατικά δεσμά μπορεί να αναπτύξει τις επιστήμες και να απολαύσει τα αγαθά του πολιτισμού.

Οι άθεοι φυσικοί φιλόσοφοι

Ο Αναξίμανδρος, που διαδέχθηκε το Θαλή στη διεύθυνση της Σχολής της Μιλήτου, έγραψε πραγματεία «Περί Φύσεως», όπου εισήγαγε στην Φιλοσοφία την έννοια του Απείρου. Αυτό αποτελούσε ένα τεράστιο βήμα του νου από τον αισθητό κόσμο προς τον κόσμο του πνεύματος. Δίδασκε, ότι μοίρα κάθε όντος είναι η επιστροφή στους κόλπους του Απείρου με τον κύκλο γένεση - φθορά. «Ο Αναξίμανδρος ο Μιλήσιος λέγει, ότι αρχική ουσία των όντων είναι το άπειρο· διότι από αυτό γίνονται όλα τα πράγματα και εις αυτό καταλήγουν φθειρόμενα. Δι’ αυτό γίνονται πολλοί κόσμοι και πάλιν φθείρονται εις εκείνο από το οποίον έγιναν.» («Περί των αρεσκόντων τοις φιλοσόφοις», πραγματεία του Πλουτάρχου, η οποία από μερικούς αποδίδεται στον Αέτιο.)

Δίδασκε επίσης, ότι στον κόσμο υπάρχει ανακύκλωση σε ορισμένους χρόνους της γένεσης και της φθοράς από την αρχική άφθαρτη ουσία, η οποία χάρη στην κίνηση μετασχηματίζεται σε διάφορα πράγματα. Η φθορά των πραγμάτων είναι απλός μετασχηματισμός τους χωρίς απώλεια της αρχικής ουσίας. Διαβάζοντας τις θεωρίες αυτές του Αναξιμάνδρου, νομίζεις ότι διαβάζεις σύγχρονο βιβλίο Φυσικής και Χημείας, όπου γίνεται μνεία του αξιώματος της αφθαρσίας της ύλης και της ενέργειας και της μετατροπής της ενέργειας σε ύλη και το αντίστροφο. Σε κοινωνίες, όπου έχει αναπτυχθεί σε τέτοιο βαθμό η επιστήμη και η φιλοσοφία, είναι αδύνατον να επιβληθούν εξουσιαστικά δόγματα, βασισμένα σε επαγγελίες για αναστάσεις και δεύτερες αιώνιες ζωές... στον ουρανό.

Κατάπληξη προξενεί στους σύγχρονους η θεωρία του Αναξίμανδρου, ότι το Παν ήταν πρώτα διάπυρο και ενιαίο, και από αυτό αποκρίθηκαν (διαχωρίστηκαν) οι άλλοι κόσμοι. Η σημερινή επιστήμη δεν είναι σε θέση να προσθέσει τίποτε περισσότερο στη θεωρία αυτή. Δίδασκε επίσης ο Αναξίμανδρος, ότι οι πρώτοι οργανισμοί γεννήθηκαν μέσα στο υγρό στοιχείο, την ιδέα της προσαρμογής στο περιβάλλον και την προέλευση του ανθρώπου από τα ψάρια (Πλουτάρχου «Στρωματείς» 2, Dox. 579). Οι θεωρίες του αυτές ενέπνευσαν το Δαρβίνο και τους μεταγενέστερους βιολόγους, όταν διατύπωναν παρόμοιες θεωρίες για την εξέλιξη των ειδών. Τη διαρκή εξέλιξη και μεταβολή των πραγμάτων δίδασκαν κι άλλοι φιλόσοφοι, όπως κυρίως ο Εμπεδοκλής, ο Αριστοτέλης και ο Ηράκλειτος.

Οι από του Θαλή μέχρι του Σωκράτη φιλόσοφοι [άθεοι, απελευθερωμένοι από τα θεοκρατικά πνευματικά δεσμά (θείο=Φύση)], ακολουθώντας τα ίχνη των θεωρήσεων του Θαλή προς ερμηνεία των πραγμάτων στην Φύση και των λειτουργιών της, ωνομάσθηκαν φυσικοί φιλόσοφοι. Όλοι αυτοί οι προσωκρατικοί φιλόσοφοι υπολογίζονται σε τετρακοσίους. Δυστυχώς η θεοκρατία εξαφάνισε ολοσχερώς τα συγγράμματά τους. Ελάχιστα αποσπάσματά τους διασώθηκαν από μεταγενέστερους συγγραφείς, τα οποία συγκεντρώθηκαν κι εκδόθηκαν από ξένους εκδοτικούς οίκους.

Η γέννηση του φιλοσοφικού στοχασμού από τις Επιστήμες

Ας εξετάσουμε, πώς μέσα από τα Μαθηματικά και τις επιστήμες γεννιέται ο φιλοσοφικός στοχασμός παίρνοντας για παράδειγμα την φιλοσοφική ερμηνεία της Θεωρίας της Εξέλιξης, σύμφωνα με την οποία, η κοινωνική ομάδα, η «Πόλη», είναι φυσική οντότητα εμπεριέχουσα τον ξυνό (κοινό, παγκόσμιο) Ηρακλείτειο Λόγο. Δεν είναι σχήμα και γεωγραφικός χάρτης, ούτε ένα απλό σύμβολο. Οι κάτοικοί της δεν είναι απλοί υπήκοοι η συμπολίτες, που τους ενώνουν τυχαία ιστορικά περιστατικά ή γλωσσικά και παραδοσιακά σύμβολα. Η Πόλη είναι Νόμος, που ανάγει τις ρίζες της στον Φυσικό Νόμο. Ως τέτοια είναι συνεχώς εξελίξιμη και ποτέ στατική, ποτέ ελώδης κατάσταση, στάτους κβο. Στο απόσπασμα 84 αναφέρεται: «Μεταβάλλον αναπαύεται και κάματός εστι τοις αυτοίς μοχθείν και άρχεσθαι», δηλαδή είναι μεγάλος κόπος να κοπιάζει κανείς για τους ίδιους άρχοντες και να εξουσιάζεται διαρκώς από τους ίδιους. Ο Ηράκλειτος ήθελε εναλλαγή των αρχόντων, όχι γιατί απέτυχαν, αλλά για να αναπαυθούν.

Οι άρχοντες επί πλέον όφειλαν να γνωρίζουν, ότι η Πόλη ως φυσική οντότητα πρέπει να διοικείται κατά φύση. Γι’ αυτό ο Πλάτων επισημαίνει στην «Πολιτεία» (473 c-d), ότι η μόνη διέξοδος για την κακοδιοίκηση των πόλεων είναι ή να άρχουν οι φιλόσοφοι ή να φιλοσοφούν οι άρχοντες. («Ή οι φιλόσοφοι βασιλεύσωσιν εν ταις πόλεσιν ή οι βασιλείς τε νυν λεγόμενοι και δυνάσται φιλοσοφήσωσι γνησίως τε και ικανώς, και τούτο εις ταυτόν συμπέση, δύναμις τε πολιτική και φιλοσοφία.»)

Από τότε, που επιβλήθηκε το δόγμα της εφ’ άπαξ δημιουργίας του κόσμου από το θεό μέσα σε μια εβδομάδα, που έφτιαξε όλα τα ζώα και τα φυτά μαζί, πριν από 7.500 χρόνια περίπου κι επικράτησε ο χριστιανισμός, η έννοια της εξελικτικότητας εξοβελίστηκε και από την πολιτική σκέψη των ανθρώπων κι αντικαταστάθηκε από το εξουσιαστικό παρά φύση δόγμα της σταθερότητας. Οι κοινωνίες των ανθρώπων διοικούνταν τώρα από την –ελέω θεού– πολιτικοθρησκευτική εξουσία, η οποία δεν είχε κανένα λόγο να επιθυμεί αλλαγές κι εξελίξεις. Ο Απόστολος Πέτρος έδωσε σαφή εντολή υποταγής σε κάθε εξουσία: «Υποτάγητε ουν πάση ανθρωπίνη κτίσει δια τον Κύριον, είτε βασιλεί, ως υπερέχοντι, είτε ηγεμόσιν» (Α΄Πετρ., β΄13-14).

Ο Δημόκριτος είναι γνωστός μόνον ως φυσικός φιλόσοφος, γιατί η επέκταση της Ατομικής του Θεωρίας στην κοινωνία θα αποτελούσε επικίνδυνη εξέλιξη για το μαζισμό του εξουσιαστικού πνεύματος.

Από τον ιη΄ αιώνα και τους εγκυκλοπαιδιστές προπαρασκευάστηκε κλίμα ευνοϊκό για την ιδέα της εξέλιξης. Τα πνεύματα άρχισαν να απελευθερώνονται σιγά - σιγά από τις θεοκρατικές ψευδοεπιστημονικές προλήψεις. Οι επιστημονικές εργασίες πρόσφεραν καλύτερες γνώσεις περί του θέματος. Οι εξελικτικές θεωρίες του Δαρβίνου δημιούργησαν αμέσως έντονες συζητήσεις μεταξύ των επιστημόνων και των θεολόγων. Οι εκκλησιαστικοί παράγοντες όλων των δογμάτων -ακόμα και σήμερα- δεν δέχονται, ότι τα αποσπάσματα της «Γένεσης» έρχονται σε αντίθεση με την επιστήμη κι ότι υπάρχει «φυσική» και όχι «θεία» επιλογή. Η δαρβινική διδασκαλία χαρακτηρίστηκε ως αθεϊστική, υλιστική και εξόχως επικίνδυνη για τους κρατούντες κοινωνικούς και βασισμένους στη χριστιανική ηθική θεσμούς.

Εξοβελισμός των Μαθηματικών – εισαγωγή τής μεταφυσικής

Ενώ οι φυσικοί φιλόσοφοι προσπαθούσαν να εφαρμόσουν τον Φυσικό Νόμο στην Πόλη και στον άνθρωπο θεωρώντας τα Μαθηματικά ως προϋπόθεση για την κατανόηση του Κόσμου και την ανάπτυξη της Φιλοσοφίας, οι μετέπειτα φιλοσοφικές σχολές ξεχώρισαν από την Φιλοσοφία κι εξοβέλισαν τα Μαθηματικά και τις άλλες επιστήμες με καταστρεπτικές, όπως θα εξετάσουμε παρακάτω, συνέπειες.

Η αρχή έγινε από τους στωικούς. Οι σημαντικότεροι διδάσκαλοι της στωικής φιλοσοφίας δεν ήταν αθηναίοι, αλλά από την Ασία, οι περισσότεροι ήταν εξοικειωμένοι με το πνεύμα της Ανατολής. Για τον -φοινικικής καταγωγής- Ζήνωνα Κιτιέα, που ίδρυσε τη στωική σχολή γύρω στα 300 π.Χ., βασικό πρόβλημα ήταν η Ηθική. Δίδασκε τη στωικότητα, την καρτερία, την υπομονή και την απάθεια. Περιφρονούσε τα Μαθηματικά και τις θετικές επιστήμες (Διογ. Λαερτ. VII, 160), λέγοντας, πως είναι άχρηστες γνώσεις. Ενδιαφερόταν γι’ αυτές μόνον στο μέτρο που εξυπηρετούσαν τις πρακτικές ανάγκες της ζωής.

Ο μεταγενέστερος στωικισμός επί πλέον παραδεχόταν, πως η θεότητα είναι πνεύμα, και πως υπάρχει μία ποιητική αρχή, μια δύναμη τέλεια, ο θεός. Η Φιλοσοφία, η επιστήμη των επιστημών έως τότε, άρχισε με τα χρόνια να καταντάει φλύαρη μεταφυσική. Τα ελεύθερα μυαλά και όλοι όσοι διψούσαν για μάθηση δεν μπορούσαν να ικανοποιηθούν από τις διδασκαλίες καμμιάς Σχολής. Σκεπτικιστές, Νεοπυθαγόρειοι, Νεοπλατωνικοί καταπιάνονταν με την ηθική και με μετακόσμια προβλήματα εισάγοντας πολλά μεταφυσικά στοιχεία στις θεωρίες τους. Τέτοιες διδασκαλίες όμως και με ξεκομμένη την Φιλοσοφία από τα Μαθηματικά –συνεπώς κι από την κατανόηση κι εφαρμογή του Φυσικού Νόμου– ελευθέρωσαν το πεδίο για την εισαγωγή οποιασδήποτε μεταφυσικής δοξασίας από την Ανατολή κι αποτέλεσαν τον πρόδρομο και τον πνευματικό τροφοδότη του χριστιανισμού, ο οποίος, όταν αργότερα το επέτρεψαν οι πολιτικο-κοινωνικο-οικονομικές συνθήκες, κι έκανε την εμφάνισή του, αποτέλεσε την φυσική εξέλιξή τους ή για την ακρίβεια τον τέλειο εκφυλισμό τους.

Στωικοί κατηγορούν τον Αρίσταρχο για ασέβεια

Ο Αρίσταρχος ο Σάμιος δίδασκε, ότι η Γη δέν είναι θεά καθισμένη ακίνητη στο κέντρο του Κόσμου, αλλά μία μάζα, η οποία, όπως και οι άλλοι πλανήτες, κινείται γύρω από τον άξονά της και από τον Ήλιο. Ο Κλεάνθης, που έγινε αρχηγός της Στοάς μετά το Ζήνωνα [βραδύνους και αργός στις κινήσεις (Διογ. Λαερτ. VII, 170)], προσπάθησε να απορρίψει τη θεωρία της κίνησης της Γης για θεολογικούς και μεταφυσικούς λόγους. Στον «Ύμνο στον Δία» (S.V.F., Ι, 537) αναφέρει, ότι «τα πάντα ελίσσονται γύρω από τη Γη» (στ. 7-8). Στην ουσία δηλαδή δηλώνει ανεπιφύλακτα την άποψή του περί του γεωκεντρικού συστήματος.

Κατά συνέπεια, το γεγονός, ότι ο Αρίσταρχος κινούσε την Εστία των θεών και των ανθρώπων, αντιτίθετο στη θέση του Κλεάνθη περί της ακινησίας της Γης, διότι η Γη, στην ουσία η Εστία, αντιπροσώπευε για τους στωικούς την ενότητα της οικογένειας και του κράτους. Παράλληλα, ήταν η συμπαγής εκείνη μάζα, πάνω στην οποία κινείται το ανθρώπινο είδος, υπάρχουν τα ζώα και αναπτύσσονται τα φυτά. Μ’ άλλα λόγια η Εστία ήταν η βάση του Κόσμου. Παράλληλα η Γη ήταν γι’ αυτούς το κέντρο του Σύμπαντος, το οποίο φαντάζονταν ακίνητο, γύρω από το οποίο περιστρέφονταν οι ουράνιες σφαίρες.

Ο Κλεάνθης έφτασε στο σημείο μάλιστα να γράψει ολόκληρο βιβλίο, όπου κατηγορούσε τον Αρίσταρχο τον Σάμιο για ασέβεια, επειδή υποστήριζε τον ηλιοκεντρισμό, αποκαλώντας το σάμιο αστρονόμο άθεο. Ζήτησε μάλιστα από τους αθηναίους να τον καταδικάσουν! Σχετικές πληροφορίες υπάρχουν στον κατάλογο του Διογένη Λαέρτιου («Βίοι Φιλοσόφων», VII, 174), όπου γίνεται αναφορά για μία πραγματεία του Κλεάνθη με τίτλο: «Προς Αρίσταρχον» (δηλαδή εναντίον του Αρίσταρχου), η οποία όμως δεν σώζεται. Από το έργο όμως του Πλούταρχου «Περί του εμφαινομένου προσώπου τω κύκλω της Σελήνης» αντλούμε σημαντικές πληροφορίες γι’ αυτήν (παρ. 923 Α). Συγκεκριμένα ο Πλούταρχος αναφέρει: «Μόνο, φίλε, πρόσεξε μην μας εμπλέξεις σε κατηγορία επί ασεβεία, όπως άλλοτε ο Κλεάνθης ενόμιζε, ότι έπρεπε να κάνει με τον Αρίσταρχο τον Σάμιο και προσκάλεσε γι’ αυτό όλους τους έλληνες, διότι αυτός (ο Αρίσταρχος) κινούσε του κόσμου την Εστία, όταν προσπαθούσε ο άνθρωπος να διασώσει την ερμηνεία των διαφόρων φαινομένων και δίδασκε, ότι ο Ουρανός μένει ακίνητος, ενώ η Γη κινείται κατά λοξό κύκλο και συγχρόνως γύρω από τον άξονα της.»

Η θεωρία του Αρίσταρχου περί της κίνησης της Γης γύρω από τον ακίνητο Ήλιο ανέτρεπε εντελώς τις θεολογικές περί Εστίας του Κόσμου απόψεις των στωικών, γι’ αυτό ζήτησαν την καταδίκη του για ασέβεια.

Ο Αρίσταρχος χρειάστηκε μάλλον να διαφύγει στην Αλεξάνδρεια, προκειμένου να αποφύγει την καταδίκη. Οι καταδίκες των φιλοσόφων εκείνη την εποχή για θρησκευτικούς λόγους από το δωδεκαθεϊστικό κατεστημένο ήταν πολλές και γνωστές. Για παρόμοιους λόγους καταδίκασαν τον Αναξαγόρα, ο οποίος δίδασκε, ότι ο Ήλιος δεν είναι θεός, αλλά διάπυρη μάζα, έκαψαν τα βιβλία του Πρωταγόρα, που αμφισβήτησε την ύπαρξη των θεών κι έδιωξαν πολλούς άλλους.       

Όταν αργότερα επικράτησε πλήρως ο χριστιανισμός, απαγορεύτηκαν βέβαια τα πάντα. Ελεύθερα φιλοσοφούντες άνθρωποι δεν μπορούσαν να δεχθούν τα χριστιανικά δόγματα (θαύματα, αναστάσεις κ.τ.λ.), οπότε η θρησκευτικοπολιτική βυζαντινή εξουσία αποκήρυξε και απαγόρευσε δια νόμου τα Μαθηματικά, τις άλλες επιστήμες αλλά και την Φιλοσοφία, την οποία αντικατέστησε με την ηλίθια, σκοταδιστική, συμπλεγματική και μισάνθρωπη χριστιανική μεταφυσική.

Πώς δημιουργούμε (πρακτικά)

Προς το παρόν χαοτικά, πιστεύοντας πως δεν συμμετέχουμε ή δεν ελέγχουμε τη δράση μας και τη δημιουργία γενικότερα.

Ο τρόπος σκέψης μας ή καλύτερα το επίπεδο αντίληψής μας, εμποδίζει την κατανόηση αυτού του τόσο σημαντικού (αναγκαίου) θέματος, ενώ παράλληλα αναλωνόμαστε στο ν’ αντιμετωπίζουμε πυροσβεστικά και φοβικά, ό,τι εμφανίζεται στο δρόμο μας.

Εξακολουθούμε να μην κατανοούμε την έννοια του δημιουργού της πραγματικότητάς μας, την έννοια της συνδημιουργίας και της σύνδεσης με το όλον, που όλοι αναφέρουμε, ελάχιστοι βιώνουμε αληθινά.

Τι σημασία έχουν όλα όσα κυνηγάμε, κάνουμε, επαναλαμβάνουμε, όταν δημιουργούμε το χάος γύρω μας και μέσα μας; Τι σημασία έχουν όσα παρακολουθούμε, όσα πληροφορούμαστε αν δεν μπορούμε να δημιουργούμε συνειδητά και με υπευθυνότητα την κάθε στιγμή μας;

Κοιτάζοντας καθαρά και με ειλικρίνεια τη ζωή μας, ξέρει, ο καθένας μας αν είμαστε συνδεδεμένοι με τη ζωή, αν βρισκόμαστε σε αρμονία και ισορροπία με τον Εαυτό μας, αν κατανοούμε πραγματικά όλα όσα διαδίδουμε (και συμβουλεύουμε άλλους).

Το να προχωρήσουμε στο να δημιουργούμε υπεύθυνα και συνειδητά είναι μια πρόκληση που αφορά όσους έχουν καταλάβει πως η ζωή δεν είναι μια τυχαία αποκάλυψη που συμβαίνει ανεξάρτητα από τους ίδιους.

Πώς τότε δημιουργούμε πρακτικά; Πώς το αντιλαμβανόμαστε και το αλλάζουμε από τη χαοτική, ανεξέλεγκτη δημιουργία που λειτουργούμε; Ποια είναι η διαδικασία όπως την κατανοούμε και μπορούμε να την ακολουθήσουμε;

Η Ψυχή στον Πλάτωνα, τον Όμηρο και τους Ορφικούς

Αποτέλεσμα εικόνας για Η Ψυχή στον Πλάτωνα, τον Όμηρο και τους ΟρφικούςΔρώσα αιώνια μεταθανάτια ζωή

Μελέτη στον Πλάτωνα

“παρῳδεῖ γὰρ πανταχοῦ τὰ Ὀρφέως”
Ο Πλάτων σε όλες τις αναφορές του παρωδεί την Ορφική διδασκαλία (σχετικὴ μὲ τὴν κάθαρση τῶν ψυχῶν στὸν Ἀχέροντα καὶ τὴν μετενσάρκωση).
Ολυμπιόδωρος, Σχόλια στον Πλατωνικό Φαίδωνα

Αυτό υποστηρίζει ο Νεοπλατωνικός φιλόσοφος Ολυμπιόδωρος τον 6° αιώνα, αποδίδοντας τις ιδέες που πραγματεύεται ο Πλατωνικός διάλογος Φαίδων για τη φύση της ψυχής, στον Ορφέα, μυστηριώδη τραγουδοποιό —πατέρα των τραγουδιών, σύμφωνα με τον Πίνδαρο. Οι μεταγενέστεροι μελετητές έτειναν να συντάσσονται με τον Ολυμπιόδωρο, καταλογίζοντας πολλές από τις Πλατωνικές απόψεις περί ψυχής στον Ορφέα ή μάλλον στους Ορφικούς και τον Ορφισμό, ένα ποικιλοτρόπως προσδιορισμένο θρησκευτικό ρεύμα εναρμονισμένο με τα ποιήματα του μυθικού ποιητή. Πολύ συχνά, οι φιλοσοφικές καινοτομίες του Πλάτωνος ερμηνεύθηκαν με αναγωγή στις ιδέες του Ορφισμού, αλλά αυτή η αναζήτηση πηγών, η οποία εξυπηρέτησε τον Ολυμπιόδωρο και άλλους Νεοπλατωνιστές στη στήριξη της αυθεντίας του Πλάτωνος και της αρχαίας παγανιστικής παράδοσης, ενάντια στην παλιρροϊκή εξάπλωση του Χριστιανισμού, συσκοτίζουν το ευφυές Πλατωνικό οικοδόμημα με την χειραγώγηση της μυθολογικής και φιλοσοφικής παράδοσης, την οποία συνιστούσαν.

Σε αυτό το σημείο διατείνομαι ότι πολλές από τις ιδέες τις οποίες ο Πλάτων υποτίθεται ότι άντλησε από τον Ορφισμό, δεν προέρχονται από τους Ορφικούς αλλά από την ευρύτερη μυθολογική παράδοση. Ακόμη και τα στοιχεία που όντως έχουν Ορφικές ή παρεμφερείς καταβολές, υπέστησαν σημαντικές αλλαγές ώστε να εξυπηρετούν τους φιλοσοφικούς σκοπούς των διαλόγων του. Πρωτίστως θα εξετάσω την ιδέα της μεταθανάτιας ζωής, υποστηρίζοντας ότι ενώ το όραμα του διαφέρει από εκείνο του Ομήρου —παρόμοιο σενάριο τελικής κρίσεως, πολύπλοκης γεωμορφολογίας, ανταμοιβών και τιμωριών, εν τούτοις ευρέως διαδεδομένο και αποδεκτό— και ο Πλάτων το μεταχειρίζεται ποικιλοτρόπως σε διαφορετικούς διαλόγους. Αντιθέτως, άλλες ιδέες για τη σχέση ψυχής-σώματος, όπως ο εγκλεισμός της σε αυτό ή η διαδικασία της μετενσάρκωσης, επισημαίνονται στις μαρτυρίες του Πλάτωνος και άλλων, ως ασυνήθεις και άγνωστες, τις οποίες ο Πλάτων μεταθέτει εκ νέου ώστε να συνάδουν με τα τεκταινόμενα στον διάλογο.
ΦΑΙΔΩΝ [82Ε]

…ὅτι παραλαβοῦσα αὐτῶν τὴν ψυχὴν ἡ φιλοσοφία ἀτεχνῶς διαδεδεμένην ἐν τῷ σώματι καὶ προσκεκολλημένην, ἀναγκαζομένην δὲ ὥσπερ διὰ εἱργμοῦ διὰ τούτου σκοπεῖσθαι τὰ ὄντα ἀλλὰ μὴ αὐτὴν δι’ αὑτῆς, καὶ ἐν πάσῃ ἀμαθίᾳ κυλινδουμένην, καὶ τοῦ εἱργμοῦ τὴν δεινότητα κατιδοῦσα ὅτι δι’ ἐπιθυμίας ἐστίν, ὡς ἂν μάλιστα αὐτὸς ὁ δεδεμένος συλλήπτωρ…

Λοιπόν, ξέρουν οι φιλομαθείς ότι, όταν η φιλοσοφία παραλάβει την ψυχή τους, που είναι γενικά δεμένη και κολλημένη στο σώμα και που αναγκάζεται, όπως από ένα φράγμα, να εξετάζει μέσα από αυτό τα όντα και όχι η ίδια μέσα από τον εαυτό της να κυλιέται μέσα σε γενική αμάθεια· και όταν αντιληφθεί καλά τη δυσκολία του φραγμού, ότι δηλαδή οφείλεται στις επιθυμίες του, ότι δηλαδή προπάντων ο ίδιος ο δεμένος μπορεί να βοηθεί το δέσιμό του. (Πλάτων, Φαίδρος)

Ζωή μετά τον Θάνατο

Για να αξιολογήσουμε την άποψη περί δανεισμού Ορφικών ιδεών από μέρους του Πλάτωνος, οφείλουμε να κατανοήσουμε τι σήμαιναν τα Ορφικά στην αρχαιότητα. Η αυθεντικότητα των ιδεών του Ορφισμού εκτιμάται από τα κατηγορήματα της· ως τέτοια εκλαβάνονται από τους σύγχρονους ερευνητές, συγκεκριμένα στοιχεία που αφορούν στη μετά θάνατον ζωή, στη φύση και το πεπρωμένο της ψυχής, τα οποία στη συνέχεια προσδιορίζονται ως επί το πλείστον σε αντιδιαστολή με την αντίστοιχη Ομηρική οπτική που θεωρείται ότι εκφράζει την επικρατούσα άποψη της αρχαίας Ελληνικής παράδοσης. Όπως θέτει το θέμα ο ιστορικός και ακαδημαϊκός Robert Parker «η Ορφική ποίηση μπορεί σχεδόν να προσδιοριστεί ως εσχατολογική κι ενδεχομένως να ήταν αυτά τα ποιήματα που για πρώτη φορά παρουσίαζαν ανάγλυφα πειστικές αφηγήσεις για ζωή μετά το θάνατο, σχεδιασμένες να επηρεάζουν άμεσα την συμπεριφορά του ακροατή, αντίθετα με αυτές της Οδύσσειας».

Υποστηρίζω ότι μια τέτοια προσέγγιση παράγει παραπλανητική εικόνα, όχι μόνο για τις Ορφικές μεταθανάτιες ιδέες αλλά και για τις υφιστάμενες στην αρχαία Ελληνική παράδοση περί φύσεως και μοίρας της ψυχής κατά τη διάρκεια του βίου αλλά και πέρα από αυτόν. Δεν είναι δυνατό να αντιληφθούμε πως χειρίστηκε ο Πλάτων τη μυθογραφία αν δεν κατανοήσουμε κατάλληλα τη υπέχουσα θέση των ιδεών αυτών στο έργο του. Στην Ομηρική ποίηση συνήθως θεωρούνται αντιπροσωπευτικές μιας ιδιόμορφης προοπτικής κατά την οποία ο ποιητικός λόγος μπορεί φέρει τον άνθρωπο κοντά στην αθανασία, την ώρα που το εύρος των ιδεών οι οποίες πράγματι σημάδεψαν τα αρχαία ευρήματα ως ασυνήθη ή συνδεδεμένα με τον Ορφέα και τους ομοίους του, είναι σημαντικά πιο περιορισμένο. Η διατήρηση της ψυχής και η ζωή μετά το θάνατο δεν ανήκουν αποκλειστικά στα χωράφια του Ορφισμού αλλά περισότερο στις κλασσικές και πλέον διαδεδομένες ιδέες της παράδοσης. Μόνον ένα φάσμα τους, περιορισμένο στη σχέση της ψυχής με το σώμα, φαίνεται να χαρακτηρίζει επίμονα με τον ένα ή τον άλλο τρόπο τις Ορφικές ιδέες ανάμεσα στα ευρήματα της αρχαίας γραμματείας.

Επαναπροσδιορίζοντας τον αρχαίο Ορφισμό

Στην τρέχουσα εργασία μου, αναζητώ τον επαναπροσδιορισμό του αρχαίου Ορφισμού, δηλαδή την κατάληξη σε μέθοδο προσδιορισμού της κατηγορίας των έργων που οι αρχαίοι Έλληνες είχαν επισημάνει ώς Ορφικά. Αρχίζω τη διαδικασία με μοναδικό κριτήριο αυτό του Αμερικανού ακαδημαϊκού και Καθηγητή Ελληνικών στο Πανεπιστήμιο Berkeley, Ivan Mortimer Linforth [Linforth, I. M. (1941). The Arts of Orpheus. Berkeley and Los Angeles, University of California Press] για το όνομα του Ορφέα, ώστε να οριοθετήσω αποδεικτικά στοιχεία για τα χαρακτηρισμένα Ορφικά ψήγματα στις αρχαίες μαρτυρίες, εξάγοντας όμως από αυτά ομάδα κριτηρίων που διέπουν το υλικό με διαφορετικούς τρόπους ως υπερβατικό θρησκευτικό φαινόμενο. Υποθέτω ότι η ιδέα του Βίτγκενσταιν περί “(γλωσσικών) οικογενειακών ομοιοτήτων” μας επιτρέπει να κατασκευάσουμε “διαφορικό ορισμό” σύμφωνα με τον οποίο ενδείξεις χαρακτηρισμένες από ένα ή περισσότερα κριτήρια, μπορεί να επισημανθούν ως Ορφικές. Στον ορισμό αυτό δεν υπάρχει μοναδικό γνώρισμα, ενδεχομένως αναφορά στο όνομα του Ορφέως ή συγκεκριμένη δοξασία για την ψυχή, που να διακρίνει κάτι το Ορφικό. Αντιθέτως αν οτιδήποτε —πρόσωπο, κείμενο ή τελετουργία— διαθέτει ασυνήθιστη αγνότητα ή ιεροσύνη, υπαινίσσεται κάποια ιδιαίτερη σχέση με τα θεία, την ύστατη αρχαιότητα, ή είχε επισημανθεί ως αναπάντεχα παράδοξο, διαστροφικό ή αγνώστου φύσεως, τότε θα μπορούσε να βαπτισθεί Ορφικό ανάμεσα σε άλλα ομοειδή και ίσως τελικά να κυρωθεί ως τέτοιο. Ο διαφορικός ορισμός μας επιτρέπει να συμπεριλάβουμε υλικό που να μην είναι σφραγισμένο με το όνομα του Ορφέα αλλά κατηγοριοποιημένο όπως άλλες μη Ορφικές μαρτυρίες.

Ενώ οι σύγχρονοι μελετητές τείνουν να κάνουν αποδόσεις με βάση υποτιθέμενα Ορφικά δόγματα, από τους αρχαίους αντίστοιχούς τους απουσιάζουν τέτοιου είδους θεωρητικές ταξινομήσεις. Αντίθετα, για εκείνους η αρχαία επισήμανση “Ορφικός” έμοιαζε περισσότερο με τον σύγχρονο όρο “νέα εποχή”, σχετιζόμενη όχι αποκλειστικά με συγκεκριμένες θρησκευτικές απόψεις ή οργανώσεις αλλά με ευρύτερο φάσμα ιδεών, ασαφώς προσδιορισμένων από την εγγύτητά τους με την επικρατούσα θρησκευτική τάση.

Παρομοίως με τη νέα εποχή, η σύνδεση με τον Ορφέα μπορεί να είναι θετική, ενδεικτική ιδιαίτερης έμπνευσης που ξεπερνά τα συνηθισμένα, αλλά και συχνά αρνητική, υπονοώντας στάση υπεράνω εαυτού, η οποία είτε είναι περιγέλαστη είτε υποκριτική. Αν σε κάτι προσάπτεται ο χαρακτηρισμός Ορφικό εξαρτάται από τις αρχαίες μαρτυρίες, όχι από την παρουσία ιδιαίτερων μυθογραφικών μοτίβων ή θρησκευτικών δογμάτων, αλλά στη βάση της πράξης του χαρακτηρισμού από συγκεκριμένο ταξινομητή σε λεπτομερές συγκείμενο. Εν τούτοις συνιστά πάντα έναν επίμαχο, ουδόλως ανιδιοτελή, ορισμό.

Αντιθέτως, ειδικοί όλου του περασμένου ενάμιση αιώνα προέβαλλαν διάφορους καταλόγους Ορφικών αξιωμάτων στην προσπάθειά τους να ορίσουν τον Ορφισμό μέσω των απόψεών του. Πρόσφατα ο Bernabé παρέθεσε τα κεντρικά σημεία του Ορφικού δόγματος τα οποία ήταν λίγο-πολύ κοινά αποδεκτά: πίστη στο δυισμό ψυχής-σώματος, ιδέα ενός προπατορικού αμαρτήματος ή προγενέστερης αμαρτίας —λύτρωση από την οποία θα μπορούσε να επιτευχθεί μέσω της κάθαρσης και άποψη περί κάποιου κύκλου επανενσαρκώσεων κατά τη διάρκεια του οποίου θα επερχόταν ο εξαγνισμός. Τουναντίον υποστηρίζω, ότι η ιδέα της διττής ανθρώπινης υπόστασης είναι διάσπαρτη στην παράδοση ενώ η μετενσάρκωση βρίσκεται πάντα περιστασιακά σε κείμενα βαπτισμένα Ορφικά (ακόμη και με την ευρύτερη έννοια) και δίχως να τεκμαίρεται σε άλλα. Ενώ σε αρκετά Ορφικά κείμενα υπογραμμίζεται ο εξαγνισμός, η ιδέα Ορφικού δόγματος περί κληροδοτημένου προπατορικού αμαρτήματος, είναι σύγχρονο κατασκεύασμα, η προσμονή δε της πολυπόθητης εύνοιας μετά τον θάνατο (λύτρωση) δεν αυτοπεριορίζεται στον Ορφισμό. Η προσπάθεια να προσδιοριστεί ο Ορφισμός με τα προαναφερθέντα κριτήρια περιλαμβάνει στοιχεία τα οποία ουδέποτε θεωρήθηκαν Ορφικά από τους ίδιους τους αρχαίους, η αναγωγή τους δε, σε ενδείξεις, επιδεικνύει μόνο κάποιες ή καμμία από αυτές τις ιδέες.

Η υποτιθέμενη ταύτιση των σχετικών (με την ψυχή) δογμάτων με τον Ορφισμό, ευθύνεται σε μεγάλο βαθμό για το ενδιαφέρον που προσέλκυσε αυτός τον περασμένο ενάμιση αιώνα, καθώς οι μελετητές τον θεώρησαν δίαυλο μέσω του οποίου η ιδέα της αθανασίας της ψυχής, όπως και αυτή της αμαρτίας και της λύτρωσης, παρεισέφρησαν στη Δυτική φιλοσοφική και θρησκευτική παράδοση, κυρίως με τα έργα του Πλάτωνα. Η διαφορά μεταξύ της διατήρησης απλά των ψυχών πέρα από το φυσικό τέλος και της αυθεντικής ιδέας περί άχρονης ύπαρξης τους, θεωρήθηκε όπως η αντίθεση ανάμεσα στη ζοφερή Ομηρική ζωή μετά το θάνατο, όπου όλοι μοιράζονται το ίδιο σκοτεινό πεπρωμένο και σε άλλες οπτικές μιας πιο “ζωηρής” αιώνιας ζωής με διαφορετική μοίρα να περιμένει τον καθένα. Στη βασική μελέτη του επί του προκειμένου, ο Rohde επιχειρηματολογεί υπέρ της εξέλιξης μιας πραγματικής καινοτόμου ιδέας για την αθανασία της ψυχής, προερχόμενη από νεολογισμούς περί ψυχής και ζωής μετά το θάνατο, οι οποίοι προέκυψαν από την Διονυσιακή εισβολή και την Ορφική μεταρρύθμιση. Ως εκ τούτου, με το επιχείρημα αυτό, οι Ορφικοί ευθύνονται για την εισαγωγή στην Ελληνική θρησκειολογία μιας πραγματικής αντίληψης για την αθανασία της ψυχής και η εμφάνιση συναφών ιδεών σε άλλα κείμενα μπορεί να αποδοθεί στην επιρροή των Ορφικών.

Παρά το ότι τα ιστορικά ερείσματα του ισχυρισμού του Rohde έχουν απορριφθεί από καιρό, η σχέση των Ομηρικών απόψεων για την μετέπειτα ζωή με τους Ορφικούς ιχνηλατείται αδιάκοπα υπό το πρίσμα της χρονολογικής τους ανάπτυξης. Άλλες απόψεις παρουσιάζονται ως τελευταίες εξελίξεις, αρχής γενομένης από την Αρχαϊκή περίοδο ή καλύτερα από τα στοιχεία στον Όμηρο (και τον Ησίοδο) τα οποία φαινομενικά συμπίπτουν χρονικά με αυτές που λογίζονται ως πρώιμες. Παρά τα γνωστά προβλήματα στη χρονολόγηση των Ομηρικών επών ή ακόμη και διάφορων περιεχομένων στοιχείων τους, οι ειδικοί πρότειναν ένα κυκλικό επιχείρημα: το πρώιμο υλικό μπορεί να ταυτοποιηθεί ως αυθεντική Ομηρική άποψη για την μετά θάνατο ζωή, ενώ το μεταγενέστερο αναγνωρίζεται από την αντίφασή του με το πρώτο. Το πρόβλημα, υποθέτω, βρίσκεται στη σύγχυση που προκαλεί η λέξη στα στην φράση «στα Ομηρικά ποιήματα» σε αντιδιαστολή με τη λέξη των στην φράση «των Ομηρικών ποιημάτων» δηλαδή στο πως ακούγονται. Η ιδεολογία περί θανάτου και αιώνιας ζωής, η οποία εκφράζεται στα Ομηρικά ποιήματα, δεν είναι απαραίτητο ν’ ανταποκρίνεται απαρέγκλιτα σε αυτή που είναι κοινά αποδεκτή από το ακροατήριο τους, για το διάστημα που συνθέτονταν ή διαδραματίζονταν τα έπη. Μάλλον τα ποιήματα αρθρώνουν το δικό τους ιδεολόγιο για τον θάνατο και την μετέπειτα ζωή, το οποίο αντηχεί αυτό των ηρωικών δοξασιών και των ποιητικών εγκωμίων που βρίσκονται εντός τους. Οι ακαδημαϊκοί παρεννόησαν την διακριτή ιδεολογία που εμπεριέχεται στα έπη με αυτή του ακροατηρίου τους, παρεξηγώντας τον τρόπο με τον οποίο ιδέες και εικόνες της ζωής μετά θάνατον χρησιμοποιούνται από τον Όμηρο και τους μεταγενέστερους συγγραφείς όπως ο Πλάτων.

Ομηρική μεταθανάτια ζωή

Τα Ομηρικά έπη παρουσιάζουν μια ανάμικτη εικόνα του τι συμβαίνει σε κάποιον αφού πεθάνει, αλλά οι ειδικοί είχαν εστιάσει σ’ ένα από τα στοιχεία της, όπως η συμβατική θεώρηση της ζωής μετά θάνατον, όχι μόνο στον Όμηρο αλλά στο ευρύτερο θρησκειολογικό πλαίσιο των Ελλήνων. Η υποτιθέμενη αυτή τυπική άποψη είναι ότι από τις ψυχές απουσιάζει κάθε ίχνος νόησης ή δύναμης· εφόσον κάποιος ήρως κλείσει τα μάτια του για πάντα στο φώς του ήλιου, το μόνο που τον περιμένει είναι μια ζοφερή, άβουλη, περίλυπη και κουραστική ύπαρξη, δίχως ιδιαίτερα βάσανα αλλά ούτε κι ευχαρίστηση. Τέτοια οπτική υποστηρίζεται από λιγοστά αποσπάσματα-κλειδιά στα έπη, όπως η συνάντηση του Αχιλλέα με το φάντασμα του Πατρόκλου στην Ιλιάδα και η αντάμωση του Οδυσσέα με την μητέρα του, κάτοικο του Κάτω Κόσμου, στην Οδύσσεια.


Ο θάνατος του Σαρπηδόνος. Λεπτομέρεια ερυθρόμορφης υδρίας από την Ηράκλεια της Μεγάλης Ελλάδας, περ.400 π.Χ.

Η ερεβώδης αυτή ενόραση του θανάτου και της κατοπινής ζωής, είναι θεμελιώδης για την Ομηρική ιδέα της επιλογής που οφείλει να κάνει ένας ήρωας —μόνον η ζωή μπορεί να νοηματοδοτήσει την ύπαρξη κι ο ήρωας είναι αυτός ο οποίος, όπως ο Αχιλλέας, επιλέγει να πραγματώνει ένδοξα κατορθώματα. Εφόσον ο θάνατος είναι αναπόφευκτος, υποδεικνύει ο Σαρπηδόνας, ο ήρωας δεν θα έπρεπε να προσπαθεί να τον αποφύγει. Τέτοιο κλέος είναι το μόνο ἄφθιτον, το μόνο εννόημα της αθανασίας μιας και η διατήρηση της ψυχής μετά τον θάνατο είναι τόσο αποκρουστική.

μήτηρ γάρ τέ μέ φησι θεὰ Θέτις ἀργυρόπεζα
διχθαδίας κῆρας φερέμεν θανάτοιο τέλος δέ.
εἰ μέν κ’ αὖθι μένων Τρώων πόλιν ἀμφιμάχωμαι,
ὤλετο μέν μοι νόστος, ἀτὰρ κλέος ἄφθιτον ἔσται
εἰ δέ κεν οἴκαδ’ ἵκωμι φίλην ἐς πατρίδα γαῖαν,
ὤλετό μοι κλέος ἐσθλόν, ἐπὶ δηρὸν δέ μοι αἰὼν
ἔσσεται, οὐδέ κέ μ’ ὦκα τέλος θανάτοιο κιχείη.
[Ι 410-415].
***
Γιατί η μητέρα, η θεά Θέτιδα με τα κάτασπρα πόδια
λέει ότι δύο ειδών μοίρες με οδηγούν στο θάνατο.
Αν μείνω εδώ και πολιορκήσω την πόλη των Τρώων,
θα χάσω την επάνοδο, αλλά θα έχω αθάνατη φήμη.
αν όμως ξαναγυρίσω στην αγαπητή πατρική γη,
χάνω την καλή μου φήμη, αλλά θα ζήσω πολλά χρόνια.
και δεν θα με εύρει γρήγορα ο θάνατος.

Τόσο γλαφυρό που ήταν αυτό το όραμα της ζωής μετά τον θάνατο στα Ομηρικά έπη, σχολιαστές από την αρχαιότητα είχαν παρατηρήσει ότι η μαύρη μοίρα των αδρανών και αδύναμων νεκρών ανεξαιρέτως, δεν δρέπει δάφνες μοναδικότητας στις ραψωδίες του Ομήρου. Για παράδειγμα, στην Ιλιάδα ο Αχιλλέας ανησυχεί μήπως η ψυχή του Πατρόκλου θυμώσει μαθαίνοντας ότι είχε επιστρέψει τη σορό του Έκτορα στον πατέρα του και η ψυχή του Αίαντα ενώ μπορεί ν’ ανακαλέσει τη μνήμη της πρότερης φιλονικίας τους και να παραμείνει εξαγριωμένη με τον Οδυσσέα, τον κρατά σε απόσταση, αρνούμενη να πιεί το αίμα που υποτίθεται ήταν αναγκαίο για ν’αφυπνισθούν οι άσαρκες σκιές.

«Η ζωντάνια της Ομηρικής εικόνας των άλογων φαντασμάτων είναι τόσο δυνατή και ολοκληρωτικά εντυπωσιακή που χρωμάτισε τα οράματα των σύγχρονων μελετητών για τον Άδη· αναμφίβολα είναι μερικώς υπεύθυνη για τις μονολιθικές ερμηνείες που του αποδόθηκαν» (Sourvinou-Inwood 1995, p. 84, n. 210)

Ενώ ο Οδυσσέας προσφέρει σπονδές και θυσίες προς τους νεκρούς κατά την είσοδό του στον Κάτω Κόσμο, υπόσχεται περαιτέρω τελετουργίες με την επιστροφή του στην Ιθάκη για τους ευχαριστήσει.

«πολλὰ δὲ γουνούμην νεκύων ἀμενηνὰ κάρηνα,
ἐλθὼν εἰς Ἰθάκην στεῖραν βοῦν, ἥ τις ἀρίστη, λ 30
ῥέξειν ἐν μεγάροισι πυρήν τ’ ἐμπλησέμεν ἐσθλῶν,
Τειρεσίῃ δ’ ἀπάνευθεν ὄϊν ἱερευσέμεν οἴῳ
παμμέλαν’, ὃς μήλοισι μεταπρέπει ἡμετέροισι.
τοὺς δ’ ἐπεὶ εὐχωλῇσι λιτῇσί τε, ἔθνεα νεκρῶν,
ἐλλισάμην, τὰ δὲ μῆλα λαβὼν ἀπεδειροτόμησα
ἐς βόθρον, ῥέε δ’ αἷμα κελαινεφές· αἱ δ’ ἀγέροντο
ψυχαὶ ὑπὲξ Ἐρέβευς νεκύων κατατεθνηώτων·
νύμφαι τ’ ἠΐθεοί τε πολύτλητοί τε γέροντες
παρθενικαί τ’ ἀταλαὶ νεοπενθέα θυμὸν ἔχουσαι,
πολλοὶ δ’ οὐτάμενοι χαλκήρεσιν ἐγχείῃσιν, λ 40
ἄνδρες ἀρηΐφατοι, βεβροτωμένα τεύχε’ ἔχοντες·»

«και λέγοντας πολλές ευκές στ’ αδύναμα κεφάλια
των πεθαμένων, έταξα πως άμα ερθώ στο Θιάκι
στείρα δαμάλα διαλεχτή στον πύργο μου θα σφάξω,
και πως θ’ ανάψω τους πυρά γεμάτη ωραία δώρα,
και χώρια αρνί κατάμαυρο του Τειρεσία θα κόψω,
του κοπαδιού το πιο καλό. Και των νεκρών τα πλήθια
με τάματα και προσευκές θερμοπαρακαλώντας,
πήρα τ’ αρνιά και τα ‘σφαξα στο λάκκο· και το αίμα
έτρεχε ολόμαυρο. Άρχισαν των πεθαμένων τότες
και μαζευόνταν οι ψυχές απ’ το Έρεβος το μαύρο,
νύφες αντάμα κι άγουροι, τυραννισμένοι γέροι,
παρθένες κόρες τρυφερές, νεοθλιμμένες όλες,
κι άντρες πολλοί από χάλκινα κοντάρια λαβωμένοι,
νεκροί που είχανε τ’ άρματα με το αίμα τους βαμμένα
κι εδώθε εκείθε αρίθμητοι γύρω στο λάκκο ερχόνταν,
με αχό πολύ, και μ’ έπιανε χλωμός εμένα φόβος.»

Ομήρου Οδύσσεια, λ’ Νέκυια

Οι σκηνές με τον Αχιλλέα και τον Πάτροκλο ή τον Οδυσσέα και την μητέρα του, είναι αξιοσημείωτες για το πάθος τους, αλλά καθώς τα λιγοστά αυτά αποσπάσματα αρθρώνουν με σαφήνεια την άποψη ότι η σκιώδης υπόσταση των νεκρών είναι αφυής και ανούσια, οι άλλες αναφορές στη μεταθανάτια ζωή περνούν σχεδόν απαρατήρητες, γεγονός που υπαινίσσεται ότι το κοινό έχει ανάγκη ελαχίστων αιτιάσεων για ν’ αποδεχθεί τις προτεινόμενες ενοράσεις μιας αιώνιας δραστήριας ζωής. Είναι οι ιδέες των άβουλων περιπλανώμενων σκιών και της άτονης μεταθανάτιας ζωής που απαιτούν ιδιαίτερο χειρισμό —δια στόματος αξιόπιστων ομιλητών όπως ο Αχιλλέας, η Κίρκη και ο Οδυσσέας, εξηγούνται παράξενα οράματα και οι ιδέες αυτές αποκτούν κύρος —σε αντίθεση με τις αναμενόμενες κι αποδεκτές ιδέες μιας δυναμικής μεταθανάτιας ζωής.

Πέρα από τα λιγοστά αποσπάσματα που τονίζουν την αδυναμία των άσαρκων σκιών, οι Ομηρικές αναφορές στη ζωή μετά θάνατον σκιαγραφούν μια πιο ζωντανή εικόνα της, η οποία συνάδει με στοιχεία ευρισκόμενα εκτός των Ομηρικών επών. Οι νεκροί διαθέτουν αισθήματα και συναισθήματα, αναμνήσεις από τον καιρό που τους έλουζε το φως του ήλιου και την ικανότητα να γνωρίζουν αλλά και να παρεμβαίνουν στον κόσμο των ζωντανών. Εκτιμούν την προσοχή που τους δίνουν οι ζώντες, όχι απλά την ταφή και τις επικήδειες τελετές, αλλά τις προσφορές που αφιερώνονται στη μνήμη τους. Επιπλέον, ο κόσμος των νεκρών δεν είναι κατ’ εξοχήν θλιβερός, μήτε όλες οι σκιώδεις υποστάσεις απλώς αφίπτανται εκφέροντας ακατάληπτες και ασυνάρτητες κραυγές. Οι επιδιώξεις τους αντικατοπτρίζουν τον κόσμο των ζωντανών, του οποίου η κοινωνική ιεράρχηση εξακολουθεί να υπάρχει σε κάποια μορφή και μετά τον θάνατο. Ο Ωρίων συνεχίζει το κυνήγι του ενώ ο Μίνωας εξακολουθεί να κρίνει και να επιλύει αντιπαραθέσεις, αναφορές οι οποίες υπαινίσσονται ότι στον Κάτω Κόσμο, οι σκιές ακολουθούνται από τη χαρακτηριστική για τους Έλληνες επιδίωξη νομικών αγωγών.

Οδυσσέας, Ελπήνωρ και Ερμής, στον Κάτω Κόσμο. Figure 3. A landscape “of unusual, even startling interest.” Red-figure pelikē: drawing of Side A, Odysseus, Elpenor, and Hermes in the Underworld. The Lykaon Painter, ca. 440 BCE. The Museum of Fine Arts, Boston, William Amory Gardner Fund, inv. no. 34.79. Harvard University-Center for Hellenic Studies URL

Η θέση του Μίνωος ανάμεσα στους νεκρούς, για να μην αναφέρουμε τον Αχιλλέα, αφήνει να εννοηθεί ότι διαστρωμάτωση της κοινωνίας των ζωντανών, αναπαράγεται στον τόπο των νεκρών όπου, όσοι είχαν τύχει της εύνοιας των θεών παραμένουν ευνοούμενοι. Παρομοίως, όσοι κέρδισαν την ευμένεια εξαιτίας κατορθωμάτων τους στη ζωή συνεχίζουν να καρπώνονται τα οφέλη, ενώ εκείνοι που επέσυραν την οργή των θεών δεν παύουν να υφίστανται τη δυσαρέσκεια τους. Το μοτίβο της μελλούμενης ζωής δεν ήταν κοινό για όλους. Η διαφοροποίηση φέρνει σε άμεση σύγκρουση την γενικευμένη εικόνα της θλίψης, με αυτήν που υπογραμμίζει τη σπουδαιότητα της δόξας των ηρώων.

Διαφοροποιημένες εικόνες μεταθανάτιας ζωής

Ενώ η κεντρική ιδέα αυτής της διάκρισης μοιάζει παραδοσιακή και ευρέως διαδεδομένη, ο ακριβής τρόπος με τον οποίο παρουσιάζονται οι εν λόγω διαφοροποιήσεις ποικίλει στα ενδεικτικά τεκμήρια, από την ιδέα της κρίσης των νεκρών, στα διαφορετικά μέρη που θα πήγαιναν και στα είδη ανταμοιβών και τιμωριών που θα τους απονέμονταν.

Κρίση και τιμωρία μετά τον θάνατο είναι καλά γνώριμες απόψεις για τον Πλάτωνα ο οποίος περιγράφει τον γέροντα Κέφαλο, σκεπτικό για το αν είχε κάποιο λόγο ν’ ανησυχεί για οτιδήποτε μετά τον θάνατό του. Ο Κέφαλος αναφέρεται στους μύθους που είχε ακουστά —όχι συγκεκριμένα «Ορφικά» δόγματα αλλά δημοφιλείς θρύλους της παράδοσης— στους οποίους η τιμωρία μετά τον θάνατο συσχετιζόταν με τις αδικίες που είχαν διαπραχθεί στη ζωή. Ενώ δεν τις είχε πάρει στα σοβαρά όταν ήταν νεότερος, λέει ότι η εγγύτητα του θανάτου κάνει τους ανθρώπους ν’ ανατρέχουν στις ζωές τους αναζητώντας τυχόν οφειλόμενες ποινές από αξιόμεμπτες πράξεις.

Εἶθ’ ὃν οὐδὲ τῶν ἐν Ἅιδου θεῶν εἰκός ἐστιν τυχεῖν ἵλεων, ἀλλ’ εἰς τοὺς ἀσεβεῖς ὠσθῆναι διὰ τὴν πονηρίαν τοῦ βίου, τοῦτον ὑμεῖς ἀδικοῦντα λαβόντες οὐ μόνον οὐ τιμωρήσεσθε, ἀλλὰ καὶ μειζόνων ἀξιώσαντες δωρειῶν ἀφήσετ’ ἢ τοὺς εὐεργέτας; Τίνι γὰρ πώποθ’ ὑμεῖς ἔδοτε, ἐὰν ὄφλῃ τι τῷ δημοσίῳ, τοῦτο μὴ καταθέντι τῶν ἴσων μετέχειν; Οὐδενί. Μὴ τοίνυν μηδὲ τούτῳ δῶτε νῦν, ἀλλὰ τιμωρήσασθε καὶ παράδειγμα ποιήσατε τοῖς ἄλλοις.
Δημοσθένης, Κατὰ Ἀριστογείτονος Α [53]

Εκείνοι που ανακαλύπτουν ατιμώρητα παραπτώματα γίνονται ανυπόμονοι, ενώ αυτοί που δεν αναγνωρίζουν κάποιο λάθος επαφύονται στην ελπίδα. Πράγματι, εκείνοι που κέρδισαν την εύνοια των θεών κατά τη διάρκεια της ζωής τους, μπορούν να περιμένουν ότι οι θεοί θα νοιαστούν ειδικά γι’ αυτούς και μετά τον θάνατό τους.

πρὸς δὲ τούτοις, εἰ μέν ἐστι τὸ ἀποθανεῖν ὅμοιον τῷ μὴ γενέσθαι, ἀπηλλαγμένοι εἰσὶ νόσων καὶ λύπης καὶ τῶν ἄλλων τῶν προσπιπτόντων εἰς τὸν ἀνθρώπινον βίον· εἰ δ᾽ ἔστιν αἴσθησις ἐν Ἅιδου καὶ ἐπιμέλεια παρὰ τοῦ δαιμονίου, ὥσπερ ὑπολαμβάνομεν, εἰκὸς τοὺς ταῖς τιμαῖς τῶν θεῶν καταλυομέναις βοηθήσαντας πλείστης κηδεμονίας ὑπὸ τοῦ δαιμονίου τυγχάνειν….
Υπερείδης, Επιτάφιος ¶43

Αλλά και ακόμη· αν ο θάνατος είναι σαν να μην είχε ο άνθρωπος ποτέ γεννηθεί, έχουν οι νεκροί μας απαλλαγεί από τις αρρώστιες, τις στενοχώριες και τα άλλα δυσάρεστα που λυμαίνονται την ανθρώπινη ζωή. Και τέλος, αν όπως θέλουμε να πιστεύουμε, οι νεκροί έχουν στον Άδη τη δική τους ζωή, αν η θεότητα τους φροντίσει, τότε είναι φυσικό ότι ιδιαίτερη αγάπη θα δείξει σ᾽ αυτούς που υπερασπίστηκαν τις τιμές των θεών όταν κινδύνευαν να καταργηθούν.

Ο Κέφαλος περιγράφει τη διαδικασία αυτοκριτικής που ο καθένας ενδέχεται να υποβάλλει τον εαυτό του καθώς ο θάνατος πλησιάζει, όμως ο Πλάτων αλλού χρησιμοποιεί κριτές οι οποίοι αποφασίζουν τη μοίρα των θανόντων ώστε να διευκρινίσει ότι η ενδοσκοπική μέθοδος είναι ζωτικής σημασίας για τον φιλοσοφικό βίο. Η ιδέα των κριτών, είτε είναι θεοί με την δυσδιάκριτη και ακαθόριστη έννοια του όρου, είτε συγκεκριμένες οντότητες οι οποίες διεκπεραιώνουν λεπτομερή εξεταστική διαδικασία, φαίνεται να προέρχονται από την κοινή μυθική παράδοση, παρόλο που το Πλατωνικό δημιούργημα (bricolage) από τα ψήγματα της παράδοσης παράγει πιο πολύπλοκα και λεπτομερή σενάρια απ’οτιδήποτε άλλο διασώζεται.

Ο ίδιος στους Νόμους, αναφέρεται στη θεωρία ότι η ψυχή οφείλει να δίνει λόγο για τη ζωή της στους θεούς, ως προπατορική πίστη και μέσω της Εβδόμης Επιστολής παροτρύνει στην πίστη των αρχαίων και ιερών αφηγημάτων η οποία μιλά για κριτές που απονέμουν τιμωρίες για αδικίες που τελέσθηκαν στη ζωή.

καὶ τελευτησάντων λέγεσθαι καλῶς εἴδωλα εἶναι τὰ τῶν νεκρῶν σώματα, τὸν δὲ ὄντα ἡμῶν ἕκαστον ὄντως, ἀθάνατον εἶναι ψυχὴν ἐπονομαζόμενον, παρὰ θεοὺς ἄλλους ἀπιέναι δώσοντα λόγον, καθάπερ ὁ νόμος ὁ πάτριος λέγει-τῷ μὲν γὰρ ἀγαθῷ θαρραλέον, τῷ δὲ κακῷ μάλα φοβερόν
Πλάτων, Νόμοι, Βιβλίο ΙΒ’ 959b4

Πείθεσθαι δὲ ὄντως ἀεὶ χρὴ τοῖς παλαιοῖς τε καὶ ἱεροῖς λόγοις, οἳ δὴ μηνύουσιν ἡμῖν ἀθάνατον ψυχὴν εἶναι δικαστάς τε ἴσχειν καὶ τίνειν τὰς μεγίστας τιμωρίας, ὅταν τις ἀπαλλαχθῇ τοῦ σώματος·
Πλάτωνος, Ἡ Ἑβδόμη Ἐπιστολὴ

Ενδεχομένως η πλέον πρώιμη διασωθείσα αναφορά στη διαδικασία της κρίσεως γίνεται στον Δεύτερο Ολυμπιόνικο του Πινδάρου, όπου ένας απροσδιόριστος κριτής ανταμείβει τις καλές πράξεις του βίου με μακάρια και άκοπη ύπαρξη ενώ βαρύνει τις κακές με επαχθές φορτίο.
Ολυμπιόνικος 2ος [56-67]

Στον Θήρωνα τον Ακραγαντίνο, νικητή στο άρμα (476 π.Χ.)
εἰ δέ νιν ἔχων τις οἶδεν τὸ μέλλον,
ὅτι θανόντων μὲν ἐνθάδ’ αὐτίκ’ ἀπάλαμνοι φρένες
ποινὰς ἔτισαν, τὰ δ’ ἐν τᾷδε Διὸς ἀρχᾷ
ἀλιτρὰ κατὰ γᾶς δικάζει τις ἐχθρᾷ
λόγον φράσαις ἀνάγκᾳ:
ἴσαις δὲ νύκτεσσιν αἰεί,
ἴσαις δ’ ἐν ἁμέραις ἅλιον ἔχοντες, ἀπονέστερον
ἐσλοὶ δέκονται βίοτον, οὐ χθόνα ταράσσοντες ἐν χερὸς ἀκμᾷ
οὐδὲ πόντιον ὕδωρ
κεινὰν παρὰ δίαιταν: ἀλλὰ παρὰ μὲν τιμίοις
θεῶν, οἵτινες ἔχαιρον εὐορκίαις, ἄδακρυν νέμονται
αἰῶνα: τοὶ δ’ ἀπροσόρατον ὀκχέοντι πόνον
***
κι΄ όποιος προβλέπει το μέλλον
ξέρει πως οι αμαρτωλές ψυχές των πεθαμένων
πληρώνουν για τις αμαρτίες τους.
Όσοι αδίκησαν εδώ, στη γη, και στου Διός την επικράτεια,
κάποιος άλλος στη χώρα του Χάρου θα τους δικάσει.
Είναι σκληρός κι ανελέητος κι αμετάκλητα κρίνει.
Ομοιόμορφες μέρες και νύχτες περνούν θωρώντας
τον αβασίλευτο ήλιο κι αμέριμνα ζουν οι καλοί,
δίχως το μόχθο της γης φυτεύοντας και σκάβοντας,
δίχως να σκίζουνε τα κύματα κυνηγώντας τον επιούσιο άρτο.
Όσοι πιστά τον όρκο τους κρατούν θ’ αξιωθούν
αδάκρυτη ζωή πλάι στους τιμημένους θρόνους των θεών.
Τους άλλους –πώς να σας το πω;–
ασήκωτα τα πάθη και τα βάσανα τους περιμένουν.

Ενώ πηγές όπως ο Αισχύλος προσδιορίζουν τους κριτές ως χθόνιες θεότητες —Άδης ή ένας άλλος Δίας του Κάτω Κόσμου —ο Πλάτων βεβαιώνει πρώτος ως τέτοιους, ημίθεους όπως ο Μίνωας, ο Ραδάμανθυς, ο Αιακός ακόμη και ο Τριπτόλεμος.

μέγας γὰρ Ἅιδης ἐστὶν εὔθυνος βροτῶν ἔνερθε χθονός
Γιατί ‘ναι ο μέγας των θνητών ο Άδης κριτής κάτω στα τάρταρα της γης,
κι όλα τα πάντα στα χαρτιά φυλάει του νου του.
Αισχύλου Ευμενίδες 273-274

κἀκεῖ δικάζει τἀμπλακήμαθ”, ὡς λόγος, Ζεὺς ἄλλος ἐν καμοῦσιν ὑστάτας δίκας
κι εκεί (στον κάτω κόσμο) δικάζει τα κρίματα σε στερνή δίκη, όπως λένε, άλλος Δίας ανάμεσα στους πεθαμένους.
Αισχύλου Ικέτιδες 230-231

Η εκχώρηση της αρμοδιότητας του κριτή των προσφάτως χαμένων ψυχών από μέρους του Πλάτωνα, αφενός στον Μίνωα (Γοργίας 524α) είναι ένα ευφυές δείγμα δημιουργικής αποσιώπησης της Οδύσσειας (11.568-71) κι αφετέρου στον Ραδάμανθυ ενδέχεται παρομοίως για υιοθέτηση αναφοράς από την Οδύσσεια (4.564).

«ἐγὼ μὲν οὖν ταῦτα ἐγνωκὼς πρότερος ἢ ὑμεῖς ἐποιησάμην δικαστὰς ὑεῖς ἐμαυτοῦ, δύο μὲν ἐκ τῆς Ἀσίας, Μίνω τε καὶ Ῥαδάμανθυν,
[524a] ἕνα δὲ ἐκ τῆς Εὐρώπης, Αἰακόν· οὗτοι οὖν ἐπειδὰν τελευτήσωσι, δικάσουσιν ἐν τῷ λειμῶνι, ἐν τῇ τριόδῳ ἐξ ἧς φέρετον τὼ ὁδώ, ἡ μὲν εἰς μακάρων νήσους, ἡ δ’ εἰς Τάρταρον. καὶ τοὺς μὲν ἐκ τῆς Ἀσίας Ῥαδάμανθυς κρινεῖ, τοὺς
δὲ ἐκ τῆς Εὐρώπης Αἰακός· Μίνῳ δὲ πρεσβεῖα δώσω ἐπιδιακρίνειν, ἐὰν ἀπορῆτόν τι τὼ ἑτέρω, ἵνα ὡς δικαιοτάτη ἡ κρίσις
ᾖ περὶ τῆς πορείας τοῖς ἀνθρώποις»
Πλάτων Γοργίας
***
Επειδή λοιπόν ολ’ αυτά τα έχω ιδεί, πριν από σας, εγκατέστησα δικαστάς τους τρεις υιούς μου, δύο μεν εκ της Ασίας, τον Μίνωα και τον Ραδάμανθυν, ένα δ’ εκ της Ευρώπης, τον Αιακόν. Ούτοι λοιπόν, όταν αποθάνουν, θα δικάζουν εις τον ―Ασφοδελόν― λειμώνα, εις το μέρος ένθα χωρίζεται εις τρία η οδός, και η μεν φέρει εις τας νήσους των Μακάρων, η δε άλλη εις τον Τάρταρον. Και τους μεν εκ της Ασίας θα κρίνη ο Ραδάμανθυς, τους δ’ εκ της Ευρώπης ο Αιακός. Εις τον Μίνωα δε θα δώσω την υπερτάτην εξουσίαν, ώστε ν’ αποφασίζη ως ανώτατος κριτής ―διαιτητής―, εν η περιπτώσει οι άλλοι δύο ευρεθούν εις αμφιβολίαν, ούτως ώστε η κρίσις διά την μετάβασιν των ανθρώπων εις το ένα μέρος (εις τας νήσους των Μακάρων) ή εις το άλλο (τον Τάρταρον) να γίνεται όσον το δυνατόν δικαιοτάτη».

«Είδα το Μίνωα τον περίλαμπρο, του Δία το γιο, στο χέρι
να ‘χει χρυσό ραβδί, να κάθεται και τους νεκρούς να κρίνει·
κι εκείνοι, ολόρθοι για καθούμενοι, το δίκιο τους ζητούσαν
από το ρήγα, στο πλατύπορτο παλάτι του Άδη μέσα»
Ομήρου Οδύσσεια Ραψ.Λ’ στίχοι 568-571

«Μα εσένα η μοίρα, αρχοντογέννητε Μενέλαε, δε σου γράφει
στο αλογοθρόφο το Άργος κλείνοντας τα μάτια να πεθάνεις·
στην τέλειωση της γης οι αθάνατοι και στους Ηλύσιους κάμπους,
που κυβερνά ο ξανθός Ραδάμανθης, λογιάζουν να σε στείλουν,
όπου περνούν οι ανθρώποι ξέγνοιαστη ζωή, μακάρια, δίχως
μηδέ βροχές μηδέ χιονόκαιρα μηδέ βαριούς χειμώνες»
Ομήρου Οδύσσεια Ραψ.Δ’ στίχοι 561-566


Η κρίση των νεκρών στον Κάτω Κόσμο. Από αριστερά, οι δικαστές Μίνως, Αιακός (κρατά σκήπτρο) και Ραδάμανθυς, κάθονται στο θρόνο ζητώντας από τις σκιές ν’ απολογηθούν για τις πράξεις της ζωής τους.

Στον Γοργία, ο Πλάτων επινοεί την περιγραφή του Σωκράτη επί των διαδικασιών της μεταθανάτιας κρίσης, ώστε ν’ αναφαίνει την εξέταση που τόσο υπερθεματίζει σ’ αυτόν τον διάλογο, κατά την οποία ο Σωκράτης συζητά διεξοδικά τις ελεγκτικές μεθόδους του εκθέτοντάς τις σε αντιπαραβολή με τη ρητορική των συνομιλητών του.

Ο μύθος απεικονίζει την αντίθεση αυτή και η ζωντανή εικόνα της απογυμνωμένης ψυχής που αποκαλύπτει όλες τις αλλοιώσεις και τα σημάδια της στα έμπειρα μάτια του κριτή, είναι εικόνα σωκρατικού ελέγχου (elenchos). Τρία είναι στην πραγματικότητα τα στοιχεία που συμβαδίζουν με την περιγραφή του σωκρατικού ελέγχου. Η απουσία μαρτύρων αντιστοιχεί σε εξακρίβωση των ιδεών ενός και μόνο ατόμου δίχως προσφυγή στις απόψεις αλλότριων ή σε μακρόσυρτες ρητορικές ομιλίες. Η εξέταση της γυμνής ψυχής αναλογεί με την ανάλυση των προσωπικών απόψεων του ατόμου και την επισήμανση των ασυνεπειών. Το μαρτύριο της ζωής μετά τον θάνατο συνάδει με την καταισχύνη του ελέγχου, αποτέλεσμα συντριβής κατά την φιλοσοφική αυτή δοκιμασία η οποία εξωθεί αυτόν που υφίσταται τον έλεγχο ν’ αλλάξει τη ζωή του.

Παρά το ότι ο Πλάτων σκιαγραφεί τη μέθοδο του ελέγχου σε πολλούς από τους διαλόγους του προσωποποιώντας τους εμπλεκόμενους συνομιλητές, ο μύθος στον Γοργία διασπά την ενότητα αυτών των διαφορετικών πτυχών του ελέγχου, παρέχοντας στον αναγνώστη καλύτερη κατανόηση των διακριτών επιδράσεων του σωκρατικού ελέγχου. Για τον συσχετισμό με τις ουλές στην ψυχή, ο Πλάτων χρησιμοποιεί στον μύθο μεταφορά από τον κόσμο της ιατρικής. Η ψυχή του τυράννου φέρει σημάδια αρρώστιας, διαπυημένες πληγές από τις διαπραχθείσες κι ανεπανόρθωτες αδικίες, την ώρα που αυτή του φιλοσόφου χαίρει καλής υγείας. Παρότι ενδέχεται ο τύραννος να διαπρέπει φαινομενικά, η εξέταση από τους ειδικούς αποκαλύπτει την πραγματική του κατάσταση και υπαγορεύει την κατάλληλη θεραπεία.

Αυτή η μεταθανάτια τιμωρία (κόλαση) ίσως είναι επώδυνη αλλά μόνο τέτοιου είδους συμμόρφωση (κόλαση) μπορεί να θεραπεύσει την πληγωμένη ψυχή. Ο έλεγχος είναι επίσης οδυνηρή αγωγή και οι συνομιλητές του Σωκράτη χτυπιούνται σαν μικρά παιδιά όταν πιέζονται να πάρουν το φάρμακό τους. Ο Σωκράτης προειδοποιεί τον Καλλικλή ότι εφόσον δεν αποδεχθεί την περιποίηση του ελέγχου, θα περάσει τη ζωή του σε δυσαρμονία με τον εαυτό του, δίχως κατάλληλη ισορροπία και τάξη, συνιστώσες της υγείας, όχι μόνο του ατόμου αλλά ολόκληρου του κόσμου. Αν απαρνιόταν τη θεραπεία που θα είχε υποδείξει η εξέταση, τα σφάλματα της ζωής του θα φούντωναν και θα τον σημάδευαν.

Ως εκ τούτου, ο μύθος στον Γοργία δεν εστιάζει, όπως συχνά έχει γίνει αντιληπτό, στην έκκληση ποινών της μεταθανάτιας ζωής, τις οποίες επέσυρε η έλλειψη δικαιοσύνης στην παρούσα ζωή, αλλά στην απεικόνιση των αποτελεσμάτων ενός φιλοσοφικά αδιερεύνητου βίου. Όταν οι ψυχές των συνδιαλεγομένων του εκτίθενται στον σωκρατικό έλεγχο, οι ανοιχτές πληγές, εξαιτίας του τρόπου ζωής τους, απογυμνώνονται.

Ο Πλάτων χρησιμοποιεί επίσης, παραδοσιακούς θρύλους περί κρίσεως της ψυχής, ώστε να υπογραμμίσει την ζωτική σημασία της αυτοκριτικής στον μύθο του Ηρός προς το τέλος της Πολιτείας, όπου η παράξενη διπλή διαδικασία καθορισμού της μοίρας του καθενός μετά τον θάνατο, αντανακλά τη διάκριση που κατασκευάστηκε κατά τη διάρκεια του διαλόγου, μεταξύ εξωγενούς ανταμοιβής κι εγγενούς αξίας της δικαιοσύνης.

Η πρώτη απόφαση η οποία στέλνει τον αποβιώσαντα σε χίλια χρόνια ευδαιμονίας ή μαρτυρίου είναι αντισταθμιστική για τον βίο που έζησε, ακριβώς του ίδιου είδους με την εξωγενή ανταμοιβή ή τιμωρία που απονέμει η δικαιοσύνη, την οποία ο Σωκράτης και οι συνομιλητές του απέρριψαν στην αρχή της συζήτησης μη δυνάμενοι να υπερασπιστούν φιλοσοφικά την πραγματική της αξία.

Με την πάροδο της χιλιετίας ωστόσο, οι ψυχές επιστρέφουν στον τόπο κρίσεως ώστε να επιλέξουν την επόμενη ζωή τους. Εκεί, παρά το πεπρωμένο που καθορίζει τη σειρά της επιλογής, η καινούρια μοίρα της ψυχής εξαρτάται αποκλειστικά από την ικανότητά της να αυτοεξετάζεται και να προβαίνει στην κατάλληλη κρίση.

Νεοφερμένη μετά από χίλια χρόνια ευδαιμονίας, η ψυχή της πρώτης επιλογής, έχοντας ζήσει τυπικά καλή ζωή σε πόλη αλλά δίχως ν’ αναπτύξει ικανότητα αυτοδιόρθωσης, κάνει κατά συνέπεια τραγικά λανθασμένες επιλογές και παίρνει τη ζωή ενός τυράννου με απεριόριστη εξουσία.

Αντιθέτως η ψυχή του Οδυσσέα, έχοντας διδαχθεί από τη μακροχρόνια ταλαιπωρία της πως να χαλιναγωγεί τις παρορμήσεις της, επιλέγει λιτή και φιλοσοφική ζωή. Εδώ, μόνο η εγγενής δίκαιη ψυχή, φιλοσοφικά εκπαιδευμένη να εξετάζει και να τιθασεύει τις ορμές και τις ορέξεις της, δύναται να κάνει σωστού είδους επιλογές, όταν βρεθεί μπροστά σε κάποια ουσιαστική κρίση. Αντιμεταθέτοντας και πάλι την εκτίμηση ενός εξωτερικού κριτή σε προσωπική επιλογή, ο μύθος παρέχει εικόνα για τις επιλογές με τις οποίες έρχεται η ψυχή αντιμέτωπη όταν ζει και πως να τις διαμορφώσει αντί να υπόσχεται ότι κάποια εξωγενής συνέπεια τιμωρεί ή ανταμείβει αντισταθμιστικά προς τα βάσανα της ζωής. Ο Πλάτων χρησιμοποιεί μυθικές αποχρώσεις για ν’ απεικονίσει τις φιλοσοφικές διαδικασίες κρίσης και αυτοδιάγνωσης που συζητιούνται σε αμφότερους τους διαλόγους Γοργίας και Πολιτεία.
Πλάτων Πολιτεία 613e–619a

Η μεταθανάτια ανταμοιβή των δικαίων και τιμωρία των αδίκων
Τι διηγήθηκε ο Ηρ ο Αρμένιος μετά την επάνοδό του στη ζωή – Η τιμωρία του Αρδιαίου για τα ανοσιουργήματά του

Τα βραβεία επομένως, είπα εγώ, οι ανταμοιβές και τα δώρα που παίρνει στη διάρκεια της ζωής του ο δίκαιος από θεούς κι από ανθρώπους, πέρα από τα αγαθά που του πρόσφερε αυτή καθεαυτήν η δικαιοσύνη, θα είναι τέτοιου είδους.Και θα’ ναι, είπε, πολύ όμορφα πράγματα και σίγουρα.

Αυτά ωστόσο, είπα εγώ, δεν είναι τίποτα, ούτε ως προς το πλήθος ούτε ως προς το μέγεθος, μπροστά σ’ εκείνα που περιμένουν τον καθένα από τους δύο, όταν πεθάνει. Κι αυτά είναι ανάγκη να τα ακούσουν, ώστε και ο δίκαιος και ο άδικος να πάρουν από τη συζήτηση όλα όσα επιβάλλεται να ακούσει καθένας τους.

Λέγε τα, τότε, είπε· γιατί δεν υπάρχουν πολλά άλλα πράγματα που θα τα άκουγα με περισσότερη ευχαρίστηση.

Μην περιμένεις, είπα εγώ, να σου πω κανένα μακρόσυρτο παραμύθι σαν του Αλκίνοου, θα σου πω το παραμύθι ενός γενναίου ανθρώπου, του Ηρός, του γιου του Αρμενίου, από το γένος των Παμφύλων. Ο άνθρωπος αυτός σκοτώθηκε στον πόλεμο, κι όταν τη δέκατη μέρα σήκωσαν τους νεκρούς, σε αποσύνθεση πια, αυτόν τον βρήκαν άθικτο· τον πήγαν στον τόπο του για να τον θάψουν, και τη δωδέκατη μέρα από το θάνατο του, εκεί που τον είχαν επάνω στην πυρά, αυτός ξαναζωντάνεψε και, γυρίζοντας πάλι στη ζωή, ανιστορούσε όσα είχε δει εκεί. Είπε ότι σαν βγήκε η ψυχή του, πορεύτηκε με άλλους πολλούς κι έφθασαν σ’ έναν τόπο δαιμονικό, όπου υπήρχαν δυο ανοίγματα της γης, δίπλα–δίπλα το ένα με το άλλο, και απέναντί τους απάνω στον ουρανό άλλα δύο. Ανάμεσα σ’ αυτά κάθονταν δικαστές, οι οποίοι κάθε φορά που τελείωναν τη δίκη, τους μεν δίκαιους τους πρόσταζαν να ακολουθήσουν το δρόμο που έβγαζε προς τα δεξιά και προς τα πάνω μέσα από τον ουρανό, αφού προηγουμένως τους κρεμούσαν στο στήθος σημάδια της απόφασης που είχαν βγάλει, ενώ τους άδικους τους έστελναν από το δρόμο που ήταν στα αριστερά και οδηγούσε προς τα κάτω· είχαν κι αυτοί, κρεμασμένα πίσω τους, σημάδια για όλα όσα έπραξαν. Όταν παρουσιάστηκε κι αυτός στους δικαστές, του είπαν ότι έπρεπε να γίνει αγγελιαφόρος και να πει στους ανθρώπους τι συνέβαινε εκεί, και του έδωσαν την εντολή να ακούει και να κοιτάει με προσοχή τα πάντα σ’ εκείνο τον τόπο. Είδε έτσι εκεί τις ψυχές που έφευγαν μέσα από τα δύο ανοίγματα του ουρανού και της γης, αφού πια είχαν κριθεί, ενώ στα δύο άλλα ανοίγματα έβλεπε άλλες ψυχές, από το ένα να ανεβαίνουν, φεύγοντας από τη γη λερωμένες και βουτηγμένες στη σκόνη, κι από το άλλο άλλες ψυχές να κατεβαίνουν από τον ουρανό καθαρές. Και οι ψυχές που έφθαναν κάθε φορά έδιναν την εντύπωση πως έρχονταν από δρόμο μακρινό, και με ευχαρίστηση τραβούσαν κατά το λιβάδι κι εκεί κατασκήνωναν, όπως σ’ ένα πανηγύρι, και χαιρετιούνταν η μια με την άλλη, όσες γνωρίζονταν, κι αυτές που έρχονταν από τη γη ζητούσαν να μάθουν από τις άλλες για τα πράγματα εκεί, κι εκείνες πάλι που έρχονταν από τον ουρανό ρωτούσαν τις άλλες για τα δικά τους. Κι ανιστορούσαν οι μεν στις δε, άλλες κλαίγοντας και οδυρόμενες, καθώς ξαναθυμούνταν όσα είδαν και έπαθαν στην πορεία τους κάτω από τη γη ―κι η πορεία αυτή είχε κρατήσει χίλια χρόνια―, κι οι άλλες πάλι που έφθαναν από τον ουρανό διηγούνταν όσα ευχάριστα δοκίμασαν εκεί και την άφατη ομορφιά που είχαν αντικρύσει. Ήταν πολλά πράγματα, Γλαύκων, και θα ‘παιρνε χρόνο πολύ να τα διηγηθεί κανείς· το πιο σπουδαίο όμως που είπε είναι μ’ ένα λόγο τούτο. Για όσες αδικίες διέπραξαν, καθένας τους, και για όσους αδίκησαν πλήρωσαν για όλα με την τιμωρία που έπρεπε, δέκα φορές για το καθένα ―πάει να πει, για κάθε εκατό χρόνια, γιατί τόσο είναι το διάστημα της ανθρώπινης ζωής―, ώστε το τίμημα που κατέβαλαν να είναι δεκαπλάσιο από το αδίκημα. Αν κάποιοι, λ.χ., έγιναν η αιτία για το θάνατο πολλών ανθρώπων, είτε επειδή πρόδωσαν πολιτείες ή στρατόπεδα είτε πάλι επειδή είχαν ρίξει ανθρώπους στη σκλαβιά ή ήσαν συνένοχοι για κάποια άλλη δυστυχία, για όλα αυτά, έλεγε, πλήρωναν με δεκαπλάσια οδύνη το κάθε τους κρίμα, κι από την άλλη, αν είχαν κάνει κάποιες καλοσύνες κι είχαν φανεί δίκαιοι και γεμάτοι σεβασμό απέναντι στους θεούς, έπαιρναν με την ίδια αναλογία την ανταμοιβή τους. Έλεγε επίσης κάτι άλλα για όσους πέθαναν μόλις γεννήθηκαν και για όσους έζησαν λίγο, αλλά δεν αξίζει να αναφερθούμε σ’ αυτά. Και για την ασέβεια ή το σεβασμό απέναντι στους θεούς και τους γονείς καθώς και για όσους σκότωσαν με τα ίδια τους τα χέρια οι αντίστοιχες πληρωμές, έλεγε, είναι ακόμη πιο μεγάλες.

Έλεγε μάλιστα πως μπροστά του κάποιος ρωτούσε κάποιον άλλο πού ήταν ο πολύς Αρδιαίος. Ο Αρδιαίος αυτός υπήρξε τύραννος σε μια πόλη της Παμφυλίας, πάνε χίλια χρόνια από τότε· είχε σκοτώσει τον γέροντα πατέρα του και τον μεγαλύτερο αδελφό του κι είχε διαπράξει, όπως έλεγαν, και άλλα πολλά ανοσιουργήματα. Είπε λοιπόν ότι ο άνθρωπος που ρωτήθηκε απάντησε πως «Δεν έχει έλθει ο Αρδιαίος κι ούτε πρόκειται να έλθει. Γιατί πραγματικά ήταν κι αυτό ένα από τα φοβερά πράγματα που είδαμε. Εκεί που είμαστε κοντά στο στόμιο έτοιμοι να βγούμε απάνω, και τα παθήματα μας όλα είχαν πάρει τέλος, τον είδαμε ξαφνικά αυτόν και μερικούς άλλους που οι περισσότεροί τους υπήρξαν τύραννοι· ήσαν επίσης μαζί τους και ορισμένοι ιδιώτες, από αυτούς που είχαν διαπράξει μεγάλα ανομήματα. Φαντάζονταν ότι θα ανέβαιναν πια κι αυτοί, το στόμιο όμως δεν τους δεχόταν αλλά μούγκριζε κάθε φορά που κάποιος από ‘κείνους τους έτσι αθεράπευτα αχρείους ή από όσους δεν είχαν τιμωρηθεί αρκούντως για τα κρίματά τους επιχειρούσε να βγει επάνω. Εκεί πια, είπε, άνδρες αγριωποί που φάνταζαν σαν γλώσσες φωτιάς και στέκονταν πλάι στο άνοιγμα, ακούγοντας το μουγκρητό, άλλους μεν τους έπιαναν και τους τραβούσαν, τον Αρδιαίο όμως και μερικούς άλλους, αφού τους έδεσαν χειροπόδαρα, μαζί και το κεφάλι, τους έβαλαν κατάχαμα και τους έγδαραν, έπειτα τους τράβηξαν έξω από το δρόμο, στο πλάι, σέρνοντάς τους απάνω σε ασπαλάθους, κι εξηγούσαν κάθε φορά στους περαστικούς γιατί το έκαναν αυτό και ότι τους πήγαιναν να τους ρίξουν στον Τάρταρο». Κι από τους πολλούς και κάθε λογής φόβους που ‘χαν δοκιμάσει, ο μεγαλύτερος, είπε, ήταν μήπως κι ακουγόταν εκείνο το μουγκρητό την ώρα που καθένας τους θα προσπαθούσε να βγει, κι ήταν μεγάλη η χαρά να ‘ναι το μουγκρητό σταματημένο καθώς θα ανέβαιναν επάνω. Αυτές περίπου, είπε, ήσαν οι ποινές και οι τιμωρίες, κι οι ανταμοιβές πάλι ανάλογες.

Γεωγραφία της ζωής μετά τον θάνατο

Ο Πλάτων χειρίζεται ένα ακόμη συστατικό της διαφοροποιημένης μεταθάνατιας ύπαρξης το οποίο εντοπίζεται σε ποικίλα αφηγήματα της μυθικής παράδοσης, το κατά τόπους μοίρασμα των νεκρών για την συνέχιση της πορείας τους. Αν και στο όραμα της Οδύσσειας καθορίζονται όλες οι διακρίσεις της ζωής μετά τον θάνατο πέραν αυτών που δημιουργούνται στην πλοκή της ραψωδίας, οι τιμωρημένοι νεκροί υποφέρουν στην ίδια περιοχή με τις υπόλοιπες σκιές που βλέπει ο Οδυσσέας, σε άλλα κείμενα υποδεικνύεται ως τόπος μαρτυρίου ο Τάρταρος.

Ο Πίνδαρος υπόσχεται σ’ αυτούς οι οποίοι για τρείς φορές έζησαν συνετή ζωή ότι θα βρεθούν στις Νήσους των Μακάρων κι αυτά τα νησιά συνιστούν προορισμό για τους ευλογημένους νεκρούς σε πολυάριθμες ιστορικές πηγές αρχής γενομένης από τον Ησίοδο. Τέτοιες γεωγραφικές διαφοροποιήσεις εμφανίζονται και σε άλλα αποδεικτικά στοιχεία, από τα θραύσματα των χρυσών πινακίδων της Θουρίας [όπου γίνεται αναφορά στους τόπους των ευλογημένων (ἕδρας εὐαγέων)] έως τα Αθηναϊκά τραγούδια —αφιερωμένα σε συμπόσια και οινοποσίες— που θέλουν τον Αρμόδιο να βρίσκεται στα νησιά των Μακάρων.

Στους διαλόγους του, ο Πλάτων δημιουργεί ζωντανές εικόνες από τα απόκοσμα σταυροδρόμια για να δραματοποιήσει τον διαχωρισμό καλού-κακού και τα φορτία τους μετά τον θάνατο. Ανάλογα με τους σκοπούς που υπηρετεί ο συγγραφέας σε κάθε διάλογο, οι διασταυρώσεις ενδέχεται να οδηγούν στον Τάρταρο και τα Νησιά των Μακάρων (Γοργίας) στο Ουράνιο Βασίλειο των Θεών και σε υπόγειους τόπους τιμωρίας (Πολιτεία) ή απλά σε μια περίπλοκη ποικιλία κατευθύνσεων που ωθούν την ψυχή ν’ ακολουθήσει την καθοδήγηση του προκαθορισμένου δαίμονά της (Φαίδων).

Παρόλο που στον Γοργία και την Πολιτεία, δίδεται έμφαση περισσότερο στην διαδικασία προσδιορισμού του μονοπατιού που θ’ακολουθούσε η ψυχή, στον Φαίδωνα ο Πλάτων κάνει χρήση αυτής της παραδοσιακής ιδέας, ώστε να δημιουργήσει όραμα ενός κόσμου ιεραρχικά δομημένου στον οποίο τα ανώτερα στρώματα παρέχουν μεταθανάτια ζωή ανάλογη πρότερου φιλοσοφημένου βίου, ενώ οι κατώτερες περιοχές αντανακλούν το χάος και την αναστάτωση της αφιλοσόφητης ζωής.

Ο Πλάτων ταυτίζει τα όρια που ξεπερνούν τη ζωή των θνητών, παραδοσιακά αποκαλούμενα Άδης (εἰς Ἅιδου) όχι με την αισθητηριακή πραγματικότητα (τὸ ἀιδές) αλλά με αυτή που γίνεται αντιληπτή με τη σκέψη (εἰδέναι).

[80d] ἔνια δὲ μέρη τοῦ σώματος, καὶ ἂν σαπῇ, ὀστᾶ τε καὶ νεῦρα καὶ τὰ τοιαῦτα πάντα, ὅμως ὡς ἔπος εἰπεῖν ἀθάνατά ἐστιν· ἢ οὔ;

ναί.

ἡ δὲ ψυχὴ ἄρα, τὸ ἀιδές, τὸ εἰς τοιοῦτον τόπον ἕτερον οἰχόμενον γενναῖον καὶ καθαρὸν καὶ ἀιδῆ, εἰς Ἅιδου ὡς ἀληθῶς, παρὰ τὸν ἀγαθὸν καὶ φρόνιμον θεόν, οἷ, ἂν θεὸς θέλῃ, αὐτίκα καὶ τῇ ἐμῇ ψυχῇ ἰτέον, αὕτη δὲ δὴ ἡμῖν ἡ τοιαύτη καὶ οὕτω πεφυκυῖα ἀπαλλαττομένη τοῦ σώματος εὐθὺς διαπεφύσηται καὶ ἀπόλωλεν, ὥς φασιν οἱ πολλοὶ [80e] ἄνθρωποι;

Το λογοπαίγνιο με τον Άδη και το νοητό, μας οδηγεί πίσω στον Όμηρο (και παλαιότερα δίχως αμφιβολία) αλλά ο Πλάτων το διευρύνει περιλαμβάνοντας την διανοητική γνώση, ώστε να του δωθεί ευκαιρία να μιλήσει περί πνευματικών αντιλήψεων της φιλοσοφικής ψυχής σε αντίθεση με τις αντίστοιχες αισθητηριακές αυτών που είναι προσκολλημένες στο σώμα. Δια μέσου αυτού του λεκτικού αυτού παιχνιδιού και του επιχειρήματος της συγγένειας, ο Πλάτων προσδιορίζει την ψυχή, η οποία κατά παράδοση άπτεται του αοράτου κόσμου της μεταθανάτιας ζωής, συνδεδεμένη ουσιαστικά με το νόημα της ζωής των θνητών.

Το επιχείρημα της «συγγένειας» (Πλάτων, Φαίδων 78b-80e)
η ψυχή είναι συγγενής με τις νοητές Ιδέες, οποτε το πιθανότερο είναι να κατευθυνθεί προς τον χώρο του νοητού και του αιωνίου, ενώ το σώμα προς τον χώρο του θνητού και μεταβλητού.

Ανταμοιβή κι εφεξής τιμωρία
Η μεταθανάτια αιθέρια ζωή στα ευλογημένα νησιά του διαλόγου Φαίδων, είναι ύπαρξη απαλλαγμένη από κάθε ίχνος νωθρότητας, φθοράς ή νόσου τα οποία μαστίζουν την θνητή ζωή· τα πετρώματα είναι αμιγείς πολύτιμοι λίθοι και άπεφθα μέταλλα, φυτά και ζώα είναι κατά κάποιον τρόπο καθαρόαιμα κι όχι αφύσικα διασταυρωμένα, οι θεοί δε, πράγματι κατοικούν σε αλσύλλια και ναούς, ενθαρρύνοντας την άμεση επαφή (και τον διάλογο) με το θείο. Μια τέτοια ευλογημένη ύπαρξη ὀχι μόνο συνάδει με τις περιγραφές της μυθολογικής παράδοσης, αλλά επίσης αντανακλά το εναρκτήριο αφήγημα του διαλόγου για την διαδικασία νοητικής αντίληψης της πραγματικότητας, απαλλαγμένη απ’ όλους τους περισπασμούς των αισθητηριακών δεδομένων.

[…Ἆρ’ οὖν ἐκεῖνος ἂν τοῦτο ποιήσειεν καθαρώτατα ὅστις ὅτι μάλιστα αὐτῇ τῇ διανοίᾳ ἴοι …]

Να λοιπόν ποιος θα ενεργήσει με τρόπο άμεμπτο, ο άνθρωπος που θα πλησιάσει με τον νου του και μόνον κάθε πράγμα, χωρίς τη βοήθεια της όρασης ενόσω διανοείται, και δεν θα σύρει μαζί του κάποια άλλη αίσθηση κατά την εργασία αυτή του νου. [66a] Με το να κάνει χρήση του νου και μόνον αυτού, χωρίς άλλη ανάμειξη, θα επιχειρήσει να αντιληφθεί καθετί αυτών που είναι, αυτό και μόνον, χωρίς άλλη ανάμειξη, στερημένος εξ άπαντος τα μάτια και τα αφτιά και, με μια λέξη, ολόκληρο το σώμα του, αυτό που φέρνει ταραχή και δεν επιτρέπει στη ψυχή να αποκτήσει την αλήθεια και τη γνώση, όταν συνδέεται μαζί της σωστά; Αυτός δεν είναι, Σιμμία, ο άνθρωπος που, περισσότερο από κάθε άλλον, θα κατορθώσει να φθάσει το ίδιο το είναι;
Πλάτων, Φαίδων 65e-66a

Η ψυχή που χρησιμοποιεί μόνο την διάνοιά της για να κατανοήσει την ζωή, ομοιάζει εκείνης στα αγνά κι ευλογημένα βασίλεια της μεταθανάτιας ζωής, ικανά άσπιλη ώστε να επιβιώσει στην αμόλυντη ατμόσφαιρα των ανωτέρων στρωμάτων και να βρεθεί σε άμεση επαφή με τις αιώνιες πραγματικότητες.

Ο τελετουργικός εξαγνισμός αποτελούσε πατροπαράδοτη προϋπόθεση για την προσέγγιση των θεών, η οποία συνέβαινε σε ιερούς τόπους μέσω απλών διαδικασιών κάθαρσης, ενώ με ιδαίτερες ιεροτελεστίες, συχνά αποκαλούμενες τελετές, επιτυγχάνονταν στενότερες σχέσεις με τους θεούς, ώστε να ωφεληθούν από την εύνοια και την προστασία τους.

Ο Πλάτων μεταποιεί τις ιδέες αυτές, μέρος της συνήθους Ελληνικής θρησκευτικής παράδοσης (ακόμη κι όταν κατά καιρούς οι πλέον ιδιαίτερες εκφάνσεις της αποδόθηκαν στον Ορφέα) για ν’ απεικονίσει τον βίο της ψυχής του φιλοσόφου, αναβιβάζοντας τον φιλοσοφικό προβληματισμό στην υψηλότερη μορφή καθάρσεως.

Η συνέχιση της ασώματης ζωής στα κατώτερα επίπεδα του κόσμου με παρόμοιο τρόπο απεικονίζει την αφιλοσόφητη θνητἠ ὐπαρξη να βρίσκεται σε σύγχυση εξαιτίας της πολλαπλότητας των αισθητηριακών εντυπώσεων ή να βασανίζεται από επιθυμίες και φόβους για όλα όσα λαχταρά. Αντί ν’ αντικρύζουν τα πρόσωπα των θεών, οι ακάθαρτες ψυχές κυλιούνται αξιοθρήνητα στη λάσπη ανίκανες ν’αντιληφθούν οτιδήποτε ξεκάθαρα, εξαιτίας της σκοτεινής αβύσσου που τις περιβάλλει. Κάποιες οι οποίες οδηγήθηκαν από τα πάθη τους σε δολοφονικές πράξεις, ακόμα και οι γονεοκτόνες, μαρτυρούν στις φλόγες του Πυριφλεγέθωντος ή στα παγωμένα νερά του Κωκυτού, οι χειρότερες απ’αυτές δε, στροβιλίζονται ασταμάτητα στη δίνη του Ταρτάρου.

Η ακατάπαυστη αστάθεια στον Τάρταρο, ανακλά τις ζωές αυτών οι οποίοι, μη εμπιστευόμενοι την λογική, βασίζονται στις εντυπώσεις των αισθήσεών τους, καθώς αυτοί που απεχθάνονται τους συλλογισμούς στριφογυρνούν για πάντα εγκλωβισμένοι στα αντικρουόμενα ρεύματα των αισθητηριακών αντιλήψεων που ομοιάζουν αυτών στον δίαυλο του Ευρίππου.

Ο Πλάτων χειραγωγεί τις εικόνες αυτές από την μυθογραφική παράδοση της μεταθανάτιας ζωής για την ανάγλυφη απεικόνιση των διαφορετικών εναλλακτικών που έχει στην διάθεσή της η ζώσα ψυχή· είτε, επαφίεται στην λογική και την φιλοσοφική αυτοεξέταση, οπότε μπορεί να διάγει βίο σε άμεση επαφή με την αληθινή πραγματικότητα, είτε, βασιζόμενη στα περίπλοκα και αντιφατικά αποτυπώματα των αισθήσεων, μπορεί να υποφέρει από την σύγχυση που προκαλεί η πεπερασμένη ζωή.

Απόσπασμα του μύθου των Δαναΐδων, από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού

[…Τις κόρες όμως του Δαναού, τις Δαναΐδες, μολονότι η Αθηνά και ο Έρμης με την άδεια του Δία τις εξάγνισαν, οι Κριτές των Νεκρών τις καταδίκασαν μετά το θάνατό τους και την κάθοδό τους στον Άδη να μεταφέρουν και να ρίχνουν αιώνια νερό σε ένα πιθάρι τρύπιο σαν κόσκινο («τετρημένον πίθον»), για να τιμωρηθούν για τη δολοφονία των συζύγων τους την πρώτη νύχτα του γάμου…]

Ο Φαίδων δεν είναι ο μοναδικός διάλογος στον οποίο ο Πλάτων χρησιμοποιεί παραδοσιακές ιδέες περί τιμωρίας στην μεταθανάτια ζωή για να κατασκευάσει ένα φιλοσοφικό ζήτημα. Στον Γοργία γίνεται χρήμα του ο γνωστός μύθος των υδροφορουσών [ο τετρημένος Πίθος των Δαναΐδων] για την απεικόνιση του είδους των αέναων δεινών τα οποία ο Καλλικλής προκάλεσε στον εαυτό του αρνούμενος ν’αλλάξει τρόπο ζωής, να δείξει πως η επιλογή του Καλλικλή να διάγει βίο ανενεργό και δίχως αυτοσυγκράτηση, αναλογεί στην πραγματικότητα σε μα ζωή βασανιστική, τόσο σε προσωπικό όσο και σε πολιτικό επίπεδο. Την ώρα που στην κυριολεξία της η ιστορία εκφράζει την άποψη της παράδοσης ότι εκείνοι οι οποίοι δεν έχουν μυηθεί στο να ρίχνουν νερό στο τρύπιο πυθάρι με κάποιο αντικείμενο που επίσης έσταζε, ένα κόσκινο, ο Σωκράτης χτίζει ερμηνεία του θρύλου.

[…ἤδη γάρ του ἔγωγε καὶ ἤκουσα τῶν σοφῶν ὡς νῦν ἡμεῖς τέθναμεν καὶ τὸ μὲν σῶμά ἐστιν ἡμῖν σῆμα, τῆς δὲ ψυχῆς τοῦτο ἐν ᾧ ἐπιθυμίαι εἰσὶ τυγχάνει ὂν οἷον ἀναπείθεσθαι καὶ μεταπίπτειν ἄνω κάτω, καὶ τοῦτο ἄρα τις μυθολογῶν κομψὸς ἀνήρ, ἴσως Σικελός τις ἢ Ἰταλικός, παράγων τῷ ὀνόματι διὰ τὸ πιθανόν τε καὶ πειστικὸν ὠνόμασε πίθον, τοὺς δὲ ἀνοήτους ἀμυήτους, τῶν δ’ ἀνοήτων τοῦτο τῆς ψυχῆς οὗ αἱ ἐπιθυμίαι εἰσί, τὸ ἀκόλαστον αὐτοῦ καὶ οὐ στεγανόν, ὡς τετρημένος εἴη πίθος, διὰ τὴν ἀπληστίαν ἀπεικάσας…]

Σύμφωνα με τον ευφυή άνθρωπο από τον οποίο είχε ακούσει τον μύθο, αμύητοι είναι οι ανόητοι και πίθος είναι ο δυνάμενος να πεισθεί και η επηρεάσιμη ψυχή, αμφότερα διαπερατά όπως το κόσκινο. Στούς ανοήτους, το μέρος των ψυχών που βρίσκονται οι άκρατες επιθυμίες, παρομοιάζεται με μη υδατοστεγές πιθάρι εξαιτίας του ότι είναι τόσο ακόρεστο.

Ο Σωκράτης συνεχίζει ν΄αναπτύσσει την ιδέα της ψυχής ως πήλινο δοχείο το οποίο ο μέθυσος άνθρωπος ξοδεύει την ζωή του στην μάταιη προσπάθειά του να το γεμίσει, αντλώντας αφενώς μεν ικανοποίηση από την διαδικασία της πλήρωσης, αφετέρου δε, λύπη από το ατέρμονο άδειασμα.

Σ’αυτό το επίπεδο, είναι προφανές ότι η εικόνα απευθύνεται στο ιδανικό του Καλλικλή, την αχαλίνωτη επιθυμία πού μύρια δεινά την συνοδεύουν, αλλά ο Πλάτων την χρησιμοποιεί επιπλέον για να περιγράψει την ζωή ενός ρήτορα ο οποίος προσπαθεί να ικανοποιήσει τις διαρκώς μεταβαλλόμενες κι ανικανοποίητες επιθυμίες των ευπειθών μαζών, έργο μάταιο και βασανιστικό, όσο αυτό των υδροφορουσών.

Για ακόμη μία φορά, ο Πλάτων κάνει χρήση διαδεδομένου μύθου για την μεταθανάτια ψυχή, για να καταδείξει μ’έναν άγνωστο, ακόμη και ριζοσπαστικό, θα μπορούσαμε να πούμε τρόπο, την φύση της ζωντανής ψυχής —ανόητη κι επιρρεπής σε τέτοιο βαθμό ώστε να ενδίδει στην πειθώ των επιθυμιών, υποφέρει και μοχθεί ακατάπαυστα όπως οι μυθικές υδροφορούσες.
Συμπεράσματα

Στον Γοργία, ο Σωκράτης υπογραμμίζει την εισαγωγή του μύθου της μεταθανάτιας ύπαρξης στη ζωή αυτού του κόσμου με τον αφορισμό του επί της πασίγνωστης προίκας του Ευριπίδη: « τίς δ’ οἶδεν, εἰ τὸ ζῆν μέν ἐστι κατθανεῖν, τὸ κατθανεῖν δὲ ζῆν » [ποιός γνωρίζει εάν η ζωή μεν είναι θάνατος, ο δε θάνατος ζωή;]

Στους ποικίλους μύθους για την μετέπειτα ζωή, ο Πλάτων χρησιμοποιεί το υφιστάμενο μοτίβο σαν καθρέπτη που ανακλά ή διαθλά τις διαφοροποιήσεις του τρόπου ζωής των ζώντων ανθρώπων, διαμορφώνοντας ωστόσο τα παραδοσιακά μυθικά κριτήρια, τις διαστρωματώσεις (άνω-κάτω κόσμος) αλλά και τις προϋπάρχουσες ποινές κι ανταμοιβές, για να παρουσιάσει τις δικές του ιδέες περί φύσεως και δράσεως της ψυχής στην ανθρώπινης ζωή. Κάθε μύθος είναι προσαρμοσμένος στις απαιτήσεις του διαλόγου και οι ασυνέπειες στον τρόπο που ο Πλάτων απεικονίζει την ψυχή στην μεταθανάτια ζωή, ανακόπτονται από τις διάφορες μεθόδους με τις οποίους εισάγει τους μύθους.
Ορφικἐς Ιδέες περί Ψυχής

Πέραν της μεταφοράς, για δικούς του σκοπούς, της επινόησης ότι η ύπαρξη της ψυχής μετά τον θάνατο αντικατοπτρίζει την παρούσα ζωή, ο Πλάτων χρησιμοποιεί επίσης συγκεκριμένες ιδἐες για την σχέση της ψυχής με το σώμα. Ενώ η δρώσα μεταθανάτια ζωή της ψυχής είναι διαδεδομένη αντίληψη, όχι συσχετισμένη αποκλειστικά με τις Ορφικές ή έστω τις εμπεριστατωμένες εικασίες των φιλοσόφων, ορισμένοι τρόποι, που χαρακτηρίζουν την σχέση ψυχής-σώματος, φέρουν την σφραγίδα, του ασυνήθους ή του αντισυμβατικού ή του περιορισμού τους σε κύκλο λίγων απόκρυφων στοχαστών —με μια λέξη, Ορφικού.

Σε αυτές τις ενδείξεις, το σώμα μπορεί να είναι ο τάφος της ψυχής, ή φυλακή της ή το φυλάκιό της, καθώς αυτή εμφανίζεται, ως ζωντανή ή αιώνια ύπαρξη η οποία περνά κάποιο χρόνο μέσα στο σώμα, να μπαινοβγαίνει σ’αυτό ή ακόμη και να μεταφέρεται από σώμα σε σώμα. Ο Πλάτων πειράζει κάποιες από τις ιδέες αυτές, στρέφοντας τις αλησμόνητες εικόνες (αναμνήσεις) σε δικά του επινοήματα, χρησιμοποιώντας τα όπως κάνει με τις περισσότερες γνωστές ιδέες για την ενεργή μεταθανάτια ζωή, ώστε να ενισχύσει τα προσωπικά του επιχειρήματα περί ανωτερότητος του πνεύματος έναντι των αισθήσεων, περί σπουδαιότητος βίου διαπνεόμενου από αιτιολογημένες κρίσεις και αυτοσυγκράτηση, και περί της ευθύνης που φέρει ο φιλόσοφος εντός της κοινωνίας.

Πλείστες των συζητήσεων επί των Ορφικών ιδεών για την σχέση ψυχής-σώματος, ξεκινούν με το απόσπασμα από τον πλατωνικό Κρατύλο, στο οποίο ο Σωκράτης σ’ένα είδος σοφιστικού ετυμολογικού παιχνιδιού, παρέχει αριθμό ερμηνειών για την λέξη σῶμα, η κάθε μια εκ των οποίων σκιαγραφεί την εν λόγω σχέση με διαφορετικό τρόπο.

Πολλαχῇ μοι δοκεῖ τοῦτό γε· ἂν μὲν καὶ σμικρόν τις παρακλίνῃ, καὶ πάνυ. καὶ γὰρ σῆμά τινές φασιν αὐτὸ εἶναι τῆς ψυχῆς, ὡς τεθαμμένης ἐν τῷ νῦν παρόντι· καὶ διότι αὖ τούτῳ σημαίνει ἃ ἂν σημαίνῃ ἡ ψυχή, καὶ ταύτῃ “σῆμα” ὀρθῶς καλεῖσθαι. δοκοῦσι μέντοι μοι μάλιστα θέσθαι οἱ ἀμφὶ Ὀρφέα τοῦτο τὸ ὄνομα, ὡς δίκην διδούσης τῆς ψυχῆς ὧν δὴ ἕνεκα δίδωσιν, τοῦτον δὲ περίβολον ἔχειν, ἵνα σῴζηται, δεσμωτηρίου εἰκόνα· εἶναι οὖν τῆς ψυχῆς τοῦτο, ὥσπερ αὐτὸ ὀνομάζεται, ἕως ἂν ἐκτείσῃ τὰ ὀφειλόμενα, [τὸ] “σῶμα,” καὶ οὐδὲν δεῖν παράγειν οὐδ’ ἓν γράμμα.

Το όνομα αυτό μου φαίνεται πολύπλοκο και πε­ρισσότερο αν λιγάκι τό παράλλαξει κανείς. Γιατί μερικοί λένε πως αυτό είναι τάφος (σήμα) της ψυχής, η οποία βρί­σκεται θαμμένη στην παρούσα ζωή. Εξάλλου πάλι, επειδή η ψυχή με αυτό εκφράζει (σημαίνει) τις εκδηλώσεις της και γι’ αυτό ακόμα σωστά ονομάζεται σήμα. Όμως μου φαίνεται ότι οι Ορφικοί κυρίως έδωσαν αυτό το όνομα, με την ιδέα τάχα ότι η ψυχή εξαγνίζει τα σφάλματα, για τα οποία είναι τιμωρημένη και ότι έχει αυτό το σώμα για περίβλημα για να σώζεται, σαν είδος φυλακής. Λοιπόν για την ψυχή, ωσότου πληρώσει την ποινή της, αυτό είναι ό, τι και ονομάζομε ακριβώς, δηλαδή το σώμα και δέ χρειά­ζεται νά τροποποιήσουμε oύτ’ ένα γράμμα του.

Πλάτων, Κρατύλος

Το εδάφιο περιλαμβάνει κάμποσες διαφορετικές εικόνες της σχέσεως ψυχής-σώματος: τάφος, σημάδι, φυλακή, προστατευτικό περίβλημα. Διαμάχη είχε ξεσπάσει πάνω απ’τις καταβολές της καθεμιάς από αυτές τις ιδέες και για το ποιές προέρχονται από την ίδια πηγή, καθώς πρόκειται για ελάχιστα πρώιμα ενδεικτικά στοιχεία στα οποία μια άποψη περί ψυχής σχετίζεται ρητά με ανθρώπους συνδεδεμένους κατά κάποιο τρόπο με τον Ορφέα, τους ἀμφὶ Ὀρφέα.

Η περιφραστική αναφορά του Πλάτωνος, δείχνει ότι εκείνοι που χρησιμοποίησαν ποιήματα του Ορφέως δεν αυτοπροσδιορίζονταν και δεν λογίζονταν ως Ορφικοί, αλλά δείχνει επίσης ότι χαρακτηριστικό τέτοιων ανθρώπων, για τους σκοπούς του Πλάτωνος εν προκειμένω, ήταν πράγματι ο δεσμός τους με τα Ορφικά κείμενα. Η ιδέα που τους αποδίδει ο Σωκράτης είναι αυτή κατά την οποία η ψυχή βρίσκεται εντός του σώματος για τιμωρία, σαν φυλακισμένη, αλλά δεν είναι ξεκάθαρο πόσες από τις ετυμολογίες του αποσπάσματος ενδέχεται να προέρχονται από κάποιο Ορφικό κείμενο.

Το εναντιωματικό «μέντοι» υπαινίσσεται ότι οι «τινες» που παρέχουν την ετυμολογία «σῶμα-σῆμα» ίσως είναι διαφορετικοί άνθρωποι από τους «ἀμφὶ Ὀρφέα» αλλά είναι απολύτως πιθανό σε κείμενο όπως ο πάπυρος του Δερβενίου, ο συγγραφέας (ο οποίος είναι δεδομένο ότι θα μπορούσε να περιγραφεί ως «ἀμφὶ Ὀρφέα») να παρείχε ενδεχομένως την ακολουθία των ετυμολογιών κατά την ερμηνεία ενός στίχου του Ορφέα.

Ο στίχος του Ορφέα από μόνος του μπορεί και δεν μπορεί να είναι άσχετος με την φυλάκιση της ψυχής στο σώμα· πράγματι, εύλογα φαντάζεσαι κάποιον σαν τον συγγραφέα του παπύρου του Δερβενίου να ερμηνεύει το σώμα ως τάφο, σήμα και φυλακή, σ’ ένα στίχο αναφερόμενο σε εξ’ολοκλήρου διαφορετικό είδος σώματος.

Βέβαια, η ιδέα του σώματος ως τάφος (σῆμα) της ψυχής έχει διαφορετικές επιπτώσεις από την ιδέα του σώματος ως έκφραση (σῆμα, σημάδι) ή ακόμη ως φυλακή (δεσμωτήριον) η προστατευτικό περίβλημα (ἵνα σῴζηται) αλλά στο πλαίσιο μιας ερμηνευτικής εργασίας δεν θα πρέπει να επεκταθούμε σε αυτά τα επακόλουθα.

Οι συνέπειες της κάθε ερμηνείας είναι ήσσονος σημασίας σε τούτο το πλαίσιο σε σχέση με το γεγονός ότι ο ερμηνευτής μπορεί να τις επινοήσει ούτως ώστε να επιδεικνύουν στο ακροατήριο την οξύνοιά του, ενδυναμώνοντας το προσωπικό του θρησκευτικό κύρος. Μια τέτοια παρουσίαση πείθει, όχι τόσο εξαιτίας του ότι εκλαϊκεύει το δόγμα στο οποίο το ακροατήριο πιστεύει ένθερμα, όσο επειδή ο εξηγητής αναδεικνύεται σοφός άνθρωπος στην δαημοσύνη του οποίου μπορεί κάποιος να βασιστεί.

Η διαδικασία είναι φυσικά ακριβώς εκείνη που διακωμωδεί ο Σωκράτης με την εμφάνισή του στον Κρατύλο, οπότε, προσπάθειες ανάσυρσης βασικών δογμάτων όπως και των καταβολών τους, γίνονται διπλά προβληματικές καθώς ακόμη κι αν ο Πλάτων απλά δανείζεται τις ετυμολογίες του Σωκράτη από άλλο κείμενο, δεν στέκει επαρκώς λόγος να υποθέσουμε ότι οι επιπτώσεις, είτε μεμονομένα είτε στο σύνολό τους, θα είχαν διερευνηθεί με σοβαρότητα από τέτοια (υποθετική) πηγή.

Ο Τάφος της Ψυχής

Ἡράκλειτος
Ἡ Ἁρμονία τῶν Ἀντιθέτων

[62] ἀθάνατοι θνητοί, θνητοὶ ἀθάνατοι. ζῶντες τὸν ἐκείνων θάνατον, τὸν δὲ ἐκείνων βίον τεθνεῶτες.

[Οι αθάνατοι είναι θνητοί και οι θνητοί αθάνατοι· αυτοί ζουν από το θάνατο εκείνων κι εκείνοι πεθαίνουν από τη ζωή αυτών]

Αυτό το απόσπασμα, όπως και το επόμενο, είναι αρκετά δύσκολο να το ερμηνεύσουμε αν βασιστούμε μόνο σε ό,τι μας λέει και θελήσουμε να το διευκρινίσουμε μόνον από αυτό το ίδιο και από ό,τι λένε οι λέξεις.

[77]Ὅθεν καὶ Ἡράκλειτον ψυχῇσι φάναι τέρψιν ἢ θάνατον ὑγρῇσι γενέσθαι· τέρψιν δὲ εἶναι αὐταῖς τὴν εἰς γένεσιν πτῶσιν· ἀλλαχοῦ δὲ φάναι ζῆν ἡμᾶς τὸν ἐκείνων θάνατον καὶ ζῆν ἐκείνας τὸν ἡμέτερον θάνατον.

[Είναι τέρψη ή θάνατος για τις ψυχές να γίνονται υγρές. Είναι τέρψη γι’ αυτές η πτώση τους στη γέννηση. Η ζωή μας γεννιέται από το θάνατο τους και η ζωή τους γεννιέται από το θάνατο μας]

Μικρός Απόπλους

Πρέπει, για μια ακόμη φορά, να προσαρτήσουμε αυτά τα δύο αποσπάσματα στο θέμα εκείνο σύμφωνα με το οποίο το Πολλαπλό γεννιέται από το Εν και το Εν με τη σειρά του από το Πολλαπλό, ιδέα που εξυπονοεί ένα κύκλωμα του Είναι και μια φιλοσοφία του γίγνεσθαι μέσα στο Είναι. Όλες ιδέες που πρέπει να παραλληλισθούν με το περίφημο απόσπασμα του Αναξίμανδρου.

ἐξ ὧν δὲ ἡ γένεσίς ἐστι τοῖς οὖσι, καὶ τὴν φθορὰν εἰς ταῦτα γίνεσθαι κατὰ τὸ χρεών· διδόναι γὰρ αὐτὰ δίκην καὶ τίσιν ἀλλήλοις τῆς ἀδικίας κατὰ τὴν τοῦ χρόνου τάξιν.

[Απ’ όπου γεννιούνται τα όντα εκεί και καταλήγουν πεθαίνοντας, όπως επιβάλλει η αναγκαιότητα· γιατί λογοδοτούν και επανορθώνουν το ένα στο άλλο για την αδικία που διέπραξαν, σύμφωνα με την τάξη του χρόνου]

Αναξίμανδρος απ. 1

Από τη μια πλευρά το αθάνατο ζει από το θάνατο των θνητών που επανέρχονται στους κόλπους του, από την άλλη οι θνητοί πεθαίνουν από το ότι δεν είναι αθάνατοι. Η ύπαρξη είναι χάρη στο πέρας, και η ανακάλυψη αυτού που την ξεπερνά συνεπάγεται το θάνατο μπροστά σε ένα όριο. Όσο για το απόσπασμα 77, ο Πορφύριος, σύμφωνα με τον Νουμήνιο, μας λέει ότι αναφέρεται στην πτώση των ψυχών μέσα στο ρεύμα του γίγνεσθαι.

Ωστόσο, σε άλλους διαλόγους ο Πλάτων εμφατίζει τις επιπτώσεις αυτών των εικόνων. Η βασική ιδέα της ψυχής ενταφιασμένης στο σώμα, εισάγει το παράδοξο του Ηρακλείτου να ζείς στον θάνατο και να πεθαίνεις στη ζωή, δημιουργώντας την εικόνα ζωής που διάγεται στο θάνατο —ή όπως θα μπορούσαμε να πούμε, στη μεταθανάτια περιόδο, καθιστώντας έτσι τις περιγραφές μιας δρώσας μεταθανάτιας ζωής, μέθοδο συζήτησης για την παρούσα ζωή. Ωστόσο, η σχέση της ζώσας ψυχής με το νεκρό σώμα κάποιου ο οποίος ενταφιάζεται δύναται να τύχει περαιτέρω επεξεργασίας για ρητορικούς σκοπούς συγκρίνοντας το σώμα όχι απλά μ’έναν τάφο αλλά με βασανιστήρια και φυλακή.

Κλήμης ο Αλεξανδρεύς Στρωματείς [3.3.17.1] δωσιν. ἄξιον δὲ καὶ τῆς Φιλολάου λέξεως μνημονεῦσαι· λέγει γὰρ ὁ Πυθαγόρειος ὧδε· μαρτυρέονται δὲ καὶ οἱ παλαιοὶ θεολόγοι τε καὶ μάντιες, ὡς διά τινας τιμωρίας ἁ ψυχὰ τῷ σώματι συνέζευκται καὶ καθάπερ ἐν σήματι τούτῳ τέθαπται.

Κλημέντος Των Κατά Την Αληθή Φιλοσοφίαν Γνωστικών Υπομνημάτων Στρωματἐων Πρώτος

Ο Κλήμης ο Αλεξανδρεύς μνημονεύει τον Πυθαγόρειο Φιλόλαο, ο οποίος αποδίδει στην παμπάλαια σοφία την ιδέα ότι η ψυχή βρίσκεται ενταφιασμένη στο σώμα: «Οι αρχαίοι θεολόγοι και μάντεις μαρτυρούν ότι η ψυχή είναι συνενωμένη με το σώμα ώστε να υποφέρει ορισμένες τιμωρίες κι έκτοτε κατ’αυτόν τον τρόπο, παραμἐνει θαμένη σε τούτο τον τάφο».

Ένας ακόμη Πυθαγόρειος, ο Εὐξίθεος, εμφανίζεται από τον Ἀθήναιο ως πηγή της ιδέας ότι η ψυχή είναι δεμένη με το σώμα για τιμωρία. Παρόμοια εικόνα βασανιστηρίου, η οποία συνδυάζει τις ιδέες τάφου και φυλακής, σχετίζεται με την ιδέα της ψυχής εντός του σώματος προς εξαργύρωση ποινών. Προτρέποντας κάποιον να ζήσει φιλοσοφική ζωή, ο Αριστοτέλης χρησιμοποιεί την εικόνα ενός βασανιστηρίου προφανώς εφαρμοσμένο από ομάδα Τυρρηναίων πειρατών οι οποίοι έδεναν τους αιχμαλώτους τους σε πτώματα, ώστε να περιγράψει την τοποθέτηση της ψυχής στο σώμα για τιμωρία. Ο Αριστοτέλης επίσης, συνδέει την ιδέα ότι η ψυχή είναι συζευγμένη με το σώμα για να βασανιστεί (ἐπὶ τιμωρίᾳ) και να εξιλεωθεί για ακαθόριστα παραπτώματα, με την αυθεντικότητα της αρχαίας σοφίας και την πρακτική των τελετουργιών (τελεταί).

τίς ἂν οὖν εἰς ταῦτα βλέπων οἴοιτο εὐδαίμων εἶναι καὶ μακάριος, οἳ πρῶτον εὐθὺς φύσει συνέσταμεν, καθάπερ φασὶν οἱ τὰς τελετὰς λέγοντες, ὥσπερ ἂν ἐπὶ τιμωρίᾳ πάντες ; τοῦτο γὰρ θείως οἱ ἀρχαιότεροι λέγουσι τὸ φάναι διδόναι τὴν ψυχὴν τιμωρίαν καὶ ζῆν ἡμᾶς ἐπὶ κολάσει μεγάλων τινῶν ἁμαρτημάτων. πάνυ γὰρ ἡ σύζευξις τοιούτῳ τινὶ ἔοικε πρὸς τὸ σῶμα τῆς ψυχῆς. ὥσπερ γὰρ τοὺς ἐν τῇ Τυρρηνίᾳ φασὶ βασανίζειν πολλάκις τοὺς ἁλισκομένους προσδεσμεύοντας κατ’ ἀντικρὺ τοῖς ζῶσι νεκροὺς ἀντιπροσώπους ἕκαστον πρὸς ἕκαστον μέρος προσαρμόττοντας, οὕτως ἔοικεν ἡ ψυχὴ διατετάσθαι καὶ προσκεκολλῆσθαι πᾶσι τοῖς αἰσθητικοῖς τοῦ σώματος μέλεσιν.

Iamblichus Protrepticus 43.21-44.9 = Aristotle fr. 60 Rose = OF 430v.

Το 2005, οι Hutchinson και Johnson αμφισβήτησαν με πειστικά επιχειρήματα την άμεση καταγωγή του αποσπάσματος από τον Προτρεπτικό του Αριστοτέλη. Το εγχείρημά τους υποστηρίζεται από την χρήση της ίδιας εικόνας, εκ μέρους του Αυγουστίνου, η οποία εκπηγάζει από μία Κικερώνεια αναφορά στον Αριστοτέλη (Augustine contra Iul. Pelag. 4(15) 78 = OF 430iv).

Καμία απ’αυτές τις πηγές δεν προσδιορίζει τις αμαρτίες για τις οποίες η ψυχή τιμωρείται· η αναφορά είναι πάντοτε αόριστη — κάποια παραπτώματα, πράξεις για τις οποίες η ψυχή υφίσταται κυρώσεις, κλπ. Η ψυχή εγκλωβίζεται στο σώμα για να υπομείνει τα βάσανα της ζωής, κατά κάποιον τρόπο σαν να εκτίει ποινή, όπως ο φυλακισμένος σε δωμάτιο βασανιστηρίων και συνεπώς η ζωή του σώματος λογίζεται ως πηγή όλων των δεινών της. Αξίζει να σημειωθεί ότι ο Πλάτων σε γενικές γραμμές αποφεύγει την γλώσσα της αντισταθμιστικής τιμωρίας· το σώμα μπορεί να είναι η κατώτερη θέση της ψυχής, φορτίο και βάσανο, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι πρόκειται για ενεργό θεϊκό σχεδιασμό μαρτυρίου μας. Ακριβώς όπως κινείται στον Κρατύλο από την ιδέα που αποδίδει στους περί τον Ορφέα, ότι η ψυχή είναι φυλακισμένη στο σώμα για να εκτίσει ποινή, στην ιδέα ότι η ψυχή βρίσκεται προφυλαγμένη στο περίβλημα του σώματος, έτσι και στον Φαίδωνα, εισάγει την ιδέα της φρουράς, εκμεταλλευόμενος την σθεναρότητά της για να θολώσει τα στοιχεία του επιχειρήματος.

ὁ μὲν οὖν ἐν ἀπορρήτοις λεγόμενος περὶ αὐτῶν λόγος, ὡς ἔν τινι φρουρᾷ ἐσμεν οἱ ἄνθρωποι καὶ οὐ δεῖ δὴ ἑαυτὸν ἐκ ταύτης λύειν οὐδ’ ἀποδιδράσκειν, μέγας τέ τίς μοι φαίνεται καὶ οὐ ῥᾴδιος διιδεῖν·

Πλάτων, Φαίδων 62β

[Ο λόγος λοιπόν που αναφέρεται σχετικά στα απόρρητα και λέει ότι εμείς οι άνθρωποι βρισκόμαστε υπό φρούρηση σε κάποια φυλακή, απ’ όπου δεν πρέπει να ελευθερωνόμαστε ούτε να δραπετεύουμε, μου φαίνεται σπουδαίος και όχι εύκολος στο να διαβλέψουμε τι εννοεί]

Η απαγόρευση της αυτοκτονίας είναι το πλαίσιο της διάσημης και προβληματικής αυτής εικόνας για την φρουρά. Ο Σωκράτης αποκρίνεται στην έκπληξη των συνομιλητών του, οφειλόμενη στο καλωσόρισμα της ώρας του θανάτου του, με το επιχείρημα ότι όπως αρνείται την προσφορά του Κρίτωνα να διευκολύνει την απόδρασή του εξαιτίας του σεβασμού του προς τους νόμους, πιστεύει ότι η αυτοχειρία ως πρόωρη και αυθαίρετη απόδραση από το σώμα, είναι απαγορευμένη. «Οι ιστορίες τώρα που λέγονται σε ιεροτελεστίες (ἐν ἀπορρήτοις) γι’αυτό το ζήτημα, δηλαδή ότι εμείς οι άνθρωποι ευρισκόμεθα υπό κράτηση (φρουρά) και δεν πρέπει να ελευθερωθούμε ή να διαφύγουμε, μοιάζουν σημαντικές για μένα και όχι εύκολα κατανοητές». Ο Σωκράτης παρουσιάζει την εικόνα σαν έκφραση προερχόμενη από τελετές απόκρυφες, για τις οποίες δεν μπορούμε να μιλήσουμε ελεύθερα (ἐν ἀπορρήτοις) και ο σεβασμός που επιδεικνύει στις προειδοποιήσεις της παραδόσεως ενισχύεται από την ίδια την αξιολόγησή του για την εικόνα ως εντυπωσιακή και βαθυστόχαστη. Ο σχολιαστής του χωρίου αναγνωρίζει την ιδέα ως προερχόμενη από τον Ορφέα, αλλά και ο χαρακτηρισμός της πηγής από τον Σωκράτη ως ιδιαίτερη και εμβριθής, έρχεται να επανασημειώσει την ιδέα ως Ορφική με την ευρύτερη έννοια.

Ο όρος φρουρά από μόνος του, έχει αποτελέσει αντικείμενο πολλών συζητήσεων, καθώς συχνότερα εννοιοδοτείται από κάποιο είδος εμπροσθοφυλακής, φυλακίου, παρά ως φυλακή, έννοια που φαίνεται να έχει στο απόσπασμα. Το ζήτημα είναι αν η σχέση ψυχής-σώματος είναι αρνητική, φυλάκιση για προγενέστερες αμαρτίες ή αν είναι πιο θετική, κάποιο είδος προστατευτικής συνοδείας ή επισφαλούς κηδεμονίας υπό την επίβλεψη των θεών.

Η διαμάχη για την έννοια μαινόταν ακόμη και στην αρχαία Ακαδημία. Κάποιες ερμηνείες είναι εξαιρετικά αινιγματικές και δύσκολα μπορεί κανείς να διακρίνει τι σήμαινε η φρουρά στον Φαίδωνα, αν για παράδειγμα ταυτιζόταν με το Καλό ή τον Δημιουργό.

Ανεξάρτητα από τις μεταγενέστερες ερμηνείες, στον Φαίδωνα ο Σωκράτης συνδέει ξεκάθαρα την φιλοσοφική ζωή, ως πρακτική αντιμετώπισης του θανάτου (μελέτης θανάτου) με τούτη την εικόνα της ψυχής εντός του σώματος, είτε σε αιχμαλωσία, όπως του Σωκράτη, αναμένοντας την απελευθέρωσή της, είτε σαν του Αθηναίου σε ριψοκίνδυνη εξωτερική αποστολή περιφρούρησης (σε προκεχωρημένο φυλάκιο). Στον Πλάτωνα, όπως και στον Πυθαγόρειο Εὐξίθεο ο οποίος αναφέρεται από τον Αθηναίο, το επιχείρημα ενάντια στην αυτοκτονία στρέφεται στην ιδέα ότι οι θεοί έχουν τοποθετήσει την ψυχή μέσα στο σώμα για δικούς τους λόγους και εντούτοις, όσο επώδυνη κι αν γίνει η ζωή, οι θνητοί δεν έχουν το δικαίωμα να την απομακρύνουν από το σώμα προτού οι αθάνατοι αποφασίσουν ότι η θητεία της έχει φθάσει στο τέλος της.

Μακράν θετικότερη εικόνα αναδύεται από το άλλο πιθανό εννόημα της φρουράς, την ιδέα ότι το σώμα είναι κατά κάποιο τρόπο μεν σωματοφύλακας της ψυχής, οχύρωση σ’έναν μάλλον εχθρικό κόσμο, αλλά συνάμα κάτι που επινόησαν οι θεοί, οι οποίοι δεν προσπαθούν απλά και μόνο όντας κακόβουλοι, να βασανίσουν τους θνητούς.

Στον Φαίδωνα, η φιλοσοφική ζωή είναι είδος ηρωικού τολμήματος το οποίο θα ήταν επαίσχυντο να εγκαταλείψεις, όπως λιποτακτεί ο στρατιώτης από την πρώτη γραμμή για να επιστρέψει στην άνεση του σπιτιού του στην Αθήνα. Ενώ η έννοια της φρουράς ως φυλακή είναι σίγουρα κυρίαρχη στον διάλογο, με δεδομένο το σκηνικό της φυλακής, ο Πλάτων καταφέρνει να εισάγει ένα πιο θετικό νόημα στην λέξη, το οποίο ενδέχεται να είναι πράγματι ο λόγος που χρησιμοποιεί την λέξη φρουρά, όρος που όπως έχει τονίσει ο Burkert δεν μπορεί να προέρχεται από εξάμετρο κείμενο.

Παρόμοιος τύπος αντιμετάθεσης, όπως τον αποκαλεί ο Bernabé ενδέχεται να χρησιμοποιείται στον Κρατύλο. Ο Σωκράτης αναφέρεται στο σώμα σαν σε φυλακή με σκοπό την τιμωρία, αλλά εκτείνει την ιδέα ώστε να μοιάζει με δεσμωτήριο εντός προστατευτικού περιβόλου και εξάγει την λέξη σῶμα από το σῴζω, απαλύνοντας την σκληρότητα της εικόνας του τάφου και κάνοντας πιο ελκυστικό το νόημα του εγκλεισμού. Η σύγκριση με την εικόνα στον Φαίδρο όπου η ψυχή αναδύεται από το σώμα σαν από κέλυφος στρειδιού, ενισχύει εκείνη του σκληρού προστατευτικού καλύμματος έναντι αυτής ενός απλώς περιοριστικού εγκλεισμού. 

[73β …οἱ γὰρ τοῦ βίου δεσμοί, τῆς ψυχῆς τῷ σώματι συνδουμένης, ἐν τούτῳ διαδούμενοι κατερρίζουν τὸ θνητὸν γένος…]

Για τα οστά , τις σάρκες και τα άλλα συναφή μέρη του σώματός μας ισχύουν τα ακόλουθα: Αρχή όλων αυτών είναι η δημιουργία του μυελού γιατί, όσο καιρό η ψυχή είναι δεμένη με το σώμα, στον μυελό στερεώνονται οι δεσμοί της ζωής και ριζώνει το θνητό γένος

[74α …καὶ περὶ τὸν διαυχένιον ἅμα καὶ νωτιαῖον μυελὸν ἐξ αὐτοῦ σφονδύλους πλάσας ὑπέτεινεν οἷον στρόφιγγας, ἀρξάμενος ἀπὸ τῆς κεφαλῆς, διὰ παντὸς τοῦ κύτους. καὶ τὸ πᾶν δὴ σπέρμα διασῴζων οὕτως λιθοειδεῖ περιβόλῳ συνέφραξεν, ἐμποιῶν ἄρθρα, τῇ θατέρου προσχρώμενος ἐν αὐτοῖς ὡς μέσῃ ἐνισταμένῃ δυνάμει, κινήσεως καὶ κάμψεως ἕνεκα…]

Η κατασκευή των οστών εγινε με τον ακόλουθο τρόπο: αφού κοσκίνισε καθαρή και λεία γη, ποτίζοντάς την με μυελό την ζύμωσε. Κατόπιν, έβαλε τη ζύμη στη φωτιά, την βύθισε στο νερό και επανέλαβε τις διαδοχικές εμβαπτίσεις μέχρις ότου έγινε αδιάλυτη και στη φωτιά και στο νερό. Χρησιμοποιώντας αυτό το υλικό, περιτύλιξε πρώτα τον εγκέφαλο με μια κοίλη οστέινη σφαίρα, αφήνοντας μια στενή διέξοδο. Από το ίδιο υλικό έπλασε ακόμη σφονδύλους γύρω από τον διαυχένιο και νωτιαίο μυελό και τους στερέωσε σαν κυλινδρικούς στροφείς κατά μήκος όλου του κορμού αρχίζοντας από το κεφάλι. Προφύλαξε έτσι τελείως το σπέρμα, κλείνοντάς το σε πέτρινο περίβλημα· για να διευκολύνει όμως την κίνηση και την κάμψη, πρόσθεσε αρμούς παραθέτοντας τη δύναμη του Διαφορετικού.

[81δ …τέλος δέ, ἐπειδὰν τῶν περὶ τὸν μυελὸν τριγώνων οἱ συναρμοσθέντες μηκέτι ἀντέχωσιν δεσμοὶ τῷ πόνῳ διιστάμενοι, μεθιᾶσιν τοὺς τῆς ψυχῆς αὖ δεσμούς, ἡ δὲ λυθεῖσα κατὰ φύσιν μεθ’ ἡδονῆς…]

Και στο τέλος, όταν πια οι δεσμοί που συνενώνουν τα τρίγωνα του μυελού δεν αντέχουν άλλο την κούραση και λύνονται, τότε και οι δεσμοί της ψυχής με τη σειρά τους χαλαρώνουν. Η ψυχή που απελευθερώνεται ύστερα από ένα φυσικό τέλος, ανυψώνεται με ηδονικό πέταγμα —γιατί ό,τι γίνεται παρά φύσιν είναι επώνυνο, ενώ ό,τι ακολουθεί τη φυσική πορεία είναι ευχάριστο.

Πλάτων, Τίμαιος

Όπως σημειώνει ο Ferwerda, η ιδέα αυτή περί ανάγκης της ψυχής να προστατευθεί από το σώμα, αναπτύσσεται μακροσκελώς στην σχετική με τον σχηματισμό του σώματος αφήγηση του Τίμαιου. «Της ζωής οι αλυσίδες, για όσο η ψυχή παραμένει στα όρια του σώματος, τυλίγονται γύρω από την σπονδυλική στήλη και ριζώνουν γερά. …Έτσι προς διάσωσιν του σπέρματός του ο Δημιουργός, το περιέφραξε με πετρώδες περίβλημα για ν´ αντέχει τον αγώνα των θνητών». Αργότερα, αναφερόμενος στο πώς η ψυχή αποχωρεί από το σώμα όταν αυτό πεθαίνει στα βαθιά του γεράματα, την σκιαγραφεί να ξεγλιστρά από τα συμπλεγμένα τρίγωνα που την συγκρατούν. «Στο τέλος οι τριγωνικοί δεσμοί, πλεγμένοι γύρω από τον μυελό, δεν αντέχουν άλλο, κομματιάζονται από την πίεση και όταν αυτό συμβεί η ψυχή αποδεσμεύεται, είναι ελεύθερη να φύγει με τρόπο φυσικό και αυτό είναι κάτι το οποίο την πλημμυρίζει χαρά». Η εικόνα της φυλακής που ανακαλείται στον Τίμαιο με την φράση «διασῴζων οὕτως λιθοειδεῖ περιβόλῳ συνέφραξεν» η οποία αντηχεί τον Κρατύλο, οδηγεί σε αυτή ενός υφαντού κτίσματος που συγκρατεί την ψυχή στο σώμα ωσότου αυτό φθαρεί ή διαρραγεί πρόωρα.

Η εικόνα στον Τίμαιο βρίσκεται πλησιέστερα σ᾽ εκείνη που εμφανίζεται στον Αριστοτέλη, την οποία ο ίδιος αποδίδει σε στίχους του Ορφέως, περί οντότητας η οποία λαμβάνει υπόσταση πανομοιότυπη με δικτυωτό πλέγμα. Άλλες πηγές βεβαιώνουν την ύπαρξη Ορφικού ποιήματος με τίτλο Δίκτυον, το οποίο στην Σούδα (βυζαντινή λεξικογραφία) αποδίδεται σε κάποιον Πυθαγόρειο συγραφέα, τον Ζώπυρο ή τον Βροντῖνο.

Πέπλον καὶ Δίκτυον: καὶ ταῦτα Ζωπύρου τοῦ Ἡρακλεώτου, οἱ δὲ Βροτίνου

Σούδα, λήμμα Ορφεύς

Τὰ οὖν ἄλλα πῶς ; ἢ γάρ τοι ἅμα πάντα γίγνεται τὰ μόρια οἷον καρδία πνεύμων ἧπαρ ὀφθαλμὸς καὶ τῶν ἄλλων ἕκαστον, ἢ ἐφεξῆς ὥσπερ ἐν τοῖς καλουμένοις Ὀρφέως ἔπεσιν· ἐκεῖ γὰρ ὁμοίως φησὶ γίγνεσθαι τὸ ζῷον τῇ τοῦ δικτύου πλοκῇ. ὅτι μὲν οὖν οὐχ ἅμα καὶ τῇ αἰσθήσει ἐστὶ φανερόν· τὰ μὲν γὰρ φαίνεται ἐνόντα ἤδη τῶν μορίων τὰ δ’ οὔ.

Αριστοτέλης, Περί Ζώων Γενέσεως 734α16

Ενώ η εικόνα δεν είναι απολύτως ξεκάθαρη, ο West υπαινίσσεται ότι η ψυχή φαντάζει σαν τον αέρα που καταλαμβάνει τα διάκενα των φυσικών στοιχείων που δημιουργούν το δίκτυο. Σε κάθε περίπτωση, η εικόνα του σώματος ως πλέγμα το οποίο συγκρατεί την ψυχή εντός του σώματος, όπως αυτή στον Τίμαιο, υπονοεί μια σαφέστερη αλληλεπίδραση ανάμεσα στην ψυχή και το σώμα —το σώμα προστατεύει και διατηρεί την ψυχή.

Ωστόσο, η εικόνα υφαντού συμπλέγματος για το σώμα, το οποίο αγκαλιάζει την ψυχή ωσότου εκείνο εκφυλισθεί, εμφαίνει την προσωρινή φύση αυτού του εναγκαλισμού. Αντί του ζοφερού τάφου (ή ακόμα και του κελύφους ενός όστρακου) το δίκτυο είναι πιο ανάλαφρο και λιτό κατασκεύασμα, με λιγότερο επαχθή δεσμά κι ευκολότερο να ξετυλιχθεί και ν´ απομακρυνθεί. Ετούτη η ιδέα του εφήμερου και εύκολα αφαιρούμενου σώματος είναι πιο ευδιάκριτη στην σχετική εικόνα του σώματος ως ένδυμα της ψυχής.

Στην Σούδα, στον ίδιο κατάλογο με τα Πυθαγόρεια Ορφικά, μαζί με το Δίκτυον αναφέρεται και ο Πέπλος, ρόμπα ή χιτώνας συνυφασμένα ώστε να προσδένουν και να καλύπτουν την ψυχή. Στην αλληγορική του ερμηνεία για το Σπήλαιο των Νυμφών στον Όμηρο, ο Πορφύριος απεικονίζει τις Νύμφες να υφαίνουν παρέα στους πέτρινους αργαλειούς τους την υλική υπόσταση των σωμάτων (φορέων) για τις ψυχές που οδεύουν να γεννηθούν, σε αποχρώσεις του μωβ της θάλασσας. Συγκρίνει το έργο των Νυμφών με το πλέξιμο των Κορών σε Ορφικό ποίημα, σημειώνοντας επίσης ότι οι αρχαίοι περιέγραφαν τους ουρανούς ως πέπλο.

…καὶ δίπλα της ἀχνόθαμπη σπηλιὰ χαριτωμένη,
ἱερὸ λημέρι τῶν Νυφῶν ποὺ λέγουνται Ναϊάδες.
Κροντήρια καὶ διπλόχερες λαγῆνες ἐκεῖ βρίσκεις,
ποὺ τὰ μελίσσια μέσα τους πηγαίνουν καὶ φωλιάζουν.
Εἶναι καὶ πέτρινοι ἀργαλειοὶ περίτρανοι, ποὺ οἱ Νύφες
φαίνουν σκουτιὰ πορφυρωτὰ ποὺ βλέπεις καὶ θαμάζεις.
Ἔχει κι ἀστείρευτα νερά, καὶ θύρες δυό· μιὰ θύρα
πρὸς τὸ Βοριὰ ποὺ δύνουνται ν’ αὐλίζουνται καὶ ἀνθρῶποι,
κι ἡ ἄλλη, θεϊκιά, πρὸς τὸ Νοτιά, ποὺ ἀνθρῶποι δὲν περνᾶνε,
μόνε εἶναι τῶν ἀθάνατων ἡ θύρα ἐκείνη δρόμος…

Ὁμήρου Ὀδύσσεια, Ραψωδία ν 103-112
Ὀδυσσέως ἀπόπλους παρὰ Φαιάκων. Ὀδυσσέως ἄφιξις εἰς Ἰθάκην.

Το ένδυμα της Ψυχής

Η εικόνα του σώματος ως ένδυμα της ψυχής είναι κατ’αυτόν τον τρόπο αρκετά διαδεδομένη, κάνοντας την εμφάνισή της πρώτα στον Εμπεδοκλή, ακολουθώντας την πορεία της Πλατωνικής παράδοσης και ευρισκόμενη σε επιτύμβιες επιγραφές ακόμα και στον Επίκτητο.

Μόνο σε ορισμένες πηγές η φορεσιά αυτή λογίζεται ως μια εξ’αυτών που είχε στη διάθεσή της η ψυχή για το διάβα του κύκλου των μετενσαρκώσεών της· πιο συχνά, ακόμη και συγγραφείς οι οποίοι πραγματεύονται την μετενσάρκωση σε άλλα αποσπάσματα, οραματίζονται ένα και μόνο ένδυμα.

Η εικόνα του σώματος ως προστατευτικό περίβλημα παρέχει επίσης ερμηνεία της ενσάρκωσης της ψυχής (και της εξόδου της) αλλά τίποτε στην θεωρία όπως εξηγείται, για παράδειγμα στο Τίμαιο απαιτεί κύκλο μετενσαρκώσεων, ατελείωτο ή καταληκτικό. Το ίδιο αληθεύει και για το σώμα ως φυλακή και τόπο μαρτυρίου της ψυχής. Η εικόνα του σώματος ως τάφος της ψυχής εξυπηρετεί κυρίως την ανατροπή των προσδοκιών για την ζωή και τον θάνατο —ζωή είναι θάνατος και ως εκ τούτου ο θάνατος ενδέχεται να είναι ακόμα καλύτερη ζωή.

Η έμφαση στην αντίφαση ανάμεσα στους δύο όρους σῶμα-σῆμα κάνουν την εικόνα λιγότερο πιθανό να σχετίζεται με ακολουθία μετενσαρκώσεων σε σχέση με την αντίληψη του σώματος ως φυλακή.
Μετενσάρκωση

Χρησιμοποιώ τον όρο μετενσάρκωση αντί του μετεμψύχωση εξαιτίας των ενστάσεων κάποιων συγκεκριμένων αρχαίων Πλατωνιστών όπως ο Πρόκλος ο οποίος υποστήριξε ότι με τον όρο μετεμψύχωση θα πρέπει να συνεπάγεται ότι ένα σώμα δέχεται ακολουθία ψυχών και όχι μια ψυχή να μπαίνει σε ακολουθία σωμάτων, όπου ο καταλληλότερος όρος θα ήταν μετενσωμάτωσις (cp. Procl. In R. 2.322.28). Ενώ ο Πυθαγόρας συνήθως χρεώνεται την καταγωγή της ιδέας της μετενσάρκωσης, κάποιες πηγές θέλουν τον Φερεκύδη να είναι αυτός που έδωσε την ιδέα στον Πυθαγόρα.

Σύγχρονοι ακαδημαϊκοί έχουν αντιπαρατεθεί επανειλημμένα για το αν η ιδέα της μετενσάρκωσης θα έπρεπε να ταξινομηθεί ώς Ορφική, Πυθαγόρεια ή κάπως αλλιώς, αλλά τα ευρήματα της αρχαιότητος δείχνουν ότι ενώ η ιδέα σχετιζόταν ξεκάθαρα με τον Ορφέα σε κάποια από αυτά, όπως και με τους Πυθαγορείους, δεν αποτελεί χαρακτηριστικό όλων των σχετικών με τον Ορφέα ευρημάτων.

Έτσι, η μετενσάρκωση είναι Ορφική με την αίσθηση κάποιου είδους περιθωριακής ιδέας η οποία θα μπορούσε να αποδοθεί στον Ορφέα και όχι με την έννοια ότι όλα τα ευρήματα των Ορφικών ιδεών θα πρέπει να ενσωματώνουν κάποια άποψη για την μετενσάρκωση.

Όπως ακριβώς κάποιες εικόνες για την σχέση ψυχής-σώματος έχουν χαρακτηρισθεί ασυνήθεις κατά κάποιον τρόπο, συσχετιζόμενες είτε με σοφούς και μυστηριώδεις αρχαίους είτε με κάποιους παράφρονες εκκεντρικούς, η έννοια της μετενσάρκωσης υπογραμμίζεται πάντα ως εξαίρετη και αποδίδεται συχνά σε προσωπικότητες όπως ο Ορφέας ή ο Πυθαγόρας.

Έτσι, ο κύκλος των μετενσαρκώσεων είναι Ορφικός με την έννοια που προσδιορίστηκε εδώ, το οποίο σημαίνει ότι εφαρμόζεται σε φαινόμενα που φέρουν την σφραγίδα του παράξενου.

Ο ίδιος ο Πλάτων παραπέμπει την μετενσάρκωση στον Φαίδωνα σε κάποιο αρχαίο αφήγημα (παλαιὸς τις λόγος) με την ιδέα, παρόλο που οι Νεοπλατωνικοί σχολιαστές Δαμάσκιος και Ολυμπιόδωρος αναγνωρίζουν την ιστορία ως Ορφική και Πυθαγόρεια.

Στον Μένωνα, ο Πλάτων αναφέρεται σε σοφούς ιερείς και ποιητές οι οποίοι προτείνουν την ιδέα, επικαλούμενος έναν ποιητή ο οποίος είναι σίγουρα ο Πίνδαρος, για την ιδέα που η Περσεφόνη στέλνει τους νεκρούς πίσω στον κόσμο των ζωντανών, αναμείβοντας το καλό με το πεπρωμένο των βασιλέων.

« …Αυτοί που τα λέγουν είναι ιερείς και ιέρειες, από εκείνους που νοιάζονται να είναι ικανοί να δίνουν το λόγο για τα πράγματα με τα οποία καταγίνονται· τα λέγει ακόμη και ο Πίνδαρος και άλλοι πολλοί ποιητές, όσοι είναι θείοι. Κ’ εκείνα που λέγουν είναι τούτα δω· μόνο κοίταξε αν σου φαίνονται ότι λέγουν σωστά πράγματα.

Λέγουν λοιπόν πως η ψυχή του ανθρώπου είναι αθάνατη, άλλοτε τελευτά ―είναι αυτό που ονομάζουν θάνατο― και άλλοτε ξαναγεννιέται, αλλά ποτέ δεν χάνεται· χρειάζεται όμως γι’ αυτά να περνά κανείς τη ζωή του όσο το δυνατόν πιο όσια: «Γιατί, όσο γι’ αυτούς που ή Περσεφόνη θα δεχτή την πληρωμή, για λάθος τους παλιό, ξανά στον ήλιο, που είναι ψηλά, στο ένατο έτος στέλνει τις ψυχές τους. Και βγαίνουν απ’ αυτές βασιλιάδες λαμπροί κι’ άνδρες ορμητικοί στη δύναμη, πολύ μεγάλοι στη σοφία· κι’ άμα πεθάνουν ήρωες αγνούς οι άνθρωποι τους ονομάζουν… »

Πλάτων, Μένων 81β

Στα μετα-Πλατωνικά στοιχεία, η ιδέα της μετενσάρκωσης συχνά παρουσιάζεται στο πλαίσιο κάποιου ηθικού επιχειρήματος, όπου η επόμενη ζωή γίνεται ανταμοιβή για τα καλώς ή κακώς πεπραγμένα της προηγούμενης. Ένα τέτοιο επιχείρημα μπορεί να εξηγήσει την φαινόμενη αδικία του να συμβαίνουν άσχημα πράγματα σε καλούς ανθρώπους, εκτελώντας επίσης χρέη προτροπής προς μια καλή συμπεριφορά ακόμα και αν η θεία δίκη δεν επίκειται. Στους μύθους του Πλουτάρχου για παράδειγμα, οράματα κρίσης και ανταμοιβής της προηγούμενης ζωής στον κάτω κόσμο, συνδυάζονται με εκχώρηση νέας ενσάρκωσης η οποία εξυπηρετεί ως επιπλέον ανταμοιβή για τα καλά ή τα κακά της προηγούμενης ζωής. Στα νεότερα στοιχεία ωστόσο, η ιδέα της μετενσάρκωσης ως ανταπόδοση, γνώριμη στους σύγχρονους ερευνητές από την Ινδική δοξασία Κάρμα, δεν φαίνεται να υπαινίσσεται πάντοτε την κίνηση της ψυχής από το ένα σώμα στο επόμενο. Η ακολουθία των ενσαρκώσεων του Εμπεδοκλή —αρσενικό, θηλυκό, πουλί, φυτό, ψάρι— περιπλέκει κάθε προσπάθεια αναζήτησης των αιτίων που κρύβονται πίσω από τις αλλεπάλληλες αυτές εναλλαγές.

«ἤδη γάρ ποτ’ ἐγὼ γενόμην κοῦρός τε κόρη τε θάμνος τ’ οἰωνός τε καὶ ἔξαλος ἔλλοπος ἰχθύς»
Εμπεδοκλής, Απόσπασμα 117

Παρομοίως, ο Αριστοτέλης καταγγέλλει ότι οι Πυθαγόρειοι φαντάζονται την μετεγκατάσταση κάθε ψυχής σε οποιοδήποτε σώμα αδιάφορα με την καταλληλότητα του ενός για το άλλο και ότι η πλέον πρώιμη απόδειξη για την πίστη του Πυθαγόρα στην μετενσάρκωση προέρχεται από την παρωδία του Ξενοφάνη ο οποίος τον παρουσιάζει να αναγνωρίζει την φωνή φίλου του από το παρελθόν στο αλύχτισμα κάποιου κουταβιού. Τέτοιες αντιλήψεις για την μετενσάρκωση μοιάζουν ριζωμένες στην ιδέα της αστάθειας των στοιχείων της φύσεως τα οποία συνδυαζόμενα ποικιλοτρόπως μετασχηματίζονται και η νέα ενσάρκωση δύναται να εκληφθεί ως τυχαία αντί εξαρτώμενη από παρελθούσα συμπεριφορά.

Παρότι ο Αριστοτέλης δεν συνδέει ρητά τα δύο, αναφέρει επίσης την ιδέα, η οποία εμφανίζεται στους αποκαλούμενους έμμετρους λόγους του Ορφέως (ὁ ἐν τοῖς Ὀρφικοῖς ἔπεσι καλουμένοις λόγος) ότι τα σώματα εισπνέουν την ψυχή καθώς εκείνη περιφέρεται μεταφερόμενη από τους ανέμους. Οι σχολιαστές του Αριστοτέλη προχωρούν λίγο παραπέρα δίχως όμως οι προεκτάσεις τους να είναι δυνατόν να προέρχονται από αυτή την σημείωση, αλλά ο Ιάμβλιχος αποδίδει την ιδέα σε συγκεκριμένο έργο, τα Φυσικά.

Ο Ιάμβλιχος υπαινίσσεται ότι οι μεμονωμένες ψυχές είναι προϊόντα διαμελισμού Μίας ψυχής σε ατομικές «πνοές» και η ιδέα ότι η ψυχή εισπνέεται αποδίδεται επίσης στον Ορφέα από τον Βέττιο Βάλη (Vettius Valens) ο οποίος παραθέτει αρκετούς στίχους που συνδέουν την ψυχή με τον αέρα, όπως: «για τους ανθρώπους, η ψυχή ριζώνει στον αιθέρα» και «με το ρούφηγμα του αέρα αποκτούμε θεϊκή ψυχή».

ψυχὴ δ’ ἀνθρώποισιν ἀπ’ αἰθέρος ἐρρίζωται … ἀέρα δ’ ἕλκοντες ψυχὴν θείαν δρεπόμεσθα.
Vettius Valens 9.1.42-44

Το φύσηγμα των ανέμων θα μπορούσε να αποφέρει τις τυχαίες ενσωματώσεις που η θεωρία των Πυθαγορείων άφηνε να εννοηθούν και η εικόνα της ψυχής να μεταφέρεται από τους ανέμους μέχρις ότου εισπνευσθεί, κάλλιστα θα μπορούσε να προέρχεται από πρώιμο Ορφικό ποίημα, ίσως μια Πυθαγόρεια σύνθεση.

Αντί των τυχαίων ανεμόφερτων ψυχών, ο Πλάτων σκιαγραφεί μια συστηματική μέθοδο κατά την οποία ο χαρακτήρας της ψυχής σε μια ζωή, καθορίζει την επόμενη ενσάρκωση. Οι πιό περίτεχνες περιγραφές της διαδικασίας των μετενσαρκώσων γίνονται στους μύθους, όπου ο οραματιζόμενος κύκλος παρούσας και μεταθανάτιας ζωής πλάθεται για φιλοσοφικούς σκοπούς.

Οι περίπλοκες λεπτομέρειες της διαδικασίας διαφέρουν ανάμεσα στον Φαίδωνα, την Πολιτεία και τον Φαίδρο, αντιστοιχούν δε σχολαστικά, με τα επιμέρους στοιχεία των επιχειρημάτων στους σχετικούς διαλόγους. Στον Φαίδωνα, η σφιχτοδεμένη με το σώμα ψυχή, θα ξεγλιστρήσει σ’ένα άλλο σώμα, εκείνο που ομοιάζει περισσότερο με το είδος της. Οι αδηφάγοι και οι λάγνοι γίνονται γαϊδούρια, ενώ εκείνοι οι οποίοι άδικα και τυραννικά λυμαίνονται τους συνανθρώπους τους, γίνονται λύκοι ή άλλα αρπακτικά. Όσοι διάγουν βίο αξιοπρεπή αλλά ανούσιο καταλήγουν μέλισσες ή μυρμήγκια, αλλά και μερικές φορές, άνθρωποι ξανά· η επόμενη ζωή παρουσιάζεται ως συνέχεια της προηγούμενης, οι μορφές των ζώων απεικονίζουν με ζωντάνια το ποιόν της, όπως οι μοίρες της μεταθανάτιας ζωής στους παραδοσιακούς θρύλους ανακλούν και συνεχίζουν τις ζωές των αποθανόντων.

-Και αυτές, ξέρεις, οι ψυχές δεν είναι των καλών αλλά των τιποτένιων, αυτές που αναγκάζονται να περιπλανώνται εδώ και εκεί, καθώς πληρώνουν τα κρίματα της ζωής τους που ήταν κακή. Συνεχίζουν μάλιστα την περιπλάνηση έως ότου η επιθυμία τους για το σωματικό, αυτό συνέχεια τις ακολουθεί, [e] τις δέσει και πάλι με το σώμα. Και τις δένει, φαίνεται πιθανό, σε έναν τρόπο ζωής ίδιο με αυτόν που ζητούσαν να αποκτήσουν κατά τη ζωή τους.
-Ποιο τρόπο ζωής εννοείς, Σωκράτη;
-Ανθρώπους όπως οι γαστρίμαργοι, οι ασελγείς και οι μέθυσοι, αυτούς που καλλιεργούσαν αυτά και δεν πρόσεχαν μήπως μεταπέσουν στη ράτσα των γαϊδάρων και θηρίων με τέτοια ένστικτα. [82a] Δεν σου φαίνεται πιθανό;
-Αυτό που λες είναι το πιθανότερο.
-Και αυτοί που προτίμησαν τις αδικίες, την αχαλίνωτη εξουσία και τις αρπαγές παίρνουν τη μορφή λύκων, γερακιών και ικτίνων. Άραγε τέτοιες ψυχές μπορούν να πάρουν άλλη μορφή και όχι αυτή;
-Αναμφίβολα μιαν τέτοια, απάντησε ο Κέβης.
-Λοιπόν, συνέχισε ο Σωκράτης, δεν είναι φανερό ότι και στα υπόλοιπα πράγματα η μορφή της θα ομοιάζει προς ό,τι αυτή επιζητούσε στη ζωή της;
-Είναι φανερό, είπε- γιατί όχι;
-Μακάριοι τότε δεν είναι, είπε εκείνος, και βαδίζουν σε όλβιο τόπο όσοι κατά τη ζωή τους μεριμνούν να ασκήσουν την αρετή, ιδιωτική και δημόσια, αυτή που αποκαλούν σωφροσύνη [b] και δικαιοσύνη, η οποία όμως γίνεται απόκτημα με τη συνήθεια και την άσκηση και όχι με τη φιλοσοφία και τον λόγο;
-Γιατί θεωρούνται μακάριοι;
-Διότι αυτοί οι άνθρωποι πιθανόν λαμβάνουν μορφή ήμερου και κοινωνικού ζώου, όπως της μέλισσας ή της σφήκας ή του μυρμηγκιού ή και αυτή ακόμη του ανθρώπου, ώστε να προκύψουν από αυτούς άνδρες μετρημένοι.

Πλάτων, Φαίδων

Πανομοιότυπο είδος αντικατοπτρισμού κάνει την εμφάνισή του στην Πολιτεία, όπου κάποιες ψυχές επιλέγουν ενσαρκώσεις εναρμονισμένες με τον χαρακτήρα της περασμένης ζωής τους, όπως ο Θερσίτης ως πίθηκος ή ο Ορφέας ως κύκνος. Ωστόσο, ο Πλάτων εδώ εισάγει το στοιχείο της επιλογής έτσι ώστε κάποιες ψυχές διαλέγουν να επανορθώσουν ελαττώματα της προηγούμενης ζωής τους· οι επιλογές μπορεί να είναι λογικές και φιλοσοφικές, όπως για τον Οδυσσέα ή επιπόλαιες και άπληστες όπως εκείνη η ψυχή που επιλέγει αρχικά την τυραννία. Το στοιχείο της επιλογής τροποποιείται περεταίρω στον Φαίδρο, όπου η ιεραρχία των ενσαρκώσεων (φιλόσοφος, βασιλέας, ιατρός κτλ. καταλήγοντας τύραννος) σχετίζεται με το πόση από την αληθινή πραγματικότητα έχει έρθει σ᾽ επαφή η ψυχή κατά την τελευταία της περιφορά στην ουράνια σφαίρα.

«ἔνθα καὶ εἰς θηρίου βίον ἀνθρωπίνη ψυχὴ ἀφικνεῖται, καὶ ἐκ θηρίου ὅς ποτε ἄνθρωπος ἦν πάλιν εἰς ἄνθρωπον. οὐ γὰρ ἥ γε μήποτε ἰδοῦσα τὴν ἀλήθειαν εἰς τόδε ἥξει τὸ σχῆμα. δεῖ γὰρ ἄνθρωπον συνιέναι κατ’ εἶδος λεγόμενον, ἐκ πολλῶν ἰὸν αἰσθήσεων εἰς ἓν λογισμῷ συναιρούμενον· τοῦτο δ’ ἐστὶν ἀνάμνησις ἐκείνων ἅ ποτ’ εἶδεν ἡμῶν ἡ ψυχὴ συμπορευθεῖσα θεῷ καὶ ὑπεριδοῦσα ἃ νῦν εἶναί φαμεν, καὶ ἀνακύψασα εἰς τὸ ὂν ὄντως»

Στο χιλιοστό όμως έτος, και οι πρώτες και οι δεύτερες, φθάνοντας σε κλήρωση και σε εκλογή της δεύτερης ζωής τους, διαλέγουν η καθεμιά τη ζωή που θέλει και τότε είναι δυνατό η ανθρώπινη ψυχή να οδηγηθεί στη ζωή ενός θηρίου, και από το θηρίο να επιστρέψει σε άνθρωπο η ψυχή που ήταν κάποτε άνθρωπος. Και δε θα πάρει αυτή τη μορφή την ανθρώπινη, η ψυχή που δεν είδε ποτέ την αλήθεια. Γιατί ο άνθρωπος πρέπει να συλλαμβάνει εκείνο που εκφράζεται ως έννοια, δηλαδή που, ενώ προέρχεται από πολλές αντιλήψεις διαμέσου των αισθήσεων, αποκτά ενότητα διαμέσου του λόγου και τούτο είναι η ανάμνηση εκείνων, τα οποία είδε κάποτε η ψυχή μας, όταν συμπορεύτηκε με το θεό και ύψωσε το βλέμμα της επάνω από αυτά που στην τωρινή ζωή, τα λέμε όντα, και ανήλθε στην περιοχή του αληθινού όντος.

Πλάτων, Φαίδρος 249 bc

Στον Φαίδρο, η συλλογιστική διαδικασία από συγκεκριμένες αντιλήψεις προς μια ενότητα (συναίρεσις) η οποία είναι κρίσιμη για την κατάλληλη ρητορική και η οποία οδηγεί τον κατάλληλο έρωτα, γίνεται η θεμελιώδης αρχή ενός συστήματος μετενσαρκώσεων, κάνοντας ορθή επιλογή νέας ζωής εξαρτημένης από είδος φιλοσοφικού συλλογισμού απροσπέλαστου από τέρατα και ασκούμενου μόνο από ελαχίστους ανθρώπους.

[… Η διαλεκτική μέθοδος προβάλλεται ως το καταλληλότερο μεθοδολογικό εργαλείο για την προσέγγιση της αλήθειας. Ο έρωτας μπορεί να εκφράζει την ορμή της ψυχής για την ένωσή της με τις Ιδέες, δεν μπορεί όμως να την οδηγήσει σ᾽ αυτές, δίχως την ικανότητα της διαλεκτικής σκέψης. Η λογική αυτή μέθοδος, μορφοποιώντας την δύναμη του έρωτα, την καθιστά αξιοποιήσιμη γιατί την κατευθύνει προς την αληθινή γνώση. Με την μεσολάβησή της, λοιπόν, «ο άνθρωπος υψώνεται πέρα από τις εντυπώσεις των αισθήσεων και συλλαμβάνει την ενότητα της έννοιας». Στο διαλεκτικό μέρος, οι βασικές αρχές της «διαίρεσης» και της «συναίρεσης» αποτελούν αναγκαία συνθήκη της αληθινής τέχνης του λόγου, αφού, συμβάλλοντας στην εξατομίκευσή του, ενισχύουν την πειστική του δύναμη. …]

Aνάδειξη της σχέσης μορφής και περιεχομένου στον Φαίδρο

Ο Πλάτων χρησιμοποιεί την υπερβατική ιδέα της μετενσάρκωσης, ευρισκόμενη σε κάποια από τα Ορφικά ποιήματα και χαρακτηριστικό ορισμένων Πυθαγορείων, ώστε να ενδυναμώσει κάποιες από τις κεντρικές ιδέες των διαλόγων του, μεταμορφώνοντας μια τυχαία ακολουθία κινήσεων της ψυχής προς ένα νέο σώμα, σε συστήματα που εμπλέκονται με τις ιδέες του, περί ενός ορθολογικά διατεταγμένου σύμπαντος. Ωστόσο, οι λεπτομέρειες που δίνονται για το σύστημα σε κάθε διάλογο, αντιστοιχούν με τα σημαντικά ζητήματα του διαλόγου και δεν συνάδουν ακριβώς η μία με την άλλη, πράγμα που υποδηλώνει ότι ο Πλάτων χρησιμοποιεί αυτές τις ιδέες δίχως να προσδίδει μεγάλη βαρύτητα στα επιμέρους στοιχεία τους. Σε κάθε διάλογο, ο Σωκράτης αποδίδει τις ιδέες του μύθου σε κάποια απροσδιόριστη αλλά εξέχουσα πηγή, προφυλάσσοντας με τον χαρακτηριστικό Πλατωνικό τρόπο, την αυθεντία της. Στον Φαίδωνα, για παράδειγμα, ο Σωκράτης εμμένει στην θεμελιώδη αλήθεια των ιδεών, ακόμα κι όταν τις υπογραμμίζει συνάμα ως παράξενες και τις εκθέτει ως φιλοσοφικό προβληματισμό:

Τὸ μὲν οὖν ταῦτα διισχυρίσασθαι οὕτως ἔχειν ὡς ἐγὼ διελήλυθα, οὐ πρέπει νοῦν ἔχοντι ἀνδρί· ὅτι μέντοι ἢ ταῦτ’ ἐστὶν ἢ τοιαῦτ’ ἄττα περὶ τὰς ψυχὰς ἡμῶν καὶ τὰς οἰκήσεις, ἐπείπερ ἀθάνατόν γε ἡ ψυχὴ φαίνεται οὖσα, τοῦτο καὶ πρέπειν μοι δοκεῖ καὶ ἄξιον κινδυνεῦσαι οἰομένῳ οὕτως ἔχειν—καλὸς γὰρ ὁ κίνδυνος.

[Βέβαια δεν ταιριάζει σε μυαλωμένο άνθρωπο να ισχυρισθεί ότι αυτά είναι έτσι όπως εγώ τα έχω αναπτύξει· ωστόσο για το ότι σχετικά με τις ψυχές μας και τους τόπους διμονής τους είναι αυτά ή κάποια τέτοια, επειδή βέβαια φαίνεται ότι η ψυχή είναι αθάνατη, αυτό μου φαίνεται ότι και ταιριάζει και αξίζει να το διακυνδυνεύσει κάποιος να νομίζει ότι έτσι είναι· διότι είναι ωραίος ο κίνδυνος. …]

Πλάτων, Φαίδων 114d-115a

Συμπεράσματα

Η ιδέα ότι η ψυχή επιζεί του θανάτου δεν είναι άγνωστη στους συνομιλητές των Πλατωνικών διαλόγων και η μυθική παράδοση παρείχε πληθώρα εικόνων και ιδεών τις οποίες ο Πλάτων μπορούσε να επανασχεδιάσει για δικούς του σκοπούς, χρησιμοποιώντας την οικειότητα με τους θρύλους για να ενδυναμώσει αμφότερες την αξιοπιστία και την εκφραστική ικανότητα των διασκευών του. Εν τούτοις, η ιδέα ότι η ψυχή είναι κατά κάποιον τρόπο αθάνατη, αναλλοίωτη όπως οι θεοί, είναι υπερβατική και ασυνήθης. Προς το τέλος της Πολιτείας, ο Σωκράτης ερωτά τον συνομιλητή του:

Οὐκ ᾔσθησαι, ἦν δ’ ἐγώ, ὅτι ἀθάνατος ἡμῶν ἡ ψυχὴ καὶ οὐδέποτε ἀπόλλυται ; Καὶ ὃς ἐμβλέψας μοι καὶ θαυμάσας εἶπε· Μὰ Δί’, οὐκ ἔγωγε· σὺ δὲ τοῦτ’ ἔχεις λέγειν ;

Δεν έχεις αντιληφθεί ότι είναι αθάνατη η ψυχή μας κι ότι δεν χάνεται ποτέ; Κι αυτός τότε με κοίταξε έκπληκτος και είπε· Μα τον Δία, εγώ όχι· εσύ όμως μπορείς να το πείς αυτό;

Πλάτων, Πολιτεία 608d2-6

Τα επιχειρήματα στον Φαίδωνα έχουν σχεδιαστεί για να πείσουν μερικούς από τους πιο κοντινούς και φιλοσοφικά σκεπτόμενους συνομιλητές του Σωκράτη για την ορθότητα της μυστηριώδους αυτής πρότασης και να διερευνήσουν τις συνέπειές της. Εδώ ο Πλάτων προσεγγίζει λιγότερο οικείες πηγές, τις εικασίες του Πυθαγόρα και του Εμπεδοκλή και τα ποιήματα που έχουν αποδοθεί στον Ορφέα, ώστε να κατασκευάσει τις εικόνες του για την ψυχή και την φύση της, εξακολουθώντας όμως να παίζει με αυτές, αντιμεταθέτοντάς τις για δικούς του σκοπούς.

«καὶ δεδιέναι τὸ τῶν παίδων, μὴ ὡς ἀληθῶς ὁ ἄνεμος αὐτὴν ἐκβαίνουσαν ἐκ τοῦ σώματος διαφυσᾷ καὶ διασκεδάννυσιν, ἄλλως τε καὶ ὅταν τύχῃ τις μὴ ἐν νηνεμίᾳ ἀλλ᾽ ἐν μεγάλῳ τινὶ πνεύματι ἀποθνῄσκων»

και φοβάσθε αυτό που φοβούνται και τα παιδιά, μήπως πραγματικά ο άνεμος παίρνει την ψυχή και την διασκορπίζει, όταν αυτή βγεί από το σώμα και μάλιστα όταν δεν πεθαίνει σε άπνοια κανείς αλλά σε μεγάλη κακοκαιρία.

Πλάτων, Φαίδων 77d7-e1

Η εικόνα της ψυχής φυλακισμένης στο σώμα εν είδει τιμωρίας, γίνεται αντ᾽ αυτού εικόνα προστασίας της ψυχής από τις αναταραχές του υλικού κόσμου στο περίβλημα του σώματος όπως ένα στρείδι στο κέλυφός του ή της ψυχής που ευγενικά εκπληρώνει το καθήκον της να περιηγηθεί στον κόσμο των θνητών εντός φρουρούμενου φυλακίου, όπως επιστρέφει στο σπήλαιο ο φιλόσοφος της Πολιτείας. Το σώμα μπορεί να μοιάζει με υφαντό ένδυμα που φορά η ψυχή σε μία ή πολλές διαφορετικές χρονικές στιγμές, αλλά, όπως ο Σωκράτης διατυπώνει τις ενστάσεις του στον Σιμμία και τον Κέβη στον Φαίδωνα, δεν μπορεί από μόνη της εύκολα να φθαρεί μήτε να διασκορπισθεί όταν παρασυρθεί από τους ανέμους. Ο Πλάτων παίρνει την ιδέα της ανεμόφερτης ψυχής που βρίσκει ο Αριστοτέλης σε Ορφικά ποιήματα και την μεταποιεί δημιουργώντας ένα ορθολογικό σύστημα σύμφωνα με το οποίο η ψυχή μεταπηδά από ενσάρκωση σε ενσάρκωση ανάλογα με την ηθική της συμπεριφορά και την ικανότητά της να κάνει φιλοσοφικές επιλογές και όχι εξαιτίας των τυχαίων κινήσεων του ανέμου. Πάνω απ᾽όλα, ο Πλάτων χρησιμοποιεί τον παραδοσιακό αυτό συσχετισμό της ψυχής με το αόρατο βασίλειο του Άδη, ώστε αυτή να απορροφηθεί από τα αντικείμενα της γνώσης τα οποία δεν γίνονται ορατά με τα μάτια, άλλα μόνο με την διανοητική της αντίληψη.

Οι εικόνες και οι ιδέες που μεταφέρει ο Πλάτων στους διαλόγους του δεν προέρχονται συλλήβδην από πηγές οι οποίες για κάποιον λόγο φέρουν την σφραγίδα του Ορφέως· ωστόσο αρκετές προέρχονται πράγματι από την ευρεία μυθολογική παράδοση μιας δραστήριας μεταθανάτιας ζωής που καθρεπτίζει την επίγεια ζωή, παράδοση η οποία λειτούργησε αντιστικτικά για το επικό Ομηρικό όραμα όπου το μεγαλείο της ποίησης παρέχει ουσιαστικά την μόνη εννοιοδότηση του όρου μεταθανάτια ζωή. Τόσο έντεχνα συνύφανε τις ιδέες του ο Πλάτων και τόσο πενιχρά είναι τα στοιχεία για οράματα της ζωής μετά τον θάνατο πριν από αυτόν, που οι μελετητές συνάντησαν δυσκολία στον προσδιορισμό των αυθεντικών πηγών για τις ιδέες του. Το πρόβλημα επιδεινώνεται από την τάση στους Νεοπλατωνικούς να συνδέεται με τα Ορφικά κάθε Πλατωνική ιδέα την οποία ήθελαν να προσαρτήσουν στην αυθεντία της πλέον αρχαίας παράδοσης. Έτσι επίσης, η επιτυχία των Πλατωνικών έργων δρά ενάντια στην αναγνώριση των δικών του καινοτομιών, μιας και οι Ορφικοί μετά τον Πλάτωνα φρόντισαν να ενσωματώσουν τις σημαίνουσες ιδέες του Πλάτωνος στα Ορφικά ποιήματα τα οποία διαστρέβλωσαν, δημιουργώντας έναν φαύλο κύκλο και περεταίρω ενδυνάμωση των Νεοπλατωνικών θέσεων όπως του Ολυμπιοδώρου, ότι ο Πλάτων παρῳδεῖ γὰρ πανταχοῦ τὰ Ὀρφέως.