Παρασκευή, 20 Ιανουαρίου 2017

ΡΗΤΟΡΙΚΗ: ΑΝΤΙΦΩΝ - Φαρμακείας κατὰ τῆς μητρυιᾶς (1-13)

[1] Νέος μὲν καὶ ἄπειρος δικῶν ἔγωγε ἔτι, δεινῶς δὲ καὶ ἀπόρως ἔχει μοι περὶ τοῦ πράγματος, ὦ ἄνδρες, τοῦτο μὲν εἰ ἐπισκήψαντος τοῦ πατρὸς ἐπεξελθεῖν τοῖς αὑτοῦ φονεῦσι μὴ ἐπέξειμι, τοῦτο δὲ εἰ ἐπεξιόντι ἀναγκαίως ἔχει οἷς ἥκιστα ἐχρῆν ἐν διαφορᾷ καταστῆναι, ἀδελφοῖς ὁμοπατρίοις καὶ μητρὶ ἀδελφῶν.

[2] ἡ γὰρ τύχη καὶ αὐτοὶ οὗτοι ἠνάγκασαν ἐμοὶ πρὸς τούτους αὐτοὺς τὸν ἀγῶνα καταστῆναι, οὓς εἰκὸς ἦν τῷ μὲν τεθνεῶτι τιμωροὺς γενέσθαι, τῷ δὲ ἐπεξιόντι βοηθούς. νῦν δὲ τούτων τἀναντία γεγένηται· αὐτοὶ γὰρ οὗτοι καθεστᾶσιν ἀντίδικοι καὶ φονῆς, ὡς καὶ ἐγὼ καὶ ἡ γραφὴ λέγει.

[3] δέομαι δ᾽ ὑμῶν, ὦ ἄνδρες, ἐὰν ἀποδείξω ἐξ ἐπιβουλῆς καὶ προβουλῆς τὴν τούτων μητέρα φονέα οὖσαν τοῦ ἡμετέρου πατρός, καὶ μὴ ἅπαξ ἀλλὰ πολλάκις ἤδη ληφθεῖσαν τὸν θάνατον τὸν ἐκείνου ἐπ᾽ αὐτοφώρῳ μηχανωμένην, τιμωρῆσαι πρῶτον μὲν τοῖς νόμοις τοῖς ὑμετέροις, οὓς παρὰ τῶν θεῶν καὶ τῶν προγόνων διαδεξάμενοι κατὰ τὸ αὐτὸ ἐκείνοις περὶ τῆς καταψηφίσεως δικάζετε, δεύτερον δ᾽ ἐκείνῳ τῷ τεθνηκότι, καὶ ἅμα ἐμοὶ μόνῳ ἀπολελειμμένῳ βοηθῆσαι.

[4] ὑμεῖς γάρ μοι ἀναγκαῖοι. οὓς γὰρ ἐχρῆν τῷ μὲν τεθνεῶτι τιμωροὺς γενέσθαι, ἐμοὶ δὲ βοηθούς, οὗτοι τοῦ μὲν τεθνεῶτος φονῆς γεγένηνται, ἐμοὶ δ᾽ ἀντίδικοι καθεστᾶσι. πρὸς τίνας οὖν ἔλθῃ τις βοηθούς, ἢ ποῖ τὴν καταφυγὴν ποιήσεται ἄλλοθι ἢ πρὸς ὑμᾶς καὶ τὸ δίκαιον;

[5] Θαυμάζω δ᾽ ἔγωγε καὶ τοῦ ἀδελφοῦ, ἥντινά ποτε γνώμην ἔχων ἀντίδικος καθέστηκε πρὸς ἐμέ, καὶ εἰ νομίζει τοῦτο εὐσέβειαν εἶναι, τὸ τὴν μητέρα μὴ προδοῦναι. ἐγὼ δ᾽ ἡγοῦμαι πολὺ ἀνοσιώτερον εἶναι ἀφεῖναι τοῦ τεθνεῶτος τὴν τιμωρίαν, ἄλλως τε καὶ τοῦ μὲν ἐκ προβουλῆς ἀκουσίως ἀποθανόντος, τῆς δὲ ἑκουσίως ἐκ προνοίας ἀποκτεινάσης.

[6] καὶ οὐ τοῦτό γ᾽ ἐρεῖ, ὡς εὖ οἶδεν ὅτι γ᾽ οὐκ ἀπέκτεινεν ἡ μήτηρ αὐτοῦ τὸν πατέρα τὸν ἡμέτερον. ἐν οἷς μὲν γὰρ αὐτῷ ἐξουσία ἦν σαφῶς εἰδέναι, παρὰ τῆς βασάνου, οὐκ ἠθέλησεν· ἐν οἷς δ᾽ οὐκ ἦν πυθέσθαι, τοῦτο αὐτὸ προὐθυμήθη. καίτοι αὐτὸ τοῦτο ἐχρῆν, ὃ καὶ ἐγὼ προὐκαλούμην, προθυμηθῆναι, ὅπως τὸ πραχθὲν ᾖ ἀληθές, ἐπεξελθεῖν.

[7] μὴ γὰρ ὁμολογούντων τῶν ἀνδραπόδων οὗτός τ᾽ εὖ εἰδὼς ἂν ἀπελογεῖτο καὶ ἀντέσπευδε πρὸς ἐμέ, καὶ ἡ μήτηρ αὐτοῦ ἀπήλλακτο ἂν ταύτης τῆς αἰτίας. ὅπου δὲ μὴ ἠθέλησεν ἔλεγχον ποιήσασθαι τῶν πεπραγμένων, πῶς περί γ᾽ ὧν οὐκ ἠθέλησε πυθέσθαι, ἐγχωρεῖ αὐτῷ περὶ τούτων εἰδέναι; πῶς οὖν περὶ τούτων, ὦ δικάζοντες, αὐτὸν εἰκὸς εἰδέναι, ὧν γε τὴν ἀλήθειαν οὐκ εἴληφε;

[8] Τί ποτε ἀπολογήσεται μέλει μοι. ἐκ μὲν γὰρ τῆς τῶν ἀνδραπόδων βασάνου εὖ ᾔδει ὅτι οὐχ οἷόν τ᾽ ἦν αὐτῇ σωθῆναι, ἐν δὲ τῷ μὴ βασανισθῆναι ἡγεῖτο τὴν σωτηρίαν εἶναι· τὰ γὰρ γενόμενα ἐν τούτῳ ἀφανισθῆναι ᾠήθησαν. πῶς οὖν εὔορκα ἀντομωμοκὼς ἔσται φάσκων εὖ εἰδέναι, ὃς οὐκ ἠθέλησε σαφῶς πυθέσθαι ἐμοῦ ἐθέλοντος τῇ δικαιοτάτῃ βασάνῳ χρήσασθαι περὶ τούτου τοῦ πράγματος;

[9] τοῦτο μὲν γὰρ ἠθέλησα μὲν τὰ τούτων ἀνδράποδα βασανίσαι, ἃ συνῄδει καὶ πρότερον τὴν γυναῖκα ταύτην, μητέρα δὲ τούτων, τῷ πατρὶ τῷ ἡμετέρῳ θάνατον μηχανωμένην φαρμάκοις, καὶ τὸν πατέρα εἰληφότα ἐπ᾽ αὐτοφώρῳ, ταύτην τε οὐκ οὖσαν ἄπαρνον, πλὴν οὐκ ἐπὶ θανάτῳ φάσκουσαν διδόναι ἀλλ᾽ ἐπὶ φίλτροις.

[10] διὰ οὖν ταῦτα ἐγὼ βάσανον τοιαύτην ἠθέλησα ποιήσασθαι περὶ αὐτῶν, γράψας ἐν γραμματείῳ ἃ ἐπαιτιῶμαι τὴν γυναῖκα ταύτην, βασανιστάς τε αὐτοὺς τούτους ἐκέλευον γίγνεσθαι ἐμοῦ παρόντος, ἵνα μὴ ἀναγκαζόμενοι ἃ ἐγὼ ἐπερωτῴην λέγοιεν, ἀλλ᾽ ἐξήρκει μοι τοῖς ἐν τῷ γραμματείῳ χρῆσθαι· καὶ αὐτό μοι τοῦτο τεκμήριον δίκαιον γενέσθαι, ὅτι ὀρθῶς καὶ δικαίως μετέρχομαι τὸν φονέα τοῦ πατρός· εἰ δὲ ἄπαρνοι γίγνοιντο ἢ λέγοιεν μὴ ὁμολογούμενα, ‹ἡ βάσανος› ἀναγκάζοι τὰ γεγονότα κατηγορεῖν· αὕτη γὰρ καὶ τοὺς τὰ ψευδῆ παρεσκευασμένους λέγειν τἀληθῆ κατηγορεῖν ποιήσει.

[11] καίτοι εὖ οἶδά γ᾽, εἰ οὗτοι πρὸς ἐμὲ ἐλθόντες, ἐπειδὴ τάχιστα αὐτοῖς ἀπηγγέλθη ὅτι ἐπεξίοιμι τοῦ πατρὸς τὸν φονέα, ἠθέλησαν τὰ ἀνδράποδα ἃ ἦν αὐτοῖς παραδοῦναι, ἐγὼ δὲ μὴ ἠθέλησα παραλαβεῖν, αὐτὰ ἂν ταῦτα μέγιστα τεκμήρια παρείχοντο ὡς οὐκ ἔνοχοί εἰσι τῷ φόνῳ. νῦν δ᾽, ἐγὼ γάρ εἰμι τοῦτο μὲν ὁ θέλων αὐτὸς βασανιστὴς γενέσθαι, τοῦτο δὲ τούτους αὐτοὺς κελεύων βασανίσαι ἀντ᾽ ἐμοῦ, ἐμοὶ δή που εἰκὸς ταὐτὰ ταῦτα τεκμήρια εἶναι ὡς εἰσὶν ἔνοχοι τῷ φόνῳ.

[12] εἰ γὰρ τούτων θελόντων διδόναι εἰς βάσανον ἐγὼ μὴ ἐδεξάμην, τούτοις ἂν ἦν ταῦτα τεκμήρια. τὸ αὐτὸ οὖν τοῦτο καὶ ἐμοὶ γενέσθω, εἴπερ ἐμοῦ θέλοντος ἔλεγχον λαβεῖν τοῦ πράγματος αὐτοὶ μὴ ἠθέλησαν δοῦναι. δεινὸν δ᾽ ἔμοιγε δοκεῖ εἶναι, εἰ ὑμᾶς μὲν ζητοῦσι ‹παρ›αιτεῖσθαι ὅπως αὐτῶν μὴ καταψηφίσησθε, αὐτοὶ δὲ σφίσιν αὐτοῖς οὐκ ἠξίωσαν δικασταὶ γενέσθαι δόντες βασανίσαι τὰ αὑτῶν ἀνδράποδα.

[13] περὶ μὲν οὖν τούτων οὐκ ἄδηλον ὅτι αὐτοὶ ἔφευγον τῶν πραχθέντων τὴν σαφήνειαν πυθέσθαι· ᾔδεσαν γὰρ οἰκεῖον σφίσι τὸ κακὸν ἀναφανησόμενον, ὥστε σιωπώμενον καὶ ἀβασάνιστον αὐτὸ ἐᾶσαι ἐβουλήθησαν. ἀλλ᾽ οὐχ ὑμεῖς γε, ὦ ἄνδρες, ἔγωγ᾽ εὖ οἶδα, ἀλλὰ σαφὲς ποιήσετε.

Ταῦτα μὲν οὖν μέχρι τούτου· περὶ δὲ τῶν γενομένων πειράσομαι ὑμῖν διηγήσασθαι τὴν ἀλήθειαν· δίκη δὲ κυβερνήσειεν.

***
[1] Είμαι νέος ακόμη, κύριοι, και άπειρος από δικαστικούς αγώνες· γι᾽ αυτό, σχετικά με την υπόθεση βρίσκομαι σε φοβερά δύσκολη θέση αντιμετωπίζοντας το δίλημμα ή να μη διώξω δικαστικά τους δολοφόνους του πατέρα μου, παρά τη ρητή εντολή του, ή διώκοντάς τους να έρθω αναπόφευκτα σε ρήξη με πρόσωπα που έπρεπε να είναι τα τελευταία με τα οποία θα ταίριαζε να φτάσω σε διαμάχη, δηλαδή με τα ετεροθαλή αδέρφια μου και τη μητέρα τους.

[2] Γιατί η κακή τύχη και προσωπικά αυτοί με ανάγκασαν να βρεθώ αντιμέτωπος στα δικαστήρια εναντίον αυτών ειδικά από τους οποίους θα περίμενε κανείς να πάρουν εκδίκηση για το νεκρό και να υποστηρίξουν τον κατήγορο. Τώρα όμως έχει γίνει το αντίθετο: αυτοί οι ίδιοι έχουν γίνει αντίδικοί μου και φονιάδες, όπως υποστηρίζω εγώ προσωπικά και αναφέρει η μήνυσή μου.

[3] Κάνω όμως έκκληση σε σας, κύριοι δικαστές: αν αποδείξω ότι η μητέρα τους σκότωσε τον πατέρα μας με σχέδιο που κατέστρωσε εκ των προτέρων, και μάλιστα συλληφθείσα επ᾽ αυτοφώρω, όχι μια φορά αλλά κατ᾽ επανάληψη, να σχεδιάζει με διάφορους τρόπους το θάνατό του, τότε πρωτίστως προστατεύσετε τους νόμους σας, που κληρονομήσατε από τους θεούς και τους προγόνους σας και σύμφωνα με τους οποίους εκδίδετε καταδικαστικές αποφάσεις κατά τον ίδιο τρόπο όπως και εκείνοι· δεύτερον, πάρτε εκδίκηση για το νεκρό και έτσι βοηθήσετε και εμένα που απόμεινα μόνος και ορφανός.

[4] Εσείς είστε τώρα οι συγγενείς μου· γιατί αυτοί που έπρεπε να πάρουν εκδίκηση για το νεκρό και να βοηθήσουν εμένα, έχουν γίνει οι δολοφόνοι του και δικοί μου αντίδικοι. Σε ποιούς λοιπόν να έρθει κανείς για βοήθεια; Πού αλλού να βρει καταφύγιο παρά σε σας και στη δικαιοσύνη;

[5] Δεν μπορώ, αλήθεια, να καταλάβω από ποιό συναίσθημα άραγε διακατεχόμενος ο αδερφός μου παρασύρθηκε ώστε να γίνει αντίδικός μου· μήπως νομίζει ότι η αφοσίωση προς τη μητέρα του αποτελεί ευσέβεια; Αντίθετα, εγώ θεωρώ πολύ μεγαλύτερο αμάρτημα να αμελήσει να πάρει εκδίκηση για το νεκρό πατέρα μας, τη στιγμή μάλιστα που εκείνος υπήρξε ακούσιο θύμα συνωμοσίας μιας φόνισσας, που τον οδήγησε στο θάνατο εσκεμμένα με προσχεδιασμένη απόφαση.

[6] Επίσης, δεν μπορεί ο αδερφός μου να ισχυριστεί ότι είναι σίγουρος πως η μητέρα του δεν δολοφόνησε τον πατέρα μας· γιατί τα μέσα με τα οποία μπορούσε να εξακριβώσει το πράγμα, το βασανισμό δηλαδή των δούλων, δε θέλησε να τα δεχθεί· αντίθετα, έδειξε προθυμία μόνο σε εκείνους τους τρόπους έρευνας με τους οποίους δεν ήταν δυνατό να αποδειχτεί τίποτε. Και όμως έπρεπε να είχε δείξει προθυμία ακριβώς σ᾽ αυτό που και εγώ τον προκαλούσα να κάνει, ώστε να ήταν δυνατή μια έρευνα των γεγονότων βασισμένη στην αλήθεια.

[7] Γιατί, αν οι δούλοι δεν ομολογούσαν την ενοχή της, τότε και αυτός θα απολογούνταν όντας σίγουρος για την αθωότητά της και θα με αντιμετώπιζε σθεναρά και η μητέρα του θα είχε απαλλαγεί από αυτή την κατηγορία. Αφού όμως δε θέλησε να προχωρήσει στην έρευνα των γεγονότων, πώς είναι δυνατό να έχει σαφή άποψη για πράγματα που αρνήθηκε να εξακριβώσει; Πώς λοιπόν μπορεί να είναι πιθανό, κύριοι δικαστές, να είναι σίγουρος για γεγονότα για τα οποία δεν έχει μάθει την αλήθεια;

[8] Είμαι περίεργος να ακούσω τί τέλος πάντων θα απολογηθεί· γιατί με το βασανισμό των δούλων κατά την ανάκριση ήταν σίγουρος ότι η μητέρα του δεν μπορούσε να σωθεί, ενώ, με το να αποφύγει το βασανισμό των δούλων κατά την ανάκριση, σκέφτηκε ότι αυτό θα έσωζε τη ζωή της· γιατί φαντάστηκαν ότι με αυτό τον τρόπο θα εξαφάνιζαν κάθε ίχνος του πράγματος. Πώς λοιπόν θα έχει τηρήσει τον όρκο του, όταν ισχυρίζεται ότι γνωρίζει με ακρίβεια τα γεγονότα αυτός που αρνήθηκε να λάβει σαφή γνώση αυτών, όταν εγώ ζήτησα να χρησιμοποιήσουμε γι᾽ αυτή την υπόθεση την πιο αμερόληπτη εξέταση, το βασανισμό των δούλων;

[9] Αρχικά ήμουν έτοιμος να βασανίσω τους δούλους των κατηγορουμένων, γιατί ήξεραν καλά ότι η γυναίκα αυτή εδώ, η μητέρα τους, σχεδίαζε να δηλητηριάσει και άλλη μια φορά στο παρελθόν τον πατέρα μας· επίσης, ότι ο πατέρας μας την είχε πιάσει επ᾽ αυτοφώρω, χωρίς αυτή να το αρνηθεί· προφασίστηκε όμως ότι το έκανε όχι για να τον σκοτώσει, αλλά ως φίλτρο, για να ξανακερδίσει την αγάπη του.

[10] Στη συνέχεια, για όλους αυτούς τους λόγους, πρότεινα να γίνει κατάθεση με βασανισμό των δούλων ως εξής: έγραψα σε πινακίδα τις κατηγορίες μου εναντίον αυτής εδώ της γυναίκας· ζήτησα να διενεργήσουν την εξέταση αυτοί οι ίδιοι παρουσία μου, για να μη αναγκάζονται οι δούλοι να απαντούν υπό πίεση στις ερωτήσεις μου· μου αρκούσε να χρησιμοποιούν κατά την ανάκριση τις ερωτήσεις μου που ήταν γραμμένες στην πινακίδα· αυτό από μόνο του θα ήταν για μένα δίκαιη απόδειξη ότι η έρευνα για το φόνο του πατέρα μου ήταν έντιμη και αμερόληπτη· αν όμως οι δούλοι αρνούνταν να καταθέσουν ή έκαναν αντιφατικές καταθέσεις, η μέθοδος του βασανισμού θα τους ανάγκαζε να αποκαλύψουν τα γεγονότα· γιατί η μέθοδος αυτή κάνει ακόμη και αυτούς που είναι προετοιμασμένοι να λένε ψέματα να ομολογούν την αλήθεια.

[11] Αν οι αντίπαλοί μου με πλησίαζαν αμέσως μόλις είχαν μάθει ότι θα κινηθώ εναντίον του φονιά του πατέρα μου και ήταν πρόθυμοι να μου παραδώσουν τους δούλους τους αλλά εγώ αρνιόμουν να τους παραλάβω, προφανώς αυτή ακριβώς η προσφορά τους και η δική μου άρνηση θα αποτελούσε τη μεγαλύτερη απόδειξη ότι δεν είναι ένοχοι για φόνο. Τώρα όμως εγώ είμαι αυτός που αφενός προθυμοποιήθηκα να διενεργήσω την εξέταση προσωπικά, αφετέρου πρότεινα τους ίδιους τους αντιδίκους μου να κάνουν την εξέταση των δούλων τους αντί για μένα· λογικό λοιπόν είναι η αντίστοιχη δική μου προσφορά και η δική τους άρνηση να αποτελούν απόδειξη υπέρ εμού ότι αυτοί είναι ένοχοι για το φόνο.

[12] Γιατί, αν αυτοί ήταν πρόθυμοι να μου παραδώσουν τους δούλους για βασανισμό και εγώ δε δεχόμουν την προσφορά τους, μια τέτοια ενέργεια θα αποτελούσε απόδειξη υπέρ αυτών. Κατά τον ίδιο ακριβώς τρόπο ας αποτελέσει απόδειξη υπέρ εμού η άρνηση αυτών να μου παραδώσουν τους δούλους για βασανισμό, ενώ εγώ έδειξα προθυμία να διαλευκάνω την υπόθεση. Αλήθεια, μου φαίνεται περίεργο που προσπαθούν να ζητήσουν από σας να μη τους καταδικάσετε, τη στιγμή που οι ίδιοι απαξίωσαν να γίνουν κριτές του εαυτού τους (: να βγάλουν ετυμηγορία για τον εαυτό τους) παραδίδοντας τους δούλους τους για βασανισμό.

[13] Όσον αφορά λοιπόν την υπόθεση των δούλων είναι ολοφάνερο ότι οι αντίδικοι προσπαθούσαν να αποφύγουν την εξακρίβωση των γεγονότων· γιατί ήταν σίγουροι ότι θα αποδεικνυόταν ότι το έγκλημα βαραίνει αυτούς· γι᾽ αυτό θέλησαν να το αφήσουν συγκεκαλυμμένο και να μη ασχοληθεί η ανάκριση με αυτούς. Εσείς όμως, κύριοι δικαστές, δε θα αφήσετε το πράγμα έτσι, είμαι σίγουρος γι᾽ αυτό, αλλά θα ρίξετε άπλετο φως. Αρκετά λοιπόν ώς εδώ· όσο για τα γεγονότα, θα προσπαθήσω να σας τα εξιστορήσω όπως πραγματικά συνέβησαν, και ας με οδηγήσει το δίκαιο.

Το πρόβλημα της μεταβολής στην αρχαία Ελληνική επιστήμη

Αποτέλεσμα εικόνας για Το πρόβλημα της μεταβολής στην αρχαία Ελληνική επιστήμηΜια πρώτη συνειδητοποίηση του προβλήματος της μεταβολής μπορεί να ανιχνευθεί στις θεωρίες των Μιλησίων για την πρωταρχική ουσία. Αλλά στις αρχές του 5ου π.Χ. αιώνα το ζήτημα αυτό αναγορεύεται σε κεντρικό πρόβλημα της φυσικής φιλοσοφίας. Οι Μιλήσιοι θεωρούσαν δεδομένο ότι υπάρχει μεταβολή και ότι ο κόσμος της αισθητηριακής εμπειρίας δεν αποτελεί ψευδαίσθηση. Ωστόσο, πολύ γρήγορα οι φιλόσοφοι άρχισαν να αμφισβητούν τη βάση της γνώσης μας για τον εξωτερικό κόσμο. Μπορούμε να εμπιστευόμαστε τις αισθήσεις ή πρέπει να στηριζόμαστε μόνο στη νόηση; Εκ πρώτης όψεως, φαίνεται ότι πράγματι συντελούνται μεταβολές, αλλά τα φαινόμενα αντιστοιχούν σε κάποια αφανή πραγματικότητα ή λειτουργούν παραπλανητικά; Από τη στιγμή που τέθηκαν τα ζητήματα αυτά, όποιος ερευνητής επιθυμούσε να αναμετρηθεί με το πρόβλημα των έσχατων συστατικών της ύλης έπρεπε πρώτα να εγκύψει σε ορισμένα προκαταρκτικά, αλλά θεμελιώδη, φιλοσοφικά προβλήματα. Δεν μπορούσε πλέον να θεωρεί ως δεδομένη την κοινή λογική, αλλά όφειλε να δώσει μια ερμηνεία τόσο για τα θεμέλια της γνώσης (το γνωσιολογικό πρόβλημα) όσο και για τη φύση της μεταβολής και της γένεσης.
 
Οι πρώτοι φιλόσοφοι που έθεσαν τα ζητήματα αυτά ήταν ο Ηράκλειτος και ο Παρμενίδης, καταγόμενοι αντίστοιχα από την Έφεσο της Ιωνίας και την Ελέα, την ελληνική αποικία στις δυτικές ακτές της Ιταλίας, νότια της Νεάπολης. Δεν είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε με βεβαιότητα αν οι δύο αυτοί λαμπροί και εξαιρετικά πρωτότυποι διανοητές επηρέασαν ο ένας τον άλλο, αν και έχει διατυπωθεί η άποψη ότι ο Παρμενίδης μπορεί να είχε υπ’ όψιν του το έργο του Ηρακλείτου. Το βέβαιο είναι ότι κάποια στιγμή στις αρχές του 5ου π.Χ. αιώνα αμφότεροι έθεσαν με επιτακτικότατα το πρόβλημα της μεταβολής προτείνοντας διαμετρικά αντίθετες λύσεις, αφού ο Ηράκλειτος υποστήριζε ότι τα πάντα μεταβάλλονται, ενώ ο Παρμενίδης διακήρυσσε ότι μεταβολή δεν μπορεί να υπάρξει.
 
Οι απόψεις για την ερμηνεία της θέσης του Ηρακλείτου διίστανται. Οι περισσότεροι αρχαίοι σχολιαστές, με πρώτους τον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη, θεώρησαν ότι εννοούσε ότι κάθε μεμονωμένο πράγμα στον κόσμο μεταβάλλεται αενάως. Αντιθέτως, πολλοί σύγχρονοι σχολιαστές έχουν υποστηρίξει ότι η θέση του ήταν πολύ λιγότερο έντονη και ότι εκείνο που ήθελε να πει ήταν ότι ο κόσμος συνολικά μεταβάλλεται αενάως ότι κάθε επιμέρους πράγμα υπόκειται κάποια στιγμή σε μεταβολή. Τα στοιχεία που διαθέτουμε δεν επαρκούν για να δοθεί οριστική απάντηση επί του θέματος. Η περίφημη ρήση «πάντα ρεῖ» δεν μπορεί να αποδοθεί με βεβαιότητα στον Ηράκλειτο, αυτό όμως δεν θα έλυνε, ούτως ή άλλως, το πρόβλημα, αφού το ερώτημα εδώ είναι αν η ρήση αυτή πρέπει να ερμηνευθεί κυριολεκτικά. Είναι, πάντως, γενικά παραδεκτό ότι ο Ηράκλειτος επιδίωξε να αναδείξει τις μεταβολές και αλληλεπιδράσεις που συντελούνται στον κόσμο εν γένει. Η μεταβολή περιορίζεται εντός ορισμένων ορίων ή «μέτρων» που διασφαλίζουν την ισορροπία μεταξύ των αλληλεπιδρώντων στοιχείων. Ωστόσο, είναι σαφές ότι κεντρική θέση στη θεωρία του κατέχει το αξίωμα ότι μια κατάσταση φαινομενικής ηρεμίας ή ισορροπίας μπορεί να υποκρύπτει ένταση ή ταυτόχρονη δράση αντίρροπων δυνάμεων, γεγονός που διευκρινίζεται στα αποσπάσματά του με παραδείγματα, όπως είναι το τεντωμένο τόξο ή η μουσική λύρα, που. αν και φαίνονται ακίνητα, στην πραγματικότητα βρίσκονται σε κατάσταση έντασης.
 
Όσον αφορά το γνωσιολογικό πρόβλημα, ο Ηράκλειτος δεν απέρριπτε εντελώς τα δεδομένα των αισθήσεων, αλλά τόνιζε ότι πρέπει να χρησιμοποιούνται με επιφυλακτικότητα. Σε ένα απόσπασμα του (107) προειδοποιεί ότι «είναι κακοί μάρτυρες για τους ανθρώπους, τα μάτια και τ’ αυτιά, όταν έχουν βάρβαρες ψυχές»*. Αντίθετα, ο Παρμενίδης θεμελίωσε τη φιλοσοφία του σε μια πολύ πιο ριζοσπαστική άποψη για τα θεμέλια της γνώσης. Στο απόσπασμα 7 αναφέρει: «αλλ’ εσύ απ’ αυτόν τον δρόμο εξέτασης απομάκρυνε τη σκέψη σου, κι ας μη σε σπρώχνει προς τον δρόμο αυτό συνήθεια πολύξερη αλλά κατεύθυνε το μάτι, που κοιτάζει άστατα πότε εδώ και πότε εκεί, και το αυτί, που ακούει όλους τους ήχους αδιακρίτως, και τη γλώσσα, και κρίνε με τη σκέψη...». Εδώ προχωρεί πέρα από τον Ηράκλειτο και από όλους τους προγενέστερους φιλοσόφους, επιμένοντας ότι πρέπει να εμπιστευόμαστε μόνον τη νόηση και ότι τα δεδομένα των αισθήσεων είναι τελείως αναξιόπιστα και απατηλά.
 
Το πρώτο μέρος του φιλοσοφικού ποιήματος του Παρμενίδη[1] είναι αφιερωμένο σε αυτό που ονομάζει «οδό της Αλήθειας». Εδώ διερευνάται τί συνεπάγεται η απλή φράση «ἔστιν τε». Αφετηρία του συλλογισμού του, όπως διατυπώνεται στο απόσπασμα 2, είναι η δήλωση «ἔστιν τε καί ὡς οὐκ ἔστι μή εἶναι», «υπάρχει το είναι και το μη είναι δεν υπάρχει». Το υποκείμενο της πρότασης αυτής δεν προσδιορίζεται και, ανάλογα με το πώς την εκλαμβάνει κανείς, η δήλωση είναι, τουλάχιστον εκ πρώτης όψεως, ανοιχτή σε διάφορες ερμηνείες. Είναι προφανές ότι ο Παρμενίδης υποστηρίζει την ύπαρξη κάποιου πράγματος, αλλά αυτό μπορεί να είναι (ί) το Είναι ή η ίδια η ύπαρξη, (ίί) «αυτό που είναι» με την έννοια του όλου, δηλαδή του συνόλου των υπαρχόντων πραγμάτων, (ίίί) «αυτό που είναι» με την έννοια του εκάστου, δηλαδή του κάθε επιμέρους αντικειμένου, ή (ίν) -αν συνδυάσουμε το απόσπασμα 2 με άλλες δηλώσεις του Παρμενίδη - «αυτό που μπορεί να νοηθεί ή να εκφραστεί». Αλλά αν η αφετηρία της συλλογιστικής του παραμένει συγκεχυμένη, τα συμπεράσματα στα οποία καταλήγει στο τέλος της οδού της Αλήθειας είναι απολύτως σαφή. Ξεκινώντας από την υπόθεση ότι τίποτε δεν μπορεί να προέλθει από το απόλυτο μη ον, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι τίποτε δεν μπορεί να υπάρξει υπό οποιαδήποτε έννοια. Παρ’ όλο που στο δεύτερο μέρος του ποιήματος του, την «ὁδόν τῆς Δόξης», αναπτύσσεται μια κοσμογονική θεωρία, αυτό δεν συνεπάγεται μετακίνηση από τις θέσεις που διατυπώνονται στην οδό της Αλήθειας. Αντίθετα, η οδός της Δόξας χαρακτηρίζεται «απατηλή» (απόσπασμα 8, στ. 52), χωρίς αμφιβολία διότι βασίζεται σε αυτό που ο φιλόσοφος είχε πρωτύτερα αποδείξει ότι αποτελεί μια ριζικά εσφαλμένη αντίληψη του όντος και του μη όντος. Στην οδό της Αλήθειας απορρίπτεται η γένεση, η φθορά αλλά και οποιαδήποτε μεταβολή.
 
Ύστερα από αυτήν την ισοπεδωτική επίθεση κατά της έννοιας της μεταβολής, όποιος στοχαστής επιθυμούσε να διατυπώσει μια φυσική ή κοσμολογική θεωρία έπρεπε πρώτα να αναμετρηθεί με τα επιχειρήματα του Παρμενίδη και με τη γνωσιολογία πάνω στην οποία βασίστηκαν. Η εξέλιξη του θεωρητικού στοχασμού τού ύστερου 5ου π.Χ. αιώνα καθορίστηκε, σε μεγάλο βαθμό, από τη διαμάχη ανάμεσα στους υπερμάχους και τους αντιπάλους του Παρμενίδη. Οι οπαδοί του τελευταίου Ζήνων ο Ελεάτης και Μέλισσος ο Σάμιος, γνωστοί και ως Ελεάτες, υιοθέτησαν ανεπιφύλακτα τη θεωρία του και προσκόμισαν περαιτέρω επιχειρήματα κατά των εννοιών της πολλαπλότητας και της μεταβολής. Αλλά και στο αντίπαλο στρατόπεδο, οι σημαντικότεροι «φυσικοί» - δηλαδή οι φιλόσοφοι της φύσης- είχαν επίσης ως σημείο αναφοράς τον Παρμενίδη. Έτσι, τόσο ο Εμπεδοκλής ο Ακραγαντίνος όσο και ο Αναξαγόρας ο Κλαζομένιος υιοθετούν τη ρήση του Παρμενίδη ότι τίποτε δεν μπορεί να προέλθει από το μη ον και, όπως θα δούμε, τα άτομα του Λευκίππου και του Δημοκρίτου έχουν αρκετά κοινά χαρακτηριστικά με το ένα αμετάβλητο ον της οδού της Αλήθειας. Η απελευθέρωση από τα δεσμά της παρμενίδειας άρνησης της μεταβολής ήταν πραγματικά η κύρια επιδίωξη όλων αυτών των όψιμων προσωκρατικών συστημάτων.
 
Εκεί που ο Παρμενίδης επέμενε ότι πρέπει να εμπιστευόμαστε αποκλειστικά τη νόηση, ο Εμπεδοκλής αποκαθιστά τις αισθήσεις. Παραδέχεται την αδυναμία τους, υποστηρίζει όμως ότι εξίσου ανεπαρκής είναι ο νους και ότι πρέπει να χρησιμοποιούμε όλα τα μέσα που έχουμε στη διάθεσή μας, συμπεριλαμβανομένης της όρασης, της ακοής και των άλλων αισθήσεων, για τη σύλληψη των πραγμάτων (αποσπάσματα 2 και 3). Τα αποσπάσματα 12-14 απηχούν τη ρήση του Παρμενίδη ότι τίποτε δεν μπορεί να προέλθει από το μη ον, αλλά ο Εμπεδοκλής επαναφέρει την έννοια της μεταβολής αρνούμενος τη μοναδικότητα του όντος. Η γη, το νερό, ο αέρας και η φωτιά υπάρχουν όλα και υπήρχαν ανέκαθεν, η δε μεταβολή επέρχεται με την ανάμιξη και τον διαχωρισμό τους υπό την επίδραση των δύο αντίρροπων δυνάμεων που ο Εμπεδοκλής ονομάζει «Φιλότητα» (= έλξη) και «Νεΐκος» (= άπωση). Τίποτε δεν προέρχεται από το μη ον. Αλλά η μεταβολή είναι δυνατή και πράγματι συντελούνται μεταβολές, ερμηνεύονται δε ως ανάμιξη {«μίξις») ή διαχωρισμός («διάλλαξις») των ήδη υπαρχουσών ουσιών.
 
Από τη σκοπιά της ιστορίας των επιστημονικών θεωριών, δύο γνωρίσματα του εμπεδόκλειου συστήματος θεωρούνται πάρα πολύ σημαντικά: ο τρόπος με τον οποίο αντιλαμβάνεται τα φυσικά στοιχεία και ο τρόπος με τον οποίο χρησιμοποιεί την έννοια της αναλογίας. Ο όρος «στοιχείο» είναι αμφίσημος, καθώς χρησιμοποιείται (ί) για τις «αρχέγονες» ουσίες - ουσίες που υπήρχαν ανέκαθεν - και (ίί) για τις «απλές» ουσίες, τις ουσίες στις οποίες ανάγονται τα σύνθετα σώματα αλλά που οι ίδιες δεν είναι περαιτέρω αναγώγιμες. Σπέρματα των δύο αυτών σημασιών εντοπίζονται πολύ πριν από τον Εμπεδοκλή. Το «ὕδωρ» του Θαλή, το «ἄπειρον» του Αναξιμάνδρου, ενδεχομένως ακόμη και το «χάος» του Ησιόδου, είναι «στοιχειακά» με την πρώτη σημασία. Και η αντίληψη ότι ορισμένα σύνθετα σώματα συγκροτούνται από άλλα απλούστερα απαντά επίσης από πολύ νωρίς στον αρχαιοελληνικό στοχασμό σε ορισμένα πλαίσια. Έτσι, είναι διαδεδομένη η πεποίθηση ότι ο άνθρωπος αποτελείται από «γην» και «νόωρ», όπως υπονοείται, π.χ., στον ησιόδειο μύθο της Πανδώρας (’Έργα 59 κ. εξ.): ο Ήφαιστος δημιούργησε την Πανδώρα, την πρώτη γυναίκα, αναμιγνύοντας χώμα και νερό και δίνοντας της μορφή. Ο Ξενοφάνης ο Κολοφώνιος, σε μια μη μυθικού χαρακτήρα περιγραφή, επαναλαμβάνει την άποψη ότι οι άνθρωποι είναι φτιαγμένοι απο χώμα και νερό, ενώ στην κοσμολογία που υποστηρίζει ο Παρμενίδης στην οδό της Δόξας όλα προέρχονται από ένα πρωταρχικό, αρχέγονο ζεύγος, την Ημέρα και τη Νύχτα.
 
Ωστόσο, ο Εμπεδοκλής εξέφρασε σαφέστερα από όλους τους προγενεστέρους του την έννοια των ουσιών που είναι και αρχέγονες και απλές. Μπορεί να μη χρησιμοποιεί τον τεχνικό όρο «στοιχεῖον», που δεν υπάρχει πριν από τον Πλάτωνα, αλλά ονομάζει τη γη. το νερό, τον αέρα και τη φωτιά «ριζώματα», με μια σαφώς καθορισμένη σημασία. Πρώτον, τα ίδια τα ριζώματα δεν προέρχονται από κάπου, αλλά είναι αιώνια και αγέννητα: είναι, συνεπώς, στοιχειακά με την έννοια της αρχέγονης ουσίας. Και δεύτερον, μαζί με τη «Φιλότητα» και το «Νεῖκος» που κατευθύνουν την ανάμιξη και τον διαχωρισμό τους, είναι εκείνα που συγκροτούν τον κόσμο. Το σημαντικότερο όλων είναι ότι ο Εμπεδοκλής διακρίνει με σαφήνεια τα σύνθετα σώματα από τα στοιχεία που τα συγκροτούν. Στο απόσπασμα 23, π.χ., συγκρίνει την ποικιλία των μορφών που γεννιούνται από τα ριζώματα με την ποικιλία των χρωμάτων που μπορεί να δημιουργήσει ένας ζωγράφος αναμιγνύοντας τις βαφές του, ενώ στο τέλος του αποσπάσματος επαναλαμβάνει ότι τα ριζώματα αποτελούν την πηγή κάθε άλλης ουσίας:
 
...μη σε πλανέψει λοιπόν η απάτη και φαντασθείς πως άλλη είναι η πη­γή των αμέτρητων θνητών πραγμάτων που γύρω βλέπεις...*
 
Ο Εμπεδοκλής συλλαμβάνει την ιδέα του συστατικού στοιχείου διαυγέστερα από κάθε άλλον προγενέστερο προσωκρατικό φιλόσοφο. Τα ριζώματά του είναι αιώνια και απλά είναι τα μη αναγώγιμα συστατικά στα οποία μπορούν να αναλυθούν τα άλλα πράγματα. Ωστόσο, ο τρόπος με τον οποίο αντιλαμβανόταν ο ίδιος, αλλά και όλοι οι άλλοι αρχαίοι Έλληνες επιστήμονες, τα στοιχεία διαφέρει από τη σύγχρονη αντίληψη σε τουλάχιστον ένα προφανές αλλά ζωτικό σημείο: δεν ήταν χημικώς καθαρές ουσίες. Ο Εμπεδοκλής υποστήριζε ότι τα πράγματα αποτελούνται από «γῆν», «ὕδωρ», «ἀέρα» και «πῦρ», αλλά ο όρος «γῆ» παρέπεμπε σε μια μεγάλη ποικιλία στερεών ουσιών, το «ὕδωρ » χρησιμοποιούνταν γενικά όχι μόνο για τα διάφορα υγρά αλλά και για τα μέταλλα (λόγω του εύτηκτου χαρακτήρα τους) και η λέξη «ἀήρ» δήλωνε όλα τα αέρια. Δεν πρέπει, επομένως, να θεωρούμε τα ριζώματα του Εμπεδοκλή ως καθαρές ουσίες, όπως είναι το οξυγόνο ή το υδρογόνο της σύγχρονης χημείας. Από την άλλη πλευρά, αυτό μπορεί να μας βοηθήσει να κατανοήσουμε την επιλογή των συγκεκριμένων στοιχείων από τον Εμπεδοκλή, η οποία δεν είναι τόσο αυθαίρετη όσο αρχικά φαίνεται. Όποιοι και αν ήταν οι άλλοι παράγοντες που επηρέασαν τη θεωρία του. η γη. το νερό και ο αέρας αντιπροσωπεύουν, πολύ αδρά, την ύλη στη στερεά, υγρή και αέρια μορφή της, η δε φωτιά, θεωρούμενη μάλλον ως ουσία παρά ως διεργασία, ήταν φυσικό να συμπεριληφθεί ως τέταρτο «στοιχείο», σε ισότιμη θέση με τα άλλα τρία.
 
Η δεύτερη σημαντική συμβολή του Εμπεδοκλή στην εξέλιξη της φυσικής φιλοσοφίας συνίσταται στη χρήση της έννοιας της αναλογίας. Είδαμε ότι ο Ακραγαντίνος φιλόσοφος θεώρησε αξιωματικά την ύπαρξη των τεσσάρων ριζωμάτων, ανάγοντας όλες τις άλλες ουσίες σε ενώσεις των ριζωμάτων αυτών. Αλλά, στην προσπάθειά του να απαντήσει στο δύσκολο ερώτημα πώς από έναν πεπερασμένο αριθμό ριζωμάτων μπορεί να προέλθει ένας, καθώς φαίνεται, απεριόριστος αριθμός διαφορετικών ουσιών, είχε μιαν μόνον έτσι μπορεί να χαρακτηριστεί- εμπνευσμένη ιδέα. Υποστήριξε ότι οι διάφορες ουσίες συντίθενται από τον συνδυασμό των ριζωμάτων σε διαφορετικές αναλογίες και πίστευε, προφανώς, ότι κάθε επιμέρους ουσία αποτελείται από τον συνδυασμό των ριζωμάτων στην ίδια πάντοτε σταθερή και καθορισμένη αναλογία.
 
Πρέπει να επισημάνουμε δύο πράγματα σε σχέση με τη θεωρία αυτή. Το πρώτο είναι ότι η έννοια της αναλογίας είχε ήδη χρησιμοποιηθεί ευρέως από τους Πυθαγορείους στη μουσική θεωρία, στην κοσμολογία και στην ηθική τους. Και είναι βέβαιο ότι η έννοια εμπεριείχε ηθικούς συνειρμούς και για τον Εμπεδοκλή. Ο φιλόσοφος χρησιμοποιεί την «Ἁρμονίαν» ως συνώνυμο της «Φίλότητος» και τόσο στην κοσμολογία του όσο και, ειδικότερα, στο θρησκευτικό του ποίημα Καθαρμοί, η «Φιλότης» θεωρείται γενικά ως θετική αρχή, η οποία οδηγεί σε καλά αποτελέσματα, ενώ το «Νεῖκος» περιγράφεται ως κακοποιό και απεχθές στοιχείο.
 
Δεύτερον, ο βαθμός στον οποίο ο Εμπεδοκλής επεξεργάστηκε τη λεπτομερή εφαρμογή της θεωρίας του σε συγκεκριμένες ουσίες είναι πολύ περιορισμένος. Μόλις δύο από τα σωζόμενα αποσπάσματα αναφέρονται στις αναλογίες των ριζωμάτων σε διάφορα σύνθετα σώματα: το απόσπασμα 96, που αναφέρει ότι το οστό αποτελείται από φωτιά, νερό και αέρα σε αναλογία 4:2:2· και το απόσπασμα 98, που ορίζει ότι το αίμα και τα διάφορα είδη της σάρκας συντίθενται από τα τέσσερα ριζώματα σε ίσες αναλογίες, πράγμα που αιτιολογείται από το γεγονός ότι το αίμα είναι η έδρα της γνωστικής λειτουργίας και αντιλαμβάνεται τα στοιχεία με βάση την αρχή «τῷ ὁμοίῳ τό ὅμοιον». Ακόμη και αν λάβει κανείς υπ’ όψιν την αποσπασματικότητα των πηγών μας, φαίνεται ότι ο Εμπεδοκλής διατύπωσε συγκεκριμένες αποφάνσεις για τη σύνθεση ελάχιστων μόνον ουσιών και είναι σαφές ότι δεν επιδίωξε να προχωρήσει περισσότερο πραγματοποιώντας δοκιμές σε διάφορες ουσίες με σκοπό να προσδιορίσει τη σύστασή τους. Έχοντας αντιληφθεί ότι μια τεράστια ποικιλία ουσιών μπορούσε θεωρητικά να εξηγηθεί με την υπόθεση ότι τα ριζώματα συνδυάζονται σε διαφορετικές αναλογίες, αρκέστηκε σε αυτό και δεν καλλιέργησε καθόλου την ιδέα της περαιτέρω διερεύνησης του προβλήματος στο πλαίσιο ενός προγράμματος εμπειρικών ερευνών. Παρά ταύτα, η βασική συμβολή της ιδέας του στη θεωρία της χημείας παραμένει αδιαμφισβήτητη. Ο νόμος των σταθερών αναλογιών ορίζει ότι οι χημικές ενώσεις περιέχουν τα συστατικά τους σε καθορισμένες και σταθερές κατά βάρος αναλογίες, αλλά πολύ πριν από την πειραματική τεκμηρίωση του νόμου σε αυτήν τη μορφή, ο Εμπεδοκλής έφτασε κατά συμπερασμόν σε μια παρεμφερή γενική αρχή.
 
Την ίδια περίπου εποχή με τον Εμπεδοκλή, ένας φιλόσοφος με πολύ διαφορετικό προσανατολισμό, ο Αναξαγόρας ο Κλαζομένιος, αντέτεινε μια άλλη λύση στην παρμενίδεια άρνηση της μεταβολής. Ενώ ο Εμπεδοκλής, όπως και ο ίδιος ο Παρμενίδης, καταγόταν από τις δυτικές παρυφές του ελληνικού κόσμου, ο Αναξαγόρας γεννήθηκε στην Ιωνία και έζησε για πολλά χρόνια στην Αθήνα ως φίλος και δάσκαλος του Περικλή· ενώ οι δύο πρώτοι έγραψαν σε έμμετρο λόγο, ο Αναξαγόρας έμεινε πιστός στην ιωνική παράδοση, που είχαν καθιερώσει οι Αναξίμανδρος, Αναξιμένης και Ηράκλειτος, και επέλεξε να εκφραστεί σε πεζό λόγο. Και αν ο Εμπεδοκλής δεν συνέθεσε μόνον ένα πόνημα περί φύσεως αλλά και ένα θρησκευτικό ποίημα με έντονες επιδράσεις από την πυθαγόρεια διδασκαλία, τα ενδιαφέροντα του Αναξαγόρα εστιάζονταν αποκλειστικά στη φυσική φιλοσοφία- μάλιστα, ο φιλόσοφος διώχθηκε από τους Αθηναίους με την κατηγορία της ασέβειας, παρ’ όλο που οι ενάγοντες κινήθηκαν εν μέρει, αν όχι κυρίως, με απώτερο σκοπό τον πολιτικό στιγματισμό του Περικλή μέσω του Αναξαγόρα. Το ερώτημα αν ο ένας φιλόσοφος γνώριζε την ύπαρξη του άλλου παραμένει αναπάντητο. Αλλά, ανεξάρτητα από αυτό, και παρά τις εμφανέστατες διαφορές στην ιδιοσυγκρασία τους, οι απαντήσεις των δύο ανδρών στην πρόκληση της παρμενίδειας φιλοσοφίας παρουσιάζουν μεγάλες ομοιότητες.
 
Όπως και ο Εμπεδοκλής, ο Αναξαγόρας ασχολήθηκε με το πρόβλημα των θεμελίων της γνώσης. Στο απόσπασμα 21 επαναλαμβάνει την αντίληψη περί ανεπάρκειας της αισθητηριακής αντίληψης, η οποία αποτελεί πλέον κοινό τόπο, αλλά το απόσπασμα 21a είναι πιο σημαντικό και πρωτότυπο, καθώς εδώ ο Αναξαγόρας διατυπώνει την αρχή ότι τα «φαινόμενα» αποτελούν την εξωτερική όψη των «αδήλων» - δηλαδή ότι η μαρτυρία των αισθήσεων αποτελεί τη βάση για εξαγωγή συμπερασμάτων σχετικά με αυτό που δεν είναι άμεσα παρατηρήσιμο. Συνεπώς, συμπλέοντας και πάλι με τον Εμπεδοκλή, ο Αναξαγόρας έλυσε το κύριο πρόβλημα της παρμενίδειας σκέψης απορρίπτοντας μεν τη μοναδικότητα του όντος, αλλά συμφωνώντας με την αρχή ότι τίποτε δεν μπορεί να προέλθει από το μη όν. Στο απόσπασμα 17 υποστηρίζει ότι τίποτε δεν γίνεται από το τίποτε ούτε χάνεται ολοσχερώς, αλλά δημιουργείται με ανάμιξη ή διαχωρισμό από πράγματα που υπάρχουν. Αυτή ήταν, όπως είδαμε πιο πάνω, και η θέση του Εμπεδοκλή: ωστόσο, εκείνο που εννοούσε ο Αναξαγόρας λέγοντας «πράγματα που υπάρχουν» διαφέρει αρκετά από αυτό που θα σήμαινε η ίδια φράση για τον Εμπεδοκλή. Για τον τελευταίο tu υπάρχοντα πράγματα που αναμιγνύονται και διαχωρίζονται είναι τα τέσσερα ριζώματα, ενώ για τον Αναξαγόρα είναι όλες οι φυσικές ουσίες· και ως τέτοιες ορίζονται όχι μόνο πράγματα, όπως είναι το τρίχωμα και η σάρκα ή ο χρυσός και η πέτρα, αλλά και τα ζεύγη αντιθέτων - το «θερμόν», το «ψυχρόν», το «ὑγρόν», το «ξηρόν» κ.ο.κ.- που τα αντιλαμβανόταν μάλλον ως υλικές οντότητες παρά ως απλές ποιότητες.
 
Ένα από τα προβλήματα που κίνησε ιδιαίτερα την προσοχή του ήταν αυτό της θρέψης και της ανάπτυξης. Ο Αριστοτέλης αναφέρει ότι ο Αναξαγόρας είχε την απορία πώς μπορεί να δημιουργείται. π.χ.. το αίμα και η σάρκα και σε μία από τις μεταγενέστερες πηγές μας περιλαμβάνεται μια αυτολεξεί, όπως αφήνεται να εννοηθεί, μαρτυρία (απόσπασμα 10): «Πώς θα ήταν δυνατόν από κάτι που δεν είναι τρίχα να γίνει τρίχα και από κάτι που δεν είναι σάρκα να γίνει σάρκα;». Έπεται ότι η «τρίχα», η «σάρκα» κ.ο.κ. πρέπει να υπάρχουν ήδη με κάποια μορφή στην τροφή μας. Βάσει του ίδιου επιχειρήματος, το ξύλο, τα φύλλα και τα διάφορα είδη καρπών πρέπει να προϋπάρχουν στη γη και στο νερό, που αποτελούν την τροφή των φυτών. Πράγματι, ο Αναξαγόρας διατυπώνει τη συγκεκριμένη αρχή στη γενικότερη δυνατή μορφή της: «ἐν παντι παντός μοῖρα ἔνεστι, «στο καθετί ενυπάρχει μερίδιο από το καθετί»*. Και εφόσον η τρίχα, π.χ., δεν μπορεί να προέλθει από κάτι που δεν είναι τρίχα, είναι σαφές ότι η τρίχα, η σάρκα κ.ο.κ. πρέπει να υπήρχαν ανέκαθεν, στο πρωταρχικό μείγμα όλων των πραγμάτων.
 
Στην αρχή, σύμφωνα με τον Αναξαγόρα (απόσπασμα 1), «ὁμοῦ πάντα χρή­ματα ἦν», «τα πράγματα ήταν όλα μαζί». Και τώρα επίσης «πάντα παντός μοῖραν μετέχειν», «το καθετί συμμετέχει με μερίδιο στο καθετί». Ο χρυσός είναι κυρίως χρυσός, αλλά εμπεριέχει σε μικρή αναλογία και όλες τις άλλες ουσίες. Αυτό που φαίνεται ως σιτάρι περιέχει όχι μόνο σάρκα, οστό, αίμα, αλλά και χρυσό, σίδηρο, πέτρα και όλες τις άλλες φυσικές ουσίες. Κατά την πέψη του σιταριού, μέρος της σάρκας, του οστού και του αίματος που ενυπάρχει σε αυτό διαχωρίζεται και ενώνεται με τη σάρκα, τα οστά και το αίμα στο σώμα μας· ωστόσο, αυτή η διεργασία διαχωρισμού δεν ολοκληρώνεται ποτέ, καθώς πάντοτε παραμένει στο καθετί ένα μέρος από το καθετί.
 
Ενώ ο Εμπεδοκλής υποστήριζε ότι τέσσερα στοιχεία αρκούν για να περι- γράψουν όλες τις γνωστές ουσίες, βάσει της θεωρίας ότι τα τέσσερα ριζώματα συνδυάζονται σε διαφορετικές αναλογίες για να σχηματίσουν τις διάφορες ουσίες, η ουσία της συλλογιστικής του Αναξαγόρα είναι ότι δεν υπάρχουν φυσικές ουσίες περισσότερο ή λιγότερο στοιχειακές - με την έννοια της απλότητας. Όλες οι φυσικές ουσίες προϋπήρχαν στο πρωταρχικό μείγμα, όπου όλα ήταν ένα: και όλες οι φυσικές ουσίες υπάρχουν σήμερα σε κάθε αντικείμενο που μας περιβάλλει. Ασφαλώς, η θεωρία αυτή φαίνεται τελείως ασύμβατη με την αρχή της οικονομίας· και είναι πράγματι έτσι, αφού ο Αναξαγόρας υποστήριζε ότι σε κάθε δεδομένο αντικείμενο και στον κόσμο συνολικά ενυπάρχει άπειρος αριθμός ουσιών. Αλλά. από μια άλλη άποψη, η θεωρία είναι, αντίθετα, άκρως οικονομική, όσον αφορά τον αριθμό των παρούυχ/ον που υιοθετεί. Αποτελεί μια προσπάθεια επίλυσης ενός μεγάλου φάσματος προβλημάτων που σχετίζονται με τη μεταβολή, χρησιμοποιώντας την απλή αρχή «στο καθετί ενυπάρχει μερίδιο από το καθετί».
 
Τόσο ο Εμπεδοκλής όσο και ο Αναξαγόρας διατύπωσαν ευφυείς και πρωτότυπες φυσικές θεωρίες. Αλλά αυτό που έμελλε να αποκτήσει τη μεγαλύτερη φήμη και να έχει την πιο καθοριστική επίδραση από τα συστήματα τού 5ου π.Χ. αιώνα είναι η ατομική θεωρία που διατύπωσε ο Λεύκιππος ο Μιλήσιος και κατόπιν επεξεργάστηκε ο Δημόκριτος ο Αβδηρίτης. Η θεωρία αυτή ορθώς θεωρείται κορύφωση του προσωκρατικού στοχασμού. Ωστόσο, η προσπάθεια σωστής αξιολόγησής της έχει καταστεί δυσχερέστερη, λόγω της τάσης εξομοίωσης του αρχαίου ελληνικού ατομισμού με σύγχρονες θεωρίες που φέρουν την ίδια ονομασία, παρά τις θεμελιώδεις διαφορές τόσο στο καθαυτό περιεχόμενο των θεωριών όσο και στη βάση επί της οποίας διατυπώθηκαν. Η θεωρία του Dalton, π.χ., διαφοροποιείται από τον ελληνικό ατομισμό καθώς δέχεται την ύπαρξη διαφόρων στοιχειακών ουσιών, ενώ, μετά την ανάλυση και διάσπαση του ατόμου, η σύγχρονη «ατομική» θεωρία δεν είναι πλέον διόλου ατομική, αν σκεφθεί κανείς ότι η λέξη «ἄτομον» σημαίνει αδιαίρετο.
 
Το βασικό αξίωμα του αρχαίου ελληνικού ατομισμού στην πρώτη του μορφή του 5ου π.Χ. αιώνα ήταν ότι μόνον τα άτομα και το κενό είναι πραγματικά. Όλες οι διαφορές μεταξύ των φυσικών' αντικειμένων, τόσο οι ποιοτικές διαφορές όσο και αυτές που θεωρούμε διαφορές ουσίας, εξηγούνταν ως διαφοροποιήσεις στο σχήμα, στη διάταξη και στη θέση των ατόμων. Τα παραδείγματα που παραθέτει ο Αριστοτέλης για να διευκρινίσει αυτούς τους τρεις τρόπους διαφοράς μεταξύ των ατόμων είναι Α και Ν (σχήμα), ΑΝ και ΝΑ (διάταξη) και Ι και Η (θέση).
 
Τα άτομα είναι άπειρα σε αριθμό και διασκορπισμένα μέσα σε ένα άπειρο κενό. Βρίσκονται σε διαρκή κίνηση και η κίνησή τους αυτή προκαλεί συνεχείς συγκρούσεις μεταξύ τους. Το αποτέλεσμα των συγκρούσεων είναι διπλό: μερικές φορές τα άτομα απλώς αναπηδούν το ένα πάνω στο άλλο και άλλοτε, όταν τα συγκρουόμενα άτομα αγκιστρώνονται ή εμπλέκονται ή συνδέονται με άλλο τρόπο, ανάλογα με τα σχήματά τους, συνενώνονται σχηματίζοντας σύνθετα σώματα. Συνεπώς, κάθε μεταβολή ερμηνεύεται με βάση τον συνδυασμό και τον διαχωρισμό των ατόμων. Τα σύνθετα σώματα που σχηματίζονται με τον τρόπο αυτό έχουν διάφορες αισθητές ιδιότητες -χρώμα, γεύση, θερμοκρασία κ.ο.κ.-, αλλά τα ίδια τα άτομα παραμένουν αναλλοίωτα στην ουσία τους.
 
Η θεωρία αυτή, όπως και τα άλλα συστήματα που έχουμε εξετάσει, αναπτύχτηκε ως απάντηση στο πρόβλημα που είχε θέσει ο Παρμενίδης και οι λοιποί Ελεάτες. Πράγματι, υιοθετώντας μία και μόνη στοιχειακή ουσία, ο Λεύκιππος παρέμεινε πιο κοντά στην παρμενίδεια διδασκαλία από ό, τι ο Εμπεδοκλής και ο Αναξαγόρας. Όπως το ένα αμετάβλητο ον της οδού της Αλήθειας, έτσι και κάθε μεμονωμένο άτομο είναι αγέννητο και άφθαρτο, αναλλοίωτο, ομοιογενές, συμπαγές και αδιαίρετο. Μπορούμε να πούμε ότι ο Λεύκιππος όρισε ένα άπειρο πλήθος από ελεατικά «Όντα»· ενδέχεται μάλιστα να επηρεάστηκε άμεσα από ένα επιχείρημα που είχε διατυπώσει ο Μέλισσος προσπαθώντας να αποδείξει ότι «αν δηλαδή υπήρχαν πολλά, πρέπει αυτά να είναι τέτοια όπως εγώ λέω ότι είναι το ένα» (απόσπασμα 8): παρ' όλο που ο Μέλισσος επιδίωκε προφανώς με το επιχείρημά του να καταδείξει τον παραλογισμό της έννοιας της πολλαπλότητας, ο Λεύκιππος πίστευε ότι ορίζοντας απλώς ένα πλήθος αντικειμένων σαν το ελεατικό «Ον» έλυνε το πρόβλημα της μεταβολής. Ο Λεύκιππος συμφωνούσε επίσης με τους Ελεάτες ότι η κίνηση είναι αδύνατη χωρίς την ύπαρξη του κενού. Αλλά, ενώ οι Ελεάτες αρνούνταν την ύπαρξη του κενού, ο Λεύκιππος υποστήριζε ότι πρέπει να θεωρηθεί πραγματικό όχι μόνο το «ον» -τα άτομα- αλλά και το «μη ον» - το κενό. Αυτό ήταν το αποφασιστικό βήμα με το οποίο επανέφερε τόσο την πολλαπλότητα όσο και τη μεταβολή. Το κενό είναι αυτό που χωρίζει τα άτομα και αυτό μέσα στο οποίο κινούνται.
 
Τα κύρια χαρακτηριστικά της θεωρίας των ατομικών που αναπτύχθηκε ως αντίπαλο δέος προς τους Ελεάτες είναι σαφή. Αλλά πόσο προχώρησαν ο Λεύκιππος ή ο Δημόκριτος στην επεξεργασία της θεωρίας τους ή στη λεπτομερή εφαρμογή της; Και εδώ πρέπει να ληφθεί υπ’ όψιν η αποσπασματικότητα των πληροφοριών μας, πολλές από τις οποίες προέρχονται από πηγές εχθρικά δια- κείμενες προς τον ατομισμό. Φαίνεται πάντως ότι οι ατομικοί, πρώτον, δεν κατόρθωσαν να επιλύσουν ορισμένα εννοιολογικά προβλήματα της θεωρίας τους και, δεύτερον, δεν επιδίωξαν επίμονα την εφαρμογή της στην εξήγηση συγκεκριμένων φαινομένων.
 
Δεν είναι σαφές, π.χ., αν θεωρούσαν τα άτομα μαθηματικώς, όπως και φυσικώς, αδιαίρετα. Ασφαλώς, τα άτομα θεωρούνταν αδιαίρετα από φυσική άποψη, αλλά οι ατομικοί πίστευαν επίσης ότι είναι λογικώς ή μαθηματικώς αδιαίρετα, ότι δηλαδή δεν αποτελούνταν από μέρη; Δεν μπορούμε να είμαστε βέβαιοι για την απάντηση στο ερώτημα αυτό, αλλά ορισμένα χωρία του Αριστοτέλη (π.χ. Περί γενέσεως καί φθοράς, 315b 28 κ. εξ.) φαίνεται να υποδηλώνουν ότι δεν γινόταν διάκριση ανάμεσα στα όρια της φυσικής και στα όρια της μαθηματικής διαιρετότητας. Με την επιφύλαξη μιας ενδεχόμενης καταφανούς παρανόησης από την πλευρά του Αριστοτέλη, δεν φαίνεται να είχαν αντιληφθεί ότι αν τα άτομα είχαν διάφορα σχήματα, αυτό συνεπαγόταν ότι αποτελούνται από μέρη και, συνεπώς, ότι έπρεπε να θεωρούνται μαθηματικώς διαιρετά.
 
Ορισμένες από τις πηγές μας αναφέρουν επίσης ότι η ποικιλία στα σχήματα και στα μεγέθη των ατόμων είναι άπειρη. Οι αντίπαλοι του ατομισμού αξιοποίησαν την παραδοχή αυτή για να προβάλουν αντιρρήσεις κατά της θεωρίας, π.χ. τον παραλογισμό της ύπαρξης ενός ατόμου με μέγεθος όσο και ο κόσμος. Αλλά ενώ είναι βέβαιο ότι ο Λεύκιππος και ο Δημόκριτος θα διαφωνούσαν με ένα τέτοιο συμπέρασμα, δεν μπορούμε να είμαστε βέβαιοι με τί επιχειρήματα θα το αντέκρουαν ούτε αν είχαν καν συλλάβει τη δυσκολία αυτή.
 
Ο Λεύκιππος ήταν αναμφισβήτητα ο θεμελιωτής της ατομικής θεωρίας, αλλά υπάρχουν ελάχιστες ενδείξεις ότι επιχείρησε να εφαρμόσει λεπτομερώς τη διδασκαλία του για την εξήγηση φυσικών φαινομένων. Η στάση του φαίνεται να είναι παρεμφερής με τη θέση του Εμπεδοκλή, ο οποίος, όταν αντιλήφθηκε πόσο μεγάλη ποικιλία ενώσεων μπορούσε θεωρητικά να εξηγηθεί μέσω της θεωρίας των ριζωμάτων, διατύπωσε λίγες μόνο συγκεκριμένες νύξεις σχετικά με τη σύσταση ορισμένων ουσιών. Αντίθετα, τα ενδιαφέροντα του Δημοκρίτου ήταν ευρύτατα. Αν και δεν σώζονται παρά ελάχιστα αποσπάσματα του έργου του, οι τίτλοι των συγγραμμάτων του είναι ενδεικτικοί του εύρους των ερευνούν του: εκτός από τη φυσική και την κοσμολογία, ασχολήθηκε με την αστρονομία, τη ζωολογία, τη βοτανική και την ιατρική, ενώ συνέγραψε πραγματείες για μια σειρά τεχνικών θεμάτων, όπως είναι η γεωργία, η ζωγραφική και ο πόλεμος. Επίσης εφάρμοσε λεπτομερώς την ατομική θεωρία σε έναν τουλάχιστον τομέα. Πρόκειται για τη θεωρία των αισθητών ιδιοτήτων.
 
Στη γνωσιολογία του περιγράφει τη γνώση που δίδουν οι αισθήσεις ως «νόθα» γνώση, σε αντιδιαστολή με τη «γνήσια» γνώση της νόησης, αν και δέχεται ότι ο νους αντλεί τα δεδομένα του από τις αισθήσεις. Αυτό που αντιλαμβάνονται οι αισθήσεις είναι οι δευτερεύουσες ιδιότητες, που οφείλονται στις διαφορές στα σχήματα, στα μεγέθη και στις διατάξεις των ατόμων, αλλά τα άτομα και το κενό είναι η μόνη πραγματικότητα, ενώ οι δευτερεύουσες αυτές ιδιότητες υπάρχουν μόνο «κατά σύμβαση». Ο Δημόκριτος δεν αρκέστηκε στη διατύπωση του γενικού δόγματος, αλλά ανέπτυξε λεπτομερείς επιμέρους θεωρίες - που αναφέρονται και υποβάλλονται σε εκτενή έλεγχο από τον Θεόφραστο στο Περί αισθήσεων- στις οποίες συσχετίζει συγκεκριμένες γεύσεις, χρώματα, οσμές κ.λπ. με συγκεκριμένες διατάξεις των ατόμων. Έτσι, μια όξινη γεύση αποτελείται από γωνιώδη, μικρά, λεπτά άτομα, ενώ μια γλυκιά γεύση από στρογγυλά, μέτρια σε μέγεθος άτομα. Επίσης συνέδεσε αυτά που θεωρούσε ως τα τέσσερα βασικά χρώματα, δηλαδή το μαύρο, το λευκό, το ερυθρό και το κίτρινο, με ορισμένα σχήματα και διατάξεις των ατόμων, ερμηνεύοντας τα υπόλοιπα χρώματα ως συνδυασμούς των τεσσάρων αυτών χρωμάτων. Πρόκειται για την πρώτη απόπειρα να δοθεί μια λεπτομερής εξήγηση της φυσικής βάσης της αίσθησης. Μπορεί, ωστόσο, να παρατηρήσει κανείς ότι, παρά τον ιδιοφυή χαρακτήρα της ατομικής θεωρίας, όταν κλήθηκε να την εφαρμόσει σε συγκεκριμένες περιπτώσεις, ο Δημόκριτος κατέφυγε σε αρκετά προφανείς φυσικές αναλογίες, συσχετίζοντας π.χ. τις «δριμείες» γεύσεις με σχήματα που φέρουν «οξείες» γωνίες.
 
Εν γένει, το βασικό πρόβλημα που απασχόλησε τους ύστερους προσωκρατικούς φιλοσόφους ήταν το πρόβλημα της μεταβολής. Είναι αλήθεια ότι οι στοχαστές αυτοί επιχείρησαν να εξηγήσουν πολλά διαφορετικά φαινόμενα στη μετεωρολογία, στη γεωλογία, στη φυσιολογία, στην εμβρυολογία και σε άλλους τομείς. Έτσι, προβλήματα όπως, π.χ., το γιατί η θάλασσα είναι αλμυρή ή γιατί ο Νείλος πλημμυρίζει εξετάσθηκαν εκτενώς στη διάρκεια του 5ου π.Χ. αιώνα. Ο Εμπεδοκλής ήταν ένας από εκείνους που προσπάθησαν να περιγράφουν τη λειτουργία της αναπνοής παρομοιάζοντας τον τρόπο με τον οποίο η αναπνοή εισέρχεται και εξέρχεται από το σώμα με την κλεψύδρα, ένα όργανο μέτρησης του χρόνου που είχε μορφή δοχείου γεμάτου με νερό, ενώ αρκετοί στοχαστές ασχολήθηκαν με το αίτιο της διαφοροποίησης του φύλου στο έμβρυο.
 
Πάντως, το κεντρικό πρόβλημα που απασχόλησε τη φυσική φιλοσοφία ήταν η φύση της γένεσης και της φθοράς, ένα ζήτημα γενικού χαρακτήρα. Οι απαντήσεις που δόθηκαν ήταν μια σειρά φυσικών θεωριών, δηλαδή περιγραφών για τα έσχατα συστατικά της ύλης. Αλλά το πρόβλημα ήταν κατ’ αρχήν φιλοσοφικής τάξης, τέθηκε μάλιστα στην πιο επιτακτική του μορφή με την άρνηση του Παρμενίδη να δεχθεί κάθε δυνατότητα μεταβολής· και όλοι οι διανοητές του 5ου π.Χ. αιώνα εκτιμούσαν ότι για να δοθεί απάντηση στο παρμενίδειο πρόβλημα έπρεπε επίσης να αντιμετωπιστεί το πρόβλημα των θεμελίων της γνώσης. Πράγματι, τον 5ο π.Χ. αιώνα η φυσική ήταν άρρηκτα συνδεδεμένη με τη γνωσιολογία. Ο Εμπεδοκλής, ο Αναξαγόρας, ο Λεύκιππος και ο Δημόκριτος ασχολούνταν, κατά κύριο λόγο, όχι με ερευνητικά προγράμματα αλλά με πολύ αφηρημένες μελέτες στις οποίες εκείνο που είχε σημασία δεν ήταν τα εμπειρικά δεδομένα που μπορούσε να επικαλεστεί κανείς προς επίρρωση μιας θεωρίας, αλλά η οικονομία και η λογική συνέπεια των επιχειρημάτων στα οποία βασιζόταν η θεωρία αυτή.
 -------------
* . Γκίκας, Σωκράτης. Ευαγγέλου, Ιάσων, Προσωκρατικοί φιλόσοφοι, Αποσπάσματα (εισαγωγή-κείμενο-μετάφραση-σχόλια), Σαββάλας, Αθήνα 1995. Από την ίδια έκδοση προέρχονται και οι λοιπές μεταφράσεις αποσπασμάτων των Προσωκρατικών. εκτός εάν υπάρχει διαφορετική ένδειξη.
 
[1] Ενώ οι Μιλήσιοι Αναξίμανδρος και Αναξιμένης, ο Εφέσιος Ηράκλειτος και οι περισσότεροι ύστεροι Προσωκρατικοί επέλεξαν τον πεζό λόγο ως μέσο έκφρασης - ο Αναξίμανδρος υπήρξε όχι μόνον ο πρώτος φιλόσοφος συγγραφέας, αλλά ίσως και ο πρώτος Έλληνας συγγραφέας γενικώς -, τρεις σημαντικοί προσωκρατικοί διανοητές, ο Ξενοφάνης, ο Παρμενίδης και ο Εμπεδοκλής, έγραψαν σε έμμετρο λόγο. Τόσο ο Παρμενίδης (απόσπασμα 1) όσο και ο Εμπεδοκλής (απόσπασμα 3) υποστήριξαν ότι η φιλοσοφία τους είχε θεία έμπνευση και θα ήταν παράτολμο να θεωρήσουμε ότι οι δηλώσεις αυτές είχαν συμβατικό και μόνο χαρακτήρα.
 
* Η απόδοση του αποσπάσματος προέρχεται από το: Βαμβακάς, Κωνσταντίνος I., Οι θεμελιωτές της δυτικής σκέψης, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο 2001.
 
* Βαμβακάς, Κωνσταντίνος I., Οι θεμελιωτές της δυτικής σκέψης, όπ.π.

Υπάρχει έλλειψη αυτο-πεποίθησης;

Αποτέλεσμα εικόνας για Υπάρχει έλλειψη αυτοπεποίθησης;Κάποιες φορές οι ίδιες οι λέξεις μας κοιτάνε στα μάτια φανερώνοντας το πραγματικό τους νόημα αλλά εμείς αδυνατούμε να τις δούμε για αυτό που είναι. Δίνουμε σε αυτές τη δική μας υποκειμενική ερμηνεία, προσπερνώντας τις, χάνοντας την ευκαιρία της παρατήρησης και της μάθησης.

Η μάθηση πάντα υπονοεί αλλαγή. Η «δυσλεξία» (η λέξη εξυπηρετεί άλλους σκοπούς ενώ δεν υφίσταται δυσλειτουργία) με βοηθά να μη θεωρώ σχεδόν τίποτα δεδομένο αλλά να θέλω να βρίσκω νόημα, μέσα στο πλαίσιο στο οποίο βρίσκεται κάτι και όχι ανεξάρτητα από αυτό. Μια τέτοια λέξη, στην οποία έχουμε αποδώσει λανθασμένο νόημα, είναι η «αυτοπεποίθηση».

Η ερμηνεία που δίνει το Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας είναι: το να εμπιστεύεται κανείς τον εαυτό του – η άνεση, η σιγουριά που εκπέμπουν οι κινήσεις αυτού που έχει αυτοπεποίθηση. Συνεπώς, συνηθίζουμε να μιλάμε για «έλλειψη αυτοπεποίθησης» όταν κάποιος δεν εμπιστεύεται τον εαυτό του. Αν τολμήσουμε τη σύνθεση πληροφοριών, βλέπουμε πιο κάτω, στο ίδιο λεξικό, την ερμηνεία της λέξης «πεποίθηση», το δεύτερο συνθετικό της λέξης «αυτο-πεποίθηση»: απόλυτη βεβαιότητα ότι αυτό που πιστεύει ή ισχυρίζεται κανείς, ισχύει πραγματικά (πείθω, πίστη).

Η πεποίθηση για τον εαυτό δεν είναι τίποτα άλλο από το σύνολο των πεποιθήσεων (ιδέες, ισχυρισμοί) που έχει αποδώσει κάποιος στον εαυτό του και αντιλαμβάνεται ως πραγματικές. Μια πεποίθηση μπορεί να είναι αρνητική ή θετική, παρόλα αυτά παραμένει αληθινή για το άτομο που την πιστεύει. Επομένως, είναι αυθαίρετη η θετική έννοια της λέξης «αυτο-πεποίθηση».

Ας τολμήσουμε όμως να σκεφτούμε για λίγο έξω από τα όρια. Οι πεποιθήσεις υπάρχουν όταν απουσιάζει η γνώση. Τις έχουμε ανάγκη – ενόσω δεν υπάρχει βιωματική γνώση – για να μας βοηθάνε να σκεφτόμαστε, να ξεχωρίζουμε και να επιλέγουμε σωστά. Το ξεχνάμε όμως αυτό (ότι είναι προσωρινές κατακτήσεις) και υποθέτουμε ότι οι πεποιθήσεις είναι δεδομένα, αλήθειες, που δεν αλλάζουν. Υποκαθιστούμε - συνειδητά και ασυνείδητα - τη γνώση με πεποίθηση, ενώ στην πραγματικότητα καμία σχέση δεν έχουν μεταξύ τους.

Οι πεποιθήσεις ουσιαστικά περιορίζουν και εμποδίζουν τη γνώση, καθώς παρουσιάζουν κάποια συγκεκριμένη θέαση που αποκλείει τη σύνθεση και την ολότητα. Αυτό-πεποίθηση έχουμε ΟΛΟΙ οι άνθρωποι και στηρίζεται στα πιστεύω του καθενός για τον εαυτό του, είτε αρνητικά, είτε θετικά. Όλοι εμπιστευόμαστε (εν-πίστη) δε αυτές τις ιδέες μας, με την έννοια ότι επενδύουμε σε αυτές (τις ισχυριζόμενες πραγματικότητες) τη δυναμικότητα του ψυχισμού μας. Έχουμε τη βεβαιότητα ότι αυτές οι πεποιθήσεις ισχύουν και μας ορίζουν, ανεξάρτητα αν μας αρέσουν ή όχι.

Ακόμα και όταν προσπαθούμε να αλλάξουμε μια πεποίθηση που δεν μας αρέσει, την έχουμε αρχικά αναγνωρίσει ως πραγματική. Η αυτο-πεποίθηση είναι κάτι σαν την ταυτότητα, ο τρόπος με τον οποίο ορίζουμε τον εαυτό μας. Κάποιος μπορεί να πιστεύει ότι ο εαυτός του είναι χοντρός, άσχημος, δειλός, αναποφάσιστος, αναβλητικός κ.ο.κ. και αυτός είναι ο τρόπος που βλέπει και ορίζει τον εαυτό του και τους άλλους μέσα από τον εαυτό του. Κάποιος άλλος αντίστοιχα, μπορεί να πιστεύει ότι είναι όμορφος, αποφασιστικός, πνευματικός, σωστός κ.ο.κ. και αυτό αποτελεί τη δική του αλήθεια μέσα από την οποία αυτό-ορίζεται και ορίζει τους γύρω του. Οι περισσότεροι κινούμαστε κάπου ανάμεσα, συμπεριλαμβάνοντας κάποια αρνητικά και κάποια θετικά στοιχεία για τον εαυτό μας.

Προφανώς, σε καμία περίπτωση δεν μιλάμε για έλλειψη αυτό-πεποίθησης αφού όλοι έχουμε κάποια συγκεκριμένη ιδέα για τον εαυτό μας. Πιο σωστή θα ήταν η έκφραση «θετική αυτοπεποίθηση» ή «αρνητική αυτοπεποίθηση». Δεν είναι μια απλή παράληψη λέξης αλλά μια εντελώς διαφορετική αντίληψη και κοσμοθεωρία. Επιπλέον, ο δυισμός που χαραχτηρίζει αυτή τη διάσταση δηλώνει ότι τα αντίθετα συνυπάρχουν αναλογικά σε κάθε περίπτωση: ο θάνατος συνυπάρχει με τη γέννηση, το φως ενυπάρχει στο σκοτάδι, το σωστό είναι η άλλη όψη του λάθους κ.λ.π. Η αντίληψη περιορίζεται από τη θέαση στην οποία επιλέγουμε να εστιαζόμαστε κάθε φορά. Η υποκειμενική εστίαση δεν αλλάζει την πραγματικότητα που είναι ουδέτερη, απλά περιορίζει τη δική μας θέαση.

Μέσα από το πρίσμα του δυισμού, όσο διευρυμένη και αν είναι η θέαση, παραμένει αντίληψη και όχι γνώση. Αν η αυτό-πεποίθηση είναι θετική, αγωνιούμε να τη διατηρήσουμε (γιατί μέσα μας συνυπάρχουν τα αντίθετα). Αν έχουμε αρνητική αυτο-πεποίθηση αγωνιούμε να την αλλάξουμε. Και οι δυο λειτουργίες, παραμένουν φοβικές, δύσκολες και πρόσκαιρες. Βασίζονται σε κινούμενα θεμέλια που κινδυνεύουν ν’ ανατραπούν ανά πάσα στιγμή.

Το δεύτερο συνθετικό της λέξης «αυτο-πεποίθηση» είναι το «αυτό» - ο εαυτός, που αντιλαμβανόμαστε μέσα από τη μορφή, τις σκέψεις, τα αισθήματα, τα βιώματα, τις αντιδράσεις και τις αλληλεπιδράσεις του στον κόσμο. Είναι σαφώς προσωρινός, φθαρτός, μεταλλάσσεται, γεννιέται και πεθαίνει. Όσο και αν επιδιώκουμε την ασφάλεια, τη σταθερότητα, τη γνώση, τη γαλήνη, δεν είναι ικανός να μας τα προσφέρει. Όσο και αν τον εμπιστευόμαστε, κάποιες φορές αποτυγχάνει, κάνει λάθη, νοιώθει χαμένος και ευάλωτος. Όση θετική αυτο-πεποίθηση και αν αποκτήσουμε, κάποιες φορές μας εκπλήσσει, πανικοβάλλεται, θυμώνει, αισθάνεται ενοχές, μετανιώνει, αδικεί, αδιαφορεί.

Τι εμπιστευόμαστε; Σε τι στηριζόμαστε; Μήπως ολόκληρος ο αγώνας του συστήματος για «απόκτηση θετικής αυτο-πεποίθησης» – εμπιστοσύνης στον εαυτό μας είναι ουσιαστικά άλλη μια ανάγκη ελέγχου, λόγω του πρωταρχικού φόβου που αισθάνεται το εγώ μπροστά στην αβεβαιότητα, το άγνωστο, την αλλαγή, το προσωρινό; Μήπως η προσπάθεια ελέγχου του εαυτού είναι η ύστατη προσπάθεια του ανθρώπου, μπροστά στην ανικανότητα να ελέγξει τη φύση, τη ζωή;

Αυτό που δεν θα σου πει ποτέ αυτό το μέρος του εαυτού σου που αντιλαμβάνεσαι και έχεις ονομάσει «εγώ» είναι ότι δεν είναι παρά ένα πολύ μικρό, φτιαχτό μέρος (η κατώτερη διάνοια) του άπειρου, δημιουργικού νου (της ανώτερης διάνοιας) που δεν περιορίζεται στον προσωρινό εαυτό σου και τα εγκεφαλικά του κύτταρα. Γιατί τότε, αναγκαστικά, θα πρέπει να του αφαιρέσεις την παντοδυναμία που τόσο απλόχερα και πρόθυμα του έχεις χαρίσει, είτε προσπαθείς να τον αλλάξεις, είτε αγωνίζεσαι να διατηρήσεις τα κεκτημένα του. Σε κάθε περίπτωση, «ο νους που έχει δημιουργήσει το πρόβλημα, δεν μπορεί και να το λύσει» (Αϊνστάιν). Κάθε προσπάθεια μέσα στο μάτριξ του εγώ, είναι προσπάθεια πλάνης, ψευδαίσθησης και υποδούλωσης του πραγματικού Εαυτού. Η μόνη α-λήθεια και ελευθερία βρίσκεται στην εν-θύμηση, όχι στις πεποιθήσεις, είτε είναι θετικές είτε αρνητικές.

Ο φόβος και ο Συνειδητός Εαυτός

Αποτέλεσμα εικόνας για Ο φόβος και ο Συνειδητός ΕαυτόςΟ φόβος είναι ένδειξη του πού χρειάζεται να κοιτάξεις. Δε φεύγει, αν δεν τολμήσεις να κοιτάξεις... Γιατί είναι ένδειξη, είναι σύμπτωμα. Δεν είναι εχθρός που πρέπει να πολεμήσεις.

Τα απομονωμένα και επιβλητικά εγώ, εμφανίζονται απειλητικά όταν παραμένουν ακυβέρνητα. Δεν μπορείς να κυβερνήσεις κάτι που φοβάσαι, χωρίς να του επιβληθείς. Μα τότε, ταυτόχρονα γίνεσαι και θύμα του. Σε εξουσιάζει ο ίδιος ο φόβος σου, που δεν κατάλαβες τη σημασία του. Πίστεψες πως είναι εναντίον σου, πως μπορεί να σε συνθλίψει.

Προχωρώντας στη ζωή σου, πιστεύεις σε κάποια στιγμή πως έχεις βρει τη "μαγική συνταγή", αυτό που σε βάζει "στην πορεία σου", που επιτέλους "απελευθερώνει το πνεύμα σου". Συνεχίζεις για ένα διάστημα να αισθάνεσαι σίγουρη και ευτυχής, έχοντας σταματήσει την αυτο-έρευνα, έχοντας αποκτήσει αυτοπεποίθηση, έχοντας προσωρινά γαληνέψει τον εσωτερικό μονόλογο.

Μέχρι που μια μέρα το αναπάντεχο σού ξαναχτυπά την πόρτα, πιο απειλητικό παρά ποτέ, γιατί πιστεύεις ότι "αυτό δεν θα έπρεπε να είχε συμβεί". Και αναπόφευκτα χάνεις τη γη κάτω από τα πόδια σου, βρίσκεσαι ξανά στην απελπισία και στο πουθενά. Σαν να έχουν ξεχαστεί όλα, να μην υπάρχει κάποιο εσωτερικό σύστημα πλοήγησης.Σαν να σε πρόδωσε ο ίδιος σου ο Εαυτός, η ζωή, όλα όσα έκανες, γνώρισες, εμπιστεύθηκες.

Μα δεν υπήρχε εσωτερικό σύστημα πλοήγησης καιρό τώρα. Μόνο που δεν ήσουν παρούσα για να το δεις. Ο εγωισμός εκδηλώνεται με πολλά πρόσωπα, κι αυτό δεν το είχες προβλέψει. Η γραμμική σκέψη δεν σε άφησε να το δεις.

Και τώρα είναι πιο δύσκολα. Πώς να επιστρέψεις σε μια "Α τάξη" την οποία ήσουν/είσαι σίγουρη πως έχεις προ πολλού περάσει; Πώς να βρεις τη διαύγεια και την ταπεινότητα να ξανα-μαθητεύσεις;

Έχεις ακούσει πως πρέπει να υπάρχεις στο "εδώ και τώρα", αλλά εσύ υπάρχεις στο φόβο και στο θυμό...έστω κι αν τον κρύβεις. Για ένα διάστημα πίστευες πως τα είχες καταφέρει....όσο τα πράγματα προσχωρούσαν κάπως ομαλά.  Μα τώρα ήρθε το αναπάντεχο και φαίνεται όλος ο κόσμος να βρίσκεται σε αναταραχή. Τι γίνεται;

Οι φοβίες ζουν στο σκοτάδι γιατί μαθαίνουμε να κρύβουμε το φόβο μας, να "ξεπερνάμε" το φόβο μας με τεχνάσματα, να εκλογικεύουμε το φόβο μας, να "μετατρέπουμε τις αρνητικές σκέψεις σε θετικές". Μαθαίνουμε πως ο φόβος είναι "ψέμα", πως είναι "ψευδαίσθηση", κι όμως.... να μου είναι αληθινός. Το αισθάνεσαι, σε κυριεύει, ακόμα κι όταν προσπαθείς να ξεχάσεις.

Φοβόμαστε να φοβόμαστε, αν και "δεν είμαστε" πια παιδιά.

Το σκοτάδι χρειάζεται φως (δηλαδή φανέρωση), μέχρι να συγχωνευτούν οι σκιές. Και είναι αδιάκοπη εργασία, είναι συνεχής παρουσία.

Μόνο ο συνειδητός ενήλικας που έπεται να γεννηθεί (γιατί δεν είναι "κληρονομικό δικαίωμα" ούτε αποτέλεσμα φυσικής γέννησης και ηλικιακής "ωρίμανσης"), μπορεί να υπάρξει στο εδώ και τώρα. Συνειδητοποιημένος και συγκεκριμένος, ισορροπώντας στο Κέντρο του, έχοντας πρόσβαση στη σοφία και αξιοποιώντας τη γνώση αντίστοιχα και ταυτόχρονα, στο παρόν του.

Είναι δηλαδή μια εντελώς διαφορετική πραγματικότητα/θέση από αυτήν που πλασάρεται μέσα από "έξι/δέκα/όσα εύκολα βήματα απελευθέρωσης/ανύψωσης". Απέχει δε πολύ από το να είναι κλειστή "μέθοδος", "διδασκαλία", "μύηση" ή ό,τι σχετικό, γιατί έχουμε ακόμα πολλά να μάθουμε, να αποκαλύψουμε, να δημιουργήσουμε.

Πάντα χρειάζονται δυο...

Αποτέλεσμα εικόνας για Πάντα χρειάζονται δυο...Πάντα χρειάζονται δυο...

Συχνά νομίζουμε και νοιώθουμε μόνοι. Δεν είμαστε ποτέ! Είμαστε μέρος και δημιουργοί αυτού του κόσμου, με διασυνδέσεις που μοιάζουν μαγικές, όμως δεν είναι. Είναι φυσιολογικές!

Σίγουρα δεν φαίνονται με το "γυμνό μάτι", όπως τα περισσότερα άλλωστε, στον επιφανειακό, υλικά εστιασμένο κόσμο μας...

Οι διασυνδέσεις υπάρχουν πέρα από τις συμβάσεις που δημιουργούμε, για να σκιάζουν τη θέασή μας. Ο μόνος λόγος που τις διατηρούμε είναι για να αποδεικνύουν την υφιστάμενη θέασή μας, η οποία είναι ανάγκη, πέρα από κάθε αλήθεια, που είναι πάντα πολύ πιο πολυσύνθετη και πολυεπίπεδη.

Κάποιος που μάς εγκατέλειψε, αναγκάζοντάς μας να αποκολληθούμε από τις ασφάλειές μας, κάποιος που μάς απέρριψε για να δούμε βαθύτερα τον εαυτό μας και την ουσία μας, το ίδιο μας το σώμα που ασθενεί προκαλώντας την προσοχή μας, κάποιος που μάς στήριξε, μάς έσωσε όταν κινδυνέψαμε να πνιγούμε, κάποιος πού μάς πίστεψε όταν χρειάστηκε να τολμήσουμε το επόμενο βήμα... Σε όλη μας τη ζωή, πάντα χρειάστηκαν δυο...ή και περισσότεροι... Η πραγματική έννοια του "μαζί"!

Χωρίς διαχωρισμούς, αυτοματοποιημένες ερμηνείες και κατάταξη, όλα μάς δείχνουν, όλα συνδέονται, για να μας προσφέρουν, για να μετατρέψουμε την άγνοια σε γνώση, σε σοφία. Με άλλα μάτια, που βλέπουν αλλιώς...

Ένα πληγωμένο ζώο, πάντα θα τρέχει, θα φυλάγεται, γλείφοντας τις πληγές του. Χωρίς όμως να συνειδητοποιεί πως οι πληγές γιατρεύτηκαν....δεν υπήρξαν πραγματικά ποτέ!
 
Η ζωή μας μπορεί να μετατραπεί σε εφιάλτη ή σε θαυμαστή αποκάλυψη, ανάλογα με την συνεχιζόμενη επίγνωση και διεύρυνση της συνείδησης...ή όχι. Κι αυτό, παραμένει ατομική επιλογή.
 
Πάντα είναι δυο....αλλά πρέπει να θέλουμε πολύ να το δούμε. Η αναπαραγωγή του δράματος είναι πολύ πιο ελκυστική, όσο κολυμπάμε σε νερά παρελθοντικής συνειδητότητας, που αναβιώνουμε αναλλοίωτη στο κάθε παρόν μας, με ασυνείδητη επιλογή, που δεν αναλαμβάνουμε συνειδητά. 
 
Εναλλακτικά, ξαναγράφουμε το παρελθόν μας, όχι αλλάζοντας τα βιώματά μας αλλά αλλάζοντας τις ερμηνείες μας, που διατηρούν τις υποτιθέμενες πληγές μας. 
 
Πάντα χρειάζονται δυο.... Όλοι όσοι χρειάζεται να ξαναδούμε, με καθαρή ματιά, κατεβάζοντας τους από εδώλια, απαλλάσσοντας τον εαυτό μας από κατηγορία, απελευθερώνοντας τη συνείδηση από βάρη που θεωρήσαμε πως οφείλουμε να κουβαλάμε, δημιουργώντας χρέη που δεν ξεπληρώνονται ποτέ. Σαν συνεχιζόμενοι μάρτυρες, θύματα, επιρρεπείς, δειλοί και φοβικοί.
 
Είναι μια εργασία άκρως απαραίτητη, αν θέλουμε να ζήσουμε, αν θέλουμε να εξαφανίσουμε τα αυτο-επιβαλλόμενα κλουβιά μας, αν θέλουμε η κάθε στιγμή μας να αξίζει, να έχει νόημα και να προσφέρει αληθινά.
 
Το δυσκολότερο επίτευγμά μας είναι να αφαιρέσουμε το "απέναντι" και να ακυρώσουμε τα εδώλια... απαλλάσσοντας τον εαυτό μας, ξυπνώντας το Πνεύμα μας, αναλαμβάνοντας την ευθύνη μας... Η αποδόμηση του φτιαχτού μας κόσμου φανερώνει την αλήθεια που αγνοούμε...μεγαλόπρεπα, ταπεινά, απλά!

Η αγάπη παρέχει εγγύηση... οι άνθρωποι προδίδουν

Η ΑΓΑΠΗ θα φόβιζε πολύ λιγότερο ορισμένους από εμάς αν συνοδευόταν από εγγυήσεις. Αλλά ούτε καν η ευλογία της κοινωνίας και ο νόμος δε μας τις προσφέρουν. Πάντα θα χρειάζεται να εμπιστευόμαστε την αγάπη.

Λίγοι από εμάς δεν έχουμε νιώσει τον πόνο και τη θλίψη που προκαλεί η προδομένη αγάπη. Οι εμπειρίες αυτές μας κάνουν συχνά σκληρούς και μνησίκακους.

Φυσικά, υπεύθυνη για τη δυστυχία μας θεωρούμε την αγάπη. Αγνοούμε το γεγονός ότι η αγάπη είναι σταθερή και ότι ασταθείς είμαστε εμείς. Η αγάπη παρέχει εγγύηση, οι άνθρωποι προδίδουν. Την αγάπη μπορούμε πάντα να την εμπιστευόμαστε, αυτοί που αλλάζουν είναι οι άνθρωποι.

Η μοναδική πραγματική ασφάλεια που μπορούμε να έχουμε στην αγάπη είναι όταν χρησιμοποιούμε την ενέργειά μας για να κάνουμε τους εαυτούς μας άξιους να αγαπηθούν. Τότε δεν έχουμε τίποτα να φοβηθούμε.

Οι νομισματοκοπίες των Αθηνών

Μία από τις πρώτες εκδότριες αρχές νομίσματος στον ελλαδικό χώρο, ακολουθούσα κατά βραχεία κεφαλή την Αίγινα και την Κόρινθο, ήταν η πόλις των Αθηνών. Eκ πρώτης όψεως, θα μπορούσε να δημιουργηθεί η εντύπωση ότι οι Aθηναίοι είχαν ήδη προβεί στην κοπή νομισμάτων κατά τον πρώιμο 6ο αι. π.X., βάσει της μαρτυρίας ορισμένων φιλολογικών πηγών. H διατύπωση συγκεκριμένων χωρίων στην αριστοτέλεια Aθηναίων Πολιτεία (10.1-2) και στον Bίο του Πλουτάρχου Σόλων (15.3-5, 21.2, 23.3-4) αφήνει να εννοηθεί ότι η εισαγωγή του νομίσματος έγινε στον καιρό του Σόλωνος (594/3 π.X. ή λίγο αργότερα). Ωστόσο η έρευνα έχει απορρίψει κατηγορηματικά το ενδεχόμενο αυτό, καθώς οι σχετικές αναφορές συνιστούν απλώς μία πεποίθηση διαμορφωμένη σε μεταγενέστερη εποχή. H αντίληψη αυτή προφανώς προέκυψε σε συνδυασμό με τις μεταρρυθμίσεις ως προς τα μέτρα και τα σταθμά που συνδέθηκαν με τον Σόλωνα (Aνδοκίδης, 1.83) και συγκεκριμένα με την αύξησιν αυτών (Αριστοτέλης, Aθηναίων Πολιτεία, 10.1). Aπό άλλες αναφορές στους νόμους του Σόλωνος, για παράδειγμα σχετικά με το ναυκραρικόν αργύριον (Αριστοτέλης, Aθηναίων Πολιτεία, 8.3.2-8.4.1), γίνεται σαφές ότι κατά την περίοδο αυτή οι συναλλαγές γινόταν με άργυρο ακερμάτιστο, ο οποίος είχε τη μορφή μαζών που ζυγίζονταν, μάλιστα δε ως προς το στάσιμον αυτό αργύριον (Λυσίας, 10.18) καθοριζόταν το ύψος του επιτοκίου των δανείων.
 
H έναρξη της νομισματικής παραγωγής των Aθηνών τοποθετείται πλέον από τους μελετητές λίγο μετά από τα μέσα του 6ου αι. π.X., περί τα 545 π.X. Tότε αρχίζουν να εκδίδονται τα λεγόμενα «εραλδικά νομίσματα», γνωστά στη διεθνή βιβλιογραφία ως Wappenmünzen, καθώς παλαιότερα είχαν ερμηνευθεί ως κοπές αριστοκρατικών οικογενειών της Aττικής, οι οποίες έφεραν δηλωτικούς τύπους εν είδει διακριτικών εμβλημάτων. Στις πρώτες εκδόσεις κυριαρχούν τα αργυρά δίδραχμα, υπάρχουν όμως και υποδιαιρέσεις. Eνώ οι οπίσθιες πλευρές των νομισμάτων φέρουν απλώς έγκοιλο τετράγωνο, ποικιλία θεμάτων κοσμεί τις εμπρόσθιες όψεις: αμφορεύς, τρισκελίς, γλαυξ, τμήμα ίππου ή ίππος, αστράγαλος, τροχός, ταυροκεφαλή κ.ά. H εικονογραφική χρήση της κεφαλής βοός είχε ως αντίκτυπο μια γνωστή παροιμιακή φράση (βους επί γλώσσηι…), που προφανώς παραπέμπει στην απήχηση του νομισματικού τύπου στη συλλογική μνήμη. H θεματολογία της εν λόγω νομισματικής σειράς, η οποία εντάσσεται στην περίοδο της διακυβέρνησης του Πεισιστράτου (και μετέπειτα των γιων του), φαίνεται ότι μπορεί να συνδεθεί μέσω εικονογραφικών αναφορών σε εορταστικά δρώμενα. Στο πλαίσιο της ιδεολογικής προπαγάνδας της τυραννίδος ήταν σαφώς ενταγμένη εξάλλου η προβολή θρησκευτικών τελετών και αγώνων. Kατά το διάστημα περ. 525-510 π.X. κόβονται πλέον τετράδραχμα με παράσταση γοργονείου και, εικονογραφώντας για πρώτη φορά και την οπίσθια πλευρά, κεφαλή βοός ή πρόσθιο τμήμα λεαίνης. H κυκλοφορία των Wappenmünzen λαμβάνει χώρα κατά κύριο λόγο εντός Aττικής, γεγονός που πιθανότατα υποδεικνύει μια ενδοστρεφή οικονομική πολιτική των Πεισιστρατιδών. Aς σημειωθεί επιπλέον ότι ο Iππίας διέταξε να αποσυρθούν τα παλαιότερα αθηναϊκά νομίσματα και εφάρμοσε μια πρακτική συγκέντρωσης του αργυρίου και επανακυκλοφορίας του με νέους τύπους (ψευδο-Aριστοτέλης, Oικονομικά, 1347a).
 
Eπιπροσθέτως, ιδιαίτερο ενδιαφέρον στη θεώρηση επιμέρους πτυχών της νομισματικής σειράς των Wappenmünzen προσδίδει ένα σημαντικό εύρημα από το Σούνιο: πρόκειται για μία χάλκινη νομισματική μήτρα οπισθοτύπου (έγκοιλο τετράγωνο) που είχε βρεθεί σε αποθέτη του Iερού του Ποσειδώνος το 1907. H εν λόγω μήτρα του 6ου αι. π.X. εντοπίστηκε ανάμεσα σε συνευρήματα που επίσης χρονολογούνται πριν από την καταστροφή του Iερού από τους Πέρσες το 480 π.X. Bάσει των διαστάσεων της σφραγίδος, η συγκεκριμένη οπίσθια μήτρα (χαρακτήρ) προοριζόταν πιθανότατα για την κοπή δραχμών. H εύρεση του σπάνιου αυτού αντικειμένου εγείρει καθοριστικά όσο και δύσκολα ερωτήματα που έχουν να κάνουν με την απόκρυψή του (αναθηματική προσφορά ή κατάχωση για ασφάλεια;), αλλά και με το ζήτημα της ευθύνης της νομισματικής παραγωγής. Δεν μπορεί να αποκλειστεί η πιθανότητα έως τα τέλη του 6ου αι. π.X. υπεύθυνοι για την αθηναϊκή νομισματοκοπία να ήταν ιδιώτες (ισχυρές και πλούσιες οικογένειες), ενώ η κοπή των νομισμάτων μπορεί αρχικά να γινόταν εκτός του άστεως, ειδικά στην περιοχή όπου η γειτνίαση με τα αργυρωρυχεία του Λαυρίου ―που ήταν επίσης σε ιδιωτικά χέρια― καθιστούσε τη διαδικασία ευχερέστερη. Eπιπροσθέτως, αξίζει να σημειωθεί ότι χημικές αναλύσεις υποδεικνύουν πως το πολύτιμο μέταλλο των Wappenmünzen φαίνεται να έχει ως επί το πλείστον διαφορετική προέλευση από αυτό των μεταγενέστερων αθηναϊκών νομισμάτων. Ως βασική πηγή μετάλλου προσδιορίζεται η Θράκη, καθώς είναι γνωστή η μαρτυρία (Hρόδοτος, 1.64) ότι ο Πεισίστρατος όταν κατέλαβε την εξουσία για τρίτη φορά (546 π.X.) βασίστηκε σε τοπικούς πόρους αλλά και στα μεταλλεία της περιοχής του Στρυμόνος, μέρος της οποίας ήλεγχε.
 
Aποφασιστικής σημασίας τομή στην αθηναϊκή νομισματοκοπία παρατηρείται με την αλλαγή της εικονογραφίας που λαμβάνει χώρα κατά την προτελευταία ή (σύμφωνα με ορισμένους μελετητές) κατά την τελευταία δεκαετία του 6ου αι. π.X. H εμφάνιση του διπτύχου κεφαλή Aθηνάς / γλαυξ συνιστά σημείο καμπής και έμελλε να κυριαρχήσει στα αθηναϊκά νομίσματα έως τον ύστερο 1ο αι. π.X. Kατά μία άποψη η εισαγωγή της νέας σειράς οφείλεται στον γιο του Πεισιστράτου Iππία, όπως θα μπορούσε να υποδηλώνει και η αναφορά στην αλλαγή των νομισματικών τύπων (βλ. παραπάνω). Ωστόσο η μαρτυρία αυτή μπορεί απλώς να αφορά την καινοτομία της εικονογράφησης των οπισθίων όψεων. Θεωρείται πιθανότερο οι «παρθένοι» ή «γλαύκες» να έκαναν την εμφάνισή τους μετά από την εκδίωξη του Iππίου (510 π.X.) και την εγκαθίδρυση της δημοκρατίας με τις μεταρρυθμίσεις του Kλεισθένους (508/7 π.X.). Σε συνάφεια με αυτά τα κομβικά γεγονότα εντάσσεται λογικότερα και η ταυτόχρονη προσθήκη του εθνικού AΘE (Aθηναίων) στις κοπές, που επιπλέον αρχίζουν να έχουν μια ευρύτερη κυκλοφορία. Την εποχή αυτή καθιερώνεται ένα παραπληρωματικό κόσμημα (κλάδος ελαίας) στην πάνω αριστερή γωνία του εγκοίλου της πίσω πλευράς.
 
Λίγο αργότερα η αθηναϊκή νομισματοκοπία θα βρεθεί σε ένα μεταίχμιο: η στιγμή αποτυπώνεται στον «θησαυρό» που προέρχεται από την Ακρόπολη και ο οποίος βρέθηκε το 1886 σε στρώμα καταστροφής που συνδέεται με την περσική εισβολή του 480 π.Χ. (IGCH 12) Στο «εύρημα» αυτό συνυπάρχουν «εραλδικές» κοπές και αρχαϊκές γλαύκες· χαρακτηριστικό είναι ότι τα νομίσματα έφεραν ίχνη φωτιάς που παραπέμπουν στην πυρπόληση του χώρου από τους Πέρσες. Το τέλος της αρχαϊκής νομισματοκοπίας των Αθηνών επέρχεται με την προσθήκη δύο εικονογραφικών λεπτομερειών. Στην εμπρόσθια όψη ένας κλάδος ελαίας κοσμεί πλέον το κράνος της θεάς, ενώ στην οπίσθια (μόνον των τετραδράχμων) παγιώνεται ένα μικρό μισοφέγγαρο (μηνίσκος) αριστερά στο πεδίο, δίπλα από τη γλαύκα. Η ακριβής χρονική στιγμή δεν είναι εύκολο να προσδιοριστεί με ακρίβεια, ωστόσο το πρώτο στοιχείο εύλογα θα μπορούσε να απηχεί την περιφανή νίκη του Μαραθώνος (490 π.Χ.) ή πιθανότερα τον καταλυτικό θρίαμβο της Σαλαμίνος (480 π.Χ.). Κομβική για την τροφοδότηση της αθηναϊκής νομισματικής παραγωγής έμελλε να είναι η ανακάλυψη ήδη κατά τη διάρκεια των Μηδικών (το 483 π.Χ.) μιας σημαντικής φλέβας αργύρου στη Λαυρεωτική (Αριστοτέλης, Aθηναίων Πολιτεία, 22.7). Η αναφερόμενη θέση Μαρώνεια βρισκόταν πιθανότατα μεταξύ Καμάριζας και Αγριλέζας, στην περιοχή Νόρια – Μπότσαρη. Από εκεί  το αθηναϊκό κράτος προσπορίστηκε εκατό τάλαντα αργύρου, τα οποία ο Θεμιστοκλής κατάφερε να χρησιμοποιηθούν για την κατασκευή 100 τριήρων (200 κατά τον Ηρόδοτο, 7.144), κίνηση καίρια για την έκβαση της αντιπαράθεσης με την περσική αυτοκρατορία. Πράγματι, η αργύρου πηγή του Λαυρίου, ο θησαυρός χθονός που αναφέρει ο Αισχύλος (Πέρσαι, 238), συντέλεσε καθοριστικά στο να κερδηθεί η ναυμαχία της Σαλαμίνος.
 
Χαρακτηριστική για την ευρωστία του αθηναϊκού νομισματοκοπείου κατά το δεύτερο τέταρτο του 5ου αι. π.Χ. είναι και η έκδοση δεκαδράχμων, βαρύσταθμων πολλαπλασίων (περ. 43 γρ.) που ξεχωρίζουν φέροντας γλαύκα κατενώπιον ως οπισθότυπο. Ο εντοπισμός περισσοτέρων από αυτά τα σπάνια νομίσματα κατά τα τελευταία χρόνια κατέδειξε ότι τα αθηναϊκά δεκάδραχμα συνιστούν σειρά πλήρως ενταγμένη στη νομισματική παραγωγή των Αθηνών. Ο πιθανώς αναμνηστικός τους χαρακτήρας μπορεί να συνδέεται με τη μεγάλη νίκη του Ευρυμέδοντος Ποταμού που κατήγαγε ο Κίμων (466 π.Χ.), ενώ η διάρκεια της κοπής στον χρόνο είναι δυσκολότερο να αποσαφηνιστεί. Ίσως τα όψιμα δείγματα δεκαδράχμων να παρήχθησαν μετά από τη μεταφορά του ταμείου της Α΄ Αθηναϊκής Συμμαχίας από τη Δήλο στην Αθήνα το 454 π.Χ. και τη συνακόλουθη εισροή πολύτιμου μετάλλου (Διόδωρος, 12.38.2: σχεδόν 8.000 τάλαντα αργύρου). Η άποψη για μια υστερότερη χρονολόγηση των νομισμάτων αυτών έως και τις αρχές του Πελοποννησιακού Πολέμου, βάσει των τεχνοτροπικών και ιστορικο-νομισματικών δεδομένων, μάλλον στερείται ισχυρών ερεισμάτων.
 
Με τη βοήθεια του συμμαχικού φόρου η αττική οικονομία ανθεί και το αθηναϊκό νόμισμα γνωρίζει ευρεία διάδοση. Η εδραίωση της αθηναϊκής θαλασσοκρατορίας φέρνει ευημερία στην πόλη: όλα τα αγαθά συρρέουν από παντού «διά την αρχήν της θαλάττης» (ψευδο-Ξενοφών, Aθηναίων Πολιτεία, 2.7). Κομβικό ρόλο βεβαίως παίζει η σύνδεση με τον λιμένα του Πειραιώς, που αναδεικνύεται ως το «κοινό εμπορ[ε]ίο της Ελλάδος» (Σώπατρος, 8.47.2-5). Η κεντρική θέση του λιμένος στον ελληνικό χώρο (Ξενοφών, Πόροι, 1.6-7) προσέδιδε μεγάλα πλεονεκτήματα στους Αθηναίους (Ισοκράτης, Πανηγυρικός, 42). Στην προκυμαία του μεγάλου λιμανιού του Κανθάρου βρισκόταν η Μακρά Στοά (στη σημ. Ακτή Ποσειδώνος), κτίσμα της εποχής του Περικλέους όπου γινόταν η αγοραπωλησία των σιτηρών, και το Δείγμα (στη σημ. Ακτή Μιαούλη), όπου εκθέτονταν τα εμπορεύματα και υπήρχαν ανταλλακτήρια νομισμάτων (τράπεζαι). Ας σημειωθεί ακόμη ότι ο αθηναϊκός δήμος έβγαινε κερδισμένος όταν δίκες των συμμάχων γίνονταν στην πόλη, πρωτίστως από την εκατοστή, φόρο εκτελωνισμού 1% που συλλεγόταν στον Πειραιά (ψευδο-Ξενοφών, Aθηναίων Πολιτεία, 1.17-18).
 
Το έτος 422 π.Χ. αναφέρεται ότι τα ετήσια έσοδα της πόλεως ―συμμαχική φορολογία, εισφορές, καταβολές εκατοστής, δικαστικά και λιμενικά τέλη, πρόσοδοι μεταλλείων και αγορών, μισθώματα και κατασχέσεις― ανέρχονταν σε 2.000 τάλαντα  αργύρου (Αριστοφάνης, Σφήκες, 657-660). Ένα υπολογίσιμο ποσό, περίπου το 1/13 των εσόδων (150 τάλαντα ετησίως), καταβαλλόταν με τη μορφή μισθών στους 6.000 πολίτες που τελούσαν χρέη δικαστών (Σφήκες, 661-664). Είναι γεγονός ότι στους χρόνους του Περικλέους οι αυξημένοι πόροι έδωσαν ώθηση σε πλήθος δραστηριοτήτων και έργων έτσι ώστε οι παροχές «σχεδόν όλην» να καθιστούν «έμμισθον την πόλιν» (Πλούταρχος, Περικλής, 12.3-4· πβλ. Αριστοτέλης, Aθηναίων Πολιτεία, 24.3). Όντως, επί Περικλέους, ίσως ήδη πριν από τα μέσα του 5ου αι. π.Χ. ή μάλλον αμέσως κατόπιν, θεσμοθετήθηκε για τους πολίτες η έμμισθη υπηρεσία στα δικαστήρια (Αριστοτέλης, Aθηναίων Πολιτεία, 27.4). Στα χρόνια του δημαγωγού Κλέωνος (429-422 π.Χ.) η ημερήσια δικαστική αποζημίωση από δύο οβολούς που φαίνεται ότι ήταν αρχικά (Σχόλια Αριστοφάνους: Σφήκες, 300) ανήλθε σε ένα τριώβολον (Σφήκες, 684-5, 689-90· Ιππής, 800). Ανάληψη υπηρεσίας στο δικαστήριο της Ηλιαίας πληρωνόταν με έναν οβολό ημερησίως (Αριστοφάνης, Νεφέλαι, 863-4). Επιπροσθέτως, ειρωνικό σχόλιο του 424 π.Χ. παρουσιάζει τον Κλέωνα να τάζει αύξηση του ηλιαστικού μισθού σε πέντε οβολούς (Αριστοφάνης, Ιππής, 797-799). Την περίοδο αυτή για έναν συνήγορο προβλεπόταν αμοιβή μία δραχμή ημερησίως (Σφήκες, 691). Επιπλέον, στα μέσα του 5ου αι. π.Χ. είχε καθιερωθεί ο στρατιωτικός μισθός: ίσως 4 οβολοί την ημέρα αρχικά (περ. 450 π.Χ.), μία δραχμή λίγο αργότερα (περ. 441 π.Χ.) για έναν απλό στρατιώτη ή ναύτη.
 
Το πέρασμα από τον κολοφώνα της ισχύος στους σκοτεινούς καιρούς του Πελοποννησιακού Πολέμου θα οδηγήσει τους Αθηναίους σε μία χαρακτηριστική κίνηση για τα οικονομικά πράγματα της εποχής: την έκδοση ενός ψηφίσματος περί νομισμάτων, μέτρων και σταθμών (IG I3, 1453), που έχει σωθεί αποσπασματικά. Το περίφημο αυτό επιγραφικό τεκμήριο, το πρώτο αυτού του είδους, είχε χρονολογηθεί παλαιότερα γύρω στα μέσα του 5ου αι. π.Χ., αλλά πλέον έχει επικρατήσει η άποψη ότι συνδέεται με την κρίσιμη καμπή του πολέμου το 425/4 π.Χ. και την αναπροσαρμογή του συμμαχικού φόρου. Κύρια μέριμνα του ψηφίσματος αποτελεί η επιβολή σε ολόκληρη τη Δηλιακή Συμμαχία του αθηναϊκού νομίσματος και των αττικών μέτρων και σταθμών. Χαρακτηριστική όσο ακόμη η σύγκρουση παραμένει αμφίρροπη είναι η καταγραφή του απόηχου της ευμάρειας στην οποία είχαν συνεισφέρει τα αθηναϊκά τετράδραχμα. Αλήθεια, ποιός τότε θα «έφερνε γλαύκες στην Αθήνα»; (Αριστοφάνης, Όρνιθες, 301). Η μνεία βεβαίως γίνεται για τις αργυρές λαυρεωτικές γλαύκες (Αριστοφάνης, Όρνιθες, 1106-8), που το 414 π.Χ. ακόμη αφθονούσαν στο κλεινόν άστυ (Λουκιανός, Νιγρίνος, πρόλογος). Στα ταραχώδη αυτά χρόνια οι παροχές προς τον δήμο δεν παύουν με σημαντικότερη την καθιέρωση της διωβελίας από τον Κλεοφώντα τον λυροποιό (410-406 π.Χ.), δηλ. την καταβολή δύο οβολών ημερησίως στους πληγέντες από τον πόλεμο. Λίγο αργότερα (περ. 405 π.Χ.) ο Καλλικράτης ο Παιανιεύς υπόσχεται τη διανομή τριών οβολών αντί για δύο στους οικονομικά εξαθλιωμένους, όμως αντιθέτως η διωβελία θα καταργηθεί (Αριστοτέλης, Aθηναίων Πολιτεία, 28.3.7-12). Ωστόσο, ο ίδιος Καλλικράτης, καθώς φαίνεται, πιστώνεται την αύξηση σε ένα τετρώβολον του δικαστικού μισθού, την οποία μνημονεύουν μεταγενέστεροι συγγραφείς βασιζόμενοι στον κωμωδιογράφο Θεόπομπο και στον Αριστοτέλη: λεξικογράφος Παυσανίας (λ. τετρωβολίζων), Φώτιος (λ. υπέρ τα Καλλικράτους), Ευστάθιος Θεσσαλονίκης (Οδ. 1.41.21-23).
 
Την ίδια περίπου εποχή (περ. 408/7 π.Χ.) ένας ναύτης Αθηναίος (ή σύμμαχος) έπαιρνε ως ημερομίσθιο τρεις οβολούς, για να έλθει τότε ο Σπαρτιάτης ναύαρχος Λύσανδρος με περσική επιχορήγηση και να δώσει τέσσερις στα δικά του πληρώματα, ώστε να προκαλέσει διαρροές από τους αντιπάλους (Ξενοφών, Ελληνικά, 1.5.4-7· Πλούταρχος, Αλκιβιάδης, 35.5, Λύσανδρος, 4.3-4). Παράλληλα, στην Αθήνα παρατηρείται το φαινόμενο οι εργατοτεχνίτες του Ερεχθείου (409-407 π.Χ.) να παίρνουν το ίδιο ημερομίσθιο αδιακρίτως ειδικότητας: μία δραχμή (IG I3, 475-476). Το γεγονός δεν φαίνεται πάντως να συνηγορεί για την παγίωση ενός ενιαίου μισθού, αλλά μάλλον αποτελεί εξαίρεση. Ωστόσο, το αθηναϊκό κράτος είχε ήδη περιέλθει σε δεινή οικονομική κατάσταση μετά από τη σικελική καταστροφή και τη στρατοπέδευση των Λακεδαιμονίων στη Δεκέλεια (413 π.Χ.). Περισσότεροι από 20.000 δούλοι αυτομόλησαν από το Λαύριον στο σπαρτιατικό στρατόπεδο (Θουκυδίδης, 7.27.5), με συνέπεια να διακοπεί η παραγωγή των μεταλλείων. Χωρίς τα έσοδα του συμμαχικού φόρου, που καταργείται εξαιτίας των αποστασιών πολλών συμμάχων, η πόλις αναγκάζεται να λιώσει τα αγάλματα των επτά από τις οκτώ Νίκες που ήταν αφιερωμένες στον Παρθενώνα (407/6 π.Χ., επί επωνύμου άρχοντος Αντιγένους). Καθεμία από τις Νίκες ζύγιζε περίπου δύο τάλαντα χρυσού· με την αναχύτευση και άλλων αναθημάτων από την Ακρόπολη οι Αθηναίοι πρέπει να χρησιμοποίησαν για κοπή στατήρων και υποδιαιρέσεων περίπου 17 τάλαντα χρυσού ―που με μια αναλογία (ratio) αργύρου-χρυσού 12:1 αντιστοιχούσαν σε 204 τάλαντα αργύρου. Με τα έσοδα αυτά η πόλις μπόρεσε να αντεπεξέλθει στις πολεμικές ανάγκες και ο στόλος της να βγει νικητής από τη ναυμαχία των Αργινουσών. Ο αντίκτυπος του χρυσού νομίσματος είναι αισθητός τόσο σε κείμενα (Αριστοφάνης, Βάτραχοι, 720: το καινόν χρυσίον) όσο και σε μεταγενέστερη επιγραφή (IG II2, 1408) που διασώζει ότι οι μήτρες των χρυσών εκδόσεων φυλάσσονταν ακόμη στον Παρθενώνα λίγο μετά το 385/4 π.Χ.
 
Το επόμενο έτος (406/5 π.Χ., επί επωνύμου άρχοντος Καλλίου) η αδήριτη οικονομική πίεση οδήγησε το αθηναϊκό κράτος σε μια πρωτοφανή κίνηση: στην έκδοση υπόχαλκων νομισμάτων, δηλ. κερμάτων με επάργυρη επιφάνεια και χάλκινο πυρήνα. Τετράδραχμα και δραχμές αυτού του είδους σώζονται από ένα σπάνιο «εύρημα» (IGCH 46) που σήμερα εκτίθεται στο Νομισματικό Μουσείο Αθηνών και προέρχεται από τον Πειραιά (1902). Πρόκειται για τα περιώνυμα πονηρά χαλκία για τα οποία διαμαρτύρεται ο Αριστοφάνης το 405 π.Χ. (Βάτραχοι, 725-6), μια κοπή εκτάκτου ανάγκης που δεν είναι ξεκάθαρο εάν είχε «πιστωτικό» χαρακτήρα ή αν συνιστούσε κρατική κιβδηλία. Ας υπογραμμιστεί επίσης ότι την επόμενη χρονιά (405/4 π.Χ.), λόγω έλλειψης ρευστού, η διανομή διωβελίας καλύφθηκε με παροχή σίτου. Το 403/2 π.Χ., όταν πλέον η Αθήνα είχε υποκύψει στον Λύσανδρο, σημειώθηκαν περικοπές κατά έν τρίτον των στρατιωτικών ημερομισθίων: δίδονταν 8 οβολοί αντί για 2 δραχμές σε έναν ιπποτοξότη και 4 οβολοί αντί για μία δραχμή σε έναν ιππέα (Λυσίας, Κατά Θεοζοτίδου, 75-79). Παρομοίως συνάγεται ότι την περίοδο αυτή το ημερομίσθιο για τον απλό στρατιώτη ή ναύτη πέφτει από 3 σε 2 οβολούς (Θεόπομπος, Στρατιώτιδες, απόσπ. 56).
 
Κατά τη μεταβατική περίοδο που ακολούθησε, ενδιαφέρον παρουσιάζει η επικράτηση μισθοφορίας για τις συνελεύσεις της Εκκλησίας του Δήμου. Συγκεκριμένα, περί τα 400 π.Χ. ο Αγύρριος πέρασε νόμο που όριζε αποζημίωση έναν οβολό, για να ακολουθήσει γύρω στο 393 π.Χ. ο Ηρακλείδης ο Κλαζομένιος με νέα διάταξη (δύο οβολοί) και να υπερθεματίσει αμέσως πάλι ο Αγύρριος (περ. 392 π.Χ.) με τρεις οβολούς (Αριστοτέλης, Aθηναίων Πολιτεία, 41.3). Τη νέα πρακτική για τα κοινά αποτυπώνει το 392 π.Χ. καυστικά η γραφίδα του Αριστοφάνους (Εκκλησιάζουσαι, 309-310). Παράλληλα στην ίδια κωμωδία γίνεται αναφορά στην απόσυρση χάλκινων νομισμάτων και εννοούνται μάλλον τα πονηρά χαλκία (Εκκλησιάζουσαι, 815-822). Μια άλλη πιθανότητα είναι όμως η μνεία στα μικρά χάλκινα κέρματα που τέθηκαν εκτός κυκλοφορίας να αφορά τους λεγόμενους κολλύβους. Το περιστατικό πρέπει να είχε λάβει χώρα το προηγούμενο έτος· η επάνοδος στον άργυρο φαίνεται να συνδέεται με την επιστροφή του Κόνωνος (393 π.Χ.) και τα περσικά χρήματα που έφερε μαζί του. Τα Μακρά Τείχη και τα τείχη του Πειραιώς επανοικοδομούνται και ανακτώντας μέρος της παλαιάς αίγλης η πόλις θα προχωρήσει στη σύμπηξη της Β΄ Αθηναϊκής Συμμαχίας το 377 π.Χ. Στην περίοδο αυτή (πρώιμος 4ος αι. π.Χ.) ανήκει και το κτίριο που βρίσκεται στη ΝΑ γωνία της Αθηναϊκής Αγοράς, δίπλα από τη Νότια Στοά Ι, και το οποίο ονομάστηκε νομισματοκοπείο. Η οικοδόμηση του κτίσματος χρονολογείται γύρω στα 400 π.Χ. και τα κατάλοιπά του μόλις που διακρίνονται σήμερα, λόγω μεταγενέστερων επεμβάσεων και κυρίως της γειτνίασης με την εκκλησία των Αγίων Αποστόλων (Σολάκη). Οι αρχαιολογικές έρευνες στον χώρο αυτόν έφεραν στο φως «πέταλα» (ασφράγιστα δισκάρια) χαλκών μόνο νομισμάτων. Τα βιοτεχνικά κατάλοιπα συνδέονται επίσης μόνο με κατεργασία χαλκού και μολύβδου, επομένως λανθασμένα το κτίριο αποκαλείται ενίοτε αργυροκοπείον. Η θέση του άλλου νομισματοκοπείου των Αθηνών, όπου κόβονταν τα αργυρά νομίσματα, παραμένει άγνωστη.
 
Η ανάκαμψη των Αθηνών θα δώσει ξανά ώθηση στη νομισματική παραγωγή που είχε ατονίσει. Όμως η αδυναμία του αθηναϊκού νομισματοκοπείου δεν έμεινε χωρίς αντίκτυπο, καθώς ήδη από την τελευταία δεκαπενταετία του 5ου αι. π.Χ. είχαν εμφανιστεί οι πρώτες απομιμήσεις, στα πρότυπα των αθηναϊκών νομισμάτων (κατεξοχήν των τετραδράχμων) που κυριαρχούσαν στις αγορές της ανατολικής Μεσογείου και όχι μόνον. Γνωστή είναι η κοπή που εξέδωσε ο Πέρσης σατράπης Τισσαφέρνης (περ. 412 π.Χ.) και η οποία απομιμείται την πίσω όψη των γλαυκών, ενεπίγραφη όμως με τον τίτλο του Μεγάλου Βασιλέως (ΒΑΣ). Το παράδειγμα ακολούθησαν σατράπες και πόλεις της Λυκίας (περ. 405-360 π.Χ.), καθώς και πόλεις ή περιοχές της Παλαιστίνης (Γάζα, Ασκαλών κ.ά.) και της Αραβίας (Lihyan, Saba, Qataban) σχεδόν καθόλη τη διάρκεια του 4ου αι. π.Χ. Απομιμήσεις εκδόθηκαν και στην Αίγυπτο, μάλιστα έχει βρεθεί μια σφραγίδα για την κοπή αθηναϊκών τετραδράχμων που προέρχεται από τη θέση Tel el-Athrib. Αργότερα, λίγο πριν από την κατάκτηση της Αιγύπτου από τον Μ. Αλέξανδρο (332 π.Χ.), ανάλογες απομιμήσεις έκοψαν οι Πέρσες σατράπες Σαβάκης και Μαζάκης. Η απήχηση του φαινομένου φθάνει μακριά, καθώς κάποιες απομιμήσεις αυτού του τύπου φαίνεται ότι παρήχθησαν κατά τον 4ο αι. π.Χ. στη Βαβυλωνία ή ακόμη και στη Βακτρία.
 
Εξαιρετικό ενδιαφέρον παρουσιάζει ένα ψήφισμα των χρόνων αυτών που βρέθηκε στις ανασκαφές της αθηναϊκής Αγοράς και στο οποίο λαμβανόταν μέριμνα για τα νομίσματα που γίνονταν αποδεκτά από την πολιτεία. Με τον νόμο του Νικοφώντος (375/4 π.Χ.) τίθενται ως απαραίτητες δύο παράμετροι, το μέταλλο (άργυρος) και η δημόσια σφραγίδα (χαρακτήρ) της πόλεως. Παράλληλα με τα αθηναϊκά νομίσματα θεσπιζόταν να ελέγχονται τα αττικού τύπου ξένα (απομιμήσεις): εάν περνούσαν τον έλεγχο του δοκιμαστού, η κυκλοφορία τους επιτρεπόταν· εάν πάλι όχι, τα εκτός προδιαγραφών (υπόχαλκα, υπομόλυβδα ή κίβδηλα) κέρματα ακυρώνονταν πάραυτα με τη χάραξη τομής και αποσύρονταν στο Μητρώον. Ακόμη προβλέπονταν διάφορες ποινές για τη μη τήρηση συμπληρωματικών διατάξεων σχετικά με την εφαρμογή του ψηφίσματος αυτού.
 
Προκαλεί κάποια εντύπωση ότι κατά το διάστημα αυτό (α΄ τρίτο 4ου αι. π.Χ.) οι Αθηναίοι δείχνουν έναν συντηρητισμό απέναντι στη χρήση χαλκής νομισματοκοπίας. Χάλκινα (χυτά) νομισματόμορφα κυκλοφορούν από τον 5ο αι. π.Χ. στην περιοχή του Ευξείνου Πόντου, ενώ (παιστά) χαλκά νομίσματα καθιερώνονται στη Μεγάλη Ελλάδα και τη Σικελία κατά το τελευταίο τέταρτο του 5ου αι. π.Χ., για να υιοθετηθούν σε πόλεις της Κορινθίας το αργότερο στην ύστατη δεκαετία του ίδιου αιώνα. Η έκδοση και χρήση χαλκού νομίσματος, ιδίως από τις αρχές του 4ου αι. π.Χ., διαδίδεται σε πολλές περιοχές του ελληνικού κόσμου (Μακεδονία, Θεσσαλία, Ρόδος κ.ά.). Η πόλις των Αθηνών φαίνεται να μην ακολουθεί το ρεύμα, με εξαίρεση την περίπτωση του στρατηγού Τιμοθέου, όταν αυτός πολιορκούσε την Όλυνθο (363-359 π.Χ.). Συγκεκριμένα, αναφέρεται στις πηγές (ψευδο-Aριστοτέλης, Oικονομικά, 1350a· Πολύαινος, Στρατηγήματα, 3.10.14) ότι ο Τιμόθεος λόγω απορίας αργύρου προχώρησε στην κοπή χάλκινων κερμάτων προκειμένου να καλύψει τις ανάγκες των ανδρών του. Έκανε μάλιστα συμφωνία με τους ντόπιους και με εμπόρους εγγυώμενος ότι τα εν λόγω κέρματα θα μπορούσαν να ανταλλαχθούν με αργυρά. Η φύση της έκδοσης αυτής δικαιολογεί κάποιες εικονογραφικές διαφοροποιήσεις ―αριστερόστροφη κεφαλή Αθηνάς, εθνικόν όνομα στο ιωνικό αλφάβητο (ΑΘΗ), παρουσία κουκκίδων που ίσως δηλώνουν αξίες (δύο στη μεγάλη υποδιαίρεση, μία στη μικρότερη). Ο σκοπός της έκδοσης γίνεται προφανής από τη λεπτομέρεια του κόκκου σίτου πάνω στον οποίον πατά η γλαυξ: δεν υπάρχει αμφιβολία ότι τα νομίσματα αυτά κόπηκαν για την πληρωμή της καθημερινής χορήγησης σίτου (σιτηρέσιον) στους στρατιώτες. Σύμφωνα με τα μέχρι τώρα πορίσματα της έρευνας οι πρώτες αττικές χαλκές κοπές ―της Ελευσίνος― έπονται (περ. 355 π.Χ. κ.ε.), ενώ οι πρώτες χαλκές εκδόσεις των Αθηνών εμφανίζονται λίγο μετά το 340 π.Χ. Ίσως δεν θα έπρεπε ωστόσο να αποκλειστεί μια πρωιμότερη χρονολόγηση ορισμένων αθηναϊκών χαλκών, εγγύτερα προς το περιστατικό του Τιμοθέου. Έχει επίσης εκφραστεί η άποψη ότι η επιφυλακτική στάση της αθηναϊκής κοινωνίας απέναντι στα χάλκινα νομίσματα είχε να κάνει κυρίως με την προσπάθεια σταθεροποίησης της παλινορθωμένης δημοκρατίας, κατεξοχήν μέσω της αναζωογόνησης της αργυρής νομισματοκοπίας και της εμπορικής της πίστης.
 
Θα πρέπει να υπενθυμιστεί ότι την περίοδο εκείνη οι αργυρές γλαύκες έχαιραν ανυπέρβλητης αποδοχής και είχαν καταξιωθεί ως το «κοινόν Ελληνικόν νόμισμα», όπως τονίζει ο Πλάτων, σε αντίθεση με το εκάστοτε επιχώριον, δηλ. τα κατά τόπους νομίσματα που κάλυπταν κυρίως τις καθημερινές ανάγκες (Νόμοι, 5.742a-b). Παρομοίως, την ίδια περίπου εποχή, γύρω στο 355 π.Χ., ο Ξενοφών υπογραμμίζει ότι το αθηναϊκό αργύριον γινόταν παντού αποδεκτό (Πόροι, 3.2).
 
Κατά το πρώτο μισό του 4ου αι. π.Χ. πολιτικοί άνδρες όπως ο Αγύρριος, ο Διόφαντος και ο Εύβουλος έριξαν το βάρος των προσπαθειών τους στη συνετή διαχείριση των οικονομικών και στην επίτευξη μιας σχετικής ευημερίας, που εκτός των άλλων προέβλεπε την άσκηση κοινωνικής πολιτικής μέσω παροχών στα λαϊκά στρώματα, με κύρια έκφανση τα θεωρικά. Ωστόσο, η εμφάνιση μιας νέας ανερχόμενης δύναμης, του μακεδονικού βασιλείου, θα θέσει νέες προκλήσεις για την αθηναϊκή δημοκρατία. Είναι ο καιρός του Δημοσθένους, ο οποίος προσπαθεί να αντιπαραταχθεί στον επεκτατισμό του Φιλίππου Β΄, προτείνοντας μια διαφορετική δημοσιονομική πολιτική, ειδικά για το ζήτημα των θεωρικών. Ο Αρποκρατίων βασιζόμενος στον ιστορικό Φιλόχορο (ύστερος 4ος αι. – περ. 261 π.Χ.) σημειώνει ότι το παρεχόμενο ποσό ανά άτομο ήταν μία δραχμή, ενώ από άλλους λεξικογράφους (Ησύχιος, Σούδα) μαθαίνουμε ότι αυτό είχε γίνει επί επωνύμου άρχοντος Διοφάντου (395/4 π.Χ.). Άλλες παροχές αφορούσαν τους αδυνάτους ―δηλ. τους απόρους και αναπήρους― στους οποίους η πολιτεία έδινε έναν οβολό την ημέρα σύμφωνα με τον Λυσία (Υπέρ του αδυνάτου, 24.13.2-6), ενώ ο Αριστοτέλης, πιθανώς λίγο αργότερα, αναφέρει δύο οβολούς (Aθηναίων Πολιτεία, 49.4).
 
Για το εμπόριο και την οικονομία της πόλεως κατά τον 4ο αι. π.Χ. κομβική, καταρχάς, είναι η πολιτική του αθηναϊκού κράτους στα ζητήματα εισαγωγών-εξαγωγών, ιδίως όσον αφορά τα σιτηρά. Όποιος κάτοικος των Αθηνών έκανε εισαγωγή σίτου σε οποιοδήποτε άλλο λιμάνι εκτός του Πειραιώς αντιμετώπιζε ποινή θανάτου. Επιπλέον, Αθηναίοι και μέτοικοι επιτρεπόταν να δανείζουν χρήματα μόνο σε πλοία που έφερναν σιτηρά στην πόλη. Ήταν ακόμη παλαιός νόμος της πόλεως να απαγορεύεται η εξαγωγή αγροτικών αγαθών, πλην του ελαίου.  Επιπροσθέτως, υπήρχε διάταξη που προέβλεπε ότι οι επιμεληταί θα έπρεπε να φροντίζουν ώστε τα 2/3 του εισαγόμενου σίτου να διοχετεύονται στο άστυ (Αριστοτέλης, Aθηναίων Πολιτεία, 51.4). Ένας άλλος νόμος περιόριζε την αγορά ποσότητας σίτου μεγαλύτερης από 50 φορμούς (Λυσίας, Κατά σιτοπωλών, 5-6). Αν και αγνοείται η ακριβής εννοούμενη ποσότητα (φορμός = μονάδα μέτρου, είδος καλαθιού), είναι προφανής η διάθεση περιορισμού της συγκέντρωσης μεγάλου όγκου σιτηρών που θα μπορούσε να προκαλέσει φαινόμενα κερδοσκοπίας. Στην ίδια πηγή εξάλλου καυτηριάζεται το εξαπλάσιο κέρδος (δραχμή αντί οβολού), που αποκομιζόταν παρανόμως ενίοτε (Λυσίας, Κατά σιτοπωλών, 8, 12). Παρεμπιπτόντως αξίζει να αναφερθεί ότι ενώ μετά τα μέσα του 4ου αι. π.Χ. η τιμή ενός αττικού μεδίμνου (52,18 λίτρα ή 40,27 κιλά) σίτου ήταν 5 δραχμές, γύρω στο 330 π.Χ. ανήλθε στις 16 δραχμές (Δημοσθένης, 34.39).
 
Ένα από τα έσοδα της πόλεως ήταν και το μετοίκιον, δηλ. το εισφερόμενο ποσό που πλήρωναν οι μέτοικοι και το οποίον ανερχόταν σε 12 δραχμές ετησίως, με την καταβολή και ενός τριωβόλου στον γραμματέα. Οι γυναίκες μέτοικοι πλήρωναν 6 δραχμές μέχρι την ενηλικίωση άρρενος τέκνου. Σημαντικές για τις δημόσιες προσόδους ήταν οι μεταρρυθμίσεις του Καλλιστράτου του Αφιδναίου κατά το διάστημα περ. 378-362 π.Χ. Μια πρώτη αναδιάρθρωση αφορούσε τη φορολογία και ιδιαίτερα τους πλουσιότερους πολίτες που έπρεπε πλέον να προκαταβάλλουν τον φόρο στην πόλη (προεισφορά). Η δεύτερη ρύθμιση άλλαξε τους όρους εκχώρησης των μεταλλείων από το κράτος στους ιδιώτες. Στο εξής η εκμετάλλευση των εργασίμων στοών γινόταν για τρία χρόνια, ενώ οι στοές που είχαν ήδη δουλευτεί πολύ παραχωρούνταν για δέκα έτη. Ενδιαφέρον για την εκμετάλλευση του Λαυρίου εκφράζεται λίγο αργότερα και από τον Ξενοφώντα (περ. 355 π.Χ.), ο οποίος επισημαίνει τα μέτρια μέχρι τότε αποτελέσματα και συνιστά εντατικοποίηση της παραγωγής με χρησιμοποίηση περισσότερων δούλων (Πόροι, 4.1, 4.4, 4.23-25). Πολλές είναι οι αναφορές την εποχή αυτή και στις τραπεζικές δραστηριότητες που λάμβαναν χώρα στην πόλη, μέσα από κείμενα συγγραφέων όπως ο Λυσίας, ο Ισοκράτης, ο Υπερείδης και κυρίως ο Δημοσθένης (π.χ. 36.5, 45.6, 45.31, 49.6, 52.3-4). Παραδίδονται αρκετά ονόματα τραπεζιτών ―Αντισθένης, Απολλόδωρος, Αριστόλοχος, Αρχέστρατος, Δημοτέλης, Ξούθος, Πυλάδης, Σωσίνομος, Τιμόδημος, Φορμίων― με πιο γνωστό ίσως αυτό του Πασίωνος.
 
Όσον αφορά πληροφορίες για μισθούς στην αθηναϊκή πολιτεία υπάρχουν αρκετές διαθέσιμες που παρέχουν στοιχεία για τον 4ο αι. π.Χ. Φαίνεται ότι επί μακρόν ο μέσος μισθός ενός στρατιώτη ήταν τέσσερις οβολοί την ημέρα (λεξικογράφος Παυσανίας, λ. τετρωβόλου βίος, Ευστάθιος Θεσσαλονίκης, Οδ. 1.41.23). Το 351 π.Χ. δύο οβολοί ημερησίως αποτελούν το σιτηρέσιον των ερετών και των στρατιωτών, ενώ οι ιππείς παίρνουν μία δραχμή αντιστοίχως (Δημοσθένης, 4.28).  Λίγο αργότερα (περ. 335-322 π.Χ.) τέσσερις οβολοί καλύπτουν τα ημερήσια τροφεία των Αθηναίων εφήβων (Αριστοτέλης, Aθηναίων Πολιτεία, 42.3). Το ημερομίσθιο τεσσάρων οβολών για έναν ναύτη εμφανίζεται και κατά το έτος 314/3 π.Χ. (Μένανδρος, απόσπ. 297).
 
Είναι ενδιαφέρον ότι ενώ κατά τον 4ο και 3ο αι. π.Χ. οι τύποι των αθηναϊκών νομισμάτων παραμένουν απαράλλακτοι, η προχειρότερη αποτύπωσή τους δεν πέρασε απαρατήρητη. Αξιοσημείωτο είναι το σχόλιο του Ζήνωνος του Κιτιέως (περ. 333-264 π.Χ.), ο οποίος, αν και υπό άλλο πρίσμα, σε σύγκριση με τα ευόφθαλμα και περιγεγραμμένα Αλεξάνδρεια νομίσματα, χαρακτηρίζει τα αττικά τετράδραχμα εική κεκομμένα και σολοίκως, δηλ. κομμένα με απρόσεκτο και άκομψο τρόπο (Διογένης Λαέρτιος, 7.18).
 
Οι τύχες της πόλεως επηρεάζονται πλέον από τις περιδινήσεις που προκαλούν οι επιδιώξεις και οι ενέργειες των ελληνιστικών βασιλείων. Το επεισόδιο με τον Λαχάρη στις αρχές του 3ου αι. π.Χ. είναι χαρακτηριστικό. Ο εν λόγω τύραννος προκειμένου να καλύψει αμοιβές μισθοφόρων και άλλα έξοδα εκτάκτου ανάγκης, όντας αποκλεισμένος από τον Δημήτριο Πολιορκητή, προέβη στο αδιανόητο: απογύμνωσε το χρυσελεφάντινο άγαλμα της θεάς («…την Αθηνάν Λαχάρης εξέδυσε…», Πλούταρχος, Περί Ίσιδος και Οσίριδος, 71), και το έλιωσε, μαζί με άλλα αναθήματα, για να εκδώσει χρυσά νομίσματα. Με τον τρόπο αυτό εξασφάλισε μεγάλο απόθεμα πολύτιμου μετάλλου (ο χρυσός του αγάλματος μόνον ζύγιζε 40 τάλαντα), παρά ταύτα όμως η πόλις υπέκυψε τελικά στην πολιορκία και ο Λαχάρης αναγκάστηκε να διαφύγει στη Βοιωτία.
 
Οι πληροφορίες για τον 3ο αι. π.Χ. είναι περισσότερο σποραδικές, ωστόσο για ένα διάστημα φαίνεται ότι το βασικό στρατιωτικό ημερομίσθιο παρέμεινε τέσσερις οβολοί. Για την κάλυψη των καθημερινών αναγκών πληθώρα χαλκών κοπών εκδίδεται από το αθηναϊκό νομισματοκοπείο, όπως διαπιστώνεται και στις ανασκαφές της Αθηναϊκής Αγοράς.
 
Η μετάβαση στον 2ο αι. π.Χ. σηματοδοτεί την έλευση των Ρωμαίων στα ελληνικά πράγματα. Για την πόλη της Παλλάδος η συμμαχία με τη Ρώμη σήμανε την έναρξη μιας περιόδου ανάκαμψης. Ο αντίκτυπος στη νομισματοκοπία γίνεται αισθητός, για πρώτη φορά μετά από τρεις και πλέον αιώνες, με τις τροποποιήσεις των παλαιών τύπων. Στη νέα σειρά αθηναϊκών τετραδράχμων η κεφαλή της θεάς φέρει τα χαρακτηριστικά της φειδιακής Παρθένου, ενώ στην οπίσθια όψη η γλαυξ απεικονίζεται πάνω σε οξυπύθμενο αμφορέα και εντός στεφάνου ελαίας.  Από το τελευταίο στοιχείο προέκυψε η δηλωτική ονομασία των νομισμάτων αυτών σε επιγραφές της εποχής: στεφανηφόρα ή τετράχμα αργυρίου αττικού (του) στεφανηφόρου. Η ακριβής χρονολογία εισαγωγής των νομισμάτων που είναι γνωστά στην έρευνα ως τετράδραχμα «Νέας Τεχνοτροπίας» παραμένει μάλλον ανοικτή. Αρχικά η έναρξη της σειράς είχε τοποθετηθεί στο 196/5 π.Χ. (Margaret Thompson), για να αντικρουσθεί σχεδόν αμέσως με μια αντιπροταθείσα χαμηλότερη χρονολόγηση (164/3 π.Χ., D. M. Lewis). Μια «συμβιβαστική» λύση προτάθηκε από τον O. Mørkholm (185-180 π.Χ.), ενώ αρκετοί μελετητές τάχθηκαν υπέρ της χαμηλής χρονολόγησης (A. Giovannini, M. J. Price, H. B. Mattingly, J. H. Kroll κ.ά.). Νέα δεδομένα από τη μελέτη «θησαυρών» ―όπως του υπό δημοσίευση «ευρήματος» Gaziantep 1994― ίσως συνηγορούν πλέον για την αποδοχή μιας χρονολογίας έναρξης γύρω στο 165 π.Χ. (A. Meadows – στον οποίον οφείλω ευχαριστίες για την πληροφορία).
 
Μετά την παραχώρηση της Δήλου από τους Ρωμαίους (166 π.Χ.) οι Αθηναίοι αποκτούν ένα σπουδαίο λιμάνι, σημαντικό θρησκευτικό πόλο έλξης και κέντρο εμπορίου. Εξυπηρετώντας κυρίως τα ρωμαϊκά συμφέροντα η πόλις θα γνωρίσει μια δεύτερη ακμή. Σταδιακά, τα αθηναϊκά νομίσματα θα κυριαρχήσουν πλέον και πάλι στις αγορές, έστω σε πιο περιορισμένη εμβέλεια. Η δυναμική παρουσία των στεφανηφόρων αντανακλάται σε νομισματικές εκδόσεις που εμφανίζονται να έχουν επηρεαστεί από την εικονογραφία των αθηναϊκών (Μακεδονία, Αινιάνες, Θύρρειον Ακαρνανίας, Ίλιον Τρωάδος, Ηράκλεια Λάτμου κ.ά.). Κατά το τελευταίο τέταρτο του 2ου αι. π.Χ. (ή λίγο αργότερα) η απήχηση του αθηναϊκού νομίσματος οδήγησε στην έκδοση ψηφίσματος που ουσιαστικά προωθούσε την εκτεταμένη χρήση των αττικών τετραδράχμων από τα μέλη της Δελφικής Αμφικτυονίας (FD III, 2, 139). Την ίδια περίπου εποχή ένα αθηναϊκό ψήφισμα, τμήμα του οποίου εντοπίστηκε και στην Ακρόπολη, προχωρούσε στην αντιστοίχηση των αττικών μέτρων και σταθμών με τα ρωμαϊκά, προφανώς προκειμένου να διευκολυνθούν οι εμπορικές συναλλαγές (IG II2 1013).
 
H ευημερία των Αθηναίων θα αποδειχθεί εφήμερη καθώς η πόλις θα εμπλακεί στη δίνη του Α΄ Μιθριδατικού Πολέμου (89-85 π.Χ.). Με την προσέγγιση του βασιλέως του Πόντου Μιθριδάτου ΣΤ΄ Ευπάτορος και την επικράτηση των αντιρωμαϊκών στοιχείων στην πόλη, στο προσκήνιο έρχονται ο Αθηνίων και ο Αριστίων. Ο τελευταίος μάλιστα θα κόψει στο όνομα του Βασιλέως Μιθραδάτου (ως επωνύμου άρχοντος) και στο όνομά του τετράδραχμα «Νέας Τεχνοτροπίας» το 87/6 π.Χ. Μια σύστοιχη κοπή χρυσών στατήρων κυκλοφόρησε επίσης, πιθανώς αφού ο βασιλεύς προμήθευσε το πολύτιμο μέταλλο. Η παρουσία των μιθριδατικών δυνάμεων στην Ελλάδα και η σφαγή των Ιταλών της Δήλου επέφεραν την άμεση αντίδραση της Ρώμης, που απέστειλε τον Λ. Κορνήλιο Σύλλα για να ελέγξει την κατάσταση. Ο Σύλλας πολιόρκησε την πόλη και τον Πειραιά· υπό τις διαταγές του υπηρετούσαν ο Λ. Λικίνιος Λούκουλλος και ο αδελφός του Μ. Λικίνιος Λούκουλλος. Ο πρώτος κατευθύνθηκε στην Κρήτη για να συγκεντρώσει δυνάμεις και εφόδια. Αυτή ήταν πιθανότατα και η αιτία για την έκδοση απομιμήσεων «Νέας Τεχνοτροπίας» από επτά κρητικές πόλεις: Πολυρρηνία, Kυδωνία, Λάππα, Kνωσός, Πρίανσος, Γόρτυνα, Iεράπυτνα. Ο αδελφός του Μάρκος, επιφορτισμένος με χρέη ταμίου, ανέλαβε μάλλον την κοπή των νομισμάτων που μνημονεύονται επιγραφικώς (πλάτη Λευκόλλεια· FD III, 3, 282) και στον Πλούταρχο (νόμισμαΛευκόλλειον· Λεύκολλος, 2.1-2). Πρόκειται πιθανώς για τα τετράδραχμα «Νέας Τεχνοτροπίας» που δεν φέρουν το εθνικό ΑΘΕ αλλά μόνο δύο μονογραφήματα. Τα μονογραφήματα αυτά, κατά την επικρατέστερη ερμηνεία, αναλύονται σε ΜΑΡ και ΤΑΜ, δηλ. Μάρ(κου) Ταμ(ίου). Δεν πρέπει να διαφύγει της προσοχής ότι οι δύο σειρές, αυτή των μονογραφημάτων και εκείνη των κρητικών πόλεων, συνδέονται: τον συνδετικό κρίκο αποτελεί ένα τετράδραχμον (της Συλλογής Π. Ζ. Σαρόγλου, ΝΜΑ), που εκτός των δύο μονογραφημάτων φέρει στο πεδίο δεξιά και το λαλούν σύμβολον της Κνωσού, τον λαβύρινθο (Ι. Σβορώνος, ΔΕΝΑ 17 (1915), 61-62, εικ. 6). Το επεισόδιο με τον Μιθριδάτη κλείνει με την κατάληψη των Αθηνών από τον Σύλλα (Μάρτιος 86 π.Χ.) και τη συντριβή του μιθριδατικού στρατού στη Χαιρώνεια και στον Ορχομενό. Για τις δύο αυτές νίκες μάλιστα ο Σύλλας έκοψε άλλη μια σειρά νομισμάτων «Νέας Τεχνοτροπίας» που φέρουν μόνο δύο τρόπαια.
 
Η δήωση των Αθηνών από τα στρατεύματα του Σύλλα σηματοδοτεί την απαρχή μιας φθίνουσας πορείας για την πόλη. Στα νομισματικά πράγματα αποτελεί ένα terminus post quem για τα χαλκά αθηναϊκά νομίσματα που φέρουν τους τύπους της «Νέας Τεχνοτροπίας», όπως αυτό προκύπτει από «θησαυρικά» και ανασκαφικά δεδομένα. Σε χαλκούς (1/8 του αττικού οβολού) δίδονται οι τιμές σε μια αγορανομική επιγραφή αυτής της εποχής που βρέθηκε στον Πειραιά (BCH 118 (1994), 51-68· Αρχαιολογικό Μουσείο Πειραιώς, 4628) και όπου παρατίθενται τα εδέσματα ενός εφθοπωλίου (πατσατζίδικου). Κατά τη διάρκεια του 1ου αι. π.Χ. η παραγωγή αθηναϊκών αργυρών κοπών αραιώνει, για να παύσει τελικά γύρω στα 45/42 π.Χ. Ωστόσο οι γλαύκες θα προλάβουν να αφήσουν τον αντίκτυπό τους σε μια ευρύτερη περιοχή: από τον Πόντο και την Παφλαγονία ―κτήσεις του Μιθριδάτου ΣΤ΄, όπου εκδόθηκαν χαλκά νομίσματα με αθηναϊκές επιρροές― έως τα εδάφη της Αραβίας, όπου η παρουσία απομιμήσεων διαπιστώνεται έως και τον 1ο αι. μ.Χ.
 
Η έλευση του Μάρκου Αντωνίου το 42/1 π.Χ. στην Αθήνα έρχεται να κλείσει τον κύκλο των αθηναϊκών αργυρών νομισμάτων, χάριν των δηναρίων που επικρατούν πλέον στον ελληνικό χώρο. Ωστόσο αξιοπρόσεκτο είναι ότι οι χαλκές κοπές των Αθηνών που συνεχίζονται και την περίοδο του Οκταβιανού Αυγούστου δεν εναρμονίζονται με το ρωμαϊκό νομισματικό σύστημα. Η πόλις μάλιστα διαφοροποιείται αισθητά από τη συντριπτική πλειονότητα των ελληνικών και εξελληνισμένων πόλεων που κόβουν νομίσματα υπό τη ρωμαϊκή αιγίδα με το γεγονός ότι συνεχίζει να θέτει την προτομή της θεάς Αθηνάς στις εμπρόσθιες όψεις των χαλκών της, αντί του αυτοκρατορικού πορτραίτου. Όσον αφορά στους πόρους της πόλεως, στις αρχές του πρώτου μεταχριστιανικού αιώνα τα περίφημα μεταλλεία της Λαυρεωτικής είχαν εξαντληθεί πλέον σύμφωνα με τον Στράβωνα (9.1.23). Για περισσότερο από έναν αιώνα παρατηρείται μια διακοπή στη νομισματική παραγωγή, που συνάδει με αυτά που γνωρίζουμε για τα μάλλον άσχημα οικονομικά της πόλεως (βλ. π.χ. σχετική αναφορά για το διάστημα περ. 70-82 μ.Χ. από τον Δίωνα Χρυσόστομο, 31.123). Χαρακτηριστικό μπορεί να θεωρηθεί ένα εύρημα από αποθέτη της Aθηναϊκής Aγοράς, που ανακαλύφθηκε Β. της Στοάς του Αττάλου, πλησίον των γραμμών του Η.Σ.Α.Π. Πρόκειται για έναν πήλινο «κουμπαρά» που περιείχε λίγα χαλκά νομίσματα του 1ου αι. π.Χ. Το γεγονός ότι  ο «κουμπαράς» πετάχτηκε στον αποθέτη γύρω στο 100 μ.Χ. καταδεικνύει ότι οι υστεροελληνιστικές αθηναϊκές κοπές κυκλοφορούσαν και αποθησαυρίζονταν για μακρό διάστημα. Στους χρόνους του Αδριανού η πόλις θα γνωρίσει μια ανάκαμψη, λόγω του ιδιαίτερου ενδιαφέροντος που επιδείχθηκε από τον φιλέλληνα αυτοκράτορα. Από τις εκλάμψεις του αυτοκρατορικού ενδιαφέροντος σταχυολογούμε επιγραφική μαρτυρία που μεριμνά για αγοραπωλησίες στην ευρύτερη περιοχή ―αναφέρονται ψαράδες της Ελευσίνος― το 124/5 μ.Χ., όταν ήταν επιμελητής ο Τ. Ιούλιος Ηρωδιανός από τον Κολλυτό (IG II2 1103). Δεν είναι τυχαία η αναβίωση της χαλκής νομισματοκοπίας την εποχή αυτή, που θα συνεχιστεί με πληθώρα εκδόσεων και στην περίοδο των Αντωνίνων. Εκτός από τις παραστάσεις που έχουν ως σημείο αναφοράς τις μυθολογικές ρίζες της πόλεως δεν λείπουν και οι απεικονίσεις γνωστών έργων πλαστικής. Το κλέος του παρελθόντος επανέρχεται κατά περίσταση με την εμφάνιση γνωστών ιστορικών προσώπων (Μιλτιάδης, Θεμιστοκλής) που χαράσσονται στα πεδία των νομισμάτων. Τον 3ο αι., στα χρόνια του Γαλλιηνού, παρατηρείται μια τελευταία έξαρση της νομισματικής παραγωγής, με θέματα που μεταξύ άλλων εστιάζουν στα σημεία αναφοράς της πόλεως. Πρόκειται για μια βραχεία αλλά πλούσια σειρά που εκδόθηκε κατά τα έτη περ. 264-267 μ.Χ. προκειμένου να αντιμετωπιστούν αμυντικές δαπάνες εν όψει βαρβαρικών επιδρομών. Θα είναι και η τελευταία νομισματική αναλαμπή της αρχαίας πόλεως, που όμως δεν θα καταφέρει να αποσοβήσει τη μανία των Ερούλων το 267 μ.Χ. Ύστερα από 770 και πλέον χρόνια τα νομίσματα με τη μορφή της Παλλάδος θα φθάσουν στο πέρας της διαδρομής τους.