Κυριακή, 15 Ιανουαρίου 2017

ΕΛΛΗΝΙΣΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΜΟΥΣΑΙΟΣ - Τὰ καθ' Ἡρὼ καὶ Λέναδρον (158-195)

Ὣς εἰπὼν παρέπεισεν ἀναινομένης φρένα κούρης
θυμὸν ἐρωτοτόκοισι παραπλάγξας ἐνὶ μύθοις.
160Παρθενικὴ δ᾽ ἄφθογγος ἐπὶ χθόνα πῆξεν ὀπωπὴν
αἰδοῖ ἐρευθιόωσαν ὑποκλέπτουσα παρειὴν
καὶ χθονὸς ἔξεεν ἄκρον ὑπ᾽ ἴχνεσιν, αἰδομένη δὲ
πολλάκις ἀμφ᾽ ὤμοισιν ἑὸν συνέεργε χιτῶνα.
πειθοῦς γὰρ τάδε πάντα προάγγελα· παρθενικῆς δὲ
165 πειθομένης ποτὶ λέκτρον ὑπόσχεσίς ἐστι σιωπή.
ἤδη δὲ γλυκύπικρον ἐδέξατο κέντρον Ἐρώτων.
θέρμετο δὲ κραδίην γλυκερῷ πυρὶ παρθένος Ἡρώ,
κάλλεϊ δ᾽ ἱμερόεντος ἀνεπτοίητο Λεάνδρου.
ὄφρα μὲν οὖν ποτὶ γαῖαν ἔχεν νεύουσαν ὀπωπήν,
170 τόφρα δὲ καὶ Λείανδρος ἐρωμανέεσσι προσώποις
οὐ κάμεν εἰσορόων ἁπαλόχροον αὐχένα κούρης.
ὀψὲ δὲ Λειάνδρῳ γλυκερὴν ἀνενείκατο φωνὴν
αἰδοῦς ὑγρὸν ἔρευθος ἀποστάζουσα προσώπου·
«Ξεῖνε, τεοῖς ἐπέεσσι ταχ᾽ ἂν καὶ πέτρον ὀρίναις.
175 τίς σε πολυπλανέων ἐπέων ἐδίδαξε κελεύθους;
ὤμοι, τίς σε κόμισσεν ἐμὴν εἰς πατρίδα γαῖαν·
ταῦτα δὲ πάντα μάτην ἐφθέγξαο. πῶς γὰρ ἀλήτης,
ξεῖνος ἐὼν καὶ ἄπιστος, ἐμοὶ φιλότητι μιγείης;
ἀμφαδὸν οὐ δυνάμεσθα γάμοις ὁσίοισι πελάσσαι·
180 οὐ γὰρ ἐμοῖς τοκέεσσιν ἐπεύαδεν. ἢν δ᾽ ἐθελήσῃς
ὡς ξεῖνος πολύφοιτος ἐμὴν εἰς πατρίδα μίμνειν,
οὐ δύνασαι σκοτόεσσαν ὑποκλέπτειν Ἀφροδίτην.
γλῶσσα γὰρ ἀνθρώπων φιλοκέρτομος· ἐν δὲ σιωπῇ
ἔργον ὅ περ τελέει τις, ἐνὶ τριόδοισιν ἀκούει.
185 εἰπὲ δέ, μὴ κρύψῃς, τέον οὔνομα καὶ σέο πάτρην.
οὐ γὰρ ἐμόν σε λέληθεν, ἔχω δ᾽ ὄνομα κλυτὸν Ἡρώ.
πύργος δ᾽ ἀμφιβόητος ἐμὸς δόμος οὐρανομήκης,
ὧ ἔνι ναιετάουσα σὺν ἀμφιπόλῳ τινὶ μούνη
Σηστιάδος πρὸ πόληος ὑπὲρ βαθυκύμονας ὄχθας
190 γείτονα πόντον ἔχω στυγεραῖς βουλῇσι τοκήων.
οὐδέ μοι ἐγγὺς ἔασιν ὁμήλικες οὐδὲ χορεῖαι
ἠιθέων παρέασιν. ἀεὶ δ᾽ ἀνὰ νύκτα καὶ ἠῶ
ἐξ ἁλὸς ἠνεμόφωνος ἐπιβρέμει οὔασιν ἠχή.»
Ὣς φαμένη ῥοδέην ὑπὸ φάρεϊ κρύπτε παρειὴν
ἔμπαλιν αἰδομένη, σφετέροις δ᾽ ἐπεμέμφετο μύθοις.

***
Με τούτα πλάνησε τον νου της κόρης άθελά της·τα λόγια αγάπη γέννησαν και πήρε την καρδιά της.160Αμίλητη, τα μάτια της έγειρε η κόρη κάτω,τα μάγουλα, που ντροπαλά κοκκίνιζαν, να κρύψει·κι έξυνε με τ᾽ ακρόχναρο την γη και ντροπιασμένη,όλο και το χιτώνι της εμάζευε στους ώμους.Τούτα θα πουν πως άρχισε μια κόρη να συγκλίνει·165αγκαλιάν μόνον και φιλί σού τάζει η σιωπή κείνη.Τώρα και το γλυκόπικρο κεντρί του Πόθου εδέχθηκι άναψ᾽ η κόρη από γλυκιά φωτιά μες στην καρδιά της,και του Λεάνδρου οι ομορφιές την εψυχομαράναν.Κείνος, όσο την όψην της σκυφτή καταγής είχε,170τόσο και δεν εχόρταινε με λιγωμένα μάτιατης κόρης τον χιονόλαιμο ν᾽ ακριβοκαμαρώνει,ώσπου άνοιξε το στόμα της κι εγλυκαπολογήθη·και κοκκινάδι απόσταζε ντροπής το πρόσωπό της.«Ξένε, εσύ με τα λόγια σου θ᾽ ανάγερνες και πέτρα.175Ποιός σ᾽ έμαθε να λες αυτά τα πλανερά λογάκια;Ποιός (συμφορά μου) σ᾽ έφερε μες στον δικό μου τόπο;Μόν᾽ όλα τα ᾽πες άδικα· τι πώς, καλέ, περάτης,άνθρωπος ξένος κι άπρακτος μαζί μ᾽ εμέ θα σμίξεις;Να παντρευτούμε φανερά με γάμο τιμημένο180δεν ημπορούμε· να σ᾽ το πω: δεν θέλουν οι γονιοί μου.Αν πάλι θέλεις στην Σηστό να πολυμπαινοβγαίνεις,δεν δύνασαι παραχωστά να κρύβεις την αγάπη·του κόσμου η γλώσσα το κακό πάντ᾽ αγαπάει να λέεικι ό,τι σιγά κάμει κανείς μες στα στενά τ᾽ ακούει.185Μα χάρισέ μου τ᾽ όνομα και τον καλό σου τόπο·μη μου το κρύψεις· πως με λεν εμένα Ηρώ το ξεύρεις.Μονή μου ουρανοκόλλητος και βοερός πύργος είναικαι μέσα εκεί μονόψυχη με μιαν κάθομαι βάγιαπερίγιαλα και ξέχωρα· κι έχω γειτόνισσά μου190την θάλασσα όπως ήθελαν οι άσπλαχνοι οι γονιοί μου.Δεν μου είν᾽ εκεί συνήλικες, ουδέ χοροί δεν είναι,κι ολήμερα κι ολόνυκτα πάντα δονά στ᾽ αυτιά μουτο βογκητό της θάλασσας, της ανεμοδαρμένης».Όσο και τα ᾽πεν, έκρυψε την όψη στην ποδιά της195τι ξαναντράπη μόνη της και καταγνώννει ό,τι είπε.

Ο Κικέρων και ο αιώνιος κυνισμός του υποψηφίου

«Όλοι προτιμούν ένα ψέμα από μια άρνηση.»

Ο Κόιντος Κικέρων γράφει σε επιστολή[1] τις συμβουλές του στον αδερφό του Μάρκο Κικέρων (τον πιο διάσημο από τους δύο) για το πώς να διασφαλίσει αρκετές ψήφους ώστε να αναλάβει το αξίωμα του ύπατου στο κράτος της Ρώμης. Δεν είναι φυσικά ότι ο Μάρκος δεν ξέρει πώς να κερδίσει ψηφοφόρους, ή υποστήριξη στην ψηφοθηρία, αλλά, όπως του γράφει ο μικρός του αδερφός, είναι χρήσιμο να υπάρχουν συγκεντρωμένα σε ένα μέρος όλα όσα θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει από το οπλοστάσιό του για να κερδίσει το αξίωμα. Το μεγαλύτερο εμπόδιο του Μάρκου αποτελεί το γεγονός πως είναι «νέος άνδρας» (homo novus), είναι δηλαδή ο πρώτος στην οικογένειά του που επιδιώκει αυτό το αξίωμα. Ο Κόιντος θεωρεί πως το μέσο για να ξεπεράσει αυτό το εμπόδιο είναι οι ρητορικές του ικανότητες, τις οποίες έχει τροχίσει μελετώντας το έργο του ρήτορα Δημοσθένη. Ο κόσμος της Ρώμης ελέγχεται με τη ρητορεία –έτσι γοητεύεται και έτσι εμποδίζεται απ’ το να ενοχλεί ή να βλάπτει.
 
Η πόλη, ένα συνονθύλευμα εθνικοτήτων όπου πρέπει να προσαρμοστεί κανείς σε μια ποικιλία χαρακτήρων, λόγων και αισθημάτων, είναι για τον Κόιντο γεμάτη παγίδες, απάτες, κακίες κάθε είδους, ένα μέρος όπου «πρέπει να υφίστασαι τη θρασύτητα, την κακοβουλία, την υπεροψία, το μίσος, την αυθάδεια του πλήθους». Εχθρότητα και δυσφήμηση κάνουν σχεδόν αδύνατο να ζει κανείς εκεί, και τη δουλειά κάποιου που θέλει να αναλάβει κάποιο αξίωμα με ψήφο του λαού ένα πολύ μεγάλο βάρος. Ο κυνισμός του Κόιντου είναι ολοφάνερος και πρέπει να εννοηθεί πως και ο αδερφός του τον συμμερίζεται. Ενώ δεν έχει ούτε έναν καλό λόγο να πει για το λαό της Ρώμης, μετά από τη ζοφερή πραγματικότητα που περιγράφει παραπάνω συνεχίζει διατεινόμενος πως το χειρότερο χαρακτηριστικό των Ρωμαίων είναι η λήθη˙ η λήθη που συνεπάγεται αχαριστία προς τον Μάρκο για όλα όσα έχει προσφέρει στην καριέρα του σαν δικηγόρος, αγορανόμος και δικαστής, αλλά και για τις εξυπηρετήσεις που έχει κάνει σε επιφανείς άντρες.
 
«Και επειδή σ’ αυτήν την πόλη το πιο μεγάλο ελάττωμα είναι η λήθη, από τη στιγμή που η διαφθορά εξαπλώνεται, προσπάθησε να κάνεις γνωστή πολύ καλά την αρετή σου και την τιμή σου˙ θέλω να πω ότι πρέπει να καταλάβεις πως εσύ είσαι στην καλύτερη θέση, ώστε οι ανταγωνιστές σου να φοβηθούν ότι θα δικαστούν˙ να μάθουν ότι τους επιτηρείς, ότι τους παρακολουθείς˙ οπότε όχι μόνο θα φοβούνται τη δραστηριότητά σου, το γόητρό σου, τη ρητορική σου δύναμη, αλλά ακόμα και την υποστήριξη που σου παρέχουν οι ιππείς.»
 
Δεν είναι ότι πρέπει να επιτεθεί ανοιχτά στους υπόλοιπους υποψήφιους με απειλές δικαστηρίων ή ρητές δηλώσεις εναντίον τους, αλλά οι ανταγωνιστές πρέπει να είναι σίγουροι πως, σε περίπτωση που κερδίσει στις εκλογές, αν ο Μάρκος το αποφάσιζε αυτοί θα κινδύνευαν από έναν εχθρό αποφασισμένο και αποτελεσματικό στο να καταστρέψει την καριέρα τους, ίσως και κάτι παραπάνω. Οι απειλές όμως μπορούν να αντικρουστούν εύκολα και δημόσια από τους αντιπάλους, ενώ οι υπόνοιες και οι ψίθυροι λειτουργούν πιο καταλυτικά στην κακοφημία τους. Φυσικά, αν ο Μάρκος βρει στοιχεία κατηγορίας οφείλει να τα χρησιμοποιήσει κατά το δοκούν και προς το συμφέρον του, και μάλιστα είναι υποχρεωμένος να ψάξει για αυτά εφόσον θα του χαρίσουν το πολυπόθητο ρόλο του ύπατου.
 
Οι ευγενείς ανταγωνιστές του (ο Πόπλιος Γάλβας, ο Λεύκιος Κάσσιος, ο Γάιος Αντώνιος και ο Κατιλίνας) θα τον ζηλεύουν εξαιτίας της πρωτιάς του στην οικογένειά του για τη διεκδίκηση του αξιώματος, και θα κάνουν τα πάντα για να τον υποσκελίσουν. Θα είναι όμως δύσκολο να πουν πως η ευγενική καταγωγή τους είναι καλό κριτήριο της αξίας τους ενώ του Κικέρωνα η κερδισμένη από τα έργα του αξία όχι.
 
Συνεχίζει γράφοντας: «Όταν κάνουμε εκστρατεία για ένα αξίωμα, πρέπει να εξασφαλίζουμε μεθοδικά δύο πράγματα: την αφοσίωση των φίλων και τη συμπάθεια του λαού». Τρεις είναι οι τρόποι για να κερδηθεί η συμπάθεια: η υποχρέωση, η ελπίδα και η αφιλοκερδής συμπάθεια.
 
Ο Κόιντος δεν ασχολείται με ρητορείες για το καλό του λαού και το συμφέρον του τόπου. Αυτό είναι δουλειά του υποψήφιου αδερφού του, ο οποίος πρέπει να πουλήσει ελπίδα και κύρος τόσο στους πολίτες όσο και στους επιφανείς άρχοντες που έχουν τη δύναμη επιρροής για να τον αναδείξουν στο αξίωμα. Κατά τη διάρκεια της προεκλογικής εκστρατείας πρέπει να δείχνει δημόσια το πλήθος των φίλων του καθώς και την ποικιλία τους, αλλά και το ποιόν τους. Με το μέρος του έχει επιχειρηματίες (δημοσιώτες), την ιππική τάξη, ευγενείς, όσους είχε υπερασπιστεί επιτυχημένα στο δικαστήριο με τις αγορεύσεις τους, συντεχνίες, νέους που τον ακολουθούν «για να μάθουν την τέχνη της ευγλωττίας», και πιστούς φίλους. Δημόσιες εμφανίσεις με όλους αυτούς αλλά και δημόσια στήριξη εκ μέρους τους θα είναι μεγάλα ατού για αυτόν. Το κομμάτι της νεολαίας που τον ακολουθεί πρέπει να προσεχτεί ιδιαιτέρως αφού, όσον αφορά την ψηφοθηρία, τη διάδοση ειδήσεων και τη συνοδεία του υποψηφίου, οι νέοι είναι που δείχνουν εκπληκτικότερο ζήλο, και μάλιστα ολοφάνερα. Είναι σημαντικό για τον Μάρκο να φαίνεται συνέχεια περιτριγυρισμένος από πολλούς και άξιους. Μια ωραία συνοδεία που τον ακολουθεί στην αγορά φέρνει φήμη και γόητρο.
 
Όλοι όσοι είναι υποχρεωμένοι στον Κικέρωνα, τώρα είναι η ώρα να ξεπληρώσουν το χρέος τους. Τώρα είναι η ευκαιρία να ανταποδοθούν χάρες και να δοθούν υποσχέσεις. Οι απαιτήσεις, οι υπενθυμίσεις και οι παρακλήσεις πρέπει να πολλαπλασιαστούν με επιμονή για να μη χαθεί η ευκαιρία να ανταποδώσουν όσα του οφείλουν. Εξάλλου, τους συμφέρει να ανταποδώσουν χάρες που τους είχαν εξυπηρετήσει˙ αν δεν το κάνουν θα χάσουν και την εκτίμηση του δικού τους περιβάλλοντος. Η συνεισφορά τους στην εκστρατεία αποτελεί, εκτός από υποχρέωση, ευκαιρία να ξεφορτωθούν «το βάρος του χρέους», όπως γράφει ο Κόιντος, αλλά και να αποφύγουν την κακοφημία που συνεπάγεται η αχαριστία. Και αν οδηγηθούν στο συμπέρασμα πως έχουν να ελπίζουν σε μελλοντική ανταπόδοση αυτής της εξυπηρέτησης, ακόμα καλύτερα. Πρέπει, λοιπόν, ο Μάρκος να παρατηρεί προσεκτικά τη συμπεριφορά τους και να διακρίνει τις ικανότητες και την καταγωγή τους, για να τους μεταχειριστεί κατάλληλα, να υποσχεθεί ταιριαστά στον καθένα οφέλη, και να μη χάνει τον καιρό του με ανίκανους ή ασήμαντους. «Δεν υπάρχει πιο μάταιο πράγμα από το να υπολογίζεις ως οπαδό κάποιον τον οποίο δεν γνωρίζεις καν».
 
Γι’ αυτούς που τον συμπαθούν αφιλοκερδώς, νύξεις πως συμπαράσταση στην προεκλογική εκστρατεία θα οδηγήσει σε πιο στενή φιλία θα δημιουργήσουν τις προϋποθέσεις για τη στήριξή τους. Κανένα χρήσιμος πολίτης δεν πρέπει να μείνει χωρίς να τον επισκεφτεί ο υποψήφιος. Και σε κανέναν δεν πρέπει να επιτραπεί να ισχυρισθεί αργότερα πως δεν τον παρακάλεσε όταν είχε ευκαιρία και ανάγκη, ούτε ότι δεν το έκανε έντονα κι με επιμονή. Αυτό θα ισοδυναμούσε με σπατάλη ευκαιριών για κέρδος πιθανών ψήφων, αλλά και αφορμή για τον παραμελημένο να πει αργότερα πως δεν τον θυμήθηκε στην ώρα ανάγκης του.
 
Όσο για τους φίλους, ο Μάρκος θα πρέπει να ευρύνει εννοιολογικά την αντίληψή του για το ποιους θα ονομάζει έτσι, αφού για έναν υποψήφιο πρέπει «η έννοια αυτής της φιλίας να εκλαμβάνεται πιο ευρέως απ’ ό,τι στην καθημερινή ζωή». Οποιοσδήποτε δείχνει το ελάχιστο ενδιαφέρον ή συχνάζει στο σπίτι του πρέπει να θεωρείται ‘φίλος’, η αφοσίωση του οποίου θα αποκτηθεί με ευεργεσίες που του έχει κάνει ή με την υπόσχεση μελλοντικών.
 
Οι υπόλοιποι, οι πραγματικοί φίλοι, πρέπει να εξασφαλιστεί πως θα τον εκτιμούν και θα τον αγαπούν. Για τον Κόιντο όμως, στον πολιτικό αγώνα δε χωράνε αυθεντικές ανθρώπινες σχέσεις˙ χωρίς περιορισμούς, επιφυλάξεις ή ανταλλάγματα. Αυτές είναι μόνο προϋποθέσεις για την επίτευξη του στόχου. Και προσοχή στους γείτονες, τους πελάτες και τους δούλους! «Διότι τα λόγια που θεμελιώνουν μια φήμη προέρχονται σχεδόν πάντα από τους οικείους». (Εδώ θα ήταν μάλλον δίκαιο να σημειώσουμε πως ο Μάρκος Κικέρων, στον διάλογό του Περί Φιλίας, αποδεικνύεται πολύ πιο ζεστός άνθρωπος απ’ ό,τι πιθανόν θα ήθελε ο Κουίντος να μας κάνει να πιστέψουμε. Η περιγραφή του τού φίλου ως κάτι τόσο πολύτιμο όσο ο ήλιος για τον κόσμο, θα πρέπει να μας κάνει να το ξανασκεφτούμε πριν του αποδώσουμε χαρακτηριστικά όπως «Μακιαβελικός» – αν και ο Μακιαβέλι ο ίδιος θα έπρεπε ίσως να ιδωθεί όχι ως κυνικός, αλλά ρεαλιστής· και ο Ηγεμόνας του ως απλή περιγραφή του κόσμου, όχι ως ηθικολογία.)
 
Αυτοί που εμφανίζονται απλώς για να χαιρετήσουν, πρέπει να πιστέψουν πως όσο μικρή και να είναι η προσφορά τους, τον αγγίζει βαθύτατα και θα τη θυμάται πολύ καλά. Πρέπει να τους επαινεί, και μάλιστα μπροστά στους φίλους τους, για να αισθανθούν σημαντικοί. Έτσι, όσοι από αυτούς αμφιταλαντεύονται για το ποιον να υποστηρίξουν, θα γίνουν γνήσιοι οπαδοί. Και αν κάποιος από αυτούς είναι εκεί για να ρίξει στάχτη στα μάτια του υποψηφίου ενώ πίσω από την πλάτη του τον κακολογεί, δεν πρέπει να φανεί πως ο υποψήφιος το ξέρει. Ακόμα κι αυτός μπορεί να κερδηθεί. «Το να μην εμπιστεύεσαι εύκολα αποτελεί δείγμα σοφίας», αλλά και η ζήλια κάποιου μπορεί να μετατραπεί σε δήλωση φιλίας, με τον κατάλληλο χειρισμό. Η έχθρα κάποιου, αν προέρχεται επειδή ο Μάρκος επιτέθηκε στα συμφέροντά του σε κάποια προηγούμενη περίσταση, μπορεί να μετατραπεί σε υποστήριξη αν ο τέως προσβαλλόμενος πειστεί πως η επίθεση επήλθε λόγω φιλίας του Μάρκου με τον δικό του αντίπαλο, και άρα μια φιλία με τον Μάρκο θα σημαίνει υπεράσπιση των δικών του συμφερόντων σε μελλοντικές παρόμοιες περιστάσεις.
 
Το σπίτι του υποψηφίου πρέπει να είναι συνέχεια ανοιχτό σε όλους, και αν δεν είναι συνέχεια γεμάτο σημαίνει πως δεν δίνει αρκετές υποσχέσεις. «Ποτέ δε θα βλέπαμε το σπίτι μας γεμάτο εάν δεχόμασταν μόνο αυτούς που μπορούμε να εξυπηρετήσουμε». ‘Ανοιχτό’ πρέπει να είναι και το ύφος του υποψηφίου, η έκφρασή του. Να δίνει την εντύπωση πως ακούει με ενδιαφέρον το αίτημα του επισκέπτη, να φαίνεται πως είναι γενναιόδωρος και με κατανόηση. Αν το αίτημα είναι κάτι που μπορεί να ικανοποιήσει, να δείξει ότι θα το κάνει με προθυμία, όχι σαν βάρος. Αλλιώς, ο επισκέπτης μπορεί να μην πιστέψει στην πραγματοποίηση της εξυπηρέτησης και να χαθεί η ψήφος.
 
Αν το αίτημα είναι κάτι που δεν μπορεί να γίνει, δεν πρέπει να του το αρνηθεί. Αν το αρνηθεί, θα δείξει πως είναι «καλός άνδρας». Αν όχι, πως είναι «καλός υποψήφιος». Το πρώτο όμως δεν χαρίζει την επιτυχία. Η υπόσχεση πρέπει να δοθεί ακόμα κι αν δεν είναι δυνατόν να πραγματοποιηθεί. Θα είναι αποκαρδιωτικό για τον επισκέπτη να πάρει αρνητική απάντηση επιτόπου, ενώ αν αργότερα δεν ικανοποιηθεί το αίτημά του, θα είναι πιο εύκολο να κατανοήσει πως υπάρχουν αντικειμενικοί λόγοι για τους οποίους δεν μπορεί να περαιωθεί, ή πως ο Μάρκος δεν είναι σε θέση να του το ικανοποιήσει αυτήν τη στιγμή. «Όλοι προτιμούν ένα ψέμα από μια άρνηση».
 
Κάποιοι γοητεύονται από ένα πρόσωπο και μια κουβέντα πολύ περισσότερο από την πιθανότητα της μελλοντικής πραγματοποίησης μιας υπόσχεσης. Άλλοι, ζητάνε μια εξυπηρέτηση περισσότερο για να μάθουν αν μπορούν γενικά να υπολογίζουν σε κάποιον, παρά για να πραγματοποιηθεί η συγκεκριμένη χάρη. Ζητάνε ακόμα και κάτι που ξέρουν ότι δεν είναι πραγματοποιήσιμο, αλλά θέλουν να ξέρουν ότι ο υποψήφιος θα είναι στο πλευρό τους και τους καταλαβαίνει˙ ότι είναι ο άνθρωπός τους. Κι αν κάποιος απογοητευτεί αργότερα από την αγνόηση του αιτήματός του, θα είναι πολύ αργά. «Όσο για την οργή εκείνου στον οποίο λες ψέματα, είναι το τελευταίο πράγμα που θα σε απασχολήσει!»
 
Αν κάτι κάνει εντύπωση στο κείμενο του Κόιντου, δεν είναι το πόσο εξαιρετικό είναι, αλλά η κοινοτοπία του. Και αν κάποιος ζητά απόδειξη του ρητού «η ιστορία επαναλαμβάνεται» δεν νομίζω να χρειαστεί καλύτερο (ή συντομότερο) παράδειγμα από την επιστολή του για να πειστεί. Ο Κόιντος διαβλέπει όσα κάθε μεταγενέστερος πολιτικός που ζητά ψήφους μαθαίνει πολύ γρήγορα στην καριέρα του. Το πώς πρέπει να καλοπιάνει τους επιφανείς και να τους πείθει πως θα δουλέψει για τη σταθερότητα του πολιτεύματος ‘αδειάζοντας’ τους πληβείους, που δεν του είναι εξίσου χρήσιμοι, ενώ μπροστά σε αυτούς μιλάει για ανατροπές στο σύστημα και πρόοδο, το πώς να μοιράζει υποσχέσεις όσο πιο γενικόλογες γίνεται, να απευθύνεται σε όσο το δυνατό μικρότερες ομάδες συμφερόντων αναγνωρίζοντας τις ιδιαιτερότητές της για να τις μεταχειρίζεται αντίστοιχα με τις ανάγκες της, να κάνει εντυπωσιακή την εκστρατεία του με φανφάρες και πολυπληθείς εμφανίσεις στην αγορά, αλλά και την αξία τού να διατηρεί καλά στη μνήμη πρόσωπα και ονόματα των υποστηρικτών του για να δείχνει πιο ανθρώπινο, φιλικό πρόσωπο. Το να κερδίσει ο πολιτικός τη νεανική ψήφο είναι σήμερα όσο σημαντικό ήταν πάντα, αφού αυτοί καλούνται να παίξουν το ρόλο μικρών υποψηφίων, προπαγανδίζοντας πειθήνια και ενεργητικά τις θέσεις του αρχηγού, ενώ ταυτόχρονα η αρνητική διαφήμιση (ή η δυσφήμιση) προτείνεται όχι απλά σαν χρήσιμη αλλά σαν απαραίτητη για την επίτευξη του στόχου.
 
«Πρόσεξε πολύ ώστε η εκστρατεία σου να είναι εν τέλει μεγαλειώδεις, φωτεινή, εκκωφαντική, δημοφιλής˙ ώστε να έχει ευπρέπεια και παραδειγματική αξιοπρέπεια˙ να ψάξεις να βρεις κάποιο στοιχείο ενοχοποιητικό για τους ανταγωνιστές σου (έγκλημα, διαφθορά ή ανηθικότητα) σύμφωνα με το χαρακτήρα τους».
 
Από όπου και αν προέρχεται  η γνώση του Μάρκου Κικέρωνα της πολιτικής στρατηγικής που παρουσιάζεται στην επιστολή, είτε την απόκτησε από τον αδερφό του είτε μέσα από τη δική του τριβή στην πολιτική σκηνή της Ρώμης, την επόμενη χρονιά (το 63 π.Χ., όταν ήταν 43 χρόνων) κέρδισε στις εκλογές το αξίωμα του ύπατου ακολουθώντας αυτές ακριβώς τις συμβουλές, οι οποίες, μοιραία, θα είναι χρήσιμες σε κάθε υποψήφιο για κάθε αξίωμα.
---------------
[1] Εφόσον η επιστολή είναι γραμμένη σε ρητορική μορφή, η οποία δεν θα περιμέναμε να χρησιμοποιείται σε γράμμα προς τον αδερφό του συγγραφέα, η αυθεντικότητά της έχει αμφισβητηθεί. Όμως, από τη στιγμή που αυτό που είναι σημαντικό εδώ είναι το περιεχόμενο του κειμένου και όχι η ταυτότητα του συγγραφέα, αυτό έχει μικρή σημασία. Επιπροσθέτως, θα το έβρισκα άστοχο να πει κανείς πως αυτά που περιγράφονται δεν αφορούν την πραγματικότητα της πολιτικής σκηνής.

Η Απατηλή Γοητεία του Αιθεροβάμονα Έρωτα

Αποτέλεσμα εικόνας για Η Απατηλή Γοητεία του Αιθεροβάμονα Έρωτα«Μια καρδιά που αγαπά μένει πάντα νέα» ελληνικό γνωμικό
 
Συμπόσιο, μέρος τρίτο – Το εγκώμιο του Ερυξίμαχου
 
Στο Συμπόσιο του Πλάτωνα, ένας μετά τον άλλο οι συμπότες βγάζουν λόγο επαινώντας τον έρωτα. Ο Παυσανίας (τρίτος στη σειρά) τελειώνει το εγκώμιό του στον έρωτα έχοντας κάνει τον διαχωρισμό μεταξύ χυδαίου έρωτα (του Πάνδημου, του σαρκικού, που έχει αντικείμενο το σώμα) και ενάρετου (του Ουράνιου, που έχει σκοπό την πνευματική ανόρθωση και αντικείμενο την ψυχή).
 
Ο Ερυξίμαχος (γιατρός) συμπληρώνει στον Παυσανία, αφού θεωρεί ότι ξεκίνησε σωστά αλλά δεν ανέλυσε το θέμα επαρκώς. «Ο Έρωτας δεν περιορίζεται μόνο στις ψυχές των ανθρώπων…μα εντοπίζεται και στα ζώα, στα φυτά της γης και σε όλα τα όντα»185e. Ο έρωτας, με τις δύο υποστάσεις του, αποτελεί φυσική κληρονομιά όλων των σωμάτων. Και αφού η υγεία του σώματος είναι διαφορετική από τη νοσηρότητα, και τα ανόμοια πράγματα ποθούν και ερωτεύονται με ανόμοιο τρόπο (δηλαδή τα διαφορετικά όντα έχουν διαφορετικές επιθυμίες), άλλος έρωτας γεννιέται στο υγιές σώμα, και άλλος στο άρρωστο. Και όπως είναι ωραίο να ανταποκρίνεται κανείς στους αξιόλογους ανθρώπους και ντροπή να ενδίδει στους ακόλαστους, έτσι συμβαίνει και με όλους τους ζωντανούς οργανισμούς. Για να είναι κάποιος υγιής, πρέπει να ικανοποιεί τα καλά και υγιή στοιχεία και να πολεμά τα κακά και νοσηρά. Άρα ιατρική είναι η επιστήμη των ερωτικών σχέσεων του σώματος, που αποσκοπούν στον κορεσμό και την εκτόνωση. «Αποστολή του γιατρού είναι να συμφιλιώνει τα αλληλομισούμενα στοιχεία του οργανισμού, ώστε να αισθανθούν αμοιβαίο έρωτα»186d. Σκοπός του καλύτερου εκπροσώπου της εφαρμοσμένης ιατρικής γίνεται αυτή η παρέμβαση, η οποία θα αποβάλει τον αισχρό έρωτα για να υιοθετηθεί ο αξιοπρεπής, καθώς και η έμπνευση του έρωτα σε σώμα που δεν έχει.
 
Αλληλομισούμενα στοιχεία στον οργανισμό είναι τα διαμετρικά αντίθετα: ψυχρό-θερμό, πικρό-γλυκό, ξηρό-υγρό κλπ. Ο Ασκληπιός, ο θεός της Ιατρικής, αυτό το θεμέλιο έβαλε στην επιστήμη, την έμπνευση έρωτα και ομόνοιας σε αυτά τα στοιχεία. «Η ιατρική στο σύνολό της λειτουργεί υπό τη διεύθυνση του θεού Έρωτα, όπως επίσης και η γυμναστική και η γεωργία»186e, αλλά και η μουσική. Η αρμονία στη μουσική δημιουργείται με τη «συμφωνία» των ψηλών και χαμηλών τόνων και ο ρυθμός από τη συμφωνία των γρήγορων και των αργών. Η συμφωνία αυτή δημιουργείται από τη μουσική όταν εμπνέει έρωτα και ομόνοια μεταξύ των τόνων και των ρυθμών. Άρα, η μουσική είναι επιστήμη των ερωτικών σχέσεων στις αρμονίες και στους ρυθμούς.
 
Μέχρι εδώ στο εγκώμιο του Ερυξίμαχου δεν εμφανίζεται θέμα δισυπόστατου του έρωτα. Αυτό προκύπτει όταν παρουσιαστεί η ανάγκη, για την καλλιέργεια του ανθρώπου, να αξιοποιηθεί ο ρυθμός και η αρμονία είτε με τη σύνθεση είτε με την εκτέλεση. Δίκιο έχει ο Παυσανίας, λέει ο Ερυξίμαχος, ότι πρέπει να ικανοποιούμε την επιθυμία και να συντηρούμε τον έρωτα των αξιοπρεπών και όσων θέλουν να γίνουν αξιοπρεπείς. Αυτός είναι ο Ουράνιος Έρωτας, ενώ ο Πάνδημος πρέπει να προσφέρεται με περίσκεψη μόνο, ώστε να απολαμβάνει κανείς την ηδονή, χωρίς να πέφτει σε ακολασία. Έτσι και στην ιατρική, πρέπει να εξασφαλίσουμε τη σωστή χρήση της γευστικής ευχαρίστησης, ώστε να γευόμαστε απολαύσεις χωρίς τις βλαβερές συνέπειες. «Επομένως και στη μουσική και στην ιατρική και σε όλα τα άλλα, ανθρώπινα και θεϊκά, όσο είναι εφικτό, πρέπει να επιμένουμε στη διάκριση των δύο μορφών του έρωτα, γιατί και οι δύο υπάρχουν παντού»187e.
 
Η κυριαρχία του Έρωτα επεκτείνεται σε όλη τη φύση, καθώς, όταν τα στοιχεία (θερμά-ψυχρά κλπ) συναντήσουν τον κόσμιο έρωτα και εναρμονιστούν, οι εποχές του έτους φέρνουν άφθονη σοδειά και υγεία στους ανθρώπους και τα ζώα, όταν όμως υπερισχύσει ο αλαζονικός έρωτας, προκαλούνται καταστροφές και απώλειες, λοιμοί και ασθένειες. «Οι παγετοί και το χαλάζι και η ερυσίβη χτυπούν τα φυτά και τα ζώα, γιατί σε αυτού του είδους τις ερωτικές σχέσεις ανατρέπεται η ισορροπία, και επικρατεί η βάναυση παραβίαση του μέτρου»188b. Και οι τροχιές των άστρων που μελετά η αστρονομία και οι θυσίες των μάντεων και γενικότερα η επικοινωνία ανθρώπων και θεών αποβλέπουν στη φροντίδα του Έρωτα. «Γιατί η ασέβεια προκύπτει συνήθως από εκείνον που αρνείται να ανταποκριθεί στο κάλεσμα του κόσμιου Έρωτα»188b.
Σκηνή συμποσίου σε τοιχογραφία από τάφο στο Paestum Ιταλίας, 475 π.Χ.
Σκηνή συμποσίου σε τοιχογραφία από τάφο στο Paestum Ιταλίας, 475 π.Χ.

Ο Έρωτας, λοιπόν, με τις δύο υποστάσεις του, θα έλεγε κανείς πως είναι παντοδύναμος. «Ο Έρωτας που υπηρετείται από ανθρώπους με σωφροσύνη και δικαιοσύνη, και στον κόσμο των θεών και στο δικό μας, αυτός είναι πραγματικά παντοδύναμος και μας χαρίζει κάθε ευτυχία, ενώ συγχρόνως μας εξασφαλίζει την απρόσκοπτη επικοινωνία και την αμοιβαία αγάπη, ακόμη και με τους θεούς που είναι ανώτεροί μας»188d. Όπως η ιατρική εναρμονίζει τα οργανικά μέρη του σώματος, έτσι και ο Έρωτας θα εναρμονίσει τις σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων, αλλά και τις σχέσεις των ανθρώπων με τους θεούς.
 
Ο Ερυξίμαχος αποδεικνύεται επιφανειακός, αφού το μόνο που φαίνεται ότι θέλει να προσθέσει με το εγκώμιό του, είναι ότι στον έρωτα πρέπει να τηρείται το μέτρο, όπως και σε όλα τα άλλα πράγματα, περιγράφοντας μια εικόνα του κόσμου που είναι μάλλον μεταφυσική, ενώ ταυτόχρονα η γλώσσα του έχει την επίφαση επιστημοσύνης, σε ένα εγκώμιο χωρίς εις βάθος ανάλυση και χωρίς ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Καταλήγει πολλές φορές να φτιάχνει εγκώμιο στην ιατρική παρά στον Έρωτα, σαφώς οδηγημένος από την ιδιότητα του ιατρού, που εξασκεί. Ο έρωτας, εν τέλει, για τον Ερυξίμαχο είναι το ίδιο το μέτρο (ή αλλιώς η αρμονία που αυτό επιτυγχάνει), δηλαδή περισσότερο μια ποσοτική αξία παρά μια αυθύπαρκτη έννοια ή διαδικασία. Τον βάζει να κυριαρχεί και να «εξηγεί» το καθετί στον κόσμο˙ τις σχέσεις ανθρώπων με θεούς και μεταξύ τους, την υγεία των ανθρώπων και των ζώων, την φύση και τα καιρικά φαινόμενα, τη μουσική… Τον μετέτρεψε σε κάποιου είδους συμπαντική δύναμη που αποδίδεται στα πάντα κι έτσι χάνεται στο σύνολο˙ γιατί μόνο το τίποτα χωράει στα πάντα. Εν ολίγοις, ο Ερυξίμαχος θυμίζει τις αοριστολογίες και τις κενές υποσχέσεις ενός Πάολο Κοέλο ή ενός Ντίπακ Τσόπρα˙ μεγάλα λόγια συγκαλυμμένα με όμορφες εικόνες, καλές προθέσεις και επιστημονικοφανή σοβαροφάνεια. Είναι να αναρωτιέται κανείς αν ο Ερυξίμαχος είχε ερωτευτεί ποτέ.
 
Όσο για την πλατωνική αφήγηση στο κείμενο, που αφορά τα διαδικαστικά του συμποσίου, εκεί ο Ερυξίμαχος αποδεικνύεται μάλλον συντηρητικός, αφού αυτός είναι που προτείνει να μην πιούν πολύ, ρυθμίζοντας την ποσότητα του κρασιού που θα καταναλώσει ο καθένας, και είναι ο πρώτος, μαζί με τον Φαίδρο, που αποχωρεί από την παρέα όταν αρχίζουν να το παρακάνουν στην καλοπέραση. Αποφεύγει τον εμπλουτισμό του λόγου μέσω της μυθολογικής αφήγησης (που χρησιμοποιούν οι άλλοι), ο λόγος του είναι στεγνός και αυστηρός, και δείχνει αυταρέσκεια (διορθώνει σε ένα σημείο τον προσωκρατικό φιλόσοφο Ηράκλειτο). Προσεκτικός στα λόγια του, αποτυχαίνει να αναφερθεί στον «παιδικό έρωτα», όπως έκαναν οι προηγούμενοι και θα κάνουν και οι επόμενοι, τηρώντας μάλλον αυτά που κήρυξε, κρατώντας το μέτρο όχι μόνο στις πράξεις, αλλά και στα λόγια του. Ακόμα και ο Leonard Bernstein στο έργο που έγραψε εμπνευσμένος από το Συμπόσιο (Serenade After Plato’s Symposium), αφιέρωσε στον Ερυξίμαχο μόλις ενάμιση λεπτό.
 
Πλάτων – Συμπόσιον (ή περί έρωτος – ηθικός)

Είπαν οι Ρωμαίοι για τους Έλληνες: Οι Έλληνες είναι αρρωστημένα ατομιστές και εγωκεντρικοί.

Οι Ρωμαίοι για τους Έλληνες (εκπληκτικό)(Δεν κάνει κακό να κοιταζόμαστε ενίοτε και στον καθρέπτη της Ιστορίας μας!)

Ο Ρωμαίος συγκλητικός Μενένιος Άπιος που έζησε στην Ελλάδα επί ρωμαιοκρατίας, έστειλε επιστολή στον ανθύπατο Ατίλιο Νάβιο, που τοποθετήθηκε στην Αχαΐα ως διοικητής, στην οποία επιστολή αναλύει τους χαρακτήρες των Ελλήνων για να τον διευκολύνει να τους διοικήσει καλύτερα.

Γράφει λοιπόν Μενένιος Άπιος στον Ατίλιο Νάβιο συνοπτικά:

«Είναι περίεργο, ότι μια πόλη, η Ρώμη, πως έφθασε να κυβερνά από τον Περσικό κόλπο έως τη Μαυριτανία, από τους Αιθίοπες ως την Καληδονία, δηλαδή από τη Βρετανία ως το Ιράκ, ως την Περσία, από την Αφρική έως και την Ευρώπη.

Όμως σ’ αυτούς τους λαούς έχουμε υποχρέωση να τους παρέχουμε ασφάλεια και ευημερία.
Ο πρώτος, που το εφάρμοσε αυτό, ήταν ο Αλέξανδρος. Ευτυχώς που πέθανε νέος, γιατί δε θα μπορούσαμε να κυριαρχήσουμε εμείς.

Πρέπει να κατασκευάζουμε υδραγωγεία, δρόμους, γέφυρες και τεχνικά έργα που κάνουν τη ζωή των ανθρώπων πιο άνετη.
Πρέπει ακόμα να προάγουμε τη μόρφωση, τη σοφία, την ποίηση και την τέχνη στις δυτικές επαρχίες, γιατί αλλού το έπραξαν και το πράττουν και τώρα ακόμα οι Έλληνες.
Μάθε φίλτατέ μου Ατίλιε, για να είμαστε κοσμοκράτορες πρέπει να είμαστε και ιππότες στη συμπεριφορά μας.

Οι Έλληνες είναι πιο εγωιστές από μας και από όλα τα έθνη.
Κατά το ρητό του Πρωταγόρα για τους Έλληνες «Πάντων χρημάτων μέτρον» και εννοούσε το Έλληνα.
Ο Έλληνας είναι άτομο αδέσμευτο, αυθαίρετο, ατίθασο και ελεύθερο. Υψώνει το εγώ του.
Αυτοί πρώτοι οι Έλληνες σκέφθηκαν πηγαία.
Χάρη σ’ αυτούς τους Έλληνες σκεφτόμαστε κι εμείς. Βλέπουμε με τα μάτια τα δικά τους.

Η σκέψη των Ελλήνων δεν μπαγιατεύει, είναι πάντα επίκαιρη και δροσερή.
Το μυαλό των Ελλήνων είναι η πηγή του καλού και του κακού. Το μυαλό τους δημιούργησε ιδανικά πολιτικά συστήματα, αλλά το εγώ τους καταστρέφει ακόμα και έργα και πολιτείες.
Ο Έλληνας με τον εγωισμό του καταπατεί και έργα τέχνης και ιδανικά έργα.

Τότε που ήταν οι Έλληνες στην καταστροφική τους τάση, τους κυριαρχήσαμε. Εμείς τους κατηγορούμε αλλά άδικα, αυτοί ήταν οι πρωτοπόροι του πολιτισμού.
Ο Έλληνας περιφρονεί το νόμο. Δεν παραδέχεται άλλη κρίση μόνο τη δικιά του. Δεν πιστεύει στο νόμο, παρά μόνο αν τον συμφέρει ατομικά. Αλλάζουν νόμους κάθε τόσο κι αν δεν μπορούν, τους αντιμετωπίζουν εχθρικά, μεταχειριζόμενοι τη βία ή το δόλο. Επινοούν σοφιστικούς λόγους και οι νόμοι τους γίνονται ράκη.

Ο Έλληνας έχει αδύναμη μνήμη στα δεινά των πολιτικών. Είναι ευκολόπιστος. Δεν είναι σταθερός. Είναι ανυπόμονος. Μόλις δυσκολέψουν λίγο τα πράγματα, κάνει μεταρρυθμίσεις στους νόμους.

Για να σαγηνεύσεις την εκκλησία του Δήμου μιας ελληνικής πόλης, δώσε υποσχέσεις και θα τους έχεις με το μέρος σου. Μ’ αυτές χορταίνουν οι Έλληνες. Ανάμεσα σε λίγους Έλληνες θα βρεις εύκολα ένα Αλκιβιάδη (εννοείται επιπόλαιο και αλλοπρόσαλλο) που επάνω από την πατρίδα του ο Έλληνας βάζει το εγώ του, το ατομικό του συμφέρον.
Οι Έλληνες λίγα πράγματα σέβονται. Δίκαιος είναι ένας νόμος, αν τους εξυπηρετεί. Την ολότητα, το συμφέρον της ολότητας δεν το λογαριάζουν.

Αλλά κι εμείς οι Ρωμαίοι φοβάμαι, ότι θα καταντήσουμε ατομιστές.
Όμως οι Έλληνες στο κατήφορο είναι πρωταγωνιστές δηλαδή προς το κακό σπεύδουν γρηγορότερα, ενώ προς το καλό οδοιπορούν αργά.
Καλέ μου Νάβιε, ο Έλληνας για το συμπολίτη του αδιαφορεί, αλλά αν το πράξει, το κάνει για να δείξει την υπεροχή του.
Όμως για τους ξένους ενδιαφέρεται για να δείξει τον ανώτερο πολιτισμό του.
Ποτέ ο Έλληνας δεν παραδέχεται την αξία του ομότεχνου του, αν δε του δοθεί η ευκαιρία, τον απαξιώνει.
Δεν χαίρεται για τον έπαινο των άλλων, όμως επιχαίρει για τον ψόγο του άλλου ή των άλλων.

Ο Έλληνας είναι εγωκεντρικός.
Όταν ένας συμπολίτης του δεν αναγνωρίζεται, αδιαφορεί με το σκεπτικό, ότι αφού δεν αναγνωρίζομαι εγώ, ας μείνει κι αυτός στην αφάνεια.
Ακόμα και τους νεκρούς τους αφήνουν ατίμητους οι Έλληνες.
Το μίσος για τους Έλληνες είναι ηδονισμός. Η συναδέλφωση στους Έλληνες γίνεται, όταν συμπίπτουν τα συμφέροντά τους.

Τώρα κι εμείς οι Ρωμαίοι βαδίζουμε προς το δρόμο των Ελλήνων. Και οι δικοί μας εγωισμοί γίνονται ωμότεροι και βιαιότεροι και θα σκεπάσουν στο μέλλον τη Ρώμη.

Ο Έλληνας εφεύρε τρόπους να εκδηλώνει το φθόνο του, να γκρεμίζει τον καλύτερό του. Από τη δολοφονία προτιμά τη συκοφαντία, είναι κι αυτός ένας φόνος διακριτικός. Του αρέσει η ατίμωση.

Οι Έλληνες είναι φιλότεχνοι, αλλά και δημιουργοί του καλού και του κακού λόγου. Μιλάνε υποθετικά για κείνον που θέλουν να διώξουν και τον σκοτώνουν χωρίς να το δολοφονούν.
Η συκοφαντία είναι το αγχέμαχο όπλο τους.

Ο Έλληνας πιστεύει μόνο στη δική του γνώμη, ο δε ηγέτης δε θέλει να ακούσει και τη γνώμη των άλλων που το έργο θα γίνει τελειότερο, διότι το έργο για να τελειωθεί, πρέπει να το δουλέψουν κι άλλοι, ενώ ο Έλληνας θέλει μόνο το δικό του όνομα να ταυτιστεί με το έργο. Σε πρώτη θέση μπαίνει το εγώ και σε δεύτερο το έργο.

Οι Έλληνες πάσχουν από εγωπάθεια γι’ αυτό κι εμείς οι Ρωμαίοι που ήμασταν κατώτεροί τους, καταφέραμε και πήραμε την εξουσία από τα χέριά τους, ενώ αυτοί ήταν κοσμοκράτορες.

Κάθε έργο πρέπει να είναι συλλογικό και σε διαδοχικές γενιές να τελειώνει για να έχει μακρόχρονη πνοή. Τα έργα πρέπει να είναι υπερπροσωπικά.
Η πολιτική σκέψη στην Ελλάδα λείπει. Ο ένας πολιτικός φθείρει τον άλλο μέχρι εξοντώσεως με συνεχή σύγκρουση.

Οι Έλληνες έχουν σκέψη δυνατή και αγωνιστική διάθεση. Όμως έχουν άρρωστο χαρακτήρα. Δεν ενώνονται για να γίνει ένα έργο, αυτοκαταστρέφονται.

Γι’ αυτό οι Έλληνες υπέφεραν δεινά και θα υποφέρουν στο μέλλον τα οποία οφείλονται στη φιλοπρωτία που είναι η νόμιμη θυγατέρα του εγωισμού τους.
Μήπως υπερβάλλω γι’ αυτά που λέω για το θαυμαστό γένος των Ελλήνων; Αλλά και αυτούς που διάβασα τον Αριστοφάνη, το Δημοσθένη, τον Ευριπίδη, το Θεόφραστο, τον Επίκουρο, το Ζήνωνα και το Χρύσιππο βεβαιώνουν περίπου τα ίδια, άρα δεν είμαι άδικος. Την ύβριν οι Έλληνες την ξέχασαν.

Όταν οι Έλληνες επιδιώκουν ισότητα δεν είναι, διότι θέλουν δικαιοσύνη, αλλά ο άλλος να μην υπερέχει απ’ αυτούς. Μια και εγώ δεν αξίζω να ανεβώ υψηλοτέρα, τότε να μην ανέβεις κι εσύ.
Ο Έλληνας γεννιέται με την τάση της υπεροχής.
Οι Έλληνες είναι αφεντάδες της γνώσης και καυχώνται πολύ. Επαινούν τη δικιά τους αρετή, το δικό τους προτέρημα και υποτιμούν τα κατορθώματα των άλλων ή τις αρετές των συμπολιτών τους.

Οι Έλληνες έχουν πάθη. Οι περισσότεροι δε διδάσκονται από τα λάθη των κυβερνητών και των πολιτικών ηγεμόνων της ιστορίας τους και κάνουν τα ίδια λάθη και θα συνεχίσουν να κάνουν.

Ο τόπος των Ελλήνων είναι μακάριος, όμως οι Έλληνες δεν αφήνουν τον ηγέτη να κυβερνήσει, αλλά θέλουν οι γύρω του εκ του αφανούς να κυβερνούν αυτοί.
Οι Έλληνες μπορεί να είναι εγωπαθείς, αλλά έχουν και καλές πλευρές. Έχουν προοδέψει στο λόγο, στη σοφία, στην ποίηση, στις τέχνες, στις επιστήμες, στο εμπόριο και στον πόλεμο ακόμα κι από όλα αυτά αναβλύζει η δόξα τους.

Εμένα οι Έλληνες με γοητεύουν, είναι οι δάσκαλοί μου. Όμως όσο ο χρόνος περνά η δόξα των Ελλήνων μικραίνει κι ακόμα εξ αιτίας των ελαττωμάτων τους θα μικραίνει.
Ο εγωισμός κάνει τους Έλληνες καλούς στρατιώτες, γενναίους, ριψοκίνδυνους και τολμηρούς, αλλά δεν εκμεταλλεύονται τη δόξα τους.
Μη νομίσεις Ατίλιε, ότι όλες αυτές οι κρίσεις που γράφω είναι δικές μου, τις διδάχτηκα από τον Επίκτητο.

Νέος άκουσα τον Επίκτητο να λέει, ότι οι Έλληνες κάποτε είχαν ένα κόσμο, την Ατλαντίδα που την κάλυψαν τα νερά του ωκεανού, ήταν κόσμος προοδευμένος.

Τους Έλληνες μην τους κατηγορείς μπροστά τους ή συνεχώς, γιατί, αν ξυπνήσει η περηφάνια τους, γίνονται αμείλικτοι διώκτες.
Οι Έλληνες έχουν υπεροψία, αλλά και φιλοτιμία πρωτοφανή. Τώρα είναι γκρεμισμένοι ευγενείς. Έχουν σωρεία αντιφάσεων.
Άλλες ώρες είναι Έλληνες κι άλλες γραικύλοι, τιποτένιοι, παράδοξοι.

Μη δώσεις ποτέ στον Έλληνα την εντύπωση, ότι του αφαίρεσες την ελευθερία. Άφησέ τον να φωνάζει, να θορυβεί, να εκφράζει την πολιτική του μανία, έως εκεί που δεν θίγονται τα συμφέροντα της αυτοκρατορίας μας. Να χρησιμοποιείς αυτούς που διαφωνούν εναντίον εκείνων που αντιδρούν.

Οι διαταγές προς τους Έλληνες δεν ωφελούν, χρησιμοποίησε το διάλογο. Δίνε την εντύπωση, ότι υποχωρείς. Μην απειλείς τους Έλληνες με τις λεγεώνες.
Μην κάνεις τον παλληκαρά στους ηγήτορες των πόλεων. Άφησέ τους να κάνουν μόνοι τους ελιγμούς. Ακόμα τρέφονται με την οπτασία των περασμένων μεγαλείων τους.

Μην πολύ επεμβαίνεις στα εσωτερικά των πόλεών τους».
-----------------------
Αυτά έγραψε στην επιστολή του ο Μενένιος Άπιος που ήταν προχωρημένης ηλικίας και ύπατος, προς τον νεότερο φίλο του, τον ανθύπατο Ατίλιο Νάβιο πιθανότατα δύο δεκαετίες πριν τη γέννησή του Χριστού, όταν πλέον όλος ο Ελληνισμός ήταν υπό την εξουσία της Ρώμης.

Το ότι έχουμε και σήμερα το 2017 K.E. τα ίδια προτερήματα και τα ίδια ελαττώματα που μας κατέβασαν στο τελευταίο σκαλοπάτι της συρρίκνωσής μας σημαίνει, ότι είμαστε ακραιφνείς απόγονοι των αρχαίων Ελλήνων. Όμως ας καταπολεμήσουμε τα ελαττώματά μας, διότι κινδυνεύουμε να φθάσουμε στον αφανισμό.

Αυτοκαταστραφήκαμε με τους Ρωμαίους από επιπολαιότητα, από αφέλεια μηδενιστήκαμε από τους Τούρκους.

Δυστυχώς δεν καταπολεμούμε τα ελαττώματά μας.

Το εγώ και ο ατομισμός μας είναι καρκίνωμα που συνεχίζουμε να το εκτρέφουμε συνεχώς.

Γιατί άραγε δεν διαβάζουμε εφημερίδες;

Παρατηρώ πως ο έλληνας σήμερα δεν διαβάζει εφημερίδες. Ο Τύπος σήμερα, και η λειτουργία του, είναι ένα ζήτημα άκρως «πολιτικό». Είναι γεγονός πως η ενημέρωση των πολιτών, δεν άπτεται, απλώς, του ζητήματος γνώσης του πολιτεύεσθαι, του ζήν εν πολιτεία και ενεργείν ως πολίτης, αλλά κυρίως της παρουσίασης των προτάσεων και του έργου των πολιτευομένων και του συναφούς ελέγχου αυτών. [Θα μου πείτε πως πάντοτε έτσι ήταν. Και ναι, και όχι. Γιατί πολύ παλαιότερα ο Τύπος ήταν και μέσο μόρφωσης και πνευματικής καλλιέργειας].

Έτσι, αν κάποτε ο Τύπος ήταν ο φορέας εκείνος που γνωστοποιούσε στην κοινωνία τις προτάσεις και το έργο των πολιτευομένων (προσώπων και κομμάτων), που προέβαλε και έθετε σε κοινωνικό έλεγχο τις προτάσεις και το έργο των πολιτευομένων και της εξουσίας, σήμερα οι όροι έχουν αλλάξει, και μάλιστα διεθνώς.

Σήμερα η συνεργασία των συμφερόντων ανάμεσα στην εξουσία και τα συγκροτήματα του Τύπου έχει πάρει άλλη μορφή. Εξελίχθηκε σε μια αμοιβαία και οικονομικά αποδοτική αλληλοϋποστήριξη. [Τα συγκροτήματα τύπου, που υποστηρίζουν και ωραιοποιούν τα έργα της εξουσίας δέχονται σε ανταπόδοση «διευκολύνσεις» και ανταμοιβές, που συχνά δεν είναι μόνο... ιδεαλιστικές! Αλλά χειροπιαστές και μετρήσιμες, στον υλικό κόσμο που ζούμε. Είδαμε άπειρα τέτοια δημοσιεύματα εφημερίδων, για τα έργα της μιας εναντίον της άλλης].

Η συστράτευση συγκροτημάτων διεθνώς, στην υποστήριξη μιας πολιτικής και η ενορχηστρωμένη εναντίωση σε μια άλλη, πρωτοφανής σε ένταση, και με εκφραζόμενη την αποστροφή των μεν κατά των δε, είναι ενοχλητική ως αφελής οπαδοποίηση και ως ύποπτος και ιδιοτελής συντεχνιασμός! Ακατανόητη παραμένει η τάση εξάλειψης του πλουραλισμού στις απόψεις, στην πολιτισμική πρόταση και την ιδιαιτερότητα των λαών. Δεν είναι αντιφατικό, ύποπτο κι ανόητο να επιζητούμε την αποδοχή της ιδιαιτερότητας των ατόμων και να καταδικάζουμε την ιδιαιτερότητα και την ιδιομορφία των λαών και των πολιτισμών;

Η φράση δεν διαβάζω εφημερίδες, σήμερα, δεν είναι τόσο αποκρουστική, όσο φαίνεται κατ' αρχήν. Οι εφημερίδες της εποχής, είναι συχνά παραγεμισμένες με αρώματα και πορτοφόλια, σορτσάκια, δίσκους και διάφορα ευτελούς αξίας και καταναλωτικής χρήσης αγαθά, άσχετα με την πληροφόρηση του πολίτη, που σε μια δεύτερη σκέψη, όλα αυτά, τα πετάει. Σήμερα, μιλάμε για ενημέρωση, παραγόμενη από «μέσα » και σε «ποσότητες μη δυνάμενες να καταναλωθούν»!

Η ανεύρεση ενός άρθρου με πολιτικό περιεχόμενο και πνευματικό προσανατολισμό, που να συνιστά πρόταση, να προβληματίζει ή να πληροφορεί, είναι γεγονός τόσο σπάνιο, που όταν συμβαίνει, θα έπρεπε να βραβεύεται! Η εφημερίδα που δεν κατορθώνει να αφήσει τον αναγνώστη σοφώτερο καθώς την κλείνει, έχει επιτύχει τα στάνταρντ της εποχής. Θολούρα, αμφιβολία, έρις, κουτσομπολιό, πληροφορία χωρίς προορισμό και προοπτική, και κινητικότητα, για το τίποτε!

Η συνηθέστερη περίπτωση έχει να κάνει με πολυσχιδή δημοσιογραφική αρθρογραφία με την οποία επιδιώκεται συγκεκριμένα ή/και υποβάλλονται μεθοδευμένα στους αναγνώστες  να κατευθυνθούν προς ασαφώς λανθάνουσες και αδιάγνωστες πολιτικές επιλογές για την εξυπηρέτηση προφανώς ξένων συμφερόντων. Συνηθέστατα δε, και προφανώς αντίθετες στα συμφέροντα και τις αξιακές αρχές των ίδιων των πολιτών. Αυτό δεν γίνεται για να βλάψουν τους αναγνώστες [Ποιός επιχειρηματίας λογαριάζει τους πρόθυμους να πληρώσουν!] αλλά, (θα λέγαμε πως μπορεί και να) γίνεται, ώστε με έξοδα των αναγνωστών να προωθηθούν τα οργανωμένα και συνεργαζόμενα συμφέροντα! Αυτό εξ άλλου προκύπτει και από το γεγονός πως ποτέ δεν επανήλθε δημοσιογράφος ή δημοσιογραφικό συγκρότημα για να ζητήσει συγγνώμη, για τα ψέμματα ή τις υπερβολές που δημοσίευσε, ή για την αποτυχημένη του πρόταση ή την υποστήριξη μιας κακής ή αποτυχημένης πολιτικής πρότασης. Κάθε μέρα μας εμφανίζουν την αντίθετη από την χθεσινή τους άποψη, ως κάτι νέο, ενδιαφέρον, που αξίζει να το διαβάσουμε, να συμμετέχουμε στην ανάδειξη και την υποστήριξή του, ή ως κάτι εξαιρετικά σημαντικό που μας αφορά και που θα επηρεάσει άμεσα την ζωή μας.

Η δημοσιογραφικά παρεχόμενη  εγρήγορση του ανθρώπου-πολίτη μέσω του Τύπου, είναι συνήθως ισοδύναμη με την παρεχόμενη αντιστοίχως αποχαύνωση. Το ζήτημα έγκειται στην ωριμότητα του ανθρώπου-πολίτη να δεχθεί και να επηρεαστεί από το τυχόν σημαντικό πολιτικό ή όποιο άλλο δημοσιογραφικό μήνυμα δημοσιεύεται στον Τύπο.

Αλλά για να φτάσουμε εκεί, πρέπει ο άνθρωπος να έχει εγκαταλείψει το σπήλαιο της άγνοιας, την ομφαλοσκόπηση, την εφηβική συμμοριοσύμπραξη, το μίσος για την άλλη άποψη, τον αυταρχισμό και την τυραννία του εγώ, τον καθεστωτισμό, αλλά και την παντογνωστική του μοναδικότητα. [Και τόσα άλλα, που ένα μυαλό, δύσκολα μπορεί όλα να τα σκεφθεί]. Κι αυτό θα επιτευχθεί με τις ίδιες εκάστου δυνάμεις, με την αναζήτηση την μόρφωση, την μαθητεία, αλλά και μέσω των κοινωνικών ερεθισμάτων που θα λάβει ως πολίτης, πρωτίστως δε από τα δημοσιεύματα και τις καμπάνιες του ημερήσιου και περιοδικού (ειδικού) Τύπου.

Οι υστερόβουλοι και οι άνοες είναι οι εξαιρετικοί -μεταξύ των πρώτων- ακόλουθοι και υπήκοοι κάθε συστήματος εξουσίας. Είναι οι έναντι πινακίου φακής υποτασσόμενοι, αλλά πλεονεκτούντες ατελευτήτως όταν τελειώσει η φακή. Γιατί αυτοί δεν γνωρίζουν την αλληλεπίδραση και την δημιουργία. Αυτοί γνωρίζουν μόνο την έναντι ανταλλάγματος απολαβή και την οπαδική υποστήριξη της πολιτικής τους ομάδας. Με αυτούς συνομιλεί και υπ' αυτών δορυφορείται αρχικώς το κάθε εν σπαργάνοις πολιτικό μικροσύστημα.

Για την κατηγορία αυτών των «πελατών» και στυλοβατών του συστήματος δεν έχουν καμμιά χρήση η μόρφωση του υποκειμένου, το σχολείο, το δίπλωμα, τα προσόντα. Είναι το ίδιο, είτε αυτά είναι πλαστά και εικονικά, είτε είναι πραγματικά. Αρκεί τα επιδιωκόμενα πολιτικά προτάγματα να υποστηρίζονται και δια του Τύπου και να τελούν υπό την προστασία του.

Αν η αποστασιοποίηση του κοσμάκη από την πολιτική και από τον Τύπο, εγείρει διαμαρτυρίες, ενστάσεις, καταγγελίες και εκσφενδόνιση κατηγοριών, ύβρεων και υποτιμητικών σχολίων από την πλευρά του Τύπου, ας εξηγηθεί γιατί ο Τύπος θορυβήθηκε τόσο πολύ, ξαφνικά, και προς τί όλος αυτός ο χαλασμός;

Αν ο Τύπος, απέστη του λειτουργήματός του, και κατέστη περιχαρώς περιφερόμενος, κουδουνίζοντας τα «χρυσά» στην τσέπη από τις επαγγελματικές Τυπικά εξυπηρετήσεις οικείων και ημετέρων, χωρίς να επισημαίνει τα κοινωνικά προβλήματα, χωρίς να αποδίδει τα γεγονότα όπως αυτά συνέβαιναν χρόνια τώρα, δεν φταίνε εκείνοι που περιφρονήσανε τις φυλλάδες και τα φύλλα, τώρα που εκλείψανε τα μέσα πληρωμής. Μαζί με τα ξερά καήκανε και τα χλωρά. Γιατί και τα χλωρά ήτανε άκαρπα κλαδιά ενός δένδρου που μονάχα απομυζούσε χυμούς από την γή.

Ήτανε άκαρπα κλαδιά αιωνόβιου δένδρου, που στέγνωσε την γή, γιατί δεν σταθήκανε τα δημοσιογραφικά όργανα, να στιγματίσουνε, να επισημάνουνε, να διαφωτίσουνε με την πένα τους,
  • τις (μεθοδευμένες ή όχι, δεν έχει σημασία, αλλά, πολιτικά επαγγελματικές) κινητοποιήσεις για την διάλυση των σχολείων (που κατά βάσιν «ξυπνάνε και παιδεύουν» τον άνθρωπο), 
  • για την καταστροφή μέσω των καταλήψεων κ.ά. δράσεων των παραγωγικών μονάδων, 
  • για την καταστροφή με εμπρησμούς του εθνικού μας πλούτου, 
  • για την καταλήστευση της εθνικής περιουσίας, 
  • για την περιύβριση των οσίων και ιερών της πατρίδας, 
  • για την καταλήστευση του δημοσίου χρήματος μέσω άχρηστων διορισμών (των ημετέρων), και 
  • να προτείνουν δημιουργικές ανατροπές ή προτάσεις παραγωγικών λύσεων με οικονομικά αποτελέσματα και σύμμετρο περιορισμό της σπατάλης των επιφανών σε βάρος των ενδεών
  • αντί να μας καλούν για συσπείρωση στην αναποτελεσματικότητα.
Δεν ήταν προφανές πού θα οδηγούσε η αποδιοργάνωση των υποδομών, η αργία, η αργομισθία, η εξώνηση των αρχόντων και των φρουρών, η ατιμωρησία των εγκληματιών, η απαιδευσία των σπουδαζόντων, η παραγωγική ανωριμότητα εκείνων που η ηλικία τους, τους καθιστούσε οικονομικά και δημιουργικά ενεργούς και η ασυδοσία στον χαριστικό δανεισμό προς εξυπηρέτηση των εκάστοτε ημετέρων;

Ο Τύπος και το πολιτικό σύστημα, αγκαζέ, χρησιμοποιήσανε τον πολίτη ως τον χρήσιμο ηλίθιο, που με έξοδα του τελευταίου, το σύστημα έκανε επανειλημμένως τους κύκλους του. Τώρα πια, ο νοήμων κόσμος, δεν αποφεύγει την σοβαρή ενημέρωση. Γιατί αυτήν, την βρίσκει και την αποκτά, με δικά του μέσα και έρευνα. Και κυρίως, με μελέτη και με γνώση, βαθύτερη και ουσιαστικώτερη. Κι επί πλέον, το ξέρει καλά, πως η παρεχόμενη επαγγελματική «καθημερινή σοβαρή ενημέρωση» τον μπερδεύει, έτσι που του σερβίρεται, ανάμεσα σέ τόσα και τόσα στολίδια και παραγεμίσματα και με τόσο επαμφοτερίζουσα φρασεολογία.

Ειπώθηκε πως υπάρχουν και οι λειτουργικά αναλφάβητοι που δεν μπορούν να κατανοήσουν την πολιτική και οικονομική ορολογία.

Δεν πρέπει να μας διαφεύγει ότι οι «τύποις και ουσία» αναλφάβητοι, ως σημαντικό τμήμα της κοινωνίας, είναι έργο των δομών και των μηχανισμών της πολιτικής και των σκοπών αυτής. Αλλά και των μέσων που χρησιμοποιούνται για την διαφθορά και την εξαγορά των εκάστοτε προθύμων να υπηρετήσουν την εξουσία και να συμμετέχουν στα δείπνα της.

Ο περιστασιακός λειτουργικός αναλφαβητισμός, υπάρχει παντού και είναι κοινωνικά μη αμελητέος. Το ζήτημα αυτό επιδέχεται την ερμηνεία που ο Λεμπέσης προσδίδει στο φαινόμενο της κοινωνικής ποσόστωσης των ηλιθίων ανά τους αιώνες. Παραμένει σταθερό το ποσοστό τους. Αλλά το κρίσιμο μέγεθος πνευματικής εξηλιθίωσης και ηθικής εξαχρείωσης των πολιτών, δημιουργείται από τους μηχανισμούς άγρας και απόκτησης της εξουσίας και τους συνεργούς αυτών.

Οι μηχανισμοί αυτοί σήμερα, έχουν γιγαντωθεί, στην προσπαθειά τους να επιτύχουν τους εξουσιαστικούς τους στόχους, δεδομένης της εκτεταμένης πλειοψηφίας των πολιτών που έχουν πανεπιστημιακά διπλώματα. Το γεγονός αυτό, σημαίνει δυσκολώτερο, δηλ. λιγώτερο εύπιστο, λιγώτερο αφελές ακροατήριο. [Αν και δεν σημαίνει ηθικώτερο, ειλικρινέστερο, ευγενέστερο ή εντιμώτερο πολιτικό ακροατήριο].

Ο Τύπος, που διαχειρίζεται την ενημέρωση του κοινού, δεν ακολουθεί την διαδικασία «ενημέρωσης του πολίτη, ώστε αυτός να κατανοήσει την πολιτική κατάσταση και να επιλέξει την κατάλληλη κατά την γνώμη του πολιτική δύναμη».

Παρατηρείται συνήθως προηγούμενη δημοσιογραφική μεθόδευση έντασης, επαμφοτερίζουσα υπόδειξη λύσεων και μέσα στην γενική σύγχυση ο πολίτης συνήθως προβαίνει στην επιλογή του μη χείρονος κακού.

Η σχέση της εξουσίας με τους ψηφοφόρους δεν είναι πια άμεση, αλλά έχει και την έντονη ανάμιξη του Τύπου, που «ανεβάζει και κατεβάζει κυβερνήσεις», κι αυτό δεν είναι καινούργιο. Εδώ και χρόνια η σχέση της εξουσίας με τον Τύπο είναι αμοιβαία, θερμή, αλληλέγγυος, και... πώς να το πούμε: τό 'να χέρι νίβει τ' άλλο, και τα δυο... το πρόσωπο των κρατούντων, ένθεν και ένθεν!  Η εξουσία δεν μπορεί πια να ειπεί στους ψηφοφόρους «σου δίνω κάτι και με ψηφίζεις», γιατί τά'χει ξοδέψει για να πριμοδοτήσει τον κομματικό της Τύπο [προκειμένου αυτός να επιβιώσει, ώστε να εξακολουθήσει να διατυμπανίζει τους άθλους, την δόξα και το μεγαλείο της, που ασφαλώς είναι δεδομένα, εφόσον είναι -και για όσο είναι- εξουσία!]

Η σχέση της εξουσίας με τον πολίτη, μακριά από τον διαφωτισμό που κατάργησε την δουλοπαροικία, εξακολουθεί, παρόλα αυτά, να είναι ακόμη φεουδαρχική, κι ο κάθε πολίτης να είναι ένας «δουλοπάροικος της εξουσίας» που αυτή τον απομυζά μέχρι τελικής του πτώσεως. Και μάλιστα όσο αναντίρρητα ο πολίτης δέχεται την μοίρα που του επιφυλάσσει η εξουσία, τόσο το καλύτερο. Όσο για το πώς θα «χτιστεί» το αναντίρρητο, αυτό πια έχει γίνει απλό αίνιγμα για τα νηπιαγωγεία: Όσο κρατάς μακριά από την σκέψη, την δημιουργία, την ευθύνη και την συνέπεια, τον νέο άνθρωπο, ένα είναι σίγουρο: Τόσο πιο ακατοίκητο θα είναι το κρανίο του!

[Ο άνθρωπος αυτός, ο homo σάπιος, θα ξέρει μόνο δυο λέξεις, δυο φράσεις που του διδάξαμε με το δόγμα του μίσους για τους άλλους, που δεν συμφωνούμε μαζί τους: εγώ θέλω και εσύ δώσε. «Θέλω να φύγει αυτή η εξουσία, δώσε το σήμα να τους διαλύσουμε και να τους επιβληθούμε». Κι έτσι αρχίζει η πολιτική ζωή της σάπιας κοινωνίας. Και το κτίσμα που ανήγειρε ο εθισμός στο «αναντίρρητο», δεν έχει πρόσημο, δεν έχει χρώμα ούτε πολιτικο-κομματική επωνυμία. Η μεθόδευση είναι ίδια. Γι' αυτό και δεν υπάρχει αλλαγή.]

Σήμερα, δεν υπάρχει κοινωνικό πρόταγμα πολιτικής αλλαγής, ούτε πολιτική πρόταση κοινωνικής ανάκαμψης. Η πολιτική δεν θέλει μια άλλη κοινωνία, αλλά θέλει την κοινωνία που την υπηρετεί, την συντηρεί και την αναπαράγει.

Εμείς, όμως ως πολίτες, ως Έλληνες, ως κοινωνία, αναρωτιέμαι αν επιθυμούμε την διατήρηση αυτού του συστήματος που κατατείνει στην πνευματική μας εξηλιθίωση και την ηθική μας εξαχρείωση, ή αν πρέπει να σπάσουμε τα δεσμά της βλακείας και της αποχαύνωσης, και να πούμε, επί τέλους, ένα ΟΧΙ στον εμπαιγμό μας και την απομύζηση του ιστορικού και εθνικού μας μέλλοντος, που συστηματικά στεγνώνει από τις στείρες πολιτικές που εφαρμόζονται τα τελευταία χρόνια, κι από τις διάφορες εξουσίες που υφαρπάζουν την εντολή μας με ψεύδη και με απατηλές υποσχέσεις.

Δεν μπορούμε να μένουμε ανένταχτοι στο αύριο, γιατί δεν μπορούμε να μην συμμετέχουμε στην δημιουργία του. Το αντίθετο, θα μας έχει εξουδετερώσει πνευματικά, ηθικά, υπαρξιακά, οντολογικά.

'Οσο για τις εφημερίδες και τον Τύπο, επιχειρήσεις είναι κι αυτές. Κάτι κάνει ο καθένας για να βγάλει το ψωμί του. Να το κάνει. Αρκεί να μην παίρνει το ψωμί από τα χέρι του φτωχού, αρκεί να μην επιδιώκει να βγάλει παντεσπάνι σε βάρος των αναγκεμένων, αρκεί να μην είναι αέρας το προϊόν του. Γιατί, μάλλον θα τον πάρει και θα τον σηκώσει ο ίδιος αυτός αέρας, και δεν θα ξέρει πόσο μακριά θα τον πετάξει και πώς αυτός θα προσγειωθεί.

Δεν αρκεί το μίσος κατά των εχθρών σου για να δημιουργήσεις, να παράγεις και να ζήσεις από το έργο του μίσους. Αυτό, το μίσος, αρκεί προς στιγμήν για να τους επιτεθείς. Το τί θα προκαλέσεις στην συνέχεια, ποτέ δεν το γνωρίζεις.

Το ερώτημα είναι τί κοινωνία θέλουμε να έχουμε, τί κοινωνία θέλουμε να είμαστε. Αυτό δεν το έχουμε συζητήσει αρκετά και δεν θα το αποφασίσουν κάποιοι, για όλους μας. Θα το συζητήσουμε όλοι μαζί. Είναι ζητούμενο.

Ο Μίδας με τα γαϊδουρινά αυτιά και πώς ρίζωσαν τα λόγια

Αποτέλεσμα εικόνας για titania midsummer night's dreamΜια ιστορία για το Μίδα, που την αναφέρει ο Απολλώνιος, προκειμένου να αποδείξει πως ο βασιλιάς της Φρυγίας, γνωστός για την ικανότητά του να μετατρέπει σε χρυσάφι οτιδήποτε άγγιζε, καταγόταν από το γένος των Σατύρων.

Κάποτε, σ' ένα μουσικό αγώνα με τον Πάνα και τον Απόλλωνα, ο Μίδας, ως κριτής, δε συμφώνησε με την απόφαση των υπολοίπων κριτών να δώσει τη νίκη στον Απόλλωνα, κι ο θεός της μουσικής του «χάρισε» ένα ζευγάρι αυτιά γαϊδάρου για να ακούει καλύτερα!

Ο Μίδας ντρεπόταν και έκρυβε τα αυτιά μ’ ένα σκουφί. Το μυστικό του γνώριζε μόνο ο κουρέας του, που όμως, επειδή δεν άντεξε, πήγε σ' ένα χωράφι, έσκαψε ένα λάκκο, ψιθύρισε την ιστορία και τον σκέπασε με χώμα.

Όμως στο χώμα φύτρωσαν καλάμια, που με το φύσημα του ανέμου, διέδωσαν το μυστικό του Μίδα! ...κι έτσι όλοι μάθανε για το πάθημά του.
Τίποτε δεν μένει κρυφό, φίλοι μου!...και οι τοίχοι έχουν αυτιά, με την εχεμύθεια τελικά να αποδεικνύεται μια από τις μεγαλύτερες αρετές!

Κι αυτό μάς το διδάσκει μια απλή ιστοριούλα της Μυθολογίας μας, που βρίσκουμε σε παραλλαγή και σ'ένα λαϊκό παραβολικό παραμύθι της πατρίδας μας.
Οι ρίζες του χάνονται στα βάθη του χρόνου!

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας βασιλιάς και είχε στο κεφάλι του ένα κερατάκι. Το κρατούσε απ’ όλους κρυφό, αλλά από τον κουρέα του ήταν αδύνατο!
Κάθε φορά που πήγαινε για κούρεμα απειλούσε τον μπαρμπέρη πως αν μαρτυρούσε το μυστικό του, θα τον αποκεφάλιζε! Ο κουρέας δεν έβγαζε άχνα!

Πέρασε καιρός, μα κάτι τον πείραζε, κάπως ένιωθε, σα λαύρα το μυστικό τού έκαιγε τα σωθικά! δεν μπορούσε να βαστάξει! Ήθελε κάπου να το πει!
Μα πάλι φοβόταν ... Αν μαθευόταν πως μαρτύρησε το μυστικό του βασιλιά;...
Σκέφτηκε, σκέφτηκε...

Πήγε ,το λοιπόν,σ’ ένα πηγάδι, έσκυψε από πάνω και φώναξε μ’ όλη του την καρδιά: «Ο βασιλιάς έχει κερατάκι!»κι έτσι, ηρέμησε!
Ύστερα από λίγο καιρό το πηγάδι ξεράθηκε και φύτρωσε μέσα μια καλαμιά. Η καλαμιά μεγάλωσε και μια μέρα ένας τσοπάνης που πέρναγε από κει, την έκοψε κι έφτιαξε μια φλογέρα.

Κάθε φορά που έπαιζε, η φλογέρα έλεγε: «Μπι, μπι, ο βασιλιάς έχει κερατάκι!»
Το άκουσε ο ένας κι ο άλλος, το έμαθε και ο βασιλιάς! ...που θύμωσε πολύ με τον κουρέα!

Εκείνος, ορκιζόταν ο καημένος πως δεν το είπε σε κανένα. Μόνο μια φορά, λέει, δε βάσταξε και το είπε μέσα στο πηγάδι.

Φωνάζουν και τον τσοπάνη κι αυτός μαρτύρησε πως τη φλογέρα την έκαμε από ένα καλάμι που βγήκε μέσα στο πηγάδι.

Έτσι φανερώθηκε πως κάποτε «ριζώνουν και τα λόγια»!

Σας παραθέτω κι ένα βίντεο με τον αείμνηστο Νίκο Παπάζογλου, ο οποίος, εξαιρετικά και με έντονη γλαφυρότητα αφηγείται το παραπάνω παραμύθι!
 

ΓΙΑΤΙ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΣΥΓΧΩΡΕΙΣ ΤΟΥΣ ΓΟΝΕΙΣ ΣΟΥ

Αποτέλεσμα εικόνας για ΓΙΑΤΙ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΣΥΓΧΩΡΕΙΣ ΤΟΥΣ ΓΟΝΕΙΣ ΣΟΥΕπιφανειακά, το να συγχωρήσετε τους γονείς σας (ή οποιονδήποτε άλλον) μπορεί να φαίνεται ασήμαντο, αλλά το να συγχωρήσετε την μητέρα ή τον πατέρα σας είναι στην πραγματικότητα το καλύτερο πράγμα που μπορείτε να κάνετε για την ποιότητα της ζωής σας. Ακόμα και χαμηλής ποιότητας γονική επίπληξη και δυσαρέσκεια διαιωνίζουν έναν κύκλο συναισθηματικού πόνου και ταλαιπωρίας που μπορεί να επηρεάσει αρνητικά τις ενήλικες σχέσεις σας, τα οικονομικά, και τη συνολική ευημερία, κυριολεκτικά εμποδίζοντας την αγάπη, την αφθονία, και την ευτυχία που επιθυμείτε και αξίζετε.

Αν δεν έχετε καμία σύγκριση, μπορεί να μην παρατηρήσετε το ποσόν της ενέργειας που χρειάζεται για να κρατιέστε σε μια συναισθηματική πληγή ή ακόμα και μια μικρή μνησικακία, αλλά το να κρατιέστε από τον θυμό, την αγανάκτηση, ή από οποιαδήποτε μορφή εχθρότητας απαιτεί τεράστια ποσότητα της ενέργειας της δύναμης της ζωής και η ενέργεια αυτή δεν επιστρέφεται.

Δεκαετίες οργής και αγανάκτησης μπορούν να κόψουν χρόνια από τη ζωή σας, και εσείς ούτε καν θα το γνωρίζετε. Σκεφτείτε το σαν να ρίχνετε χαρτονομίσματα εκατοντάδων δολαρίων στην τουαλέτα κάθε μέρα, εκτός του ότι η ενέργεια της δύναμης της ζωής είναι απείρως πιο πολύτιμη από όλα τα χρήματα του κόσμου.

Ο Κύκλος του Πόνου
Αν δεν επουλώσουμε τα τραύματα της παιδικής ηλικίας και στη συνέχεια να συγχωρέσουμε τους γονείς μας, μένουμε συναισθηματικά κολλημένοι στην ηλικία των πρώτων πληγών μας, και επειδή αυτό μας αναγκάζει να επαναλαμβάνουμε τον κύκλο του πόνου, συνεχίζουμε να βιώνουμε μια ενήλικη έκδοση των πληγών της παιδικής ηλικίας.

Για παράδειγμα, ας υποθέσουμε ότι δεν έχετε συγχωρέσει την μαμά σας επειδή δεν ήταν στα γενέθλια σας όταν κλείνατε τα δέκα, ή για τα συναισθήματα εγκατάλειψης που ακολούθησαν σαν αποτέλεσμα. Κάθε φορά που αυτό το θέμα πυροδοτείται από μια τρέχουσα εμπειρία (π.χ. κάποιος ξεχνά να σας καλέσει), το αρχικό συναισθηματικό τραύμα ενεργοποιείται κι εσείς έχετε μια ασυνείδητη αντίδραση. Για πολλούς λόγους, γίνεστε ο δεκάχρονος πληγωμένος εαυτός σας, κι επειδή νιώθετε τον ίδιο πόνο που νιώσατε τότε, αντιδράτε με ξεσπάσματα ή κλείνεστε στον εαυτό σας.

Επειδή μια συναισθηματική αντίδραση είναι μια αυτόματη ανταπόκριση σε μια μη επουλωμένη πληγή, υπάρχει λίγος ή καθόλου έλεγχος των συναισθημάτων ή της συμπεριφοράς, και αυτή η δυναμική μπορεί να οδηγήσει σε μια σειρά από τρέχοντα ζητήματα σχέσεων. Χρόνο με το χρόνο, το σωρευτικό αποτέλεσμα των συναισθηματικών αντιδράσεων μπορεί να καταστρέψει την ποιότητα των πιο σημαντικών σχέσεων μας.

Ο Νόμος της Έλξης
Σύμφωνα με το νόμο της έλξης, ασυνείδητα προσελκύουμε ανθρώπους που πυροδοτούν τα συναισθηματικά μας τραύματα, και αυτός είναι ο λόγος που ένα άτομο με προβλήματα εγκατάλειψης προσελκύει πιθανούς συντρόφους οι οποίοι έχουν φόβους δέσμευσης. Όχι ως τιμωρία ή κάρμα, αλλά μάλλον επειδή ο ανώτερος εαυτός μας θέλει να γιατρευτούμε και θα χρησιμοποιήσει κάθε ευκαιρία για να φέρει τα τραύματα μας στο προσκήνιο. Δυστυχώς, αυτό σημαίνει ότι τα συναισθηματικά τραύματα που δεν έχουν επουλωθεί μπορούν να σας εμποδίσουν να συναντήσετε τον ιδανικό σύντροφο ή τον σύντροφο της ψυχής σας, και ακόμη και αν βρείτε ο ένας τον άλλο, είναι γνωστό ότι η ταραχώδης φύση των συναισθηματικών τραυμάτων σαμποτάρει ακόμη και την πιο ιδανική συντροφική σχέση.

Η Κατηγόρια Διαιωνίζει τον Πόνο
Το να κατηγορείτε τους γονείς σας, όχι μόνον κρατά το τραύμα στη ζωή, λέει επίσης στον υποσυνείδητο νου σας ότι οι γονείς σας έχουν επί του παρόντος εξουσία επάνω σε εσάς ή τη ζωή σας, και, ως εκ τούτου, η κατηγόρια σας προγραμματίζει για αποδυνάμωση. Όπως ένας ιός, η δυναμική αυτή μπορεί να εξαπλωθεί σε κάθε πτυχή της ζωής σας, Επί πλέον, κάθε φορά που κατηγορούμε κάποιον άλλον, εμπλεκόμαστε με την ενέργεια του και παραμένουμε μπλεγμένοι μέχρι να το αφήσουμε πίσω μας, και, ως εκ τούτου, δεν μπορούμε να αναπτυχθούμε πέρα από την γονική μας κατηγόρια.

Φυσικά, δεν είναι καμία μεγάλη έκπληξη ότι η συγχώρεση είναι το κλειδί για την συναισθηματική ελευθερία, αλλά, στις περισσότερες περιπτώσεις, η συγχώρεση είναι πιο εύκολη στα λόγια παρά στην πράξη. Αλλά γιατί;

Γιατί Είναι η Συγχώρεση Τόσο Δύσκολη;
Πρώτα, πρέπει να καταλάβετε ότι η κατηγόρια, ο θυμός, και διάφορα συναφή συναισθήματα είναι αμυντικές στρατηγικές που σας προστατεύουν από μελλοντική βλάβη. Εφόσον η αληθινή συγχώρεση απαιτεί από εσάς να αφήσετε αυτή την άμυνα, η ίδια η πράξη της συγχώρεσης δημιουργεί συναισθηματικό ρίσκο. Ως εκ τούτου, για να συγχωρήσετε τους γονείς σας, πρέπει να εμπιστευθείτε ότι δεν θα σας πληγώσουν ξανά, αλλά, η σκληρή αλήθεια είναι, δεν μπορείτε ποτέ να είστε βέβαιοι – δεν υπάρχει τρόπος να ελέγξετε ή να προβλέψετε την συμπεριφορά ενός άλλου ανθρώπου, και μερικές φορές οι άνθρωποι που αγαπούν κάνουν πράγματα που πληγώνουν.

Αν είστε ακόμη ευάλωτοι στο να πληγωθείτε, η συγχώρεση θα μπορούσε να καταστρέψει την μόνη άμυνα που έχετε, και, αν αυτό ισχύει στην περίπτωση σας, το προστατευτικό εγώ σας δεν θα σας επιτρέψει να συγχωρήσετε. Ως εκ τούτου, πριν μπορέσετε να συγχωρήσετε πρέπει να εξαλείψετε το ρίσκο της συναισθηματικής βλάβης, και αυτό αναπόφευκτα σημαίνει αυτό-υπευθυνότητα.

Υπευθυνότητα Πριν Από την Συγχώρεση
Δεν υπάρχει τρόπος να το αποφύγετε, εφ’ όσον κατηγορείτε ή μεταφέρετε την ευθύνη με οποιοδήποτε τρόπο, δίνετε στους άλλους την δύναμη να σας πληγώνουν, και εφ’ όσον δίνετε στους άλλους την δύναμη να σας πληγώνουν, θα πληγώνεστε. Ως εκ τούτου, ο μόνος τρόπος για να αποφύγετε την συναισθηματική βλάβη είναι εγκαταλείποντας την κατηγόρια και παίρνοντας την πλήρη ευθύνη για κάθε συναίσθημα που βιώνετε, αλλά δεν έχει νόημα να αναλάβετε την ευθύνη αν δεν ξεσκεπάσετε επίσης τα δυναμικά πίσω από τα προβλήματα της παιδικής ηλικίας. Ως εκ τούτου, για να κάνετε τον εαυτό σας απρόσβλητο στο συναισθηματικό κακό, πρέπει να εντοπίσετε την κρυμμένη αιτία των τραυμάτων της παιδικής ηλικίας, και από τη στιγμή που το κάνετε, θα σας δείξω πώς να την γιατρέψετε τώρα.

Κατανοώντας την Αληθινή Φύση των Συναισθηματικών Τραυμάτων
Συχνά μπερδεύουμε ένα συναισθηματικό τραύμα με το γεγονός ή την εμπειρία που προκάλεσε το τραύμα, αλλά το πραγματικό τραύμα δεν είναι η κατάσταση ή η περίσταση. Ένα συναισθηματικό τραύμα είναι η αποδυναμωτική πεποίθηση που υιοθετήσαμε ως απάντηση στην εμπειρία. Χωρίς να χρειάζεται να αναλύσουμε τις λεπτομέρειες, στον πυρήνα του το συναισθηματικό τραύμα είναι κυριολεκτικά πάντα η αναξιότητα, και, στην πραγματικότητα, η αναξιότητα (ή υπό όρους αξία) είναι το επίκεντρο οποιοδήποτε άλλου συναισθηματικού τραύματος.

Όλα τα παιδιά έχουν συναισθηματικές ανάγκες που πρέπει να ικανοποιηθούν για να αισθάνονται ότι αξίζουν την αγάπη και τη ζωή. Οι ανάγκες αυτές περιλαμβάνουν την επιδοκιμασία, την αποδοχή, την εκτίμηση, την κατανόηση, την επικύρωση, τον σεβασμό, κλπ. Αν και τα παιδιά απαιτούν να ικανοποιούνται όλες οι συναισθηματικές τους ανάγκες, μια συναισθηματική ανάγκη σχεδόν πάντα ξεχωρίζει από τις υπόλοιπες, και επειδή αυτή είναι συνήθως η ανάγκη που ικανοποιείται λιγότερο, είναι η συναισθηματική ανάγκη που έχει μεγαλύτερη σχέση με την αξία, και, ως αποτέλεσμα, γίνεται η Πρωταρχική Συναισθηματική Ανάγκη του παιδιού.

Τα παιδιά φυσιολογικά υιοθετούν πεποιθήσεις που εξηγούν γιατί ο ένας ή και οι δύο γονείς δεν καταφέρνουν να ικανοποιήσουν την συναισθηματική αυτήν ανάγκη, έτσι, όταν ένα παιδί δεν πάρει επιδοκιμασία, για παράδειγμα, το παιδί φυσιολογικά πιστεύει ότι δεν αξίζει την επιδοκιμασία, ή πιο πιθανόν, πιστεύει ότι πρέπει να πληροί κάποιους όρους για να αποδείξει ότι αξίζει. Υπερευαίσθητο στο να ικανοποιηθεί αυτή του η ανάγκη, αυτόματα ερμηνεύει την επιδοκιμασία ως απόδειξη της αξίας και την κριτική ως απόδειξη της αναξιότητας, και αυτός είναι ο λόγος που η κριτική μπορεί να προκαλέσει δυνατό συναισθηματικό πόνο ακόμη και στους ενήλικες.

Εδώ είναι το θέμα: όπως κάθε ανθρώπινο ον γεννηθήκατε με αξία χωρίς όρους, και δεν υπάρχει απολύτως τίποτα που να μπορείτε να κάνετε για να αποδείξετε, να βελτιώσετε, ή να ανασκευάσετε αξία. Ως εκ τούτου, ο συναισθηματικός πόνος που συνδέεται με το γεγονός ότι πιστεύετε ότι δεν αξίζετε είναι απολύτως μη αληθινός! Ο συναισθηματικός πόνος είναι ένα προειδοποιητικό σύστημα που σας προειδοποιεί για ψεύτικες πεποιθήσεις.

Γιατί Χρειαζόμαστε να μας Προειδοποιούν για Ψεύτικες Πεποιθήσεις;
Όλες οι αποδυναμωτικές πεποιθήσεις, όπως της αναξιότητας, της αδυναμίας, και της θυματοποίησης, μας βάζουν σε κατάσταση επιβίωσης, και με την πάροδο του χρόνου μπορεί να προκαλέσουν χρόνια και οξεία θέματα με σοβαρές επιπτώσεις, και, ως εκ τούτου, χρειαζόμαστε ένα σύστημα προειδοποίησης που μας προειδοποιεί για εξουθενωτικές πεποιθήσεις. Το σύστημα αυτό προειδοποίησης είναι το συναίσθημα, και στην πραγματικότητα, σκοπός του συναισθηματικού πόνου είναι να σας ενημερώσει ότι το γεγονός που πιστεύετε είναι ψέμα. Ακριβώς όπως ο σωματικός πόνος σας ειδοποιεί και την στιγμή που τρυπάτε το δάκτυλο σας με ένα μαχαίρι, έτσι ώστε δεν καταλήγετε να κόψετε ολόκληρο το δάκτυλο σας, ο συναισθηματικός πόνος σας ειδοποιεί για τις επιβλαβείς πεποιθήσεις, ώστε να μπορείτε να τις εγκαταλείψετε.

Χωρίς να γνωρίζουμε ότι ο συναισθηματικός πόνος αποτελεί σημάδι κάποιας λανθασμένης πεποίθησης, οι περισσότεροι από εμάς ερμηνεύουμε τον πόνο αυτό λανθασμένα. Έτσι, κάθε φορά που αισθανόμαστε τον συναισθηματικό πόνο που σχετίζεται με την αναξιότητα, ο πόνος μας κάνει να πιστεύουμε ότι η πεποίθηση είναι αλήθεια, ενισχύοντας έτσι την πεποίθηση και βαθαίνοντας την πληγή, και αυτό διαιωνίζει τον κύκλο του συναισθηματικού πόνου.

 Επί πλέον, το σύστημα αυτό εσωτερικής προειδοποίησης δεν θα σταματήσει με τίποτα να σας κάνει να συνειδητοποιήσετε μια εσφαλμένη πεποίθηση, και, στην πραγματικότητα, με δυναμώνοντας την ένταση, θα προσελκύεται συνεχώς ευκαιρίες που προκαλούν συναισθηματικό πόνο μέχρι που τελικά στρέψετε την προσοχή σας και ξεφορτωθείτε την εσφαλμένη πεποίθηση που είναι υπεύθυνη για τον πόνο. Η συναισθηματική επούλωση ξεφορτώνεται τις αποδυναμωτικές πεποιθήσεις. Παγιδευμένοι στην συνειδητή ή ασυνείδητη πεποίθηση ότι η αξία μας εξαρτάται από το να ικανοποιούν οι γονείς μας τις συναισθηματικές μας ανάγκες, φτάνουμε στην ενηλικίωση, ακόμη περιμένοντας ο ένας ή και οι δύο γονείς να μας δίνουν αυτό που χρειαζόμαστε για να νιώθουμε ότι αξίζουμε. Αλλά αυτό, μόνο περισσότερο πόνο μπορεί να εξασφαλίσει επειδή δεν λειτουργεί ποτέ.

Γιατί οι Γονείς Δεν Ικανοποιούν τις Συναισθηματικές Ανάγκες των Παιδιών;
Πρώτα απ 'όλα, ακόμη και οι πιο καλοπροαίρετοι γονείς συχνά δεν καταφέρνουν να ανταποκριθούν στις συναισθηματικές ανάγκες των παιδιών τους, και, στις περισσότερες περιπτώσεις, οι συναισθηματικές πληγές δεν έχουν τίποτα να κάνουν με τη γονική αγάπη. Πολλές φορές, τα συναισθηματικά τραύματα της παιδικής ηλικίας είναι αποτέλεσμα του τρόπου της ανατροφής των παιδιών ή τραυμάτων των γονέως που δεν έχουν επουλωθεί ή οικογενειακών θεμάτων, όπως οικονομικές δυσκολίες, διαζύγιο, ή κάποιας εξάρτησης ενός μέλους της οικογένειάς, ασθένειας, ψυχικής ασθένειας ή χρόνιας κατάθλιψης.

Αν και η γονική κριτική, και η σύγκριση με τα αδέλφια ή άλλα παιδιά είναι οι πιο κοινές αιτίες του τραύματος της αξίας, σχεδόν κάθε δυναμική μπορεί να κάνει την αρχή, για παράδειγμα, όταν ένας γονέας είναι υπερ-προστατευτικός ή ελέγχει υπερβολικά, ένα παιδί μπορεί να αισθάνεται ότι δεν το σέβονται και να αναπτύξει την πεποίθηση ότι είναι ανάξιο σεβασμού, και μπορεί να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι είναι αναξιόπιστο, ή όταν σε ένα παιδί να φαίνεται αλλά δεν το ακούνε, μπορεί να αναπτύξει την πεποίθηση ότι δεν είναι άξιος να μιλάει, ή μπορεί να πιστεύει ότι δεν είναι σημαντικό.

Στις περισσότερες περιπτώσεις, οι συναισθηματικές πληγές ενός παιδιού με την πάροδο του χρόνου γίνονται πιο βαθιές, και καθώς το παιδί ωριμάζει στην ενήλικη ζωή, η πληγή ωριμάζει ανάλογα. Εκδηλώνεται ως προβληματικές σχέσεις, οικονομικές ανησυχίες, δυσκολίες στη καριέρα, καθώς και θέματα υγείας, ενώ, επίσης, το καθιστά δύσκολο να ακολουθήσει τα όνειρα και τις επιθυμίες του.

Πολλά ενήλικα παιδιά προστατεύουν τους εαυτούς τους από τη γονική κριτική και την χειραγώγηση κλείνοντας τις καρδιές τους και κτίζοντας ενεργητικά εμπόδια, αλλά παρά την αμυντική ποιότητα του θυμού και της επίρριψης ευθυνών, δεν προστατευόμαστε από το συναισθηματικό πόνο επειδή η ασπίδα κρατά στην πραγματικότητα τον πόνο στο εσωτερικό, ενώ επίσης εμποδίζει την επούλωση. Ανεξάρτητα από την ηλικία, κάθε φορά που οι γονείς σας δεν καταφέρνουν να ικανοποιήσουν την Πρωταρχική Συναισθηματική Ανάγκη σας, συναισθήματα απογοήτευσης τροφοδοτούν την αναξιότητα και συχνά οδηγούν σε αποδυνάμωση.

Το Τραύμα της Αναξιότητας Δημιουργεί Αδυναμία
Χρειάζεστε ακόμα την γονική συναίνεση, την αποδοχή, την επικύρωση ή την άδεια να αισθάνεστε άξιοι; Αν ναι, καλύπτετε συμπεριφορές που δεν ανταποκρίνονται στις προσδοκίες των γονιών σας;

Η δυναμική αυτή είναι αρκετά συνηθισμένη στους περισσότερους ενήλικες, αλλά υπάρχει ένα τεράστιο κόστος που συνεπάγεται, επειδή κάθε φορά που καταπιέζετε την αυθεντική έκφραση σε αντάλλαγμα για την έγκριση ή την αποδοχή, για παράδειγμα, χωρίς να το θέλετε παραδίνετε τη δύναμή σας. Στην πραγματικότητα, είναι αδύνατο να περιμένετε από τους γονείς σας να καλύψουν τις συναισθηματικές ανάγκες σας και να σας κάνουν να νιώσετε άξιοι χωρίς να τους δώσετε τη δύναμή σας.

Κατά συνέπεια, η σχέση βασίζεται σε δυσλειτουργικά δυναμικά όπου παραμένετε ένα ανίσχυρο παιδί που είναι ευάλωτο να πληγωθεί. Αυτό, όχι μόνον σας κάνει επιρρεπείς στη γονική κριτική, σας κάνει επίσης ευάλωτους στη χειραγώγηση μέσω της ενοχής και της υποχρέωσης.

Αν και η επίρριψη ευθυνών είναι μια φυσική αντίδραση στην αδυναμία, στην πραγματικότητα λέει στον υποσυνείδητο νου σας ότι ο γονιός που κατηγορείτε έχει δύναμη πάνω σας, και, ως εκ τούτου, η επίρριψη ευθυνών διαιωνίζει περισσότερη αδυναμία. Πράγματι, δεν θα μπορέσετε να θεραπεύσετε τα συναισθηματικά τραύματα σας ή να συγχωρήσετε τους γονείς σας εφ’ όσον τους κατηγορείτε ότι σας κάνουν να αισθάνεστε αδύναμοι και ανάξιοι. Αυτός είναι ο λόγος που η ανάληψη της ευθύνης του εαυτού είναι η θεραπεία, και, στην πραγματικότητα, η ευθύνη για τον εαυτό σας είναι το μόνο πράγμα που μπορεί να λύσει τα προβλήματά σας.

Ευθύνη για τον εαυτό σημαίνει ότι θα πρέπει να κατέχετε την άνευ όρων αξία σας και πρέπει να πάρετε πίσω τη δύναμή σας αφήνοντας την προσδοκία οι γονείς σας να ικανοποιούν οποιαδήποτε από τις συναισθηματικές ανάγκες σας, και αυτό περιλαμβάνει, επίσης, απελευθερώνοντας την ανάγκη για συγγνώμη, αναγνώριση, ή τιμωρία.

Δώστε στον εαυτό σας αυτό που χρειάζεστε από τους γονείς σας!
Καθώς αναλαμβάνετε την ευθύνη για τη ζωή και τις επιλογές σας, πρέπει να σταματήσετε να επιζητάτε τη γονική άδεια και συναισθηματική υποστήριξη, και, στην πραγματικότητα, δεν χρειάζεστε καν οι γονείς σας να πιστεύουν σε εσάς ή τα όνειρά σας. Οι ίδιοι λόγοι που οι γονείς σας δεν ικανοποιούσαν τις ανάγκες σας κατά την παιδική ηλικία είναι οι ίδιοι λόγοι που ακόμα δεν το κάνουν. Έτσι, μπορείτε να απαγκιστρωθείτε από αυτούς και να εγκαταλείψετε όλες τις προσδοκίες!

Τελικά, όταν γνωρίζετε την άνευ όρων αξία σας, και να έχετε στην κατοχή σας την εγγενή δύναμη σας, οι γονείς σας δεν μπορούν να σας βλάψουν συναισθηματικά, και , κατά συνέπεια, η συγχώρεση καθίσταται δυνατή.

Καθώς τα δυσλειτουργικά δυναμικά διαλύονται, δίνουν τη θέση του σε ένα νέο τρόπο σχέσεων που βασίζεται στην άνευ όρων αξία και την χειραφέτηση. Θεμέλιο αυτής της βαθύτερης σύνδεσης είναι τα σαφή όρια, και, στην πραγματικότητα, τα όρια μπορούν να σας μετατρέψουν από ένα ανίσχυρο παιδί σε έναν δυνατό ενήλικα σε μια στιγμή. Στην πραγματικότητα, η προσωπική σας δύναμη είναι τόσο ισχυρή όσο είναι τα όριά σας.

Τα Όρια είναι Κλειδί!
Ως ενήλικο παιδί, είναι στο χέρι σας να ορίσετε τα όρια με τους γονείς σας. Αρχικά, μπορεί να είναι άβολο, αλλά με το πέρασμα του χρόνου, τα δυνατά όρια θα δυναμώσουν τη σχέση και θα επιτρέψουν μια βαθύτερη σύνδεση. Έτσι, για να δημιουργήσετε μια θετική ενήλικη σχέση με τους γονείς σας, ποια όρια χρειάζεστε ως δυνατός ενήλικας;

Να έχετε υπόψη σας, ένα όριο σεβασμού, για παράδειγμα, είναι ασαφές και προφανώς χρειάζεστε να ορίσετε τις παραμέτρους του σεβασμού, έτσι, ξεκάθαρα και συγκεκριμένα διευκρινίστε το από την άποψη της επικοινωνίας και της αλληλεπίδρασης. Κατά πάσα πιθανότητα, θα χρειαστεί να διδάξετε τους γονείς σας πώς να σας μεταχειρίζονται, να σας μιλούν, και να συμπεριφέρονται με τρόπους που αντανακλούν σεβασμό. Είναι επίσης μια καλή ιδέα να ζητήσετε από τη μαμά και τον μπαμπά σας να καθορίσουν τα δικά τους όριά και να κάνετε κι εσείς ό, τι μπορείτε για να τηρήσετε.

Τα όρια καθορίζονται μέσω της πρόθεσης, αλλά τηρούνται με την προσοχή!
Τα αποτελεσματικά όρια απαιτούν ακεραιότητα, και αυτό σημαίνει ότι πρέπει να υποστηρίζετε κάθε όριο με την κατάλληλη και συνεχή προσοχή. Ως εκ τούτου, μην περιμένετε οι γονείς σας να γνωρίζουν αυτόματα πότε παραβιάζουν ένα όριο. Όταν οι άνθρωποι είναι συνηθισμένοι να συμπεριφέρονται με τους συνήθεις τρόπους, χρειάζεται χρόνος για να αναγνωρίσουν νέα όρια και να αναδιοργανώσουν νέα συμπεριφορά αναλόγως. Αυτό σημαίνει ότι είναι δική σας ευθύνη να προστατεύσετε τα όριά σας, και, ως εκ τούτου, εμπιστευτικά να δίνετε ξεκάθαρη ανατροφοδότηση. Να λέτε στην μαμά ή το μπαμπά σας πότε καταπατούν (ή πρόκειται να καταπατήσουν) ένα όριο.

Ωστόσο, αν ένας από τους γονείς δεν σέβεται τα όριά σας, μην φοβηθείτε να περιορίσετε τις επαφές σας ανάλογα, αλλά αφήστε τους να γνωρίζουν τον λόγο, έτσι ώστε να έχουν τις απαραίτητες πληροφορίες για να αλλάξουν τη συμπεριφορά τους. Είτε το πιστεύετε είτε όχι, οι περισσότεροι γονείς τελικά θα μάθουν να σέβονται τα όρια, αλλά μόνο αν εσείς τα τηρείτε πρώτοι με συνέπεια.

Καρπωθείτε τα Οφέλη!
Άσχετα με το πώς φαίνεται, τα τραύματα της παιδικής ηλικίας φέρνουν πάντα κρυμμένα δώρα, όπως ανεξαρτησία, σοφία, συμπόνια, και χωρίς συναισθηματικές δυσκολίες, τα καλύτερα χαρακτηριστικά μας δεν θα είχαν ίσως ποτέ αποκαλυφθεί. Αν δεν έχετε ακόμη αναγνωρίσει τις θετικές ιδιότητες που ξεπήδησαν από τις πληγές της παιδικής ηλικίας σας, τώρα είναι μια υπέροχη στιγμή να το κάνετε, επειδή η ίδια η αναγνώριση μπορεί να είναι εξαιρετικά θεραπευτική. Πράγματι, το θέμα είναι να επουλώσετε τα τραύματα, αλλά να κρατήσετε τα οφέλη!

Τέλος, να θυμάστε πάντα ότι η συγχώρεση δεν είναι ποτέ για το άτομο που συγχωρείται. Η συγχώρεση είναι το δώρο που δίνετε στον εαυτό σας.

Είστε αγάπη, είστε ΕΡΕΒΟΚΤΟΝΟ φως, και όλα είναι καλά!

Μύθος: Ένα παραμύθι ή μία ιστορία

Αποτέλεσμα εικόνας για Μύθος: Ένα παραμύθι ή μία ιστορίαΑπό την εποχή του Ηρόδοτου μέχρι σήμερα έχουν περάσει χιλιάδες χρόνια, τα οποία χωρίζονται από τους ερευνητές σε διάφορες περιόδους, ωστόσο ολόκληρο αυτό το διάστημα ονομάζεται εποχή της Ιστορίας. Πριν τον «πατέρα της ιστορίας», όπως τον αποκάλεσε πρώτος ο Κικέρωνας, υπήρχε ένα άλλο ακόμα μεγαλύτερο χρονικό διάστημα, το οποίο ονομάζεται προϊστορία. Η διαφορά ανάμεσα στις δύο περιόδους είναι πως στην ιστορία υπάρχει γραπτή καταγραφή των γεγονότων και ακριβή μεταφορά των πληροφοριών του ιστορικού από γενιά σε γενιά, ενώ στην προϊστορία έχουμε τη μεταφορά του γεγονότος από στόμα σε στόμα το οποίο οδηγεί στην προφορική παράδοση. Κατά αυτό τον τρόπο, όπως είναι φυσιολογικό, κάποιες λεπτομέρειες χάνονται ή και μεταφέρονται με τον τρόπο που τις αντιλαμβάνεται ο αφηγητής της ιστορίας με αποτέλεσμα το γεγονός, δηλαδή η απάντηση του ΤΙ, να μη μπορεί να συνδυαστεί με τις απαντήσεις των ΠΟΥ, ΠΩΣ, ΠΟΤΕ, ΠΟΙΟΣ, ΓΙΑΤΙ.

Παρόλα ταύτα η ανάγκη του ανθρώπου να μεταφέρει σημαντικά γεγονότα του προσωπικού και κοινωνικού βίου του δεν εμφανίστηκε ξαφνικά μαζί με τη γραφή, αντιθέτως προϋπήρχε αυτής και μπορούμε να πούμε ότι εμφανίζεται με τη δημιουργία των πρώτων κοινωνικών ομάδων και την ανάγκη θωράκισης της συλλογικότητας αυτών από τις αντίστοιχες «αντίπαλες» ομάδες με τις οποίες ανταγωνίζονταν για τον έλεγχο της περιοχής τους. Η ανάγκη μεταλαμπάδευσης των κοινωνικών αξιών και των συλλογικών και προσωπικών γνώσεων του ανθρώπου από γενιά σε γενιά, «πατάει» πάνω στην πρωταρχική ανάγκη της διαιώνισης και στο βασικό ερώτημα της προέλευσης της ανθρώπινης ύπαρξης.

Λόγω αυτής της ανάγκης δημιουργήθηκε ένα μέσο, μία μορφή προφορικής παράδοσης, η οποία διέδιδε το γεγονός στο χώρο και το χρόνο. Όπως γίνεται αντιληπτό -και προαναφέρθηκε- η απόσταση του χωρόχρονου από το σημείο τέλεσης του συμβάντος επηρέαζε την ιστορία ως προς τη γνώση ορισμένων λεπτομερειών, τις οποίες ο αφηγητής αναγκαζόταν να συμπληρώνει με φανταστικά στοιχεία, στα οποία πρωταγωνιστούσαν δαίμονες, θεοί ή οτιδήποτε θα άγγιζε το υποσυνείδητο και το συναίσθημα του ανθρώπου. Σε αυτό το πλαίσιο λοιπόν γεννήθηκε ο μύθος, ο οποίος αποτελούσε τη μορφή «ιστορίας» για τις προϊστορικές κοινωνίες.

Μύθος ή παραμύθι;

Θα πρέπει να σημειώσουμε σε αυτό το σημείο ότι ο μύθος δεν είναι παραμύθι. Άλλωστε οι δύο λέξεις από μόνες τους, εννοιολογικά, υποδηλώνουν τη διαφορά τους. Το παραμύθι είναι κάτι «παρά του μύθου», κάτι δηλαδή λιγότερο, που υπολείπεται τρόπο τινά του μύθου, κάτι που πλησιάζει στο μύθο, αλλά σε καμία περίπτωση δεν είναι μύθος. Το παραμύθι είναι μία ιστορία η οποία μπορεί να προέρχεται από ένα πραγματικό γεγονός το οποίο ενέπνευσε τη δημιουργία του, αλλά σε όλα τα υπόλοιπα ερωτήματά του δίνει εντελώς φανταστικές απαντήσεις. Στον αντίποδα ο μύθος είναι μία πραγματική ιστορία, η οποία αλλοιώθηκε κατά τη μετάδοσή της, μέσω της ανθρώπινης φαντασίας. Στο παραμύθι δεν υπάρχει ουσιαστικά η ανάγκη για την μετάδοση ενός γεγονότος. Δεν αναφέρεται ο χρόνος (μια φορά κι έναν καιρό), δεν αναφέρεται ο τόπος (σε κάποιο βασίλειο), παρά μόνο το γεγονός -που είναι η αφήγηση- και ο κεντρικός ήρωας, ο οποίος έχει ονομαστεί από κάποιο εμφανές χαρακτηριστικό (Κοντορεβιθούλης, Χιονάτη, Κοκκινοσκουφίτσα).

Για να καταλάβουμε ακόμα περισσότερο τη διαφορά του μύθου και του παραμυθιού θα χρησιμοποιήσω το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα: τον Αίσωπο! Οι ιστορίες του Αισώπου δεν περιλαμβάνουν πραγματικούς χαρακτήρες, αλλά ζώα. Το ίδιο μπορούμε να παρατηρήσουμε και σε κάποια παραμύθια, όπως επί παραδείγματι, στο παραμύθι με τα τρία γουρουνάκια. Παρόλα ταύτα δεν ονομάζονται παραμύθια του Αισώπου, όπως αντιστοίχως των αδελφών Γκριμ, του Άντερσεν κτλ., αλλά μύθοι του Αισώπου…

Η χρήση της σημειολογίας στο μύθο

Ο Αίσωπος μέσω των μύθων του χρησιμοποιούσε φανταστικούς χαρακτήρες ζώων προκειμένου να αναδείξει ένα συγκεκριμένο ανθρώπινο χαρακτηριστικό, βάσει της λαογραφίας του τόπου του. Ουσιαστικά τα ζώα δεν αποτελούσαν χαρακτήρες, αλλά σύμβολα ανθρώπινης συμπεριφοράς. Τοιούτο τρόπο τα σύμβολα αποκτούσαν μία γενικευμένη φύση για τον ακροατή, ο οποίος δε μπορούσε να αποφύγει το ηθικό δίδαγμα που ακολουθούσε. Σε αντίθετη περίπτωση, η χρήση οποιουδήποτε χαρακτήρα θα ανάλωνε την ιστορία σε λεπτομέρειες, που θα λειτουργούσαν ως ψυχολογικά παράθυρα διαφυγής για τον ακροατή, ο οποίος θα ερχόταν αντιμέτωπος με το χαρακτήρα και τις πράξεις του. Ωστόσο η σκοπιμότητα ήταν άλλη…

Η μοναδικότητα του μύθου στη λαϊκή παράδοση

Αυτή είναι η σημαντικότερη διαφορά μεταξύ των μύθων και των παραμυθιών, μυθιστοριών, μυθιστορημάτων κτλ. Ο μύθος αποσκοπεί στην πρόκληση του πνεύματος και της λογικής. Η φαντασία στο μύθο χρησιμοποιείται για τη δημιουργία συμβόλων, τα οποία μέσα από το συμβολισμό τους μεταφέρουν πληροφορίες. Το παραμύθι από την άλλη αποσκοπεί στο συναίσθημα και η φαντασία χρησιμοποιείται προκειμένου να αγγίξει ο αφηγητής τον εσωτερικό κόσμο του ανθρώπου. Επί της ουσίας μπορούμε να πούμε ότι ο μύθος μεταφέρει γνωστικές πληροφορίες, ενώ το παραμύθι συναισθηματικές πληροφορίες.

Επίσης άλλη μία σημαντική διαφορά είναι πως ο μύθος καταλήγει πάντα με ένα ηθικό συμπέρασμα, το οποίο μάλιστα αφήνεται να εννοηθεί, προκειμένου να εκμαιευθεί από τον ακροατή, εν αντιθέσει με το παραμύθι το οποίο καταλήγει στη λύτρωση και την ψυχική ανάταση (έζησαν αυτοί καλά και εμείς καλύτερα). Ο μύθος δεν χρησιμοποιεί έναν από μηχανής θεό, όπως το παραμύθι, αντιθέτως εξιστορεί «τη ζωή του ίδιου του από μηχανής θεού», ενός πρωταγωνιστή με υπεράνθρωπες ικανότητες, για τις οποίες αξίζει η ακρόαση της ιστορίας του.

Άλλωστε η φαντασία στο μύθο πολλές φορές χρησιμοποιείται για να καλύψει την ανάγκη του αφηγητή να μεταφέρει πληροφορίες τις οποίες άκουσε, αλλά δε μπόρεσε να κατανοήσει λόγω της “γήινης” φύσης του. Αυτό είναι απολύτως φυσιολογικό, αφού οι ικανότητες του πρωταγωνιστή διαθέτουν μία υπεράνθρωπη φύση, την οποία ο αφηγητής δε μπορεί να αντιληφθεί και να κατανοήσει, με αποτέλεσμα να ελλοχεύει ο κίνδυνος της απώθησης της λεπτομέρειας από τη μνήμη. Γι’ αυτό το λόγο ο αφηγητής, κατά την αποστήθιση της ιστορίας, φροντίζει να μεταφράζει τα γεγονότα με πιο απλοϊκό και πιο προσφιλή τρόπο προς την αντίληψή του και τη λαογραφία του κοινωνικού συνόλου στο οποίο διαβιεί. Είναι ένας ανθρώπινος μηχανισμός σκέψης, ο οποίος σημειώνεται πάντα κατά την προσπάθεια μετάδοσης ή λήψης εννοιών.

Η προσπέλαση των δυσχερειών της επικοινωνίας γεννάει το μύθο

Οι λέξεις από μόνες τους δεν μεταφέρουν την έννοια, δηλαδή την πληροφορία, εφόσον ο ακροατής δεν διαθέτει το ανάλογο γνωστικό υπόβαθρο. Επί παραδείγματι, ένα κείμενο στην κινεζική διαθέτει λέξεις, οι οποίες αντιπροσωπεύουν έννοιες, αλλά αν δεν γνωρίζει ο αναγνώστης του τη γλώσσα δε θα μπορέσει ποτέ να τις λάβει. Οι λέξεις είναι χρήσιμες μεταξύ πομπού και δέκτη, μόνο όταν και οι δύο διαθέτουν το ίδιο γνωστικό υπόβαθρο. Μεταξύ αυτών των δύο καταστάσεων, πλήρους γνώσης και πλήρους άγνοιας υπάρχει και μία «γκρίζα ζώνη», η οποία αντιπροσωπεύεται από την «ελλιπή γνώση». Επί παραδείγματι, αν αναφέρουμε τη λέξη μπρίκι σε έναν καφετζή και σε έναν ναυτικό, ο πρώτος θα αντιληφθεί άμεσα την έννοια του μαγειρικού σκεύους, λόγω προσωπικών εμπειριών, ο δε δεύτερος, για τους ίδιους λόγους, θα αντιληφθεί το είδος πλοίου.

Κατά τη διαδικασία δημιουργίας του μύθου σημειώνεται ακριβώς ο ίδιος μηχανισμός με αυτόν που προαναφέρθηκε και ο οποίος βοηθάει τον καθένα μας να υπερκεράσει τα εμπόδια του αγνώστου και του ανεξήγητου, προκειμένου να εξελιχθεί η αφήγηση της ιστορίας, η οποία απαγγέλλεται σε ένα κατακερματισμένο και διάφορο, από πλευράς γνώσεων και εμπειριών, κοινωνικό σύνολο. Ο ακροατής, που στη συνέχεια θα γίνει αφηγητής, αρχικά αντιλαμβάνεται την ιστορία με τα δικά του δεδομένα και τις δικές του εμπειρίες. Εν συνεχεία τη φιλτράρει, μέσω της αντίληψής του και την αναμεταδίδει. Αυτός είναι και ο λόγος που μπορούμε να δούμε μικρές παραλλαγές στον ίδιο μύθο, αναλόγως και του τοπικού σημείου, στο οποίο αυτός διαδόθηκε. Ως εκ τούτου, αυτό που έχει σημασία στο μύθο, για όσους τον αναμετέδιδαν, είναι το κεντρικό νόημα της ιστορίας, το οποίο αποδίδεται αναλλοίωτο, ενώ στις λεπτομέρειες αυτής γίνεται έκπτωση στην αξία τους και προσαρμογή στα δεδομένα του αφηγητή.

Ο μύθος της Τροιζήνας

Έχοντας ξεκαθαρίσει τις διαφορές μεταξύ μύθων και παραμυθιών ή άλλων ιστοριών φαντασίας, μπορούμε να δούμε ένα μικρό παράδειγμα ενός μύθου και της ανάλυσής του. Ο μύθος της περιοχής της Τροιζηνίας είναι αρχαιότερος από αυτόν του Θησεά και αφορά την περιοχή, από την οποία κατάγεται ο μυθικός ήρωας. Ως πρώτος βασιλιάς της Τροιζηνίας αναφέρεται ο Ώρος. Το όνομα Ώρος σημαίνει έτος, χρόνος και φυσικά μόνο τυχαίο δεν είναι ότι έτσι λένε τον πρώτο βασιλιά της περιοχής. Ο μύθος θέλει να δηλώσει ότι πρώτος βασιλιάς ήταν ο ίδιος ο χρόνος, ο αρχαιότερος και παλαιότερος όλων των εννοιών (η αρίθμηση του χρόνου ξεκινάει από τη στιγμή που ο άνθρωπος μπόρεσε να αντιληφθεί το εν λόγω μέγεθος). Εν ολίγοις, η κοινωνία των Τροιζηνίων ήταν από τις πρώτες οργανωμένες κοινωνίες του ελλαδικού χώρου, κάτι που επιβεβαιώνουν και οι αρχαιολογικές αναφορές στην Αρχαία Τροιζήνα, την οποία αναφέρουν ως πόλη αρχαιοτάτη. Πράγματι δεν είναι τυχαίο ότι η αρχαιότερη πόλη της Ευρώπης, σύμφωνα με ιστορικά στοιχεία που δημοσιοποίησε η ιστοσελίδα One-Europe, θεωρείται πως είναι το Άργος, από το οποίο προέρχεται σύμφωνα με το μύθο ο Ώρος (γιος του Αιγύπτου και γαμπρός του Δαναού βασιλιά του Άργους).

Κατόπιν των ανωτέρω αρχίζει να διαφαίνεται πως στη σύγχρονη ιστορία προκύπτουν ευρήματα, τα οποία φαινομενικά δεν γνώριζαν οι προϊστορικοί κάτοικοι της περιοχής. Παρόλα αυτά η λαϊκή παράδοση, από την οποία γεννήθηκε ο μύθος, δείχνει πως διαθέτει μία συλλογική γνώση, που επιβεβαιώνεται, βάσει της γλωσσολογικής ανάλυσης, από τα σύγχρονα ευρήματα της αρχαιολογικής σκαπάνης. Δεύτερος βασιλιάς της περιοχής ορίζεται όχι κάποιος γιος του Ώρους, αλλά ο εγγονός του, Άλθηπος. Σε αυτό το σημείο μπορούμε να δούμε δύο σημαντικές πληροφορίες, το όνομα του βασιλιά και το βαθμό συγγενείας με τον προηγούμενο. Το γεγονός ότι έχουμε έναν εγγονό να διαδέχεται τον Ώρο και όχι γιο σημαίνει πως ο μύθος αποφεύγει την αναφορά σε κοντινή εποχή με αυτή του Ώρους, δηλαδή μεταφερόμαστε αρκετές γενιές μετά την ίδρυση της πρώτης μορφής ευνομούμενης κοινωνίας. Ως δε προς τη γλωσσολογική ανάλυση του ονόματος του Άλθηπου βλέπουμε πως η λέξη σημαίνει αυτός που αυξάνεται. Η ιστορία μας, επομένως, μπορεί να μεταφραστεί ως ότι έχουμε μπροστά μας μία κοινωνία, εκ των αρχαιοτέρων, η οποία επιτυγχάνει να αυξηθεί πληθυσμιακά, αλλά και γεωγραφικά ως προς τα όρια τα οποία ελέγχει.

Η επιλογή αυτού του ονόματος του Άλθηπου, αποκτά ιδιαίτερη σημασία, ώστε να αναδειχθεί η αντίθεση με τον τρίτο βασιλιά της περιοχής και γιο του, τον Σάρωνα, που σημαίνει καταστροφέας εκ του σαρώνω. Ιδιαίτερη αίσθηση προκαλεί ο μύθος της ζωής και ιδιαίτερα του θανάτου του Σάρωνα που ολοκληρώνει έναν μικρό κύκλο μύθων, συντάσσοντας έτσι μυθολογία. Το όνομά του αποτελεί ένα ετεροχρονισμένο προσωνύμιο, που μπορεί να αποδίδεται σε έναν άρχοντα της εποχής, λόγω των καταστροφών που επήλθαν ακούσια ή εκούσια επί των ημερών του. Κατά τη ζωή του – βασιλεία του – ήταν πολύ καλός κυνηγός, γεγονός που μάλλον δείχνει ότι πλέον οι κάτοικοι της περιοχής είχαν προσθέσει στη διατροφή τους και το κρέας του κυνηγιού ή ότι η πανίδα της περιοχής είχε αυξηθεί αρκετά, ώστε να αποτελεί κύρια μορφή διατροφής. Εδώ θα αντιπαραθέσουμε τα επίσημα αρχαιολογικά στοιχεία βάσει των οποίων παρατηρείται μία μεταστροφή στις διατροφικές συνήθειες των κατοίκων από το 8000 π.Χ., όταν και βρίσκουμε κόκκαλα ελαφιών και βουβαλιών σε σπήλαια και οικισμούς.

Μία μέρα κυνηγιού, εμφανίστηκε μπροστά του το ελάφι της Αρτέμιδος και ο Σάρωνας αποφάσισε να το κυνηγήσει. Αυτό τρομαγμένο βούτηξε στον κόλπο για να γλυτώσει. Ο Σάρωνας πήδηξε κι εκείνος και το κυνήγησε κολυμπώντας. Όταν κάποια στιγμή κατάλαβε δεν διαθέτει άλλες δυνάμεις, αποφάσισε να εγκαταλείψει την προσπάθειά του, αλλά πλέον ήταν πολύ αργά, διότι βρισκόταν μακριά από την ακτή, με αποτέλεσμα να πνιγεί. Οι αρχαίοι Έλληνες προς τιμή του ονόμασαν τον Κόλπο Σαρωνικό και την ακτή που ξεβράστηκε το πτώμα του, Σαρωνίδα.

Ο μύθος αυτός δείχνει ότι ο εν λόγω βασιλιάς ήταν καταστροφικός για το βασίλειό του και μάλιστα η καταστροφή αυτή ήταν θαλάσσιου χαρακτήρα, με χαρακτηριστικά σαρώματος. Με τα δύο αυτά στοιχεία συμπεραίνουμε ότι ο βασιλιάς Σάρωνας δεν κατέστρεψε ο ίδιος το βασίλειό του, αλλά αντιθέτως είχε την ατυχία να βασιλεύει την εποχή που ένα παλιρροιακό κύμα βύθισε όλο το βασίλειό του, σαρώνοντας τις ακτές, έως την ενδοχώρα. Το ελάφι που σώθηκε συμβολίζει τις διασωθείσες περιοχές, ήτοι τα βουνά και τα δάση στα οποία ζουν τα ελάφια. Ιστορικά και γεωλογικά αυτό στηρίζεται με στοιχεία, αφού όπως φαίνεται ο κόλπος του Σαρωνικού δεν υπήρχε και είναι προϊόν βύθισης!

Ο μύθος της Τροιζήνας συνεχίζει με τον φερτό (!) βασιλιά Άνθα, γιο του Διημάχου. Σε αυτό το σημείο βλέπουμε πως η εξέλιξη του μύθου συνεχίζει αρμονικά μέσω της αναφοράς σε έναν φερτό βασιλιά, ο οποίος διαθέτει ένα όνομα παρόμοιο με αυτό του Άλθηπου (Άνθας εκ του άνθημι, δηλαδή ανθίζω). Είναι απολύτως λογικό ότι έπειτα μίας κατακλυσμιαίας καταστροφής έρχεται η στιγμή της άνθισης και της ανάκαμψης της φύσης και της ζωής. Ο βασιλιάς ορίζεται ως φερτός, διότι πολύ απλά συμβολίζει τη μετοίκιση μίας κοινωνίας με συγκεκριμένη ιεραρχική δομή, σε μία περιοχή η οποία είναι αρκετά πλούσια σε βλάστηση, φαινόμενο σύνηθες ιστορικά μετά από κατακλυσμικές περιόδους. Αυτό φαίνεται και από το όνομα του πατέρα του Άνθα, Διημάχου, που στα δωρικά σημαίνει ο βασανισμένος και ο δυστυχής (εκ του δηιόω: φονεύω, σφάζω, ερημώνω, λεηλατώ). Επίσης η μητέρα του είναι η Αλκυόνη ή Χιόνη, γεγονός που υποδηλώνει είτε τη διαδοχή μίας περιόδου παγετώνων, από μία εποχή άνθισης της φύσης (γεγονός που εξηγεί και το κατακλυσμιαίο γεγονός μία μεσο-παγετώδους περιόδου) είτε (στην περίπτωση της Αλκυόνης) στην ανάκαμψη της περιοχής εν μέσω δυσκολιών, που συμβολίζει ο αστερισμός της Αλκυόνης, κατά τον ίδιο τρόπο που οι αρχαίοι ημών πρόγονοι χρησιμοποίησαν τον αστερισμό για την ονομασία των αλκυονίδων ημερών του χειμώνα.

Ο βασιλιάς Άνθας δεν είναι μόνος του σε αυτό το σημείο του μύθου. Διαθέτει έναν αδελφό, τον Υπέρη, ο οποίος σημαίνει μακρινός. Σε άλλες παραλλαγές ο Υπέρης και ο Άνθας αναφέρονται ως γιοι του Ποσειδώνα, γεγονός που εξηγείται ως έλευση αυτών από τη θάλασσα. Η ύπαρξη δύο βασιλέων δείχνει την ανάπτυξη δύο κοινωνιών στην περιοχή, αμφότερες φερτές , όπως διαφαίνεται από την ύπαρξη δύο πόλεων, της Υπερείας και της Άνθειας. Καμία εκ των δύο δεν επικρατεί της άλλης, εξού και ο όρος «αδέλφια» που χρησιμοποιείται από το μύθο.

Ο Άνθας διαθέτει ένα γιο, τον πρίγκιπα Αέτιο, ο οποίος σκοπεύει να μετονομάσει την πόλη του «θείου» του από Υπέρεια σε Ποσειδωνία, τιμής ένεκεν για τον παππού του. Η λέξη Ποσειδωνία δείχνει το επίπεδο της σχέσης του τοπικού στοιχείου με τη θάλασσα, δηλαδή τη γνώση της ναυσιπλοΐας, εν συγκρίσει με άλλα τοπικά στοιχεία του ελλαδικού χώρου, ενώ η χρήση ενός προσώπου στο μύθο, που δεν είναι βασιλιάς δείχνει την πρόθεση για να πραγματοποιηθεί κάτι, το οποίο όμως δεν υλοποιείται. Η αδυναμία αυτή έγκειται στο γεγονός πως την περιοχή καταλαμβάνουν οι γιοι του Πέλοπα, Τροιζήν (από τον οποίο ονομάστηκε η Τροιζήνα) που σημαίνει κομμάτι Διός (τιτρώσκω + ζην) και Πιτθίας (εκ του πίτθιμι ήτοι επεκτείνομαι). Ο Αέτιος με τον πατέρα του Άνθα κατέφυγαν στην Κάρια δηλαδή τη νότια Μ.Ασία και έχτισαν την Αλικαρνασσό, εξού και οι πολύ καλές σχέσεις που διέθετε η Αλικαρνασσός με την Τροιζήνα, όπως φαίνεται από ευρήματα σε ναούς της περιοχής, ενώ ο Υπέρης μαζί με άλλους Καλαβρούς (όπως ονομάζονταν οι κάτοικοι της Υπερείας) κατέφυγαν στη Ν.Ιταλία στη σημερινή Καλαβρία. Αυτές οι μετακινήσεις επιβεβαιώνουν και την προαναφερθείσα εκτίμηση για το επίπεδο της γνώσης της ναυσιπλοΐας από το τοπικό στοιχείο.

Βλέπουμε λοιπόν πως η μετάφραση των μύθων, μέσω ευρημάτων γεωλογικών, αρχαιολογικών κ.α., αλλά και μέσω της γλωσσολογικής ανάλυσης, αποτελεί σοβαρό ενδείκτη της συλλογικής γνώσης των προϊστορικών κοινωνιών, η οποία μας μεταφέρεται, όπως μεταφερόταν και τότε, από γενιά σε γενιά, μέσω της μυθολογίας. Η μυθολογία σίγουρα δε μπορεί να καταστεί ιστορία, αφού δε διαθέτει τα κύρια χαρακτηριστικά αυτής, ωστόσο δε μπορεί να αντιμετωπίζεται και ως αποκύημα φαντασίας, αφού στηρίζεται, όπως διαφαίνεται σε πραγματικά γεγονότα. Η περίπτωση των Ομηρικών Έπων και της εύρεσης της Τροίας από τον Σλήμαν αποτελεί οδηγό για τον τρόπο αντιμετώπισης όσων πιστεύουμε ότι ανήκουν απλά στη λαϊκή παράδοση και ότι δε διαθέτουν καμία περεταίρω αξία.

Όταν η κουκουβάγια συνάντησε την τρυγόνα

«Αυτός που θα μπει εδώ θα μου κάνει την τιμή, αυτός που δεν θα μπει θα μου προσφέρει ευχαρίστηση»

Βασίζουμε την αυτοεκτίμησή μας στην εικόνα που έχουν οι άλλοι για μας, κι αυτό ακριβώς μας καλεί ο Νίτσε να καταπολεμήσουμε με το παράδειγμα του ποιητή. Όποιος δεν εξαρτά την ευτυχία του από την εξωτερική επιδοκιμασία βρίσκεται πάντα στην καλύτερη κατάσταση.

Ωστόσο, τούτος ο μύθος από τον κλασικό των ανεκδότων φωτίζει την αντίθετη θέση: των ανθρώπων εκείνων που νιώθουν να μην τους καταλαβαίνει ο περίγυρός τους και σκέφτονται ότι σε κάποιο άλλο περιβάλλον θα τους εκτιμούσαν.

Διηγείται ότι μια μέρα η κουκουβάγια συνάντησε την τρυγόνα, η οποία τη ρώτησε:

«Πού πας;»
«Μετακομίζω ανατολικά» είπε η κουκουβάγια.
«Γιατί;» ρώτησε η τρυγόνα.
«Στους ανθρώπους εδώ δεν αρέσει η κραυγή μου» αποκρίθηκε η κουκουβάγια. «Γι’ αυτό θέλω να πάω ανατολικά».
«Αν μπορείς να αλλάξεις τη φωνή σου, καλά θα είναι. Αν όμως δεν μπορείς, κι ανατολικά να πας, το ίδιο θα είναι, γιατί ούτε και στους ανθρώπους εκεί θα αρέσεις».

Η ευτυχία δεν έρχεται από τις θετικές σκέψεις, έρχεται όταν ηρεμεί ο αναλυτικός νους

Παρόλο που η θετική σκέψη προφανώς είναι προτιμότερη από την αρνητική, από μόνη της δεν είναι αρκετή για να σε απαγκιστρώσει για πολύ από μια καταθλιπτική κατάσταση. Οι "οπαδοί" της θετικής σκέψης είναι στο έλεος των ίδιων τους των σκέψεων, όπως και αυτοί που κάνουν αρνητικές σκέψεις.

Οι θετικές σκέψεις εξακολουθούν να είναι απλώς σκέψεις. Σύμφωνοι, είναι καλύτερες από τις άλλες, αλλά δεν παύουν να είναι απλώς σκέψεις. Αν πιστεύεις ότι πρέπει να σκέφτεσαι συνέχεια θετικά, τι θα συμβεί όταν μια αρνητική σκέψη θα εισβάλει στο μυαλό σου;

Δεν χρειάζεται πια να νιώθεις ότι πρέπει να αναγκάσεις τον εαυτό σου να σκέφτεται θετικά. Αν έχεις περάσει από φάσεις κατάθλιψης, έχεις ακούσει εκατοντάδες καλοπροαίρετες συμβουλές από κάθε είδους ανθρώπους που σου λένε "σκέψου πιο θετικά". Αυτό που δυστυχώς δεν κατανοούν οι περισσότεροι άνθρωποι που δεν έχουν νιώσει ποτέ κατάθλιψη, είναι ότι όταν περνάς μια τέτοια κατάσταση είναι τόσο εύκολο να σκεφτείς θετικά όσο και το να μπεις σε ένα διαστημόπλοιο και να πας στο φεγγάρι! Ο θετικός τρόπος σκέψης θα έρθει φυσικά, χωρίς προσπάθεια, όταν θα απελευθερώνεσαι από την κατάθλιψη. Ένας πιο θετικός τρόπος σκέψης είναι το φυσικό επακόλουθο της γνώσης ότι οι σκέψεις σου δεν μπορούν να σε βλάψουν.

Το ζητούμενο είναι να αποκτήσεις ένα διαφορετικό είδος σχέσης με τη σκέψη σου, ένα είδος σχέσης που θα σου επιτρέπει να κάνεις όποιες σκέψεις θέλεις, χωρίς να τις παίρνεις πολύ στα σοβαρά. Μπορείς να φτάσεις σε ένα σημείο στη ζωή σου που θα μπορείς να κάνεις μια αρνητική σκέψη (ή μια σειρά αρνητικών σκέψεων) και να λες: "Α, καλώς την!" Δεν θα είναι πια "πρωτοσέλιδο" στο μυαλό σου! Καθώς συμβαίνει αυτό, θα είσαι σε θέση να αντιστέκεσαι στην παρόρμηση να ακολουθείς τον ειρμό κάθε αρνητικής σκέψης που σου περνάει από το μυαλό.

Αν μπορούσες να τρυπώσεις στο μυαλό ενός αληθινά ευτυχισμένου ανθρώπου, θα παρατηρούσες ότι δεν κάνει απαραίτητα θετικές σκέψεις. Στην πραγματικότητα δεν κάνει πολλές σκέψεις, εκτός από αυτές που έχουν σχέση με τις δραστηριότητές του. Οι πραγματικά ευτυχισμένοι άνθρωποι κατανοούν, είτε ενστικτωδώς είτε επειδή το έχουν διδαχτεί, ότι η ουσία της ζωής είναι να την απολαμβάνουν παρά να αναλώνονται σε σκέψεις για το νόημά της. Οι ευτυχισμένοι άνθρωποι είναι τόσο εμβαπτισμένοι στη διαδικασία της ζωής, τόσο απορροφημένοι στις δραστηριότητες του παρόντος, που σπάνια ασχολούνται με την ανάλυση των πράξεών τους.

Αν συνεχώς αναλύεις ή βαθμολογείς τη ζωή σου, πάντα θα βρίσκεις σφάλματα σε οτιδήποτε κάνεις. Εξάλλου ποιος δεν χρειάζεται βελτίωση; Πολλοί άνθρωποι φτάνουν στο σημείο να περηφανεύονται για την ικανότητά τους να είναι σε επιφυλακή για να "εντοπίζουν λάθη". Αν όμως ακολουθείς σκέψεις όπως "Η ζωή θα ήταν καλύτερη αν...", θα βρεθείς και πάλι στο έλεος των σκέψεών σου. Η μία σκέψη θα οδηγεί στην άλλη, η άλλη σε μια επόμενη, κ.ο.κ. Το μόνο θέμα είναι πόση αρνητικότητα μπορείς να αντέξεις. Αργά ή γρήγορα θα σε πάρει η κατηφόρα. Η πραγματική ευτυχία έρχεται όταν ηρεμείς το αναλυτικό μυαλό σου, όταν το αφήνεις να ξεκουραστεί.