Παρασκευή, 13 Ιανουαρίου 2017

ΕΛΛΗΝΙΣΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΜΟΥΣΑΙΟΣ - Τὰ καθ' Ἡρὼ καὶ Λέναδρον (86-127)

Αποτέλεσμα εικόνας για Τὰ και' Ἡρὼ καὶ ΛέανδρονΑἰνοπαθὲς Λείανδρε, σὺ δ᾽, ὡς ἴδες εὐκλέα κούρην,
οὐκ ἔθελες κρυφίοισι κατατρύχειν φρένα κέντροις,
ἀλλὰ πυριβλήτοισι δαμεὶς ἀδόκητον ὀιστοῖς
οὐκ ἔθελες ζώειν περικαλλέος ἄμμορος Ἡροῦς.
90 σὺν βλεφάρων δ᾽ ἀκτῖσιν ἀέξετο πυρσὸς Ἐρώτων
καὶ κραδίη πάφλαζεν ἀνικήτου πυρὸς ὁρμῇ.
κάλλος γὰρ περίπυστον ἀμωμήτοιο γυναικὸς
ὀξύτερον μερόπεσσι πέλει πτερόεντος ὀιστοῦ.
ὀφθαλμὸς δ᾽ ὁδός ἐστιν· ἀπ᾽ ὀφθαλμοῖο βολάων
95 κάλλος ὀλισθαίνει καὶ ἐπὶ φρένας ἀνδρὸς ὁδεύει.
εἷλε δέ μιν τότε θάμβος, ἀναιδείη, τρόμος, αἰδώς.
ἔτρεμε μὲν κραδίην, αἰδὼς δέ μιν εἶχεν ἁλῶναι
θάμβεε δ᾽ εἶδος ἄριστον, ἔρως δ᾽ ἀπενόσφισεν αἰδῶ.
θαρσαλέως δ᾽ ὑπ᾽ ἔρωτος ἀναιδείην ἀγαπάζων
100 ἠρέμα ποσσὶν ἔβαινε καὶ ἀντίος ἵστατο κούρης.
λοξὰ δ᾽ ὀπιπεύων δολερὰς ἐλέλιζεν ὀπωπὰς
νεύμασιν ἀφθόγγοισι παραπλάζων φρένα κούρης.
αὐτὴ δ᾽, ὡς συνέηκε πόθον δολόεντα Λεάνδρου,
χαῖρεν ἐπ᾽ ἀγλαΐῃσιν· ἐν ἡσυχίῃ δὲ καὶ αὐτὴ
105 πολλάκις ἱμερόεσσαν ἑὴν ἐπέκυψεν ὀπωπὴν
νεύμασι λαθριδίοισιν ἐπαγγέλλουσα Λεάνδρῳ
καὶ πάλιν ἀντέκλινεν. ὁ δ᾽ ἔνδοθι θυμὸν ἰάνθη,
ὅττι πόθον συνέηκε καὶ οὐκ ἀπεσείσατο κούρη.
Ὄφρα μὲν οὖν Λείανδρος ἐδίζετο λάθριον ὥρην,
110 φέγγος ἀναστείλασα κατήιεν εἰς δύσιν Ἠώς,
ἐκ περάτης δ᾽ ἀνέτελλε βαθύσκιος Ἕσπερος ἀστήρ.
αὐτὰρ ὁ θαρσαλέως μετεκίαθεν ἐγγύθι κούρης,
ὡς ἴδε κυανόπεπλον ἐπιθρῴσκουσαν ὀμίχλην.
ἠρέμα δὲ θλίβων ῥοδοειδέα δάκτυλα κούρης
115 βυσσόθεν ἐστενάχιζεν ἀθέσφατον. ἡ δὲ σιωπῇ
οἷά τε χωομένη ῥοδέην ἐξέσπασε χεῖρα.
ὡς δ᾽ ἐρατῆς ἐνόησε χαλίφρονα νεύματα κούρης,
θαρσαλέῃ παλάμῃ πολυδαίδαλον εἷλκε χιτῶνα
ἔσχατα τιμήεντος ἄγων ἐπὶ κεύθεα νηοῦ.
120 ὀκναλέοις δὲ πόδεσσιν ἐφέσπετο παρθένος Ἡρώ,
οἷά περ οὐκ ἐθέλουσα, τόσην δ᾽ ἀνενείκατο φωνὴν
θηλυτέροις ἐπέεσσιν ἀπειλείουσα Λεάνδρῳ·
«Ξεῖνε, τί μαργαίνεις; τί με, δύσμορε, παρθένον ἕλκεις;
ἄλλην δεῦρο κέλευθον, ἐμὸν δ᾽ ἀπόλειπε χιτῶνα.
125 μῆνιν ἐμῶν ἀλέεινε πολυκτεάνων γενετήρων.
Κύπριδος οὐκ ἐπέοικε θεῆς ἱέρειαν ἀφάσσειν,
παρθενικῆς ἐπὶ λέκτρον ἀμήχανόν ἐστιν ἱκέσθαι.»
***
Συ μόνο, άμοιρε Λέανδρε, την ζηλεμένη ως είδες,δεν ήθελες κρυφάγκαθο να σου κεντά την φρένα·και μια που πήρες έξαφνα φωτιά στα φυλλοκάρδια,χωρίς την παιγνιδόματη δεν ήθελες να ζήσεις.90Με τες ματιές εθέριεψε κι η φλόγα της αγάπης,κι από μια λαύρ᾽ ανίκητην επάφλαζε η καρδιά του·τι οι ομορφιές οι ξακουστές κοπέλας παινεμένηςβαθύτερ᾽ από τ᾽ άρματα πληγώνουν τους ανθρώπους·το μάτι δρόμος γίνεται κι από τ᾽ ανάβλεμμά της95η σπίθα φεύγει και γλιστρά μες στην καρδιά του ανθρώπου.Θάμπος εκεί τον έπιασε, ντροπή, αντροπιά, λαχτάρα,έτρεμε μέσα του η καρδιά και να πιαστεί ντροπή είχεκι εθάμπωνέ τον η ομορφιά, μα συνεπήρ᾽ ο Έρωςτην συστολή κι ολόθαρρος μεμιάς αποδιαντράπη.100Αχνάρι αχνάρι περπατεί, κατάματά της στέκει,λοξά θωρεί και δολερά τες κόρες του τες παίζειμε τ᾽ άφωνα γνεψίματα να την εξελογιάσει.Η νια πάλι σαν ένιωσε τον πονηρό του πόθο,πρώτα το πήρε απάνω της κι ύστερ᾽ αγάλια αγάλια105κι αυτή του συχνοκάμμυσε το μάτι παιχνιδάταμε τα κρυφά γνεψίματα να του το μολογήσεικαι πάλι του ακρογέλασε· κι αυτός αναγαλλιάζειπως ένιωσε τον πόθο του και δεν της κακοφάνη.Ωστόσον όσ᾽ ο Λέναδρος ζητούσε ώρα κλεφτάτη,110το φέγγος του χαμήλωσε και βούτησεν ο Ήλιος,και στα ουράνια ανέφανε λαμπρός αποσπερίτης.Τότε κοντοσωρεύεται με θάρρος στην κοπέλασαν είδε πως αρχίνησε το φως να μολυβιάζεικαι πιάνοντας γλυκά γλυκά τα δάχτυλα της κόρης115βαθιά βαθιά αναστέναζε· χωρίς μίλημα εκείνησαν κακιωμένη απόσπασε το ροδαλό της χέριΟ νιος, ότι κατάλαβε τη ντροπαλή της κλίση,θαρρετά δράχνει και τραβά τ᾽ ολόπλουμό της ρούχοκαι στο ιερό της εκκλησιάς παράμερα την πάγει.120Με στανικό πόδ᾽ η Ηρώ κοντοβαρεί ξοπίσω,σαν τάχα να μην ήθελε, και κάμνει του Λεάνδρου,με λόγια κορασίσιμα για να τον αποπάρει·«Ξένε, γιατί μωρεύεσαι; γιατί κόρην με σέρνεις·σύρ᾽ άλλον δρόμον κι άφησ᾽ μου, κακόμοιρε, το ρούχο·125πρόσεχε μήπως θυμωθούν οι πρόκριτοι οι γονιοί μου.Καλόγρια της Παφίτισσας δεν σου περνά ν᾽ αγγίσεις·για να πειράξεις κορασιάν, είσαι μικρός και λίγος».

Σωκρατικοί και κυνική άσκηση

  1. Καλά Σωκράτη, εσύ σκοτώθηκες νωρίς...
 
“Ποιος από μας πάει για το καλύτερο, μόνο ο θεός το ξέρει”: με αυτά τα λόγια ο Σωκράτης αποχαιρέτησε τους δικαστές του στην τελευταία δημόσια παρουσία του (Πλάτων, Απολογία Σωκράτους 42a). Έναν μήνα μετά αποχαιρέτησε φίλους και μαθητές πίνοντας το κώ­νειο και θυμίζοντάς τους το χρέος στον θεό: να θυσιάσουν έναν κόκορα (Φαίδων 118a).
 
Δεν γνωρίζουμε αν οι μαθητές του θυσίασαν το πτηνό στον Ασκληπιό· ούτε αν κάποιοι απαρνήθηκαν τον νεκρό δάσκαλο προτού λαλήσει ο πετεινός. Εξάλλου, πώς απαρνιέσαι τον δάσκαλό σου; Όταν αναιρείς τη διδασκαλία του αλλά τον επικαλείσαι; Όταν δεν θέλεις να σε αποκαλούν μαθητή του; Ή όταν τον ακολουθείς πιστά; Και πώς ακολουθίες έναν δάσκαλο ή μια διδασκαλία; Τι απέγινε, τελικά, το μάθημα του Σωκράτη;
 
“Το ζήτημα είναι τώρα τι κάνουμε, σε μια πόλη σαν την Αθήνα, την πιο ελεύθερη, που σκότωσε τον κατεξοχήν φιλόσοφο,” θα σκέφτηκαν πολλοί από τους μαθητές του Σωκράτη, που δεν ήταν και λίγοι. “Ποια θα είναι η τύχη της φιλοσοφίας και ο ρόλος του φιλοσόφου;” Με τη θανάτωση του Σωκράτη μερικοί φιλόσοφοι πρέπει να ένιωσαν ότι εί­ναι επικίνδυνο να είσαι ο άνθρωπος που (κατηγορείσαι ότι) εισάγεις “καινά δαιμόνια” στην πόλη σου. Η οργανωμένη πόλη δεν φαινόταν να σηκώνει μεγάλη αμφισβήτηση για τις αξίες της, τα ιερά και τις συ­νήθειές της, τις πολιτικές και ψυχολογικές της βεβαιότητες. Εδώ ένας ολόκληρος Σωκράτης απέτυχε: κι αν ήθελε να ήταν η “αλογόμυγα” που δεν άφηνε την κοινωνία να εφησυχάσει, η κοινωνία δεν το είχε σε τίποτε να ησυχάσει διά παντός από αυτόν.
 
Κατά την αντίληψη αρκετών φιλοσόφων, που κατανόησαν έτσι τις εξελίξεις και έβλεπαν να πλησιάζει η πολιτική παρακμή, δεν έμενε ζωτικός δημόσιος χώρος για τον φιλόσοφο. Κι αν ο φιλόσοφος συνέχιζε να ζει μέσα στις πόλεις και. δεν γινόταν ερημίτης, όφειλε να γνωρίζει πια ότι ο τόπος δεν τον χωράει, δεν τον αντέχει. Και ποιος θα ήταν ο δικός του τόπος; Θα εγκατέλειπε σταδιακά την αγορά; Θα έμενε στο περιθώριο, χωρίς πατρίδα; Θα έφτιαχνε σχολές, κτίρια, Ακαδημίες και Λύκεια, όπου θα ζούσαν έγκλειστοι αυτός, οι εκλεκτοί μαθητές του και η φιλοσοφία;
 
Τέτοιες σκέψεις έκαναν όσοι, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, ένιω­θαν σημαδεμένοι από τη ζωντανή παρουσία του Σωκράτη - και δεν έπαυσαν να κάνουν όσοι κράτησαν ζωντανή την εικόνα του φιλοσόφου μέσα τους. Ίσως τα πράγματα δεν ήταν τόσο τραγικά όσο συνή­θως τα βλέπει ένα ευαίσθητο πνεύμα: το σταυροδρόμι στο οποίο κοντοστάθηκαν οι φιλόσοφοι οδηγούσε προς όλες τις κατευθύνσεις- κι ο καθένας πήρε τη δική του. Το κοινό σημείο τους ήταν η σωκρατική αφετηρία.
        
Η Κλασική ΦιλοσοφΙα
 
( 5ος - 4ος  αι. π.χ. )
 
Σωκρατικός κύκλος - Σωκρατικοί
 Σωκράτης (469-399 π.Χ)
 Αισχίνης (430-360 π.Χ)
 Ξενοφών (427-335 π.Χ)
 
 Ηλιο-Ερετρική Σχολή
 Φαίδων (420-360 π.Χ)
 
 Μεγαρική Σχολή
 Ευκλείδης (450-369 π.Χ)
 Αντισθένης  (445-360π.Χ)
 
 Κυρηναϊκή Σχολή
 Αρίστιππος (435-356) 
 Θεόδωρος 4ος αι.π.Χ
 
 Κυνικοί
 Διογένης ο Σινωπιεύς (412/403-325 π.Χ)
 Κράτης ο Θηβαίος (365-285 π.Χ)
 
Αρχαία Ακαδημία
Λύκειον
 Πλάτων (429-347 π.Χ)
 Σπεύσιππος (407-339 π.Χ)
 Ξενοκράτης (396-314  π.Χ)
 Εύδοξος (395-342 π.Χ)
 Πολέμων (350-267  π.Χ)
 Κράντωρ Σολεύς (330-270)
 
 Αριστοτέλης (384-322  π.Χ)
 Δικαίαρχος Μεσσήνιος (376-300 π.Χ)
 Αριστόξενος Ταραντίνος (375-; π.Χ)
 Θεόφραστος (370-288 π.Χ)
 Εύδημος (370-300 π.Χ)
  













 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
2.   Σωκρατικοί: μια ρίζα, λίγοι κορμοί, πολλά κλαδιά
 
Οι μαθητές του Σωκράτη ήταν πολλοί και διαφορετικοί μεταξύ τους: άλλοι ήταν αθηναίοι πολίτες και άλλοι είχαν έρθει από άλλες πόλεις, άλλοι απλοί πολίτες κι άλλοι εξέχουσες προσωπικότητες του δημόσιου βίου, άλλοι αφοσιωμένοι στη φιλοσοφία κι άλλοι βουτηγμένοι στην καθημερινότητα του σπιτιού, της δουλειάς, της πολιτικής. Ανάμεσά τους γόνοι ισχυρών αριστοκρατικοί οικογενειών (Πλάτων, Κριτίας, Χαρμίδης, Αλκιβιάδης), γιοι δούλων (Αντισθένης) ή πρώην δούλοι (Φαίδων)· δημοκρατικοί (Χαιρεφών), ολιγαρχικοί (Ξενοφών), φίλοι των τυράννων (Κριτίας, Χαρμίδης) ή πολιτικά αδιάφοροι (Αντισθένης). Οι διαφορές τους στην καταγωγή, την κοινωνική τάξη, την οικονομική κατάσταση, τις πολιτικές πεποιθήσεις και την παιδεία τους ήταν μεγάλες και δεν κρύβονταν. Εξάλλου, δεν χρειαζόταν να ήταν και όλοι φίλοι μεταξύ τους!
 
Όλοι τους ξεκίνησαν από τη βασική σωκρατική θέση ότι η γνώση φέρνει αρετή και η αρετή ευτυχία. Παρά την ποικιλία των απόψεών τους, όλοι ανέθεταν στη φιλοσοφία το ύψιστο καθήκον να διαμορφώνει την ηθική προσωπικότητα του ανθρώπου, να του προσφέρει τη δύναμη να ελέγχει τον ίδιο του τον εαυτό, καθώς και τις αξίες και τις συνήθειες της ζωής - της καθημερινής, της πολιτικής, της φιλοσοφικής.
 
Ο δρόμος όμως που χάραξαν για την ευτυχία ήταν διαφορετικός: για μερικούς περνούσε μέσα από την απόλαυση χωρίς όρια, για άλλους σήμαινε άσκηση και πειθαρχία - μέσα στην πολιτεία ή ανεξάρτητα από τις εξωτερικές συνθήκες. Διαφορετικός ο δρόμος, αλλά με το ίδιο όνομα (φιλοσοφία) και με τον ίδιο οδοιπόρο: το άτομο.
 
Πολλοί προσπάθησαν να συνεχίσουν το έργο του Σωκράτη. Ο πιο σπουδαίος ήταν, ασφαλώς, ο Πλάτων. Δεν ήταν όμως ο μοναδικός, ούτε η Ακαδημία του έμεινε η μόνη φιλοσοφική σχολή. Και άλλοι φίλοι ή συνομιλητές του Σωκράτη ίδρυσαν τις δικές τους σχολές: ο Αντισθένης, ο Αρίστιππος από την Κυρήνη, ο Ευκλείδης από τα Μέγαρα και ο Φαίδων από την Ηλεία. Σχολές που αναπτύχθηκαν ως τα μέσα του 2ου αιώνα π.Χ. Άλλες έσβησαν γρήγορα κι άλλες άντεξαν στον χρόνο.
 
Από τους συνεχιστές του Σωκράτη (άμεσους ή έμμεσους, κοντινούς ή μακρινούς), κάποιοι προτίμησαν τις Σχολές του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη, με τα πολλά μαθήματα και την τάση για συστηματοποίηση της φιλοσοφίας. Κάποιοι δεν θέλησαν, δεν προσπάθησαν ή δεν μπόρεσαν να ακολουθήσουν αυτή την πορεία. Εξάλλου, ως προς αυτό επικαλούνταν τον Σωκράτη: αυτός δεν τόνιζε την υπεροχή του προφορικού λόγου, χωρίς να τον υποστηρίξει γραπτώς (όπως έκανε ο Πλάτων) αλλά εμπράκτως; Αυτός δεν δίδαξε μόνο με το παράδειγμά του, χωρίς να αφήσει κείμενα και χωρίς τη φιλοδοξία να προσθέσει κάτι στην ανθρώπινη γνώση;
 
Κι αν για αιώνες (ουσιαστικά μέχρι σήμερα) τους αποκαλούν “μικρούς (ελάσσονες) Σωκρατικούς”, οι ίδιοι δεν πρέπει να θεωρούσαν μειωτικό έναν τέτοιο χαρακτηρισμό. Τιμή τους θα ήταν ότι είναι “Σωκρατικοί”, ότι δεν πρόδωσαν την παράδοση του Σωκράτη. Αν “μεγάλος Σωκρατικός” είναι ο Πλάτων, αυτός είναι και ο κεντρικός φιλοσο­φικός στόχος τους: ο “μεγάλος Σωκρατικός”, που (όπως πίστευαν) διαστρέβλωσε το πνεύμα του δασκάλου του παρά την προσωπική σχέση που είχε μαζί του.
 
Οι Σωκρατικοί και οι κατοπινοί φιλόσοφοι επιτέθηκαν εναντίον του Πλάτωνα (και του Αριστοτέλη): είτε με αυστηρά φιλοσοφικό τρόπο, αναιρώντας θέσεις και επιχειρήματα· είτε με χτυπήματα κάτω από τη μέση, με χλευασμούς και υπονοούμενα για τον βίο και την πολιτεία ή για τη συνέπεια λόγων και έργων των δύο φιλοσοφούν. Οι δύο μεγάλοι φιλόσοφοι παρουσίασαν λογικές (ευφυείς και εντυπωσιακές) θεωρητικές κατασκευές. Εμοιαζε όμως να τις θεωρούσαν πιο αληθινές από την πραγματικότητα, ενώ τις είχαν φτιάξει για να ερμηνεύσουν την πραγματικότητα.
 
Μακριά από θεωρητικούς πειραματισμούς και με το μάτι στραμμένο στην πραγματικότητα, οι ελάσσονες φιλόσοφοι πίστευαν και διακήρυτταν ότι αποτελούν τους αυθεντικούς κληρονόμους της σωκρατικής φιλοσοφίας· μιας φιλοσοφίας που είχε στο κέντρο της τον συγκεκριμένο άνθρωπο και τη διασφάλιση της ευδαιμονίας του.
 
  1. Σαν μια πέτρα που κυλά
 
Πώς είναι; Να 'σαι μόνος σου, χωρίς σπίτι,
εντελώς άγνωστος, σαν μία πέτρα που κυλά;
Μπομπ Ντύλαν
 
Η κρίση της αθηναϊκής δημοκρατίας στο πρώτο μισό του 4ου αιώνα π.Χ. και η εδραίωση της μακεδονικής κυριαρχίας στο δεύτερο μετέβαλαν σταδιακά, αλλά μάλλον οριστικά, τους όρους παραγωγής φιλοσοφίας. Μέσα σε αυτές τις συνθήκες οι Κυνικοί και οι ελληνιστικές σχολές επαγγέλλονταν κυρίως ένα πράγμα: την παροχή ενός αισθήματος ασφάλειας, τη νοηματοδότηση της ζωής.
 
Όσο η πόλις έχανε τη σημασία της ως πηγή, θεμελίωση και μέτρο των αξιών, και τα ελληνιστικά βασίλεια ισχυροποιούνταν, ο πολίτης ένιωθε ότι τα κοινά αποφασίζονταν χωρίς τη συμμετοχή του, ότι η εξουσία είχε εκχωρηθεί στον μονάρχη, ότι η γνώση είχε σπάσει σε κομμάτια που δεν ήταν προσιτά σε όλους. Αν η συμμετοχή δεν είχε νόημα, αν το κράτος ήταν αδιάφορο και αν οι εξειδικευμένες γνώσεις παρουσίαζαν μια αποσπασματική εικόνα του κόσμου, τι έμενε στο άτομο; Πού θα έβρισκε ένα σημείο να στηριχθεί, όχι για να κινήσει τα πά­ντα (όπως επεδίωκαν οι επιστήμονες της εποχής), αλλά για να μπορέσει να ζήσει μια αξιοπρεπή ζωή και να καταφέρει να ευτυχήσει;
 
Μόνος εγγυητής έμενε στον άνθρωπο ο ίδιος του ο εαυτός. Γιατί, τι άλλο είναι δικό του; Η ιδιοκτησία και τα πλούτη; Οι συγγενείς και οι φίλοι; Οι γνωριμίες και η φήμη; Τίποτε από όλα αυτά, έλεγε ο Αντισθένης· λίγα από αυτά, έλεγαν μετριοπαθέστερα οι περισσότεροι. Ας δείξουμε (και ενίοτε ας επιδείξουμε) αδιαφορία προς τα εξωτερικά αγαθά, μια και δεν μπορούμε να τα εξασφαλίσουμε. Ούτε χρειάζεται να φανταζόμαστε ιδανικές πολιτείες και να αναλύουμε ποιο είναι το καλύτερο πολίτευμα, όπως έπραξαν ο Πλάτων και ο Αριστοτέλης. Η αλλαγή που χρειάζεται ξεκινά από το ίδιο το άτομο - αυτό είναι, εξάλλου, το σωκρατικό δίδαγμα.
 
Το μόνο που χρειαζόταν το άτομο, θα έψαχνε και θα το έβρισκε στον εαυτό του. Έργο θα ήταν “η επιμέλεια του εαυτοί) του”. Σε αυτόν θα στήριζε τη ζωή του, σε αυτόν θα λογοδοτούσε. Τα ιδεώδη που προβλήθηκαν από τη φιλοσοφία δείχνουν τον ομοκεντρικό χαρακτήρα των στόχων της: αυτάρκεια, αταραξία, απονία, αδιαφορία. Ο ατομικισμός θα συμβαδίσει με έναν νεοεμφανιζόμενο κοσμοπολιτισμό. Ο τόπος, η κατοικία του ανθρώπου δεν είναι ο γενέθλιος τόπος του: έρημη χώρα η πατρίδα του, έρημος σαν χώρα και ο ίδιος - το να μην έχει πατρίδα είναι το ίδιο με το να έχει πατρίδα όλο τον κόσμο.
 
Ούχ εἰς πάτρας μοι πύργος, οὐ μία στέγη,
πάσης δέ χέρσου καί πόλισμα καί δόμος
ἕτοιμος ἡμῖν ένδιαιτᾶσθαι πάρα.
 
Πατρίδα μου δεν είναι κάποιος πύργος ή κάποια στέγη.
Ολόκληρη η γη είναι πολιτεία και οικία έτοιμη να στεγάσει τη ζωή μας.
Κράτης ο Κυνικός (στον Διογένη Λαέρτιο 6.98)
 
Αρκετοί, ολοένα και περισσότεροι όσο προχωρούσε η Ελληνιστική εποχή, στρέφονταν στη θρησκεία. Όχι στην πολιτική θρησκεία με τις δημόσιες τελετές· περισσότερο στις λατρείες, στην προσωπική σχέση με κάποια θεότητα - όχι πλέον αποκλειστικά ελληνική, αλλά και εισαγόμενη από την Ανατολή ή την Αίγυπτο με τις αναγκαίες προσαρμογές επί το ελληνικότερον.
 
Η λατρεία της θεάς Τύχης δεν άνθισε τυχαία τα χρόνια εκείνα. Όμως και η φιλοσοφία έδινε ανάλογες υποσχέσεις στον άνθρωπο, τον εκτεθειμένο στις ιδιοτροπίες της τύχης. Σε μια εποχή που ο άνθρωπος κινδύνευε να τον εξορίσει η πολιτική εξουσία, να τον αιχμαλωτίσουν οι πειρατές και να τον πουλήσουν σκλάβο (ας θυμηθούμε μόνο τον Πλάτωνα) ο Διογένης αποτίμησε ως εξής το κέρδος του από τη φιλοσοφία:
 
 “Αν μη τι άλλο, τουλάχιστον είμαι έτοιμος να αντιμετωπίσω όλες τις μεταπτώσεις της τύχης”.
 (στον Διογένη Λαέρτιο 6.63)
 
Όταν το άτομο αρχίζει να μην νιώθει ασφάλεια, όταν όλα όσα του προσέφεραν ασφάλεια (πατρίδα, πόλη, θεσμοί, αξίες) αλλάζουν, μπορεί να δελεαστεί ευκολότερα από τις υποσχέσεις που δίνουν τόσες λατρείες στους μυημένους, να ενταχθεί σε μια άλλου είδους κλειστή κοινότητα ή να απορρίψει τα νόμιμα της πόλης του. Μπορεί όμως και να νιώσει ελεύθερο από κάθε εσωτερικό και εξωτερικό περιορισμό και να διακηρύξει με παρρησία, όπως ο Διογένης, το μανιφέστο ενός επιθετικού και αυτάρκους (αν όχι αυτάρεσκου) ατομικισμού. Ο ατομικισμός αυτός απομακρύνεται ωστόσο από τη σωκρατική διδασκαλία, η οποία διατηρούσε δεσμούς με τη ζωή της πόλης:
 
Ἄπολις, ἄοικος, πατρίδος έστερημένος,
πτωχός, πλανήτης, βίον ἔχων τοῦφ' ἡμέραν.
 
Χωρίς πόλη, χωρίς σπιτικό, χωρίς πατρίδα,
ζητιάνος και πλανόβιος, ζω μέρα με τη μέρα.
(στον Διογένη Λαέρτιο 6.38)
 
Που να Γυρίζεις;
Ενας Περιπλανομενος Ειρωνευτης Φιλοςοφος: ο Κυνικος
  
  1. Το νόμισμά σας είναι κάλπικο
 
Πρέπει να ήταν η χρονιά που έπεσαν οι Τριάκοντα τύραννοι στην Αθήνα, το 403 π.Χ., όταν γεννήθηκε στη Σινώπη του Πόντου ο Διογένης· μπορεί όμως να ήταν και η χρονιά που ανέβηκαν στην εξουσία. Έζησε πολλά χρόνια εκεί και βοηθούσε τον πατέρα του, υψηλά ιστάμενο τραπεζίτη· ίσως έγινε και ο ίδιος τραπεζίτης. Έτσι, όταν ο πατέρας του κατηγορήθηκε ότι παραχάραξε το νόμισμα της πόλης, ο τριανταπεντάχρονος Διογένης τον ακολούθησε στην εξορία. Το πιθανότερο είμαι ότι οι λόγοι της δίωξης ήταν πολιτικοί, μια και τότε (γύρω στο 370) πήρε την εξουσία ένας σατράπης.
 
Η φήμη του παραχαράκτη και του εξόριστου δεν τον εγκατέλειψε, αλλά και ο Διογένης δεν της χαρίστηκε. Την αντιμετώπιζε με χιούμορ και αντέτεινε στους κατηγόρους του ότι όλες οι αντιξοότητες του βγήκαν σε καλό. Όταν τον κορόιδευαν για το πάθημα της εξορίας, ο Διογένης τούς θύμιζε ότι χάρη σε αυτήν έφτασε στη φιλοσοφία.
 
 “Κι αν οι συμπολίτες μου στη Σινώπη με καταδίκασαν σε εξορία, εγώ τους καταδίκασα να ζήσουν στη Σινώπη”
(Διογένης Λαέρτιος, Φιλοσόφων βίων καί δογμάτων συναγωγή 6.49· το 6ο βιβλίο του Λαέρτιου αποτελεί βασική πηγή για τον κυνισμό).
 
Όταν ερχόταν η συζήτηση στη νόθευση του νομίσματος, ο καθένας που γνώριζε τον φιλόσοφο θα σκεφτόταν: ο Διογένης (όπως το γράφει από μόνος του σε ένα έργο του) υποτίμησε την αξία των νομισμάτων της πόλης του και υπέσκαψε την αξιοπιστία των χρηματικών συναλλαγών. Αυτό που επιχειρεί τώρα με τη φιλοσοφική του στάση είναι να ανατρέψει την αξία των νομίμων (των συνηθειών και των ηθών) της πόλης-κράτους, να νοθεύσει τους θεσμούς της κοινωνίας. Το δεύτερο είναι πολύ σοβαρότερο, και είναι το μόνο εξακριβωμένο. Την ιστορία με το νόμισμα όλοι την ακούμε ή τη διαβάζουμε (τότε ή και τώρα), αλλά δεν ξέρουμε αν είναι αληθινή. Ταιριάζει τόσο πολύ με αυτά που ήθελε να κάνει ο Διογένης και τα εξηγεί τόσο παραστατικά, που θα μπορούσε να είναι πλαστή.
 
Κάλπικη η ιστορία για το κάλπικο νόμισμα; Και οι άλλες ιστορίες για τον Διογένη; Κατέβηκε στην Αθήνα. Εκεί, καθώς λέγεται, ήταν μαθητής του Αντισθένη. Πιθανώς να ήταν. Εξάλλου, ποιος δεν επιζητούσε τότε (είτε ο ίδιος είτε οι συνεχιστές του) περγαμηνές που να αποδείκνυαν το ένδοξο παρελθόν του; Γιατί, αν ο Διογένης ήταν μαθητής του Αντισθένη, συνδέεται έμμεσα με τον δάσκαλο του Αντισθένη, τον Σωκράτη.
 
Σαν να μην έφτανε η εξορία, ο Διογένης μετά τον θάνατο του Αντισθένη έφυγε από την Αθήνα. Ταξιδεύοντας προς την Αίγινα, πιάστηκε από πειρατές και κατέληξε σκλάβος στην Κρήτη και τελικά στο σπίτι ενός πλούσιου Κορίνθιου, όπου ανέλαβε τη διαπαιδαγώγηση των γιων του.
 
Διάφορες μαρτυρίες τον θέλουν να μοιράζει τον χρόνο του στην Κόρινθο και στην Αθήνα, ή να βρίσκεται κατά καιρούς στα Μέγαρα, στην Ολυμπία, στη Σαμοθράκη, στη Ρόδο, στη Μίλητο και άλλες πόλεις.
 
Πολλές λεπτομέρειες δεν γνωρίζουμε για τη ζωή του Διογένη, εκτός αν η ζωή του είναι η συρραφή των περιστατικών που σώζουν διάφοροι συγγραφείς. Ας κρατήσουμε ότι αυτό που άρχισε με τον Διογένη, ο Κυνισμός, δεν ήταν Σχολή, με τον τρόπο που ήταν ο Πλατωνισμός, ο Στωικισμός και άλλες: οι Κυνικοί δεν διαδέχονταν ο ένας τον άλλο στη σχολαρχία, δεν παρέδιδαν μαθήματα, ούτε συνέθεσαν κάποιο φιλοσοφικό σύστημα.
 
5.      Και γιατί “σκύλοι”;
 
Το όνομά τους το πήραν οι Κυνικοί από τον σκύλο, τον κύνα. Επειδή ο χαρακτηρισμός αυτός είχε υποτιμητική σημασία (υποδηλώνει αναίδεια), εύκολα θα πιστεύαμε ότι τους βάφτισαν έτσι οι φιλοσοφικοί τους αντίπαλοι. Ακόμη κι αν είχε συμβεί αυτό, ο ίδιος ο Διογένης το αποδέχτηκε και αποκαλούσε τον εαυτό του “σκύλο”.
 
Η συμπεριφορά των Κυνικών είναι σαν του σκύλου, δηλαδή κυνική: είναι ωμά ειλικρινής, χωρίς υπεκφυγές, διακρίνει αμέσως φίλους και εχθρούς· είναι ταυτόχρονα και αναίσχυντη, δεν έχει ντροπές στις δημόσιες πράξεις, δεν έχει ντροπές σε καμία πράξη, γιατί όλες γίνονται δημοσίως.
 
Για τους Κυνικούς, η παρατήρηση της ζωής των ζώων φανερώνει ότι ο άνθρωπος έχασε την αλήθεια εξαιτίας του πολιτισμού, γιατί οι θεμελιώδεις αξίες του (στην πολιτική, στην ηθική, στη θρησκεία) είναι αντίθετες προς τη φύση. Ο πολιτισμός παραχάραξε τον φυσικό νόμο και θέσπισε τον θετικό νόμο που ισχύει στις πολιτείες· αυτό τον νόμο ο Διογένης προσπάθησε να τον υπονομεύσει. Παραχάραξε με τη σειρά του τις συνήθειες των πολιτών και πρόβαλε σαν υπόδειγμα τη φυσική ζωή, ακόμη και τη σκυλίσια. Δεν τόνισε τη λογική πλευρά του ανθρώπου (όπως π.χ. ο Αριστοτέλης), γιατί τον κανόνα τον δίνει η φύση. Ο άνθρωπος οφείλει να ζήσει σύμφωνα με τη φύση, όπως άλλωστε κάνουν οι σκύλοι και όλα τα ζώα.
 
Ο Διογένης χρησιμοποιεί τα ζώα ως παραδείγματα τόσο για λόγους διαπαιδαγώγησης (ας θυμηθούμε διδακτικούς μύθους, όπως τους αισώπειους) όσο και για να δείξει την ανωτερότητα της φύσης απέναντι στον πολιτισμό.
 
Η φύση, λοιπόν, διδάσκει· το ίδιο και οι άνθρωποι, αν τους παρατηρούμε. Ο Διογένης έβλεπε ότι μπορούμε να ζήσουμε χωρίς πολλά πράγματα τα οποία έχουμε συνηθίσει να θεωρούμε απαραίτητα. Όταν έφτασε στην Αθήνα το ’σκάσε ο σκλάβος του, ο Μάνης. Παρηγορήθηκε με τη σκέψη ότι, αν ο Μάνης μπορούσε χωρίς τον Διογένη, τότε και ο Διογένης θα μπορούσε χωρίς τον Μάνη (Διογένης Λαέρτιος 6.55).
 
Την απλότητα την διδασκόταν και από τα παιδιά - κάτι παράξενο για έλληνα φιλόσοφο. Όταν είδε ένα παιδί να πίνει νερό με τα χέρια, πέταξε το κύπελλό του· κι όταν είδε κάποιο άλλο παιδί να παίρνει τις φακές του στη γούβα ενός ψωμιού, πέταξε την κούπα του (Διογένης Λαέρτιος 6.37).
 
6.      Διογένης: ένας σκύλος που γαβγίζει και δαγκώνει
 
Αντίθετα με τις άλλες σχολές, οι Κυνικοί δεν είχαν κάποιες βασικές διδασκαλίες η καταστατικά κείμενα τα οποία να αναλύσουν. Πρότυπά τους είχαν τους παραδειγματικούς βίους. IV αυτό οι αληθινοί τους ήρωες ήταν ο Ηρακλής και ο Οδυσσέας· και πολύ γρήγορα ο Διογένης, το μόνο ιστορικό πρόσωπο.
 
Ο Διογένης δεν ήταν ο δάσκαλος, ο συγγραφέας, ο φιλόσοφος - όπως ήταν ο Πλάτων, ο Αριστοτέλης, ο Ζήνων. Ήταν το μυθικό πρόσωπο του Κυνισμού, γιατί η ίδια του η ζωή έγινε μύθος. Πολλές μικρές ιστορίες φτιάχτηκαν και κυκλοφορούσαν ευρέως στην αρχαιότητα για τον Διογένη. Τα πραγματικά περιστατικά της ζωής του χάθηκαν (αν ήταν ποτέ γνωστά) μέσα σε μια σειρά από ανέκδοτα, σκανδαλώδεις πράξεις και λεκτικά παιχνίδια που αποδόθηκαν στον πρώτο κυνικό.
 
Τα άλλα σκυλιά δαγκώνουν τους εχθρούς τους. Εγώ δαγκώνω τους φίλους μου, για να τους σώσω.
(στον Ιωάννη Στοβαίο, Ανθολόγιου 3.13.44)
 
Πολλές ιστορίες φαίνονται απλώς αστείες ή γελοίες - όπως τις πάρει κανείς. Και πράγματι, επιφανειακά η σημασία τους είναι αστεία· το συγκαλυμμένο νόημά τους έχει όμως κάποια οξύτητα. Έτσι ήταν ο λόγος των Κυνικών: “έμοιαζε με σκύλο που γλείφει και συνάμα δαγκώνει.”
 
Ο Διογένης και άλλοι Κυνικοί έγραψαν πολλά βιβλία. Δεν σώθηκαν, όπως δεν σώθηκαν εκατοντάδες άλλα φιλοσοφικά βιβλία των σύγχρονών τους και μεταγενέστερων σχολών. Αυτό που έμεινε είναι ιστορίες για τη ζωή τους - πιο ταιριαστό για εκείνους που τόνιζαν ότι σημασία δεν έχουν τα βιβλία αλλά ο τρόπος ζωής.
 
7.      Η κυνική άσκηση
 
Παρά την κριτική του στον πολιτισμό, ο Διογένης ήταν γέννημα της πόλης· η συμπεριφορά του ήταν αξιοπρόσεκτη ακριβώς επειδή επέλεξε να την εκθέσει στην αγορά. Δεν αποσύρθηκε, αλλά έπραττε σαν να είχε αποστολή να πείσει τους ανθρώπους να εξετάζουν τη ζωή τους, γιατί (όπως θα έλεγε και ο Σωκράτης) μια ζωή ανεξέταστη δεν αξίζει να την ζεις. Σε αυτόν θα μπορούσαν να βρουν καθοδήγηση οι συνηθισμένοι άνθρωποι, και όχι στις Σχολές του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη. Ο Διογένης αποσκοπούσε να προσφέρει μια τέχνη, μια ηθική πρακτική που θα οδηγούσε τον άνθρωπο στην ευτυχία.
 
Η μίμηση της ελευθερίας και της αυτάρκειας των ζώων είχε πολλαπλούς σκοπούς: να παραμερίσει τα εμπόδια που βάζει η κοινωνία στην ανθρώπινη ευτυχία, χωρίς όμως να μένει στην απλή ικανοποίηση των ενστίκτων και στην απάθεια· και να κατοχυρώσει την πλήρη ανεξαρτησία, που κάνει τον άνθρωπο σαν τους θεούς. Γι’ αυτό και ο Ηρακλής είναι το πρότυπο των Κυνικών· γιατί ήταν ένας θνητός που χάρη στους άθλους του πλησίασε τους θεούς.
 
Η αυτάρκεια και η ανεξαρτησία επιτυγχάνονται με την άσκηση και την παρρησία. Η άσκηση είναι δύο ειδών, σωματική και ψυχική. Η σωματική εξάσκηση προσφέρει ανοσία στις αναπόφευκτες αντιξοότητες της ζωής, δεν αντιστρατεύεται όμως τις κατάλληλες απολαύσεις. Η ψυχική άσκηση συμπληρώνει τη σωματική: μαθαίνει στον άνθρωπο να καταφρονεί τις ηδονές, κι αυτό είναι μια νίκη που προκαλεί μεγαλύτερη ηδονή. Έτσι ο Διογένης επαινούσε όσους σχεδίαζαν και ήθελαν να κάνουν κάτι, αλλά τελικά, και παρά την επιθυμία τους, δεν το έκαναν.
 
Με αυστηρή πειθαρχία, η σωματική εξάσκηση και η μίμηση υποδειγματικών πράξεων φέρνουν την εσωτερική ελευθερία, την ανεξαρτησία από εξωτερικούς καταναγκασμούς. Η άσκηση συμπληρώνεται με τη γνώση, και έτσι κατακτιέται η αρετή. Αλλά χωρίς την άσκηση, όπως τονίζουν οι Κυνικοί, τίποτε δεν μπορεί να επιτευχθεί (Διογένης Λαέρτιος 6.70-71).
 
  1. Η πρακτική της παρρησίας
 
Οι Κυνικοί πίστευαν ότι η αλήθεια φαίνεται μέσα στη ζωή, τη δείχνει ο καθένας με τη ζωή του. Ο φιλοσοφικός βίος, ως βίος παραδειγματικός, χρειάζεται δημοσιότητα, ώστε να προβληθεί η αλήθεια με τρόπο που να γίνεται προσιτή σε όλους. Δύο κυρίως τρόπους χρησιμοποίησαν οι Κυνικοί, τον λόγο και τις πράξεις, το κήρυγμα και τη σκανδαλώδη συμπεριφορά.
 
(α) Οι Κυνικοί δεν απευθύνονταν σε κάποιο συγκεκριμένο κοινό, συγκεντρωμένο για να τους ακούσει. Δεν επιζητούσαν μικρά και επιλεγμένα ακροατήρια. Προτιμούσαν το πλήθος και το αναζητούσαν εκεί που μαζευόταν για άλλους λόγους: στα θέατρα, στις θρησκευτικές γιορτές, στους αθλητικούς αγώνες. Σε τέτοιες περιστάσεις ο κυνικός έβρισκε ευκαιρία να περάσει το δικό του μήνυμα, μέσα από το κήρυγμα - το κατεξοχήν είδος ομιλίας που (παρουσιάζεται σαν να) λέει την αλήθεια και απευθύνεται σε όλους.
 
Στα κηρύγματα των Κυνικών δεν περιέχονταν εποικοδομητικά στοιχεία, κάποια θετική διδασκαλία. Ήταν κυρίως μια επίθεση κατά των θεσμών που εμποδίζουν την ελευθερία και την αυτάρκεια κάθε ανθρώπου· μια κριτική των ηθικών αντιλήψεων και των μορφών συμπεριφοράς. Με τον τρόπο τους, και την ελευθεροστομία τους, κατάφερναν να προκαλέσουν ενδιαφέρον για φιλοσοφικά θέματα σε ανθρώπους εκτός φιλοσοφίας - κάτι που λίγοι το πετυχαίνουν.
 
Σε κάποιον που τον κορόιδευε επειδή έμπαινε σε ακάθαρτα μέρη, είπε ο Διογένης:
 
«Και ο ήλιος μπαίνει στα αποχωρητήρια, αλλά δεν λερώνεται.»
(στον Διογένη Λαέρτιο 6.63)
 
(β) Όσο καυστικά κι αν ήταν τα σχόλιά τους, οι Κυνικοί δεν έμειναν στα λόγια. Με τις πράξεις τους αμφισβητούσαν τις συνήθειες και τις γνώμες των πολλών, τους κανόνες της κοινωνικής ζωής.
 
Όταν ο Αλέξανδρος πλησίασε τον Διογένη και τον ρώτησε αν χρειαζόταν τίποτε, ο φιλόσοφος του απάντησε: “Να πας λίγο πιο πέρα από τον ήλιο, να μην τον κρύβεις.” Ο βασιλιάς θαύμασε τον φιλόσοφο για την περηφάνεια του και την περιφρόνηση της διαταγής (Πλούταρχος, Αλέξανδρος 14). Η αντίδραση, όμως, του βασιλιά δεν κρύβει ότι ουσιαστικά αντιστράφηκαν οι ρόλοι: αυτός που διέταξε δεν ήταν ο Αλέξανδρος, που ως απόγονος του θεού ήταν η προσωποποίηση του ήλιου, αλλά ο Διογένης, που είχε μια απλή φυσική σχέση με τον ήλιο, όπως κάθε άνθρωπος.
 
Ο Διογένης ήθελε να δείξει, επίσης, πόσο αυθαίρετοι είναι οι κανόνες που θέτουν οι άνθρωποι. Έτσι, μια φορά σε αγώνες, στα Ίσθμια, αυτοστεφανώθηκε σαν να ήταν νικητής. Όταν οι αξιωματούχοι προσπάθησαν να τον τιμωρήσουν, επειδή παραβίασε τον κανονισμό, ο Διογένης τους εξήγησε τη στάση του: “Εγώ πέτυχα πολύ πιο δύσκολη νίκη από εκείνους που στεφανώσατε εσείς· εγώ νίκησα τη φτώχεια, την εξορία, τα πάθη μου, ενώ οι αθλητές νίκησαν στο τρέξιμο και στην πάλη.” Εφάρμοσε τον κανόνα (τη στεφάνωση ως σημείο επιβράβευσης του νικητή) όχι εκεί που ήταν αποδεκτός από όλους, στους αγώνες του σώματος, αλλά εκεί που δεν ήταν, στον προσωπικό αγώνα. της ζωής· και αναρωτήθηκε γιατί να μην ισχύει και στα δυο είδη αγώνων - ειδικά στον πιο σημαντικό από τους δύο.
 
Ακόμη περισσότερο προκλητικός ήταν ο Διογένης όταν συνέδεε δύο κανόνες συμπεριφοράς που φαίνονταν αντίθετοι. Ενώ το να τρως μπροστά στους άλλους επιτρέπεται, δεν επιτρέπεται να επιδεικνύεις άλλες λειτουργίες του σώματος. Ρωτούσε: εφόσον το φαγητό είναι μια φυσική ανάγκη και μπορεί να ικανοποιείται δημοσίως, γιατί αυτό να μην ισχύει και για άλλες φυσικές ανάγκες; Και χωρίς να του απαντήσουν, προχωρούσε στην ικανοποίησή τους.
 
Η κυνική στάση, με παρωδία και σάτιρα, με πράξεις ελεύθερες, υπονομεύει την παράδοση και ανατρέπει τις αυθεντίες. Ίσως είναι περισσότερο μια “αρνητική ελευθερία”, μια προσπάθεια απαλλαγής από περιορισμούς. Αυτή η ελευθερία, η παρρησία είναι, για τον Διογένη, το κάλλιστον στους ανθρώπους.
 
Ποιος όμως θα μπορούσε να ακολουθήσει τέτοια ακραία παραδείγματα, ικανά να προκαλέσουν θαυμασμό αλλά κυρίως αποστροφή στους ανθρώπους, ειδικά σε όσους λόγω θέσεως, επαγγέλματος ή πεποιθήσεως είναι ή οφείλουν να δείχνουν σοβαροί;
 
  1. Αυτόν τον φιλόσοφο ποιος θα τον πάρει;
 
Φιλοςοφοι για ΠοΥλημα του Λουκιανου
 
Ερμης: Θέλεις εκείνον τον βρωμιάρη τον Πόντιο;
Ζευς: Βεβαίως.
Ερμης: Εσύ με το δισάκι στον ώμο, ξεμπράτσωτε, για έλα από δω και κάνε έναν γύρο μπροστά μας. Πουλάω μια ζωή αντρίκεια, ενάρετη κι αρχοντική, μια ζωή ελεύθερη. Ποιος θα την αγοράσει;
Αγοραςτης: Τον φοβάμαι, έτσι σκυθρωπός και κατσούφης που είναι, μήπως με γαβγίσει μόλις τον πλησιάσω ή μήπως με δαγκώσει. Ε, φίλε! Από πού είσαι;
Διογένης: Από παντού.
Αγοραστησ: Τι εννοείς;
Διογένης: Βλέπεις έναν πολίτη του κόσμου.
Αγοραςτης: Κι έχεις κάποιες ειδικές γνώσεις; Ασκείς καμιά τέχνη;
Διογένης: Απελευθερώνω τους ανθρώπους και γιατρεύω τα πάθη. θέλω να κηρύττω την
                  αλήθεια και την παρρησία.
Αγοράς γης: Συγχαρητήρια! Κι αν σ’ αγοράσω, πώς θα μ' εκπαιδεύσεις; Διογένης: Πρώτα θα σ' απαλλάξω από την καλοπέραση, θα σ’ αφήσω στη στέρηση και θα σε ντύσω με κάπα· ύστερα θα σ’ αναγκάσω να πονάς και να κοπιάζεις· να κοιμάσαι καταγής, να πίνεις νερό και να τρως ό, τι τύχει· δεν θα νοιάζεσαι για γάμο, παιδιά και πατρίδα· θ’ αφήσεις το πατρικό σου σπίτι και θα μείνεις σε κανένα πιθάρι· το δισάκι σου θα 'ναι γεμάτο λούπινα. Και έτσι όπως θα ’σαι, θα λες ότι είσαι πιο ευτυχισμένος κι από το μεγάλο βασιλιά. Να ’σαι θρασύς και αναιδής και να τους βρίζεις όλους. Να κάνεις στα φανερά όσα οι άλλοι δεν θα τα ’καναν ούτε στα κρυφά. Τέτοια είναι η ευτυχία που σου τάζουμε.
Αγοραςτης: Φύγε από δω! Λες πράγματα απαίσια κι απάνθρωπα. Διογένης: Είναι όμως εύκολα, δικέ μου, κι όλοι τα μπορούν. Δεν σου χρειάζεται ούτε μόρφωση ούτε πολλά λόγια. Ο δρόμος προς τη δόξα είναι σύντομος.
Αγοραςτης: Δεν σε χρειάζομαι για τέτοια πράγματα. Μπορεί όμως με τον καιρό να γίνεις ναύτης ή κηπουρός - αν θελήσει, βέβαια, να σε πουλήσει αυτός εδώ για κάνα δυο τάλιρα, το πολύ.
Ερμης: Πάρ’ τον, χάρισμά σου. Ευχαρίστως να απαλλαγούμε από αυτόν· είναι τόσο ενοχλητικός, φωνάζει, βρίζει τους πάντες και τους αποπαίρνει.
 
10. Μα, είναι αυτό φιλοσοφία;
 
Οι Κυνικοί τις θεωρίες τις απέφευγαν, τα παραδοσιακά μαθήματα και τις επιστήμες (όπως τη γεωμετρία και την αστρονομία) τις απέρριπταν· σταθερές πεποιθήσεις που συγκροτούσαν ενιαίο συστηματικό σύνολο δεν είχαν· στα πρώτα τους χρόνια πίστευαν ότι δεν υπάρχει κάποιος ιδιαίτερος φιλοσοφικός σκοπός. Τι λογής φιλόσοφοι ήταν, λοιπόν, οι Κυνικοί;
 
Απλούστατα, δεν ήταν φιλόσοφοι! Έτσι υποστήριξαν αρκετοί, οι οποίοι και κατηγόρησαν τον Κυνισμό ότι δεν είναι σχολή σκέψης αλλά απλώς ένας τρόπος ζωής - πιθανώς ένα μέσο, που μπορεί να ταιριάζει στη μία ή την άλλη σχολή, δεν μπορεί όμως το ίδιο να προσφέρει το “τέλος”, τον σκοπό. Κάποιοι ονόμασαν τον Κυνισμό “σύντομο δρόμο για την αρετή”, άλλοι όμως “σύντομο δρόμο για την αλαζονεία” ή “για την κακή φήμη”. Οι Κυνικοί αντέστρεφαν τις κατηγορίες και ουσιαστικά αμφισβητούσαν στους άλλους το δικαίωμα να φέρουν το όνομα του φιλοσόφου.
 
Ό, τι κι αν τους καταμαρτύρησαν (αδίκως και δικαίως), ο δρόμος της κυνικής άσκησης ήταν απλός και δύσκολος: να ζεις φτωχός και να ικανοποιείς μόνο τις φυσικές σου ανάγκες. Ίσως η εικόνα του περιπλανώμενου με το δισάκι στον ώμο, το ραβδί και το τριμμένο πανωφόρι (όλα τα υπάρχοντά του) να φαινόταν και τότε γραφική στους πολλούς ή προσβλητική (και - γιατί όχι; - απειλητική) για τους θεματοφύλακες της φιλοσοφίας.
 
Είναι αλήθεια ότι πολλοί τσαρλατάνοι, περιπλανώμενοι κι εκείνοι, εμφανίστηκαν σαν φιλόσοφοι, πολλές φορές σαν Κυνικοί. Ήταν ίσως εύκολο και βολικό να παρουσιάζονταν σαν Κυνικοί. Για εκατοντάδες χρόνια αυτή η μορφή φιλοσόφου τριγυρνούσε στους δρόμους των ελληνιστικών βασιλείων και της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, εκθέτοντας και περιγελώντας ανθρώπους, προκειμένου να προκαλέσει την αντί­δρασή τους.
 
Η περιφρόνηση προς τους Κυνικούς εντάθηκε αργότερα, κυρίως στα αυτοκρατορικά χρόνια, όταν αναβίωσε ο κυνισμός και οι Κυνικοί άλλαξαν. Ήταν κατάλληλη εποχή για την αναβίωση αυτή: η ευμάρεια της Ρώμης πρόσφερε στα υψηλά κοινωνικά στρο3ματα πλούτο και χλιδή, και στους ηθικολόγους και στους σατιρικούς συγγραφείς άφθονες αφορμές να καταγγέλλουν τις υπερβολές. Ο ακραίος και ανατρεπτικός ασκητισμός των Κυνικών σόκαρε τους Ρωμαίους. Έτσι, βρέθηκε σχετικά εύκολα ακροατήριο για τον Κυνισμό, που από τη μία πλευρά πολεμούσε τη δεισιδαιμονία και την ηθική διαφθορά και από την άλλη προέτρεπε για επιστροφή στη φύση, σε μια πρωταρχική απλότητα πριν από κάθε παρέμβαση πολιτισμού.
 
Δεν ήταν λίγοι όσοι περιφρονούσαν “αυτά τα ζωώδη, σιχαμερά και ακαλλιέργητα άτομα”, που μιλούσαν και ζούσαν ανάρμοστα, διαφθείροντας τη φιλοσοφία και τους ανθρώπους.
 
Όμως αρκετοί ήταν και όσοι κατάλαβαν και ξεχώρισαν τους Κυνικούς σε δυο ομάδες: σε εκείνους που το μόνο που είδαν ήταν τα εξωτερικά σημάδια της εμφάνισης και της συμπεριφοράς των Κυνικών, και τα υιοθέτησαν για την ευχαρίστησή τους ή από ματαιοδοξία· και σε εκείνους που μιμήθηκαν πρώτα την καρτερικότητα του Διογένη, την αντοχή του στους κόπους, το ψυχικό του μεγαλείο.
 
Τον 4ο αιώνα μ.Χ. ο Ιουλιανός, με την αυστηρή κριτική του στους απαίδευτους Κυνικούς, θυμίζει ότι, για τον Διογένη, τις προκλητικές πράξεις έχει δικαίωμα να τις αποτολμά μόνο εκείνος που έχει πρώτα κυριαρχήσει στην ηδονή και το πάθος. Αλλιώς, όπως τα σοφά λόγια στο στόμα των ανόητων δεν είναι σοφά, έτσι και οι αναίσχυντες πράξεις όταν τις κάνουν αναίσχυντοι είναι απλώς αναίσχυντες - τίποτε παραπάνω.
 
11. Οι ελαφροί ας με λέγουν ελαφρό
 
Ο Διογένης από τη Σινώπη του Πόντου, ο Κράτης από τη Θήβα, ο Δημώναξ από την Κόπρο, ο Περεγρίνος και άλλοι ογδόντα γνωστοί Κυνικοί δεν κέρδισαν κάποια περίοπτη θέση στις ιστορίες της φιλοσοφίας. Ο Αριστοτέλης δεν καταδέχεται να κατονομάσει τον Διογένη, χαρίζοντάς του μόνο μια αναφορά με τη λέξη “κύων”. Ποτέ οι μεγάλοι φιλόσοφοι από την εποχή τους έως σήμερα δεν τους αντιμετώπισαν ευθέως ως συνομιλητές στα μεγάλα φιλοσοφικά ερωτήματα της μεταφυσικής, της κοσμολογίας, της γνωσιολογίας.
 
Και όμως η φιλοσοφική στάση τους είναι παρούσα σε όλη τη διάρκεια της αρχαιότητας. “Και ποιος δεν έχει ακούσει για τον σκύλο από τη Σινώπη;” ρωτούσε το 380 μ.Χ. ο Γρηγόριος ο Θεολόγος, ζώντας αποσυρμένος στην Καππαδοκία, όχι μακριά από τη γενέθλια πόλη του Διογένη. Ο Κυνισμός επηρέασε τη διαμόρφωση της στωικής φιλοσοφίας, πέρασε σε λογοτεχνικά είδη όπως η “διατριβή” και η σάτιρα, και δεν άφησε ανεπηρέαστο τον χριστιανισμό. Αποτελεί, κατά παράδοξο τρόπο, τη σωκρατική κληρονομιά, όπως εμμέσως παραδέχθηκε και ο Πλάτων αποκαλώντας τον Διογένη “έναν τρελαμένο Σωκράτη”. Η μορφή του Διογένη πρόβαλε σαν μια σύνθεση ασκητισμού και αναίδειας - σαν ένας νέος Σωκράτης.
 
Οι Κυνικοί έδειξαν ότι η σχέση του ανθρώπου με την αλήθεια, ή έστω με την προσωπική του αλήθεια, είναι κατόρθωμα ατομικό, ενίοτε και μοναχικό - αν και το πετυχαίνει ανάμεσα στους άλλους ανθρώπους. Υπήρξαν Κυνικοί που, δυναμωμένοι με την άσκηση, διακινδύνευσαν την προσωπική τους υπόληψη, παραβαίνοντας κανόνες κοινωνικούς. Όλα αυτά τα έκαναν, για να φέρουν τον καθένα αντιμέτωπο με την ανθρώπινη φύση του, απογυμνωμένο από τις ευκολίες αλλά και τις δυσκολίες της καθημερινότητας, του πολιτισμού. Άλλοι τούς είπαν φιλοσόφους, άλλοι τρελούς. Αυτοί απλώς επιδίωξαν να ταρακουνήσουν την αυταρέσκεια, την αυτοϊκανοποίηση όσων κατείχαν (ή νόμιζαν ότι κατείχαν) κάτι: οι πλούσιοι και οι ισχυροί το χρήμα και την κοινωνική καταξίωση, οι φιλόσοφοι τη γνώση, κάθε άνθρωπος τη βολή του.
 
Κανένας, ειδικά ο άνθρωπος που θέλει να νιώθει ασφάλεια (κοινωνική, πολιτική, συναισθηματική ή όποια άλλη) και επενδύει σε αυτήν, δεν θέλει δίπλα του κάποιον που διαρκώς να τον πειράζει, όχι απλώς να αμφισβητεί ή να κλονίζει τις χρόνιες πεποιθήσεις του αλλά να φέρεται προς αυτές σαν να είναι χρόνιες ασθένειες που επείγει η θεραπεία τους. Κανένας ίσως δεν θέλει δίπλα του έναν αναρχικό που κοροϊδεύει τις βεβαιότητες των άλλων και ποδοπατεί την υπεροψία τους (με κίνδυνο, βέβαια, να κατηγορηθεί και ο ίδιος για οίηση).
 
Οι Κυνικοί, αντίθετα από τις άλλες Σχολές, πίστεψαν ότι, για να φιλοσοφήσει κανείς, οφείλει να καταλάβει ότι η ζωή μέσα στον ανθρώπινο πολιτισμό είναι γεμάτη ασυνέπειες, αν συγκριθεί με τη φυσική ζωή. Γι’ αυτό προχώρησαν στη συνολική ρήξη με τον κόσμο των κοινωνικών συμβάσεων: τον απέρριψαν ολοκληρωτικά ως αντίθετο προς την ανθρώπινη φύση. Ωστόσο, δεν είχαν σκοπό ούτε προσπάθησαν να αναμορφώσουν την κοινωνική ή την πολιτική ζωή. Αρκέστηκαν συχνά σε έναν επιδεικτικό ασκητισμό, κάποτε μάλιστα στις αυλές και στους κύκλους των πλουσίων.
 
Η αναφορά στον Διογένη, η πίστη στο παράδειγμά του, στον τρόπο ζωής του και στις φιλοσοφικές αρχές του κράτησαν τους Κυνικούς για αιώνες, παρόλο που δεν συγκρότησαν ποτέ σχολή ούτε έδωσαν τόση σημασία στο να θεμελιώσουν με αυστηρά φιλοσοφικό τρόπο τις απόψεις τους. Τους άρεσε να πλάθουν ιστορίες για τον Διογένη, συναξάρια θαυμαστών πράξεων, αγιογραφικές επινοήσεις της παράδοσης. Ιστορίες σαν κι αυτή που μόλις τελείωσε.

Ο ΑΡΧΑΙΟΣ ΣΚΕΠΤΙΚΙΣΜΟΣ

Αποτέλεσμα εικόνας για Ο ΑΡΧΑΙΟΣ ΣΚΕΠΤΙΚΙΣΜΟΣΕισαγωγή
 
Η εργασία αυτή είναι μία προσπάθεια συσχέτισης του αρχαίου σκεπτικισμού με τη σύγχρονη φαινομενολογία και την υπαρξιακή ψυχοθεραπευτική πρακτική. Αρχικώς θα εξετάσουμε εν συντομία το ιστορικό πλαίσιο μέσα από το οποίο αναδύθηκε ο αρχαίος σκεπτικισμός. Κατόπιν θα δούμε τα διάφορα είδη σκεπτικισμού όπως εξελίχθηκαν ανά τους αιώνες και τη βασική σκεπτική επιχειρηματολογία. Στη συνέχεια θα δούμε κάποιες βασικές διαφορές μεταξύ του αρχαίου, του μεσαιωνικού και του μοντέρνου σκεπτικισμού. Επίσης θα μελετήσουμε συγκριτικά ένα- δύο σημεία από τη φιλοσοφία του αρχαίου σκεπτικισμού και τη φαινομενολογία όπως αυτή αναπτύχθηκε κυρίως από τον Edmund Husserl και θα δούμε ποια τα σημεία σύγκλισης και απόκλισης. Τέλος θα δούμε τι μπορεί να προσφέρει ο αρχαίος σκεπτικισμός στην υπαρξιακή ψυχοθεραπευτική πρακτική. Η σκεπτική φιλοσοφία μπορεί να προσφέρει πάρα πολλά όσον αφορά την προσέγγιση του θεραπευόμενου από το θεραπευτή και τη στάση του δεύτερου στη θεραπευτική διαδικασία. Παράλληλα θα πρέπει να τονιστεί ότι ο αρχαίος σκεπτικισμός όπως και κάθε φιλοσοφικό σύστημα όταν εφαρμόζεται σε άλλο τομέα εμπεριέχει κάποιους περιορισμούς που χρέος μας έχουμε να ξεπεράσουμε.
 
Λίγα λόγια για την ελληνιστική εποχή και την ελληνιστική φιλοσοφία

Όταν μιλάμε για την ελληνιστική εποχή, μιλάμε για την περίοδο που αρχίζει με το θάνατο του Μεγάλου Αλεξάνδρου (323 π.Χ.) και τελειώνει, συμβατικά, με την ήττα του Μάρκου Αντώνιου από τον Οκτάβιο στη ναυμαχία στο ’κτιο, το 31 π.Χ. (Long, 1987, σ. 17) ή κατά άλλους με την επίσημη εγκαινίαση της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας από τον Αύγουστο το 27 π.Χ. (Brunschwig & Sedley, 2003, p. 151). Μιλάμε λοιπόν για μια περίοδο τριών αιώνων όπου εξέχουσα θέση στη φιλοσοφία δεν κατείχε ούτε ο Πλατωνισμός ούτε ο Αριστοτελισμός (Περιπατητική σχολή) αλλά τρία βασικά φιλοσοφικά ρεύματα, δηλαδή, ο Στωικισμός, ο Επικουρισμός και ο Σκεπτικισμός. Όλα αυτά τα συστήματα αναπτύχθηκαν μετά τον Αριστοτέλη (Long, 1987, σ. 17).
 
Κατά τη διάρκεια αυτής της εποχής υπήρξε μία τεράστια εξάπλωση του ελληνικού πολιτισμού. Η Αλεξάνδρεια στην Αίγυπτο και η Αντιόχεια στη Συρία, πρωτεύουσες αντίστοιχα των βασιλείων των Πτολεμαίων και των Σελευκιδών εδραιώθηκαν από δύο από τους στρατηγούς του Μεγάλου Αλεξάνδρου? ιδρύθηκαν, δηλαδή, από Έλληνες (Long, 1987, σ. 18). Υπήρχε ένας κοινός πνευματικός πολιτισμός εμπλουτισμένος από επιρροές από διάφορους τόπους και μια κοινή γλώσσα, η κοινή. Υπήρχε μεγάλη πολιτιστική και οικονομική άνθιση. Από την άλλη υπάρχει μια άλλη ανάγνωση της περιόδου εκείνης, μια σύγχρονη ανάγνωση, που βλέπει στην εξάπλωση του ελληνικού πολιτισμού, την ριζική αλλαγή της έννοιας της πόλης, και την ανάδειξη των βασιλείων και της μοναρχίας, δηλαδή, την ελληνιστική εποχή, μια όχι και τόσο ηρωική περίοδο. Μερικοί σύγχρονοι ιστορικοί, θεωρούν ότι μια ηρωική ανάγνωση της περιόδου αυτής συνάδει με εποχές όπου η Δύση διήγε την αποικιοκρατική, για να μην πούμε ιμπεριαλιστική, της φάση και ήθελε να ερμηνεύει έτσι την κατάσταση εκείνη. Μια πιο σύγχρονη, και ίσως θα πρόσθετα μια πιο ρεαλιστική ή πιο ηττημένη ματιά, μιλά και για μια σκοτεινή πλευρά εκείνης της περιόδου, όπου οι ευκαιρίες υπήρχαν κυρίως για τους πλούσιους, όπου υπήρχε έντονος διαχωρισμός μεταξύ των Ελλήνων και των μη-Ελλήνων ακόμα και μέσα στις ίδιες πόλεις, όπου η φιλοσοφία, η σοφία και ο πολιτισμός των κατακτημένων λαών δεν έχαιρε ιδιαίτερου σεβασμού και όπου η προσπάθεια πολιτιστικής προσέγγισης ήταν μονομερής: από την πλευρά των κατεκτημένων. Στην όλη προβληματική προστίθεται το επί πλέον πρόβλημα ότι δεν υπάρχουν επαρκείς ιστοριογραφικές πηγές από εκείνη την περίοδο, οπότε επαφιόμαστε κυρίως σε ερμηνείες των λίγων στοιχείων που έχουμε (Burstein, 1997). Σε κάθε περίπτωση ήταν μια περίοδος μεταβατική και ταραγμένη, όπου υπήρχαν δραματικές αλλαγές στις πολιτικές και οικονομικές δυναμικές σε όλο τον τότε γνωστό κόσμο. Λίγο-πολύ ό,τι συμβαίνει και στην εποχή μας.
 
Η Αθήνα εξακολουθούσε να υπερέχει στη φιλοσοφία. Γενικά όμως υπήρξε μεγάλη πρόοδος στη φιλολογία, την αστρονομία και τη φυσιολογία. Εξ αιτίας αυτού, άρχισε να υπάρχει αυστηρότερος καθορισμός ορίων κάθε θέματος. Έτσι, με ένα τρόπο περιορίστηκε και η φιλοσοφία που διαχωρίστηκε σε λογική, φυσική και ηθική (Long, 1987, σ. 19 ; Suber, 2003, σ. 11). Επίσης, η φιλοσοφία δεν μπορούσε να μην ανταποκριθεί στις ανησυχίες μια τόσο μεταβατικής εποχής: έκανε μια στροφή από τον ανιδιοτελή στοχασμό, στη μέριμνα για την ασφάλεια του ατόμου. Η ισχυρή έμφαση στο άτομο, η έγνοια για την ανθρώπινη ευημερία, η πεποίθηση ότι υπάρχει μια «φύση» που σε γενικές γραμμές το άτομο μοιράζεται με την υπόλοιπη ανθρωπότητα είναι χαρακτηριστικά της περιόδου αυτής (Long, 1987, p. 22). Βασικό ερώτημα των φιλοσόφων εκείνης της εποχής ήταν: τι είναι ευδαιμονία ή ευτυχία και πώς την κατακτά ο άνθρωπος; (Long, 1987, p. 25) Οι άνθρωποι εκείνης της εποχής είχαν μεγάλη ανάγκη να βρουν την ταυτότητά τους και να καθοδηγηθούν ηθικά? υπήρχε ένα αίσθημα σύγχυσης. Ήταν μια εποχή μεγάλης πολιτικής αναταραχής (Brunschwig & Sedley, 2003, σ. 151). Γι' αυτό ο Στωικισμός και ο Επικουρισμός βρήκαν γρήγορα οπαδούς. Παρουσίασαν μία έννοια του κόσμου και της ανθρώπινης φύσης που βασιζόταν σε εμπειρικές παρατηρήσεις, στο λογικό και στην αναγνώριση ότι όλοι οι άνθρωποι έχουν κοινές ανάγκες. Και τα δύο συστήματα ισχυρίστηκαν ότι η ευδαιμονία εξαρτάται από την κατανόηση του σύμπαντος και του τί σημαίνει να είναι κανείς άνθρωπος. Και τα δύο συστήματα είναι έντονα ανθρωποκεντρικά, δηλαδή, ο άνθρωπος είναι στο επίκεντρο του στοχασμού τους. Και τα τρία φιλοσοφικά ρεύματα (Στωικισμός, Επικουρισμός και Σκεπτικισμός) ήταν πεπεισμένα ότι οι εσωτερικές δυνάμεις του ανθρώπου, η λογική του μπορούν να δώσουν τη μόνη σταθερή βάση για μια ευτυχισμένη ζωή. Η έννοια της πόλης είναι πλέον σε δεύτερη μοίρα.
 
Μετά το θάνατο του Πλάτωνα η διεύθυνση της Ακαδημίας πέρασε στον ανιψιό του Σπεύσιππο. Ο Αριστοτέλης παρέμεινε μέλος αλλά δημιούργησε λίγο αργότερα τη δική του σχολή, το Λύκειο, που συχνά ονομαζόταν Περίπατος. Δεν θα υπεισέρθουμε στη λεπτομερή καταγραφή της ιστορίας της Ακαδημίας. Αρκεί να πούμε ότι οι Πλατωνιστές και οι Περιπατητικοί δεν μονοπώλησαν ποτέ την ελληνική φιλοσοφία και οι νέες σχολές κυρίως των Στωικών και των Επικούρειων τους ξεπέρασαν γρήγορα σε επιρροή (Long, 1987, p. 29). Μάλιστα, η λάμψη της Ακαδημίας είχε αρχίσει να ξεθωριάζει μέχρι το 265 π.Χ. όπου ο Αρκεσίλαος της έδωσε πνοή και την έστρεψε από το δογματισμό στον σκεπτικισμό. Εδώ πρέπει να πούμε ότι λίγα έχουν διασωθεί από τα έργα της περιόδου αυτής. Λίγα έχουν διασωθεί από τον Επίκουρο και κανένα ολοκληρωμένο έργο από τους Στωικούς της πρώτης περιόδου. Η γνώση μας για τον Καρνεάδη, που ήταν σκεπτικός, είναι και αυτή από δευτερεύουσες πηγές. Γνωρίζουμε κυρίως το γενικό περίγραμμα των σχολών αυτών. Συχνά λείπουν οι λεπτομέρειες και τα επιχειρήματα. Από αυτή την άποψη ο Πλάτων και ο Αριστοτέλης βρίσκονται σε πλεονεκτικότερη θέση διότι διασώθηκαν τα περισσότερα έργα τους. Όμως δεν μπορούμε να πούμε το ίδιο για τις τρεις σχολές της ελληνιστικής περιόδου. Μεγάλο μέρος από τις μαρτυρίες έρχεται από συγγραφείς που έγραψαν αιώνες μετά. Αυτό κάνει την μελέτη τους πολύ δύσκολη, δυσπρόσιτη και ίσως βαρετή: χρειάζεται προσεκτική σύγκριση των πηγών και αξιολόγησή τους και αυτό είναι μόνο η προκαταρκτική εργασία. Η απώλεια βασικών συγγραμμάτων είναι σχεδόν ολοκληρωτική και αυτό είναι και μια μεγάλη απώλεια και για τη φιλοσοφία (Long, 1987, pp. 29-32).
 
Σε γενικές γραμμές, εκτός από αυτά που ήδη ειπώθηκαν γι' αυτές τις σχολές, να προσθέσουμε ότι οι Στωικοί, που έχουν πιο πολλά κοινά με τον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη, έκαναν περισσότερη αυτοκριτική από τους Επικούρειους και επεξεργάστηκαν διεξοδικά τη λογική μετατρέποντας το Στωικισμό σε τεχνική φιλοσοφία. Οι στωικοί και οι επικούρειοι ασκούσαν κριτική ο ένας στον άλλο και με τη σειρά τους δέχτηκαν κριτική από τον ακαδειμικό σκεπτικισμό. Οι επιρροή των ακαδειμικών σκεπτικών όμως ήταν περιορισμένη. Πιο μεγάλη επιρροή άσκησαν τα άλλα δύο ρεύματα που από τη μια προσέφεραν στον ελληνιστικό κόσμο συμπαγείς θέσεις και ένα σύνολο κανόνων συμπεριφοράς από την άλλη όμως έγιναν δογματικοί στην προσπάθειά τους αυτή και έγιναν η αιτία να διαχωριστεί η φιλοσοφία από την επιστήμη. Οι φιλόσοφοι εκείνης της περιόδου χάραξαν ένα καινούργιο μονοπάτι. Ο περιορισμός της φιλοσοφίας στην φυσική, τη λογική και την ηθική έδωσε ώθηση στην ανάπτυξη της σκέψης όσον αφορά το υλισμό, τον εμπειρισμό και το νατουραλισμό αντίστοιχα (Suber, 2003, σ. 10). Όσον αφορά τον υλισμό, επιγραμματικά να πούμε ότι ήταν η γενική τάση[1] στην ελληνιστική φυσική και ήταν η απόρριψη της πίστης στην ύπαρξη ασώματων οντοτήτων. Η απόρριψη δεν ήταν φυσικά απόλυτη αλλά ήταν η ισχύουσα θέση. Συνέπεια αυτού: π.χ. η απόρριψη των πλατωνικών «Ιδεών». Όσον αφορά τον εμπειρισμό, αποτελεί εξέλιξη του εμπειρισμού του Αριστοτέλη και απορρίπτει τη γνωσιολογία του Πλάτωνα. Είναι μια βαθιά και αδιάλλακτη πίστη στην αλήθεια των πληροφοριών που μας δίνουν οι αισθήσεις. Αυτή την ακαμψία πολέμησαν οι σκεπτικοί όπως θα δούμε παρακάτω. Τέλος, ο νατουραλισμός που σχετίζεται με την ηθική, όπως είπαμε, έχει να κάνει με την πεποίθηση ότι μια ορθή φιλοσοφία περί του ευ ζην πρέπει να βασίζεται σε μια σαφή και ακριβή κατανόηση της φύσης του ανθρώπου. Υπάρχει έμφαση στην πεποίθηση ότι η ανθρώπινη ψυχή είναι κυρίως μια λογική οντότητα και υποβάθμιση της επιθυμητικής φύσης του ανθρώπου (που υποστηριζόταν ως σημαντική και από τον Πλάτωνα και από τον Αριστοτέλη). Για τους ελληνιστές ο λόγος και μόνον ο λόγος είναι υπεύθυνος για την ευτυχία ή τη δυστυχία μας. Εδώ μπορούμε να κάνουμε ένα σχόλιο κοινωνιολογικού χαρακτήρα και να πούμε ότι αυτή η πλήρης απόρριψη της σπουδαιότητας των εξωτερικών παραγόντων και του ά-λογου μέρους του ανθρώπου αντανακλά την ανάγκη των ανθρώπων της εποχής να πιαστούν από κάπου, από μια σταθερά. Από την άλλη μπορούμε να απλώς να πούμε ότι βλέπουμε σ' αυτή τη θέση την ανάπτυξη ενός «σωκρατισμού» (Suber, 2003, σσ. 10-14).
 
Το πού βρίσκονταν οι σκεπτικοί σε σχέση με όλα αυτά και το τι πρέσβευαν θα το δούμε αμέσως τώρα.
 
Αρχαίος Σκεπτικισμός
 
Γενικά
 «Σκεπτικισμός είναι η ικανότητα να βρίσκει κανείς με οποιοδήποτε τρόπο αντιθέσεις ανάμεσα στα φαινόμενα και στις κρίσεις: με το Σκεπτικισμό, εξ αιτίας της ισοδυναμίας (ισοσθένεια) που χαρακτηρίζει αντίθετα μεταξύ τους πράγματα και επιχειρήματα, φτάνουμε πρώτα στην εποχή και από κει στην ψυχική ηρεμία (αταραξία)»
 (Σέξτος Εμπειρικός στο Long, A.A., 1987, σ. 129)
 
Για οποιαδήποτε πεποίθηση υπάρχει και μία αντίθετη. Υπάρχει, επίσης, και η θέση της αβεβαιότητας και της αδιαφορίας. Ο σκεπτικισμός εξετάζει όλη αυτή τη γκάμα. Δυστυχώς, σε μια κουλτούρα που έχει ανάγκη από βεβαιότητες, ο όρος θεωρείται μειωτικός. Εγείρει θυμό και αντιδράσεις. Πολλοί αντιπαθούν τον σκεπτικισμό. Ας δούμε όμως τι λέει.

Ο σκεπτικισμός λέει κάτι πολύ απλό: δεν απορρίπτει, ούτε αμφισβητεί ούτε αρνείται οποιαδήποτε θεωρία ή πεποίθηση. Τις εξετάζει όλες. «Σκέψις» σημαίνει εξέταση, διαλογισμός, έρευνα και οι Σκεπτικοί ονομάστηκαν έτσι όχι γιατί αμφέβαλλαν ή διότι αρνούνταν ή επειδή εναντιώνονταν σε θεωρίες αλλά, επειδή διερευνούσαν ακατάπαυστα. Σκεπτικός σημαίνει «αυτός που εξετάζει μέσω της νόησης».
 
Η φράση που τους χαρακτήριζε;
 «Προσωπικά και προς το παρόν δεν το γνωρίζω. Το διερευνώ». Αυτή η φράση σημαίνει τρία βασικά πράγματα: Α) Ο Σκεπτικός μιλά μόνο για τον εαυτό του και για τη δική του άγνοια. Β) Τοποθετεί την άγνοιά του στο παρόν. Γ) Ερευνά την αλήθεια, ελπίζει ότι στο μέλλον θα τη βρει. Δεν μένει ικανοποιημένος με την άγνοιά του. Ο Σκεπτικός είναι ο άνθρωπος που παραδέχεται ανοιχτά ότι δεν ξέρει. Αναζητά τη γνώση και προς το παρόν δεν τη βρίσκει. Ως εκ τούτου παραμένει ερευνητής. Παράλληλα θεωρεί ανέντιμο να ισχυριστεί ότι γνωρίζει ενώ δεν γνωρίζει (Suber, 2003, σ. 23). Οι σκεπτικοί δεν κατέληγαν σε βεβαιότητες αλλά διερευνούσαν ακατάπαυστα. Έβλεπαν με επιφύλαξη κάθε τι που συνιστά πεποίθηση ή απόλυτη βεβαιότητα (δόγμα) και απέφευγαν να πάρουν θέση ή να αποφανθούν για οτιδήποτε.
 
Παρ’ όλο που ένας σκεπτικός δεν μπορεί να ισχυριστεί ότι η άγνοια είναι καλύτερη από τη γνώση (δεν το γνωρίζει), δεν την αγαπά. Αγαπά την αλήθεια και φοβάται το λάθος. Αυτό είναι βασικό χαρακτηριστικό του Σκεπτικού (Suber, 2003, σ. 24).
 
Γιατί τόση λαχτάρα για την αλήθεια; Διότι αυτή θα φέρει την ευτυχία. Στόχος του Σκεπτικισμού είναι η ψυχική ηρεμία, η ευδαιμονία ή η αταραξία όπως υποστηρίζουν.

Μιλήσαμε παραπάνω για πεποιθήσεις και για δόγματα. Η λέξη δόγμα σημαίνει γνώμη, πεποίθηση, θεωρία, έννοια, απόφαση, κρίση ή δημόσιο θέσπισμα (Suber,2003, σ. 35). Οι δογματικοί είναι βέβαιοι ότι η γνώση είναι εφικτή. Είναι βέβαιοι ότι κατέχουν μια γνώση. Για να είναι κανείς δογματικός δεν χρειάζεται να νομίζει ότι κατέχει τη γνώση με απόλυτη βεβαιότητα ή ότι τα πάντα μπορούν να γίνουν γνωστά [όπως θεωρούσε ο Χέγκελ (Georg Wilhelm Friedrich Hegel)]. Αρκεί να πιστεύει ότι σχετικά πολύ λίγα μπορούν να γίνουν γνωστά [όπως θεωρούσαν ο Χιουμ (David Hume) και ο Καντ (Immanuel Kant)]. Ο δογματικός δεν χρειάζεται να είναι ερευνητής. Δογματικός είναι όποιος έχει οποιαδήποτε πεποίθηση. Για τον Σέξτο αρκεί να υποστηρίζει ότι τουλάχιστον μία πρόταση αληθεύει ( Suber, 2003, σ. 35). Η έννοια παίρνει μειωτική σημασία όταν θέλει να καταδείξει ανθρώπους που παρουσιάζουν τις αλήθειες τους χωρίς προηγούμενη σκέψη, χωρίς επιχειρηματολογία, χωρίς αποδείξεις. Αυτό ακριβώς πολεμούσαν όλοι ανεξαιρέτως οι σκεπτικοί.

Ο δογματικός λοιπόν ισχυρίζεται ότι κατέχει κάποια αλήθεια. Ο σκεπτικός αναστέλλει την κρίση του. Δεν τοποθετείται διότι περιμένει μέχρι να βεβαιωθεί, πράγμα που μπορεί να μη συμβεί ποτέ. Η αναστολή της κρίσης ονομάζεται εποχή και είναι αυτή και όχι η άρνηση ή η αμφισβήτηση που είναι η χαρακτηριστική στάση του σκεπτικού (Suber, 2003, σ. 37). Η λέξη εποχή σημαίνει ανακόπτω, διακόπτω, αναστέλλω, σταματώ ή παύω κάποια δραστηριότητα που διαφορετικά ή κανονικά θα συνεχιζόταν. Οι Σκεπτικοί χρησιμοποιούσαν τη λέξη για τη διατύπωση κρίσης, ενώ αλλού οι Έλληνες τη χρησιμοποιούσαν για το φως του ήλιου (στη διάρκεια εκλείψεων), για τη εμμηνόρροια (στη διάρκεια της εγκυμοσύνης), για την αποπληρωμή χρέους (παράλειψη πληρωμής), για τις μουσικές δονήσεις μιας χορδής (στο νεκρό σημείο δόνησης) και για το πέρασμα του χρόνου (στις μεταβατικές φάσεις ή τις εποχές)(Suber, 2003, σ. 37). Η εποχή, επειδή δηλώνει τη στάση μιας δραστηριότητας που αλλιώς θα συνεχιζόταν υπονοεί μία κατάσταση αναμονής έως ότου διατυπωθεί μια κρίση. Η εποχή διαφέρει από την αμφιβολία καθώς η δεύτερη υποδηλώνει μια κλίση προς την άρνηση.
 
Μελετώντας όμως όλες τις θέσεις , οι σκεπτικοί είδαν ότι είναι ισοδύναμες με τις αντίθετές τους και ότι σε καμία δεν μπορούσαν να καταλήξουν με βεβαιότητα. Η θέση ότι μπορούμε να βασιστούμε στις αισθήσεις μας για να γνωρίζουμε, είναι κατά τους σκεπτικούς λανθασμένη διότι οι αισθήσεις μας πολλές φορές μας δίνουν ψευδείς πληροφορίες. Δεν μπορούμε ούτε να βασιστούμε σε εσωτερικές ενδείξεις (βλέπε νόηση) διότι μπορεί να μας παραπλανήσουν. Θα συνεχίζουμε να ερευνούμε.
 
Συμπερασματικά: ψάχνοντας αρχικώς ένα κριτήριο για την αλήθεια και την πλάνη, προχώρησαν στην εποχή, μια στάση διαρκούς αναμονής, (στην οποία κατέληγαν εξ αιτίας του ασυμβίβαστου μεταξύ φαινομένων και κρίσεων) και από κει κατέληξαν, κατά τύχη όπως ισχυρίζονται, στην αταραξία και στη συνεχή διερεύνηση. Να σημειώσουμε ότι ο αρχαίος σκεπτικισμός ήταν κυρίως μία εφαρμοσμένη φιλοσοφία (Long, 1987, σ. 129 ; Critchley, 2009, σ. 120). Ως εκ τούτου μπορούμε να πούμε ότι αυτός που ισχυρίζεται ότι βρήκε την αλήθεια είναι δογματικός. Αυτός που αρνείται ότι μπορεί να την ανακαλύψει ονομάζεται ακαδειμικός και αυτός που συνεχίζει να ψάχνει είναι ο πυρρώνειος σκεπτικός.
 
Ας τα δούμε όλα αυτά πιο αναλυτικά.
 
Πυρρώνειος Σκεπτικισμός: Πύρρων, Τίμων
 
Πύρρων
Ο σκεπτικισμός ξεκινά με τον Πύρρωνα. Ήταν σύγχρονος του Επίκουρου αλλά μεγαλύτερος. Δεν έγραψε τίποτα. Ξέρουμε πολύ λίγα για εκείνον και το έργο του κυρίως μέσω του μαθητή του Τίμωνα του Φλιάσκιου, ο οποίος και έκανε γνωστή τη διδασκαλία του. Όμως η πιο ολοκληρωμένη παρουσίαση του Πύρρωνα γίνεται αιώνες αργότερα από τον Σέξτο Εμπειρικό. Για τη ζωή του πάλι ξέρουμε πολύ λίγα. Γεννήθηκε στη Ήλιδα, στα βορειοδυτικά της Πελοποννήσου, γύρω στο 365 π.Χ. Ταξίδεψε με το Μέγα Αλέξανδρο και έφτασε μέχρι την Ινδία όπου εκεί γνώρισε τους «γυμνοσοφιστές», τους Ινδούς γυμνούς ασκητές. Ήρθε σε επαφή με εντελώς διαφορετικά έθιμα και με μια στοχαστική φιλοσοφική παράδοση εντελώς διαφορετική από την ελληνική. Φημολογείται ότι πέθανε στην ηλικία των 90 χρόνων (Long, 1987, σ. 131-132 ; Critchley, 2009, σ. 119 ; Suber, 2003, σ. 26). Έζησε τον κατακερματισμό της φιλοσοφίας. Έζησε σε μια ταραγμένοι εποχή και πολλοί υποστηρίζουν ότι ο σκεπτικισμός του αντανακλά την ατμόσφαιρα της εποχής του. Μπορεί αυτό να είναι αλήθεια αλλά δεν παύει η φιλοσοφία του να έχει μια αυταξία. Έχει μια φιλοσοφική βάση δεν έχει μόνο κοινωνικοπολιτικές αιτίες (Suber, 2003, σ. 26-27).
 
Έχοντας έρθει σε επαφή με πολλές φιλοσοφικές θεωρίες, ο Πύρρων παρατήρησε ότι η κάθε μια είχε επιχειρήματα που ανέτρεπαν την άλλη. Έψαχνε για ένα κριτήριο για την αλήθεια. Παραδέχτηκε ότι δεν μπορούσε να επιλέξει ανάμεσα στις θεωρίες ούτε να καταλάβει ποια έλεγε την αλήθεια, ούτε να βρει κάποιο κριτήριο που θα τον βοηθούσε να επιλέξει. Με αυτή την ομολογία, και αφού αποφάσισε να επέχει, γαλήνεψε ο νους του. Παραδέχτηκε την άγνοιά του και ηρέμησε.
 
Τίμων
Ένας χορευτής που αργότερα έγινε φιλόσοφος και που ονομαζόταν και Κύκλωψ διότι ήταν μονόφθαλμος (Critchley, 2009, σ. 118). Γραφική φιγούρα, για πολλούς. Έγραψε τους Σίλλους στους οποίους παρουσιάζει και υποστηρίζει τη θεωρία του Πύρρωνα. Ο Τίμων είπε ότι για να είναι κανείς ευδαίμων πρέπει να λάβει υπ' όψιν του τρία προβλήματα: πρώτο: τι είναι στην πραγματικότητα τα πράγματα? δεύτερο ποια στάση θα πρέπει να υιοθετήσουμε απέναντί τους? και τέλος τι θα προκύψει από μια τέτοια στάση. Κατέληξε στο ότι είναι εξ ίσου αδύνατο να διακρίνουμε, να μετρήσουμε και να κρίνουμε τα πράγματα (αδιάφορα, αστάθμητα, ανεπίκριτα). Ούτε τα δεδομένα των αισθήσεών μας ούτε οι κρίσεις μας είναι αληθείς ή ψευδείς. Δεν πρέπει λοιπόν να στηριζόμαστε σε αυτές αλλά να αποφεύγουμε να διατυπώνουμε κρίσεις και να μην είμαστε κατηγορηματικοί. Έτσι πρώτα φτάνουμε στην άρνηση να διατυπώσουμε ισχυρισμούς (αφασία) και μετά στην ψυχική ηρεμία (αταραξία) (Brunschwig & Sedley, 2003, σ. 153 ; Long, 1987, 137).
 
Ο Πλάτων και ο Αριστοτέλης υποστήριζαν ότι μπορούμε να μάθουμε τη φύση των πραγμάτων. Ο Πύρρων και οι πυρρώνειοι έθεσαν το ερώτημα: τι είναι στην πραγματικότητα τα πράγματα; Και απάντησαν: είναι αδύνατον να το γνωρίζουμε. Η αισθητηριακή αντίληψη μας δείχνει αυτό που φαίνεται. Το τι είναι τα πράγματα (το ον) δεν το ξέρουμε. Υπάρχει σαφής διάκριση μεταξύ της πρότασης «το χ μου φαίνεται ότι είναι ψ» και της πρότασης «το χ είναι ψ» (Long, 1987, σ. 140). Οι πυρρώνειοι δεν αρνούνται ότι έχουμε αισθητηριακές εμπειρίες. Το πρόβλημα δεν βρίσκεται μεταξύ αισθητηριακών δεδομένων και αντικειμένων. Το πρόβλημα βρίσκεται μεταξύ των φαινομένων, δηλαδή των αντικειμένων όπως τα αντιλαμβανόμαστε, και της φύσης των αντικειμένων αυτών ανεξάρτητα από την αντίληψή μας. Οι πυρρωνιστές δεν αντικρούουν τον τρόπο που αντιλαμβανόμαστε τα πράγματα ή όπως προτιμάνε να λένε: τον τρόπο που τα πράγματα φαίνονται σε μας. Αντικρούουν τους ισχυρισμούς ότι μπορούμε να γνωρίζουμε πώς είναι τα πράγματα. Τα φαινόμενα φαίνονται. Τι βρίσκεται όμως πίσω από τα φαινόμενα; Τι τα δημιουργεί; Ποια η πραγματική φύση των φαινομένων και του φαίνεσθαι; Δεν γνωρίζουμε. Είναι θέματα ανοιχτά προς συζήτηση και για τα οποία ο σκεπτικός αναστέλλει την κρίση του (Suber, 2003, σ. 66)
 
Προσοχή: ο πυρρώνειος αναστέλλει την κρίση του μόνο αφού εξετάσει διεξοδικά όλες τις προτάσεις. Αφού εξετάσει τα επιχειρήματα με γνώμονα τη λογική και στην περίπτωση που δεν καταφέρει να βρει εκεί την αλήθεια (όπου αλήθεια βλέπε βεβαιότητα), τότε μόνο καταλήγει στην άγνοια που όμως πλέον είναι μια άγνοια εν γνώσει (όχι όπως η άγνοια που υποθέτουμε ότι έχουν οι σκύλοι και οι πέτρες). Και η εν γνώσει άγνοια είναι ταπεινότητα, σεμνότητα, εντιμότητα, είναι το αντίθετο της προκατάληψης η βάση κάθε γνήσιας έρευνας[2]. Ο πυρρώνειος παραδέχεται ότι δεν γνωρίζει, παραδέχεται ότι τόσο οι αισθητηριακές μας προσλαμβάνουσες όσο και η νόησή μας δεν είναι αξιόπιστες ταυτόχρονα όμως επιζητά την γνώση (με την έννοια της απόλυτης βεβαιότητας) σαν να ήταν εφικτή. Ελπίζει ότι είναι εφικτή. Βλέπει ότι οι αποδείξεις ισορροπούν και ότι καταργεί η μία την άλλη, καταλαβαίνει ότι δεν ξέρει ποια από αυτές λέει την αλήθεια και τότε και μόνο τότε αναστέλλει την κρίση του. Αυτή την ισορροπία μεταξύ των προτάσεων, οι σκεπτικοί την ονομάζουν ισοσθένεια, μια έννοια κεντρική στη φιλοσοφία τους (Suber, 2003, σσ. 40-42).
 
«Η ισοσθένεια είναι η προφανής ισορροπία βεβαιότητας, πιθανότητας, ευλογοφάνειας, αξιοπιστίας και λογικότητας δύο ή περισσότερων συγκρουόμενων ιδεών ή η προφανής ισορροπία αβεβαιότητας, απιθανότητας, ατοπίας, αναξιοπιστίας και παραλογισμού».
(Suber, 2003, σ. 40)
 
Τελικά, οι πυρρώνειοι καταλήγουν μονίμως σε ένα μόνο ασφαλές συμπέρασμα: τα φαινόμενα φαίνονται. Και αυτό ακόμα στους καθαρόαιμους πυρρώνειους δεν αποτελεί πεποίθηση. Δεν αντιτίθενται στα ίδια τα φαινόμενα αλλά στις ερμηνείες που δίνονται για τα φαινόμενα.
 
Ακαδημαικός Σκεπτικισμός: Αρκεσίλαος, Καρνεάδης
Οι ακαδειμικοί σκεπτικοί ισχυρίζονται ότι δεν οφείλουν τίποτα στον Πύρρωνα και ότι βασίζονται στον Σωκράτη και τον Πλάτωνα (Long, 1987, σ. 132 ; Suber, 2003, σ. 15). Οι Στωικοί τους κορόιδευαν γι’ αυτή τους την άρνηση να δουν πόσο κοινές ήταν οι θέσεις τους με αυτή του Πύρρωνα. Ονομάζονται ακαδειμαικοί διότι ανήκαν στην πλατωνική Ακαδημεία.
 
Η βασική τους διαφορά με τους πυρρώνειους σκεπτικούς είναι ότι ενώ οι πυρρώνειοι δεν αρνούνται ότι η γνώση είναι εφικτή, μάλιστα το ελπίζουν, οι ακαδειμικοί πιστεύουν ότι η γνώση είναι ανέφικτη ή είναι απαισιόδοξοι για το αν θα καταφέρουν να βρουν την αλήθεια. Αυτή τους η πεποίθηση, που μερικές φορές μοιάζει με δόγμα, τους κάνει ευάλωτους στην κατηγορία ότι όχι μόνο γίνονται δογματικοί αλλά τελικά έχουν κατακτήσει ήδη μια γνώση (ότι δηλαδή η γνώση είναι ανέφικτη) πράγμα που οδηγείς το κυκλικό επιχείρημα ότι η γνώση είναι εφικτή. Και μερικοί όντως ενστερνίστηκαν την ιδέα ότι το μόνο που μπορούμε να γνωρίζουμε είναι ότι δεν μπορούμε να γνωρίζουμε (Suber, 2003, σ. 31-32). Από την άλλη, οι Ακαδειμαικοί έδειξαν μεγαλύτερη ελαστικότητα από τους Πυρρώνειους λέγοντας ότι κάποιες προτάσεις είναι πιο πειστικές (πιθαναί) από άλλες, βάζοντας έτσι μέσα στο συλλογισμό τους της έννοια της πιθανότητας.
 
Αρκεσίλαος
Ήταν γνωστός για τη διαλεκτική του (Long, 1987, σ. 149). Χρησιμοποιούσε πολύ τη σωκρατική μέθοδο. Πολέμησε τη στωική φιλοσοφία αναπτύσσοντας εξαιρετικά επιχειρήματα βασισμένος στη σκεπτική λογική όπως την έχουμε αναφέρει ως τώρα. Προκάλεσε επίσης και τους άλλους δογματικούς, δηλαδή τους Επικούρειους ωθώντας έτσι και τα δύο αυτά φιλοσοφικά ρεύματα να ξανασκεφτούν και βελτιώσουν την επιχειρηματολογία τους.
 
Καρνεάδης
Άσκησε και αυτός κριτική στους Στωικούς. Προχώρησε περισσότερο από τον Αρκεσίλαο διότι ανέπτυξε μια θεωρία πιθανότητας. Εν συντομία είπε, ότι ενώ δεν μπορούμε να πούμε αν οι αισθητηριακές εντυπώσεις είναι αληθείς ή ψευδείς, εν τούτοις υπάρχουν εντυπώσεις που είναι δυνατόν να διακριθούν ως πιθανές ή φαινομενικά αληθείς ή μη πιθανές ή φαινομενικά ψευδείς. Πιθανό σημαίνει στη κυριολεξία πειστικό ή αξιόπιστο. Εισήγαγε λοιπόν το κριτήριο του βαθμού αξιοπιστίας. Οι συνθήκες κάτω από τις οποίες δεχόμαστε τις αισθητηριακές εντυπώσεις δείχνουν και το βαθμό αξιοπιστίας αυτών των εντυπώσεων. Αξιοπιστία και διαύγεια είναι δυο κριτήρια με τα οποία μπορούμε να κρίνουμε τις αισθητηριακές μας εντυπώσεις. Και όταν πρόκειται για την ευδαιμονία μας ο έλεγχος της πιθανότητας πρέπει να είναι όσο το δυνατόν αυστηρότερος (Long, 1987, σ. 163). Το βασικό που είπε ο Καρνεάδης ήταν: ο κόσμος μπορεί να είναι τελείως διαφορετικός από ότι τον αντιλαμβανόμαστε. Είναι δυνατόν να είναι κρίσεις αληθείς ή ψευδείς με την προϋπόθεση ότι η αλήθεια και το ψεύδος αναφέρονται στον κόσμο όπως τον παρατηρούμε και όχι στον κόσμο καθ’ αυτόν (Long, 1987, σ. 165). Ανέπτυξε εξαιρετικά επιχειρήματα σε σχέση με τη στωική και επικούρεια θεολογία κα την ελεύθερη βούληση[3]. Διέκρινε έννοιες της αναγκαιότητας που ούτε ο Αριστοτέλης ούτε οι Στωικοί μπόρεσαν να κάνουν. Όσον αφορά τη δικαιοσύνη (έννοια που απασχόλησε τόσο τον Πλάτωνα, όσο και τον Αριστοτέλη, όσο και τους Στωικούς), ο Καρνεάδης έκανε πρώτος το διαχωρισμό μεταξύ δικαιοσύνης και φρόνησης. Ήταν ένας διακεκριμένος φιλόσοφος και έχει ειπωθεί ότι αν τον είχαν διαδεχτεί άνθρωποι ανάλογου αναστήματος η φιλοσοφία τα επόμενα εκατό χρόνια θα ήταν εντελώς διαφορετική (Long, 1987, σ. 175).
 
Νεοπυρρωνισμός-Υστερος Πυρρωνισμός: Αινησίδημος, Σέξτος Εμπειρικός
Η σκεπτική τους δραστηριότητα είχε ένα σαφή ηθικό στόχο: την ελευθερία από κάθε ψυχική ταραχή, καθώς επίσης και τη διαφύλαξη της ελευθερίας από τα δογματικά δεσμά (Suber, 2003, σ. 17). Επίσης οργάνωσαν καλύτερα τα επιχειρήματα και τη φιλοσοφία των σκεπτικών (απ' όσο μπορούμε να ξέρουμε, βέβαια, διότι λείπουν πάρα πολλές πρωτογενείς πηγές).
 
Αινησίδημος
Ο Αινησίδημος κατέγραψε 10 τρόπους με τους οποίους ο σκεπτικός ελέγχει τα επιχειρήματα ψάχνοντας για την αλήθεια. Είναι τόσο δύσκολο να ξεφύγει κανείς από την εξέταση αυτή που για πολλούς το έργο του αυτό είναι μια εγκυκλοπαίδεια της άρνησης. Εξολοθρεύουν κανονικά τις πεποιθήσεις μας. Είναι μία επίθεση σε κάθε ισχυρισμό γνώσης και βεβαιότητας.
 
Αναφέρουμε επιγραμματικά τους Τρόπους του (Vogt, 2010):
  1. Επιχειρήματα που έχουν να κάνουν με αντιληπτικές διαφορές μεταξύ διαφόρων ειδών ζώων.
    α. Επιχειρήματα που έχουν να κάνουν με αντιληπτικές διαφορές μεταξύ των ανθρώπων.
    β. Επιχειρήματα που βασίζονται σε αισθητηριακές διαφορές και στην πολυπλοκότητα των αντιληπτικών αντικειμένων.
  2. Επιχειρήματα που βασίζονται σε καταστάσεις (π.χ. ηλικία, συναισθήματα)
  3. Επιχειρήματα που βασίζονται σε χωροταξικές αντιλήψεις
  4. Επιχειρήματα που βασίζονται σε μίξεις (π.χ. αέρας και υγρασία, φυσιολογία της σκέψης, φυσιολογία των αντιληπτικών οργάνων)
  5. Επιχειρήματα που βασίζονται στη σύνθεση των αντικειμένων που παρατηρούμε
  6. Επιχειρήματα που σχετίζονται με τη σχετικότητα ( π.χ. των περιστάσεων, της κρίσης μας)
    9.Επιχειρήματα που βασίζονται στη συνέχεια ή τη σπανιότητα της εμφάνισης ενός φαινομένου
  7. Επιχειρήματα που βασίζονται σε έθιμα, αξίες, πεποιθήσεις, κ.τ.λ.
Αυτοί οι τρόποι φέρνουν τους ομιλητές αντιμέτωπους με παράδοξα που τους βυθίζουν στην αβεβαιότητα. Π.χ. το παράδοξο του κριτηρίου: μερικοί δογματικοί λένε ότι υπάρχει κριτήριο για την αλήθεια, άλλοι όχι. ’ρα πρέπει πρώτα να αποφασιστεί αν υπάρχει κριτήριο και μετά ποιο είναι αυτό. Το να αποφασίσουμε ποιο κριτήριο είναι αληθινό θα μας οδηγήσει σε ένα άλλο κριτήριο να για να πάρουμε μια τέτοια απόφαση. Και αυτό σε άλλο, ad infinitum. Είναι μια κυκλική συλλογιστική ή η εις άπειρον εκβολή, όπως ονομάζεται. Συμπέρασμα; Αν κανένα κριτήριο δεν είναι βέβαιο, καμιά πρόταση δεν είναι βέβαιη. Άλλο παράδοξο είναι αυτό της απόδειξης: Το συμπέρασμα είναι αληθές μόνο αν οι προκείμενες είναι αληθείς. Και για να είναι αυτές αληθείς πρέπει να είναι αποδεδειγμένες. Επιστρέφουμε έτσι στην εις άπειρον εκβολή. Να σημειώσουμε ότι οι τρόποι χρησιμοποιούνταν από τους σκεπτικούς όχι για να αποδείξουν ότι κάποια επιχειρήματα είναι ψευδή αλλά για να αποδείξουν την ισοσθένεια μεταξύ των επιχειρημάτων. Οι σκεπτικοί, έψαχναν να βρουν ποιό το κριτήριο του καθενός (κυρίως των δογματικών) και να το εξετάσουν. Μπορεί το κριτήριο τους να ήταν η αρμονία των όντων ή η αρχή της μη-αντίφασης. Όποιο και αν ήταν, ήθελαν να εξετάσουν με ποιο τρόπο δογματίζει ο δογματικός και κατέληγαν στο συμπέρασμα ότι η εμπειρική επαλήθευση δεν τελειώνει ποτέ και η λογική επιβεβαίωση δεν έχει αρχή (Suber, 2003, σσ. 46-50). Να σημειώσουμε ότι συχνά οι Τρόποι χρησιμοποιήθηκαν από δογματικούς για να κατατροπώσουν τους αντιπάλους τους.
 
Ο Αινησίδημος φαίνεται ότι διερεύνησε τη σχέση μεταξύ σκεπτικισμού και της έννοιας της ροής, έτσι όπως αυτή αναπτύχθηκε από τον Ηράκλειτο και παρατήρησε ότι ο σκεπτικισμός οδηγεί στην Ηρακλείτεια φιλοσοφία (Vogt, 2010).
 
Σέξτος Εμπειρικός
Ήταν έλληνας γιατρός. Πολλά από τα στοιχεία που έχουμε για τον Πύρρωνα προέρχονται από εκείνον.
 
Για τον Σέξτο ο σκεπτικισμός είναι η ικανότητα να βάζεις τα φαινόμενα και τα νοούμενα απέναντι το ένα στο άλλο (Vogt, 2010). Αυτός ο διαχωρισμός είναι καινούργιος (και αρκετά πλατωνικός, μπορούμε να πούμε). Υποστήριξε τις βασικές σκεπτικές ιδέες και προσπάθησε να τις εφαρμόσει και στην ιατρική. Ασχολήθηκε με το πώς ο σκεπτικισμός εφαρμόζεται στην ηθική και προκάλεσε πολλούς στην εποχή του. Δεν υποστήριζε κάποιον ηθικό σχετικισμό, δηλαδή, ότι οι ηθικοί κανόνες εξαρτώνται από τις συνθήκες (κοινωνικές, πολιτικές, οικονομικές, πολιτιστικές ή όποιες άλλες) αλλά ότι δεν μπορούμε να έχουμε ηθική γνώση (Moral Skepticism, 2006 ; Moral Relativism, 2008).
 
Να πούμε ότι οι τρόποι βοηθούν τους σκεπτικούς να αποφύγουν το λάθος (που τόσο φοβούνται) αλλά μαζί με αυτό αποφεύγουν και την αλήθεια. Είναι τόσο αυστηρά τα κριτήριά τους (αν μας επιτραπεί αυτή η λέξη) που η αλήθεια μπορεί να είναι εκεί και να τους έχει διαφύγει. Όχι μόνο αυτό. Όπως είπαμε, αγαπούν την αλήθεια, δηλαδή τη βεβαιότητα, παράλληλα όμως αποφεύγουν την πίστη δηλαδή τη σιγουριά. «Η σιγουριά θεραπεύει την αμφιβολία όχι όμως και την άγνοια. Και όταν υποτάσσεται η αμφιβολία, η άγνοια είναι ανίκητη» (Suber, 2003, σ. 57).
 
Από την άλλη, μπορεί κάποιος να ισχυριστεί ότι δεν χρειάζεται να είναι κανείς βέβαιος για να ζήσει τη ζωή του. Ο σκεπτικός δεν διαφωνεί: η αβεβαιότητά του ένα πράγμα εμποδίζει: τον ισχυρισμό ότι αληθεύει μια δεδομένη πεποίθησή μας. Αυτό είναι το αβέβαιο.[4]
 
Η σκεπτική συλλογιστική έχει διάφορες καταλήξεις. Μία από αυτές είναι ο υπαρξισμός: οι πεποιθήσεις μας και οι δράσεις μας επιλέγονται σε καθεστώς πλήρους αβεβαιότητας. Έχουμε δε πλήρη ευθύνη για αυτή την επιλογή. Αυτό δεν το έχουν πει οι σκεπτικοί ακριβώς έτσι αλλά σίγουρα νομιμοποιούμαστε να βγάλουμε ένα τέτοιο συμπέρασμα από τη φιλοσοφία τους. Θα μπορούσαμε να πούμε μάλιστα ότι αν επιλέγουμε υποκρινόμενοι ότι βρήκαμε κάποια αλήθεια, ενεργούμε κακή τη πίστη, διότι αρνούμαστε την ελευθερία μας (Suber, 2003 σ. 63).
 
Μία κριτική που έχουν δεχτεί οι σκεπτικοί είναι ότι κατά βάθος δεν θέλουν να βρουν την αλήθεια. Ότι κάνουν τα πάντα για να αποδείξουν ότι δεν υπάρχει. Αποτέλεσμα αυτού είναι να είναι οι άλλοι δύσπιστοι ως προς τις προθέσεις τους και να τους θεωρούν μη-αυθεντικούς.
 
Μια άλλη κριτική είναι ότι είναι πολύ δύσκολο να ζήσει κανείς χωρίς να βασίζεται σε κάποιες πεποιθήσεις. Δεν είναι τυχαίο ότι κυκλοφορούσαν την εποχή εκείνη διάφορα αστεία για τον Πύρρωνα, όπως ότι θα είχε πέσει σε λάκκους ή θα του είχαν επιτεθεί σκυλιά αν δεν τον πρόσεχαν οι φίλοι του. Τόση δηλαδή ήταν η δυσπιστία του απέναντι στις αισθήσεις που ήταν εντελώς αδιάφορος για την προσωπική του ασφάλεια (Critchley, 2009, s. 145 ; Brunschwig & Sedley, 2003, σ. 153). Επίσης ο Μπέρτραντ Ράσελ (Bertrand Russel) έλεγε ότι ο σκεπτικισμός αν και λογικά άψογος είναι ψυχολογικά αδύνατος και ο Πασκάλ έλεγε ότι ο ανθρώπινος νους έχει ανάγκη να πιστεύει και αν δεν βρει την αλήθεια θα προσκολληθεί στο ψεύδος (Suber, 2003, σ. 74).
 
Όσον αφορά το πρώτο επιχείρημα, ίσως να ισχύει για τους ακαδειμαικούς και τους ύστερους (αν ισχυριστούμε ότι μπορούμε να γνωρίζουμε τις προθέσεις τους και να ξέρουμε ότι είναι διαφορετικές από αυτέ που ισχυρίζονται ότι έχουν), αλλά όχι για τις πυρρώνειους.
 
Όσον αφορά το δεύτερο επιχείρημα, οι Σκεπτικοί κάνουν μια διάκριση μεταξύ προφανούς και μη προφανούς (αν και δεν δογματίζουν ως προς την ίδια τη διάκριση). Μπορεί τα πράγματα που ανήκουν στην κατηγορία των προφανών να είναι αμφιλεγόμενα, γι' αυτό και οι σκεπτικοί ενδίδουν σε αυτά χωρίς να συγκατατίθενται, λέει ο Σέξτος (Suber, 2003, σ. 66). Ποιος ο τρόπος ζωής του Σκεπτικού, λοιπόν;
 
 «Ο Σκεπτικός επιτρέπει στον εαυτό του να καθοδηγείται από (1) τις δυνάμεις της φύσης, και (2) από τα πάθη του (αισθήματα)? και τα δύο βρίσκονται πέρα από τον έλεγχό του? (3) από παραδοσιακούς νόμους και έθιμα του τόπου του, και (4) από τη συσσωρευμένη πρακτική σοφία για το πώς μπορούν να επιτευχθούν συγκεκριμένοι στόχοι. Ακολουθώντας ένα από τους τέσσερις αυτούς οδηγούς, ακολουθούμε τα φαινόμενα και αποφεύγουμε το δογματισμό. Οπότε δεν είναι δογματικό (1) το να αισθάνεσαι με τις αισθήσεις ή να κάνεις σκέψεις, (2) το να νοιώθεις πείνα και να αντιδράς στο αίσθημα της πείνας τρώγοντας, (3) το να μην κάνεις έρωτα με τα αδέλφια σου, ίσως ακόμα και το να πηγαίνεις στην εκκλησία της γειτονιάς, και (4) το να πίνεις νερό από ποτήρι αντί να προσλάβεις έναν υπηρέτη για να σου στύβει ένα μουσκεμένο πανί στο στόμα. (Suber, 2003, p. 68)
 
Σε κάθε περίπτωση, οι σκεπτικοί μας μαθαίνουν ένα σημαντικό μάθημα. Να αποφεύγουμε στη δική μας έρευνα για την αλήθεια ή για να μιλήσουμε με ακρίβεια στην έρευνά μας για τη δική μας αλήθεια, την έπαρση, την προπέτεια και την ανεντιμότητα. Είναι καλό να θυμόμαστε πόσο δογματικός μπορεί να γίνει ο δογματισμός. Ο αρχαίος σκεπτικισμός μας προκαλεί. Μας προκαλεί να σκύψουμε πάνω στις πεποιθήσεις μας, τις προκαταλήψεις μας[5], στις βεβαιότητές μας και να τις εξετάσουμε με αγάπη για την αλήθεια.
-------------------
[1] Όταν λέμε γενική τάση καλό είναι να έχουμε στο νου μας ότι μιλάμε για τα δύο κυρίαρχα ρεύματα δηλαδή του Επικούρειους και τους Στωικούς. Όπως θα δούμε παρακάτω πολλά από αυτά που πρεσβεύουν τα δύο αυτά ρεύματα αμφισβητήθηκαν και κρίθηκαν από τους σκεπτικούς.
[2] Να τονίσουμε εδώ ότι η εν γνώσει άγνοια δεν κάνει τους πάντες ευτυχισμένους ατάραχους. Τουλάχιστον από τον Πασκάλ και τον 17ο αι. και έπειτα, είναι αιτία απελπισίας. Ο μοντέρνος άνθρωπος δεν θέλει να ζει καθόλου στην αβεβαιότητα. Και πολλοί φιλόσοφοι πολέμησαν λυσσαλέα και τον παραμικρό σκεπτικισμό ψάχνοντας αγωνιωδώς για βέβαιες απαντήσεις.
[3] Παραδείγματος χάριν, στη διαμάχη για το αν κάποιες ενέργειες είναι εκούσιες ή ακούσιες σε σχέση με το αίτιο και αιτιατό, ο Καρνεάδης είπε: ή έννοια της εκούσιας κίνησης σημαίνει κίνηση που εξαρτάται από μας. Αυτό δεν συνεπάγεται ότι μια τέτοια κίνηση δεν έχει αίτιο. Αίτιό της είναι ακριβώς το γεγονός ότι εξαρτάται από μας.
[4] Εκείνοι που συνθηκολογούν με το σκεπτικό αλλά λένε «ε, και;» είναι ή φιντεϊστές ή φιξιοναλιστές.
[5] Προ-κατάληψη: να γνωρίζω προτού ερευνήσω.