Τρίτη, 10 Ιανουαρίου 2017

ΕΛΛΗΝΙΣΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΜΟΥΣΑΙΟΣ - Τὰ καθ' Ἡρὼ καὶ Λέναδρον (1-29)

Αποτέλεσμα εικόνας για Τὰ καθ' Ἡρὼ καὶ Λέναδρον
Η Ηρώ και ο Λέανδρος αποτελούν το πασίγνωστο ομώνυμο δράμα της Ελληνικής μυθολογίας. Η Ηρώ ήταν ιέρεια της Αφροδίτηςη οποία κατοικούσε σε ένα πύργο στην πόλη της Σηστού, στην ευρωπαϊκή ακτή του Ελλησπόντου. Ο Λέανδρος, ένας νεαρός από την Άβυδο, στην απέναντι όχθη του στενού.
Κάποτε σε μια μεγάλη γιορτή προς τιμήν της θεάς μαζεύτηκε κόσμος πολύς από μακρινά μέρη. Έφθασαν εκεί από την Ήπειρο, την Κύπρο, από τα Κύθηρα, ακόμα κι από το Λίβανο. Αλλά κι από τη γειτονική Φρυγία μα και την Άβυδο που βρισκόταν στην άλλη όχθη του Ελλησπόντου. Γυναίκες και άντρες. Κι οι γυναίκες μπορεί να πήγαν για να τιμήσουν τη θεά, μα οι άντρες “όπου ακουστεί γιορτή, είναι πάντα πρώτοι, όχι τόσο τα πρόσφορα να πάνε στους αγίους, όσο για των ομορφονιών τα μαζωμένα κάλλη"..

Σε εκείνη τη γιορτή εμφανίστηκε για πρώτη φορά η Ηρώ στο πλήθος.“Κι άστραψε φως η όψη της η τρισχαριτωμένη, καθώς ηλευκοπρόσωπη Σελήνη που προβαίνει και τα χιονάτα μάγουλα ν 'εροδοκοκκινίζαν σα ρόδο, σαν τριαντάφυλλον, ακράνοιχτο και δίχρο".

Όλοι θαμπώθηκαν από την ομορφιά της. Μα καθώς ήταν ιέρεια της Αφροδίτηςκανένας δεν τόλμησε ούτε καν να σκεφτεί να την πλησιάσει· κανένας εκτός από τον Λέανδρο. "Ο ερωτικός Λέανδρος, όμορφος και νέος -τη θεία τραγωδία του οποίου τραγούδησε ο Μουσαίος- κατοικούσε στην Άβυδο· και από τότε δεν κατοίκησε εκεί κανένας τον οποίον τα χρόνια που ακολούθησαν, να θρήνησαν πιο πολύ.”

 Ο Λέανδρος που τον συνεπήρε ο Έρωτας, νίκησε τη συστολή του και την ώρα που ο ήλιος έδυε κι ανέτειλε ο αποσπερίτης, πλησίασε την Ηρώ, της έπιασε το χέρι και κεντρωμένος βαριά από τις σαϊτιές του μικρού θεού, άρχισε να αναστενάζει. Όντας σεμνή εκείνη τον απέκρουσε αμέσως και με το σώμα, που τραβήχτηκε απότομα απ` τ` άγγιγμά του, αλλά και με λόγια αυστηρά.“Μα σαν άκουσ' ο Λέανδρος τα τόσα πείσματά της, ένιωσε τα καμώματα των κορασιών που θέλουν, γιατί όταν ομορφόπαιδα μαλώνουν οι γυναίκες, φιλιά είναι τα μαλώματα και χάδια είν'οι φοβέρες”

 Άρχισε λοιπόν να της μιλά επιστρατεύοντας όλη τη ευγλωττία του παράφορα ερωτοχτυπημένου και σιγά σιγά “τα λόγια αγάπη γέννησαν και πήρε την καρδιά της”

 Έτσι η Ηρώ αν και θεραπαινίδα της Κύπριδαςπου έπρεπε να μείνει παρθένα, ενέδωσε: δέχτηκε να τον παντρευτεί. Όμως τού είπε ότι ο γάμος τους έπρεπε να μείνει κρυφός. Τότε εκείνος την καθησύχασε λέγοντας: “Κόρη, για την αγάπη σου περνώ και τ' άγριο κύμα κι ούτε φουρτούνα ούτε βοήν της θάλασσας τρομάζω.”

  Της υποσχέθηκε λοιπόν ότι κάθε βράδυ από τις ακτές της Αβύδου θα έπεφτε -ερωτοκάραβον σωστό- στη θάλασσα και θα διέσχιζε τον Ελλήσποντοκαι θα έφτανε μέχρι απέναντι στη Σηστόγια να βρεθεί στην αγκαλιά της. Μόνος οδηγός του σε αυτή τη ρότα της αγάπης, δεν θα ήταν ούτε η Πούλια, ούτε τα άλλα άστρα του ουρανού, μα ο λύχνος που θα κρατούσε εκείνη για να τού δείχνει το δρόμο μέχρι τον όρμο όπου υψώνονταν ο πύργος της εύπλοιας Αφροδίτης.

Αλλά θα έπρεπε να έχει το νου της στους δυνατούς ανέμους “μήν τόνε σβήσουν και με μιας χάσω κι εγώ τη νιότη, το λύχνο σου, της δόλιας μου ζωής το φωτοδότη”.

 Αφού συμφωνήσανε να κρυφοπαντρευτούνε, “και στην κρυφή τους τη χαρά και στο κρυφό του γάμου το λύχνο βάλαν μαρτυριά ως βάζει ο κόσμος άστρο”με δυσκολία αποχωρίστηκαν ο ένας απ` τον άλλον.

Ο Λέανδρος επέστρεψε στην Άβυδο με τους άλλους προσκυνητές και την επόμενη νύχτα, την πρώτη που θα περνούσαν μαζί, περίμενε μεσ` το σκοτάδι μπροστά στη θάλασσα να διακρίνει τον λύχνο απέναντι. Κι όταν είδε να τον καλεί, αψηφώντας τη λύσσα του αέρα και την παραφορά των κυμάτων γδύθηκε και ξεκίνησε· αυτός κουπί, αυτός πανί, αυτός ταχύ καράβι. Η Ηρώ με μόνη βοηθό την πιστή τροφό της, άναβε μία λάμπα κάθε νύχτα στην κορυφή του πύργου της, για να τον οδηγεί, και όταν έφθανε ασθμαίνων η ίδια τον υποδεχόταν στην ακτή.

Κι απέναντι η Ηρώ, καρτερούσε με το λύχνο στα χέρια και κάθε φορά που ο αέρας πήγαινε να τον σβήσει, έστηνε απάγκιο την ποδιά της πλάι στη φλόγα του. Με χίλια βάσανα κατάφερε να βγει ο Λέανδρος στην άλλη όχθη. “Και σαν ακόμ' αφρόσταζε και σαν αγκομαχούσε, τον πήγε μες στο νυφικό παρθενοθάλαμό της και το κορμί του το `λουσε και μοσχομύρισέ τον με λάδι, με ροδόλαδο και του `σβησε την άρμη.”

Εκείνη τη νύχτα έσμιξαν για πρώτη φoρά. Ενάντια στο νόμο της Κύπριδας,χωρίς τις πρέπουσες γαμήλιες τιμές στην Ήρα, κρυφά κι από τους γονείς τους. Χωρίς ευχές, χωρίς χορούς, χωρίς τραγούδια. Κρυφά, στα σκοτεινά· ανεύλογη χαρά. Μόνο το φως του λύχνου -παραστάτης και μάρτυρας, φάρος της αγάπης τους. “Και την αυγή πάλι κατά την Άβυδον εξανακολυμπούσε και μύριζε ο αχόρταγος νυχταγκαλιές ακόμα. Για να επιστρέψει την επόμενη. Κι όλες τις νύχτες στη σειρά”.

Έτσι η Ηρώ,“κοράσι ήταν ολημερίς κι ολυνυχτίς γυναίκα”. Κι οι δυο τους παρακαλούσαν κάθε μέρα να βασιλέψει ο ήλιος, να πέσει το σκοτάδι, να ανάψει ο λύχνος, να ριχτεί στη θάλασσα ο Λέανδρος για να πάει να ανταμώσει τη γυναίκα του που τον καλούσε: “Εμπρός, τον ίδρο σου άφησε μες στους δικούς μου κόρφους.”Και πριν το ξημέρωμα να πάρει πάλι το θαλασσινό δρόμο της επιστροφής. 

Κάποτε όμως ήλθε η άσχημη εποχή του Χειμώνα και οι δύο εραστές υποβλήθηκαν στον σκληρό χωρισμό με την αμοιβαία όμως υπόσχεση να επαναβρεθούν στις αρχές της επόμενης Άνοιξης.

Παρά ταύτα όμως το επόμενο εσπέρας συνέβει το μοιραίο. Είτε διότι η Ηρώ λησμόνησε τις υποσχέσεις της και ήθελε πάλι τον Λέανδρο κοντά της, είτε διότι η γριά τροφός παρασύρθηκε εκ της συνήθειας, ο λύχνος βρέθηκε πάλι αναμμένος.

Ο Λέανδρος όταν τον είδε από την Άβυδο εξέλαβε το φως ως ερωτική πρόσκληση.

Έφτασε όμως η βαρυχειμωνιά που ξεσέρνει τα καράβια στις αμμουδιές για να γλυτώσουν κι αυτά κι οι ναύτες τους απ` τ' αγριόκαιρα και τες ανεμοζάλες.”Κι αντί να μείνουν χωριστά μέχρι να καλοσυνέψει πάλι ο καιρός, “έσπρωξε η μοίρα κι η αγάπη- γιατί δεν εξαρτάται από τη δύναμή μας να αγαπούμε ή να μισούμε”– το χέρι της κι άναψε το λύχνο.

Τον είδε ο Λέανδρος κι ο φόβος της ανταριασμένης θάλασσας δεν τον κράτησε στην Άβυδο, γιατί της είχε τάξει “ούτε φουρτούνα ούτε βοήν της θάλασσας τρομάζω”, μόνο ρίχτηκε και πάλι στα νερά του Ελλησπόντου. Ενώ όμως εκείνος πάλευε με τα κύματα ο άνεμος έσβησε τον λύχνον οπότε έχασε τον προσανατολισμό του και παρασυρόμενος από τα κύματα πνίγηκε.

“Τότε πηδούσε το νερό, κύμα στο κύμα εκύλα κι ο ουρανός κι η θάλασσα τότε γινήκαν ένα κι από παντού σηκώθη αχός που μάχονται οι ανέμοι.”Παρασυρμένος ο Λέανδροςαπό το ρεύμα, παρακαλούσε την ποντιάδα Αφροδίτη, τον Ποσειδώνα που ορίζει τα πελάγη και τον Αίολο να τον συνδράμουν. Κανείς τους δεν τον άκουσε, μα ούτε ο Έρωτας έτρεξε να τον σώσει. 

Κι έφτασε στην απελπισία του, βλέποντας πως σίγουρα αφανίζεται, να εκλιπαρεί τα κύματα: “Αφήστε με να φτάσω εκεί και στο γυρισμό η οργή σας, ας πάρει τη ζωή μου.”

Μα ούτε τα κύματα έστρεξαν. Τον έδερναν, τον έπαιρναν κι η δύναμή τους θεριεμένη έσβηνε τη δική του. Άξαφνα εχύθη και νερό καμπόσο στο λαιμό του, “κι ήπιε ποτόν ανώφελο, ποτόν άρμη γεμάτο, κι άνεμος έσβησε πικρός τον άπιστο το λύχνο και την ψυχή κι αγάπη του του θλιβερού Λεάνδρου.”

Η Ηρώ άγρυπνη, γεμάτη αγωνία τον περίμενε όλη τη νύχτα και κοίταζε τον πόντο με την ελπίδα να της φέρει τον αγαπημένο της. Το πρωί το πτώμα του ξεβράστηκε στη ακτή της Σηστού. Αλλόφρων η Ηρώ όταν έμαθε το δυστύχημα έσπευσε και ρίφθηκε στη θάλασσα αγκαλιάζοντας τον νεκρό αγαπημένο της, μη κολυμβούσα όμως βυθίστηκαν.“Κι απάνω απέθαν'η Ηρώ στον άψυχό της άντρα, κι απόμειναν αγκαλιαστά τα δυό τα λείψανά τους.” Αργότερα οι τραγικοί αυτοί εραστές εκβράσθηκαν αγκαλιασμένοι στην ακτή, όπου οι κάτοικοι τους έθαψαν σε κοινό τάφο. 

Οι αρχαίοι ουδέποτε αμφέβαλαν για την ιστορικότητα του γεγονότος που επειδή η Ηρώ ήταν ιέρεια η ιστορία αυτών των εραστών "στολίσθηκε"με θεϊκές προεκτάσεις, παρεμβολές θεών κλπ. Ο γιατρός Αντίπατρος που έζησε στα τελευταία προ Χριστού έτη βεβαιώνει ότι είδε τον τάφο τους. Το συμβάν αυτό εξύμνησαν κορυφαίοι ποιητές όπως ο Μουσαίος στο επιγραφόμενο αριστούργημά του "Τα καθ΄ Ηρώ και Λέανδρον",ο Βιργίλιος,ο Οβίδιος,ο Μαρτιάληςκ.ά.

Ωστόσο υπάρχει και η άλλη άποψη η οποία μας λέει ότι η τραγική ιστορία του Λέανδρου και της Ηρώς εντάσσεται στις Αλεξανδρινές παραδόσεις που περιέχουν θέματα που δεν τα συναντούμε στο μυθολογικό υλικό παλιότερης εποχής.

Τα θέματα των αλεξανδρινών παραδόσεων είναι συχνά νεοπλασίες πάνω σε γνωστά μυθικά θέματα ή διασκευές τους και φορτίζονται με συμπιλήματα από λαϊκά παραμυθικά στοιχεία.

Κατά το χαρακτηριστικό τους γνώρισμα, αποτελούν λογοτεχνικές κατασκευές, που οι δημιουργοί τους εκμεταλλεύονται ποιητικά ένα μυθικό στοιχείο και το αναπτύσσουν περίπου μυθιστορηματικά, συνθέτοντας μια ερωτική ιστορία.

Η ιστορική σημασία των Αλεξανδρινών παραδόσεων βρίσκεται στο γεγονός ότι χρησίμευσαν σαν αφετηρία ενός λογοτεχνικού είδους, της μυθιστορίας, που η ανάπτυξή της έφτασε ως τους νεότερους χρόνους.

Ο συγκεκριμένος μύθος φαίνεται ότι είναι επίνοια της ρομαντικής διάθεσης του ελληνιστικού κόσμου που αρεσκόταν να πλάθει διηγήσεις για ιδανικά ζευγάρια που ριχνόταν σε τρομερές περιπέτειες ώσπου να ευοδωθεί το πάθος τους.

Όπως δείχνουν πολυάριθμες παραστάσεις σε ανάγλυφα, σε ζωγραφιές, και σε νομίσματα, ο μύθος πρέπει να ήταν εξαιρετικά δημοφιλής στην αρχαιότητα.

Στα νεότερα χρόνια ενέπνευσε αρκετούς ποιητές, δραματουργούς και ζωγράφους.
 --------------------
Εἰπέ, θεά, κρυφίων ἐπιμάρτυρα λύχνον Ἐρώτων
καὶ νύχιον πλωτῆρα θαλασσοπόρων ὑμεναίων
καὶ γάμον ἀχλυόεντα, τὸν οὐκ ἴδεν ἄφθιτος Ἠώς,
καὶ Σηστὸν καὶ Ἄβυδον, ὅπῃ γάμον ἔννυχον Ἡροῦς
5 νηχόμενόν τε Λέανδρον ὁμοῦ καὶ λύχνον ἀκούω,
λύχνον ἀπαγγέλλοντα διακτορίην Ἀφροδίτης,
Ἡροῦς νυκτιγάμοιο γαμοστόλον ἀγγελιώτην,
λύχνον, Ἔρωτος ἄγαλμα· τὸν ὤφελεν αἰθέριος Ζεὺς
ἐννύχιον μετ᾽ ἄεθλον ἄγειν ἐς ὁμήγυριν ἄστρων
10 καί μιν ἐπικλῆσαι νυμφοστόλον ἄστρον Ἐρώτων,
ὅττι πέλεν συνέριθος ἐρωμανέων ὀδυνάων,
ἀγγελίην δ᾽ ἐφύλαξεν ἀκοιμήτων ὑμεναίων,
πρὶν χαλεπαῖς πνοιῇσιν ἀήμεναι ἐχθρὸν ἀήτην.
ἀλλ᾽ ἄγε μοι μέλποντι μίαν συνάειδε τελευτὴν
15 λύχνου σβεννυμένοιο καὶ ὀλλυμένοιο Λεάνδρου.
Σηστὸς ἔην καὶ Ἄβυδος ἐναντίον ἐγγύθι πόντου.
γείτονές εἰσι πόληες. Ἔρως δ᾽ ἑὰ τόξα τιταίνων
ἀμφοτέραις πολίεσσιν ἕνα ξύνωσεν ὀιστόν
ἠίθεον φλέξας καὶ παρθένον. οὔνομα δ᾽ αὐτῶν
20 ἱμερόεις τε Λέανδρος ἔην καὶ παρθένος Ἡρώ.
ἡ μὲν Σηστὸν ἔναιεν, ὁ δὲ πτολίεθρον Ἀβύδου,
ἀμφοτέρων πολίων περικαλλέες ἀστέρες ἄμφω,
εἴκελοι ἀλλήλοισι. σὺ δ᾽, εἴ ποτε κεῖθι περήσεις,
δίζεό μοί τινα πύργον, ὅπῃ ποτὲ Σηστιὰς Ἡρὼ
25 ἵστατο λύχνον ἔχουσα καὶ ἡγεμόνευε Λεάνδρῳ·
δίζεο δ᾽ ἀρχαίης ἁλιηχέα πορθμὸν Ἀβύδου
εἰσέτι που κλαίοντα μόρον καὶ ἔρωτα Λεάνδρου.
ἀλλὰ πόθεν Λείανδρος Ἀβυδόθι δώματα ναίων
Ἡροῦς εἰς πόθον ἦλθε, πόθῳ δ᾽ ἐνέδησε καὶ αὐτήν;
***
Πες μου τον λύχνο, δέσποινα, που είδε κρυφές αγάπες,της νύκτας τον κολυμπητή, που για γαμπρός πρυμίζει,τον γάμο πες τον σκοτεινό, που δεν είδ᾽ η Αυγούλα,και την Σηστό, που της Ηρώς ενυκτογίνη ο γάμος.5Να κολυμπάει τον Λέανδρον ακούω και μαζί τουτον λύχνο τα μηνύματα να λέει της Αφροδίτης,τον καλεστή και στολιστή της νυκτοπαντρεμένηςτον λύχνο, τ᾽ αναγάλιασμα των δυων αγαπημένων.Για τα νυκτέρια του έπρεπε μες στ᾽ άστρα να τον πάρει10ο άγιος θεός και να τον πει «τ᾽ αστέρι των ερώτων»·τι στης αγάπης τους καημούς κι αυτός σύντροφος ήτονκαι φύλαξε το μυστικό του γάμου του ακοιμήτουπροτού φυσήξει ο άνεμος την άπονη πνοή του.Έλα, θεά, τραγούδα μου, να πούμε το ᾽να τέλος15του λυχναριού που απόσβησε και του παιδιού που εχάθη.Αντικρινές γειτόνισσες Σηστός και Άβυδος ήτανκατάγιαλα. Το τόξο του τάνυσ᾽ επάνω ο Έρωςκαι μες στες χώρες και τες δυο μιαν τόξεψε σαγίτακαι μια κορασιάν έκαψε και νιο ένα παλληκάρι.20Λέανδρο τον ομορφονιό κι Ηρώ την κόρη ελέγαν.Η Ηρώ στην Σηστόν έμενε, στην Άβυδο ο νιος ήτον·άστρα κι οι δυο γλυκόφωτα στες δυο μέσα τες χώρες·άστρα πανόμοια. Μόν᾽ εσύ αν τύχει και περάσεις,ζήτα μου ένα γερόπυργο, που έναν καιρό με λύχνο25στεκόταν και τον Λέανδρον η Ηρώ ξεπροβοδούσε·ζήτα τ᾽ ολόβογκο στενό της προτινής Αβύδου.Ακόμα μπορεί την θανή να κλαίει του Λεάνδρου!Μα τώρα πώς ο Λέανδρος από την Άβυδό τουστον πόθον ήρθε της Ηρώς κι αυτή στον πόθο εδέθη;

Η ΔΗΘΕΝ ΑΝΑΤΟΛΙΚΗ ΠΡΟΕΛΕΥΣΗ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑΣ

Αποτέλεσμα εικόνας για ερεχθειο ζωφοροσ                   Το σπουδαιότερο ζήτημα που έχουμε να εξετάσουμε αναφορικά με την Ελληνική Φιλοσοφία, είναι να μάθουμε, ποια ήταν η φύση και η έκταση της ασκηθείσης επίδρασης στο ελληνικό πνεύμα απ’ αυτό που κάποιοι ονομάζουν Ανατολική Σοφία. Είναι μία ιδέα διαδεδομένη ακόμα και σήμερα, ότι δηλαδή οι Έλληνες πήραν την Φιλοσοφία τους κατά κάποιο μέτρο από την Αίγυπτο και την Βαβυλώνα και πρέπει κατά συνέπεια, να προσπαθήσουμε να καταλάβουμε όσο είναι δυνατόν καθαρά την πραγματική σημασία αυτής της βεβαίωσης. Και για ν’ αρχίσουμε, πρέπει να παρατηρήσουμε ότι κανένας συγγραφέας της εποχής κατά την οποία άνθισε η Ελληνική Φιλοσοφία δεν λέει ότι αυτή ήρθε από την Ανατολή. Ο Ηρόδοτος δεν θα παρέλειπε να αναφέρει αυτό το γεγονός αν είχε ακούσει να μιλούν γι’ αυτό, γιατί θα εύρισκε βεβαίωση της δικής του πίστης στην αιγυπτικιακή προέλευση της Θρησκείας και εν γένει του ελληνικού πολιτισμού. (1) Ο Πλάτων που, για άλλους λόγους, έτρεφε ένα πολύ μεγάλο σεβασμό για τους Αιγυπτίους, δινει καθαρά να καταλάβουμε πως αυτοί ήταν ένας πρακτικός λαός μάλλον παρά φιλόσοφος, ότι το θυμοειδές είναι χαρακτηριστικά των Θρακών και των Σκύθων και ότι το φιλομαθές εκείνο των Ελλήνων, και λέει ότι βρίσκουμε το φιλοχρήματον στην Φοινίκη και την Αίγυπτο. Στους “Νόμους” όπου οι Αιγύτιοι επαινούνται τόσο ζωηρά για τον συντηρητισμό τους στην τέχνη, (747 β, 6) λέει ότι οι σπουδές των Μαθηματικών δεν έχουν αξία παρά αν απομακρύνουμε όλη την ανελευθερία και όλη την φιλοχρηματία από τις ψυχές των φοιτητών. Διαφορετικά, δημιουργούμε πανουργία αντί για σοφία, όπως μπορούμε να το δούμε απ’ το παράδειγμα των Φοινίκων, των Αιγυπτίων και πολλών άλλων λαών.  
   
Ο Αριστοτέλης λέει ότι τα Μαθηματικά γεννήθηκαν στην Αίγυπτο (παρά το ότι η Ροδιακή Παράδοση ισχυρίζεται ότι τα εδίδαξε στους Αγύπτιους ο Έλλην Ακτίς) αν και τούτο θα χρησίμευε περισσότερο στον συλλογισμό του ν’ αναφέρει μια αιγυπτιακή φιλοσοφία. Δεν ήξερε λοιπόν τίποτε. Μόνον σε μία πολύ μεταγενέστερη χρονολογία, όταν οι Αιγύπτιοι ιερείς και οι Εβραίοι της Αλεξάνδρειας προσπαθούν, για τους δικούς τους λόγους, ν’ ανακαλύψουν στο δικό τους παρελθόν τις πηγές της Ελληνικής Φιλοσοφίας, βρίσκουμε δηλώσεις ακριβείς για ν’ αποδείξουν τάχα το ότι ήρθε αυτή στην Ελλάδα απ’ την Φοινίκη ή την Αίγυπτο. Ωστόσο εδώ πρέπει να σημειώσουμε δύο πράγματα. Πρώτα, η λέξη “Φιλοσοφία” έχει έλθει, εκείνη την εποχή, για να εγκλείσει μία θεολογία ενός τύπου λίγο ή πολύ μυστικού, και εφαρμοζόταν μάλιστα σε ποικίλες μορφές ασκητισμού. Δεύτερον, ό,τι ονομάζουν οι Αιγύπτιοι και Εβραίοι «αιγυπτιακή φιλοσοφία» δεν ήταν παρά το ελληνιστικό αποτέλεσμα της μετάπλασης αρχαίων αιγυπτιακών μύθων σε αλληγορίες. Είμαστε ακόμα σε μέτρο να κρίνουμε την ερμηνεία της Παλαιάς Διαθήκης που έκανε ο Φίλων και μπορούμε να είμαστε βέβαιοι ότι οι Αιγύπτιοι αλληγοριστές ήταν ακόμα πιο αυθαίρετοι, γιατί δουλεύαν σε υλικό πολύ περισσότερο ευνοϊκό. Τίποτα δεν μπορεί να είναι τόσο χοντροκομμένο όσο ο αλεξανδρινός μύθος της Ίσιδας και του Όσιρι. Ωστόσο ερμηνεύεται πρώτα σύμφωνα με τις ιδέες της μεταγενέστερης Ελληνικής Φιλοσοφίας και ύστερα δηλώνεται σαν η υποτιθέμενη αρχική πηγή αυτής της «αιγυπτιακής» «φιλοσοφίας».  
 
Μπορούμε να πούμε πως αυτή η μέθοδος ερμηνείας έφτασε το κορυφαίο σημείο στο νεοπυθαγόρειο Νουμήνιο, από τον οποίο πέρασε στους χριστιανούς απολογητές. Είναι ο Νουμήνιος αυτός που ρωτά τι είναι ο Πλάτων “αν όχι ένας αττικίζων Μωϋσής”. Φαίνεται πιθανό, πράγματι ότι λέγοντας αυτό σκεφτόταν, ωρισμένες ομοιότητες ανάμεσα στους “Νόμους” του Πλάτωνα και στον «Λεβιτικό Κώδικα», ομοιότητες οφειλόμενες απλώς στο γεγονός ότι ωρισμένες νόμιμες πρωτογονικές ιδέες είναι εκπεφρασμένες και στο μεν όπως και στον δε κατά έναν ανάλογο της αντίστοιχης εθνικής παράδοσης τρόπο αλλά σ’ όλες τις περιπτώσεις ο Κλήμης και ο Ευσέβιος δίνουν σ’ αυτή την παρατήρηση μία αυθαίρετη προέκταση. Στην Αναγέννηση, αυτή η παράλογη σύγχυση ξαναγεννήθηκε μ’ όλη την υπόλοιπη αρχαία γραμματεία και ωρισμένες ιδέες που προήλθαν από το Proeparatio Evangelica, συνέχισαν για πολύ καιρό να προσδίνουν ένα επίχρισμα υποτιθέμενης αλήθειας στις κρατούσες απόψεις πάνω σ’ αυτό το σημείο. Ο ίδιος ο Cudworth μιλάει μ’ ευαρέσκεια για την Αρχαία.. «Μοσχική» ή.. «Μωσαϊκή» «Φιλοσοφία», που διδάσκονταν από τον Θαλή και απ’ τον Πυθαγόρα. (2) Είναι σπουδαίο ν’ αντιληφθούμε αυτή την προκατάληψη, ακριβώς την τόσο βαθειά ριζωμένη, ενάντια στην πρωτοτυπία των Ελλήνων. Δεν έχει την πηγή της στις νεώτερες έρευνες για τις πίστεις των αρχαίων εθνών, γιατί αυτές οι έρευνες δεν έφεραν απολύτως τίποτε στο φως, που ν’ αποδεικνύει την ύπαρξη μιάς φοινικικής ή αιγυπτιακής «Φιλοσοφίας». Είναι απλούστατα ένα κατάλοιπο του υπερβολικού πάθους των Αλεξανδρινών για την θεολογική αλληγορία.  
 
Φυσικά, κανένας δεν θα στηριζόταν σήμερα στον Κλήμη ή τον Ευσέβιο για να υποστηρίξει ότι η Ελληνική Φιλοσοφία είχε τάχα.. Ανατολική προέλευση. Το επιχείρημα που οι νεώτεροι προτιμούν να επικαλούνται πάνω σ’ αυτή την άποψη, είναι η αναλογία των τεχνών και της θρησκείας. Βλέπουμε ολοένα και περισσότερο, λένε, ότι οι Έλληνες πήραν από την Ανατολή την τέχνη τους και πολλές από τις θρησκευτικές τους ιδέες και προφασίζονται ότι από εκεί προέρχεται επίσης, κατά πάσα πιθανότητα και η Φιλοσοφία τους. Ο συλλογισμός αυτός είναι ίσως ειδικός, αλλά δεν είναι καθόλου αποδεικτικός. Γιατί δεν λαμβάνει υπ’ όψη τον διαφορετικό ουσιαστικό τρόπο με τον οποίο αυτά τα πράγματα μεταδίδονται από έθνος σε έθνος. Ο υλικός πολιτισμός και οι τέχνες μπορούν να περάσουν εύκολα από ένα έθνος στο άλλο χωρίς τα έθνη αυτά να έχουν μία κοινή γλώσσα και ωρισμένες ιδέες, θρησκευτικές, απλές, μπορούν να μεταδοθούν καλύτερα με το τυπικό παρά μέσω οποιουδήποτε άλλου δρόμου. Αντίθετα, η Φιλοσοφία δεν μπορούσε να εκφρασθεί διαφορετικά παρά μέσα από μιαν εξαιρετικά καλλιεργημένη στις αφαιρέσες γλώσσα, και να μεταδοθεί από μορφωμένους ανθρώπους, είτε με το μέσο των βιβλίων, είτε με την προφορική διδασκαλία. Συνεπώς, δεν γνωρίζουμε κανέναν Έλληνα, στην εποχή με την οποία ασχολούμαστε, που να γνώριζε αρκετά κάποια ανατολική γλώσσα για να διαβάσει ένα αιγυπτιακό βιβλίο ή ακόμα ν’ ακούσει τον λόγο ενός αιγύπτιου ιερέα, και μόνον σε μία χρονολογία πολύ μεταγενέστερη, ακούμε να μιλούν για δασκάλους ανατολίτες που γράφουν και μιλούν τα Ελληνικά. Οι Έλληνες ταξιδιώτες στην Αίγυπτο συνέλεξαν εκεί χωρίς καμμία αμφιβολία μερικές λέξεις αιγυπτιακές και είναι βέβαιο ότι οι ιερείς μπορούσαν να κατανοηθούν από τους Έλληνες με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο. Ήταν ικανοί να επιπλήξουν την Εκάτη για την οικογενειακή της περηφάνεια και ο Πλάτων αφηγείται μια ιστορία του ίδιου είδους στην αρχή στον Τίμαιο. Αλλά αναγκάσθηκαν να χρησιμοποιήσουν διερμηνείς και είναι αδύνατο να συλλάβουμε πώς οι υψηλές φιλοσοφικές ιδέες θα μεταδίδονταν μέσω απλώς διερμηνέων δίχως υψηλή μόρφωση. (3)  
 
Αλλά, αλήθεια, δεν αξίζει τον κόπο ν’ αναρωτηθούμε αν η μετάδοση φιλοσοφικών ιδεών ήταν δυνατή ή όχι, εφόσον δεν έχει καθορισθεί ότι ο ένας ή ο άλλος απ’ αυτούς τους λαούς, είχε ν’ ανακοινώσει μία Φιλοσοφία. Τίποτα το παρόμοιο δεν ανακαλύφθηκε έως εδώ και όπως ξέρουμε, οι Ινδοί ήσαν ο μόνος λαός, πλάϊ στους Έλληνες, που είχαν ποτέ κάτι στοιχειωδώς άξιο αυτού του ονόματος. Πασιφανώς, κανένας δεν μπορεί να ισχυρισθεί ότι η Ελληνική Φιλοσοφία ήλθε από την Ινδία και πραγματικά όλα μας κάνουν να πιστέψουμε ότι είναι αντιθέτως η «Ινδική Φιλοσοφία» εκείνη που ήλθε από την Ελλάδα. Η σαφής χρονολόγηση της σανσκριτικής λογοτεχνίας είναι βεβαίως πράγμα εξαιρετικά δύσκολο. Αλλά από όσο μπορούμε να κρίνουμε, τα μεγάλα ινδικά συστήματα είναι πολύ μεταγενέστερα από την Ελληνική Φιλοσοφία και δη τις επιμέρους σχολές της με τις οποίες μοιάζουν περισσότερο αυτά τα συστήματα. Φυσικά, ο μυστικισμός των Ουπανισάδων και του Βουδισμού βγήκαν από την Ινδία και έχουν βαθιά επηρεάσει την Φιλοσοφία, αλλά δεν ήσαν ωστόσο «φιλοσοφίες» με την ακριβή έννοια που έχει η Ελληνική αυτή λέξη. 
-------------------      
Σημειώσεις.  
 
1. Όλα όσα λέει, είναι ότι η λατρεία του Διονύσου και η θεωρία της μετανάστευσης ήρθαν από την Αίγυπτο. Γνωρίζουμε σήμαρα ότι οι βεβαιώσεις αυτές είναι ανακριβείς τόσο η μία όσο και η άλλη. Αλλά ακόμα και στην αντίθετη περίπτωση, αυτό δεν θα μπορούσε να υπονοεί καμμία άμεση συνέπεια για την Φιλοσοφία.  
 2. Ο Στράβων (XVI σ. 757) μας πληροφορεί ότι ήταν ο Ποσειδώνιος αυτός που εισήγαγε τον Μόσχο της Σιδώνος στην Ιστορία της Ελληνικής Φιλοσοφίας. Σε αυτόν, ο Ποσειδώνιος αποδίδει απλώς την ατομική θεωρία, αλλά η ταύτιση του Μόσχου με τον.. Μωϋσή είναι ένα πιο πρόσφατο τέχνασμα. Ο Φίλων της Βύβλου, δημοσίευσε την δήθεν μετάφραση μιας παλιάς φοινικικής ιστορίας, του «Σανσουνιάθων», που χρησιμοποιήθηκε από τον Πορφύριο και, αργότερα από τον Ευσέβιο. Πώς έγινε αυτό γνωστό στην συνέχεια, το βλέπουμε από τον λόγο του ξένου στο Le Vicaire de Wakefield, κεφ. XIV.    
3. Η “ιθαγενής” του Comperz («Έλληνες Φιλόσοφοι»), που συζητεί την σοφία του λαού της με τον Έλληνα άρχοντά της, δεν μας πείθει. Δίδασκε χωρίς αμφιβολία στις υπηρέτριές της τις ιεροτελεστίες των ξένων θεαινών, αλλά δεν είναι πιθανόν να μιλούσε για Θεολογία με τον άνδρα της και ακόμα λιγώτερο για Φιλοσοφία ή Επιστήμη. Η χρήση της βαβυλωνιακής ως τάχα διεθνούς γλώσσας, μαρτυρεί ότι οι Αιγύπτιοι γνώριζαν κάτι για την βαβυλωνιακή αστρονομία αλλά δεν εξηγεί καθόλου το πώς οι Έλληνες μπορούσαν να επικοινωνήσουν με τους Αιγυπτίους. Είναι φανερό ότι οι Έλληνες δεν γνώριζαν τίποτα γι’ αυτή την υποτιθέμενη διεθνή γλώσσα, γιατί αν την γνώριζαν τότε θα είχαν γράψει και μιλήσει για αυτήν, όπως και για τόσα άλλα, με το γνωστό τους ενδιαφέρον. 

Σχέσεις: Όταν θεωρούμε τον άλλο δεδομένο και δεν εκτιμούμε αυτό που έχουμε

Οι άνθρωποι έχουν μια κακή συνήθεια: να θεωρούν δεδομένο αυτό που έχουν, είτε είναι η σχέση τους, είτε η οικονομική τους κατάσταση, είτε το στυλ ζωής που κάνουν, και να ΜΗ μπορούν να φανταστούν πώς θα ήταν τα πράγματα σε διαφορετική περίπτωση, αν δεν ήταν έτσι όπως είναι τώρα.
 
Δεν εκτιμούμε αυτό που έχουμε επειδή στη φαντασία μας θεωρούμε ότι υπάρχει κάτι άλλο καλύτερο εκεί έξω…. Αυτό το νιώθουν κυρίως άτομα που έχουν μεγαλώσει παραχαϊδεμένοι, τους γίνονταν όλα τα χατίρια και το μήνυμα που είχαν πάρει από τους γονείς τους ήταν «είσαι τόσο σπέσιαλ και μοναδικό άτομο, που δεν υπάρχει κανένας άλλος στον κόσμο σαν κι εσένα!»
 
Δεν εκτιμούμε αυτό που έχουμε επειδή έχουμε πολλές υποχρεώσεις και τρεχάματα, οπότε θεωρούμε δεδομένο τον άνθρωπο δίπλα μας… Δυστυχώς, αυτή είναι η πραγματικότητα για πολλά ζευγάρια, παντρεμένα ή όχι: επαγγελματικές, κοινωνικές, διάφορες υποχρεώσεις κρατούν το κάθε άτομο δέσμιο και δεν του επιτρέπουν να αφιερώσει χρόνο στον/τη σύντροφό του. Συχνά το άτομο αυτό λέει «ε, καλά, δε πειράζει, όταν θα έχουμε χρόνο θα βρεθούμε μαζί», αλλά ο καιρός περνάει και οι σύντροφοι δε δείχνουν ο ένας την εκτίμησή του στον άλλον.
 
Δεν εκτιμούμε αυτό που έχουμε επειδή θεωρούμε ότι είναι κάτι απλό, συνηθισμένο και καθόλου μοναδικό. Πολλοί άνθρωποι μπαίνουν σε μία σχέση κάπως τυχαία, επειδή δεν υπήρχε κάτι άλλο και παραμένουν σε αυτή περιμένοντας ότι μια μέρα θα βρουν αυτό το «κάτι άλλο», το μοναδικό και υπέροχο. Στο μεταξύ, οι μήνες και τα χρόνια περνάνε και το άτομο αυτό παραμένει στη σχέση. Τελικά συνειδητοποιεί ότι είναι μια πολύ καλή και αξιόλογη σχέση όταν πρόκειται να τη χάσει, επειδή το άλλο άτομο βαρέθηκε να μην έχει αναγνώριση.
 
Δεν εκτιμούμε αυτό που έχουμε, επειδή δεν εκτιμούμε αρκετά τον εαυτό μας για να καταλάβουμε ότι αυτό που έχουμε είναι σημαντικό και το αξίζουμε… Οι άνθρωποι με χαμηλή αυτοεκτίμηση νιώθουν ότι δεν αξίζουν τίποτα και πιστεύουν ότι το ταίρι τους, για να τους έχει διαλέξει μάλλον έχει κάποιο πρόβλημα, οπότε δεν επενδύουν στη σχέση.
 
Δεν εκτιμούμε αυτό που έχουμε, επειδή μεγαλώνοντας δεν είχαμε ερεθίσματα μιας καλής και σωστής σχέσης, δεν έχουμε μάθει πώς να καλλιεργούμε μια ωραία σχέση. Αυτό είναι πολύ συνηθισμένο πρόβλημα: οι περισσότεροι άνθρωποι δεν έχουν ένα συνειδητό πλάνο του πώς να επενδύσουν σε μία σχέση, πώς να την καλλιεργήσουν και να τη θρέψουν ώστε να επιβιώσει και να γίνει δυνατή και όμορφη.
 
Δεν εκτιμούμε αυτό που έχουμε επειδή έχουμε χαμηλή αυτοεκτίμηση και υποσυνείδητα φοβόμαστε ότι δεν το αξίζουμε.. Οι άνθρωποι με χαμηλή αυτοεκτίμηση λένε «για να μένει αυτό το άτομο μαζί μου θα πρέπει να είναι πραγματικά πολύ ‘λίγο’, αφού δε βρίσκει κάτι καλύτερο από εμένα». Έτσι, το άτομο με χαμηλή αυτοεκτίμηση δεν κάνει τίποτα για να κρατήσει τη σχέση του, παρόλο που τη θέλει, λόγω του φόβου του ότι έτσι και αλλιώς θα τη χάσει. Τελικά, η σχέση πιθανότατα χάνεται, όχι επειδή πράγματι δεν την άξιζε το άτομο με χαμηλή αυτοεκτίμηση, αλλά επειδή ΔΕΝ έκανε τίποτα για να την κρατήσει. Το χειρότερο, όμως, είναι ότι καταλήγει στο λάθος συμπέρασμα και λέει στον εαυτό του «είδες που τα έλεγα εγώ; Δεν την άξιζα τη σχέση και με άφησε!», ενώ αυτό είναι ΛΑΘΟΣ, αφού το άλλο άτομο έφυγε επειδή αυτό με τη χαμηλή αυτοεκτίμηση δεν τάιζε και δε φρόντιζε τη σχέση!
 
Δεν εκτιμούμε αυτό που έχουμε επειδή φοβόμαστε ότι θα το χάσουμε και γι’ αυτό προετοιμάζουμε τον εαυτό μας εξαρχής να μην πολυνοιάζεται. Αυτό φυσικά είναι ψέμα, γιατί μας νοιάζει και μας παρανοιάζει, και αυτό φαίνεται από τις απεγνωσμένες προσπάθειες που κάνουμε για να κρατήσουμε τη σχέση μας όταν είναι πια πολύ αργά.
 
Δεν εκτιμούμε αυτό που έχουμε επειδή θεωρούμε ότι το άλλο άτομο είναι προβλέψιμο και επειδή δεν υπάρχει πια «μαγεία» και πάθος, όπως τον πρώτο καιρό της σχέσης.
 
Δεν εκτιμούμε αυτό που έχουμε επειδή ο άλλος μας προσφέρει τόσα πολλά και εμείς κάνουμε λάθος εκτίμηση, θεωρούμε ότι δεν είναι αρκετά, θα έπρεπε να δίνει περισσότερα. Αυτή η συναισθηματική απληστία προέρχεται από δικές μας συναισθηματικές ανασφάλειες και ποτέ δεν οδηγεί σε κάτι καλό.
 
Δεν εκτιμούμε αυτό που έχουμε επειδή θεωρούμε ότι ο άλλος μας προσφέρει πολύ λίγα και δεν καλύπτουν τις συναισθηματικές μας ανάγκες, το οποίο μπορεί να είναι και αλήθεια, οπότε καλύτερα να φύγουμε εμείς πριν μας αφήσει ο άλλος.
 
Τέλος, δεν εκτιμούμε αυτό που έχουμε επειδή θέλουμε να κάνουμε επίδειξη δύναμης και ισχύος, να έχουμε το πάνω χέρι στη σχέση και να κάνουμε τον άλλον να αγωνιά αν τον αγαπάμε ή όχι. Μόνο που όταν παίζει κανείς τέτοια παιχνίδια και παίρνει ρίσκα θα πρέπει να είναι προετοιμασμένος να χάσει, είναι και αυτό μια πιθανότητα.
 
Δυστυχώς, πολλοί άνθρωποι ξεχνούν ότι οι σχέσεις δεν προχωράνε με αυτόματο πιλότο… Οι σχέσεις χρειάζονται καθημερινή φροντίδα. Για να κρατηθεί μια σχέση, πέρα από αγάπη και ενδιαφέρον για τον άλλον, χρειάζεται κάθε μέλος του ζευγαριού να κάνει καθημερινές ενέργειες, να δείχνουν τα συναισθήματά τους, τη φροντίδα τους και το ενδιαφέρον τους για τον άλλον. Όταν οι άνθρωποι παίζουν ψυχολογικά παιχνίδια ελπίζοντας ότι έτσι θα κρατήσουν μια σχέση, απογοητεύονται γιατί αυτό δε συμβαίνει. Το σημαντικότερο είναι να μάθει και να εφαρμόζει κανείς σε καθημερινή βάση αυτά που χρειάζονται για να διατηρήσει τη σχέση του ζωντανή.

Η αυστηρότητα και η εμπιστοσύνη

Αποτέλεσμα εικόνας για Η αυστηρότητα και η εμπιστοσύνηΗ αυστηρότητα που έχουμε μάθει να βλέπουμε σε συνανθρώπους μας και να τους κατατάσσουμε σε απόμακρους, στην πραγματικότητα εκδηλώνει φόβο εμπιστοσύνης.

Κάποτε στην ζωή του ανθρώπου αυτού και μάλιστα στην πολλή αρχή της, χάθηκε η εμπιστοσύνη στους ανθρώπους μέσα από γεγονότα τα οποία δεν μπορούσε να τα καταλάβει, να τα ξεχωρίσει και φυσικά ούτε να τα εκφράσει.

 Έτσι όταν έχουμε δίπλα μας έναν άνθρωπο αυστηρό, θα ξέρουμε ότι κρύβει μέσα του το «γκρέμισμα της εμπιστοσύνης».

Η αυστηρότητα λέει, φοβάμαι, φοβάμαι ότι θα πληγωθώ και μάλιστα το έχω σίγουρο.
Άρα όσο πιο αυστηρός είναι ένας άνθρωπος, τόσο περισσότερο έχει γκρεμιστεί η εμπιστοσύνη του στους ανθρώπους.

Κάποιες φορές οι γονείς, χωρίς κι εκείνοι να φταίνε, φτάνουν στο σημείο να φοβερίσουν το παιδί τους με σκοπό να το συνετίσουν. Όμως στο πως βιώνει το κάθε παιδί όλο αυτό το κομμάτι, το μαθαίνουμε πια όταν είναι ένας ενήλικας γεμάτος από αυστηρότητα.

Η αυστηρότητα αυτή που ο ενήλικας βγάζει προς τα έξω, εκδηλώνεται ως σκληρότητα προς τα μέσα.

Δηλαδή αυτό το άτομο είναι σκληρό και «άκαρδο» προς τον εαυτό του και αυτή η σκληρότητα βγαίνει ως αυστηρότητα στους άλλους συνανθρώπους του. Και φυσικά όσο περισσότερη αγάπη – αδυναμία έχει στους κοντινούς του ανθρώπους, είναι και πιο αυστηρός.

Εσύ έχεις χώρο γι’ αυτά που προσπαθείς να μάθεις;

Ο άνθρωπος έφτασε στο μαγαζί του σοφού, και του είπε:
«Έχω διαβάσει πολύ κι έχω βρεθεί με πολλούς ανθρώπους, σοφούς και φωτισμένους. Πιστεύω πως μπόρεσα να συγκρατήσω όλη αυτή τη γνώση που πέρασε απ΄ τα χέρια μου κι αυτή που οι δάσκαλοί μου μου άφησαν. Σήμερα πιστεύω ότι μόνο εσύ μπορείς να μου δείξεις τη συνέχεια. Είμαι βέβαιος ότι, αν με δεχτείς για μαθητή σου, μπορώ να συμπληρώσω αυτά που ξέρω με τα λίγα ή τα πολλά που μου λείπουν».

Ο δάσκαλος του είπε:
«Πάντα είμαι διατεθειμένος να μοιραστώ όσα ξέρω. Ας πιούμε λίγο τσάι πριν αρχίσουμε το πρώτο μας μάθημα».

Ο δάσκαλος σηκώθηκε κι έφερε δύο πανέμορφα πορσελάνινα φλιτζάνια μισογεμάτα με τσάι και μια χάλκινη κανατούλα, απ’ όπου άχνιζε το αρωματικό αφέψημα.

Ο μαθητής άρπαξε ένα από τα φλιτζάνια κι ο δάσκαλος έπιασε την τσαγιέρα και την έγειρε, για να προσθέσει τσάι στο φλιτζάνι του.

Το υγρό δεν άργησε να ανέβει ως το χείλος της πορσελάνης, αλλά ο δάσκαλος δεν έδειξε να το προσέχει. Ο δάσκαλος συνέχιζε να ρίχνει τσάι στο φλιτζάνι το οποίο, αφού ξεχείλισε και γέμισε το πιατάκι που κρατούσε ο μαθητής, άρχισε να στάζει και στο χαλί του μαγαζιού. Τότε ήταν που ο μαθητής πήρε το θάρρος να επιστήσει την προσοχή του δασκάλου:

«Δάσκαλε» του είπε, «μη ρίχνεις άλλο τσάι, το φλιτζάνι είναι γεμάτο, δε χωράει άλλο…»

Χαίρομαι που το προσέχεις,» είπε ο δάσκαλος, «στο φλιτζάνι δεν έχει χώρο γι΄άλλο τσάι. Εσύ, έχεις χώρο γι’αυτά που προσπαθείς να μάθεις μαζί μου;…» και συνέχισε: «Αν είσαι διαθετειμένος να αφομοιώσεις πραγματικά ό,τι μάθεις, το φλυτζάνι σου, θα πρέπει να εγκαταλείπεις αυτό που γέμιζε το μυαλό σου, αυτό που γνωρίζεις, χωρίς καν να ξέρεις τι θα πάρει τη θέση του.»

Οι κρυφές και φανερές πλευρές του εαυτού

Το παράθυρο Johari αντιπροσωπεύει έναν τρόπο θεώρησης του εαυτού: Υπάρχουν σημεία τα οποία γνωρίζει κάποιος για τον εαυτό του και πτυχές τις οποίες δεν έχει ανακαλύψει. Κάποια χαρακτηριστικά του χαρακτήρα είναι φα­νερά στους υπόλοιπους και άλλα είναι σκοπίμως συγκεκαλυμμένα. Όταν τα τέσσερα τεταρτημόρια ενοποιηθούν, αντιπροσωπεύουν τις διαφορετι­κές μορφές του εαυτού.

Η πρώτη περιοχή: «Η περιοχή της ελεύθερης δραστηριότητας» (ξέρω ότι οι άλλοι ξέρουν), αντιπροσωπεύει το δημόσιο εαυτό: Η γνώση που μοιράζεται το άτομο με τους υπολοίπους. Συνήθως περιλαμβάνει πληροφορίες όπως όνομα, κοινωνική τάξη, ηλικία, επάγγελμα, ενδιαφέροντα κ.λπ.. Αυτές οι πληροφορίες είναι προσβάσιμες απ’ όλους και δεν απειλούν την αυτοεκτίμηση.

Η δεύτερη περιοχή: «Η θαμπή περιοχή» (οι άλλοι ξέρουν αυτά που εγώ δεν ξέρω). Περιλαμβάνει πληροφορίες τις οποίες οι άλλοι έχουν για τον εαυτό, αλλά το ίδιο το άτομο δεν τις κατέχει. Ο ήχος της φωνής, η μη λεκτική επικοινωνία, οι ιδιομορφίες, είναι παραδείγματα των πραγμά­των που μπορεί να ανήκουν σε αυτό το τεταρτημόριο. Η περιοχή αυτή μπορεί να αποτελέσει ναρκοπέδιο για όσους διαθέτουν «φαινομενική αυ­τοεκτίμηση».

Η τρίτη περιοχή: «Η κρυμμένη» (ξέρω αυτά που δεν ξέρουν οι άλλοι). Περιλαμβάνει όλα τα στοιχεία που γνωρίζει κανείς για τον εαυτό του, αλ­λά δεν είναι πρόθυμος να τα μοιραστεί με άλλους. Συνήθως οι άνθρωποι υπεραμύνονται της περιοχής αυτής, παρεμποδίζοντας τους άλλους να εισβάλουν στην ιδιωτική τους ζωή. Παραδείγματα στοιχείων που εμπίπτουν σε αυτή την απροσπέλαστη ζώνη είναι: συναισθήματα, κίνητρα, ανομολόγητες φαντασιώσεις, μυστικά, ενοχές, πόθοι.

Η τέταρτη περιοχή: «Η άγνωστη» (δεν ξέρω αυτά που ούτε οι άλλοι ξέρουν). Περιλαμβάνει εκείνα τα στοιχεία για τον εαυτό που δεν έχουν υποπέσει στην αντίληψη του ατόμου. Πολλές φορές τα περιεχό­μενα του υποσυνειδήτου εμπίπτουν στην κατηγορία αυτή. Είναι πιθανόν η πηγή όλης της μετέπειτα συνειδητής αυτοεκτίμησης να εδράζεται στην περιοχή αυτή των απωθημένων βιωμάτων.

Μέσω της αυτοαποκάλυψης και της εμπιστοσύνης, μπορεί ο άνθρωπος να περιορίσει την κρυμμένη περιοχή, επαυξάνοντας το τεταρτη­μόριο της ελεύθερης δραστηριότητας, γεγονός που επιδρά θετικά στην αυτοεκτίμησή του.

Με την ανατροφοδότηση, οι σημαντικοί άλλοι ελαττώ­νουν την εμβέλεια της θαμπής περιοχής, παρέχουν πλήθος πληροφοριών που συντείνουν στην αυτογνωσία, ενώ παράλληλα ανοίγουν το δρόμο για περισσότερη επικοινωνία και κατανόηση. Με την ωρίμανση των σχέσεων, η περιοχή της ελεύθερης δραστηριότητας εξαπλώνεται. Τα τείχη σιγά-σι­γά καταρρέουν μέσω των περισσότερων αποκαλύψεων και αναδράσεων, που προκύπτουν από την ολοένα αυξανόμενη εμπιστοσύνη και την αμοι­βαία οικειότητα.

Δυστυχώς, οι περισσότερες σχέσεις χαρακτηρίζονται από δυσπιστία και αμοιβαία επιφυλακτικότητα. Σπάνια κάποιος εμπιστεύεται ξένους και δέχεται να μοιραστεί πτυχές του εαυτού του. Συνήθως οι συζητήσεις πε­ριορίζονται σε ασφαλή θέματα (για τον καιρό, για τον κινηματογράφο, για ανέκδοτα κ.λπ.), χωρίς το απαραίτητο βάθος και την ποιότητα μιας ατό­φιας επικοινωνίας. Συχνά, οι άνθρωποι φορούν προσωπεία για να προ­στατεύσουν τον πραγματικό αδύναμο και ευάλωτο εαυτό από την επικίν­δυνη έκθεση. Παράλληλα, οι άλλοι, από διακριτικότητα ή αδιαφορία, δεν προβαίνουν σε γόνιμη ανατροφοδότηση, παρά μόνο όταν αναφέρονται σε ασφαλείς περιοχές (π.χ. η εξωτερική εμφάνιση, η ενδυμασία). Ένα μεγάλο ποσό ενέργειας καταναλώνεται και από τις δύο μεριές για να κρατηθούν τα τείχη ψηλά.

Άσε τη ζωή που κάνεις και ψάξε τη ζωή που χάνεις

Είναι ωραίο μεγαλώνοντας να βάζεις σε τάξη κάποια πράγματα, να γίνεσαι σοφότερος και να ξεχωρίζεις καταστάσεις. Καλύτερα να σκεφτόμαστε διαφορετικά και να μη πλασάρουμε μια βιτρίνα, που στο κάτω κάτω είναι ψεύτικη. Το αληθινό είναι καλύτερο γιατί κρατάει και περισσότερο.

Μεγαλώνουμε και πρέπει να μάθουμε και να διδάξουμε ότι η αξία είναι στο γέλιο, στη χαρά, στο φως, στους φίλους, στ' αδέρφια, στην οικογένεια, στην ηρεμία…

Ρίξε μια διαφορετική ματιά σε αυτά τα καθημερινά και θα καταλάβεις τι εννοώ.

Να μάθουμε πόσο μεγάλη διαφορά έχει ένας άνθρωπος από ένα αντικείμενο. Να μάθουμε και να καταλάβουμε πως να ξεχωρίζουμε την αληθινή αγάπη από την αγάπη απλά. Ότι όποιος μας αγαπάει και τον αγαπάμε πραγματικά, δε μας αφήνει και δεν τον αφήνουμε ποτέ, ακόμα κι αν υπάρχουν χίλιοι λόγοι. Η αληθινή αγάπη πάντα μένει και δε χάνεται.

Αν σκεφτείς τι πραγματικά αξίζει να εκτιμάς, τότε τα μικρά καθημερινά πράγματα θα γίνουν το όπλο σου και θα περνάς στα αλήθεια καλά και όχι αυτό που θες να βγάζεις προς τα έξω, πως όλα είναι τέλεια και απολαμβάνεις την κάθε στιγμή. Κάνε το όμως στα αλήθεια, ναι, απόλαυσε την κάθε σου στιγμή γιατί αυτό είναι που θα σου μείνει μέσα σου και θα το θυμάσαι.

Και μιας που μιλάμε για την αξία της ζωής, πίστεψε και στην αξία του ανθρώπου. Γιατί αυτή κι αν είναι δυνατή! Μπορεί να γεννήσει θάματα και να κάνει την ψυχή σου παντοδύναμη όταν μαγευτεί από μια μεγάλη ιδέα.

Προσπαθώ

Τα τελευταία χρόνια, ανακάλυψα την αξία ενός ρήματος που παλιότερα υπολόγιζα την έννοιά του με ένα ''ναι μεν αλλά...'' να τη συνοδεύει πάντα.

Κάτι που από μόνο του δεν ήταν ποτέ αρκετό.

Γιατί έτσι μ' έμαθαν, έτσι κάπως έπεφτε η σκιά του πάνω μου και μου στερούσε τον ήλιο από το πρόσωπο.

Γιατί πάντα η αξία ήταν στο αποτέλεσμα κι αυτό ακόμα κάτω από μια πολύ αυστηρή κριτική που καλά καλά δεν καταλάβαινα από πού ξεκινούσε και προς τα πού πήγαινε...

Η αξία του για μένα πάει πολύ μακριά, σε τόπους άλλους όπου η δύναμή της πολλαπλασιάζεται και από μέσα της ξεπετιέται η αποδοχή, η συγχώρεση, η επιείκεια, η τρυφερότητα, η ανθρωπιά, η φροντίδα, η υπομονή...

Όχι, δεν εννοώ το ρήμα ''αγαπώ''... Αυτό δεν έχει λόγο να εξηγηθεί, ίσως ούτε λόγο να ειπωθεί.
Υπάρχει και αυτό αρκεί...

Εννοώ κάτι άλλο, ίσως πιο ταπεινό αλλά που ρίχνει σκιά μεγαλειώδη..

Π Ρ Ο Σ Π Α Θ Ω...
Για ότι αγαπώ, για ότι επιθυμώ, για ότι με φέρνει κοντά στη χαρά, για όσο και όπως μπορώ...

Κι αν δεν μπορώ, αν δεν αντέχω, κρατάω την προσπάθεια στην ψυχή μου έτοιμη για την εκκίνηση όταν θα μπορώ, ακόμα κι αν αυτό δε συμβεί ποτέ.

Και δε με ενοχλεί πια αν δε τα καταφέρνω, αν τα καταφέρνω φτωχά, αν παρεξηγούμαι ή αν δεν πρεσβεύω ικανά και άξια πάντοτε τον εαυτό μου.

Γιατί είμαι ένας απλός άνθρωπος. Φθαρτός. Και γήινος. Και απλά προσπαθώ. Και με αγαπώ όταν προσπαθώ αλλά και όταν δεν προσπαθώ.

Γιατί είμαι μόνο ένας άνθρωπος...

Νίτσε: Η Θεωρία του Σκοπού της Ζωής

Αποτέλεσμα εικόνας για Νίτσε: Η Θεωρία του Σκοπού της Ζωής«Η ευτυχία μου: Από τότε που κουράστηκα να γυρεύω, έμαθα να βρίσκω. Από τότε που κάποιος άνεμος μου εναντιώθηκε, ταξιδεύω με όλους τους ανέμους». Φρίντριχ Νίτσε
Τι είναι να ζεις;

Πάντα βρίσκω όλους τους ανθρώπους, όπως κι αν τους κοιτάζω, με καλοσύνη ή κακία, να φροντίζουν για ένα πράγμα: Πως να εξυπηρετήσουν τη συντήρηση του είδους. Και φροντίζουν γι’ αυτό, όχι από αγάπη για το είδος, αλλά γιατί δεν υπάρχει μέσα τους τίποτα παλιότερο, δυνατότερο, ανέλεκτο και πιο ακατανόητο από αυτό το ένστικτο, γιατί είναι αλήθεια πως το ένστικτο αυτό, είναι στην κυριολεξία η ουσία του είδους μας, η ουσία του κοπαδιού μας.

Παρ’ όλο που τα καταφέρνουμε αρκετά γρήγορα μπορώ να πω, με τη συνηθισμένη φυσικά μυωπία μας, να ξεχωρίζουμε από απόσταση πέντε βημάτων τους ομοίους μας, σε χρήσιμους και σε άχρηστους, σε καλούς και σε κακούς ανθρώπους, ωστόσο αν καθίσουμε και τα βάλουμε κάτω και κάνουμε έναν απολογισμό και σκεφτούμε το γενικό σύνολο αυτού του ξεχωρίσματος, καταλήγουμε σε μια φοβερή δυσπιστία. Δεν μας ικανοποιεί το ξεχώρισμα, δεν είμαστε σίγουροι και στο τέλος τα παρατάμε. Στο κάτω κάτω της γραφής, ίσως ο πιο άχρηστος, ο πιο βλαβερός άνθρωπος να είναι ο πιο χρήσιμος για τη συντήρηση του είδους. Γιατί ο άνθρωπος αυτός -ο βλαβερός- συντηρεί στον εαυτό του ή στους άλλους ανθρώπους, διάφορα ένστικτα που χωρίς αυτά η ανθρωπότητα θα είχε εδώ και πολύ καιρό αποχαυνωθεί και διαφθαρεί.

Ευγένεια και χυδαιότητα

Οι χυδαίοι άνθρωποι βλέπουν τα ευγενικά και γενναιόφρονα αισθήματα σαν κάτι να τους λείπει, να τους λείπει η ορθότητα, άρα -να τους λείπει- η αληθοφάνεια. Όταν μιλούν γι’ αυτό, κλείνουν πονηρά το μάτι, σαν να λένε: «Κάποιο συμφέρον υπάρχει κρυμμένο πίσω απ’ αυτό· δεν μπορεί να δει κανείς τι υπάρχει μέσα σε όλα τα πράγματα» και υποψιάζονται πως το ευγενικό πλάσμα γυρεύει να κερδίσει κάτι μ’ έναν ελιγμό.

Όταν όμως πεισθούν, με αναμφισβήτητο τρόπο, πως ο άνθρωπος αυτός δεν έχει καμιά εγωιστική πρόθεση, και πως περιφρονεί το μικρό κέρδος, τότε βλέπουν τον άνθρωπο αυτόν σαν έναν τρελό· του δείχνουν περιφρόνηση όταν τον βλέπουν να χαίρεται και γελούν με τη λάμψη των ματιών του. Και αναρωτιούνται: «Πώς μπορεί να είναι χαρούμενος όταν πάθει κάποια ζημιά; Πώς μπορεί να ζητά να ζημιώσει; Σίγουρα, το πάθος της ευγένειας θα είναι μπερδεμένο με κάποια αρρώστια του λογικού!». Τέτοιες ερωτήσεις κάνουν μέσα τους, έτσι σκέπτονται, όπως σκέπτεται κάποιος εμπρός στη χαρά που αισθάνεται ένας τρελός για την έμμονη ιδέα του.

 Μια χυδαία φύση αναγνωρίζεται εύκολα αν προσέξει κανείς δυο βασικά πράγματα. Πρώτον -μια χυδαία φύση- δεν λησμονά ποτέ ποιο είναι το συμφέρον της· δεύτερον, η μανία αυτή του σκοπού του κέρδους, είναι σ’ αυτή πιο ισχυρή, παρά το βίαιο ένστικτο. Μέλημά της και αξιοπρέπειά της είναι το να μην παρασύρεται από την άλογη παρόρμηση σε άκαιρες πράξεις. Η ανώτερη φύση είναι πιο παράλογη και αυτό γιατί ο ευγενής, ο γενναιόφρων άνθρωπος υπακούει στα ένστικτά του· στις πιο καλές στιγμές του, σταματάει το μυαλό του.

Ένα αρσενικό ζώο που προστατεύει τα μικρά του βάζοντας σε κίνδυνο την ίδια του τη ζωή, ή που ακολουθεί το θηλυκό στον θάνατο, την εποχή του οργασμού, δεν λογαριάζει ούτε τον κίνδυνο, ούτε καν αυτόν τον ίδιο τον θάνατο, κι αυτό γιατί ακόμα κι η λογική του σταματά, η ευχαρίστηση που του προσφέρουν τα μικρά του ή το θηλυκό του και ο φόβος μην τύχει και τα αποχωρισθεί, το κυριεύουν ολοκληρωτικά, γίνεται πιο ζώο από ότι συνήθως είναι, όπως ακριβώς συμβαίνει στον ευγενικό, στον γενναιόφρονα άνθρωπο.

Μέσα του, ο ευγενικός άνθρωπος έχει ένα συγκεκριμένο αριθμό αισθημάτων, είτε έλξεις είτε απωθήσεις είναι αυτές, που μιλάνε με τόση δύναμη, που μπροστά τους η διάνοια δεν μπορεί να κάνει τίποτ’ άλλο παρά να σωπάσει ή και να παραδοθεί και να γίνει υπηρέτης τους. Η καρδιά αλλάζει θέση, ανεβαίνει στον εγκέφαλο και τότε μιλάμε για «πάθος». Βέβαια, συμβαίνει πολλές φορές να δημιουργείται ένα αντίστροφο φαινόμενο, μια αναστροφή του πάθους κατά κάποιον τρόπο, όπως π.χ. στον Φοντενέλ, που κάποιος του έλεγε μια φορά τοποθετώντας του το χέρι στην καρδιά: «Αυτό που υπάρχει εκεί μέσα, φίλτατέ μου, είναι και αυτό εγκέφαλος».

Στο ευγενικό ον, εκείνο που περιφρονεί ο όχλος, είναι ο παραλογισμός του πάθους του, η η λανθασμένη λογική του, και προπαντός όταν αυτό το πάθος αφορά αντικείμενα που η αξία τους του είναι παντελώς χιμαιρική ή αυθαίρετη, θυμώνει πολύ με όποιον υποκύπτει στο πάθος του στομαχιού του, αλλά καταλαβαίνει την έλξη αυτής της τυραννίας· εκείνο που δεν μπορεί να καταλάβει είναι, π.χ., το πως μπορεί κάποιος να παίζει την υγεία του και την ευτυχία του από πάθος για τη γνώση.

Το γούστο των ανωτέρων φύσεων στρέφεται σε πράγματα εξαιρετικά, σε πράγμα που αφήνουν αδιάφορους τους πιο πολλούς από τους άλλους ανθρώπους και που δεν φαίνονται καθόλου γοητευτικά.

Η ανώτερη φύση μετρά τις αξίες σε προσωπική κλίμακα. Γενικά όμως, δεν πιστεύει πως αυτή η κλίμακα προσιδιάζει ιδιαίτερα στην καλαισθητική της ιδιοσυγκρασία. Συμβαίνει το αντίθετο μάλιστα· εκτιμά τις προσωπικές αξίες και μη, και πέφτει έτσι στην ακατανοησία και στο απραγματοποιήσιμο. Μια ανώτερη φύση είναι πολύ σπάνιο να διατηρήσει αρκετή λογική ώστε να θεωρεί και να μεταχειρίζεται τον μέτριο άνθρωπο σαν τέτοιο· γενικά πιστεύει μυστικά πως το πάθος της είναι σαν το πάθος όλου του κόσμου και η πίστη αυτή αποτελεί τη φλόγα της και την ευφράδειά της.

Αν οι εξαιρετικοί άνθρωποι δεν νιώθουν τον εαυτόν τους, πώς θα μπορέσουν να καταλάβουν τον όχλο και να αναμετρήσουν δίκαια τον κανόνα; Μιλάνε λοιπόν και αυτοί για τρέλα, για έλλειψη πνεύματος, ωφελιμιστικού φυσικά, και για τον «χιμαιρισμό» της ανθρωπότητας, και παραξενεύονται για το τρένο της ζωής αυτού του ανόητου κόσμου που δεν επιθυμεί να αναγνωρίσει το «μόνο αναγκαίο του πράγμα». Αυτή είναι η αδικία των ευγενικών φύσεων, η αιώνια αδικία.

Η χαμένη αξιοπρέπεια

Σήμερα ο στοχασμός έχει χάσει όλη του την εξωτερική αξιοπρέπεια. Έχουν ρεζιλέψει το τελετουργικό και την επίσημη στάση εκείνου που στοχάζεται· δεν μπορούμε πλέον να ανεχθούμε έναν σοφό της παλιάς σχολής. Σήμερα σκεφτόμαστε αρκετά γρήγορα, στην πορεία, την ώρα που περπατάμε, μέσα σε κάθε λογής υποθέσεις, ακόμα και όταν σκεφτόμαστε τα σοβαρότερα πράγματα. Δεν έχουμε ανάγκη από πολλή προετοιμασία, ούτε και από πολλή σιωπή. Όλα πραγματοποιούνται σαν να είχαμε στο κεφάλι μας μια μηχανή που να γυρίζει ασταμάτητα και που συνεχίζει να δουλεύει, ακόμα και στις ασχημότερες συνθήκες.

Παλαιότερα, όταν κάποιος προσπαθούσε να σκέφτεται -και ήταν αυτό κάτι το πολύ σπάνιο- το καταλάβαινες αμέσως. Έβλεπες πως προσπαθούσε, ήθελε να γίνει πιο σοφός και προετοιμαζόταν για μια ιδέα. Σταματούσε στη μέση του δρόμου, έπαιρνε ένα σοβαρό ύφος, σαν να προσευχόταν, έμενε ασάλευτος για ολόκληρες ώρες, στο ένα του πόδι ή και στα δυο, σαν να «του έρχονταν η ιδέα». Ε, τότε το πράγμα «άξιζε τον κόπο αυτόν».

Ό,τι ονομάζουμε «αγάπη»

Αγάπη και φιληδονία! Αλήθεια, πόσο διαφορετικά ακούγονται στις καρδιές μας οι δυο αυτές λέξεις. Κι όμως, θα μπορούσαν να εκφράζουν και οι δυο αυτές λέξεις το ίδιο ένστικτο, βαφτισμένο δυο φορές. Η πρώτη εγκωμιαστικά, απ’ την άποψη των ανικανοποίητων και των ακόρεστων που βρίσκουν «καλό» το ένστικτο αυτό· τη δεύτερη με τη χυδαία έννοια, από την άποψη εκείνων που γνωρίζουν καλά πλέον, που έχουν ένα ένστικτο κατοχής κατασιγασμένο κάπως, και που τώρα φοβούνται για τα «αγαθά» τους.

Η «αγάπη για τον συνάνθρωπό» μας δεν είναι τάχα επιτακτική ανάγκη για μια καινούρια ιδιοκτησία; Και αλήθεια, το ίδιο μήπως δεν συμβαίνει και με την αγάπη μας για τη γνώση, για την αλήθεια; Και γενικότερα για κάθε επιθυμία καινούριου; Κουραζόμαστε με το παλιό, για ό,τι γνωρίζουμε καλά και σίγουρα, έχουμε ανάγκη να τεντώσουμε τα χέρια μας ακόμα πιο μακριά. Και το πιο όμορφο τοπίο, όταν το ζήσουμε, όταν το έχουμε μπροστά στα μάτια μας για τρεις ολόκληρους μήνες, μας κουράζει· δεν είμαστε βέβαιοι για την αγάπη μας γι’ αυτό. Κάποια άλλη μακρινή όχθη, μας τραβάει περισσότερο.

Γενικότερα, μια κατοχή μειώνεται με τη χρήση.

Η ευχαρίστηση που αισθανόμαστε για τον εαυτόν μας προσπαθεί να διατηρηθεί με το να μεταμορφώνει πάντοτε κάποιο καινούριο πράγμα μέσα μας· κι αυτό ακριβώς ονομάζεται «κατοχή». Όταν κουραζόμαστε από ένα απόκτημα, κουραζόμαστε με τον ίδιο μας τον εαυτό. (Μπορούμε και να υποφέρουμε απ’ το παραπανίσιο· επίσης, και η ανάγκη του να πετάμε, να προσφέρουμε, μπορεί και αυτή να πάρει το κολακευτικό όνομα «αγάπη»). Όταν βλέπουμε κάποιον να υποφέρει, με μεγάλη προθυμία αρπάζουμε την ευκαιρία που μας προσφέρεται.

Αυτό κάνει ο φιλεύσπλαχνος, ο συμπονετικός άνθρωπος· και αυτός, ονομάζει «αγάπη» την επιθυμία ενός νέου αποκτήματος που έχει ξυπνήσει μέσα στη ζωή του και την χαίρεται, όπως χαίρεται κανείς την πρόσκληση μιας καινούριας κατάστασης. Αλλά εκείνο που παρουσιάζεται σαν επιθυμία απόκτησης είναι η φυλετική αγάπη. Αυτός που αγαπά θέλει να γνωρίζει αποκλειστικά το πρόσωπο που επιθυμεί, θέλει να εξουσιάζει απόλυτα, τόσο την ψυχή του, όσο και το σώμα του, θέλει να αγαπιέται μονάχα αυτός, να κυριαρχεί και να βασιλεύει μέσα στην άλλη ψυχή, σαν το υψηλότερο και πιο επιθυμητό αγαθό.

Αν καθίσουμε και σκεφτούμε προσεκτικά όλα τα παραπάνω, θα δούμε πως αυτό, ούτε λίγο ούτε πολύ, δεν φανερώνει τίποτ’ άλλο παρά απ’ το να αποκλείουμε ολόκληρο τον κόσμο απ’ την απόλαυση ενός αγαθού και μιας πολυτιμότατης ευτυχίας, αν σκεφτούμε πως αυτός που αγαπά προσπαθεί να κάνει φτωχούς και να στερήσει όλους τους άλλους αντιπάλους, και να γίνει ο δράκουλας του θησαυρού του σαν τον πιο αδιάκριτο «κατακτητή» και τον πιο εγωιστή εκμεταλλευτή· αν, τέλος, υποθέσουμε πως ολόκληρος ο υπόλοιπος κόσμος του είναι τελείως αδιάφορος, χωρίς χρώματα και χωρίς καμιά άξια, και πως είναι έτοιμος να κάνει κάθε θυσία, να διαταράξει κάθε καθιερωμένη τάξη, να βγάλει στο περιθώριο κάθε ενδιαφέρον, θα μείνουμε κατάπληκτοι!

Ναι! Θα μείνουμε κατάπληκτοι και θα αναρωτηθούμε: Πως αυτή η άγρια φιληδονία, αυτή η παράφρονη αδικία της σεξουαλικής αγάπης, υμνήθηκε και θεοποιήθηκε τόσο πολύ σε όλες τις εποχές της ιστορίας, και ακόμα, πως έβγαλαν από την αγάπη αυτή την ιδέα της αγάπης σαν αντίθετο του εγωισμού, ενώ ίσως αντιπροσωπεύει την πιο αυθόρμητη έκφρασή του.

Η συνήθεια, σ’ αυτή την περίπτωση, θα δημιουργήθηκε από αυτούς που δεν είχαν τίποτα και που επιθυμούσαν να αποκτήσουν κάτι. Είναι σίγουρο πως πάντα θα υπήρχαν και οι παραπανήσιοι. Όσοι άνθρωποι είχαν την τύχη να γνωρίσουν πολλά, να κορεστούν δηλαδή, πετούσαν κάπου κάπου τη λέξη «μανιασμένος δαίμονας», όπως ο αρχαίος Σοφοκλής, ο πιο αξιαγάπητος στους Αθηναίους. Αλλά ο Έρωτας πάντα κοροϊδεύει κάτι τέτοιους βλάσφημους· είναι οι μεγαλύτεροι ευνοούμενοί του.

Βέβαια, υπάρχει εδώ κι εκεί πάνω σ’ ολόκληρη τη γη κι ένα είδος επέκτασης του έρωτα, όπου η φιλήδονη επιθυμία που αισθάνονται δυο άνθρωποι ο ένας για τον άλλον, παραχωρεί τη θέση της σε μια καινούρια επιθυμία, σ’ έναν καινούριο πόθο, σε μια ύψιστη, κοινή επιθυμία, την επιθυμία ενός ιδανικού που να τους υπερβάλλει και τους δυο τους. Αλλά ποιός γνωρίζει αυτή την αγάπη; Ποιός άνθρωπος την έζησε;

Το όνομά της, το αληθινό της όνομα, είναι ΦΙΛΙΑ.

Η αξιοπρέπεια της τρέλας

Αρκετές χιλιάδες χρόνια, ακόμα στον δρόμο του περασμένου αιώνα, και τότε, σε κάθε πράξη που θα κάνει ο άνθρωπος, θα φαίνεται η πιο υψηλή σοφία· αλλά γι’ αυτό κιόλας, θα έχει χάσει και όλη της την αξία. Τότε θα είναι βέβαια ανάγκη να είναι κάποιος σοφός, αλλά θα είναι τόσο συνηθισμένο πράγμα, που κάθε άτομο με κάπως υψηλότερο γούστο θα θεωρεί χυδαιότητα την ανάγκη αυτή. Όπως μια τυραννία της επιστήμης και της αλήθειας θα μπορούσε να ανεβάσει την αξία του ψεύδους, έτσι ακριβώς και μια τυραννία της σοφίας θα είχε την δύναμη να κάνει να φυτρώσει ένα καινούριο είδος ψυχικής ευγένειας. Και τότε, το να είσαι ευγενής, θα ήταν να έχεις μέσα στο κεφάλι σου πολλές τρέλες.

Για τους καθηγητές της ανιδιοτέλειας

Αποκαλούμε καλές τις αρετές κάποιου ανθρώπου, όχι για τα αποτελέσματα που μπορούν να έχουν γι’ αυτόν, αλλά για τα αποτελέσματα που μπορούν να έχουν για τον πολύ κόσμο και την κοινωνία. Ποτέ δεν υπήρξε κανείς πολύ «ανιδιοτελής» στον έπαινο της αρετής, και ποτέ δεν ήταν πολύ «αλτρουιστής»! Διαφορετικά, θα είχαμε παρατηρήσει πως οι αρετές (όπως η ευλάβεια, η υπακοή, η δικαιοσύνη, η επιμέλεια, η αγνότητα) είναι γενικά επιζήμιες για όποιον τις κατέχει, γιατί είναι ένστικτα που κυριαρχούν μέσα του πάρα πολύ βίαια, πάρα πολύ άπληστα και δεν θέλουν με κανέναν τρόπο να αντισταθμιστούν λογικά από τ’ άλλα.

Όταν μέσα μας έχουμε μια αρετή, μια αληθινή αρετή, μια ακέραια αρετή (και όχι καμιά μικρή τάση να την αποκτήσουμε), είμαστε θύματα αυτής της αρετής! Και γι’ αυτό ακριβώς την επαινεί ο γείτονας! Εγκωμιάζουν τον ζηλωτή άνθρωπο, παρ’ όλο που ο ζήλος του τού καταστρέφει την δράση του, παρ’ όλο που καταστρέφει σιγά σιγά τον αυθορμητισμό και τη δροσιά του πνεύματός του. Εγκωμιάζουν, επαινούν και λυπούνται τον νέο που κυριολεκτικά «σκοτώθηκε στη δουλειά», γιατί σκέφτονται: «Το να χάσει το κοινωνικό σύνολο την πιο καλή μονάδα, είναι μικρή θυσία! Είναι πολύ δυσάρεστο που είναι απαραίτητη αυτή η θυσία! Αλλά θα ήταν περισσότερο δυσάρεστο αν σκεφτόταν διαφορετικά το άτομο, αν φρόντιζε πιο πολύ να συντηρηθεί και να αναπτυχθεί, πάρα να δουλεύει στην υπηρεσία όλων!».

Με άλλα λόγια, δεν λυπούνται τον νέο αυτό για τον εαυτό του, αλλά γιατί με τον θάνατό του η κοινωνία έχασε ένα υποταγμένο όργανο, που δεν φροντίζει για τον εαυτό του, με λίγα λόγια, όπως λένε, η κοινωνία έχασε «έναν καλό άνθρωπο», Ίσως ακόμα ν’ αναρωτιούνται μήπως δεν θα ήταν προτιμότερο, για το καλό της κοινωνίας, να δούλευε αυτό το παιδί με περισσότερη σύνεση και να ζούσε περισσότερο καιρό. Και συμφωνούν μάλιστα ως προς το κέρδος που θα υπήρχε αν έκανε αυτό, αλλά κρίνουν πως είναι κατώτερο απ’ το άλλο, για το γεγονός πως έγινε θυσία και πως η γνώμη του κοινωνικού κτήνους, του όντος που είναι ανάγκη να θυσιαστεί, αποκαλύφθηκε, γι’ άλλη μια φορά ολοφάνερα, πως ήταν υψηλότερο και πιο νόμιμο κέρδος.

Όταν επαινούμε την αρετή, επαινούμε κάτι το επιζήμιο για την ιδιωτική ζωή, εξυμνούμε τις τάσεις που στερούν τον άνθρωπο απ’ την πιο ευγενική αγάπη για τον ίδιο του τον εαυτό, για την υψηλότερη αυτοπροστασία του.

Είναι γεγονός πως για να διαπαιδαγωγήσουν, για να χαράξουν ενάρετες συνήθειες, βγάζουν απ’ την αρετή μια ολάκερη σειρά από αποτελέσματα που την κάνουν έτσι δίδυμη αδερφή του ιδιαίτερου συμφέροντος και, πραγματικά, υπάρχει αυτή η συγγένεια. Αναφέρω ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα: Παρασταίνουν τον τυφλό ζήλο, την μανιώδη επιμέλεια, που είναι η τυπική αρετή του οργάνου, σαν τον δρόμο του πλούτου και των τιμών, σαν το αποτελεσματικότερο δηλητήριο για την ανία και τα πάθη. Αλλά αποσιωπούν τον ανώτερο κίνδυνό του.

Γενικά, η διαπαιδαγώγηση ενεργεί με τον εξής τρόπο: Προσπαθεί να προσδιορίσει στο άτομο, με δόλωμα πάρα πολλά πλεονεκτήματα. Με τον τρόπο λοιπόν αυτό, να σκέφτεται και να ενεργεί, θα του γίνει ο τρόπος αυτός, κάποτε συνήθεια, ένστικτο, πάθος· θα κυριαρχήσει σ’ όλο του το είναι, ενάντια στα υπέρτατα συμφέροντά του, αλλά «προς το συμφέρον όλων». Είναι αλήθεια, πως πολλές φορές, άπειρες μπορώ να πω, παρατήρησα πως αυτό το ριζικό φάρμακο για το πάθος και για την ανία, εξασθενίζει τις αισθήσεις και κάνει το πνεύμα να αντιστέκεται σε κάθε καινούριο πράγμα.

Η δική μας εποχή, η πιο εργατική εποχή, δεν ξέρει τι να κάνει τον μόχθο της και τα χρήματά της, εκτός αν είναι να κάνει περισσότερα τα χρήματα και λιγότερο μόχθο. Γιατί χρειάζεται πολύ περισσότερο πνεύμα για να ξοδεύεις παρά για ν’ αποκτάς! «Ας τα χαρούν τα εγγόνια μας».

Όταν η αγωγή πετυχαίνει, τότε κάθε ατομική αρετή γίνεται δημόσια μονάδα και ιδιωτική ζημιά -ως προς τον υπέρτατο σκοπό της. Δεν καταλήγει σε τίποτε άλλο παρά σε μια φθορά του πνεύματος και των αισθήσεων, αν όχι και σε μια πρόωρη παρακμή. Από την άποψη αυτή εξετάστε, μια μια, όλες τις αρετές ενός υπάκουου ανθρώπου, αγνού, ευλαβικού και δίκαιου.

Οι έπαινοι που λέγονται για τον αλτρουιστή, για τον ενάρετο άνθρωπο, για τον άνθρωπο εκείνον που παραμελεί τον εαυτό του -δηλαδή για εκείνον που δεν αφιερώνει όλη τη δύναμη, ψυχική και σωματική, στο να αναπτυχθεί, να προοδέψει, να μεγαλώσει τη δύναμή του, αλλά που ζει ταπεινά, χωρίς να νοιάζεται για τον ίδιο του τον εαυτό- αυτοί οι άνθρωποι σίγουρα δεν ξεκινούν από πνεύμα ανιδιοτέλειας!

Ο «πλησίον» επαινεί την ανιδιοτέλεια γιατί ΚΕΡΔΙΖΕΙ απ’ αυτή. Αν αυτός ο «πλησίον» σκεφτόταν με τον ίδιο «ανιδιοτελή» τρόπο, δεν θα ήθελε την θυσία αυτή της δύναμης, αυτή τη ζημιά που ΕΠΩΦΕΛΕΙΤΑΙ απ’ αυτή. Θα εναντιώνονταν στη γέννηση των κλίσεών του! Και κυρίως θα εκδήλωνε τη δική του ανιδιοτέλεια υποστηρίζοντας πως δεν είναι καλή.

Αυτό φανερώνει η βασική αντίφαση της ηθικής αυτής που τόσο πολύ προβάλλουν στην εποχή μας. Τα ΑΙΤΙΑ ΤΗΣ βρίσκονται σε ΑΝΤΙΦΑΣΗ με την ΑΡΧΗ ΤΗΣ. Το επιχείρημα που προσπαθεί να χρησιμοποιήσει για να αποδείξει πως είναι νόμιμη, το αποκρούει το κριτήριό της, για το καλό. Για να μη σκοντάφτει στην ίδια της την ηθική θά ‘πρεπε, η αρχή του «πρέπει να απαρνηθείς και να θυσιάσεις τον εαυτό σου», να οριζόταν μόνο από ένα ον που θα απαρνιόταν, εφαρμόζοντάς την, τα προσωπικά του πλεονεκτήματα και που ίσως θα προξενούσε την ίδια του την πτώση με τη θυσία που θα απαιτούσε από τ’ άτομα· αλλά μόλις ο πλησίον ή η κοινωνία σας συστήνουν τον αλτρουισμό εξ αιτίας της χρησιμότητάς του, εκείνοι εφαρμόζουν ακριβώς το αντίθετο, δηλαδή: «Πρέπει να επιδιώκεις το προσωπικό σου συμφέρον, ακόμα και σε βάρος όλων των άλλων», κι έτσι διακηρύσσουν με μιας και το τι «ΠΡΕΠΕΙ» και το τι «δεν πρέπει».

Η κωμωδία των επιφανών ανδρών

Οι επιφανείς άνδρες που χρειάζονται τη διασημότητά τους -και αυτό γίνεται σε όλους τους πολιτικούς- δεν διαλέγουν πια ποτέ ανυστερόβουλα τους συνεργάτες τους και τους φίλους τους. Από τον έναν φίλο ζητούν λίγη από την λάμψη του, και από την αντανάκλαση της αρετής του. Από τον άλλον, γυρεύουν τον φόβο που μπορούν να προξενήσουν μερικές ανησυχαστικές ιδιότητές του, που τις γνωρίζουν πολλοί άνθρωποι. Από κάποιον άλλο, οι επιφανείς, οι διάσημοι αυτοί άνδρες, προσπαθούν να κλέψουν τη ραθυμία του, γιατί τους είναι χρήσιμη για τους σκοπούς που έχουν, να θεωρηθούν για λίγο καιρό απρόσεκτοι και ράθυμοι. Ναι! Μην σας φαίνεται παράξενο.

Με τον τρόπο αυτό (της ραθυμίας), κρύβουν το γεγονός ότι βρίσκονται σε επιφυλακή. Άλλοτε πάλι, χρειάζονται πλησίον τους τον ιδιότροπο, τον ερευνητή, τον σχολαστικό, σαν να είναι το ΕΓΩ ΤΟΥΣ της στιγμής. Μπορεί όμως και να μην τους χρειαστούν την επομένη στιγμή. Έτσι τα περίχωρα τους και οι προσόψεις τους φθίνουν συνεχώς, ενώ όλα φαίνονται σαν να θέλουν να στριμωχτούν σ’ αυτό το προάστιο και να του δώσουν «χαρακτήρα». Σ’ αυτό, ομοιάζουν με τις μεγάλες πόλεις.

Η φήμη τους μεταμορφώνεται συνεχώς, όπως και ο χαρακτήρας τους, γιατί τα ασταθή μέσα τους αποκτούν την αλλαγή αυτή και σπρώχνουν στο πρώτο επίπεδο, για να φαίνεται καλά, πότε τη μια και πότε την άλλη από τις πραγματικές ή επίπλαστες ιδιότητές τους. Όπως λέγαμε, λοιπόν, οι φίλοι τους και οι συνεργάτες τους, αποτελούν ένα μέρος απ’ τις θεατρικές αυτές ιδιότητες. Ενώ, αντίθετα, πρέπει, αυτό που θέλουν, να μένει ακόμα πιο σταθερό. Ένας λαμπρός χαλκός. Κι αυτό, πολλές φορές, απαιτεί τις σκηνοθεσίες του και την κωμωδία του.

Μαθητές που δυσαρεστούν τον δάσκαλό τους

Ένας φιλόσοφος κάποτε, φώναξε πολύ θυμωμένος: «Τί να κάνω αυτούς τους δυο νέους; Είναι μαθητές μου που έρχονται σε μένα μια τελείως ακατάλληλη ώρα. Ο ένας απ’ αυτούς δεν ξέρει να πει ποτέ του “ΟΧΙ” και ο άλλος δίνει απαντήσεις διά της “μεσαίας οδού”. Κι αν πάρουμε σαν γεγονός, πως και οι δυο τους θα κατανοούσαν τη θεωρία μας, ο πρώτος θα υποφέρει πάρα πολύ, γιατί ο τρόπος της σκέψης μου απαιτεί πολεμικό σθένος, τη θέληση του να πράττεις το κακό, την ευχαρίστηση να προβάλλεις αντιρρήσεις και σκληρό πετσί.

Για όλα αυτά, ο πρώτος αυτός μαθητής θα υπέκυπτε γεμάτος πληγές κι εσωτερικούς τραυματισμούς. Ο δεύτερος μαθητής, μπροστά σ’ όλα αυτά, θα κατάφερνε να κάνει κάθε πράγμα που θα υπεράσπιζε μια μέτρια μικρή υπόθεση. Θα μου τα έκανε όλα μέτρια. Μα την αλήθεια! Τέτοιον μαθητή εύχομαι να έχει ο εχθρός μου!».

Η εργασία και η ανία

Σήμερα, με το να ζητάμε μια εργασία με σκοπό να κερδίσουμε χρήματα, είναι μια κοινή φροντίδα για όλους τους ανθρώπους που ζουν σε μια πολιτισμένη χώρα. Γι’ αυτούς τους ανθρώπους η εργασία είναι ένα μέσο, κι έχει σταματήσει πια να είναι αυτοσκοπός, γι’ αυτό και δεν είναι πολύ δύσκολοι στο θέμα εκλογής της εργασίας τους, φτάνει αυτή να τους εξασφαλίζει ικανοποιητικά κέρδη.

Υπάρχουν όμως και άνθρωποι που προτιμούν να πεθάνουν παρά να εργαστούν χωρίς χαρά. Άνθρωποι δύσκολοι, που δεν αρκούνται στα λίγα και που τα πολλά κέρδη δεν τους ικανοποιούν, όσο δεν θεωρούν την ίδια εργασία σαν το ανώτερο κέρδος. Ένα μέρος της σπάνιας αυτής κατηγορίας είναι οι διάφοροι καλλιτέχνες και στοχαστές. Αλλά τέτοιοι είναι κι εκείνοι οι αργόσχολοι που περνούν τη ζωή τους κυνηγώντας ή κάνοντας ταξίδια και που ασχολούνται με τον έρωτα ή με άλλες περιπέτειες. Όλοι τους ψάχνουν την εργασία και τον κόπο, αλλά μονάχα μέχρι το σημείο εκείνο που η εργασία και ο κόπος μπορούν να συνδέονται με την ηδονή, και, αν είναι ανάγκη, ας είναι και η σκληρότερη εργασία και ο χειρότερος κόπος.

Όταν όμως βγουν από εκεί, τότε εκδηλώνουν αποφασιστική τεμπελιά, έστω κι αν η τεμπελιά αυτή τους οδηγεί στην καταστροφή, την ατίμωση, κι ακόμα έστω κι αν κινδυνεύουν να αρρωστήσουν ή και να πεθάνουν. Οι άνθρωποι αυτοί δεν φοβούνται τόσο την ανία, όσο φοβούνται την άχαρη εργασία. Και μάλιστα, πρέπει να νοιώθουν μεγάλη πλήξη για να πετύχει η δουλειά τους.

Ενώ, για τον στοχαστή και το εφευρετικό πνεύμα, πλήξη είναι εκείνη η «επίπεδη ηρεμία» της ψυχής, εκείνη η «επίπεδη ηρεμία» που αισθανόμαστε πριν από κάθε ευχάριστο ταξίδι και που πρέπει να ανεχθεί αυτή την ηρεμία, ο άνθρωπος και να περιμένει τα αποτελέσματά της μέσα του. Εδώ είναι το δύσκολο. Αυτό ακριβώς δεν είναι σε θέση να πετύχουν οι λιγότερο υψηλές ανθρώπινες φύσεις! Είναι χυδαίο να απομακρύνεις με κάθε τρόπο και θυσία την πλήξη, όπως είναι το ίδιο να εργάζεσαι χωρίς ευχαρίστηση.

Αυτό είναι ίσως εκείνο που κάνει τον Ευρωπαίο να ξεχωρίζει από έναν Ασιάτη. Ο Ασιάτης μπορεί να χαρεί μεγαλύτερη και βαθύτερη ανάπαυση. Ακόμα και τα ναρκωτικά που παίρνει απαιτούν μεγάλη υπομονή και επενεργούν στον οργανισμό του αργά αργά, εκ διαμέτρου δηλαδή αντίθετα απ’ ότι επενεργεί το ευρωπαϊκό δηλητήριο. Είναι γνωστό σε όλους μας πως το αλκοόλ επενεργεί γρήγορα, απαίσια και αιφνίδια.

Τι φανερώνουν οι νόμοι

Κάνουμε μεγάλο σφάλμα, όταν θεωρούμε τον ποινικό κώδικα ενός λαού σαν έκφραση του χαρακτήρα του. Οι νόμοι δεν φανερώνουν τι είναι ένας λαός, αλλά τι του φαίνεται περίεργο, παράξενο, υπερφυσικό, ασυνήθιστο. Ο νόμος αφορά τις εξαιρέσεις της ηθικότητας των ηθών, ενώ οι σκληρότερες ποινές πλήττουν ό,τι είναι σύμφωνο με τα ήθη του γειτονικού λαού. Έτσι, ο λαός των Ιοχαμπί θεωρεί δυο θανάσιμα αμαρτήματα: Πρώτον, να πιστεύουν άλλον θεό εκτός από τον Θεό των Ιοαχαμπί και δεύτερον, να καπνίζουν (το κάπνισμα το λένε «αισχρό τρόπο του να πίνεις»). Κάποτε ένας Άγγλος που έμεινε έκπληκτος όταν άκουσε τα θανάσιμα αυτά αμαρτήματα των Ιοαχαμπί ρώτησε: «Και τι ιδέα έχουν, λοιπόν, οι Ιοαχαμπί για τη μοιχεία και τον φόνο;». Κι ένας γέροντας αρχηγός του απάντησε: «Μα την πίστη μου ο Θεός μας είναι μεγαλόψυχος και ευσπλαχνικός».

Κι αν ρίξουμε μια ματιά στους αρχαίους ρωμαϊκούς νόμους θα δούμε πως ήταν για μια γυναίκα αμαρτία θανάσιμη, πρώτον η μοιχεία και δεύτερον -αν έπινε κρασί. Ο Κάτων πίστευε πως η συνήθεια του να φιλιούνται μεταξύ τους οι συγγενείς, είχε σαν απώτερο σκοπό τον έλεγχο της γυναίκας. Να διαπιστώνουν δηλαδή, αν η γυναίκα έπινε κρασί. Και είναι γεγονός πως είχαν τιμωρήσει με θάνατο, γυναίκες που τις είχαν πιάσει να πίνουν κρασί. Δεν το έκαναν αυτό οι Ρωμαίοι γιατί οι γυναίκες κάτω από την επήρεια του κρασιού, τους έλεγαν «όχι» και τους αντιστέκονταν στον έρωτα. Οι Ρωμαίοι πάνω απ’ όλα φοβόντουσαν εκείνη την οργιασμένη και διονυσιακή πνοή που περνούσε καμιά φορά πάνω από τις μεσημβρινές αυτές γυναίκες, τότε που το κρασί ήταν ακόμα κάτι το καινούριο και πρωτότυπο στην Ευρώπη. Θεωρούσαν το κρασί σαν ένα τερατώδη εξωτισμό που θα μπορούσε ίσως να υποσκάψει τα θεμέλια του ρωμαϊκού αισθήματος. Το να μεθά μια γυναίκα ήταν προδοσία για τη Ρώμη, γιατί έβαζε το βαρβαρικό αίμα μέσα στις φλέβες της Ρώμης.

Στην τιμή της φιλίας

Είναι σ’ όλους μας γνωστό, πως οι αρχαίοι θεωρούσαν τη φιλία σαν το πιο ευγενές συναίσθημα, και μάλιστα έφταναν σε τέτοιο βαθμό, ώστε να εκτιμούν περισσότερο τη φιλία από την τόσο επαινετή υπερηφάνεια των σοφών κείνων ανδρών που περιόριζαν στο ελάχιστο τις ανάγκες τους και την έκαναν μοναδικό αντίπαλο και νικητή αυτής της υπερηφάνειας.

Θα γνωρίζετε ασφαλώς την όμορφη ιστορία ενός Μακεδόνα πρίγκηπα. Ο πρίγκηπας αυτός, αφού έδωσε ένα νόμισμα σ’ έναν Αθηναίο φιλόσοφο που το είχε κάνει δουλειά του να περιφρονεί τον κόσμο, τον είδε να του επιστρέφει το νόμισμα. Και αμέσως είπε ο πρίγκηπας: «Μα τι λοιπόν, δεν έχει φίλο;», Και εννοούσε με αυτό πως εκτιμούσε την υπερηφάνεια αυτή του σοφού Αθηναίου, του ανεξάρτητου αυτού ατόμου, αλλά πως θα εκτιμούσε πολύ περισσότερο την ανθρωπιά του αν μέσα στα βάθη της ψυχής του η φιλία ήταν πιο δυνατή από την υπερηφάνεια. Ο φιλόσοφος είχε ξεπέσει στα μάτια του Μακεδόνα πρίγκηπα με το να δείξει πως αγνοούσε ένα απ’ τα δυο ευγενικότερα συναισθήματα του κόσμου, και βεβαίως το πιο ευγενικό απ’ όλα αυτά.

Η σκληρότητα ενός αγίου

Κάποτε ένας άνθρωπος βρέθηκε σε μια δύσκολη θέση και δεν ήξερε τι να κάνει. Είχε, συγκεκριμένα, αποκτήσει ένα μισοσακάτικο παιδί. Πήγε, λοιπόν, κρατώντας το νεογέννητο μωρό στην αγκαλιά του, σ’ έναν άγιο και τον ρώτησε: «Τι να κάνω το παιδί αυτό, άγιέ μου; Είναι ταλαίπωρο και κακώς διαπλασμένο από τη φύση και δεν έχει ζωή, ούτε όση του χρειάζεται για να πεθάνει».

Και σαν αποτελείωσε τον λόγο του, ακούστηκε μια φοβερή φωνή. Ήταν η φωνή του αγίου: «Σκότωσέ το και βάσταξέ το σφιχτά στην αγκαλιά σου τρία ολόκληρα ημερόνυχτα για να το θυμάσαι πάντα. Έτσι, δεν θα ξαναγεννήσεις παιδί σαν δεν του έχει έρθει η ώρα του».

Ακούγοντας τη «συμβουλή» αυτή του αγίου, ο άνθρωπος έφυγε γεμάτος απόγνωση. Πολύς κόσμος σαν άκουσε τον άγιο να συμβουλεύει ένα τόσο σκληρό πράγμα, τον κατηγόρησε. Και ο άγιος τους απάντησε: «Μα δεν είναι άσπλαχνο να το αφήσουν να ζήσει;».

Ενάντια στις τύψεις

Ο στοχαστής βλέπει τις πράξεις του σαν έρευνες και ζητήματα που πρόκειται να του δώσουν λύσεις στο ένα ή στο άλλο ζήτημα. Η επιτυχία και η αποτυχία για τον στοχαστή είναι, πρώτ’ απ’ όλα, απαντήσεις. Αλλά, το να οργίζεται για μια του αποτυχία, ή ακόμα χειρότερα, το να αισθάνεται τύψεις γι’ αυτήν, αυτά τα αφήνει για εκείνους που ενεργούν επειδή τους το διέταξαν και που θα τους δείρουν, αν δεν μείνει ευχαριστημένος ο δάσκαλος από το αποτέλεσμα.

Αποσπάσματα από το βιβλίο «Η θεωρία του σκοπού της ζωής», του Γερμανού στοχαστή και φιλόσοφου Φρίντριχ Νίτσε

Σ. Χόκινγκ: «Οι μαύρες τρύπες έχουν μαλλιά που αποθηκεύουν πληροφορίες»

Αποτέλεσμα εικόνας για Σ. Χόκινγκ: «Οι μαύρες τρύπες έχουν μαλλιά που αποθηκεύουν πληροφορίες»Μια νέα θεωρία για τη λειτουργία των μελανών οπών στο Σύμπαν ανέπτυξε ο διάσημος βρετανός αστροφυσικός Στίβεν Χόκινγκ που έχει αφιερώσει τη ζωή του στη μελέτη τους. 
Ο Χόκινγκ υποστηρίζει ότι οι πληροφορίες που υπάρχουν στην ύλη που εισέρχεται σε μια μαύρη τρύπα δεν καταστρέφονται μαζί με αυτή αλλά αποσπώνται και αποθηκεύονται σε εξωτικές κοσμικές δομές στον ορίζοντα των γεγονότων, το αόρατο σύνορο το οποίο περιβάλλει κάθε μαύρη τρύπα στο Σύμπαν και εμποδίζει το φως να ξεφύγει. Το παράδοξοΌσα γνωρίζουμε για τις μαύρες τρύπες υποδεικνύουν πώς όταν η ύλη εισέλθει σε μια μελανή οπή καταστρέφεται στα εξ ων συνετέθη και φυσικά μαζί της καταστρέφονται και όλες πληροφορίες.

 Όμως οι νόμοι της κβαντομηχανικής αναφέρουν ότι οι πληροφορίες που πέφτουν στις μελανές οπές διασώζονται και μπορούν να ανακτηθούν. Αυτός ο κοσμικός γρίφος έχει ονομαστεί από τους ειδικούς «παράδοξο της πληροφορίας».

Σε μια προσπάθεια να δώσει λύση σε αυτό το παράδοξο ο Χόκινγκ τον περασμένο Ιούλιο παρουσίασε σε επιστημονικό συνέδριο στη Στοκχόλμη μια νέα ιδέα που είχε αναπτύξει σε συνεργασία με τον φυσικό Μάλκολμ Πέρι από το Πανεπιστήμιο του Κέιμπριτζ και τον φυσικό Άντριου Στρόμινγκερ από το Χάρβαρντ.

Οι τρεις ερευνητές υποστηρίζουν πώς οι πληροφορίες όταν «συλλαμβάνονται» από μια μελανή οπή δεν εισέρχονται στο εσωτερικό της αλλά αποθηκεύονται στον ορίζοντα γεγονότων.

Τα μαλλιά
Κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι οι πληροφορίες που εισέρχονται στις μελανές οπές αποθηκεύονται σε μια κοσμική δομή την οποία ονομάζουν «μαλακά μαλλιά». Σύμφωνα με τον Χόκινγκ και τους συνεργάτες του αυτά τα… μαλλιά αποτελούνται από φωτόνια και βαρυτόνια. Τα βαρυτόνια είναι υποθετικά στοιχειώδη σωματίδια φορείς της βαρυτικής αλληλεπίδρασης.

Όπως αναφέρουν οι τρεις επιστήμονες όταν η ύλη εισέρχεται σε μια μελανή οπή οι πληροφορίες τους «απογυμνώνονται» από αυτή και… πιάνονται στα «μαλακά μαλλιά» που βρίσκονται στον ορίζοντα των γεγονότων.

Η ανάκτηση
Οι τρεις ερευνητές πιθανολογούν ότι η ακτινοβολία που εκπέμπεται από τις μελανές οπές μπορεί να μεταφέρουν μαζί τους ορισμένες από τις πληροφορίες που έχουν διασωθεί και είναι αποθηκευμένες στον ορίζοντα των γεγονότων.

Το ζητούμενο είναι όπως λέει ο Χόκινγκ να βρεθεί ένας τρόπος να εντοπίζονται και να ανακτώνται αυτές οι πληροφορίες που πιθανότατα θα είναι «ανάκατες» και μπερδεμένες μεταξύ τους ομολογώντας ότι δεν θα είναι κάτι εύκολο.

Αυτός και οι συνεργάτες του ευελπιστούν ότι θα βρεθεί ένας τρόπος οι πληροφορίες αυτές να ανασυνθέτονται και δημιουργείται ένα «ολόγραμμα», όπως το ονομάζουν, των αρχικών πληροφοριών. Η μελέτη που τιτλοφορείται «Μαλακά μαλλιά σε μαύρες τρύπες» δημοσιεύεται στην διαδικτυακό αρχείο επιστημονικών προδημοσιεύσεων arxiv.

Οι ρετροϊοί είναι μισού δισεκατομμυρίου ετών

Οι ρετροϊοί - μια οικογένεια σημαντικών για την υγεία ιών που περιλαμβάνει και τον ιό HIV του AIDS- έχει ηλικία τουλάχιστον 450 εκατομμυρίων ετών, σύμφωνα με μια νέα μελέτη ερευνητών στη Βρετανία, με επικεφαλής τον ελληνικής καταγωγής αναπληρωτή καθηγητή Άρη Κατζουράκη του Τμήματος Ζωολογίας του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης.

Η νέα εκτίμηση δείχνει ότι οι εν λόγω ιοί είναι αρκετές εκατοντάδες εκατομμύρια χρόνια πιο «γέροι» από ό,τι θεωρείτο έως τώρα. Οι επιστήμονες πιστεύουν ότι οι πανάρχαιοι ρετροϊοί έχουν θαλάσσια προέλευση, ακολουθώντας τους ζωικούς φορείς τους, όταν οι τελευταίοι έκαναν το εξελικτικό άλμα από το νερό στην ξηρά.

Τα νέα ευρήματα, που δημοσιεύθηκαν στο περιοδικό «Nature Communications», θα βοηθήσουν στην καλύτερη κατανόηση του συνεχώς εξελισσόμενου πολέμου ανάμεσα στους ιούς και στα ζώα (μεταξύ των οποίων ο άνθρωπος).

«Πολύ λίγα πράγματα έχουν γίνει γνωστά για την αρχαία καταγωγή των ρετροϊών, εν μέρει εξαιτίας της απουσίας γεωλογικών απολιθωμάτων. Οι ρετροϊοί είναι ευρέως εξαπλωμένοι μεταξύ των σπονδυλωτών ζώων και μπορούν επίσης να μεταδοθούν από το ένα ζώο στο άλλο, προκαλώντας νέες νόσους όπως ο HIV. Έχει επίσης αποδειχθεί ότι είναι ικανοί να κάνουν άλματα ανάμεσα σε μακρινούς συγγενείς, όπως τα πουλιά και οι άνθρωποι. Όμως μέχρι σήμερα, πιστευόταν ότι οι ρετροϊοί είναι σχετικά πρόσφατοι, πιθανώς ηλικίας 100 εκατομμυρίων ετών» δήλωσε ο κ. Κατζουράκης.

«Η νέα έρευνά μας δείχνει ότι οι ρετροϊοί έχουν ηλικία τουλάχιστον 450 εκατομμυρίων ετών, αν όχι περισσότερο, και πρέπει να εμφανίσθηκαν στην πρώιμη Παλαιοζωική εποχή μαζί με τα σπονδυλωτά, αν όχι πριν από αυτά. Πρέπει να ήσαν παρόντες στο σώμα των σπονδυλωτών προγόνων μας, προτού οι τελευταίοι αποικήσουν την ξηρά και θα τους συνόδευσαν καθ' όλη την μετάβαση από τη θάλασσα στη στεριά, αλλά και καθ' όλη την κατοπινή εξελικτική διαδρομή τους μέχρι σήμερα» πρόσθεσε ο Έλληνας εξελικτικός βιολόγος και παλαιο-ιολόγος.

Οι ρετροϊοί έχουν μεγάλη ιατρική σημασία, καθώς μπορούν να προκαλέσουν καρκίνους και ανοσοανεπάρκειες σε διάφορα ζώα. Το πρώτο συνθετικό του ονόματός τους (ρετρο-) οφείλεται στο ότι είναι φτιαγμένοι από RNA, το οποίο μπορούν να μετατρέψουν σε DNA και να το εισάγουν στο γονιδίωμα του οργανισμού που προσβάλλουν. Πρόκειται για την ακριβώς αντίθετη διαδικασία από αυτό που συμβαίνει σε ένα κύτταρο, όπου το DNA μετατρέπεται σε RNA

20 μικρότερα «φεγγάρια» ενώθηκαν και σχημάτισαν τη Σελήνη

moon
Μια νέα θεωρία έρχεται στην επιφάνεια από Ισραηλινούς ερευνητές σύμφωνα με την οποία η Σελήνη σχηματίστηκε μετά τη συγχώνευση 20 μικρότερων φεγγαριών Το πώς σχηματίστηκε το φεγγάρι παραμένει πάντοτε ένα παζλ για τους επιστήμονες οι οποίοι προσπαθούν να βρουν και να ενώσουν τα κομμάτια για να σχηματίσουν τη θεωρία που θα τους δώσει τη λύση στο συγκεκριμένο ερώτημα.

Τώρα, μια νέα θεωρία έρχεται στην επιφάνεια από Ισραηλινούς ερευνητές σύμφωνα με την οποία η Σελήνη σχηματίστηκε μετά τη συγχώνευση 20 μικρότερων φεγγαριών.

Σύμφωνα με την κύρια θεωρία, η οποία δημιουργήθηκε το 1970 και είναι γνωστή ως η θεωρία των «Γιγάντιων επιπτώσεων», η Σελήνη δημιουργήθηκε όταν ένα μεγάλο αντικείμενο, όμοιο με το μέγεθος του Άρη έπεσε στη Γη, χτυπώντας ένα τεράστιο σύννεφο από συντρίμμια στο διάστημα που τελικά συγχωνεύθηκαν και σχημάτισαν το φεγγάρι.

Ωστόσο, στην παραπάνω θεωρία παρουσιάζονται ορισμένα προβλήματα. Χημικές αναλύσεις από τους βράχους της Σελήνης, δείχνουν ότι είναι σχεδόν όμοιοι με αυτούς της Γης. Με άλλα λόγια, δεν υπάρχει κανένα ίχνος από κάποιο μεγάλο σώμα που υποτίθεται ότι χτύπησε τη Γη.

Τώρα οι ερευνητές στο Ισραήλ φέρνουν στο φως μια νέα θεωρία γύρω από το σχηματισμό της Σελήνης. Αναφέρουν ότι, αν η Γη είχε βομβαρδιστεί από έναν αριθμό μικρότερων αστεροειδών, τότε αυτό θα μπορούσε να είχε δημιουργήσει μικρότερους «δορυφόρους» σχηματισμένους από τα συντρίμμια της Γης τα οποία συγχωνεύτηκαν μέσα στο χρόνο.

Αυτό σημαίνει ότι η Σελήνη που βλέπουμε κάθε βράδυ δεν είναι το πρώτο φεγγάρι της Γης, αλλά μάλλον το τελευταίο σε μια σειρά από φεγγάρια που βρέθηκαν σε τροχιά γύρω από τη Γη κατά το παρελθόν.

«Το μοντέλο μας δείχνει ότι η αρχαία Γη φιλοξένησε κάποτε μια σειρά από φεγγάρια, το καθένα από τα οποία σχηματίστηκε έπειτα από διαφορετικές συγκρούσεις με την Γη» υποστηρίζει ο Dr Hagai Perets του Ινστιτούτου Τεχνολογίας του Ισραήλ.

«Είναι πιθανό ότι οι εν λόγω μικροί δορυφόροι αργότερα να εκτοξεύθηκαν, ή να συγκρούστηκαν με τη Γη ή με κάτι άλλο για να σχηματίσουν μεγαλύτερα φεγγάρια. Πιστεύουμε ότι η Γη είχε πολλά φεγγάρια στο παρελθόν» προσθέτει.

Επίσης, μικρές συγκρούσεις με μεγάλη ταχύτητα θα μπορούσαν επίσης να εξορύξουν περισσότερο υλικό από ό, τι μία μεγάλη σύγκρουση από ένα αντικείμενο, ισχυρίζονται οι επιστήμονες.

Ο Δρ Gareth Collins του Τμήματος Earth Science & Engineering στο Imperial College, δήλωσε:

«Το έγγραφο δείχνει πως ένα φεγγάρι που διαμορφώνεται σε μεγάλο βαθμό από υλικό που προέρχεται από τη Γη μπορεί να είναι φυσική συνέπεια από μια σειρά μικρών δορυφόρων, που σχηματίστηκαν από μια σειρά μεγάλων συγκρούσεων, παρά μιας μόνο σύγκρουσης».

Η έρευνα δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Nature Geoscience.

Γιατί να υπάρχει κάτι, αντί για το απόλυτο τίποτα;

wallΓιατί υπάρχει το σύμπαν; Πρόκειται για ένα κοσμικό μυστήριο. Γιατί υπάρχει ο κόσμος, γιατί ζούμε σ’ αυτόν, γιατί υπάρχει κάτι αντί για ένα απόλυτο τίποτα; Αυτή είναι η ύψιστη ερώτηση που ρωτάει «γιατί». Ο φιλόσοφος Άρθουρ Σόπενχαουερ είπε ότι αυτοί που δεν αναρωτιούνται για τη συγκυρία της ύπαρξής τους, για τη συγκυρία της ύπαρξης του κόσμου, είναι διανοητικά ανεπαρκείς. Είναι λίγο σκληρό αλλά ισχύει.
 
Έτσι αυτό έχει ονομαστεί το υπέρτατο και φοβερότερο μυστήριο, η πιο βαθιά και πιο ευρεία ερώτηση που μπορεί να θέσει ο άνθρωπος. Προβλημάτισε μεγάλους στοχαστές.
 
Ο Λούτβιγκ Βιτγκενστάιν, ο μεγαλύτερος ίσως φιλόσοφος του 20ού αιώνα, ήταν έκπληκτος με την ίδια την ύπαρξη του κόσμου.Έγραψε στο βιβλίο του «Τρακτάτους», Δήλωση/Θεώρημα 4.66, «Το μυστήριο δεν είναι το πώς είναι τα πράγματα στον κόσμο, αλλά το ότι ο κόσμος υπάρχει».
 
Κι αν δε σας αρέσει η χρήση επιγραμμάτων από φιλοσόφους, δείτε ένα επίγραμμα επιστήμονα. Ο John Archibald Wheeler, απ’ τους κορυφαίους φυσικούς του 20ού αιώνα, δάσκαλος του Ρίτσαρντ Φάινμαν, του επινοητή του όρου «μαύρη τρύπα», είπε: «Θέλω να ξέρω γιατί υπάρχει το κβάντο, γιατί δημιουργήθηκε το σύμπαν, γιατί η ύπαρξη;»
 
Και o Μάρτιν Άμις είπε κάποτε ότι απέχουμε πέντε Αϊνστάιν από το να απαντήσουμε το μυστήριο της δημιουργίας του σύμπαντος.
 
Έτσι αυτή η ερώτηση, γιατί υπάρχει κάτι αντί για τίποτα, αυτή η υπέρτατη ερώτηση τέθηκε αρκετά αργά στην ιστορία της διανόησης. Ήταν προς το τέλος του 17ου αιώνα, που έθεσε την ερώτηση ο φιλόσοφος Λάιμπνιτς, ο οποίος επινόησε τον λογισμό ανεξάρτητα από τον Νεύτωνα σχεδόν την ίδια περίοδο. Για τον Λάιμπνιτς, που ρωτούσε γιατί υπάρχει κάτι αντί για τίποτα, αυτό δεν ήταν μεγάλο μυστήριο. Είτε ήταν, είτε παρίστανε ότι ήταν ένας Ορθόδοξος Χριστιανός στη μεταφυσική του τοποθέτηση, και είπε ότι είναι ξεκάθαρο γιατί υπάρχει ο κόσμος: επειδή τον δημιούργησε ο Θεός.
 
Και, πράγματι, ο Θεός δημιούργησε από το απόλυτο τίποτα. Τόσο ισχυρός είναι ο Θεός. Δεν χρειάζεται προϋπάρχοντα υλικά για να φτιάξει έναν κόσμο. Μπορεί να τον δημιουργήσει από το απόλυτο κενό, δημιουργία εκ του μηδενός. Παρεμπιπτόντως, αυτό πιστεύουν σήμερα οι περισσότεροι Αμερικάνοι. Για αυτούς δεν υφίσταται μυστήριο της ύπαρξης. Το έφτιαξε ο Θεός.
Ας το βάλουμε λοιπόν σε μια εξίσωση. Άρα είναι Θεός + τίποτα = ο κόσμος.
 
Εντάξει; Αυτή είναι λοιπόν η εξίσωση. Και ίσως να μην πιστεύετε στον Θεό. Ίσως είστε ένας επιστημονικός άθεος ή ένας μη επιστημονικός άθεος, και δεν πιστεύετε στον Θεό, και δεν σας ικανοποιεί αυτό.
 
Παρεμπιπτόντως, ακόμα και αν έχουμε αυτή την εξίσωση, Θεός + τίποτα = ο κόσμος, υπάρχει ήδη ένα πρόβλημα.
 
Γιατί υπάρχει ο Θεός; O Θεός δεν υπάρχει βάσει λογικής εκτός αν πιστεύετε στο οντολογικό επιχείρημα, κι ελπίζω πως όχι, διότι δεν είναι καλό επιχείρημα. Άρα είναι πιθανό, αν υπάρχει Θεός, ότι αναρωτιέται, είμαι αιώνιος, είμαι παντοδύναμος, αλλά από πού προήλθα; Πόθεν προήλθα; Ο Θεός χρησιμοποιεί πιο επίσημη γλώσσα.
 
Και έτσι μια θεωρία είναι ότι ο Θεός είχε βαρεθεί τόσο πολύ να αναλογίζεται τον γρίφο της ύπαρξης Του που έφτιαξε τον κόσμο για να ξεχαστεί. Χωρίς τον Θεό στην εξίσωση έχουμε _________ + τίποτα = ο κόσμος. Βέβαια, αν είστε Βουδιστής, ίσως θέλετε να σταματήσετε εδώ ακριβώς, επειδή βασικά αυτό που έχετε είναι τίποτα = ο κόσμος, και η συμμετρία της ταυτότητας συνεπάγεται ο κόσμος = τίποτα.
 
Και για έναν Βουδιστή ο κόσμος είναι ένα μεγάλο τίποτα. Είναι απλά ένα μεγάλο κοσμικό κενό. Και πιστεύουμε ότι υπάρχουν πολλά εκεί έξω αλλά μόνο επειδή είμαστε υπόδουλοι των επιθυμιών μας. Αν αφήσουμε τις επιθυμίες μας κατά μέρος, θα δούμε τον κόσμο όπως πραγματικά είναι, ένα κενό, μια ανυπαρξία, και θα βυθιστούμε σε μια ευτυχισμένη νιρβάνα η οποία έχει οριστεί ως το να έχουμε τόση μόνο ζωή ώστε να απολαύσουμε τον θάνατο.
 
Αυτός είναι ο βουδιστικός τρόπος σκέψης. Αλλά είμαι κάτοικος της Δύσης και με απασχολεί ακόμα ο γρίφος της ύπαρξης, για αυτό έχω  _________ + τίποτα = ο κόσμος.
 
Τι θα βάλουμε στο κενό;
 
Τι λέτε για την επιστήμη; Η επιστήμη είναι ο καλύτερός μας οδηγός στη φύση της πραγματικότητας, και η πιο θεμελιώδης επιστήμη είναι η φυσική. Αυτή μας λέει ποια όντως είναι η γυμνή πραγματικότητα, αυτή αποκαλύπτει αυτό που ονομάζω ΑΚΑΕΤΣ, το Αληθινό Και Απόλυτο Εξάρτημα Του Σύμπαντος.
 
Ίσως λοιπόν η φυσική μπορεί να καλύψει αυτό το κενό και, πράγματι, μέχρι το τέλος του 1960 ή γύρω στο 1970, οι φυσικοί φαίνεται πως έδιναν μια καθαρά επιστημονική εξήγηση στο πώς ένα σύμπαν σαν το δικό μας έκανε την εμφάνιση του μέσα από την απόλυτη ανυπαρξία, μια κβαντική διακύμανση προερχόμενη από το κενό.
 
Ο Στίβεν Χόκινγκ είναι ένας από τους φυσικούς που έχουν αποκλείσει τον Θεό, όπως ο Άλεξ Βιλένκιν και ο Λόρενς Κράους, που έγραψε ένα βιβλίο με τον τίτλο «Ένα Σύμπαν από το Τίποτε».
 
Οι νόμοι της θεωρίας του κβαντικού πεδίου, η πλέον σύγχρονη φυσική, μπορεί να δείξει πώς από την απόλυτη ανυπαρξία, χωρίς χώρο, χρόνο, υλικά, τίποτα, ένα μικρό ψήγμα ανυπόστατου τίποτα μπορεί να μεταβληθεί σε ύπαρξη, και μετά, μέσω του θαύματος της εμφύσησης, να αναπτυχθεί ξαφνικά σε αυτόν τον τεράστιο και πολύχρωμο κόσμο που βλέπουμε γύρω μας.
 
Εντάξει, πρόκειται για ένα πραγματικά εφευρετικό σενάριο. Είναι πολύ υποθετικό. Συναρπαστικό. Αλλά έχω ένα μεγάλο πρόβλημα με αυτό, το οποίο είναι: Είναι μια ψευδοθρησκευτική άποψη. Βέβαια ο Λόρενς Κράους πιστεύει ότι είναι άθεος, αλλά είναι ακόμη δέσμιος μιας θρησκευτικής κοσμοθεωρίας. Αντιλαμβάνεται τους νόμους της φυσικής σαν να είναι θεϊκές εντολές.
 
Οι νόμοι της θεωρίας του κβαντικού πεδίου είναι για αυτόν σαν την εντολή: «Γεννηθήτω φως». Οι νόμοι έχουν ένα είδος οντολογικής δύναμης ή ισχύος που μπορούν να διαμορφώσουν την άβυσσο, που κυοφορεί την ύπαρξη. Μπορούν να δημιουργήσουν έναν κόσμο από το τίποτα. Αλλά είναι μια πολύ απλοϊκή άποψη περί των φυσικών νόμων, σωστά;
Γιατί υπάρχει κάτι αντί για το τίποτα;
Γιατί υπάρχουμε εμείς;
Γιατί αυτό το σύνολο νόμων και όχι κάποιο άλλο;
Πρόκειται για το έσχατο ερώτημα της Ζωής, του Σύμπαντος και των Πάντων….  
Απόσπασμα από το βιβλίο «Το Μεγάλο Σχέδιο» των Stephen Hawking και Leonard Mlodinow
 
Γνωρίζουμε ότι οι νόμοι της φυσικής είναι στην πραγματικότητα γενικευμένες περιγραφές σχεδίων και κανονικοτήτων στον κόσμο. Δεν υπάρχουν έξω από τον κόσμο. Δεν έχουν οντικό σύννεφο από μόνοι τους. Δεν μπορούν να δημιουργήσουν έναν κόσμο από το τίποτα. Είναι μια πολύ ξεπερασμένη άποψη του τι είναι ένας επιστημονικός νόμος.
 
Και αν δεν με πιστεύετε σε αυτό, ακούστε τον Στίβεν Χόκινγκ, που και ο ίδιος πρότεινε ένα μοντέλο του κόσμου που ήταν αυτοδύναμο, δεν απαιτούσε καμία εξωτερική αιτία, κανέναν δημιουργό, και μετά από αυτή την πρόταση του, ο Χόκινγκ παραδέχτηκε ότι ακόμα ήταν προβληματισμένος. Είπε ότι αυτό το μοντέλο αποτελείται μόνο από εξισώσεις.
 
Τι δίνει πνοή σε αυτές τις εξισώσεις και δημιουργεί έναν κόσμο που αυτές θα περιγράψουν; Προβληματίστηκε με αυτό, άρα οι εξισώσεις δεν μπορούν να λειτουργήσουν από μόνες τους, δεν μπορούν να λύσουν τον γρίφο της ύπαρξης. Αλλά ακόμα κι αν οι νόμοι της φυσικής μπορούσαν να το κάνουν, γιατί να είναι οι συγκεκριμένοι νόμοι; Γιατί η θεωρία του κβαντικού πεδίου που περιγράφει ένα σύμπαν με ορισμένο αριθμό δυνάμεων, σωματιδίων και λοιπά; Γιατί όχι ένα τελείως διαφορετικό σύνολο κανόνων; Υπάρχουν πάρα πολλά μαθηματικά σταθερά σύνολα κανόνων. Γιατί όχι χωρίς νόμους; Γιατί όχι καθαρή ανυπαρξία;
 
Άρα είναι ένα πρόβλημα, είτε το πιστεύετε είτε όχι, που απασχολεί αρκετά τους φυσικούς που το εξετάζουν, και σε αυτό το σημείο στρέφονται στο μεταφυσικό, και λένε ότι ίσως το σύνολο των νόμων που περιγράφει το σύμπαν μας, ένα απλά ένα από πολλά σύνολα νόμων και περιγράφει ένα μέρος της πραγματικότητας, αλλά ίσως κάθε σταθερό σύνολο νόμων περιγράφει ένα διαφορετικό κομμάτι της πραγματικότητας, και στην πραγματικότητα όλοι οι πιθανοί φυσικοί κόσμοι όντως υπάρχουν και είναι όλοι εκεί έξω.
 
Βλέπουμε μόνο ένα μικρό μέρος της πραγματικότητας που περιγράφεται από τους νόμους του κβαντικού πεδίου, αλλά υπάρχουν πολλοί διαφορετικοί κόσμοι, κομμάτια της πραγματικότητας που περιγράφονται από διαφορετικές θεωρίες που διαφέρουν από τις δικές μας με τρόπους που δεν φανταζόμαστε, που είναι ασύλληπτα εξωτικοί.
 
Ο Στήβεν Γουάϊνμπεργκ, ο πατέρας του πρότυπου μοντέλου της μοριακής φυσικής, έχει στην ουσία και ο ίδιος φλερτάρει με την ιδέα ότι όλες οι πιθανές πραγματικότητες όντως υπάρχουν. Επίσης, ένας νεότερος φυσικός, ο Μαξ Τέγκμαρκ, που πιστεύει ότι υπάρχουν όλες οι μαθηματικές δομές, και η μαθηματική ύπαρξη είναι το ίδιο με τη φυσική ύπαρξη, έχουμε λοιπόν αυτό το τεράστια πλούσιο πολυσύμπαν που περικλείει κάθε λογική πιθανότητα.
 
Τώρα, παίρνοντας αυτή τη μεταφυσική λύση, αυτοί οι φυσικοί και φιλόσοφοι βασικά προσεγγίζουν μια πολύ παλιά ιδέα που αποδίδεται στον Πλάτωνα. Είναι η αρχή της πληρότητας ή γονιμότητας, ή η μεγάλη αλυσίδα της ύπαρξης, ότι η πραγματικότητα είναι όντως όσο το δυνατόν πιο ολοκληρωμένη.Αποστασιοποιείται από την ανυπαρξία όσο περισσότερο γίνεται.
 
Άρα έχουμε δύο άκρα αντίθετα.
 
Έχουμε από τη μια πλευρά την απόλυτη ανυπαρξία, και αυτή την οπτική της πραγματικότητας που περικλείει κάθε κόσμο που μπορούμε να αντιληφθούμε στον αντίθετο άκρο: την πιο πλήρως πιθανή πραγματικότητα, την ανυπαρξία, την απλούστερη πιθανή πραγματικότητα.
 
Τι βρίσκεται όμως ανάμεσα σε αυτά τα δύο άκρα; Κάθε είδους ενδιάμεσες πραγματικότητες που περιλαμβάνουν κάποια πράγματα και αποκλείουν κάποια άλλα. Μια από τις ενδιάμεσες πραγματικότητες είναι, ας πούμε, η πιο καλαίσθητη μαθηματικά πραγματικότητα, που αποκλείει τα άχαρα κομμάτια, τις άσχημες ασυμμετρίες και πάει λέγοντας.
 
Υπάρχουν βέβαια κάποιοι φυσικοί που θα σας πουν ότι όντως ζούμε στην πιο καλαίσθητη πραγματικότητα. Ο Μπράιαν Γκριν, που έχει γράψει ένα βιβλίο με τίτλο: «Το Κομψό Σύμπαν», ισχυρίζεται ότι το σύμπαν στο οποίο ζούμε είναι καλαίσθητο από μαθηματικής απόψεως. Μην τον πιστεύετε. Είναι ευσεβής πόθος, μακάρι να ίσχυε, αλλά νομίζω ότι πριν λίγο καιρό παραδέχτηκε πως πρόκειται για ένα άσχημο σύμπαν. Είναι βλακωδώς κατασκευασμένο, έχει υπερβολικά πολλές αυθαίρετες σταθερές σύζευξης και αναλογίες μάζας και περιττές οικογένειες στοιχειωδών σωματιδίων, και τι στο καλό είναι η σκοτεινή ενέργεια; Είναι μια δυσλειτουργική θεώρηση. Δεν είναι ένα καλαίσθητο σύμπαν.
 
Υπάρχει βέβαια και ο καλύτερος από όλους τους πιθανούς κόσμους από ηθικής πλευράς. Καλό θα ήταν να σοβαρευτείτε τώρα, καθώς ένας κόσμος στον οποίο συνειδητά πλάσματα δεν υποφέρουν άσκοπα, στον οποίο δεν υπάρχουν πράγματα όπως ο παιδικός καρκίνος ή το Ολοκαύτωμα. Είναι μια ηθική σύλληψη. Τέλος πάντων, μεταξύ ανυπαρξίας και πληρέστερης πιθανής πραγματικότητας, υπάρχουν ειδικές πραγματικότητες. Η ανυπαρξία είναι ιδιαίτερη. Είναι η πιο απλή. Μετά έχουμε την πιο καλαίσθητη πιθανή πραγματικότητα. Είναι κάτι ιδιαίτερο. Η πληρέστερη πιθανή πραγματικότητα είναι κάτι ιδιαίτερο.
 
Αλλά τι ξεχνάμε; Υπάρχουν και οι ευτελείς, κοινές πραγματικότητες που δεν είναι σε καμία περίπτωση ιδιαίτερες, είναι κάπως τυχαίες. Απέχουν απείρως από την ανυπαρξία, αλλά δεν φτάνουν με τίποτα την πλήρη ολοκλήρωση. Είναι ένας συνδυασμός χάους και τάξης, μαθηματικής καλαισθησίας και ασχήμιας.
 
Θα περιέγραφα αυτές τις πραγματικότητες ως ένα απέραντο, μέτριας ποιότητας, ατελές χάλι, μια γενικόλογη πραγματικότητα, ένα είδος κοσμικής προχειρότητας. Και αυτές οι πραγματικότητες, υπάρχει κάποια θεότητα σε κάποια από αυτές; Ίσως, αλλά η θεότητα δεν είναι τέλεια όπως αυτή των Ιουδαιο-Χριστιανών. Αυτή η θεότητα δεν είναι ούτε πανάγαθη ούτε παντοδύναμη. Μπορεί, αντιθέτως, να είναι 100 τοις εκατό κακόβουλη αλλά μόνο 80 τοις εκατό αποτελεσματική, το οποίο απεικονίζει λίγο ή πολύ τον κόσμο γύρω μας.
 
Έτσι θα ήθελα να προτείνω ότι η λύση στο μυστήριο της ύπαρξης είναι ότι η πραγματικότητα στην οποία ζούμε είναι μία από τις κοινές πραγματικότητες. Η πραγματικότητα πρέπει να καταλήγει κάπου. Μπορεί να καταλήγει στο να είναι ένα τίποτα ή τα πάντα ή κάτι ενδιάμεσο. Έχει λοιπόν κάποιο ξεχωριστό στοιχείο, είναι δηλαδή πραγματικά καλαίσθητη ή πλήρης ή πραγματικά απλή, όπως η ανυπαρξία, αυτό θα απαιτούσε μια εξήγηση. Αλλά εάν είναι μια από αυτές τις τυχαίες, κοινές πραγματικότητες, δεν υπάρχει περαιτέρω εξήγηση. Και πράγματι, θα έλεγα ότι αυτή είναι η πραγματικότητα στην οποία ζούμε.
 
Αυτό μας λέει η επιστήμη. Το 2014 πήραμε την συναρπαστική πληροφορία ότι η θεωρία της εμφύσησης, που προβλέπει μια μεγάλη, άπειρη, άτακτη, αυθαίρετη, άσκοπη πραγματικότητα, είναι σαν μια μεγάλη αφρίζουσα σαμπάνια που αναβλύζει ατελείωτα από ένα μπουκάλι, ένα τεράστιο σύμπαν, κυρίως άγονη γη με μικρούς θύλακες γοητείας και τάξης και ειρήνης, έχει επιβεβαιωθεί, αυτό το σενάριο της εμφύσησης, από τις παρατηρήσεις που έγιναν με ραδιοτηλεσκόπια στην Ανταρκτική που εξέτασαν τα χαρακτηριστικά των βαρυτικών κυμάτων ακριβώς πριν τη Μεγάλη Έκρηξη. Είμαι σίγουρος ότι αρκετοί το γνωρίζετε. Έτσι τέλος πάντων, πιστεύω ότι υπάρχει κάποια απόδειξη για το γεγονός ότι έχουμε καταλήξει σε αυτή την πραγματικότητα.
 
Τώρα βέβαια, γιατί θα έπρεπε να σας νοιάζει η ερώτηση «Γιατί υπάρχει ο κόσμος;». Είναι η κοσμική ερώτηση, που μοιάζει με μια πιο προσωπική ερώτηση: Γιατί υπάρχω; Γιατί υπάρχεις; ξέρετε, η ύπαρξη μας θα έμοιαζε να είναι απίστευτα απίθανη, επειδή υπάρχει ένας τεράστιος αριθμός γενετικά πιθανών ανθρώπων, αν τον υπολογίσετε από τον αριθμό των γονιδίων και των αλληλόμορφων γονιδίων κ.λπ. ένας πρόχειρος υπολογισμός θα σας πει ότι υπάρχουν περίπου 10 στην 10.000τη πιθανοί άνθρωποι, γενετικά. Είναι ανάμεσα στο 10 στην 100τη και στο 10 στην δύναμη του 10 στην 100τη. Κι ο αριθμός των ανθρώπων που έχουν πραγματικά υπάρξει είναι 100 δις, ίσως 50 δις, ένα απειροελάχιστο κλάσμα, άρα όλοι έχουμε κερδίσει το καταπληκτικό κοσμικό λαχείο. Είμαστε εδώ. Εντάξει.
 
Σε τι είδους πραγματικότητα θέλουμε λοιπόν να ζούμε; Θέλουμε να ζούμε σε μια ξεχωριστή πραγματικότητα; Τι κι αν ζούσαμε στην πιο καλαίσθητη πιθανή πραγματικότητα; Φανταστείτε την υπαρξιακή πίεση που θα δεχόμασταν για να είμαστε ανάλογα καλαίσθητοι, να μην αποτύχουμε στις προσδοκίες της. Και αν ζούσαμε στην πιο ολοκληρωμένη πιθανή πραγματικότητα; Τότε η ύπαρξη μας θα ήταν εγγυημένη, επειδή κάθε πιθανό πράγμα υπάρχει σε αυτή την πραγματικότητα, αλλά οι επιλογές μας δεν θα είχαν νόημα. Αν πραγματικά ζορίζομαι ηθικά και αγωνίζομαι και αποφασίζω να κάνω το σωστό, τι διαφορά έχει, αφού υπάρχει ένας άπειρος αριθμός εκδοχών του εαυτού μου που επίσης κάνει το σωστό κι άπειρος αριθμός που κάνει το λάθος.
 
Έτσι οι επιλογές μου δεν έχουν νόημα. Άρα δεν θέλουμε να ζούμε σε ιδιαίτερη πραγματικότητα. Κι όσον αφορά την ξεχωριστή πραγματικότητα της ανυπαρξίας, δεν θα συζητούσαμε κάτι τέτοιο. Έτσι πιστεύω ότι ζώντας σε μια κοινή πραγματικότητα που είναι μέτρια, έχει καλά και κακά, και θα μπορούσαμε να κάνουμε τα καλά περισσότερα και τα κακά λιγότερα και αυτό δίνει στη ζωή μας κάποιο σκοπό. Το σύμπαν είναι παράλογο, αλλά μπορούμε να έχουμε ένα σκοπό και αυτό είναι καλό, και η γενική μετριότητα της πραγματικότητας αντηχεί κάπως όμορφα με τη μετριότητα που όλοι αισθανόμαστε στην ουσία της ύπαρξης μας. Ξέρω ότι το αισθάνεστε. Ξέρω ότι όλοι είστε ξεχωριστοί,αλλά και κάπως κρυφά μέτριοι, δεν νομίζετε;
 
Τέλος πάντων, μπορούμε να πούμε ότι αυτό το μυστήριο της ύπαρξης, είναι απλά ανούσιες θεωρητικολογίες. Δεν εκπλήσσεστε από την ύπαρξη του σύμπαντος και έχετε καλή παρέα. Ο Μπέρτραντ Ράσελ είπε, «Θα πρέπει να πω ότι το σύμπαν είναι απλώς εκεί, και αυτό είναι όλο». Είναι ένα αναμφισβήτητο γεγονός. Και ο καθηγητής μου στο Κολούμπια, ο Σίντνει Μοργκενμπέσερ, σπουδαίος φαρσέρ της φιλοσοφίας, όταν του είπα, «Καθηγητά Μοργκενμπέσερ, γιατί υπάρχει εκεί έξω κάτι αντί για τίποτα;» Μου είπε, «Ε, καλά, ακόμα και αν δεν υπήρχε τίποτα, πάλι δεν θα ήσουν ευχαριστημένος.»
 
Οπότε εντάξει. Ώστε δεν εκπλήσσεστε. Δεν με νοιάζει.