Δευτέρα, 2 Ιανουαρίου 2017

ΕΛΛΗΝΙΣΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΚΑΛΛΙΜΑΧΟΣ - Ὕμνος εἰς Δήμητρα (6.118-6.139)

Αποτέλεσμα εικόνας για θεα δήμητραἌισατε παρθενικαί, καὶ ἐπιφθέγξασθε, τεκοῖσαι·
«Δάματερ μέγα χαῖρε, πολυτρόφε, πουλυμέδιμνε.»
120 χὠς αἱ τὸν κάλαθον λευκότριχες ἵπποι ἄγοντι
τέσσαρες, ὣς ἁμὶν μεγάλα θεὸς εὐρυάνασσα
λευκὸν ἔαρ, λευκὸν δὲ θέρος καὶ χεῖμα φέροισα
ἡξεῖ καὶ φθινόπωρον, ἔτος δ᾽ εἰς ἄλλο φυλαξεῖ.
ὡς δ᾽ ἀπεδίλωτοι καὶ ἀνάμπυκες ἄστυ πατεῦμες,
ὣς πόδας, ὣς κεφαλὰς παναπηρέας ἕξομες αἰεί.
ὡς δ᾽ αἱ λικνοφόροι χρυσῶ πλέα λίκνα φέροντι,
ὣς ἁμὲς τὸν χρυσὸν ἀφειδέα πασαίμεσθα.
μέσφα τὰ τᾶς πόλιος πρυτανήια τὰς ἀτελέστως,
τὰς δὲ τελεσφορέας ποτὶ τὰν θεῦν ἄχρις ὁμαρτεῖν,
130 αἵτινες ἑξήκοντα κατώτεραι· αἱ δὲ βαρεῖαι
χἄτις Ἐλειθυίᾳ τείνει χέρα χἄτις ἐν ἄλγει,
ὣς ἅλις, ὡς αὐτᾶν ἱκανὸν γόνυ· ταῖσι δὲ Δηώ
δωσεῖ πάντ᾽ ἐπίμεστα καὶ ὡς ποτὶ νηὸν ἵκωνται.
χαῖρε θεά, καὶ τάνδε σάω πόλιν ἔν θ᾽ ὁμονοίᾳ
135 ἔν τ᾽ εὐηπελίᾳ, φέρε δ᾽ ἀγρόθι νόστιμα πάντα·
φέρβε βόας, φέρε μᾶλα, φέρε στάχυν, οἶσε θερισμόν·
φέρβε καὶ εἰράναν, ἵν᾽ ὃς ἄροσε τῆνος ἀμάσῃ.
ἵλαθί μοι, τρίλλιστε, μέγα κρείοισα θεάων.

***
Τραγουδάτε οι παρθένες και οι γυναίκες ανυμνείτε:«Δήμητρα μεγάλη, χαίρε, γονιμότατη και πολυτρόφε».120Κι όπως φέρνουνε τον κάλαθον ίπποι λευκότριχοιτέσσερις, έτσι και σ᾽ εμάς η τρανή θεά η πολυκυβερνήτρανα φέρει το λευκόν έαρ, το λευκό θέρος και τη χειμωνιάκαι το φθινόπωρο, φυλάγοντάς μας και στο χρόνο που ᾽ρχεται.Κι όποιες μας απέδιλες και αμαντίλωτες στο άστυ περπατούμε,125τα πόδια και τις κεφαλές μας πάντα να ᾽χουμε γερά.Κι όπως οι καλαθοφόρες κουβαλούν καλάθια με χρυσό γεμάτα,όμοια κι εμείς με αφθονία το χρυσάφι να χαιρόμαστε.Ώσμε το πρυτανείο της πόλης οι αμύητες να πάνε,όμως οι μυημένες τη θεά να συντροφέψουνε μαζί,130όσες είναι κάτω απ᾽ τα εξήντα. Μα οι γεροντότερες,κι όποια βοήθεια απ᾽ την Ειλείθυια ζήτησε, κι όποια έχει πόνους,ας περπατήσουν ώς εκεί που τους βαστούν τα πόδια. Η Δηώ σε τούτεςόλα θα τα δώσει άφθονα και κάποτε θα δυνηθούν να πάνε ώς το ναό.Χαίρε θεά και φύλαγε την πόλη φέρνοντας ομόνοια135μα και συντροφικότητα. Και φέρε απ᾽ τους αγρούς τα πάντα νόστιμα.Φέρε βόδια, φέρε μήλα, φέρε στάχυα, φέρε θερισμούς,φέρε και ειρήνη. Κι όποιος καλλιέργησε, και να μαζέψει.Πολυπαράκλητη ελέησέ με, εσύ μεγάλη στις θεές ανάμεσα.

ΤΟ «ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΘΑΥΜΑ»

Αποτέλεσμα εικόνας για ελληνικη ιστοριαΗ ΓΕΝΕΣΗ ΤΗΣ ΦΙΛΟΣΟΦΙΚΗΣ ΣΚΕΨΗΣ

             Η φιλοσοφική στροφή στην ανθρώπινη σκέψη πραγματώνεται στους Έλληνες ή οι Έλληνες είναι οι πρωτουργοί της Φιλοσοφίας η οποία στον ιστορικό χρόνο φανερώνεται ως δικό τους αποκλειστι­κό δημιούργημα. Και η καμπή που σημειώνεται από και με την αποφασιστικής σημασίας στροφή στην ιστορία της ανθρωπότητας, αναδεικνύει ταυτόχρονα και τις διαστάσεις της ίδιας της Φιλοσο­φίας, εφόσον τα γενέθλια της συμπίπτουν με την ανάπτυξη όλων ίων στοιχείων του ριπιδίου που συνενώνει το πρωτότυπο πολιτι­σμικό παρελθόν της ελληνικής αρχαιότητας με τη δική μας εποχή. Μαζί με τη Φιλοσοφία και η Πολιτική, η Επιστήμη και οι Τέχνες, η ηθική και αισθητική αντίληψη, η πολύτροπη και ισχύουσα αξιολογία εκτείνονται σε κοινές ρίζες ενός πολιτισμού που διαμορφώ­νουν οι Έλληνες. Όπως παρατηρούσε το 1875 ο Άγγλος νομικός και κοινωνιολόγος Summer Maine, «σ’ αυτόν το μικρό λαό εναπόκειτο να δημιουργήσει την αρχή της προόδου και, με εξαίρεση τις τυφλές δυνάμεις της φύσης, δεν υπάρχει τίποτε στον κόσμο που να μην έχει ελληνική καταγωγή».

            Σε γνωστά έργα που αναφέρονται στην Ιστορία της σκέψης και της Φιλοσοφίας, οι Έλληνες χαρακτηρίζονται ως «ένας λαός καλλι­τεχνών και φιλοσόφων», ενώ διαπιστώνεται ότι η «ελληνική ζωή δεσπόζεται από ένα στοχασμό του μέτρου, της ακρίβειας, της τάξης και της αρμονίας, σύντονα, μέχρι αγωνίας ευαίσθητου για το γίγνεσθαι και την καθολική ροή των πραγμάτων, κάτι το οποίο εξηγεί και το ενδιαφέρον που παρουσιάζει η μελέτη της ελληνικής σκέ­ψης»1.
 
            Οι Έλληνες φέρονται ως πλαστουργοί της Φιλοσοφίας, των Κοινωνικών επιστημών και της Πολιτικής και δημιουργοί των αφηρημένων επιστημών όπως της Λογικής και των Μαθηματικών και διευτερευόντως της Ιατρικής και των Φυσικών επιστημών. Προπάντων έχουν προσδώσει στην επιστήμη το αναλυτικό της όρ­γανο αντικαθιστώντας έτσι τις μέχρι τότε απλές πρακτικές των γεωμετρών και την αστρονομία εντελώς εμπειρική ανάμεικτη με αστρο­λογία. Της προσέδωσαν ακόμη μια θεωρητική μέθοδο πραγματευόμενη αριθμούς και μορφές και την εφαρμογή του συλλογισμού και της επαγωγής που ακλόνητα συναρτά το δεδομένο από εκείνες τις αρχές, των οποίων είναι η συνέπεια. Και η παραγωγική ορμή της ελληνικής σκέψης, πριν ακόμη ο Σωκράτης την πειθαρχήσει και της προσδώσει ένα σταθερό άξονα, διατύπωσε και πρό6αλε όλες σχεδόν τις επιστημονικές θεωρίες στις οποίες έκτοτε ο ανθρώπινος στοχα­σμός δεν έπαυσε να μεταιωρίζεται. Έτσι η ελληνική σκέψη πρόσφε­ρε στην ανθρωπότητα τις μοναδικές διεξόδους στο πεδίο του επιστη­τού, χαράσσοντας της τα σχετικά όρια και φέροντας την στο κατώ­φλι του μυστηρίου το οποίο δεν δίστασε να αντιμετωπίσει με τόλμη και φαντασία.
 
            Στην ίδια ακριβώς ευθεία, το «ελληνικό θαύμα», όπως εύστοχα αποκλήθηκε από τον Renan, σημαίνεται και στα ανεξίτηλα ίχνη του Πλάτωνος, εκεί όπου η Ιδέα ως ερμηνευτική αρχή των φαινομένων και της ίδιας της πραγματικότητας, υποβάλλει τη μορφή σε μιαν αφαίρεση και οδηγεί τον αισθητό και νοητό κόσμο στην αναγκαία και αμετάβλητη ουσία του, την οποία συλλαμβάνει το πνεύμα. Κάτι το οποίο παράγει τα πάντα και το ίδιο πάντα υπάρχει και είναι ανώλεθρο. Κάτι το οποίο μας προσφέρει ως ον και ως νοούμενο, το σύνολο και ταυτόχρονα το καθ’ έκαστον. O Bergson σχετικά απο­φαίνεται ότι οι Έλληνες και ειδικά ο Αριστοτέλης, συγκρότησαν μια Μεταφυσική η οποία είναι η «φυσική μεταφυσική της ανθρώπι­νης διανόησης», δηλαδή μια μεταφυσική που έχει τη δυνατότητα, αλλά και που οφείλει να είναι ταυτόχρονα εύκαμπτη και σταθερή, κάτι το οποίο πετυχαίνει με την εισαγωγή των εννοιών της συνέ­χειας και του ενδεχόμενου ως μόνη εγγύηση της ατομικότητας και της προσωπικότητας, αλλά και με την παραπομπή στο Αγαθό που θεάται τις Ιδέες και τις προβάλλει στο όν. Μια μεταφυσική, η οποία έκτοτε συνεχώς κληρονομείται στη Φιλοσοφία και της οποίας η επαγωγή φθάνει μέχρι την εποχή μας. Μιαν εποχή όπου το «φιλο­σοφείν» εξακολουθεί να σημαίνει και «πλατωνίζειν». Κάτι που υπο­νοεί την αέναη, πίσω από τον κόσμο των αισθητών φαινομένων, αναζήτηση της αθέατης πραγματικότητας την οποία συλλαμβάνει «το μάτι του πνεύματος» και το οποίο με τη σειρά του την ενισχύει.
 
            Ομολογείται ακόμη ότι οι Έλληνες, δημιουργοί της Γραμματικής και της Λογικής, της Φυσικής και της Μεταφυσικής, της Επιστήμης και της Φιλοσοφίας, διέθεταν ήδη από τον 5ο π.Χ. αιώνα μια γλώσσα η οποία με τη λεπτότητα, την ακρίβεια και τη διαύγεια της αποτέλεσε ένα θαυμάσιο όργανο ανάλυσης και διαμόρφωσε ένα διαιώνιο σύστη­μα σημείων που κυριαρχεί και στην εποχή μας. Αναντίρρητα, η ση­μειολογία που εγκαθίδρυσαν οι Έλληνες ισχύει σήμερα παγκοσμίως ως θεμελιακό στοιχείο του σύγχρονου πολιτισμού, ακλόνητο και απρόσβλητο από όποια πολυπολιτισμική φλυαρία, η οποία όπως είναι ευνόητο μόνο παράπλευρους τομείς μπορεί να αφορά. Πρόκειται για εκείνη τη σημειολογία που ενεργοποιεί τις επιστημονικές και νομι­κές αντιλήψεις και εκφράζει τις θρησκευτικές πεποιθήσεις των αν­θρώπων όπου γης. Η σημειολογία την οποία ανακάλυψαν οι Έλλη­νες είναι τόσο πλατιά και αγκαλιάζει τόσο βασικές έννοιες οι οποίες συνυπάρχουν με τη μέθοδο σκέψης και την θεώρηση των πραγμάτων, ώστε η χρήση της οδηγεί σε μια καθ' εαυτόν «διανοητική φύση» που έχει γίνει η δεύτερη φύση της ανθρωπότητας. Παράδειγμα είναι λέ­ξεις/σημεία όπως: φαινόμενον, άπειρον, γένεσις, τύχη, ανάγκη, ου­σία, αρχή, λόγος, φύσις, τέλος, κόσμος, νους, γένος, είδος, μορφή, εντελέχεια αλλά και ηθική, πολιτική, οικονομία, δημοκρατία, πράξη όπως και μουσική, αρμονία, θέατρο, δράμα, τραγωδία, κωμωδία.
 
            Σε επέκταση λοιπόν όλων αυτών των διαπιστώσεων και ως συ­μπέρασμα, οι συγγραφείς των Ιστοριών της ανθρώπινης σκέψης δεν παραλείπουν να καταλήγουν πως «όλοι μας (δηλαδή όλη η ανθρω­πότητα που διαλέγεται με την κοινή σημειολογία που αναφέρθηκε) είμαστε τα πνευματικά παιδιά της Ελλάδας». Και αυτό «εφ’ όσον οι μορφές σκέψης που κληρονομήσαμε από τους Έλληνες καλύπτουν όλο το πεδίο της διανόησης και του πνεύματος».
 
Ακόμη και με λιγότερο ενθουσιαστική και περισσότερο κριτική διάθεση, η αξιολόγηση του «ελληνικού θαύματος» στην εποχή μας γίνεται με προοπτική τη συνάφεια του με αυτήν. Η κριτική όπου αυτή ασκείται οφείλεται περισσότερο στη λήθη της Αρχαιότητας παρά στη γνώση της. Και αυτό, δεδομένου ότι «καθημερινά στα σχέδια, τις πράξεις και τις φράσεις μας συλλέγουμε το αφηρημένο πρότυπο του χώρου από τους Έλληνες».
 
            Ο χώρος όμως των Ελλήνων, εκεί όπου αναπτύχθηκε και το σημερινό σχεδίασμα του κόσμου μας, δυόμιση τουλάχιστον χιλιε­τίες πριν, δηλαδή η Ελλάδα έχει σαφή γεωγραφικά όρια παρά το γεγονός ότι η ίδια δεν έπαυε να αποτελεί μιαν αφαίρεση. Σήμερα Ελλάδα είναι μια χώρα, ένα συγκεκριμένο κράτος, όπως είναι η Γαλλία ή η Ιταλία. Ωστόσο στην Αρχαιότητα δεν υπάρχει τίποτε που να μπορεί να συγκριθεί με αυτό που σήμερα οι Έλληνες αποκαλούν «χώρα μας». Πα τους Έλληνες η Ελλάδα ήταν κάτι το γενικό, ανά­λογο με τη «χριστιανοσύνη» στο Μεσαίωνα ή τον «αρα6ικό κόσμο» στις μέρες μας. Και αυτό γιατί οι Έλληνες ποτέ δεν είχαν αποτελέ­σει μια πολιτική ή εδαφική ενότητα.
 
            Η Ελλάδα της αρχαιότητας εκτεινόταν σε μια εκπληκτικού εύ­ρους γεωγραφική ζώνη που περιλάμβανε τις ανατολικές ακτές του Εύξεινου Πόντου, τα παράλια της Μικράς Ασίας, τα νησιά του Αιγαίου, τη σημερινή Ελλάδα, τη Νότια Ιταλία και το μεγαλύτερο τμήμα της Σικελίας και προεκτεινόταν δυτικά στις δυο ακτές της Μεσογείου μέχρι την Κυρηναϊκή στη Λιβύη, τη Μασσαλία, περι­λαμβανομένων και μερικών τμημάτων της Ισπανίας. Γενικά, η ζώνη αυτή μπορεί να παρασταθεί σαν μια μεγάλη έλλειψη, με τη Μεσό­γειο (και τον Εύξεινο Πόντο θεωρούμενο ως προέκταση της, διαμέ­σου των στενών του Ελλησπόντου και του Βοσπόρου και ενδιάμεσα της Προποντίδας) να συγκροτεί έναν επιμήκη άξονα - μια πολύ πλατιά έλλειψη, δεδομένου ότι ο ελληνικός πολιτισμός μεγάλωσε και ανα­πτύχθηκε στη θάλασσα και όχι στο εσωτερικό. Η έλλειψη αυτή εστιά­ζεται στο Αιγαίο, θάλασσα απολύτως και ολοκλοηρωτικά ελληνική, θάλασσα όπου κυριαρχεί το καθάριο και συνάμα αμίαντο και άγιο φως, το φάος ἀγνόν.
 
Μπορούμε να απαριθμήσουμε ένα προς ένα τα μεγάλα κέντρα της τεράστιας έλλειψης στην οποία εκτείνεται η Ελλάδα, ο ελληνι­κός κόσμος, δίχως να εισχωρήσουμε στο εσωτερικό σε βάθος μεγα­λύτερο των τριάντα-σαράντα χιλιομέτρων. Εκτός από αυτή τη λε­πτή εδαφική ζώνη, η ενδοχώρα θεωρούνταν πάντα περιφεριακά, γιατί εκεί η γη προορισμό είχε την εκμετάλλευση των προϊόντων της που εξασφάλιζαν στον ελληνικό κόσμο τη διατροφή, που του παρείχαν τον ορυκτό πλούτο και τους δούλους, μια γη που προορισμό της είχε να δέχεται τα προϊόντα της ελληνικής βιοτεχνίας και όχι να οικισθεί από Έλληνες.
 
            Η έλλειψη ενιαίας πολιτειακής οργάνωσης των Ελλήνων δεν σήμαινε και έλλειψη ενιαίας εθνικής, θα λέγαμε σήμερα, συνείδη­σης. Αντίθετα απ' ό,τι συνέβαινε σε πολλά πολιτειακά μορφώματα της αρχαιότητας όπου το ενιαίο του κράτους δεν συνοδευόταν κατ' ανάγκη από μια ενιαία συνείδηση του λαού ή των λαών που περι­λαμβανόταν στα όρια της επικράτειας, όλοι οι Έλληνες χωρισμένοι οε διάφορα κράτη είχαν κοινή συνείδηση ότι ανήκαν σε ενιαίο πο­λιτισμό. Η εθνική δηλαδή συνείδηση των Ελλήνων, η συνενωτική συνείδηση της ελληνικότητας, αναδυόταν από τη συμμετοχή και το μερισμό κοινής πολιτιστικής αξιολογίας, η χρήση της κλίμακας της οποίας ήταν κοινή. Για τον Ηρόδοτο «τό λληνικόν, ἐόν ὅμαιμόν τε καί ὁμόγλωσσον, καί θεῶν ἱδρύματα τε κοινά καί θυσίαι ἤθεά τε ὁμότροπα», δηλαδή η ύπαρξη του Ελληνικού έθνους οφείλεται στην ταυτότητα του αίματος και της γλώσσας, των ναών και της θρη­σκείας, στον κοινό τρόπο της ζωής μας. Ο προσδιορισμός από τον Ηρόδοτο της εθνικής συνείδησης διακρίνεται για την εκπληκτική ευκρίνεια στη στοιχείωσή της, δεδομένου ότι διόλου δεν διαφέρει από εκείνον που δίνει η σύγχρονη Κοινωνιολογία ή η Πολιτική Επιστήμη. Στο κοινό πεδίο «ημείς» που συνδέει τους Έλληνες, ο Ηρόδοτος, γεννημένος το 484 π.Χ., συγκαταλέγει και την κοινή καταγωγή, το «ὅμαιμον», το ίδιο αίμα. Έναν αιώνα μετά, περίπου το 380 π.Χ. ο Ισοκράτης, στην ωραιότερη ίσως ρήση του έργου του, δίνει το μέτρο της εθνικής συνείδησης των Ελλήνων — συνείδηση ταυτόχρονα και της ανωτερότητας του πολιτισμού που είχαν ανα­πτύξει: «Τοσοῦτον δ' ἀπέλειπεν ἡ πόλις ἡμῶν περί τό φρονεῖν καί λέ­γειν τούς ἄλλους ἀνθρώπους, ὥσθ' οἱ ταύτης μαθηταί τῶν ἄλλων διδά­σκαλοι γεγόνασιν, καί τό τῶν Ἑλλήνων ὄνομα πεποίηκεν μηκέτι τοῦ γένους, ἀλλά τῆς διανοίας δοκεῖν εἶναι, καί μᾶλλον Ἕλληνας καλεῖσθαι τούς τῆς παιδεύσεως τῆς ἡμετέρας ἤ τούς τῆς κοινῆς φύσεως με­τέχοντας», δηλαδή η πόλη μας —η Αθήνα— ξεπέρασε τόσο πολύ τους άλλους ανθρώπους ως προς τη σκέψη και το λόγο, ώστε οι μαθητές της έγιναν δάσκαλοι των άλλων και έκανε το όνομα των Ελλήνων να χρησιμοποιείται όχι ως προσδιορισμός της καταγωγής, αλλά του καλλιεργημένου πνεύματος και να ονομάζονται περισσό­τερο Έλληνες εκείνοι που έχουν τη δική μας παιδεία παρά εκείνοι που ανήκουν στην ίδια φυλή με μας.
 
            Η διαφορά ανάμεσα στους δύο ορισμούς είναι προφανής. Ο αιώ­νας που χωρίζει τον Ηρόδοτο από τον Ισοκράτη είναι εκείνος στον οποίο πραγματώθηκε η τέλεια καρποφορία του Ελληνικού πολιτι­σμού ή που οι καρποί του τελευταίου έχουν φθάσει στην ωριμότητα τους. Το κριτήριο πλέον δεν είναι μόνον περισσότερο πολιτιστικό απ’ ό,τι ήταν, είναι σχεδόν αποκλειστικά πολιτιστικό, έχει δηλαδή συντελεστεί η υπέρβαση του βιολογικού παράγοντα από τον πνευ­ματικό, έχει κυριαρχήσει ο νους του σώματος, ή ο νους έχει δομή­σει έναν κόσμο πανανθρώπινο όσο και Ελληνικό.
 
            Μόνον αφελείς όσο και εκ του πονηρού αμφισβητήσεις για την αξία που κομίζει η βαριά πνευματική κληρονομιά, την οποία οι Έλληνες κληροδότησαν σε επιγενόμενους πολιτισμούς και σε μετα­γενέστερες εποχές, όπως και στη δική μας, μπορούν να γίνουν. Και είναι αφελείς, όσο και πονηρές, συνεπώς δίχως αντικείμενο, αν λάβει κανείς υπόψη τη δίτροπή τους κατεύθυνση: Από τη μια προβάλλε­ται ότι πολλά στοιχεία από τα οποία δομήθηκε η ελληνική σκέψη, η πρώτη ύλη που χρησιμοποιήθηκε, ως ένα βαθμό ανευρίσκεται σε προγενέστερους πολιτισμούς της Εγγύς, κυρίως, Ανατολής. Ωστόσο η ιδιαιτερότητα όσο και η πρωτοτυπία της ελληνικής σκέψης δεν προκύπτει από τα καθ’ έκαστον στοιχεία από τα οποία δομείται η ίδια, αλλά από την ίδια τη δομή στην οποία συντάσσονται και με­τουσιώνονται, δηλαδή στο λόγο που τα συναρθρώνει, έτσι όπως αρ­θρώνεται ο ίδιος. Κυρίως όμως ανευρίσκεται στην αναμφισβήτητη πατρότητα του ίδιου του λόγου, στη διαιώνιά του μοναδικότητα. Κάτι που ανήκει αποκλειστικά στους Έλληνες.
 
            Σε ένα πρόσφατο και πολύ αξιόλογο σύγγραμμα που πραγμα­τεύεται την «Ελληνική σκέψη», δίνεται νηφάλια, αλλά αποστομωτι­κή απάντηση σε ισχυρισμούς της σύγχρονης παρακμής:
 
            «Η ακατάλυτη πρωτοτυπία των ίδιων των Ελλήνων ίσως να ειναι η ακόλουθη: ότι εξ ορισμού και από την ίδια την κατάσταση εί­ναι οι μόνοι που δεν είχαν τους Έλληνες να προηγούνται απ' αυ­τούς. Αναμφίβολα ο πνευματικός τους πολιτισμός δεν δημιουργήθη­κε εκ του μηδενός, όπως και τις αρχές του αλφάβητου τους τις έχουν δανειστεί απ' τους Φοίνικες. Έτσι δεν πρέπει να μεμψιμοιρούμε για το ότι οι σύγχρονοι ιστορικοί και επιστήμονες, με μια δύναμη αυ­ξανόμενης πεποίθησης, υποκαθιστούν το «Ελληνικό θαύμα» από τους «Έλληνες δίχως θαύμα». Αλλά εκείνο που οι Έλληνες κατόρθωσαν με τους προηγούμενους πολιτισμούς, ήταν ότι πολύ νωρίς τους μετασχημάτισαν, εναποθέτοντας τη δική τους ανεξίτηλη σφραγίδα, και στράφηκαν ενάντια στους πιστωτές τους, που τους φαίνονταν να παριστούν είτε έναν αντίθετο πολιτισμό (η εκπληκτική Αίγυπτος με το κύρος της), είτε το αντίθετο του ίδιου του πολιτισμού (η δε­σποτική και βάρβαρη Μεσοποταμία). Όπως όλοι όσοι τους ακο­λουθήσουν, στοχάζονται πάνω στους Έλληνες, αλλά κανείς δεν το κατορθώνει, πολύ απλά γιατί οι Έλληνες, είναι εκείνοι οι ίδιοι. Η σκέψη τους, όπως εκείνη του Αριστοτελικού θεού, είναι μια σκέψη της σκέψης»2.
 
            Από την άλλη, οι πονηρές κριτικές προσανατολίζονται στην αμ­φισβήτηση της ελληνικής πολιτισμικής και πολιτικής ειλικρίνειας με απλοϊκές προτάσεις που στρέφονται στον τύπο της κοινωνίας και των παραγωγικών σχέσεων κατά την ελληνική Αρχαιότητα. Για παράδειγμα με περισσή υποκρισία διατυπώνεται το ερώτημα κατά πόσο μπορούμε να αναφερόμαστε σε δημοκρατική κοινωνία στην οποία οι δούλοι και οι μέτοικοι, δηλαδή οι μη πολίτες είναι υπέρτε­ροι κατά πολύ των ελεύθερων και κατ’ επέκταση ενεργών πολιτών; Και ενώ η υποκρισία, σε μεγαλύτερο βαθμό, προκύπτει από την υποκειμενική λήθη του πραγματικού μηνύματος που κομίζει στην ανθρωπότητα η ελληνική σκέψη, η οποία ενισχύεται από την άγνοια της αρχαίας γραμματείας, η απάντηση των ερωτημάτων έρχεται αποστομωτική από τους κατόχους και γι' αυτό συναπολογητές της σκέψης και συνάμα κατήγορους των κατηγόρων της.
 
            Στο πρόσφατο σύγγραμμα που μνημονεύσαμε διευκρινίζεται ότι «μεταξύ της λήθης των αρχαίων μηνυμάτων και του μη επιδεχόμενου τη λήθη λόγου, κληρονομήσαμε από τους Έλληνες δυο αντιθε­τικά και αδιαχώριστα μεταξύ τους πράγματα: τα υπογάστρια ψέμα­τα και τις καθαρές αλήθειες». Ποια είναι, λοιπόν τα ψέματα και ποιες οι αλήθειες;
 
            Για ποιες δημοκρατίες μπορεί να υπερηφανεύεται με περισσή υποκρισία και ωμότητα η ανθρωπότητα σήμερα; Μήπως για την αμερικανικού τύπου ή του τύπου που προδιέγραψε o Condorcet, o οραματιστής της προόδου της ανθρωπότητας, ο διαφωτιστής με το τραγικό τέλος, δηλαδή αυτό που αποκαλούμε «σύγχρονες δημοκρα­τίες»; Το ερώτημα αναπέμπει στη διακρίβωση εάν και κατά πόσον υπάρχει ισότητα εκεί όπου αυτή εκλαμβάνεται ως δεδομένη. Δεν υπήρξε ισότητα ούτε μεταξύ της αριστοκρατίας αλλοτινών εποχών και γι' αυτό είναι ανεπίτρεπτη και η εξίσωση και υπαγωγή της σε μια γενική κατηγορία. Βαρόνοι και μαρκήσιοι, μικροί ευγενείς ή μεγάλοι κυρίαρχοι διαμόρφωναν μια κλειστή και προστατευμένη κοινωνία, έτσι όπως στην Αρχαία Ελλάδα ήταν «τεράστιος ο αριθ­μός των μετοίκων, των δούλων και των γυναικών δίχως ψυχή» σε σχέση προς τους ελεύθερους πολίτες. Παρόμοια όμως δεν είναι στις μέρες μας και η κατάσταση των «δίχως ψωμί και παιδεία άθλιων του Τρίτου και Τέταρτου κόσμου»; Αυτού του είδους δημοκρατίες «δεν χάνουν ποτέ τη δύναμη και τη δόξα τους και από πλευράς γέννησης, γνώσης, πολιτικής εξουσίας, νομικής, μέσων μαζικής επικοινωνίας ή δημοσιονομικής, καλύπτουν υποκριτικά τις πιο σκληρές ολιγαρχίες που βρίσκονται στη δεξιά όπως βρίσκονται και στην αριστερά, τις δικές τους και τις δικές μας. Και οι επωφελούμε­νοι από όλα τα θεσμικά πλεονεκτήματα υπερφαλαγγίζουν σε από­λαυση τη λογική, τη δικαιοσύνη, την καλοσύνη, με κορύφωση της ανεξίσωσης: την ευγνωμοσύνη της ανθρωπότητας. Έχουμε ωσαύ­τως κληρονομήσει από την Ελλάδα τις ψευδολόγους διαδόσεις, οι οποίες κάτω από τα άνθη τους κρύβουν μιαν ανισότητα, η βαρβαρό­τητα της οποίας απανθρωπίζει, οδηγεί στη λιμοκτονία και δολοφο­νεί τους αδύναμους»3.
 
Όπως διαπιστώνει κανείς δεν παρίσταται καν ανάγκη να έχει κανείς υπόψη του ότι η Ελληνική Αρχαιότητα ήταν μια κοινωνία η οποία χρονικά απέχει πολύ από τη δική μας, συνεπώς θα όφειλε ως εποχή και ως πολιτισμός να χαίρει την επιείκεια μιας αναλογικής μεταχείρισης, θα μπορούσε κανείς να αντιτείνει το επιχείρημα ότι οι Έλληνες δεν πέτυχαν μεν την ισότητα αλλά ήταν εκείνοι που πρώτοι διατύπωσαν εξισωτικές αντιλήψεις, όπως διατύπωσαν σχε­δόν όλες τις απόψεις που εκφράζονται ως υψηλά διανοήματα της εποχής μας - και κάθε εποχής. Πολύ δύσκολα 6ρίσκει κανείς κάτι που δεν εξέφρασαν ή δεν υπεννόησαν οι Έλληνες. Ίσως οι Έλλη­νες να ήταν οι μόνοι που «όλα είδαν και όλα διέγνωσαν».
 
            Η Ελληνική Αρχαιότητα είναι τόσο διαχρονική, όσο και σύγχρο­νη. Και ως συγκριτικό με αυτήν μόρφωμα δεν πρέπει να προσάγε­ται μόνον εκείνο της Δυτικής κοινωνίας και της δυτικής σκέψης, αλλά και άλλα, μεταξύ των οποίων και του Ισλάμ, μια και σ' αυτό η επίδραση της ελληνικής σκέψης υπήρξε αποφασιστική. Εάν και κατά πόσο τα μετέπειτα μορφώματα πλησιάζουν ή απομακρύνονται από το αρχικό, είναι ένα ζήτημα που η επίλυση του προϋποθέτει γνώση των ειδικών συνθηκών που ορίζουν την κοινωνική σύνθεση καθενός από αυτά.
 
            Σε αντίθεση προς το ψεύδος, υπάρχει «και η καθαρή αλήθεια που έχουμε πάρει από την Ελλάδα». Μπορεί να έχουμε «χάσει όλα τα ίχνη αυτού που ήταν η αρχαία ιστορία γύρω από το Αιγαίο». Δεν είναι μόνο ότι «το χώρο της ελληνικής εγκυκλοπαίδειας ραβδώνουν διαγωνίως ζεύγη στα οποία διαλέγονται το παγκόσμιο με το ειδικό, το πιο λιτό, ενώ η ένταση τους δεν διαλύεται ποτέ», είναι ότι προκειμέ­νου να κατανοήσει κανείς την ελληνική γνώση, στη βάση της δικής μας, «θα πρέπει να συνενώσει πρώτα απόλα τα διπλά όργανα των πιο πρόσφατων ανθρωπιστικών επιστημών: της Γλωσσολογίας, της Εθνολογίας, της Εθνογραφίας, των Συγκριτικών μυθολογιών, των διαφόρων Ανθρωπολογιών και ειδικά των θρησκειών, των θεωριών της θυσίας... πλέον εκείνων των εξαιρετικών επιστημών ακριβείας: της Μεταμαθηματικής, της Λογικής, των διαφόρων αλογαρίθμων». Τέλος, θα πρέπει να τοποθετηθεί μια τρίτη γνώση, διαμερική ή διαγωνική σε σχέση προς τις επιστήμες των δύο προηγουμένων κατηγοριών, ισχυ­ρών και κοινωνικών». Αυτό προϋποθέτει την ακολουθία εκείνης της πορείας που χάραξαν «ο Πλάτων και ο Αριστοτέλης και οι Στωικοί και τόσοι άλλοι που ανακάλυψαν τη Φιλοσοφία ως σκέψη των νόμων της αφηρημένης παράστασης, των νόμων του κόσμου και των νόμων του άστεως, όπως τη σκέψη του ενικού, του ατομικού, του κοινωνι­κού και του παγκόσμιου, τα τοπικά είδωλα και τις σχηματικές ιδέες». Είναι ο μονόδρομος της φιλοσοφικής πορείας που ακολουθεί ο δυτι­κός άνθρωπος, αλλά και ο κάθε άνθρωπος παγκοσμίως.
 
Αυτό σημαίνει πως πάνω απ' όλα όμως η Ελλάδα, ως ιστορική πραγματικότητα και ειδικά το Αιγαίο, το ελληνικό αυτό Αρχιπέλα­γος, κατέλιπε στην παγκοσμιότητα κάτι το μοναδικό και αξεπέρα­στο. «Δεν θα υπάρξει στην ιστορία των λαών και απ’ όλες τις γλώσ­σες, παγκοσμίως, μια και μόνη επιστήμη, μια και μόνο σύμφυτη γνώση που θα αποκαλείται πάντοτε στα ελληνικά από την κατάληξη στην οποία οικεί το προκαθορισμένο». Πρόκειται βέβαια για το Λόγο ως αρχή και ως λέξη/σημείο.
 
Οι εισαγωγικές όμως παρατηρήσεις μας για την ελληνική σκέψη θα πρέπει να μας οδηγήσουν στη γένεση του κυριώτερου καρπού της, της Φιλοσοφίας. Η γένεση που προϋπέθετε μια κυοφορία ανακατατάξεων και μετεξελίξεων της ελληνικής κοινωνίας μέσα στον ιστορικό χρόνο.
 ------------------- 
1 Jaques Chevalier, Histoire de la Pensee, I, La Pensée Antique, Flamarion, Paris 1955, σελ. 59.
 
2 Jaques Brunschwig, Geoffrey Lloyd, Le Savoir Grec, Flamarion, Paris 1996, σελ. 17-18.
 
3 Michel Serres, "Diagonales", πρόλογος, όπ. παρότι, σελ. 11.

Ονειρική Μνήμη...

Αποτέλεσμα εικόνας για Ονειρική Μνήμη...Το πιο δύσκολο πράγμα είναι να προσφέρεις την αρχαία σοφία σήμερα, χωρίς να τη γνωρίζεις ουσιαστικά και έχοντας προσθέσει σε αυτήν, τη γνώση του σήμερα. 

Για τον επιφανειακό, γραμμικό νου της σύγχρονης προσωπικότητας, αυτό μοιάζει ακατανόητο, αδύνατον, πλάνη του ατόμου, ύβρης, αντιφατικό και ό,τι άλλο μπορεί να σκεφτεί ο καθένας.

Βέβαια, όταν παπαγαλίζουμε ό,τι μας έδωσαν από την αρχαία σοφία ή όταν αναπαράγουμε απλά λόγια άλλων πιστεύοντας πως γεμίζοντας το νου μας με πληροφορία, έτσι γνωρίζουμε, δεν είναι δυνατόν να μεταπηδήσουμε στο πιο πάνω «θεώρημα», μη κατανοώντας το.

Όπως, το ίδιο βολικά ξεχνάμε πως «η γνώση είναι μέσα μας», θεωρώντας τον εαυτό μας διαχωρισμένο και γραμμικά τοποθετημένο στον προσωρινό χρόνο που ονομάζουμε «ζωή».

Περιμένοντας όμως η ζωή να λειτουργήσει όπως εμείς τη θυμόμαστε και έτσι την προβάλλουμε, είναι σα να περιμένουμε τα ποτάμια να γυρίσουν ανάποδα και να οδεύουν προς τα βουνά.

Έχουν νόημα όμως κάποια από αυτά που λέμε, κι ας μην κατανοούμε τις συνδέσεις.

- Με τον ίδιο ακριβώς τρόπο δεν θα αναγνώριζε κανείς – πέρα από πολύ ελάχιστους – τον Επίκουρο αν εμφανιζόταν ξανά στη γη, με σύγχρονα χαρακτηριστικά, αντίστοιχα με την εποχή μας.

- Με τον ίδιο τρόπο θα καταδίκαζαν όλοι – ειδικά οι πιο «μορφωμένοι» - το Σωκράτη, αν προκαλούσε τα δεδομένα της σύγχρονης κοινωνίας, με αντίστοιχο «μοντέρνο» τρόπο.

- Με τον ίδιο τρόπο θα έκρυβε ο Πυθαγόρας τη γνώση από τους πολλούς αδαείς που έλκονται από τη δύναμη, το μυστήριο μα δεν κατανοούν πέρα από την επιφάνεια του Είναι τους.

- Με τον ίδιο ακριβώς τρόπο θα αγνοούσαν οι άνθρωποι την Υπατία, αν περπατούσε ανάμεσά μας, υπηρετώντας την Αλήθεια που αναζητούσε με σύγχρονη γλώσσα, με διαφορετικά ενδύματα και επιλογές.

Γιατί χρειάζεται ταυτόχρονα ταπεινότητα και ακλόνητη σιγουριά για να καταφέρεις να βλέπεις καθαρά. Χρειάζεται βασικές έννοιες να έχουν κατανοηθεί, αφού πρώτα αναγνωριστεί η διαστρέβλωσή τους. Χρειάζεται ευθύνη να αναλάβει κανείς την ευθύνη της παραμόρφωσής του. Και είναι δουλειά...

Οι περισσότεροι αρκούνται στο να προσθέτουν πληροφορίες, στην ίδια διαστρεβλωμένη τους αντίληψη, μη θέλοντας να γκρεμίσουν ολιστικά, την προσωπικότητα που έχτισαν με τόσο μόχθο και την ζωή που ονειρεύονται να είναι αληθινή.

Πώς άλλωστε να αναγνωρίσουν πως «με τις καλύτερες προθέσεις» εξακολουθούν να υπηρετούν το ίδιο ακριβώς σύστημα που καταπολεμούν; Οξύμωρο, παράδοξο, όμως η Αλήθεια δεν εξαφανίζεται, απλά επειδή εμείς δεν θέλουμε πεισματικά να τη βλέπουμε.

Το σχεδόν ακατόρθωτο όμως παραμένει το ζητούμενο…
 
Γιατί όλα ξανάρχονται αλλαγμένα και αγνώριστα για να τα ανακαλύψεις ξανά.  Η επανάληψη όμως δεν υπάρχει και το μεγαλύτερο μέρος της όρασης πραγματικότητας παραμένει αόρατο. Η σπειρωειδής ύπαρξη δεν είναι ο τελικός σκοπός αλλά αυτός δεν αποκαλύπτεται μέσα στα όνειρα που φαντάζουν μοναδικά και πραγματικά.
 
Το παράδοξο είναι ότι η ζωή σου ΕΙΝΑΙ πραγματική, όσο κι αν θέλουν να σε πείσουν πως είναι ασήμαντη, ονειρική και ψεύτικη. Όμως, ποια αξία θα είχαν τα "θαύματα" σήμερα, ένας σωτήρας, ένας σοφός, αν αυτός συνέτεινε στη συνεχιζόμενη ύπνωσή σου; Ποιος πραγματικά άξιος ηγέτης του πνεύματος θα χώραγε στην ονειρική σου μνήμη γι' αυτόν;

Σωκράτης: η μαμμή που έφερε στο φως της ιστορίας την επιστήμη

Αποτέλεσμα εικόνας για Σωκράτης : η μαμμή που έφερε στο φως της ιστορίας την επιστήμηΔύο είναι οι αιτίες για τις οποίες ο Σωκράτης ανέβηκε και μαρμάρωσε στο περίοπτο βάθρο του, μας λέει το σπουδαίο εγγόνι του στα γράμματα, που γεννήθηκε δεκαπέντε χρόνους μετά το θάνατο του Σωκράτη, ο Αριστοτέλης.

Η μία ότι εδίδαξε το "ὁρίζεσθαι καθόλου", και η άλλη ότι επινόησε τους "ἐπακτικούς λόγους".

Το πρώτο εξηγεί ότι ο Σωκράτης πέτυχε πρώτος να ορίσει τις έννοιες. Και ξέρεις τι άθλος είναι αυτός; Είναι πράμα τόσο σημαντικό, όσο και η θέσπιση των Ολυμπιακών αγώνων από τον Ηρακλή και το Λυκούργο.

Να ορίσεις μία έννοια είναι δυσχερέστατο έργο. Αν δεν ήταν έτσι, δε θα συνέβαινε το παράλογο που βλέπουμε σήμερα γύρω μας. Ερωτάς στην Ελλάδα τους ανθρώπους τι είναι δημοκρατία, και λαβαίνεις εννέα εκατομμύρια ορισμούς. Παρευρεθήκατε ποτέ σας στη στέψη της κασίδας και της παλάβρας; Του abrakatabra που λένε οι γερμανοί φυσικοί για τους γερμανούς θεολόγους;

Και το ίδιο συμβαίνει, αν ρωτήσεις τι είναι ελευθερία, αρετή, δικαιοσύνη, φιλότιμο και ό,τι άλλο.

Όμως ο ορισμός της κάθε έννοιας είναι ένας, εδίδαξε ο Σωκράτης. Για να ορίσεις μια έννοια, μας είπε, θα την περιγράψεις με τόσες και τέτοιες λέξεις, ώστε να μην ημπορείς να προσθέσεις ούτε μία λέξη, να μην ημπορείς να αφαιρέσεις ούτε μία, και να μην ημπορείς να αλλάξεις ούτε μία. Έτσι. Κι αν καταφέρεις στο τέλος να την ορίσεις την έννοια.

Αλλά αυτό, τίμιε αναγνώστη, είναι ανακάλυψη και εφεύρεση σαν εκείνες του Νεύτωνα, του Κολόμβου, του Δαρβίνου, του Αϊνστάιν, του Φρόυντ. Και ο Σωκράτης είναι το πρώτο φωτομετρικό για όλους αυτούς τους μεγαλόνοες άντρες.

Το δεύτερο που πέτυχε, λέει ο Αριστοτέλης πάντα, είναι οι "ἐπακτικοι λόγοι". Εισηγήθηκε δηλαδή στην έρευνα την επαγωγική μέθοδο.

Το δεύτερο τούτο είναι ακόμη σπουδαιότερο από το πρώτο. Γιατί στην ουσία σημαίνει ότι ο Σωκράτης εισήγαγε στην πνευματική ιστορία του ανθρώπου την επιστήμη, κατά την έννοια ότι εισηγήθηκε τη μέθοδο της επιστήμης.

Αυτός είναι ο λόγος που κοντά στα άλλα λέμε ότι την επιστήμη στην ιστορία του ανθρώπου την έφεραν οι έλληνες. Και κατά τούτο ξεχωρίζει ο ελληνικός απ’ όλους τους άλλους πολιτισμούς.

Καθώς είμαστε ημιμαθείς, και προχειρολόγοι, και πνευματικά νεόπλουτοι, ισχυριζόμαστε πολλές φορές ότι επιστήμη έκαμαν και άλλοι αρχαίοι λαοί. Οι αιγύπτιοι, για παράδειγμα, οι αζτέκοι, οι ασσύριοι, οι κινέζοι, οι χαλδαίοι, οι εβραίοι, οι πέρσες, και λέγε.

Λάθος. Επιστήμη έκαμαν μόνον οι έλληνες. Επιστήμη, με την έννοια ότι ανακαλύπτεις και οικοδομείς ένα σύστημα εφαρμοσμένων πληροφοριών που η οργανική τους δόμηση έχει τον ειρμό, την ακρίβεια και την αναγκαιότητα της οργανικής τάξης που υπάρχει μέσα στη φύση. Αιτία που κάνει τη φύση και τους νόμους της σύσταση αναλλοίωτη, και αιώνια, και ανώλεθρη.

Σε σύγκριση με τους έλληνες η επιστήμη που έκαμαν οι άλλοι είναι μία επίδοση προεμπειρική. Αστρολογία λόγου χάρη αντί για αστρονομία. Κομπογιαννιτισμός αντί για ιατρική. Ιερατείο και παπαδαριό αντί για φιλοσοφία. Αγροφυλακή αντί για γεωμετρία. Μαγεία και κατηχητικό αντί για ηθική. Κρυφτούλι και αμπάριζα αντί για αθλητισμός. Μουρλοβασιλιάδες από ξύλο ξερό αντί για πολιτική. Και παράβαλε αντίστοιχα.

Σήμερα την έρευνα σε όλους τους χώρους του επιστητού την υπηρετούν ενιακόσιες τόσες επιστήμες, που διδάσκουνται στα πανεπιστήμια της υφηλίου.

Αρχή και πηγή και μητρίδα (όπως λέμε πατρίδα) όλου αυτού του βουερού πνευματικού οργασμού που έφερε τον άνθρωπο «μετάρσιος να πλήξει τα άστρα», κατά το στίχο του Οράτιου, είναι η Ελλάδα. Και γενάρχης ή πρωτομάστορας αυτής της πειθαρχίας είναι ο Σωκράτης.

Βέβαια, εδώ δεν ημπορεί να παραβλέψει κανείς το βαρύηχο προανάκρουσμα της προέλασης των Προσωκρατικών. Ούτε την καταληκτήρια ιαχή των μεγάλων φιλοσοφημάτων του Πλάτωνα, του Αριστοτέλη, και του Επίκουρου.

Ιδού γιατί ο Σωκράτης, ο γιος του Σωφρονίσκου και της Φαιναρέτης ο αθηναίος, είναι μεγάλος. Γιατί είναι η μαμμή που έφερε στο φως της ιστορίας την επιστήμη.

Δημήτρης Λιαντίνης - "Γκέμμα"

Γιατί είναι καλύτερα να έχεις ένα μικρό κύκλο φίλων στη ζωή σου

Είναι πολύ απαιτητικό να σας σταθεί κάποιος στα δύσκολα, είναι όμως πολύ σημαντικό να σας στέκεται στα εύκολα. Ένας φίλος χρειάζεται να σας παρέχει και τα δύο αν θέλει να είναι πραγματικός φίλος. Να μην είναι εκεί μόνο όταν σας παρουσιάζεται δυσκολία αλλά να μπορεί να την αποδεικνύει και κάθε μέρα.

Συνοπτικά, ο κάθε φίλος μας είναι ξεχωριστός και διαφορετικός. Τον διαλέξαμε και τον διαλέγουμε ακόμα καθημερινά για όλα αυτά που κάνει για εμάς καθώς και για αυτά που κάνουμε εμείς για αυτόν. Δεν είναι μόνο για να περνάμε καλά μαζί ούτε μόνο για να εμφανίζεται όταν έχουμε μια δυσκολία. Είναι ένας εναρμονισμένος συνδυασμός αυτών των δύο, που καταφέρνει να γεμίζει ταυτόχρονα και τους δυο μας.

Ας τα πάρουμε από την αρχή. Μια φιλία για να εδραιωθεί και να αντέξει στον χρόνο θέλει θυσίες, υπομονή και επιμονή. Και τι γίνεται όταν υπάρχει ένας μεγάλος αριθμός φίλων; Εκεί τα πράγματα δυσχεραίνουν. Γιατί, σκεφτείτε, ότι είναι δύσκολο να τα καταφέρουμε με έναν μικρό αριθμό φίλων.

Έχοντας πολλούς φίλους αυτόματα ανοίγεσαι σε πολλά και διαφορετικά άτομα.

Άλλους τους γνωρίζεις καλύτερα, άλλους μέχρι το σημείο που σε αφήνουν να τους γνωρίσεις. Το ίδιο γίνεται και με εσένα προς εκείνους. Για την ακρίβεια, ίσως δεν θα καταφέρεις να τους γνωρίσεις ποτέ ολοκληρωτικά. Πολύ πιθανόν είναι, για παράδειγμα, όταν έχεις πολλούς φίλους να μην μπορείς να αφιερώνεις ξεχωριστά στον καθένα τον ίδιο χρόνο. Αυτό για σένα είναι φυσικό και επόμενο, λόγω του περιορισμένου χρόνου σου, για κάποιον από τους φίλους σου όμως γεννά παρεξηγήσεις και επιφέρει ζήλια και συγκρούσεις.

Οι φίλοι σας, οι πραγματικοί, είναι αυτοί που σας δέχονται όπως είστε και σας αγαπάνε για αυτό. Σας μαλώνουν όταν νιώθουν ότι έχετε ξεφύγει και έχουν τον τρόπο τους να το κάνουν. Αυτοί που ξέρουν πως νιώθετε για αυτούς και ξέρουν πως νιώθουν για εσάς. Δεν σας προκαλούν αμφιβολίες, ούτε εσείς όμως. Γενικά, υπάρχουν αμοιβαία και πραγματικά συναισθήματα.

Ένα εύστοχο παράδειγμα για να καταλάβουμε καλύτερα τη διαφορά είναι η εμπιστοσύνη. Πόσους από τους φίλους σας εμπιστεύεστε πραγματικά και πόσοι είναι εκείνοι που νομίζετε ότι αν θα τους πείτε κάτι δεν θα το κρατήσουν μυστικό; Ειδικά τους τελευταίους δεν έχετε και πολλούς λόγους για να τους κρατάτε. Εκτός και αν είναι καλοί στην παρέα, αλλά δεν χρειάζεται να τους αποκαλείτε φίλους σας, γιατί η έννοια αυτή είναι διαφορετική. Εξαιτίας όλων αυτών που αναφέρθηκαν, φαντάζει λίγο δύσκολο να καταφέρετε να έρθετε εξίσου κοντά με πολλά άτομα.

Γιατί, απεναντίας, δεν δοκιμάζετε να μείνετε μόνο με αυτούς που θα είναι κοντά σας τόσο στα δύσκολα, όσο και στα εύκολα; Οι πολλοί δεν μπορούν να το κάνουν αυτό. Ο κλειστός κύκλος των φίλων που πρέπει να κρατήσετε είναι εκείνοι που σκεφτήκατε ως απάντηση στην ερώτηση με την εμπιστοσύνη. Αυτοί που σκεφτήκατε όταν διαβάζατε ποιοι είναι οι πραγματικοί σας φίλοι. Αυτοί και μόνο- τους υπόλοιπους βαφτίστε τους παρέα, μην συγχέετε τις έννοιες γιατί τις μπερδεύετε και στο μυαλό σας. Μην περιμένετε πράγματα από άτομα που έχουν μέσα τους ζήλια, αχαριστία και κακία.

Για να μπορέσετε να κάνετε τη φιλική σας σχέση να κρατήσει στο χρόνο πρέπει πρώτα να σιγουρευτείτε ότι αυτή αποτελείται από έμπιστα άτομα που νοιάζονται για εσάς και δεν σας θεωρούν απλά κάποιον για να περνάνε την ώρα τους.

Φοβάσαι τους ανθρώπους;

Αποτέλεσμα εικόνας για Φοβάσαι τους ανθρώπους;Συνειδητοποίησες πως φοβάσαι τους ανθρώπους, δεν εμπιστεύεσαι κανέναν και γενικότερα οποιαδήποτε κοινωνική συναναστροφή δεν είναι το φόρτε σου. Όλη αυτή η κατάσταση έχει ως αποτέλεσμα να απομονώνεσαι όσο περισσότερο γίνεται ώστε να νιώθεις ήρεμος και ασφαλής. Μπορεί κάποιες φορές να αναγκάζεσαι να συναναστραφείς με ανθρώπους αλλά ποτέ δεν ξεχνάς να υψώσεις τον απαραίτητο, για εσένα, τοίχο ανάμεσα. Οποιαδήποτε είδους φοβία και αν έχουμε πρέπει να βρούμε την πηγή της για να την αντιμετωπίσουμε. Είναι αρκετά κουραστικό να προσπαθούμε μονίμως να «προστατευτούμε» από όλους. Γινόμαστε όλο και πιο εσωστρεφείς με αποτέλεσμα η φοβία μας να μας δημιουργεί ένα πιο γενικευμένο πρόβλημα στην εργασία, στην παρέα, στην σχέση.

Μπορούμε να πούμε πως η αγοραφοβία είναι ένα κομμάτι της γενικότερης φοβίας μας. Αγοραφοβία σημαίνει πως δεν μπορούμε να βρεθούμε μέσα σε πολύ κόσμο. Δεν αισθανόμαστε άνετα, πνιγόμαστε και έχουμε τάσεις φυγής. Το θέμα είναι πως η φοβία μας μπορεί να έχει προχωρήσει ένα στάδιο πιο πέρα και να μας δυσκολεύει ακόμα και στις καθημερινές μας επαφές. Μήπως φοβάσαι τόσο τους ανθρώπους που ακόμα και ένας σύντροφος φαντάζει αδύνατο; Θα μπορούσαμε να πούμε πως και οι φοβίες έχουν στάδια. Για παράδειγμα, νιώθω ανασφάλεια όταν βρίσκομαι ανάμεσα σε άγνωστους, αισθάνομαι εγκλωβισμένος αν στριμωχτώ σε ένα λεωφορείο, δεν μπορώ να εμπιστευτώ κανέναν κι έτσι προτιμώ να είμαι μόνος. Όλα τα παραπάνω ορίζουν την φοβία μας για τους ανθρώπους αλλά μας επηρεάζουν σε διαφορετικό επίπεδο. Μπορεί να τα αισθανόμαστε όλα μαζί ή ένα από αυτά. Αν θεωρείς πως φοβάσαι τους ανθρώπους και σε έχει κουράσει αυτό, τότε δέξου φιλικές συμβουλές ώστε να αρχίσεις να το αποβάλλεις!

Φοβάσαι τους ανθρώπους – Συμβουλές αντιμετώπισης

1)Σκέψου θετικά
Η θετική σκέψη θα μας βοηθήσει να αντιμετωπίσουμε τις φοβίες μας γενικότερα και πιο συγκεκριμένα τον φόβο μας για τους ανθρώπους. Ίσως κάποιες παλαιότερες εμπειρίες να μας τον δημιούργησαν αλλά ο τρόπος που σκεφτόμαστε θα μας βοηθήσει να το ξεπεράσουμε. Προσπαθούμε να σκεφτόμαστε θετικά και να βρίσκουμε την καλύτερη λύση για ότι μας συμβαίνει με σεβασμό και εκτίμηση στον εαυτό μας και στους άλλους. Κρατάμε ότι έχουμε ζήσει σαν εμπειρίες που ωρίμασαν την σκέψη μας και δεν υπάρχει λόγος να χαλάνε την καλή μας συμπεριφορά και τις ισορροπίες μας. Αυτό που χρειάζεται να καταλάβουμε είναι πως τα παθήματα γίνονται μαθήματα και τα λάθη μία φορά!

2)Είσαι δυνατός
Είσαι αρκετά δυνατός για να αντιμετωπίσεις τις καταστάσεις. Η αλήθεια είναι πως κάποιοι άνθρωποι βρίσκονται στον δρόμο μας και μας προκαλούν άσχημα συναισθήματα με τις πράξεις τους. Η εσωτερική μας δύναμη, όμως, μας κάνει όχι να τους φοβόμαστε αλλά να τους αντιμετωπίζουμε με τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Δεν χρειάζεται να αγχώνεσαι στις κοινωνικές σου συναναστροφές. Όλοι μας γνωρίζουμε ανθρώπους με διαφορετική συμπεριφορά και διαφορετικό τρόπο σκέψης! Εμείς στεκόμαστε γερά στα πόδια μας, ξέρουμε τι θέλουμε και προσπαθούμε να κάνουμε ότι καλύτερο για την ψυχική μας ηρεμία και για να έχουμε την συνείδησή μας καθαρή.

3)Έχεις αυτοπεποίθηση
Η αυτοπεποίθηση είναι ένα πολύ σημαντικό κομμάτι για να διατηρήσουμε μέσα μας τις απαιτούμενες ισορροπίες τις οποίες φαίνεται να διαταράσσουν οι φοβίες. Πιστέψτε στον εαυτό σας και στις ικανότητές του. Μην ξεχνάτε πως οποιαδήποτε φοβία και ιδιαίτερα ο φόβος για τους ανθρώπους, σας αποδυναμώνουν.

4)Δεν φοβόμαστε! Είμαστε επιφυλακτικοί
Η καχυποψία φαίνεται να είναι ένα κουραστικό κομμάτι της συμπεριφοράς μας και δεν πρέπει να την μπερδεύουμε με την επιφυλακτικότητα. Δεν φοβόμαστε τους ανθρώπους και δεν είμαστε καχύποπτοι, απλά είμαστε επιφυλακτικοί όσο χρειάζεται για να μην πέφτουμε από τα σύννεφα κάθε φορά που κάποιος μπορεί να προσπαθήσει να μας φέρει σε δύσκολη θέση. Ανοίγουμε το μυαλό μας και προσπαθούμε να καταλάβουμε πως εμείς έχουμε έναν συγκεκριμένο τρόπο σκέψης αλλά δεν συμβαίνει το ίδιο και με τους υπόλοιπους. Έτσι δεν κλείνουμε τα μάτια μας αλλά κοιτάμε κάθε κατάσταση από όλες τις οπτικές γωνίες. Με αυτόν τρόπο θα είμαστε έτοιμοι να αντιμετωπίσουμε και διαφορετικές συμπεριφορές.

Πώς να εντοπίσετε ένα γαλαξία από σκοτεινή ύλη

dark_galaxy
Αν μπορούσαμε να βάλουμε ειδικά γυαλιά για να δούμε την σκοτεινή ύλη γύρω μας, μπορεί να αντικρίζαμε χιλιάδες μικροσκοπικά σμήνη γαλαξιών σε σχέση με τους λιγοστούς φωτεινούς γαλαξίες γύρω μας, όπως είναι η Ανδρομέδα και ο δικός μας Γαλαξίας.

Δεν μπορούμε να το κάνουμε – αλλά έχουμε μια άλλη τεχνική να το καταφέρουμε. Μια τεχνική γνωστή ως βαρυτικός εστιασμός μας επέτρεψε να δούμε έναν από αυτούς τους σκοτεινούς νάνους γαλαξίες, γεγονός που υποδηλώνει πως ο Γαλαξίας δεν είναι τόσο μοναχικός όσο φαίνεται σε μας τους γήινους.

Οι αστρονόμοι πιστεύουν ότι οι γαλαξίες συνήθως αναπτύσσονται ‘καταβροχθίζοντας’ μικρότερα κοντινά σμήνη άστρων, που ονομάζονται νάνοι γαλαξίες, με μάζα όχι πάνω από 100 εκατομμύρια φορές τη μάζα του ήλιου. Σύμφωνα με αυτή τη θεωρία, ο Γαλαξίας μας και όλοι οι άλλοι κανονικοί γαλαξίες θα πρέπει να διατηρούν στη γειτονιά τους χιλιάδες νάνων γαλαξιών. Ωστόσο, μόνο 30 τέτοιοι σύντροφοι του δικού μας Γαλαξία έχουν επισημανθεί στη γειτονιά μας.

Πού όμως κρύβονται όλοι αυτοί οι νάνοι γαλαξίες; Μια εξήγηση είναι ότι φτιαγμένοι ως επί το πλείστον από σκοτεινή ύλη, την μυστηριώδη, αθέατη ουσία που πιστεύεται ότι αποτελεί το 83 τοις εκατό όλης της μάζας στο σύμπαν, αλλά η οποία είναι απρόθυμη να αλληλεπιδρά με την κανονική ύλη.

"Είναι εκεί έξω, αλλά απλά δεν τους βλέπουμε”, λέει η αστροφυσικός Simona Vegetti του MIT.

Μερικοί από τους γνωστούς γαλαξίες-δορυφόρους του δικού μας Γαλαξία, όπως ο νάνος γαλαξίας του Τοξότη, φαίνεται να αποτελείται ως επί το πλείστον από σκοτεινή ύλη, ενώ φιλοξενεί μόλις και μετά βίας 100 ή και λιγότερα ορατά αστέρια. Όμως, είναι δύσκολο να γνωρίζουμε πόσοι ακόμη σκοτεινοί γαλαξίες κρύβονται εκεί έξω. Και είναι ιδιαίτερα δύσκολο να γνωρίζουμε αν οι μακρινοί γαλαξίες φιλοξενούν κάποιους σκοτεινούς δορυφόρους.

"Όταν προσπαθείτε να ελέγξετε την θεωρία για τους σκοτεινούς νάνους γαλαξίες χρησιμοποιώντας τον Γαλαξία μας σαν μοντέλο, πρέπει να ρωτήσετε, αν είναι ο Γαλαξίας σε μια ιδιαίτερη θέση ή όχι;" αναφέρει η Vegetti. «Είναι σημαντικό να δοκιμαστεί η θεωρία αυτή και σε άλλους γαλαξίες."

Διαστρέβλωση του χωροχρόνου

Τώρα, η Vegetti και οι συνεργάτες της έχουν εντοπίσει ένα σκοτεινό γαλαξία νάνο σε τροχιά γύρω από ένα τεράστιο ελλειπτικό γαλαξία 10 δισεκατομμύρια έτη φωτός μακριά μας. Η αόρατη οντότητα, μέρος ενός συστήματος που ονομάζεται JVAS B1938 666, ζυγίζει περίπου 190 εκατομμύρια φορές τη μάζα του ήλιου, γεγονός που τον καθιστά παρόμοιο σε μέγεθος με τον νάνο γαλαξία του Τοξότη.

Η ομάδα βρήκε αυτόν τον σκοτεινό γαλαξία, εξετάζοντας τον τρόπο που η βαρύτητά του διαστρέβλωνε το χωροχρόνο γύρω του, μια τεχνική που ονομάζεται βαρυτικός εστιασμός. Όταν ο μεγάλος σύντροφος γαλαξίας του νάνου πέρασε από μπροστά από ένα ακόμη πιο μακρινό γαλαξία, η βαρύτητα του τροποποίησε το φως από τον μακρινό γαλαξία ώστε να φαίνεται σαν δακτυλίδι. Κανονικά αυτά τα δαχτυλίδια, που ονομάζονται δαχτυλίδια Αϊνστάιν, σχηματίζουν σχεδόν τέλειους κύκλους. Αλλά η παρουσία του κατά τα άλλα αόρατου νάνου γαλαξία δημιούργησε ένα μικρό ελάττωμα, με αποτέλεσμα να αλλάξει το σχήμα από δακτυλίδι σε ένα φλιτζάνι.

Καθαρό σκοτάδι

"Το μεγάλο πλεονέκτημα αυτής της τεχνικής είναι ότι μπορούμε να την χρησιμοποιήσουμε για την ανίχνευση δορυφόρων γαλαξιών που αποτελείται από καθαρή σκοτεινή ύλη”, λέει ο Chris Fassnacht του Πανεπιστημίου Davis της Καλιφόρνιας, – αν και είναι δύσκολο να πούμε πό εδώ αν ο γαλαξίας έχει μια χούφτα αστέρια ή όχι.

Αυτός είναι ο δεύτερος σκοτεινός γαλαξίας που εντοπίστηκε έξω από την γαλαξιακή μας γειτονιά, αλλά ο πρώτος είναι μικρός όσο και οι γνωστοί σύντροφοι του Γαλαξία μας. Ο άλλος σκοτεινός γαλαξίας ήταν μόλις 2,6 δισεκατομμύρια έτη φωτός μακριά μας και με 18 φορές μεγαλύτερη μάζα.

"Αυτά τα δύο μαζί μας λένε ότι δεν είναι κάτι το ιδιαίτερο η παρουσία στο σύμπαν αμέτρητων σκοτεινών γαλαξιών”, τονίζει η Vegetti. Γι αυτό και η ίδια θα συνεχίσει να ψάχνει για να γνωρίζουμε με βεβαιότητα.

«Βρήκαμε δύο, έτσι ώστε όλα τώρα φαίνονται ελπιδοφόρα», συμπληρώνει.

Διαστημικές φυσαλίδες δείχνουν τον τρόπο σχηματισμού των άστρων

wise-mosaic-cassiopeia-cepheus
Φυσαλίδες γεμάτες με αστέρια ρίχνουν φως στο πώς θα μπορούσαν να έχουν σχηματιστεί ο ήλιος μας και τα αμφιθαλή αδέλφια του, βρίσκουν επιστήμονες του Κέντρου Διαστημικών Μελετών Goddard της NASA .

Ένα τεράστιο τμήμα του Γαλαξία μας φτιαγμένο από εικόνες που τραβήχτηκαν από τον δορυφόρο WISE της NASA. Σε αυτή την έκταση των 1.000 τετραγωνικών μοιρών εμφανίζονται οι αστερισμοί Κασσιόπη και Κηφέας. Το όνομα τους το έχουν πάρει από μια βασίλισσα και ένα βασιλιά της Αιθιοπίας από την ελληνική μυθολογία. Είναι δε ορατοί στο βόρειο ουρανό κάθε νύχτα του έτους.

Άστρα σαν τον ήλιο μας, πιθανόν να σχηματίζονται μέσα σε σμήνη συνδεδεμένα με τεράστια άστρα. Αυτά τα γιγάντια αστέρια πιστεύεται ότι σχηματίζονται στα κέντρα γιγαντιαίων νεφελωμάτων από ψυχρό αέριο, ίσως και με ένα εκατομμύριο φορές τη μάζα του ήλιου μας. Οι δε καυτοί αστρικοί άνεμοι αυτών των γιγάντιων άστρων σμιλεύουν φυσαλίδες σαν τους χαράκτες μέσα σε αυτά τα νέφη.

"Σχεδόν όλα τα αστέρια στους γαλαξίες σχηματίζονται μέσα σε καυτές φυσαλίδες, εκεί όπου σχηματίζονται τεράστια αστέρια”, αναφέρει ο επικεφαλής της μελέτης, Xavier Koenig.

Το πώς όμως άλλα αστέρια σαν τον ήλιο μας σχηματίστηκαν μετά εξακολουθεί ακόμα να συζητείται. Μια ιδέα, που ονομάστηκε μοντέλο «συλλογής και κατάρρευσης», προτείνει ότι οι καυτοί άνεμοι από τα γιγάντια άστρα που σπρώχνουν την διαστρική ύλη προς τα έξω, συμπιέζουν τελικά αρκετό υλικό στις εξωτερικές περιοχές αυτών των νεφών ικανών να σχηματιστούν άστρα σαν τον ήλιο μας.

Η αποκωδικοποίηση κοσμολογικών δεδομένων θα μπορούσε να ρίξει φως σε νετρίνα και την θεωρία τροποποιημένης βαρύτητας

Τα πιο ισχυρά σύγχρονα τηλεσκόπια συλλέγουν τεράστιες ποσότητες δεδομένων από τις πιο απομακρυσμένες περιοχές του σύμπαντος – αλλά πολλές από τις πληροφορίες απορρίπτονται απλώς διότι αφορούν μικρές κλίμακες μήκους που είναι δύσκολο να μοντελοποιηθούν.

Σε μια προσπάθεια να αποβάλλονται λιγότερα δεδομένα από τις κοσμολογικές έρευνες, μια ομάδα επιστημόνων έχει αναπτύξει μια νέα τεχνική που επιτρέπει στους ερευνητές να χρησιμοποιούν κάποια στοιχεία που θεωρούνται άχρηστα, και τα οποία έχουν ψαλιδιστεί από αυτά που παρουσιάζουν τις μεγαλύτερες προκλήσεις για τα μοντέλα. Τα δεδομένα αυτά θα μπορούσαν να μας προσφέρουν έναν τρόπο για να αντιμετωπιστούν ορισμένα άλυτα προβλήματα στη φυσική, συμπεριλαμβανομένης της εκτίμησης της μάζας των νετρίνων καθώς και τη διερεύνηση των θεωριών της τροποποιημένης βαρύτητας.

«Το μοτίβο που σχηματίζεται από τους γαλαξίες στο Σύμπαν συχνά αναφέρεται ως κοσμικός ιστός, δεδομένου ότι έχει κάποια ομοιότητα με τις δομές που εμφανίζονται σε ένα περίπλοκο ιστό της αράχνης», αναφέρει ο Fergus Simpson από το Πανεπιστήμιο του Εδιμβούργου. «Εντός του λεπτομερούς χαρακτήρα αυτού του μοτίβου είναι κωδικοποιημένες διάφορες πληροφορίες σχετικά με τη σύνθεση του σύμπαντος, τις συνθήκες στις απαρχές του, καθώς και τους νόμους της βαρύτητας. Ωστόσο, όταν προσπαθούμε να μελετήσουμε τις λεπτομέρειες σχετικά με τις «μικρές» κλίμακες (περίπου 100 εκατομμύρια έτη φωτός ή και λιγότερο), φαίνεται να είναι πολύ απρόβλεπτες δεδομένου ότι το σύμπαν είναι ιδιαίτερα πυκνό σε αυτές τις κλίμακες, γι αυτό και η φυσική τότε γίνεται πολύ περίπλοκη και μη γραμμική. Με άλλα λόγια, δεν ξέρουμε πώς να αποκωδικοποιήσουν τις πληροφορίες, και αυτό είναι ιδιαίτερα απογοητευτικό επειδή οι περισσότερες από τις χρήσιμες πληροφορίες είναι θαμμένες σε αυτές τις μικρότερες κλίμακες. "

Σε μια προσπάθεια να αποκωδικοποιήσουν αυτά τα μικρής κλίμακας δεδομένα, οι ερευνητές ανέπτυξαν μια τεχνική "ψαλιδίσματος", η οποία καθιστά τα δεδομένα προσιτά για την μοντελοποίηση.

«Με την εφαρμογή μιας απλής διόρθωσης στις πολύ πυκνότερες περιοχές της προσομοίωσης ενός τμήματος του Σύμπαντος, μόλις το 0,1% του όγκου του, διαπιστώσαμε ότι αυτή αφαιρεί το μεγαλύτερο μέρος αυτής της απρόβλεπτης συμπεριφοράς», εξηγεί ο Simpson. «Τώρα λοιπόν έχουμε αποδείξει ότι ένας μεγάλος αριθμός πληροφοριών από αυτές τις μικρότερες κλίμακες μπορούν να εξάγονται με επιτυχία.»

Ο ίδιος εξήγησε ότι αυτά τα επιπλέον στοιχεία θα μπορούσαν να αποδειχθούν χρήσιμα για τους επιστήμονες που μελετούν ένα ευρύ φάσμα τομέων, όπως ο υπολογισμός της μάζας των νετρίνων.

«Σε αυτές οι μικρές κοσμολογικές κλίμακες θεωρούνται ότι τα νετρίνα έχουν επηρεαστεί στο πρώιμο Σύμπαν, σε μια εποχή που ταξίδευαν πολύ κοντά στην ταχύτητα του φωτός», λέει. «Η έκταση της επίδρασης τους εξαρτάται από το πόσο χρόνο διατηρήθηκαν σε αυτές τις πολύ υψηλές ταχύτητες, που με τη σειρά τους καθορίζονται από τη μάζα τους. Έτσι είναι πιθανό ότι η τεχνική μας θα βοηθήσει στον καθορισμό της μάζας των νετρίνων από την κατανομή των γαλαξιών.

"Τα νετρίνα μπορούν να μας πουν πολλά σχετικά με την θεμελιώδη φυσική, καθώς και την κοσμολογία. Στο καθιερωμένο μοντέλο της σωματιδιακής φυσικής, τα νετρίνα δεν έχουν μάζα, έτσι οι μάζες των νετρίνων μας πληροφορούν για τις επεκτάσεις του Καθιερωμένου Μοντέλου. Επιπρόσθετα, οι μετρήσεις από την κοσμολογία μπορεί να είναι σημαντικά πιο ακριβείς από τα εργαστηριακά πειράματα. "

Επιπλέον, τα δεδομένα από χώρους μικρής κλίμακας επιτρέπουν στους ερευνητές να κατανοήσουν καλύτερα τη σχέση μεταξύ των γαλαξιών και της σκοτεινής ύλης, κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε πιθανές μεθόδους για τη διερεύνηση των θεωριών της τροποποιημένης βαρύτητας με παρατηρήσεις.

"Η ανακάλυψη ότι η διαστολή του Σύμπαντος επιταχύνεται έχει οδηγήσει πολλούς κοσμολόγους να αναρωτιέμαι αν αυτό είναι μια ένδειξη ότι οι νόμοι της βαρύτητας πρέπει να τροποποιηθούν”, δήλωσε ο Simpson. "Αν υπάρχει κάποια νέα βαρυτική φυσική, αναμένεται να αλλάξει το ρυθμό με τον οποίο τη σκοτεινή ύλη συγκεντρώνεται. Μια σημαντική δυσκολία στη μέτρηση της συμπεριφοράς της σκοτεινής ύλης είναι ότι δεν ξέρουμε πώς η κατανομή των γαλαξιών (την οποία μπορούμε να μετρήσουμε άμεσα) σχετίζεται με την κατανομή της σκοτεινής ύλης. Η μελέτη μας λοιπόν έδειξε ότι η νέα τεχνική μας επιτρέπει να βρούμε τη σχέση μεταξύ των γαλαξιών και της σκοτεινής ύλης με μεγαλύτερη ακρίβεια. Μόλις αυτή η σχέση είναι γνωστή, μπορούμε να καθορίσουμε το πόσο γρήγορα η σκοτεινή ύλη έχει συγκεντρωθεί, και να δούμε αν αυτό ταιριάζει με τις προσδοκίες μας από τους νόμους της βαρύτητας του Αϊνστάιν. "

Η Ανωτερότητα της Ελληνικής Γλώσσας

img_0367Όπως είπε και ο George Orwell στο έργο του 1984, «απλή γλώσσα σημαίνει και απλή σκέψη». Εκεί το καθεστώς προσπαθούσε να περιορίσει την γλώσσα για να περιορίσει την σκέψη των ανθρώπων, καταργώντας συνεχώς λέξεις. Ότι ακριβώς δηλαδή πράττουν σήμερα.

Σου έχει συμβεί να παρακολουθήσεις μια ομιλία ή να διαβάζεις ένα βιβλίο ή ένα άρθρο και στο τέλος να μην ξέρεις τι στο διάολο διάβασες ή άκουσες; Λοιπόν ο μόνος λόγος που νοιώθεις έτσι είναι γιατί στο κείμενο ή στον λόγο υπάρχουν λέξεις που δεν γνωρίζεις ή παρανοείς τον ορισμό τους. Στην χαριτωμένη πρόταση «πιστεύεις στον θεό;» (που σε μερικά κράτη κι εποχές, μπορεί η λάθος απάντηση να σου στοιχίσει την ζωή) η απάντηση δεν είναι καθόλου προφανής, ούτε κι είναι μια. Η λέξη «πίστη» έχει πάνω από 5 διαφορετικούς ορισμούς και κανένας δεν είναι φιλοεπιβιωτικός, ούτε ευδαιμονικός. Η λέξη «θεός» έχει πάνω από 200 ορισμούς και υπάρχουν και γύρω στους 5000 θεούς και θεές. Υπάρχει και η λέξη «στον» και υπαρχει κι ένα ερωτηματικό στο τέλος.

Αν ανοίξεις ένα λεξικό και μάθεις τους ορισμούς αυτών των λέξεων, άμεσα αντιλαμβάνεσαι, την μεγάλη νοητική και ψυχική σύγχυση που βρίσκονται όσοι λένε αστόχαστα «πιστεύω στον θεό!!!» Η ακόμη πιο άστοχα κάνουν αυτήν την ανόητη ερώτηση, που δεν περιέχει κανένα νόημα, τουλάχιστον για εχέφρονες ανθρώπους.

Στις μέρες μας όπου αμφισβητούνται ακόμα και τα αυτονόητα, έχει αρχίσει να ακούγεται η άποψη ότι δεν υπάρχουν ανώτερες και κατώτερες γλώσσες, αλλά ότι όλες έχουν την ίδια αξία. Αυτό είναι τόσο παράλογο να το πιστεύει κανείς, όσο το να πιστεύει ότι μπορούν σε έναν αγώνα δρόμου όλοι οι δρομείς να τερματίσουν ταυτόχρονα. Κάτι τέτοιο είναι απλά αδύνατον. Το συγκεκριμένο παράδειγμα είναι κάτι πολύ απλό, πόσο μάλλον όταν έχουμε να κάνουμε με κάτι τόσο πολύπλοκο όσο η γλώσσα. Δηλαδή μπορεί μια γλώσσα πρωτόγονου επιπέδου με 10 διαφορετικές λέξεις να έχει την ίδια αξία με μια γλώσσα τόσο σύνθετη όσο οι σημερινές; Ποιός λογικός άνθρωπος μπορεί να το δεχτεί αυτό; Ενδεικτικά να αναφέρουμε ότι οι χιμπατζήδες χρησιμοποιούν μια «γλώσσα» με ένα λεξιλόγιο από τριάντα λέξεις-κραυγές.

Σήμερα οι μιμιδίζοντες νεοέλληνες χρησιμοποιούν τούρκικες λέξεις όπως η λέξη “χαράτσι” ή “Bullying” ξεχνώντας τον πλούτο της Ελληνικής γλώσσας τους. Το νταηλίκι (τουρκική: dayılık) είναι μια μορφή κακοποίησης, πιο συγκεκριμένα εκφοβισμού ή εξαναγκασμού και υπάρχουν δεκάδες λέξεις να περιγραφεί, αλλά τι να περιμένει κανείς από τα ελληνικά ανθρώπινα ζώα που πιστεύουν ότι μαλακία τους πουν, όταν δεν μυρικάζουν.

Στο έργο «Σύντοµη ιστορία της Ελληνικής Γλώσσης» του διάσηµου γλωσσολόγου Α. Meillet, υποστηρίζεται µε σθένος η ανωτερότητα της Ελληνικής έναντι των άλλων γλωσσών. Ο σπουδαίος Γάλλος συγγραφέας Ζακ Λακαρριέρ είχε δηλώσει: «Στην Ελληνική υπάρχει ένας ίλιγγος λέξεων, διότι µόνο αυτή εξερεύνησε, κατέγραψε και ανέλυσε τις ενδότατες διαδικασίες της οµιλίας και της γλώσσης, όσο καµία άλλη γλώσσα»

Ο Γάλλος διαφωτιστής Βολτέρος: «Είθε η Ελληνική γλώσσα να γίνει κοινή όλων των λαών»

Ο Γάλλος καθηγητής του Πανεπιστημίου της Σορβόνης Κάρολος Φωριέλ: «Η Ελληνική έχει ομοιογένεια σαν την Γερμανική, είναι όμως πιο πλούσια από αυτήν. Έχει την σαφήνεια της Γαλλικής, έχει όμως μεγαλύτερη ακριβολογία. Είναι πιο ευλύγιστη από την Ιταλική και πολύ πιο αρμονική από την Ισπανική. Έχει δηλαδή ότι χρειάζεται για να θεωρηθεί η ωραιότερη γλώσσα της Ευρώπης»

Η Μαριάννα Μακ Ντόναλντ, καθηγήτρια του Πανεπιστημίου της Καλιφόρνιας και επικεφαλής του TLG δήλωσε: «Η γνώση της Ελληνικής είναι απαραίτητο θεμέλιο υψηλής πολιτιστικής καλλιέργειας»

TheodoreF. Brunner (Ιδρυτής του TLG και διευθυντής του µέχρι το 1997): «Σε όποιον απορεί γιατί ξοδεύτηκαν τόσα εκατοµµύρια δολάρια για την αποθησαύριση των λέξεων της Ελληνικής, απαντούµε: Μα πρόκειται για την γλώσσα των προγόνων µας και η επαφή µε αυτούς ßελτιώνει τον πολιτισµό µας»

Η τυφλή Αμερικανίδα συγγραφέας Έλεν Κέλλερ: «Αν το βιολί είναι το τελειότερο μουσικό όργανο, τότε η Ελληνική γλώσσα είναι το βιολί του ανθρώπινου στοχασμού»

Ιωάννης Γκαίτε (Ο μεγαλύτερος ποιητής της Γερμανίας, 1749-1832): «Άκουσα στον Άγιο Πέτρο της Ρώµης το Ευαγγέλιο σε όλες τις γλώσσες. Η Ελληνική αντήχησε άστρο λαµπερό µέσα στη νύχτα»

Διάλογος του Γκαίτε µε τους µαθητές του:
-Δάσκαλε τι να διαßάσουµε για να γίνουµε σοφοί όπως εσύ;
-Τους Έλληνες κλασικούς.
-Και όταν τελειώσουµε τους Έλληνες κλασικούς τι να διαßάσουµε;
-Πάλι τους Έλληνες κλασικούς.

Μάρκος Τύλλιος Κικέρων (ο επιφανέστερος άνδρας της αρχαίας Ρώµης, 106-43 π.κ.ε.) «Εάν οι θεοί µιλούν, τότε σίγουρα χρησιµοποιούν τη γλώσσα των Ελλήνων»

Χάµφρι Κίτο (Άγγλος καθηγητής στο πανεπιστήµιο του Μπρίστολ, 1968) «Είναι στη φύση της Ελληνικής γλώσσας να είναι καθαρή, ακριßής και περίπλοκη. Η ασάφεια και η έλλειψη άµεσης ενοράσεως που χαρακτηρίζει µερικές φορές τα Αγγλικά και τα Γερµανικά, είναι εντελώς ξένες προς την Ελληνική γλώσσα»

Ιρίνα Κοßάλεßα (Σύγχρονη Ρωσίδα καθηγήτρια στο πανεπιστήµιο Λοµονόσοφ, 1995) «Η Ελληνική γλώσσα είναι όµορφη σαν τον ουρανό µε τα άστρα»

R.H. Robins (Σύγχρονος Άγγλος γλωσσολόγος, καθηγητής στο πανεπιστήµιου του Λονδίνου) «Φυσικά δεν είναι µόνο στη γλωσσολογία όπου οι Έλληνες υπήρξαν πρωτοπόροι για την Ευρώπη. Στο σύνολό της η πνευµατική ζωή της Ευρώπης ανάγεται στο έργο των Ελλήνων στοχαστών. Ακόµα και σήµερα επιστρέφουµε αδιάκοπα στην Ελληνική κληρονοµιά για να ßρούµε ερεθίσµατα και ενθάρρυνση»

Φρειδερίκος Σαγκρέδο (Βάσκος καθηγητής γλωσσολογίας – Πρόεδρος της Ελληνικής Ακαδηµίας της Βασκονίας) «Η Ελληνική γλώσσα είναι η καλύτερη κληρονοµιά που έχει στη διάθεσή του ο άνθρωπος για την ανέλιξη του εγκεφάλου του. Απέναντι στην Ελληνική όλες, και επιµένω όλες οι γλώσσες είναι ανεπαρκείς.»

«Η αρχαία Ελληνική γλώσσα πρέπει να γίνει η δεύτερη γλώσσα όλων των Ευρωπαίων, ειδικά των καλλιεργηµένων ατόµων.»

«Η Ελληνική γλώσσα είναι από ουσία θεϊκή»

Ερρίκος Σλίµαν (Διάσηµος ερασιτέχνης αρχαιολόγος, 1822-1890) «Επιθυµούσα πάντα µε πάθος να µάθω Ελληνικά. Δεν το είχα κάνει γιατί φοßόµουν πως η ßαθειά γοητεία αυτής της υπέροχης γλώσσας θα µε απορροφούσε τόσο πολύ που θα µε αποµάκρυνε από τις άλλες µου δραστηριότητες.» (Ο Σλίµαν µίλαγε άψογα 18 γλώσσες. Για 2 χρόνια δεν έκανε τίποτα άλλο από το να µελετάει τα 2 έπη των Οµήρων).

Γεώργιος Μπερνάρ Σο (Μεγάλος Ιρλανδός θεατρικός συγγραφέας, 1856-1950) «Αν στη ßιßλιοθήκη του σπιτιού σας δεν έχετε τα έργα των αρχαίων Ελλήνων συγγραφέων, τότε µένετε σε ένα σπίτι δίχως φως.»

Τζέιµς Τζόις (Διάσηµος Ιρλανδός συγγραφέας, 1882-1941) «Σχεδόν φοßάµαι να αγγίξω την Οδύσσεια, τόσο καταπιεστικά αφόρητη είναι η οµορφιά.»

Ίµπν Χαλντούν (Ο µεγαλύτερος Άραßας ιστορικός) «Πού είναι η γραµµατεία των Ασσυρίων, των Χαλδαίων, των Αιγυπτίων; Όλη η ανθρωπότητα έχει κληρονοµήσει την γραµµατεία των Ελλήνων µόνον.»

Will Durant (Αµερικανός ιστορικός και φιλόσοφος, καθηγητής του Πανεπιστηµίου της Columbia) «Το αλφάßητον µας προήλθε εξ Ελλάδος δια της Κύµης και της Ρώµης. Η Γλώσσα µας ßρίθει Ελληνικών λέξεων. Η επιστήµη µας σφυρηλάτησε µίαν διεθνή γλώσσα διά των Ελληνικών όρων. Η γραµµατική µας και η ρητορική µας, ακόµα και η στίξης και η διαίρεσης εις παραγράφους, είναι Ελληνικές εφευρέσεις. Τα λογοτεχνικά µας είδη είναι Ελληνικά – το λυρικόν, η ωδή, το ειδύλλιον, το µυθιστόρηµα, η πραγµατεία, η προσφώνησις, η ßιογραφία, η ιστορία και προ πάντων το όραµα. Και όλες σχεδόν αυτές οι λέξεις είναι Ελληνικές»

Ζακλίν Ντε Ροµιγί (Σύγχρονη Γαλλίδα Ακαδηµαϊκός και συγγραφεύς) «Η αρχαία Ελλάδα µας προσφέρει µια γλώσσα, για την οποία θα πω ότι είναι οικουµενική»

«Όλος ο κόσµος πρέπει να µάθει Ελληνικά, επειδή η Ελληνική γλώσσα µας ßοηθάει πρώτα από όλα να καταλάßουµε την δική µας γλώσσα»

Μπρούνο Σνελ (Διαπρεπής καθηγητής του Πανεπιστηµίου του Αµßούργου) «Η Ελληνική γλώσσα είναι το παρελθόν των Ευρωπαίων»

Φραγκίσκος Λιγκόρα (Σύγχρονος Ιταλός καθηγητής Πανεπιστηµίου και Πρόεδρος της Διεθνούς Ακαδηµίας προς διάδοσιν του πολιτισµού): «Έλληνες να είστε περήφανοι που µιλάτε την Ελληνική γλώσσα ζωντανή και µητέρα όλων των άλλων γλωσσών. Μην την παραµελείτε, αφού αυτή είναι ένα από τα λίγα αγαθά που µας έχουν αποµείνει και ταυτόχρονα το διαßατήριό σας για τον παγκόσµιο πολιτισµό.»

Ο. Βαντρούσκα (Καθηγητής Γλωσσολογίας στο Πανεπιστήµιο της Βιέννης): «Για έναν Ιάπωνα ή Τούρκο, όλες οι Ευρωπαϊκές γλώσσες δεν φαίνονται ως ξεχωριστές, αλλά ως διάλεκτοι µιας και της αυτής γλώσσας, της Ελληνικής.»

Peter Jones (Διδάκτωρ – καθηγητής του Πανεπιστηµίου της Οξφόρδης ο οποίος συνέταξε µαθήµατα αρχαίων Ελληνικών προς το αναγνωστικό κοινό, για δηµοσίευση στην εφηµερίδα «DailyTelegraph») «Οι Έλληνες της Αθήνας του 5ου και του 4ου αιώνος είχαν φθάσει την γλώσσα σε τέτοιο σηµείο, ώστε µε αυτήν να εξερευνούν ιδέες όπως η δηµοκρατία και οι απαρχές του σύµπαντος, έννοιες όπως το θείο και το δίκαιο. Είναι µιά θαυµάσια και εξαιρετική γλώσσα.»

Ντε Γρόοτ (Ολλανδός καθηγητής Οµηρικών κειµένων στο πανεπιστήµιο του Μοντρεάλ) «Η Ελληνική γλώσσα έχει συνέχεια και σε µαθαίνει να είσαι αδέσποτος και να έχεις µιά δόξα, δηλαδή µιά γνώµη. Στην γλώσσα αυτή δεν υπάρχει ορθοδοξία. Έτσι ακόµη και αν το εκπαιδευτικό σύστηµα θέλει ανθρώπους νοµοταγείς – σε ένα καλούπι – το πνεύµα των αρχαίων κειµένων και η γλώσσα σε µαθαίνουν να είσαι αφεντικό»

Gilbert Murray (Καθηγητής του Πανεπιστηµίου της Οξφόρδης) «Η Ελληνική είναι η τελειότερη γλώσσα. Συχνά διαπιστώνει κανείς ότι µιά σκέψη µπορεί να διατυπωθεί µε άνεση και χάρη στην Ελληνική, ενώ γίνεται δύσκολη και ßαρειά στην Λατινική, Αγγλική, Γαλλική ή Γερµανική. Είναι η τελειότερη γλώσσα, επειδή εκφράζει τις σκέψεις τελειοτέρων ανθρώπων»

Max Von Laye (Βραßείον Νόµπελ Φυσικής) «Οφείλω χάριτας στην θεία πρόνοια, διότι ευδόκησε να διδαχθώ τα αρχαία Ελληνικά, που µε ßοήθησαν να διεισδύσω ßαθύτερα στο νόηµα των θετικών επιστηµών»

E, Norden (Μεγάλος Γερµανός φιλόλογος) «Εκτός από την Κινεζική και την Ιαπωνική, όλες οι άλλες γλώσσες διαµορφώθηκαν κάτω από την επίδραση της Ελληνικής, από την οποία πήραν, εκτός από πλήθος λέξεων, τους κανόνες και την γραµµατική.»

Martin Heidegger (Γερµανός φιλόσοφος, απο τους κυριότερους εκπροσώπους του υπαρξισµού του 20ου αιώνος) «Η αρχαία Ελληνική γλώσσα ανήκει στα πρότυπα, µέσα από τα οποία προßάλλουν οι πνευµατικές δυνάµεις της δηµιουργικής µεγαλοφυΐας, διότι αναφορικά προς τις δυνατότητες που παρέχει στην σκέψη, είναι η πιό ισχυρή και συνάµα η πιό πνευµατώδης από όλες τις γλώσσες του κόσµου»

DavidCrystal (Γνωστός Άγγλος καθηγητής, συγγραφεύς της εγκυκλοπαίδειας του Cambridge για την Αγγλική) «Είναι εκπληκτικό να ßλέπεις πόσο στηριζόµαστε ακόµη στην Ελληνική, για να µιλήσουµε για οντότητες και γεγονότα που ßρίσκονται στην καρδιά της σύγχρονης ζωής»

Μάικλ Βέντρις (Ο άνθρωπος που αποκρυπτογράφησε την Γραµµική γραφή Β’) «Η αρχαία Ελληνική Γλώσσα ήταν και είναι ανωτέρα όλων των παλαιοτέρων και νεοτέρων γλωσσών»

R.H. Robins (Γλωσσολόγος και συγγραφεύς) «Ο Ελληνικός θρίαµßος στον πνευµατικό πολιτισµό είναι ότι έδωσε τόσα πολλά σε τόσους πολλούς τοµείς […]. Τα επιτεύγµατά τους στον τοµέα της γλωσσολογίας όπου ήταν εξαιρετικά δυνατοί, δηλαδή στην θεωρία της γραµµατικής και στην γραµµατική περιγραφή της γλώσσας, είναι τόσο ισχυρά, ώστε να αξίζει να µελετηθούν και να αντέχουν στην κριτική. Επίσης είναι τέτοια που να εµπνέουν την ευγνωµοσύνη και τον θαυµασµό µας.»

Luis José Navarro (Αντιπρόεδρος στο εκπαιδευτικό πρόγραµµα «Ευρωκλάσσικα» της Ε.Ε.) «Η Ελληνική γλώσσα για µένα είναι σαν κοσµογονία. Δεν είναι απλώς µιά γλώσσα»

Juan Jose Puhana Arza (Βάσκος Ελληνιστής και πολιτικός) «Οφείλουµε να διακηρύξουµε ότι δεν έχει υπάρξει στον κόσµο µία γλώσσα η οποία να δύναται να συγκριθεί µε την κλασσική Ελληνική»

Ζακ Λανγκ (Γάλλος Υπουργός Παιδείας) «Η Ελληνική γλώσσα είναι µία γλώσσα η οποία διαθέτει όλα τα χαρακτηριστικά, όλες τις προϋποθέσεις µιας γλώσσης διεθνούς… εγγίζει αυτές τις ίδιες τις απαρχές του πολιτισµού… η οποία όχι µόνον δεν υπήρξε ξένη προς ουδεµία από τις µεγάλες εκδηλώσεις του ανθρωπίνου πνεύµατος, στην θρησκεία, στην πολιτική, στα γράµµατα, στις τέχνες, στις επιστήµες, αλλά υπήρξε και το πρώτο εργαλείο, – προς ανίχνευση όλων αυτών – τρόπον τινά η µήτρα. Γλώσσα λογική και συγχρόνως ευφωνική, ανάµεσα σε όλες τις άλλες»

Τζορτζ Όργουελ, «1984» Ο έλεγχος της σκέψης μέσω της καταστροφής των λέξεων

«Δίνουμε στη γλώσσα την τελική της μορφή, τη μορφή που θα έχει όταν κανείς δε θα μιλάει άλλη γλώσσα. Οταν τελειώσουμε, οι άνθρωποι σαν εσένα θα πρέπει να τη μάθουν απ’ αρχής. Πιστεύεις, φαντάζομαι, ότι η κύρια δουλειά μας είναι να εφεύρουμε νέες λέξεις. Αλλά δε συμβαίνει καθόλου κάτι τέτοιο! Καταστρέφουμε λέξεις – εικοσάδες, εκατοντάδες κάθε μέρα. Πετσοκόβουμε τη γλώσσα ως το κόκαλο».

Και σε κάποιο άλλο σημείο: «Δε βλέπεις ότι ο σκοπός της Νέας Ομιλίας είναι να στενέψει τα όρια της σκέψης; Στο τέλος θα κάνουμε κυριολεκτικά αδύνατο το έγκλημα της σκέψης, γιατί δε θα υπάρχουν λέξεις για να το εκφράσει κανείς. Κάθε γενική έννοια που μπορεί ποτέ να εκφραστεί θα καλύπτεται με μια μόνο λέξη, που το νόημά της θα είναι αυστηρά καθορισμένο και όλες οι παραπλήσιες έννοιές της θα έχουν εκλείψει και ξεχαστεί. Η Παλαιά Ομιλία θα εκτοπιστεί μια για πάντα και θα έσπαζε και ο τελευταίος κρίκος με το παρελθόν».

Οι λέξεις και οι ορισμοί τους είναι ο κόσμος μας, είναι η πραγματικότητα μας, για να κάνετε κάτι πάνω σε αυτήν την πραγματικότητα, είναι απαραίττητο πριν, να γνωρίζετε την ουσία της. Οι λέξεις είναι η ουσία της.

Εν αρχή ην η Σκέψη

Η Σκέψη εκδηλώνεται με την Λέξη και Δημιουργεί.

Αν από την Αγγλική γλώσσα αφαιρεθούν οι Ελληνικές και οι Λατινικές λέξεις θα τους μείνουν τα ΜΟΥΓΚΡΊΣΜΑΤΑ !

Διαβάστε κάποιες Απόψεις περί της Ελληνικής γλώσσας και βρείτε μόνοι σας σωστά και λάθη, προπαγάνδα κι αντιπροπαγάνδα, χρησιμοποιώντας την Δ Ι Α Κ Ρ Ι Σ Η φυσικά.

Η Ελληνική γλώσσα αλλάζει

Είναι θεμελιώδες χαρακτηριστικό κάθε γλώσσας να αλλάζει, να φεύγουν στοιχεία και να έρχονται νέα. Οι αλλαγές αυτές θεωρούνται από κάποιους φθορά ή εκφυλισμός, αλλά αυτή η άποψη δεν στηρίζεται σε καμία επιστήμη, ιδίως δε όχι στη γλωσσολογία, που μελετά την πορεία της γλώσσας, συμπεριλαμβανομένων των αλλαγών που υφίσταται. Η ελληνική δεν έπαθε κάποια ζημιά επειδή π.χ. εξαφανίστηκε ο δυϊκός αριθμός ή επειδή κάποτε ενσωματώθηκε η διπλή άρνηση ως κατάφαση. Έχουμε δικαίωμα να μη μας αρέσουν οι αλλαγές στη γλώσσα (επειδή μας ξεβολεύουν, επειδή μας φαίνονται αλλόκοτες ή αισθητικά άσχημες) αλλά από πότε το προσωπικό μας γούστο ή συνήθεια αποτελεί επιστημονικό κριτήριο;

Όλες οι γλώσσες αλλάζουν και η ελληνική δεν αποτελεί εξαίρεση. Μιλάμε άλλα ελληνικά απ’ ό,τι μιλούσαν το 300 π.κ.ε. ή το 1840 μ.κ.ε. Κανείς, όμως, δεν αμφισβητεί ότι η γλώσσα μας παραμένει η ελληνική, κι ας έχουν προστεθεί ή αφαιρεθεί πολλά στοιχεία: λέξεις, συντακτικές δομές, γραμματικά φαινόμενα κτλ. Κάποιοι κλαυθμυρίζουν και κινδυνολογούν ότι η γλώσσα μας εκφυλίζεται λόγω της εισροής ξένων λέξεων, αλλά η άποψη αυτή είναι επιστημονικά αστεία όσο και παμπάλαια – εδώ και πολλούς αιώνες διάφοροι «επαγγελματίες θρηνωδοί», όπως τους αποκαλεί ο Γιάννης Χάρης, κλαίνε για τα ελληνικά που τάχα μου πεθαίνουν.

Έχουν περάσει σχεδόν δύο χιλιάδες χρόνια, από τότε που ο Φρύνιχος ο Αράβιος, γραμματικός στο επάγγελμα, έγραψε τον πρώτο οδηγό για το πώς να μιλάμε σωστά ελληνικά, δηλαδή αττικά, απορρίπτοντας τα παρηκμασμένα ελληνικά της ελληνιστικής εποχής (τα οποία αργότερα πήραν εκδίκηση και έγιναν η γλώσσα των Ευαγγελίων). Ελεεινολογεί την παρακμή της ελληνικής γλώσσας, όπως τόσοι και τόσοι μετά από αυτόν, αλλά η ελληνική τους διαψεύδει εδώ και 2500 χρόνια, συνεχίζοντας ακάθεκτη!

Αλλαγή δεν σημαίνει φθορά ή εκφυλισμό, πόσο μάλλον εξαφάνιση. Πράγματι, κάποιες γλώσσες έχουν εξαφανιστεί, αλλά για τελείως διαφορετικούς λόγους, που δεν έχουν να κάνουν με την ενσωμάτωση ξένων λέξεων, εκφράσεων ή δομών. Η ελληνική έχει αποδειχθεί απίστευτα δυναμική στο να ενσωματώνει ξενικά στοιχεία.

Τελευταία παρατηρώ ένα διαφορετικό φαινόμενο: πολλοί από τους ανθρώπους που συναναστρέφομαι, τόσο σε προσωπικό επίπεδο, όσο και σε επαγγελματικό, χρησιμοποιούν ατόφιες αγγλικές λέξεις σκόρπια στον καθημερινό λόγο τους. «Πουλάνε μούρη φυσικά!» θα ισχυριστούν κάποιοι. Πράγματι, κάποιοι ίσως το κάνουν για να παραστήσουν τον καμπόσο. Η χρήση ξένων λέξεων ενώ υπάρχουν εύχρηστες αντίστοιχες λέξεις στη δική μας γλώσσα (π.χ. μερσί, τσάο) είναι ένα φαινόμενο που παρατηρείται σε πολλές γλώσσες· οι ξένες αυτές λέξεις ονομάζονται «δάνεια πολυτελείας» ή «συνυποδηλωτικά δάνεια» και η χρήση τους οφείλεται όχι σε πραγματικές ανάγκες της γλώσσας υποδοχής αλλά σε ψυχολογικές ανάγκες, με αφορμή το ανώτερο γόητρο της ξένης γλώσσας.

Παλιότερα, στα ελληνικά υπήρξε τεράστια εισροή γαλλικών λέξεων· σήμερα, η γλώσσα κύρους είναι η αγγλική, και μάλιστα παρατηρούμε την αντικατάσταση γαλλικών μεταφραστικών δανείων με αντίστοιχα αγγλικά (π.χ. τατουάζ – τατού, σουτιέν – μπρα) ή με ελληνικές μεταφράσεις (ντεμπραγιάζ – συμπλέκτης). Ωστόσο, δεν αναφέρομαι σε αυτούς που για να πουλήσουν μούρη πετάνε καμιά αγγλική λέξη για εφέ, αλλά σε ανθρώπους που ενσωματώνουν αγγλικές λέξεις στη ρύμη του λόγου τους. Για παράδειγμα, στις συνεδρίες, οι συμβουλευόμενοί/ές μου καθόλου δεν νοιάζονται να πουλήσουν μούρη για τις γλωσσικές τους γνώσεις την ώρα που μιλάνε για οδυνηρά, πολύ προσωπικά τους προβλήματα. Και όμως αρκετές/οί εντάσσουν, με μεγάλη φυσικότητα, αγγλικές λέξεις και εκφράσεις στη ρύμη του λόγου τους, ενίοτε μάλιστα απολογούμενοι/ες για την αγγλικούρα.

Δεν αναφέρομαι σε δίγλωσσα άτομα, τα οποία ούτως ή άλλως κάνουν αυτό το code switching, αφού σκέφτονται και στις δύο γλώσσες. Σίγουρα όμως αναφέρομαι σε άτομα που έχουν έντονη, σχεδόν καθημερινή επαφή με την αγγλική γλώσσα. Αν όχι ενεργητικά (παράγοντας γραπτό ή προφορικό λόγο στα αγγλικά) σίγουρα παθητικά (διαβάζοντας βιβλία και άρθρα, παρακολουθώντας αγγλικές σειρές ή ταινίες κοκ).

Αυτή η καθημερινή τριβή με τη γλώσσα δεν μπορεί παρά να επηρεάσει τη δική μας ιδιόλεκτο (δηλαδή τον πολύ προσωπικό τρόπο με τον οποίο ένας ομιλητής χρησιμοποιεί τη γλώσσα στην προφορική του επικοινωνία). Παρατηρώ αυτό το φαινόμενο τόσο σε ανθρώπους «μορφωμένους», που χειρίζονται άψογα την ελληνική γλώσσα, όσο και σε ανθρώπους με απλούστερο λεξιλόγιο. Δηλαδή, δεν είναι θέμα μορφωτικού επιπέδου, αλλά τριβής με τα αγγλικά.

Για αρκετές Ελληνίδες και Έλληνες ένα σημαντικό μέρος της καθημερινής τους πραγματικότητας συμβαίνει στα αγγλικά, είτε στη δουλειά είτε στην ψυχαγωγία· κάποιες εκφράσεις και λέξεις τις ζουν μόνο στην αγγλική και έτσι σιγά σιγά από παθητική γνώση περνάνε στην ενεργητική χρήση. Αυτό το φαινόμενο το παρατηρώ και με Δανούς και Γάλλους, με τους οποίους συνομιλώ στη γλώσσα τους· αν έχουν συνεχή τριβή με τα αγγλικά, όλο και κάποια αγγλική λέξη παρεισφρέει με μεγάλη φυσικότητα στον λόγο τους.

Μερικές φορές, οι ξένες λέξεις ενσωματώνονται στη γλώσσα. Στα δανέζικα, λόγου χάρη, η χρήση του αγγλικού fuck εντάχθηκε σε τέτοιο βαθμό, που εκδανίστηκε πλήρως (du fucker mig op = you’re fucking with me). Ενίοτε κάποιες ξένες λέξεις ενσωματώνονται σε τέτοιο βαθμό, που αποκτούν μια πλήρως ανεξάρτητη ζωή.

Αυτοί οι αγγλισμοί αποκαλούνται στη γλωσσολογία ψευδοαγγλισμοί· πρόκειται για αγγλικές λέξεις οι οποίες χρησιμοποιούνται σε άλλες γλώσσες με τρόπο που δεν θα χρησιμοποιούνταν ποτέ στα αγγλικά ή σημαίνουν κάτι τελείως διαφορετικό. Τέτοιοι ψευδοαγγλισμοί στα ελληνικά είναι, μεταξύ άλλων, το μπόντι (leotard), το βιντεοκλίπ (music video), το σλιπ (briefs), το ζάπινγκ (channel-surfing) ή το handy στα γερμανικά (mobile, cell phone). Ακούω ήδη τις ιερεμιάδες πολλών, που θα κατακεραυνώσουν αυτό το άρθρο κι εμένα για ξεπούλημα της γλώσσας ή σταδιακή καταστροφή της. Γουατέβα. Μου αρκεί που ξέρω ότι τα ελληνικά θα μας θάψουν όλους!

Αρχαία ελληνική γλώσσα: Το παρελθόν

Λίγα λόγια πρώτα για τους όρους «μύθοι» και «μυθοποίηση», οι οποίοι επιβάλλονται διά του τίτλου εδώ στην αρχαία ελληνική γλώσσα. Εξαρχής θα πρέπει να διευκρινιστεί ότι η περί αρχαίας ελληνικής γλώσσας μυθολογία θα μπορούσε, σχηματικά πάντοτε, να μοιραστεί σε τέσσερις εποχές: αρχαιότητα, βυζάντιο, τουρκοκρατία, νέος ελληνισμός. Για ευνόητους λόγους θα επιμείνω στην πρώτη εποχή.

Στον ευρύτερο χώρο της αρχαιογνωσίας, ειδικότερα στην περιοχή της ιστορίας των ιδεών, η λέξη «μύθος» χρησιμοποιήθηκε και χρησιμοποιείται λίγο πολύ ως συμπληρωματικός και μάλλον αντίθετος όρος των λέξεων «λόγος» και «σκέψη». Η προηγούμενη διάκριση υπονοεί δύο διακεκριμένα (όχι κατ’ ανάγκην και διαδοχικά) συστήματα έκφρασης και επικοινωνίας στον αρχαιοελληνικό κόσμο πρώιμο, ακμαίο, όψιμο: παραδοσιακό και συλλογικό το ένα, εξατομικευμένο και κατά κάποιον τρόπο νεοτερικό το άλλο· αλληγορικό το πρώτο, κυριολεκτικό το δεύτερο· φαντασιακό το προηγούμενο, εξορθολογισμένο το επόμενο.

Προφανώς οι τρεις προτεινόμενες διακρίσεις παραείναι απλουστευτικές και βεβαίως δεν αποκλείουν την επιμειξία τους. Όπως κι αν έχει το πράγμα, προκειμένου για την αρχαία ελληνική γλώσσα αναγνωρίζονται από πολύ νωρίς μυθολογικού τύπου ερμηνείες της, οι οποίες εντούτοις απαντούν σε ριζικές περί γλώσσας απορίες, μερικές μάλιστα από τις οποίες παραμένουν ακόμη και σήμερα άλυτες. Οι σχετικοί πάντως μύθοι εύκολα μοιράζονται ανάμεσα σ’ εκείνους που αφορούν τον αυτονόητο μάλλον προφορικό λόγο και σ’ αυτούς που προσπαθούν να εξηγήσουν το αίνιγμα της γραφής. Καταλογίζω εφεξής σε τέσσερις κατηγορίες τα περί γλώσσας απορήματα που μπορεί κανείς να διακρίνει στην αρχαία ελληνική γραμματεία:

1. Μυθολογείται πρώτα η αρχαία ελληνική γλώσσα ως προς την καταγωγή και την εύρεσή της· κυρίως ως προς τη θεολογική, ανθρωπολογική ή μεικτή αφορμή της.

2. Μυθολογήματα επίσης εμφανίζονται, προκειμένου να κατοχυρωθούν η αρχαιότητα και η προτεραιότητα της αρχαίας ελληνικής γλώσσας έναντι άλλων γειτονικών γλωσσών.

3. Μυθολογικές εξηγήσεις προτείνονται, για να αποφασιστεί ο πραγματολογικός, ή και οντολογικός, τύπος της γλώσσας σε αντίθεση προς τον συμβατικό της χαρακτήρα.

4. Μύθοι, τέλος, επινοούνται, για να υποστηρίξουν ως αδιαίρετο το ζεύγος «όμαιμον-ομόγλωσσον», στο πλαίσιο μιας αυθεντικής φυλετικής ιθαγένειας, εκεί μάλιστα που λίγο πολύ σκανδαλίζει η εμφάνιση κάποιας πολυγλωσσίας. Δεν έχω τον χώρο να παραδειγματίσω τις προτεινόμενες τέσσερις απορηματικές κατηγορίες, οι οποίες αφορούν λιγότερο στην προφορά και περισσότερο στη γραφή της αρχαίας ελληνικής γλώσσας.

Είναι ωστόσο προφανές ότι οι διάφοροι αυτοί μύθοι περί αρχαίας ελληνικής γλώσσας δεν πρέπει να θεωρούνται αυθαίρετοι και καταφρονητέοι, στον βαθμό που ανταποκρίνονται σε αναγνώσιμες ανθρωπολογικές και ιστορικές συνθήκες. Παρά ταύτα η αρχαιογνωστική επιστήμη, ειδικότερα η επιστήμη της γλωσσολογίας, επωμίζεται νομίμως την ευθύνη να διακρίνει τις τεκμηριωμένες γνώσεις μας για την αρχαία ελληνική γλώσσα από τις ιδεολογικές μεταμορφώσεις και παραμορφώσεις της, οι περισσότερες από τις οποίες σχηματίζονται στα ελληνιστικά και ελληνορωμαϊκά χρόνια, εφεξής εγκαθίστανται και προοδευτικώς εξωραΐζουν ώς σήμερα το είδωλο πλέον της αρχαίας ελληνικής γλώσσας, ως μέτρο αξιολογικής σύγκρισής της με τη νέα ελληνική γλώσσα.

Η βασικότερη ιδεολογική (μυθολογική και μυθοποιητική) παρεξήγηση περί της αρχαίας ελληνικής γλώσσας αναγνωρίζεται στην αυθαίρετη ταύτισή της με την αρχαία ελληνική γραμματεία. Σύμφωνα με τούτο το ιδεολόγημα, η υψηλή στάθμη της γλώσσας εξασφαλίζει εκ των προτέρων την υψηλή στάθμη της γραμματείας, ως σχέση μάλιστα αιτίου προς αιτιατό.

Τούτο προφανώς σημαίνει αξιολογική πρόταξη πλέον της γλώσσας έναντι των γραμμάτων· σάμπως να πρόκειται για ένα είδος γλωσσικής γεννήτριας, προορισμένης να παράγει στο διηνεκές αξεπέραστης αξίας λογοτεχνικά και γραμματειακά έργα. Η μυθολογική και μυθοποιητική αυτή στρέβλωση ανάγεται στα όψιμα ελληνιστικά χρόνια και κωδικοποιήθηκε από το γνωστό κίνημα και τους συντελεστές του πρώιμου και ύστερου αττικισμού.

Σε τούτο το σημείο αξίζει να θυμηθούμε ότι η αρχαϊκή και κλασική εποχή δεν φαίνεται να κατέχεται από γλωσσική αυταρέσκεια. Γλώσσα και γραμματεία συμβάλλονται, καλλιεργούνται και εξελίσσονται με συνεχή διάλογο-αντίλογο του παρόντος με το παρελθόν, χωρίς βεβαίως τούτο να σημαίνει μαθησιακή αχαριστία του πρώτου προς το δεύτερο. Αξιοσημείωτο επίσης είναι το γεγονός ότι στα αρχαϊκά και κλασικά χρόνια δεν σχηματίζεται κάποιος λογοτεχνικός κανόνας, μολονότι αναγνωρίζονται οφειλές στους θεμελιωτές των λογοτεχνικών ειδών και γενών, και προπαντός στον Όμηρο.

Όπως κι αν έχει το πράγμα, με την αττικιστική προκατάληψη, σύμφωνα με την οποία αρχαία ελληνική γλώσσα και αρχαία ελληνική γραμματεία λίγο πολύ ταυτίζονται, τα λογοτεχνικά κατορθώματα της αρχαιότητας αποσυνδέονται πλέον από τα ιστορικά τους συμφραζόμενα και θεωρούνται εφεξής υποχρεωτικά γλωσσικά πρότυπα. Σ’ αυτό πάντως το μύθευμα περί της αρχαίας ελληνικής γλώσσας οφείλονται παρεπόμενες εμπλοκές του γλωσσικού μας ζητήματος και μια σειρά από συγγενικά ιδεολογήματα, τα οποία, για λόγους δημοσιογραφικής οικονομίας, εδώ μόνον επιγράφονται.

Εννοούνται τα μυθεύματα για: (α) την καθαρότητα και τον άμεικτο χαρακτήρα της αρχαίας ελληνικής γλώσσας· (β) την πρότυπη αξία της έναντι όλων των άλλων γλωσσών· (γ) την αδιατάρακτη συνοχή και συνέχειά της· (δ) το αμετάφραστό της· (ε) την αποκλειστική κληροδοσία της στους Νεοέλληνες. Τα ιδεολογήματα αυτά, τα οποία ταλαιπώρησαν για δύο σχεδόν αιώνες τη νεοελληνική παιδεία και εκπαίδευση, υφέρπουν με τον ένα ή τον άλλο τρόπο ακόμη και σήμερα, μολονότι η δογματική υπεράσπισή τους οδηγεί συχνά σε πραγματολογικές αλλά και λογικές αντιφάσεις. Με μια τέτοια, κραυγαλέα, αντίφαση κλείνω το ιχνογράφημα τούτο περί αρχαίας ελληνικής γλώσσας.

Ενώ οι Νεοέλληνες, εν ονόματι της αρχαίας ελληνικής γλώσσας, διεκδικούν στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης ισοτιμία της νεοελληνικής γλώσσας έναντι των άλλων ευρωπαϊκών γλωσσών, στο εσωτερικό της χώρας καταφανώς υποτιμούν τη στάθμη της νεοελληνικής γλώσσας, την οποία θεωρούν, έναντι της αρχαίας ελληνικής γλώσσας, ανεπαρκή. Πρόκειται για ένα είδος ακατανόητης ενδογλωσσικής ανισοτιμίας, η οποία οδηγεί στην αυθαίρετη υπόθεση ότι η νεοελληνική γλώσσα χρειάζεται συνεχώς την υποστήριξη της αρχαίας ελληνικής γλώσσας, για να καλύπτει τα κάθε λογής κενά της.

Περιττεύει να πω ότι, ως κλασικός φιλόλογος, που χρόνια μελετώ την αρχαία ελληνική γλώσσα, αισθάνομαι φιλολογική έλξη προς αυτήν, την οποία εντούτοις είμαι υποχρεωμένος να υπερκεράσω, προκειμένου η απόσταση μεταξύ μύθου και λόγου για την αρχαία ελληνική γλώσσα να μην καταστεί αγεφύρωτο χάσμα.

Ετυμολογία ή εξάρτηση

Η ετυμολογία είναι ο επιστημονικός κλάδος που μελετά την προέλευση των λέξεων και έχει την υποχρέωση να δείξει από πού προέρχονται τόσο η μορφή τους όσο και οι βασικές τους σημασίες. Όμως οι παλιότερες ετυμολογίες της νέας ελληνικής (ΝΕ) παρουσιάζουν συχνά μια ψεύτικη εικόνα σχετικά με την προέλευση του λεξιλογίου αυτής της γλώσσας, που οφείλεται στην προσπάθεια, μέσα από έναν στείρο φορμαλισμό, να αναχθούν τα πάντα στα «αρχαία ελληνικά».

Καθώς είχε δείξει κιόλας πριν από έναν αιώνα ο Γεώργιος Χατζιδάκις, οι βάσεις της λαϊκής νεοελληνικής γλώσσας βρίσκονται στην ελληνιστική κοινή, που αποτελεί σημαντικά διαφοροποιημένη εξέλιξη της κλασικής ελληνικής. Από άποψη πολιτικής ιστορίας, η ελληνιστική κοινή επεκτείνεται μέχρι και τη ρωμαϊκή εποχή. Με τη δημοσίευση των ετυμολογιών του Λεξικού της Κοινής Νεοελληνικής (ΛΚΝ) του Ιδρύματος Τριανταφυλλίδη, νομίζω φάνηκε πως και της λόγιας γλώσσας οι βάσεις βρίσκονται στην ελληνιστική εποχή, και σε μικρότερο βαθμό στην κλασική ελληνική.

Όπως και σε άλλες γλώσσες, έτσι και στη ΝΕ υπάρχουν λέξεις «κληρονομημένες», δηλαδή λέξεις που είτε οι ίδιες είτε τα επιμέρους στοιχεία τους υπάρχουν συνεχώς στη γλώσσα για πολύ μεγάλο διάστημα, έστω και με τροποποιημένη μορφή και προφορά. Σύμφωνα με την τοποθέτηση που έγινε πιο πάνω, οι λέξεις αυτές ανάγονται τουλάχιστον στην ελληνιστική περίοδο: πατέρας (υπήρχε κιόλας στην κλασική ελληνική ως πατήρ), ανθρωπιά (δημιουργήθηκε το Μεσαίωνα, με βάση το παλιότερο ουσιαστικό άνθρωπος και το επίθημα -ιά), σπίτι (ήρθε από τα λατινικά κατά τη ρωμαϊκή περίοδο). Υπάρχουν επίσης μεταγενέστερα δάνεια, είτε λαϊκής προέλευσης: ζουμπούλι, είτε λόγιας: ιβουάρ, ιμπεριαλισμός. Τέλος, παρουσιάζονται και λόγιοι νεολογισμοί: ηχογραφώ.

B Η ΝΕ όμως παρουσιάζει και ιδιαιτερότητες, που δεν συναντιούνται σε άλλες ευρωπαϊκές γλώσσες, ή συναντιούνται σπάνια. Για να γίνει κατανοητό αυτό, πρέπει να δοθούν εισαγωγικά μερικές βασικές πληροφορίες. Για ιδεολογικούς λόγους, δηλαδή εθνικούς, πολιτιστικούς, αλλά και για εσωτερικούς γλωσσικούς λόγους, όπως είναι χαρακτηριστικές μορφολογικές ομοιότητες ανάμεσα στα αρχαία και στα νέα ελληνικά, η ελληνική γλώσσα θεωρείται ενιαία, από την κλασική ή ακόμη και από τη μυκηναϊκή εποχή μέχρι σήμερα.

Σε αντιπαράθεση, οι νεολατινικές, αλλιώς ρομανικές, γλώσσες, όπως τα ιταλικά, τα ισπανικά, ή τα γαλλικά, παρόλο που από χρονική άποψη η απόσταση ανάμεσα σ’ αυτές και στα λατινικά είναι πολύ μικρότερη απ’ ό,τι η απόσταση ανάμεσα στα σημερινά και στα κλασικά ελληνικά, δε θεωρούνται «ίδια» γλώσσα με τον πρόδρομό τους, τα λατινικά.

Όταν η σημερινή ελληνική γλώσσα ανάγεται σε τόσο παλιά εποχή, φυσικό είναι να παρατηρούνται σημαντικές αλλαγές στην προφορά αλλά και στη σημασία των λέξεων, ενώ σε άλλες γλώσσες οι σημασιολογικές αλλαγές παρουσιάζονται πολύ πιο περιορισμένες. Φέρνω σαν παράδειγμα δύο λέξεις λαϊκής προέλευσης, που έχουν ιδιαίτερη βαρύτητα για το νεότερο πολιτισμό: σταυρός, παράδεισος. Στην κλασική ελληνική, σταυρός σήμαινε «όρθιος πάσσαλος». Τη νέα της σημασία η λέξη την απέκτησε σαν μετάφραση του λατινικού crux. Η λ. παράδεισος, αρχικά δάνειο από τα περσικά, σήμαινε «κλειστό πάρκο Πέρση άρχοντα». Τη νέα σημασία της την απέκτησε σαν μετάφραση του εβραϊκού κήπος της Εδέμ.

Μια δεύτερη ιδιαιτερότητα είναι ο λόγιος δανεισμός από παλιότερες περιόδους της γλώσσας, και βασικά από την ελληνιστική κοινή. Το φαινόμενο της επανεισαγωγής παλιών λέξεων το ονόμασα στην Εισαγωγή του ΛΚΝ: διαχρονικό δανεισμό. Παραδείγματα: δημοκρατία, αριστοκρατία, χθόνιος, η οδός. Όπως φαίνεται από τα δύο τελευταία παραδείγματα, πολλές φορές τα δάνεια αυτά δε συμφωνούν με τους φωνολογικούς και τους μορφολογικούς κανόνες της λαϊκής γλώσσας, και μερικές φορές, όπως συμβαίνει με τα θηλυκά σε -ος, τροποποιούν σήμερα τους κανόνες της νέας ελληνικής. Πολλές από τις επανεισαγμένες αρχαίες λέξεις αποδίδουν στην πραγματικότητα νεότερες ευρωπαϊκές έννοιες, έτσι ώστε η σημασία τους διαφέρει άλλοτε πολύ και άλλοτε λιγότερο από την αρχαία: η λ. τραγωδία σαν θεατρικός όρος διατηρεί την αρχαία σημασία της, αλλά στη σημασία «φριχτή κατάσταση» αποδίδει σημασία που απέκτησε στα γαλλικά.

Μπορεί επίσης να σκεφτεί κανείς τη νέα σημασία της λ. φανταστικός (= εξαιρετικός).

Η ριζική αλλαγή στη σημασία πολλών αρχαίων λέξεων είναι ένας από τους λόγους που οι σημερινοί Έλληνες δυσκολεύονται να μάθουν σωστά τα αρχαία ελληνικά· γιατί καθώς τα παλιότερα λεξικά δεν επισημαίνουν τις αλλαγές, ενισχύεται στο μυαλό του αναγνώστη η σφαλερή ταύτιση ανάμεσα στη σημερινή και στην παλιά σημασία.

Μια τρίτη ιδιαιτερότητα οφείλεται στην ύπαρξη αυτού που αλλού το ονόμασα διεθνή ελληνικά. Καθώς διάφορες ανθρώπινες δραστηριότητες διαμορφώθηκαν κατά την ελληνική αρχαιότητα, πολλοί όροι που τις εξέφραζαν πέρασαν σε άλλες γλώσσες, και ιδίως στα λατινικά. Από τα λατινικά, με τη λατινική πια μορφή τους, και μαζί με λατινικές λέξεις, κληροδοτήθηκαν στις νεότερες γλώσσες: αθλητής, φιλοσοφία, μουσική, ιστορία, αστρονομία.

Η κατάσταση αυτή δημιούργησε προηγούμενο, έτσι ώστε σήμερα οι νεότερες γλώσσες δανείζονται και απευθείας λέξεις από τα αρχαία ελληνικά, όπως φυσικά και από τα λατινικά: ερωτικός, πολιτική, δημοκρατία. Μερικές λέξεις που πέρασαν πολύ νωρίς στις ευρωπαϊκές γλώσσες μέσα από τη λαϊκή παράδοση μπορεί να έχουν αλλάξει τόσο, ώστε η καταγωγή τους να μη διακρίνεται με την πρώτη ματιά· π.χ. στα αγγλικά church < κυρι(α)κόν, police < πολιτεία.

Το σημαντικότερο όμως είναι πως, επεκτείνοντας αυτή την παράδοση, εκατοντάδες χιλιάδες λέξεις με βάση αρχαία ελληνικά και λατινικά λεξικά στοιχεία δημιουργούνται σήμερα, για εξυπηρέτηση των νεότερων αναγκών. Μερικές είναι σύμφωνες με τους σημασιολογικούς και μορφολογικούς κανόνες των δύο κλασικών γλωσσών: πανδαιμόνιο, ακουστική.

Συχνότερα όμως δε συμφωνούν με αυτούς, αφού δημιουργούνται για εξυπηρέτηση των σημερινών αναγκών και όχι για επίδειξη αρχαιομάθειας: μικρόβιο, ορθοπαι(ε)δική, ουτοπία, πανόραμα, πολυκλινική. Οι λέξεις αυτές έρχονται και στα νέα ελληνικά σαν δάνεια από τις νεότερες γλώσσες, και φυσικά τροποποιούν τους μορφολογικούς και σημασιολογικούς κανόνες της ελληνικής.

Τα δάνεια μπορεί να είναι είτε απευθείας, δηλαδή με δανεισμένη και τη μορφή και τη σημασία: ιβουάρ, κομπιούτερ, ή να αποτελούν μετάφραση ξένων λέξεων. Το αγγλικό skyscraper μεταφράστηκε σε διάφορες ευρωπαϊκές γλώσσες, και στα ΝΕ ήρθε σαν ουρανοξύστης. Στη γλώσσα μας όμως τα μεταφραστικά δάνεια είναι πολύ συχνότερα από ό,τι σε άλλες ευρωπαϊκές γλώσσες, γιατί παλιότερα οι μορφωμένοι φαντάζονταν πως η ύπαρξη δανείων σε μια γλώσσα είναι «δείγμα φτώχειας, παρακμής» κτλ., και αντικαθιστούσαν τα απευθείας δάνεια με μεταφραστικά, ώστε να μην είναι προφανής ο δανεισμός.

Στη λαϊκή γλώσσα υπήρχε η λ. φαμίλια, απευθείας δάνειο από το ταλικό famiglia. Στη λόγια γλώσσα όμως αντικαταστάθηκε από τη λ. οικογένεια, που αποτελεί μετάφραση της ιταλικής λέξης, και αποσκοπούσε στο να αποκρυβεί το γεγονός του δανεισμού. Η μετάφραση στηρίχτηκε στην αρχαία λ. οικογενής «δούλος γεννημένος στο σπίτι», που αντιστοιχεί περίπου προς το λατινικό famulus, ετυμολογικό πρόδρομο του ιταλικού famiglia.

Στα αρχαία ελληνικά, η φαμίλια, οικογένεια, λεγόταν οίκος, ή οικία. Και τα μεταφραστικά δάνεια είναι δυνατό να τροποποιούν τους κανόνες της ελληνικής: ακταιωρός ( < γαλλ. garde-côtes), πολυμέσα (< αγγλ. multimedia). Η λόγιας προέλευσης αντωνυμία ο οποίος είχε μπει κιόλας κατά τον ύστερο Μεσαίωνα, όπως διαπιστώνουμε από το έργο του Κύπριου ιστορικού Λεόντιου Μαχαιρά, αρχικά με τη μορφή ο ποίος, η ποία, και ήτανε μετάφραση του γαλλικού le quel, la quelle.

Πολλές φορές μάλιστα συμβαίνει κάποια λέξη να μπήκε στη νεότερη ελληνική από διπλό δρόμο, σαν δάνειο μορφής από τα αρχαία ελληνικά και σαν δάνειο σημασίας από τις νεότερες ευρωπαϊκές γλώσσες, ιδίως τα γαλλικά. Το φαινόμενο αυτό το ονόμασα αλλού δισυπόστατο δανεισμό, και, απ’ όσο ξέρω, πρόκειται για ιδιαιτερότητα που δεν παρατηρείται, τουλάχιστον σε ευρωπαϊκές γλώσσες.

Ο αρχαίος αριστοτελικός όρος υπάλληλοι, που αναφερόταν σε έννοιες της λογικής, μεταφράστηκε στα γαλλικά σαν: subalternes. Όμως με την ίδια λέξη χαρακτηρίζονταν στα γαλλικά και οι κατώτεροι υπάλληλοι: employés subalternes. Στα νέα ελληνικά χρησιμοποιήθηκε η αρχαία λέξη με τη γραφειοκρατική σημασία της γαλλικής· και βέβαια δεν υπονοούμε πως οι Έλληνες υπάλληλοι έχουν κάποια ιδιαίτερη ροπή προς τη φιλοσοφία, και ειδικά την αριστοτελική!

Σε γλώσσα με τόσο μακραίωνη ιστορία είναι φυσικό να παρουσιάζονται και τυχαίες αναδημιουργίες, που δυστυχώς συχνά παρερμηνεύονται. Δύο παραδείγματα: Στα παλιότερα λεξικά η λ. τραπεζαρία θεωρείται μεσαιωνική. Στα μεσαιωνικά ελληνικά όμως τραπεζαρία ήταν θηλυκό του τραπεζάριος, και σήμαινε την καλόγρια την επιφορτισμένη με την τήρηση της τάξης στην αίθουσα φαγητού των γυναικείων μοναστηριών. Ώστε η μορφολογική της ανάλυση είναι: τραπεζάρ(ιος) -ία, ενώ η σημερινή λέξη αναλύεται: τραπέζ(ι) -αρία (σύγκρινε: τζαμ-αρία).

Η λ. καπνιστήριο είναι νεότερη μετάφραση των γαλλικών fumoir, salon à fumer. Στα παλιότερα λεξικά όμως παρουσιάζεται σαν μεσαιωνική ή ελληνιστική. Η σπάνια αυτή παλιά λέξη σήμαινε: «θερμό λουτρό» ή ίσως «θυμιατήρι», και βέβαια δεν είχε σχέση ούτε με τσιγάρα ούτε με πούρα. Οι παλιότεροι ετυμολόγοι θα μπορούσαν να είχαν αναρωτηθεί, τι είδους ταμπάκο κάπνιζαν άραγε οι Βυζαντινοί πριν από την ανακάλυψη της Αμερικής; Αλλά ο στείρος φορμαλισμός δεν ενδιαφέρεται για λογικές ερωτήσεις.

Η αρχαία και η νεότερη ελληνική γλώσσα: η αυτονομία της δημοτικής

Η αντίληψη που καλλιεργήθηκε τα τελευταία χρόνια για την εξάρτηση της επάρκειας στη νεοελληνική γλώσσα στη δημοτική από τη γνώση της αρχαίας δεν μπορεί να κατανοηθεί και να αξιολογηθεί αν δεν ενταχθεί σε ένα γενικότερο πλέγμα προϊδεασμών ακριβέστερα προκαταλήψεων που συνδέονται με τις περιπέτειες των γλωσσικών συζητήσεων στον ευρύτερο χώρο της ευρωπαϊκής νεοτερικότητας. Οι προϊδεασμοί αυτοί μπορούν να διακριθούν σε ευρύτερους και στενότερους. Στους πρώτους ανήκει η αντίληψη, που κυριαρχεί σχεδόν απολύτως ώς τον 19ο αιώνα (αιώνα των επιστημών και αιώνα γέννησης της γλωσσολογίας), για τη γλωσσική αλλαγή ως «φθορά» και «αλλοίωση».

Η αντίληψη αυτή καθορίστηκε από δύο συστατικές αξιολογήσεις της γλωσσικής πραγματικότητας. Η πρώτη αναδεικνύει ως μέτρο γλωσσικής επάρκειας και ποιότητας πρότυπες γραμματειακές γλώσσες (αρχαία ελληνική, λ.χ., και λατινική), αποκλίσεις από τις οποίες ή αλλιώς, εξελικτικές αλλαγές θεωρούνται συμπτώματα γλωσσικής παρακμής. Το κίνημα του αττικισμού, όπως διαμορφώνεται στα ύστερα ελληνιστικά χρόνια, για να συνεχίσει, με διάφορες παραλλαγές, την πορεία του ώς τον 20ό αιώνα, αποτελεί γέννημα μιας τέτοιας αξιολόγησης.

Και η εξωγλωσσική γείωση αυτής της αξιολόγησης προκειμένου για τον πρώιμο αττικισμό βρίσκεται στη νοσταλγία για την «καθαρότητα» και την «ευγένεια» της αττικής διαλέκτου, της διαλέκτου της μεγάλης κλασικής γραμματείας, όπως αντιδιαστέλλεται με την «αλλοίωση» της κοινής, μέσα στις συνθήκες της διευρυμένης ελληνοφωνίας της ελληνιστικής εποχής και στη σύνδεσή της με τη ρωμαιοκρατία, ως εποχή παρακμής. Ανάλογες στάσεις παρατηρούνται βέβαια και σε άλλα ιστορικά συμφραζόμενα.

Κατά τον 18ο αιώνα μαίνεται στη Γαλλία «η διαμάχη των αρχαίων και των μοντέρνων». Υποστηρίζεται με πάθος η εκφραστική ανεπάρκεια της νεότερης γαλλικής σε σύγκριση με τις κλασικές γλώσσες. Και στην περίπτωση αυτή, η διαμάχη αφορούσε, τελικά, το παρόν: αυξανόμενη κυριαρχία της καθομιλουμένης, υποχώρηση της λατινικής και συνακόλουθη εκκοσμίκευση, άνοδος της αστικής τάξης, ο «ορίζοντας» της Γαλλικής Επανάστασης. Δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι αυτήν ακριβώς την εποχή μαίνεται και η διαμάχη για τους νεολογισμούς, για την ανάγκη εμπλουτισμού της γαλλικής γλώσσας με νέους όρους.

Ο κύριος αντίπαλος αυτού του εμπλουτισμού είναι ο συντηρητικός γλωσσικός κλασικισμός, που θα ηττηθεί από τη Γαλλική Επανάσταση, εποχή θριάμβου για τη νεολογική επέκταση της γαλλικής γλώσσας. Και η αντεπανάσταση τόσο ως κίνημα, κατά τη διάρκεια της Επανάστασης, όσο και ως νικητής, αργότερα θα επιτεθεί στη γλωσσική πολιτική του 1789, χαρακτηρίζοντάς την «κατάχρηση των λέξεων». Στα 1797 λ.χ. κυκλοφορεί ένα φυλλάδιο με τον χαρακτηριστικό τίτλο Για τον φανατισμό στην επαναστατική γλώσσα.

Η αξιολόγηση των ομιλούμενων μορφών γλώσσας με μέτρο πρότυπες γραμματειακές γλώσσες ή χρήσεις συναρτάται (και κάποτε ταυτίζεται) και με τη ρητή κοινωνική αξιολόγηση των γλωσσικών χρήσεων: τη διάκριση μεταξύ της «καλής χρήσης» της γλώσσας, που ανήκει στους «εκλεκτούς» της κοινωνικής στρωματογραφίας, και στην «κακή χρήση», που ανήκει στην ακαλλιέργητη πλειοψηφία. Η ιστορικά οριζόντια αυτή αξιολόγηση ουσιαστικά ενοχοποιεί τη «μάζα» των χρηστών για την «αλλοίωση» και την «παρακμή» της γλώσσας. Όλα τα κινήματα γλωσσικού συντηρητισμού προσυπογράφουν, ρητά ή υπόρρητα, αυτή την αξιολόγηση.

Και δεν θα μπορούσε να ήταν αλλιώς: η έννοια της πρότυπης γλώσσας και μάλιστα με τη μορφή της γραμματειακής, μη ομιλούμενης, γλώσσας ή της πρότυπης χρήσης υπονοεί τον «εκλεκτό», πρότυπο χρήστη. Όπως χαρακτηριστικά σημειώνει ο Βωζελά (Γαλλία, 18ος αιώνας): «Για μας ο λαός είναι κάτοχος μόνον της κακής χρήσης». Επέμεινα κάπως στο ευρύτερο πλαίσιο των στάσεων απέναντι στο ζήτημα της ιστορίας των γλωσσών και της γλωσσικής αλλαγής, γιατί έτσι μπορεί να φωτιστεί η ιστορικότητα αυτών των στάσεων η διασύνδεσή τους, με άλλα λόγια, με το ιστορικό παρόν που τις γεννά και τις καθιστά δραστικές.

Στην περίπτωση της ελληνικής γλώσσας και της ιστορίας της υπάρχουν, ωστόσο, κάποιες ιδιαιτερότητες, που αντανακλούν κάποιους στενότερους προϊδεασμούς. Πρόκειται για τον ρόλο της αρχαίας (ή της αρχαιότροπης) ελληνικής γλώσσας στη διαμόρφωση της νεοελληνικής εθνικής ταυτότητας. Η υποτίμηση της ομιλούμενης γλώσσας, στο πλαίσιο του μακραίωνου αττικισμού (ελληνιστικού και βυζαντινού), θα αποκτήσει στον 19ο αιώνα τον αιώνα της ελληνικής εθνογένεσης μια νέα διάσταση: η γλώσσα (ως καθαρεύουσα) θα κληθεί να επιβεβαιώσει τη συνέχεια με την αρχαιότητα και το σημαντικότερο την ευρωπαϊκή ταυτότητα των Νεοελλήνων.

Η «λόγια» γλώσσα «ομόφωνος», «ομογενής», «ομότροπος» με την αρχαία ελληνική καλείται να αποδείξει στους καχύποπτους δυτικούς διαχειριστές της αρχαίας ελληνικής κληρονομιάς τη δικαιωματική, καταγωγική συμμετοχή του νεότευκτου νεοελληνικού εθνικού κράτους στο τεράστιο αυτό πολιτισμικό κεφάλαιο. Και η συμμετοχή αυτή θα είναι ταυτόχρονα συμμετοχή στην ευρωπαϊκή «οικογένεια». Κατά τη διατύπωση του Λιβαδά (όπως την παραθέτει ο Ροΐδης), «όσον απέχουσιν οι σήμερον Έλληνες [της αρχαίας] τοσούτον κληθήσονται βάρβαροι υπό των αλλοφύλων, όσον δε αναλαμβάνουσι το απολωλός κατ’ ολίγον, τοσούτον επαινεθήσονται και δοξασθήσονται παρ’ αυτοίς».

Η «πρότυπη» γλώσσα και η συνακόλουθη άρνηση της γλωσσικής αλλαγής θα αποκτήσει έτσι μια νέα σημασιοδότηση μέσα στις νέες συγκυρίες. Υπάρχει, βέβαια, ο δημοτικιστικός αντίλογος, συνεχιστής της παράδοσης του νεοελληνικού διαφωτισμού. Ο αντίλογος αυτός, ωστόσο, δεν θα καταφέρει να «εκθρονίσει» από το βάθρο της επίσημης εθνικής ιδεολογίας την «πρότυπη» γλώσσα παρά μόνο το 1976 και αφού έχει μεσολαβήσει ανασταλτικά, υπέρ της καθαρεύουσας ο «στιγματισμός» της δημοτικής μέσω της σύνδεσής της με το αριστερό κίνημα και ανατρεπτικά, κατά της καθαρεύουσας, αυτήν τη φορά ο καταληκτικός στιγματισμός της καθαρεύουσας μέσω της σύνδεσής της με τη δικτατορία.

Μετά το 1976 η συζήτηση για τη σχέση αρχαίας και νεότερης ελληνικής συνεχίζεται, ανασημασιοδοτημένη στο πλαίσιο των νέων συγκυριών. Η ριζοσπαστικοποίηση της νεολαίας στην πρώτη μεταπολιτευτική δεκαετία παράγει το επιχείρημα της «κακοποίησης» της ελληνικής γλώσσας επιχείρημα που συγκαλύπτει τη διαφωνία «επί της ουσίας» μεταθέτοντάς την σ’ ένα χώρο, τη γλώσσα, που μπορεί να προβληθεί ως ένα απειλούμενο «κτήμα ες αεί».

Οι παρεμβάσεις στη διδασκαλία των ανθρωπιστικών μαθημάτων και η πρόσκαιρη κατάργηση της διδασκαλίας των αρχαίων στο γυμνάσιο παράγουν το επιχείρημα της γλωσσικής «αναπηρίας» του χρήστη της νέας ελληνικής, εάν δεν ξέρει αρχαία ελληνικά. Επιχείρημα παντελώς άκυρο, στον βαθμό που η γνώση της μητρικής γλώσσας δεν προϋποθέτει τη γνώση προγενέστερων σταδίων της.

Η γνώση αυτών των προγενέστερων σταδίων προσθέτει γνώσεις για τη μητρική γλώσσα αλλά δεν αποτελεί όρο γνώσης/απόκτησης της μητρικής γλώσσας. Εάν δεν ίσχυε αυτό, τότε θα περίμενε κανείς ότι και στις περιπτώσεις άλλων γλωσσών θα ανέκυπτε το ίδιο ζήτημα: οι Ισπανοί, οι Γάλλοι, οι Πορτογάλοι και οι Ιταλοί θα έπρεπε να θεωρούνται επαρκείς χρήστες των μητρικών τους γλωσσών μόνο εάν ξέρουν λατινικά, την απώτερη πρόγονο των νεολατινικών γλωσσών. Κάτι τέτοιο βέβαια δεν ισχύει, ούτε και τίθεται ως ζήτημα στις χώρες όπου μιλιούνται οι γλώσσες αυτές.

Και αυτό αρκεί για να αποδείξει το ιδεολογικό απλώς έρεισμα της εμμονής, από κάποιες πλευρές, στην εξάρτηση της νεότερης ελληνικής από την αρχαία. Ένα πρόσθετο στοιχείο που επιβεβαιώνει την προκατάληψη στην οποία βασίζονται απόψεις αυτού του είδους στο νεοελληνικό πλαίσιο είναι ότι το επιχείρημα της γλωσσικής αναπηρίας του νεότερου χρήστη της ελληνικής συσχετίζεται με την κλασική ελληνική και όχι με την ελληνιστική κοινή ή τη μεσαιωνική ελληνική. Εδώ ακριβώς φαίνεται η ιδεολογική επιλογή που γίνεται, μέσω της οποίας πριμοδοτείται η «πρότυπη» γλώσσα της κλασικής γραμματείας.

Οι ιδεολογικές αυτές στάσεις παράγουν επιπλέον, στο πλαίσιο της γενικότερης εθνικιστικής αναδίπλωσης της εποχής, απόψεις που βασίζονται στις έννοιες της «καθαρότητας» (κινδυνολογία λ.χ. για τον γλωσσικό δανεισμό), της γλωσσικής και πολιτισμικής ανωτερότητας, του «περιούσιου» λαού και της «περιούσιας» γλώσσας. Είναι προφανείς οι κίνδυνοι για το παρόν και το μέλλον της ελληνικής κοινωνίας, που εγκυμονούνται σε απόψεις αυτού του είδους.

Η σημερινή νεοελληνική πραγματικότητα, όπως συνθλίβεται (και όχι μόνο αυτή) ανάμεσα στη Σκύλλα ενός αγοραίου κοσμοπολιτισμού και στη Χάρυβδη ενός εθνικιστικού, διχαστικού απομονωτισμού, έχει ανάγκη μιας προσέγγισης στη γλώσσα τόσο στον χώρο της εκπαίδευσης όσο και στον χώρο της έρευνας που να σέβεται τη συστατική ιστορικότητα του φαινομένου.

Αυτό το ιστορικό φως έχει το χάρισμα να διατηρεί τα φαινόμενα στο μέτρο του ανθρώπου, του οικουμενικού ανθρώπου, που δεν θυσιάζεται στους διχαστικούς μύθους της στεγανής, εξωιστορικής, περιούσιας ιδιαιτερότητας. Η καλλιέργεια στην εκπαίδευση της αρχαιογνωσίας (γλωσσικής και άλλης) θα αποκτήσει νόημα για το παρόν μόνον εάν απαλλαγεί από τον προσκυνηματικό φορμαλισμό με τον οποίο έχει ιστορικά συνδεθεί.

Η γλωσσική φθορά και οι «μεγαλομανείς» γλώσσες

Ο Φερδινάνδος ντε Σωσσύρ έλεγε για τους προστάτες της γλώσσας ότι μοιάζουν με την «κότα που έκλωσε αυγό πάπιας». Πράγματι, ο πατέρας της σύγχρονης γλωσσολογίας, στο μοναδικό και κλασικό βιβλίο του Μαθήματα Γενικής Γλωσσολογίας, γράφει: «Ο άνθρωπος που θα ισχυριζόταν ότι φτιάχνει μιαν αμετάβλητη γλώσσα, ότι οι μεταγενέστεροι θα όφειλαν να τη δεχτούν όπως την καθιέρωσε, θα έμοιαζε με την κότα που έκλωσε αυγό πάπιας· η γλώσσα που δημιούργησε θα παρασυρθεί, είτε το θέλει είτε όχι, από το ρεύμα που παρασέρνει όλες τις γλώσσες».

Αυτό το «ρεύμα» που παρασέρνει όλες τις γλώσσες είναι χαρακτηριστικό εγγενές και φυσικό των γλωσσών. Αντίθετα με όλα τα λοιπά ανθρώπινα, που ο χρόνος με την αλλαγή και αλλοίωση τα φθείρει έως και εξαφανίζει, η γλώσσα είναι το μόνο κοινωνικό φαινόμενο που έχει την ενδιαφέρουσα ιδιοτυπία να διαρκεί στο χρόνο επειδή αλλάζει και αλλοιώνεται.

Η αλλαγή και αλλοίωση εξασφαλίζουν στις γλώσσες τη διάρκειά τους. Την αλλαγή και αλλοίωση την προκαλεί η χρήση της γλώσσας, άρα η αλλαγή δεν είναι φαινόμενο συγκυριακό ούτε συμπτωματικό, είναι φυσικό χαρακτηριστικό των γλωσσών, είναι συστατικό της ζωής, δηλαδή της διάρκειάς τους. «Το σημείο» λέει ο Σωσσύρ «υποχρεωτικά αλλοιώνεται, επειδή συνεχίζεται», η γλώσσα υποχρεωτικά αλλοιώνεται εφόσον και επειδή συνεχίζει να μιλιέται.

Καθώς αλλάζουν οι γενιές και εξελίσσονται οι κοινωνίες, δημιουργούνται νέες ιδέες, νέα αντικείμενα, νέοι τρόποι σκέψης καθώς και νέες ανάγκες επικοινωνίας, στις οποίες οι γλώσσες ανταποκρίνονται με την αλλοίωση και την αλλαγή. Αλλάζουν οι γλώσσες, επειδή αλλάζουν οι ιδέες. Όλοι οι σημαντικοί σταθμοί στην ιστορία των κοινωνιών που έφερναν καινούρια συστήματα ιδεών επέφεραν θεαματικά μεγάλες αλλαγές στις γλώσσες.

Η Αναγέννηση π.χ. ή ο Διαφωτισμός ή η Οκτωβριανή επανάσταση στη Ρωσία, που έφεραν καινούρια συστήματα ιδεών σε όλους τους τομείς της κοινωνικής ζωής, νέες πολιτικές αρχές, καινούριες κοινωνικές αξίες, νέες έννοιες και αντιλήψεις του κόσμου, μεταμόρφωσαν ριζικά τις γλώσσες σε πολύ λίγο χρόνο.

Με αργότερο ρυθμό απ’ ό,τι οι αλλαγές που προκαλούν μεγάλες κοινωνικές ανακατατάξεις, όλες οι γλώσσες αλλάζουν. Αρκεί να διαβάσει κανείς ένα κείμενο γραμμένο πριν τριάντα χρόνια, για να αναγνωρίσει αμέσως την αλλαγή. Και αν διαβάσει κείμενο γραμμένο μόλις πριν πενήντα χρόνια, χρειάζεται ειδικές γνώσεις για να το κατανοήσει πλήρως. Όπως έχει γράψει ο Μιχάλης Σετάτος, η γλώσσα «αναγκαστικά» προσαρμόζεται σε νέες ανάγκες επικοινωνίας, η χρήση του λόγου εισάγει νέα στοιχεία στη γλωσσική δομή, και έτσι αλλάζουν οι γλώσσες. Κι ακόμα, η συστατική της ζωής των γλωσσών συνεχής αλλαγή απαιτεί την «περιοδική ανανέωση» της κωδικοποιημένης γλώσσας, με άλλα λόγια την αλλαγή των κανόνων που διδάσκονται στα σχολεία.

Ενδιαφέρον και αποκαλυπτικό είναι ότι όλα τα παραπάνω δεν τα αμφισβητεί σήμερα κανένας απολύτως. Θεωρούνται επιστημονικοί κοινοί τόποι και αντίλογος δεν υπάρχει. Και όμως, συχνά εμφανίζεται στις κοινωνίες ο θρηνητικός μύθος για τη φθορά και την αλλοίωση της μιας ή της άλλης γλώσσας, συνοδευόμενος από την απειλή για την εξαφάνισή της.

Ο μύθος που ταυτίζει την αλλαγή της γλώσσας με την παρακμή επαναλαμβάνεται ασταμάτητα, παρά το γεγονός ότι δεν έχει καμία απολύτως στήριξη. Η μεγάλη αυτή αντίφαση περιέχει μηνύματα κοινωνικά και πολιτικά. Όποια μνεία θρηνητική για τη φθορά μιας γλώσσας κι αν διαβάσει προσεχτικά κανείς, θα διαπιστώσει ότι συνοδεύεται από μια εξιδανικευμένη αναφορά σε μία ορισμένη γλωσσική μορφή, που περιγράφεται σαν ανώτερη και αυθεντική.

Στην ιστορία όλες οι γλώσσες που ονομάστηκαν ανώτερες και αυθεντικές ανήκουν σε επεκτατικές και ιμπεριαλιστικές κοινωνικές ομάδες. Όλες οι γλώσσες που θεωρήθηκαν ιδανικές και τέλειες, η λατινική, η ρωσική, η γερμανική, η αγγλική (και άλλες), αποχτήσανε τους τιμητικούς αυτούς τίτλους την περίοδο βίαιων επεκτατισμών και της αποικιοκρατίας. Η τσαρική αριστοκρατία (μολονότι μιλούσε γαλλικά) χρησιμοποίησε τις αρετές της ρωσικής γλώσσας σαν επιχείρημα επεκτατικών διεκδικήσεων.

Ένας στίχος από γερμανικό ποίημα του 1813: «η πατρίδα του Γερμανού απλώνεται όσο μακριά ηχεί η γερμανική γλώσσα» χρησιμοποιήθηκε αργότερα για ν’ «αποδείξει» ότι η γαλλική Αλσατία και Λωρραίνη «ανήκουν» στο γερμανικό κράτος, ενώ κανένας δε θυμήθηκε ότι η «γερμανική γλώσσα» είναι κομμάτι της «γερμανικής πατρίδας» όταν εξοντώνονταν οι Εβραίοι Γερμανοί με μητρική τους τη γερμανική.

Τέλος, η Βρετανία ονομάζεται από θεωρητικούς της γλώσσας το 19ο αιώνα «έθνος ικανό να οδηγήσει τον κόσμο, ιδίως στο μέγα ζήτημα της γλώσσας», της οποίας η φυσική «ανωτερότητα» συνίσταται στην «ικανότητα» να «αφομοιώνει» άλλες γλώσσες και να τις μετατρέπει σε «αγγλικές».

Σήμερα, μολονότι ζούμε σε άλλες εποχές, στη Γαλλία π.χ. κυκλοφορεί ένα μικρό βιβλίο μεγάλου ακαδημαϊκού με τίτλο Αναζητώντας τη χαμένη γαλλική, με θρηνητικό περιεχόμενο: «χάνεται» η ωραιοτάτη και αρίστης ποιότητος γαλλική, ενώ «μέχρι το 1940» έλαμπε στον κόσμο. Το συμπέρασμα είναι τούτο: «η γαλλική γλώσσα, δηλαδή η πατρίδα, κινδυνεύει». Η χρονολογία της εποχής που η γλώσσα ήταν «ιδανική» είναι ηχηρά αποκαλυπτική, αφορά τη Γαλλία των αποικιών και τη γαλλική όταν είχε τη θέση της διεθνούς γλώσσας.

Άρα, η προφητεία για την παρακμή της γαλλικής, ο αγώνας ενάντια στην εξαφάνισή της είναι διεκδίκηση της θέσης που κατέχει η αγγλική στην Ευρώπη. Είναι αλήθεια ότι με τα παραπάνω μένει δυσεξήγητο πώς συνδυάζεται η ιμπεριαλιστική ερμηνεία με τις σύγχρονες θεωρίες για παρακμή της ελληνικής γλώσσας. Πρόκειται για κρίση της εθνικής ταυτότητας που νιώθουν διάφοροι διανοούμενοι. Περιγράφουν την ελληνική γλώσσα που μιλιέται σήμερα με τα μελανότερα χρώματα και μέμφονται την «αποκοπή» της γλώσσας από τις «ρίζες της».

Βλέπουν μέσα στον ευρωπαϊκό καθρέφτη «κατώτερη» την εθνική τους ταυτότητα. Κι επειδή ο ρατσισμός πάντοτε εκδικείται, επειδή η περιφρόνηση προς τη σημερινή ελληνική γλώσσα (κουλτούρα και κοινωνία γενικότερα) είναι μέρος του ρατσιστικού στερεοτύπου της βορειοευρωπαϊκής βιομηχανικής ζώνης, που ταξινομεί σαν «κατώτερη» την κουλτούρα του «Νότου» και της «Ανατολής», αυτοί οι Έλληνες που περιφρονούν εμάς τους Έλληνες και την «παρακμασμένη» ελληνική μας γλώσσα είναι θύματα του ρατσισμού αλλά και ρατσιστές οι ίδιοι.

Βλέπουν την εθνική τους ταυτότητα και γλώσσα μέσα στον καθρέφτη του βορειοευρωπαϊκού ρατσισμού και νοσταλγούν το μέγα κύρος που έχει στους ισχυρούς του κόσμου και υποτιθέμενους ανώτερους η κλασική αρχαιότητα. Θρηνούν λοιπόν τη φθορά της ελληνικής, δηλαδή εννοούν ότι εμείς οι Έλληνες ένα μονάχα πολιτισμικό αγαθό αποδεικτικό «ανωτερότητας» διαθέτουμε, την αρχαία ελληνική γλώσσα. Η προφητεία για την παρακμή της ελληνικής γλώσσας, με όποιο επιχείρημα κι αν εμφανίζεται, ανάμεσα στις γραμμές το ίδιο πάντα εννοεί: φανταστείτε το εθνικό μεγαλείο που «θα» είχαμε, αν μιλούσαμε αρχαία ελληνικά.

Λάθη στη χρήση της γλώσσας: Αλήθεια και μύθος

Η γλώσσα και η χρήση της υπήρξαν πάντοτε από τα φλέγοντα θέματα στον τόπο μας είτε με τη μορφή του γλωσσικού ζητήματος (παλαιότερα) είτε, τελευταία, ως γενικότερος προβληματισμός, σε συζητήσεις, συνέδρια, εκπομπές, αρθρογραφία κλπ. γύρω από την αξιολόγηση των στοιχείων της. Ο προβληματισμός ξεκινάει, εκτός των άλλων, από την παρατηρούμενη πολυμορφία/πολυτυπία σε όλα τα επίπεδα και τον τρόπο με τον οποίο αξιολογείται ως συγχρονικό φαινόμενο.

Για ορισμένους, περιπτώσεις όπως άσχημος/ άσκημος, συναδέλφου/ συνάδελφου, πιο καλύτερος, πρυτάνισσα, ψιλοβαριέμαι κλπ. συνιστούν υφολογικές ποικιλίες η χρήση των οποίων ρυθμίζεται από το είδος ή το ύφος της ομιλίας (καθημερινός/ανειμένος, γρήγορος λόγος), καθώς και από τις πραγματολογικές και κοινωνιογλωσσολογικές συνθήκες επικοινωνίας.

Για ορισμένους άλλους, αντιθέτως, περιπτώσεις αποκλίσεων όπως πανεπιστήμιου, των σύμβουλων, των ταμίων, των φοιτητικών νεολαίων, από ανέκαθεν, πιο καλύτερος κλπ. αποτελούν ανεπίτρεπτα λάθη τα οποία συνδέονται με την ελλιπή ή ανεπαρκή γνώση της γραμματικής και των κανόνων της και γεννούν απαισιόδοξες σκέψεις σχετικά με το μέλλον της γλώσσας μας.

Δεν αρνούμαι ότι γίνονται λάθη (ασυνταξίες, ακυριολεξίες, σολοικισμοί) κατά τη χρήση της γλώσσας από τον φυσικό ομιλητή σε όλα τα επίπεδα. Τα λάθη αυτά, πολλές φορές, είναι αποτέλεσμα της γλωσσικής πραγμάτωσης και των όρων στους οποίους υπακούει.

Δεν θα ασχοληθώ με τις περιπτώσεις αυτές όπως και με παραδείγματα αντιγραμματικών δομών τα οποία δεν μαρτυρούνται στον λόγο: *διερωτώμαι πότε αν έρθεις, *άρχισα ότι γράφω, *κοντεύω να πέσεις, *σου εύχομαι για να ζήσεις, *τα παιδιά εκμεταλλεύονται πολλές φορές από τους μεγάλους κλπ. Θα σταθώ σε μια άλλη διάσταση του «λάθους»: του λάθους σε σχέση με το σύστημα και, πιο συγκεκριμένα, με τον βαθμό αδιαφάνειας που παρουσιάζει. Οι αποκλίσεις για τις οποίες θα κάνω λόγο εδώ ανήκουν στις εξής κατηγορίες:

(i) Προέρχονται από διαχρονικές εξελίξεις της γλώσσας στο φωνολογικό και μορφολογικό επίπεδο: του πανεπιστήμιου, των συνάδελφων, των άνθρωπων.

(ii) Μπορούν να θεωρηθούν προϊόντα ανακατατάξεως ή επανερμηνείας δομών/τύπων σε συγχρονικό επίπεδο. Αναφέρομαι στις εξής ενδεικτικές περιπτώσεις:

(α) παραδείγματα αναφορικών προτάσεων που εισάγονται με το οποίος και στα οποία η χρήση της προσωπικής αντωνυμίας θεωρείται εσφαλμένη: δεν κατάλαβα τον προβληματισμό του τον οποίο τον διατύπωσε βιαστικά, δεν μπορεί να κόψει το τσιγάρο το οποίο το απολαμβάνει όσο τίποτε άλλο·

(β) παραδείγματα με εμφάνιση οιονεί πλεοναστικών στοιχείων: πιο καλύτερος, από ανέκαθεν ·

(γ) παραδείγματα χρήσης καθαρά αμετάβατων ρημάτων, όπως διαρρέω, τρέχω, περπατάω, κυκλοφορώ κλπ. ως μεταβατικών/μεταβιβαστικών, κυρίως, για να εξαρθεί ο δράστης ή η εξωτερική αιτία: ο δημοσιογράφος διέρρευσε την είδηση ότι επίκειται ανασχηματισμός της κυβέρνησης, με αυτά που φοράς πώς να σε κυκλοφορήσω, έτρεξα το πρόγραμμα.

Όλες οι περιπτώσεις αυτές οδηγούν, κατά τη γνώμη μου, σε μια άλλη αντιμετώπιση του «λάθους»· του λάθους όχι ως μεμονωμένου φαινομένου απόκλισης αλλά σε σχέση με το σύστημα που ευνοεί την εμφάνιση και την περαιτέρω γενίκευσή του.

Και τούτο διότι:

b 1. Δεν πρόκειται για μεμονωμένα παραδείγματα τα οποία αβασάνιστα θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν δείγματα γλωσσικής απαιδευσίας, αλλά για συστηματικές αποκλίσεις σε διάφορα επίπεδα (φωνολογικό, μορφολογικό, συντακτικό, σημασιολογικό).

2. Προϋποθέτουν την ύπαρξη ποικιλιών στο γλωσσικό σύστημα, δηλαδή παράλληλων τύπων που συνυπάρχουν και χρησιμοποιούνται κατά περίπτωση (ανάλογα με το είδος του λόγου και την περίσταση επικοινωνίας). Οι τύποι αυτοί θεωρούνται αποτέλεσμα εξελίξεων σε διαχρονικό και συγχρονικό επίπεδο.

3. Σηματοδοτούν ασάφεια ή αδιαφάνεια του συστήματος στο συγκεκριμένο σημείο. Η αδιαφάνεια αυτή, προϊόν εξελίξεων και μεταβολών στη γλώσσα κατά την ιστορική της πορεία καθώς και ποικίλων συγκρητισμών, έχει ως αποτέλεσμα την επανερμηνεία και μη αναγκαία ή/και εσφαλμένη γενίκευση τύπων, δομών, καταλήξεων, δημιουργώντας τις προϋποθέσεις για πιθανή μεταβολή σε επόμενη φάση της γλώσσας.

Έτσι, π.χ., παραδείγματα «εσφαλμένου» τονισμού όπως στις περιπτώσεις πανεπιστήμιου, ένοχου, συνάδελφων, δήμαρχου, σύμβουλου κλπ. μπορούν να θεωρηθούν αποτέλεσμα μορφοφωνολογικών μεταβολών (κατάργηση της προσωδίας) που οδήγησαν στην επικράτηση της ισοτονίας (πρβλ. τον σχηματισμό αντίστοιχων επιθέτων όπως άνισου, αντίστοιχου, κόκκινων, πράσινων κλπ.).

Σε συγχρονικό επίπεδο, η επικράτηση των αδύνατων τύπων της προσωπικής αντωνυμίας (κλιτικά) στις περιπτώσεις των αναφορικών προτάσεων που εισάγονται με το οποίος η χρήση των κλιτικών ως δηλωτικών της πτώσης είναι κανονική σε περιπτώσεις αναφορικών που εισάγονται με το που («τα δέντρα που τα φύλλα τους πέφτουν το χειμώνα λέγονται φυλλοβόλλα») μπορεί να θεωρηθεί αποτέλεσμα επανερμηνείας των τύπων ως εκφραστικών/επιτατικών στοιχείων και γενίκευσής τους σε όλες τις περιπτώσεις.

Στην ασάφεια του συστήματος μπορούν να αποδοθούν επίσης εσφαλμένες γενικεύσεις μορίων, καταλήξεων, προθέσεων όπως στα: πιο καλύτερος, από ανέκαθεν. Και τούτο διότι ή συγχρονική λειτουργία των -τερος, -θεν είναι ασαφής. Σχετικά με το -θεν αντίστοιχοι τύποι μαρτυρούνται ήδη στην Κοινή (από μακρόθεν ). Η δημιουργία, τέλος, νέων μεταβατικών (μεταβιβαστικών ρημάτων) θα μπορούσε να αποδοθεί στην τάση για προβολή του δράστη ή της εξωτερικής αιτίας κατ’ αναλογίαν προς περιπτώσεις ρημάτων με δύο συντάξεις: μεταβατικά/αμετάβατα (λιώνω, ανοίγω, λυγίζω, βράζω κλπ.): ο ήλιος έλιωσε τον πάγο – ο πάγος έλιωσε, ο αέρας άνοιξε την πόρτα – η πόρτα άνοιξε, η μητέρα έβρασε το γάλα – το γάλα έβρασε.

Το θέμα «λάθη στη χρήση της γλώσσας» είτε υπό μορφή παραδρομών και ολισθημάτων είτε υπό τη μορφή αποκλίσεων από το σύστημα, οι λόγοι που τα προκαλούν, οι παράγοντες που τα ευνοούν, η επίδρασή τους στην εξέλιξη της γλώσσας και, τέλος, η δυνατότητα περιορισμού τους είναι πολύ ευρύ και η απάντηση στα διάφορα ερωτήματα δεν μπορεί να είναι μονοσήμαντη. Δεν επιχείρησα να ερμηνεύσω το φαινόμενο στο σύνολό του.

Προσπάθησα απλώς να εξηγήσω κάποιους περισσότερο ή λιγότερο αποκλίνοντες τύπους που επιδίδουν στη γλώσσα (πρόκειται άραγε για λάθη;), ενοχοποιώντας, σε τελευταία ανάλυση, περισσότερο το σύστημα και λιγότερο τους χρήστες για τη βαθμιαία επικράτησή τους.

Οι αποκλίσεις αυτές εμφανίζονται αρχικά ως γενικές τάσεις που ολοκληρώνονται σε διάστημα γενεών. Εν τω μεταξύ απαντούν ως εναλλασσόμενοι τύποι, περισσότερο ή λιγότερο παραδεκτοί στο γλωσσικό σύστημα , με υφολογική πολλές φορές κατανομή. Θα ήθελα, τέλος, να προσθέσω ότι οι εσφαλμένες αυτές χρήσεις, αν επισημανθούν και αξιολογηθούν χωρίς προκαταλήψεις, μας βοηθούν να κατανοήσουμε καλύτερα όχι μόνον τη λειτουργία των διαφόρων μερών του συστήματος της γλώσσας αλλά και τον τρόπο που λειτουργούν οι μηχανισμοί της γλωσσικής ανάλυσης κατά την κατάκτηση και γενικότερα κατά τη γλωσσική πραγμάτωση.

Τα Δάνεια

Είναι γεγονός ότι υπάρχει διάσταση απόψεων όσον αφορά το φαινόμενο του δανεισμού ανάμεσα στα κείμενα που προορίζονται για το ευρύ κοινό και στα κείμενα των ειδικών.

Δεν είναι υπερβολή να πούμε ότι τα πρώτα θυμίζουν ανταποκρίσεις από το μέτωπο του πολέμου: γλωσσική εισβολή, φθορά, παραφθορά και διαφθορά της γλώσσας μας, γλωσσική υποδούλωση, η γλώσσα μας κατακτιέται από τους εισβολείς, αφελληνισμός της γλώσσας μας αποτελούν τις πιο συνήθεις εκφράσεις των κειμένων αυτών.

Τα αποτελέσματα της προβαλλόμενης αυτής εισβολής εμφανίζονται τραγικά: μιγαδοποίηση της γλώσσας μας, γλωσσική υποδούλωση που οδηγεί, κατά τους υποστηρικτές των απόψεων αυτών, σε γενική άλωση της πατρίδας και του εθνισμού μας, σε εθνική παρακμή. Επιπρόσθετα προβάλλεται το επιχείρημα ότι η αλλοτριωμένη γλώσσα προσβάλλει τη νόηση και κατ’ επέκταση τη συνείδησή μας αλλοτριώνοντάς την, και συνεπώς η γλώσσα που δεν αντιστέκεται στις δάνειες λέξεις, ιδίως τις αγγλικές, μαρτυρεί αλλοτριωμένη συνείδηση, διαβρωμένη και εκφυλισμένη ψυχή. Είναι όμως έτσι; Ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή.

Για να μιλούμε για εισβολή πρέπει να υπάρχει μέγα πλήθος ξένων λέξεων στη γλώσσα μας. Όμως, κάθε τέτοια κρίση ενέχει υποκειμενισμό, αφού δε γνωρίζουμε επακριβώς το ποσοστό, κατά μέσο όρο, των ξένων λέξεων στα νεοελληνικά κείμενα. Βέβαια, υπάρχει και η λεξικογραφική στατιστική: σε σύνολο 60.000 περίπου λημμάτων γενικού λεξιλογίου της νεοελληνικής ποσοστό 5% είναι οι δάνειες λέξεις από την αγγλική.

Αν αναλογιστεί κανείς ότι, σύμφωνα με έρευνες ξένων μελετητών, το ποσοστό των λέξεων που η αγγλική δανείστηκε από τη γαλλική σε παλαιότερες εποχές ανέρχεται σε 65% με 75% του σημερινού λεξιλογίου της, αναρωτιέται αν είναι δυνατόν ο δανεισμός λέξεων και μόνο να αλλοιώσει μια γλώσσα, να οδηγήσει δηλαδή σε αλλαγή της γενετικής δομής της. Τυπολογικά η αγγλική, παρά το μαζικό δανεισμό, εξακολουθεί να μην ανήκει στις ρομανικές γλώσσες, στις οποίες συγκαταλέγεται η γαλλική.

Όσον αφορά τη «μιγαδοποίηση» μιας γλώσσας, αυτή δεν κρίνεται από τη μεταβολή στο λεξιλόγιό της αλλά από τη μεταβολή στο γραμματικό της σύστημα. Τέτοιου τύπου, όμως, μεταβολή δε διαπιστώνεται για τη νέα ελληνική, η οποία διατηρεί σταθερό εδώ και πάρα πολλά χρόνια το φωνολογικό, μορφολογικό, συντακτικό και σημασιολογικό της σύστημα. Όσον αφορά το επιχείρημα ότι η γλωσσική υποδούλωση προκαλεί την εθνική υποδούλωση, η Ιστορία μάς διδάσκει ότι συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο: η εθνική υποδούλωση έχει ως συνέπεια τη γλωσσική υποδούλωση.

Όμως, οφείλουμε να μη λησμονούμε ότι οι Έλληνες, ακόμη και υποδουλωμένοι για τετρακόσια χρόνια και χωρίς επίσημη εκπαίδευση, διατήρησαν παρ’ όλα αυτά τη γλώσσα τους. Ακόμη, γλώσσα, νόηση, συνείδηση και ψυχή δεν είναι συγκοινωνούντα δοχεία ούτε και είναι δυνατόν φιλόλογοι να γνωμοδοτούν για θέματα που άπτονται άλλων ειδικοτήτων. Όπως κι αν έχει το πράγμα, όμως, αφού δε διαπιστώνεται επιστημονικά αλλοίωση της γλώσσας μας, δεν υφίσταται λόγος για περαιτέρω συζήτηση της σχέσης αυτής.

Υπάρχει όμως και κάτι πιο σημαντικό. Γίνεται έντονη συζήτηση για την αποβολή των δανείων από τη γλώσσα, χωρίς να έχει οριστεί η έννοια του δανείου. Βέβαια, από τα παραδείγματα που αναφέρονται στα κείμενα που προορίζονται για το ευρύ κοινό, π.χ. σάντουιτς, ζάπιγκ, πλαζ, οτοστόπ, έμμεσα συνάγεται ότι πρόκειται για το φαινόμενο που από τους ειδικούς αποκαλείται άμεσος δανεισμός, δηλαδή για το τμήμα εκείνο του δανεισμού που περιλαμβάνει τα στοιχεία που η μορφή τους προδίδει την ξενική καταγωγή τους.

Όμως, αν δάνειο είναι, όπως άλλωστε το λέει η λέξη, κάθε στοιχείο που μια γλώσσα δανείζεται από μια άλλη, τότε δάνεια είναι και λέξεις όπως τηλέφωνο, μικρόβιο, οικολογία και πλήθος άλλες, που η ελληνική τις βρήκε έτοιμες σε άλλες γλώσσες και τις υιοθέτησε. Το γεγονός ότι οι γλώσσες αυτές έπλασαν τις λέξεις του τύπου αυτού με αρχαιοελληνικά στοιχεία δεν ακυρώνει το ότι αναμφίβολα για τη νέα ελληνική πρόκειται για δάνειες λέξεις!

Ίσως να σταματούσε η κινδυνολογία γύρω από το δανεισμό, αν κυκλοφορούσε ευρύτερα η άποψη των ειδικών ότι λέξεις όπως αντιβιοτικό, αστροναύτης, ελικόπτερο, ένζυμο, ηλεκτρισμός, θερμόμετρο, θρόμβωση, κυβερνητική, μαγνητόφωνο, μετεωρολογία, σπηλαιολόγος, τεχνολογία, τηλέγραφος, φωτογραφία και χιλιάδες άλλες είναι δάνειες λέξεις.

Γιατί όμως η κινδυνολογία περιορίζεται στα άμεσα δάνεια; Και ήταν άραγε πάντα τα δάνεια από την αγγλική που ενοχλούσαν; Η απάντηση στο πρώτο ερώτημα είναι ότι από τα διάφορα είδη δανείων μόνο τα άμεσα δάνεια ενοχλούν, αφού αυτά προδίδουν αμέσως την ξενική τους καταγωγή, ενώ τα άλλα, επειδή είναι καμουφλαρισμένα, περνούν για ελληνικές λέξεις. Έτσι, δεν είναι περίεργο που λίγα χρόνια πριν ενοχλούσαν τα δάνεια από την τουρκική ή άλλες γλώσσες.

Όμως η κινδυνολογία αυτή, που στόχο έχει να προσβάλει την αυτονομία και την αυτάρκεια μιας φυσικής γλώσσας, όπως είναι η νέα ελληνική, δε στηρίζεται σε επιστημονική βάση, αφού παραγνωρίζεται το γεγονός ότι ο δανεισμός της νέας ελληνικής δεν οφείλεται σε δομικά κενά της παρά σε μεταβλητές κοινωνιοπολιτιστικής τάξης. Και για το λόγο αυτό υπάρχουν δάνεια που δεν προσαρμόζονται στο μορφολογικό και φωνολογικό σύστημα της νεοελληνικής.

Ο δανεισμός λέξεων αποτελεί φυσιολογικό φαινόμενο όλων των γλωσσών και συνεπώς δεν πρέπει να εκλαμβάνεται ως οξεία ασθένεια που πρέπει να σπεύσουμε να τη θεραπεύσουμε. Μόνο μια νεκρή γλώσσα έχει πάψει να δανείζεται. Ασφαλώς όλοι ευχόμαστε να μη συμβεί αυτό ποτέ στην ελληνική. Επομένως, η άποψη των ειδικών ότι η νεοελληνική δεν κινδυνεύει από τα δάνεια δεν αποτελεί πράξη εφησυχασμού παρά νηφάλια αντιμετώπιση ενός γεγονότος. Η νεοελληνική δεν υφίσταται επίθεση από την αγγλική, αλλά καταφεύγει σ’ αυτήν από εξωγλωσσικούς λόγους και όχι λόγω δικής της ανεπάρκειας

Αντίθετα, μάλιστα, θα μπορούσε κανείς να δει την παρουσία των δανείων ως κάτι θετικό, αφού τα δάνεια χρησιμεύουν ως δείκτες ένταξης του ομιλητή σε κάποια ομάδα, κοινωνική ή άλλη, αλλά και εμπλουτίζουν τη νεοελληνική δημιουργώντας σημασιολογικές διαφορές, π.χ. έφηβος-τινέιτζερ· διαφορές στο επίπεδο ύφους, π.χ. εξ ημισείας/μισά μισά-φίφτι φίφτι· στην ένταση, π.χ. γεμάτος-φουλ· διαφορές ανάμεσα σε γενικό λεξιλόγιο και σε όρο ειδικού λεξιλογίου, π.χ. πιγκπόγκ-αντισφαίριση κτλ.

Ακόμη, το ότι η ελληνική σήμερα δανείζεται κατεξοχήν από την αγγλική δε συνιστά πρωτοτυπία, αφού όλες οι γλώσσες κάνουν το ίδιο, ούτε όμως και τυχαίο γεγονός, γιατί η αγγλική αποτελεί σήμερα γλώσσα περιωπής. Υπάρχει δίχως άλλο μια διαλεκτική σχέση ανάμεσα στην οικονομική και πολιτική υπεροχή από τη μια μεριά και στη γλωσσική από την άλλη.

Η επικράτηση της αγγλικής σε παγκόσμια κλίμακα είναι απόρροια της αδιαμφισβήτητης σήμερα ηγεμονίας των ΗΠΑ. Οι γλωσσικοί λόγοι δεν προπορεύονται αλλά ακολουθούν τους εξωγλωσσικούς. Συνεπώς, αν θέλαμε να δανείζουμε και να μη δανειζόμαστε, θα έπρεπε να βρισκόμασταν ως έθνος στην κορυφή της οικονομικής και πολιτικής κλίμακας. Συμπερασματικά αποδεικνύεται ότι η παρουσία των άμεσων δανείων στη νεοελληνική ούτε μαζική είναι ούτε είναι πρόξενος δομικών αλλαγών.

Ωστόσο, είναι γεγονός ότι η καλλιέργεια της νεοελληνικής καθώς και μια πολιτική πρόληψης είναι δυνατό να περιορίσουν το δανεισμό. Αν και είναι ουτοπία να πιστεύει κανείς ότι είναι ποτέ δυνατό να εξαλειφθεί ο δανεισμός από μια ζωντανή γλώσσα, θεωρώ ότι το έμπρακτο ενδιαφέρον των Νεοελλήνων για τη γλώσσα τους καθώς και η προσφορά αρτιότερης γλωσσικής εκπαίδευσης εκ μέρους της πολιτείας αποτελούν ισχυρούς λόγους περιορισμού των δανείων. Η πρόληψη είναι προτιμότερη από τη θεραπεία.

Οι Νέοι

Οι «φωνές επαγρύπνησης, διαμαρτυρίας και πόνου για τη χαμηλή στάθμη της χρήσης της [γλώσσας μας]» δεν έχουν πάψει να ηχούν στα αυτιά μας εδώ και είκοσι περίπου χρόνια πολλές φορές μάλιστα σαν σειρήνες ασθενοφόρου, ή και περιπολικού. Και αν κάποτε προκαλούσαν «ευεξήγητες εκατέρωθεν αντιδράσεις», αυτό ήταν το «αναγκαίο κακό κάθε καλού αγώνα για μια καλύτερη ελληνική γλώσσα». «Τίποτε, άλλωστε, απ’ όσα λέγονται και γράφονται ως επισημάνσεις ή συνηγορίες για μια καλύτερη ποιότητα ελληνικής γλώσσας δεν πάει χαμένο.»

Τα παραθέματα 1 δεν μπορεί παρά να προκάλεσαν σύγχυση στον προσεχτικό αναγνώστη. Η χρήση της γλώσσας μας ταυτίζεται άραγε με την ίδια τη γλώσσα μας; (Μόνο έτσι η χαμηλή στάθμη της πρώτης θα σήμαινε και χαμηλή στάθμη της δεύτερης, δικαιολογώντας «τον καλό αγώνα για μια καλύτερη ελληνική γλώσσα».) Αλλά, αν έτσι είναι τα πράγματα, πώς οι συντάκτες του κειμένου που παραθέτω καταφέρνουν να γράψουν καλά ελληνικά;

Ή μήπως, τελικά, δεν γράφουν και τόσο καλά ελληνικά; (Η αμφίβολης αισθητικής έκφραση «για μια καλύτερη ποιότητα ελληνικής γλώσσας» μοιάζει να αντιμάχεται το εμπρόθετο περιεχόμενό της, και οι συντάκτες της να γίνονται σε κάποιο βαθμό θύματα του γνωστού μας «Δάσκαλε που δίδασκες…!») Να σκηνοθέτησαν, πάλι, τόσο σχολαστικά τις αιτιάσεις τους, μπολιάζοντάς τες επίτηδες με μια άστοχη έκφραση; Μάλλον απίθανο.

Να έκαναν λάθος κι αυτοί στη χρήση; Το πιο πιθανό και το πιο φυσικό, θα ψιθύριζα στο αυτί του αναγνώστη που μπερδεύτηκε, μόνο και μόνο επειδή θέλησε να είναι προσεχτικός!

Τα λάθη είναι συχνό φαινόμενο στο λόγο, τόσο όταν μιλούμε ή γράφουμε τη γλώσσα μας όσο και όταν μιλούμε ή γράφουμε για τη γλώσσα μας (τη δεύτερη περίπτωση τη βαρύνουν και γλωσσολογικά λάθη). Ορισμένα από τα πρώτα θα τα χαρακτήριζα, ακριβέστερα, «λάθη» συζητώ στη συνέχεια, όσο ο χώρος το επιτρέπει, με σημείο αναφοράς μια «προκλητική» πτυχή της ελληνικής, τη λεγόμενη “γλώσσα των νέων”.

Είναι γνωστές οι σχετικές κατηγορίες για «φθορά», «αφελληνισμό», «εκβαρβάρωση» και επικείμενο «θάνατο» της γλώσσας μας· γνωστά είναι λίγο πολύ και τα «τεκμήριά» τους. Οι νέοι/νέες μας χρησιμοποιούν ένα πολύ περιορισμένο λεξιλόγιο στην καθημερινή τους επικοινωνία παραμορφώνουν τη γλωσσική δομή αλλάζοντας τη σύνταξη ή τη “διάθεση” των ρημάτων (μας την πέσανε, δε λέει [=όχι· αμετάβατο], παίζει [=συμβαίνει· απρόσωπο], πάμε πλατεία, σπάστηκα [=εκνευρίστηκα]), τη σειρά ή τον αριθμό των συλλαβών (λόστρε < τρελός, ζα< πρέζα, τσοι< μπάτσοι), τη σειρά των φθόγγων (χίος < όχι)

Αναστατώνουν τον “παραγωγικό” μηχανισμό: αργότερα> αργοτερότερα, γάτα> γατόνι, τασάκι> τασάκος, φυτό [=σπασίκλας]> φύτουλας αλλάζουν τις σημασίες των λέξεων: δε μασάμε [=δεν πιανόμαστε κορόιδα], ξιδάκιας [=αλκοολικός], στόκος [=χαζός] ανατρέπουν τη διάκριση “μιλώ/χυδαιολογώ”: ρε μαλάκα, ρε πούστη, σε φιλικές (μεταξύ τους) προσφωνήσεις, γαμώ σε επιτατικές εκφράσεις, π.χ. και γαμώ τα γέλια [= έγινε πολύ γέλιο], χέστηκα! [=αδιαφορώ], γάμησέ τα! [=πολύ καλά/κακά] δανείζονται αλόγιστα από ξένες γλώσσες, ιδιαίτερα από τα αγγλικά περιφρονούν κοινωνικά κατοχυρωμένες κανονικότητες, π.χ. χρήση πληθυντικού αριθμού όταν απευθυνόμαστε σε άγνωστους και μεγαλύτερους. Η «ακηδία» των νέων εύκολα μπορεί να οδηγήσει στην κηδεία της γλώσσας μας, λένε οι φωνές.

Αφανής καταλύτης αυτής της προφητείας, ο κοινός τόπος “οι νέοι είναι το αύριο του έθνους μας”, που αφήνεται να δράσει υπόγεια, υποβάλλοντας ένα ζοφερό γλωσσικό αύριο, αυτό ακριβώς που θα καθορίζουν οι «γλωσσικά ανεπαρκείς» νέοι/νέες του σήμερα· και, προφανώς, ένα ακόμη ζοφερότερο μεθαύριο που θα εγγυώνται τα παιδιά τους, οι νέοι/νέες του «αύριο», πάνω στην «αφελληνισμένη» γλωσσική βάση που θα τους έχει κληροδοτηθεί. Ξεχωρίζω δύο από τις αθέμιτες εξισώσεις που τρέφουν αν δεν τρέφονται από αυτόν τον «αυριανισμό»:

1. Μια ποικιλία της γλώσσας με όλα τα χαρακτηριστικά του εφήμερου, περιορισμένη τοπικά (νεανικές παρέες, νεανικά περιοδικά) και χρονικά (μικρές σχετικά ηλικίες), θεωρείται αυθαίρετα ως η μοναδική ποικιλία της ελληνικής που γνωρίζουν οι νέοι/νέες: “γλώσσα των νέων” = η ελληνική των νέων! Άραγε με αυτήν την ποικιλία γράφουν στις εξετάσεις τους για το πανεπιστήμιο ή απευθύνονται προς έναν ηλικιωμένο (εκτός αν για δικούς τους μη γλωσσικούς, πάντως λόγους θέλουν να προκαλέσουν); Προφανώς όχι.

Το φαινόμενο είναι διαχρονικό, αλλά και διαγλωσσικό, απαντάται δηλαδή σήμερα, όπως και παλιότερα, σε πολλές γλώσσες. Και δε θα διεκδικούσα καμιά πρωτοτυπία, αν μιλούσα για το συνθηματικό χαρακτήρα της “γλώσσας των νέων” και τη λειτουργία της ως γλωσσικής ταυτότητας και παράγοντα αλληλεγγύης.2 Θα ήθελα όμως να πω δυο λόγια για την τεχνική της ανάπτυξης αυτής της ποικιλίας, με αφορμή τη δεύτερη αθέμιτη εξίσωση:

2. Λάθη που οφείλονται πράγματι σε άγνοια της γλώσσας, π.χ. *θα δεν έρθει, *μη θα έρθεις, *να δεν πάει, *έρθει μην έρθει για να περιοριστώ σε δείγματα λαθών με άρνηση, και δε γίνονται ποτέ από ομιλητές/τριες οποιασδήποτε ηλικίας, εξισώνονται σιωπηλά με «λάθη» που ισχύουν από καταβολής γλωσσών, καθώς κινητοποιούνται από την ανθρώπινη φύση και την ίδια τη γλωσσική γνώση.

Η “αναλογία”, η “απλολογία”, η “επανενίσχυση” βρίσκονται συνήθως πίσω τους. Το καλυτερότερος π.χ. από μια άλλη άποψη, που με ενδιαφέρει ιδιαίτερα, για να μην πω με συγκινεί, ως γλωσσολόγο, μαρτυρεί γνώση της γλώσσας: ο «αναδιπλασιασμός» της παραγωγικής κατάληξης του συγκριτικού βαθμού επιστρατεύεται από το νεαρό ομιλητή για να διπλασιάσει την ένταση του χαρακτηρισμού, γιατί ο τυπικός τρόπος, καλύτερος, αποδεικνύεται για την περίπτωση «λίγος», και χρειάζεται ενίσχυση· το ίδιο, διαχρονικά ενεργό στη γλώσσα μας, φαινόμενο δεν έχουμε και με το διπλασιασμό της άρνησης στο Ούτε ο Γιάννης δεν ήρθε, ενισχυμένη εκδοχή τού, κατά τα άλλα ισοδύναμου, Ούτε ο Γιάννης ήρθε;

Γενικότερα, οι γλωσσικές πρωτοβουλίες των νέων φαίνεται να ανάγονται στο σχήμα “παραλλαγές πάνω σ’ ένα (γνωστό) θέμα”, με κύριο, και ευνόητο, χαρακτηριστικό τής (προς πάσα κατεύθυνση) εφαρμογής του την υπερβολή· το πάμε πλατεία π.χ. έχει «υπόψη» του την ορθόδοξη σύνταξη πάω σχολείο, ο περιορισμένος αριθμός λεξικών μορφών (όχι σημασιών) και η περικοπή συλλαβών έχουν πίσω τους τη συνθηματικότητα και κρυπτικότητα άλλων, παλιότερων, ποικιλιών, η προσφώνηση μαλάκα (άνευ γένους) έχει στο παρελθόν της το γνωστό μας ρε ( <μωρέ [=βλάκα], άνευ γένους-αριθμού), το (και) γαμώ ενισχύει, με τη συγκεκριμένη επιλογή, την κλασική επιτατική λειτουργία τού και.

Όσο για τον «άκριτο δανεισμό» από τα αγγλικά, οι αναμάρτητοι πρώτοι τον λίθον βαλέτωσαν! (Βy the way, να αναλογιστούμε και πόσοι «γαλλισμοί» έχουν εγκατασταθεί στη γλώσσα μας μέσω της “καθαρεύουσας” των μεγάλων, όχι των νέων;)

Για να γίνω επιθετικότερος, επιβάλλεται να αναγνωριστεί η γλωσσική δημιουργικότητα των νέων, για να φανεί η προσήλωσή της σε κανονικότητες που χαρακτηρίζουν τη γλώσσα μας, αλλά και τις γλώσσες γενικά. Είναι γνωστή, διαχρονικά και διαγλωσσικά, η μετακίνηση από αισθητηριακές σημασίες σε γνωστικές, “επιστημικές”, σημασίες.3

(α) Να θυμηθούμε το αρχαιοελληνικό οίδα [=έχω δει =γνωρίζω] και τα γνωστά μας βλέπεις [=κατανοείς] τι λέω; ανοιχτομάτης, κρυστάλλινη διατύπωση, φωστήρας, δίπλα στα «ανορθόδοξα» σημερινά μου ‘ρθε φλασάκι [=ξαφνική ιδέα], την είδε [=θεώρησε ότι είναι] αρχηγός, χλoμό [=μη πιθανό], αστέρι [=εξαιρετικός], τζάμι [=άψογος] (όραση);

(β) Να θυμηθούμε τα παλιότερα χάφτας, κατάπια την προσβολή, άνοστο αστείο, αλλά και το ευαγγελικό την δε κάμηλον καταπίνοντες, δίπλα στα σύγχρονα δε μασάμε, μασάει η κατσίκα ταραμά; ή δε σφάξανε [=άρνηση] (γεύση); (γ) Να θυμηθούμε τα αποδεκτά αναψηλάφηση (της δίκης), πολύ τα ψειρίζεις!, κρύε! μαζί με τα «απορριπτέα» την ψαχουλεύτηκα (την υπόθεση), είναι κολλημένος, (έχει στο μυαλό) σφηνωμένη τυρόπιτα [=δεν καταλαβαίνει] (αφή); Πάντως, σίγουρα να μην ξεχάσουμε ότι η γλώσσα των νέων αποτελεί πλούτο και όχι απειλή για την ελληνική!

1. Έχουν όλα αλιευθεί από την εναρκτήρια παράγραφο του βιβλίου «Ελληνική γλώσσα: Αναζητήσεις και συζητήσεις», Ελληνικός Γλωσσικός Όμιλος, εκδ. Καρδαμίτσα 1986, σελ. 9.

2. Για τα γνωρίσματα αυτά της νεανικής «αφασίας», αλλά και τη διεθνικότητα της σχετικής κινδυνολογίας, βλ. το κείμενο, και τη βιβλιογραφία, του Γιάννη Ανδρουτσόπουλου «Η γλώσσα των νέων σε συγκριτική προοπτική: Ελληνικά, Γαλλικά, Γερμανικά, Ιταλικά», στο «Μελέτες για την Ελληνική Γλώσσα: Πρακτικά της 17ης Ετήσιας Συνάντησης του Τομέα Γλωσσολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής του Α.Π.Θ.», Θεσσαλονίκη 1997, σελ. 562-576, απ’ όπου και το μεγαλύτερο μέρος του υλικού που παραθέτω.

3. Βλ. Εve Sweetser, «From Εtymology to Ρragmatics», CUΡ, 1990. Για μια πρώτη απόπειρα εφαρμογής του μοντέλου της στην καθ’ ημάς “γλώσσα των νέων” βλ. Βασιλική Μητροτάσιου, «Γνωστική σημασιολογική προσέγγιση λέξεων και εκφράσεων», μεταπτυχιακή εργασία, Τομέας Γλωσσολογίας Α.Π.Θ. 1996.

Το μονοτονικό

Οι έννοιες του «ορθογραφικού λάθους» και της «ορθογραφικής αλλαγής» έχουν, τουλάχιστον στον ευρωπαϊκό χώρο, μακρά ιστορία. Υπάρχουν βέβαια γλώσσες όπως τα φιλανδικά, τα τουρκικά ή τα σερβοκροατικά για τις οποίες οι έννοιες αυτές στερούνται περιεχομένου. Κι αυτό γιατί στις συγκεκριμένες γλώσσες, που διαθέτουν φωνητική όπως λέγεται γραφή, ισχύει σε γενικές γραμμές η αρχή της αμφιμονοσημαντότητας: για κάθε φώνημα υπάρχει ένα και μόνο γραφικό σύμβολο και, αντίστροφα, κάθε γραφικό σύμβολο δηλώνει ένα και μόνο ένα φώνημα.

Όμως οι περισσότερες ευρωπαϊκές γλώσσες, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγεται και η ελληνική, έχουν ιστορική ορθογραφία, γράφουν δηλαδή όχι σύμφωνα με το πώς προφέρονται σήμερα οι λέξεις αλλά σύμφωνα με το πώς προφέρονταν σε παλαιότερες περιόδους, με αποτέλεσμα τα ορθογραφικά αυτά συστήματα να παρουσιάζουν πολλές ατέλειες και «ανωμαλίες».

Στα νέα ελληνικά είναι, σε γενικές γραμμές, πάρα πολύ δύσκολο να γράψει κανείς σωστά κάποια λέξη που ακούει ή προφέρει, καθώς οι πολλοί και περίπλοκοι κανόνες δεν αρκούν για την αντιστοίχιση προφοράς-γραφής. Για παράδειγμα, η διάκριση ανάμεσα σε ρηματική και ονοματική κατάληξη μικρή μόνο βοήθεια προσφέρει για να αντιστοιχίσουμε, εκτός συμφραζομένων, την προφορά [lipi] με τις λέξεις λείπει, λύπη ή λίπη. Επιπλέον, πώς να προβλέψει κανείς τον εμφανή (;) παραλογισμό να σημειώνεται τονικό σημάδι πάνω από το σύμβολο του συμφώνου [v] της λέξης π.χ. αύριο [avrio];

Τα προβλήματα που συναντούν οι ομιλητές/ τριες των φυσικών γλωσσών λόγω της διάστασης ανάμεσα στον προφορικό και στον γραπτό λόγο (η διαρκώς εξελισσόμενη φύση της ομιλίας αντιπαρατίθεται στη σταθερή και αμετάβλητη φύση της γραφής) οδηγούν συχνά σε προτάσεις μεταρρύθμισης της ορθογραφίας.

Τα αιτήματα που συνήθως διατυπώνονται, κινούνται στην κατεύθυνση της απλοποίησης και του εξορθολογισμού του γραπτού οργάνου. Όμως η προοπτική ορθογραφικών αλλαγών, όσο περιορισμένης κλίμακας και αν είναι, βιώνεται από μεγάλη μερίδα του πληθυσμού σαν απώλεια. Η δημόσια συζήτηση για την ορθογραφία χαρακτηρίζεται από την εξίσωση γλώσσα=γραφή, τη συνεχή σύγχυση μεταξύ προφορικού και γραπτού λόγου, την κρυφή γοητεία των κάθε είδους παραλογισμών, την αυταπάτη ότι οι κλασικοί έγραφαν όπως εμείς, τη βαθύτατη πίστη ότι γράφουμε σύμφωνα με την ετυμολογία, την προσήλωση στην αιώνια και απαρασάλευτη ιστορική ορθογραφία.

Η ιστορία των γλωσσών έχει δείξει ότι όλα τα ενδεχόμενα είναι ανοιχτά: η ορθογραφία μιας γλώσσας μπορεί να μην αλλάξει καθόλου (στα μεσοδιαστήματα των ορθογραφικών μεταρρυθμίσεων), να αλλάξει ριζικά ή και εξ ολοκλήρου (π.χ. η αλλαγή αλφαβήτου στα ρουμανικά, στα τουρκικά και τα αλβανικά), να αλλάξει μόνο εν μέρει. Οι επιμέρους αλλαγές είναι ο κανόνας σε γλώσσες με σημαντικό σώμα γραμματείας, όπως η γαλλική, η αγγλική ή η ελληνική, οπότε το επίμαχο ερώτημα δεν είναι πλέον εάν η ιστορική ορθογραφία μπορεί να αλλάξει, αλλά ως προς τι κρίνεται απαραίτητο να αλλάξει. Με άλλα λόγια, η ιστορικότητα της ορθογραφίας είναι σχετική, και από αυτή την άποψη, διαπραγματεύσιμη και παραβιάσιμη.

Για να περάσουμε σε πιο πρόσφατες αλλαγές, η αποδοχή του συγκρητισμού μεταξύ οριστικής και υποτακτικής και στο επίπεδο της ορθογραφίας, με την κατάργηση των γραφών -η(ς) και -ωμεν/-ωνται, να γράφει(ς), να γράφονται, στο πλαίσιο της εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης του 1976/1981, φαίνεται σήμερα απολύτως αποδεκτή· κανείς δεν θεωρεί ότι θίγει την ιστορικότητα της γλώσσας. Την ίδια αποδοχή συναντά και η ιστορικά αυθαίρετη επέκταση της γραφής με -ει(ς) στους μεσοπαθητικούς τύπους: θα λυθεί, να φανεί κ.ο.κ., κι ας μην είχε ποτέ το απαρεμφατικό λείψανο καμία σχέση με τη γραφή που επιβλήθηκε (λυθéναι, φανéναι κ.ο.κ).

Από την άλλη, ενώ η φύση του τόνου στα νέα ελληνικά διαφέρει από εκείνη των αρχαίων (δυναμικός τόνος έναντι μελωδικού), το πέρασμα από την πολυτονική γραφή στη μονοτονική και απνευμάτιστη συναντά πολλές αντιστάσεις. Μισόν αιώνα πριν, το 1943, η κατάργηση των πνευμάτων και ο περιορισμός των τονικών σημείων σε πανεπιστημιακά συγγράμματα του καθηγητή Ι. Θ. Κακριδή είχε οδηγήσει στην πειθαρχική δίωξή του από τη Φιλοσοφική Σχολή του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου, γνωστή ως Δίκη των Τόνων.

Σήμερα, 20 περίπου χρόνια μετά την επίσημη καθιέρωση του μονοτονικού, είναι κοινό μυστικό ότι εξακολουθεί να μην έχει την καθολική αποδοχή του πνευματικού ιδιαίτερα κόσμου, κι αυτό πέραν της παραδοσιακής διάκρισης μεταξύ δημοτικιστών-καθαρολόγων και ανεξαρτήτως ιδεολογικοπολιτικών τοποθετήσεων. Στην Ελλάδα της ΟΝΕ και των εκκλησιαστικών συλλαλητηρίων υπάρχουν άνθρωποι που θεωρούν το μονοτονικό τον σύγχρονο Δούρειο ίππειο για τον αφελληνισμό του ανάδελφου έθνους μας, και την «επιβολή» του υποκινούμενη άλλοτε από το Βατικανό, άλλοτε από σιωνιστικά κέντρα, άλλοτε από το πολυεθνικό κεφάλαιο, ενίοτε δε και από τα τρία μαζί!

Γεγονός πάντως είναι ότι μεγάλη μερίδα των πνευματικών ανθρώπων, ποιητών, συγγραφέων, εκδοτών, επιμελητών εκδόσεων, επιμένουν στην ιστορική ορθογραφία. Ενώ όμως σε γενικές γραμμές υποστηρίζεται το απαραβίαστο της ιστορικότητας του πολυτονικού, στην πράξη χρησιμοποιείται ένα πολυτονικό σύστημα «κολοβωμένο», στο οποίο έχει απαλειφθεί το τονικό σημείο της βαρείας (με διακριτό ρόλο στο τονικό σύστημα που επινόησαν οι Αλεξανδρινοί γραμματικοί).

Έχει επίσης απαλειφθεί σ’ αυτό η άλλοτε μακρά και άλλοτε βραχεία φύση των δίχρονων φωνηέντων (λ.χ. στο θέμα των λέξεων θεωρούνται πάντα βραχέα), εφόσον δεν υπάρχει καμία παράσταση στον ομιλητή της ελληνικής για το πώς προφερόταν στην κλασική εποχή το βραχύ ι στη λέξη πατρίδα σε αντιδιαστολή με το μακρό ι στη σφραγöδα· από την άλλη πλευρά, η διάκριση αυτή είναι αδύνατον να επεκταθεί στις λέξεις που σχηματίστηκαν σε νεότερες εποχές, δεν υπάρχει δηλαδή τρόπος να απαντηθεί το ερώτημα εάν το ι του κρετίνος είναι βραχύ ή μακρό, για να πάρει οξεία ή περισπωμένη αντίστοιχα.

Γεγονός αδιαμφισβήτητο είναι πως η κατάργηση της μακρότητας και της βραχύτητας, και η εξέλιξη της ελληνικής από γλώσσα με «μουσικό» τόνο σε γλώσσα με «δυναμικό» τόνο, είχε ήδη συντελεστεί κατά τους πρώτους χριστιανικούς αιώνες κι ας προσπαθούν ακόμη και σήμερα ορισμένοι να καταγράψουν με εργαλεία μέτρησης μακρές και βραχείες συλλαβές στη νέα ελληνική!

Η εμμονή διατήρησης ενός κάποιου πολυτονικού συστήματος, προκειμένου να μη διασπαστεί τουλάχιστον η εικόνα της γλωσσικής μας συνέχειας, γεννά με τη σειρά της νέα μυθεύματα, που συσκοτίζουν αδιαμφισβήτητα πορίσματα της επιστήμης. Ίσως η διατύπωση ενός μη ρηξικέλευθου δημοτικιστή, του ακαδημαϊκού Πέτρου Χάρη, πως γύρω από τη μονοτονική γραφή κονταροχτυπιούνται δύο κόσμοι ξένοι μεταξύ τους, οι Έλληνες που θέλουν να φαίνονται Έλληνες και οι Έλληνες που θέλουν να είναι Έλληνες, να αναδεικνύει το γεγονός ότι αυτό που εμφανίζεται ως κρίση της ορθογραφίας είναι στην πραγματικότητα κρίση της κοινωνίας.

Η προτεραιότητα του προφορικού λόγου

«Προτεραιότητα του προφορικού λόγου»· έτσι επιγράφεται μία από τις «βασικές αρχές» της νεότερης γλωσσολογίας, που διατυπώνεται όπως ακριβώς επιγράφεται: ο προφορικός λόγος έχει προτεραιότητα έναντι του γραπτού. Πρόκειται για καταστατική αρχή. Συνήθως επεξηγείται με τις ακόλουθες εμπειρικές γενικεύσεις, που επέχουν και θέση επιχειρημάτων:

(α) Φυλογενετική προτεραιότητα. Σε όλες τις γλωσσικές κοινότητες, όσο μπορούμε να ξέρουμε, η γραφή, αν ποτέ αναπτυχθεί, ακολουθεί την ανάπτυξη προφορικής γλώσσας. Ακόμη και σήμερα υπάρχουν «προφορικές κοινωνίες» που δεν έχουν γραπτό κώδικα.

(β) Οντογενετική προτεραιότητα. Κανένα παιδί δεν μαθαίνει πρώτα να γράφει και μετά να μιλάει.

(γ) Γνωστική-μαθησιακή προτεραιότητα. Η ομιλία αναπτύσσεται με φυσικό τρόπο· για να μάθει το παιδί να μιλάει, αρκεί να εκτεθεί σε γλωσσικά ερεθίσματα. Αντίθετα, για να μάθει να γράφει τη γλώσσα του, απαιτείται συστηματική διδασκαλία.

(δ) Δομική προτεραιότητα. Όλα τα συστήματα γραφής βασίζονται σε μονάδες του προφορικού λόγου· τα αλφαβητικά συστήματα στους φθόγγους, τα συλλαβικά στις συλλαβές, τα ιδεογραφικά στις λέξεις.

Με τον όρο «προτεραιότητα του προφορικού λόγου» επισημαίνεται, λοιπόν, κυρίως μια ειδίκευση ως προς το μέσον: η ανθρώπινη γλώσσα έχει πρωτίστως φωνητικό χαρακτήρα, με την έννοια ότι αξιοποιεί τη φωνητική-ακουστική οδό επικοινωνίας, που είναι και η φυσικότερη από εξελικτική και βιολογική άποψη. Αντίθετα, η γραφή είναι σημειωτικό σύστημα εξαρτημένο και δευτερογενές: «ο μόνος λόγος ύπαρξης της γραφής είναι να παραστήσει τη γλώσσα» (Φ. ντε Σωσσύρ).

Δεν είναι αδιαμφισβήτητη η αρχή της προτεραιότητας του προφορικού λόγου. «Ουσιωδώς μεταφυσική» τη θεωρεί ο Ζακ Ντερριντά. «Εξωτερικά» χαρακτηρίζει τα επιχειρήματα που τη στηρίζουν ο Ρόυ Χάρρις, επειδή δεν επικαλούνται γενικές σημειολογικές αρχές, αλλά εμπειρικές γενικεύσεις. Άλλωστε, η ίδια η ύπαρξη της γραφής πιστοποιεί ότι η ανθρώπινη γλώσσα δεν χαρακτηρίζεται από απόλυτη ειδίκευση ως προς το μέσον, αλλά μάλλον από σχετική ανεξαρτησία· η γλώσσα μπορεί να «μεταφέρεται» από το ένα μέσον στο άλλο. Από εμπειρική άποψη, η «προτεραιότητα του προφορικού λόγου» φαίνεται να υποτιμά τη σχετική αυτονομία της γραφής.

Η γραφή δεν έχει μόνο «αναπαραστατική», «αρχειακή» ή «μνημειακή» λειτουργία· ανταποκρίνεται σε πάμπολλες επικοινωνιακές ανάγκες και αναπτύσσει ιδιαίτερα εκλεπτυσμένη ειδολογία. Αν μάλιστα λάβουμε υπόψη μας τη σημαντικά αυξημένη λειτουργικότητα της «εγγραμματοσύνης» στις σύγχρονες κοινωνίες και τις νέες μορφές που αποκτά στα νέα μέσα επικοινωνίας, δύσκολα θα υποστηρίζαμε ότι ο προφορικός λόγος έχει και λειτουργική προτεραιότητα έναντι του γραπτού. Η σύγκριση δεν μπορεί να είναι ποσοτική. Πολλοί μιλούν για δύο είδη πολιτισμού, ακόμα και για δύο συλλογικά διαφορετικούς τρόπους σκέψης: τον προφορικό και τον εγγράμματο.

Όλως ιδιαίτερη σημασία αποκτά η γραφή στη διαδικασία τυποποίησης κοινής γλώσσας. Η γλωσσική τυποποίηση, φαινόμενο όλων των δυτικών κοινωνιών, περιλαμβάνει τη δημιουργία «γραφολέκτου» (μιας «κοινής γραφομένης» ή «φιλολογικής γλώσσας») και τη θέσπιση ορθογραφικών συμβάσεων. Η «πρότυπη» γλώσσα που προκύπτει από την τυποποίηση καθιερώνεται μέσω της παιδείας.

Στην Ελλάδα, για πολλούς και διάφορους λόγους, γνωρίσαμε μια καθυστερημένη τυποποίηση, η διαμάχη για την οποία, γνωστή ως «γλωσσικό ζήτημα», κράτησε πολλά χρόνια. Άλλοι λαοί καθιέρωσαν δημώδη γλώσσα αιώνες νωρίτερα. Αυτή η καθυστερημένη τυποποίηση χρειάστηκε ν’ αντιταχθεί σ’ ένα πανίσχυρο πρότυπο, της καθαρεύουσας, το οποίο συνέχισε στην εποχή μας την παράδοση του κλασικισμού και του αττικισμού, μια παράδοση που επιβίωσε με τα γραπτά κατάλοιπα μιας νεκρής γλώσσας.

Απ’ αυτήν ακριβώς την παράδοση θέλησε να διαφοροποιηθεί η νεότερη γλωσσολογία, προβάλλοντας την προτεραιότητα του προφορικού λόγου. Συνεπώς, η έμφαση στον προφορικό λόγο κάθε άλλο παρά υποτιμά τη σημασία της γραφής στη διαδικασία της τυποποίησης. Στο πλαίσιο της τυποποίησης, η προτεραιότητα του προφορικού λόγου έχει την αξία μιας λελογισμένης ρυθμιστικής αρχής.

Μας λέει πού πρέπει να βασιστεί η τυποποίηση: στον προφορικό λόγο, στη δημώδη γλώσσα, και όχι σε αρχαϊστικά κείμενα. Η αρχή επέχει επίσης θέση μεθοδολογικής οδηγίας. Λέει στον γλωσσολόγο πού πρέπει να αναζητήσει τα δεδομένα του, ποιο πρέπει να είναι το γλωσσικό «υλικό» του, τα «παραδείγματά» του. Τέλος, η αρχή έχει ιδεολογικό χαρακτήρα («επιστημολογικό», θα προτιμούσαν ορισμένοι), όπως προκύπτει από το ανατρεπτικό της περιεχόμενο, τη ρήξη με τη μεγάλη παράδοση του κλασικισμού.

Χωρίς λοιπόν να υποτιμά τη σημασία της γραφής, η αρχή της προτεραιότητας του προφορικού λόγου μάς ζητά να αντισταθούμε στην αποκτημένη συνήθεια να ταυτίζουμε τη γλώσσα με τη γραφή. Ας δούμε πότε αποκτάται αυτή η συνήθεια και ποιες προλήψεις την περιβάλλουν.

Με τη διαδικασία της τυποποίησης, η κοινή γλώσσα αποκτά λεξικά, γραμματικές και δασκάλους. Στα σχολεία διδάσκεται d’après le livre et par le livre. Πηγαίνουμε στο σχολείο με γνώση της γλώσσας μας, αποκτάμε όμως εκεί τις μοναδικές μας γνώσεις για τη γλώσσα και η γλώσσα του σχολείου είναι κυρίως γραπτή γλώσσα. Έτσι, μαθαίνουμε ότι η νέα ελληνική έχει επτά και όχι πέντε φωνήεντα, ότι τα δίψηφα φωνήεντα ει, οι, ου είναι δίφθογγοι, ότι τα συμφωνικά συμπλέγματα ξ και ψ είναι φθόγγοι κ.ο.κ. Εφεξής, θα δυσκολευτούμε ν’ ανακαλύψουμε σ’ αυτή τη γνώση για τη γλώσσα τη γνώση της γλώσσας μας.

Στο σχολείο γίνεται η πρώτη ταύτιση της γλώσσας με τη γραφή. Την ταύτιση αυτή τη διευκολύνουν ψυχολογικοί και σημειολογικοί παράγοντες. Η «οπτική εικόνα» είναι πιο καθαρή, πιο διαρκής, πιο σταθερή από την «ακουστική εικόνα». Η «ακουστική εικόνα» είναι φευγαλέα. Αν θέλαμε να κυριολεκτήσουμε, θα λέγαμε ότι δεν έχουμε άλλη «εικόνα» της γλώσσας από τη γραφή. Η γραφή, επιπλέον, οδηγεί σ’ ένα αντικείμενο, σ’ ένα υλικό προϊόν, το τελικό κείμενο. Ο προφορικός λόγος, αντίθετα, είναι μια συνεχής διαδικασία του υποκειμένου, γεμάτη προσπάθειες, δισταγμούς και αναδιατυπώσεις όλο προσχέδια που δεν καταστρέφονται (Μ.Α.Κ. Ηalliday).

Στη σταθεροποίηση όμως του «οπτικού αντικειμένου» της γραφής συμβάλλει κυρίως ένας κοινωνικός παράγοντας, η ορθογραφία. Οι μόνοι απαρέγκλιτοι κανόνες που μαθαίνουμε είναι οι κανόνες της ορθογραφίας. Αρκεί ένα λάθος μας για να ρεζιλευτούμε. Αρκεί μια «ορθογραφική απλοποίηση» για να μας αποσυντονίσει. Μας είναι οικείες οι αντιστάσεις στο να γράψουμε το «τραίνο» με -ε, το «αντικρύζω» με -ι, το «ψέμμα» με ένα -μ. Οι αντιστάσεις αυτές ενισχύονται από πολιτισμικούς παράγοντες. Πολλοί θεωρούν «άλωση της γλώσσας» το μονοτονικό σύστημα, «καταστροφή» το λατινικό.

Σαν «κίνδυνος για τη γλώσσα» αναγνωρίζεται οποιαδήποτε «αλλοίωση» της ορθογραφίας. Αν γλώσσα είναι η γραφή, τότε ο προφορικός λόγος δεν είναι γλώσσα. Ιδιαίτερα διαδεδομένη είναι λοιπόν η αντίληψη ότι η προφορική γλώσσα είναι άναρχη, ότι δεν υπακούει σε κανόνες· ότι μόνον ο γραπτός λόγος μπορεί να είναι δομημένος· ότι μπορούμε μόνο να γράφουμε αλλά όχι και να μιλάμε «σωστά». Απόδειξη οι δεκάδες οδηγοί «σωστής χρήσης της γλώσσας», δηλαδή της γραφής.

Συναφής είναι και η άποψη ότι τα προφορικά ιδιώματα είναι ευμετάβλητα και ασταθή, κι ας αναγνωρίζουμε σε διαλέκτους που δεν γράφτηκαν ποτέ μια συντηρητικότερη μορφή από αυτήν που επικράτησε στην κοινή γραφομένη, κι ας υπάρχουν προφορικές παραδόσεις εντελώς ανεξάρτητες από τη γραφή. Και είναι αλήθεια ότι με τη γραφή και την τυποποίηση προσπαθούν κάποτε τα «άτακτα» προφορικά ιδιώματα ν’ αντισταθούν στην κυριαρχία μιας κοινής γλώσσας.

Η συντηρητικότητα της γραφής σε σχέση με τη γλωσσική αλλαγή εδραιώνει, τέλος, την πεποίθηση ότι η γλώσσα είναι «μία και ενιαία», κυρίως στη διαχρονική της διάσταση. Εδραιώνει την πεποίθηση ότι η γλώσσα δεν αλλάζει, δεν μεταβάλλεται, ή ότι, όσο κι αν αλλάζει, όσο κι αν μεταβάλλεται, η γραφή θα «μας ενώνει με το παρελθόν», αφού αυτή πρώτη έριξε γέφυρες στο μέλλον.