Πέμπτη 24 Αυγούστου 2017

G. Hegel: Περί του διαλεκτικού Αναιρείν

Η δυναμική του Αναιρείν

Εισαγωγικές επισημάνσεις

· Από αφορμή κάποιες αναγνώσεις που θεωρούν την εγελιανή διαλεκτική και τη σκέψη του Χέγκελ ένα Μηδέν μπροστά στο δικό τους Είναι, δηλαδή μπροστά στα δικά τους εγκεφαλικά «επαναστατικά προτάγματα», παραθέτουμε στη συνέχεια ένα πολύ μικρό δείγμα της ριζοσπαστικής σκέψης του συγκεκριμένου φιλοσόφου.

· Μια συνολική εικόνα της διαλεκτικής φιλοσοφίας του Χέγκελ παρουσιάζεται στο βιβλίο με τίτλο, Χέγκελ: Ποιος σκέπτεται αφηρημένα;

· Μια γενική αποτίμηση της εγελιανής φιλοσοφίας επιτρέπει τις ακόλουθες επισημάνσεις:

– Δεν υπάρχει από εδώ η διαλεκτική και από εκεί η φιλοσοφία.
– Συναφώς υπάρχει μια φιλοσοφία, η οποία είναι διαλεκτική. Δηλαδή υπάρχει μια μετα-οδός της φιλοσοφικής σκέψης, ιστορικά και εννοιολογικά προσδιορισμένη.
– Αυτή η μετα-οδός είναι μια κατανοητική ανάγνωση του υφιστάμενου.
– Κατανοητική με το νόημα ότι αναγιγνώσκουμε και κατανοούμε το υφιστάμενο όχι μόνο και κυρίως ως πληροφοριακή γνώση, αλλά ως συγκρότηση νοημάτων, ως επιστάθμευση προς ανύψωση σε κοινότητα σκέψης.
– Κοινός παρονομαστής των τελευταίων είναι η εννοιακή ή διαλεκτική τους κίνηση, ήτοι η νοητή γραμμή που τα συνέχει και συνάμα τα καθιστά, κατά τεκμήριο και όχι αυθαίρετα, καθοδηγητικά νεύματα για ό,τι μας συντυχαίνει, μας βρίσκει, μας συνταράζει και μας αλλάζει.
– Κατά το ως άνω πνεύμα δεν αποτελεί συστατικό στοιχείο της εγελιανής διαλεκτικής η γνωστή σχηματοποίηση: θέση-αντίθεση-σύνθεση.
– Το τελευταίο τούτο τρίπτυχο δεν το έχει αναφέρει πουθενά ο Χέγκελ και ουδέποτε το υιοθέτησε.
– Είναι προεγελιανό σχήμα και αποδίδεται αβασάνιστα στον Χέγκελ από ορισμένους απαίδευτους που τον επικαλούνται κατά κόρον, χωρίς να γνωρίζουν ούτε ποια είναι τα κυριότερα έργα του φιλοσόφου.

· Μια από τις πιο σημαντικές έννοιες της εγελιανής διαλεκτικής και συνολικά της διαλεκτικής φιλοσοφίας είναι το Αufheben: μεταφράζω Αναιρείν.

· Πού έγκειται η σπουδαιότητά του; Στο ότι υποδηλώνει διαδικασία άρσης κάτινος και συγχρόνως διατήρησή του, διαφύλαξή του σε ποιοτικά ανώτερη μορφή.

· Έτσι, για παράδειγμα, το άμεσο ή καθαρό Είναι, όπως λέει ο Χέγκελ, και το καθαρό Μηδέν δεν είναι δύο εξωτερικά αντίθετα που αλληλο-αποκλείονται, αλλά διαφορετικά μεταξύ τους και συγχρόνως ταυτά.

· Κατά το πνεύμα τούτο, η αλήθεια τους δεν βρίσκεται μονοσήμαντα στη μια ή στην άλλη πλευρά, ας πούμε, στο Είναι ή στο Μηδέν. 

· Το ένα υπάρχει ως αυτό που έχει μεταβεί στο άλλο και αντίστροφα: το καθένα εξαφανίζεται μέσα στο αντίθετό του.

· Η αλήθεια τους, επομένως, είναι η κίνηση της άμεσης εξαφάνισης του ενός μέσα στο άλλο: το γίγνεσθαι, μια κίνηση, όπου αμφότερα είναι διαφοροποιημένα, αλλά μέσω μιας διαφοράς, η οποία εξίσου άμεσα έχει καταλυθεί, δεν είναι διαφορά.

· Το παιδί, για παράδειγμα, όταν ενηλικιώνεται, δεν είναι παιδί, ή, με άλλο τρόπο, έχει γίνει μηδέν το παιδικό του Είναι.

· Το Είναι του συγχρόνως, ως ενήλικος, περιέχει αυτό το μηδέν ανασυγκροτημένο με τη μορφή νοημάτων, αναμνήσεων-εσωτερικεύσεων, συγκροτημένης ή μη-προσωπικότητας κ.λπ.

· Ποια είναι η αλήθεια του παιδιού και του ενήλικου ως ανθρώπου; Η κίνηση, το γίγνεσθαι. 

 · Πώς κατανοείται τούτο το γίγνεσθαι; Ως γίγνεσθαι του πνεύματος, εντός του οποίου βρίσκει έκφραση και η αισθητή, υλική υπόσταση του ανθρώπου.

Κείμενα

1. «Το αναιρείν εκδηλώνει τη διπλή αληθινή του σημασία, την οποία είδαμε στο αρνητικό· είναι μια πράξη άρνησης και μαζί διατήρησης» Φαινομενολογία του πνεύματος § 113.

2. «Αναιρείν και το ανηρημένο (το ιδεατό) είναι μια από τις πιο σπουδαίες έννοιες της φιλοσοφίας, ένας θεμελιώδης προσδιορισμός που κατ’ επανάληψη εμφανίζεται πλήρως στο σύνολο της φιλοσοφίας και του οποίου το νόημα πρέπει να το συλλαμβάνουμε συγκεκριμένα, ειδικά δε να το διαφοροποιούμε από το μηδέν. –Ό,τι αυτο-αναιρείται δεν υποβιβάζεται σε μηδέν. Μηδέν είναι το άμεσο∙ ένα ανηρημένο, απεναντίας, είναι ένα διαμεσολαβημένο, είναι το μη-ον, αλλά ως αποτέλεσμα που έχει την προέλευσή του σε ένα Είναι∙ επομένως εξακολουθεί να έχει καθεαυτήν την προσδιοριστικότητα, από την οποία προέρχεται. Αναιρείν έχει μια διπλή σημασία στη γλώσσα: σημαίνει διαφυλάττειν, διατηρείν και εξίσου συγχρόνως παύειν, θέτειν ένα τέλος. Το ίδιο το διαφυλάττειν κλείνει ήδη μέσα του το αρνητικό, με το νόημα ότι, για να το διατηρεί, κάτι απομακρύνεται από την αμεσότητά του και συνακόλουθα από μια ύπαρξη ανοικτή στις εξωτερικές επιρροές. –Έτσι, το ανηρημένο είναι συνάμα διαφυλαγμένο∙ τούτο εδώ έχει χάσει απλώς την αμεσότητά του, αλλά για τον λόγο αυτό δεν είναι εκμηδενισμένο. Κάτι είναι ανηρημένο μόνο στο μέτρο που έρχεται σε ενότητα με το ανντί-θετό του» Die Lehre vom Sein (1832), σ. 101.

3. «Υπό το αναιρείν αφενός κατανοούμε το ότι καταργούμε, αρνούμαστε κάτι: λέμε λοιπόν, για παράδειγμα, ένας νόμος, ένας θεσμός κ.ο.κ. είναι ανηρημένος. Αφετέρου όμως αναιρείν σημαίνει ότι διαφυλάττουμε κάτι· με αυτή την έννοια λέμε για κάτι ότι είναι εύλογα [ή πράγματι] διαφυλαγμένο. Αυτή η διπλή χρήση της γλώσσας, δυνάμει της οποίας η ίδια λέξη έχει μια αρνητική και μια θετική σημασία, δεν πρέπει να θεωρείται ως κάτι τυχαίο και να δίνει αφορμή για να εγκαλούμε τη γλώσσα ότι προκαλεί σύγχυση. Απεναντίας, πρέπει να αναγνωρίσουμε σε τούτη τη διπλή χρήση το θεωρησιακό πνεύμα της γλώσσας μας, το οποίο προχωρεί πέρα από το σκέτο είτε–είτε της διάνοιας» W 8, σσ. 204-205.

4. «Καθένας απ’ αυτούς τους προσδιορισμούς αυτό-αναιρείται μέσα στο δικό του θέτειν και τίθεται μέσα στο δικό του αναιρείν∙ ό,τι είναι παρόν εδώ δεν έχει να κάνει με μια εξωτερική διαδικασία-μετάβασης της αιτιότητας από ένα υπόστρωμα σε ένα άλλο∙ απεναντίας, αυτό το άλλως-γίγνεσθαι [=αυτή η ετεροίωση] της αιτιότητας είναι συγχρόνως το ίδιον αυτής θέτειν» W 6, 233, ελλην.: Η διδασκαλία περί της έννοιας, σσ. 386-87.

5. «Γι’ αυτό οι διαφορές ανάμεσα στο διχασμό και στο προς αυτοταύτιση γίγνεσθαι δεν είναι παρά μόνο αυτή η κίνηση της αυτοαναίρεσης. Πράγματι, το αυτοταυτόσημο, το οποίο οφείλει εν πρώτοις να διχάζεται και να γίνεται το προς εαυτόν αντίθετο, με το να είναι μια αφαίρεση ή ήδη το ίδιο κάτι το διχασμένο, υφίσταται ως εκ τούτου τον διχασμό του ως μια διαδικασία αναίρεσης αυτού που το ίδιο είναι και ως τη διαδικασία επομένως αναίρεσης του διχασμένου του Είναι» Φαινομενολογία του πνεύματος § 162, σ. 305. 

Η περίπτωση Χέγκελ έχει τα δικά της ιδιάζοντα χαρακτηριστικά: ανήκει στους σημαντικότερους στοχαστές της νεότερης σκέψης -και τούτο όχι επειδή το λέω εγώ ή οποιοδήποτε άλλο εγώ- αλλά επειδή έγραψε σε μια εποχή και σκέφτηκε με ένα τέτοιο τρόπο: φιλοσοφία=διαλεκτική και αντίστροφα, που συμπύκνωσε όλη την προηγούμενη σκέψη, στο πλαίσιο του ιστορικοφιλοσοφικού διαλόγου, κατά τρόπο ολοκληρωμένο, δηλαδή με νοηματική πληρότητα. Ορισμένοι βέβαια περαστικοί από τη σκέψη του Χέγκελ, με περισσή μωρία, παρερμηνεύουν αυτή την πληρότητα ως το τέλος της φιλοσοφίας. Η πληρότητα έχει κυρίως να κάνει με την απαιτητικότητα των εποχών, στην οποία κατόρθωσε να εισδύσει διαλεκτικά ο Χέγκελ και έτσι να παραγάγει το σπουδαίο αυτό έργο του, με ακρίβεια ερμηνείας. Ετούτη η ακρίβεια είναι που καθιστά και την κατανόησή του, ορισμένες φορές, δύσκολη.
Για τη διδασκαλία περί του Είναι δεν υπάρχει κάποια ολοκληρωμένη μετάφραση ως τώρα στα ελληνικά. Υπάρχουν όμως αποσπάσματα μεταφρασμένα στο ιστολόγιο: radicaldesire. Επίσης στο υπό επικείμενη κυκλοφορία βιβλίο μου από τις εκδόσεις Gutenberg -μνημονεύεται στην εν λόγω ανάρτηση για τον Χέγτκελ- περιλαμβάνω μια αντιπροσωπευτική σχετικά μετάφραση αποσπασμάτων από τη διδασκαλία περί του Είναι. Προσεχώς πρόκειται να αναρτήσω μια ολοκληρωμένη μετάφραση στο παρόν ιστολόγιο. Για τα νεοελληνικά δεδομένα χρειάζεται κάθε φορά να προσέχει κανείς και τις νεοελληνικές μεταφράσεις ή μελέτες σχετικά με τον Χέγκελ. Τελευταία, για παράδειγμα, έχουν κυκλοφορήσει κάποιες μεταφράσεις για ορισμένα έργα του Χέγκελ (φιλοσοφία του δικαίου, αισθητική, φιλοσοφία της φύσης) που είναι κάκιστες και στρεβλώνουν σχεδόν πλήρως τη σκέψη του Χέγκελ. Ο συγκεκριμένος "μεταφραστής" δεν κατανοούσε τι μετέφραζε. Ο Φαράκλας, απεναντίας, ανήκει στους προσεγμένους μεταφραστές έργων του Χέγκελ, πέρα από επί μέρους διαφοροποιήσεις σε απόδοση όρων που θα μπορούσε να παρατηρήσει κανείς.
Περί της έννοιας της δύναμης: η συγκεκριμένη έννοια είναι καθοριστική καθ' όλη την Λογική εξέλιξη της Φαινομενολογίας του πνεύματος από την αισθητήρια βεβαιότητα ως την απόλυτη γνώση.
Στην Επιστήμη της Λογικής επίσης συνέχει όλη την εννοιο-λογική της ανάπτυξη. Η δύναμη, ως λογική κατηγορία, εκφράζει τη δυναμική της σχέσης, της στάσης, της συμπεριφοράς του Πράγματος. Η σχέση δηλαδή που μας πορίζει η δύναμη παραπέμπει σε μια επιστροφή εντός εαυτού, αλλά επιστροφή όχι σε μια πρότερη κατάσταση του εαυτού, παρά σε ποιοτικά ανώτερη. Αν πάρουμε, για παράδειγμα, το Είναι, η δύναμη λειτουργεί σχεσιακά ως ενεργείν και επενεργείν. Ο Χέγκελ βέβαια πραγματεύεται τη δύναμη και ως κατηγορία της φιλοσοφίας της φύσης. Εδώ λειτουργεί, υπό μια γενική ασφαλώς έποψη, υπό μορφή νόμου ή νόμων που διέπουν την κίνηση των φυσικών αντικειμένων.

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου