Κυριακή, 30 Ιουλίου 2017

Γνωστικοί: Οι Εξωγήινοι του Πλανήτη Γη

Αποτέλεσμα εικόνας για Γνωστικοί«Είμαι η φωνή της εγρήγορσης μέσα στην αιώνια νύχτα» Γνωστικός ύμνος

Ο Γνωστικός φιλόσοφος και διδάσκαλος Βαλεντίνος έλεγε πως οι άνθρωποι δεν ήταν παρά έμβρυα πεταγμένα «άνευ όρων» στις έρημους του κόσμου, κάτι σαν «χρυσαλλίδες ξεριζωμένες πρόωρα από το κουκούλι που τις προστάτευε» (Jacques Lacarriere), ανίκανοι να συνέλθουν από το «κοσμικό τραύμα» της γέννησης.

Ο ΚΑΤΩΤΕΡΟΣ ΔΗΜΙΟΥΡΓΟΣ
Από την αυγή της ιστορίας, όταν ακόμη η ανθρωπότητα έκανε τα πρώτα βήματα κατανόησης του κόσμου και αναζήτησης νοημάτων και σκοπών, υπήρχαν αρκετοί «υποψιασμένοι» άνθρωποι που πίστευαν πως κάτι δεν πάει καλά σ’ αυτόν τον κόσμο. Και πως θα μπορούσε να πάει εφόσον το κακό είναι πανταχού παρόν, ενώ το σκοτάδι είναι πάντα έτοιμο να ξεχυθεί και να μας καταπιεί. Μέσα στη δομή του ίδιου του σύμπαντος υπάρχει κάποιο “σφάλμα”, που μας παιδεύει και δεν μας αφήνει να απελευθερωθούμε.

Η ίδια η Γη είναι ένα «έκτρωμα της ύλης», φτιαγμένο από πόνο και οδύνη. Η ζωή είναι μια κακόγουστη κοσμική παγίδα. Οι άνθρωποι είναι φυλακισμένοι στη σκληρό-υλιστική πραγματικότητα, στη «μαύρη σιδερένια φυλακή» του κόσμου. Δεν είναι όμως εντελώς χωρίς ελπίδα. Κουβαλούν μέσα τους κάποιες πνευματικές «σπίθες», υπολείμματα ενός θείου πνεύματος, που υπήρχε πριν η «κατασκευαστική εταιρεία» του Δημιουργού αναλάβει να σοβατίσει τα πάντα.

Ο ίδιος ο Δημιουργός, ο πλάστης του κόσμου τούτου δεν είναι ο αληθινός θεός, αλλά ένας κατώτερος Κοσμοποιητής, ένας «παιδαριώδης θεός»που μέσα στην άγνοιά του τα έκανε θάλασσα. Δεν είναι απαραίτητα κακός, αλλά αυτός και οι βοηθοί του, είναι αλαζόνες και κομπορρήμονες, καθώς θεωρούν τους εαυτούς τους άρχοντες του κόσμου, πιστεύουν πως δεν υπάρχουν άλλοι θεοί, ενώ οι ίδιοι είναι υποδεέστεροι. Επιθυμούν ωστόσο να παγιδεύουν τα «θεία σπέρματα» (ψυχές) μέσα στα σώματα των ανθρώπων που δημιούργησαν και να αποτρέψουν την απελευθέρωσή τους.

Οι άνθρωποι όμως, αν και παγιδευμένοι στα υλικά όρια του σώματος, υπό την εξουσία του Δημιουργού ή κάποιας άλλης κατώτερης θεότητας, διατηρούν πάντα την ανάμνηση της θείας καταγωγής τους. Νιώθουν τη δύναμη του πνεύματος –αυτή τη σπίθα της άφατης, αιώνιας, ακατανόητης θεότητας που βρίσκεται μέσα στον καθένα. Αυτή η ενθύμηση τους βοηθά να «ανέλθουν ξανά» και να επανασυνδεθούν με το Νου του αληθινού Θεού, που δεν δημιουργεί αλλά εκπορεύει, εφόσον τα πάντα εκπηγάζουν από αυτόν.

Οι πιο συνειδητοποιημένοι, έχοντας την επίγνωση αυτού του «θείου σπινθήρα», επιδιώκουν τη σωτηρία τους μέσα από την αφύπνιση του πνεύματος, και χωρίς τη μεσολάβηση κάποιου ιερέα. Επιδιώκουν να ανέλθουν μέσω της Γνώσης, που αφορά την επαναφορά στη συνείδηση του ανθρώπου την ανάμνηση της θεϊκής του καταγωγής. Μαθαίνουν έτσι να υψώνονται πέρα από τη φυλακή της σάρκας και τα δεσμά της ύλης, επιδιώκοντας την επανασύνδεση με τον Θείο Νου, τον πραγματικό Ουράνιο Πατέρα και όχι με τον κατώτερο Δημιουργό. Πάνω σ’ αυτή την φιλοσοφική και μεταφυσική κοσμοαντίληψη γεννήθηκε ο Γνωστικισμός.

ΓΝΩΣΤΙΚΙΣΜΟΣ: ΕΞΕΛΛΗΝΙΣΜΕΝΟΣ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΣΜΟΣ;
Η εμφάνιση του Γνωστικισμού και των διάφορων θρησκευτικών και φιλοσοφικών μορφωμάτων, που εκπορεύονται από αυτόν, είναι αντικείμενο μεγάλης συζήτησης αλλά και διαμάχης. Έχουν προταθεί πολλές και διαφορετικές θεωρίες για την προέλευση του Γνωστικισμού, όμως καμιά τους δε λαμβάνει γενικής αποδοχής. Οι κυρίαρχες προτάσεις των απαρχών του φαινομένου αντλούν κυρίως ιδέες, φιλοσοφία και μυθοπλασία από τον περσικό χώρο (η θρησκεία του Ζαρατούστρα), από ορισμένες τάσεις της ελληνικής/ελληνιστικής φιλοσοφίας και από τα μυστήρια των Ερμητιστών της Κάτω Αιγύπτου, μαζί με άφθονα δάνεια από την ιουδαϊκή και χριστιανική θρησκεία. Συνδετικός κρίκος είναι η απελευθερωτική δύναμη της Γνώσης, όχι τόσο της εξωτερικής, όσο της εσωτερικής, δηλαδή της άμεσης και χωρίς μεσάζοντες επαφής του ανθρώπου με το θείο και το Υπερβατικό.

O καταλύτης για την εμφάνιση των Γνωστικιστικών μορφωμάτων ήταν, σύμφωνα με τον Δρ. Θεολογίας Κωνσταντίνο Θ. Ζάρρα, το ελληνικό πνεύμα, που κυριολεκτικά κατέκλυσε τον κόσμο της ανατολικής Μεσογείου και πολύ πιο πέρα, ύστερα από τις κατακτήσεις του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Το επωαστήριο του Γνωστικισμού θεωρείται η Αίγυπτος, αυτή η αρχέγονη μήτρα μυστικισμού, αποκρυφισμού και μυθολογίας.

Σύμφωνα με μία άποψη ο Γνωστικισμός γεννήθηκε στην Ελληνιστική Αίγυπτο και επηρεάστηκε τόσο από την αρχαία αιγυπτιακή θρησκεία, όσο κι από την ελληνική φιλοσοφία, πολύ πριν αρχίζει να επηρεάζεται από τον Χριστιανισμό. Η αρχαία αιγυπτιακή θρησκεία έκανε συχνές αναφορές στη «μάχη του Φωτός εναντίον του Σκότους» (είναι γνωστός άλλωστε ο μύθος του θεού του ήλιου Ρα, που «πέθανε» και «αναγεννήθηκε», όπως κάνει κάθε μέρα και ο ηλιακός δίσκος) και στην αρχή του «δύο σε ένα». Άλλωστε για την αιγυπτιακή κοσμογονία το σκοτάδι δεν ήταν παρά μια αυθεντική μορφή του φωτός, στοιχείο που επιβίωσε και στα ερμητικά κείμενα της ελληνορωμαϊκής Αιγύπτου.

Ένας άλλος κοσμογονικός δυϊσμός που κληρονόμησαν οι Γνωστικοί από την ελληνική παράδοση, τον Πλατωνισμό και από τις αιγυπτιακές πηγές ήταν η διάκριση μεταξύ Υπέρτατου Θεού, μιας κοσμικής διάνοιας που ονομάζονταν Νους, και του Δημιουργού, που ονομάζονταν και «θεϊκός λόγος» (ή σκέτο Λόγος), αλλά επίσης και «γιος του θεού», ο οποίος και δημιούργησε τον υλικό κόσμο.

Η επίδραση της ελληνικής σκέψης στο Γνωστικισμό είναι πολύ σημαντική και θεμελιώδης. Άλλωστε ο κατώτερος θεός που έπλασε τον κόσμο έγινε γνωστός με τον ελληνικό όρο Δημιουργός, ενώ ελληνική είναι και η λέξη Γνώση. Ως γνωστόν το λεξιλόγιο των περισσότερων γνωστικών συστημάτων προήλθε από το οπλοστάσιο και τη γλώσσα της ελληνικής φιλοσοφίας. Καθόλου τυχαίο λοιπόν που ζητήματα τα οποία απασχολούσαν τους Γνωστικούς απασχολούσαν σε μεγάλο βαθμό και τους Έλληνες: ο Δημιουργός και ο “Άγνωστος Θεός”, η προέλευση του Κακού και η κάθοδος της Ψυχής εντός της Ύλης και η πιθανότητα επανόδου της, κι επίσης ο διχασμός ανάμεσα στο Νου και στην Ύλη, στη Μοίρα και στην Ελευθερία.

Η βασική ωστόσο διαφορά τους ήταν πως ενώ οι Έλληνες προσέγγιζαν και ανέλυαν όλα αυτά τα ζητήματα ορθολογικά, οι Γνωστικοί είχαν την τάση για πιο περίπλοκες μυθολογικές προσεγγίσεις.

Μυστηριακές λατρείες του ελληνικού χώρου, όπως ο Ορφισμός πιθανόν έπαιξαν κι αυτές κάποιο ρόλο στη διαμόρφωση του Γνωστικισμού. Για παράδειγμα μόνον όσοι προσχωρούσαν στην Ορφική λατρεία μπορούσαν να απελευθερωθούν από τη φυλακή της επίγειας ύπαρξης και αυτό συνεπάγονταν και την αυστηρή τήρηση των λατρευτικών πρακτικών όπως η χορτοφαγία. Γι’ αυτό και ο Γερμανός ιστορικός Αδόλφος φον Χάρνακ (1851-1930) παραδέχτηκε πως «ο Γνωστικισμός ήταν ο έντονος εξελληνισμός του Χριστιανισμού» επισημαίνοντας πως η Αλεξάνδρεια, η «μήτρα του Γνωστικισμού», ήταν εκείνη την εποχή το σημείο συνάντησης Ανατολής-Δύσης και η κοιτίδα του Ερμητισμού, που ήταν και είναι η σημαντικότερη μορφή του μη χριστιανικού Γνωστικισμού.

O Αμπράξας, ο οποίος απεικονίζεται συχνά σε Γνωστικά φυλακτά και πολύτιμους λίθους, είναι ο “λυτρωμένος Άρχων” που κατέλαβε τον Έβδομο Ουρανό. “Όταν το φως αναμείχθηκε με το σκοτάδι, έκανε το σκοτάδι να λάμψει. Όταν το σκοτάδι αναμείχθηκε με το φως, το αμαύρωσε και γεννήθηκε κάτι που δεν ήταν ούτε σκοτάδι, ούτε φως, αλλά ζόφος” Απόκρυφον Ιωάννου

ΓΝΩΣΤΙΚΟΙ: Ο ΚΟΣΜΟΣ ΕΙΝΑΙ ΜΙΑ ΑΥΤΑΠΑΤΗ!
Ο Γνωστικισμός, εκτός από τις ελληνικές του ρίζες, βασίζεται και στις προχριστιανικές περσικές και ιουδαϊκές πνευματικές παραδόσεις, όπως η λεγόμενη παράδοση της Σοφίας (“Σοφία Σεϊράχ), που άνθησε μεταξύ του 4ου π.κ.ε. και 1ου μ.κ.ε. Αιώνα. Από την περσική παράδοση πήρε πολλές ζωροαστρικές έννοιες, όπως η Ημέρα της Κρίσης, η Ανάσταση και φυσικά τον Δυισμό: Καλό-Κακό, Φως-Σκότος κ.α. Γι’ αυτό και, σύμφωνα με μια θεωρία, ο Γνωστικισμός “ήταν στην πραγματικότητα μια εντελώς νέα θρησκεία που συνειδητά συνδύασε στοιχεία από την Ιουδαϊκή, την Περσική και την Ελληνική παράδοση σ’ ένα καινούργιο συγκρητιστικό σύνολο” (Sean Martin, Γνωστικοί). Αν συνέβαινε όμως κάτι τέτοιο τότε θα έπρεπε ο Γνωστικισμός να ήταν άψυχος και στείρος και χωρίς πνευματικό βάθος. Στην πραγματικότητα συνέβαινε ακριβώς το αντίθετο.

Ο Γνωστικισμός αναπτύχθηκε και διαδόθηκε στις κοσμοπολίτικες πόλεις της Αιγύπτου (Αλεξάνδρεια), της Συρίας (Αντιόχειας), όπου επικρατούσε μεγάλη αποξένωση μεταξύ των κατοίκων, στην Παλαιστίνη και, αργότερα, στην ίδια τη Ρώμη ως τον 4ο μ.κ.ε. αιώνα. Γνώρισε μεγάλη διάδοση κυρίως ανάμεσα στους ξένους, στους μετανάστες και στις περιθωριακές ομάδες. Κι αυτό γιατί οι Γνωστικοί θεωρούσαν τον εαυτό τους ξένο σ’ αυτόν τον κόσμο, «αλλοδαπό χωρίς βίζα», δηλαδή ως μια πνευματική οντότητα που άθελα της εξέπεσε στον κόσμο της χλιαρής ύλης.

Σε αντίθεση με την ορθόδοξη χριστιανική θέση ότι το Κακό υπάρχει εξαιτίας της ανθρώπινης πλάνης, οι Γνωστικοί θεωρούσαν πως αποτελεί γενικά προϊόν της άγνοιας, με άλλα λόγια οι άνθρωποι κάνουν κακά πράγματα επειδή δεν ξέρουν τι κάνουν, και δε συνειδητοποιούν το πόσο βλάπτουν τον εαυτό τους όταν βλάπτουν τον άλλο.

Η «θεμελιακή διαφορά που ξεχώριζε τους Γνωστικούς από τους συγχρόνους τους ήταν το γεγονός ότι «η “γενέθλια γη” των πρώτων δεν ήταν η γη, αλλά ο χαμένος ουρανός, που διατηρούσαν την ανάμνησή του. Ήταν οι αυτόχθονες ενός άλλου κόσμου. Απ’ αυτό ξεκινούσε εκείνο το συναίσθημα ότι έπεσαν, κάτοικοι ενός μακρινού πλανήτη, στη γη μας, ότι έκαναν λάθος στο γαλαξία, καθώς και η επιθυμία τους να ξαναδούν την αληθινή κοσμική πατρίδα τους, τον Φωτεινό Υπέρκοσμο που έλαμπε πάνω από το βαρύ παραπέτασμα της νύκτας» (Jacques Lacarriere, Οι Γνωστικοί, εκδ. Χατζηνικολή).

Βασική αρχή των γνωστικιστικών διδασκαλιών ήταν ο δυϊσμός, δηλαδή ο διαχωρισμός του σύμπαντος σε δύο αιώνιες και ανεξάρτητες οντότητες ή αρχές που τις περισσότερες φορές πολεμούσαν μεταξύ τους: Φως και Σκοτάδι, Πνεύμα και Σώμα, Καλό και Κακό κλπ. Οι άνθρωποι άνηκαν και στα δύο στρατόπεδα και γι’ αυτό η ζωή τους ήταν ένα αέναο «πεδίο μάχης» ανάμεσα στις δύο αντίπαλες δυνάμεις-αρχές. Έτσι η μοίρα τους ήταν βαριά και δύσκολη.

Για τους Γνωστικούς φιλόσοφους και δασκάλους, όπως ο Βαλεντίνος, ο Βασιλείδης, ο Ωριγένης κ.α., οι άνθρωποι δεν ήταν παρά έμβρυα πεταγμένα «άνευ όρων» στις έρημους του κόσμου, κάτι σαν «χρυσαλλίδες ξεριζωμένες πρόωρα από το κουκούλι που τις προστάτευε» (Jacques Lacarriere), ανίκανοι να συνέλθουν από το «κοσμικό τραύμα» της γέννησης. Ο ίδιος άλλωστε ο ελληνικός όρος Γνώση βρίσκεται πολύ κοντά στον όρο Γένεσης, με άλλα λόγια η γνώση είναι στην ουσία μια γένεση, εφόσον «ξαναδίνει στον άνθρωπο την πραγματική γέννησή του και καταργεί τη γενετική και διανοητική του ανωριμότητα» (Jacques Lacarriere). Αυτή η Γνώση υπάρχει έξω από τον εαυτό μας (εκεί που μας οδηγεί η επεξεργασία των πληροφοριών) αλλά και μέσα στον εαυτό μας, με την άμεση επικοινωνία με το Σύμπαν.

Στην Πραγματεία του Περί Αναστάσεως (Επιστολή προς Ρεγγίνους) ο Βαλεντίνος γράφει: “Όσοι είναι ζωντανοί θα πεθάνουν. Πως ζουν μέσα στην ψευδαίσθηση; Οι πλούσιοι έγιναν φτωχοί και οι βασιλιάδες έχασαν το θρόνο τους. Τα πάντα ρέπουν προς την αλλαγή. Ο Κόσμος είναι μια αυταπάτη!”

Σύμφωνα με την κοσμοντίληψη των Γνωστικών ο υλικός κόσμος-φυλακή, στον οποίο ζούμε, είναι ένα κακότεχνο κατασκεύασμα ενός «ανόητου» και «παιδαριώδους» θεού, που ονομάζεται Δημιούργος ή Γιαλνταβαώθ και απεικονίζεται συχνά ως μια λεονταρόμορφη θεότητα με ουρά φιδιού. Αυτός, στη μεγαλομανία του και στην ανοησία του -εξού και η ονομασία του Σακλάς, που σημαίνει Ανόητος στα Αραμαϊκά- θεωρεί τον εαυτό του ανώτερο όλων ενώ δεν είναι παρά ένας κατώτερος Δημιουργός και απλά ένας από τους Επτά Άρχοντες ή Αιώνες του σύμπαντος, που είναι ιεραρχικά κατώτεροι από τον Ουράνιο Πατέρα, τον μόνο και Αληθινό Θεό.

Για τους Γνωστικούς ο κόσμος μας, ο υλικός μας κόσμος, είναι εκ φύσεως ατελής, έργο ενός κατώτερου «Δημιουργού», που αποκαλούσαν Ιαλδαβαώθ -ένας “παιδαριώδης θεός”- και όχι ενός υπέρτατου Θεού. Το ανθρώπινο σώμα ήταν δημιούργημα του κατώτερου «Δημιουργού», όμως το ανθρώπινο πνεύμα, η Ψυχή, ήταν δημιούργημα του υπέρτατου Θεού, αλλά εγκλωβίστηκε στον κόσμο της «μιαρής ύλης».

Σύμφωνα με τον Μάρβιν Μάϊερ, καθηγητή Βιβλικών Σπουδών στο Πανεπιστήμιο Τσάπμαν, «οι Γνωστικοί πίστευαν σε μια απόλυτη πηγή αγαθού, την οποία αντιλαμβάνονταν ως Θείο Νου, έξω από το φυσικό σύμπαν. Όλοι οι άνθρωποι φέρουν μέσα τους ένα σπινθήρα αυτής της θείας δύναμης, αλλά είναι αποκομμένοι απ’ αυτόν εξ αιτίας του υλικού κόσμου που τους περιβάλλει». Οι Γνωστικοί πίστευαν πως η σωτηρία του ανθρώπου βρίσκονταν στην αφύπνιση του «θείου σπινθήρα» μέσα στο πνεύμα τους και στην επανασύνδεση με τον Θείο Νου. Για το σκοπό αυτό χρειάζονταν μια διδασκαλία κι ένας δάσκαλος. O Γνωστικός Ιησούς, ως σωτηριολογική ενσάρκωση του απελευθερωτικού Λόγου του Ουράνιου Πατέρα, δεν υπέφερε πάνω στο Σταυρό, αλλά απέβαλε απλώς το «σάρκινο περίβλημα» του και απελευθερώθηκε για να ενωθεί με το Πλήρωμα.

Μόλις λοιπόν ''εμφανίστηκε'' ο Ιησούς αρκετοί Γνωστικοί πίστεψαν πως αυτός ήταν ο διδάσκαλος που στάλθηκε από τον Ουρανό ή τον Υπέρτατο Θεό για να βοηθήσει τους ανθρώπους να αφυπνίσουν τους «θείους σπινθήρες» μέσα τους και να ξεφύγουν έτσι από τη «Μαύρη Σιδερένια Φυλακή» που τους περιέκλειε. Πάντως παραμένει το μέγα ερώτημα: μήπως ο Χριστιανισμός υπήρξε σε τελική ανάλυση μια αίρεση του Γνωστικισμού, που προϋπήρχε, τον επηρέασε αλλά κι επηρεάστηκε από αυτόν;