Τρίτη, 2 Μαΐου 2017

Παιχνίδι και ρίσκο

«Πρέπει να περιορίζουµε το ρίσκο, όσο αυτό είναι απαραίτητο, όχι όσο αυτό είναι εφικτό» Tovey, 2007
«Η µεγαλύτερή µας δόξα δεν είναι ότι δεν πέφτουµε ποτέ, αλλά ότι ξανασηκωνόµαστε κάθε φορά που πέφτουµε» Κοµφούκιος
«Υπάρχει πάντα ένα ρίσκο στο να είναι κανείς ζωντανός και όταν κάποιος είναι πιο ζωντανός έχει µεγαλύτερο ρίσκο» Ibsen
«Καλύτερα ένα σπασµένο κόκκαλο, παρά ένα σπασµένο πνεύµα» Ιnternational Play Association World Conference, 2011
 
Η έννοια του ρίσκου είναι στενά συνδεδεµένη µε το παιχνίδι. Όλοι θυµόµαστε την έξαψη και τον ενθουσιασµό που νιώθαµε κάθε φορά που σκαρφαλώναµε σε δέντρα ή πηδούσαµε από µεγάλο ύψος. Και πολλά από τα έθιµα της χώρας µας περιλαµβάνουν «παιχνίδια» που αρκετές φορές ενέχουν κάποιο ρίσκο, όπως οι φωτιές του Αϊ-Γιαννιού, το κολύµπι στα κρύα νερά των Φώτων, κλπ. Οι παλαιότερες έρευνες για το ρίσκο που τυχόν ενέχει το παιδικό παιχνίδι είχαν επικεντρωθεί στις αρνητικές συνέπειες και όχι τόσο στις θετικές επιπτώσεις. Το ρίσκο είχε συνδεθεί µε την απερισκεψία που οδηγεί σε δυσάρεστα αποτελέσµατα (τραυµατισµούς). Οι ερευνητές, όµως, ήδη είχαν επισηµάνει πως το περιβάλλον που παρέχει υπερβολική ασφάλεια στα παιδιά µπορεί να τους δηµιουργήσει εσφαλµένη και επικίνδυνη αντίληψη της πραγµατικότητας. Οι πιο πρόσφατες έρευνες συµφωνούν ότι, πράγµατι, το ρίσκο, όσο αντιφατικό κι αν ακούγεται, δηµιουργεί ασφαλή παιδιά. Με ποιον τρόπο, όµως;
 
Πρόσφατες έρευνες έχουν δείξει πως το ρίσκο στο παιχνίδι είναι σηµαντικό για την ανάπτυξη των παιδιών, καθώς συµβάλλει στην καλλιέργεια νέων δεξιοτήτων, στη δοκιµή νέων συµπεριφορών, στον καθορισµό ορίων από τα ίδια τα παιδιά και τελικά, στην πλήρη ολοκλήρωση των δυνατοτήτων τους. Σύµφωνα µε τον Stine (1997), όταν το παιχνίδι έχει ρίσκο, αντιµετωπίζουµε µια πρόκληση και καταλαβαίνουµε τις δυνατότητές µας και τα όριά µας. Η προσπάθεια να ζήσουµε σε έναν κόσµο χωρίς ρίσκο όχι µόνο δεν είναι ρεαλιστική, αλλά αναστέλλει την ανάγκη του παιδιού για προκλήσεις και ίσως το αφήνει τελικά πιο ευάλωτο σε µεγαλύτερη ηλικία, καθώς τότε ίσως να εµπλακεί σε καταστάσεις µε µεγαλύτερο ρίσκο και επικινδυνότητα (Children’s Play Council, 2004). Ευρήµατα από το χώρο των νευροεπιστηµών δείχνουν πως τα παιδιά συνειδητά αναζητούν την αβεβαιότητα στο παιχνίδι, κάτι που τα κάνει να αντιµετωπίζουν τους φόβους τους, αλλά και τροφοδοτεί περιοχές στον εγκέφαλο για την ανάπτυξη συγκεκριµένων νευρωνικών περιοχών (Gill, 2007).
 
Σε συζητήσεις γονέων και εκπαιδευτικών, παρατηρείται συχνά ασάφεια σχετικά µε το τι σηµαίνει ρίσκο στο παιχνίδι.
 
Ο Tovey (2007) θεωρεί ότι το παιχνίδι εµπεριέχει ρίσκο όταν:
  • Επιχειρείς κάτι που δεν έχεις κάνει ξανά.
  • ∆οκιµάζεις τα όρια του, συχνά λόγω ταχύτητας ή ύψους.
  • Ξεπερνάς το φόβο σου
H γρήγορη κίνηση, που προκαλεί ίλιγγο, είναι χαρακτηριστικό παράδειγµα παιχνιδιού που έχει ρίσκο. Tα παιδιά το έχουν ανάγκη, καθώς ενεργοποιεί τις αισθήσεις τους, προσφέρει αποτοξινωτική ευχαρίστηση και διαδραµατίζει σπουδαίο ρόλο στις φιλίες και στην κοινωνική συνοχή µεταξύ των συνοµηλίκων τους. Ένα τέτοιο παράδειγµα αποτελεί το «Γύρω γύρω όλοι» στις παιδικές χαρές. Οι ενήλικες προσπαθούν να υποκαταστήσουν αυτή την αίσθηση µε πιο ελεγχόµενα παιχνίδια τύπου Roller Coasters. Όµως, σε αυτά τον έλεγχο δεν τον έχει το παιδί, αλλά κάποιος άλλος, µε συνέπεια πολλά από τα προηγούµενα οφέλη να χάνονται.
 
Αντίστοιχες απορίες όµως, διατυπώνονται και ως προς το τι σηµαίνει ασφαλές περιβάλλον. Ο Stephenson (2003) αναφέρει πως το ασφαλές περιβάλλον δεν αφορά την προφύλαξη από όλους τους πιθανούς κινδύνους αλλά το περιβάλλον που δίνει δυνατότητες για εξερεύνηση, πειραµατισµό, δοκιµές και ρίσκο. Αν, µάλιστα, δηµιουργούµε συνεχώς «ασφαλή» περιβάλλοντα, τότε οι προσδοκίες µας µπορεί να παραµείνουν χαµηλές, τα παιδιά δεν έχουν ευκαιρίες να αναπτύξουν νέες δεξιότητες, καταλήγοντας, ίσως, νωθρά, ντροπαλά ή και ασυλλόγιστα. Είναι σηµαντικό εδώ να διαχωρίσουµε την έννοια του θεµιτού ρίσκου στο παιχνίδι, από τη µη αποδεκτή έκθεση των παιδιών σε κινδύνους. Για παράδειγµα, µια λασκαρισµένη βίδα, σε µια κακοσυντηρηµένη κούνια, ή σπασµένα γυαλιά σε µία αµµοδόχο αποτελούν έναν µη αποδεκτό κίνδυνο, τον οποίο τα παιδιά δεν µπορούν να προβλέψουν και από τον οποίο πρέπει να τα προστατεύουµε. Αντίθετα το ρίσκο της πτώσης όταν ένα παιδί σκαρφαλώνει, είναι ρίσκο το οποίο µπορεί να προβλέψει και καλό είναι να µάθει να το αντιµετωπίζει, ώστε να είναι ασφαλές.
 
∆εν πρέπει να φοβόµαστε το ρίσκο. Το επιτρεπτό ρίσκο είναι θέµα περίπλοκο, πρέπει κάποιος να ζυγίσει την πιθανότητα επιτυχίας ή αποτυχίας, καθώς και τη σοβαρότητα των αρνητικών συνεπειών συγκριτικά µε τις θετικές (Stephenson, 2003). Αυτό που έχει σηµασία είναι πώς οι ελεγχόµενες εµπειρίες ρίσκου γίνονται η υποδοµή ώστε το παιδί να διαχειρίζεται πιο αποτελεσµατικά το ρίσκο στο µέλλον. Με την έκθεση σε ρίσκο, το οποίο διαχειρίζονται µε προσοχή, τα παιδιά εκτιµούν καλύτερα και µαθαίνουν να διαπραγµατεύονται µόνα τους κινδύνους, χτίζοντας έτσι ανθεκτικότητα και πίστη στον εαυτό τους, ιδιότητες που είναι σηµαντικές για την ανεξαρτησία τους και την ασφάλειά τους.
 
Το ρίσκο, όµως, δεν αφορά µόνο τη σωµατική ακεραιότητα, αλλά σχετίζεται και µε ψυχολογικούς παράγοντες, δηλαδή:
  • Το πώς θα σχετιστούν µε άλλα παιδιά και άλλους ενήλικες.
  • Το πώς θα αντιµετωπίσουν δύσκολες καταστάσεις.
  • Από ποιον θα ζητήσουν βοήθεια (Children’s Play Council, 2004).
Χρειάζονται ευκαιρίες, ώστε το παιδί να αναµετρηθεί µε τον εαυτό του και τα όρια που βάζει στο καθετί που κάνει, κάτι που του προσφέρει αυτογνωσία, ικανότητα για αυτορύθμιση, αίσθηµα αυτο-αποτελεσµατικότητας αλλά και πιο ρεαλιστική αίσθηση των κινδύνων που το περιβάλλουν στην καθηµερινή του ζωή. Το περιβάλλον και τα υλικά στα οποία εκτίθεται το παιδί παίζουν σηµαντικό ρόλο στη διαδικασία αυτή. Όταν, για παράδειγµα, µία σκάλα ή ένα δίχτυ έχει οµοιόµορφα χωρισµένα τα κενά για να πατήσει το παιδί, εκείνο δεν χρειάζεται να προσέχει και να συγκεντρωθεί σχετικά µε το πού να βάλει το πόδι του. Όµως στη ζωή οι ασυµµετρίες είναι πολύ περισσότερες από τις συµµετρίες, και το παιδί θα κληθεί να τις αντιµετωπίσει (Gill, 2007). Όταν τα παιδιά µπαίνουν στη διαδικασία να ρισκάρουν, µαθαίνουν πώς να διαχειρίζονται τα ρίσκα που θα κλιθούν να αντιµετωπίσουν (Laevers, 1997).
 
Επιπλέον, τα παιδιά όταν βυθίζονται στην εικονική πραγµατικότητα των ηλεκτρονικών παιχνιδιών και του διαδικτύου δεν µπορούν εύκολα να χαράξουν τα όρια που σχετίζονται µε το ρίσκο. Όταν ένα παιδί παίζει ένα video game όπου έχει τη δυνατότητα να πηδήξει βουνά και ποτάµια µε το πάτηµα ενός κουµπιού ή να µάχεται βίαια χωρίς επιπτώσεις, είναι σηµαντικό να αντιµετωπίζει προκλήσεις στη ζωή του και να παίρνει ρίσκα, ώστε η αντίληψη του κινδύνου αλλά και των δυνατοτήτων του να διαµορφωθούν ισορροπηµένα. Επίσης η αίσθηση της έξαψης που δηµιουργείται στον εικονικό κόσµο των υπολογιστών συχνά κάνει το παιδί πιο παθητικό, η πρόκληση µηδενίζεται και χρειάζεται µεγάλη ενθάρρυνση από τον γονέα ώστε να µπει στη διαδικασία να θεωρήσει το σκαρφάλωµα στο δέντρο έναν αρκετά προκλητικό στόχο για εκείνο (Gill, 2007).
 
Τι µπορούµε να κάνουµε ως γονείς (Stephenson, 2003)
  • Να επιτρέψουµε στα παιδιά µας το ρίσκο της αποτυχίας. Είναι σηµαντικό για ένα παιδί να µπορεί να κάνει λάθος και να ξαναπροσπαθήσει µέχρι να τα καταφέρει. Συχνά µε το να προστατεύουµε τα παιδιά µας από τα λάθη και την αποτυχία, συχνά τους προκαλούµε µεγαλύτερο άγχος, µικρότερη αντοχή στην προσπάθεια και χαµηλή εµπιστοσύνη στις ικανότητές τους.
  • Να επιτρέψουµε στα παιδιά να εξερευνήσουν τον κόσµο µε τις δικές τους ικανότητες. Πρακτικά αυτό σηµαίνει ότι ανάλογα µε την ηλικία τους, δεν χρειάζεται να επεµβαίνουµε και να βοηθάµε τα παιδιά, αλλά να τα αφήνουµε να δοκιµάσουν µόνα τους και να βρουν τρόπους να πετύχουν αυτό που θέλουν, π.χ. στο σκαρφάλωµα, στις κατασκευές, κ.α. Ένα παιδί συνήθως θα σταµατήσει όταν δεν αισθάνεται άνετα µε ό,τι κάνει και θα ζητήσει βοήθεια.
  • Αν το παιδί πέσει την ώρα που παίζει, δεν πρέπει να µας πιάνει πανικός, καλό είναι να αντισταθούµε και να µην µπούµε στον πειρασµό να τρέξουµε να το σηκώσουµε αµέσως, εκτός βέβαια και αν έχει χτυπήσει σοβαρά. Η άµεση δική µας παρέµβαση καθησυχάζει µεν το παιδί προς στιγµή, αλλά, σε βάθος χρόνου, δεν το βοηθάει, γιατί συνηθίζει στην ιδέα πως χρειάζεται πάντα έναν ενήλικα για να το σώσει. Επιπλέον αµφισβητεί τις ικανότητές του να «βγει» από µια δύσκολη κατάσταση και αυτό µπορεί να οδηγήσει σε χαµηλή αυτοπεποίθηση.
  • Να σκεφτόµαστε τι λέµε στα παιδιά όταν τα καθοδηγούµε σε µια καινούργια δραστηριότητα. Για παράδειγµα φράσεις όπως «πιάσε το ποτήρι µε τα δυο σου χέρια» ή «κρατήσου από το µεγάλο κλαδί» είναι πιο κατατοπιστικές από το «πρόσεξε µην το σπάσεις» ή «πρόσεξε µην πέσεις».
  • Είναι σηµαντικό τα σχόλια που κάνουµε για την προσπάθεια των παιδιών να είναι θετικά. Σχόλια του τύπου «τι καλά που τα καταφέρνεις» ή «µπράβο, συνέχισε» δείχνουν την εµπιστοσύνη µας και την υπερηφάνεια που νιώθουµε για τα κατορθώµατά τους, αρκεί να τα λέµε µε ειλικρίνεια. Το συνεχές «πρόσεχε!» (που όλοι σκεφτόµαστε µέσα µας!) δείχνει ότι αµφισβητούµε τις ικανότητες και τις δυνατότητες που έχουν.
  • Να εκτιµούµε την κατάσταση και να προσαρµόζουµε τον περιβάλλοντα χώρο, ανάλογα µε τη δυσκολία της δραστηριότητας και το ρίσκο. Αυτό µπορεί να σηµαίνει τη µετακίνηση µιας κινητικής δραστηριότητας σε µια µαλακή επιφάνεια, όπως γρασίδι ή άµµο, ή την αφαίρεση αντικειµένων τα οποία θα µπορούσαν να γίνουν επικίνδυνα.
  • Τα παιδιά κάποιες στιγµές έχουν ανάγκη από ένα χώρο στον οποίο δεν τους βλέπουν οι ενήλικες. Πρέπει να σεβόµαστε τον δικαίωµα που έχουν στην ιδιωτικότητα.
  • Να είµαστε ξεκάθαροι στα όρια που βάζουµε. Πάντα θα υπάρχουν κάποια πράγµατα στα οποία θα πρέπει να πούµε όχι. Ας βεβαιωθούµε πως έχουµε εξηγήσει στο παιδί γιατί δεν µπορεί να κάνει αυτό που θέλει, µε τρόπο ανάλογο για την ηλικία του, και όπου είναι δυνατό ας δώσουµε στο παιδί µια εναλλακτική πρόταση προς την ίδια κατεύθυνση.
  • Είναι φυσιολογικό κάποια στιγµή το παιδί να χτυπήσει. Ας θυµηθούµε λίγο τον εαυτό µας όταν είµαστε παιδιά και τις φορές που είχαµε χτυπήσει.
  • Να θυµόµαστε πως το ρίσκο που επιτρέπουµε εξαρτάται από την κουλτούρα µας και τις αντιλήψεις µας, όχι µόνο από τις δεξιότητες των παιδιών σε συγκεκριµένη ηλικία.
  • Τα πιο κατάλληλα περιβάλλοντα και υλικά που µπορούµε να παρέχουµε στα παιδιά είναι εκείνα που βρίσκονται στη φύση, καθώς εκθέτουν το παιδί σε ποικιλία προκλήσεων.
  • Πρέπει να περιορίζουµε το ρίσκο όσο είναι απαραίτητο, όχι όσο είναι εφικτό.