Παρασκευή, 16 Δεκεμβρίου 2016

ΕΛΛΗΝΙΣΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΚΑΛΛΙΜΑΧΟΣ - Ὕμνος εἰς Ἄρτεμιν (3.1-3.45)

Ο ιδιαίτερα διδακτικός Ύμνος στην Άρτεμη, αρχίζει παραδοσιακά με την υποχρεωτική μνεία της θεάς, αλλά ήδη στους πρώτους στίχους παρακολουθούμε μια απαραγνώριστα καλλιμάχεια σκηνή: με το χαρακτηριστικό για την ελληνιστική εποχή ενδιαφέρον για το παιδί, η θεά παρουσιάζεται μικρό παιδί στα γόνατα του πατέρα της να αποκαλεί χαϊδευτικά ἄππα ("μπαμπάκα") τον κραταιό πατέρα ανδρών και θεών, να του ζητάει δώρα -εννοείται αντάξια μιας θεάς-, για να μην την νικά ο αδερφός της ο Φοίβος, να διορθώνει, έπειτα από ωριμότερη σκέψη, το αίτημά της και να προσπαθεί επανειλημμένα να αγγίξει τα γένια του. Σε ανάλογο επίπεδο κινείται και η επίσκεψη στο εργαστήριο των Κυκλώπων, που περιγράφεται στη συνέχεια και παρέχει στον ποιητή την αφορμή να μνημονεύσει το ανάλαφρο επεισόδιο με την "αποψίλωση" του τριχωτού στέρνου του γίγαντα Βρόντη από την τρίχρονη Άρτεμη. Ο Ύμνος στην Άρτεμη είναι χαρακτηριστικός και για έναν άλλο λόγο: για την πυκνότητα των "παραπομπών" και των υπαινικτικών αναφορών σε παλαιότερα κείμενα.


ΕΙΣ ΑΡΤΕΜΙΝ


Ἄρτεμιν —οὐ γὰρ ἐλαφρὸν ἀειδόντεσσι λαθέσθαι—
ὑμνέομεν, τῇ τόξα λαγωβολίαι τε μέλονται
καὶ χορὸς ἀμφιλαφὴς καὶ ἐν οὔρεσιν ἑψιάασθαι,
ἄρχμενοι ὡς ὅτε πατρὸς ἐφεζομένη γονάτεσσι
5 παῖς ἔτι κουρίζουσα τάδε προσέειπε γονῆα·
«δός μοι παρθενίην αἰώνιον, ἄππα, φυλάσσειν,
καὶ πολυωνυμίην, ἵνα μή μοι Φοῖβος ἐρίζῃ·
δὸς δ᾽ ἰοὺς καὶ τόξα — ἔα, πάτερ, οὔ σε φαρέτρην
οὐδ᾽ αἰτέω μέγα τόξον· ἐμοὶ Κύκλωπες ὀιστούς
10 αὐτίκα τεχνήσονται, ἐμοὶ δ᾽ εὐκαμπὲς ἄεμμα·
ἀλλὰ φαεσφορίην τε καὶ ἐς γόνυ μέχρι χιτῶνα
ζώννυσθαι λεγνωτόν, ἵν᾽ ἄγρια θηρία καίνω.
δὸς δέ μοι ἑξήκοντα χορίτιδας Ὠκεανίνας,
πάσας εἰνέτεας, πάσας ἔτι παῖδας ἀμίτρους·
15 δὸς δέ μοι ἀμφιπόλους Ἀμνισίδας εἴκοσι νύμφας,
αἵ τέ μοι ἐνδρομίδας τε καὶ ὁππότε μηκέτι λύγκας
μήτ᾽ ἐλάφους βάλλοιμι, θοοὺς κύνας εὖ κομέοιεν.
δὸς δέ μοι οὔρεα πάντα· πόλιν δέ μοι ἥντινα νεῖμον,
ἥντινα λῇς· σπαρνὸν γὰρ ὅτ᾽ Ἄρτεμις ἄστυ κάτεισιν·
20 οὔρεσιν οἰκήσω, πόλεσιν δ᾽ ἐπιμείξομαι ἀνδρῶν
μοῦνον ὅτ᾽ ὀξείῃσιν ὑπ᾽ ὠδίνεσσι γυναῖκες
τειρόμεναι καλέωσι βοηθόον, ᾗσί με Μοῖραι
γεινομένην τὸ πρῶτον ἐπεκλήρωσαν ἀρήγειν.
ὅττι με καὶ τίκτουσα καὶ οὐκ ἤλγησε φέρουσα
25 μήτηρ, ἀλλ᾽ ἀμογητὶ φίλων ἀπεθήκατο γυίων.»
ὣς ἡ παῖς εἰποῦσα γενειάδος ἤθελε πατρός
ἅψασθαι, πολλὰς δὲ μάτην ἐτανύσσατο χεῖρας,
μέχρις ἵνα ψαύσειε. πατὴρ δ᾽ ἐπένευσε γελάσσας,
φῆ δὲ καταρρέζων· «ὅτε μοι τοιαῦτα θέαιναι
30 τίκτοιεν, τυτθόν κεν ἐγὼ ζηλήμονος Ἥρης
χωομένης ἀλέγοιμι. φέρευ, τέκος, ὅσσ᾽ ἐθελημός
αἰτίζεις, καὶ δ᾽ ἄλλα πατὴρ ἔτι μείζονα δώσει.
τρὶς δέκα τοι πτολίεθρα καὶ οὐχ ἕνα πύργον ὀπάσσω,
τρὶς δέκα τοι πτολίεθρα, τὰ μὴ θεὸν ἄλλον ἀέξειν
35 εἴσεται, ἀλλὰ μόνην σέ, καὶ Ἀρτέμιδος καλέεσθαι·
πολλὰς δὲ ξυνῇ πόλιας διαμετρήσασθαι
μεσσόγεως νήσους τε· καὶ ἐν πάσῃσιν ἔσονται
Ἀρτέμιδος βωμοί τε καὶ ἄλσεα· καὶ μὲν ἀγυιαῖς
ἔσσῃ καὶ λιμένεσσιν ἐπίσκοπος.» ὣς ὃ μὲν εἰπών
40 μῦθον ἐπεκρήηνε καρήατι· βαῖνε δὲ κούρη
Λευκὸν ἐπὶ Κρηταῖον ὄρος κεκομημένον ὕλῃ,
ἔνθεν ἐπ᾽ Ὠκεανόν· πολέας δ᾽ ἐπελέξατο νύμφας,
πάσας εἰνέτεας, πάσας ἔτι παῖδας ἀμίτρους.
χαῖρε δὲ Καίρατος ποταμὸς μέγα, χαῖρε δὲ Τηθύς,
45 οὕνεκα θυγατέρας Λητωίδι πέμπον ἀμορβούς.

***

ΣΤΗΝ ΑΡΤΕΜΙΔΑ


Την Άρτεμη —αλίμονο στους αοιδούς που την ξεχνούν—υμνούμε, που αγαπάει τα τόξα και το κυνήγι του λαγούκαι τους απλόχωρους χορούς και τα παιγνίδια στα όρη,κι αρχίζουμε από τότε, στου πατέρα της που κάθονταν τα γόνατα,5παιδάκι ακόμα κι έτσι στον πατέρα της μιλούσε:«Αιώνια δώσ᾽ μου παρθενιά και κάμε να με κράζουνμ᾽ ονόματα πολλά που ο Φοίβος μη μου παραβγαίνει.Δώσ᾽ μου βέλη και τόξα, κι άσε πατέρα, ούτε φαρέτραούτε μεγάλο τόξο σού γυρεύω. Οι Κύκλωπες και βέλη10θα τεχνουργήσουν γρήγορα για μένα κι εύκαμπτο τόξο.Και δάδες δώσ᾽ μου να κρατώ, κι ώσμε το γόνατο χιτώνανα ᾽μαι ζωσμένη πλουμιστό και άγρια θηρία να σκοτώνω.Δώσ᾽ μου ακόμα ένα χορό μ᾽ εξήντα Ωκεανίδες,όλες εννιάχρονες, όλες παιδούλες δίχως τη γυναίκεια ζώνη.15Και δώσ᾽ μου είκοσι νύμφες Αμνισίδες, να τις έχω βάγιεςτα πέδιλα να μου κοιτούν και τα γοργά σκυλιά μου,όταν δεν θα χτυπάω λύγκες μήτε ελάφια.Κι όλα τα όρη δώσε μου κι από τις πόλεις όποια εσύ θελήσεις,γιατί στην πόλη η Άρτεμη συχνά δεν κατεβαίνει.20Στα όρη θα κατοικήσω, ενώ στις πόλεις θα ᾽ρχομαι μ᾽ ανθρώπους σ᾽ επαφήμονάχα όταν γυναίκες που κοιλοπονούν βαριάθα με καλούν να τις βοηθήσω. Σ᾽ αυτές οι Μοίρες,όταν γεννιόμουν, με προόρισαν να φέρω τη βοήθεια.Γιατί κι εμένα η μάνα μου δεν πόνεσε σαν με γεννούσε,25και δίχως κόπο μ᾽ έβγαλε, στα γόνατά της πάνω αφήνοντάς με».Αυτά η παιδούλα ως είπε, τη γενειάδα προσπαθούσε του πατέρα τηςνα αγγίξει, όμως πολλές φορές ανώφελα τα χέρια τάνυσεμήπως τα ψαύσει. Και ο πατέρας συγκατάνευσε γελώντας,κι είπε, την κόρη του χαϊδεύοντας: «Τέτοια οι θεές30σαν μου γεννούν παιδιά, οι θυμοί της Ήρας της ζηλιάραςούτε μ᾽ αγγίζουνε· όσα θελήσεις πάρε τέκνο μουκι άλλα ο πατέρας θα σου δώσει πιο τρανά.Τριάντα πόλεις κι όχι μία μοναχά θα σου χαρίσω,τριάντα πόλεις που θεόν άλλο δεν θα τιμήσουν35παρά μονάχα εσένα και θ᾽ αποκαλούνται πόλεις της Αρτέμιδας.Κι άλλες πολλές θα ᾽χεις κοινές μ᾽ άλλους θεούςκαι στα μεσόγαια και στα νησιά. Και θα υπάρχουν σ᾽ όλεςβωμοί και άλση για την Άρτεμη. Στους δρόμουςκαι στα λιμάνια εσένα για προστάτισσα θα λογαριάζουνε». Τούτα σαν είπε,40το λόγο του επικύρωσε κλίνοντας το κεφάλι. Κι έβαινε η κόρηστο Λευκόν όρος της Κρήτης το δασόσκεπο,κι εκείθε στον Ωκεανό. Και νύμφες διάλεξε πολλές,όλες εννιάχρονες, κι όλες ακόμα κόρες δίχως διάδημα.Και χαίρονταν πολύ ο ποταμός ο Καίρατος, χαίρονταν και η Τηθύς,45που έπεμπε τις θυγατέρες της βοηθούς στην κόρη της Λητώς.

Η ΕΝΝΟΙΑ ΤΗΣ ΑΡΕΤΗΣ ΣΤΟ ΣΩΚΡΑΤΗ

Αποτέλεσμα εικόνας για Η ΕΝΝΟΙΑ ΤΗΣ ΑΡΕΤΗΣ ΣΤΟ ΣΩΚΡΑΤΗΗ έννοια της «ἀρετῆς» και οι νοηματικές της αποχρώσεις:
 
Η σημασιολογική προσέγγιση του αρχαιοελληνικού «βίου» περιελάμβανε την ισορροπία μεταξύ του ιδιωτικού και του δημοσίου βίου των ανθρώπων, και μάλιστα των ελευθέρων πολιτών. Ως μέσον για την επίτευξη του «ἀρίστου βίου» θεωρούνταν η κατάκτηση της «ἀρετῆς». Ακόμη, είναι αναμφισβήτητο το γεγονός ότι η έννοια της «ἀρετῆς» εξελίχθηκε στην αρχαιότητα παράλληλα με τις κοινωνικές και πολιτικές εξελίξεις που διαμόρφωσαν την εικόνα της αρχαίας ελληνικής - πόλης κράτους. Συγκεκριμένα, στον Όμηρο η αρετή δηλώνει την ιδιότητα του «αριστοκράτη» και ταυτίζεται με τη σωματική δύναμη και την τόλμη. Ταυτίζεται δηλαδή με την ικανότητα του «ἐπιτελεῖν ἀριστείας» και του «λέγειν καί πράττειν». Στη συνέχεια, εξελίσσεται σε πνευματική ιδιότητα (σοφία), καθώς διευρύνεται η δημοκρατία στην αρχαία ελληνική πόλη-κράτος και η εξέλιξη της αρετής σε πολιτική ιδιότητα η οποία πλέον σήμαινε την ιδιότητα του καλού πολίτη και του καλού πολιτικού. Σύμφωνα μάλιστα με τον κορυφαίο - ίσως - σοφιστή Πρωταγόρα, η έννοια της αρετής εξελίχθηκε στην ιδιότητα του καλού πολίτη και του καλού πολιτικού με τον όρο «εὐβουλία». Στον Πλάτωνα πλέον η έννοια αποκτά αμιγώς ηθικό περιεχόμενο. Κατά τον Πλάτωνα, η έννοια της «αρετής» στο φιλοσοφικό διάλογο «Πρωταγόρας», ταυτίζεται με εκείνη της «πολιτικής αρετής», ώστε οι άνθρωποι αποκτώντας την να οδηγηθούν στον άριστο βίο."2" Κατά την Αριστοτελική φιλοσοφία - και συγκεκριμένα στα Ηθικά/Νικομάχεια - η έννοια της «ἀρετῆς» σήμαινε την πιο καλή κατάσταση του κάθε πράγματος, όπως για παράδειγμα η αρετή του ματιού, η αρετή του ίππου και ούτω καθ’ εξής («Ἀεί δέ μή μόνον οὕτως εἰπεῖν, ... ἐάν θεωρήσωμεν ποία τίς ἔστιν ἡ φύσις αὐτῆς»).'2' Η αρετή επομένως, θεωρείται ως η πιο βασική αξιολογική έννοια για τους αρχαίους Έλληνες. Και τούτο διότι η λέξη αυτή δηλώνει τη γενική αξιολογική ποιότητα ενός ανθρώπου, την αξία και αξιοσύνη του. Την αξία αυτή έδινε στην αρχή η ανδρεία, η αντρειοσύνη. Αυτό συνέβαινε σε μία εποχή που κυριαρχούσε το ηρωικό ιδεώδες και οι πολεμικές συγκρούσεις ήταν το πιο συχνό φαινόμενο. Αργότερα, η έννοια της «άρετής» σήμαινε τη γενναιότητα, την αξιοσύνη, που κερδιζόταν με κάθε είδους ικανότητα και επίδοση. Τέλος, η αρετή σήμαινε την ηθική ποιότητα, γνώρισμα του χαρακτήρα, που έχει ηθική αξία. Σαν ηθική ποιότητα η αρετή έπαιρνε πολλές όψεις, περιλάμβανε πολλά είδη. Εκτός από την ανδρεία, αρετές ήταν η ευσέβεια, η δικαιοσύνη, η σωφροσύνη και άλλες παρεμφερείς έννοιες.
 
Η Σωκρατική διδασκαλία περί «ἀγαθοῦ» και «ἀρετῆς»:
 
Ο Σωκράτης πρώτος ένιωσε την ανάγκη να προσδιορίσει το περιεχόμενο κάθε αρετής. Διαπίστωσε ότι όλοι μιλούσαν για αρετές, χωρίς να εξετάζουν σε τι συνίσταται η καθεμιά, τι είναι στην ουσία τους. Για όλους σχεδόν οι αρετές ήταν έννοιες ευκολονόητες και δεν χρειάζονταν κάποια ιδιαίτερη ανάλυση. Κατά τον Σωκράτη δεν μπορεί κανείς να είναι ενάρετος, αν δεν γνωρίζει «τί ἐστίν ἀρετή», αν δεν την αποσαφηνίσει στο μυαλό του, αν δεν συνειδητοποιήσει το περιεχόμενο ή τα στοιχεία της. Αποτέλεσμα μιας τέτοιας συνειδητοποίησης είναι και η απόκτηση της αρετής. Με άλλα λόγια, η «ἀρετή» είναι γνώση, αποκτάται δηλαδή μέσω της γνώσεως. Αν κάποιος θεωρείται από την κοινή γνώμη ως «ενάρετος», δεν μπορεί να θεωρηθεί πραγματικά ενάρετος, αν δεν γνωρίζει τι είναι η αρετή και αν δεν ο ίδιος δεν είναι σε θέση να την προσδιορίσει λογικά, αν δεν την κατέχει γνωσιολογικά. Διότι επί παραδείγματι, μπορεί κάποιος να είναι ανδρείος ή δίκαιος. Αν αγνοεί όμως τι είναι ανδρεία ή δικαιοσύνη, αυτό τού αφαιρεί ένα σημαντικό μέρος από την αξία του και την αρετή του. Η αρετή πρέπει να είναι συνειδητή ιδιότητα του καθενός, όχι μία τυφλή συνήθεια. Επομένως, κατά τον Σωκράτη όλοι θα έπρεπε να γίνουν φιλόσοφοι και να εξετάζουν το πρόβλημα της αρετής, να μιλούν δηλαδή γι' αυτή στις καθημερινές τους συζητήσεις.
 
Αριστοτελική προσέγγιση του φιλοσοφικού όρου περί «ἀρετῆς»:
 
Ο Αριστοτέλης εξάλλου υπήρξε ένας έτερος φιλόσοφος που προσπάθησε να προσδιορίσει την ουσία της ηθικής αρετής. Στηρίχτηκε κι αυτός σε ο,τιδήποτε χαρακτηρίζεται ως «άρετή» σύμφωνα με την κοινωνική συνείδηση, στις γνωστές πατροπαράδοτες αρετές, τις κοινωνικά αποδεκτές. Έκανε τη διαπίστωση ότι οι αρετές αυτές είναι καταστάσεις ή ορθότερα ανθρώπινες ενέργειες που βρίσκονται ανάμεσα στην έλλειψη και την υπερβολή, είναι μεσότητες, πράξεις που δεν ξεφεύγουν από το μέτρο που έχει ορίσει ο σώφρων άνθρωπος. Η ανδρεία, για παράδειγμα, βρίσκεται ανάμεσα στη δειλία και τη θρασύτητα, η σωφροσύνη είναι μια μετρημένη απόλαυση, απέχει τόσο από την αναισθησία απέναντι στην ηδονή, όσο και από την ακολασία, την υποδούλωση στις ηδονές. Κατά τον Αριστοτέλη, δεν αρκεί να γνωρίζει κανείς ότι η αρετή είναι μεσότητα. Ο άνθρωπος είναι ανάγκη να κάνει προσπάθεια και να αποφεύγει τα άκρα. Η «άρετή» χρειάζεται να εμπεδωθεί, είναι θέμα ηθικού αγώνα και άσκησης, όχι απλής γνώσης, όπως υποστήριζε ο Σωκράτης. Γενικότερα, θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι οι αρχαίοι θεωρούσαν δύσκολη την αρετή, την έβλεπαν σαν καρπό προσωπικού αγώνα και καθημερινής, αδιάκοπης προσπάθειας. «Μπροστά στην αρετή οι θεοί βάλανε τον ιδρώτα», ανέφερε ο Ησίοδος,"4" ενώ η αρετή χαρακτηρίζεται ως «πολύμοχθος». Εύκολη είναι μόνο η κακία, όπως λέγεται στον μύθο. Τη συγκεκριμένη ιστορία διασώζει ο σοφιστής Πρόδικος για την Αρετή και την Κακία, τις οποίες ο μύθος αναφέρει πως συνάντησε ο Ηρακλής στο δρόμο του."5"
 
Προσωκρατικοί φιλόσοφοι και Σοφιστές:
 
Πριν από τον Σωκράτη και τον Αριστοτέλη, ασχολήθηκαν με τον ορισμό της έννοιας της «ἀρετῆς» και οι Σοφιστές. Αυτοί δεν ενδιαφέρθηκαν τόσο για την ηθική αρετή. Αντιλαμβάνονταν την αρετή περισσότερο σαν ικανότητα που οδηγεί στην επιτυχία, σαν κάτι που δείχνει την αξία του ατόμου. Η αξία όμως αυτή δεν έχει σχέση με την ηθική. Η αρετή θα μπορούσε - κατά τους Σοφιστές - να είναι μια αξιολογική ιδιότητα που είναι χαρακτηριστική για κάθε άνθρωπο, ανάλογα με το φύλο του, την κοινωνική του θέση, την ηλικία του και άλλους συναφείς παράγοντες. Τη χαρακτηριστική αυτή ιδιότητα την απαιτεί η κοινότητα. Γενικότερα οι σοφιστές υποστήριζαν στη διδασκαλία τους ότι όλοι αναγνωρίζουν πως άλλη είναι η αρετή του ανδρός, που πρέπει να είναι κυρίαρχος μέσα στο σπίτι του, και άλλη η αρετή της γυναίκας (αυτή πρέπει να φροντίζει το σπίτι και να υπακούει στον άντρα), άλλη είναι η αρετή του ελεύθερου και άλλη του δούλου, άλλη του ενήλικου και άλλη του μικρού παιδιού -6- . Οι Σοφιστές θεωρούσαν ως σχετική την έννοια της αρετής, κι αυτό συντελούσε στη σύγχυση και την κρίση των ηθικών αξιών, που είχαν στηρίγματα στην παράδοση. Αυτό απασχόλησε ιδιαίτερα τον Αριστοφάνη (όπως προκύπτει άλλωστε και μέσα από τις κωμωδίες του), ενώ ο Σωκράτης -όπως άλλωστε και ο μαθητής του ο Πλάτωνας και ο μαθητής αυτού ο Αριστοτέλης- αντιπαρατάχθηκε στους Σοφιστές με άλλο τρόπο. Προσπάθησε δηλαδή να κατανοήσει την ουσία της αρετής και να εντοπίσει τα σταθερά της στοιχεία. Τα τελευταία είναι αυτά που αποδεικνύουν ότι η αρετή είναι ίδια για όλους τους ανθρώπους και ισχύει διαχρονικά σε όλες τις εποχές. Η αρετή είναι κάτι το σταθερό κι αμετάβλητο, μία αξία που ισχύει διαχρονικά (κατά τον Πλάτωνα μάλιστα θεωρείται ως μία αιώνια ιδέα του υπερκόσμιου). Το θέμα βεβαίως είναι το εάν γνωρίζουν οι άνθρωποι την αρετή κι εάν προσπαθούν να την κάνουν κτήμα τους. Οι αρχαίοι Έλληνες πίστευαν στις ηθικές αξίες. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν υπήρχαν και αρνητές των αξιών αυτών, ότι δεν υπήρχαν δηλαδή άνθρωποι συνειδητά ανήθικοι και ανέντιμοι (και ίσως μάλιστα οι αρχαίοι Έλληνες να μην ήταν πιο ηθικοί και πιο έντιμοι από τους συγχρόνους). Άλλοι είχαν μια δική τους αντίληψη για την ηθική. Σύμφωνα με τον Καλλικλή - επί παραδείγματι - την ηθική φτιάχνουν οι αδύνατοι και με τους ηθικούς κανόνες τους αποβλέπουν στο να δαμάσουν τους δυνατούς. Ο,τιδήποτε δεν μπορούν να το απολαύσουν ή να το κατακτήσουν, το χαρακτηρίζουν κακό και απαγορευμένο, ακριβώς γιατί το αποκτούν και το απολαύουν οι δυνατοί. Η εγκράτεια είναι αρετή των αδυνάτων και των αρρώστων (μία τέτοια άποψη άλλωστε αποδίδεται και στον «Υπεράνθρωπο» του Νίτσε). Την υποστήριξε όμως ήδη από την αρχαιότητα ο Καλλικλής που υπήρξε και μαθητής του ρήτορα Γοργία. Μια ιδιότυπη στάση απέναντι στις αρετές πήρε ο Επίκουρος. Αυτός αφαίρεσε κάθε μεταφυσική ιδιότητα από τις αρετές. Οι αρετές υπηρετούν την αταραξία, την ψυχική γαλήνη, ακόμα και το αμοιβαίο συμφέρον των ανθρώπων. Η δικαιοσύνη, για παράδειγμα, δεν είναι παρά συμφωνία ανάμεσα στους ανθρώπους να μην προξενούν "ζημία" ο ένας τον άλλον. Και αν κάποιος είναι δίκαιος, αυτό το κάνει γιατί, αν διαπράξει αδικία, θα κατέχεται από ένα συνεχή φόβο μήπως συλληφθεί από τα όργανα της πολιτείας και τιμωρηθεί. Η αδικία είναι κάτι κακό, κυρίως γιατί διώχνει από μέσα μας την ψυχική μας ηρεμία, που είναι το ανώτατο αγαθό, και όχι γιατί ζημιώνει τους άλλους. Κατά τον Επίκουρο, όλες οι αρετές είναι εσωτερικά συνυφασμένες με το "ἡδέως" -δηλαδή "ἀταράχως"- ζῆν. Αυτή όμως ήταν μόνο άποψη του Επικούρου.
 
Κοινωνιολογική προσέγγιση του όρου «άρετή»:
 
Οι αρχαίοι Έλληνες κατά γενική ομολογία δέχονταν και την κοινωνική αναγκαιότητα της αρετής. Η δικαιοσύνη παραδείγματος χάριν είναι αρετή, γιατί εμποδίζει το να βλάπτονται οι άλλοι. Από την άλλη πλευρά, ο ηθικός νόμος από τους ποιητές παρουσιάζεται και σαν κάτι που απορρέει από το θεό, από τον Δία. Και πάλι όμως πρέπει να τονισθεί ότι οι αρετές δεν είχαν μόνο ηθική σημασία κατά τους Αρχαίους. Αρετή σημαίνει επίσης «ανδρεία», «αριστοκρατική καταγωγή», «αξία», «ικανότητα», «προσόν» ή οποιαδήποτε άλλη αξιολογική ιδιότητα. Οι Αρχαίοι μιλούσαν ακόμα και για «αρετή της γης», εννοώντας την αποδοτικότητα και ευφορία του εδάφους, για αρετή του ύδατος, για την καλή ποιότητα του νερού, και άλλες παρεμφερείς έννοιες.
 
Ο Αριστοτέλης δίπλα στις ηθικές αρετές τοποθετεί και τις διανοητικές αρετές (και ειδικότερα τη σοφία, τη φρόνηση και τη σύνεση). Ο Σωκράτης έκανε λόγο και για την έννοια της πολιτικής αρετής - όπως ήδη προαναφέρθηκε - κατά τον Πλάτωνα. Πιθανότατα όμως για πολιτική αρετή μίλησε πρώτος ο Πρωταγόρας ο οποίος κάτω από την αρετή αυτή εννοούσε την ικανότητα ενός πολίτη να μιλά «για τα θέματα της πόλεως» και να τα χειρίζεται εύστοχα και δυναμικά, όταν εκλέγεται ως άρχων. Για τον πλατωνικό Σωκράτη πολιτική αρετή είναι κυρίως η δικαιοσύνη και η συμμόρφωση του πολίτη στους νόμους της πολιτείας, είτε βρίσκεται στη θέση του «άρχοντος» είτε του «αρχομένου». Κατά τον Πλάτωνα, ο Σωκράτης διέκρινε τη διαφοροποίηση ανάμεσα στην ανθρώπινη και την πολιτική αρετή- -. Η ανθρώπινη αρετή θεωρούσε ότι αφορά τον άνθρωπο ως άτομο, το άτομο καθεαυτό, έξω από κοινωνικές σχέσεις και συναρτήσεις. Είναι δύσκολο να γίνει κατανοητή στη σύγχρονη εποχή η έννοια του ανθρώπου αποκομμένη από τέτοιου είδους συναρτήσεις.
 
Σύγκριση Σωκράτους και Σοφιστών:
 
Κυρίαρχο στοιχείο της φιλοσοφίας είναι - και πρέπει να είναι - η αμφισβήτηση. Άπαξ και τα πρώτα της βήματα θεωρούνται πλέον ως ξεπερασμένα (διότι πραγματοποιήθηκαν κατά το παρελθόν), κάθε καινούρια εξέλιξη αντιπροσωπεύει συνήθως μια αντίδραση στην προηγούμενη διανόηση. Αυτό αληθεύει για τους σημαντικότερους Έλληνες φιλοσόφους και συγκεκριμένα για τον Σωκράτη, τον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη. Η αντίδραση όμως και η στροφή προς τον ανθρωποκεντρισμό, συνδυάζεται με την άνοδο μιας νέας τάξης, εκείνης των Σοφιστών. Συχνά τονίζεται ότι οι Σοφιστές δεν αποτελούσαν χωριστή φιλοσοφική σχολή, αλλά μάλλον επαγγελματική τάξη. Αποκτούσαν τα «πρός τό ζην» χάρη στην αέναη διάθεσή τους για καθοδήγηση σε πρακτικά θέματα. Η διάθεση αυτή παρουσιάστηκε εκείνη την εποχή εξαιτίας των ήδη προαναφερθέντων λόγων: εξαιτίας των αυξανόμενων δηλαδή ευκαιριών να συμμετάσχει κανείς στην πολιτική δράση, στην αναπτυσσόμενη δυσαρέσκεια προς τους φυσικούς φιλοσόφους και (θα μπορούσε επίσης να προστεθεί) κατά ενός αυξανομένου σκεπτικισμού απέναντι στο κύρος της παραδοσιακής θρησκευτικής διδασκαλίας· στην τελευταία συμπεριλαμβάνονται και οι απροκάλυπτα ανθρωπομορφικές αναπαραστάσεις των θεών. Ο όρος «σοφιστής» (που παραπέμπει στον "επί του πρακτέου" διδάσκαλο της σοφίας) δεν είχε ως τότε καθόλου αρνητική σημασία. Ήταν πράγματι η λέξη που χρησιμοποιούσαν έως εκείνη τη χρονική περίοδο για τους επτά σοφούς της αρχαιο­ελληνικής παράδοσης (Θαλής ο Μιλήσιος, Πιττακός ο Μυτιληναίος, Βίας ο Πριηνεύς, Κλεόβουλος ο Ρόδιος, Σόλων ο Αθηναίος Περίανδρος ο Κορίνθιος, και Χίλων ο Λακεδαιμόνιος). Η αμφισβήτηση προς το πρόσωπο και την ιδιότητα των Σοφιστών πραγματοποιήθηκε – ουσιαστικά - από το Σωκράτη τον 5ο αιώνα π.Χ. ο οποίος τους αποκαλούσε ως «δοκισισόφους» (= αυτούς που νόμιζαν ή και φαίνονταν αλλά δεν ήταν πράγματι σοφοί) και έδωσε στη λέξη την αρνητική νοηματική απόχρωση που έχει έκτοτε. Αν και δεν μπορεί κανείς να θεωρήσει τους Σοφιστές ως χωριστή και ενιαία μεταξύ τους φιλοσοφική σχολή, είχαν κάποια συγκεκριμένα κοινά σημεία. Ένα από αυτά ήταν η κατ' ουσίαν πρακτική φύση της διδασκαλίας τους· ως τέτοια άλλωστε παρουσίαζαν τη διδασκαλία της αρετής. Αναφέρθηκαν λοιπόν οι ποικίλες σημασιακές αποχρώσεις αυτής της λέξης ανά τους αιώνες και τα διάφορα φιλοσοφικά ρεύματα που υπήρξαν. Η πρακτική της σημασία όμως φαίνεται καθαρά μέσα από την ιστορία του Σοφιστή Ιππία ο οποίος, προκειμένου να διαφημίσει κατά κάποιο τρόπο ζωντανό τις δυνατότητες του, παρουσιάστηκε στους Ολυμπιακούς αγώνες να φορεί μόνον ό,τι είχε ο ίδιος κατασκευάσει, μέχρι και το δαχτυλίδι του. Κατά δεύτερο λόγο, οι Σοφιστές συμμερίζονταν κάτι που μπορεί επιτυχέστερα να ονομαστεί ως φιλοσοφική «στασις», συγκεκριμένα έναν κοινό σκεπτικισμό, μία έλλειψη δηλαδή εμπιστοσύνης στη δυνατότητα της απόλυτης γνώσης. Αυτό ήταν φυσική συνέπεια του αδιεξόδου στο οποίο, ως φαίνεται, είχε φτάσει πλέον κατά τον 5ο αιώνα π.Χ. η επονομαζόμενη φυσική φιλοσοφία (δηλαδή η οντολογία/γνωσιολογία η οποία αναζητούσε τις αρχές που διέπουν τη δημιουργία και τη δομή του κόσμου). Σύμφωνα λοιπόν με τις κυρίαρχες αντιλήψεις της συγκεκριμένης εποχής, η γνώση εθεωρείτο ότι εξαρτάται από δύο πράγματα: i). την κατοχή ικανοτήτων, που μπορούν να οδηγήσουν τους ανθρώπους σε επαφή με την πραγματικότητα, και ii). την ύπαρξη μιας σταθερής πραγματικότητας που οι άνθρωποι αισθάνονται την έμφυτη ανάγκη να γνωρίσουν. Ως όργανα της γνώσης οι αισθήσεις είχαν αντιμετωπίσει τώρα πια τον αυστηρό σκεπτικισμό, και τίποτε άλλο δεν είχε ως τώρα μπει στη θέση τους. Και η πίστη στην ενότητα και τη σταθερότητα του Σύμπαντος είχε υπονομευθεί, χωρίς ακόμα να έχει αναδυθεί η άποψη ότι μπορεί να υφίσταται μια μόνιμη και προσιτή στη γνώση πραγματικότητα έξω και πέρα από τον φυσικό κόσμο. Αυτή τη φιλοσοφική άποψη θα καταθέσει ο Σωκράτης και μετά από αυτόν θα επιχειρήσει να αναπτύξει και να υποστηρίξει με τη φιλοσοφική του θεωρία «Περί των Ιδεών» ο μαθητής του ο Πλάτωνας.
 
Η φιλοσοφική σχέση μεταξύ Σωκράτους και Πλάτωνα:
 
O Σωκράτης είναι ο σπουδαιότερος φιλόσοφος που έθετε ερωτήματα στην ιστορία της ηθικής φιλοσοφίας, ένας «αιώνιος ερωτητής» κατά τον Pierre Hadot --. Διότι κυρίως έθετε ερωτήματα, παρά έδινε απαντήσεις. Αρκετοί σύγχρονοι ηθικοί φιλόσοφοι αρχίζουν την προβληματική τους στην κανονιστική ηθική, τη μετα-ηθική και την εφαρμοσμένη ηθική, θέτοντας και πάλι τα ριζικά ερωτήματα του Σωκράτη. H φιλοσοφική του έγνοια για το «τί έστίν» κάθε πράγματος, κάθε έννοιας και οποιασδήποτε αρετής (ανάλογο με το «διότι» του Αριστοτέλη στον χώρο της επιστήμης πλέον και όχι της φιλοσοφίας) κληροδοτήθηκε από τον Σωκράτη στην ανθρωπότητα ως θεμελιακή αφετηρία της φιλοσοφίας. Και η αγωνία του για το «πώς βιωτέον έστίν» καθώς επίσης «δντινα τρόπον γρή ζην» αποτέλεσαν τα καταστατικά προβλήματα τόσο της ηθικής φιλοσοφίας όσο και της ηθικής πράξης.-9-
 
Πλάτωνος Έργα:
 
Τα έργα του Πλάτωνα ανέρχονται στο σύνολό τους σε 36 τον αριθμό. Και όλα, εκτός από την Απολογία, διαλογικά. Στον Πλάτωνα αποδίδονται και 13 επιστολές, η γνησιότητα των οποίων γενικά αμφισβητείται, εκτός από την Επιστολή Ζ' όπου περιγράφει ο Πλάτωνας τη δράση του στη Σικελία. Και στη συγγραφή ο φιλόσοφος μιμήθηκε τη διδασκαλία του Σωκράτη, ο οποίος δίδασκε διαλογικά. Οι διάλογοί του επιγράφονται με το όνομα κάποιου από τα διαλεγόμενα πρόσωπα, (π.χ. «Τίμαιος», «Γοργίας», «Πρωταγόρας», κ.ο.κ.). Τρεις μόνο διάλογοι, το «Συμπόσιο», η «Πολιτεία/Νόμοι» τιτλοφορούνται από το περιεχόμενό τους. Σ' όλους τους διαλόγους τη συζήτηση διευθύνει ο Σωκράτης (εκτός φυσικά από τους Νόμους όπου απουσιάζει εντελώς). Στους παλαιότερους διαλόγους διατηρεί την εικόνα του πραγματικού Σωκράτη, ενώ στους νεώτερους, όπως εικάζουν οι μελετητές του Πλάτωνα, πίσω από το πρόσωπο του δασκάλου κρύβεται ο ίδιος ο μαθητής. Το σύνολο του έργου του διακρίνεται σε τρεις περιόδους (με βάση τη χρονολογική σειρά), ωστόσο υπάρχουν διαφωνίες μεταξύ των μελετητών - φιλολόγων για την ακριβή σειρά συγγραφής των έργων στο εσωτερικό κάθε περιόδου. Το βέβαιο είναι ότι άρχισε να γράφει τα έργα του μετά την καταδίκη σε θάνατο του Σωκράτη καθώς επίσης ότι έγραφε έως το τέλος της ζωής του:
 
(α) Περίοδος νεότητας (400 π.Χ. - 387 π.Χ.) : Σ' αυτήν ανήκουν οι εξής διάλογοι: i). "Απολογία Σωκράτους"· με την πλατωνική εκδοχή της Απολογίας του Σωκράτη στο δικαστήριο, ii). "Κρίτων": με θέμα το Δίκαιο και το Άδικο, iii). "Χαρμίδης": όπου αναπτύσσεται η έννοια της σωφροσύνης, iv). "Πρωταγόρας": για το διδακτόν της άρετής, ν). "Λάχης", vi). "Εύθύφρων", vii). "Ιππίας Μείζων", viii). "Ιππίας Έλάσσων", ix). " Των" και x). "Λύσις".
 
(β) Περίοδος ωριμότητας (386 π.Χ. - 367 π.Χ.): Σ' αυτήν ανήκουν οι ακόλουθοι διάλογοι: i). "Μενέξενος": στο μεγαλύτερο μέρος του είναι ουσιαστικά ένας επιτάφιος λόγος ii). "Κρατύλος": στο συγκεκριμένο φιλοσοφικό διάλογο αναπτύσσεται συζήτηση σχετική με γλωσσολογικά ζητήματα, iii). "Ευθύδημος", iv). "Γοργίας": η φιλοσοφική αναζήτηση περιστρέφεται γύρω από θέματα που αφορούν τη Ρητορική και γενικότερα την τέχνη του λόγου (ο ίδιος ο Πλάτωνας πάντως, απορρίπτει τη Ρητορική ως επιστήμη, διότι δεν έχει συγκεκριμένο αντικείμενο διδασκαλίας ούτε και αξιόπιστη μέθοδο), v). "Μένων", vi). "Παρμενίδης", vii). "Φαίδων": στον παρόντα διάλογο περιγράφονται οι τελευταίες στιγμές του Σωκράτη. Ο ίδιος ο Πλάτωνας απουσίαζε (όπως λέει άλλωστε κι ένας από τους συνομιλητές: «Πλάτων δέ ο'ιμαι ήσθένει» [59b] ), viii). "Φαίδρος": όπου αναπτύσσονται -κυρίως-θέματα περί έρωτος, ix). "Συμπόσιον": ο κατ' εξοχήν διάλογος που πραγματεύεται την φύση του έρωτα, και x). "Θεαίτητος".
 
(γ) Περίοδος γήρατος (366 π.Χ.. - 348 π.Χ..): Περιλαμβάνονται οι κάτωθι διάλογοι: i). "Σοφιστής", ii). "Πολιτικός", iii). "Φίληβος", iv). "Τίμαιος": για την δημιουργία του κόσμου v). "Κριτίας": ένας -σχεδόν- πολυθρύλητος αλλά και ημιτελής διάλογος με αναφορές του Πλάτωνα στη μυθική Ατλαντίδα, vi). "Πολιτεία/Νόμοι": το κατ' εξοχήν Πλατωνικό έργο που αποτέλεσε το επιστέγασμα της πολιτικής του φιλοσοφίας και στο οποίο προέβη σε μία εκτεταμένη περιγραφή της ιδανικής πολιτείας· ο συγκεκριμένος διάλογος είναι χωρισμένος σε 12 βιβλία στα οποία ο Πλάτωνας αναφέρεται στο ζήτημα των ορθών νόμων για μία πολιτεία. Υπάρχει τέλος και η "Έβδόμη έπιστολή" του Πλάτωνα που περιέχει αυτοβιογραφικές πληροφορίες για τη ζωή αλλά και τη δράση του κατά τη διάρκεια των τριών (3) ταξιδιών του στη Σικελία, προκειμένου να εφαρμόσει στην πράξη τις πολιτικές θεωρίες του.-10-
 
Πλάτωνος «Πρωταγόρας»:
 
Ο Πλατωνικός διάλογος όμως που καταδεικνύει σε μεγάλο βαθμό τις πολιτικές απόψεις του Σωκράτη, είναι οπωσδήποτε ο φιλοσοφικός διάλογος «Πρωταγόρας». Θέμα του φιλοσοφικού διαλόγου «Πρωταγόρας» του Πλάτωνα είναι το "διδακτόν" της πολιτικής αρετής. Συγκεκριμένα, ο Πρωταγόρας υποστηρίζει ότι διδάσκει τους μαθητές την πολιτική αρετή και ότι μπορεί να διαμορφώσει «αγαθούς» (ενάρετους) πολίτες. Ο Σωκράτης σ' αυτή την άποψη, αντιπαραθέτει ότι η μετάδοση της πολιτικής αρετής είναι κάτι που ούτε διδάσκεται, ούτε μεταδίδεται μεταξύ των ανθρώπων. Ο Πρωταγόρας και ο Σωκράτης συμφωνούν ότι βασική αρχή της αγωγής των νέων είναι η «αρετή», με τη διαφορά όμως ότι δεν την εννοούν με τον ίδιο τρόπο. Κατά τον Πρωταγόρα η αγωγή αποβλέπει στο να δημιουργήσει εκείνο τον πολίτη ο οποίος θα δρα επιτυχώς τόσο στον ιδιωτικό, όσο και στον δημόσιο βίο. Άλλωστε ο σωστός πολίτης αυτοβούλως φροντίζει για το συλλογικό συμφέρον. Κατά συνέπεια λοιπόν, ο Πρωταγόρας δίνει έμφαση στην κοινωνική λειτουργία της αρετής, καθώς για τους αρχαίους Έλληνες ο άνθρωπος ήταν πάνω απ' όλα "ὄν πολιτικόν" και η ύπαρξή του δεν ήταν δυνατόν να νοηθεί δίχως να είναι άμεσα συνυφασμένη με την αρχαιο­ελληνική έννοια της «πόλεως-κράτους». Σύμφωνα λοιπόν με αυτήν την αντίληψη, οι όροι «ανδρός αρετή» και «πολιτική αρετή» είναι άρρηκτα συνδεδεμένοι μεταξύ τους. Η αρετή γενικότερα αφορούσε τη δράση του ατόμου (ή κατά μίαν άλλη έννοια αφορούσε τη δράση του πολίτη) τόσο στον ιδιωτικό όσο και στον δημόσιο βίο του. Η ταύτιση της πολιτικής αρετής με την «αρετήν» είναι επακόλουθο της αντίληψης ότι η πόλη αποτελεί προτεραιότητα του ανθρώπου αφού μόνο στα πλαίσια αυτής, το άτομο μπορεί να καταξιωθεί, να ολοκληρωθεί και να δράσει ευεργετικά σε ατομικό και συλλογικό επίπεδο. Και τούτο διότι υπήρχε αμφίδρομη σχέση μεταξύ της πόλεως-κράτους και των πολιτών που την συναποτελούσαν. Για το Σωκράτη η πολιτική αρετή (η «ευβουλία» που υπόσχεται ότι μπορεί να διδάξει ο Πρωταγόρας στο νεαρό Ιπποκράτη) είναι κάτι που ούτε διδάσκεται αλλά ούτε μεταδίδεται από άνθρωπο σε άνθρωπο. Ωστόσο, το ζήτημα του διδακτού της πολιτικής αρετής -ένα ζήτημα δηλαδή που αφορά στο εάν η "αρετή" μπορεί να διδαχτεί ή όχι- ουσιαστικά μένει μετέωρο, αφού στο τέλος του Πλατωνικού διαλόγου «Πρωταγόρας», οι δύο κύριοι συνομιλητές (Σωκράτης και Πρωταγόρας) καταλήγουν να ενστερνισθεί ο ένας τις απόψεις του άλλου και δίνουν την υπόσχεση να επανέλθουν στην εξέταση αυτού του ζητήματος κάποιαν άλλη φορά. Αυτό βέβαια εξυπηρετούσε τον Πλάτωνα (τον συγγραφέα δηλαδή αυτού του φιλοσοφικού διαλόγου) να καταθέσει τις αποκρυσταλλωμένες απόψεις του στην «Πολιτεία» (ή αλλιώς στους «Νόμους») του.
 
Σωκρατική "ειρωνεία":
 
Όλοι οι σύγχρονοι μελετητές και φιλόσοφοι υποστηρίζουν ότι οι σκεπτόμενοι και απορούντες έχουν αναμφισβήτητα έναν κοινό πρόγονο: τον Σωκράτη. Αυτός άλλωστε υποστήριξε μέχρι τέλους του βίου του το «γηράσκω άεί διδασκόμενος». Ωστόσο, δεν πρέπει να παραβλεφθεί ο χαρακτηρισμός "αλογόμυγα" («οἶστρος») που ο ίδιος δίνει στον εαυτό του στην «Απολογία» του, καθότι αποδίδει με χαρακτηριστική ακρίβεια την άποψη που ο ίδιος είχε για τον εαυτό του. Ο Soren Kierkegaard (1813­1855), ο Δανός υπαρξιστής φιλόσοφος, στη διδακτορική του διατριβή που φέρει τον τίτλο «Η Έννοια της "ειρωνείας", με συνεχή αναφορά στον Σωκράτη» τον θεωρεί ως τον πρώτο (και ίσως τον μοναδικό) φιλόσοφο. Και ταυτόχρονα θεμελιώνει την «ειρωνεία» που και ο ίδιος θα εφήρμοζε με συνέπεια στην προσωπική του ζωή.Ο όρος άλλωστε «σωκρατική ειρωνεία», αποτυπώνει την φαινομενική άγνοια που ο ίδιος ο Σωκράτης δήλωνε εξ αρχής στον εκάστοτε συνομιλητή του Αλλά η εκδήλωσή της αυτή γινόταν κυρίως μέσα από την πραγματική ή ακόμη και την προσποιημένη σκοπίμως εκ μέρους του άγνοια, όπως εξάλλου προαναφέρθηκε (σωκρατικός αγνωστικισμός). Στην οποιαδήποτε φιλοσοφική συζήτηση που λάμβανε χώρα στην αρχαία Αγορά ή αλλαχού, το θέμα των συζητήσεων αυτών περιστρεφόταν γύρω από τις έννοιες που συνδέονταν με τη σωφροσύνη, τη γενναιότητα και την αρετή. Η ειρωνεία λοιπόν του Σωκράτη βασιζόταν στη φράση: «ἕν οἶδα ὅτι οὐδέν οἶδα». Ποτέ δεν καταθέτει εξ αρχής τη γνώμη του, αφού ό,τι προκύπτει ως συμπέρασμα, το εκμαιεύει από τους άλλους κατά τη διάρκεια της συζήτησης που διαμείβεται. Ο όρος που ο ίδιος ο Σωκράτης επέλεγε να προσδώσει στη μέθοδο της διδασκαλίας του, ήταν μαιευτική, διότι την παρομοίαζε ευλόγως με εκείνη την τέχνη της μαίας. Οι περισσότεροι Πλατωνικοί Διάλογοι (κυρίως όσοι συγκαταλέγονται στους πρώιμους, οι επονομαζόμενοι και ως «Σωκρατικοί») τελειώνουν χωρίς κάποιο οριστικό συμπέρασμα. Οι μεταγενέστεροι μελετητές νομίζουν ότι ο Σωκράτης ξέρει, αλλά κρύβει την γνώση του για να την εκμαιεύσει από τον συνομιλητή του - και άρα να τον πείσει καλύτερα (αφού ο ίδιος από μόνος του έφτανε τελικά στο καταληκτικό συμπέρασμα). Είναι όμως πολύ πιθανόν ο Σωκράτης να μην προσποιούνταν. Ο ίδιος ποτέ δεν είχε εκθέσει τις απόψεις του (και όποτε το έκανε, αυτό γινόταν διακριτικά όπως για παράδειγμα στους Πλατωνικούς Διαλόγους «Συμπόσιον», «Φαϊδρος» ή «Πολιτεία») και στους οποίους μιλούσε με μύθους και αλληγορίες. Η πρώτη του επιδίωξη ήταν να γκρεμίσει την οίηση, την αυτάρκεια, την αυτοπεποίθηση. Με τον τρόπο του αυτό, ο Σωκράτης γινόταν αντιπαθής. Όχι μόνο στους πολλούς (που εν τέλει τον καταδίκασαν σε θάνατο το 399 π.Χ.) αλλά και στους ίδιους τους μαθητές του. Τον θαύμαζαν αλλά -ορισμένοι εξ αυτών- ταυτόχρονα τον απεχθάνονταν. Ελάχιστοι παρέμειναν δίπλα του ως το τέλος. Τον Σωκράτη δεν τον ενδιέφεραν οι "στείρες" γνώσεις - η απλή πληροφορία όπως θα λεγόταν σήμερα. Όμως το «γνώθι σεαυτόν» και η έννοια της αυτογνωσίας προέρχονται από τον ίδιο τον Σωκράτη. «Η ουσία της Σωκρατικής μεθόδου», υποστήριξε ο Kierkegaard, «είναι ότι ο μαθητής γίνεται ικανός να αποδιώξει τον δάσκαλο. Η τέχνη και ο ηρωισμός του Σωκράτη ήταν ότι έφερνε τον μαθητή του σε θέση να τον απορρίψει» 12 . Ένας άνθρωπος που ειρωνεύεται τους πάντες, που συνεχώς τους φέρνει σε δύσκολη θέση, που δεν αποκαλύπτει ποτέ τις δικές του απόψεις, που ξεφεύγει. Ακόμα και στην Απολογία του ειρωνεύεται τους δικαστές του, όταν τους προτείνει για ποινή να τον θρέφουν δωρεάν στο Πρυτανείο. Θεμελιώνει την στάση της άγνοιας, λέγοντας πως όταν το μαντείο των Δελφών τον ανακήρυξε «τον σοφότερο των Ελλήνων» έψαξε να καταλάβει γιατί. Μίλησε με πολλούς σοφούς και ειδικούς και κατέληξε πως ο Θεός είχε δίκιο: Ήταν ο σοφότερος επειδή ήταν ο μόνος που είχε συναίσθηση της άγνοιάς του. Βέβαια, όπως λέει κι ο ίδιος, μιλώντας με όλους τους επαΐοντες και αποδεικνύοντας την άγνοιά τους, έγινε ακόμα πιο μισητός. Η επίμονη ταπεινοφροσύνη του έμοιαζε τελικά με αλαζονεία. Ο A.N. Whitehead (1861-1947), έχει αναφέρει πως όλη η δυτική φιλοσοφία δεν είναι άλλο από υποσημειώσεις στον Πλάτωνα, γιατί χωρίς τον Σωκράτη είναι πολύ απίθανο να είχε υπάρξει και ο Πλάτων. Η ηθική φιλοσοφία λοιπόν θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι ξεκινά από τη Σωκρατική ειρωνεία, τη μη-γνώση, την απορία. Από έναν άνθρωπο που δεν έγραψε ούτε μία φράση, που δεν άφησε πίσω παρά ανέκδοτες διηγήσεις που αποδίδονται στον ίδιο και αναμνήσεις των μαθητών του. Η Δυτική φιλοσοφία ήταν το ένα επακόλουθο της δράσης του. Το κώνειο ήταν το άλλο. Η περίπτωση του Σωκράτη λοιπόν παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Αυτό που αρχικά είναι ιδιαιτέρως συγκινητικό στον Σωκράτη είναι το γεγονός ότι τελικά επέλεξε να γίνει ένας μάρτυρας της φιλοσοφίας του από το να προσπαθήσει να την εγκαθιδρύσει με κάποιον άλλο τρόπο, ότι είχε δηλαδή την διορατικότητα - και μάλιστα την κατάλληλη στιγμή - να διακρίνει πως αυτός ήταν ίσως ο μόνος τρόπος για να αποκτήσει κάποιο νόημα, αφού η κατάσταση των ανθρώπων ήταν τόσο αθεράπευτη. Η περίφημη ειρωνεία του (η επονομαζόμενη και ως «σωκρατική ειρωνεία») αποτελεί ένα συστατικό στοιχείο των διαλόγων του Πλάτωνα στους οποίους ο ίδιος πρωταγωνιστεί και της μαιευτικής του μεθόδου. Ο τρόπος που ο Σωκράτης έπαιζε το παιχνίδι της διαλεκτικής, ήταν το να ανασκευάζει τις θέσεις των άλλων. Ξεκινούσε πάντα μια συζήτηση διερευνητικά, προσποιούμενος πως ο ίδιος δεν γνώριζε και πολλά για το θέμα, και ζητούσε από τον συνομιλητή του να του πει τί θεωρούσε σωστό για το "τάδε" ή το "δείνα" ζήτημα που εξέταζαν. Χαρακτηριστική είναι, για παράδειγμα, η εξής φράση του: «Κάποιες φορές έχω την αντίθετη άποψη. Ωστόσο, επειδή είμαι ολότελα ανοιχτός σε ιδέες πάνω σε αυτό το θέμα, κάτι που προφανώς συμβαίνει εξαιτίας της άγνοιά μου, ας ακολουθήσουμε αυτό το επιχείρημα, όπου κι αν μας οδηγήσει, κι ίσως εσύ μπορέσεις να με διορθώσεις». Από αυτήν του τη συνήθεια προέκυψε και η περίφημη φήμη περί της ήδη προαναφερθείσας άγνοιας του Σωκράτη («ἕν οἶδα ὅτι οὐδέν οἶδα»). Επομένως, ο Σωκράτης δεν γνώριζε αλλά ρωτούσε, κι αφού ο συνομιλητής του είχε πει την θέση του, στην συνέχεια με τις κατάλληλες ερωτήσεις τού έδειχνε πως τα πράγματα δεν ήταν ακριβώς έτσι, πως αυτή η θέση δεν οδηγούσε και τόσο στα ορθότερα συμπεράσματα. Τελικά, μέσα από την συζήτηση, ο Σωκράτης οδηγούσε τον συνομιλητή του σε μια καλύτερη θέαση των πραγμάτων, χωρίς ο ίδιος να του έχει επιβάλλει τίποτα. Έμοιαζε λοιπόν σαν ο Σωκράτης να αποσπούσε και να τελειοποιούσε μια γνώση που προϋπήρχε, απλά ο άνθρωπος δεν μπορούσε να τη διακρίνει τόσο καθαρά. Ο ίδιος έλεγε πως «τα επιχειρήματα ποτέ δεν προέρχονται από εμένα αλλά πάντα από τον συνομιλητή μου», αλλά αναγνώριζε πως είχε «ένα μικρό προβάδισμα, διαθέτοντας την ικανότητα να εκμαιεύσει κάποια θέση πάνω στο θέμα από την σοφία κάποιου άλλου και να την αναδείξει με τον σωστό τρόπο». Ένα από τα πιστεύω του ήταν πως η φιλοσοφία είναι μια ενασχόληση που απαιτεί την συναναστροφή και την συνεργασία. Αν κάποιος συζητούσε για τις αρετές, αυτό μπορούσε να τον οδηγήσει στο να γίνει πράγματι καλύτερος άνθρωπος. Αναγνώριζε ως αποστολή του το να παρακινεί τους ανθρώπους να ενδιαφερθούν για την ψυχή τους, για τα πνευματικά κι ηθικά ζητήματα, κάτι που μπορούσε να γίνει μόνο αν προσπαθούσαν να κατανοήσουν και να αποκτήσουν τις αρετές που απαιτούνταν γι' αυτό
 
Σωκρατική διδασκαλία και Πλατωνική φιλοσοφία:
 
Ο Σωκράτης πίστευε ότι το να φτάσει κάποιος να κατανοεί τις αρετές ήταν απαραίτητη προϋπόθεση για να τις αποκτήσει. Η προσωπικότητα του Σωκράτη έγινε γνωστή κυρίως μέσω των διαλόγων του Πλάτωνα. Αλλά η εικόνα του Σωκράτη όπως την παρουσιάζει ο Πλάτωνας δεν είναι πάντα και τόσο ακριβής. Αρχικά, ο Πλάτων περιοριζόταν αυστηρά στο να αναπαράγει τις συζητήσεις του σεβαστού του δασκάλου (αυτό διακρίνουν οι μελετητές στα πιο απλά και λιτά έργα του τα οποία συγκαταλέγονται στην πρώιμη περίοδο συγγραφής εκ μέρους του Πλάτωνα). Βαθμιαία, όμως, Πυθαγόρειες κι άλλες μυστικιστικές διδασκαλίες άρχισαν να ενσωματώνονται στις ιδέες του Σωκράτη, καθώς ο Πλάτων επηρεαζόταν ολοένα και περισσότερο από τις συγκεκριμένες ιδέες. Έναν τρόπο που έχουν οι διάφοροι μελετητές για να διακρίνουν ποιες από τις απόψεις είναι πράγματι του Σωκράτη και ποιές του Πλάτωνα, είναι να διακρίνουν τον τρόπο διατύπωσής τους· οι πιο απλές κι άμεσες ιδέες θεωρούνται του Σωκράτη, οι πιο επεξεργασμένες και σύνθετες μεταγενέστερες θεωρίες του Πλάτωνα. Στην εποχή του ο Σωκράτης κατηγορήθηκε ως "άθεος" κι "ανήθικος" από τους συμπολίτες του Αθηναίους. Ωστόσο, η στάση του απέναντι στην θρησκεία και στην ηθική ήταν εξαιρετικά δημοκρατική. Βασική του θέση ήταν πως τίποτε δεν πρέπει να θεωρείται δεδομένο, ειδικά αν παραδίδεται από μία αυθεντία που θέτει τον εαυτό της υπεράνω της ηθικής λογικής των ανθρώπων, και πως ο άνθρωπος πρέπει να ξεδιαλύνει από μόνος του τί είναι καλό και σωστό καθώς επίσης να είναι γνώστης του ότι δεν μπορεί να ξεφύγει από την υποχρέωση να ελέγχει τον εαυτό του και την ζωή του. Η πλατωνική φιλοσοφία είναι δυϊστική, διακρίνοντας τον κόσμο ανάμεσα σε μία υλική και μία ιδεατή σφαίρα ύπαρξης. Αυτό γίνεται με την εισαγωγή της θεωρίας των Ιδεών -όπως προαναφέρθηκε. Οι Ιδέες κατά τον Πλάτωνα είναι τα αιώνια αρχέτυπα των αισθητών, υλικών πραγμάτων, υπερβατικά και άχρονα τα οποία γίνονται αντιληπτά μόνο με τη λογική και όχι με τις αισθήσεις. Αντιθέτως, οι αισθήσεις είναι απατηλές και δεν οδηγούν την Αλήθεια (την οποία ο Πλάτωνας ταυτίζει με τη Γνώση). Τα αισθητά αντικείμενα λοιπόν θεωρούνται κατώτερα, υλικά και φθαρτά είδωλα των ιδεών, καθώς αποτελούν απεικάσματά τους (π.χ. κάθε άλογο είναι υλικό στιγμιότυπο, ή αντανάκλαση, της άυλης ιδέας "άλογο", η οποία συγκεντρώνει τα αναλλοίωτα και κοινά χαρακτηριστικά όλων των αλόγων, ενώ αφηρημένες έννοιες όπως η δικαιοσύνη ή η ομορφιά έχουν επίσης τις δικές τους αρχετυπικές ιδέες). Ο Πλάτων επομένως αναγνωρίζει δύο διαφορετικούς κόσμους: αφ' ενός τον αισθητό, ο οποίος διαρκώς μεταβάλλεται και βρίσκεται σε ασταμάτητη ροή, κατά τη φιλοσοφική θεωρία του Ηρακλείτου («τά πάντα ρεῖ»), κι αφ' ετέρου τον νοητό κόσμο, τον αναλλοίωτο (δηλαδή τις ιδέες, οι οποίες προϋπάρχουν σε τόπο επουράνιο). Αυτές είναι τα αρχέτυπα του ορατού κόσμου, τα αιώνια πρότυπα και υποδείγματα τα οποία συντηρούν τη μορφή των υποκείμενων υλικών σωμάτων. Πρόκειται δηλαδή για ένα δυϊστικό, ιεραρχικό μεταφυσικό σύστημα. Ο Πλάτωνας ανέπτυξε συστηματικά τις διδασκαλίες του Πυθαγορισμού, ευνοώντας (όπως εξάλλου και ο ίδιος ο Πυθαγόρας) τα Μαθηματικά, τα οποία μάλιστα θεωρούσε ως "δίοδο" στον κόσμο των Ιδεών· και τούτο μεν διότι κι αυτά σχετίζονται με τη σειρά τους με άυλες και αναλλοίωτες έννοιες οι οποίες διαμορφώνουν τον κόσμο. Εκτός τούτου, έχουν άμεση συνάφεια με τη σωκρατική διδασκαλία, αφού λειτουργούν και ως μέσον προετοιμασίας για τη σωκρατική διαλεκτική. Κατηγορήθηκε όμως ότι με τη φιλοσοφική του θεωρία «περί των Ιδεών» αποκάλυπτε "τα μυστικά των Μυστηρίων" στα οποία προφανώς ήταν μυημένος. Η γνωσιολογία του ήταν καθαρά ορθολογική, καθώς πίστευε ότι μόνο με το νου μπορούν να προσεγγιστούν οι ιδέες και άρα η πραγματική, βαθύτερη φύση του κόσμου. Η εμπειρία των αισθήσεων για τον Πλάτωνα ήταν από αβέβαιη έως ψευδής, ενώ αντιθέτως η λογική διερεύνηση αποκάλυπτε έμφυτη γνώση, ενόραση των ανάλογων υπερβατικών ιδεών, η οποία προϋπήρχε με λανθάνουσα μορφή στον νου λόγω της θείας καταγωγής - όπως ο ίδιος πίστευε - της ψυχής πριν την ενσάρκωση της. Υψηλότερη ιδέα θεωρούσε την ιδέα του «Αγαθού» από την οποία απέρρεαν όλες οι υπόλοιπες. Στην ψυχή ο Πλάτωνας διακρίνει τρία μέρη: i). το λογιστικό, ii). το θυμοειδές και iii). το επιθυμητικό. Γι' αυτό και αναγνωρίζει αντιστοίχως τρεις αρετές: α). τη σοφία, β). την ανδρεία και γ). τη σωφροσύνη. Η καθεμία λοιπόν από τις αρετές αυτές αντιστοιχεί αναλόγως και σε ένα από τα τρία μέρη της ψυχής. Τις τρεις αυτές αρετές της ψυχής τις παραλληλίζει με τις τρεις χορδές της λύρας: την "υπάτη", τη "μέση" και τη "νήτη", με τη διαφορά όμως ότι οι τρεις αυτές αρετές πρέπει να αναπτύσσονται αρμονικά, ώστε το λογιστικό ως θείο να κυβερνά, το θυμοειδές να υπακούει σ' αυτό ως βοηθός, και τα δύο μαζί τελικά να διευθύνουν το επιθυμητικό, ώστε να μην επιχειρεί αυτό να άρχει των υπολοίπων, αφού είναι το πιο άπληστο και το κατώτερο μέρος της ψυχής. Από την αρμονική ανάπτυξη των τριών αρετών προκύπτει η έννοια της δικαιοσύνης, η οποία είναι απαραίτητη για να επιτευχθεί η αρμονία (ισορροπία) μεταξύ των τριών άλλων αρετών. Επειδή και η πόλη με τη σειρά της αποτελεί μία αντανάκλαση του ανθρώπου, διακρίνει και σ' αυτήν τρία γένη: 1). το βουλευτικό, 2). το πολεμικό και 3). το χρηματικό (το «χρή/δεϊ πράττειν»), τα οποία αντιστοιχούν κι αυτά με τη σειρά τους προς την τριμερή διάκριση της ψυχής.
 
Η τριμερής επίσης διάκριση της ψυχής κατά τον Πλάτωνα αντικατοπτρίζεται ευκρινώς στην αναλογική διαίρεση των τάξεων στην Πλατωνική «Πολιτεία». Η κατώτερη τάξη των δημιουργών (χειρώνακτες) έχει την υποχρέωση να συντηρεί τις υπόλοιπες δύο τάξεις -όχι όμως σε υπερβολικό βαθμό. Η μεσαία τάξη των φυλάκων (αξιωματούχων) έχει επωμισθεί τη διατήρηση της εύρυθμης λειτουργίας εντός της Πολιτείας, ενώ οι βασιλείς έχουν αναλάβει τη διοίκηση της Πολιτείας. Ίσως δεν είναι εμφανής, αλλά ο Πλάτων υπονοεί και μία ακόμη τάξη, εκείνη των "οικιστών" της πόλεως τους οποίους ταυτίζει με τους νομοθέτες -κι ανάμεσα σ' αυτούς συμπεριλαμβάνει βεβαίως και τον εαυτό του- στους οποίους ανέθεσε τη θέσπιση των νόμων, βάσει των οποίων οι βασιλείς θα κυβερνήσουν (« Ήμέτερον δή έργον, ήν δ' εγώ, τών οικιστών τάς τε βελτίστας φύσεις άναγκάσαι άφικέσθαι προς το μάθημα δ εν τω πρόσθεν έφαμεν είναι μέγιστον, ίνα καταχρήται αύτός αύτοϊς έπϊ τον σύνδεσμον της πόλεως» 519c - 520a).
 
Επομένως, όπως στον άνθρωπο, έτσι και στην πόλη πρέπει να επικρατεί η δικαιοσύνη, δηλαδή η αρμονία, που επιτυγχάνεται όταν και στην πόλη το καθένα από τα γένη επιτελεί το δικό του έργο και δεν επιδιώκει τα αλλότρια. Το ιδανικό άλλωστε στην Ιδανική Πολιτεία του Πλάτωνα είναι το να καταστούν οι βασιλείς φιλόσοφοι και οι φιλόσοφοι να αναλάβουν τη διοίκηση της πόλεως.
 ------------------------
ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ:
1. Πλάτωνος, "Πρωταγόρας", (318?- 319Α ).
2. Αριστοτέλους, «"Ήθικά/Νικομάχεια, (1103a14-26).
3. Αριστοτέλους, "Ήθικά/Νικομάχεια", (1107a1-3).
4. Ησιόδου, "Έργα καίΉμέραϊ', (στ. 370).
5. Ξενοφώντος, "Απομνημονεύματα", (2,1 κ.εξ.).
6. Πλάτωνος, "Μένων", (71Ε κ.ε.).
7. Πλάτωνος, "ΑπολογίαΣωκράτους", (20s).
8. Hadot P., "ΣωκράτουςΕγκώμιον', (σ. 5 κ.εξ.).
9. W.K. Guthrie, "Οι Έλληνες Φιλόσοφοι: από τον Θαλή έως τον Αριστοτέλη , (σ. 21 κ.εξ.).
11. Torsten Bohlin, "Soren Kierkegaard, Chez le traducteur", (σ. 39 κ.εξ.).
12. Torsten Bohlin, ... (ό.π.).

Περί των δαιμόνων που μας έλαχαν

Σχετική εικόναΌπως εξηγεί ο Πρόκλος, στο «Εις τον Πλάτωνος πρώτον Αλκιβιάδη, βιβλίο Α’, 68.4 – 78.6», στους Δαίμονες έλαχε η πρώτη τους υπόσταση από την ζωογονική θεά και από εκεί, σαν θα έλεγε κανείς να απέρρεαν από κάποια πηγή, τους έλαχε η ψυχική τους ουσία : ουσία περισσότερο νοητική οι ανώτεροι και τελειότεροι ως προς την ύπαρξη τους. Κατώτερη και με λογοειδεστέρα οι ενδιάμεσοι που ο κλήρος τους είναι η δεύτερη βαθμίδα. Ουσία, τέλος,  ποικίλη και αλογωτέρα και ενυλοτέρα οι τρίτοι, αυτοί που συμπεραίνουν το τέλος της βαθμίδας των δαιμόνων (σχηματίζουν το πέρας της). Με τέτοιους είδους ύπαρξη ακολούθησαν τη διαίρεση των θεών, καθόσον τους έλαχε η υπουργική και υπηρετική δύναμη/ιδιότητα, με διαφορετικό τρόπο απέναντι στους ανεξάρτητους και πάνω από τον Κόσμο καθοδηγητές των πάντων, και με διαφορετικό τρόπο απέναντι στους εγκόσμιους, οι οποίοι και επιβαίνουν  άμεσα στις μοίρες (στα μέρη) του σύμπαντος. Η μια δηλαδή διάκριση τους είναι αυτή των 12 υπερουράνιων θεών, και η άλλη αυτή των συνολικών ιδιοτήτων των εντός του Κόσμου θεών. Διότι κάθε εγκόσμιος θεός ηγείται κάποιας βαθμίδας δαιμόνων, στην οποία μεταδίδει έμμεσα τη δύναμη του, ο δημιουργικός την δημιουργική, ο αμετάβλητος την αγνή, ο τελειοποιητικός της τελειοποιητική. Γύρω από κάθε θεό υπάρχει αμύθητο πλήθος δαιμόνων που τιμούνται με τις ονομασίες των επικεφαλής τους θεών. Ονομάζονται δηλαδή Απόλλωνες, Δίες και Ερμές και αρέσκονται να αποτυπώνουν την ιδιότητα των οικίων τους θεών. Αλλά μετά από αυτούς και τα θνητά μετέχουν στις θεϊκές απορροές. Έτσι λοιπόν δημιουργούνται τα ζώα και τα φυτά που φέρουν απεικονίσεις διαφορετικών θεών. Σε άμεση επαφή με τούτους οι δαίμονες αποδίδουν τις εμφανίσεις των δικών τους ηγεμόνων, ενώ χωρισμένοι οι θεοί επιβαίνουν εκ των άνω επί των δαιμόνων. Για τούτο υπάρχει και η ταυτοπάθεια των έσχατων προς τα πρωταρχικά. Πράγματι, εμφανίσεις των πρωταρχικών υπάρχουν στα έσχατα, και τα αίτια των εσχάτων περιλαμβάνονται απαρχής στα πρωταρχικά στα πρωταρχικά, ενώ τα ενδιάμεσα γένη των δαιμόνων συμβάλλουν στην γενική πληρότητα, συνδέοντας και συνέχοντας την επαφή των πάντων, με τα ίδια να μετέχουν στους θεούς και με τους θνητούς να μετέχουν σε αυτά. Αν κάποιος μάλιστα έλεγε ότι ο δημιουργός των όλων «πήξασθαι» (εδραίωσε) στους δαίμονες «τὰ κέντρα τῆς τοῦ παντὸς διακοσμήσεως», δεν θα αστοχούσε ως προς την αλήθεια του πράγματος. Και η Διοτίμα, εξάλλου, επέδωσε σε αυτούς την βαθμίδα που συνδέει θεούς και θνητούς, αυτή που μεταβιβάζει τους αγωγούς που έρχονται από την περιοχή και ανυψώνει όλα τα κατώτερα προς τους θεούς, που ολοκληρώνει τα πάντα βάσει της ενδιάμεσης συνοχής. Δεν θα δεχτούμε συνεπώς αυτούς που λένε ότι οι δαίμονες είναι ψυχές ανθρώπων που αλλάζουν την εδώ ζωή του, διότι δεν πρέπει να ταυτίζεται το κατά σχέση δαιμόνιο με το κατ’ ουσία ούτε να θεωρείται ότι η αΐδια μεσότητα όλων των εγκόσμιων λαμβάνει την υπόσταση της βάσει της πολυειδούς ζωής. Διότι η φρουρά των δαιμόνων παραμένει «ἀεὶ ὡσαύτως» ως συνεκτική των πάντων. «τάξη της ψυχής δεν υπάρχει – ψυχῆς δὲ τάξις οὐκ ἔστιν», όπως λέγει ο Σωκράτης στην «Πολιτεία», «διότι επιλέγει διαφορετικές εκάστοτε ζωές – ἄλλοτε γὰρ ἄλλους αἱρεῖται βίους». Αλλά δεν θα επαινέσουμε ούτε εκείνους οι οποίοι κάποιους από τους θεούς τους κάνουν δαίμονες, αυτούς δηλ. που πλανώνται, όπως ο Αμέλιος. Αντίθετα, θα πειστούμε στον Πλάτωνα που λέει ότι οι θεοί είναι οι άρχοντες του σύμπαντος και που υποτάσσει σε αυτούς τις ομάδες των δαιμόνων, και σε κάθε περίπτωση θα διαφυλάξουμε τον λόγο της Διοτίμας που απονέμει στους δαίμονες την ενδιάμεση όλων των θεϊκών και των θνητών βαθμίδα.
 
Αυτά λοιπόν είναι σωστό να νοούνται προκειμένου για την βαθμίδα των δαιμόνων στο σύνολό της, και στη συνέχεια να μιλήσουμε ξεχωριστά για τους δαίμονες στους οποίους λάχαμε εμείς. Από τους δαίμονες τούτους δηλαδή, που είναι τοποθετημένοι στο ενδιάμεσο, όπως είπαμε, οι πλέον πρωταρχικοί και κορυφαίοι είναι θεϊκοί δαίμονες. Πολλές φορές μάλιστα δίνουν την εντύπωση πως είναι θεοί λόγω της πολύ μεγάλης ομοιότητας τους με τους θεούς. Για να το πούμε γενικά, το κατεξοχήν πρωταρχικό κάθε βαθμίδας διαφυλάσσει την του εαυτού μορφή. Και ο πρωταρχικός θεός άλλωστε είναι νους, και η ανώτερη από τις ψυχές είναι νοητική. Και το κορυφαίο γένος των δαιμόνων λοιπόν, καθώς τελεί σε άμεση συσχέτιση προς τους θεούς, είναι ενοειδές (έχει ενιαία μορφή) και θείο. Δεύτεροι τώρα μετά από το είδους αυτό, είναι οι δαίμονες οι στην νοερή ιδιότητα μετέχοντας, που προΐστανται των ανόδων και των καθόδων (στις ανοδικές και της καθοδικές πορείες) και που γενικά εμφανίζονται προς όλους και μεταδίδουν πορείες και που γενικά εμφανίζουν προς όλους και μεταδίδουν τη δημιουργία των θεών. Τρίτοι είναι εκείνοι που κατανέμουν στα κατώτερα τις δημιουργίες των θεϊκών ψυχών και ολοκληρώνουν τη σύνδεση αυτών που δέχονται τις από εκεί ερχόμενες απορροές προς τις ψυχές αυτές. Τέταρτοι είναι οι δαίμονες «οἱ τῶν ὅλων φύσεων τὰς δυνάμεις τὰς δραστηρίους εἰς τὰ γενητὰ καὶ φθαρτὰ διαπορθμεύοντες καὶ ἐμπνέοντες», αυτοί που εμφυσούν στις επιμέρους φύσεις ζωή, τάξη, λόγο και την κάθε είδους τελειοποίηση των θνητών. Πέμπτοι είναι «οἱ σωματοειδεῖς καὶ συνδετικοὶ» των εντός του σώματος κορυφών. Πως δηλαδή τα αΐδια σώματα θα συνυπάρξουν με τα φθαρτά, πως τα δημιουργικά θα συνυπάρξουν με αποτελέσματα αν όχι δια της μεσότητας αυτή ;; Τούτη δηλ. είναι που ηγείται και των σωματοειδών αγαθών και εκδηλώνει πρόνοια για κάθε κατά φύση υπερβολή. Έκτοι τώρα, μετά από τους προηγούμενους, είναι αυτοί που στρέφονται περί την ύλη, και συνέχουν τις δυνάμεις που έρχονται προς την ύλη από την επάνω περιοχή, από την ύλη του ουρανού, που την φρουρούν διαρκώς και διαφυλάσσουν τα σκιαγραφημένα σε αυτή είδη. Δεδομένου λοιπόν ότι οι δαίμονες είναι «πολλοί»  και «κάθε λογής», όπως λέει η Διοτίμα στο πλατωνικό «Συμπόσιο», οι κορυφαίοι από αυτούς συνδέουν τις ψυχές που προήλθαν από τον πατέρα με τους ηγεμόνες τους θεούς. Διότι, όπως είπαμε, καθένας θεός ηγείται πρωταρχικά μεν των δαιμόνων και στη συνέχεια των επιμέρους ψυχών. Διότι και από τις τελευταίες ο δημιουργός τους διέσπειρε, όπως λέγεται στον πλατωνικό «Τίμαιο, 42.d», άλλες στον ήλιο, άλλες στην σελήνη και άλλες στους άλλους θεούς. Τούτοι λοιπόν οι θεοί είναι δαίμονες, αυτοί που έχουν λάβει κατ’ ουσία τις ψυχές και τις φέρνουν σε επαφή με τους οικείους τους ηγεμόνες. Και κάθε ψυχή, και αν ακόμη ακολουθεί της περιφορά του δικού της θεού, χρειάζεται τον δαίμονα του είδους αυτού. Οι δεύτεροι τώρα δαίμονες εποπτεύουν τις ανόδους και τις καθόδους, και από αυτούς προέρχονται οι επιλογές για τις περισσότερες ψυχές. Άλλωστε και οι κατ’ εξοχήν τέλειες, αυτές που έρχονται σε επαφή με την γένεση χωρίς να χάσουν την καθαρότητά τους, όπως επιλέγουν τον βίο που τους πρέπει μέσω του δικού τους θεού, έτσι και ζουν σύμφωνα με τον θεϊκό δαίμονα, ο οποίος, και κατά την παραμονή τους στην άνω περιοχή, δημιουργούσε την επαφή τους με τον οικείο τους θεό. Έτσι η παράδοση μας λέγει ότι ο Αιγύπτιος θαύμαζε τον Πλωτίνο για το ότι ο δαίμονάς που είχε ήταν θεϊκός. Γιατί για «ταῖς ἀποκαταστατικῶς ζώσαις ψυχαῖς» ο δαίμων της άνω περιοχής και της εδώ είναι ο ίδιος, ενώ για τις ατελέστερες είναι «ἄλλος μὲν ὁ κατ᾽ οὐσίαν δαίμων, ἄλλος δὲ ὁ κατὰ τὸν προβεβλημένον βίον».
 
Κατά αυτή την έννοια κανείς δεν θα μπορούσε να αποδεχτεί εκείνους οι οποίοι την δική μας ψυχή την κάνουν δαίμονα. Διότι ο δαίμων είναι κάτι άλλο από τον άνθρωπο , όπως, αφενός, λέει η Διοτίμα, θέτοντας τους δαίμονες ως ενδιάμεσους θεών και ανθρώπων και, αφετέρου, δείχνει ο Σωκράτης, αντιδιαστέλλοντας το δαιμόνιο προς το ανθρώπινο («δεν ήταν ανθρώπινο», λέει δηλ., το «αίτιο, αλλά ένα εμπόδιο δαιμόνιο»), ενώ ο άνθρωπος είναι ψυχή που χρησιμοποιεί το σώμα, όπως θα αποδεχτεί. Ο δαίμων συνεπώς δεν είναι ο ίδιος για την λογική ψυχή. Ωστόσο είναι επίσης φανερό και ο ίδιος ο Πλάτων λέει στον «Τίμαιο» ότι ο λόγος εγκαθίσταται ως ο εντός μας δαίμων του ζωντανού πλάσματος, τούτο είναι αληθινό μόνο μέχρι την αναλογία. Διότι άλλος είναι ο κατ’ ουσία δαίμων, άλλος ο κατ’ αναλογία και άλλος ο κατά σχέση. Άλλωστε, σε πολλές περιπτώσεις, αυτό που είναι τοποθετημένο αμέσως πάνω από κάτι απέχοντας τη βαθμίδα του δαίμονα ως προς το κατώτερο συνηθίζουν να το καλούν δαίμονα. Όπως στο Ορφικό απόσπασμα Νο.118 ο Δίας λέει προς τον πατέρα του τον Κρόνο : «ύψωσέ την γενιά μας, ένδοξε δαίμονα – ὄρθου δ᾽ ἡμετέρην γενεήν, ἀριδείκετε δαῖμον».
 
Αλλά και αυτός ο Πλάτων. Στον «Τίμαιο, 40.d», ονόμασε «δαίμονες» τους θεούς που από κοντά οργανώνουν σε Κόσμο την γένεση : «το να μιλήσουμε για τους άλλους δαίμονες και να γνωρίσουμε τη γένεσή τους είναι κάτι που ξεπερνάει τις δυνάμεις μας – περὶ δὲ τῶν ἄλλων δαιμόνων εἰπεῖν καὶ γνῶναι τὴν γένεσιν μεῖζον ἢ καθ᾽ ἡμᾶς». Ο κατ’ αναλογία λοιπόν δαίμων αυτός που περίπου είναι, εκείνος δηλαδή που από κοντά προνοεί για τον καθένα, είτε είναι θεός είτε κάποιος από αυτούς που βρίσκονται τοποθετημένοι μετά τους θεούς. Κατά σχέση τώρα δαίμων θα μπορούσε να ονομαστεί αυτός που, λόγω της ομοιότητας του με το δαιμόνιο γένος, εκδηλώνει ενέργειες θαμαστότερες (υπερ-φυέστερες) εν συγκρίσει προς τον άνθρωπο και συνδέει την όλη ζωή του με τους δαίμονες (έτσι, άλλωστε, νομίζω ότι και ο Σωκράτης της πλατωνικής «Πολιτείας» ονόμασε δαίμονες «τοὺς εὖ βεβιωκότας καὶ ἐς ἀμείνω λῆξιν μεταστάντας καὶ τόπον ἁγιώτερον εκείνους που έζησαν καλά και κατέστησαν σε έναν καλύτερο κλήρο και σε ένα αγιότερο τόπο»). Ο κατ’ ουσία δαίμων, πάλι, ονομάζεται δαίμων όχι λόγω της προς τα κατώτερα σχέσης του ούτε λόγω της εξομοίωσης του με κάτι άλλο, αλλά του έλαχε καθ’ αυτόν του έλαχε τούτη η ιδιότητα και προσδιορίζεται βάσει κάποιας ύπαρξης, των οικείων του δυνάμεων και των διαφορετικών τρόπων που ενεργεί. Γενικά, η λογική ψυχή ονομάζεται  στον πλατωνικό «Τίμαιο» δαίμων του ζωντανού πλάσματος. Εμείς βέβαια αναζητάμε τον δαίμονα του ανθρώπου, όχι του ζωντανού πλάσματος, και αυτόν που εποπτεύει την ίδια τη λογική ψυχή, όχι το όργανο της, και αυτόν που οδηγεί την ψυχή ενώπιον των δικαστών μετά τη διάλυση του ζωντανού πλάσματος, όπως λέει ο Σωκράτης του πλατωνικού «Φαίδωνα, 107.d», τότε που το ζωντανό πλάσμα δεν υπάρχει πια και «τον καθένα τον οδηγεί ο δαίμων, αυτός ακριβώς που του είχε λάχει όσο ζούσε – ὁ δὲ δαίμων ἄγει ἕκαστον, ὅσπερ καὶ ζῶντα εἰλήχει», μπροστά στον δικαστή. Διότι αν αυτός είχε λάχει όσο ζούσε στον δαίμονα, ο ίδιος δηλ. τον οποίο και τώρα λέγεται ότι οδηγεί μετά θάνατον, είναι προφανές ότι του είχε λάχει ο άνθρωπος, όχι το ζωντανό πλάσμα μόνο, και αρχίζοντας από επάνω εποπτεύει όλη τη σύσταση μας.
 
Δεν νομίζουμε όμως ότι βλέπουν την αλήθεια των πραγμάτων τόσο εκείνοι που, αποκρινόμενοι από την λογική ψυχή, θα ονόμαζαν δαίμονα αυτό που ενεργεί επί της ψυχής – επί παραδείγματι, τον λόγο για όσους ζουν σύμφωνα με τον λόγο ή το θυμικό για τους θυμοειδής -, όσο πάλι κι εκείνοι που θέτουν ως δαίμονα αυτό που βρίσκεται αμέσως πάνω από αυτό που ενεργεί στη ζωή μας – επί παραδείγματι, τον λόγο για τους θυμοειδής ή το θυμικό για όσους ζουν σύμφωνα με την επιθυμία. Διότι, πρώτα από όλα, το να κάνεις τους δαίμονες μέρη των ψυχών δείχνει κάποιον που απορεί εντελώς για την ανθρώπινη ζωή και δεν πλησιάζει καθόλου τον Σωκράτη της πλατωνικής «Πολιτείας», που μετά τους θεούς και τους δαίμονες κατατάσσει το γένος των ηρώων «καθόλου καλύτερους από τους ανθρώπους – οὐδὲν βελτίους τῶν ἀνθρώπων», αλλά τους βάζει να ρέπουν προς τα ίδια πάθη. Διότι όποιος επικρίνει τα παραπάνω πράγματα, κάθε άλλο παρά α θεωρούσε ότι οι δαίμονες, που επιπλέον είναι υπέρτεροι των ηρώων, ταυτίζονται με τα μέρη και τις ιδιότητες των ψυχών. Από τα παραπάνω δηλ. συνάγεται ότι τα ανώτερα συμπληρώνουν ως προς την ουσία τα κατώτερα. Δεύτερον, οι μεταβολές των ζωντανών πλασμάτων θα φέρουν και των δαιμόνων τις πολυειδής αλλαγές, διότι πολλές φορές η ζωή που εκτιμά τα αποκτήματα αλλάζει σε ζωή της φιλοδοξίας κι αυτή σε ζωή της ορθής δοξασίας κι αυτή πάλι σε ζωή της επιστήμης (αληθής γνώση). Και ο δαίμων λοιπόν είναι εκάστοτε άλλος, διότι και το μέρος το οποίο ενεργεί είναι εκάστοτε άλλο. Είτε λοιπόν αυτό είναι δαίμων είτε το τοποθετημένο πάνω από αυτό, με τη μεταβολή της ανθρώπινης ζωής θα μεταβληθούν ταυτόχρονα και οι δαίμονες, ώστε μέσα σε ένα και μόνο βίο ο άνθρωπος θα έχει πολλούς δαίμονες, πράγμα που είναι το πιο αδύνατο από όλα. Διότι η ψυχή, σε μία και μόνη ζωή, δεν αλλάζει την προστασία του δαίμονα, αλλά ο κυβερνήτης μας είναι ο ίδιος από την γέννησή μας μέχρι την στιγμή που πορευτούμε προς τους κριτές μας, όπως και τούτο το λέει ο Σωκράτης του «Φαίδωνα».
 
Ωστόσο κι εκείνοι που τείνουν να ταυτίσουν τον επιμέρους/μερικό νου με τον δαίμονα ο οποίος έλαχε στον άνθρωπο κάνουν λάθος να συγχέουν την νοητική ιδιότητα με την ύπαρξη του δαίμονα. Όλοι, πράγματι, oι δαίμονες λαμβάνουν υπόσταση στην έκταση των ψυχών και είναι δεύτεροι ως προς τις θεϊκές ψυχές. Η νοητική όμως βαθμίδα είναι άλλη από την ψυχική, και ούτε η ίδια ουσία τους έλαχε ούτε η ίδια δύναμη ούτε η ίδια ενέργεια. Πέρα από αυτό, όμως, πρέπει να πούμε ακόμη ότι οι ψυχές απολαύουν τον νου τότε μόνο, όταν στραφούν προς αυτόν, δεχτούν το φως που έρχεται από εκεί και συνδέουν την ενέργεια τους με εκείνον. Η μέθεξη μας όμως στην επιστασία του δαίμονα συμβαίνει σε όλη μας τη ζωή και για όλο το βίο μας κι έχει να κάνει με όλα τα ζητήματα της μοίρας και με αυτά της πρόνοιας στο σύνολό της. Διότι εκείνος που κατευθύνει όλη μας τη ζωή και που ολοκληρώνει τόσο τις επιλογές μας τις πριν από τη γένεση όσο και τις δόσεις (παροχές) της Ειμαρμένης και των θεών που κυβερνάνε τη μοίρα, εκείνος, επίσης, που χορηγεί τις λαμπερές απορροές της πρόνοιας και ορίζει το μέτρο τους, αυτός είναι ο δαίμων. Και κατά το ότι όμως είμαστε ψυχές που χρησιμοποιούν το σώμα χρειαζόμαστε τον δαίμονα. Για τούτο και ο Σωκράτης στον πλατωνικό «Φαίδρο, 247.c» αποκαλεί, αφενός, τον νου «κυβερνήτη της ψυχής ψυχῆς κυβερνήτην» (πράγματι μιλάει για την ουσία «θεατή μόνον στον νου, τον κυβερνήτη της ψυχής – ψυχῆς κυβερνήτῃ μόνῳ θεατὴ νῷ») και, αφετέρου, τον δαίμονα «έφορο» (επόπτη) και «επίτροπο» (κηδεμόνα) των ανθρώπων. Κι αν κάποιος εξέταζε το ζήτημα λεπτομερώς, δεν θα μπορούσε να βρει άλλη κοντινή μας πρόνοια που να διοικεί όλα όσα έχουν να κάνουν με εμάς σαν την πρόνοια του δαίμονα. Διότι ο νους, όπως είπαμε, είναι δεκτικός της συμμετοχής της λογικής ψυχής, όχι όμως του σώματος, και η φύση είναι δεκτική της συμμετοχής του σώματος, όχι όμως και της διάνοιας. Επιπλέον, η λογική ψυχή κυβερνά τον θυμό και την επιθυμία, όχι όμως και αυτά που προέρχονται από την τύχη. Μόνο ο δαίμονας κινεί, κυβερνά και διακοσμεί (τακτοποιεί) όλα όσα έχουν να κάνουν με εμάς. Πραγματικά, στον λόγο δίνει την τελείωσή του, στα πάθη βάζει κανόνες, στη φύση χαρίζει πνοή ζωής, στο σώμα εξασφαλίζει τη συνοχή. χορηγεί τα της τύχης, (συμ)πληρώνει τα της Ειμαρμένης, δωρίζει τα εκ της πρόνοιας – ένας και μοναδικός αυτός βασιλιάς «ἁπάντων τῶν ἐν ἡμῖν καὶ περὶ ἡμᾶς, οἰακίζων ἡμῶν τὴν σύμπασαν ζωήν».
 
Όπως εξηγεί ο Πρόκλος, στο «Εις τον Πλάτωνος πρώτον Αλκιβιάδη, βιβλίο Β’, 158.10 – 159.13», άλλος είναι ο μεταξύ των θεών δαίμων, άλλος ο μόνο θεός, άλλος ο μόνον δαίμων. Οι πρώτιστοι δηλ. θεοί βρίσκονται επέκεινα και της προς τους δαίμονες αναλογίας ακόμη. Προς το τέλος λοιπόν της περιοχής των νοητών ενεφάνει πρώτα η δαιμόνια υπεροχή απέναντι στους άλλους θεούς. Οι δεύτεροι τώρα και τρίτοι δαίμονες, ακριβώς όπως αποστασιοποιήθηκαν στον ιδιαίτερο χαρακτήρα των δαιμόνων, έτσι ονομάζονται μόνο δαίμονες. Οι κορυφαίοι πάντως δαίμονες ως προς την ουσία τους και θεοί λόγω της μέθεξής τους. Από τους θεούς πάλι, αρχής γενομένης από τους νοητικούς, κάποιοι προσονομάζονται δαίμονες, όντας θεοί ως προς την ύπαρξή τους και δαίμονες κατά την αναλογία. Αυτόν λοιπόν που ο Σωκράτης αποκαλεί δαίμονα τον ίδιο τον ονομάζει θεό. Ανήκει δηλ. στους θεϊκούς δαίμονες. Αν μάλιστα κάποιος έλεγε ότι, επειδή οι δαίμονες τελούν σε συνάρτηση προς τους θεούς και επειδή όσα αφορούν τους ανθρώπους συντελούνται σύμφωνα με την κοινή εκείνων πρόνοια, υπάρχει συν-αντίληψη δαιμόνων και θεών, ο λόγος του, ακόμα κι αυτός, δεν θα ήταν απορριπτέος. Είναι γεγονός ότι οι θεοί δεν αντιμάχονται τους δαίμονες ούτε η πρόνοια των αγαθών δαιμόνων αποσπάστηκε από την βούληση των θεών, τη στιγμή μάλιστα που ούτε καν των σπουδαίων (ενάρετων) θεών η ενέργεια δεν είναι απομακρυσμένη από τη θεϊκή παροχή, αφού ο δαίμων και ο αγαθός άνθρωπος παρέχουν κατά τον τρόπο του θεού. Εδώ μπορεί να κανείς να δει και πάλι την εμφάνιση της σειράς των αγαθοειδών (αγαθόμορφων) αιτιών.  Έτσι ο Σωκράτης αποβλέπει στον δαίμονα και στην προνοητική δράση εκείνου, και ο δαίμων με τη σειρά του στον θεό του οποίου είναι ακόλουθος. Έτσι ο Σωκράτης συνδέεται με τη θεότητα μέσω του δαιμόνιου, εκδηλώνοντας κι αυτός όλες τις ενέργειες του κατά τον τρόπο του θεού, με τον δαίμονα να του αποκαλύπτει την θεία βούληση.

Διατηρώντας την ταυτότητα

Αποτέλεσμα εικόνας για Διατηρώντας την προσωπικοτηταΣ’ αυτή τη μεριά του κόσμου, στον Ελληνικό χώρο, είμαστε ακόμα τόσο ευκολόπιστοι, τόσο δέσμιοι των συνηθειών μας, του παρελθόντος, της ταυτότητάς μας.

Αποτελεί κίνδυνο κοινωνικό και προσωπικό να δείξεις ποιος πραγματικά είσαι, να ξεστρατίσεις, έστω και λίγο από το κοινωνικό κατεστημένο.

Πολλές οι «υποχρεώσεις», οι δεσμεύσεις, όλα όσα λειτουργούν τελείως διαφορετικά, αν τραβήξεις λίγο την κουρτίνα των παρασκηνίων.

Τραγική ειρωνεία. Διαφορετικές πραγματικότητες, με ισότιμη δύναμη, που δεν τολμούν οι άνθρωποι να διαταράξουν. Εις βάρος φυσικά του πραγματικού τους Εαυτού, της εξέλιξης, της ελευθερίας.

Μου θυμίζει καρναβάλι, όμως με «πραγματικές» μάσκες και ρόλους…

Είναι τόσο εμφανές πως είσαι δυστυχισμένος, πως η ζωή σου είναι μια ρουτίνα από την οποία προσπαθείς απλά να δραπετεύσεις, με κάθε ευκαιρία. Η απόδραση κρατάει λίγο και χρειάζεται να την οργανώσεις με προσεκτικές στρατηγικές που δεν καταλαβαίνεις πόση ενέργεια σού κλέβουν.

Οι περισσότερες συζητήσεις σου καταναλώνονται στο «διαφωνώ ή συμφωνώ» χωρίς ουσιαστική αμφισβήτηση των δεδομένων σου. Έτσι επιλέγεις τον κύκλο σου, τις ομάδες σου, την ασφάλεια και την συνέχεια της «άνεσης» σου, της «θαλπωρής» που σου προσφέρει η ψευδαίσθηση ότι ανήκεις κάπου.

Δεν διαταράσσονται επικίνδυνα τα νερά του φτιαχτού κόσμου σου. Μπορείς να κοιμάσαι και να ξυπνάς κάθε μέρα, γνωρίζοντας τη συνέχεια, βασιζόμενος στα προηγούμενα, και η ζωή κυλάει, χωρίς μεγάλες εκπλήξεις/επικίνδυνα περάσματα που θα σε ανάγκαζαν να αναθεωρήσεις, να δημιουργήσεις, να απαλλαγείς από πολλά ψέματα και άχρηστα που θεωρείς αναγκαία.

Και μόλις συναντάς αυτό που δεν περίμενες, αυτό που δεν σχεδίασες, είτε θετικό είτε αρνητικό, φοβάσαι, αμύνεσαι. Τσαλακώνεται για λίγο η μάσκα, μέχρι να την τακτοποιήσεις ξανά, για να μπορείς να κρυφτείς πίσω της. Για σένα, αυτός ο ενδιάμεσος χρόνος, η φανέρωση της αμηχανίας σου, της άγνοιας και του φόβου σου, δεν υπάρχει. Νομίζεις πως κανείς δεν σε βλέπει, όπως δεν βλέπεις κι εσύ τον Εαυτό σου.

Είναι αλήθεια πως οι πολλοί (όμοιοι σου) δεν θα πάρουν χαμπάρι. Κολυμπάνε στην ίδια «μολυσμένη» θάλασσα όπως κι εσύ. Οι μάσκες βλέπονται σαν μάσκες. Τα κριτήρια είναι εγωιστικά. Σε βλέπουν όμως όσοι έχουν τολμήσει να δουν τον Εαυτό τους… όλα όσα πιστεύεις πως κρύβονται...

Αυτοί, δεν θα σε κρίνουν, δεν θα σε απορρίψουν, ούτε θα σε αποδεχτούν. Δεν τους αφορά για να επικαλεστούν τα ένστικτα της επιβίωσής τους. Όμως, δεν θα ανήκουν στους κύκλους σου, δεν θα ακολουθήσουν προβλέψιμες οδούς, όπως θα ήθελες ή περιμένεις.

Θα τους απορρίψεις όμως εσύ. Και θα προσπαθήσεις να τους βρεις χίλια δυο αρνητικά για να δικαιολογήσεις τη συνέχεια σου…. τη διατήρηση του κόσμου σου. Όλο αυτό που έχεις χτίσει γύρω σου και σε δεσμεύει, ενώ θέλεις να πιστεύεις πως είσαι ασφαλής (στη δυστυχία σου).

Άλλη μια μέρα πέρασε… άλλος ένας μήνας, άλλος ένας χρόνος. Μεγαλώνεις τα παιδιά σου όπως είσαι εσύ. Βασίζεσαι σ’ αυτά για να διατηρήσουν την κοινωνική αξία σου. Και απέχεις από επικίνδυνες συζητήσεις που θα απειλούσαν τη δομή του διαμορφωμένου νου σου, που δεν σού ανήκει… Το πλέον τραγικό είναι πως περιμένεις "κάτι να αλλάξει", κάτι, κάποιος να σε φωτίσει, να αναλάβει, κάποιοι να πάρουν την ευθύνη.

Ό,τι κι αν κάνεις... μη μένεις μόνος, μη μένεις στη σιωπή, μη σκέφτεσαι πολύ... η ταυτότητα μιλάει!

Οι μικρές ή μεγάλες βουτιές στο κοινωνικό κατεστημένο είναι προκλήσεις, ενώ ο χρόνος, η πραγματικότητα, η ατομικότητα, ο σκοπός, τα κίνητρα, οι εικόνες δεν είναι αυτές που φαίνονται και είναι συλλογικά αποδεκτά. Παρ' όλη τη δυσφορία, τη θλίψη, είναι πάντα αποκαλυπτικές και διεγείρουν (εκ νέου) την ευθύνη...

Πάτροκλος: Ένα πρότυπο που δεν προβάλλεται πια

Αποτέλεσμα εικόνας για θανατοσ του πατροκλουΟ Πάτροκλος, ο γιος του Μενοίτιου, ήταν ο καλύτερος φίλος του Αχιλλέα. Όταν ήταν ακόμη μικρό παιδί και ζούσε στην ιδιαίτερη πατρίδα του, τον Οπούντα της Λοκρίδας, σκότωσε πάνω στο παιχνίδι ένα συνομήλικό του αρχοντόπουλο, τον Κλεισώνυμο, το γιο του Αμφιδάμαντα.

Αν και ήταν ανήλικος, ο Πάτροκλος έπρεπε να φύγει από τον τόπο του, γιατί τον βάραινε το αίμα του νεκρού. Έτσι ο πατέρας του τον έφερε στον Πηλέα, που τον ανάθρεψε μαζί με τον Αχιλλέα σαν δικό του παιδί. Όταν ο Μενοίτιος αποχαιρετούσε το γιο του, τον προέτρεψε να προσέχει και να συμβουλεύει το φίλο του, και ας ήταν η δική του καταγωγή πιο ταπεινή.

Τρεις φορές θα ορμήσει ο Πάτροκλος στις εχθρικές γραμμές σκοτώνοντας κάθε φορά εννιά Τρώες. Κι ενώ ετοιμαζόταν να ορμήσει και τέταρτη, τον χτύπησε ο Απόλλωνας στην πλάτη με την παλάμη και του διέλυσε την πανοπλία. Καθώς ήταν ζαλισμένος από το θεϊκό χτύπημα, τον πέτυχε με το κοντάρι ανάμεσα στους ώμους ο Εύφορβος, ο γιος του Πάνθοου, που δεν τόλμησε ωστόσο να τον πλησιάσει. Τον αποτελείωσε ο Έκτορας και του πήρε την πανοπλία.

Ακολουθεί άγρια μάχη για τη διάσωση του πτώματος, που τελικά επιτυγχάνεται με τη συμμετοχή πολλών ηρώων. Τα αθάνατα άλογα του Αχιλλέα έμειναν ακίνητα στην αρχή, μόλις είδαν τον Πάτροκλο να σκοτώνεται, στη συνέχεια κατέβασαν τα κεφάλια τους κι άρχισαν να χύνουν μαύρο δάκρυ. Ούτε ο Αυτομέδοντας, ο άλλος ακόλουθος του Αχιλλέα, δεν μπόρεσε να τα κουνήσει από τη θέση τους.

Ο νεκρός Πάτροκλος μεταφέρθηκε στη σκηνή του Αχιλλέα, όπου τον έπλυναν, τον νεκροστόλισαν μέσα σε απαρηγόρητους θρήνους του Αχιλλέα και των συντρόφων του. Ιδιαίτερη εντύπωση προκαλεί ο θρήνος της Βρισηίδας που δεν μπορεί να ξεχάσει πόσο ευγενικά της φέρθηκε ο Πάτροκλος, όταν είχε πρωτοέρθει στη σκηνή του Αχιλλέα ως παλλακίδα. Μετά από τρεις ημέρες έγινε η καύση του νεκρού και στη συνέχεια επιτύμβιοι αγώνες προς τιμή του.

Τιμή, αξίζει σ’ εκείνους που καθορίζουν στόχους και τους πραγματώνουν. Εκείνοι που έχουν υψηλούς στόχους, υψηλά ιδανικά στη ζωή τους είναι λίγοι. Είναι εκείνοι οι άνθρωποι που δεν αγωνίζονται για τον εαυτό τους αλλά για ένα υψηλό ιδανικό που βρίσκεται πάνω από τους ίδιους. Είναι πιστοί φύλακες της αλήθειας, αυστηροί κριτές του εαυτού τους, αλλά με κατανόηση γι’ αυτούς που λένε ψέματα.

Αυτοί οι άνθρωποι σήμερα είναι πολύ λίγοι. Είναι πολύ λίγοι αυτοί που προσφέρουν τη ζωή τους για την υπεράσπιση μιας υψηλής ιδέας. Η εποχή μας δεν προβάλλει αυτά τα πρότυπα, τα οποία ίσως να θεωρούνται ξεπερασμένα. Αλλά ο Οδυσσέας ή ο Λεωνίδας μπορεί να βρίσκεται μέσα σε καθένα από εμάς.

Ο καθένας έχει να κάνει το δικό του ταξίδι, έχει τη δική του πορεία, το δικό του στόχο για να κατακτήσει, τη δική του Ιθάκη, αλλά και όλοι μαζί έχουμε χρέος ως άνθρωποι να διαφυλάξουμε κάποιες αξίες στη ζωή μας, να φυλάξουμε τις Θερμοπύλες, για να μπορούμε να ζούμε πραγματικά και όχι να επιβιώνουμε, για να μπορούμε να αφήσουμε ένα κόσμο καλύτερο απ’ αυτόν που βρήκαμε. Η πορεία του κόσμου είναι υπόθεση όλων μας.

Άνθρωπος – Εγκέφαλος: Ανακάλυψη ερευνητών στην αρχιτεκτονική της Λεκτικής Εργαζόμενης Μνήμης

Σχετική εικόναΜια νέα μελέτη ερευνητών του Πανεπιστημίου της Νέας Υόρκης, εντοπίζει ότι η νευρωνική δομή που χρησιμοποιείτε για να αποθηκευθούν και επεξεργαστούν πληροφορίες στην Λεκτική Εργαζόμενη Μνήμη, στον ανθρώπινο εγκέφαλο, είναι περισσότερο σύνθετη από ότι είχε θεωρηθεί προηγουμένως. Η μελέτη δείχνει ότι η επεξεργασία της πληροφορίας στην Εργαζόμενη Μνήμη περιλαμβάνει δυο διαφορετικά δίκτυα στον εγκέφαλο μάλλον, παρά ένα – μια ανακάλυψη που σίγουρα θα έχει συνέπειες στη δημιουργία συστημάτων τεχνητής νοημοσύνης, όπως τα εργαλεία μετάφρασης του λόγου.

«Τα αποτελέσματά μας δείχνουν ότι υπάρχουν τουλάχιστον δυο εγκεφαλικά δίκτυα που είναι ενεργά όταν διαχειριζόμαστε πληροφορίες ομιλίας και γλώσσας στο μυαλό μας», εξηγεί ο Bijan Pesaran, αναπληρωτής καθηγητής στο Κέντρο για την Νευρωνική Επιστήμη, του Πανεπιστημίου της Νέας Υόρκης και κύριος συγγραφέας της έρευνας που δημοσιεύεται στο περιοδικό Nature Neuroscience.
Προηγούμενες μελέτες είχαν δώσει έμφαση στο πώς ένας απλός «κεντρικός επεξεργαστής» επέβλεπε τη διαχείριση της πληροφορίας που αποθηκεύεται στην Εργαζόμενη Μνήμη(*). Η διάκριση είναι σημαντική, παρατηρεί ο Pesaran, επειδή τα τρέχοντα συστήματα Τεχνητής Νοημοσύνης που αναπαράγουν την ανθρώπινη ομιλία, τυπικά, υποθέτουν ότι οι υπολογισμοί που εμπλέκονται στην λεκτική εργαζόμενη μνήμη εκτελούνται από ένα απλό νευρωνικό δίκτυο. «Η Τεχνητή Νοημοσύνη βαθμιαία γίνεται περισσότερο όμοια με του ανθρώπου», λέει ο Pesaran. «Με την καλύτερη κατανόηση της νοημοσύνης στον ανθρώπινο εγκέφαλο, μπορούμε να προτείνουμε τρόπους να βελτιώσουμε τα συστήματα της Τεχνητής Νοημοσύνης. Η εργασία μας δείχνει ότι απαιτούνται συστήματα Τεχνητής Νοημοσύνης με πολλαπλά δίκτυα εργαζόμενης μνήμης».

Η μελέτη εστίασε σε μια μορφή εργαζόμενης μνήμης αποφασιστικής σημασίας για τη σκέψη, τη σχεδίαση και τους δημιουργικούς συλλογισμούς και εμπλέκει τη διατήρηση στο νου και το μετασχηματισμό της πληροφορίας που είναι απαραίτητη για ομιλία και γλώσσα. Οι ερευνητές, εξέτασαν ασθενείς που υπόκεινται σε παρακολούθηση του εγκεφάλου για θεραπεία από αντιστεκόμενη σε φάρμακα επιληψία. Συγκεκριμένα, αποκωδικοποίησαν τη νευρωνική δραστηριότητα που καταγράφεται από την επιφάνεια του εγκεφάλου αυτών των ασθενών, καθώς άκουγαν ήχους ομιλίας και μιλώντας μετά μια σύντομη καθυστέρηση. Η μέθοδος απαιτούσε από τα υποκείμενα της έρευνας να χρησιμοποιήσουν ένα κανόνα, που δόθηκε από τους ερευνητές, για να μετασχηματίσουν τους ήχους ομιλίας που άκουσαν με διαφορετικό λόγο – για παράδειγμα, από τους ασθενείς είχε ζητηθεί να επαναλάβουν τον ίδιο ήχο που είχαν ακούσει, ενώ άλλες φορές οι ερευνητές ζήτησαν από τους ασθενείς να ακούσουν τον ήχο και να τον αναπαράγουν με διαφορετικό λόγο.

Οι ερευνητές αποκωδικοποίησαν την νευρωνική δραστηριότητα στον εγκέφαλο κάθε ασθενή, καθώς ο ασθενής εφάρμοζε τον κανόνα για να μετατρέψει ότι είχε ακούσει, σε αυτό που απαιτούνταν να πει. Τα αποτελέσματα αποκάλυψαν ότι η διαχείριση της πληροφορίας, που πραγματοποιήθηκε στη μνήμη εργασίας, ενέπλεκε τη λειτουργία των δύο εγκεφαλικών δικτύων. Το ένα δίκτυο κωδικοποιούσε τον κανόνα τον οποίο οι ασθενείς χρησιμοποιούσαν για να οδηγηθούν στον διαφορετικό λόγο που αυτοί διατύπωναν (το δίκτυο του κανόνα). Παραδόξως, ωστόσο, το δίκτυο του κανόνα δεν κωδικοποιούσε τις λεπτομέρειες του τρόπου με τον οποίο τα υποκείμενα μετασχημάτιζαν ότι άκουσαν, σε ότι είπαν. Η διαδικασία της χρήσης του κανόνα, για το μετασχηματισμό των ήχων σε ομιλία, έγινε από ένα δεύτερο δίκτυο μετασχηματισμού. Η δραστηριότητα σε αυτό δίκτυο θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για να παρακολουθηθεί με ποιο τρόπο τα εισερχόμενα (ότι άκουσαν) μετατράπηκαν σε αποτελέσματα (ότι είπαν) στιγμή προς στιγμή.

Η μετάφραση ότι ακούστηκε σε μια γλώσσα, για να αποδοθεί σε μια άλλη γλώσσα εμπλέκει την εφαρμογή ενός όμοιου συνόλου αφηρημένων κανόνων. Άνθρωποι με προβλήματα στην λεκτική εργαζόμενη μνήμη βρίσκεται να δυσκολεύονται να μάθουν νέες γλώσσες. Οι σύγχρονες ευφυείς μηχανές, επίσης, έχουν προβλήματα να μάθουν γλώσσες, προσθέτουν οι ερευνητές.

«Ένας τρόπος με τον οποίο μπορούμε να βελτιώσουμε την ανάπτυξη περισσότερο ευφυών συστημάτων, είναι με την πληρέστερη κατανόηση του πώς λειτουργεί ο ανθρώπινος εγκέφαλος και το μυαλό», σημειώνει ο Pesaran. «Η διάγνωση και η αντιμετώπιση των προβλημάτων στην εργαζόμενη μνήμη, στους ανθρώπους, εμπλέκουν ψυχολογικές αξιολογήσεις. Κατ’ αναλογία, μια μηχανή ψυχολογίας μπορεί μια μέρα να είναι χρήσιμη για διάγνωση και αντιμετώπιση προβλημάτων στην ευφυΐα των μηχανών μας. Αυτή η έρευνα εξετάζει μια μοναδικά ανθρώπινη μορφή νοημοσύνης, τη λεκτική μνήμη εργασίας, και προτείνει νέους τρόπους για να κάνουν τις μηχανές πιο ευφυείς».

Περισσότερα στη δημοσίευση: Manipulating stored phonological input during verbal working memory. Nature Neuroscience.
-----------------
(*) Σημείωση: Το 1974, οι Baddeley και Hitch πρότειναν ότι είναι πιο χρήσιμο να θεωρούμε την άμεση μνήμη ως ένα είδος εργαζόμενης μνήμης, η οποία χρησιμοποιείται για την αντιμετώπιση ενός συγκεκριμένου προβλήματος ή το χειρισμό μιας πληροφορίας. Το 1980, ο Hitch υποστήριξε ότι αυτό το μοντέλο συμπεριλαμβάνει έναν κεντρικό επεξεργαστή με γενικές αρμοδιότητες, ο οποίος μπορεί να χειριστεί τις περισσότερες μορφές πληροφορίας, καθώς και πολλά διαφορετικά υποσυστήματα.

Για την ανοικειότητα και την ξενότητα

Αποτέλεσμα εικόνας για Μη λεκτική επικοινωνία και κατάθλιψηΥπάρχουν φορές που τη μεγαλύτερη, την πυκνότερη ανοικειότητα και ξενότητα την αισθανόμαστε σε οικεία, γνώριμα, ασφαλή (safe), ακόμα και οικογενειακά, φιλικά ή/και συντροφικά περιβάλλοντα.

Αυτή η αίσθηση συνήθως σωματοποιείται, εκδηλώνεται με διάφορους ένσαρκους τρόπους: κουλούριασμα του σώματος, χωρική απόσταση από το επίκεντρο ή από τα διερευνητικά βλέμματα, συνοφρύωμα, αλαλία, νευρικές, σπασμωδικές κινήσεις, τρέμουλο, απασχόληση των χεριών με κάτι, άβολες στάσεις του σώματος, και πολλούς άλλους. Αυτή η αίσθηση μπορεί ενίοτε να προκληθεί από κάτι εντελώς δευτερεύον, ακόμα και ασήμαντο, κάτι ανεπαίσθητο, κάτι δυσεξήγητο, και, παραδόξως, είναι συνήθως σ΄αυτή την περίπτωση που λαμβάνει τη μεγαλύτερη οξύτητα. Τις περισσότερες φορές μοχθούμε να απωθήσουμε νοητικά αυτή την αίσθηση, να την υποβαθμίσουμε αξιολογικά, να τη διαχειριστούμε με κάποιον εσωτερικευμένο, σχετικά ανώδυνο τρόπο. Στη σκέψη και μόνο ότι αυτή η αίσθηση δεν χωρά κανονικά σε αυτά τα περιβάλλοντα τρομάζουμε. Και τον τρόμο αυτόν επιτείνει η φαντασιακή προβολή μιας ενδεχόμενης παράλυσης ή κατάρρευσης εν μέσω οικείων προσώπων.

Κι όμως νομίζουμε ότι αυτή η αγωνιώδης αίσθηση, της ανοικειότητας και της ξενότητας, χωρά κατεξοχήν σε αυτά τα περιβάλλοντα, και ότι αυτά τα περιβάλλοντα είναι μάλιστα προνομιακά γι’ αυτήν. Γιατί η ασφάλεια, η θαλπωρή, η βολή, η συνήθεια, η οικειότητα ενέχουν μια τυρρανία που συνήθως μας διαφεύγει, κι αυτή δεν είναι άλλη από την τυραννία της ενοποιητικής, ολοποιητικής ταυτότητας: η κατάσταση όπου ο εαυτός τείνει να γίνει μια ζελατινώδης μορφή, χωρίς σαφές περίγραμμα, χυμένος σε μια ενιαία αρμονική λάβα. Εδώ, η διαφωνία και η σύγκρουση εξοβελίζονται ή αναστέλλονται επ’ αόριστον, τα σώματα ακουμπάνε το ένα το άλλο με περισσή ευκολία, σχεδόν θράσος, η λαλιά παίρνει διαστάσεις καταιγιστικές και επεκτατικές, η επικοινωνία δεν διαμεσολαβείται από δεύτερες ή πίσω σκέψεις, η ταυτοχρονία επιβάλλεται συντριπτικά στη συγχρονία, η εμπειρία ομογενοποιείται, και (φαινομενικά παραδόξως) οι εγωισμοί δεν αμβλύνονται αλλά ενισχύονται από την εντατική, εκτατική, επιπόλαιη και ενθουσιώδη προσπάθεια του καθενός να διακριθεί έστω και στο ελάχιστο από τους άλλους. Δεν είναι λοιπόν καθόλου τυχαίο ότι η ατομικότητα εξεγείρεται, ακόμα και με τρόπους υπόγειους, αόρατους, συχνά ασυνείδητους και ασυναίσθητους, ενάντια σε αυτή τη μειλίχια, συγκαταβατική, εναρμονίζουσα κατάσταση, ενάντια στην αποστέρηση από τα ειδοποιά γνωρίσματά της, ανάμεσα στα οποία είναι και η χιαστί συγκρότηση του εαυτού, δηλαδή όχι μόνο ως εγώ αλλά και ως άλλου.

Αντιθέτως, με την παραπάνω έννοια, δεν είναι καθόλου παράξενο ή παράδοξο ότι αισθανόμαστε μια πλήρωση και μια ευτυχία, πως η ύπαρξη είναι στο σπίτι, όταν βρισκόμαστε ως ταξιδιώτες σε μέρη εντελώς ανοίκεια και ξένα, και μάλιστα με συντροφιά ανθρώπους που ελάχιστα γνωρίζουμε και με τους οποίους ελάχιστα μας συνδέουν. Ο εαυτός εκεί διατηρεί τη μοναδικότητά του και συγχρόνως γίνεται ένα με τον κόσμο. Η μοναξιά του συναρμόζεται με τους προσίδιους ρυθμούς της και όχι εκβιαστικά και αγχωτικά, το εγώ γίνεται πιο ανοιχτό και δυναμικό και λιγότερο εγωιστικό, η μέριμνα για τον άλλο γίνεται πιο ευαίσθητη, η δύναμη της ορατής και αόρατης παρουσίας και ίχνους του καθενός και της καθεμιάς γίνεται περισσότερο λεπταίσθητη και λιγότερο επιβλητική, ανταγωνιστική και αλαζονική. Οι σπουδαιότεροι έρωτες και φιλίες άλλωστε γεννιούνται ακριβώς σε τέτοιες ιδιαζόντως ανοίκειες συνθήκες, έστω κι αν η επιστροφή στα γνώριμα μέρη σηματοδοτεί -άλλοτε στιγμιαία άλλοτε βαθμιαία και προοδευτικά- την αποκατάσταση της κανονικότητας και την απενεργοποίηση της πρωτογενούς, θαυματουργής α-μηχανίας.

Μη λεκτική επικοινωνία και κατάθλιψη

Αποτέλεσμα εικόνας για depression girlΗ μη λεκτική συμπεριφορά στην κατάθλιψη.
Η μη λεκτική ή εξωλεκτική επικοινωνία, είναι η διαδικασία μέσα απο την οποία επικοινωνούμε, δηλαδή επηρεάζουμε την συμπεριφορά, την νοητική διεργασία ή τα συναισθήματα των άλλων, κάνοντας χρήση ενός ή περισσοτέρων μη λεκτικών καναλιών.

Ποιά είναι όμως τα μη λεκτικά κανάλια;
Αυτά είναι, πολύ απλά, όλες οι πηγές από όπου μπορούμε να μεταδώσουμε πληροφορίες και συναισθήματα, εκτός του λόγου. Τα μη λεκτικά μηνύματα στους ανθρώπους μεταδίδονται με τους εξής τρόπους:

Με την γενικότερη εντύπωση: Είναι η εικόνα που δίνουμε στον περίγυρο.
Περιλαμβάνει την στάση του σώματος, τις εκφράσεις του προσώπου του, το βλέμμα του, τις χειρονομίες που κάνει, τις κινήσεις, τον προσανατολισμό, τις αντιδράσεις του στην σωματική επαφή, την «απόσταση» που κρατάει από τους συνομιλητές του, την ενδυμασία του καθώς και άλλα πολλά που καθορίζουν την εντύπωση που μπορεί να αφήσει ένα άτομο σε ένα άλλο.

Με τη «φωνητική επικοινωνία»: Δηλαδή ο τόνος της φωνής, η σταθερότητα, οι παύσεις, η ένταση, η αλλοίωση της, η προφορά και η ταχύτητα ροής του λόγου.

Σύμφωνα με τους Richmond , McCroskey & Payne (1991), η ολική επικοινωνία ανάμεσα στα άτομα λαμβάνει χώρα μεταδίδοντας το γνωστικό κομμάτι μέσα από την λεκτική οδό και το συναισθηματικό αυτής, μέσα από την μη λεκτική οδό. Έπομένως μπορούμε να συμπεράνουμε οτι τα άτομα με συναισθηματικές διαταραχές επηρεάζονται με ιδιαίτερο τρόπο ως προς τις παραπάνω πτυχές της εξωλεκτικής συμπεριφοράς.

Μια από τις συναισθηματικές διαταραχές ειναι η κατάθλιψη.
Οι καταθλιπτικοί ασθενείς βασανίζονται από αβάσταχτα αισθήματα ενοχής, θλίψης και αναξιότητας, τα οποία και τους αποστερούν οποιαδήπτε ανάληψη κινήτρου. Η γενική εντύπωση που δίνουν είναι αυτή των μελαγχολικών και σοβαρών ανθρώπων. Η απώλεια ενέργειας και η έλειψη αυτοεκτίμησης τους κάνει να αδιαφορούν για την εμφάνισή τους, απόμονώνοντας τους από τον περίγυρο.

Αναφορικά με την μη λεκτική συμπεριφορά των ατόμων που παρουσιάζουν καταθλιπτικά συμπτώματα, οι τελευταίοι εμφανίζονται σκυφτοί, έχοντας την κλίση του σώματος, των ώμων και της κεφαλής προς τα κάτω. Δεν είναι σε θέση να κρατήσουν εύκολα βλεμματική επαφή ενώ χαρακτηριστικό τους είναι η μονότονη και άτονη φωνή καθώς και οτι εκτελούν μειωμένες διευκρινιστικές κινήσεις κατά την διάρκεια της ομιλίας τους. Βέβαια, τα περισσότερα άτομα που επιδεικνύουν καταθλιπτικά συμπτώματα κάνουν πολύ περισσότερες κινήσεις συγκριτικά με τα άτομα που δεν παρουσιάζουν τέτοια συμπτώματα. Δηλαδή, χαϊδεύουν και ακουμπούν συχνότερα το σώμα, το πρόσωπό τους και τα μαλλιά τους.

Η «ψυχική εξάντληση» που βιώνουν τα άτομα με κατάθλιψη κραυγάζει μέσω της «γλώσσας» του σώματός τους. Άλλωστε δεν είμαστε ψυχή. Έχουμε ψυχή. Είμαστε σώμα. (C.S Lewis , Ιρλανδός Συγγραφέας).

Το Hubble για πρώτη φορά βρίσκει ένα δίσκο με υλικά γύρω από μαύρη τρύπα

disk-around-blackhole
Για πρώτη φορά επιστήμονες, χρησιμοποιώντας το διαστημικό τηλεσκόπιο Hubble, ήταν σε θέση να βρουν ένα μακρινό δίσκο σκόνης και υλικών, που κινείται αργά με μια σπειροειδή κίνηση προς μία υπερβαρέα μαύρη τρύπα στο κέντρο ενός γαλαξία.

Οι παρατηρήσεις του δίσκου προσαύξησης ή συσσώρευσης του κβάζαρ – τον λαμπερό δίσκο της ύλης που έχει θερμανθεί καθώς αυτός παρασύρεται προς την κεντρική μαύρη τρύπα – έχουν αποκαλύψει μοναδικές λεπτομέρειες για το μέγεθος και τη θερμοκρασία του.

Οι επιστήμονες, που παρατήρησαν το κβάζαρ – δίσκο χρησιμοποίησαν την τεχνική του βαρυτικού εστιασμού, και δήλωσαν ότι η μέθοδος αυτή βασίζεται στην παρουσία ενός ενδιάμεσου γαλαξία, που βρίσκεται μεταξύ του διαστημικού τηλεσκοπίου και της μακρινής μαύρης τρύπας, μεγεθύνοντας έτσι το φως που έρχεται από το κβάζαρ.

Στην περίπτωση του κβάζαρ HE 1104-1805 το φως του πέρασε μέσα από τον ενδιάμεσο γαλαξία, που βρίσκεται κατά μήκος της διαδρομής του φωτός, έτσι ώστε τα άστρα του γαλαξία να ενισχύουν τα σήματα από τα διάφορα μέρη του δίσκου προσαύξησης του κβάζαρ. Αυτό βοήθησε τους αστρονόμους να κατασκευάσουν ένα προφίλ χρώματος όλου του δίσκου.

Τα χρώματα του δίσκου μπορούν στη συνέχεια να ‘μεταφραστούν’ σε θερμοκρασίες, επειδή η καυτή ύλη που βρίσκεται πλησιέστερα προς τη μαύρη τρύπα εκπέμπει σε πιο μπλε μήκη κύματος (λόγω της πιο μεγάλης θερμοκρασίας) από ό,τι το υλικό που είναι πιο μακριά (πιο μικρής θερμοκρασίας).

Οι ενδείξεις της θερμοκρασίας θα μπορούσαν στη συνέχεια να μετατραπούν σε μετρήσεις αποστάσεων, άρα σε μια εκτίμηση της διαμέτρου του δίσκου συσσώρευσης, η οποία έτσι εκτιμήθηκε μεταξύ 4 και 11 ημερών φωτός, ή 100 έως 300.000.000.000 χιλιόμετρα.

"Αυτού του είδους οι παρατηρήσεις είναι πολύ δύσκολες”, δήλωσε ο επικεφαλής επιστήμονας Jose Munoz του Πανεπιστημίου της Βαλένθια.

Παρά το γεγονός ότι τα κβάζαρ είναι μήκους λίγων ημερών φωτός, βρίσκονται δισεκατομμύρια έτη φωτός από τη Γη, πράγμα που σημαίνει ότι τα περισσότερα που οι επιστήμονες γνωρίζουν για αυτά προέρχεται από έμμεσα και όχι από άμεσα αποδεικτικά στοιχεία, λένε οι επιστήμονες.

"Το αποτέλεσμα αυτό θεωρείται πολύ σημαντικό, διότι υπονοεί ότι είμαστε τώρα σε θέση να αποκτήσουμε παρατηρησιακά δεδομένα σχετικά με τη δομή των συστημάτων αυτών, αντί να στηριζόμαστε στη θεωρία και μόνο," πρόσθεσε ο Munoz.

Όλοι οι γαλαξίες έχουν συγκρουστεί με κάποιον γείτονα τους

Σχεδόν όλοι οι γαλαξίες του Σύμπαντος έχουν συγκρουστεί με έναν τουλάχιστον γείτονά τους τα τελευταία εννέα δισεκατομμύρια χρόνια, δείχνει ανάλυση που συνδύασε προσομοιώσεις με παρατηρήσεις του διαστημικού τηλεσκοπίου Hubble. Ακόμα και ο δικός μας Γαλαξίας έχει συγκρουστεί αρκετές φορές στο παρελθόν με άλλους γαλαξίες.
 
Οι γαλαξίες NGC 4038 και NGC 4039 σε διαδικασία σύγκρουσης, 45 εκατομμύρια έτη φωτός μακριά μας.
 

Τέσσερις εικόνες που τραβήχτηκαν από το Hubble και δείχνουν διαφορετικούς γαλαξίες να αλληλεπιδρούν πολύ μακριά από τη Γη. Μελετώντας διάφορες περιπτώσεις μπορούμε να μάθουμε το ρυθμό της σύγκρουσης δύο γαλαξιών και το πώς αυτοί αλλάζουν με την πάροδο του χρόνου

Η ερευνητική ομάδα, που πρόκειται να δημοσιεύσει τα ευρήματά της στο Astrophysical Journal, εκτιμά ότι κατέληξε στην ακριβέστερη μέχρι σήμερα εκτίμησης για το ρυθμό σύγκρουσης μεταξύ γαλαξιών.

Όπως εξηγούν, ο ρυθμός αυτός έχει κρίσιμη σημασία προκειμένου να γίνει κατανοητή η εξέλιξη των γαλαξιών και των μελανών οπών που κρύβονται στο κέντρο τους.

Οι συγκρούσεις αυτές παραμορφώνουν δραστικά το σχήμα των γαλαξιών, λόγω της βαρυτικής αλληλεπίδρασής τους, συνήθως όμως αφήνουν εντελώς ανέπαφα τα άστρα των γαλαξιών, χάρη στις τεράστιες αποστάσεις που τα χωρίζουν.

Προηγούμενες έρευνες για το ίδιο θέμα είχαν μελετήσει τις συγκρούσεις γαλαξιών που βρίσκονται σε συγκεκριμένες αποστάσεις στο Σύμπαν, και επομένως αντιστοιχούν σε συγκεκριμένες φάσεις της ζωής του Σύμπαντος.

Αντίθετα, η νέα μελέτη εξέτασε το φαινόμενο σε ένα μεγάλο εύρος αποστάσεων και κάλυψε έτσι τα 9 από τα 14,5 δισ. χρόνια της ύπαρξης του Σύμπαντος.

Η ομάδα της Jennifer Lotz στο Επιστημονικό Ινστιτούτο Διαστημικού Τηλεσκοπίου, με έδρα στη Βαλτιμόρη, δημιούργησε προσομοιώσεις των γαλαξιακών συγκρούσεων, οι οποίες αντιστοιχήθηκαν στη συνέχεια με γαλαξιακές επιδράσεις που κατέγραψε το Hubble.

Οι προσομοιώσεις έδειξαν μεταξύ άλλων ότι χρειάζονται περίπου ένα δισεκατομμύριο χρόνια προκειμένου να ανακτήσει το κανονικό του σχήμα έπειτα από μια σύγκρουση,

Η ανάλυση έδειξε ότι οι μικροί «γαλαξίες-νάνοι» συγκρούονται πολύ συχνότερα σε σχέση με τους μεγαλύτερους γαλαξίες.

«Οι γαλαξίες-νάνοι είναι ο πιο κοινός τύπος γαλαξία στο Σύμπαν και ενδέχεται να έχουν συμβάλει στο σχηματισμό μεγάλων γαλαξιών» επισημαίνει η Δρ Lotz

«Μάλιστα και ο δικός μας Γαλαξίας έχει υποστεί στο πρόσφατο παρελθόν αρκετές συγχωνεύσεις με μικρούς γαλαξίες».

Παλαιότερη μελέτη εκτιμούσε μάλιστα ότι ο Γαλαξίας μας θα τρακάρει με τον γειτονικό γαλαξία της Ανδρομέδας σε περίπου τρία δισεκατομμύρια χρόνια. Η Ανδρομέδα, εξάλλου, έχει ήδη εκδηλώσει τάσεις κανιβαλισμού.

Επόμενος στόχος της Jennifer Lotz είναι να μελετήσει τις κοσμικές συγκρούσεις ακόμα πιο πίσω στο παρελθόν, μέχρι τα 11 δισ. χρόνια πριν.