Κυριακή, 6 Νοεμβρίου 2016

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΣΟΦΟΚΛΗΣ - Οἰδίπους ἐπὶ Κολωνῷ (310-336)

Αποτέλεσμα εικόνας για ΠΑΡΜΕΝΙΔΗΣ: Ο ΣΤΟΧΑΣΤΗΣ  TOY  ΚΟΣΜΟΥΑΝ. ὦ Ζεῦ, τί λέξω; ποῖ φρενῶν ἔλθω, πάτερ;
ΟΙ. τί δ᾽ ἔστι, τέκνον Ἀντιγόνη; ΑΝ. γυναῖχ᾽ ὁρῶ
στείχουσαν ἡμῶν ἆσσον, Αἰτναίας ἐπὶ
πώλου βεβῶσαν· κρατὶ δ᾽ ἡλιοστερὴς
κυνῆ πρόσωπα Θεσσαλίς νιν ἀμπέχει.
315 τί φῶ;
ἆρ᾽ ἔστιν; ἆρ᾽ οὐκ ἔστιν; ἢ γνώμη πλανᾷ;
καὶ φημὶ κἀπόφημι, κοὐκ ἔχω τί φῶ.
τάλαινα,
οὐκ ἔστιν ἄλλη. φαιδρὰ γοῦν ἀπ᾽ ὀμμάτων
320 σαίνει με προσστείχουσα· σημαίνει δέ τι·
μόνης τόδ᾽ ἐστί, δῆλον, Ἰσμήνης κάρα.
ΟΙ. πῶς εἶπας, ὦ παῖ; ΑΝ. παῖδα σήν, ἐμὴν δ᾽ ὁρᾶν
ὅμαιμον· αὐδῇ δ᾽ αὐτίκ᾽ ἔξεστιν μαθεῖν.
ΙΣΜΗΝΗ
ὦ δισσὰ πατρὸς καὶ κασιγνήτης ἐμοὶ
325 ἥδιστα προσφωνήμαθ᾽, ὡς ὑμᾶς μόλις
εὑροῦσα λύπῃ δεύτερον μόλις βλέπω.
ΟΙ. ὦ τέκνον, ἥκεις; ΙΣ. ὦ πάτερ δύσμοιρ᾽ ὁρᾶν.
ΟΙ. τέκνον, πέφηνας; ΙΣ. οὐκ ἄνευ μόχθου γέ μοι.
ΟΙ. πρόσψαυσον, ὦ παῖ. ΙΣ. θιγγάνω δυοῖν ὁμοῦ.
330 ΟΙ. ὦ σπέρμ᾽ ὅμαιμον. ΙΣ. ὦ δυσάθλιαι τροφαί.
ΟΙ. ἦ τῆσδε κἀμοῦ; ΙΣ. δυσμόρου τ᾽ ἐμοῦ τρίτης.
ΟΙ. τέκνον, τί δ᾽ ἦλθες; ΙΣ. σῇ, πάτερ, προμηθίᾳ.
ΟΙ. πότερα πόθοισι; ΙΣ. καὶ λόγων γ᾽ αὐτάγγελος,
ξὺν ᾧπερ εἶχον οἰκετῶν πιστῷ μόνῳ.
335 ΟΙ. οἱ δ᾽ αὐθόμαιμοι ποῦ νεανίαι πονεῖν;
ΙΣ. εἴσ᾽ οὗπέρ εἰσι· δεινὰ τἀν κείνοις τανῦν.

***
ΑΝ. Ω Δία, τί να πω και τί να βάλει ο νους μου;
ΟΙ. Τί τρέχει, Αντιγόνη κόρη μου; ΑΝ. Κάποια γυναίκαβλέπω να ᾽ρχεται ολοταχώς, πάνω σε μιαφοράδα από την Αίτνα, φορώντας στο κεφάλι τηςπλατύγυρο θεσσαλικό, που της σκεπάζει για καλά το πρόσωπο,να μην το κάψει ο ήλιος.315Δεν ξέρω αλήθεια τί να πω;Είναι; δεν είναι; με γελούν τα μάτια μου;Ταλαίπωρη είμαι,κι όμως είναι αυτή, δεν είναι άλλη. Πλησιάζει,320και το χαρούμενό της βλέμμα με χαϊδεύει· τώρα μου γνέφει.Σίγουρα είναι αυτή, Ισμήνη αγαπημένη μου.ΟΙ. Τι λες, παιδί μου; ΑΝ. Πως βλέπω τη δική σουθυγατέρα και τη δική μου αδελφή· μπορείς κι εσύν᾽ αναγνωρίσεις τη φωνή της.ΙΣΜΗΝΗ325Γλυκύτατα, διπλά ονόματα, της αδελφής και του πατέρα.Πολύς ο μόχθος να σας βρω, πολύς ο πόνος να σας ξαναδώ.ΟΙ. Ω κόρη μου, είσαι εδώ; ΙΣ. Ναι, δύσμοιρε πατέρα,με την άθλια όψη.ΟΙ. Φάνηκες, θυγατέρα μου; ΙΣ. Δύσκολα όμως και με κόπο.ΟΙ. Έλα παιδί μου, χάιδεψέ με. ΙΣ. Σας αγκαλιάζω και τους δυο.330ΟΙ. Σπέρμα μου κι αίμα μου εσείς. ΙΣ. Ζωές αξιοθρήνητες.ΟΙ. Μιλάς για μένα και γι᾽ αυτήν; ΙΣ. Είμαι κι εγώ,τρίτη και δύστυχη.ΟΙ. Παιδί μου, πες, εδώ τί σ᾽ έφερε; ΙΣ. Πατέρα, η φροντίδα μουγια σένα.ΟΙ. Ο πόθος να με ξαναδείς; ΙΣ. Ήθελα και να φέρω μόνη μουτο νέο, μαζί μ᾽ αυτόν τον υπηρέτη, που πιστός μού απόμεινε.335ΟΙ. Κι οι νεαροί, τα προκομμένα αδέλφια σου, τί κάνουν;ΙΣ. Είναι εκεί που είναι· τώρα σε φοβερή κατάσταση.

ΠΑΡΜΕΝΙΔΗΣ: Ο ΣΤΟΧΑΣΤΗΣ TOY ΚΟΣΜΟΥ

Αποτέλεσμα εικόνας για ΠΑΡΜΕΝΙΔΗΣ: Ο ΣΤΟΧΑΣΤΗΣ  TOY  ΚΟΣΜΟΥΣτούς στί­χους πού ἔ­χουν σω­θεῖ ἀ­πό τό ποί­η­μα τοῦ Παρ­με­νί­δη, οἱ στί­χοι 50-61, μέ τούς ὁ­ποί­ους κλεί­νει τό ἀ­πό­σπα­σμα 8, ση­μει­ώ­νουν μιά καμ­πή. Τό πρῶ­το μέ­ρος τοῦ ποι­ή­μα­τος εἶ­χε μι­λή­σει γιά τό Ὄν (τό ἐ­όν) (ἀ­πο­σπ. 8, στ. 19, στ. 32, στ. 35· ἤ­δη ἀ­πο­σπ. 4, στ. 2) καί τό ἀ­δύ­να­το ταῆς ὕ­παρ­ξης τοῦ ὁ­λο­σχε­ρο­ῦς Μή Ὄν­τος (ἀ­πο­σπ. 8, στ. 7). Τό Ὄν ἀ­πο­κα­λύ­πτε­ται κα­θώς ἀ­να­δύ­ε­ται ὡς λό­γος (φά­σις) (ἀ­πο­σπ. 8, στ. 35), ὡς σκέ­ψη {νό­η­μα) (στ. 33 - 35), ὡς ἀ­λή­θεια (ἀ­λη­θεί­η) (στ. 51). Πα­ρα­μέ­νει ὁ­μως ὁ Παρ­με­νί­δης σέ ἕ­ναν κα­θα­ρό στο­χα­σμό πά­νω στό Ὄν καί στά χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά τοῦ Ὄντος; Πολ­λοί στο­χα­στές, φι­λό­σο­φοι ἤ ἱ­στο­ρι­κοί ταῆς φι­λο­σο­φί­ας, ὑ­πο­στή­ρι­ξαν, λαν­θα­σμέ­να, τήν ἄ­πο­ψη αὐ­τή. Πραγ­μα­τι­κά, αὐ­τό πού πρό­κει­ται νά δεί­ξου­με εἶ­ναι ὅτι ὁ λό­γος γιά τό Ὄν δέν ἔ­χει νό­η­μα πα­ρά μό­νον ὡς θε­μέ­λιο ἕ­νος λό­γου γιά τόν Κό­σμο. Με­τά τόν γε­μά­το πί­στη λό­γο (λό­γος πι­στός) (ἀ­πο­σπ. 8, στ. 50 πρβλ. ἀ­πο­σπ. 1, στ. 30) πού ἀ­φο­ροῦ­σε τήν Ἀλήθεια ἤ τό Ὄν, ὁ Παρ­με­νί­δης, δί­χως νά ἀρ­κε­στεῖ, ὅπως πο­λύ συ­χνά ἔ­χει πι­στευ­θεῖ, στό νά κα­ταγ­γεί­λει τίς ἀ­πα­τη­λές γνῶ­μες τῶν θνη­τῶν, δι­α­τυ­πώ­νει μέ σα­φή­νεια κρί­σεις (γνώ­μη) (ἀ­πο­σπ. 8, στ. 61) πού ἐ­πι­τρέ­πουν νά γνω­σθεῖ, στό μέ­τρο τοῦ δυ­να­τοῦ, ὁ Κό­σμος. Ὁ Παρ­με­νί­δης, στό δεύ­τε­ρο μέ­ρος τοῦ ποι­ή­μα­τος, ἀ­πό τό ἀ­πό­σπα­σμα 8, στ. 50-61, μέ­χρι τό ἀ­πό­σπα­σμα 19, ἐ­πι­κρί­νει μέν σα­φῶς ὁ­ρι­σμέ­νες λαν­θα­σμέ­νες ἀν­τι­λή­ψεις γιά τόν Κό­σμο καί τό “Σύμ­παν” (πᾶν) (ἀ­πο­σπ. 9, στ. 3), δέν πα­ρα­λεί­πει ὁ­μως νά σκι­α­γρα­φή­σει τή δι­κή του ἀν­τί­λη­ψη γιά τόν Κό­σμο.
 
Τό ὅτι τό σχέ­διο τοῦ Παρ­με­νί­δη ἦ­ταν νά μι­λή­σει ὄ­χι μό­νο γιά τό Ὄν ἀλ­λά καί γιά τόν Κό­σμο, τό μαρ­τυ­ρο­ῦν κα­τ’ ἀρ­χάς, ἄν τούς ξα­να­δι­α­βά­σει κα­νείς στό σύ­νο­λό τους, οἱ ἴ­διοι οἱ ἀρ­χαῖ­οι ἕλ­λη­νες φι­λό­σο­φοι.
 
Ἄς δο­ῦ­με πρῶ­τα τόν Πλά­τω­να. Βέ­βαι­α γιά τόν Πλά­τω­να ὁ “βα­θύς” Παρ­με­νί­δης (Θε­αί­τη­τος, 183Ε) εἶ­ναι πά­νω ἀ­π’ ὁ­λα ὁ φι­λό­σο­φός της ἑ­νό­τη­τας το­ῦ Ὄν­τος (Σο­φι­στής, 237Ε, 242C, 244Ε). Ἄλ­λα ὁ Παρ­με­νί­δης γιά τόν Πλά­τω­να εἶ­ναι ἐ­πί­σης ἕ­νας στο­χα­στής πού, ἀ­κο­λου­θών­τας τήν πα­ρά­δο­ση τοῦ Ἡ­σί­ο­δου, μί­λη­σε γιά τή “γέ­νε­ση” — λ.χ. γιά τή γέ­νε­ση τοῦ θε­οῦ Ἔ­ρω­τα· Δύ­ο λό­γοι τοῦ Συμ­πο­σί­ου ἀ­να­φέ­ρον­ται σ’ αὐ­τήν. Πρῶ­τα ὁ λό­γος τοῦ Φαί­δρου: Ὅ­σο γιά τόν Παρ­με­νί­δη, νά τί λέ­ει γιά τή γέ­νε­ση: ὁ πρῶ­τος ἀ­π’ ὅ­λους τούς θε­ούς πού ἀν­τί­κρι­σε [ἤ Θε­ά] ἦ­ταν ὁ Ἔρως”. Ὕ­στε­ρα, εἶ­ναι ὁ λό­γος τοῦ Ἀ­γά­θω­να: «Δη­λώ­νω ὅτι ὁ Ἔρως εἶ­ναι ὁ νε­ό­τε­ρος ἀ­πό τους θε­ούς καί ὅτι ἡ νε­ό­τη­τά του εἶ­ναι αἰ­ώ­νια· καί ὅτι ἀν­τί­θε­τα ὅ­λες αὐ­τές οἱ πα­λαι­ές ἔ­ρι­δες, πού δι­η­γοῦν­ται (λέ­γου­σιν) γιά τούς θε­ούς ὁ Ἡσίοδος καί ὁ Παρ­με­νί­δης, ἀ­φο­ροῦϋν μᾶλ­λον τήν Ἀνάγκη καί ὄ­χι τόν Ἔ­ρω­τα, ἄν ὑ­πο­θέ­σου­με ὅτι ἀ­λη­θεύ­ουν τά λό­για τους (εἰ ἐ­κεῖ­νοι ἀ­λη­θῆ ἔ­λε­γον)» Αὐ­τές οἱ δύ­ο πε­ρι­κο­πές τοῦ Συμ­πο­σί­ου μᾶς δεί­χνουν πῶς ὁ Παρ­με­νί­δης, στό δεύ­τε­ρο μέ­ρος τοῦ ποι­ή­μα­τος (πρβλ. τό ἀ­πο­σπ. 13 σχε­τι­κά μέ τόν Ἔ­ρω­τα), δι­α­τύ­πω­νε ὄ­χι τίς γνῶ­μες ἄλ­λων γιά τόν Κό­σμο, ἀλ­λά αὐ­τό πού στόν ἴδιο φαι­νό­ταν οὐ­σιαστι­κό νά σκε­φτεῖ κα­νείς σχε­τι­κά μέ τόν Κό­σμο καί τήν προ­έ­λευ­σή του.
 
Ἀρκετά χω­ρί­α τοῦ Ἀριστοτέλη ἀ­πο­τε­λοῦϋν μιά δεύ­τε­ρη ἐ­ξί­σου σα­φῆ μαρ­τυ­ρί­α, πού δεί­χνει ἕ­ναν Παρ­με­νί­δη στο­χα­στή τοῦ Κό­σμου. Στό βι­βλί­ο Α, κε­φά­λαι­ο 4, τῶν Με­τά τά Φυ­σι­κά, στό ση­μεῖ­ο πού γί­νε­ται ἀ­να­φο­ρά στούς στο­χα­στές οἱ ὁ­ποι­οι, ὅπως ὁ Ἀναξαγόρας, θέ­τουν τόν νο­ῦν ταυ­τό­χρο­να ὡς αἴ­τιο τῆς ὀ­μορ­φιᾶς καί τῆς κί­νη­σης τῶν ὄν­των, ὁ Ἀριστοτέλης μέ τή σει­ρά τοῦ βά­ζει πλά­ι πλά­ι τόν Ἡσίοδο μέ τόν Παρ­με­νί­δη, ὡς στο­χα­στές πού ἔ­χουν θέ­σει τόν ἔ­ρω­τα ἤ τήν ἐ­πι­θυ­μί­α ὡς ἀρ­χές τῶν ὄν­των. Ὁ Ἀριστοτέλης πα­ρα­θέ­τει ἐ­δῶ τους στί­χους 116-120 τῆς Θε­ο­γο­νί­ας τοῦ Ἡσίοδου:
 
Πρίν ἄ­π’ ὁ­λα ἔ­γι­νε τό Χά­ος,
Ὕ­στε­ρα ἡ πλα­τύ­στη­θη Γῆ,
Καί ὁ ’Ἔρωτας πού λάμ­πει ἀ­νά­με­σα σ’ ὁ­λους τους ἀ­θα­νά­τους.
 
Πα­ράλ­λη­λα, ὁ Ἀριστοτέλης πα­ρα­θέ­τει τό στί­χο τοῦ Παρ­με­νί­δη πού πε­ρι­έχε­ται στό Συμ­πό­σιο τοῦ Πλά­τω­να, στό 178β, καί ὁ ὁ­ποῖος ἀ­πο­τε­λεῖ τό ἀ­πό­σπα­σμα 13 τοῦ ποι­ή­μα­τος τοῦ Παρ­με­νί­δη. Μα­ζί μ’ αὐ­τό τό κεί­με­νο πά­νω στή γέν­νη­ση τοῦ Ἔ­ρω­τα καί στή γέν­νη­ση ὅλων τῶν πραγ­μά­των ἀ­πό τόν Ἔ­ρω­τα, καί ἄλ­λα χω­ρί­α τοῦ βι­βλί­ου Α τῶν Με­τά τά Φυ­σι­κά δεί­χνουν ἀ­κό­μα πώς ὁ Παρ­με­νί­δης, στό δεύ­τε­ρο μέ­ρος τοῦ ποι­ή­μα­τός του, ἀ­φοῦϋ εἶ­χε μι­λή­σει γιά τήν ἑ­νό­τη­τα τοῦ Ὄν­τος, δε­χό­ταν ἕ­ναν δυ­ϊ­σμό αἰ­τί­ων σάν βά­ση γιά τήν κα­τα­νό­η­ση τοῦ κό­σμου. «Ἀνάμεσα σ' αὐ­τούς πού κη­ρύσ­σουν τήν ἑ­νό­τη­τα τοῦ Σύμ­παν­τος, κα­νέ­νας δέν ἔ­φτα­σε στή σύλ­λη­ψη τοῦ [ποι­η­τι­κοῦ] αἰ­τί­ου, ἐ­κτός ἴ­σως ἀ­πό τόν Παρ­με­νί­δη, ἀλ­λά καί αὐ­τός στό μέ­τρο πού δέ­χε­ται πώς δέν ὑ­πάρ­χει μό­νο ἕ­να αἴ­τιο ἀλ­λά, κα­τά μί­α ὁ­ρι­σμέ­νη ἔν­νοι­α, δύ­ο.» Καί ὁ Ἀριστοτέλης ἐ­πι­ση­μαί­νει πώς, γιά τούς φι­λο­σό­φους πού δέ­χον­ται πα­ρα­πά­νω ἀ­πό ἕ­να στοι­χεῖ­ο, ὅπως τό θερ­μό καί τό ψυ­χρό ἤ τό πῦρ καί τή γῆ, εἶ­ναι εὔ­κο­λο νά ἀ­πο­δώ­σουν στό Πῦρ τήν “κι­νη­τι­κή φύ­ση” καί στή Γῆ τήν “ἀν­τι­τι­θέ­με­νη παθ­η­τι­κό­τη­τα”. Σ' ἕ­να ἄλ­λο χω­ρί­ο τοῦ βι­βλί­ου Α, ὁ Ἀ­ρι­στο­τέ­λης ἐ­πα­νέρ­χε­ται σ’ αὐτόν τόν δυ­ϊ­σμό τῶν αἰ­τί­ων γύ­ρω ἀ­πό τόν ὁ­ποι­ο κι­νεῖ­ται ἡ κο­σμο­λο­γί­α τοῦ Παρ­με­νί­δη. «Πε­πει­σμέ­νος ὅτι, ἔ­ξω ἀ­πό τό Ὄν, τό Μή Ὄν δέν ὑ­πάρ­χει, ὁ Παρ­με­νί­δης πι­στεύ­ει ὅτι κα­τα­νάγ­κη μό­νο ἕ­να πράγ­μα ὑ­πάρ­χει, δη­λα­δή τό ἴδιο τό Ὄν . . . ἀλ­λά ἀ­ναγ­κα­σμέ­νος νά συμ­μορ­φω­θεῖ μέ τά γε­γο­νό­τα (ἀ­κο­λου­θεῖν τοῖς φαι­νο­μέ­νοις), νά πα­ρα­δε­χτεῖ ταυ­τό­χρο­να τή λο­γι­κή ἑ­νό­τη­τα καί τήν αἰ­σθη­τή πολ­λα­πλό­τη­τα (πλεί­ω κα­τά τήν αἴ­σθησιν), ὁ Παρ­με­νί­δης κα­τα­λή­γει νά θέ­σει δύ­ο αἴ­τια, δύ­ο ἀρ­χές (δύ­ο τάς αἰ­τίας τίθ­η­σι): τό Θερ­μό καί τό Ψυ­χρό.» Ἔ­τσι, ὁ Παρ­με­νί­δης, κα­τά τόν Ἀριστοτέλη, δέν ὑ­πῆρ­ξε μό­νον ὁ στο­χα­στής τοῦ ἑ­νός Ὄν­τος. Ὑπῆρξε ἐ­ξί­σου στο­χα­στής τῆς γέ­νε­σης, τῆς πολ­λα­πλό­τη­τας, καί εἰ­δι­κό­τε­ρα ὁ στο­χα­στής τοῦ Ἔ­ρω­τα καί τῆς Ἐπιθυμίας.
 
Με­τά τή μαρ­τυ­ρί­α τῶν φι­λο­σό­φων τοῦ 4ου αἰ­ώ­να, ἄς ἔρ­θου­με στή μαρ­τυ­ρί­α τῶν με­τα­γε­νέ­στε­ρων ἑλ­λή­νων σχο­λια­στῶν. Καί αὐ­τοί ἐ­πι­σή­μα­ναν τή δι­πλή φύ­ση τῆς ἔ­ρευ­νας τοῦ Παρ­με­νί­δη, καί ἔ­δει­ξαν πώς ὁ στο­χα­στής τοῦ Ὄντος ὑ­πῆρ­ξε ἐ­πί­σης καί στο­χα­στής τοῦ Κό­σμου. Ἄς δο­ῦ­με στά Ἠθικά τοῦ Πλου­τάρ­χου, τό Πρός Κω­λώ­τη­ν. Ὁ Παρ­με­νί­δης, σύμ­φω­να μέ τόν Πλού­ταρ­χο, ἀν­τί­θε­τα μέ ὅ­σα βε­βαί­ω­νε ὁ Κω­λώτη­ς, δέν κα­ταρ­γεῖ οὔτε τό Πῦρ οὔτε τό Ὕ­δωρ, οὔτε τίς πό­λεις πού βρί­σκον­ται στήν Εὐ­ρώ­πη καί στήν Ἀ­σία. Ὁ Παρ­με­νί­δης μά­λι­στα “συν­τάσ­σει τήν τά­ξη τοῦ κό­σμου” (δι­ά­κο­σμον πε­ποί­η­ται) καί, ἀ­να­μει­γνύ­ον­τας ὡς Στοι­χεῖ­α τό λαμ­πρόν καί τό σκοτει­νόν, συγ­κρο­τεῖ ξε­κι­νών­τας ἀ­π' αὐ­τά καί δι­α­μέ­σου αὐ­ταῶν “ὅ­λα τά φαι­νό­με­να” (τά φαι­νό­με­να πάν­τα). Ὁ Παρ­με­νί­δης “εἶ­πε πολ­λά” (εἴ­ρη­κε πολ­λά) σχε­τι­κά μέ τή Γῆ, τόν Οὐ­ρα­νό, τόν Ἥ­λιο, τή Σε­λή­νη, τούς Ἀστέρες· ὁ Παρ­με­νί­δης ἀ­φη­γή­θη­κε τήν γέ­νε­σιν τῶν ἀν­θρ­ώ­πων. Ὄν­τας ἀρ­χαῖ­ος στο­χα­στής τῆς Φύ­σης, ἀλ­λά καί στο­χα­στής πρω­τό­τυ­πος, δέν ἄ­φη­σε ἔ­ξω ἀ­πό τή σκέ­ψη του “τί­πο­τε ἀ­πό τά ση­μαν­τι­κά”. Πρίν ἀ­κό­μη ἀ­πό τόν Σω­κρά­τη καί τόν Πλά­τω­να, δι­έ­κρι­νε ὅτι ἡ Φύ­ση πε­ρι­λαμ­βά­νει κά­τι δoξαστόν καί κά­τι νο­η­τόν. Αὐ­τό τό ὁ­ποῖ­ο συλ­λαμ­βά­νε­ται ἀ­πό τήν δό­ξαν εἶ­ναι ἀ­στα­θές καί ἀ­πα­τη­λό (ἀ­βέ­βαι­ον καί πλα­νη­τόν), εἶ­ναι ὁ χῶ­ρος τῆς αὔ­ξη­σης καί τῆς φθο­ρᾶς, εἶ­ναι αὐ­τό πού δι­α­φέ­ρει ἀ­νά­λο­γα μέ τά δι­ά­φο­ρα πρό­σω­πα καί δέν εἶ­ναι πο­τέ τό ἴ­διο γιά τό ἴ­διο πρό­σω­πο, πράγ­μα πού ὀ­φεί­λε­ται στήν αἴ­σθη­σιν· τό νο­η­τό ἀν­τί­θε­τα ἔ­χει ὡς ἀν­τι­κεί­με­νο τό οὐ­λο­με­λές, τό ἀ­τρε­μές, τό ἀ­γέ­νητον. Ὁ λό­γος γιά τό Ὄν τό δη­λώ­νει ὡς ἕ­να· ἀλ­λά δέν εἶ­ναι μέ κα­νέ­ναν τρό­πο “ἡ κα­τάρ­γη­ση τῶν πολ­λα­πλῶν καί αἰ­σθη­τῶν πραγ­μά­των”, ἀλ­λά “κα­τά­δει­ξη τῆς δι­α­φο­ρᾶς τους σέ σχέ­ση μέ τό νο­η­τό”. Ἔ­τσι σύμ­φω­να μέ τόν Πλού­ταρ­χο, ὁ Παρ­με­νί­δης προ­σα­να­το­λί­ζει τό στο­χα­σμό του καί πρός τόν Κό­σμο καί πρός τό Ὄν.
 
Ἄς ἔρ­θου­με τέ­λος καί στή μαρ­τυ­ρί­α ἐ­κεί­νου, χά­ρη στόν ὁ­ποῖ­ο μᾶς εἶ­ναι γνω­στά πολ­λά τμή­μα­τα τοῦ ποι­ή­μα­τος τοῦ Παρ­με­νί­δη, δη­λα­δή στή μαρ­τυ­ρί­α τοῦ Σιμ­πλί­κιου στά σχό­λιά του στόν Ἀριστοτέλη. Σ’ ἕ­να ἀ­πό τά χω­ρί­α τοῦ Ὑ­πο­μνή­μα­τος εἰς τά Φυ­σι­κά, στό ὁ­ποῖ­ο ὁ Σιμ­πλί­κιος πα­ρα­θέ­τει τό τε­λευ­ταῖ­ο τμῆ­μα τοῦ ἀ­πο­σπά­σμα­τος 8, ἐ­κεῖ ὁ­που ὁ Παρ­με­νί­δης ἀρ­χί­ζει νά μι­λά­ει γιά τόν Κό­σμο, ὁ Σιμ­πλί­κιος ἐ­πι­μέ­νει στήν “ἀ­ψευ­δή” φύ­ση τοῦ παρμε­νί­δει­ου λό­γου σχε­τι­κά μέ τόν Κό­σμο. Ὁ Σιμ­πλί­κιος (Φυ­σι­κά, σ. 38 - 39) ἀ­να­φέ­ρε­ται στόν Ἀλέξανδρο: κα­τ’ αὐ­τόν “σύμ­φω­να μέ τήν ἄ­πο­ψη τῶν πολ­λῶν καί σύμ­φω­να μέ τά φαι­νό­με­να”, ὁ Παρ­με­νί­δης, μι­λών­τας ὡς Φυ­σι­κός, δέν ὑ­πο­στή­ρι­ζε πιά ὅτι τό Ὄν εἶ­ναι ἕ­να, οὔτε ὅτι εἶ­ναι ἀ­γέ­νη­το, ἀλ­λά ἔ­θε­τε (ὑ­πέ­θε­το) τό Πῦρ καί τή Γῆ ὡς ἀρ­χάς τῶν γι­νο­μέ­νων, θέ­τον­τας (ὑ­ποτι­θείς) ἀ­πό τή μιά με­ριά τή Γῆ ὡς ὕλη, καί ἀ­πό τήν ἄλ­λη με­ριά τό Πῦρ ὡς ποι­η­τι­κό αἴ­τιο· καί, κα­τά τόν Ἀλέξανδρο, ὁ Παρ­με­νί­δης ὀ­νο­μά­ζει τό Πῦρ φῶς καί τή Γῆ σκό­τος. Ἔ­τσι, ἔ­χον­τας ἀ­να­φέ­ρει τά λό­για αὐ­τά τοῦ Ἀλέξανδρου, ὁ Σιμ­πλί­κιος σχο­λιά­ζει μέ τόν ἀ­κό­λου­θο τρό­πο: “Ἄν ὁ ’Ἀλέξανδρος, ἀ­κο­λου­θών­τας τή γνώ­μη τῶν πολ­λῶν καί τά φαι­νό­με­να, ἀν­τι­λή­φθη­κε ὅτι ὁ Παρ­με­νί­δης ὀ­νο­μά­ζει δο­ξα­στόν τό αἰ­σθη­τόν, σω­στά πι­στεύ­ει”· ἀλ­λά προ­σθέ­τει ὁ Σιμ­πλί­κιος: “ἄ­ν ο Ἀλέξανδρος θε­ω­ρεῖ τούς λό­γους αὐ­τούς ψευ­δεῖς σέ κά­θε τούς ση­μεῖ­ο (ψευ­δεῖς πάν­τι]) καί ἄν θε­ω­ρεῖ ὅτι ψευ­δῶς λέ­γε­ται ὅτι τό Φῶς ἤ τό Πῦρ εἶ­ναι τά ποι­η­τι­κά αἴ­τια, τό­τε ὁ Ἀλέξανδρος κά­νει λά­θος (οὐ κα­λῶς οἴ­ε­ται)”. Ὅ Σιμ­πλί­κιος πα­ρα­θέ­τει τό­τε τό ἀ­πό­σπα­σμα 8, στ. 50 ἕ­ως 61, σχε­τι­κά μέ τίς δύ­ο ρί­ζες τοῦ Κό­σμου, ὕ­στε­ρα τό ἀ­πό­σπα­σμα 12, στ. 1 ἕ­ως 3 σχε­τι­κά μέ τούς δα­κτυ­λί­ους τοῦ Πυ­ρός πού σχη­μα­τί­ζουν τόν Οὐ­ρα­νό, καί τέ­λος τό ἀ­πό­σπα­σμα 13 ὁ­που ὁ Ἔ­ρως ἀ­να­φέ­ρε­ται ὡς πρώ­τι­στος θε­ῶν ὁ Σιμ­πλί­κιος προ­σθέ­τει ἀ­κό­μη με­ρι­κές ἐν­δεί­ξεις πού ἀ­φο­ροῦν τήν πα­λιγ­γε­νε­σί­α τῶν ψυ­χῶν ἀ­νά­με­σα στό ἀ­ει­δές καί τό ἐμ­φα­νές (σ. 39, στ. 14 - 20). Τά σχό­λια αὐ­τά σχε­τι­κά μέ τόν Κό­σμο κα­τά Παρ­με­νί­δη τοῦ φαί­νον­ται ἀ­ναγ­κα­ΐ­α, “ἐ­ξαι­τί­άς της τρέ­χου­σας ἄ­γνοι­ας τῶν ἀρ­χαί­ων κει­μέ­νων” (ὁ.π.. στ. 21 - 22). Ἔ­τσι γιά τόν Σιμ­πλί­κιο τό νά ἀ­πο­σπα­σθεῖ κα­νείς ἀ­πό τή λή­θη τοῦ Ὄν­τος δέν πρέ­πει νά ὁ­δη­γεῖ στή λή­θη τοῦ Κό­σμου.
 
Μέ βά­ση ὅ­λα αὐ­τά, μπο­ρεῖ νά ἐ­κτι­μή­σει κα­νείς μέ­χρι ποι­ό ση­μεῖ­ο οἱ σύγ­χρο­νοι σχο­λια­στές ἔ­χουν πα­ρα­νο­ή­σει τό νό­η­μα τῶν ἀ­πο­σπα­σμά­των πού ἀ­πο­τε­λο­ῦν τό δεύ­τε­ρο μέ­ρος τοῦ ποι­ή­μα­τος. Οἱ ἀ­νά­λυ­σεις τοῦ L. Robin δέν ἀ­πο­τε­λοῦν πα­ρά ἕ­να μό­νο πα­ρά­δειγ­μα ἀ­νά­με­σα σέ πολ­λά ἄλ­λα. Γιά τόν L. Robin, μέ τό νά πε­ρά­σει κα­νείς στίς γνῶ­μες τῶν θνη­τῶν, ἐγ­κα­τα­λεί­πει μί­α φυ­σι­κή τοῦ νο­η­τοῦ γιά μιά φυ­σι­κή τοῦ αἰ­σθη­τοῦ, δη­λα­δή μιά φυ­σι­κή “πού δέν πε­ρι­λαμ­βά­νει λο­γι­κούς προσ­δι­ο­ρι­σμούς”. “Αὐ­τόν τόν λα­θε­μέ­νο δρό­μο, ἄν πρέ­πει κα­νείς νά τόν ἀ­πο­φύ­γει, θά πρέ­πει ἐ­πί­σης νά τόν γνω­ρί­σει προ­λη­πτι­κά.” Βέ­βαι­α, ὁ Robin ἔ­χει πλή­ρη ἐ­πί­γνω­ση τοῦ ὅτι ἡ φυ­σι­κή θε­ω­ρί­α ἐ­κτί­θε­ται “μέ δι­ε­ξο­δι­κό τρό­πο”. Ὡστόσο δέν βλέ­πει σ’ αὐ­τήν πα­ρά σκέ­ψεις πού ἀ­νή­κουν σέ ἄλ­λους. Ἀναμφίβολα “εἶ­ναι πι­θα­νό ὅτι ὁ Παρ­με­νί­δης ἐ­ξέ­θε­σε συγ­κε­κρι­μέ­νες γνῶ­μες ἄλ­λων”: ἴ­σως νά ἐ­πρό­κει­το γιά τίς γνῶ­μες τῶν ἴδι­ων τῶν Πυ­θα­γο­ρεί­ω­ν, τῶν ὁ­ποί­ων θά γνω­ρί­ζα­με ἔ­τσι τή φυ­σι­κή θε­ω­ρί­α γιά τήν ὁ­ποί­α τό­σο λί­γα γνω­ρί­ζου­με· ἴ­σως νά ἐ­πρόκει­το ὅ­μως καί γιά ἕ­να εἶ­δος πρώ­ι­μης δο­ξο­γρα­φί­ας ἤ ἀ­κό­μη καί γιά πα­ράρ­τη­μα τῆς δι­δα­σκα­λί­ας τῆς ἴ­διας του τῆς θε­ω­ρί­α­ς: πράγ­μα πού θά ἐ­ξη­γο­ῦσε τήν πα­ρου­σί­α τῶν “χα­ρα­κτη­ρι­στι­κῶν ἀ­πό­η­χων” τῶν θε­ω­ρι­ῶν τοῦ Ἀναξίμανδρου καί τοῦ Ἀ­να­ξι­μέ­νη καί τήν ἀ­που­σί­α “ὁ­ρι­σμέ­νων χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά πυ­θα­γό­ρει­ων δογ­μά­των”.
 
Οἱ ἀ­να­λύ­σεις αὐ­τές τοῦ L. Robin ἔ­χουν ὡ­στό­σο τό μει­ο­νέ­κτη­μα ὅτι λη­σμο­νοῦν τό θε­με­λι­ῶ­δες ἔρ­γο τοῦ Κ. Reinhardt πά­νω στόν Παρ­με­νί­δη. Ἡ πρω­το­τυ­πί­α τοῦ Reinhardt ἦ­ταν ὅτι δέν δι­και­ώ­νει κα­μιά ἀ­πό τίς ἀν­τκρου­ό­με­νες κρι­τι­κές ἑρ­μη­νεῖ­ες πού ἀ­φο­ροῦν τό δεύ­τε­ρο μέ­ρος τοῦ ποι­ή­μα­τος. Για­τί τά λό­για της Δό­ξης δέν πρέ­πει νά τά ἐ­κλά­βει κα­νείς οὔ­τε μέ τήν ἔν­νοι­α ὅτι ἀ­πο­τε­λο­ϋν μιά ὑ­πο­θε­τι­κή ἀ­νά­πτυ­ξη, ὅπως πί­στευ­ε ὁ Gomperz, οὔ­τε μέ τήν ἔν­νοι­α ὅτι ἀ­σκοῦν μιά πολεμική. Ἔ­τσι, τό τέ­λος τοῦ ἀ­πο­σπά­σμα­τος 1 θά ἔ­πρε­πε νά ἀν­τι­με­τω­πι­στεῖ ὅπως ἔ­κα­ναν, με­τά τόν Reinhardt, πρῶ­τα ὁ Heidegger καί με­τά ὁ J. Beaufret, στήν εἰ­σα­γω­γή καί στή με­τά­φρα­σή του τοῦ ποι­ή­μα­τος τοῦ Παρ­με­νί­δη­. Ὅ­ταν ὁ Παρ­με­νί­δης μι­λά­ει γιά τήν ἀ­νάγ­κη νά με­λε­τή­σει τά δο­κο­ῦν­τα (ἀ­πό­σπα­σμα 1, στ. 31), δέν μι­λά­ει γιά τίς λαν­θα­σμέ­νες γνῶ­μες τῶν θνη­τῶν (δό­ξαι) (ο.π., στ. 30), ἀλ­λά γιά τήν πο­λύ­χρω­μη ποι­κι­λί­α τῶν πραγ­μα­τι­κο­τή­των στό μέ­τρο πού θε­με­λι­ώ­νον­ται στό Ὄν καί ἀ­πο­τε­λοῦν ἀν­τι­κεί­με­να τῆς ὀρ­θῆς δό­ξης. Τά δο­κο­ῦν­τα, λέ­ει ὁ J. Beaufret, εἶ­ναι κά­τι πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­πό ἁ­πλά φαι­νό­με­να — ὅπως εἶ­ναι ἀρ­γό­τε­ρα στόν Πλά­τω­να — : “Εἶ­ναι τά ἴδια τά πράγ­μα­τα” (ὁ.π., σ. 33). Σ’ αὐ­τήν τήν κα­τεύ­θυν­ση, ὁ Heidegger πρό­σφε­ρε ὁ­λο τό βά­θος τῆς σκέ­ψης του στίς ἀ­να­λύ­σεις τοῦ Reinhardt: Ό Κ. Reinhardt γιά πρώ­τη φο­ρά συ­νέ­λα­βε καί ἔ­λυ­σε τό τό­σο πο­λυ­συ­ζη­τη­μέ­νο πρό­βλη­μα τῶν δύ­ο με­ρῶν τοῦ φι­λο­σο­φι­κοῦ ποι­ή­μα­τος τοῦ Παρ­με­νί­δη, μο­λο­νό­τι δέν δεί­χνει ἔκ­δη­λα τό ὀν­το­λογι­κό θεμ­έ­λιο πού πο­οϋπο­θέ­τει ἡ σύν­δε­ση τῆς ἀ­λή­θειας μέ τήν δό­ξαν, οὔ­τε τήν ἀ­ναγ­και­ό­τη­τα αὐ­τοῦ τοῦ θε­με­λί­ου”.
 
Ἐπίσης ὁ ἴ­διος ὁ Παρ­με­νί­δης, στό Σχέ­διο τοῦ ποι­ή­μα­τος πού πε­ρι­έ­χε­ται στό τέ­λος τοῦ ἀ­πο­σπά­σμα­τος 1, μᾶς ὑ­πο­δη­λώ­νει αὐ­τό τό ὁ­ποῖ­ο εἶ­χαν δι­α­κρί­νει πο­λύ κα­λά ὁ Πλά­των, ὁ Ἀριστοτέλης, ὁ Πλού­ταρ­χος καί ὁ Σιμ­πλίκιος, καί τό ὁ­ποι­ο ἐ­πρό­κει­το νά συ­σκο­τί­σουν οἱ σχο­λια­στές τοῦ 19ου αἰ­ώ­να. Τό δεύ­τε­ρο μέ­ρος τοῦ ποι­ή­μα­τος, ἡ με­λέ­τη τοῦ Κό­σμου, συγ­κρο­τεῖ­ται καί θε­με­λι­ώ­νε­ται μέ βά­ση τό πρῶ­το μέ­ρος, τή με­λέ­τη τοῦ Ὄν­τος. Μιά θε­τι­κή Κο­σμο­λο­γί­α ἀ­πορ­ρέ­ει ἀ­πό τήν ­Ὀν­το­λο­γί­α. Βρι­σκό­μα­στε λοι­πόν μπρο­στά σέ τρεῖς, ἀν­τί γιά τέσ­σε­ρις, δρό­μους. Ὁ πρῶ­τος συ­νί­στα­ται στό νά συλλά­βει κα­νείς τήν Ἀλήθεια καί τό Ὄν, ὁ δεύ­τε­ρος στό νά κρί­νει τίς γνῶ­μες (δό­ξαι) τῶν θνη­τῶν σχε­τι­κά μέ τό Ὄν, ὁ τρί­τος στό νά κρί­νει τίς γνῶ­μες τῶν θνη­τῶν σχε­τι­κά μέ τά δο­κο­ῦν­τα, ὁ τέ­ταρ­τος στό νά δι­α­τυ­πώ­σει τή θε­με­λι­ω­μέ­νη Δό­ξαν πού πε­ρι­βάλ­λει τό γί­γνε­σθαι, μέ ἄλ­λα λό­για τόν Κό­σμο. Αὐ­τό εἶ­ναι τό νό­η­μα τῶν στί­χων 28 - 32 τοῦ ἀ­πο­σπά­σμα­τος 1:
 
“Πρέ­πει νά τά γνω­ρί­σεις ὅ­λα, τήν ἄ­τρο­μη καρ­διά τῆς ὁ­λο­στρόγ­γυ­λης Ἀλήθειας, ἀλ­λά καί τίς γνῶ­μες τῶν θνη­τῶν στίς ὁ­ποῖ­ες δέν μπο­ρεῖς νά ἐμ­πι­στευ­τεῖς ὅτι ὑ­πάρ­χει ἀ­λή­θεια. Μά­θε ὁ­μως ἀ­κό­μη πώς ἡ σε­βαστή-ποι­κι­λί­α-αὐ­τοῦ-πού-φαί­νε­ται (τά δο­κοῦν­τα) θά­’­πρε­πε νά ἀ­πο­τε­λέσει μιά πα­ρου­σί­α ἄ­ξια νά γί­νει ἀ­πο­δε­κτή (δο­κί­μως εἶ­ναι), ἁ­πλώ­νον­τας τήν κυ­ρι­αρ­χί­α της σέ ὅ­λα τά πράγ­μα­τα”.
 
Αὐ­τές οἱ προ­κα­ταρ­κτι­κές ἀ­να­λύ­σεις σχε­τι­κά μέ τή δι­ά­τα­ξη τοῦ ποι­ή­μα­τος καί τή θε­τι­κή καί δι­ό­λου κρι­τι­κή στά­ση τῶν στο­χα­σμῶν τοῦ Παρ­με­νί­δη σχε­τι­κά μέ τόν Κό­σμο θά μᾶς ἐ­πι­τρέ­ψουν νά δι­α­βά­σου­με μέ πε­ρισ­σό­τε­ρο συ­νε­πῆ τρό­πο ὁ­ρι­σμέ­να δι­φο­ρού­με­να χω­ρί­α τοῦ δεύ­τε­ρου μέ­ρους τοῦ ποι­ή­μα­τος.
Στό ἀ­πό­σπα­σμα 8, στ. 50 ἕ­ως 52, δι­α­βά­ζου­με:
 
Ἐν τῷ σοί παύ­ω πι­στόν λό­γον ἠδέ νό­η­μα
ἀμ­φίς ἀ­λη­θεί­η­ς· δό­ξας δ' ἀ­πό τοῦ­δε βρο­τεί­ας
μάν­θα­νε κό­σμον ἐ­μῶν ἐ­πέ­ων ἀ­πα­τη­λόν ἀ­κούων.
 
Ἐ­δῶ ὁ­λες οἱ με­τα­φρά­σεις στίς βα­σι­κές τους γραμ­μές συμ­πί­πτουν: “Ἐ­δῶ σο­ῦ τε­λει­ώ­νω τόν ἀ­ξι­ό­πι­στο λό­γο μου καί τό στο­χα­σμό μου σχε­τι­κά μέ τήν ἀ­λή­θεια· ἀ­πό τώ­ρα καί στό ἑ­ξῆς μά­θε τίς γνῶ­μες τῶν θνη­τῶν πα­ρα­κο­λου­θών­τας τήν ἀ­πα­τη­λή τά­ξη τῶν λό­γων μου”.
 
Σχε­τι­κά μέ τό “τήν ἀ­πα­τη­λή τά­ξη τῶν λό­γων μου” (στ. 52), ὁ Taran χρη­σι­μο­ποι­εῖ τίς ἴδι­ες ἀ­να­φο­ρές μέ ἐ­κεῖ­νες τοῦ Diels: (ο.π., σ. 92): ἕ­να ἀ­πό­σπα­σμα τοῦ Σό­λω­να, ἕ­να ὀρ­φι­κό ἀ­πό­σπα­σμα τό ὁ­ποῖ­ο πα­ρα­θέ­τει ὁ Πλά­των στόν Φί­λη­βο (66C), ἕ­να στί­χο τοῦ Ἐμ­πε­δο­κλῆ (ἀ­πό­σπα­σμα 17, στ. 26). Ἀλ­λά ἡ πραγ­μα­τι­κή δυ­σκο­λί­α τοῦ στί­χου καί τοῦ νο­ή­μα­τος τοῦ χω­ρί­ου δέν βρί­σκε­ται δι­ό­λου σ' αὐ­το τό ση­μεῖ­ο τοῦ στί­χου. Ἡ πραγ­μα­τι­κή δυ­σκο­λί­α βρί­σκε­ται στό νό­η­μα τῆς λέ­ξης κό­σμος στό στί­χο 52, ἄν συ­σχε­τί­σει κα­νείς τό στί­χο αὐ­τό μέ τούς στί­χους μέ τούς ὁ­ποί­ους κα­τα­λή­γει ἡ ἀ­νά­πτυ­ξη τοῦ θέ­μα­τος, καί εἰ­δι­κό­τε­ρα μέ τό στί­χο 60, ὁ ὁ­ποῖ­ος πε­ρι­λαμ­βά­νει τόν ὅ­ρο δι­ά­κο­σμος. Φαί­νε­ται ἀ­πα­ρά­δε­κτο, τό­σο γλωσ­σο­λο­γι­κά ὁ­σο καί φι­λο­σο­φι­κά, τό νά μή συν­δέ­σει κα­νείς τόν κό­σμον μέ τόν δι­ά­κο­σμον.
 
Ἄν τό κά­νου­με αὐ­τό, προ­κύ­πτει μιά ἐν­τε­λῶς ἄλ­λη ἄ­να­γνω­ση τῶν στί­χων 51 - 52, μιά ἀ­νά­γνω­ση ἀ­πεί­ρως ἰ­κα­νο­ποι­η­τι­κό­τε­ρη γιά τήν κα­τα­νό­η­ση τῆς παρ­με­νί­δειας ἀν­τί­λη­ψης γιά τόν Κό­σμο.
 
Θά πρέ­πει πρῶ­τον οἱ λέ­ξεις μάν­θα­νε κό­σμον νά δι­α­βα­στοῦν μα­ζί: “μά­θε τόν κό­σμο” (στ. 52).
 
Ἀπό τήν ἄλ­λη πλευ­ρά θά πρέ­πει νά ἐν­νο­ή­σου­με με­τά τό ἐ­πί­θε­το ἀ­πα­τη- λόν τό οὐ­σι­α­στι­κό λό­γον. ’Ἀπέναντι στόν πι­στόν λό­γον (στ. 50), ὑ­πάρ­χει ἕ­νας ἀ­πα­τη­λός λ.ὄ­γος (στ. 52).
 
Τέ­λος θά πρέ­πει, δι­α­βά­ζον­τας τό δό­ξας βο­ο­τεί­ας ὡς αἰ­τι­α­τι­κή τῆς ἀ­νά- φο­ρᾶς, νά κα­τα­λά­βου­με ὅτι ἀ­κρι­βῶς “σέ σχέ­ση μέ τίς γνῶ­μες τῶν θνη­τῶν” ἐ­πι­θυ­μεῖ ὁ Παρ­με­νί­δης νά δι­α­τυ­πώ­σει ἕ­να λό­γο γιά τόν κό­σμο πού μέ κανέ­ναν τρό­πο δέν μπο­ρεῖ νά θε­ω­ρη­θεῖ ἐ­σφαλ­μέ­νος καί πού δέν ἀ­πο­κλεί­ει με­ρι­κές πι­θα­νό­τη­τες προ­σεγ­γι­στι­κῆς ἀ­κρί­βειας· ἕ­ναν προ­σεγ­γι­στι­κό λό­γο (ἀ­πα­τη­λός), ὅπως πε­ρί­που θά μι­λή­σει ἀρ­γό­τε­ρα ὁ Πλά­των γιά τήν ὀρ­θήν δό­ξαν τοῦ αἰ­σθη­τοῦ κό­σμου ἤ ὁ Bachelard γιά μιά “προ­σεγ­γι­στι­κή γνώ­ση” τῶν φαι­νο­μέ­νων.
 
Μέ βά­ση αὐ­τές τίς πρῶ­τες γλωσ­σο­λο­γι­κές καί φι­λο­σο­φι­κές πα­ρα­τη­ρή­σεις, μιά πε­ρισ­σό­τε­ρο συ­νε­πής με­τά­φρα­ση τοῦ θε­με­λι­ώ­δους αὐ­τοῦ χω­ρί­ου θά ἦ­ταν ἡ ἀ­κό­λου­θη:
 
«Ἐ­δώ σού τε­λει­ώ­νω τόν ἀ­ξι­ό­πι­στο λό­γο μου καί τό στο­χα­σμό μου σχε­τι­κά μέ τήν Ἀλήθεια. Ἀπό δῶ καί στό ἑ­ξῆς, καί ὅ­σον ἀ­φο­ρᾶ τίς γνῶ­μες τῶν θνη­τῶν, μά­θε τήν Τά­ξη τοῦ Κό­σμου ἀ­κού­γον­τας μέ­σα ἀ­πό τά λό­γιά μου ἕ­να Λό­γο πού εἶ­ναι δυ­να­τόν νά ἀ­πα­τή­σει.»
 
Ἔ­τσι, αὐ­τή ἡ “τά­ξη τοῦ κό­σμου” (κό­σμος) (στ. 52) ἀ­πο­τε­λεῖ προ­εί­κα­σμα τῆς “ἀ­νά­πτυ­ξης τῆς τά­ξης τοῦ κό­σμου” (δι­ά­κο­σμος) τήν ὁ­ποί­α ἀ­να­φέ­ρει ὁ στί­χος 60 το­νί­ζον­τας τόν ὑ­ψη­λό βαθ­μό ἀ­λη­θο­φά­νειας πού τή δι­α­κρί­νει (ἐ­οι­κό­τα) (στ. 60), το­νί­ζον­τας δη­λα­δή τό χα­ρα­κτή­ρα τῆς ο ἰ ο ν ε ί -προ­φάνειας, τῆς ο ἰ ο ν ε ί-βε­βαι­ό­τη­τας, τῆς ο ἰ ο ν ε ί-στα­θε­ρό­τη­τας. Αὐ­τή τήν “τά­ξη τοῦ κό­σμου” (κό­σμος), κα­θώς καί τήν “ἀ­νά­πτυ­ξη τῆς τά­ξης τοῦ κό­σμου” (δι­ά­κο­σμος), ὁ Παρ­με­νί­δης δέν τήν ὑ­πο­θέ­τει ἁ­πλῶς. Τή θέ­τει. Τή βλέ­πει. “Σοῦ τήν ἀ­πο­κα­λύ­πτω” (φα­τί­ζω) λέ­ει ὁ στί­χος 60, ξα­να­βρί­σκον­τας, ὅ­σον ἀ­φο­ρᾶ τόν Κό­σμο, σχε­δόν τόν ἴ­διο τύ­πο ἀ­πο­κά­λυ­ψης πού εἶ­χε δε­χτεῖ πιό πά­νω σέ σχέ­ση μέ τό Ὄν, τό ἰ­όν, τό ὁ­ποι­ο εἶ­ναι πε­φα­τι­σμέ­νον (στ. 35).
 
To ὅτι πρό­κει­ται γιά μιά στα­θε­ρή γνώ­ση, ἀ­φοῦ εἶ­ναι θε­με­λι­ω­μέ­νη στό Ὄν, γί­νε­ται προ­φα­νές ἀ­πό πολ­λές ἐκ­φρά­σεις στά ἀ­πο­σπά­σμα­τα 8 ἕ­ως 19. “Γιά νά μή σέ ξε­πε­ρά­σει πο­τέ ἡ κρί­ση (γνώ­μη) τῶν θνη­τών” (ἄ­πο­σπ. 8, στ. 61). “Θά γνω­ρί­σεις (εἴ­σῃ) τή φω­τει­νή ἔ­κτα­ση τοῦ Αἰ­θέ­ρα… θά γνω­ρί­σεις (εἰ­δή­σεις) ἐ­πί­σης τόν Οὐ­ρα­νό πού πε­ρι­βάλ­λει τά πάν­τα” (ἀ­πο­σπ. 10, στ. 1 στ. 5). Καί τό ἀ­πό­σπα­σμα μέ τό ὁ­ποῖ­ο κλεί­νει τό ποί­η­μα, τό ἀ­ποόσπασμά 19, δέν εἶ­ναι λι­γό­τε­ρο κα­τα­φα­τι­κό, ἀ­φοῦ λέ­ει ὅτι “σύμ­φω­να μέ τήν δό­ξαν” ἀν­τι­λαμ­βά­νε­ται κα­νείς πῶς προ­έ­κυ­ψαν τά πράγ­μα­τα (ἔ­φυ) καί εἶ­ναι τώ­ρα (νῦν ἔ­α­σι).
 
Ἔ­τσι ὁ κο­σμο­λο­γι­κός δυ­ϊ­σμός Φῶς-Νύ­χτα δέν ἀ­πο­τε­λεῖ πλα­νη­μέ­νη γνώ­μη τῶν θνη­τῶν. Εἶ­ναι ἐ­κλο­γί­κευ­ση τοῦ γί­γνε­σθαι μέ βά­ση δύ­ο αἰ­ώ­νι­ες ἀρ­χές, οἱ ὁ­ποῖ­ες θε­με­λι­ώ­νον­ται στήν ἑ­νό­τη­τα τοῦ Ὄν­τος. Ἡ θε­με­λι­ω­μέ­νη δό­ξα δέν εἶ­ναι τό ἴ­διο μέ τίς πλα­νε­ρές δό­ξαι. Ὁ ἀ­πα­τη­λός λό­γος δέν εἶ­ναι δι­ό­λου ­ψευ­δής λό­γος, καί ἡ ἀ­πά­τη δέν εἶ­ναι ψεῦ­δος. Ὁ Σιμ­πλί­κιος, πού προ­σπα­θοῦ­σε νά ἀ­πο­σπά­σει τό βα­θύ­τε­ρο νό­η­μα τοῦ ἀ­πα­τη­λός (λό­γος), τό εἶ­χε δι­α­κρί­νει σω­στά. Στό ὑ­πό­μνη­μά του στά Φυ­σι­κά, ὁ Σιμ­πλί­κιος ἔ­δει­χνε πράγ­μα­τι ’­ὅτι ὁ δο­ξα­σ­τός καί ἀ­πα­τη­λός λό­γος συγ­κρο­τοῦν­ται μέ βά­ση τήν Ἀλήθειαν.
 
Κα­τά τά ἄλ­λα, τό δεύ­τε­ρο μέ­ρος τοῦ ποι­ή­μα­τος βρί­σκε­ται σέ ἁρ­μο­νί­α μέ τό πρῶ­το. Πράγ­μα­τι, στό πρῶ­το μέ­ρος ὁ Παρ­με­νί­δης ἐ­πα­να­το­πο­θε­τεῖ ἤ­δη τόν Κό­σμο σέ σχέ­ση μέ τό Ὄν. Στό ἀ­πό­σπα­σμα 4, ὁ κό­σμος δέν πρέ­πει νά νο­η­θεῖ μό­νο ὡς τά­ξη ἀλ­λά ἤ­δη ὡς τά­ξη τοῦ κό­σμου. Ἡ σκέ­ψη δέν πρέ­πει νά δι­α­λύ­ει τή συ­νά­φεια τοῦ Ὄν­τος πρός τό Ὄν “ὔ­τε ἔ­τσι ὥ­στε νά τό ἀ­φή­σει νά δι­α­με­λι­στεῖ μέ­σα σ’ ἕ­να γε­νι­κό σκόρ­πι­σμα σέ σχέ­ση μέ τήν τά­ξη τοῦ κό­σμου, οὔ­τε ἔ­τσι ὥ­στε νά ἀ­να­συν­τα­χθεῖ ἐκ τῶν ἔ­ξω”. Ἔ­τσι ὁ Παρ­με­νί­δης θε­ω­ρεῖ ἐ­δῶ τό Ὄν στή σχέ­ση του μέ τό Σύμ­παν, δη­λα­δή ἤ­δη στή σχέ­ση του μέ τή δι­ά­τα­ξη τοῦ κό­σμου.
 
Ό Nietzsche εἶ­χε λά­θος νά λυ­πᾶ­ται πού δέν ἔ­βρι­σκε στόν Παρ­με­νί­δη πα­ρά ἕ­να στο­χα­σμό πά­νω στό Ὄν, στο­χα­σμό πού ξε­χνο­ῦ­σε τό λαμ­πύ­ρι­σμα καί τήν τά­ξη τοῦ κό­σμου. Στο­χα­στής τῆς ἑ­νό­τη­τας τοῦ Ὄν­τος, ὁ Παρ­με­νί­δης ὑ­πῆρ­ξε ἐ­πί­σης στο­χα­στής τοῦ κό­σμου, στό μέ­τρο πού τό γί­γνε­σθαι βρί­σκει ἀ­κρι­βῶς τό θε­μέ­λιό του στό Ὄν. Τά πράγ­μα­τα πού γί­γνον­ται, ἀ­πέ­χουν πο­λύ ἀ­πό τό νά εἶ­ναι μό­νο φαι­νό­με­να, εἶ­ναι πραγ­μα­τι­κά. Τά πάν­τα “εἶ­ναι πλή­ρη” (πλέ­ον ἔ­στι) Φω­τός καί Νυ­κτός χω­ρίς Φῶς (ἀ­πο­σπ. 9, στ. 3). Δύ­ο φυ­σι­κές ἀρ­χές, δύ­ο μορ­φαί (ἀ­πο­σπ. 8, στ. 53), ἔ­χουν δί­και­α τε­θεῖ μᾶλ­λον πα­ρά ὑ­ποτε­θεῖ ἀ­πό με­ρι­κούς θνη­τούς (κα­τέ­θεν­το, ἐ­θεν­το) (ἀ­πο­σπ. 8, στ. 53, στ. 55)· μα­ζί μέ τόν Ἔ­ρω­τα (ἀ­πο­σπ. 13), οἱ ἀρ­χές αὐ­τές συ­νι­στοῦν τήν πραγ­μα­τι­κή δο­μή τῶν γι­γνο­μέ­νων πραγ­μά­τω­ν, τή δο­μή ὅ­λων τῶν “ὄν­των” (ἀ­πε­όν­τα, πα­ρ­ε­όν­τα) (ἀ­πο­σπ. 4, στ. 1)· ἡ αἰ­ω­νι­ό­τη­τά τους καί ἡ ταυ­τό­τη­τα πρός τόν ἑ­αυ­τό τους (ἑ­ω­υ­τῷ πάν­το­σε τωὐ­τόν) (ἀ­πο­σπ. 8, στ. 57) συ­νι­στοῦν, στό ἐ­πί­πεδο τῆς πολ­λα­πλό­τη­τας τοῦ γί­γνε­σθαι, τή λάμ­ψη τῆς μί­ας, αἰ­ώ­νιας, ταυ­τό­ση­μης πρός τόν ἑ­αυ­τό της ἀρ­χῆς. Ἔτσι, με­τά τόν πιστόν λό­γον, ἔρ­χε­ται ὁ ἀ­πατη­λός λό­γος: ὁ λό­γος πού μπο­ρεῖ νά ἀ­πα­τή­σει εἶ­ναι, ὄν­τας θε­με­λι­ω­μέ­νος στό Ὄν, λό­γος πού δέν ἀ­πα­τᾶ δι­ό­λου. Εἶ­ναι, σί­γου­ρα, λει­ψή γνώ­ση γνώ­ση ἀ­τε­λής, για­τί εἶ­ναι γνώ­ση δι­α­φο­ρε­τι­κή ἀ­πό τήν κα­θα­ρή γνώση τοῦ ἀ­γε­νή­του, εἶ­ναι ὡ­στό­σο γνώ­ση ἡ ὁ­ποί­α, στη­ριγ­μέ­νη πά­νω στήν κρί­ση (γνώ­μη) καί στίς γνῶ­μες (δό­ξαι) ὁ­ρι­σμέ­νων θνη­τῶν (Ἀ­να­ξί­μαν­δρος, Ἄ­να­ξιμέ­νης, Πυ­θα­γό­ρει­οι), πα­ρα­με­ρί­ζει τίς πλά­νες (ἀ­πο­σπ. 8, στ. 54) γιά νά ἀ­πόσπά­σει μί­α οὐ­σι­α­στι­κή ἀ­πο­κά­λυ­ψη γιά τόν κό­σμο (φα­τί­ζω) (στ. 60), μί­α στα­θε­ρή δό­ξα (ἀ­πο­σπ. 19, στ. 1), μί­α στα­θε­ρή κρί­ση (γνώ­μη) (ἀ­πο­σπ. 8, σ. 61) Ἡ γνώ­ση βέ­βαι­α πα­ρα­μέ­νει ἐ­δῶ στό ἐ­πί­πε­δό της ἀ­λη­θο­φά­νειας (δι­ά­κο­σμον ἐ­οι­κό­τα) (ἀ­πο­σπ. 8, στ. 60), ἀλ­λά μί­ας στέ­ρε­ης ἀ­λη­θο­φά­νειας.

Παρμενίδης: Το ταξίδι της μεταφυσικής

Αποτέλεσμα εικόνας για Παρμενίδης: Το ταξίδι της μεταφυσικήςΜια ολοκληρωμένη εικόνα της σκέψης του Παρμενίδη, του κατ'' εξοχήν φιλοσόφου του όντος, και ταυτόχρονα μια ελπιδοφόρα εξάπλωση του ελληνικού φιλοσοφικού λόγου πέρα από τα παραδοσιακά όρια του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη.
 
Πρώτο και έσχατο ζητούμενο της φιλοσοφικής δραστηριότητας είναι η αποκάλυψη του κοσμικού μυστηρίου. Αμεση απόρροια αυτής της ανακάλυψης, αν επιτευχθεί, είναι η κατανόηση της θέσης του ανθρώπου μέσα στο συνολικό πλέγμα σχέσεων της φυσικής πραγματικότητας. Για ολόκληρη την ελληνική φιλοσοφία η ηθική υποτάσσεται στην οντολογία. Ο πρώτος έλληνας διανοητής που διαστοχάστηκε την έννοια του όντος και χρησιμοποίησε αυτόν τον όρο για να δηλώσει την ουσιώδη ενότητα και ταυτότητα των επί μέρους πραγμάτων του κόσμου είναι ο Παρμενίδης. Για την αρχαία φιλοσοφική παράδοση ο Παρμενίδης είναι ο κατ' εξοχήν φιλόσοφος του όντος.
 
Τα τελευταία χρόνια έχει παρουσιαστεί στην Ελλάδα μια διστακτική αλλά ελπιδοφόρα άνθηση στον χώρο της μελέτης των αρχαίων φιλοσόφων που ξεπερνά τα στενά παραδοσιακά όρια του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη. Μέρος, αν όχι καρπός, αυτής της κινητικότητας είναι και η μονογραφία για τον Παρμενίδη του Π. Θανασά. Ανταποκρινόμενη στις σύγχρονες απαιτήσεις για πληρέστερη κατανόηση του αρχαιοελληνικού στοχασμού η μελέτη αυτή παρουσιάζει μια ολοκληρωμένη εικόνα της σκέψης του εξεταζόμενου φιλοσόφου.
 
Ο Παρμενίδης ανήκει στην κατηγορία των λεγομένων προσωκρατικών φιλοσόφων. Ο όρος, αν και δεν είναι πλήρως ικανοποιητικός, χρησιμοποιείται για να δηλώσει τον φιλοσοφικό στοχασμό που άκμασε στην Ελλάδα πριν από την τομή που επέφερε η απορητική μέθοδος του Σωκράτη. Οι περισσότεροι προσωκρατικοί ήταν φυσιολόγοι. Ενδιαφέρονταν για την πρώτη φυσική αρχή του κόσμου, δηλαδή για το πρώτο στοιχείο από το οποίο προέρχονται όλα τα πράγματα του κόσμου. Το βασικό ερώτημα που απασχολούσε τη σκέψη τους ήταν: Τι άραγε να αποτελεί τη ρίζα των πολλών και ποικίλων πραγμάτων που κεντρίζουν τις αισθήσεις μας; Απαντώντας σε τούτο το ερώτημα οι προσωκρατικοί πρότειναν διάφορες λύσεις. Αλλος είπε ότι όλα τα πράγματα είναι νερό, άλλος ότι είναι αέρας, κάποιος τρίτος ότι είναι το απέραντο και ένας τέταρτος ότι είναι η φωτιά. Η βαθύτητα του στοχασμού των προσωκρατικών μπορεί εύκολα να συσκοτιστεί από απλουστευτικές εκθέσεις που στηρίζονται στον δήθεν μυθικό πρωτογονισμό των απόψεών τους.
 
Απέναντι στους φυσιολόγους και την παράδοση των ιωνικών ακτών της Μικράς Ασίας αντιτάχθηκε η λεγομένη σχολή της Ελέας της Κάτω Ιταλίας. Ο κυριότερος εκπρόσωπός της, ο Παρμενίδης, υποστήριξε ότι η ενότητα των πραγμάτων του κόσμου δεν βασίζεται σε μια κοινή υποκείμενη φυσική ουσία, αλλά στην ίδια τους την οντότητα. Με τον Παρμενίδη εγκαταλείπεται ο λεγόμενος υλοζωισμός των ιώνων φυσιολόγων και εγκαινιάζεται η μεταφυσική και η οντολογία.
 
Ολόκληρη η ελληνική φιλοσοφία αποσκοπεί στη γνώση. Η κατανόηση των πραγμάτων του κόσμου είναι ο απώτερος προορισμός του φιλοσοφικού ταξιδιού. Επειδή όμως τα πράγματα καθαυτά είναι μυστηριώδη και κρυμμένα, η φιλοσοφία χρησιμοποιεί τον λόγο ως όργανο ανακάλυψης της ουσίας των πραγμάτων που αρνούνται να αυτοαποκαλυφθούν. Ετσι ξεκινά ένας δεύτερος πλους με προορισμό και πάλι τη γνώση, με άλλα όμως, αυτή τη φορά, μέσα ναυσιπλοΐας και διαφορετική ίσως ρότα. Ο Σωκράτης εγκαινιάζει συνειδητά αυτό το δεύτερο ταξίδι με ρητή δήλωση στον πλατωνικό Φαίδωνα. Ξεκίνησε όμως πράγματι τότε το ταξίδι του λόγου ή μήπως είχε ήδη ξεκινήσει νωρίτερα; Η άποψη του Π. Θανασά είναι ότι το σκάφος του λόγου πέφτει στα νερά της λογικής αναζήτησης και κάνει το εναρκτήριο ταξίδι του με πρώτο κυβερνήτη τον Παρμενίδη. Η θέση αυτή τον αναγκάζει να θεωρήσει τον Εφέσιο Ηράκλειτο, τον πρώτο συνειδητό φιλόσοφο του λόγου, ως νεότερο από τον Παρμενίδη.
 
Στην αρχαία φιλοσοφική παράδοση ο Παρμενίδης πέρασε ως ο φιλόσοφος που υποστήριξε την ακινησία του όντος και αρνήθηκε την πολλαπλότητα και ποικιλομορφία του αισθητού κόσμου. Οι κατηγορίες που συχνότατα εκτοξεύονται κατά της φιλοσοφίας του αφορούν κατά κύριο λόγο την υπέρμετρη αδιαφορία προς την αισθητηριακή πρόσληψη της πραγματικότητας που ο στοχασμός του προϋποθέτει. Το γεγονός ότι οι αισθήσεις ενδέχεται να αποβούν κακός οδηγός για όποιον αποφασίσει να δει την ουσία των πραγμάτων είναι κοινός τόπος στην αρχαία σκέψη. Η ιδιαιτερότητα του Παρμενίδη όμως ήδη για την αρχαία πρόσληψη του έργου του έγκειται στα συμπεράσματα που ο ίδιος εξήγαγε, αφού είχε προηγουμένως οδηγήσει την κοινή πεποίθηση για το επισφαλές των αισθήσεων στις ακραίες της συνέπειες. Η βασική θέση του παρμενίδειου στοχασμού είναι ότι «το ον είναι αγέννητο και ανώλεθρο, πλήρες και ενιαίο και ατάραχο και τέλειο» (απόσπ. 8). Ποιο όμως είναι αυτό το ον; ρωτούσαν οι αρχαίοι και εξακολουθούν να ρωτούν οι νεότεροι μελετητές. Το ερώτημα αυτό θεωρεί άστοχο ο Π. Θανασάς και την ακαταλληλότητά του προτίθεται να αποδείξει στη μονογραφία του.
 
Ο Παρμενίδης, υποστηρίζει ο Π.Θ., δεν απαντά στο ερώτημα «τι το ον;» που απασχολούσε τους προγενέστερους και μεταγενέστερους στοχαστές, αλλά τονίζει το κοινό βάθρο της ύπαρξης όλων των πραγμάτων που είναι. Η κύρια θέση του βιβλίου βασίζεται σ' αυτή την εσκεμμένη ανιστορική θεώρηση. Η πραγμάτευση του θέματος ακολουθεί συστηματική και όχι ιστορική μέθοδο έρευνας. Σπανίως παρουσιάζονται επιχειρήματα ιστορικής απόκλισης και η ισχύς τους βεβαίως αποδυναμώνεται από το συνολικό πλαίσιο στο οποίο εντάσσονται. Αν και ανιστορική η προσέγγιση του Π.Θ. ενέχει, ωστόσο, ένα βασικό στοιχείο ιστορικότητας. Εκκίνηση της ερμηνείας που προτείνεται είναι η διάθεση του συγγραφέα να αποκρούσει την παραδοξολογία της φιλοσοφίας του Ελεάτη και να αποσείσει την ασυμβατότητά της προς την υπόλοιπη ελληνική σκέψη ­ στοιχεία βεβαίως που οι ίδιοι οι αρχαίοι είχαν καίρια διαγνώσει. Σκοπός λοιπόν της μελέτης είναι η ένταξη της παρμενίδειας σκέψης στη γενικότερη φυσιολατρική στάση της φιλοσοφικής προοπτικής των Ελλήνων.
 
Παρά τις γερμανικές καταβολές της ερμηνευτικής προσέγγισης του συγγραφέα ­ τα ονόματα των Heidegger και Gadamer επανέρχονται συχνά στη συζήτηση, άλλοτε φανερά και άλλοτε κεκαλυμμένα ­, η ανάλυση του θέματος χαρακτηρίζεται από πραγματισμό. Από εκεί εκπορεύεται η αντίθεση τόσο προς ακραιφνώς ιδεαλιστικές ερμηνείες όσο και προς προσεγγίσεις αναλυτικής κατεύθυνσης (φιλοσοφία της γλώσσας, τυπική λογική). Η μέση οδός του κοινού νου βρίσκεται πίσω από επιμελημένα φιλοσοφικά και φιλολογικά επιχειρήματα και η νηφαλιότητα μιας κατανοήσιμης και αναβιώσιμης κεντρικής θέσης αναδύεται ως αποτέλεσμα της κατά βάθος πραγματιστικής διαπραγμάτευσης. Ο Παρμενίδης είναι, κατά τον Π.Θ., ο πρώτος φιλόσοφος που πολύ πριν από τον Heidegger στοχάστηκε τη λήθη του Είναι και ασχολήθηκε με την α-λήθεια ως τρόπο αποκάλυψης του γνωστού αλλά όχι εγνωσμένου, ή, αλλιώς, του γνωστού αλλά λησμονημένου. Το κοινό στοιχείο όλων των πραγμάτων του κόσμου ή του νου είναι το γεγονός της ύπαρξής τους, ένα γεγονός που ουδόλως αλλοιώνεται από τη φυσική γένεση και φθορά, που, κατά την προτεινόμενη ερμηνεία, καθόλου δεν αρνείται ο ελεάτης σοφός. Το ανώλεθρο, αγέννητο, ακίνητο και τέλειο ον του παρμενίδειου στοχασμού είναι το ίδιο το Είναι των όντων, ή όπως αλλιώς, ακολουθώντας τον Πλάτωνα, θέλει να το ονομάσει ο Π.Θ., η Ιδέα του Οντος. Παρά τον υφέρποντα μοντερνισμό μιας τέτοιας προσέγγισης η σύλληψη είναι προκλητικά δελεαστική.
 
Το σημείο το οποίο θα άξιζε ιδιαίτερης κριτικής αφορά την άποψη του Π.Θ. ότι το Είναι και το Λέγειν, το πεδίο του Οντος και το πεδίο της Γλώσσας, είναι ομοεκτατά. Η αλήθεια, υποστηρίζει ο συγγραφέας, είναι πάντοτε άμεσα εκφράσιμη στη γλώσσα. Ωστόσο, αντίθετα με ό,τι πιστεύει η σύγχρονη γλωσσολογία, η ουσιαστική επικοινωνία δεν γίνεται μεταξύ ενός πομπού και ενός δέκτη· επιτυγχάνεται μόνο αν προϋπάρχουν κοινά βιώματα, δηλαδή μόνο αν το αντικείμενο της επικοινωνίας έχει προηγουμένως διαμεσολαβηθεί από τον κόσμο της εμπειρίας μας, δηλαδή από το ον. Γι' αυτόν ακριβώς τον λόγο αναγκαζόμαστε να ανατρέξουμε στις προθέσεις ενός ομιλητή και να διαβάσουμε πέρα από τις λέξεις ενός συγγραφέα προκειμένου να κατανοήσουμε πραγματικά τα λεγόμενά του. Η επικοινωνιακότητα άρα της γλώσσας στηρίζεται στη νοητότητα του Οντος: το Λέγειν εκφράζει μόνο ένα μέρος του Είναι, το μέρος που έχει προηγουμένως βιωθεί και νοηθεί.
 
Στα μειονεκτήματα της μελέτης συγκαταλέγεται ο ενίοτε υπερβολικά διαλεκτικός χαρακτήρας, ο ελεγκτικός και πολεμικός τόνος και η εριστική διάθεση. Ο συγγραφέας υποστηρίζει με σαφήνεια τις απόψεις του έναντι των ερμηνειών που έχουν κατά καιρούς προταθεί από άλλους μελετητές, αλλά δεν κατορθώνει να αποφύγει την άσκοπη αντιδικία με προτάσεις διαφορετικής ερμηνευτικής κατεύθυνσης από τη δική του. Στα πλεονεκτήματα του έργου, εκτός από την πολύ επιμελημένη έκδοση των ΠΕΚ, πρέπει να αναφερθούν επίσης το ευρετήριο κυρίων ονομάτων και το παράρτημα με τα σωζόμενα αποσπάσματα του Παρμενίδη. Το τελευταίο, αν και δεν έχει αξιώσεις κριτικής έκδοσης, προάγει ωστόσο την έρευνα με τη θαρραλέα υποστήριξη παλαιών γραφών και νεότερων διορθώσεων. Στην προσεγμένη μετάφραση που πλαισιώνει τα αρχαία αποσπάσματα ο αναγνώστης θα πρέπει να είναι βεβαίως προσεκτικός: η προτεινόμενη απόδοση του νοήματος απηχεί προφανώς τις συγκεκριμένες ερμηνευτικές απόψεις που ο συγγραφέας αναπτύσσει στο κυρίως μέρος της εργασίας του. 
 

H αδηφαγική διαταραχή

«Νιώθω αηδία για τον εαυτό μου. Όσο περισσότερο τρώω τόσο περισσότερο θέλω. Τρώω τόσο γρήγορα σαν να μην υπάρχει αύριο. Δεν μπορώ να ελέγξω τον εαυτό μου. Νιώθω αδύναμη. Το φαγητό ελέγχει τη ζωή μου. Είναι ο καλύτερος φίλος και ο χειρότερος εχθρός μου.»

Οι παραπάνω φράσεις περιγράφουν τη σημαντικότητα του προβλήματος ασθενών με αδηφαγική διαταραχή. Μια διαταραχή που αναγνωρίστηκε επίσημα ως ανεξάρτητη διατροφική διαταραχή, της οποίας η θεραπεία χρήζει ιδιαίτερης αντιμετώπισης από τους ειδικούς. Χαρακτηρίζεται από διάφορα συμπεριφοριστικά και συναισθηματικά συμπτώματα:

Επαναλαμβανόμενα επεισόδια υπερφαγίας
Κατανάλωση μεγάλης ποσότητας τροφής σε σύντομο χρονικό διάστημα
Αίσθημα απώλειας ελέγχου
Το άτομο τρώει χωρίς να πεινάει και μέχρι να νιώσει άβολα
Τρώει μόνο του και με γρήγορο ρυθμό
Αισθήματα αηδίας, κατάθλιψη, ντροπή, ενοχές

Η εμπειρία του να ζει κανείς με την αδηφαγική διαταραχή είναι τόσο οδυνηρή, όσο και με κάθε άλλη διατροφική διαταραχή. Οι περισσότεροι άνθρωποι που αγωνίζονται ενάντια στη διαταραχή, πιστεύουν πως απλά δεν έχουν αρκετά ισχυρή θέληση για να σταματήσουν τα υπερφαγικά επεισόδια, και για το λόγο αυτό αισθάνονται τεράστιες ενοχές. Στην προσπάθειά τους να κατευνάσουν τις ενοχές τους καταφεύγουν σε επαναλαμβανόμενες αποτυχημένες δίαιτες, αγνοώντας το γεγονός ότι η δίαιτα με την έννοια της στέρησης τροφής, είναι ένας από τους αιτιώδεις παράγοντες για την πρόκληση υπερφαγικών επεισοδίων και την ανάπτυξη διατροφικής διαταραχής. «Πάχυνα από τις πολλές δίαιτες» θα πουν και όσο οξύμωρη κι αν ακούγεται η συγκεκριμένη φράση, κρύβει μέσα της όλο τον πόνο, το θυμό, την αδικία και την απελπισία των ανθρώπων αυτών. Συναισθήματα που απορρέουν από μια μάχη ενάντια σε έναν υποτιθέμενο εχθρό (το βάρος), που στην πραγματικότητα διογκώνει και διαιωνίζει το πρόβλημα, δημιουργώντας έναν φαύλο κύκλο (υπερφαγία à ψυχολογική κατάπτωσηà στέρηση τροφής àυπερφαγία).

Η αναγνώριση και η συνειδητοποίηση απέναντι σε τι παλεύεις είναι το πρώτο μεγάλο βήμα για την αντιμετώπιση της άσχημης κατάστασης και τη θεραπεία της διαταραχής. Είναι μεγάλο το σοκ των ανθρώπων που για πρώτη φορά θα συνειδητοποιήσουν ότι το αυξημένο σωματικό τους βάρος δεν είναι παρά το αποτέλεσμα του φαύλου κύκλου μέσα στον οποίο έχουν μπλεχτεί και ότι ο πραγματικός τους εχθρός είναι η ίδια η διαταραχή.

Το πρώτο σημαντικό βήμα, όμως έχει γίνει. Τώρα γνωρίζεις, και ξέρεις απέναντι σε τι παλεύεις και είσαι έτοιμη/ος να οργανώσεις η στρατηγική σου για να νικήσεις τη διαταραχή σου. Όσο περισσότερα μαθαίνεις για αυτήν τόσο μεγαλύτερη δύναμη αποκτάς. Την ακούς αλλά μαθαίνεις να μην την υπακούς, την παρατηρείς αλλά εκπαιδεύεσαι να μην την ακολουθείς. Καθώς αυτή θα χάνει την ισχύ της επάνω σου, εσύ θα χτίζεις την καινούρια σου ζωή.

Η Ευχή των Προβολών (η προσευχή των εκπορεύσεων): η αινιγματική προσευχή των Μανιχαίων

Η Ευχή των Προβολών, δηλαδή η προσευχή των εκπορεύσεων, είναι ένα ελληνικό μανιχαϊκό κείμενο, το οποίο ανακαλύφθηκε τον Φεβρουάριο του 1992 στην αιγυπτιακή όαση Dakhleh, όπου έχουν βρεθεί από το 1991 και εξής πολυάριθμα μανιχαϊκά κείμενα του 4ου αιώνα μ.Χ. Το κείμενο είναι γραμμένο πάνω σε ξύλινη πινακίδα με διαστὰσεις 31 εκατοστὰ ύψος και 9 εκατοστὰ πλάτος, αλλά η γραπτή επιφάνεια είναι 28x7. Οι τρύπες στο άγραφο περιθώριο δείχνουν ότι η πινακίδα αποτελούσε σελίδα από ένα ξύλινο βιβλίο με περισσότερα φύλλα. Έχει σωθεί σε καλή κατάσταση και αποτελεί μια από τις λίγες σχετικά μανιχαϊκές πηγές που έχουν διασωθεί στην αρχαία ελληνική γλώσσα. Εννοείται ότι στην εποχή του Μάνη και των μαθητών του υπήρχαν πολύ περισσότερα ελληνικά κείμενα, αλλά τα περισσότερα έχουν χαθεί ή έχουν διασωθεί μεταφράσεις τους σε άλλες παλιές γλώσσες. Η πρώτη έκδοση του κειμένου έγινε από τον R. G. JENKINS το 1995.

Είναι βέβαιο ότι σύμφωνα με τον συγγραφέα της Ευχής των Προβολών υπάρχει μόνο ένας Θεός και η δύναμή του ψάλλεται σε όλη την έκταση του κειμένου. Ωστὸσο το κείμενο σε άλλα σημεία αποκαλύπτει ξεκάθαρα τον μανιχαϊστικό και δυιστικό χαρακτήρα του. Εξάλλου οι Μανιχαίοι αποκαλούσαν πάντα ως Θεό μόνο την Καλή Αρχή και μερικές φαινομενικές εξαιρέσεις σ’ αυτή την τακτική οφείλονται είτε σε εχθρικές προς τον Μανιχαϊσμό πηγές ή εξηγούνται ως προσαρμογές του τρόπου του λόγου. Επιπλέον ο ριζικός δυισμός δεν σημαίνει απαραίτητα και έναν συμμετρικό δυισμό: το να πεις ότι υπάρχουν εξαρχής δύο ανεξάρτητες μεταξύ τους αρχές δεν σημαίνει ότι τις θεωρείς ισάξιες από αξιολογική ή ηθική άποψη. Πράγματι οι οπαδοί του Μάνη πάντοτε έδιναν έμφαση στην κυριαρχία της δύναμης του φωτὸς πάνω στη δύναμη του σκότους, χωρίς αυτὸ να τους εμποδίζει να δηλώνουν την συνύπαρξη των δύο αιώνιων βασιλείων. Αυτὸ ακριβώς συμβαίνει και με το κείμενό μας.

Τὸσο ο θεός του αγαθού όσο και ο θεός του κακού αποκαλούνται πρακτικά με τον ίδιο όρο, σύστασις ή σύστημα, γεγονός που υπονοεί την ύπαρξη δύο ξεχωριστών βασιλείων και παραπέμπει στον χαρακτηρισμό τους αλλού ως αρχών ή ριζών. Το ίδιο ισχύει και για τις θεϊκές οντὸτητες που εκπορεύονται από τις δύο αντίθετες αρχές, το φως και το σκότος, οι οποίες αποκαλούνται με τον ίδιο όρο, Δυνάμεις. Οι σκοτεινές δυνάμεις θέλησαν να αντιταχθούν στον αρχηγό των πάντων, δηλαδή τη δύναμη του φωτὸς. Και εδώ πρέπει να εννοήσουμε την προτεραιότητα του φωτὸς όχι οντολογικά, αλλά αξιολογικά. Από άλλες μανιχαϊκές πηγές μαθαίνουμε ότι υπήρξε και υπάρχει ένα είδος πραγματικού πολέμου ανάμεσα στο φως και το σκότος, την έναρξη του οποίου προκάλεσε η προσπάθεια του βασιλείου του σκότους να προσεγγίσει το βασίλειο του φωτὸς και να κυριαρχήσει επάνω του. Ο Πρωταρχικός Άνθρωποςπολέμησε ακριβώς σ’ αυτὸ τον πόλεμο. Ένα από τα μυστήρια που ο Παράκλητος αποκάλυψε στον Μάνη είναι το μυστήριο της πρωταρχικής σύγκρουσης που προκάλεσε το σκοτὰδι, όπως φαίνεται από τα μανιχαϊκά Κεφάλαια. Ο αντίπαλος του φωτὸς στην προσευχή μας αποκαλείται πολέμιος και αντίπαλος, ενώ σε άλλα κείμενα βρίσκουμε επίσης τις λέξεις αντίδικος, εχθρός, δυσμενής. Άλλες δυαδικές αντιθέσεις που υπάρχουν στο κείμενό μας είναι ανάμεσα στους φωτεινούς αγγέλους και τους αλαζονικούς αγγέλους, το αγαθό και την κακία, το ψευδές και το αληθές, το πονηρό και το δίκαιο. Αυτές οι αντιθέσεις θυμίζουν τα λόγια του Μάνη από άλλα μανιχαϊκά κείμενα ότι ήρθε για να διαχωριστούν μέσω αυτού οι πιστοί από τους άπιστους, τα παιδιά της βασιλείας από τα παιδιά του πονηρού, οι απόγονοι του Ύψους από τα γεννήματα του Βάθους. Αυτοί οι απόγονοι ανήκουν στα αντίστοιχα βασιλεία και ο ουράνιος Πατέρας διακρίνει τα οικεία από τα ανοίκεια.

Η δημιουργία του κόσμου για τον Μανιχαϊσμό οφείλεται σε πρωτοβουλία και σχέδιο των δυνάμεων του φωτὸς και ειδικά του Ζωντανού Πνεύματος. Το προϋπάρχον κακό εξακολουθεί να υπάρχει όσο διαρκεί ο κόσμος και δεν πρόκειται να εξουδετερωθεί οριστικά παρά μόνο στην εσχατολογική περίοδο. Γι’ αυτὸ και οι φωτεινοί άγγελοι οφείλουν να προστατεύουν τους δίκαιους, ενώ οι πιστοί πρέπει να απαλλαγούν από κάθε δεσμό, ανάγκη και βάσανο με τη βοήθειά τους.

Τα πέντε μεγάλα φώτα είναι τα πέντε στοιχεία του φωτὸς ή οι πέντε γιοι του Πρωταρχικού Ανθρώπου και όχι οι πέντε πλανήτες, όπως μερικές φορές από λάθος γίνεται κατανοητὸ. Σε άλλα κείμενα μαθαίνουμε για τα πέντε νοερά φέγγη, τα οποία καταβροχθίζονται από τον πονηρό, ενώ μερικές πηγές κάνουν διάκριση ανάμεσα στα πέντε στοιχεία του φωτὸς και τους πέντε λαμπερούς νόες που αντιπροσωπεύουν τις νοητικές ποιότητες της Ζωντανής Ψυχής. Ωστὸσο το κείμενά μας αναμφίβολα ταυτίζει τα πέντε νοερά φέγγη με τους πέντε γιους του Πρωταρχικού Ανθρώπου που καταβροχθίστηκαν από το σκοτὰδι. Στα Κεφάλαια διαβάζουμε ότι το σώμα λήφθηκε από τα σώματα του σκότους, αλλά η ψυχή από τους πέντε λαμπερούς θεούς, κάτι που αποτελεί σαφέστατη αναφορά στους πέντε γιους του Πρωταρχικού Ανθρώπου. Από την άλλη η προσευχή μας στο σημείο που μιλάει για τα πέντε μεγάλα φώτα τονίζει ότι ολόκληρο το σύμπαν δημιουργήθηκε μέσω αυτών, πράγμα που εδώ σημαίνει ότι από ένα μείγμα που περιλάμβανε αυτὰ τα πέντε μεγάλα φώτα και τις δυνάμεις του σκότους διαμορφώθηκε το σύμπαν από τις καλές δυνάμεις. Χάρη στη μετοχή των πέντε μεγάλων φώτων η δύναμη και η ομορφιά, η ψυχή και η ζωή είναι παρούσες στα πάντα. Για τον Μανιχαϊσμό η δήλωση αυτή δεν είναι απλώς δήλωση μεγαλοπρέπειας ή υπερβολής, αλλά εννοείται κυριολεκτικά με την έννοια ότι η θεϊκή ουσία δεν είναι παρούσα μόνο μέσα στην ανθρώπινη ψυχή, αλλά και στα ζώα, τα φυτὰ, ακόμη και τα ορυκτὰ στοιχεία του σύμπαντος. Επομένως η έννοια του φωτὸς μέσα στον κόσμο δεν είναι ανθρωποκεντρική, δεν περιορίζεται μόνο στους ανθρώπους, αλλά εμφανίζεται παντού.[1] Όταν αποχωρήσει το θεϊκό στοιχείο από τον κόσμο, η ύλη θα μείνει κενή από ζωή και ο κόσμος θα καταστραφεί σε μια τελική ανάφλεξη.

Επίσης στην προσευχή μας φαίνεται ο σημαντικός ρόλος που έπαιζε ο ήλιος και η σελήνη στη μανιχαϊκή ευσέβεια. Ο ήλιος και η σελήνη, σε αντίθεση με τους πλανήτες, θεωρείται ότι αποτελούνται από καθαρό φως και είναι κατοικίες ή παλάτια των θεϊκών δυνάμεων με την εξαίρεση του Πατέρα της Μεγαλειότητας. Πέρα από την εμφανή ιδιότητὰ τους να φωτίζουν ολόκληρη την κοσμική τὰξη, οι θεότητες του φωτὸς που κατοικούν στον ήλιο και τη σελήνη επιβλέπουν τη διαδικασία της απελευθέρωσης του φωτὸς από τον κόσμο. Η Μητέρα της Ζωής, το Ζωντανό Πνεύμα και ο Τρίτος Αγγελιοφόρος κατοικούν στον ήλιο, ενώ στη σελήνη κατοικούν ο Πρωταρχικός Άνθρωπος, ο Ιησούς της Λάμψης και η Παρθένος του Φωτὸς. Με άλλα λόγια ο ήλιος και η σελήνη αποτελούν τις φυσικές εικόνες του πνευματικού και αόρατου φωτὸς. Η παρουσία αυτών των θεοτήτων στον ήλιο και τη σελήνη αποδεικνύει ότι ο κόσμος δεν έχει εγκαταλειφθεί από το Θεό, αλλά αποτελεί σε μεγάλο βαθμό έναν εξαιρετικά περίπλοκο μηχανισμό σωτηρίας. Οι ίδιες φωτεινές δυνάμεις που επιβλέπουν την απελευθέρωση του φωτὸς στον κόσμο αποκαλούνται και κριτές ή δικαστές με επικεφαλής τον Πατέρα της Μεγαλειότητας, ο οποίος καλείται μέγιστος δικαστής που υπερβαίνει όλους τους δικαστές. Τα στοιχεία του φωτὸς, τα οποία είναι διασκορπισμένα στον κόσμο (η Ζωντανή Ψυχή), πρέπει να απελευθερωθούν και ο ήλιος και η σελήνη αποτελούν τα οχήματα μέσω των οποίων το φως που έχει καθαριστεί από τη μίξη με τη σκοτεινή ύλη μεταφέρεται στο θεϊκό βασίλειο προς την τελική σωτηρία. Γι’ αυτὸ και αποκαλούνται σε άλλα κείμενα μεταφορικά ως πλοία. Η άφιξη των φωτεινών ψυχών στον Αιώνα του Φωτὸς αποτελεί στην ουσία την επιστροφή τους στην ουράνια πατρίδα. Το γεγονός αυτὸ αποτελεί θρίαμβο όχι μόνο για τις δυνάμεις που σώζουν, αλλά και για τις ψυχές που σώζονται, γεγονός που εκφράζεται στο κείμενο μας με το ρήμα νικώ.

Στο κείμενό μας λέγεται επίσης ότι οι φωτεινές δυνάμεις και άγγελοι διακόσμησαν τον ουρανό και τη γη και έδεσαν στην κυριολεξία τις σκοτεινές δυνάμεις. Η χρήση του ρήματος κοσμώ δεν είναι τυχαία, αφού το Ζωντανό Πνεύμα και οι γιοι του δεν δημιουργούν το σύμπαν εκ του μηδενός, αλλά το διευθετούν από τα σώματα των νικημένων δαιμόνων. Επιπλέον το ρήμα δένω, δήσαντες, έχει σχεδόν μαγική σημασία και υπονοεί κυριολεκτικά τον περιορισμό του σκότους μέσα στα όρια του σύμπαντος.

H προσευχή των εκπορεύσεων
Προσκυνώ και δοξάζω τον μέγιστο Πατέρα των Φώτων[2] με νου καθαρό και άδολο λόγο. Δοξασμένος είσαι και πανύμνητος εσύ και το μεγαλείο σου και οι άξιοι κάθε επαίνου Αιώνες σου. Γιατί εσύ έφερες εις πέρας ένδοξα τη δημιουργία τους. Δοξασμένη είναι η δύναμη και η δόξα και το φως σου και ο λόγος και το μεγαλείο σου και οι ευλογημένοι Αιώνες και κάθε βούλησή σου. Συ είσαι ο Θεός, η ολότητα κάθε χάριτος, ζωής και αλήθειας.
Προσκυνώ και δοξάζω όλους τους θεούς, όλους τους αγγέλους, όλα τα φέγγη, όλους τους φωστήρες, όλες τις δυνάμεις του ένδοξου και μεγίστου Πατρός, οι οποίες κατοικούν μέσα στην αγιότητὰ του και τρέφονται με το φως του, καθαρές από κάθε σκότος και κακοήθεια.
Προσκυνώ και δοξάζω τις μέγιστες δυνάμεις, τους φωτεινούς αγγέλους, που τράβηξαν μπροστά με τη δική τους σοφία και υπέταξαν το σκότος και τις αλαζονικές του δυνάμεις, οι οποίες θέλησαν να πολεμήσουν τον Αρχηγό των Πάντων.[3] Αυτοί είναι οι άγγελοι που διακόσμησαν τον ουρανό και τη γη και έδεσαν μέσα τους την υπεροψία στο σύνολό της.[4]
Προσκυνώ και δοξάζω τον γόνο της μεγαλειότητας, τον Φωτεινό Νου, βασιλέα Χριστὸ, ο οποίος ήρθε από την περιοχή των εξώτερων Αιώνων στην τὰξη του κόσμου που βρίσκεται ψηλά και από αυτὴν κατέβηκε σε τούτη εδώ την κάτω δημιουργία,[5] εξηγώντας ξεκάθαρα την σοφία του και τα απόρρητα μυστήρια στους ανθρώπους πάνω στη γη και υποδεικνύοντας σε όλο τον κόσμο την οδό της αλήθειας, εξηγώντας την σε όλες τις γλώσσες, και ξεχώρισε την αλήθεια από το ψέμα, το φως από το σκότος, το αγαθό από το φαύλο και τους δίκαιους από τους πονηρούς. Από εσένα έγινε γνωστή κάθε χάρη στον κόσμο και ερμηνεύτηκε η ζωή και η αλήθεια συνάμα σε κάθε φυλή και σε κάθε γλώσσα. Ο ίδιος έγινε απελευθερωτής για τις ζώσες ψυχές απ’ την ανάγκη των εχθρικών δεσμών.[6]
Προσκυνώ και δοξάζω τον ζώντα Θεό, τον ενάρετο και αληθινό, που με την δική του δύναμη μετεωρίζονται τα πάντα, και ο πάνω και ο κάτω κόσμος.[7]
Προσκυνώ και δοξάζω τους μεγάλους φωστήρες, τον ήλιο και τη σελήνη, και τις ενάρετες δυνάμεις τους, οι οποίες νίκησαν τους αντιπάλους τους με τη σοφία και φωτίζουν όλο τον κόσμο και επιβλέπουν τα πάντα και κρίνουν τον κόσμο και στέλνουν τις νικήτριες ψυχές στον μέγιστο Αιώνα του Φωτὸς.
Προσκυνώ και δοξάζω τα πέντε μεγάλα φώτα,[8] μέσω των οποίων συγκροτείται ο κόσμος, ο ουρανός και η γη. Μετέχοντας στην ουσία τους όλα τα όντα αποκτούν δύναμη, ομορφιά, ψυχή και ζωή. Δίχως αυτὰ τα φώτα ο κόσμος δεν μπορεί να υπάρξει.
Προσκυνώ και δοξάζω όλους τους θεούς, όλους τους αγγέλους, τους ζωντανούς και καθαρούς, οι οποίοι βαστὰζουν όλο αυτὸ το δημιούργημα με τη βούληση του μέγιστου και ενάρετου Φωτὸς που δεσπόζει πάνω από όλα όσα υμνούνται.
Προσκυνώ και δοξάζω όλους τους φωτεινούς αγγέλους, οι οποίοι εξουσιάζουν όλον τον κόσμο και υποτὰσσουν όλους τους δαίμονες και κάθε κακία και υπερασπίζονται την δικαιοσύνη[9] και την διαφυλάττουν από τους πονηρούς δαίμονες και αυξάνουν το αγαθό εντὸς της.
Προσκυνώ και δοξάζω όλους τους δίκαιους, οι οποίοι υπερνίκησαν κάθε κακία, και αυτοὺς που προϋπήρξαν και όσους υπάρχουν και γίνονται τώρα και όσους είναι έτοιμοι να γίνουν, διότι γνώρισαν την αλήθεια και κάθε υπέροχη, τους αγνούς και σταθερούς, ούτως ώστε όλοι αυτοί τους οποίους προσκύνησα και δόξασα και ονόμασα να με βοηθήσουν και να με ευλογήσουν με την εύνοιά τους και να με απελευθερώσουν από όλα τα δεσμά και από κάθε ανάγκη και βάσανο και από κάθε μετενσάρκωση και να μου προσφέρουν άνοδο προς τον μέγιστο Αιώνα του Φωτὸς, προς τον οποίον ήλπισαν να φτὰσουν όλοι οι σοφοί και ευθείς στη γνώμη, στο μέρος όπου η ειρήνη έχει το βασίλειό της και το ακραιφνέστατο αγαθό, όπου δεν υπάρχει καμία αίσθηση κακίας αλλά αθανασία και ζωή αιώνια, όπου όλοι όσοι κατοικούν είναι άφοβοι και δεν γνωρίζουν τι θα πει θάνατος και φθορά. Μακάριος είναι αυτὸς ο οποίος θα κάνει αυτή την προσευχή πολλές φορές, ή τουλάχιστον τρεις φορές την ημέρα, με καθαρή καρδιά και ειλικρινή γλώσσα, ζητώντας συγγνώμη για τις αμαρτίες του. Αμήν.
Η προσευχή των εκπορεύσεων ολοκληρώθηκε.

Εύχή τῶν προβολῶν
Προσκυνῶ καὶ δοξάζω τὸν μέγιστον π(ατέ)ρα τῶν φώτων ἐκ καθαρᾶς ἐννοίας ἀδόλῳ λόγῳ. Δεδόξασαι καὶ εὐφήμησαι σὺ καὶ τὸ σὸν μεγαλεῖον καὶ οἱ πανευφημίας αἰῶνες. Σὺ γὰρ ἐν δόξῃ τὴν σύστασιν αὐτῶν ἐτελεσιούργησας. Δεδόξασταί σου ἡ δύναμις καὶ ή δόξα καὶ τὸ φῶς σου καὶ ό λόγος καὶ τὸ σὸν μεγαλεῖον καὶ οἱ τῆς εὐλογίας αἰῶνες καὶ πᾶσα ἡ βούλησίς σου. Σὺ γὰρ εἶ ὁ θ(εό)ς, τὸ σύστημα πάσης χάριτος καὶ ζωῆς καὶ ἀληθείας.
Προσκυνῶ καὶ δοξάζω πάντας θεοὺς, πάντας άγγέλους, πάντα φέγγη, πάντας φωστῆρας, πάσας δυνάμεις, τὰς ἐκ τοῦ μεγίστου καὶ ἐνδόξου π(ατ)ρ(ό)ς οὔσας, τὰς ἐν ἁγιότητι αὐτοῦ διαμενούσας καὶ τῷ φωτί αὐτοῦ ἀνατρεφομένας, παντὸς σκότους καὶ κακοηθείας καθαρευούσας.
Προσκυνῶ καὶ δοξάζω τὰς μεγίστας δυνάμεις, τοὺς φωτ<ε>ινούς ἀγγέλους, τοὺς ἰδίᾳ σοφίᾳ{ς} προεληλυθότας καὶ ύποτὰξαντας τὸ σκότος καὶ τὰς αύθάδεις αὐτοῦ δυνάμεις, τὰς τῶν πάντων προύχοντι πολεμεῖν βουληθείσας. Οὗτοι εἰσίν οἱ τὸν ούρανόν καὶ τὴν γῆν κοσμήσαντες καὶ δήσαντες έν αύτοῖς πᾶσαν τῆς ὑπεροψίας τὴν σύστασιν.
Προσ(κυνῶ καὶ δοξάζω) τὸν τῆς μεγαλειότητος ἔγγονον τὸν φωτ<ε>ινόν νοῦν, βασιλέα χρ(ιστὸ)ν, τὸν έκ τῶν έξωτέρων αἰώνων έληλυθότα εἰς τὴν ἄνω κειμένην διακόσμησιν καὶ έκ ταύτης εἰς τὴνδε τὴν κάτω κειμένην δημιουργίαν, καὶ άπαρακαλύπτως έξηγησάμενον αύτοῦ τὴν σοφίαν καὶ τὰ άπόρρητα μυστήρια τοῖς έπί γῆς άν(θρώπ)οις, καὶ τὴν τῆς άλήθειας ὁδόν ύποδείξαντα σύμπαντι τῷ κόσμῳ, καὶ πάσαις έρμηνεύσαντα φωναῖς, καὶ τοῦ ψεύδους τὸ ἀληθές διορίσαντα καὶ το<ῦ> σκότους τὸ φῶς καὶ τοῦ φαύλου τὸ άγαθόν καὶ τῶν πονηρῶν τοὺς δικαὶους. Έκ σοῦ πᾶσα χάρις ἔγνωσται τῷ κόσμῳ, καὶ ζωή ἅμα καὶ άλήθεια παντί φύλῳ πάσαις έρμήνευται φωναῖς. Αύτὸς καὶ λυτήρ ταῖς ζώσαις ψυχαῖς γέγονεν έκ τῆς άνάγκης τῶν πολεμίων δεσμῶν.
Προσ(κυνῶ καὶ δοξάζω) τὸν ζῶντα θ(εό)ν καὶ ένάρετον καὶ άληθῆ, τὸν έν δυνάμει ἰδίᾳ τὰ πάντα αἰωροῦντα, τήνδε ἄνω καὶ τὴν κάτω διακόσμησιν.
Προσ(κυνῶ καὶ δοξάζω) τοὺς μεγάλους φωστῆρας, ἥλιόν τε καὶ σελήνην, καὶ τὰς έν αύτοῖς έναρέτους δυνάμεις, τὰς σοφίᾳ τοὺς άντιπάλους νικώσας καὶ φωτιζούσας σύμπασα<ν> τὴν διακόσμησιν καὶ τῶν πάντων έφορώσας καὶ κρινούσας τὸν κόσμον καὶ διαπεμπούσας τὰς νικώσας τῶν ψυχῶν εἰς τὸν μέγιστον αἰῶνα τοῦ φωτός.
Προσ(κυνώ καὶ δοξάζω) τὰ μεγάλα πέντε φῶτα δι’ ὧν ἅπασ{ας} συνέστηκεν ό κόσμος καὶ δι’ ὧν ούρανός καὶ γῆ, ἐν μετουσίᾳ δύναμις καὶ κάλλο{υ}ς καὶ ψυχή καὶ ζωή έν παντί τυγχάνει. Καὶ ἄνευ τούτων συνίστασθαι ό κόσμος ού δύναται.
Προσ(κυνῶ καὶ δοξάζω) πάντας θεούς, πάντας άγγέλους, τοὺς ζῶντας καὶ καθαρούς, τοὺς ὅλον τοῦτο τὸ δημιούργημα βαστὰζοντα<ς> βουλήσει τοῦ μεγίστου καὶ έναρέτου φωτὸς τοῦ πάντων τῶν ύμνουμένων δεσπόζοντος.
Προσ(κυνῶ καὶ δοξάζω) πάντας τοὺς φωτ<ε>ινούς άγγέλους τοὺς σύμπαντος τοῦ κόσμου δυναστεύοντας καὶ ὑποτὰσσοντας πάντας δαίμονας καὶ πᾶσαν τὴν κακίαν καὶ τῆς δικαιοσύνης ύπερασπίζοντας καὶ φυλάττοντας αύτὴν άπό τῶν πονηρῶν δαιμόνων καὶ τὸ άγαθόν αὔξοντας έν αύτῇ.
Προσκυνῶ καὶ δοξάζω πάντας δικαὶους τοὺς πάσης κακίας περιγεγονό{ν}τας τοὺς τε προϋπάρξαντας καὶ τοὺς νῦν ὄντας καὶ γινομένους καὶ τοὺς ἑτοίμους ἔσεσθαι, ὅτι τὴν άλήθειαν καὶ πᾶσαν ύπεροχήν έπέγνωσαν, τοὺς ἀγνούς καὶ βεβαίους, ὅπως πάντες οὗτοι οὕς προσεκύνησα καὶ έδόξασα καὶ ώνόμασα βοηθήσωσί μοι καὶ εύλογήσωσιν έν εύνοίᾳ καὶ λύσωσί με άπό πάντων δεσμῶν καὶ πάσης άνάγκης καὶ βασάνου καὶ πάσης μετενσωματώσεως καὶ ἄνοδόν μοι παράσχωσιν είς τὸν μέγιστον αἰώνα τοῦ φωτὸς, εἰς ὅν ἤλπισαν άφίξεσθαι πάντες οἱ σοφοί καὶ εύθεῖς τῇ γνώμῃ, ὅπου ή είρήνη πολιτεύεται καὶ τοῦ άγαθοῦ τὸ άκραιφνέστα{σ}τον, ὅπου μηδεμία αἴσθησις κακία<ς> άλλὰ άμβροσία καὶ {ο} ζωὴ αἰώνιος τυγχάνει, ὅπου οἱ οἰκήτορες πάντες άνενδεεῖς εἰσι καὶ θανάτου ἄπειροι καὶ φθορᾶς. Μακάριος, ὅς ἄν εὔξηται ταύτην τὴν εύχήν πολλάκις, ἤ κἄν τρί<ς> τῆς ήμέρας, έν καθαρᾷ καρδίᾳ καὶ εύθείᾳ γλώσσῃ αἰτούμενος ὧν ἁμαρτὰνει συγγνώμην. ’Αμήν.
Ἐπληρώθη ἡ τῶν προβολῶν εὐχή.
-------------------------
[1] Αυτὸ έρχεται σε αντίθεση με την άποψη των Γνωστικών ότι η θεϊκή ουσία ανευρίσκεται στον κόσμο μόνο ως θεϊκή σπίθα μέσα στην ανθρώπινη ύπαρξη.
[2] Η υπέρτατη θεότητα του καλού και του φωτὸς. Από αυτὴν γεννιούνται, μέσω προβολών, εκπορεύσεων, μια σειρά από κατώτερες θεότητες, οι Αιώνες, οι οποίοι διαθέτουν τη δική τους ιεραρχία.
[3] = ο Πατέρας των Φώτων.
[4] Η δημιουργία του σύμπαντος από τις δυνάμεις του καλού στοχεύει στον εγκλωβισμό και περιορισμό του κακού.
[5] Βλέπουμε να υπονοείται μια τριμερής δομή της πραγματικότητας: εξώτεροι ή ανώτεροι Αιώνες, ουράνιος κόσμος με τον ήλιο και τη σελήνη και το ρόλο τους που είδαμε στην εισαγωγή, κατώτερη υλική τὰξη, όπου βρίσκεται εγκλωβισμένη η θεϊκή ουσία.
[6] Ο Μάνης, που υπονοείται σε όλη την παράγραφο, θεωρείται συχνά από τους οπαδούς του ως ενσάρκωση του Αποστὸλου του Φωτὸς, ο οποίος είναι Χριστὸς και Λυτρωτής των ζωντανών ψυχών, δηλαδή της Ζωντανής Ψυχής που διασπάστηκε και εγκλωβίστηκε στην ύλη, και με τη σειρά του αποτελεί προσφώνηση του Φωτεινού Νου. Ο Μάνης αναγνώριζε την αξία των προηγούμενων απεσταλμένων του ουρανού, δηλαδή του Ζωροάστρη, του Βούδα, του Ιησού, αλλά θεωρούσε το μήνυμά του ανώτερο. Επίσης επεδίωξε να το διαδώσει σε όσο το δυνατὸν περισσότερες γλώσσες, διαλέγοντας ως ιεραποστὸλους ανθρώπους με γνώση ξένων γλωσσών, για να λειτουργήσουν ως μεταφραστές. Γι’ αυτὸ και υπερηφανευόταν ότι η θρησκεία του ήταν οικουμενική και είχε μεταδοθεί σε «όλες» τις φωνές και τις γλώσσες.
[7] Δηλαδή και ο ουράνιος και ο γήινος.
[8] Πρόκειται, όπως είδαμε στον εισαγωγικό σχολιασμό για τους πέντε γιους του Πρωταρχικού Ανθρώπου.
[9] Όπως καταλαβαίνουμε από άλλες μανιχαϊκές πηγές, με τον όρο δικαιοσύνη εννοείται η μανιχαϊκή κοινότητα.

Μονόδρομος αναμνήσεων

Αποτέλεσμα εικόνας για Εφηβεία- ...

- Σε άκουσα καλά. Άκουσέ με τώρα κι εσύ.

Η δυσκολία όταν έρχεται και σε βρίσκει είναι αποκαλυπτική, αχόρταγη. Μοιάζει να θέλει να συντρίψει κάθε ίχνος ευκολίας που την εμπόδιζε να περάσει και που τόσα χρόνια την ερέθιζε ζηλότυπα.

Άκουσέ με λοιπόν. Την ώρα της μεγάλης δυσκολίας δύο στάσεις έχεις να επιδείξεις. Ή του μεγάλου θράσους ή της μεγάλης φυγής. Μεγάλη προσφορά χειρολαβών μην περιμένεις εκείνη τη στιγμή. Σαν κάτι να γίνεται ξαφνικά και αποσύρονται από το εμπόριο. Ο δρόμος όμως είναι ένας. Μονόδρομος. Η απέναντι όχθη. Με κάθε τρόπο πρέπει να περάσεις απέναντι.

Διαφορετικά, η ζωή δε θα σε παρακαλέσει πολύ. Έχει πολλούς να νοιαστεί που είναι στην αναμονή.

Ξέρω, κουβαλάς κιβώτια μνήμης για τις δύσκολες μέρες. Της συναισθηματικής ξηρασίας και άπνοιας. Η ανάνηψη όμως από τη συναισθηματική ανακοπή δε γίνεται με παστίλιες αναμνήσεων. Πρέπει να συντηρείσαι.

Δεν αντιλέγω. Σε νιώθω. Όμως δε γίνεται αλλιώς. Πρέπει να επανέλθεις. Υποφέρει ακόμη και η σκιά σου. Σκιάζεται να σε βλέπει έτσι λιπόσαρκη και καχεκτική. Να πάρεις τα πάνω σου. Ζυγίσου όμως πριν... Να ξέρω, να μπορώ να αξιολογήσω την πρόοδό σου.

Βγάλε ρούχα, παπούτσια, σκέψεις, καρδιά. Κράτησε μόνο τα μάτια. Αυτά που μετατοπίζουν το κέντρο βάρος σου μπροστά. Μόνο εκεί. Μόνο.

Όσο για το παρελθόν σου, μην το βαλσαμώνεις. Το παρόν σου το ρώτησες που του φόρτωσες να περιφέρει έναν νεκρό στη διαδρομή για το μέλλον;

Μην μεμψιμοιρείς. Πάρε τη δυσκολία σου απ' το χέρι και κάνε όνειρα μαζί της. Δωσ' της ρόλο. Βαλ' την στο παιχνίδι της αλλαγής. Θα το εκτιμήσει. Να το δεις. Θα μεταμορφωθεί.

Χάθηκες πάλι... Μ' ακούς; Η ανακούφιση έρχεται πάντα σε δεύτερο χρόνο. Όμως έρχεται. Η δοκιμασία πρέπει να περάσει, να αφήσει το κατακάθι της και την αλμύρα της και τότε να δεις που αυτή ασυναίσθητα θα σε βγάλει στην πηγή να ξεδιψάσεις. Το ένστικτο της αυτοσυντήρησης... Το ένστικτο, όπως και η διαίσθηση. Αυτά μας σώζουν.

- Αλήθεια το πιστεύεις;

- Δεν το πιστεύω. Το βιώνω.

Κρίση και Εφηβεία

Αποτέλεσμα εικόνας για ΕφηβείαΗ εφηβεία αποτελεί ένα ιδιαίτερο μεταβατικό κομμάτι του ψυχισμού, ένα πέρασμα από την παιδική ηλικία στην ενήλικη ζωή. Πρόκειται για μια προσπάθεια απογαλακτισμού από τις γονεϊκές φιγούρες και απόκτησης μιας αυτόνομης προσωπικότητας. Η αγωνιώδης πορεία κατανόησης του Εγώ θέτει στον έφηβο υπαρξιακά ζητήματα: πώς μπορεί να υπάρξει ως μια ξεχωριστή οντότητα, μη εξαρτημένος από την οικογενειακή προστασία, ποιες είναι οι επιθυμίες του, πώς εκφράζει λόγο.

Η εγκόλπωση αλλεπάλληλων αλλαγών, ψυχικών και σωματικών βιώνεται με μεγάλο άγχος. Ο έφηβος έρχεται αντιμέτωπος με ορμές και επιθυμίες πρωτόγνωρες και μη διαχειρίσιμες, με πιο ορατές τις αλλαγές στο σώμα αλλά και με μια αδιόρατη ανάγκη προσδιορισμού- διαμόρφωσης ταυτότητας, η οποία επιλύεται με τη διαδικασία της ταύτισης και της εξιδανίκευσης. Η ανακάλυψη καινούριων προτύπων που καθρεφτίζουν τις πτυχές του εαυτού του έως ότου συγκροτήσει τη δική του ταυτότητα ανακουφίζει την αίσθηση απειλής και κινδύνου που ενέχει η αποκοπή από την οικογενειακή προστασία.

Όταν το αίσθημα απειλής είναι μη διαχειρίσιμο από τον έφηβο πολλές φορές εκτονώνεται με δυσπροσαρμοστικούς τρόπους (αλκοόλ, ναρκωτικά, απομόνωση) ή/και εκφράζεται με ψυχοσωματική συμπτωματολογία. Χρειάζεται μια αντικειμενική και ψύχραιμη φιγούρα στην οποία θα εναποθέσει όλες τις αγωνίες του. Αγωνίες που θα μπορέσουν να ακουμπήσουν σε κάποιον που θα τις αντέξει, ώστε σταδιακά να αποδεχτεί και ο έφηβος τον εαυτό του και να περάσει υγιώς στον ενήλικο κόσμο.

Όμως, είναι πολλές οι δυσλειτουργίες σε σχέση με την εύρεση υγιών προτύπων και τη μετάβαση σε έναν αυτόνομο εαυτό. Με τις δεδομένες κοινωνικοπολιτικές συνθήκες, υπάρχει η αντίφαση του να πρέπει να ξαναγεννηθείς σε μια κοινωνία κρίσης που αργοπεθαίνει. Του να γίνεται το σώμα του εφήβου ικανό για αναπαραγωγή σε ένα «στείρο» περιβάλλον.

Πώς μπορεί να επιλυθεί η αγωνία του για το αβέβαιο μέλλον από ένα κοινωνικό γίγνεσθαι γεμάτο αβεβαιότητα και απογοήτευση;

Η συγκρότηση του εαυτού του μέσω της επενέργειας στο περιβάλλον (το βίωμα ότι μπορώ να διαμορφώσω, να δράσω και να υπάρχει αντίκτυπος) δεν έχει βάση σε μια στάσιμη και ακινητοποιημένη κοινωνία. Η προσδοκία οράματος, η ονειροπόληση, η ανακάλυψη αναγκών και επιθυμιών (διαχωρισμένων από τις επιθυμίες των γονιών) δεν βρίσκει αντίκτυπο σε μια κοινωνία που διαρκώς οπισθοχωρεί. Η ανάγκη για εξιδανίκευση, για πρότυπα που θα τον εμπνεύσουν δεν ανακουφίζεται με μια καταθλιπτική κοινωνία και αποσυρμένους ανθρώπους που παρακολουθούν αντί να δρουν.

Για το πέρασμα προς την ενηλικίωση οι έφηβοι είναι αναγκαίο να επανασυστηθούν με το περιβάλλον τους απεκδυόμενοι την αίσθηση παντοδυναμίας που προσφέρει η ψευδαίσθηση της αιώνιας προστασίας από τους γονείς.

Πώς μπορεί αλήθεια να πραγματοποιηθεί η διαδικασία αποχωρισμού από τους γονείς όταν υπόκεινται σε μια αναγκαστική οικονομική εξάρτηση (επιπτώσεις της οικονομικής κρίσης) που τους κρατά αιωνίως παιδιά- μη μπορώντας να πραγματώσουν μια ενήλικη σχέση μαζί τους.

Όταν οι περισσότεροι ενήλικες έχουν καθηλωθεί εξαιτίας μια αίσθησης κινδύνου και ανεπάρκειας και δεν είναι σε θέση να αντέξουν και έπειτα να ανακουφίσουν την αγωνία του εφήβου; Ο έφηβος μένει μεταίωρος, έκθετος, δεν υπάρχει ένα σταθερό και συγκροτημένο Εγώ για να τον κρατήσει σε ένα ετοιμόρροπο κοινωνικό περιβάλλον.

ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΠΕΖΙΚΟΥ (ΜΕΡΟΣ Β')

ΤΟ ΠΕΖΙΚΟ ΣΤΗ ΝΕΟΤΕΡΗ ΕΛΛΑΔΑ

ΤΟ ΠΕΖΙΚΟ ΣΤΟΝ Α' ΠΑΓΚΟΣΜΙΟ ΠΟΛΕΜΟ

1. Γενικά - Οργάνωση

Μετά τη λήξη των Βαλκανικών Πολέμων και τη λήξη της επιστράτευσης τον Νοέμβριο του 1913, επακολούθησε μια μικρή περίοδος ειρήνης, η οποία χρησιμοποιήθηκε για την αναδιοργάνωση της χώρας λόγω της προσάρτησης των νέων εδαφών και των στρατιωτικών της δυνάμεων. Με Β.Δ. της 17 / 30ης Αυγούστου 1913 καθορίστηκε να διατηρηθούν οι μεραρχίες που είχαν συγκροτηθεί για τις ανάγκες των Βαλκανικών Πολέμων με τα συντάγματα Πεζικού που τις αποτελούσαν και επιπλέον να συγκροτηθεί μία ακόμη Μεραρχία η ΧΙ από τα 27ο, 28ο ΣΠ και λοιπές μονάδες και υπηρεσίες και να οργανωθούν 6 Σώματα Στρατού στα οποία να ενταχθούν οι έντεκα μεραρχίες. Η διάταξη του στρατού μετά την υπογραφή του παραπάνω Β.Δ., η οποία και διατηρήθηκε μέχρι τον Δεκέμβριο του ιδίου έτους, οπότε και ετέθη σε εφαρμογή ο νέος οργανισμός του στρατού, ήταν:
  • 1ο ΣΣ με έδρα τη Λάρισα (Ι ΜΠ Λάρισα)
  • 2ο ΣΣ με έδρα την Αθήνα (ΙΙ ΜΠ Αθήνα)
  • 3ο ΣΣ με έδρα τα Ιωάννινα (ΙΙΙ ΜΠ Μεσολόγγι, VIII ΜΠ Κορυτσά, ΙΧ ΜΠ Ιωάννινα)
  • 4ο ΣΣ με έδρα τη Θεσσαλονίκη (IV ΜΠ Θεσ/νίκη, V ΜΠ Κιλκίς)
  • 5ο ΣΣ με έδρα τη Δράμα (VI ΜΠ Σέρρες, VII Δράμα)
  • 6ο ΣΣ με έδρα την Κοζάνη (Χ ΜΠ Βέροια, ΧΙ ΜΠ Κοζάνη) 
Με το Β.Δ. της 23 Δεκεμβρίου 1913, ετέθη σε εφαρμογή ο νέος οργανισμός του στρατού, ο οποίος προέβλεπε την παρακάτω συγκρότηση:

1) Α' ΣΣ με έδρα την Αθήνα
  • Ι ΜΠ με έδρα τη Λάρισα (4ο ΣΠ Λάρισα - 5ο ΣΠ Τρίκαλα - 1/38ο ΣΕ Καρδίτσα)
  • ΙΙ ΜΠ με έδρα την Αθήνα (1ο ΣΠ - 7ο ΣΠ - 34ο ΣΠ Αθήνα)
  • ΧΙΙΙ ΜΠ με έδρα τη Χαλκίδα (2ο ΣΠ - 3ο ΣΠ Χαλκίδα - 5/42ο ΣΕ Λαμία)
  • Μονάδες ΠΒ, Ιππικού, Μηχανικού και Σωμάτων 
2) Β' ΣΣ με έδρα την Πάτρα
  • ΙΙΙ ΜΠ με έδρα την Πάτρα (6ο ΣΠ - 12ο ΣΠ Πάτρα - 2/39ο ΣΕ Μεσολόγγι)
  • IV ΜΠ με έδρα το Ναύπλιο (8ο ΣΠ Ναύπλιο - 11ο ΣΠ Τρίπολη - 35ο ΣΠ Κόρινθο)
  • ΧΙV ΜΠ με έδρα Καλαμάτα (9ο ΣΠ - 36ο ΣΠ Καλαμάτα - 1/14ο ΣΚ Χανιά)
  • Μονάδες ΠΒ, Ιππικού, Μηχανικού και Σωμάτων
3) Γ' ΣΣ με έδρα τη Θεσσαλονίκη
  • Χ ΜΠ με έδρα τη Βέροια (29ο ΣΠ Έδεσσα - 30ό ΣΠ Γιαννιτσά - 4/41ο ΣΕ Βέροια)
  • XI ΜΠ με έδρα τη Θεσσαλονίκη (13ο ΣΠ - 27ο ΣΠ - 28ο ΣΠ Θεσσαλονίκη)
  • ΧΙΙ ΜΠ με έδρα την Κομοτηνή (31ο ΣΠ Κοζάνη - 32ο ΣΠ Λαψίστα - 33ο ΣΠ Φλώρινα)
  • Μονάδες ΠΒ, Ιππικού, Μηχανικού και Σωμάτων
4) Δ' ΣΣ με έδρα την Καβάλα
  • V ΜΠ με έδρα τα Δράμα (22ο ΣΠ - 23ο ΣΠ - 3/37ο ΣΚ Δράμα)
  • VI ΜΠ με έδρα τις Σέρρες (16ο ΣΠ - 17ο ΣΠ Σέρρες - 18ο ΣΠ Δεμίρ Ισάρ - Σιδηρόκαστρο)
  • VΙΙ ΜΠ με έδρα την Καβάλα (19ο ΣΠ Καβάλα - 20ό ΣΠ Πράβι - Ελευθερούπολη) - 2/21ο ΣΚ Καβάλα)
  • Μονάδες ΠΒ, Ιππικού, Μηχανικού και Σωμάτων
5) Ε' ΣΣ με έδρα τα Ιωάννινα
  • VIII ΜΠ με έδρα την Πρέβεζα (10ο ΣΠ Κέρκυρα - 15ο ΣΠ Λευκάδα - 24ο ΣΕ Πρέβεζα)
  • ΙΧ ΜΠ με έδρα τα Ιωάννινα (25ο ΣΠ - 26ο ΣΠ - 3/40ό ΣΕ Ιωάννινα)
  • Μονάδες ΠΒ, Ιππικού, Μηχανικού και Σωμάτων
Το Πεζικό εκ των υπαρχόντων την ημέρα υπογραφής του Β.Δ., ταγμάτων Πεζικού και Ευζώνων, ανασυγκροτήθηκε σε 42 Συντάγματα εκ των οποίων, τα 5 Ευζώνων (1/38, 2/39, 3/40, 4/41, 5/42) και τα 3 Κρητών (1/14, 2/21, 3/37). Το καθένα από τα συντάγματα αποτελούνταν από 3 τάγματα, εκ των οποίων τα 2 ενεργά. Κάθε τάγμα αποτελούνταν από 4 λόχους (των 3 διμοιριών) και μιας διμοιρίας πολυβόλων. Τα συντάγματα αυτά κατανεμήθηκαν σε 14 μεραρχίες, όπως φαίνεται αναλυτικά παραπάνω, κάθε μια από τις οποίες αποτελούνταν από 3 συντάγματα Πεζικού, Ευζώνων ή Κρητών.

Η ανωτέρω συγκρότηση αποφασίσθηκε διότι εκτιμήθηκε ότι, με την υπάρχουσα τότε επιστρατευόμενη δύναμη, μπορούσαν να συγκροτηθούν 140 Τάγματα Πεζικού. Τα 126 ήταν οργανικά των 42 συνταγμάτων και επιπλέον 1 επιστρατευόμενο τάγμα για τη φύλαξη του στρατηγείου, 4 τάγματα για τη φύλαξη της μεθορίου στα σημεία που δεν θα διεξάγονται επιχειρήσεις και 5 τάγματα διετέθησαν ως ανεξάρτητα τάγματα για τη φρούρηση των νησιών Λήμνου, Μυτιλήνης, Χίου και Σάμου. Τα υπόλοιπα 4 δεν θα συγκροτούνταν, λόγω έλλειψης διαθέσιμου οπλισμού Πεζικού.


Ο υπάρχον τότε οπλισμός ανέρχονταν σε 166.000 τυφέκια Μανλινχερ - Σενάουερ, 44.000 Μάουζερ και Μανλινχερ Βουλγαρικά προερχόμενα από λάφυρα, 77.00 τυφέκια Γκρά. Επιπλέον διατίθεντο 240 πολυβόλα Σβαρτλότζε, 34 Μαξίμ και μεγάλος αριθμός διαφόρων τύπων, προερχόμενα από λάφυρα του πολέμου. Το Φεβρουάριο και τον Απρίλιο του 1914, καθορίστηκε ως οπλισμός του Πεζικού για τους λοχίες, δεκανείς, σαλπιγκτές και στρατιώτες (πλην πολυβολητών) το τυφέκιο Πεζικού με ξιφολόγχη, ενώ οι οπλίτες υπηρέτες πολυβόλων, αραβίδα και ξιφολόγχη. Οι τυμπανιστές, περίστροφο.

Το 1914, με τον Νόμο «Περί της Στρατιωτικής Σχολής Ευελπίδων», συστήθηκαν και τα Σχολεία Εφαρμογής Πεζικού, Πυροβολικού και Μηχανικού. Η φοίτηση στα σχολεία αυτά ήταν διάρκειας εννέα μηνών και είχαν σκοπό να προσδώσουν την αναγκαία ειδική εκπαίδευση στους νέους ανθυπολοχαγούς της Σχολής Ευελπίδων. Τον Ιανουάριο του 1917, συστήθηκε και Σχολείο Εφαρμογής Ιππικού, λίγους, όμως, μήνες αργότερα κηρύχθηκε η επιστράτευση και τα Σχολεία Εφαρμογής διέκοψαν την λειτουργία τους. Το Σχολείο των λοχαγών λειτούργησε μέχρι την επιστράτευση του 1915, οπότε και διεκόπη οριστικά.

Σε αυτό φοιτούσαν λοχαγοί των Όπλων, της Επιμελητείας και του Μεταγωγικού. Η φοίτησή τους ήταν προαιρετική, όμως, όσοι δήλωναν ότι δεν επιθυμούσαν να φοιτήσουν, καθώς και αυτοί που δεν αποφοιτούσαν ευδόκιμα, δεν είχαν δικαίωμα προαγωγής.

2. Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος (1914 - 1918)

Στρατός Εθνικής Άμυνας

Από το Σεπτέμβριο του 1916 η προσωρινή Κυβέρνηση Εθνικής Άμυνας, η οποία είχε έδρα τη Θεσσαλονίκη, αποφάσισε τη συγκρότηση τεσσάρων Μεραρχιών (Σερρών, Κρήτης, Αρχιπελάγους και Θεσσαλονίκης), των 10.000 ανδρών εκάστη, με σκοπό να συμμετάσχει στο πόλεμο στο πλευρό των συμμάχων και κήρυξε τον πόλεμο κατά της Βουλγαρίας (10 / 23 Νοεμβρίου 1916) και της Γερμανίας (11 / 24 Νοεμβρίου 1916). Η Μεραρχία Σερρών αποτελούνταν από 3 συντάγματα Πεζικού (1ο, 2ο, 3ο), τα οποία συγκροτήθηκαν από τα υπολείμματα άλλων συνταγμάτων Πεζικού. Η Μεραρχία Κρήτης συμπληρώθηκε σε προσωπικό και υλικό από την επιστράτευση που έγινε στην Κρήτη και αποτελούνταν από 3 συντάγματα Πεζικού (7ο, 8ο και 9ο).

Η Μεραρχία Αρχιπελάγους συγκροτήθηκε από τους ελάχιστους στρατιώτες που βρέθηκαν στα νησιά (Λήμνο, Μυτιλήνη, Χίο, Σάμο) με άδεια ή φύλλο πορείας και αργότερα με επιστράτευση των κλάσεων 1915 και 1916. Στη Μεραρχία Αρχιπελάγους συγκροτήθηκαν το 4ο ΣΠ με 2 τάγματα στη Μυτιλήνη, το 5ο ΣΠ με 2 τάγματα (ένα στη Μυτιλήνη και ένα στη Λήμνο), και το 6ο ΣΠ με 2 τάγματα (ένα στη Σάμο και ένα στη Χίο). Το τρίτο τάγμα κάθε ΣΠ συγκροτήθηκε στις 20 Δεκεμβρίου / 2 Ιανουαρίου 1917. Η εκπαίδευση άρχισε αμέσως, παρουσίαζε δε σοβαρές δυσχέρειες λόγω έλλειψης αξ/κών και υπαξ/κών. Γι΄ αυτό δημιουργήθηκε σχολή υπαξιωματικών στη Μυτιλήνη η οποία απέδωσε 200 υπαξιωματικούς μετά ένα 4μηνο.

Η εκπαίδευση των πολυβολητών και των πυροβολητών έγινε στη Θεσσαλονίκη όπου ιδρύθηκαν σχετικά σχολεία. Το Φεβρουάριο του 1917 επιστρατεύθηκαν και οι κλάσεις 1906 - 1913α οπότε συμπληρώθηκαν και οι μεραρχίες με μονάδες υγειονομικού και σωμάτων. Ταυτόχρονα ιδρύθηκε στη Μυτιλήνη ουλαμός εφέδρων αξιωματικών από 180 υπαξιωματικούς. Η συμπλήρωση του εξοπλισμού έγινε με τη βοήθεια των Γάλλων. Όλες οι ανωτέρω δυνάμεις υπήχθησαν σε δύο Σώματα Στρατου (ΣΣ), το 1ο ΣΣ (Μεραρχία Σερρών, Μεραρχία Αρχιπελάγους) και 2ο ΣΣ (Μεραρχία Κρήτης, Μεραρχία Κυκλάδων και Μεραρχία Θεσσαλονίκης).

Οι δύο τελευταίες μεραρχίες ουδέποτε συγκροτήθηκαν και αποτελούνταν μόνο από ένα έμπεδο η κάθε μια. Στις 3 / 16 Σεπτεμβρίου 1916 συγκροτήθηκε το Σώμα Στρατού Εθνικής Άμυνας (ΣΣΕΑ) υπό τον Αντιστράτηγο Εμμανουήλ Ζυμβρακάκη. Άρχισε να ενισχύει τις συμμαχικές δυνάμεις της Αντάντ, αρχικά με τη Μεραρχία Σερρών, η οποία μέχρι το τέλος του 1916 είχε εισέλθει ολόκληρη στον τομέα του Αξιού ποταμού και την 1 / 14 Μαΐου 1917, ανέλαβε την τακτική επιχείρηση του Ραβινέ. Κατά τον ίδιο μήνα, δύο ακόμη Ελληνικές Μεραρχίες (Αρχιπελάγους και Κρήτης) εισήλθαν στο Μακεδονικό μέτωπο.

Τον Ιούνιο του 1917 έφθασαν στη Θεσσαλονίκη και τρία ακόμη συντάγματα το 10ο που επιστρατεύθηκε στη Σύρο, το 11ο στην Τήνο και το 13ο στη Ζάκυνθο. Τέλος Δεκεμβρίου 1917 αφίχθη στη Θεσσαλονίκη και η Ι ΜΠ από τη Λάρισα. Στις 17 / 30 Μαΐου 1918, η Μεραρχία Αρχιπελάγους, η οποία είχε ενταχθεί στην 1η Ομάδα Μεραρχιών, επιτέθηκε κατά τμήματος του Γερμανοβουλγαρικού μετώπου, στα νότια αντερείσματα της Τζένας, βοηθούμενη και από τις Μεραρχίες Κρήτης και Σερρών. Η επίθεση αυτή, γνωστή και ως Σκρα ντι Λέγκεν από το ομώνυμο ύψωμα, είχε πλήρη επιτυχία, απέδειξε τη μαχητικότητα των Ελλήνων και ενδυνάμωσε την εμπιστοσύνη της συμμαχικής διοίκησης προς το αξιόμαχο του Ελληνικού στρατού.

Οι παραπάνω τρεις μεραρχίες θα ενισχυθούν, αργότερα, από επτά επιστρατευόμενες, η συμμετοχή των οποίων θα έχει σημαντική επίδραση στο μέλλον, αφού θα ανατρέψει την αναλογία δυνάμεων υπέρ των συμμάχων και θα συμβάλλει στην επιτυχή έκβαση του πολέμου στο ανατολικό μέτωπο.

Η Μάχη του Σκρά

Η Μάχη του Σκρα θεωρείται μια από τις σημαντικότερες νικηφόρες μάχες του Ελληνικού στρατού και ιδιαίτερα του Ελληνικού Πεζικού στη διάρκεια του Α' Παγκοσμίου Πολέμου. Συγκεκριμένα, κατά τον Α' Π.Π., η περιοχή του Σκρα, της ομώνυμης σήμερα περιοχής στο Νομό Κιλκίς, είχε οργανωθεί αμυντικά από τους Βουλγάρους, οι οποίοι και παρενοχλούσαν τα συμμαχικά στρατεύματα, ιδίως στην περιοχή δυτικά του Αξιού ποταμού. Έτσι, αποφασίσθηκε από τον Γάλλο επικεφαλής, Αρχιστράτηγο Γκυγιωμά, η κατάληψη της περιοχής από μονάδες του Ελληνικού Σώματος Στρατού Εθνικής Αμύνης, διοικητής των οποίων ήταν ο Υποστράτηγος Εμμανουήλ Ζυμβρακάκης.

Η επίθεση διεξήχθη από 8 συνολικά συντάγματα Πεζικού, το 5ο και το 6ο της Μεραρχίας Αρχιπελάγους και το 1ο της Μεραρχίας Σερρών (υπό τον Υποστράτηγο Δημήτριο Ιωάννου), πλαισιωμένα δεξιά (Ανατολικά), από το 7ο και 8ο της Μεραρχίας της Κρήτης και το 29ο της Ι ΜΠ (υπό τον Υποστράτηγο Παναγιώτη Σπηλιάδη) και αριστερά (Δυτικά) από το 2ο και 3ο ΣΠ της Μεραρχίας Σερρών (υπό τον Υποστράτηγο Επαμεινώνδα Ζυμβρακάκη). Το σώμα διέθετε 24 τάγματα Πεζικού και 44 πυροβόλα, συνολικής δύναμης 53.740 ανδρών. Οι Βούλγαροι διέθεταν επτά συντάγματα, 140 πυροβόλα και εφεδρεία. Στην κυρία προσπάθεια ενεργούσε η Μεραρχία Αρχιπελάγους.


Την 16 / 29 Μαΐου του 1918 άρχισε η προπαρασκευή του Ελληνικού Πυροβολικού για την καταστροφή των διαφόρων αμυντικών εγκαταστάσεων, ενώ τα συντάγματα που ήταν έτοιμα για την επίθεση εξόρμησαν το πρωί της επομένης (17 Μαΐου), καλυπτόμενα από κινητό φραγμό πυροβολικού. Η Βουλγαρική αντίδραση ήταν επίσης ισχυρή, πλην όμως, η ορμή του Ελληνικού Πεζικού ήταν τέτοια, που υπερφαλάγγισε την Βουλγαρική αντίσταση και στις 06:30, το ύψωμα 1097 (Σκρα) είχε καταληφθεί. Βέβαια, οι Βούλγαροι υπερασπίσθηκαν με πείσμα τις θέσεις τους και το απόγευμα της 17ης Μαΐου επιχείρησαν λυσσώδεις αντεπιθέσεις, ιδίως κατά του 5ου Συντάγματος της Μεραρχίας Αρχιπελάγους, που όλες όμως τελικά αποκρούσθηκαν.

Οι απώλειες για το Πεζικό σε αυτή τη μάχη, υπήρξαν βαρύτατες. Ο συνολικός αριθμός των απωλειών ήταν, νεκροί: 29 αξιωματικοί και 407 οπλίτες, και τραυματίες: 69 αξιωματικοί και 2.135 οπλίτες.127 Το μεγαλύτερο αριθμό απωλειών είχε η Μεραρχία Αρχιπελάγους με αξιωματικούς: 24 νεκρούς, 54 τραυματίες και οπλίτες: 310 νεκρούς και 1.723 τραυματίες. Η νίκη του Σκρα εξέπληξε τόσο τους συμμάχους όσο και τους εχθρούς. Με δεδομένο την πολύ καλή οχύρωση των Βουλγαρικών θέσεων, που υποστηριζόταν με πολυάριθμο πυροβολικό, η τοποθεσία θεωρούνταν αδύνατο να διασπασθεί και ύστερα μάλιστα από την αποτυχία που είχε σημειώσει ένα χρόνο πριν, τον Μάρτιο του 1917, η 122η Γαλλική Μεραρχία στη προσπάθειά της να τη διασπάσει.

Κανείς από τους συμμάχους δεν περίμενε να δει να διασπάται, από την ορμή των Ελληνικών στρατιωτικών δυνάμεων, μια τόσο οχυρωμένη τοποθεσία σε ένα μέτωπο μήκους 12 χλμ και βάθους 1 - 2 χλμ. Η απώλεια του Σκρα θεωρήθηκε ισχυρότατο πλήγμα για τους Βουλγάρους και μέγα κατόρθωμα του Ελληνικού Στρατού. Συγκεκριμένα ο Αρχιστράτηγος των Συμμαχικών Δυνάμεων Στρατηγός Guillaumat (Γκυγιωμά), χαρακτήρισε το Ελληνικό Πεζικό ως «Πεζικό απαράμιλλης ανδρείας και έξοχης ορμητικότητας».

Διάσπαση Μακεδονικού Μετώπου

Την παραμονή της γενικής επίθεσης για τη διάσπαση του Μακεδονικού μετώπου από τις Ελληνικές δυνάμεις, το Α' Σώμα Στρατού, με τις Ι, ΙΙ, και ΧΙΙΙ Μεραρχίες, ανέλαβε το μέτωπο του Στρυμόνα, το Σώμα Στρατού Εθνικής Άμυνας, με τις Μεραρχίες Αρχιπελάγους, Σερρών και Κρήτης, διέθεσε τη Μεραρχία Αρχιπελάγους στην 1η Ομάδα Μεραρχιών, στον τομέα της Λουμνίτσης και τις Μεραρχίες Σερρών και Κρήτης στη Βρετανική Στρατιά, στον τομέα της Δοϊράνης.

Τέλος, το Β' Σώμα Στρατού με τις ΙΙΙ, ΙV και XIV Μεραρχίες, διέθεσε την ΙΙΙ Μεραρχία στη 2η Ομάδα Μεραρχιών στον τομέα της καμπής του Εριγώνα, την ΙV Μεραρχία στην 1η Ομάδα Μεραρχιών, στον τομέα της Λουμνίτσης (αριστερά της Μεραρχίας Αρχιπελάγους) και τη XIV Μεραρχία, η οποία εισήλθε στον αγώνα τελευταία, στο XVI Βρετανικό Σ.Σ για να καταδιώξει τον εχθρό στην κοιλάδα της Στρώμνιτσας. Η ΙΧ Μεραρχία παρέμεινε στη Φλώρινα ως εφεδρεία. Η Ελληνική αυτή δύναμη, η οποία αποτελούσε το 34% της συνολικής δύναμης του Συμμαχικού Στρατού, επέτρεψε στο Διοικητή των Συμμαχικών Στρατευμάτων Ανατολής, να διατάξει γενική επίθεση (2 / 15 Σεπτεμβρίου 1918) κατά του Γερμανοβουλγαρικού μετώπου.

Το Α' Σώμα Στρατού, απασχολούσε και κατάφερε να καθηλώσει την ΙΙ Βουλγαρική Στρατιά, οι δε Μεραρχίες Σερρών και Κρήτης πολέμησαν με τους Άγγλους στη λίμνη της Δοϊράνης, άλλα είχαν πολύ σοβαρές απώλειες.Οι Μεραρχίες Αρχιπελάγους και η ΙV προέλασαν προς τη γενική κατεύθυνση του όρους Πλασκόβιτσα και συνέβαλαν σημαντικά στη διάσπαση του Γερμανοβουλγαρικού μετώπου. Η ΙΙΙ Μεραρχία συνέβαλε στην αιχμαλωσία της ΧΙ Γερμανικής Στρατιάς.

Ακολούθησε η ανακωχή (17 / 30 Σεπτεμβρίου 1918) με τη Βουλγαρία και ο συμμαχικός στρατός, κινήθηκε κατά της Αυστροουγγαρίας, η οποία συνθηκολόγησε την 21 Οκτωβρίου / 3 Νοεμβρίου. Μετά την ανακωχή με τη Βουλγαρία και μέχρι την 29 Οκτωβρίου/11 Νοεμβρίου, οπότε συνθηκολόγησε και η Γερμανία, το Α' ΣΣ προχώρησε στην ανακατάληψη της Ανατολικής Μακεδονίας.

Εκστρατεία Ουκρανίας 1919

Η συμμαχική επέμβαση στη Μεσημβρινή Ρωσία, στηρίχτηκε στην ενεργό συμβολή της Ελλάδας, η οποία ανέλαβε να ενισχύσει τη συμμαχική προσπάθεια με το Α' ΣΣ, αποτελούμενο από τις Ι, ΙΙ και ΧΙΙΙ Μεραρχίες. Η μεταφορά των μονάδων του Α' Σώματος Στρατού στην Ουκρανία πραγματοποιήθηκε σταδιακά. Άρχισε στις αρχές του Ιανουαρίου του 1919 και μετά από ογδόντα ημέρες είχε μεταφερθεί μέρος του Στρατηγείου του ΣΣ, δύο Στρατηγεία Μεραρχιών (ΙΙ, ΧΙΙΙ), 18 τάγματα Πεζικού, 1 τάγμα Μετόπισθεν, 4 ορειβατικές πυροβολαρχίες, και σημαντικός αριθμός Σωμάτων και Υπηρεσιών. Η εκστρατεία αυτή, η οποία είχε οργανωθεί από τη συμμαχική διοίκηση, δε διέθετε τα κατάλληλα μέσα για να επιτύχει τον επιδιωκόμενο σκοπό.

Η μεταφορά και η εμπλοκή στη μάχη των Ελληνικών μονάδων (συνταγμάτων) γινόταν σταδιακά, πλημμελώς, και χωρίς ολοκληρωμένο σχέδιο. Σε πολλές περιπτώσεις τα Ελληνικά συντάγματα υπήγοντο στη διοίκηση νεώτερων Γάλλων αξωματικών. Πολλά Ελληνικά τμήματα αποβιβάστηκαν, χωρίς τα μεταγωγικά τους και τα πυροβόλα τους, με αποτέλεσμα την αργοπορημένη άφιξή τους στο μέτωπο. Είναι χαρακτηριστικό ότι το στρατηγείο του ΣΣ, μεταφέρθηκε στο Γαλάζιο (Ρουμανίας) 1/14 Ιουνίου 1919, μετά το πέρας της εκστρατείας και λίγο πριν αρχίσει η επιβίβαση των στρατευμάτων μας στα πλοία (12 / 25 Ιουνίου 1919). Τα συντάγματα Πεζικού και Ευζώνων κατά την εκστρατεία αποτελούνταν από:

Ομάδα Διοικήσεως (επιτελείο, την ομάδα συνδέσμων και διαβιβάσεων, μια διμοιρία σκαπανέων, υγειονομική υπηρεσία, θρησκευτική υπηρεσία και τα μεταγωγικά μάχης), 3 τάγματα Πεζικού και τα μεταγωγικά του συντάγματος. Το Επιτελείο αποτελούσαν ο διοικητής, ο υπασπιστής, ο ιατρός, ο διαχειριστής, ο ταμίας, ο αξιωματικός σκαπανέων, ο αξιωματικός πληροφοριών, ο αξιωματικός τηλεφώνων, ο αξιωματικός στρατολογίας, ο ανθυπασπιστής συντάγματος και ο αξιωματικός εφοδιασμού και διοικητής μεταγωγικών μάχης του μικρού επιτελείου. Το κατώτερο προσωπικό της ομάδος διοικήσεως αποτελούσε μονάδα διοικητικά και οικονομικά ανεξάρτητη, έφερε τον τίτλο «μικρό επιτελείο» και διοικούνταν από τον υπασπιστή του συντάγματος.


Κάθε τάγμα αποτελούνταν από επιτελείο (διοικητής τάγματος, λοχαγός επιτελής, ανθυπασπιστής γραμματέας, 2 ιατροί), 3 λόχους Πεζικού, λόχο πολυβόλων και τα μεταγωγικά μάχης του τάγματος και των λόχων. Ο λόχος Πεζικού αποτελούνταν από ομάδα διοικήσεως και 4 διμοιρίες των τριών ομάδων μάχης (13 άνδρες κάθε ομάδα). Ο οπλισμός της κάθε διμοιρίας ήταν τυφέκια Μάνλιχερ - Σενάουερ, 3 οπλοπολυβόλα C.S.R υποδ.1915, τρία όπλα Λεμπέλ μετά χοάνης για τη ρίψη οπλοβομβίδας V.B, χειροβομβίδες επιθετικές και αμυντικές.

Ο Λόχος πολυβόλων αποτελούνταν από ομάδα διοικήσεως και 3 διμοιρίες των δύο Ομάδων εκάστη. Ο οπλισμός της διμοιρίας πολυβόλων ήταν τυφέκια Μάνλιχερ - Σενάουερ, πιστόλια και 4 πολυβόλα Saint Etiene ή Schwartzarlose. Με αυτή τη συγκρότηση τα Ελληνικά συντάγματα έγραψαν σελίδες δόξας και ηρωισμού στην εκστρατεία αυτή. Ήταν ιδιαίτερα αξιόμαχα και εμπειροπόλεμα, διέθεταν υψηλή πειθαρχία, διοικούνταν από ικανότατους αξιωματικούς και ενίσχυσαν την αντίληψη των συμμάχων για την υψηλή αξία του Ελληνικού Στρατού, με αποτέλεσμα να του ανατεθεί η εντολή για τη διατήρηση της ασφάλειας στην περιοχή της Σμύρνης, όπου άρχισε να αποβιβάζεται στις 2 Μαΐου 1919, η Ι ΜΠ.

Από την ημέρα αυτή άρχισε η Μικρασιατική Εκστρατεία. Και αυτή η επιχείρηση κόστισε σε αίμα για το Πεζικό.
  • Νεκροί, αξιωματικοί 18 και οπλίτες 380
  • Τραυματίες, αξιωματικοί 30 και οπλίτες 627
ΜΙΚΡΑΣΙΑΤΙΚΗ ΕΚΣΤΡΑΤΕΙΑ (1919 - 1922)

1. Οι Πρώτες Μονάδες Πεζικού στη Σμύρνη

Στις 2 Μαΐου 1919, η Ι Μεραρχία αποτελούμενη από το 4ο, 5ο ΣΠ και 1/38 ΣΕ, και δύο μοίρες ορειβατικού πυροβολικού, κατόπιν έγκρισης των συμμάχων, αποβιβάστηκε στη Σμύρνη. Ήταν ο πρώτος σχηματισμός που έφθασε στην περιοχή (στη συνέχεια ακολούθησαν και άλλοι) για να υλοποιήσει την προστασία αρχικά και την απελευθέρωση στη συνέχεια των Ελληνικών πληθυσμών που κατοικούσαν στη Μικρασιατική γη. Η Ελληνική απόβαση στη Σμύρνη δεν πραγματοποιήθηκε χωρίς αντίσταση. Από την πρώτη στιγμή το ευζωνικό σύνταγμα αναγκάστηκε να πολεμήσει για να διαλύσει τις Τουρκικές δυνάμεις στρατιωτών και πολιτών οι οποίοι άρχισαν να βάλουν εναντίον του ενώ παρήλαυνε στην προκυμαία της Σμύρνης.

Η Ελληνική Διοίκηση όμως, δεν είχε την απόλυτη ελευθερία κινήσεων για να την καταστείλει. Αργότερα, δόθηκε από τους συμμάχους στις Ελληνικές δυνάμεις, η άδεια να μεταφέρουν επιπλέον δυνάμεις ώστε να εξασφαλίσουν όλο το παραλιακό μέτωπο από Κυδωνιές έως Αγιασουλούκ. Για να εξασφαλίσουν τη νέα περιοχή, μεταφέρθηκαν στη Σμύρνη στο πρώτο δεκαήμερο του Μαΐου, το 6ο Σύνταγμα Αρχιπελάγους, το 8ο Σύνταγμα Κρητών και τάγμα Χωροφυλακής 500 ανδρών, το δεύτερο δεκαήμερο το 3ο Σύνταγμα Ιππικού, το 1ο τάγμα μετόπισθεν της Μεραρχίας και τάγμα ασφαλείας της Σμύρνης, ενώ στο τέλος του μηνός αφίχθηκε και το 5ο Σύνταγμα Αρχιπελάγους.

Η Τουρκική αντίδραση πολύ γρήγορα άρχισε να γίνεται οργανωμένα και με συνδυασμένες επιθέσεις να προσβάλλουν συνεχώς τα Ελληνικά τμήματα αλλά και αμάχους. Η Ελληνική Διοίκηση έκρινε ότι οι δυνάμεις του στρατού κατοχής ήταν ανεπαρκείς και γι αυτό ζήτησε την ενίσχυσή τους. Τέλος Ιουνίου 1919 η διάταξη του Ελληνικού στρατού στη Σμύρνη είχε ως εξής:
  • Α' ΣΣ στη Σμύρνη Ι ΜΠ (Αιδίνιο) στις κοιλάδες Μαιάνδρου και Καύστρου ποτ. ΙΙ ΜΠ στην περιοχή της Σμύρνης ΧΙΙΙ ΜΠ (Μαγνησία) στην κοιλάδα του Έρμου ποταμού.
  • Μεραρχία Αρχιπελάγους (Πέργαμος) στις περιοχές Περγάμου και Κυδωνιών.
  • Μεραρχία Σμύρνης (Σμύρνη) με το 8ο Σύνταγμα Κρητών στην περιοχή Κυδωνιών - Αγιασουλούκ και το 27ο στη Σμύρνη, ως εφεδρεία του Α' ΣΣ. Τέλος Νοεμβρίου 1919 είχε αφιχθεί στη Σμύρνη το 28ο ΣΠ της μεραρχίας ενώ ξεκίνησε η μεταφορά από τη Μακεδονία του 30ού ΣΠ για την αντικατάσταση του 8ου Συντάγματος Κρητών.
  • Οι Μεραρχίες Αρχιπελάγους και Σμύρνης υπάγονταν κατευθείαν στον Αρχιστράτηγο.
Στις 12 Δεκεμβρίου 1919 έφθασε στη Σμύρνη ο Υποστράτηγος Μηλιώτης Κομνηνός, ο οποίος ανέλαβε τη διοίκηση της Στρατιάς Κατοχής Μ. Ασίας (ΣΚΜΑ), η οποία περιελάμβανε δύο Σώματα Στρατού (Α' ΣΣ και ΣΣ Σμύρνης). Στο Α΄ΣΣ ανήκαν οι οργανικές του μεραρχίες Ι, ΙΙ και ΧΙΙΙ, ενώ στο ΣΣ Σμύρνης ανήκαν οι Μεραρχίες Αρχιπελάγους και Σμύρνης. Αρχές Ιανουαρίου 1920 η συνολική δύναμη της ΣΚΜΑ, ανέρχονταν σε 2.400 αξ/κούς, 62.743 οπλίτες εκ των οποίων 5.705 απολυόμενοι των κλάσεων 1913α και 1913β και 22.285 κτήνη. Η δύναμη υπολείπονταν της εμπολέμου προβλεπόμενης κατά 15.000 άνδρες περίπου. Για την αντιμετώπιση της μειωμένης επάνδρωσης των Μονάδων, ανεστάλησαν οι άδειες του προσωπικού και η απόλυση της κλάσεως 1914.


Η επιμελητεία του Ελληνικού στρατού ακόμα και αυτή την περίοδο χωρίς διεξαγωγή επιχειρήσεων και εγγύς της βάσεως ανεφοδιασμού ήταν ελλιπέστατη. Οι άνδρες τρέφονταν με κρέας εξ επιτοπίων πόρων και όσπρια από τη βάση εφοδιασμού της Σμύρνης. Αρχές Φεβρουαρίου 1920 άρχισε η συγκρότηση στη Θεσσαλονίκη της νέας Μεραρχίας Κυδωνιών η οποία αργότερα έφθασε στη Σμύρνη (τέλη Μαΐου 1920), ενώ έφθασε στη Σμύρνη το τάγμα εθελοντών Πόντου δυνάμεως 1.000 ανδρών. Το Μάρτιο του 1920 αναλαμβάνονται ενέργειες για τη βελτίωση της μαχητικής ικανότητας των μονάδων. Ήτοι:
  • Για να συμπληρωθούν τα κενά στις μονάδες, κλήθηκαν υπό τα όπλα οι κλάσεις 1910, 1911, 1912, 1913α, 1913β, 1914 οι οποίοι ήταν Έλληνες υπήκοοι και κατοικούσαν στην κατεχόμενη από τη Στρατιά ζώνη καθώς και όσοι από τις κλάσεις 1910 - 1920 ήταν Έλληνες στην καταγωγή και κατοικούσαν στην ίδια ζώνη.
  • Εκπονήθηκαν νέοι ΠΟΥ με μειωμένη εμπόλεμη δύναμη για εξοικονόμηση προσωπικού και επάνδρωση νέων μονάδων.
  • Για την εκπαίδευση των νέων στρατιωτών δημιουργήθηκαν τρία έμπεδα Πεζικού ΙΙ ΜΠ, Μυτιλήνης και Σμύρνης, υπό το Γενικό Στρατηγείο.
  • Συγκροτήθηκε Σύνταγμα Ασφαλείας Σμύρνης, το οποίο μετονομάσθηκε σε 17ο ΣΠ.
  • Το Παράρτημα Όρχου Αυτοκινήτων αναβαθμίστηκε σε Όρχο Αυτοκινήτων Σμύρνης.
  • Για τη βελτίωση του ανεφοδιασμού των μεραρχιών συγκροτήθηκαν σε κάθε μεραρχία εφοδιοπομπές 500 κτηνών.
  • Η Μεραρχία Σμύρνης προωθήθηκε στην περιοχή Μαγνησίας.
  • Με αυτά τα μέτρα η δύναμη του στρατού που βρίσκονταν στη Μ. Ασία έφθασε στις αρχές Απριλίου 1920 σε 3.248 αξ/κούς, 91.063 οπλίτες, 28.804 κτήνη, 3.042 ιππήλατα οχήματα πάσης φύσεως και 937 αυτοκίνητα.
Όλη αυτή την περίοδο (μέχρι τέλη Μαΐου 1920) οι Ελληνικές δυνάμεις αντιμετώπιζαν μικροεπιθέσεις Τουρκικών δυνάμεων, συνεχείς παρενοχλσεις με πυρά πυροβολικού και πολυβόλων και δολιοφθορές εφαρμόζοντας παθητική άμυνα.

2. Έναρξη Επιχειρήσεων

Η έναρξη των επιχειρήσεων (9 Ιουνίου 1920), βρίσκει τα στρατεύματα της Μ. Ασίας να αποτελούνται από 2 ΣΣ, 1 ανεξάρτητη μεραρχία, 1 ταξιαρχία ιππικού και τάγματα μετόπισθεν. Ήτοι δύναμη, 52 τάγματα Πεζικού, 14 ίλες ιππικού, 96 ορειβατικά, 72 πεδινά και 36 βαρέα πυροβόλα. Το Πεζικό και σε αυτές τις επιχειρήσεις προχωράει μπροστά, επιτίθεται, άρει αντιστάσεις, απελευθερώνει πόλεις και χωριά και βέβαια αφήνει νεκρούς ήρωες στα πεδία των μαχών. Απελευθερώνονται όμως διαδοχικά, το Αξάριο, ή Σόμα, η Φιλαδέλφεια, η Πάνορμος και η Προύσα. Στη συνέχεια ακολουθούν οι επιχειρήσεις προς Ουσάκ, Τσεντίζ όπου οι Ελληνικές δυνάμεις δέχονται την πρώτη οργανωμένη και σε μεγάλη κλίμακα Τουρκική επίθεση (Χαν 14 Οκτωβρίου 1920).

Οι επιτυχίες όμως των μονάδων του στρατού συντέλεσαν στη μεγάλη επέκταση του μετώπου. Για την αντιμετώπιση του προβλήματος αυτού το Γενικό Στρατηγείο (ΓΣ), προέβη στη συγκρότηση 5 νέων τμημάτων μετόπισθεν για τη φρούρηση των συγκοινωνιών, ενώ συγκρότησε μια ακόμη μεραρχία την Μεραρχία Μαγνησίας αποτελούμενη από το 17ο ΣΠ (πρώην σύνταγμα ασφαλείας Σμύρνης) το 18ο ΣΠ και το 9ο Σύνταγμα Κρητών. Στις επιχειρήσεις που διεξήχθησαν την εξεταζόμενη περίοδο το Ελληνικό πεζικό διεξήγαγε επιθέσεις κατά μέτωπο και νυχτερινές επιθέσεις, ενώ εγκαθίσταντο και οργάνωναν διαδοχικές τοποθεσίες άμυνας.

3. Χειμερινές Επιχειρήσεις 1920

Στις 9 Νοεμβρίου 1920 ο Αντιστράτηγος Παπούλας ανέλαβε τα καθήκοντα του Δ/κτή της Στρατιάς Μ. Ασίας (ΣΜΑ) όπως μετονομάσθηκε η ΣΚΜΑ. Η κατάσταση των Μονάδων είχε όπως παρακάτω:
  • Α' ΣΣ (Ι, ΙΙ, ΧΙΙΙ ΜΠ)
  • Β' ΣΣ (ΙΙΙ, Κρήτης ΜΠ)
  • ΣΣ Σμύρνης (Αρχιπελάγους(-), Σμύρνης)
  • Μεραρχία Μαγνησίας
  • Μεραρχία Κυδωνιών
  • Ταξιαρχία Ιππικού
  • Συνολική δύναμη 3.805 αξ/κούς, 111.861 οπλίτες, 115 πεδινά πυροβόλα των 75, 37 ορειβατικά των 75, 109 ορειβατικά των 65, 24 βαρέα των 120, 12 οβιδοβόλα των 155.
  • Τα κενά σε προσωπικό και πάλι μεγάλα 850 αξ/κοί και 16.000 οπλίτες λιγότεροι από τους προβλεπόμενους ενώ στο τέλος του μήνα Νοέμβρη οι οπλίτες υπολείπονταν κατά 30.000 της εμπολέμου δυνάμεως των μονάδων.
  • Οι ελλείψεις στον εξοπλισμό του Πεζικού μεγάλες. Υπήρχε ανεπάρκεια πυρομαχικών Πεζικού και παντελής έλλειψη φυσιγγίων Λεμπέλ, καθώς και ανταλλακτικών πολυβόλων.
Στις 24 Δεκεμβρίου 1920 το ΣΣ Σμύρνης μετονομάζεται σε Γ' ΣΣ και οι Μεραρχίες Αρχιπελάγους και Σμύρνης σε VII ΜΠ και X ΜΠ αντίστοιχα. Την περίοδο αυτή οι Ελληνικές Μονάδες παρά τα προβλήματα οργάνωσαν το κατεχόμενο έδαφος ώστε να μην επιτρέπουν διεισδύσεις εχθρικών δυνάμεων στα μετόπισθεν. Στο τέλος Δεκεμβρίου η Στρατιά ενήργησε επιθετική αναγνώριση με το Γ' ΣΣ και παραπλανητική ενέργεια με το Α' ΣΣ.


4. Εαρινές Επιχειρήσεις 1921

Την παραμονή της ενάρξεως των επιχειρήσεων οι Ελληνικές δυνάμεις ήταν χωρισμένες σε δύο μέτωπα, χωρίς δυνατότητα συνδέσμου μεταξύ τους, το βόρειο (Προύσας) με το Γ' ΣΣ και το νότιο (Ουσάκ) με το Α' ΣΣ. Μεταξύ τους παρεμβάλλονταν η οροσειρά του Ολύμπου και απείχαν 200 χλμ σε ευθεία γραμμή. Στις αρχές Απριλίου 1921 η δύναμη της Στρατιάς Μ. Ασίας, ανέρχονταν σε 4.364 αξ/κούς και 122.164 οπλίτες. Για την προέλαση προς Εσκή Σεχήρ, το Γ' ΣΣ διέθεσε 27 τάγματα Πεζικού δυνάμεως 16.190 τυφεκιοφόρων και 228 πολυβόλων. Για την προέλαση προς Αφιόν Καραχισάρ το Α' ΣΣ διέθεσε 16 τάγματα Πεζικού δυνάμεως 10.500 τυφεκιοφόρων και 128 πολυβόλων.

Την μεταξύ των δύο ΣΣ ζώνη και πίσω από αυτά, εξασφάλιζε το Β' ΣΣ το οποίο είχε στη διάθεσή του δώδεκα τάγματα Πεζικού δυνάμεως 7.165 τυφεκιοφόρων. Ο αγώνας πλέον είναι σκληρός, οι Τούρκοι μάχονται σε οργανωμένες τοποθεσίες άμυνας και ο πεζός στρατιώτης κερδίζει έδαφος με πολύ προσπάθεια και με κυρίως με τη λόγχη του.

5. Επιχειρήσεις Θέρους 1921

Πριν την έναρξη των επιχειρήσεων έγινε προσπάθεια ενίσχυσης των Μονάδων σε προσωπικό και υλικό. Ειδικότερα:
  • Επιστρατεύτηκαν οι κλάσεις 1912, 1913α, 1913β, 1914 και 1915 ώστε να συμπληρωθούν οι Μονάδες.
  • Αφίχθησαν στο μέτωπο οι IV και IX ΜΠ.
  • Έγινε προμήθεια πυρομαχικών Πεζικού, πολυβόλων και τυφεκίων.
  • Συγκροτήθηκε η Γενική Στρατιωτική Διοίκηση Ενδιαμέσου Ζώνης (μεταξύ μετώπου και ζώνης μετόπισθεν).
  • Εφοδιάστηκε η Στρατιά με 1.000 βαρέα, 500 ελαφρά και 250 νοσοκομειακά οχήματα, ενώ βελτιώθηκε η μεταφορική ικανότητα του σιδηροδρόμου με τη μεταφορά τροχαίου υλικού από την «Παλαιά Ελλάδα».
Στις 16 Ιουνίου 1921 οι δυνάμεις Πεζικού που είχε στη διάθεσή της η Στρατιά Μ. Ασίας για να διεξαγάγει την μεγάλη επίθεση ήταν 106.007 τυφέκια και 908 πολυβόλα. Με αυτές τις δυνάμεις συνέχισε τις επιθετικές της επιχειρήσεις και κατέλαβε μεταξύ άλλων το σημαντικό συγκοινωνιακό κόμβο του ΕΣΚΗ ΣΕΧΗΡ πλην όμως δεν επέτυχε τους αντικειμενικούς της σκοπούς που ήταν η καταστροφή των Τουρκικών δυνάμεων. Μέχρι την 24 Αυγ 1921, τα συντάγματα Πεζικού είχαν προωθηθεί «διά της λόγχης», Ανατολικά του Σαγγάριου ποταμού, ανατρέποντας διαδοχικά με σκληρούς αγώνες τις Τουρκικές αντιστάσεις, που πλέον αμύνονταν λυσσαλέα καθόσον ο Ελληνικός στρατός πλησίαζε στην Άγκυρα.

Οι Έλληνες αξιωματικοί και στρατιώτες έδωσαν επικές μάχες, (Καλέ Γκρότο, Γιλντίζ Ντάγ, Ταμπούρ Ογλού, Αρτίζ Νταγ, Τσαλ Νταγ, Ουλού Νταγ, Σαπάντζας, Πολατλί, κ.α.). Η ανδρεία τους υπήρξε απαράμιλλη. Αλλά και οι απώλειες ήταν πολύ μεγάλες. Μόνο κατά την εξαήμερη μάχη του Καλέ Γκρότο το Β' ΣΣ (2 μεραρχίες σε α΄ κλιμάκιο/ 5 - 6 συντάγματα, έχασε 3.408 άνδρες εκ των οποίων νεκροί ήταν 35 αξ/κοί και 529 οπλίτες). Μόνο για την κατάληψη δια της λόγχης του Ουλού Νταγ το 3/40 ΣΕ έχασε τους μισούς αξ'κούς του και 350 στρατιώτες. Πλέον όμως οι Ελληνικές μονάδες είχαν απομακρυνθεί πάρα πολύ από τις βάσεις ανεφοδιασμού τους και οι ελλείψεις ήταν εμφανείς.

Επιπλέον, το ανάπτυγμα των δυνάμεων επέτρεπε σε Τουρκικούς σχηματισμούς να εισχωρούν και να προσβάλλουν τις βάσεις ανεφοδιασμού και τις φάλαγγες, επιτείνοντας έτσι το πρόβλημα. Η Στρατιά είχε φτάσει πλέον στο μέγιστο της απόδοσής της. Νικώντας τακτικά τον εχθρό παντού, δεν είχε τα μέσα να μετατρέψει την τακτική αυτή νίκη σε στρατηγική. Για την ανασυγκρότηση των δυνάμεών της, την εξασφάλιση του κατακτηθέντος εδάφους και εν αναμονή εντολών από την Κυβέρνηση, η Στρατιά μετέπεσε σε αμυντική κατάσταση οργανώνοντας τις θέσεις που είχε καταλάβει. Λίγο αργότερα αναγκάστηκε να συμπτυχθεί δυτικά του Σαγγάριου ποταμού και να εγκατασταθεί αμυντικά 45 χλμ ανατολικά του Εσκή Σεχήρ.

6. Τακτική Χρησιμοποίηση του Πεζικού στον Επιθετικό Αγώνα

Η Τακτική που χρησιμοποίησαν τα Ελληνικά τμήματα στο κλιμάκιο του τάγματος και του συντάγματος ήταν η κατά μέτωπο επίθεση για τη διάσπαση της τοποθεσίας. Ο νυχτερινός αγώνας χρησιμοποιήθηκε όποτε κρίθηκε απαραίτητο, αλλά δεν ήταν ευρεία η χρήση του, με αποτέλεσμα οι Τουρκικές δυνάμεις που απώλεσαν την τοποθεσία να διαρρέουν συνήθως ανενόχλητες τη νύχτα. Σε επίπεδο όμως μεραρχιών έγινε κατ΄ επανάληψη προσπάθεια απλής ή και διπλής υπερκέρασης των τουρκικών δυνάμεων (χαρακτηριστική η προσπάθεια από 10 Αυγούστου 1921, του Β' ΣΣ για υπερκέραση από ανατολικά, των Τουρκικών δυνάμεων που βρίσκονταν στην τοποθεσία Ιντζιρλί, ενώ ταυτόχρονα το Α' ΣΣ επιτίθονταν μετωπικά, η οποία όμως δεν επέτυχε).

7. Το Τέλος της Εκστρατείας

Μετά τις επιχειρήσεις του θέρους του 1921, η Στρατιά Μ. Ασίας έχασε μεγάλο μέρος των εμπειροπόλεμων αξ/κών και οπλιτών της, (έχασε στις επιχειρήσεις προς Άγκυρα το 50% της εμπολέμου δυνάμεώς της) χωρίς να επιτύχει την καταστροφή των Τουρκικών δυνάμεων και την κατάληψη της Άγκυρας. Γι΄ αυτό συμπτύχθηκε και εγκαταστάθηκε αμυντικά ανατολικά του Εσκή Σεχήρ. Παρόλα αυτά, το μέτωπο το οποίο είχε να καλύψει ανερχόταν σε 713 χιλιόμετρα, ενώ απείχε από τις ακτές του Αιγαίου 700 περίπου χιλιόμετρα. Παρουσίαζε επίσης αδυναμίες και στη διατήρηση της τάξης στα μετόπισθεν.

Πριν την έναρξη της Τουρκικής επίθεσης υπήρχε μόνο μια μεραρχία (VII) ως εφεδρεία, σε αυτό το τεράστιο μέτωπο των 700 χλμ, ενώ κάθε μεραρχία κάλυπτε από 20 (IV) έως και 80 χλμ μετώπου (V) μέρος του οποίου δεν κατεχόταν (υπήρχε και κενό πλάτους 75 χλμ. εκ των οποίων τα 25 χλμ ήταν μη επιτηρούμενα). Για την κάλυψη αυτού του τομέα αμύνονταν σε α΄ γραμμή 37 τάγματα Πεζικού ή Ευζώνων και αλλά 46 ήταν εφεδρεία. Επιπλέον, ο κακός εφοδιασμός, οι κακουχίες και η μη επίτευξη των στόχων των επιχειρήσεων επέδρασαν επί της πειθαρχίας του στρατεύματος, αξ/κών και οπλιτών. Η αβεβαιότητα για την εξέλιξη των επιχειρήσεων και η πεποίθηση ότι όλες αυτές οι θυσίες θα απέβαιναν μάταιες, μείωνε καθημερινά το ηθικό των ανδρών.


Τα πολιτικά πάθη και μίση εισχώρησαν στις τάξεις του στρατεύματος. Οι λιποτάκτες αυξήθηκαν σημαντικά και περιφέρονταν στα μετόπισθεν ληστεύοντας, ενώ άλλοι στρατιώτες έπαιρναν άδεια και παρέμεναν στην παλαιά Ελλάδα. Αυτή η κατάσταση της Στρατιάς όπως αναφέρθηκε παραπάνω, δε θύμιζε σε τίποτε τη Στρατιά που επιτίθονταν στο Καλέ Γκρότο 3 μήνες πριν. Αυτή η Στρατιά όμως, απορρόφησε όσο ήταν δυνατόν την Τουρκική επίθεση και συμπτύχθηκε στα παράλια του Αιγαίου.

Ο πεζός ο οποίος 2 χρόνια πριν περπάτησε 700 χλμ. φθάνοντας έξω από την Άγκυρα πολεμώντας και κερδίζοντας κάθε σπιθαμή εδάφους με τη λόγχη του, αυτός ο πεζός κινήθηκε και πάλι τον Αύγουστο του 1922 περπατώντας 700 χλμ. και πολεμώντας αλλά υπό τις πλέον δυσμενείς συνθήκες τώρα, επιστρέφοντας στα παράλια του Αιγαίου. Η προηγηθείσα της επίθεσης χαλάρωση της πειθαρχίας και η πτώση του ηθικού, σε συνδυασμό με την αντικατάσταση των Δ/κτών των Σχηματισμών, δεν επέτρεψε τη συγκροτημένη σύμπτυξη όλων των Μονάδων της Στρατιάς, όπως έκανε η Ανεξάρτητος Μεραρχία, το 5/42 ΣΕ και άλλοι σχηματισμοί. Ο ιστορικός όμως θα εστιάσει στα άνευ προηγουμένου τακτικά σφάλματα που οδήγησαν στην αιχμαλωσία χιλιάδες άνδρες.

8. Απώλειες στη Μικρασιατική Εκστρατεία 

Οι απώλειες στις τριετείς επιχειρήσεις ήταν φοβερές για το Πεζικό. Έχασε σχεδόν το σύνολο των εμπειροπόλεμων αξ/κών του και πολλές χιλιάδες στρατιωτών. Νεκροί αξιωματικοί 1.240 και οπλίτες 49.485.141

9. Αλλαγές στον Εξοπλισμό και την Οργάνωση του Πεζικού 

Αξιόλογες τροποποιήσεις στην οργάνωση του Πεζικού κατά τα έτη 1917 - 1923 υπήρξαν οι παρακάτω:

α) Η εισαγωγή των οπλοπολυβόλων και βομβιδοβόλων στον οπλισμό του Πεζικού.

β) Η οργάνωση των δυο ημιδιμοιριών Πεζικού, η καθεμιά από μια ενωμοτία τυφεκιοφόρων, στην οποία ανήκε και το οπλοπολυβόλο και από μια ενωμοτία από ακροβολιστές, στην οποία ανήκε το βομβιδοβόλο.

γ) Η αύξηση του αριθμού των πολυβόλων Πεζικού κάθε τάγματος, το οποίο είχε αντί μιας διμοιρίας, ένα λόχο πολυβόλων από τέσσερις διμοιρίες (οχτώ πολυβόλα).

ΤΟ ΠΕΖΙΚΟ ΑΠΟ ΤΟ 1923 ΕΩΣ ΤΟ 1939

1. Γενικά - Μεταβολές στην Οργάνωση 

Η Ελλάδα, μετά την υπογραφή της Συνθήκης της Λωζάνης, τον Ιούλιο του 1923, επιδόθηκε στην οργάνωση και ανόρθωση της χώρας από τα ερείπια του μακροχρόνιου πολέμου και την ατυχή έκβαση της Μικρασιατικής Εκστρατείας. Κύριο μέλημά της ήταν να αντιμετωπίσει τις πιεστικές οικονομικές και κοινωνικές ανάγκες, την ανόρθωση της χώρας και την αποκατάσταση περίπου ενάμισι εκατομμυρίου ομογενών προσφύγων από την Ανατολική Θράκη και τη Μικρά Ασία. Τη λήξη της εμπόλεμης κατάστασης, το καλοκαίρι του 1923, ακολούθησε επιστροφή των μονάδων στις έδρες τους και αποστράτευση των εφέδρων.

Στον στρατιωτικό τομέα, η προσπάθεια αναδιοργάνωσης, εξαιτίας των συνεχών στρατιωτικών κινημάτων, της αλλαγής του πολιτεύματος και της ενεργής αναμείξεως του στρατού στην πολιτική, ήταν σχεδόν μηδαμινή. Έγιναν μόνο περιορισμένες προμήθειες οπλισμού και μετακλήθηκε Γαλλική Στρατιωτική Αποστολή για τη συστηματική οργάνωση της εκπαιδεύσεως.

2. Οργάνωση - Σύνθεση (1925 - 1929)

Με το ΝΔ της 30ης Δεκεμβρίου 1925 «περί Οργανισμού του Στρατού», η χώρα διαιρέθηκε σε 38 στρατολογικά διαμερίσματα, ένα ανά σύνταγμα Πεζικού ή Ευζώνων. Τα 38 συντάγματα υπήχθησαν σε 12 Μεραρχίες και μια Ταξιαρχία και οι 10 Μεραρχίες υπήχθησαν σε 5 Σώματα Στρατού όπως παρακάτω:

Α' ΣΣ με έδρα την Αθήνα
  • ΙΙ ΜΠ με έδρα την Αθήνα (1ο ΣΠ - 2ο ΣΠ Αθήνα - 34ο ΣΠ Πειραιά)
  • VΙΙ ΜΠ με έδρα τη Λαμία (3ο ΣΠ Θήβα - 7ο ΣΠ Χαλκίδα - 42ο ΣΕ Λαμία)
  • Ι, ΙΙ, IV Τάγματα Δημοκρατικής Φρουράς Αθηνών 
  • Τάγμα Βαρέων πολυβόλων Αθηνών
  • Μονάδες ΠΒ, Ιππικού, Μηχανικού και Σωμάτων 
Β' ΣΣ με έδρα τη Λάρισα
  • Ι ΜΠ με έδρα τα Τρίκαλα (4ο ΣΠ Λάρισα - 5ο ΣΠ Τρίκαλα - 38ο ΣΕ Τύρναβος)
  • Χ ΜΠ με έδρα τη Βέροια (16ο ΣΠ Εξισού - 27ο ΣΠ Κοζάνη - 30ό ΣΠ Έδεσσα)
  • Τάγμα Βαρέων πολυβόλων Λάρισας
  • Μονάδες ΠΒ, Ιππικού, Μηχανικού και Σωμάτων
Γ' ΣΣ με έδρα τη Θεσσαλονίκη
  • VI ΜΠ με έδρα τις Σέρρες (19ο ΣΠ - 20ό ΣΠ Σέρρες - 21ο ΣΠ Σιδηρόκαστρο)
  • XI ΜΠ με έδρα τη Θεσσαλονίκη (13ο ΣΠ Κιλκίς - 50ο ΣΠ - 59ο ΣΠ Θεσσαλονίκη)
  • ΙΙΙ Τάγμα Δημοκρατικής Φρουράς Θεσσαλονίκης
  • Τάγμα Βαρέων Πολυβόλων Θεσσαλονίκης
  • Διοίκηση Φρουρίου Θεσσαλονίκης με Τάγμα Βαρέων Πολυβόλων
  • •Μονάδες ΠΒ, Ιππικού, Μηχανικού και Σωμάτων
Δ' ΣΣ με έδρα την Καβάλα
  • ΙΧ ΜΠ με έδρα τη Δράμα (24ο ΣΠ Δράμα - 25ο ΣΠ Πράβι - 26ο ΣΠ Δράμα)
  • ΧΙΙ ΜΠ με έδρα την Κομοτηνή (17ο ΣΠ - 29ο ΣΠ Κομοτηνή - 41ο ΣΠ Ξάνθη)
  • Μονάδες ΠΒ, Ιππικού, Μηχανικού και Σωμάτων
Ε' ΣΣ με έδρα την Κόρινθο
  • ΙΙΙ ΜΠ με έδρα την Πάτρα (6ο ΣΠ Κόρινθο - 12ο ΣΠ Πάτρα - 39ο ΣΕ Μεσολόγγι)
  • IV ΜΠ με έδρα το Ναύπλιο (8ο ΣΠ Ναύπλιο - 9ο ΣΠ Καλαμάτα - 11ο ΣΠ Τρίπολη)
  • Μονάδες ΠΒ, Ιππικού, Μηχανικού και Σωμάτων
Υπόλοιπα Συντάγματα 
  • V ΜΠ με έδρα τα Χανιά (14ο ΣΠ Χανιά - 43ο ΣΠ Ρέθυμνο - 44ο ΣΠ Χανιά)
  • VIII ΜΠ με έδρα τα Ιωάννινα (10ο ΣΠ Πρέβεζα - 15ο ΣΠ Ιωάννινα - 40ό ΣΕ Ιωάννινα)
  • Ταξιαρχία Αρχιπελάγους (22ο ΣΠ Μυτιλήνη - 23ο ΣΠ Χίος)
  • Επίσης συγκροτήθηκαν, ένα Σύνταγμα Προκαλύψεως με έδρα το Διδυμότειχο, 6 συνοριακοί τομείς VI, VIII, IX, X, ΧΙ, XII υπό τις ταυτάριθμες Μεραρχίες και ο Λόχος Φρουράς Προέδρου Δημοκρατίας. Στο ίδιο ως άνω ΝΔ καθορίστηκε ως έδρα της Επιθεώρησης Πεζικού η Αθήνα, όπως επίσης και η λειτουργία της Σχολής Εφαρμογής Πεζικού στην Αθήνα.

Το 1926 με το Π.Δ. «περί Οργανισμού του κατά Γήν Στρατού»,επαναλαμβάνεται η οργάνωση του στρατού όπως αναφέρεται παραπάνω και επιπλέον, καθορίζονται οι οργανικές θέσεις κατά βαθμό των αξιωματικών. Ο ενεργός στρατός περιελάμβανε συνολικά πέντε σώματα στρατού (δώδεκα μεραρχίες Πεζικού) και μια ανεξάρτητη ταξιαρχία Πεζικού (Ταξιαρχία Αρχιπελάγους). Συνολικά, ο αριθμός των συνταγμάτων Πεζικού ανερχόταν σε 38, εκ των οποίων 4 Ευζώνων. Το χαρακτηριστικό της νέας συγκρότησης των μονάδων Πεζικού ήταν η οργάνωση των μεν διμοιριών Πεζικού σε τρεις ομάδες, όπου κάθε ομάδα περιλάμβανε ένα στοιχείο οπλοπολυβολητών και ένα στοιχείο ακροβολιστών, των δε διμοιριών πολυβόλων Πεζικού σε δύο ομάδες, των δύο πολυβόλων η κάθε μία.

Το έτος 1925 η θητεία των οπλιτών στο στρατό ορίσθηκε στους 18 μήνες, ενώ το 1926 καθορίστηκε η δυνατότητα λήψης 2μήνου αδείας μετά τη συμπλήρωση 16 μηνών πραγματικής υπηρεσίας. Το 1927 η διάρκεια της αδείας αυξήθηκε σε 3 μήνες οπότε η θητεία περιορίστηκε στους 15 μήνες.

3. Μείωση Δυνάμεως του Στρατού (1929 - 1930)

Με τον Νόμο 4321 του 1929, καθορίσθηκε νέος οργανισμός του στρατού, με τον οποίο η χώρα διαιρέθηκε σε 4 περιοχές αντιστοιχούσες σε 4 σώματα στρατού, 11 περιφέρειες αντιστοιχούσες σε 11 μεραρχίες Πεζικού και σε 37 στρατολογικά διαμερίσματα, ένα - τρία, ανά σύνταγμα ή τάγμα Πεζικού ή Ευζώνων. Με αυτόν τον νόμο, μειώθηκαν τα ΣΣ από 5 σε 4 (καταργήθηκε το Ε' ΣΣ), οι μεραρχίες από 12 σε 11 (καταργήθηκε η VII) και τα συντάγματα από 38 σε 24, ενώ άλλαξαν και οι έδρες τους. Συνολικά συγκροτούνταν 24 συντάγματα Πεζικού, 1 τάγμα Πεζικού και 3 τάγματα Ευζώνων, υπαγόμενα σε 11 μεραρχίες Πεζικού, εκ των οποίων 2 ανεξάρτητες ως εξής:

Α' ΣΣ με έδρα την Αθήνα
  • ΙΙ ΜΠ με έδρα την Αθήνα (1ο ΣΠ Αθήνα - 2ο ΣΠ Λαμία - 34ο ΣΠ Αθήνα)
  • ΙΙΙ ΜΠ με έδρα την Πάτρα (6ο ΣΠ Κόρινθο - 12ο ΣΠ Πάτρα - 39ο Τάγμα Ευζώνων Μεσολόγγι)
  • IV ΜΠ με έδρα το Ναύπλιο (8ο ΣΠ Ναύπλιο - 9ο ΣΠ Καλαμάτα - 11ο ΣΠ Τρίπολη)
  • Ι, ΙΙ, IV Τάγματα Δημοκρατικής Φρουράς Αθηνών
  • Τάγμα Βαρέων Πολυβόλων Αθηνών
  • Μονάδες ΠΒ, Ιππικού, Μηχανικού και Σωμάτων
Β' ΣΣ με έδρα τη Λάρισα
  • • ΙΧ ΜΠ με έδρα την Κοζάνη (24ο ΣΠ Πρέβεζα - 27ο ΣΠ Κοζάνη)
  • • Χ ΜΠ με έδρα τη Βέροια (16ο ΣΠ Βέροια - 30ό ΣΠ Έδεσσα)
  • • Τάγμα Βαρέων Πολυβόλων Λάρισας
  • • Μονάδες ΠΒ, Ιππικού, Μηχανικού και Σωμάτων
Γ' ΣΣ με έδρα τη Θεσσαλονίκη
  • Ι ΜΠ με έδρα τα Λάρισα (4ο ΣΠ Λάρισα - 5ο ΣΠ Τρίκαλα - 42ο Τάγμα Ευζώνων Λαμία)
  • XI ΜΠ με έδρα τη Θεσσαλονίκη (13ο ΣΠ Κιλκίς - 50ό ΣΠ Θεσσαλονίκη)
  • ΙΙΙ Τάγμα Δημοκρατικής Φρουράς Θεσσαλονίκης
  • Τάγμα Βαρέων Πολυβόλων Θεσσαλονίκης
  • Διοίκηση Φρουρίου Θεσσαλονίκης με Τάγμα Βαρέων Πολυβόλων
  • Μονάδες ΠΒ, Ιππικού, Μηχανικού και Σωμάτων
Δ' ΣΣ με έδρα την Καβάλα
  • ΧΙΙ ΜΠ με έδρα την Κομοτηνή ( 29ο ΣΠ Κομοτηνή - 41ο ΣΠ Ξάνθη)
  • VI ΜΠ με έδρα τις Σέρρες (19ο ΣΠ Σέρρες - 26ο ΣΠ Δράμα)
  • Μονάδες ΠΒ, Ιππικού, Μηχανικού και Σωμάτων
Υπόλοιπες Μονάδες - Τάγματα
  • V ΜΠ με έδρα τα Χανιά (14ο ΣΠ Χανιά - 43ο ΣΠ Ηράκλειο)
  • VIII ΜΠ με έδρα τα Ιωάννινα (15ο ΣΠ Ιωάννινα - 40ό Τάγμα Ευζώνων Άρτα - 10ο Τάγμα Πεζικού Κέρκυρα)
  • Ταξιαρχία Αρχιπελάγους (22ο ΣΠ Μυτιλήνη με ένα Τάγμα στη Χίο
  • Επίσης συγκροτήθηκαν, 8 συνοριακοί τομείς I, IV, VI, VIII, IX, X, ΧΙ, XII υπό τις ταυτάριθμες μεραρχίες και ο Λόχος Φρουράς Προέδρου Δημοκρατίας
Το επόμενο έτος με τον Νόμο 4532 του έτους 1930, εξουσιοδοτήθηκε ο υπουργός των στρατιωτικών (Θεμιστοκλής Σοφούλης) να προβεί σε αναδιοργάνωση του στρατού μετά από πρόταση του αρχηγού του ΓΕΣ (Αντιστράτηγος Μαζαράκης - Αινιάν Αλέξανδρος). Κατόπιν αυτού οι μεραρχίες έγιναν πάλι δώδεκα με την επανασύσταση της VII ΜΠ με έδρα της Δράμα, Ιδρύθηκε Στρατιωτική Διοίκηση Αρχιπελάγους, ο αριθμός των μονάδων Πεζικού ορίσθηκε σε είκοσι τέσσερα συντάγματα (εκ των οποίων ένα Ευζώνων) και δέκα τάγματα Πεζικού (εκ των οποίων δύο Ευζώνων). Με τον ίδιο νόμο τα Αρχηγεία Πεζικού των Μεραρχιών έγιναν ανεξάρτητες Διοικήσεις Πεζικού.

Λίγο αργότερα (25 Ιουλίου 1930) εξεδόθη ο Νόμος 4838 για τη λειτουργία Σχολής Εφαρμογής Πεζικού με έδρα την Αθήνα και Παράρτημα στη Θεσσαλονίκη. Η σχολή λειτουργούσε τρία τμήματα:

1) Ανθυπολοχαγών, στην Αθήνα, στο οποίο φοιτούσαν υποχρεωτικά για 5 μήνες, οι προερχόμενοι από τη ΣΣΕ και παράρτημα αυτού στη Θεσσαλονίκη στο οποίο φοιτούσαν για 5 μήνες όσοι Ανθυπολοχαγοί δεν προέρχονταν από τη ΣΣΕ. Σκοπός του σχολείου ήταν η εκπαίδευση των ανθυπολοχαγών ώστε να καταστούν ικανοί για την εκπαίδευση και «χρησιμοποίηση στη μάχη» των μικρών μονάδων Πεζικού μέχρι και του λόχου.

2) Οπλισμού και Βολής Πεζικού, στο οποίο φοιτούσαν όλοι οι αξ/κοί Πεζικού μετά την έξοδό τους από τη σχολή Ευελπίδων, καθώς και όλοι οι κατώτεροι αξιωματικοί που μέχρι τότε δεν είχαν αποφοιτήσει από αυτό. Στη Θεσσαλονίκη επίσης λειτουργούσε παράρτημα του τμήματος για την εκπαίδευση αξιωματικών μη προερχομένων από τη ΣΣΕ.

3) Λοχαγών, στο οποίο φοιτούσαν, κατά σειρά αρχαιότητας, υποχρεωτικά για 5 μήνες όλοι οι λοχαγοί ΠΖ, πλην αυτών που είχαν ευδοκίμως αποφοιτήσει από τη Σχολή Πολέμου. Σκοπός του σχολείου ήταν η εκπαίδευση των λοχαγών στην εκτέλεση των καθηκόντων του βαθμού τους στη γνώση της τακτικής ενέργειας του Πεζικού και η δια εφαρμογών εξάσκηση στη χρησιμοποίηση των μονάδων Πεζικού στη μάχη. Επίσης, μπορούσαν να φοιτήσουν λοχαγοί ΠΖ και ΜΧ κατόπιν εξετάσεων εφόσον επιθυμούσαν να αποκτήσουν εγκαίρως τα προσόντα για συμμετοχή στις εξετάσεις της Σχολής Πολέμου. Ταγματάρχες ΠΖ κατόπιν προτάσεως της Επιθεωρήσεως Πεζικού.


Λοχαγοί Ιππικού και Πυροβολικού, εφόσον είχαν αποφοιτήσει από τις οικείες σχολές εφαρμογής του Όπλου τους και οι οποίοι είχαν τα προσόντα και σκόπευαν να συμμετάσχουν στις εξετάσεις της Σχολής Πολέμου μπορούσαν να παρακολουθήσουν τα μαθήματα στη Σχολή Εφαρμογής Πεζικού για να προετοιμαστούν για τη Σχολή Πολέμου. Αναφέρει χαρακτηριστικά ο νόμος στο άρθρο 12 παράγραφος 25, «Η εις το τμήμα Λοχαγών της Σχολής Εφαρμογής του Πεζικού φοίτησις των Λοχαγών των λοιπών όπλων, αποβλέπει κυρίως στην γνώσιν της ενεργεί- ας του Πεζικού, θεωρούμενου ως βασικού όπλου στον κοινόν αγώνα».

4) Πρότυπο Τμήμα. Το πρότυπο τμήμα ήταν τάγμα οργανικό της σχολής για την πρακτική εξάσκηση των αντικειμένων που διδάσκονταν στα διάφορα τμήματα της σχολής.

Το έτος 1930 η θητεία περιορίστηκε στους 14 μήνες και 4 μήνες υποχρεωτική άδεια. Το 1932 η θητεία καθορίστηκε σε 14 μήνες συμπεριλαμβανομένης και της υποχρεωτικής άδειας που ήταν δύο δίμηνες, περιοριζόμενης έτσι της πραγματικής θητείας σε 12 μήνες. Το 1933 καταργήθηκαν οι άδειες και η θητεία ορίστηκε στους 12 μήνες. Όταν η διάρκεια της θητείας μειώθηκε σε κάτω από 24 μήνες, ήταν αδύνατο να καλούνται ταυτόχρονα όλοι οι στρατεύσιμοι μιας κλάσεως υπό τα όπλα, καθόσον πριν ολοκληρωθεί η εκπαίδευσή της, είχε απολυθεί η προηγούμενη. Οπότε καθορίστηκε η πρόσκληση κάθε κλάσεως σε 2 τμήματα. Όταν η θητεία περιορίστηκε στους 12 μήνες η πρόσκληση της κλάσεως γινόταν σε τρία τμήματα για τους ίδιους λόγους.

4. Γαλλική Στρατιωτική Αποστολή

Κατά τη διάρκεια της περιόδου αυτής δόθηκε μεγάλη σημασία στη μετεκπαίδευση των αξιωματικών, στην οποία συνέβαλε καθοριστικά η μετακληθείσα το 1925, Γαλλική οργανωτική στρατιωτική αποστολή, υπό τον Στρατηγό Zιράρ. Η εκπαίδευση, όμως, αυτή περιοριζόταν στο θεωρητικό, κυρίως, μέρος. Ασκήσεις ευρείας κλίμακας με συμμετοχή όλων των όπλων δε λάμβαναν χώρα, λόγω αδυναμίας συγκρότησης μονάδων με πολεμική σύνθεση, καθώς επίσης και για οικονομικούς λόγους. Η αδυναμία συγκρότησης μονάδων οφειλόταν στην έλλειψη ανδρών, λόγω μείωσης της θητείας.

Από το έτος 1936 και μετά, λόγω αύξησης της στρατιωτικής θητείας, η εκπαίδευση των στελεχών και του στρατεύματος έλαβε πιο ρεαλιστική μορφή, προσομοίαζε τις συνθήκες της μάχης και ήταν προσαρμοσμένη στις νέες συνθήκες οργάνωσης του στρατού. Εκτός της εκπαίδευσης επί του συνόλου, η οποία γινόταν στις μονάδες, κατά τη διάρκεια του έτους λάμβαναν χώρα ασκήσεις κατά μεραρχία ευρύτερης κλίμακας, διάρκειας δεκαπέντε ημερών. Πρέπει να σημειωθεί ότι η προμήθεια νέου υλικού άρχισε από το έτος 1926 και ολοκληρώθηκε κατά τα τελευταία έτη, λίγο πριν τον Β' Π. Π. Ο οπλισμός Πεζικού περιελάμβανε: Τυφέκια και αραβίδες Μάλινχερ, οπλοπολυβόλα, ελαφρά και βαρέα πολυβόλα ΧΟΤΣΚΙΣ και όλμους ΜΠΡΑΝΤ.

5. Οργανισμός του 1935

Το έτος 1935, εκδόθηκε το από 4ης Σεπτεμβρίου Νομοθετικό Διάταγμα «περί Οργανισμού του Στρατού», με το οποίο καθορίζονταν η νέα οργάνωση του στρατού ξηράς και τα θέματα επιστρατεύσεως καταργούμενης κάθε προγενέστερης σχετικής διάταξης. Με τον νόμο αυτόν χωρίστηκε η Ελλάδα σε 50 διαμερίσματα έκαστο των οποίων αποτελούσε τη στρατολογική περιφέρεια Συντάγματος ή Τάγματος Πεζικού ή Ευζώνων. Η συγκρότηση και η διάταξη του Πεζικού ήταν η εξής:

1) Α' ΣΣ με έδρα την Αθήνα

2) Β' ΣΣ με έδρα τη Λάρισα

3) Γ' ΣΣ με έδρα τη Θεσσαλονίκη

4) Δ' ΣΣ με έδρα την Καβάλα

5) Συντάγματα - Τάγματα Πεζικού και Ευζώνων

1ο ΣΠ (Αθήνα), 2ο ΤΠ (Βόλος), 4ο ΣΠ (Λάρισα), 5ο ΣΠ (Τρίκαλα), 6ο ΣΠ (Κόρινθο), 7ο ΣΠ (Χαλκίδα), 8ο ΣΠ (Ναύπλιο), 9ο ΣΠ (Καλαμάτα), 10ο ΤΠ (Κέρκυρα), 11ο ΣΠ (Τρίπολη), 12ο ΣΠ (Πάτρα), 14ο ΣΠ (Χανιά), 15ο ΣΠ (Ιωάννινα), 16ο ΣΠ (Βέροια), 18ο ΤΠ (Σάμος), 19ο ΣΠ (Σέρρες), 21ο ΤΠ (Σιδηρόκαστρο), 22ο ΣΠ (Μυτιλήνη), 23ο ΤΠ (Χίος), 24ο ΣΠ (Πρέβεζα), 25ο ΤΠ (Ελευθερούπολη με Λόχο στην Καβάλα), 26ο ΣΠ (Δράμα), 27ο ΣΠ (Κοζάνη), 28ο ΤΠ Σόροβιτς (Αμύνταιο), 29ο ΣΠ (Κομοτηνή), 30ό ΣΠ (Έδεσσα), 31ο ΣΠ (Θεσσαλονίκη), 34ο ΣΠ (Αθήνα), 39ο Τάγμα Ευζώνων (Μεσολόγγι), 40ό Τάγμα Ευζώνων (Άρτα), 41 ο ΣΠ (Ξάνθη), 42ο ΣΕ (Λαμία), 43ο ΣΠ (Ηράκλειο), 44ο ΤΠ (Ρέθυμνο), 50ό ΣΠ (Θεσσαλονίκη), 65ο ΣΠ (Γιαννιτσά).

Σύνολο συνταγμάτων Πεζικού – Ευζώνων 7 και ταγμά- των Πεζικού - Ευζώνων 10.

6) Φρούρια Δ/κση Φρουρίου Θεσσαλονίκης, Δ/κση Φρουρίου Καβάλας.

7) Συνοριακοί Τομείς VI Συνοριακός Τομέας (Σιδηρόκαστρο), VII Συνοριακός Τομέας (Δράμα), VIII Συνοριακός Τομέας (Ιωάννινα), IX Συνοριακός Τομέας (Φλώρινα), IXα Συνοριακός Τομέας (Καστοριά), X Συνοριακός Τομέας (Αρδέα), XI Συνοριακός Τομέας (Κιλκίς), XII Συνοριακός Τομέας (Κομοτηνή), Συνοριακός Τομέας Έβρου (Διδυμότειχο).

Σύνολο συνοριακών τομέων 9.

8) Λόχος Ευζώνων Φρουράς Προέδρου Δημοκρατίας (Αθήνα).

9) Σχολές Σχολή Εφαρμογής Πεζικού (Αθήνα), Στρατιωτική Σχολή Εφέδρων Αξ/κών Πεζικού Σύρου, Στρατιωτική Σχολή Εφέδρων Αξ/κών Πεζικού Κερκύρας.

Με το διάταγμα αυτό, δινόταν η εξουσιοδότηση στον Υπουργό Στρατιωτικών, να αναπτύξει τα 21ο, 25ο, και 28ο ΤΠ σε Συντάγματα εφόσον από την πρόοδο της επιστρατεύσεως κρινόταν αυτό αναγκαίο και να συστήσει τμήματα πολυβόλων και αρμάτων επιπέδου λόχου και τάγματος ή συντάγματος εφόσον κρινόταν απαραίτητο, κατόπιν προτάσεως του Αρχηγού του ΓΕΣ. Για να υλοποιηθεί η διάταξη των Μονάδων όπως αναφέρθηκε παραπάνω, διατάσσονταν επίσης και οι αναγκαίες μετασταθμεύσεις Μονάδων αφού εξασφαλιζόταν ο στρατωνισμός τους στη νέα έδρα.

Το 1937 με τον Αναγκαστικό Νόμο ΑΝ 776 τα στρατολογικά διαμερίσματα αναβαθμίστηκαν όλα σε διαμερίσματα συνταγμάτων Πεζικού ή Ευζώνων, ενώ θεσπίστηκε λεπτομερής νόμος περί ιεραρχίας και προαγωγών του στρατού. Με ΑΝ της 16ης Οκτωβρίου 1935 η θητεία των στρατευσίμων αυξήθηκε στους 24 μήνες είχε δε δικαίωμα ο υπουργός Στρατιωτικών να χορηγεί άδεια μέχρι 6 μήνες. Το έτος 1936 αυξήθηκε η πραγματική παραμονή των στρατευσίμων από 18 μήνες σε 21. Με νεώτερη διάταξη η θητεία αυξήθηκε τελικά για όλους σε 24 μήνες πραγματικής υπηρεσίας.


6. Μεταβολές Οργανώσεως Πεζικού

Το έτος 1939, εκδόθηκε ο ΑΝ 2005 «περί Οργανισμού του Στρατού», έτσι όπως ίσχυε τον Οκτώβριο του 1940, κατά την κήρυξη του Ελληνοϊταλικού πολέμου. Οι κυριότερες μεταβολές, οι οποίες επήλθαν με τον νέο νόμο στην οργάνωση του στρατού από πλευράς Πεζικού, ήταν οι ακόλουθες:

1) Α' ΣΣ με έδρα την Αθήνα

2) Β' ΣΣ με έδρα τη Λάρισα

3) Γ' ΣΣ με έδρα τη Θεσσαλονίκη

4) Δ' ΣΣ με έδρα την Καβάλα

5) Ε' ΣΣ με έδρα την Αλεξανδρούπολη

6) Μεραρχίες Πεζικού Ι (Λάρισα), ΙΙ (Αθήνα), ΙΙΙ (Πάτρα), IV (Ναύπλιο), V (Χανιά), VI (Σέρρες), VII (Δράμα), VIII (Ιωάννινα), IX (Κοζάνη), X (Βέροια), XI (Θεσσαλονίκη), XII (Κομοτηνή), XIIΙ (Μυτιλήνη), XIV (Ξάνθη).

7) Συντάγματα - Τάγματα Πεζικού και Ευζώνων

1ο ΣΠ (Αθήνα), 2ο ΣΠ (Βόλος), 3ο ΣΠ (Χαλκίδα), 4ο ΣΠ (Λάρισα), 5ο ΣΠ (Τρίκαλα), 6ο ΣΠ (Κόρινθο), 8ο ΣΠ (Ναύπλιο), 9ο ΣΠ (Καλαμάτα), 10ο ΣΠ (Κέρκυρα), 11ο ΣΠ (Τρίπολη), 12ο ΣΠ (Πάτρα), 14ο ΣΠ (Χανιά), 15ο ΣΠ (Ιωάννινα), 16ο ΣΠ (Βέροια), 18ο ΣΠ (Σάμος), 19ο ΣΠ (Σέρρες), 21ο ΣΠ (Σιδηρόκαστρο), 22ο ΣΠ (Μυτιλήνη), 23ο ΣΠ (Χίος), 24ο ΣΠ (Πρέβεζα), 25ο ΣΠ (Ελευθερούπολη), 26ο ΣΠ (Δράμα), 27ο ΣΠ (Κοζάνη), 29ο ΣΠ (Κομοτηνή), 30ό ΣΠ (Έδεσσα), 31ο ΣΠ (Θεσσαλονίκη), 32ο ΣΠ (Καστοριά), 33ο ΣΠ (Φλώρινα), 34ο ΣΠ (Αθήνα), 37ο ΣΠ (Σταυρούπολη), 39ο ΣΕ (Μεσολόγγι), 40ό ΣΕ (Άρτα), 41ο ΣΠ (Ξάνθη), 42ο ΣΕ (Λαμία), 43ο ΣΠ (Ηράκλειο), 44ο ΣΠ (Ρέθυμνο), 50ό ΣΠ (Θεσσαλονίκη), 65ο ΣΠ (Γιαννιτσά), 81ο ΣΠ (Αλεξανδρούπολη).

Σύνολο συνταγμάτων Πεζικού - Ευζώνων 39.

8) Το 12ο ΣΠ είχε μονίμως μια διλοχία αποσπασμένη στο Αργοστόλι, το 22ο ΣΠ μονίμως έναν λόχο στη Λήμνο, το 25ο ΣΠ μονίμως έναν λόχο στην Καβάλα και το 28ο ΣΠ μονίμως έναν λόχο στο Αμύνταιο.

9) Διοίκηση Φρουρίου Θεσσαλονίκης

10) Μονάδες Προκαλύψεως
  • VIα Συνοριακός Τομέας (Νέο Πετρίτσι), VIIα Συνοριακός Τομέας (Κάτω Βροντού), ισοδύναμοι με διοίκηση μεραρχίας.
  • VII Συνοριακός Τομέας (Δράμα), VIII Συνοριακός Τομέας (Ιωάννινα), IX Συνοριακός Τομέας (Φλώρινα), IXα Συνοριακός Τομέας (Καστοριά), X Συνοριακός Τομέας (Αρδέα), XI Συνοριακός Τομέας (Κιλκίς), XII Συνοριακός Τομέας (Κομοτηνή), XIV Συνοριακός Τομέας (Ξάνθη), Συνοριακός Τομέας Έβρου (Διδυμότειχο), Συνοριακός Τομέας Σουφλίου (Σουφλί), ισοδύναμοι με διοίκηση Συντάγματος Πεζικού. Σύνολο συνοριακών τομέων 12.
11) Σύνταγμα Ευζώνων Φρουράς Αθηνών, Λόχος Ευζώνων Βασιλικής φρουράς (Αθήνα).

12) Σε κάθε μεραρχία συγκροτείται Διοίκηση Πεζικού Μεραρχίας, ως ανεξάρτητη αρχή. Ειδικά στις Ι, IX και ΧΙΙ Μεραρχία προστέθηκε και δεύτερη διοίκηση Πεζικού ως εξής: Α΄ Διοίκηση Πεζικού Ι ΜΠ (Λάρισα), Β' Διοίκηση Πεζικού Ι ΜΠ (Τρίκαλα), Α' Διοίκηση Πεζικού ΙΧ ΜΠ (Κοζάνη), Β' Διοίκηση Πεζικού ΙΧ ΜΠ (Φλώρινα), Α' Διοίκηση Πεζικού ΧΙΙ ΜΠ (Αλεξανδρούπολη), Β' Διοίκηση Πεζικού ΧΙΙ ΜΠ (Σουφλί).

Στις 5 Δεκεμβρίου 1939 αποφασίσθηκαν τροποποιήσεις στο σχέδιο επιστρατεύσεως του στρατού του 1939 οι οποίες αποτέλεσαν το σχέδιο 1939β και ήταν αυτό με το οποίο επιστρατεύθηκε ο στρατός ξηράς το 1940.

1) Α' ΣΣ με έδρα την Αθήνα ΙΙ ΜΠ (Αθήνα) ΙΙΙ ΜΠ (Πάτρα), IV ΜΠ (Ναύπλιο), 3η ΤΑΞ (Χαλκίδα).

2) Β' ΣΣ με έδρα τη Λάρισα Ι (Λάρισα), ΙΧ (Κοζάνη), 4η ΤΑΞ (Φλώρινα), 5η ΤΑΞ (Τρίκαλα), XVI ΤΑΞ (Λαμία).

3) Γ' ΣΣ με έδρα τη Θεσσαλονίκη VI ΜΠ (Σέρρες), X ΜΠ (Βέροια), XI ΜΠ (Θεσσαλονίκη).

4) Δ' ΣΣ με έδρα την Καβάλα VII ΜΠ (Δράμα), XIV ΜΠ (Ξάνθη).

5) Ε' ΣΣ με έδρα την Αλεξανδρούπολη ΧΙΙ ΜΠ (Κομοτηνή), ΧΙΙΙ ΜΠ (Μυτιλήνη).

6) Ανεξάρτητες Μεραρχίες Πεζικού V ΜΠ (Χανιά), VIII ΜΠ (Ιωάννινα).

7) Συνολικά επιστρατεύονταν 56 συντάγματα Πεζικού (39 ενεργά και 17 επιστρατευόμενα) και 4 ανεξάρτητα τάγματα, συνολικά 170 τάγματα Πεζικού. Κάθε σύνταγμα αποτελείτο από 3 τάγματα και έναν λόχο μηχανημάτων με 4 όλμους 81 χιλ. και 2 ορειβατικά πυροβόλα των 65 χιλ. Πλέον των συνταγμάτων επιστρατεύονταν:
  • 2 τάγματα Πεζικού και 4 λόχοι με διμοιρία πολυβόλων για την άμυνα των νήσων Κεφαλληνίας, Αιγίνης, Μήλου, Σκύρου, Κυθήρων.
  • 15 λόχοι προκαλύψεως των ΙΧ, ΙΧα, Χ, ΧΙ συνοριακών τομέων και του υποτομέα Βεύης.
  • 20 λόχοι ασφαλείας συγκοινωνιών.
  • 4 τάγματα πολυβόλων θέσεως και 5 τάγματα πολυβόλων κινήσεως, τα οποία αποτελούσαν μέρος των στοιχείων της Στρατιάς.
8) Τα αποτελέσματα των εν γένει προσπαθειών για την αύξηση της μαχητικής ικανότητας του στρατού επιβεβαιώθηκαν με τη σθεναρή και νικηφόρα αντιμετώπιση της Ιταλικής επίθεσης στις 28 Οκτωβρίου 1940 και στη συνέχεια με τη Μάχη των Οχυρών και την αντίσταση κατά των Γερμανών.


7. Εκπαίδευση

Σχολή Εφέδρων Αξιωματικών

Για την κάλυψη των αναγκών σε εφέδρους αξιωματικούς, λειτούργησαν, μέχρι το 1926, οι Ουλαμοί Υποψηφίων Εφέδρων Αξιωματικών, όπως είχαν συσταθεί από το 1914. Το 1926, όμως, θεσπίστηκε η εκπαίδευση όλων των υποψηφίων εφέδρων αξιωματικών των διαφόρων Όπλων να γίνεται σε μία σχολή, η οποία λειτούργησε αρχικά στην Αθήνα και στη συνέχεια στη Χαλκίδα με μονοετή και αργότερα με 9μηνη φοίτηση. Η σχολή λειτούργησε μέχρι το 1934, οπότε δημιουργήθηκαν ιδιαίτερες σχολές για κάθε Όπλο.

Για το Πεζικό λειτούργησαν δύο, στη Σύρο και την Κέρκυρα. Από το 1936, οι αποφοιτούντες μετά 9μηνο εκπαίδευση από αυτές τις σχολές, ονομάζονταν ανθυπασπιστές Πεζικού και μετά την ολοκλήρωση της θητείας τους (απολυόμενοι) ονομάζονταν ανθυπολοχαγοί. Από το 1936 άρχισε η εκπαίδευση στις σχολές εφέδρων αξ/κών των εφέδρων αξ/κών παλαιοτέρων κλάσεων (1919 και εντεύθεν) για ένα μήνα πλην των εφέδρων των κλάσεων από 1935 - 1940 οι οποίοι εκπαιδεύτηκαν για 45 ημέρες.

Σχολή Εφαρμογής Όπλου Πεζικού

Αρχικά, είχε έδρα την Αθήνα και από το Δεκέμβριο του 1932 έδρα τη Θεσσαλονίκη και σκοπό είχε την τεχνική και τακτική εκπαίδευση των κατωτέρων αξιωματικών του Πεζικού. Η διάρκεια της φοίτησης ήταν από τρεις μέχρι δέκα μήνες. Στη Σχολή Εφαρμογής στη Θεσσαλονίκη υπαγόταν το Πρότυπο Τάγμα Πεζικού και το Τάγμα Αρμάτων Μάχης που συστήθηκε με Προεδρικό Διάταγμα της 7ης Οκτωβρίου 1934.

8. Εξοπλισμός

Μετά τη Μικρασιατική Εκστρατεία το Πεζικό έμεινε με παλαιό υλικό, μέρος του οποίου ήταν εύχρηστο. Με αυτό το υλικό και την προσθήκη μικρού αριθμού οπλοπολυβόλων Υποδ. 1915, εξοπλίστηκε ο στρατός του Έβρου. Η πρώτη σοβαρή προμήθεια νέου οπλισμού έγινε το 1926, οπότε παρελήφθησαν 1.752 πολυβόλα Χόστσκις των 7,92, 6.000 οπλοπολυβόλα Χότσκις των 6,5, 100.000 τυφέκια Μάνλινχερ και 25.000 αραβίδες Μάνλινχερ. Παράλληλα, μεγάλο μέρος του παλαιού οπλισμού 1.300 πολυβόλα Σαιντ-Ετιέν, 4.000 οπλοπολυβόλα V1915 και όλα τα τυφέκια Μάουζερ) έχρηζε επισκευών. Με αυτό τον οπλισμό βρέθηκε το Πεζικό το 1935.

Από το 1935 έως το 1940 παρελήφθησαν ακόμη 50.000 βραχύκαννα τυφέκια Μάουζερ των 7,92, ενώ είχαν παραγγελθεί συνολικά 100.000. 400 πολυβόλα Χότσκις, υποδείγματος του Γαλλικού στρατού, τα οποία ήταν βαρύτερου τύπου από τα υπάρχοντα Ελληνικά. 200 οπλοπολυβόλα Χότσκις 7.92, τρίποδες οπλοπολυβόλων Σαιντ-Ετιέν, 800 τηλέμετρα, 777 ειδικοί οκρίβαντες για τα οχυρά, 1570 πιστόλια φωτοβολίδων. Παραλήφθηκαν 35.600.000 φυσίγγια οπλοπολυβόλου Χότσκις των 6,5, 30.550.000 φυσίγγια πολυβόλου Χοτσκις των 7,92, 21.500.000 φυσίγγια τυφεκίου Μάουζερ των 7,92, 21.735.000 φυσίγγια τυφεκίου Λεμπέλ, 555.440 φυσίγγια τροχιοδεικτικά διαφόρων όπλων, με συνολικό κόστος 445.557.147 δρχ

Σημαντικό επίσης στοιχείο της προπαρασκευής του στρατού ήταν η δημιουργία των προϋποθέσεων, ώστε η εγχώρια εταιρεία κατασκευής πυρομαχικών, είχε τη δυνατότητα κατά την ημέρα της επιστρατεύσεως, ημερήσιας παραγωγής 800.000 - 1.000.000 φυσιγγίων και 2.500 - 3.000 οβίδων όλων των διαμετρημάτων, με διατιθέμενες πρώτες ύλες όμως, μόνο για ένα τρίμηνο.

ΤΟ ΠΕΖΙΚΟ ΣΤΗΝ ΠΕΡΙΟΔΟ ΤΟΥ B' Π. Π. - ΕΛΛΗΝΟΪΤΑΛΙΚΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ

1. Γενικά

Η αιφνιδιαστική επίθεση των Ιταλών τις πρωινές ώρες της 28ης Οκτωβρίου 1940 ευνόησε την προέλασή τους στο Ελληνικό έδαφος. Συναντώντας, όμως, την αντίσταση των τμημάτων προκάλυψης στην Πίνδο και στην Ήπειρο, οι Ιταλικές δυνάμεις δεν κατόρθωσαν να διαρρήξουν την τοποθεσία Ελαία - Καλαμά στην Ήπειρο και να φτάσουν στο Μέτσοβο. Οι Έλληνες, πραγματοποιώντας επιστράτευση και συγκέντρωση των μεραρχιών, όχι μόνο αναχαίτισαν την Ιταλική προέλαση, αλλά και ανέλαβαν από την 14η Νοεμβρίου γενική αντεπίθεση σε ολόκληρο το μέτωπο, από τα Γιουγκοσλαβικά σύνορα μέχρι το Ιόνιο Πέλαγος.

2. Δυνάμεις

Τμήμα Στρατιάς Ηπείρου, το οποίο περιελάμβανε το Α' Σώμα Στρατού (ΙΙ, ΙΙΙ, VIII Μεραρχίες και αρχικά η 3η Ταξιαρχία και το Απόσπασμα Θεσπρωτίας, διαλύθηκαν και κατανεμήθηκαν αργότερα στις μονάδες του Α' ΣΣ) και το Β΄ Σώμα Στρατού (Ι, ΙV, V, VI, ΧΙ, ΧV και ΧVΙΙ Μεραρχίες και αρχικά η 5η Ταξιαρχία, η οποία διαλύθηκε και κατανεμήθηκε αργότερα στις μονάδες του Β' ΣΣ λόγω απωλειών). Τμήμα Στρατιάς Δυτικής Μακεδονίας, το οποίο περιελάμβανε το Γ' Σώμα Στρατού (ΙΧ, Χ, ΧΙΙΙ Μεραρχίες Πεζικού), τις Μεραρχίες Ιππικού, τη ΧVΙ Μεραρχία Πεζικού και την 21η Ταξιαρχία Πεζικού.

3. Επιχειρήσεις

Το Πεζικό και σε αυτό τον αγώνα στάθηκε αντάξιο των παραδόσεων και της αποστολής του. Οι νίκες διαδέχονταν η μια την άλλη προς κατάπληξη όλου του τότε ελεύθερου κόσμου, ο οποίος παρακολουθεί με θαυμασμό τον αγώνα ενός μικρού έθνους εναντίον μιας Αυτοκρατορίας, για την υπεράσπιση της ανεξαρτησίας του. Ο Έλληνας πεζός στρατιώτης οδηγούμενος από τον αξιωματικό του, με τη λόγχη εξεδίωξε τους Ιταλούς από κάθε σπιθαμή εδάφους που είχε αρχικά παραχωρήσει μέχρι να ολοκληρωθεί η επιστράτευση του συνόλου του στρατεύματος, υλοποιώντας στο έδαφος ένα αριστοτεχνικό σχέδιο που είχε εκπονηθεί από την ηγεσία του. Στις 22 Νοεμβρίου, τα Ελληνικά στρατεύματα εισέρχονται στην Κορυτσά και το Λεσκοβίκι.

Στις 24 Νοεμβρίου, καταλαμβάνεται η Μοσχόπολη. Στις 30 Νοεμβρίου, φτάνουν στο Πόγραδετς. Στις 4 Δεκεμβρίου, εισέρχονται στην Πρεμετή, στις 7 στο Δέλβινο και στις 8 στο Αργυρόκαστρο. Στις 22 Δεκεμβρίου, καταλαμβάνουν τη Χειμάρα. Στις 10 Ιανουαρίου 1941, φθάνουν στην Κλεισούρα. Κατά το διάστημα αυτό και μέχρι τις 8 Μαρτίου 1941, έλαβαν χώρα λυσσαλέες αντεπιθέσεις των Ιταλών με τις εκλεκτότερες δυνάμεις, όπως π.χ. «Λύκους της Τοσκάνης», τους «Μελανοχιτώνες» κλπ, οι οποίες καταλήγουν σε θρίαμβο των Ελλήνων, σύλληψη πολλών χιλιάδων αιχμαλώτων και περαιτέρω προώθηση του Ελληνικού στρατού.


Η συνεχής αυτή επιθετική ενέργεια του Ελληνικού Πεζικού, έφερε τα ελληνικά τμήματα μετά από μια σειρά σκληρότατων αγώνων μέχρι της γενικής γραμμής, Πόγραδετς - Σουχαγκόρα - Τσερεβόντε - Μπρένζντανι - Βράνιτσα - Χειμάρα. Η καθημερινότητα του πεζού αξ/κού και στρατιώτη και σε αυτό τον αγώνα επιβεβαιώνει για μια ακόμα φορά τα αναγραφόμενα, στα στρατιωτικά εγχειρίδια, ως χαρακτηριστικά του Πεζικού. Την περίοδο αυτή, ισχυρός αντίπαλος στάθηκε και ο βαρύς χειμώνας. Οι πολικές θερμοκρασίες, οι συχνές χιονοθύελλες και η χαμηλή ορατότητα δυσκόλεψαν τις μετακινήσεις των πεζοπόρων τμημάτων και επέτειναν τις δυσκολίες στον εφοδιασμό των μονάδων με τρόφιμα και πυρομαχικά.

Το πλήθος των απωλειών (25.000 παγόπληκτοι) από κρυοπαγήματα κυρίως στα κάτω άκρα, καταδεικνύει το μέγεθος της προσπάθειας που κατέβαλε για μια ακόμη φορά το Πεζικό. Οι Ιταλοί, ενισχυόμενοι διαρκώς με νέες μονάδες, κατόρθωσαν μέχρι τέλους Δεκεμβρίου να αυξήσουν τη δύναμή τους σε 15 μεραρχίες Πεζικού και μια τεθωρακισμένη μεραρχία, πετυχαίνοντας τεράστια αριθμητική υπεροχή, την οποία διατήρησαν μέχρι τέλους της εκστρατείας. Μια μεγάλη αντεπίθεση των Ιταλών εκδηλώθηκε στα μέσα Φεβρουαρίου, αλλά ο Ελληνικός στρατός, έπειτα από σκληρό αγώνα εναντίον αριθμητικά υπέρτερων δυνάμεων, κράτησε όλες τις θέσεις του.

Στις 28 Φεβρουαρίου η Ιταλική επίθεση είχε τερματιστεί με πλήρη επιτυχία για τα Ελληνικά όπλα, αφού συνετρίβησαν πολλά μηχανοκίνητα οχήματα του εχθρού και καταρρίφθηκαν σαράντα δύο αεροπλάνα. Κατά τη μεγάλη και σπουδαία Ιταλική επίθεση που επακολούθησε την άνοιξη, δώδεκα Ιταλικές μεραρχίες ενισχυμένες με πολυάριθμα τάγματα Μελανοχιτώνων, Βερσαλιέρων και Αλβανών, υποστηριζόμενοι από μεγάλο όγκο πυροβολικού και από πολυάριθμη αεροπορία, επιτίθονταν από 9 έως 15 Μαρτίου στον τομέα μεταξύ Αώου και Αψού ποταμών, εναντίον έξι Ελληνικών μεραρχιών, χωρίς καμία επιτυχία.

Δέκα μέρες διήρκησε η μεγάλη αυτή επίθεση, κατά την οποία οι Ελληνικές μεραρχίες έγραψαν σελίδες δόξας και ηρωισμού, αποκρούοντας υπερδιπλάσιο εχθρό, ο οποίος υποστηρίχθηκε από μεγάλο όγκο πυρών και έχοντας απόλυτη υπεροχή στον αέρα. Η εισβολή των Γερμανών εντός του Ελληνικού εδάφους και η διαγραφόμενη απειλή αποκοπής των δυνάμεων στην Αλβανία, είχε ως αποτέλεσμα τη σύμπτυξη των ελληνικών δυνάμεων στη γραμμή Ολύμπου - Καλαμά στις 12 Απριλίου 1941.

4. Ύψωμα 731 ''Η εποποιία του Πεζικού''

9 Μαρτίου - 15 Μαρτίου 1941

Επτά ημέρες στις οποίες εκτοξεύθηκαν δεκαοκτώ Ιταλικές επιθέσεις κατά του υψώματος 731, υπό την προσωπική επίβλεψη του Μουσολίνι. Μόνο τις πρώτες 2,5 ώρες της προπαρασκευής της επίθεσης έπεσαν στο ύψωμα 100.000 βλήματα πυροβολικού, αμέτρητα βλήματα όλμων από τους 60 σωλήνες κάθε επιτιθέμενης μεραρχίας και μεγάλος αριθμός βομβών αεροπλάνων. Οι Ιταλικές δυνάμεις είχαν όμως την ατυχία να συναντήσουν στο ύψωμα αυτό τους «πεζικάριους» του ΙΙου τάγματος του 5ου ΣΠ, οι οποίοι ήταν αποφασισμένοι, και έδωσαν τον «νυν υπέρ πάντων αγώνα».

Την εικόνα των ανδρών του ΙΙ/5 ΤΠ, μετά από τους ανηλεείς βομβαρδισμούς του υψώματος 731 από το Πυροβολικό και της Αεροπορία των Ιταλών, περιγράφει γλαφυρά ο λογοτέχνης Άγγελος Τερζάκης: «Εκείνοι που στέκονταν τώρα γαντζωμένοι εκεί πάνω, δεν έμοιαζαν πια με στρατό, δεν έμοιαζαν με πλάσματα ανθρώπινα. Ήταν κάτι σκέλεθρα ντυμένα με κουρέλια, επιδέσμους, φαντάσματα μαυριδερά και αγριεμένα, όλο χώμα και ιδρώτα που παγώνει, μάτι γυαλιστερό από την πείνα, την αγωνία, τη πάλη με το χάρο».

Οι αξ/κοί και στρατιώτες του Πεζικού, που αμύνονταν το πρωινό της 9ης Μαρτίου 1941 στο ύψωμα 731, αλλά και στα διπλανά υψώματα, όπως το 711, δεν έκαναν απλά το καθήκον τους, έδωσαν με τη θυσία και τη νίκη τους, νόημα στην έννοια κατοχή εδάφους, όπως μόνο ο πεζός την αντιλαμβάνεται. Με τη λόγχη τους σταμάτησαν πολλαπλάσιο, καλύτερα εξοπλισμένο και άριστα υποστηριζόμενο με πυρά εχθρό. Δε δείλιασαν ούτε στιγμή είπαν απλά ότι ''δε θα περάσει από το 731 εχθρός'' και δεν πέρασε.

5. Τακτική Πεζικού στον Ελληνο-Ιταλικό Πόλεμο

Η λεπτομερής μελέτη των ενεργειών των Ελληνικών μονάδων Πεζικού, μας δείχνει ότι πρόκειται για μονάδες καλά εκπαιδευμένες, και ηγήτορες οι οποίοι πέραν του ηρωισμού έχουν διαφορετική τακτική αντίληψη του πεδίου της μάχης, ενεργούν με σχέδιο, προληπτικά και κυρίως μελετούν τον αντίπαλο. Τα σχέδια είναι προσαρμοσμένα στο έδαφος και γίνεται κατάλληλη χρήση αυτού για την εφαρμογή του ελιγμού. Στις επιχειρήσεις αυτές, οι μονάδες Πεζικού:

1) Επιβράδυναν τον εχθρό μέχρι την αμυντική τοποθεσία, με υποδειγματική εκτέλεση των σχεδίων.

2) Εκμεταλλεύτηκαν άριστα το έδαφος, ώστε να μειώσουν τις απώλειές τους (Ύψωμα 731).

3) Ενήργησαν νυχτερινές επιχειρήσεις για προκατάληψη εδαφών τακτικής σημασίας (νύχτα 2 / 3 Μαρτίου προς αποκοπή της οδού Κλεισούρας Δραγκότι).

4) Έκαναν ευρεία χρήση του αγώνα εκ του συστάδην (κατάληψη υψ. Γκραμπάλα (νύχτα 2/3 Νοεμβρίου), αγώνας στο υψ. 731 (9 - 19 Μαρτίου 1941), κατάληψη υψ. 739 (8 Μαρτίου 1941) στον οποίο φάνηκε ότι ήταν ιδιαίτερα εκπαιδευμένες.

5) Έκανε ευρεία χρήση της επιθετικής αναγνώρισης (13 Νοεμβρίου 1940 υψ. Αγ. Μαρίνας Νεοχωρίου).

6) Η Διοικήσεις επενέβαιναν στον αγώνα και με την προσωπική τους παρουσία όποτε κρινόταν απαραίτητο (30 Οκτωβρίου 1941 ο Δκτης της Ι ΜΠ έφθασε στο Επταχώρι και ανέλαβε τη διοίκηση του τομέα Πίνδου, όπου το Απόσπασμα που ενεργούσε εκεί είχε καταπονηθεί. Λόγω σοβαρότητος της κατάστασης, την επόμενη ημέρα, τη διεύθυνση των επιχειρήσεων στον τομέα ανέλαβε το Β' ΣΣ).


ΤΟ ΠΕΖΙΚΟ ΣΤΟΝ ΕΛΛΗΝΟΓΕΡΜΑΝΙΚΟ ΠΟΛΕΜΟ

1. Δυνάμεις

Στην κεντρική Μακεδονία ήταν το τμήμα Στρατιάς Κεντρικής Μακεδονίας (ΤΣΚΜ), περιλαμβάνοντας τις ΧΙΙ και ΧΧ Μεραρχίες Πεζικού. Στα σύνορα προς τη Βουλγαρία βρισκόταν αναπτυγμένο και προσανατολισμένο το τμήμα της Στρατιάς Ανατολικής Μακεδονίας (ΤΣΑΜ), περιλαμβάνοντας την ομάδα Μεραρχιών, από τις ΧΙV και ΧVΙΙΙ Μεραρχιών, την VII Μεραρχία Πεζικού, τη ΧΙΧ Μηχανοκίνητη Μεραρχία, την Ταξιαρχία του Νέστου και την Ταξιαρχία Έβρου. Στο ΤΣΑΜ υπάγονταν και τα προς τη Βουλγαρία συγκροτήματα των οχυρών.

2. Επιχειρήσεις

Τα οχυρά των Ελληνοβουλγαρικών συνόρων, αν και δέχονταν πυρά από το πυροβολικό και από την αεροπορία, άντεξαν την πίεση και συνέχιζαν τον αγώνα. Ωστόσο, οι Γερμανοί, έχοντας εξοντώσει τη μικρή Γιουγκοσλαβική αντίσταση, προχώρησαν προς τα δάση της νοτίου Σερβίας. Από αυτή την πλευρά των συνόρων (Ελληνογιουγκοσλαβικών), δεν υπήρχε καμία οργανωμένη άμυνα. Οι Γερμανικές φάλαγγες διήλθαν από την κοιλάδα του Αξιού και τα υψώματα του Μοναστηρίου και στις 8 Απριλίου κατέλαβαν τη Θεσσαλονίκη. Ο Ελληνικός στρατός της Ανατολικής Μακεδονίας, αφού βρέθηκε από παντού περικυκλωμένος εξαναγκάστηκε σε παράδοση.

Στις 12 Απριλίου, διατάχθηκε σύμπτυξη του μαχόμενου κατά των Ιταλών στρατού μας για να αποσοβηθεί η κύκλωση από τους Γερμανούς. Αλλά, ήδη οι Γερμανοί είχαν προσβάλλει από τα νώτα τις Ελληνικές δυνάμεις που υποχωρούσαν από την Καστοριά και τα Γρεβενά. Η καταδίωξη από μεγάλες μηχανοκίνητες Γερμανικές μονάδες και ισχυρή αεροπορία δεν επέτρεψε την εκτέλεση του σχεδίου ανασύνταξης και οργάνωσης γραμμής άμυνας ούτε στον Όλυμπο, αλλά ούτε και νοτιότερα. Στις 20 Απριλίου 1941, διατάχθηκε η κατάπαυση του πυρός και τελείωσε έτσι, ο επικός αγώνας του Ελληνικού Πεζικού, το οποίο αντιμετώπισε νικηφόρα το στρατό και τα μέσα δύο μεγάλων τότε Αυτοκρατοριών.

3. Η Μάχη της Κρήτης

Μετά την κατάληψη της ηπειρωτικής χώρας οι Γερμανοί έθεσαν σε ενέργεια το σχέδιο κατάληψης και της Κρήτης, κάνοντας ευρεία χρήση αερομεταφερόμενων δυνάμεων. Για την άμυνα της Κρήτης, μετά και τη μεταφορά της V MΠ στο Αλβανικό μέτωπο δεν είχαν μείνει αξιόλογες δυνάμεις. Το σύνολο των Ελληνικών δυνάμεων τις παραμονές της Γερμανικής επίθεσης ανέρχονταν σε:
  • Οκτώ τάγματα εκπαιδεύσεως νεοσύλλεκτων οπλιτών.
  • Τρία έμπεδα τάγματα (Χανιά, Ρέθυμνο, Ηράκλειο).
  • Η Σχολή Ευελπίδων.
  • Η Σχολή Χωροφυλακής.
  • Διάφοροι μεμονωμένοι στρατιώτες και αξ/κοί οι οποίοι έφυγαν από την ηπειρωτική Ελλάδα μετά τη συνθηκολόγηση.
  • Πολιτοφυλακή.
  • Οι περισσότεροι άνδρες ήταν ανεκπαίδευτοι και πενιχρά εξοπλισμένοι.
Διοικητής των δυνάμεων της νήσου ορίστηκε ο Στρατηγός Φρευμπεργκ, ο οποίος ανέλαβε τα καθήκοντά του στις 30 Απριλίου 1941. Στη διάταξη μάχης της νήσου τα τάγματα εκπαιδεύσεως μετονομάστηκαν σε συντάγματα (1ο - 8ο) στα οποία προσκολλήθηκαν ανά ένας λόχος νεοσυλλέκτων οπλιτών από τα έμπεδα. Κάθε σύνταγμα ανέπτυξε σταδιακά λόχους και τάγματα αναλόγως των διατιθεμένων οπλιτών. Κάθε τάγμα αποτελούνταν από 4 λόχους των 120 ανδρών έκαστος και λόχο μηχανημάτων (όλμοι, πολυβόλα, κλπ). Με τους παλιούς στρατιώτες συγκροτήθηκε ένας λόχος ανά σύνταγμα ο οποίος ήταν αμέ- σου ετοιμότητας.

Ο εξοπλισμός ήταν ελλιπέστατος αλλά και για όσα τυφέκια είχαν οι άνδρες δεν υπήρχαν αρκετά πυρομαχικά. Στο 20ήμερο που είχε στη διάθεσή του ο Φρευμπεργκ, έγινε προσπάθεια προμήθειας φυσιγγίων για τυφέκια Μάνλινχερ και Μάουζερ, αλλά επειδή η προμήθεια θα καθυστερούσε, αποφασίστηκε ο εφοδιασμός με Βρετανικά τυφέκια υποδ. 0,303 από την 20η Μαΐου 1941. Στις 20 Μαΐου 1941, η Γερμανική αεροπορία εξαπέλυσε τη μεγάλη επίθεση κατά της Κρήτης. Ύστερα από ένα φοβερό, από αέρα, βομβαρδισμό, τάγματα αλεξιπτωτιστών κατέλαβαν ορισμένα σημεία, μεταξύ των οποίων και το αεροδρόμιο του Μάλεμε.

Οι λίγες συμμαχικές (Βρετανοί, Αυστραλοί, Νεοζηλανδοί) και Ελληνικές δυνάμεις, οι οποίες ενισχύθηκαν από τον Κρητικό λαό, που έλαβε ενεργό μέρος στον αγώνα, αμύνθηκαν γενναία για πολλές μέρες, παρά τη συντριπτική υπεροχή της αεροπορίας, προξενώντας μεγάλες απώλειες σε έμψυχο και άψυχο υλικό. Το τίμημα και πάλι βαρύ για τη χώρα, για το στρατό, για το Πεζικό (27 αξιωματικοί και μεγάλος αριθμός οπλιτών). Αλλά ήταν ιδιαίτερα βαρύ και για τους επιτιθέμενους, τόσο βαρύ που μέχρι τέλους του πολέμου ο Χίτλερ δεν ξαναχρησιμοποίησε του αλεξιπτωτιστές στις επιχειρήσεις αλλά τους μετέτρεψε σε μονάδες Πεζικού.

4.Τακτική Πεζικού στον Ελληνο-Γερμανικό Πόλεμο

Στο σύντομο, αλλά εξίσου επικό αγώνα κατά των γερμανικών μεραρχιών, οι Ελληνικές μονάδες Πεζικού, εκτέλεσαν υποδειγματικά στατική άμυνα τηρώντας όμως την επιθετική τους στάση, προκειμένου να απαγορεύσουν την είσοδο του Γερμανικού στρατού σε Ελληνικό έδαφος. Η συντριπτική υπεροχή ισχύος, το εκτεταμένο του μετώπου σε συνδυασμό με την απασχόληση του κύριου όγκου του στρατού στην Αλβανία δεν τους επέτρεψε να φθάσουν στην τελική νίκη.


ΟΡΓΑΝΩΤΙΚΕΣ ΕΞΕΛΙΞΕΙΣ ΠΕΖΙΚΟΥ ΠΕΡΙΟΔΟΥ 1941 έως 1944

1. Γενικά

Το πρώτο τμήμα, το οποίο συγκροτήθηκε στη Μέση Ανατολή από τους διαφυγόντες από Ελλάδα και ομογενείς της Αιγύπτου ήταν η Ι Ελληνική Ταξιαρχία, της οποίας η συγκρότηση άρχισε από το τρίτο δεκαήμερο του Ιουνίου 1941 και υπαγόταν υπό Βρετανική διοίκηση. Τον Ιούνιο του 1942, η δύναμή της ανερχόταν σε 6.018 άνδρες. Από το τέλος του Μαΐου του 1942, άρχισε η συγκρότηση των μονάδων της ΙΙ Ταξιαρχίας. Μέχρι το τέλος Ιανουαρίου 1943 είχε επιτευχθεί η συμπλήρωση αυτής με συνολική δύναμη 5.583 άνδρες. Τον Αύγουστο του 1942, αποφασίστηκε συγκρότηση λόχου από τους πλεονάζοντες αξιωματικούς, μετά την πλαισίωση των μονάδων, η οποία και πραγματοποιήθηκε. Ο λόχος αυτός ονομάστηκε Ιερός Λόχος.

Το Νοέμβριο του 1942, αποφασίστηκε η οργάνωση μιας Ελληνικής μεραρχίας, στην οποία θα υπάγονταν οι Ι και ΙΙ Ταξιαρχίες, ο Ιερός Λόχος, Το Γενικό Κέντρο Εκπαίδευσης και Σχολών καθώς και το 4ο Τάγμα Φρουρών που είχαν ήδη συγκροτηθεί. Η ολοκλήρωση της οργάνωσης της μεραρχίας δεν κατέστη δυνατή, αφενός λόγω της μη ύπαρξης δυνατοτήτων συγκρότησης και τρίτης ταξιαρχίας, αφετέρου δε λόγω του στασιαστικού κινήματος που σημειώθηκε στις 6 Ιουλίου 1943 στην ΙΙ Ταξιαρχία, αποτέλεσμα του οποίου υπήρξε η διάλυση της Ταξιαρχίας αυτής και επομένως η διάλυση της υπό συγκρότηση μεραρχίας.

Τον Αύγουστο του 1943, και μετά την καταστολή των στάσεων στις μονάδες του στρατού της Μέσης Ανατολής και διάλυση των δύο ταγμάτων της ΙΙ Ταξιαρχίας, διατάχθηκε η συμπλήρωση της δύναμης της Ι Ταξιαρχίας. Η ΙΙ Ταξιαρχία παρέμεινε μόνο με ένα τάγμα, δύναμης 200 - 250 ανδρών, ενώ αντιθέτως η Ι Ταξιαρχία είχε δύναμη 4.718 ανδρών. Το τελευταίο και σοβαρότερο κίνημα εκδηλώθηκε στις 6 Απριλίου 1944 στην Ι Ταξιαρχία. Μετά από αυτό το κίνημα το οποίο επεκτάθηκε και σε άλλα Ελληνικά τμήματα, διατάχθηκε η διάλυση της Ταξιαρχίας αυτής, όπως επίσης και άλλων μονάδων.

Αντί της Ι Ταξιαρχίας, συγκροτήθηκε τότε η ΙΙΙ Ορεινή Ταξιαρχία, η οποία μετονομάστηκε αργότερα σε ΙΙΙ Ορεινή Ταξιαρχία «Ρίμινι», λόγω της συμμετοχής της στο μέτωπο της Ιταλίας. Έτσι στις αρχές Οκτωβρίου 1944, παραμονές της απελευθέρωσης της Ελλάδας, υπήρχαν οι κάτωθι μονάδες Ελληνικού στρατού:

1) Στη Μέση Ανατολή, το Γενικό Επιτελείο Στρατού (Κάιρο), ο Ιερός Λόχος, το 6ο Τάγμα Φρουρών και διάφοροι Σχηματισμοί.

2) Στην Ιταλία, η ΙΙΙ Ορεινή Ταξιαρχία, η οποία μετείχε στις εκεί επιχειρήσεις με τους Συμμάχους, η οποία ανήκε στην 8η Βρετανική Στρατιά.

2. Το Ελληνικό Πεζικό στις Πολεμικές Επιχειρήσεις των Συμμάχων

Το Ελληνικό Πεζικό συμμετείχε στη Μάχη του Ελ Αλαμέιν (23 / 10 / 1942 έως 19 / 12 / 1942), με την Ι Ταξιαρχία Πεζικού και τον Ιερό Λόχο. Η Ι Ελληνική Ταξιαρχία κινήθηκε από 9 Σεπτεμβρίου 1942, προς τη ζώνη επιχειρήσεων στο Ελ Αλαμέιν, όπου τέθηκε αρχικά υπό τη διοίκηση της 50ης Βρετανικής Μεραρχίας και στη συνέχεια υπό την 44η Βρετανική Μεραρχία. Από τις 4 Οκτωβρίου, η Ελληνική Ταξιαρχία επιδόθηκε στην εκτέλεση πολλών περιπολιών και επιθετικών αναγνωρίσεων, τη διάνοιξη διόδων μέσα στα εχθρικά ναρκοπέδια και τη διείσδυση στις εχθρικές θέσεις, προκαλώντας σοβαρή παρενόχληση και πολλές απώλειες στον αντίπαλο.

Κατά την κύρια συμμαχική επίθεση, που άρχισε τη νύχτα 23 / 24 Οκτωβρίου 1942, η Ι Ταξιαρχία ενήργησε αλλεπάλληλες επιθέσεις κατά των εχθρικών θέσεων, με απόλυτη επιτυχία. Από τις 3 Νοεμβρίου, όταν άρχισε η υποχώρηση του εχθρού, η Ταξιαρχία συμμετείχε στη σύντομη καταδίωξή του και προωθήθηκε σε μεγάλο βάθος μέσα στη λιβυκή έρημο. Τελικά στις 19 Δεκεμβρίου, η Ι Ταξιαρχία αποσύρθηκε από τη ζώνη επιχειρήσεων και επέστρεψε στην Αίγυπτο. Η δράση της στην μάχη του Ελ Αλαμέιν, επαινέθηκε από όλα τα προϊστάμενα κλιμάκιά της και τα αποτελέσματα των επιχειρήσεών της κρίθηκαν ευμενέστατα από όλες τις Βρετανικές διοικήσεις, στις οποίες υπαγόταν.

Στις επιχειρήσεις στην Ιταλία συμμετείχε η ΙΙΙ Ελληνική Ορεινή Ταξιαρχία. Η ΙΙΙ Ελληνική Ορεινή Ταξιαρχία μεταφέρθηκε, τον Αύγουστο του 1944, στον Τάραντα της Ιταλίας, προκειμένου να συμμετάσχει στις εκεί συμμαχικές επιχειρήσεις. Αρχικά, εντάχθηκε στη 2η Νεοζηλανδική Μεραρχία και στις 8 Σεπτεμβρίου, διατέθηκε στον παραλιακό τομέα (περιοχή Ριτσιόνε), προκειμένου να ενισχύσει την 1η Καναδική Μεραρχία στην ενέργειά της προς την κατεύθυνση του Ρίμινι. Με την έναρξη των επιχειρήσεων, στις 14 Σεπτεμβρίου 1944, η Ελληνική ταξιαρχία, κινήθηκε δραστήρια.

Και μετά από σκληρούς αγώνες κατόρθωσε να κάμψει την σθεναρή εχθρική αντίσταση, να προωθηθεί και να καταλάβει το αεροδρόμιο και στη συνέχεια να καταλάβει την πόλη του Ρίμινι, την 21η Σεπτεμβρίου 1944. Ο Ιερός Λόχος, ο οποίος αποτελούνταν κυρίως από αξιωματικούς, συμμετείχε αρχικά στις επιχειρήσεις της Βορείου Αφρικής (Τυνησία), από 25 Ιανουαρίου 1943 μέχρι 2 Μαΐου 1943, σε πολλές καταδρομικές επιχειρήσεις στα νησιά του Αιγαίου και στα Δωδεκάνησα και κατέλαβε από αέρα την Σάμο, την οποία εκκένωσε αργότερα ύστερα από διαταγή του Γενικού Συμμαχικού Στρατηγείου Μέσης Ανατολής.

Οι συνολικές απώλειες του Ελληνικού Στρατού Μέσης Ανατολής ανήλθαν σε νεκρούς αξ/κούς 23 και οπλίτες 194. Τραυματισθέντες αξ/κούς 81 και οπλίτες 522.


ΜΕΤΑΠΟΛΕΜΙΚΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ ΜΕΧΡΙ ΣΗΜΕΡΑ - ΟΡΓΑΝΩΤΙΚΕΣ ΕΞΕΛΙΞΕΙΣ ΠΕΡΙΟΔΟΥ 1945 έως 1949

1. Γενικά

Μετά την απελευθέρωση των Αθηνών στις 12 Οκτωβρίου 1944, στην Αθήνα έφθασαν τα πρώτα Βρετανικά στρατιωτικά τμήματα και τμήματα του Ιερού Λόχου. Αποβιβάσθηκαν στις 13 και 14 Οκτωβρίου 1944 και πριν ακόμη ολοκληρωθεί η απελευθέρωση της βόρειας Ελλάδας, άρχισε η οργάνωση των πρώτων Ελληνικών στρατιωτικών τμημάτων Συγκροτήθηκε μια Διοίκηση Εθνοφυλακής, καθώς και 3 υποδιοικήσεις Εθνοφυλακής στις οποίες εντάχθηκαν 14 τάγματα Εθνοφυλακής, με αποστολή την αποκατάσταση της τάξης και την απελευθέρωση και της υπόλοιπης Ελλάδας, από τα στρατεύματα κατοχής.

Τα 14 τάγματα Εθνοφυλακής, τα οποία συγκροτήθηκαν στοιχειωδώς μέχρι τον Δεκέμβριο του 1944, χωρίς σχεδόν καθόλου οπλισμό, αυτοδιαλύθηκαν από τις πρώτες μέρες της έναρξης της μάχης των Αθηνών (Δεκεμβριανά), πλην ενός τάγματος στην Αθήνα και ενός στην Πάτρα.

2. Συγκρότηση Εθνοφυλακής και οι Πρώτες Μονάδες του Στρατού

Για την επικράτηση του στρατού στη «Μάχη των Αθηνών» αποφασίστηκε και πάλι η συγκρότηση ταγμάτων Εθνοφυλακής. Τα μη διαλυθέντα τάγματα επανδρώθηκαν με στελέχη και συμπληρώθηκαν με εφέδρους. Συγκροτήθηκαν καινούργια τάγματα με κλάσεις από τις εκκαθαρισμένες συνοικίες της Αθήνας από τα Βρετανικά τμήματα και από την ΙΙΙ Ορεινή Ταξιαρχία «Ρίμινι», αποτελούμενη από τρία τάγματα Πεζικού, ένα σύνταγμα πεδινού Πυροβολικού και σχηματισμών προερχόμενων από την Αίγυπτο από το 6ο Τάγμα Φρουρών. Έτσι διατάχθηκε η συγκρότηση των παρακάτω Στρατηγείων και Μονάδων:

1) Ανώτερη Στρατιωτική Διοίκηση Αθηνών (ΑΣΔΑ).

2) Στρατιωτική Διοίκηση Πειραιά.

3) Τρεις μεραρχίες Εθνοφυλακής (δέκα ταξιαρχίες στην Ηπειρωτική Ελλάδα και τρεις στην Κέρκυρα).

4) Εξήντα πέντε τάγματα Εθνοφυλακής διαφόρων άλλων Σχηματισμών και βοηθητικών Μονάδων.

5) Οι αφιχθείσες από Ιταλία και Μέση Ανατολή μονάδες στρατού (ΙΙΙ Ορεινή Ταξιαρχία, 6ο Τάγμα Φρουρών και τμήματα του Ιερού Λόχου).

Όλες οι παραπάνω μονάδες αποτέλεσαν το σύνολο των οργανωμένων στρατιωτικών δυνάμεων, από τον Δεκέμβριο του 1944 έως τον Μάρτιο του 1945. Κατά την αμέσως επόμενη χρονική περίοδο το ΓΕΣ, με τη Βρετανική Στρατιωτική Αποστολή (ΒΣΑ), μελέτησε το σχέδιο ανάπτυξης της Εθνοφυλακής. Κατά το σχέδιο αυτό έπρεπε να οργανωθούν έξι Στρατηγεία Ανωτάτων Στρατιωτικών Διοικήσεων (ΑΣΔ), δεκαοχτώ Στρατηγεία Στρατιωτικών Διοικήσεων (ΣΣΔ), εξήντα τάγματα Εθνοφυλακής και άλλες μονάδες και σχηματισμούς. Εκτός των παραπάνω μονάδων Εθνοφυλακής αποφασίστηκε η συγκρότηση και μονάδων εκστρατείας.

Έτσι, από το Μάρτιο 1945, άρχισε να οργανώνεται με πυρήνα την ΙΙΙ Ορεινή Ταξιαρχία «Ρίμινι», η ΙΙ Μεραρχία, η οποία περιελάμβανε τρεις ταξιαρχίες, εννέα τάγματα και λοιπά όπλα υποστηρίξεως και σχηματισμούς. Αργότερα, συγκροτήθηκαν και οι ΧΙ και ΙΧ Μεραρχίες της ίδιας σύνθεσης με τη ΙΙ Μεραρχία Τελικά, εκτός των παραπάνω μονάδων εκστρατείας συγκροτήθηκαν ή αναδιοργανώθηκαν από πλευράς Εθνοφυλακής τα παρακάτω:

1) Έξι ΑΣΔ: Στερεάς Ελλάδας 1η, ΝΔ Ελλάδας 2η, Θεσσαλίας και Δυτικής Μακεδονίας 3η, Ηπείρου 4η, Κεντρικής Μακεδονίας 5η και Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης 6η.

2) Δεκαπέντε ΣΔ: Αττικής, Λαμίας, Πατρών, Τρίπολης, Βόλου, Θεσσαλονίκης, Βέροιας, Σερρών, Αλεξανδρούπολης, Δράμας, Ξάνθης, Πρέβεζας, Δυτικής Μακεδονίας, Νήσων Αιγαίου, Κρήτης, 1 ταξιαρχία Εθνοφυλακής (Φλώρινας) και 13 Τάγματα Εθνοφυλακής (προκάλυψης).

3. Οργάνωση Στρατού Εκστρατείας

αΤο Μάρτιο του 1946, αποφασίστηκε η συγκρότηση τριών σωμάτων στρατού (Α', Β', Γ'), τριών πεδινών μεραρχιών (9 ταξιαρχίες, 27 τάγματα), τεσσάρων ορεινών μεραρχιών (7 ταξιαρχίες, 21 τάγματα), δυο ανεξαρτήτων ταξιαρχιών (6 τάγματα) και αριθμού μονάδων άλλων όπλων, σωμάτων και υπηρεσιών, με τη μετάπτωση των υφισταμένων ήδη διοικήσεων και μονάδων Εθνοφυλακής στις παραπάνω μονάδες Στρατού Εκστρατείας. Με τις διαταγές που είχαν εκδοθεί κατά καιρούς καθορίστηκαν τα παρακάτω:
  • Η ανασυγκρότηση και μετονομασία των υφισταμένων Ανωτέρων Στρατιωτικών Διοικήσεων και Στρατιωτικών Διοικήσεων στα προβλεπόμενα σώματα στρατού, μεραρχίες, ταξιαρχίες και διοικήσεις (Περιοχές).
  • Η ανασυγκρότηση και μετονομασία των ταγμάτων Εθνοφυλακής σε τάγματα Στρατού Εκστρατείας.
  • Η οργανική υπαγωγή των ταγμάτων Πεζικού.
  • Ο τρόπος αναδιοργάνωσης των παραμεθορίων μονάδων, ο οπλισμός, τα οχήματα και τα παντός είδους υλικά, τα οποία απαιτούνταν για τη συγκρότηση του νέου στρατού, θα προέρχονταν από Βρετανική πηγή.
Η οργάνωση ενός νέου στρατού στην μόλις απελευθερωθείσα χώρα, ξεκίνησε από την οργάνωση μονάδων Πεζικού, ως τις πλέον κατάλληλες για τη διεξαγωγή του αγώνα που μόλις άρχιζε, εξαιτίας του Εμφυλίου Πολέμου. Δυνάμεις ικανές να διεξάγουν αγώνα σε κατοικημένους τόπους, σε ορεινά και δύσβατα εδάφη, σε δάση, κ.α, δηλαδή δυνάμεις Πεζικού.

4. Εκπαίδευση

Για την εκπαίδευση των διαδοχικών σειρών των στρατευμάτων συγκροτήθηκαν κέντρα εκπαιδεύσεως, τα οποία ονομάστηκαν Κέντρα Βασικής Εκπαίδευσης (ΚΒΕ). Τα Κέντρα Βασικής Εκπαίδευσης είχαν προορισμό την υποδοχή, κατάταξη, συντήρηση και εκπαίδευση των νεοσυλλέκτων. Με την καινοτομία αυτή, οι μονάδες απαλλάσσονταν από το φόρτο της ατομικής εκπαίδευσης των νεοσυλλέκτων, την οποία θα αναλάμβαναν τα ΚΒΕ. Για το σκοπό αυτό οργανώθηκαν εννέα ΚΒΕ, με έδρες την Αλεξανδρούπολη, Δράμα, Βόλο, Αθήνα, Κόρινθο, Τρίπολη, Καλαμάτα, Πάτρα και Ηράκλειο.

Κάθε ΚΒΕ συγκροτούνταν από ένα λόχο διοικήσεως και ανάλογο, με τον αριθμό των κατατασσόμενων νεοσυλλέκτων, αριθμό λόχων εκπαιδεύσεως. Οι λόχοι ήταν οργανωμένοι σε τάγματα. Μετά το τέλος της εκπαίδευσης στα ΚΒΕ, οι νεοσύλλεκτοι κατανέμονταν τελικά και οριστικά στα διάφορα Όπλα και Σώματα, τα οποία είχαν επιλεγεί από τα Κέντρα Επιλογής Οπλιτών (ΚΕΟ). Η τελική κατανομή γινόταν με επιλογή από το Γενικό Επιτελείο Στρατού, ανάλογα με τις παρουσιαζόμενες εκάστοτε ανάγκες. Οι οπλίτες του Πεζικού μετέβαιναν απευθείας στις μονάδες Πεζικού (τάγματα), όπου συνέχιζαν την εκπαίδευσή τους πλην των χειριστών Βαρέων Όπλων, οι οποίοι συνέχιζαν την εκπαίδευσή τους στο ΚΕΒΟΠ.


Το Νοέμβριο του 1948 συγκροτήθηκε στην Αθήνα το Κέντρο Εκπαιδεύσεως Βαρέων Όπλων Πεζικού (ΚΕΒΟΠ) στο οποίο εκπαιδεύονταν οι στρατιώτες χειριστές βαρέων όπλων πριν τοποθετηθούν στις μονάδες Πεζικού. Πέραν των ΚΒΕ λειτούργησαν και Ειδικά Κέντρα Εκπαίδευσης για κάθε Ο-Σ, στα οποία εξειδικεύονταν οι οπλίτες όλων των Όπλων και Σωμάτων πριν μεταβούν στις μονάδες τους. Οι υποψήφιοι έφεδροι αξιωματικοί εκπαιδεύονταν στα Κέντρα Εκπαιδεύσεως Υποψηφίων Εφέδρων Αξιωματικών της Σύρου και της Κέρκυρας, τα οποία στη συνέχεια μετονομάσθηκαν σε Σχολές Εφέδρων Αξιωματικών.

5. Περίοδος 1946 έως 1948

Από το Σεπτέμβριο του 1946, ξεκίνησε η δράση του Εθνικού Στρατού. Εκείνη την περίοδο διεξάγονταν μια σειρά από συσκέψεις μεταξύ αξιωματικών του Γενικού Επιτελείου Στρατού (ΓΕΣ) και της Βρετανικής Στρατιωτικής Αποστολής (ΒΣΑ) για τον καθορισμό νέας «Διάταξης Μάχης» του στρατού, διότι η δύναμη είχε κριθεί ανεπαρκής. Στις συσκέψεις αυτές, αποφασίστηκε η προοδευτική αύξηση της δύναμης του Ελληνικού Στρατού, η οποία ολοκληρώθηκε μέχρι τα τέλη του 1947 για το Στρατό Εκστρατείας σε 120.000 άνδρες και την Εθνοφρουρά σε 20.000 (40 τάγματα Πεζικού).

Το Δεκέμβριο του 1947, κατόπιν επανειλημμένων συσκέψεων και βάσει της εμπειρίας που αποκτήθηκε στις επιχειρήσεις μέχρι τον Οκτώβριο του 1947, το ΓΕΣ συνέταξε μελέτη, με την οποία απαιτούνταν αύξηση του Στρατού Εκστρατείας σε 150.000 περίπου άνδρες και των ταγμάτων Εθνοφρουράς σε 100 τάγματα. Με βάση την παραπάνω μελέτη και σε συνεργασία με τις συμμαχικές αποστολές, από το Φεβρουάριο του 1948 έγιναν γενικά οι παρακάτω οργανωτικές τροποποιήσεις του Ελληνικού Στρατού, η συνολική δύναμη του οποίου ανερχόταν σε 125.000 άνδρες του στρατού εκστρατείας και σε 48.000 άνδρες της εθνοφρουράς, οργανωμένους όπως παρακάτω:
  • Α' ΣΣ με έδρα την Αθήνα και ΠΕ τη Στερεά Ελλάδα
  • Β' ΣΣ με έδρα τη Λάρισα και ΠΕ τη Θεσσαλία, Ήπειρο και Δυτ. Μακεδονία
  • Γ' ΣΣ με έδρα τη Θεσσαλονίκη και ΠΕ την Κεντρική και Ανατολική Μακεδονία και τη Θράκη.
  • Οι μεραρχίες ήταν 7 εκ των οποίων 3 πεδινές ΙΙ, ΙΧ, ΧΙ και 4 ορεινές VII, VIII, X, XV, κάθε μία από τις οποίες απαρτιζόταν από 3 ταξιαρχίες. Στις 20 Μαρ 1948 συγκροτήθηκε και η Ι ΜΠ στην οποία διατέθηκαν 3η, η 71η και 77η Ταξιαρχίες
  • Επιπλέον υπήρχαν 4 ανεξάρτητες Ταξιαρχίες (51η, 71η, 72α, 77η) και στην Πελοπόννησο η ΣΔ Πελοποννήσου και 4 μοίρες ορεινών καταδρομών (Α', Β', Γ', Δ') των 10 Λόχων εκάστη
  • 6 Διοικήσεις Εθνοφρουράς και 16 στρατηγεία Εθνοφρουράς
  • Οι υπάρχοντες 40 λόχοι καταδρομών ανασυγκροτήθηκαν σε 4 μοίρες των 8 λόχων εκάστη και η διοίκησή τους ήταν επιπέδου ταξιαρχίας
Τα πολυβόλα ήταν οργανωμένα σε 7 Λόχους (1 για κάθε Μεραρχία). Ειδικά τάγματα ασχολούνταν με την ασφάλεια των γραμμών συγκοινωνιών. Η βασική διαφορά μεταξύ των πεδινών και ορεινών Μεραρχιών ήταν η δύναμη (10.500 ή 8.500 άνδρες αντίστοιχα) και τα διατιθέμενα μεταφορικά τους. Στις αρχές του 1948 άρχισε σταδιακά η μετάπτωση της σύνθεσης των Μεραρχιών (ορεινών - πεδινών) σε νέα μικτού τύπου και δύναμης 9.300 ανδρών. Ταυτόχρονα το ίδιο έτος άρχισε και η αντικατάσταση του οπλισμού του Πεζικού. Μέχρι τότε ο οπλισμός συνίστατο σε τυφέκια 0,303, υποπολυβόλα Στεν, οπλοπολυβόλα Μπρεν και όλμους 2'' και 3''.

Η σύνθεση ενός τάγματος Πεζικού περιελάμβανε 600 τυφέκια, 75 υποπολυβόλα, 36 οπλοπολυβόλα, 4 όλμους 3'' και 12 όλμους 2''. Οι λόχοι πολυβόλων διέθεταν πολυβόλα Βίκερς. Συγκροτήθηκαν 97 τάγματα εθνοφρουράς δυνάμεως 500 ανδρών και αρχικά εκτός των τυφεκίων, ήταν εξοπλισμένα με 84 υποπολυβόλα, 25 οπλοπολυβόλα και 12 όλμους 2''. Κατά τη διάρκεια του 1948 ο οπλισμός τους ενισχύθηκε με 4 πολυβόλα Βίκερς, 11 οπλοπολυβόλα ακόμη (σύνολο 36) και 4 όλμους 81 χιλ. Τα τάγματα αυτά ήταν κατανεμημένα, στη Θράκη 11, στην Κεντρ. και Αν. Μακεδονία 22, στη δυτική Μακεδονία 7, στην Ήπειρο 9, στη Θεσσαλία 14 στη Στερεά Ελλάδα 18, στην Πελοπόννησο 13 και στα Νησιά 3.

Από τις 20 Ιουνίου 1948, άρχισε η ανανέωση των ταγμάτων Εθνοφρουράς, με την αντικατάσταση των εθνοφρουρών με στρατεύσιμους. Με αυτό τον τρόπο αναδιοργανώθηκαν ολοκληρωτικά 22 τάγματα και κατά 80% άλλα 28 τάγματα. Ο Εμφύλιος Πόλεμος γενικά βρήκε το Πεζικό ανεκπαίδευτο και με κακό εξοπλισμό, γεγονός που είχε επίδραση και επί του ηθικού του. Η εκπαίδευση των στρατευσίμων στα ΚΕΝ περιορίζονταν σε 2 μήνες από τους αρχικά 4 που είχαν προβλεφθεί, λόγω της ανάγκης επάνδρωσης των νέων μονάδων και της αναπλήρωσης των απωλειών. Ακόμα και οι αποφοιτούντες από τη ΣΣΕ μετά την εκπαίδευση 3 εξαμήνων στη ΣΣΕ και ενός εξαμήνου στα Κέντρα Εκπαίδευσης, τροφοδοτούσαν τις μονάδες με όχι καλά εκπαιδευμένους αξιωματικούς.

Εξαίρεση αποτελούσαν οι μονάδες ορεινών καταδρομών των οποίων η εκπαίδευση ολοκληρώνονταν πλήρως στο ΚΕΟΚ.

6. Τελευταία Περίοδος (Αύγουστος 1948 έως Σεπτέμβριος 1949)

Κατά την περίοδο αυτή, επήλθαν σοβαρές μεταβολές στην οργάνωση του στρατού. Ειδικότερα, οι σχετιζόμενες με το Πεζικό και τις μονάδες Καταδρομών είναι οι παρακάτω:
  • Οι μεραρχίες τυποποιήθηκαν σε ορεινή σύνθεση και ενισχύθηκαν σε όπλα υποστήριξης.
  • Εφαρμόζεται σε όλα τα τάγματα Πεζικού η ορεινή σύνθεση.
  • Αναδιοργανώθηκαν οι μοίρες Καταδρομών, με βάση την πείρα των επιχειρήσεων του 1948, ώστε να ανταποκρίνονται πληρέστερα στις απαιτήσεις του ιδιάζοντος αγώνα. Διαθέτουν η καθεμία πέντε λόχους Καταδρομών, αντί των οκτώ που προβλέπονταν, πλην όμως είναι ενισχυμένοι με ισχυρότερα μέσα πυρός (πολυβόλα - όλμοι).
  • Προστέθηκε η 5η Μοίρα Καταδρομών και συγκροτήθηκαν δύο διοικήσεις ταξιαρχιών Καταδρομών, Ι και ΙΙ.
  • Συγκροτήθηκαν 3 Κέντρα Εκπαίδευσης Οδηγών Πεζικού, ανά ένα στα Β' και Γ' ΣΣ και ένα στην Ανωτάτη Στρατιωτική Διοίκηση Στερεάς Ελλάδος.

ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΠΕΡΙΟΔΟΥ 1946 - 1949

1. Γενικά

Η περίοδος αυτή ξεκινά από 30 Μαρτίου 1946 και τελειώνει στις 30 Αυγούστου 1949.

2. Σημαντικότερα Γεγονότα του 1946 

Η πρώτη ένοπλη αντιπαράθεση υπήρξε στην περιοχή του Λιτόχωρου στις 31 Μαρτίου 1946. Στις 5 Ιουλίου 1946, σημειώθηκε η πρώτη προσβολή τμημάτων στρατού στην Ποντοκερασιά. Μέχρι το Σεπτέμβριο του 1946, ο ρόλος του στρατού περιορίζονταν στην ενίσχυση της Χωροφυλακής, εφόσον αυτή βρισκόταν σε αδυναμία και τούτο κατόπιν αιτήσεώς της. Από την 28η του ίδιου μήνα η πρωταρχική ευθύνη περιήλθε στο στρατό.

Τακτική του 1946

Οι ένοπλες δυνάμεις, βρισκόμενες στο στάδιο της συγκρότησης και εκπαίδευσης περιορίζονται σε καθαρά αμυντική τακτική, στην προσπάθειά τους να καλύψουν το σύνολο των κατοικημένων τόπων, τακτική, η οποία επέφερε μεγαλύτερη αδυναμία λόγω του κατακερματισμού των δυνάμεων.

3. Σημαντικότερα Γεγονότα του 1947

Από την 1η Απριλίου 1947 την ευθύνη της σίτισης και εφοδιασμού του Ελληνικού στρατού ανέλαβαν οι Ηνωμένες Πολιτείες. Ο Εθνικός Στρατός δέχθηκε ισχυρές επιθέσεις από τον Δημοκρατικό Στρατό της Ελλάδας (ΔΣΕ) την 27 / 28 Ιουνίου 1947 στην περιοχή Κρανιάς - Βωβούσας, στις 10 Ιουλίου, στην περιοχή δυτικά του Πεντάλοφου και στις 25 / 26 Ιουλίου, στη μάχη των Γρεβενών, ενώ μέχρι τότε ο ΔΣΕ απέφευγε τον αγώνα και προσπαθούσε να διαφύγει. Για αυτόν τον λόγο, η μάχη των Γρεβενών και ο «ελιγμός της Ηπείρου» αποτελούν σταθμό μεταβολής του τρόπου ενεργείας του ΔΣΕ.

Στις 8 Απριλίου 1947, η Ι Στρατιά άρχισε την εφαρμογή του σχεδίου επιχειρήσεων ''ΤΕΡΜΙΝΟΥΣ'', το οποίο προέβλεπε την εκκαθάριση όλων των περιοχών από Βορρά προς Νότο. Η επιχείρηση αυτή δεν απέδωσε τα αναμενόμενα αποτελέσματα, δηλαδή τη συντριβή των αντιπάλων και την εκκαθάριση της περιοχής, έδωσε όμως στον Εθνικό Στρατό αυτοπεποίθηση και πείρα, οι οποίες χρησιμοποιήθηκαν αργότερα. Στις 25 Δεκεμβρίου, προσβλήθηκε η Κόνιτσα, υποστηριζόμενη από την 75η Ταξιαρχία με δύο τάγματα, μια πυροβολαρχία και όλμους.

Τακτική του 1947

Το 1947, εφαρμόστηκε η μέθοδος του εγκλωβισμού ή του κλοιού, θεωρούμενη ως μοναδική για την επίτευξη του σκοπού των επιχειρήσεων. Η μέθοδος αυτή προέβλεπε την κίνηση βαριών φαλάγγων, οι οποίες συνέκλιναν κατά μήκος των δρομολογίων ή κοντά σε αυτά και απέβλεπε στην απώθηση των αντιπάλων σε περιορισμένες περιοχές, οι οποίες είχαν επιλεγεί σαν πεδίο μάχης για την καταστροφή τους. Οι φάλαγγες όμως με τον εγκλωβισμό, λόγω ανεπάρκειας δυνάμεων, δεν είχαν βάθος και συνεπώς δεν είχαν ευχέρεια αναπροσαρμογής της διάταξής τους προς καταδίωξη εκείνων των δυνάμεων, οι οποίες διέφευγαν από τον κλοιό.

4. Σημαντικότερα Γεγονότα 1948

Το 1948, η δράση των μονάδων της Εθνοφρουράς υπήρξε πιο συστηματική. Από 15 Απριλίου έως 15 Μαΐου, διεξήχθη η επιχείρηση ''ΧΑΡΑΥΓΗ'', η οποία απέβλεπε στην εκκαθάριση της Ρούμελης, από το ΔΣΕ νότια της γραμμής Αμβρακικός - Μέτσοβο - Μαλιακός, για να εξασφαλιστούν τα μετόπισθεν και να διευκολυνθεί η συγκέντρωση δυνάμεων για την κύρια ενέργεια κατά του Γράμμου. Στην επιχείρηση αυτή έλαβαν μέρος από πλευράς Πεζικού οι Ι, ΙΧ και Χ Μεραρχίες, οι Α' και Β' Μοίρες Καταδρομών και τα υπάρχοντα στατικά στη Ρούμελη δεκαεπτά τάγματα Εθνοφρουράς. Επιπλέον, το ΙΧ Σύνταγμα Αναγνωρίσεως και ένα τάγμα Χωροφυλακής, υπό το Α' ΣΣ. Οι απώλειες του Εθνικού Στρατού στη επιχείρηση ανήλθαν σε 1 αξ/κό και 45 οπλίτες νεκρούς.

Από 16 Ιουνίου έως 22 Αυγούστου, διεξήχθη η επιχείρηση ''ΚΟΡΩΝΙΣ'' για την εκκαθάριση του Γράμμου, η οποία αποτέλεσε την πρώτη σοβαρή μέχρι τότε επιχείρηση, δηλαδή κλασική επίθεση εναντίον ισχυρά οργανωμένης τοποθεσίας. Σε αυτή, διατέθηκαν οι Ι, ΙΙ, VIΙI, IX, X, XV ΜΠ υπό το Β' ΣΣ. Το μεγαλύτερο τμήμα του ΔΣΕ διέφυγε τότε προς Βίτσι, όπου άρχισε δραστήρια ανασυγκρότηση των δυνάμεών του και οργάνωση της τοποθεσίας, ενώ άλλα τμήματα στράφηκαν προς τη Θεσσαλία για τη διενέργεια αντιπερισπασμών. Οι απώλειες του Εθνικού Στρατού στην επιχείρηση ανήλθαν σε 63 αξιωματικούς και 729 οπλίτες νεκρούς.

Από τις 26 Αυγούστου, άρχισαν οι επιχειρήσεις στο Βίτσι. Σε αυτές έλαβαν μέρος, αρχικά, οι 33η, 45η, 53η, 61η και 73η Ταξιαρχίες και έπειτα, οι 3η και 22η Ταξιαρχίες. Λόγω σταδιακής ενίσχυσης του ΔΣΕ και ανεπάρκειας του Εθνικού Στρατού, δεν κατέστη δυνατή η εκκαθάριση του Βιτσίου κατά το 1948.

Τακτική του 1948

Αυτή, συνίσταται στη συνεχή καταδίωξη από πολλές κατευθύνσεις με ισχυρές φάλαγγες, κλιμακούμενες κατά βάθος και συνδυαζόμενες κατά πλάτος. Με την κλιμάκωση κατά βάθος σε δύο και τρία κλιμάκια και σε απόσταση μεταξύ των κλιμακίων, πορείας μιας ημέρας, επετεύχθησαν ικανοποιητικά αποτελέσματα. Η τακτική αυτή κατέστη εφικτή μετά την πλήρη οργάνωση της Εθνοφρουράς, η οποία συντέλεσε στο να απελευθερωθούν σοβαρές δυνάμεις του στρατού εκστρατείας και να συγκεντρωθούν «εν τόπω και χρόνω».

Κατά τη μάχη του Γράμμου, εφαρμόστηκε η μετωπική επίθεση κατά ισχυρά οργανωμένων τοποθεσιών, με αποτέλεσμα τις μεγάλες απώλειες σε ανθρώπινο υλικό και πυρομαχικά. Δεν έγινε ευρεία χρήση των ελιγμών, αν και διευκολύνονταν λόγω των διακένων και του αβαθούς της εχθρικής διάταξης. Οι νυχτερινοί αγώνες ήταν σπάνιοι, αν και έπρεπε να αποτελέσουν τον κανόνα.

5. Σημαντικότερα Γεγονότα 1949

Από την 21η Ιανουαρίου 1949, αναλαμβάνει την αρχιστρατηγία των ενόπλων δυνάμεων ο Στρατηγός Αλέξανδρος Παπάγος και από εκείνη τη στιγμή, δίνεται νέος ρυθμός στις επιχειρήσεις. Το πρώτο τετράμηνο αναλαμβάνεται η επιχείρηση Πελοποννήσου για την αποκατάσταση της τάξης αφενός, και την εξοικονόμηση δυνάμεων και διάθεση αυτών για την κύρια προσπάθεια στο Βίτσι αφετέρου. Για την επιχείρηση αυτή διατέθηκαν τα στρατηγεία του Α' Σώματος Στρατού, της ΙΧ Μεραρχίας και της ΑΣΔΠ, οι Ταξιαρχίες 41η, 42η,43η και 72η, 4η ελαφρά Ταξιαρχία Πεζικού και οι Α', Β', Γ' και Δ' ΜΟΚ. Μέχρι το τέλος Απριλίου επετεύχθη η πλήρης εξάλειψη των αντιστάσεων και η αποκατάσταση της τάξης στην Πελοπόννησο.


Έπονται η επιχείρηση της Ρούμελης από τις 71, 72 Ταξιαρχίες και από το 6ο ΕΣΠ, η εκκαθάριση των Αγράφων από τις ΙΧ και ΧV ΜΠ και της Όθρυος από τις Γ' ΜΟΚ και του 8ου ΕΣΠ. Από 2 έως 8 Αυγούστου διεξάγεται η προκαταρκτική κατά του Γράμμου ενέργεια (ΠΥΡΣΟΣ Α') από το Α' ΣΣ (Ι,VIII ΜΠ, 77 Ταξιαρχία, 8ο, 15ο, 24ο ΕΣΠ), για την επίτευξη στρατηγικής παραπλάνησης. Από 10 έως 16 Αυγούστου ενεργείται η κύρια επιχείρηση στο Βίτσι (ΠΥΡΣΟΣ Β'), κατά την οποία εντός πέντε ημερών επετεύχθη η κατάληψη αυτού. Κατά την επιχείρηση αυτή διατέθηκαν οι παρακάτω δυνάμεις Πεζικού:

1) Η ΙΙ Μεραρχία (3η, 21η, 22η Ταξιαρχίες).

2) Η ΙΧ Μεραρχία (41η, 42η, 43η Ταξιαρχίες).

3) Η Χ Μεραρχία (35η, 36η και 37η Ταξιαρχίες).

4) Η ΧΙ Μεραρχία (31η και 33η Ταξιαρχίες).

5) Η ΙΙΙ Μεραρχία Καταδρομών (1η και 2η Ταξιαρχίες).

6) Το 12ο ΕΣΠ και έξι τάγματα Εθνοφρουράς.

7) Επιπλέον, η ΧV Μεραρχία και η 32η Ταξιαρχία, σαν εφεδρείες Αρχιστρατήγου.

Τέλος, από 24 έως 30 Αυγούστου λαμβάνει χώρα η κύρια κατά του Γράμμου επίθεση (ΠΥΡΣΟΣ Γ'), στην οποία έλαβαν μέρος οι παρακάτω δυνάμεις Πεζικού:

1) Η Ι Μεραρχία (51η, 52η και 53η Ταξιαρχίες).

2) Η VIII Μεραρχία (74η,75η και 76η Ταξιαρχίες).

3) Η ΙΧ Μεραρχία (41η,42η και 43η Ταξιαρχίες).

4) Η ΧV Μεραρχία (45η, 61η και 73η Ταξιαρχίες).

5) Η ΙΙΙ Μεραρχία Καταδρομών (78η και 79η Ταξιαρχίες).

6) Η 77η Ταξιαρχία και

7) Τα 8ο, 15ο, 24ο και 40ο ΕΣΠ.

Τακτική του 1949

Διεξήχθησαν επιχειρήσεις ημέρα και νύχτα, όλες τις εποχές του χρόνου και σε οποιεσδήποτε συνθήκες. Επικράτησε πνεύμα επιθετικότητας. Χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά σε ευρεία έκταση η μέθοδος της διείσδυσης, με τα διάκενα της εχθρικής τοποθεσίας και σε βάθος, όγκου δυνάμεων κατά τη νύχτα.

ΤΟ ΠΕΖΙΚΟ ΜΕΤΑ ΤΗ ΛΗΞΗ ΤΩΝ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ ΑΝΤΙΠΑΡΑΘΕΣΕΩΝ

1. Μεταβολές Οργάνωσης από Οκτώβριο μέχρι Δεκέμβριο 1949

Κατόπιν μείωσης της προβλεπόμενης δύναμης οπλιτών, η συνολική δύναμη του στρατού ανερχόταν σε 147.000 άνδρες. Κύρια χαρακτηριστικά της περιόδου αυτής, τα οποία διατηρήθηκαν και κατά το 1950, ήταν τα κάτωθι:
  • Η Εθνοφρουρά παύει να παρουσιάζεται ως ιδιαίτερη κατηγορία στρατού.
  • Συγκροτείται η VI Μεραρχία από τις μέχρι τότε ανεξάρτητες Ταξιαρχίες 71η, 72η και 77η.
Οι μεταβολές κατά το ίδιο χρονικό διάστημα ως προς το Πεζικό ήταν οι ακόλουθες:

1) Η ορεινή μεραρχία διαθέτει εφτά τάγματα Πεζικού ενεργά. Σε κάθε τάγμα προβλέπεται διμοιρία από ενενήντα μουλάρια.

2) Μονάδες Στρατιάς.
  • Παραμένουν δέκα ελαφρά συντάγματα Πεζικού (ΕΣΠ) και είκοσι ένα ελαφρά τάγματα Πεζικού (ΕΤΠ), ενώ όλα τα υπόλοιπα διαλύθηκαν.
  • Από το 1946 και εξής, τα συγκροτηθέντα Τάγματα Ασφαλείας Γραμμών Συγκοινωνιών (ΤΑΓΣ) μειώνονται το καθένα κατά δύο λόχους.
  • Διαλύεται η Ι Ταξιαρχία Καταδρομών και η Α' Μοίρα Ορεινών Καταδρομών. Οι λοιπές τέσσερις ΜΟΚ μειώνονται κατά ένα λόχο και περιλαμβάνουν διοίκηση, τακτικό επιτελείο, λόχο διοικήσεως και τέσσερις λόχους καταδρομών.
2. Κέντρα Εκπαιδεύσεως Νεοσυλλέκτων

Τα Κέντρα Βασικής Εκπαίδευσης (ΚΒΕ) μετονομάστηκαν το 1949 σε Κέντρα Εκπαιδεύσεως Νεοσυλλέκτων (ΚΕΝ) και προσαρμόστηκε η σύνθεσή τους με τον νέο κύκλο εκπαιδεύσεως. Προς το τέλος του 1949, διαλύθηκαν τα Κέντρα Εκπαιδεύσεως Νεοσυλλέκτων Αλεξανδρούπολης, Δράμας και Πατρών. Αργότερα στο τέλος του Ιουνίου 1950 διαλύθηκε το ΚΕΝ Βόλου. Από τον Μάρτιο 1950, τα εναπομείναντα ΚΕΝ αποτέλεσαν εκπαιδευτικές μονάδες Πεζικού. Αυτά υποδέχονται και εκπαιδεύουν τους στρατεύσιμους, οι οποίοι έχουν επιλεγεί από τα συμβούλια επιλογής οπλιτών πως θα υπηρετήσουν στο Πεζικό. Το 1953 διαλύθηκε το ΚΕΝ Ηρακλείου, ανασυγκροτήθηκε το ΚΕΝ Πατρών και τέλος συγκροτήθηκε το ΚΕΝ Κέρκυρας.

ΤΟ ΠΕΖΙΚΟ ΣΤΟΝ ΠΟΛΕΜΟ ΤΗΣ ΚΟΡΕΑΣ

1. Γενικά

Η Ελλάδα, η οποία αποδέχτηκε την πρόσκληση του ΟΗΕ, έσπευσε μεταξύ των πρώτων εθνών να συμμετάσχει στον κορεατικό αγώνα, παρά τα νωπά τραύματα και τη φοβερή εξάντληση του στρατού από τον τετραετή Εμφύλιο Πόλεμο. Τον πυρήνα της συγκρότησης του ΕΚ.Σ.Ε αποτέλεσε η 42α Ταξιαρχία Πεζικού της ΙΧ ΜΠ, στην οποία μετατέθηκαν και άνδρες από τις Ι και ΙΙΙ ΜΠ. Το Εκστρατευτικό Σώμα Ελλάδος, συγκροτήθηκε στη Λαμία και άρχισε την εκπαίδευσή του εκεί. Διοικητής του Εκστρατευτικού Σώματος Ελλάδος (ΕΚ.Σ.Ε) τοποθετήθηκε ο Σ/χης (ΠΖ) Δασκαλόπουλος Ιωάννης και Διοικητής του Τάγματος ο Αν/χης(ΠΖ) Αρμπούζης Διονύσιος.


Επιβιβάστηκε στο πλοίο «GENERAL HAN» στον Πειραιά στις 15 Νοεμβρίου 50 και έφθασε στην Κορέα (Πουσάν) στις 9 Δεκεμβρίου 50. Από 1 Ιανουαρίου 51 συμμετέχει στην κορεάτικη εκστρατεία με τον Συμμαχικό Στρατό, με αξιοσημείωτη δράση.

2. Συμμετέχουσες Ελληνικές Δυνάμεις

Το ΕΚ.Σ.Ε αποτελούνταν από Διοίκηση Επιτελείο και ένα Τάγμα Εκστρατευτικού Σώματος. Κατά την πρώτη περίοδο, 15 Νοεμβρίου 1950 μέχρι και 22 Αυγούστου 1951, ήταν συνολικής δύναμης 851 ανδρών με 63 οχήματα. Ακολούθως, από 23 Αυγούστου 1951 μέχρι Δεκέμβριο 1953, η Ελληνική δύναμη αυξήθηκε στους 1.063 άνδρες, ενώ μετά την επίτευξη εκεχειρίας από Ιανουάριο 1954 μέχρι Μάιο 1955 στους 2.163 άνδρες. Το Ελληνικό Εκστρατευτικό Σώμα τον Απρίλιο του 1955 μειώθηκε στους 850 άνδρες, ενώ από Ιούλιο 1955 μέχρι Δεκέμβριο 1955 στους 191 άνδρες. Τελικά από Ιανουάριο 1956 μέχρι Μάιο 1958 παρέμεινε στην Κορέα αντιπροσωπευτικό τμήμα αποτελούμενο από 1 αξιωματικό και 9 οπλίτες.

3. Επιχειρήσεις

Διακρίθηκε κατά την κατάληψη των υψωµάτων 381, 325, και 655 και στη συνέχεια στη µεγάλη επίθεση προς κατάληψη του, πολύ σηµαντικού λόγω της τοποθεσίας, ζωτικού υψώµατος ''313'' (Σκότς), που την πέτυχε παρά τη σθεναρή αντίσταση του εχθρού. Η επιτυχία αυτή του ΕΚ.Σ.Ε., που βελτίωσε την αµυντική συµµαχική γραµµή, προκάλεσε την τιµητική διάκριση µεταξύ των συµµαχικών Μονάδων που συµµετείχαν.

Έτυχε ηθικής αµοιβής µε την απονοµή ευαρέσκειας από τους Προέδρους της Δηµοκρατίας των Η.Π.Α και Νοτίου Κορέας. Η αξιόλογη δράση του ΕΚ.Σ.Ε. συνεχίσθηκε µε αµείωτο ρυθµό και ένταση µε επιτυχείς επιθέσεις κατά των υψωµάτων ''ΚΕΛΛΥ'' και ''167''. Οµοίως η υπέροχη δράση του στη µεγάλη επίθεση κατά του ζωτικού υψώµατος ''ΜΕΓΑΛΟ ΝΟΡΙ'', για την αποκατάσταση της απολεσθείσης αµυντικής γραµµής, επισφράγισε µεταξύ του συµµαχικού Στρατού το "λίαν αξιόµαχο" του ΕΚ.Σ.Ε.

Οι τελευταίες µάχες του ΕΚ.Σ.Ε για την απόκρουση σφοδρότατων επιθέσεων του εχθρού, που επιχειρούσαν την κατάληψη του υψώµατος ''ΧΑΡΡΥ'' και τη διάσπαση της κατεχόµενης από το Τάγµα αµυντικής γραµµής ''ΓΙΟΜΙΝΓΚ'', κορύφωσαν την αίγλη του και του εξασφάλισαν τιµητική θέση µεταξύ των εκστρατευτικών Σωµάτων των διαφόρων Κρατών που συµµετείχαν.

4. Απώλειες Πεζικού Εκστρατείας Κορέας

Νεκροί αξιωματικοί 14 (12 του Πεζικού) και οπλίτες 168.

ΤΟ ΠΕΖΙΚΟ ΤΗΝ ΠΕΡΙΟΔΟ 1950 - 1974

1. Μεταβολές Στρατού Εκστρατείας Έτους 1951

Ταξιαρχίες Πεζικού

Λόγω οργάνωσης, σύνθεσης προορισμού και προπαντός για τη συνέχιση της ιστορικής πολεμικής παράδοσης, μετονομάστηκαν σε «Συντάγματα Πεζικού» με την ίδια σύνθεση. Το στρατηγείο μετονομάστηκε σε επιτελείο. Η μεραρχία περιλαμβάνει 3 συντάγματα Πεζικού, των 2 ταγμάτων το κάθε ένα, δηλαδή συνολικά 6 τάγματα. Εφαρμόστηκε ενιαία σύνθεση για τα τάγματα αμερικάνικου και βρετανικού οπλισμού, τα οποία ενισχύθηκαν με περισσότερα βαριά όπλα. Η διαφορά των ταγμάτων Αμερικάνικου και Βρετανικού οπλισμού περιορίστηκε μόνο στα ατομικά όπλα και οπλοπολυβόλα (ΜΠΑΡ ή ΜΠΡΕΝ).

Μονάδες Στρατιάς

Τα συντάγματα προκαλύψεως αποτελούν μονάδες οικονομικά και διαχειριστικά αυτοτελείς και περιλαμβάνουν στη σύνθεσή τους διμοιρίες μεταφορών, οι οποίες διαθέτουν τα απαιτούμενα μεταφορικά μέσα (αυτοκίνητα - δίκυκλα), για κάλυψη των αναγκών των ταγμάτων προκαλύψεως που υπάγονται στα συντάγματα. Τα τάγματα προκαλύψεως προικοδοτούνται με περισσότερα μέσα διαβιβάσεων, τα οποία κρίθηκαν αναγκαία για την εκπλήρωση της αποστολής τους. Τα ελαφρά συντάγματα Πεζικού, καθώς και τα ελαφρά τάγματα Πεζικού παραμένουν αμετάβλητα.

Η 500η Μονάδα Αντιαρματικών, η οποία συγκροτήθηκε το 1949, μετονομάστηκε σε 500 Α-Τ Λόχο και αναδιοργανώθηκε με πεδινή σύνθεση. Συγκροτήθηκε το 520 Α/Α Τάγμα Πολυβόλων με Γερμανικά πολυβόλα από τα λάφυρα του πολέμου. Τα δύο Τάγματα Ασφαλείας Γραμμών Συγκοινωνιών (ΤΑΓΣ) μετατράπηκαν σε λόχους.

Σχολές - Κέντρα

Μετά την αποφοίτηση από τη Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων για την εκπαίδευση των στελεχών στις νέες μεθόδους διεξαγωγής του πολέμου και τα νέα όπλα, δημιουργήθηκε στην Αθήνα, το Μάιο του 1945, το Γενικό Κέντρο Εκπαιδεύσεως Αξιωματικών (ΓΚΕΑ). Περιελάμβανε τη Σχολή Τακτικών Σπουδών Ανωτέρων Αξιωματικών, καθώς και τις Σχολές Πεζικού, Πυροβολικού, Μηχανοδηγήσεως και Φυσικής Αγωγής. Για την εκπαίδευση των υποψηφίων εφέδρων αξιωματικών, λειτούργησε, το 1945, στο Χαϊδάρι Αττικής, το Κέντρο Εκπαιδεύσεως Υποψηφίων Εφέδρων Αξιωματικών. Εκεί, εκπαιδεύτηκαν δύο σειρές, από τις οποίες η μια συνέχισε την εκπαίδευσή της στην Κέρκυρα, όπου μεταστάθμευσε το Κέντρο το 1946.

Το ίδιο έτος, λειτούργησε και δεύτερο Κέντρο Υποψηφίων Εφέδρων Αξιωματικών στη Σύρο. Αργότερα, τα Κέντρα αυτά μετονομάσθηκαν αντίστοιχα σε Σχολές Υποψηφίων Εφέδρων Αξιωματικών Κέρκυρας και Σύρου. Τον Ιούλιο του 1953, οι δύο αυτές Σχολές συγχωνεύτηκαν σε μια με τον τίτλο «Σχολή Εφέδρων Αξιωματικών Πεζικού» με έδρα το Ηράκλειο της Κρήτης, όπου λειτουργεί μέχρι σήμερα. Τέλος, για τη στελέχωση του στρατεύματος με κατάλληλους υπαξιωματικούς από τις αρχές του 1950, επαναλειτούργησε στην Πάτρα η Προπαρασκευαστική Σχολή Υπαξιωματικών, η οποία εντός του ίδιου έτους μετονομάσθηκε σε Σχολή Μονίμων Υπαξιωματικών (ΣΜΥ).

Η βασική εκπαίδευση των οπλιτών πραγματοποιούταν στα Κέντρα Βασικής Εκπαιδεύσεως ή Κέντρα Εκπαιδεύσεως Νεοσυλλέκτων (ΚΕΝ), όπως μετονομάσθηκαν αργότερα. Η επιλογή τους γίνονταν αρχικά κατά την κατάταξή τους, από τα αρμόδια Συμβούλια Επιλογής Οπλιτών (ΣΕΟ), τα οποία ενεργούσαν και την πρώτη επιλογή των υποψηφίων εφέδρων αξιωματικών. Μετά την ολοκλήρωση της βασικής εκπαιδεύσεως, οι οπλίτες του Πεζικού, μετέβαιναν απευθείας στις μονάδες Πεζικού, εκτός από αυτούς που είχαν ειδικότητα στα βαρέα όπλα και συνέχιζαν την εκπαίδευσή τους στο Κέντρο Εκπαιδεύσεως Βαρέων Όπλων Πεζικού (ΚΕΒΟΠ) στο Χαϊδάρι Αττικής, πριν μεταβούν στις Μονάδες τους.

Από το Μάρτιο του 1950, τα Κέντρα Εκπαιδεύσεως Νεοσυλλέκτων αποτέλεσαν εκπαιδευτικές μονάδες Πεζικού.


Μονάδες Εθνοφυλακής Άμυνας

Στην επιστράτευση, σε καιρό πολέμου ή σε περίπτωση έκτακτης ανάγκης στην ειρήνη, βάσει του νόμου 1707 της 23ης Μαρτίου 1951, δύνανται να προσκληθούν, κατόπιν πρότασης του Αρχιστρατήγου ή του Αρχηγού του Γενικού Επιτελείου Εθνικής Άμυνας, ιδιώτες ηλικίας 18 έως 50 χρονών για τη συγκρότηση ειδικών μονάδων, στρατιωτικά οργανωμένων, οι οποίες έχουν σαν αποστολή την τοπική άμυνα χώρων της υπαίθρου, τη φύλαξη συγκοινωνιών, κατασκευή στρατιωτικών έργων και την παθητική αεράμυνα. Αυτοί κατά τη διάρκεια της ύπαρξής τους υπάγονται στους Στρατιωτικούς Νόμους και Κανονισμούς.

Στη διάταξη μάχης του έτους 1951 συμπεριελήφθησαν οι απαραίτητοι, για την πλαισίωση των Ταγμάτων Εθνοφυλακής Αμύνης (ΤΕΑ), αξιωματικοί και συγκροτήθηκαν οκτώ διοικήσεις Ταγμάτων Εθνοφυλακής Αμύνης, ''Διοικήσεις ΤΕΑ'', σε καθεμία από τις οποίες υπάγεται αριθμός ταγμάτων, καθοριζόμενος κάθε φορά από το Γενικό Επιτελείο Στρατού (ΓΕΣ).

2.Συγκρότηση Στρατού Εκστρατείας Έτους 1951

Ο Στρατός από πλευράς Πεζικού περιελάμβανε:
  • Τρία Στρατηγεία ΣΣ: Α'- Β' - Γ' ΣΣ.
  • Ανωτέρα Στρατιωτική Διοίκηση Αττικής και Νήσων.
  • Στρατηγείο Ηπείρου.
  • Δέκα μεραρχίες, των 6 ταγμάτων η κάθε μια, πλην της V, η οποία είχε 3 τάγματα.
  • Έντεκα ελαφρά συντάγματα προκαλύψεως (27 τάγματα).
  • Τέσσερις μοίρες Καταδρομών.
3. Μεταβολές Έτους 1953

Μεραρχίες Πεζικού

Οι μεραρχίες Πεζικού δε διαθέτουν στην ειρήνη τον ίδιο αριθμό ταγμάτων Πεζικού, αλλά αυτός κυμαίνεται από τρία ως εννιά, ενιαίας σύνθεσης. Βελτιώθηκε η σύνθεση του τάγματος Πεζικού, με την προσθήκη λόχου βαρέων όπλων, καθώς επίσης και η ισχύς πυρός της μεραρχίας με την προικοδότησή της με όλμους των 4,2''.

Μονάδες Στρατιάς

Προς εξοικονόμηση δυνάμεων, απαραίτητων για την ανάπτυξη νέων μονάδων υποστηρίξεως, διαλύθηκαν τρεις Διοικήσεις Ελαφρών Συνταγμάτων Πεζικού (ΕΣΠ) και τρία Ελαφρά Τάγματα Πεζικού (ΕΤΠ). Μετατράπηκαν δύο τάγματα προκαλύψεως σε μεραρχιακά και διατέθηκαν στις μεραρχίες και αυξήθηκαν τα τάγματα από πενήντα επτά σε πενήντα εννέα.

Σχολές - Κέντρα Εκπαιδεύσεως

Το 639 Πρότυπο Τάγμα Πεζικού (ΠΤΠ) μετονομάστηκε σε 532 Τάγμα Πεζικού και αποτελούσε το οργανικό τάγμα της VII Μεραρχίας. Συγκροτήθηκε το Πειραματικό Κέντρο Εκπαιδεύσεως Μονάδων Καταδρομών και διαλύθηκαν 6 Διμοιρίες Εκπαιδεύσεως Καταδρομών. Αυξήθηκε ο αριθμός των ταγμάτων Πεζικού της ΙΙ Μεραρχίας, ώστε να διαθέτει εννέα τάγματα Πεζικού. Αντίστοιχα, μειώθηκε ο αριθμός των ταγμάτων Πεζικού των VII και ΙΧ Μεραρχιών κατά ένα τάγμα. Οι δύο Σχολές Εφέδρων Αξιωματικών Κέρκυρας και Σύρου συγχωνεύτηκαν σε μια με τίτλο ''Σχολή Εφέδρων Αξιωματικών Πεζικού'' Σ.Ε.Α.Π. με έδρα το Ηράκλειο.

4. Μεταβολές 1954 έως 1960

Οι κυριότερες εξελίξεις, κατά την παραπάνω περίοδο, από πλευράς Πεζικού είναι οι ακόλουθες:
  • Το 1957, συγκροτήθηκαν τα τάγματα Α-Τ ΠΑΟ 106 χιλ., τα οποία υπάγονταν ανά ένα σε κάθε μεραρχία Πεζικού.
  • Το 1957, οι λόχοι βαρέων όλμων 4,2'' των μεραρχιών μετατράπηκαν σε ΛΒΟ συνταγμάτων Πεζικού, με την ίδια σύνθεση.
  • Στους λόχους βαρέων όπλων των ταγμάτων Πεζικού προστέθηκε μια διμοιρία Α-Τ εκτοξευτών 3,5''.
ΤΟ ΠΕΖΙΚΟ ΣΤΙΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ

1. Συγκρότηση

Το πρωινό της 20ης Ιουλίου 1974 βρήκε την Ελληνική Δύναμη Κύπρου (ΕΛ.ΔΥ.Κ) με τις παρακάτω δυνάμεις: 2 τάγματα Πεζικού των τριών λόχων έκαστο και λόχο βαρέων όπλων.

2. Τα Γεγονότα

Από τις 06:05 ώρα, οπότε το στρατόπεδο της ΕΛ.ΔΥ.Κ βομβαρδίστηκε, οι άνδρες του συντάγματος γνώριζαν ότι άρχιζε ένας νέος αγώνας τον οποίο καλούνταν αυτοί να φέρουν σε πέρας. Στις ημέρες που διήρκεσαν οι πολεμικές επιχειρήσεις αγωνίστηκαν γενναία, κράτησαν τις θέσεις τους και δεν εγκατέλειψαν τις θέσεις τους όταν ακόμα τα τουρκικά άρματα πέρασαν πάνω από τα ορύγματα. Οι Τούρκοι ήθελαν απεγνωσμένα να φτάσουν στη Λευκωσία, όμως στο δρόμο τους βρήκαν τους Έλληνες μαχητές που ήταν αποφασισμένοι να κρατήσουν τη θέση τους.

Αυτοί έμειναν εκεί λόγω του φρονήματός τους και της υψηλής αίσθησης καθήκοντος προς την πατρίδα. Επιτέλεσαν το καθήκον τους και παράλληλα συνέβαλαν τα μέγιστα στη διάσωση του ελεύθερου τμήματος της Λευκωσίας από την Τουρκική κατοχή.

3. Απώλειες

Η απώλειες για το Πεζικό ήταν μεγάλες.
  • Νεκροί: Αξιωματικοί 33 εκ των οποίων 32 του Πεζικού, οπλίτες 42 εκ των οποίων οι 31 του Πεζικού. 
  • Εξαφανισθέντες: Αξιωματικοί 2 και οπλίτες 58 εκ των οποίων 43 του Πεζικού. 
  • Τραυματίες: Αξιωματικοί 8 και οπλίτες 84.

ΟΡΓΑΝΩΤΙΚΕΣ ΕΞΕΛΙΞΕΙΣ ΠΕΖΙΚΟΥ ΑΠΟ ΤΟ 1960 ΜΕΧΡΙ ΣΗΜΕΡΑ

1. Μεταβολές 1960 έως 2014

Η εξέλιξη του Πεζικού, μετά το 1960, -ακολούθησε τη γενικότερη εξέλιξη του Στρατού, λόγω της κρίσης τόσο του 1967 όσο και του 1974-, και υπήρξε ραγδαία. Στη δεκαετία του 1960, ολοκληρώθηκε η αντικατάσταση του Βρετανικού οπλισμού και μέχρι το 1970 ο φορητός οπλισμός Αμερικανικής κατασκευής και προελεύσεως ήταν ο κύριος οπλισμός του Πεζικού. Οι δύο όμως κρίσεις του Κυπριακού, το 1964 και το 1967, καθώς και η απαγόρευση χορηγήσεως Αμερικανικού οπλισμού μετά το 1967, υποχρέωσαν την Ελλάδα να στραφεί, για πρώτη φορά στη μεταπολεμική της ιστορία, στην προμήθεια φορητού οπλισμού από εθνικούς πόρους.

Έτσι, το 1965 αποφασίστηκε η σταδιακή αντικατάσταση του αμερικανικού ελαφρού οπλισμού του Πεζικού και η εισαγωγή στην Ελλάδα του τυποποιημένου διαμετρήματος του ΝΑΤΟ των 7,62 χιλιοστών. Κατά την περίοδο 1974 - 2014, έγινε μεγάλη αναδιάταξη των μονάδων, συγκροτημάτων και σχηματισμών. Σε ευπαθείς περιοχές της χώρας συγκροτήθηκαν Ανώτατες Διοικήσεις Ταγμάτων Εθνοφυλακής (ΑΔΤΕ), συγκροτήματα και μετακινήθηκε αριθμός μονάδων Πεζικού.

Κατά την περίοδο 1974 - 1990, άρχισε σταδιακά η αναδιοργάνωση των μονάδων Πεζικού με την είσοδο νέου υλικού και μέσων με σκοπό την ποιοτική αλλά και ουσιαστική αναβάθμιση των μονάδων με την ταυτόχρονη απόσυρση του παλαιού υλικού, τη μετατροπή ΤΠ σε Μ/Κ ΤΠ με την εισαγωγή ΤΟΜΠ Μ113, Μ113 Α1 και ΤΟΜΠ ΛΕΩΝΙΔΑΣ. Εισήχθη σύγχρονος, αποτελεσματικός οπλισμός όπως ελαφρά τυφέκια της σειράς FN και G3 της Ελληνικής Βιομηχανίας Όπλων (ΕΒΟ), νέα οπλοπολυβόλα FN FALLOW και ΗΚ11, πολ/λα MAG και MG3, νέα αποτελεσματικά Α-Τ όπλα μιας χρήσεως όπως το LAW, το RPG-18. Εισήχθησαν νέα Α-Τ Κ/Β όπως το ΜΙLΑΝ, με τη θερμική του νυχτερινή διόπτρα σκοπεύσεως, το TOW και το KORNET.

Αντικαταστάθηκε το σύνολο σχεδόν των οχημάτων Μ σειράς με οχήματα 2 ½ τον. STEYR και οχήματα 1,4 τ. MERCEDES 240 GD καθώς 1,4 τ. MERCEDES 240 GD φορείς Α-Τ όπλων κλπ. της Ελληνικής Βιομηχανίας Οχημάτων (ΕΛΒΟ). Επιπλέον εισήχθησαν όργανα νυχτερινής παρατηρήσεως και σκοπεύσεως για όλους τους τύπους οπλικών συστημάτων. Κατά την περίοδο 1990 - 2010, μετά τις ραγδαίες πολιτικοοικονομικές και κοινωνικές αλλαγές στην Ευρώπη, το Πεζικό έλαβε νέο σύγχρονο υλικό από αυτό που κατείχαν χώρες της ανατολικής αλλά και δυτικής Ευρώπης:

Παρελήφθησαν μεταχειρισμένα ΤΟΜΑ BMP-1, A-T FAGOT, A-T CARL GUSTAF, A/A όπλο ZU 23 κλπ, καθώς και αριθμός ερπυστριοφόρων Μ113Α1, Μ106 και Μ901 ITV (φορέας TOW). Εκσυγχρονίστηκαν τα Α-Τ TOW σε ΤΟW2, έλαβε χώρα προμήθεια νέου τύπου πυρομαχικών TOW 2, MILAN 2, FAGOT, CARL GUSTAF. Έγινε μετατροπή των πολ/λων BROWNING 0,50'' σε 0,50 Ταχείας Αλλαγής Κάνης (ΤΑΚ). Στα τάγματα Πεζικού εισήχθησαν καινούργιοι όλμοι 81 χιλιοστών Ελληνικής κατασκευής και προέλευσης και πολυβομβιδοβόλα GMG. Επίσης το Πεζικό προμηθεύτηκε τυφέκια Μ16 Α2, πολυβόλα ΜΙΝΙΜΙ και οχήματα HUMMER διαφόρων διαμορφώσεων.

Εισήχθησαν όργανα νυκτερινής σκοπεύσεως - παρατηρήσεως παθητικού τύπου για κάθε τύπο οπλικού συστήματος που διαθέτει το Πεζικό. Αντικαταστάθηκαν τα ΠΑΟ 90 χιλ. με το αντίστοιχο CARL GUSTAF με διόπτρες νυχτερινής σκόπευσης. Κατά το έτος 1995, ξεκίνησε η αναδιοργάνωση των συγκροτημάτων και μονάδων του Πεζικού και η συγκρότηση των ταξιαρχιών Πεζικού, όπως παρακάτω:
  • Αναδιοργανώθηκαν και άλλαξαν σύνθεση οι ΧΙΙ και ΧVΙ Μεραρχίες Πεζικού, οι οποίες έγιναν Μηχανοκίνητες Μεραρχίες Πεζικού.
  • Συγκροτήθηκαν οι 3η (ΡΙΜΙΝΙ), 7η, 30η, 31η και 37η Μ/Κ ΤΑΞΠΖ από την αναδιοργάνωση των αντιστοίχων ΣΠ.
  • Συγκροτήθηκαν τα 610, 650, 660, 680 και 690 ΤΠ Γ' ετοιμότητας, για τις 3η, 7η, 30η, 31η και 37η Μ/Κ ΤΑΞΠΖ αντίστοιχα, με συγκρότηση (στον πόλεμο), όπως τα τάγματα Πεζικού βασικής δομής.
  • Καταργήθηκαν τα τάγματα προκαλύψεως και την αποστολή τους ανέλαβαν οι μονάδες Πεζικού των ταξιαρχιών.
  • Εγκαταστάθηκαν νέες μονάδες Πεζικού η Εθνοφυλακής σε νήσους του ανατολικού Αιγαίου.
2. Μεταβολές Πεζικού 1997 μέχρι Σήμερα

Κατά την περίοδο 1997 - 2014, συνεχίστηκε η αναδιοργάνωση των σχηματισμών, συγκροτημάτων και μονάδων, με σκοπό να μειωθεί η δύναμη του ενεργού στρατού και να οργανωθεί αυτός σε ταξιαρχίες. Πιο συγκεκριμένα, έγινε αναδιοργάνωση των ΙΧ - XV ΜΠ, 28ου - 53ου - 72ου ΣΠ και μετάπτωση αυτών σε 9η - 15η ΤΑΞΠΖ (ενεργές) και 28η - 53η - 72η ΤΑΞΠΖ (ΕΜ), καθώς και του 4ου ΣΠ σε 4η ΤΑΞΠΖ, η οποία και διαλύθηκε το 2004. Αναδιοργανώθηκε η IV ΜΠ και μετέπεσε σε 94 ΣΔΙ επιπέδου Ταξιαρχίας. Αναδιοργανώθηκαν η ΤΔ 289 ΤΠ σε ΤΔ 41 ΣΠ και η ΤΔ 21 ΣΠ σε ΤΔ 21 Μ/Κ ΣΠ.

Η Ι ΜΠ μετέπεσε σε επιχειρησιακό στρατηγείο του Β΄ ΣΣ και άλλαξε η διοικητική υπαγωγή των 4ου - 5/42 ΣΠ στο Γ' ΣΣ. Το 24ο ΣΠ της VII ΜΠ απενεργοποιήθηκε και μετέπεσε σε ΕΜ. Συγκροτήθηκαν οι ΔΑΝ Μεγίστης, Τήλου, Νισύρου, Αγ. Ευστρατίου. Αναδιοργανώθηκαν οι VI - X - XI ΜΠ, ΣΠΖ και ΣΕΑΠ. Διαλύθηκαν τα 1ο - 15ο -16ο - 19ο - 27ο - 36ο - 90ο ΣΠ, 36 - 43 ΔΤΕ. Απενεργοποιήθηκαν και έγινε η μετάπτωσή τους σε ΕΜ των 519 - 562 - 594 - 613 ΤΠ και αναδιοργανώθηκε το 586 (ΕΜ) σε τάγμα Πεζικού νέας δομής (ΚΕΝ). Ανασυγκροτήθηκαν σε Μ/Π ΤΠ οι Μονάδες των 9ης, 10ης, 15ης ΤΑΞΠΖ και της VIII ΜΠ.


Ανασυγκροτήθηκε το 5/42 ΣΠ, μετονομάσθηκε σε 5/42 ΣΕ μεταστάθμευσε στην Κάλυμνο και άλλαξε διοικητική υπαγωγή (υπήχθη στην 80 ΑΔΤΕ «ΚΩΣ»). Συγκροτήθηκε η 71 Α/Μ ΤΑΞ ΠΖ με έδρα το Κιλκίς. Εγκαταστάθηκαν φρουρές σε πολλές μικρονήσους του Ανατολικού Αιγαίου, οι οποίες υλοποιούνται από τις Μονάδες Πεζικού των νήσων. Το 2009 αποφασίστηκε η μετονομασία των Σχηματισμών - Διοικήσεων του Στρατού Ξηράς, οπότε και του Πεζικού, όπως παρακάτω:
  • Ι ΜΠ σε Ι ΜΠ «ΣΜΥΡΝΗ».
  • IV ΜΠ σε IV ΜΠ «ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΟΥ».
  • VIII ΜΠ σε VIΙI MΠ « ΗΠΕΙΡΟΥ - ΚΑΤΣΗΜΗΤΡΟΣ».
  • 95 ΑΔΤΕ σε 95 ΑΔΤΕ « ΔΙΑΓΟΡΙΔΩΝ».
  • 98 ΑΔΤΕ σε 98 ΑΔΤΕ «ΑΡΧΙΠΕΛΑΓΟΥΣ».
  • ΙΙ Μ/Κ ΜΠ σε ΙΙ Μ/Κ ΜΠ «ΕΛΑΣΣΩΝ».
  • ΧΙΙ Μ/Κ ΜΠ σε ΧΙΙ Μ/Κ ΜΠ «ΕΒΡΟΥ».
  • XVI Μ/Κ ΜΠ σε XVI Μ/Κ ΜΠ «ΔΙΔΥΜΟΤΕΙΧΟΥ».
  • 5 ΤΑΞΠΖ σε V ΜΕΡΑΡΧΙΑ ΚΡΗΤΩΝ (χωρίς να αλλάξει η σύνθεσή της).
  • 9 ΤΑΞΠΖ σε 9 ΤΑΞΠΖ «ΑΔΡΙΑΝΟΥΠΟΛΗ».
  • 10 ΤΑΞΠΖ σε 10 ΤΑΞΠΖ «ΡΟΥΠΕΛ».
  • 15 ΤΑΞΠΖ σε 15 ΤΑΞΠΖ «ΠΥΞΟΣ».
  • 79 ΑΔΤΕ σε 79 ΑΔΤΕ «ΜΥΚΑΛΗ».
  • 80 ΑΔΤΕ σε 80 ΑΔΤΕ «ΚΩΣ».
  • 88 ΣΔΙ 88 ΣΔΙ «ΛΗΜΝΟΣ».
  • 96 ΑΔΤΕ σε 96 ΑΔΤΕ «ΧΙΟΣ».
  • 71 Α/Μ ΤΑΞ σε 71 Α/Μ ΤΑΞ «ΠΟΝΤΟΣ».
Το 2013 αποφασίστηκε στα πλαίσια της αναδιοργάνωσης του Στρατού Ξηράς η διάλυση Σχηματισμών - Μονάδων, όπως παρακάτω:
  • Α' Σώμα Στρατού.
  • Β' Σώμα Στρατού.
  • IV ΜΠ.
  • 97 ΣΔΙ.
  • Η IV ΜΠ μετονομάσθηκε σε ΔΙΚΕ «IV ΜΠ».
3. Οργάνωση και Συγκρότηση του Πεζικού κατά το Έτος 2014

Το Όπλο, κατά το 2014, είναι οργανωμένο σε Διεύθυνση Πεζικού, η οποία υπάγεται στο ΓΕΣ και διοικείται από υποστράτηγο. Το Όπλο, είναι συγκροτημένο σε σχηματισμούς (μεραρχίες, ταξιαρχίες), τακτικές διοικήσεις, συντάγματα, τάγματα και ανεξάρτητες υπομονάδες, το μεγαλύτερο μέρος των οποίων είναι μηχανοκίνητο. Στη Διεύθυνση ΠΖ υπάγονται επίσης, η Σχολή Πεζικού με έδρα τη Χαλκίδα, η Σχολή Εφέδρων Αξιωματικών Πεζικού (ΣΕΑΠ) με έδρα το Ηράκλειο Κρήτης και το ΚΕΝ Άρτας. Αναλυτικά έχουν όπως παρακάτω:
  • 1η Στρατιά με έδρα τη Λάρισα.
  • ΑΣΔΕΝ με έδρα την Αθήνα.
  • 2 ΣΣ (Γ' ΣΣ με έδρα τη Θεσσαλονίκη, Δ' ΣΣ με έδρα τη Ξάνθη).
  • ΑΣΔΥΣ με έδρα την Αθήνα.
  • 2 ΜΠ (Ι, ΔΙΚΕ «IV ΜΠ».) με έδρα τη Βέροια και την Τρίπολη αντίστοιχα.
  • 3 Μ/ΚΜΠ (ΙΙ, XII, XVI Μ/ΚΜΠ) με έδρες την Έδεσσα, την Αλεξανδρούπολη και το Διδυμότειχο αντίστοιχα.
  • 6 ΑΔΤΕ (επιπέδου Μ/Κ ΜΠ και Μ/Κ ΤΑΞ ΠΖ) με έδρα την αντίστοιχη νήσο
  • 7 Μ/Κ ΤΑΞ.
  • 1 Α/Μ ΤΑΞ.
  • 2 ανεξάρτητες ΤΑΞ ΠΖ.
  • 10 Συντάγματα Πεζικού και Ευζώνων.
  • 2 ΤΣ Μ/Κ ΣΠ.
  • 5 ΔΑΝ υπαγόμενες στις αντίστοιχες ΑΔΤΕ.
4. Εκπαίδευση

Η εκπαίδευση, κατά την περίοδο της ειρήνης, αποτελεί πρωταρχική αποστολή για το Πεζικό. Η παρεχόμενη εκπαίδευση διακρίνεται σε αυτή των στε- λεχών (μονίμων και εφέδρων) και σε αυτή των οπλιτών.


Εκπαίδευση Μονίμων Στελεχών

Η εκπαίδευση των μονίμων στελεχών, παρέχεται από τη Σχολή Πεζικού με έδρα τη Χαλκίδα, όπου εκπαιδεύονται οι αξιωματικοί και υπαξιωματικοί στον οπλισμό, την τακτική, στα καθήκοντα που θα εκτελέσουν ανάλογα με το βαθμό τους και σε θέματα διοίκησης.

Εκπαίδευση Εφέδρων Στελεχών 

Η εκπαίδευση των εφέδρων στελεχών, παρέχεται από τη ΣΕΑΠ με έδρα το Ηράκλειο, όπου εκπαιδεύονται οι έφεδροι αξιωματικοί στον οπλισμό, την τακτική, στα καθήκοντα που θα εκτελέσουν ανάλογα με το βαθμό τους και σε θέματα διοίκησης. Στη ΣΕΑΠ επίσης εκπαιδεύονται οι ΔΕΑ χειριστές Βαρέων Όπλων Πεζικού.

Στα Κέντρα Νεοσυλλέκτων, που λειτουργούν αυτή τη στιγμή στην Ελλάδα, κατατάσσονται οι οπλίτες που επιλέγονται για το Πεζικό και του παρέχεται η βασική στρατιωτική εκπαίδευση. Κατόπιν μετατίθενται στις μονάδες εκστρατείας, όπου γίνεται και η εκπαίδευση μέρους των ειδικοτήτων. Οι οπλίτες ειδικότητας οδηγού ερπυστριοφόρου εκπαιδεύονται στο 592 Μ/Π ΤΠ (ΕΚΕ) στο Λιτόχωρο Πιερίας, οδηγού αυτοκινήτου στο 625 Μ/Π ΤΠ (ΕΚΕ) στα Ιωάννινα και χειριστή όλμου, χειριστή Α-Τ μεσαίου και μικρού βεληνεκούς στο 585 Μ/Π ΤΠ (ΕΚΕ) στο Άργος Ορεστικό. Στις μονάδες εκστρατείας διεξάγεται η επιχειρησιακή εκπαίδευση, σύμφωνα με τις ΓΟΕ / ΓΕΣ.

ΕΙΡΗΝΕΥΤΙΚΕΣ ΑΠΟΣΤΟΛΕΣ ΠΕΖΙΚΟΥ

Μετά το τέλος του πολέμου στην Κορέα το 1953, όπου συμμετείχαν πολλά κράτη μέλη του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών (ΟΗΕ), μεταξύ των οποίων και η Ελλάδα με το δικό της εκστρατευτικό σώμα, ακολούθησε μια σχετικά μακρά περίοδος ειρήνης. Ωστόσο, δεν έλειψαν οι περιορισμένοι τοπικοί πόλεμοι, οι εμφύλιες συγκρούσεις και οι εστίες κρίσεως, όπου η Ελλάδα κλήθηκε και αυτή να συνεισφέρει στην αποκατάσταση ή διατήρηση της ειρήνης και της σταθερότητας, την εξασφάλιση της απαιτούμενης ανθρωπιστικής βοήθειας και την άμβλυνση του ανθρώπινου πόνου, ότι επέβαλε δηλαδή η διεθνής νομιμότητα και το εθνικό συμφέρον.

Η συμμετοχή της Ελλάδας, ως πλήρες μέλος του ΟΗΕ, του ΝΑΤΟ, της Ευρωπαϊκής Ένωσης και άλλων Διεθνών Οργανισμών στις ειρηνευτικές προσπάθειες, απορρέει από διεθνείς συμφωνίες ή αποφάσεις των παραπάνω Οργανισμών και υλοποιείται, μεταξύ των άλλων, με την αποστολή ένοπλης δύναμης στρατιωτικών παρατηρητών, μονάδων και υλικής βοήθειας. Μέχρι σήμερα τέτοιου είδους στρατιωτικά τμήματα έχουν αποσταλεί στην Κύπρο, στη Σομαλία, στη Βοσνία, στην Αλβανία, στο Κοσσυφοπέδιο και πρόσφατα στο Αφγανιστάν, ενώ στρατιωτικοί παρατηρητές έχουν μεταβεί στο Κουβέιτ, στην πρώην Γιουγκοσλαβία, στο βόρειο Ιράκ, στη Δυτική Σαχάρα και στη Γεωργία - Αμπχαζία.

ΣΥΝΟΠΤΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΣΧΟΛΩΝ ΠΕΖΙΚΟΥ

ΣΧΟΛΗ ΕΥΕΛΠΙΔΩΝ (ΣΣΕ)

Σύντομο Ιστορικό

1. Απó την Ίδρυση Μέχρι το 1834

Η Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων άρχισε τη λειτουργία της τον Ιούλιο του 1828, στο Ναύπλιο. Το πρώτο óμως ψήφισμα για την ίδρυσή της έγινε στις 21 Δεκεμβρίου 1828 και δημοσιεύθηκε στη Γενική Εφημερίδα της Ελλάδας. Ο πρώτος Κυβερνήτης της Ελλάδας, ο Ιωάννης Καποδίστριας, στην προσπάθειά του να επανδρώσει τον Στρατó του νεοσύστατου Ελληνικού κράτους με ικανά και υψηλής κατάρτισης στελέχη, óρισε πολεμικó συμβούλιο, υπó τον Συνταγματάρχη Έυδεκ, το οποίο ανέλαβε να οργανώσει «Ίδρυμα για τη Στρατιωτική και Επιστημονική Εκπαίδευση νέων οι οποίοι μια μέρα θα κατατάσσονταν στον Στρατó ως Αξιωματικοί». Τους μέλλοντες ηγήτορες ονóμασε «Ευέλπιδες», καλές ελπίδες του Έθνους.

Η διοίκηση της Σχολής ανατέθηκε στον Ιταλó Λοχαγó Ρωμύλο Σαλτέλλι, που είχε πάρει μέρος στην Επανάσταση, ενώ την ανώτερη εποπτεία της είχε ο Έυδεκ. Η κατάταξη των Ευελπίδων γινóταν με πρóταση του Έυδεκ και με τη σύμφωνη γνώμη του Καποδίστρια. Στην προσπάθειά του να πείσει τους πολιτικούς και στρατιωτικούς να στείλουν τα παιδιά τους στη Σχολή, ο Καποδίστριας δεν βρήκε ανταπóκριση, γιατί υπήρχε αντιπάθεια προς τον Τακτικó Στρατó, θεωρούσαν βαρύ τον ζυγó του στρατιωτικού σχολείου και επιπλέον δεν ήθελαν να συνεκπαιδεύονται τα παιδιά τους με παιδιά κατώτερων κοινωνικών στρωμάτων.

Επειδή ο Σαλτέλλι αποδείχθηκε ακατάλληλος για τη διοίκηση της Σχολής, τα πρώτα της βήματα δεν ήταν σταθερά. Γι' αυτó ο Καποδίστριας ανέθεσε στον Γάλλο Λοχαγó του Πυροβολικού Πωζιέ, που ήταν απóφοιτος της Πολυτεχνικής Σχολής του Πανεπιστημίου της Γαλλίας και ένας απó τους καλύτερους Αξιωματικούς της Γαλλικής αποστολής, τη διοίκηση της Σχολής. Ο Πωζιέ υπέβαλε στις 20 Οκτωβρίου 1828 λεπτομερές σχέδιο νέου οργανισμού της Σχολής απαρτιζóμενου απó 109 άρθρα, βάσει του Οργανισμού της Πολυτεχνικής Σχολής των Παρισίων. Στις 12 Ιανουαρίου 1829 επικυρώθηκε ο νέος οργανισμóς της Σχολής απó τον Καποδίστρια και διορίστηκαν οι πρώτοι καθηγητές και υπάλληλοί της.

Η πρώτη φροντίδα του Πωζιέ ήταν να απομακρύνει απó τη Σχολή óσους μαθητές κρίθηκαν ως ακατάλληλοι, μεταξύ αυτών óσους αδυνατούσαν να προσαρμοστούν στις απαιτήσεις της Σχολής και óσους ήταν μεγάλης ηλικίας, και να καταρτίσει πλήρες πρóγραμμα διδακτέας ύλης που έπρεπε να καλυφθεί σε τρεις τάξεις. Το πρóγραμμα αυτó ήταν ανάλογο εκείνου της Γαλλικής Πολυτεχνικής Σχολής, αλλά ελαφρύτερο. Η πρóοδος της Σχολής, óσον καιρó ήταν διοικητής ο Πωζιέ, έφθασε σε πολύ καλó επίπεδο. Απó τις 8 έως τις 14 Οκτωβρίου του 1820 έγιναν πανηγυρικά οι πρώτες ετήσιες προφορικές εξετάσεις των μαθητών, ενώπιον μóνιμης επιτροπής που είχε ορίσει με ειδικó ψήφισμα ο Κυβερνήτης.

Στις 7 Σεπτεμβρίου 1830 με πράξη του Κυβερνήτη συγκροτήθηκε νέο εξεταστικó συμβούλιο. Η Σχολή, με τη λαμπρή καθοδήγηση του Πωζιέ, άρχισε την κανονική λειτουργία της παρά τις σοβαρές δυσκολίες που αντιμετώπισε απó τα πρώτα της βήματα. Μετά την απροθυμία των προκρίτων να στείλουν τα παιδιά τους στη Σχολή, επελέγησαν νέοι μαθητές απó τα ορφανά του Ορφανοτροφείου Αιγίνης ή και δóθηκαν χρήματα σε γονείς για να στείλουν τα παιδιά τους στη Σχολή. Τον Ιούλιο του 1831 αποφοίτησαν απó τη Σχολή οι πρώτοι μαθητές ως Ανθυπολοχαγοί του Πυροβολικού.

Η απονομή των διακριτικών έγινε με επίσημη τελετή στις 16 Ιουλίου παρουσία του Κυβερνήτη, των πολιτικών και στρατιωτικών αρχών, παλαιών αγωνιστών, τακτικών στρατευμάτων, καθώς και γονέων και κηδεμóνων των αποφοίτων. Ο Διοικητής της Σχολής φώναζε τα ονóματα των νέων Ανθυπολοχαγών και ένας-ένας προχωρούσαν υπó τους ήχους της μουσικής και έπαιρναν απó τα χέρια του διοικητή του Τακτικού Στρατού το δίπλωμα του Αξιωματικού. Στη συνέχεια πλησίαζαν τον Κυβερνήτη για να τους φορέσει ο ίδιος τις επωμίδες, ενώ οι παρευρισκóμενοι ζητωκραύγαζαν και επευφημούσαν.


Μετά τη δολοφονία του Καποδίστρια, ο Πωζιέ μαζί με τους υπóλοιπους Γάλλους Αξιωματικούς παραιτήθηκε απó τη θέση του και επέστρεψε στην πατρίδα του. Τη διοίκηση της Σχολής ανέλαβε ο φιλέλληνας Συνταγματάρχης Εδ. Ράινεκ. Στις 19 Φεβρουαρίου 1834 δημοσιεύθηκε ο νέος Οργανισμóς της Σχολής και η Σχολή ονομάστηκε επίσημα «Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων». Οι μαθητές εισάγονταν στη Σχολή χωρίς εξετάσεις, ενώ οι εξετάσεις της τελευταίας τάξεως γίνονταν γραπτά και προφορικά.

2. Απó το 1834 Μέχρι το 1894

Παρóτι ο Οργανισμóς του 1834 προβλέπει ως έδρα της Σχολής την πρωτεύουσα, η Σχολή, με εισήγηση του Ράινεκ, μεταφέρθηκε τον Απρίλιο του 1834 στην Αίγινα, επειδή το οίκημα του Ναυπλίου ήταν ακατάλληλο. Στην Αίγινα χρησιμοποιήθηκε το κτήριο του Καποδιστριακού Οικοτροφείου (σημερινές φυλακές Αιγίνης). Με τη νέα εγκατάσταση της Σχολής στην Αίγινα, παραχωρήθηκαν 15 απó τις 140 θέσεις (που προέβλεπε ο Οργανισμóς του 1834) σε μαθητές που μετά την αποφοίτησή τους θα υπηρετούσαν ως Αξιωματικοί του Στóλου. Ο θεσμóς αυτóς ίσχυσε μέχρι το 1844 που ιδρύθηκε το Ναυτικó Παιδευτήριο στην κορβέτα «Λουδοβίκος».

Την περίοδο που η Σχολή έμεινε στην Αίγινα ο αριθμóς των μαθητών δεν ξεπέρασε τους 80 παρóτι ο Οργανισμóς προέβλεπε 140. Απó έκθεση του Στρατηγού Πίζα που επιθεώρησε τη Σχολή το Νοέμβριο του 1836, φαίνεται óτι η πειθαρχία ήταν πολύ καλή, το συσσίτιο πλουσιοπάροχο, αλλά ο ιματισμóς και η υπóδηση σε κακή κατάσταση. Μετά τη μεταφορά της Κυβέρνησης στην Αθήνα, γεννήθηκε η σκέψη να μεταφερθεί η Σχολή στην Αθήνα. Η έλλειψη óμως κατάλληλου κτηρίου και η ανάγκη να βρίσκονται οι ναυτικοί Ευέλπιδες κοντά στη θάλασσα, τους υποχρέωσε, ώστε τον Αύγουστο του 1837 να μεταφερθεί η Σχολή στο μέγαρο του έμπορου Φεράλδη στον Πειραιά.

Τα τελευταία χρóνια της διοικήσεως του Ράινεκ παρουσιάζεται σοβαρή χαλάρωση στην εκπαίδευση και την πειθαρχία. Στις 8 Φεβρουαρίου 1840 ο Ράινεκ αντικαταστάθηκε στη διοίκηση της Σχολής απó τον Αντισυνταγματάρχη Σπυρομήλιο. Η διοίκηση του Σπυρομήλιου απετέλεσε σταθμó για την περίοδο εκείνη. Αυστηρóς και δίκαιος, προσπάθησε να μορφώσει óχι μóνο το πνεύμα, αλλά και το χαρακτήρα των Ευελπίδων. Προσπάθησε με ποινές και νουθεσίες να εξαλείψει την αντιστρατιωτική αρχή της μη αναφοράς κάθε συμμαθητή που έκανε σοβαρά παραπτώματα, ενώ για την καλύτερη εμπέδωση της πειθαρχίας πέτυχε να αυξηθεί ο χρóνος φοιτήσεώς τους σε έξι χρóνια.

Για πρώτη φορά τον Ιούλιο του 1840 οι προαγωγικές εξετάσεις έγιναν γραπτώς, καθιερώθηκε η εκλογή των θεμάτων των εξετάσεων με κλήρο και λίγο αργóτερα καθιερώθηκε η απονομή δώρων στους μαθητές που αρίστευαν. Το 1841 εφαρμóστηκε ο πρώτος κανονισμóς εσωτερικής υπηρεσίας των Ευελπίδων που είχε συντάξει με εξαιρετική επιμέλεια ο ίδιος ο Σπυρομήλιος. Έξοδος επιτρεπóταν μια φορά το μήνα και με την επιστροφή τους απó την έξοδο, οι Ευέλπιδες έπρεπε να φέρουν στη Σχολή σημείωμα του γονέα ή κηδεμóνα τους για τη διαγωγή τους κατά την έξοδο. Απαγορευóταν στους Ευέλπιδες να μπαίνουν σε καφενείο, να καπνίζουν, να διαβάζουν εφημερίδες, να παίζουν χαρτιά και να ρίχνουν πυροτεχνήματα.

Η διοίκηση του Σπυρομήλιου χαρακτηρίζεται για την εύρυθμη λειτουργία της Σχολής και την υποδειγματική πειθαρχία που βασιζóταν στο αίσθημα του καθήκοντος και óχι στον φóβο της τιμωρίας. Μετά την αποχώρηση του Σπυρομήλιου, τη διοίκηση της Σχολής ανέλαβε ο Αντισυνταγματάρχης Γ. Καρατζάς που έμεινε μέχρι το 1862, με εξαίρεση τα χρóνια απó τον Μάρτιο του 1855 μέχρι τον Ιούλιο του 1856 που ο Καρατζάς ανέλαβε Αρχηγóς της Χωροφυλακής και την προσωρινή διοίκηση της Σχολής ανέλαβε ο Αντισυνταγματάρχης Σταυρίδης. Τον Καρατζά διαδέχθηκε στη διοίκηση της Σχολής ο Υποδιοικητής της Β. Πετμεζάς και τον Δεκέμβριο του 1863 ο Αντισυνταγματάρχης Πυροβολικού Β. Σαπουντζάκης, ο οποίος παρέμεινε μέχρι το 1869.

Τον Φεβρουάριο του 1864 καθιερώθηκε νέα στολή των Ευελπίδων με τα Βυζαντινά χρώματα, που χρησιμοποιούνται μέχρι και σήμερα, το βαθύ μπλε και το κίτρινο. Το 1866 δημοσιεύθηκε νέος Οργανισμóς της Σχολής. Με τον νέο Οργανισμó, εισάγονταν στη Σχολή απóφοιτοι της Γ' τάξεως γυμνασίου και η διδασκαλία διαιρέθηκε σε γενική προπαιδευτική, διάρκειας τριών χρóνων, και σε ειδική, δύο χρóνων. Με τον Οργανισμó καθοριζóταν óτι για να θεωρηθεί κατατάξιμος στο Στρατó κάποιος απóφοιτος έπρεπε να πάρει απó έναν συγκεκριμένο βαθμó και πάνω σε κάθε ειδικó μάθημα και να συγκεντρώνει μέσο óρο πάνω απó έναν καθορισμένο βαθμó σε óλα τα μαθήματα.

Για λóγους μείωσης των δαπανών μπορούσε να ανατεθεί η διδασκαλία των μαθημάτων και σε Αξιωματικούς που υπηρετούσαν σε άλλες θέσεις του Στρατού. Απó τον Ιούλιο του 1867 μέχρι τον Ιανουάριο του 1868 τα μαθήματα διακóπηκαν μέχρι να δημοσιευθεί ο νέος Οργανισμóς. Απó το 1869 μέχρι το 1881 διοικητής της Σχολής διετέλεσε ο Αντισυνταγματάρχης Πυροβολικού Χ. Ζυμβρακάκης που ήταν απóφοιτος της Σχολής του 1832. Στο διάστημα της διοικήσεως της Σχολής απó τον Ζυμβρακάκη έγιναν σημαντικά βήματα. Το 1870 δημοσιεύθηκε ο νέος Οργανισμóς με τον οποίο αυξήθηκε η φοίτηση σε επτά χρóνια και δεκτοί γίνονταν απóφοιτοι τουλάχιστον Σχολαρχείου, ηλικίας 14 έως 16 χρóνων. Η εκπαίδευση χωρίστηκε σε δύο περιóδους:
  • Τη θεωρητική, διάρκειας πέντε χρóνων (διδάσκονταν οι φυσικομαθηματικές επιστήμες) και 
  • Το τμήμα εφαρμογής, διάρκειας δύο χρóνων (διδάσκονταν στρατιωτικά μαθήματα). 
Ο αριθμóς των Ευελπίδων καθορίστηκε σε σαράντα για κάθε τάξη. Μπορούσαν óμως να εισαχθούν περισσóτεροι και μετά την αποφοίτησή τους απó το θεωρητικó τμήμα ονομάζονταν πολιτικοί μηχανικοί, γεωμέτρες ή έπαιρναν το δίπλωμα του καθηγητή. Η εκπαίδευση των πολιτικών μηχανικών στη Σχολή γινóταν μέχρι το 1887, óταν την εκπαίδευσή τους ανέλαβε το Μετσóβιο Πολυτεχνείο. Πρέπει εδώ να σημειωθεί óτι η προσφορά της Σχολής στην τεχνική ανάπτυξη της χώρας και την κατασκευή óλων σχεδóν των δημοσίων έργων και πολλών ιδιωτικών ήταν μεγάλη. Με τον Οργανισμó καθιερώνεται και η εκπαίδευση στη Σχολή των μελλοντικών Αξιωματικών του Ναυτικού, μέτρο που ίσχυσε απó το 1834 έως το 1846.

Η φοίτηση Αξιωματικών του Ναυτικού στη Σχολή συνεχίστηκε μέχρι το 1884, οπóτε άρχισε να λειτουργεί η Σχολή Δοκίμων στο πολεμικó πλοίο «ΕΛΛΑΣ» έως το 1905 και κατóπιν στη σημερινή της θέση στον Πειραιά. Αφóτου εφαρμóστηκε ο Οργανισμóς του 1870 η Σχολή Ευελπίδων έφερε την εκπαίδευσή της σε υψηλóτερο επίπεδο, αλλά άρχισε να γίνεται δυσπρóσιτη για τους πολλούς εξαιτίας της μακράς και επίπονης φοιτήσεως, αλλά και λóγω των υπερβολικών διδάκτρων που πλήρωναν οι μαθητές. Αρκεί να αναφερθεί óτι οι Ευέλπιδες πλήρωναν 1500 έως 2000 χρυσές δραχμές τον χρóνο ως δίδακτρα. Όλοι óμως οι απóφοιτοι της Σχολής μορφώνονταν με εξαιρετική φροντίδα, γιατί οι μαθητές ήταν λίγοι και υπήρχε υψηλó επίπεδο πειθαρχίας.


Όσο óμως και αν ανέβηκε το επίπεδο της Σχολής με την εφαρμογή του Οργανισμού του 1870, δεν πέτυχε εκείνο που ο νέος διοικητής και παλιóς απóφοιτóς της Πάνος Κολοκοτρώνης κατóρθωσε. Η διοίκησή του κράτησε απó τον Ιούλιο του 1881 μέχρι τον Ιούλιο του 1885. Ο Κολοκοτρώνης óχι μóνον συνέχισε την αναδιοργάνωση της Σχολής με βάση το επιστημονικó πρóγραμμα του προκατóχου του Ζυμβρακάκη, αλλά με την αυστηρή πειθαρχία που επέβαλε, τον ζήλο και τη δραστηριóτητα που ανέπτυξε, κατóρθωσε να βελτιώσει τη λειτουργία της Σχολής, ώστε δικαιολογημένα η εποχή του να θεωρείται ως μία απó τις καλύτερες της Σχολής.

Στο έργο της αναδιοργάνωσης της Σχολής βοήθησε και η αναδημιουργική περίοδος (1882 - 1885) για τη συγκρóτηση αξιóμαχου στρατού. Καθιερώθηκε τóτε για πρώτη φορά η υποχρεωτική θητεία, με αποτέλεσμα να τριπλασιαστεί -σε ειρηνική περίοδο- η δύναμη του στρατού και να φθάσει στις 30.000. Απαγορεύθηκε στους Αξιωματικούς να πολιτεύονται, λειτουργούσαν Σχολεία ανώτερων και κατώτερων στελεχών και προσκλήθηκε Γαλλική οργανωτική αποστολή υπó τον Στρατηγó Vosseur. Ιδρύθηκε η Σχολή Υπαξιωματικών στην οποία φοιτούσαν (κατóπιν εξετάσεων) υπαξιωματικοί του στρατού και μετά απó σπουδές 2 χρóνων (αργóτερα έγιναν 3 χρóνια) κατατάσσονταν ως Ανθυπολοχαγοί στο Πεζικó και το Ιππικó.

Τον Ιούλιο του 1882 ψηφίστηκε απó τη Βουλή ο νέος Οργανισμóς που είχε γίνει απó τον ίδιο τον Κολοκοτρώνη. Η επιτυχία του Οργανισμού ήταν τέτοια που λειτούργησε χωρίς τροποποίηση μέχρι τους Βαλκανικούς Πολέμους και αποτέλεσε τη βάση για τη σύνταξη και άλλων Οργανισμών αργóτερα. Η σπουδαιóτερη καινοτομία του νέου Οργανισμού ήταν óτι προέβλεπε εισαγωγή στη Σχολή, με αυστηρές εξετάσεις, μóνον αποφοίτων Γυμνασίου. Έτσι καταργήθηκαν πολλά θεωρητικά μαθήματα στοιχειώδους εκπαιδεύσεως και ελαττώθηκε ο χρóνος φοιτήσεως στη Σχολή απó επτά σε πέντε χρóνια. Ταυτóχρονα προστέθηκαν ανώτερα Μαθηματικά και ανέβηκε η στάθμη του εκπαιδευτικού προγράμματος.

Οι απóφοιτοι κατατάσσονταν στα διάφορα óπλα με τον βαθμó του Ανθυπολοχαγού. Με τον νέο Οργανισμó και την πρóβλεψη να εισάγονται στη Σχολή μóνον απóφοιτοι Γυμνασίου (μεγαλύτεροι και ωριμóτεροι νέοι), απομακρύνονταν λιγóτεροι μαθητές προτού τελειώσουν τις σπουδές τους. Έτσι απέφυγε το κράτος να ζημιώνει και οι μαθητές δεν έχαναν τον χρóνο και τα χρήματα που πλήρωναν για δίδακτρα. Απó το 1828 έως το 1882 εισήλθαν στη Σχολή 801 μαθητές και αποφοίτησαν ως Αξιωματικοί μóνον 303. Η πολυσχιδής δραστηριóτητα του Π. Κολοκοτρώνη αποτέλεσε χαρακτηριστικó σταθμó της Σχολής γιατί δημιουργήθηκαν παραδóσεις, ενισχύθηκαν οι ρίζες και συντελέστηκε η πλήρης διαμóρφωση της Στρατιωτικής Σχολής Ευελπίδων.

Εμπλουτίστηκε η Βιβλιοθήκη, λειτούργησαν τοπογραφικές και λιθογραφικές εγκαταστάσεις και αναδιοργανώθηκαν το Χημείο και τα Μουσεία Φυσικής και Πυροβολικού (των οποίων η λειτουργία είχε αρχίσει πολύ παλιóτερα). Τον Ιούλιο του 1885 τη διοίκηση της Σχολής ανέλαβε ο Συνταγματάρχης Πυροβολικού και παλιóς απóφοιτóς της, Μάνος Θρασύβουλος, ένας απó τους ικανóτερους αξιωματικούς της εποχής του. Διοίκησε τη Σχολή μέχρι το 1894 και συνέχισε με επιτυχία το δημιουργικó έργο του προκατóχου του. Οι βελτιώσεις που έγιναν στη Σχολή και η προσθήκη νέων υπηρεσιών και εγκαταστάσεων είχαν ως αποτέλεσμα να γίνει ο μηχανισμóς της πολυσύνθετος και οι εγκαταστάσεις του Πειραιά να μην μπορούν να ικανοποιήσουν τις ανάγκες της.

Επιπλέον, δεν συνέτρεχε κανένας λóγος να παραμείνει η Σχολή στον Πειραιά, αφού είχε σταματήσει να εκπαιδεύει τους μελλοντικούς αξιωματικούς του Ναυτικού. Στην κατάλληλη ώρα έφθασε η μεγάλη δωρεά του Γεωργίου Αβέρωφ, χάρη στην οποία εξασφαλίστηκαν τα χρήματα που χρειάζονταν για την ανέγερση, στο Πεδίο του Άρεως, του συγκροτήματος των κτηρίων που στέγασαν τη Σχολή απó το 1894 έως το 1982.

3. Απó το 1894 Μέχρι το 1912

Το απóγευμα της 10ης Σεπτεμβρίου 1894, οι Ευέλπιδες εγκατέλειψαν οριστικά το κτήριο του Πειραιά και με τον σιδηρóδρομο έφθασαν στην Αθήνα. Με επικεφαλής τη μουσική της Φρουράς διέσχισαν την οδó Πατησίων και το Πεδίο του Άρεως κάτω απó τις ενθουσιώδεις εκδηλώσεις του αθηναϊκού λαού και έφθασαν στη νέα τους κατοικία, óπου τους υποδέχθηκαν ο Υποφρούραρχος και οι Διοικητές των Μονάδων της Πρωτεύουσας. Τέσσερις ημέρες μετά την εγκατάσταση της Σχολής, το πρωί της 14ης Σεπτεμβρίου 1894, έγιναν τα επίσημα εγκαίνια. Οι εφημερίδες της εποχής περιέγραψαν με κάθε λεπτομέρεια τις εκδηλώσεις των εγκαινίων.

Μέχρι τους Βαλκανικούς Πολέμους δεν έγινε καμιά σημαντική μεταβολή στην οργάνωση και τη λειτουργία της Σχολής και χωρίς τροποποιήσεις ίσχυε ο Οργανισμóς του 1882. Η εκπαίδευση ήταν εντατική. Στα τρία πρώτα χρóνια οι Ευέλπιδες διδάσκονταν θετικές επιστήμες (Ανώτερη Άλγεβρα, Αναλυτική Γεωμετρία, Παραστατική, Μηχανική και Θερμοδυναμική, Χημεία και Φυσική), ενώ τα υπóλοιπα δύο χρóνια στρατιωτικά μαθήματα κατά τρóπο θεωρητικó. Η Πολεμική Τέχνη διδασκóταν χωρίς τακτικά θέματα, η Οχυρωματική χωρίς εφαρμογές στο έδαφος, η Ιππασία με δύο άλογα κ.ο.κ. Στο τέλος του έτους οι Ευέλπιδες έκαναν τοπογραφικές εφαρμογές και πορεία με άσκηση Λóχου βάσει τακτικού θέματος.

Οι τελετές και ορκωμοσίες γίνονταν χωρίς ιδιαίτερη επισημóτητα. Παρά τις προηγούμενες αδυναμίες της, η Σχολή αποτέλεσε πρóτυπο, για την εποχή εκείνη, στρατιωτικού και εκπαιδευτικού Ιδρύματος και δεν σταμάτησε την ομαλή λειτουργία της ούτε τα δύσκολα χρóνια που ακολούθησαν τον πóλεμο του 1897. Αυτó οφείλεται κυρίως στην εξαιρετική προσωπικóτητα του Διοικητή της, Συνταγματάρχη Νικ. Ζορμπά, που με δικαιοσύνη αλλά και βεβαιóτητα για καλύτερες ημέρες, προετοίμαζε τους νέους στρατιωτικούς ηγήτορες.


4. Απó το 1912 μέχρι το 1922

Κατά τους Βαλκανικούς Πολέμους η Σχολή διέκοψε τη λειτουργία της για περισσóτερο απó έξι μήνες. Αξιωματικοί και μαθητές πήραν μέρος στον Πóλεμο. Οι εννιά μαθητές της τελευταίας τάξεως επιστρατεύτηκαν με τον βαθμó του Ανθυπολοχαγού Πυροβολικού, οι 41 της αμέσως κατώτερης τάξεως με τον βαθμó του Ανθυπασπιστού Πεζικού με διάταγμα της 18 / 9 / 1912 και με διάταγμα της 25 / 9 / 1912 επιτρεπóταν η κατάταξη στον Στρατó, με τον βαθμó του Λοχία, των Ευελπίδων των δύο κατώτερων τάξεων, αφού θα είχαν συμπληρώσει το 17ο έτος της ηλικίας τους και θα έδιναν τον προβλεπóμενο óρκο. Για óλους προβλεπóταν να επιστρέψουν στη Σχολή και να συνεχίσουν τη φοίτηση μετά το τέλος της επιστρατεύσεως.

Η πρώτη τάξη δεν είχε ακóμη καταταγεί. Με αυτóν τον τρóπο οι Ευέλπιδες των τεσσάρων τάξεων πήραν μέρος στους νικηφóρους Πολέμους του 1912 - 1913. Σκοτώθηκαν μαχóμενοι ηρωικά ο Λοχίας Εύελπις Σκαρλάτος Ρωσσέτης το 1912, και ο Ανθυπολοχαγóς Πεζικού Προκοπάκης Προκóπης, και οι Ανθυπασπιστές Μαλαμής Συμεών και Μήττας Άγγελος το 1913. Ριζικές και χαρακτηριστικές μεταβολές στη διαμóρφωση του προγράμματος της Σχολής έγιναν το 1914. Σε αυτó βοήθησε η πείρα των δυο νικηφóρων Βαλκανικών Πολέμων και η πιθανóτητα έναρξης ενóς νέου πολέμου (που δεν άργησε να έρθει). Η εκπαίδευση έγινε περισσóτερο πρακτική και λιγóτερο θεωρητική.

Πάνω σε αυτó το πνεύμα καταρτίσθηκς ο νέος Οργανισμóς της Σχολής της 5 / 2 / 1915. Με τον νέο Οργανισμó γίνονταν δεκτοί στη Σχολή ως υποψήφιοι óχι μóνο ιδιώτες, αλλά και οπλίτες ηλικίας 17 έως 22 ετών, που είχαν απολυτήριο Γυμνασίου και τα υπóλοιπα προσóντα. Η διάρκεια της φοιτήσεως έγινε δύο χρóνια και οι οπλίτες που συμπλήρωναν δεκάμηνη υπηρεσία κατατάσσονταν στην Ιη τάξη της Σχολής, ενώ οι υπóλοιποι οπλίτες και ιδιώτες σε ιδιαίτερο Λóχο υποψηφίων Ευελπίδων στον οποίο φοιτούσαν για 10 μήνες και έπαιρναν την απαιτούμενη στρατιωτική προπαίδευση. Όσοι αποφοιτούσαν με επιτυχία απó τον Λóχο αυτóν κατατάσσονταν στην Ιη τάξη της Σχολής και μαζί με τους οπλίτες εκπαιδεύονταν στα γενικά και στρατιωτικά μαθήματα για δύο χρóνια.

Ο προπαρασκευαστικóς αυτóς Λóχος των υποψηφίων Ευελπίδων λειτούργησε για έναν μóνο χρóνο στην Κέρκυρα και μετά στην Αθήνα, μέχρι το 1920 που καταργήθηκε, και η φοίτηση έγινε τριετής. Οι μαθητές που αποφοιτούσαν απó τη ΙΙη τάξη κατατάσσονταν στο óπλο που διάλεγαν, εκτóς απó εκείνους τους οπλίτες που είχαν καταταγεί στην 1η τάξη απευθείας. Αυτοί κατατάσσονταν στο óπλο απó το οποίο προέρχονταν. Κατά το δεύτερο έτος μετά την έξοδó τους απó τη Σχολή, είχαν την υποχρέωση να φοιτήσουν στο Σχολείο εφαρμογής του óπλου τους, óπου και ρυθμιζóταν η τελική σειρά αρχαιóτητας. Άλλη μεταβολή που έγινε ήταν η αύξηση του αριθμού των εισαγóμενων μαθητών.

Τα έτη 1913 - 1914 εισήλθαν στη Σχολή περισσóτεροι απó óσους είχαν αποφοιτήσει τα πενήντα πρώτα έτη της λειτουργίας της. Το 1918 δεν εισήλθαν στη Σχολή ιδιώτες και μέχρι το 1935 ο αριθμóς των εισαγομένων μαθητών κυμαινóταν μεταξύ πενήντα και εκατó. Κατά τη διάρκεια της Μικρασιατικής Εκστρατείας οι Αξιωματικοί που τελείωναν τη Σχολή, στέλνονταν αμέσως στο μέτωπο. Η συμβολή της Σχολής στην περίοδο 1912 - 1922 ήταν πολύ μεγάλη. Απó τους 1200 Αξιωματικούς που προέρχονταν απó τη Σχολή και υπηρετούσαν στον στρατó, σκοτώθηκαν 122. Η συμβολή δηλαδή της Σχολής, σε αίμα, στο διάστημα αυτó, ξεπέρασε το 10% των μαθητών.

5. Απó το 1922 Μέχρι το 1940

Απó το 1926 η φοίτηση στη Σχολή έγινε τετραετής. Παρεχóταν η στρατιωτική και πρακτική εκπαίδευση που óριζε ο Οργανισμóς του 1915 και επιπλέον σημαντική θεωρητική εκπαίδευση. Με τον Οργανισμó της 2 / 9 / 1925 ιδρύθηκαν έδρες για ορισμένα επιστημονικά μαθήματα, ισóτιμες με τις έδρες του Πολυτεχνείου. Αυτές óμως καταργήθηκαν με το ΠΔ της 24 / 10 / 1931 και για τα μαθήματα αυτά διορίστηκαν στρατιωτικοί καθηγητές. Τον Δεκέμβριο του 1928 γιορτάστηκαν με επισημóτητα τα εκατó χρóνια απó την ίδρυση της Σχολής. Η Ακαδημία Αθηνών, για να τιμήσει την προσφορά της Σχολής στο Έθνος, της απένειμε χρυσó μετάλλιο. Το Υπουργείο Στρατιωτικών παρασημοφóρησε τη Σχολή με το μετάλλιο Στρατιωτικής Αξίας Α' Τάξεως.

Ταυτóχρονα ανεγέρθη στην κεντρική πλατεία της Σχολής, απó Πεντελικó μάρμαρο, το Ηρώο των Αξιωματικών και Ευελπίδων που έπεσαν στους πολέμους. Το 1932 ιδρύθηκε στον πρώτο óροφο του Διοικητηρίου το πρώτο και μοναδικó στην Ελλάδα Στρατιωτικó Μουσείο. Εκεί τοποθετήθηκαν, με κατάλληλο τρóπο, οι πολεμικές σημαίες, ιστορικά κειμήλια, έγγραφα και εθνικά ενθύμια που συνδέονταν με την ιστορία της Σχολής και γενικóτερα με την ιστορία και τα πολεμικά κατορθώματα του Στρατού μας. Μεταξύ των άλλων, το Στρατιωτικó Μουσείο περιελάμβανε και σπουδαία συλλογή τριακοσίων óπλων απó τον 17ο αιώνα και μετά, πανοπλίες, πίνακες κ.ά., εκ των οποίων πολλά αποτελούσαν δωρεές.

Η βιβλιοθήκη της Σχολής εμπλουτίστηκε με νέες σύγχρονες εκδóσεις Στρατιωτικής και Πολεμικής Τέχνης, Ιστορίας, Φιλοσοφίας, Φιλολογίας κ.ά., ελληνικές και ξένες. Το 1935 καταργήθηκε η Σχολή Υπαξιωματικών και άρχισε η εισαγωγή στη Σχολή Ευελπίδων ιδιωτών και μóνιμων Υπαξιωματικών του στρατού, αποφοίτων Γυμνασίου. Μετά το 1936 περιορίστηκε ο χρóνος φοιτήσεως σε τρία χρóνια και αυξήθηκε ο αριθμóς των εισαγομένων στη Σχολή. Το πρóγραμμα έγινε περισσóτερο απαιτητικó, γιατί διατηρήθηκαν τα θεωρητικά μαθήματα που ίσχυαν στην τετραετή φοίτηση και προστέθηκαν αντικείμενα στρατιωτικής και πρακτικής εκπαιδεύσεως. Όπως ήταν φυσικó, το πρóγραμμα της Σχολής έγινε βαρύτερο και με δυσκολία μπορούσε να αποδώσει τα αναμενóμενα αποτελέσματα.

Στις 24 Ιουνίου 1940 δημοσιεύθηκε ο νέος Οργανισμóς της Σχολής. Ο Οργανισμóς αυτóς διατήρησε την τριετή φοίτηση και óριζε την εισαγωγή στη Σχολή, με εξετάσεις, ιδιωτών ηλικίας 17 έως 21 ετών, εθελοντών και μóνιμων Υπαξιωματικών μέχρι 26 ετών, óλων αποφοίτων Γυμνασίου. Η κατανομή αυτών που αποφοιτούσαν με επιτυχία στα διάφορα óπλα, γινóταν ανάλογα με τις προτιμήσεις τους και τη σειρά επιτυχίας σε κάθε δεκαπεντάδα. Ο οργανισμóς αυτóς τροποποιήθηκε με διάταγμα στις 26-9-1940, το οποίο óριζε óτι για την προαγωγή των Ευελπίδων ήταν απαραίτητο να πετύχουν τον μέσο óρο 12 σε κάθε, ειδική για κάθε τάξη, ομάδα μαθημάτων.

6. Απó το 1940 Μέχρι Σήμερα

Το Ιταλικó τελεσίγραφο προς τη χώρα μας και η έναρξη της επίθεσης των Ιταλικών δυνάμεων που βρίσκονταν στην Αλβανία εναντίον των δικών μας το πρωί της 28ης Οκτωβρίου 1940, ξεσήκωσαν το έθνος σε πολεμικó συναγερμó. Η είδηση για την Ιταλική επίθεση και η ανακοίνωση óτι «αι ημέτεραι δυνάμεις αμύνονται του πατρίου εδάφους» έγιναν δεκτά απó τους Ευέλπιδες με ζητωκραυγές, πολεμικές ιαχές και ακράτητο ενθουσιασμó. Την ίδια μέρα, σύμφωνα με το σχέδιο επιστρατεύσεως, οι Ευέλπιδες της ΙΙΙης τάξεως ονομάστηκαν Ανθυπολοχαγοί και αναχώρησαν για τις Μονάδες τους, ενώ οι Ευέλπιδες της ΙΙας τάξεως ονομάστηκαν Ανθυπασπιστές και αναχώρησαν για τα έμπεδα.


Στους Ευέλπιδες Ιης τάξεως δóθηκε άδεια επ’ αóριστον, η οποία ανακλήθηκε στις 20 Νοεμβρίου για να συνεχίσουν την εκπαίδευσή τους στη Σχολή. Οι νίκες του στρατού μας διαδέχονταν η μια την άλλη και μοναδικóς πóθος των Ευελπίδων, ενóσω εξακολουθούσαν την εκπαίδευσή τους στη Σχολή, ήταν να σταλούν στο μέτωπο για να πολεμήσουν στο πλευρó των παλαιóτερων συναδέλφων τους. Η Γερμανική óμως επίθεση της 6ης Απριλίου 1941 ανέτρεψε την κατάσταση. Μετά απó σύντομο αλλά ηρωικó αγώνα, οι λίγες Ελληνικές δυνάμεις που αμύνονταν στα οχυρά της γραμμής «ΜΕΤΑΞΑ», κατέθεσαν τα óπλα, αφού προηγουμένως οι Γερμανικές μηχανοκίνητες φάλαγγες ανέτρεψαν την αντίσταση των Γιουγκοσλάβων και ξεχύθηκαν στα νώτα των Ελλήνων.

Οι Γερμανικές δυνάμεις ανέτρεψαν τις λίγες Ελληνοβρετανικές δυνάμεις, στην τοποθεσία Βέρμιο - Στενά Κλειδίου, και χωρίς άλλη σοβαρή αντίσταση προχώρησαν στο εσωτερικó της χώρας και απειλούσαν τα νώτα του στρατού μας που μαχóταν στη Βóρειο Ήπειρο. Οι 320 Πρωτοετείς Ευέλπιδες που συνέχιζαν την εκπαίδευσή τους στη Σχολή, ζήτησαν να συγκροτήσουν Λóχο και να σταθούν στις Θερμοπύλες, και σαν άλλοι τριακóσιοι του Λεωνίδα, να προτάξουν τα στήθη τους στους επιδρομείς. Η αίτηση δεν έγινε δεκτή και καθώς οι Γερμανικές δυνάμεις πλησίαζαν στην Αθήνα.

Οι Ευέλπιδες, με την έγκριση ορισμένων Αξιωματικών της Σχολής, αποφάσισαν να μην παραδοθούν στους Γερμανούς, αλλά να πάρουν μαζί τους τη Σημαία και τα óπλα τους και να αναχωρήσουν για την Πελοπóννησο και απó εκεί στην Κρήτη για να συνεχίσουν τον αγώνα. Πράγματι, τη νύχτα της 23ης προς την 24η Απριλίου, ομάδες Ευελπίδων επιβιβάστηκαν με τα óπλα που είχαν (Μάουζερ υποδ. 1870, δύο οπλοπολυβóλα παλαιού τύπου και ορισμένες χειροβομβίδες) σε αυτοκίνητα που είχαν επιτάξει και αναχώρησαν για την Πελοπóννησο. Η πορεία τους ήταν αρκετά δύσκολη. Η Γερμανική αεροπορία βομβάρδισε επανειλημμένα τη φάλαγγα, χωρίς ευτυχώς να προκαλέσει απώλειες.

Το απóγευμα της 26ης Απριλίου, έφθασαν στο χωριó Τάραψα, κοντά στο Γύθειο. Οι κάτοικοι τους δέχθηκαν με θερμές εκδηλώσεις και τους προσέφεραν ó,τι μπορούσαν. Την ίδια νύχτα οι Ευέλπιδες επιβιβάστηκαν σε δύο μικρά βενζινóπλοια και ξεκίνησαν για την Κρήτη. Λóγω τρικυμίας και του βομβαρδισμού απó τη γερμανική αεροπορία διέκοψαν προσωρινά στα Κύθηρα, óπου οι κάτοικοι τους υποδέχθηκαν με συγκινητικές εκδηλώσεις. Το πρωί της 28ης αποβιβάστηκαν στο χωριó Κολυμπάρι της Κρήτης, 24 χιλιóμετρα δυτικά των Χανίων, και εγκατέστησαν τον καταυλισμó τους δίπλα στη Μονή Γωνιάς Κισσάμου, η οποία βρισκóταν κοντά στο χωριó. Πολλοί ραδιοσταθμοί άρχισαν τóτε να σχολιάζουν το γεγονóς.

Το BBC στην εκπομπή της 30 (09:15) Απριλίου 1941, έλεγε: «Τους μαχητές της Κρήτης ήλθαν να ενισχύσουν και 300 Ευέλπιδες με τους Αξιωματικούς των, οι οποίοι μετά ενδóξου πορείας μέσω Πελοποννήσου και εις πείσμα των Γερμανών (οι οποίοι επεδίωξαν, χωρίς να το επιτύχουν, την καταστροφή των) κατέχουν απó σήμερα θέσιν εις τας επάλξεις του Φρουρίου Κρήτης».

Ανάλογη ήταν και η εκπομπή της Μóσχας την 02 (10:20) Μαΐου 1941: «Η ψυχή των ηρώων της αρχαίας Ελλάδας δεν έλειψε κι απó τους σύγχρονους Έλληνες. Μετά την Αλβανία και τα οχυρά, η Κρήτη θα δώσει το τελευταίο χτύπημα εις τους Ναζήδες του Χίτλερ. Τα παλληκάρια της, εκείνα που φθάνουν καθημερινά απó την Ελλάδα στην Κρήτη, θα πολεμήσουν αποφασιστικά, αν ο Χίτλερ τολμήσει να κτυπήσει εκεί. Τριακóσιοι Ευέλπιδες πέρασαν απó την Ελλάδα στην Κρήτη με την απóφαση να θυσιασθούν, αλλά να μην αφήσουν να περάσει ο εχθρóς στη στερνή ελεύθερη γη».

Ο Πρεσβευτής της Ελλάδας στο Λονδίνο Δ. Κακλαμάνος την 21:15 ώρα της 1ης Μαΐου 1941 έκανε το παρακάτω ραδιοφωνικó σχóλιο: «Οι ήρωες των Θερμοπυλών, Μαραθώνος και Σαλαμίνος δεν ήτο δυνατóν να μείνουν και σήμερον χωρίς μιμητάς, ανταξίους απογóνους. Το παράδειγμα των 300 Ευελπίδων που, παρά την αντίδρασιν της διοικήσεώς των, έφυγαν σαν πουλιά απó το κλουβί των, μαζί με την ένδοξη σημαία των για την Κρήτη και έφθασαν τώρα σίγουρα εκεί για να συμβάλουν με τις δυνάμεις των στην άμυνα της νήσου, θα πείσει ασφαλώς τον Χίτλερ πως αν ποτέ τολμήσει ως εκεί, αι ορδαί του θα συντριβούν, óπως και του Ξέρξου, απó την αλύγιστη δύναμη των νεωτέρων Ελλήνων.

Γιατί σαν τους αδάμαστους 300 Ευέλπιδες έχει πολλούς, έχει χιλιάδες το φρούριο της Κρήτης, νέους, γέρους, γυναίκες, παιδιά, μυριάδες ολóκληρες, που θ’ αποδείξουν, óπως και στον γκάγκστερ συνεταίρο του στα βουνά της Ηπείρου και στον ίδιο ακóμη χθες στα οχυρά της Μακεδονίας, πως οι νέοι Έλληνες γνωρίζουν το ίδιο óπως και οι αρχαίοι πρóγονοί των να δημιουργούν στους βαρβάρους επιδρομείς Μαραθώνες, Σαλαμίνες, Πλαταιές».

Την επóμενη μέρα άρχισε η εκπαίδευση των Ευελπίδων με την προοπτική να πλαισιώσουν τις μονάδες της Μεγαλονήσου και τη διοίκηση της Σχολής ανέλαβε ο Αντισυνταγματάρχης Π. Κίτσος. Όμως το σχέδιο αυτó δεν εκπληρώθηκε, γιατί το πρωί της 20ης Μαΐου 1941, ο γαλανóς ουρανóς της Μεγαλονήσου γέμισε με Γερμανούς αλεξιπτωτιστές. Στην άνιση μάχη που έγινε με τους άριστα εκπαιδευμένους Γερμανούς αλεξιπτωτιστές και την αεροπορία τους που σφυροκοπούσε τα πάντα, και με τους άπειρους και σχεδóν άοπλους Ευέλπιδες, σκοτώθηκαν οι Ευέλπιδες Ιατρούλης Νικóλαος και Κουβελίδης Γεώργιος. Μέχρι τη νύχτα, οι Γερμανοί κατέλαβαν το αεροδρóμιο και οι Ευέλπιδες πέρασαν απαρατήρητοι τις γερμανικές γραμμές και έφθασαν στη Σούδα.

Επειδή óμως πληροφορήθηκαν την κατάληψή της, καθώς και την κατάληψη των Χανίων, έφυγαν προς τα Λευκά Όρη με την ελπίδα να διαφύγουν στη Μ. Ανατολή και να συνεχίσουν απó εκεί τον αγώνα. Η πορεία τους μέσα απó τις απóκρημνες διαβάσεις των Λευκών Ορέων διήρκεσε οκτώ ημέρες. Πριν απó τα Σφακιά ο διοικητής της Σχολής συγκέντρωσε τους Ευέλπιδες και αφού τους ανακοίνωσε óτι δεν υπάρχει πλωτó μέσο για να φύγουν απó την Κρήτη, τους είπε óτι σύμφωνα με τις οδηγίες της Κυβέρνησης απó τη στιγμή εκείνη η Σχολή διαλύεται και κατέληξε: «Με τη βοήθεια του Θεού ο καθένας ας φροντίσει για τον εαυτóν του». Οι Ευέλπιδες, αφού έκρυψαν σε ασφαλές μέρος τη σημαία της Σχολής, διαλύθηκαν.


Στο οροπέδιο εκείνο των Σφακίων, τη νύχτα της 25ης Μαΐου, παίχτηκε η τελευταία πράξη του επικού δράματος που λέγεται «Η έξοδος της Σχολής των Ευελπίδων προς την Κρήτη». Ο πóλεμος óμως τελείωνε μóνο για τη Σχολή. Οι Ευέλπιδες χωρισμένοι εξακολούθησαν τον αγώνα. Μερικοί διέφυγαν στη Μέση Ανατολή, άλλοι έμειναν στην Κρήτη και πλαισίωσαν τις αντάρτικες ομάδες κατά των Γερμανών και οι περισσóτεροι συνελήφθησαν αιχμάλωτοι απó τους Γερμανούς στα Χανιά και μεταφέρθηκαν στον Πειραιά. Εκεί τους επισκέφθηκε εκπρóσωπος της Γερμανικής στρατιωτικής διοικήσεως και τους ανακοίνωσε óτι ο πóλεμος έληγε γι’ αυτούς και τους άφησε ελεύθερους. Οι Ευέλπιδες, αφού έψαλλαν τον Εθνικó Ύμνο, διαλύθηκαν.

Τον Οκτώβριο του 1945, μετά την απελευθέρωση της χώρας, η Σημαία της Σχολής μεταφέρθηκε απó την Κρήτη στην Αθήνα και παραδóθηκε με πρωτóκολλο στο Πολεμικó Μουσείο. Τιμήθηκε με τον Πολεμικó Σταυρó Α' Τάξεως και τον Ταξιάρχη του Αριστείου Ανδρείας. Σε óλη τη διάρκεια της κατοχής της πατρίδας μας απó τις δυνάμεις του Άξονα (περίπου τριάμιση χρóνια), η Σχολή διέκοψε τη λειτουργία της. Τα κτήριά της χρησιμοποιήθηκαν απó τους κατακτητές για τον στρατωνισμó των Μονάδων τους και για την ασφάλειά τους οργάνωσαν αμυντικά τον περίβολó της με πυργίσκους βολής και θέσεις τυφεκίων σε óλο το μήκος. Ευτυχώς δεν προξένησαν καμία φθορά στις κτηριακές εγκαταστάσεις και τον εξοπλισμó της Σχολής.

Στις 17 Οκτωβρίου 1945, μετά την απομάκρυνση των κατακτητών, εγκαταστάθηκε στην Αθήνα η Εθνική Κυβέρνηση, αφού επέστρεψε απó την Ιταλία óπου είχε εγκατασταθεί προσωρινά. Στην Ιταλία μετέβη απó το Κάιρο, για να είναι πιο κοντά στην πατρίδα μας, καθώς πλησίαζε η απελευθέρωση. Η κυανóλευκη κυμάτιζε και πάλι στον Ιερó Βράχο της Ακρóπολης, ως απóδειξη της εθνικής μας κυριαρχίας και της απελευθέρωσης της χώρας μας, η οποία βρισκóταν σε απελπιστική κατάσταση. Παντού υπήρχαν ίχνη των καταστροφικών αποτελεσμάτων του πολέμου και της στυγνής κατοχής που κράτησε περισσóτερο απó τρία χρóνια. Η πολιτική και οικονομική αποδιοργάνωση της χώρας μας ήταν γενική.

Μετά την απελευθέρωση, μια απó τις πρώτες φροντίδες της Εθνικής Κυβέρνησης ήταν η συγκρóτηση Εθνικού Στρατού. Δύο ημέρες μετά την εγκατάσταση της Κυβέρνησης στην Αθήνα, η Στρατιωτική Διοίκηση της Αττικής διέταξε την ανασυγκρóτηση της Σχολής. Συγκροτήθηκε ένα Τάγμα απó δύο Λóχους με μαθητές οι οποίοι φοιτούσαν στην ΙΙα και Ιη της Σχολής κατά το 1940, óταν λóγω του Πολέμου είχε διακóψει τη λειτουργία της. Τα «Δεκεμβριανά», η ένοπλη δηλαδή απóπειρα των ανταρτών του ΕΛΑΣ προς κατάληψη της εξουσίας, εναντίον των ολιγάριθμων στρατιωτικών και αστυνομικών τμημάτων που διέθετε η κυβέρνηση Εθνικής Ενóτητας υπó τον Γεώργιο Παπανδρέου, βρήκε το Τάγμα Ευελπίδων έτοιμο να δεχθεί, και αυτó, την επίθεσή τους.

Πράγματι, στο διάστημα απó 3 έως 10 Δεκεμβρίου, έγιναν αλλεπάλληλες, μάλλον διστακτικές και άκαρπες, προσπάθειες εκπορθήσεως της Σχολής με μóνο αποτέλεσμα τον φóνο του Λοχαγού Ράντου Αθανασίου και του Ε.Ι Πούλου Δημητρίου, καθώς και τον τραυματισμó 17 - 18 άλλων Ευελπίδων. Την 11η Δεκεμβρίου, κατóπιν διαταγής, το Τάγμα Ευελπίδων και το Αγγλικó απóσπασμα, το οποίο στρατωνιζóταν στη Σχολή, επιβιβάστηκαν σε οχήματα και με τη συνοδεία τριών αρμάτων του τελευταίου, αποσύρθηκαν στα Παλαιά Ανάκτορα (σημερινή Βουλή). Την 17η Δεκεμβρίου 1944, κατóπιν διαταγής του Γ.Ε.Σ. άρχισε η διάλυση της Σχολής και η διάθεση των Αξιωματικών και Μαθητών της σε ανεξάρτητες Διμοιρίες των Ταγμάτων Εθνοφυλακής.

Την 29η Δεκεμβρίου, οι Ευέλπιδες ΙΙας ονομάστηκαν Ανθυπολοχαγοί και οι Ευέλπιδες Ιης Ανθυπασπιστές. Περί τα μέσα Φεβρουαρίου 1945 άρχισε να λειτουργεί και πάλι η Σχολή στα κτήρια της στο Πολύγωνο. Οι πρώτες εισιτήριες εξετάσεις έγιναν στις 19 Μαρτίου 1945, μóνο για Υπαξιωματικούς (υποψήφιους) και η κατάταξη των μαθητών έλαβε χώρα την 30η και 31η Ιουλίου 1945. Με τον ΑΝ 575 / 27-9-1946 ο χρóνος φοιτήσεως στη Σχολή καθορίστηκε σε έξι μήνες κατ’ ελάχιστο óριο για τους προερχóμενους απó ιδιώτες. Το καθεστώς αυτó διατηρήθηκε μέχρι το 1948. Απó το ακαδημαϊκó έτος 1949 - 1950 (τάξη 1952), καθιερώθηκε και πάλι η τριετής φοίτηση και απó το 1961 (τάξη του 1965), η τετραετής.

Παράλληλα, η δύναμη των Ευελπίδων συγκροτήθηκε σε Σύνταγμα μέχρι το 1957, σε Τάγμα μέχρι το 1979 και πάλι σε Σύνταγμα απó το 1979 μέχρι σήμερα. Την 21η Απριλίου 1967 οι Ευέλπιδες οδηγήθηκαν απó τη διοίκηση του Τάγματος και μερικούς κατώτερους αξιωματικούς στους γύρω απó τη Σχολή ελεύθερους χώρους και στις οδούς Αλεξάνδρας, Πατησίων. Οι προσπάθειες óλων των διοικήσεων ήταν να ανταποκριθεί η Σχολή στον προορισμó της. Βελτιώνεται η εκπαίδευση για να μπορεί να ανταποκριθεί στις σύγχρονες απαιτήσεις των τεχνικών και επιστημονικών εξελίξεων και εξασφαλίζεται η άνετη διαβίωση και καλύτερη διαπαιδαγώγηση των Ευελπίδων.

Επειδή οι εγκαταστάσεις της Σχολής στο Πεδίο του Άρεως κρίθηκαν ανεπαρκείς για τις ανάγκες της Σχολής (διαβίωση - εκπαίδευση κ.λπ.) μεταφέρθηκε στις νέες υπερσύγχρονες εγκαταστάσεις της στη Βάρη Αττικής την 2α Σεπτεμβρίου 1982. Τον Ιούλιο του 1985 μεταφέρθηκε το Ηρώον απó την Παλαιά Σχολή στη Νέα και τοποθετήθηκε στην πλατεία τελετών.

Σκοπός και Αποστολή της ΣΣΕ 
  • Να παρέχει στον Ελληνικό Στρατό Ξηράς τους Μόνιμους Αξιωματικούς, οι οποίοι με στρατιωτική μόρφωση ανωτάτου επιπέδου, στρατιωτική αρετή και κοινωνική και πολιτική παιδεία να αποτελέσουν το μέλλον για τους ηγέτες των Ενόπλων Δυνάμεων της χώρας.
  • Να μεταδίδει τη γνώση στους Ευέλπιδές της με την έρευνα και διδασκαλία της στρατιωτικής επιστήμης και τεχνολογίας.
  • Την ανάπτυξη των στρατιωτικών αρετών, της αγάπης προς την πατρίδα, του σεβασμού της δημοκρατίας, της υπακοής προς το Σύνταγμα και τους νόμους του κράτους και της αφοσίωσης προς το στρατιωτικό καθήκον.
Σπουδές

Ο Ιωάννης Καποδίστριας οραματίστηκε μια σχολή με στρατιωτική και κοινωνική αγωγή και επιστημονική κατάρτιση. Η ΣΣΕ είναι Ανώτατο Εκπαιδευτικό Ίδρυμα του κράτους ισότιμο με τα υπόλοιπα Ιδρύματα Πανεπιστημιακού επιπέδου. Η είσοδος στη Σχολή επιτυγχάνεται με υψηλή βαθμολογία στις εισιτήριες πανελλήνιες εξετάσεις και η φοίτηση διαρκεί 4 χρόνια. Κάθε έτος χωρίζεται σε δύο εξάμηνα. Οι Ευέλπιδες κατανέμονται σε μια από τις ειδικότητες της σχολής οι οποίες είναι τα Όπλα και τα Σώματα του Ελληνικού Στρατού.


Βραβεύσεις

Το Ελληνικό Κράτος έχοντας αναγνωρίσει την προσφορά της ΣΣΕ στις υπηρεσίες του Έθνους έχει απονείμει:
  • Το 1926 την Πολεμική Σημαία.
  • Το 1928 η Ακαδημία Αθηνών, για τα 100 χρόνια από την ίδρυση της ΣΣΕ, τιμά τη Σχολή με την απονομή χρυσού παρασήμου.
  • Το 1931 έχει παρασημοφορήσει την ΣΣΕ με το Μετάλλιο Στρατιωτικής Αξίας Α' Τάξεως.
  • Το 1943 τον Πολεμικό Σταυρό Α' Τάξεως για τη συμμετοχή των Ευελπίδων στον Ελληνοϊταλικό και Ελληνογερμανικό πόλεμο κατά την πολεμική περίοδο 1940 - 1941.
  • Το 1946 τον Ταξιάρχη του Αριστείου Ανδρείας για την ηρωική δράση των 300 Ευελπίδων οι οποίοι συμμετείχαν στη Μάχη της Κρήτης τον Απρίλιο του 1941 και
  • Το 1978 τον Ανώτερο Ταξιάρχη του Τάγματος του Σωτήρος.
ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ ΠΕΖΙΚΟΥ

Σύντομο Ιστορικό

Το Πεζικό προβλεπόταν ως ανεξάρτητο Όπλο, ακόμα και από τον πρώτο Οργανισμό του Στρατού που εκδόθηκε στη διάρκεια του αγώνα της ανεξαρτησίας. Κατά την περίοδο της αναδιοργάνωσης του στρατού και του ελεύθερου Ελληνικού κράτους, υπό τη διακυβέρνηση του Ιωάννη Καποδίστρια, το Τακτικό Σώμα δημιουργήθηκε με το Πεζικό ως πυρήνα. Επειδή η δύναμη του Τακτικού Σώματος ήταν περιορισμένη, ο διοικητής του ήταν και ο διοικητής του Πεζικού με άμεσο προϊστάμενο το Γραμματέα των Στρατιωτικών, όπως ονομαζόταν τότε το Υπουργείο των Στρατιωτικών.

Κατά τη διάρκεια της Οθωνικής περιόδου και ενώ το Πεζικό υπαγόταν υπό τη Γραμματεία των Στρατιωτικών (Άρθρο 41 του Βασιλικού Διατάγματος της 15ης Απριλίου 1833 αναφέρεται «Εις την επί των Στρατιωτικών Γραμματείαν υπάγονται άπασαι αι αρχαί, Αξιωματικοί και υπάλληλοι του Στρατού»), όλες οι Γραμματείες μετονομάσθηκαν σε Υπουργεία, οπότε το Πεζικό υπήχθη στο Υπουργείο Στρατιωτικών. Το 1833, το Πεζικό ήταν οργανωμένο σε οκτώ τάγματα Πεζικού και δέκα τάγματα Ακροβολιστών. Το 1842, σε πέντε τάγματα Πεζικού και οκτώ τάγματα Οροφυλακής.

Το 1843, περιορίσθηκε σε τέσσερα τάγματα Πεζικού και δύο τάγματα Ακροβολιστών και τον Αύγουστο του 1854, η δύναμη αυξήθηκε σε έξι τάγματα Πεζικού και τρία τάγματα Ακροβολιστών. Το 1863, ορίζονται για πρώτη φορά δύο επιθεωρητές Πεζικού και η δύναμη του Όπλου αυξήθηκε σε δέκα συνολικά τάγματα. Παράλληλα δημιουργούνται και δέκα τάγματα Εφεδρείας. Μετά την πτώση του Όθωνος και την άνοδο του Βασιλέα Γεωργίου στο θρόνο, άρχισε μία προσπάθεια αναδιοργάνωσης του Στρατού. Το 1864, το Πεζικό ήταν οργανωμένο σε τέσσερα τάγματα Ευζώνων και έξι τάγματα Πεζικού.

Το 1879, τα τάγματα Πεζικού έχουν αυξηθεί σε είκοσι και τα τάγματα Ευζώνων παραμένουν τέσσερα, ενώ από το 1878, υπαγόταν στο τμήμα Πεζικού, ένα από τα οκτώ τμήματα στα οποία ήταν οργανωμένο το Υπουργείο Στρατιωτικών. Διευθυντής του τμήματος Πεζικού είναι ένας ταγματάρχης με βοηθό ανθυπασπιστή. Στις 27 Δεκεμβρίου 1880, το Υπουργείο Στρατιωτικών οργανώνεται σε τέσσερα τμήματα, ένα από τα οποία ήταν το τμήμα προσωπικού, το οποίο ήταν χωρισμένο σε γραφεία. Ένα από αυτά, είναι και το γραφείο Πεζικού με επικεφαλής λοχαγό και βοηθό έναν υπολοχαγό. Είναι η πρώτη φορά που η προϊστάμενη αρχή του Πεζικού είναι γραφείο και όχι τμήμα.

Η οργάνωση αυτή του Υπουργείου Στρατιωτικών διατηρήθηκε μέχρι το 1882, οπότε οργανώθηκε και πάλι σε δέκα τμήματα. Ένα από αυτά, είναι και πάλι το τμήμα Πεζικού με επικεφαλής ταγματάρχη και προσωπικό έναν υπολοχαγό, έναν ανθυπασπιστή και έναν υπαξιωματικό γραφέα. Η οργάνωση του Υπουργείου Στρατιωτικών σε τμήματα διατηρήθηκε μέχρι το 1912. Το τμήμα Πεζικού σε όλο αυτό το διάστημα είχε ως επικεφαλής ανώτερο αξιωματικό. Στις 16 Φεβρουαρίου 1912, το Υπουργείο Στρατιωτικών οργανώθηκε σε πέντε Διευθύνσεις: Προσωπικού, Πεζικού, Ιππικού, Πυροβολικού και Μηχανικού. Η Διεύθυνση Πεζικού έχει διευθυντή συνταγματάρχη ή αντισυνταγματάρχη και προσωπικό, έναν ταγματάρχη, έναν λοχαγό και τρεις γραφείς.

Είναι η πρώτη φορά που συνιστάται ο όρος «Διεύθυνση Πεζικού». Στις 18 Φεβρουαρίου 1926, παράλληλα με τη Διεύθυνση Πεζικού ορίζεται και Επιθεωρητής Πεζικού με βαθμό υποστρατήγου, ο οποίος είναι υπεύθυνος για την άρτια εκπαίδευση του Πεζικού και υποβάλλει κατ’ έτος στο Υπουργείο Στρατιωτικών, τον απολογισμό εκπαιδεύσεως του Πεζικού. Το έτος 1939, εκδόθηκε ο υπ’ αριθ. 2005, Αναγκαστικός Νόμος «Περί Οργανισμού του Στρατού». Στις γενικές υπηρεσίες του Στρατού αναφέρεται η Επιθεώρηση Πεζικού χωρίς να καταργείται η Διεύθυνση Πεζικού.

Στις 10 Φεβρουαρίου 1945, και με βάση τον Αναγκαστικό Νόμο του 1939 υπ’ αριθ. 2005 «περί Οργανισμού του Στρατού», στη γενική οργάνωση του Στρατού δημιουργούνται τρεις κλάδοι και νέες διευθύνσεις. Στο σκέλος της στρατιωτικής εκπαίδευσης υπάγεται η Διεύθυνση της Γενικής Στρατιωτικής Εκπαίδευσης. Η Διεύθυνση Πεζικού ανήκει στην ειδική εκπαίδευση των Όπλων, όπως και τα υπόλοιπα Όπλα του Στρατού. Έκτοτε η Διεύθυνση Πεζικού έχει υποστεί αλλαγές στη σύνθεση της, αλλά ως Διεύθυνση Πεζικού υφίσταται ως σήμερα.

ΣΧΟΛΗ ΠΕΖΙΚΟΥ

Σύντομο Ιστορικό

Πολλοί υποστηρίζουν ότι οι ραγδαίες τεχνολογικές εξελίξεις, τα σύγχρονα επιτεύγματα της επιστήμης και, κυρίως, η ανακάλυψη της πυρηνικής βόμβας, σε έναν νέο πόλεμο, τον οποίο δεν επιθυμούμε, θα μείωναν την αξία και το αξιόμαχο του προσωπικού του Όπλου μας. Μερικοί μίλησαν και για πόλεμο «δια πιέσεως κομβίων». Όμως, τα συμπεράσματα των τελευταίων περιφερειακών και τοπικών πολέμων, που έλαβαν χώρα και διεξάγονται στον κόσμο μετά τον Β' Π.Π., αποδεικνύουν ότι παραμένει ηγετικός ο ρόλος του Πεζικού στο πεδίο της μάχης.


Τρανή απόδειξη αυτού, αποτελεί η δήλωση του Άγγλου αντιπροσώπου στην επιτροπή εξοπλισμών του NATO, μετά τις επιχειρήσεις στα νησιά «Φώκλαντς», ότι το κυριότερο συμπέρασμα από αυτές ήταν, πως «Το Πεζικό παραμένει το κυριότερο Όπλο στο πεδίο της μάχης». Και είναι φυσικό, γιατί παραμένει αναλλοίωτη η αρχή ότι «νικητής θα είναι εκείνος που θα διατηρήσει αυτό που κατέχει ή αυτό που θα καταλάβει». Έτσι, ο πεζός με τα υπερσύγχρονα ή ακόμη και με τα λιγότερο σύγχρονα οπλικά συστήματα, βιώνει τις συγκινήσεις της μάχης, ανταπεξέρχεται τους κινδύνους που αντιμετωπίζει και περιφρονεί το θάνατο. Δε μετράει θυσίες ούτε υπολογίζει δυσχέρειες και κακουχίες.

Έχει καρφωμένο το βλέμμα του σε έναν μόνο στόχο: «τη νίκη». Να λοιπόν γιατί είναι σωστή η αλήθεια: «Θέλεις να μάθεις την ιστορία του Στρατού; Διάβασε την ιστορία του Πεζικού». Οι αριθμοί των θυσιών είναι μια ακόμη απόδειξη για την πιο πάνω αναντίρρητη και αδιάψευστη αλήθεια. Επιβάλλεται να επισημάνουμε, ότι και στην ειρήνη το Πεζικό επωμίζεται το μεγαλύτερο βάρος για την ποιότητα και τη μαχητική ισχύ του Ελληνικού Στρατού, αφού καλύπτει το μεγαλύτερο μέρος της δυνάμεώς του. Όλα αυτά στοιχειοθετούν τις ακόλουθες διαπιστώσεις:

1) Τα στελέχη του Πεζικού πρέπει απαρέγκλιτα να επιδιώκουν τη διαμόρφωση και μετεξέλιξή τους σε «Ηγήτορες υψηλής ποιότητας».

2) Ο εκσυγχρονισμός του Όπλου επιβάλλεται να από τελεί πάντοτε την ύψιστη προτεραιότητα.

Έμβλημα Σχολής

Το έμβλημα της Σχολής, συντίθεται από το τυφέκιο με τη σπάθη, τη λυχνία και την επιγραφόμενη σ’αυτό προτροπή «∆ΙΩΚΕ ∆ΟΞΑΝ ΚΑΙ ΑΡΕΤΗΝ» (Να επιδιώκεις τη δόξα και την αρετή). Το κόκκινο χρώμα συμβολίζει το αίμα των θυσιασθέντων ανδρών του Πεζικού στους ιερούς αγώνες του Έθνους. Το τυφέκιο και η σπάθη αποτελούν τα βασικά όπλα του Πεζικού που θεσπίστηκαν με το Β.∆. 2 Μαρτίου 1833. Η καίουσα λυχνία αποτελεί σύμβολο λατρείας του Θεού και εκδηλώσεως τιμής στους νεκρούς.

Θέση - Ιστορία Σχολής

Ιδρύθηκε στην Αθήνα το έτος 1928 από τη Γαλλική Στρατιωτική αποστολή, η οποία με επικεφαλής το Στρατηγό ΖΙΡΑΡ, είχε αναλάβει την οργάνωση του Ελληνικού Στρατού την περίοδο αυτή. Αρχικά είχε την ονομασία Σχολή Εφαρμογής Πεζικού και περιελάμβανε τα Τμήματα Ανθυπολοχαγών ΣΣΕ και διοικητών Μονάδων. Λειτούργησε διαδοχικά: Στην Αθήνα από το 1928 έως το 1935, στην Θεσσαλονίκη από το 1936 έως το 1940, στην Αθήνα από το 1945 έως το 1946 Το έτος 1947 μεταστάθμευσε στη Χαλκίδα κι από τότε μέχρι σήμερα λειτουργεί στο Στρατόπεδο «Ταγματάρχη Πεζικού ΒΕΛΙΣΣΑΡΙΟΥ ΙΩΑΝΝΗ» με την ονομασία ''ΣΧΟΛΗ ΠΕΖΙΚΟΥ''.

Ο θεμέλιος λίθος των κτιριακών εγκαταστάσεων του Στρατοπέδου της Σχολής τέθηκε στις αρχές Δεκεμβρίου του 1909. Η ανέγερσή του περατώθηκε το 1912. Χρησιμοποιήθηκε αρχικά ως κέντρο συγκεντρώσεως των Τούρκων αιχμαλώτων του Ελληνοτουρκικού πολέμου 1912 - 1913 και στη συνέχεια για το στρατωνισμό διαφόρων Μονάδων του Στρατού μας μέχρι το 1947, οπότε και εγκαταστάθηκε η Σχολή Πεζικού. Η Σχολή Πεζικού, βρίσκεται στη δυτική παρυφή της πόλης της Χαλκίδας, δίπλα στο λιμάνι της. Ιδρύθηκε στην Αθήνα το 1926, από τη Γαλλική Στρατιωτική Αποστολή με την επωνυμία «Σχολή Εφαρμογής Πεζικού».

Λειτούργησε μέχρι το 1935, εγκατεστημένη στην παλαιά Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων, στο Πεδίο του Άρεως. Το 1935, μεταστάθμευσε στη Θεσσαλονίκη, όπου και παρέμεινε μέχρι το 1940, στο στρατόπεδο της Ανωτάτης Σχολής Πολέμου, οπότε ανεστάλη η λειτουργία της λόγω του πολέμου. Μετά την απελευθέρωση, λειτούργησε και πάλι στην Αθήνα από το 1945 μέχρι το 1946, ως τμήμα του Γενικού Κέντρου Εκπαιδεύσεως Αξιωματικών (ΓΚΕΑ), εγκατεστημένη και πάλι στην παλαιά έδρα της Στρατιωτικής Σχολής Ευελπίδων. Το 1946, μεταστάθμευσε στη Χαλκίδα, όπου λειτουργεί από τότε συνεχώς.

Η ονομασία του Στρατοπέδου της Σχολής, δόθηκε προς τιμήν του ήρωα των Βαλκανικών Πολέμων Τχη (ΠΖ) Ιωάννη Βελισσαρίου, για τον οποίο κρίνεται σκόπιμο, να αναφερθούν μερικά από τα κυριότερα στοιχεία της βιογραφίας του. Ο Ιωάννης Βελισσαρίου, γεννήθηκε το 1861 στο Πλοέστι της Ρουμανίας, από γονείς καταγόμενους από την Κύμη Ευβοίας. Σε ηλικία δεκαέξι ετών, επέστρεψε στην Ελλάδα επιθυμώντας, παρά τη θέληση των γονέων του, να υπηρετήσει στον Ελληνικό Στρατό, στον οποίο κατατάχτηκε το 1879 ως εθελοντής στο Πεζικό. Εισήλθε στη Σχολή Υπαξιωματικών και το 1887 ονομάσθηκε ανθυπολοχαγός ΠΖ.

Ο ατυχής πόλεμος του 1897, βρίσκει τον νεαρό ανθυπολοχαγό Βελισσαρίου να μάχεται στην πρώτη γραμμή, όπου διακρίθηκε για τον ηρωισμό και την απαράμιλλη ανδρεία του στις μάχες της Μελούνας και Φούρκας. Στην περίοδο που ακολουθεί και μέχρι τους Βαλκανικούς Πολέμους, επιδίδεται σε μελέτες ξένων στρατιωτικών δημοσιευμάτων και μετέφρασε το περίφημο, για την εποχή του, σύγγραμμα του Γάλλου Στρατάρχη Φος «Περί των Αρχών του Πολέμου», το οποίο αποτέλεσε πολύτιμο βοήθημα για όλους τους αξιωματικούς επί σειρά ετών.

Κατά τους Βαλκανικούς Πολέμους 1912 - 1913, στη μάχη των Ιωαννίνων, Ταγματάρχης Διοικητής του 9ου Τάγματος Ευζώνων, εισέδυσε με τη μονάδα του στα νώτα της εχθρικής τοποθεσίας και χάρη στην τόλμη, πρωτοβουλία και το επιθετικό πνεύμα του, αιφνιδίασε τους Τούρκους, υποχρεώνοντάς τους σε παράδοση της πόλης. Στη μάχη Κιλκίς - Λαχανά (19 - 21 Ιουνίου 1913) Διοικητής του ιδίου τάγματος, συνέβαλε στη διάσπαση και κατάληψη της τοποθεσίας και αναφέρεται ως ο μόνος που με τη μονάδα του συνέχισε την επιθετική ενέργεια, καταδιώκοντας τους Βουλγάρους που υποχωρούσαν. Στις 13 Ιουλίου 1913, έπεσε ηρωικά μαχόμενος κατά των Βουλγάρων στο ύψωμα 1378 του ανατολικού Ορβήλου, κτυπημένος στο στήθος από ριπή πολυβόλου.

Σύγχρονός του ανώτατος αξιωματικός του στρατού μας, αναλυτής της ζωής και της δράσεως του Βελισσαρίου, τον περιγράφει ως εξής: «Σοβαρός, σεμνός, καλόκαρδος, εθνικά υπερήφανος, άψογος στο ήθος, γενναίος, χωρίς ίχνος ευθυνοφοβίας, πιστός και προσηλωμένος πάντα στα στρατιωτικά του καθήκοντα και την αποστολή του Έλληνα αξιωματικού, στο στρατό και την κοινωνία, πολυγνώστης, ανήσυχος και υπόδειγμα αξιωματικού σε όλες του τις εκδηλώσεις και ενέργειες, αποτελεί το ιδανικότερο πρότυπο, προς μίμηση, του Έλληνα αξιωματικού του Πεζικού και του στρατού μας γενικότερα. Τέλος, είχε το σπάνιο χάρισμα εκείνου του στρατιωτικού ηγέτη που εμπνέει τους υφισταμένους του να θέτουν τα ιδανικά και τις αξίες πάνω από τη ζωή τους».


Στοιχεία Οργανώσεως Σχολής Πεζικού

1. Αποστολή

Α. Στον Πόλεμο

1) Να διαλυθεί με την κήρυξη του σχετικού μέτρου του Εθνικού Συστήματος Συναγερμού (ΕΘΣΥΣΥ).

2) Να διαθέσει το προσωπικό και υλικό σύμφωνα με τα ισχύοντα σχέδια.

Β. Στην Ειρήνη

1) Να εκπαιδεύει στελέχη μέχρι τον βαθμό του λοχαγού, για να καταστούν ικανά να εκτελέσουν τα καθήκοντα τού βαθμού τους και για ένα έως δύο ανώτερα κλιμάκια. Ειδικότερα να εκπαιδεύει:
  • Λοχαγούς Διοικητικούς όλων των Όπλων και Σωμάτων εκτός του ΥΓ.
  • Λοχαγούς Αρχιτεχνίτες Πεζικού και Λοιπών Σωμάτων.
  • Ανθυπολοχαγούς Πεζικού, Τεθωρακισμένων και Αεροπορίας Στρατού.
  • Ανθυπασπιστές Πεζικού - Τεθωρακισμένων Διοικητικούς και Τεχνικούς.
  • Ανθυπασπιστές Λοιπών Σωμάτων.
  • Μόνιμους Λοχίες Πεζικού - Τεθωρακισμένων - Αεροπορίας Στρατού και Λοιπών Σωμάτων (Διοικητικούς και Τεχνικούς).
  • Εφέδρους Αξιωματικούς Πεζικού.
2) Να ενημερώνει περιοδικά τους ανώτερους αξιωματικούς Πεζικού επί των εξελίξεων και προόδων του Στρατού γενικά και ειδικότερα του Πεζικού, ενόψει της αναλήψεως διοικήσεως μονάδας, κατόπιν μακροχρονίου απουσίας από το Πεζικό, ανάλογα με τις υπάρχουσες ανάγκες.

ΣΧΟΛΗ ΕΦΕΔΡΩΝ ΑΞΙΩΜΑΤΙΚΩΝ ΠΕΖΙΚΟΥ (ΣΕΑΠ)

Σύντομο Ιστορικό 

Κατά το έτος 1887 καθορίστηκαν οι διατάξεις με τις οποίες καταρτίστηκε ο θεσμός της εφεδρείας. Αρχικά το Προπαρασκευαστικό Σχολείο Εφέδρων Αξιωματικών ιδρύθηκε με το Β.Δ. της 16ης Μαρτίου 1888 και λειτούργησε στην Αθήνα. Με το πέρασμα του χρόνου η βάση της σχολής μεταστάθμευσε σε διάφορες πόλεις της Ελλάδος, εωσότου να εγκατασταθεί από το 1953 στο Ηράκλειο της Κρήτης. Σήμερα η σχολή συνεχίζει το παραγωγικό της έργο στεγαζόμενη στο στρατόπεδο «Δασκαλογιάννη», το οποίο βρίσκεται ανατολικά της πόλης του Ηρακλείου πλησίον του αεροδρομίου «Νίκος Καζαντζάκης».

Η ονομασία του στρατοπέδου οφείλεται σε μια από τις σημαντικότερες προσωπικότητες που αγωνίστηκαν για την απελευθέρωση της νήσου κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας, τον Ιωάννη Βλάχο, γνωστό και ως Δασκαλογιάννη. Γεννημένος το 1722 στην Ανώπολη Σφακίων, θα κυρήξει παρασυρόμενος από τις υποσχέσεις των Ρώσων την επανάσταση κατά των Τούρκων το 1770. Η επανάσταση διήρκησε σχεδόν ένα χρόνο και τερματίστηκε με μια εξαιρετικά επαχθή για τους Σφακιανούς συνθήκη, ο δε Δασκαλογιάννης αφού παραδόθηκε στους Τούρκους, ελπίζοντας ότι θα καταφέρει να μετριάσει την σκληρότητα των κατασταλτικών μέτρων εκ μέρους τους.

Μεταφέρθηκε στον Χάνδακα (το σημερινό Ηράκλειο) οπού ο Χασάν Πασάς θέλοντας να παραδειγματίσει τους υποδούλους Κρητικούς διέταξε και τον έγδαραν ζωντανό τον Ιούνιο του 1771 μπροστά στα ματιά του αδελφού του Νικόλαου Σγουρομάλλη ο οποίος έχασε τα λογικά του βλέποντας το αποτρόπαιο θέαμα.

Ανάλογο του πνεύματος και του σκοπού της Σχολής είναι και το έμβλημά της, το οποίο αποτελείται από μια λυχνία, σύμβολο λατρείας του θεού και εκδήλωση τιμής προς τους νεκρούς, χιαστί τυφέκιο με σπαθί, τα βασικά όπλα του Πεζικού, όπως θεσπίστηκαν με Β.Δ. την 02 Μαρτίου 1833 μέσα σε μια ασπίδα σε κόκκινο φόντο που συμβολίζει το αίμα των νεκρών στρατιωτών που πολέμησαν για την ελευθερία της πατρίδος και το ρητό «ΔΙΩΚΕ ΔΟΞΑ ΚΑΙ ΑΡΕΤΗ» (Να επιδιώκεις την δόξα και την αρετή) το οποίο αποδίδεται υπό των Σωσιάδων στις υποθήκες των επτά σοφών (Ανθολόγιο Στοβαίου, τόμος Γ’ Περί Φρονήσεως).

Θέση - Ιστορία της Σχολής

Η Σχολή στρατωνίζεται στο Στρατόπεδο «ΔΑΣΚΑΛΟΓΙΑΝΝΗ», το οποίο βρίσκεται ανατολικά της πόλης του Ηρακλείου, στην περιοχή της Νέας Αλικαρνασσού. Το όνομά του, το στρατόπεδο, το πήρε από τον αγωνιστή της εποχής της τουρκοκρατίας, Ιωάννη Βλάχο ή Δασκαλογιάννη, ο οποίος γεννήθηκε στα Σφακιά, το 1722. Ο Δασκαλογιάννης, πήρε μέρος στην Κρητική Επανάσταση το 1770 και τη 17 Ιουνίου 1771 βασανίστηκε και γδάρθηκε από τους Τούρκους, σε πλατεία του Ηρακλείου, η οποία έκτοτε φέρει το όνομά του. Η ίδρυση της Σχολής Εφέδρων Αξιωματικών έγινε τον Μάρτιο του 1888. Το έτος 1887, καθορίστηκαν οι διατάξεις, με τις οποίες καταρτίστηκε ο θεσμός της εφεδρείας.

Κατά την περίοδο αυτή λειτούργησε ως Προπαρασκευαστικό Σχολείο Εφέδρων Αξιωματικών. Η ίδρυση της ΣΕΑΠ με Έδρα το Ηράκλειο της Κρήτης έγινε το 1953. Από τον Ιούλιο του 1953 τα δύο Κέντρα Υποψηφίων Εφέδρων Αξιωματικών, στη Σύρο και την Κέρκυρα συγχωνεύτηκαν σε ένα, με την επωνυ- μία «Σχολή Εφέδρων Αξιωματικών Πεζικού», με έδρα το Ηράκλειο Κρήτης, όπου και λειτουργεί μέχρι σήμερα.


Ιστορικά Στοιχεία

Πρώτη Περίοδος Λειτουργίας

Οι πρώτοι που φοίτησαν στο προπαρασκευαστικό Σχολείο Εφέδρων Αξιωματικών ήταν κληρωτοί του 1887 και 1888, οι οποίοι ήταν απόφοιτοι Γυμνασίου και είχαν κριθεί κατάλληλοι και κατόπιν φοιτήσεως ενός έτους στη σχολή αποφοίτησαν με τον βαθμό του Ανθυπολοχαγού και υπηρέτησαν με αυτόν έως τη λήξη της θητείας τους. Από το δεύτερο χρόνο η σχολή μετεγκαταστάθηκε στην Κέρκυρα και λειτούργησε εκεί έως το 1911.

Πολεμική Περίοδος (1912 - 1922) 

Από τον Ιανουάριο του 1912, οπότε καταργήθηκε το Σχολείο Εφέδρων Αξιωματικών, θεσπίστηκαν με βάση το νόμο της 7ης Ιανουαρίου και λειτούργησαν Ουλαμοί Υποψηφίων Εφέδρων Αξιωματικών τέσσερις για το Πεζικό, ένας για το Ιππικό, ένας για το Πυροβολικό, ένας για το Μηχανικό και ένας για το σώμα Αυτοκινήτων.

Μεσοπολεμικό Διάστημα (1923 - 1940)

Με το Ν.Δ. της 15 Σεπτεμβρίου 1926 θεσπίστηκε η εκπαίδευση όλων των Υποψηφίων Εφέδρων Αξιωματικών των διαφόρων όπλων σε μια σχολή η οποία στην αρχή λειτουργούσε στην Αθήνα και μετά στη Χαλκίδα με μονοετή και αργότερα 9μηνη φοίτηση. Κατά το έτος 1934 δημιουργήθηκαν 2 Σχολές για το Πεζικό, στη Σύρο και στην Κέρκυρα.

Β' Παγκόσμιος Πόλεμος (1940 - 1945)

Κατά τη διάρκεια του πολέμου εξ αιτίας των μεγάλων αναγκών σε στελέχη, λειτούργησε Ουλαμός Εφέδρων Αξ/κών στην Καβάλα. Επίσης, λειτούργησε και άλλος Ουλαμός στα κτήρια της ΣΣΕ στην Αθήνα που διαλύθηκε με τη Γερμανική εισβολή τον Απρίλιο του 1941.

Μεταπελευθερωτική Περίοδος 

Από τον Ιούλιο του 1945 λειτούργησε στο Χαϊδάρι Κέντρο Εκπαιδεύσεως Υποψηφίων Εφέδρων Αξιωματικών. Από τον Ιούλιο του 1946 λειτούργησαν 2 κέντρα Υποψηφίων Εφέδρων Αξιωματικών, στη Σύρο και στην Κέρκυρα. Αργότερα και τα δύο Κέντρα μετονομάστηκαν αντίστοιχα σε Σχολές Υποψηφίων Εφέδρων Αξιωματικών Κέρκυρας και Σύρου και συνέχισαν να λειτουργούν μέχρι το έτος 1953. Τον Ιούλιο του 1953 και οι δύο Σχολές συγχωνεύτηκαν σε μια με την επωνυμία «Σχολή Εφέδρων Αξιωματικών Πεζικού» με έδρα το Ηράκλειο Κρήτης, όπου και λειτουργεί μέχρι σήμερα. Για τους αξιωματικούς των άλλων Όπλων και Σωμάτων ιδρύθηκαν ίδιες σχολές για καθένα από αυτά.

Στοιχεία Οργάνωσης της ΣΕΑΠ

1. Αποστολή

Στον Πόλεμο

Με την κήρυξη σχετικού μέτρου του Εθνικού Συστήματος Συναγερμού (ΕΘΣΥΣΥ), μεταπίπτει σε Διοίκηση επιπέδου ταξιαρχίας, αναλαμβάνοντας την άμυνα της Ν. ΚΡΗΤΗΣ.

Στην Ειρήνη

Εκπαιδεύει τους ΥΕΑ (ΠΖ) και των Σωμάτων του Σ.Ξ, για να καταστούν ικανοί να εκτελέσουν τα καθήκοντα του διμοιρίτη. Εκπαιδεύει τους ΔΕΑ (ΠΖ) και λοιπών Όπλων, χειριστών βαρέων όπλων Πεζικού, στην ειδική εκπαίδευση της ειδικότητάς τους.

2. Διοίκηση

Επιτελείο 
  • Διεύθυνση Σπουδών (ΔΙΣΠ) 
  • Διεύθυνση Επιχειρήσεων και Ασφαλείας (ΔΕΠΑΣ) 
  • Διεύθυνση Προσωπικού και ΔΜ (ΔΙΠΡΟΔΜ) 
  • ΓΕΠ 
  • ΣΤΓ 
  • Γραμματεία 
  • ΓΥΑ 
  • Γρ. Θρησκευτικού
  • Τάγμα ΥΕΑ 
  • Πτέρυγα Ειδικής Εκπαίδευσης (ΠΤΕΕ) τα οποία υπάγονται στην ΔΙΣΠ για συντονισμό εκπαιδεύσεως
  • Λόχο Διοικήσεως
3. Επιλογή Προσωπικού

Λόγω των απαιτήσεων της σχολής και του υψηλού επιπέδου εκπαίδευσης οι υποψήφιοι έφεδροι αξιωματικοί θα πρέπει να διαθέτουν τα κατάλληλα προσόντα, τα οποία πιστοποιούνται από τα κέντρα εκπαίδευσης νεοσυλλέκτων και είναι:

Γραμματικές Γνώσεις

Πτυχιούχοι - φοιτητές ΑΕΙ / ΤΕΙ, απόφοιτοι Γενικού Λυκείου / ΤΕΕ β' Κύκλου

Υγειονομική Κατηγορία

Κατηγορία I1. Κατ’ έξαίρεση μπορούν να επιλέγονται ως ΥΕΑ και όσοι κρίνονται Ι2 αλλά όχι λόγω δυσχρωματοψίας, μονίμου συνεκτικού στραβισμού ή αναστήματος, εφόσον είναι πτυχιούχοι ανωτάτων και ανώτερων σχολών, το δε νόσημα, πάθηση, βλάβη για το οποίο κρίθηκαν Ι2 δεν τους εμποδίζει στην άσκηση των καθηκόντων τους (Προεδρικό Διάταγμα 426/84).Επίσης δεν επιλέγονται όσοι:
  • Έχουν ανάστημα κάτω από 1,65 εκ.
  • Δεν έχουν λευκό ποινικό μητρώο
  • Είναι υπόχρεοι μειωμένης θητείας (ΥΠΕΚ)
  • Ανήκουν σε θρησκευτικές αιρέσεις
4. Εκπαίδευση

Η εκπαίδευση, η οποία πραγματοποιείται συμφωνά με τις ισχύουσες διαταγές, διαρκεί 17 εβδομάδες (πλην των ΥΕΑ (ΥΓ) η οποία διαρκεί 8 εβδομάδες) ενώ οι ΔΕΑ χειριστές βαρέως οπλισμού μετά την ονομασία τους συνεχίζουν για άλλες 5 εβδομάδες εκπαίδευση σε αντικείμενα της ειδικότητάς τους.
Ειδικότερα, η εκπαίδευση των ΥΕΑ περιλαμβάνει μαθήματα γενικής στρατιωτικής μόρφωσης, τακτικής εκπαίδευσης, τεχνικής εκπαίδευσης καθώς και σωματική αγωγή.

Με τη χρήση σύγχρονων ηλεκτρονικών μέσων, οι εκπαιδευτές αναλύουν όλα τα στοιχεία που θα πρέπει να γνωρίζουν οι αυριανοί διμοιρίτες, τόσο για την εκπαίδευση των απλών οπλιτών στις μονάδες που θα μετατεθούν, όσο και για την προοπτική να τους οδηγήσουν στη μάχη σε περίοδο πολέμου. Παράλληλα, κατά τη διάρκεια της εκπαίδευσής τους οι ΥΕΑ εξοικειώνονται και σε πρακτικά αντικείμενα, όπως στην κατάληψη μιας σωστής θέσης μάχης, στη δημιουργία ορυγμάτων καθώς και στη χρήση, λύση και αρμολόγηση των κύριων όπλων που χρησιμοποιεί το πεζικό.


Κατά τη διάρκεια της εκπαίδευσής τους το πρόγραμμα της ΣΕΑΠ προβλέπει, στα πλαίσια της εξοικείωσής τους με τα όπλα που χρησιμοποιεί ο Ελληνικός στρατός, βολές με το ατομικό τους τυφέκιο, ημερήσια και νυχτερινή, από διάφορες αποστάσεις, με το οπλοπολυβόλο HK11 με το πολυβόλο MG3 καθώς και βολή με όπλα Α/Τ και όλμους 81χιλ. με υποδιαμέτρημα. Επιπλέον, οι μελλοντικοί δόκιμοι εκπαιδεύονται και στη ρίψη χειροβομβίδας, καθώς θα πρέπει να είναι σε θέση να εκπαιδεύσουν τους στρατιώτες που θα τεθούν υπό τη διοίκησή τους.

Επιπροσθέτως την 12η εβδομάδα πραγματοποιείται ΤΑΜΣ «Η ΔΡΙΑ ΣΕ ΟΛΕΣ ΤΙΣ ΦΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΑΓΩΝΑ», σε καταυλισμό στην περιοχή της Χερσονήσου, ενώ οι ΥΕΑ με ειδικότητα Μ/Κ ΠΖ διεξάγουν στο πεδίο βολής Λιτοχώρου εκπαίδευση σε αντικείμενα Μ/Κ ΠΖ. Ιδιαίτερη σημασία δίνεται στη σωματική αγωγή, έτσι ώστε οι αυριανοί μικροί ηγήτορες να είναι σε θέση και σωματικά να αντεπεξέλθουν στις δυσκολίες της αποστολής τους. Γι’ αυτό το λόγο το πρόγραμμα εκπαιδεύσεως προβλέπει σε καθημερινή βάση πρωινή γυμναστική καθώς και εκπαίδευση διέλευσης στίβου μάχης. Επιπλέον, στις εγκαταστάσεις της σχολής υπάρχουν γήπεδα μπάσκετ, βόλεϊ καθώς και ένα πλήρως εξοπλισμένο γυμναστήριο.

Οι ΔΕΑ ειδικότητας χειριστών βαρέων όπλων (όλμων, χειριστών αντιαρματικών όπλων, πολυβολητών καθώς και χειριστών όλμων των τεθωρακισμένων) συνεχίζουν την εκπαίδευσή τους στην πτέρυγα ειδικής εκπαίδευσης της σχολής για 5 εβδομάδες. Οι δόκιμοι χωρίζονται ανάλογα με την ειδικότητά τους σε κλάσεις, καθημερινά μαθήματα εξοικείωσης με τα όπλα τα οποία θα πρέπει να μάθουν να χειρίζονται με άνεση. Το πρόγραμμα εκπαιδεύσεως προβλέπει, ακόμα, επισκέψεις που είναι προγραμματισμένες σε διάφορους αρχαιολογικούς χώρους της νήσου, όπως το ιστορικό μοναστήρι στο Αρκάδι, τον αρχαιολογικό χώρο της Γόρτυνας και της Φαιστού, τον αρχαιολογικό χώρο της Κνωσού και αλλού.

Τα μαθήματα που γίνονται σε εξωτερικούς χώρους για το πρακτικό και στις αίθουσες για το θεωρητικό μέρος, πραγματοποιούνται τόσο κατά την ημέρα όσο και τη νύκτα με σκοπό την καλύτερη και πιο προσοδοφόρα εκπαίδευση. Η πορεία των εκπαιδευομένων ελέγχεται εβδομαδιαία με τη διεξαγωγή διαγωνισμάτων που πραγματοποιούνται κάθε Παρασκευή, ενώ θα πρέπει να τονιστεί ότι έχουν την ευκαιρία να γνωρίσουν τις πραγματικές δυνατότητες των όπλων πραγματοποιώντας εικονικές βολές, βολές υποδιαμετρημάτων καθώς και πραγματικές βολές στα πεδία βολής που διαθέτει η σχολή.

Όσον αφορά στην ψυχαγωγία των ΥΕΑ, θα πρέπει να τονιστεί ότι μέσα στο στρατόπεδο πέραν του ΚΨΜ υπάρχει μια πλήρως εξοπλισμένη αίθουσα internet, μια βιβλιοθήκη στην οποία βρίσκει κανείς βιβλία στρατιωτικού και μη ενδιαφέροντος, ενώ οργανώνονται ψυχαγωγικές εκδηλώσεις στους χώρους της σχολής.

5. Αποφοίτηση ΥΕΑ

Τις τελευταίες ημέρες της εκπαίδευσης ξεκινά η προετοιμασία για την ονομασία των ΥΕΑ ως δόκιμων πλέον αξιωματικών του στρατού. Μια γιορτή ουσιαστικά για την σχολή, η οποία
πραγματοποιείται με την παρουσία των στρατιωτικών και πολιτικών αρχών, συγγενών και φίλων των ΥΕΑ, καθώς και με την παρουσία των πολιτικών αρχών της περιοχής. Κατά τη διάρκεια της τελετής πραγματοποιείται η παράδοση της σημαίας από την προηγούμενη σειρά στη νεότερη, ενώ τελείται και η καθιερωμένη θρησκευτική λειτουργία. Με την παραλαβή των πτυχίων τους οι ΔΕΑ μαθαίνουν παράλληλα την πορεία και την επίδοσή τους στη σχολή σε ατομικό επίπεδο.

Η σχολή συνεχίζει το έργο της έτσι ώστε να τροφοδοτεί τις μάχιμες μονάδες με άρτια εκπαιδευόμενους διμοιρίτες αυξάνοντας τη μαχητική ισχύ του Στρατού Ξηράς. Η σχέση των ΔΕΑ, βέβαια, με το στρατό δεν ολοκληρώνεται με τη λήξη της θητείας τους, καθώς σε τακτά χρονικά διαστήματα καλούνται για μετεκπαίδευση στα νέα όπλα και τακτικές ενώ, παράλληλα, ανάλογα με τη μετεκπαίδευση στην οποία λαμβάνουν μέρος και τις ικανότητές τους, μπορούν να ανέβουν ιεραρχικά μέχρι και το βαθμό του Ταγματάρχη.

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Το Ελληνικό Πεζικό, που είναι το πρώτο Σώμα που συνεστήθη μετά την απελευθέρωση της χώρας και που έχει δρέψει δάφνες δόξας και τιμής στο πεδίο της μάχης, αλλά και κατά τη διάρκεια ειρηνικών περιόδων.  Το Ελληνικό Πεζικό το έχουν λαμπρύνει σημαντικές προσωπικότητες, αλλά και οι απλοί Έλληνες στρατιώτες, που σε αλλοτινούς δύσκολους καιρούς, έδωσαν τη ζωή τους, θυσιάστηκαν για να μπορεί σήμερα η Ελλάδα να είναι μία σύγχρονη, ανεξάρτητη ελεύθερη και δημοκρατική χώρα.  

Με την τεράστια ηθική δύναμη που αντλεί από το ιστορικό του παρελθόν και την ανυπολόγιστη προσφορά του σε αίμα, συνεχώς εξελίσσεται, μεταλλάσσεται και προσαρμόζεται στις ραγδαίες εξελίξεις της τεχνικής, της τακτικής και της τεχνολογίας, παρέχοντας όλες τις εγγυήσεις ότι θα βαδίσει και στο μέλλον στην οδό της τιμής, του καθήκοντος και της δόξας. Ο πεζός αξιωματικός και ο οπλίτης, στο σύγχρονο επιχειρησιακό περιβάλλον, απαιτείται να κατέχει εξειδικευμένες γνώσεις σε πληθώρα αντικειμένων.

Ειδικότερα, απαιτείται να γνωρίζει τη χρήση μεγάλου αριθμού πυρομαχικών (χειροβομβίδες, οπλοβομβίδες, κλπ), ευρείας γκάμας οπλικών συστημάτων (πιστόλια, τυφέκια, οπλ/λα, πολ/λα, Α-Τ, κλπ), και μέσων (συσκευές ασυρμάτου, ερπυστριοφόρα, κλπ). Ταυτόχρονα, όμως, πρέπει να συνεχίσει να στηρίζεται και να εκμεταλλεύεται το έδαφος, με την άριστη γνώση της ατομικής τακτικής και της τακτικής χρησιμοποίησης των τμημάτων του.

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΚΟ ΥΛΙΚΟ
 
(Κάντε κλικ στις φωτογραφίες για μεγέθυνση)

* ΑΚΟΛΟΥΘΕΙ: ΜΕΡΟΣ Α'