Σάββατο, 5 Νοεμβρίου 2016

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΣΟΦΟΚΛΗΣ - Οἰδίπους ἐπὶ Κολωνῷ (254-309)

Αποτέλεσμα εικόνας για Οἰδίπους ἐπὶ ΚολωνῷΕΠΕΙΣΟΔΙΟΝ Α΄

ΧΟ. ἀλλ᾽ ἴσθι, τέκνον Οἰδίπου, σέ τ᾽ ἐξ ἴσου
255 οἰκτίρομεν καὶ τόνδε συμφορᾶς χάριν·
τὰ δ᾽ ἐκ θεῶν τρέμοντες οὐ σθένοιμεν ἂν
φωνεῖν πέρα τῶν πρὸς σὲ νῦν εἰρημένων.
ΟΙ. τί δῆτα δόξης ἢ τί κληδόνος καλῆς
μάτην ῥεούσης ὠφέλημα γίγνεται,
260 εἰ τάς γ᾽ Ἀθήνας φασὶ θεοσεβεστάτας
εἶναι, μόνας δὲ τὸν κακούμενον ξένον
σῴζειν οἵας τε καὶ μόνας ἀρκεῖν ἔχειν;
κἄμοιγε ποῦ ταῦτ᾽ ἐστίν; οἵτινες βάθρων
ἐκ τῶνδέ μ᾽ ἐξάραντες εἶτ᾽ ἐλαύνετε,
265 ὄνομα μόνον δείσαντες· οὐ γὰρ δὴ τό γε
σῶμ᾽ οὐδὲ τἆργα τἄμ᾽· ἐπεὶ τά γ᾽ ἔργα μου
πεπονθότ᾽ ἐστὶ μᾶλλον ἢ δεδρακότα,
εἴ σοι τὰ μητρὸς καὶ πατρὸς χρείη λέγειν,
ὧν οὕνεκ᾽ ἐκφοβῇ με· τοῦτ᾽ ἐγὼ καλῶς
270 ἔξοιδα. καίτοι πῶς ἐγὼ κακὸς φύσιν,
ὅστις παθὼν μὲν ἀντέδρων, ὥστ᾽ εἰ φρονῶν
ἔπρασσον, οὐδ᾽ ἂν ὧδ᾽ ἐγιγνόμην κακός;
νῦν δ᾽ οὐδὲν εἰδὼς ἱκόμην ἵν᾽ ἱκόμην,
ὑφ᾽ ὧν δ᾽ ἔπασχον, εἰδότων ἀπωλλύμην.
275 ἀνθ᾽ ὧν ἱκνοῦμαι πρὸς θεῶν ὑμᾶς, ξένοι,
ὥσπερ με κἀνεστήσαθ᾽, ὧδε σώσατε,
καὶ μὴ θεοὺς τιμῶντες εἶτα τοὺς θεοὺς
μώρους ποεῖσθε μηδαμῶς· ἡγεῖσθε δὲ
βλέπειν μὲν αὐτοὺς πρὸς τὸν εὐσεβῆ βροτῶν,
280 βλέπειν δὲ πρὸς τοὺς δυσσεβεῖς· φυγὴν δέ του
μήπω γενέσθαι φωτὸς ἀνοσίου †βροτῶν†.
ξὺν οἷς σὺ μὴ κάλυπτε τὰς εὐδαίμονας
ἔργοις Ἀθήνας ἀνοσίοις ὑπηρετῶν.
ἀλλ᾽, ὥσπερ ἔλαβες τὸν ἱκέτην ἐχέγγυον,
285 ῥύου με κἀκφύλασσε· μηδέ μου κάρα
τὸ δυσπρόσοπτον εἰσορῶν ἀτιμάσῃς.
ἥκω γὰρ ἱερὸς εὐσεβής τε καὶ φέρων
ὄνησιν ἀστοῖς τοῖσδ᾽· ὅταν δ᾽ ὁ κύριος
παρῇ τις, ὑμῶν ὅστις ἐστὶν ἡγεμών,
290 τότ᾽ εἰσακούων πάντ᾽ ἐπιστήσῃ· τὰ δὲ
μεταξὺ τούτου μηδαμῶς γίγνου κακός.
ΧΟ. ταρβεῖν μέν, ὦ γεραιέ, τἀνθυμήματα
πολλή ᾽στ᾽ ἀνάγκη τἀπὸ σοῦ· λόγοισι γὰρ
οὐκ ὠνόμασται βραχέσι· τοὺς δὲ τῆσδε γῆς
295 ἄνακτας ἀρκεῖ ταῦτά μοι διειδέναι.
ΟΙ. καὶ ποῦ ᾽σθ᾽ ὁ κραίνων τῆσδε τῆς χώρας, ξένοι;
ΧΟ. πατρῷον ἄστυ γῆς ἔχει· σκοπὸς δέ νιν,
ὃς κἀμὲ δεῦρ᾽ ἔπεμψεν, οἴχεται στελῶν.
ΟΙ. ἦ καὶ δοκεῖτε τοῦ τυφλοῦ τιν᾽ ἐντροπὴν
300 ἢ φροντίδ᾽ ἕξειν αὐτὸν ὥστ᾽ ἐλθεῖν πέλας;
ΧΟ. καὶ κάρθ᾽, ὅταν περ τοὔνομ᾽ αἴσθηται τὸ σόν.
ΟΙ. τίς δ᾽ ἔσθ᾽ ὁ κείνῳ τοῦτο τοὖπος ἀγγελῶν;
ΧΟ. μακρὰ κέλευθος· πολλὰ δ᾽ ἐμπόρων ἔπη
φιλεῖ πλανᾶσθαι, τῶν ἐκεῖνος ἀίων,
305 θάρσει, παρέσται. πολὺ γάρ, ὦ γέρον, τὸ σὸν
ὄνομα διήκει πάντας, ὥστε κεἰ βραδὺς
εὕδει, κλύων σοῦ δεῦρ᾽ ἀφίξεται ταχύς.
ΟΙ. ἀλλ᾽ εὐτυχὴς ἵκοιτο, τῇ θ᾽ αὑτοῦ πόλει
ἐμοί τε· τίς γὰρ ἐσθλὸς οὐ χαὐτῷ φίλος;

***

ΕΠΕΙΔΟΔΙΟ ΠΡΩΤΟ


ΧΟ. Παιδί του Οιδίποδα, να ξέρεις, σε πονάμε255όσο κι αυτόν, για τη βαριά σας μοίρα.Αλλά ο φόβος των θεών μάς αφαιρείτο σθένος, να πούμε κάτι περισσότερο σε σένα,απ᾽ ό,τι ώς τώρα είπαμε.ΟΙ. Τί ωφελεί λοιπόν η δόξα, σε τί το φημισμένοόνομα που πάει χαμένο, αν είναι,260όπως το λεν, θεοσεβέστατη η Αθήνα, η μόνη που μπορείτον κακοπαθημένο ξένο να τον σώσει, μόνηνα του παρασταθεί;Πού πήγαν όλα αυτά για μένα; όταν εσείς, αφούμε ξεσηκώσατε από τη θέση αυτή,τώρα με διώχνετε, μόνο και μόνο από φόβο265για τ᾽ όνομά μου· όχι ασφαλώς γι᾽ αυτό που είμαιμήτε για τα δικά μου έργα, αφού τα έργα μουείναι τα πάθη μάλλον που έχω πάθει, όχι οι πράξεις μου,αν επιτρέπεται κι εγώ να πωόσα έχουν σχέση με τη μάνα, τον πατέρα μου,αυτά που σε φοβίζουν και με διώχνεις.Καλά το ξέρω αυτό. Όμως πώς θα μπορούσα εγώ270να ᾽μαι κακούργος από φυσικού μου, όταναμύνθηκα αντιδρώντας στο κακό. Ακόμη κι ανεν γνώσει μου το είχα κάνει, πάλιδεν θα γινόμουνα εγκληματίας γι᾽ αυτό.Μα τώρα φτάνω εδώ που έφτασα σε απόλυτη άγνοια,ενώ εκείνοι που προκάλεσαν τη βλάβη μου,γνωρίζοντας μ᾽ έφεραν στον χαμό.275Γι᾽ αυτό, σας ικετεύω, ξένοι, στο όνομα των θεών,όπως καλά με ξεσηκώσατε, έτσικαι να με σώσετε· και μην, τιμώντας τους θεούςτη μια φορά, την άλλη μωρούς τούς λογαριάζετε.Αλλά σκεφτείτε, βλέπουν τον ευσεβή οι θεοί,280βλέπουν ωστόσο και τους δυσσεβείς· ποτέ κανείςθνητός ανόσιος δεν μπόρεσε να τους ξεφύγει.Προσέχοντας κι εσύ το βλέμμα τους,μην αμαυρώσεις τη μακαρισμένη Αθήνα,μ᾽ ανόσια έργα μην την κηλιδώσεις.Αλλά, καθώς με δέχτηκες ικέτη κι έδωσες την υπόσχεση,285προστάτεψέ με, σώσε με, μη με καταφρονήσειςμόνο και μόνο για την όψη μου που ανθρώπου μάτιδεν μπορεί να την αντέξει.Έφτασα εδώ αφιερωμένος κι ευσεβής,φέρνω μαζί μου στους πολίτες όφελος· όταν ο αρμόδιοςφανεί, όποιος κι αν είναι ο ηγεμόνας σας,290τότε κι εσύ θ᾽ ακούσεις, θα τα μάθεις όλα.Στο μεταξύ κοίτα ο ίδιος μην κριματιστείς.ΧΟ. Μεγάλη ανάγκη, γέροντα, τις σκέψεις σουνα σεβαστούμε, αφού τις ομολόγησες μιλώνταςβαρυσήμαντα. Όμως οι άρχοντες της χώρας θα πάρουν295την απόφαση που πρέπει — αυτό μου φτάνει.ΟΙ. Πού μένει τώρα ο κύριος της χώρας, ξένε;ΧΟ. Στην πατρική πρωτεύουσα· κι εκείνος ο σκοπόςπου μ᾽ έστειλε εδώ, ο ίδιος τρέχονταςπήγε να τον γυρέψει.ΟΙ. Αλήθεια, το πιστεύετε πως θα ντραπεί αυτόςέναν τυφλό, θα δείξει ενδιαφέρον τόσο,300να ᾽ρθει εδώ αυτοπροσώπως;ΧΟ. Και μάλιστα πολύ, μόλις ακούσει το όνομά σου προπαντός.ΟΙ. Κι αυτό το μήνυμα σ᾽ εκείνον ποιός θα φέρει;ΧΟ. Είναι μακρύς ο δρόμος, αλλά στο διάβα τουςκυκλοφορούν πολλές ειδήσεις οι διαβάτες. Όταντο νέο φτάσει στα δικά του αφτιά, μην αμφιβάλλεις,305θά ᾽ρθει. Γιατί έχει γίνει διαβόητο στον κόσμο τ᾽ όνομά σου,γέροντα, οπότε κι αν νωχελικά αναπαύεται,θα φτάσει εδώ πετώντας.ΟΙ. Μακάρι νά ᾽ρθει, για τη δική του πόληκαι για μένα· γιατί ποιός κάνει το καλό,που να μη σκέφτεται και το δικό του το καλό;

Η προσωκρατική Επιστημονική Επανάσταση

Αποτέλεσμα εικόνας για Η προσωκρατική Επιστημονική ΕπανάστασηΜέχρι την προσωκρατική περίοδο οι άνθρωποι δέχονταν στωικά ότι προϋπήρχε ένα μυστικιστικό στοιχείο, μια «θεϊκή ύλη» η οποία γέννησε τους θεούς και αυτοί με την σειρά τους άσκησαν την καθοριστική, διαμορφωτική ενέργειά τους και έτσι προέκυψε το σύμπαν Εν αρχή λοιπόν υπήρχε ο μύθος σαν εκφραστής κάθε φαινομένου και κάθε μορφής μέσα στο Σύμπαν Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα των αρχαίων Ελλήνων, όπου μέσω των ποιημάτων του ο μύστης Ορφέας συνθέτει για την αρχαιοελληνική θρησκεία την αρχή του κόσμου. Κατά τον Ορφέα λοιπόν υπάρχει το Χάος όπου βρίσκεται συμπυκνωμένο στο γιγαντιαίο κοσμικό αυγό. Όταν το κοσμικό αυγό άνοιξε στα δυο, διερράγη και από το πάνω μέρος του σχηματίστηκε ο Ουρανός, ενώ από το κάτω μέρος η Γη. Από το κεντρικό σπέρμα του αυγού πήρε τη μορφή ο Φάνης, ο φωτεινός, ο υπαρκτός, το Υπέρτατο Ον και φως, ο πρώτος των θεών, ο πρωτόγονος Έρωτας, η πνευματική και εντός της φύσης δύναμη που ωθεί σε ένωση και δημιουργία.
 
Στις Όρνιθες ο Αριστοφάνη διηγείται: «Ήταν το Χάος, η Νύχτα, το μαύρο Έρεβος και ο φαρδύς Τάρταρος. Δεν υπήρχε ούτε Γη ούτε Αέρας ούτε ουρανός. Στην αρχή μέσα στους απέραντους κόρφους του Ερέβους γέννησε η μαυροφτέρουγη Νύχτα δίχως αρσενική σπορά ένα αυγό. Από αυτό σαν πέρασε ο καιρός, βγήκε ο ποθητός Έρωτας με χρυσά φτερά στην πλάτη που έλαμπαν και γοργός σαν τον άνεμο. Αυτός έσμιξε στο σκοτάδι με το φτερωτό Χάος μέσα στον πλατύ Τάρταρο, κλώσησε το γένος μας και το έφερε στο φώς. Πρωτύτερα δεν υπήρχαν αθάνατοι, ώσπου ο Έρωτας συνένωσε τα πάντα. Και όπως ενώθηκαν το ένα με το άλλο, γεννήθηκε ο Ουρανός, ο Ωκεανός, η Γη και όλο το αθάνατο γένος των μακάριων θεών». Όμως οι μύθοι της δημιουργίας του κόσμου άρχισαν να χλομιάζουν τον 6ο π.Χ. αιώνα στην Ιωνία όπου αναπτύχθηκε μια νέα πολιτισμική αντίληψη. Γεννήθηκε' η ιδέα ενός σύμπαντος με εσωτερική τάξη και κανόνες στους οποίους η φύση υποτάσσεται. Πρωτεργάτης των ιδεών αυτών ήταν ο αστρονόμος και φιλόσοφος Θαλής ο Μιλήσιος.
 
Την εποχή εκείνη επικρατούσε η άποψη ότι τέσσερα ήταν τα στοιχεία που δομούσαν τον κόσμο μας, το ύδωρ, το πυρ, ο αήρ και ή γη. Όλα τα αντικείμενα στην φύση συνθέτονταν από αυτά και η μορφή τους καθοριζόταν από την αναλογία τους. Πρώτος λοιπόν ο Θαλής έρχεται να εισάγει την έννοια της «αρχής» του κόσμου, δηλαδή της γενεσιουργού αιτίας των πάντων' Σύμφωνα με την άποψη του μεγάλου φιλόσοφου, ο πολύμορφος κόσμος των φυσικών φαινομένων έχει ενότητα και προέρχεται από μόνο μια δημιουργική φυσική αρχή και αιτία, το νερό. Δεν θα μπορούσαμε παρά να χαρακτηρίσουμε την άποψη αυτή ριζοσπαστική και επαναστατική καθώς για πρώτη φορά στην κοσμογονία παραμερίζεται ο μύθος. Είναι πρώτη φορά που απομακρύνονται οι θεοί από τα ανθρώπινα δρώμενα. Έτσι λοιπόν όλα τα όντα στην φύση προέρχονται από το νερό μέσω των διαδικασιών της αραίωσης και της πύκνωσης. Οι διαδικασίες αυτές είναι τα αρχικά αίτια της κίνησης, αφού το αρχέγονο ύδωρ είναι ταυτόχρονα και η αρχή της κίνησης, που για τους προσωκρατικούς ήταν η αιτία της δημιουργίας της ζωής. Ο Θαλής πίστευε ότι όλο το σύμπαν ήταν υδάτινης προέλευσης και είχε σχήμα ημισφαιρικό. Το εσωτερικό του ήταν γεμάτο αέρα, ενώ την κοίλη επιφάνεια του αποτελούσε ο ουρανός. Στο επίπεδο της βάσης του θόλου βρίσκονταν ακίνητη η γη και επέπλεε στα συμπαντικά ύδατα.
 
Η διάνοια του Θαλή δεν σταματάει όμως μόνο εδώ. Ουσιαστικά είναι ο πρώτος που αντιμετωπίζει φιλοσοφικά την έννοια της ύλης και την ανάγει σε κάτι καθολικό από το οποίο δημιουργείται και απαρτίζεται όλο το σύμπαν. Στα μεταγενέστερα χρόνια η συμπαντική ουσία με την έννοια που περιέγραφε ο Θαλής θα πάρει την προσωνυμία «κοσμική» ύλη.
 
Όπως ήταν φυσικό η άποψη αυτή του Θαλή ήταν η απαρχή μιας σειράς κοσμοθεωριών που θα περιέγραφαν με φυσικό τρόπο την δημιουργία και την μορφολογία του κόσμου μας. Ο Αναξίμανδρος, μαθητής του Θαλή, είχε μια διαφορετική αντίληψη για τον κόσμο μας. Σύμφωνα με αυτή υπάρχει μια άχρονη, αναλλοίωτη κοσμική ουσία από την οποία όλα προέρχονται και σε αυτήν καταλήγουν. Κατά τον Αναξίμανδρο η αρχή αυτή ήταν το «άπειρο», το οποίο μεταμορφωνόταν στα τέσσερα στοιχειά που δημιουργούσαν το σύμπαν μας. Από τα τέσσερα αυτά στοιχεία σχηματίζονταν όλα τα όντα τα οποία μετά την φθορά τους θα επέστρεφαν στο άπειρο.
 
Έτσι λοιπόν το άπειρο αποτελούσε τη μήτρα του κόσμου. Η ζωή άρχισε με «σπέρμα γόνιμο» μέσα στο κοσμικό αυγό. Το σπέρμα γονιμοποιήθηκε με το αντίθετό του και αποσπάστηκε από το άπειρο. Στην συνέχεια η ανάπτυξή του έγινε μέσα σε μια πύρινη σφαίρα που περιείχε μια ψυχρή μάζα. Τότε διαχωρίστηκαν στον εξωτερικό πύρινο θόλο, στον οποίο περιλαμβάνονταν ο ήλιος, η σελήνη και τα άστρα, και στον εσωτερικό κόσμο που περιείχε την θάλασσα και την ξηρά.
 
Σύμφωνα με τον Διογένη τον Λαέρτιο, ο Αναξίμανδρος υποστήριζε ότι η Γη είναι σφαιροειδής: «Ο Αναξίμανδρος θεωρούσε ότι η Γη είναι τοποθετημένη στην μέση του Σύμπαντος, κατέχουσα το κέντρο του Κόσμου, και ότι είναι σφαιροειδής. Η Σελήνη δεν έχει δικό της φως είναι δηλαδή ετερόφωτο σώμα και φωτίζεται από το φως του Ήλιου. Αλλά και τούτος ο Ήλιος δεν είναι μικρότερος από την Γη και αποτελείται από καθάριο πυρ». Ακόμα, με την βασική του υπόθεση πως όλα ξεκινούν και ξανακαταλήγουν στο «άπειρο», ο Αναξίμανδρος δεχόταν ότι χιλιάδες κόσμοι γεννιούνται και πεθαίνουν, όπως και ο δικός μας που κάποτε θα καταστραφεί. Πίστευε δηλαδή ότι στο σύμπαν υπάρχουν άπειρα κοσμικά συστήματα, άπειροι Κόσμοι. Την άποψη του αυτή προσεγγίζει σε μεγάλο βαθμό και η σύγχρονη αστροφυσική.
 
Στην κοσμοθεωρία του Αναξίμανδρου εμπεριέχεται μια μορφή φυσικού νόμου. Ένα είδος κοσμικής δικαιοσύνης η οποία κρατάει σε ισορροπία τα τέσσερα στοιχεία της φύσης. Δεν ξεχωρίζει κάποιο από αυτά ως κυρίαρχο αλλά τα θεωρεί όλα ισάξια και ισότιμα διαφωνώντας έτσι με τον δάσκαλό του. Στην άποψη του αυτή μπορούμε να διακρίνουμε πως κρύβεται μια αίσθηση ηθικής η οποία πηγάζει από την επιθυμία του να μην διασαλέψει την σχέση δικαιοσύνης των τεσσάρων στοιχείων. Αν προσπαθήσουμε να προεκτείνουμε την κοσμοθεωρία του Αναξίμανδρου θα πρέπει να εντάξουμε και τον άνθρωπο μέσα σε αυτήν την ηθική σκοπιά. Κατά συνέπεια, ο άνθρωπος όντας κομμάτι αυτού του κόσμου θα πρέπει να βρει και αυτός την ισορροπία του μέσα σε αυτόν, προκειμένου να εναρμονιστεί με το όλο.
 
Ένα βελτιωμένο μοντέλο κοσμολογίας πρόσφερε ο μαθητής του Αναξίμανδρου, Αναξιμένης. Σύμφωνα με αυτό ο αχανής Αέρας, που θεωρούσε ως αρχή των πάντων, περιέχει αναρίθμητους Κόσμους. Στην φιλοσοφική άποψη του Αναξιμένη διαφαίνεται η ιδέα μιας ταυτόχρονης πολλαπλότητας Κόσμων σε αντίθεση με την άποψη του δασκάλου του περί διαδοχής των Κόσμων.
 
Άλλη μια προσφορά του Αναξιμένη στην σκέψη της ανθρωπότητας ήταν η εξής. Πρέσβευε ότι ο αέρας στην προκοσμική του μορφή είναι αόρατος και μη αισθητός δηλαδή χωρίς ποιοτικά χαρακτηριστικά, όμως γίνεται Αντιληπτός όταν μεταβληθεί η θερμοκρασία και η υγρασία του. Με το σκεπτικό αυτό εισάγει το ποσοτικό κριτήριο για τις ποιοτικές διαφορές. Η διαδικασία εξαγωγής του συμπεράσματος τον καθιστά εύλογα πρόδρομο της «λογικής σκέψης». Η έννοια της λογικής σκέψης και η δύναμη της ως επιστημονική αλήθεια θα υπάρξει τομέας σύγκρουσης μεταξύ δύο πανίσχυρων φιλοσοφικών ρευμάτων του 16ου-17ου αιώνα. Αναφέρομαι στον Ορθολογισμό και τον Θετικισμό που έμελλαν να παίξουν καθοριστικό ρόλο για την διαμόρφωση της αντίληψης του ανθρώπου περί της «αίσθησης» της πραγματικότητας.
 
Άλλη μια αντιπαράθεση που βρίσκει την αφετηρία της στου αρχαίους φιλοσόφους ήταν περί της σταθερότητας ή μη του σύμπαντος. Υποστηρικτής ενός μη σταθερού σύμπαντος ήταν ο Ηράκλειτος ο Εφέσιος.
 
Η φιλοσοφική θεώρηση του συνοψίζεται στην μεταφυσική του φράση «πάντα ρει μηδέποτε κατά τ'αυτόν μένει», ή ότι «πάντα χωρεί και ουδέν μένει».
 
Με άλλα λόγια, για τον Ηράκλειτο δεν υπάρχει καμία σταθερότητα, αλλά μόνο διαρκής ροή, μια αιώνια κίνηση. Υποστήριζε ότι οι αισθήσεις οδηγούν σε πλάνη αφού πείθουν για την σταθερότητα του «είναι», ενώ πίσω από τα φαινόμενα υπάρχει ως πραγματικότητα η αδιάκοπα μεταβαλλόμενη ουσία του αιώνιου πυρός. Αντίθετη άποψη όμως είχε ο Παρμενίδης ο οποίος πίστευε ότι η πλάνη των αισθήσεων αρχίζει από τη φαινομενική αλλαγή και την φθορά, ενώ πίσω από αυτές υπάρχει το αμετάβλητο «είναι».
 
Παρόλη την αντίθετη άποψη που είχαν οι δύο αυτοί φιλόσοφοι δεν πρέπει να παρακάμψουμε το σημείο στο οποίο συγκλίνουν. Και ο Ηράκλειτος και ο Παρμενίδης δεν δέχονται τα δεδομένα των αισθήσεων ως έγκυρα και αληθινά. Αντίθετα, χαρακτηρίζουν τις αισθήσεις ως απατηλές που οδηγούν σε πλάνη. Στην ιδέα αυτή βασίζεται το φιλοσοφικό ρεύμα του Ορθολογισμού που θα ανθίσει τον 16ο-17ο αιώνα. Έτσι λοιπόν για άλλη μια φορά βρίσκουμε τους αρχαίους έλληνες φιλοσόφους να φυτεύουν τους σπόρους που μετέπειτα θα διαμορφώσουν την εξέλιξη της ανθρωπότητας. Το 570 π.Χ. στην Κολοφώνα της Ιωνίας γεννήθηκε ο Ξενοφάνης και ως εκ τούτου προτού φύγει από την πατρίδα του είχε εξοικειωθεί με την Ιωνική φιλοσοφία,. Αναγκάστηκε να εγκαταλείψει τη γενέτειρά του, όταν την κατέκτησαν οι Πέρσες και από τότε γύριζε ως ραψωδός από τόπο σε τόπο, ώσπου κατέληξε στην Ελέα της κάτω Ιταλίας, όπου και εγκαταστάθηκε. Εκεί ο Ξενοφάνης ίδρυσε την πρώτη πραγματική σχολή φιλοσοφίας, την Ελεατική.
 
Ως ποιητής και ραψωδός καθώς και ως φιλόσοφος, ο Ξενοφάνης άσκησε αυστηρή κριτική στην θρησκεία και την ηθική της εποχής του και επεδίωξε να ελευθερώσει τους συνανθρώπους του από παλιές πλάνες και δεισιδαιμονίες δίνοντάς τους μια φιλοσοφική εικόνα περί κόσμου. Διέκρινε τον ανθρωπομορφισμό που διέπει τους θεούς και έλεγε: «Οι Αιθίοπες ζωγραφίζουν τους θεούς τους μαύρους και με πλατιά μύτη, οι Θράκες με γαλανά μάτια και κόκκινα μαλλιά. Αν τα βόδια, τα λιοντάρια ή τα άλογα είχαν χέρια και μπορούσαν να ζωγραφίσουν, θα ζωγράφιζαν τις εικόνες των θεών τους όμοιες με ζώα».
 
Με την συγκριτική μέθοδο που εφαρμόζει στην ιστορία της θρησκείας ο Ξενοφάνης, προσπάθησε να αποδείξει την σχετικότητα της άποψης που έχουν οι άνθρωποι για τους θεούς τους.
 
Οι παραστάσεις αυτές δεν εγγίζουν καθόλου την απόλυτη και καθαρή έννοια που είχε ο Ξενοφάνης για το θεό. Η έννοια αυτή είναι ασυμβίβαστη με την ανθροπωμορφία, με την ανηθικότητα και με την γενεαλογία των θεών της λαϊκής θρησκείας. Ο Αριστοτέλης θεωρούσε ότι ο Ξενοφάνης ήταν ο πρώτος «ενίσας», δηλαδή ο πρώτος που έτεινε σε εποπτική αντίληψη των πραγμάτων, και παράλληλα ο πρώτος μεταφυσικός, ο οποίος αποκάλυψε την πλάνης της ανθρωπόμορφης παράστασης των θεών.
 
Στα ποιήματά του καταπολεμούσε τον θρησκευτικό μύθο και δίδασκε ότι ο θεός ήταν ένας, ασώματος, και ταυτόσημος προς μια ανώτερη κοσμική τάξη:. Με την άποψη αυτή ο Ξενοφάνης ξεχωρίζει τον θεό από τον κόσμο και έτσι αρνείται ότι οι θεοί ήταν αυτοί που δώρισαν τον κόσμο και τον πολιτισμό στους ανθρώπους. Αντίθετα πιστεύει ότι οι άνθρωποι με την έρευνα ανακαλύπτουν τα πάντα και βήμα-βήμα τα τελειοποιούν.
 
Ο τρόπος με τον οποίο σχηματίζει ο Ξενοφάνης την εικόνα του κόσμου είναι φυσιοκρατικός και ως προς αυτό ακολουθεί τα ίχνη του Αναξίμανδρου και του Αναξιμένους. Την Γη την φαντάζεται στο κέντρο του κόσμου, απεριόριστη και ακίνητη καθώς έχει τις ρίζες τις στο άπειρο. Τον αέρα και την ατμόσφαιρα δε, τα φαντάζεται να εκτείνονται επ' άπειρο προς τα πάνω, γι' αυτό και δεν υπάρχει γι' αυτόν ουράνιος θόλος. Η ξηρά και η θάλασσα βρίσκονται σε αγώνα η μία με την άλλη. Από τα απολιθώματα συμπεραίνει ο φιλόσοφος, ότι εκεί που τώρα είναι ξηρά, θα ήταν πριν θάλασσα. Η θάλασσα υπερισχύει, κατ' αυτόν, περιοδικώς της ξηράς και το αποτέλεσμα είναι μια περιοδική καταστροφή και ανανέωση των μορφών της ζωής. Όλα προέρχονται από χώμα και ύδωρ και όλα επιστρέφουν στο χώμα. Ο Ξενοφάνης εξηγεί όλα τα φαινόμενα του ουρανού από το ύδωρ. Όλα τα άστρα, ακόμα και ο ήλιος, σχηματίστηκαν από εξατμίσεις. Κλείνοντας και συνοψίζοντας έτσι όπως τα φυσικά φαινόμενα, τα εξηγεί αιτιοκρατικά, όπως και την πρόοδο του πνεύματος την οποία ανάγει στην προσπάθεια του ανθρώπου. Ο πολιτισμός είναι έργο ανθρώπου και όχι δώρο θεού προς άνθρωπο! Η μεγάλη όμως φιλοσοφική μορφή της ελεατικής σχολής είναι ο Παρμενίδης, ο οποίος γεννήθηκε το 515 π.Χ. στην Ελέα και υπήρξε μαθητής του Ξενοφάνη. Το έργο του φέρει και αυτό τον τίτλο «Περί φύσεως» και αποτελεί ένα φιλοσοφικό ποίημα, που καλύπτεται από θρησκευτική ατμόσφαιρα.
 
Η φιλοσοφική σκέψη του Παρμενίδη δεν είναι ριζωμένη μέσα στην φύση ούτε μέσα στην έννοια του θεού, αλλά μέσα στην έννοια της αλήθειας. Όταν ο Πλάτωνας αργότερα έθεσε το ερώτημα «τι εστίν επιστήμη», τι είναι γνώση, και το χαρακτήρισε θεμελιακό ερώτημα της φιλοσοφίας, μνημόνευσε ξεκάθαρα τον Παρμενίδη και τον θεώρησε τον μόνο ομόφρονά του απ' όλους τους προσωκρατικούς. Ο Πλάτωνας, στον διάλογό του «Θεαίτητος», χαρακτηρίζει τον Παρμενίδη ως πνεύμα με σπάνια και ευγενική βαθύτητα. Και αυτό γιατί αυτός ήταν που ανακάλυψε τον Κόσμο της Νόησης.
 
Η αλήθεια πηγάζει, κατά τον Παρμενίδη, από την καθαρή νόηση. Γι' αυτό δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι στο φιλοσοφικό του ποίημα, η θεά της αλήθειας είναι εκείνη που εξαγγέλλει την έννοια ενός νέου φιλοσοφικού όρου που βάζει ο Παρμενίδης, του όρου «Είναι» που αντιπροσωπεύει αυτό που πραγματικά υπάρχει προαιώνια μέσα στο Σύμπαν αόρατο και έξω από τη δυνατότητα των ανθρώπινων αισθήσεων. Το «είναι» σε πολλές περιπτώσεις το ονομάζουμε και «Ον».
 
Το Είναι οφείλει να είναι μοναδικό ενιαίο και αδιάσπαστο και ταυτίζεται με την έννοια της συμπαντικής αλήθειας, γι' αυτό και η αλήθεια πρέπει να είναι μία. Ούτε το Είναι ούτε η αλήθεια είναι δυνατόν να υπάρχουν, μέσα στον υλικό και αισθητό κόσμο των άπειρων και ανεξάρτητων μεταξύ τους αντικειμένων και μορφών. Το αισθητό και υλικό Σύμπαν περιγράφεται από τον Παρμενίδη με την λέξη «γίγνεσθαι» που πολλές φορές εκφράζεται και με την έκφραση «Μη Ον». Το Είναι, για τον μεγάλο φιλόσοφο είναι πραγματικό αλλά μη αισθητό, ενώ το Γίγνεσθαι, μπορεί είναι αντιληπτό από τις ανθρώπινες αισθήσεις αλλά δεν είναι πραγματικό και αληθές.
 
Πως όμως ο άνθρωπος μπορεί να διακρίνει τι από όσα συμβαίνουν, ή αντιλαμβανόμαστε γύρω μας είναι πραγματικό και αληθινό, και τι ψευδές και απατηλό; Δηλαδή είναι μια δημιουργία του «γίγνεσθαι».
 
Η απάντηση του Παρμενίδη είναι ότι η νόηση είναι αυτή που μπορεί να κρίνει τι υπάρχει και τι δεν υπάρχει. Η Νόηση θα χωρίσει το Είναι από το Μη-Είναι, δηλαδή το ένα και αιώνιο από τα πολλά και φθαρτά.
 
Όταν μέσω της Νόηση καταφέρουμε να προσδιορίσουμε το «Είναι», τότε η εξελιγμένη αυτή νόηση ταυτίζεται με το Είναι την πρώτη αρχή του Σύμπαντος.
 
Με την προηγούμενη σκέψη ο Παρμενίδης έδωσε τον ορισμό αυτού που ονομάζουμε «Νόηση» ταυτίζοντάς την με την έννοια του Είναι.
 
Αυτό λοιπόν που κατηγορηματικά πρεσβεύει ο Παρμενίδης είναι ότι οι αισθήσεις μας, μας απατούν. Έτσι αφού το Είναι, η πραγματική αλήθεια του Σύμπαντος. ταυτίζεται με την έννοια της Νόησης μπορεί να γίνει αντιληπτό μόνο μέσω του Νου μας και όχι μέσω των ανθρώπινων αισθήσεών μας.
 
Έτσι οδηγείται στο συμπέρασμα ότι μόνο το Όν υπάρχει, ενώ το Μη-Όν δεν υπάρχει. Οι άνθρωποι απλά λόγω της πλάνης των αισθήσεών τους το τοποθετούν δίπλα στο 'Ον. Για τον λόγο αυτό ο Παρμενίδης τόνιζε την αντίθεση μεταξύ επιστήμης της γνώσης και της αντίστοιχης υποκειμενικής και εμπειρικής ανθρώπινης γνώσης.
 
Με τις απόψεις αυτές του Παρμενίδη, αλλάζει καμπή η ελληνική φιλοσοφία. Από τον δρόμο της φυσικής και της θεολογίας βάζει τη φιλοσοφία στον δρόμο της λογικής και του καθαρού λόγου. Ο Παρμενίδης δεν είναι ούτε φιλόσοφος της επιστήμης, ούτε της θρησκείας. Η φιλοσοφία του ανοίγει απλα τον δρόμο του Λόγου.
 
Η αλήθεια είναι μια, άρα μία είναι και η συμπαντική πρωταρχική ουσία, δηλαδή το Είναι πρέπει να είναι ένα και να έχει απόλυτη ενότητα. Και όπως η αλήθεια δεν υπόκειται στην φθορά του χρόνου και δεν κατακερματίζεται στις γνώμες πολλών, έτσι και το Είναι δεν αλλάζει και δεν μοιράζεται σε πολλά είδη. Όπως και η αλήθεια δεν επιδέχεται αύξηση και μείωση, έτσι και το Είναι δεν δέχεται τους προσδιορισμούς που προέρχονται από τον αισθητό κόσμο.
 
Το δεύτερο μέρος του φιλοσοφικού ποιήματος του Παρμενίδη αφορά αποκλειστικά τον κόσμο του Γίγνεσθαι και όχι του Είναι, δηλαδή τον κόσμο της φύσης όπως τον εννοεί η Ιωνική φιλοσοφία. Λέει λοιπόν πριν ξεκινήσει αυτό το κομμάτι του ποιήματος: «Με αυτά εδώ σταματάω τον έγκυρο λόγο και την κατανόηση της αλήθειας. Από εδώ και πέρα μάθε τις ανθρώπινες πλάνες, ακούοντας την απατηλή γοητεία των στίχων μου».
 
Το δεύτερο μέρος του ποιήματός του έχει σαν σκοπό να αναγάγει τις γνώμες και τις ερμηνείες των άλλων φιλοσοφικών συστημάτων σε μία αρχή, την αντίθετη δηλαδή αρχή της αλήθειας, την πλάνη. Λέει συγκεκριμένα ο Παρμενίδης «Όλα πρέπει να τα μάθεις, της ολοστρόγγυλης αλήθειας την ατρόμητη καρδιά αλλά και τις πλάνες των ανθρώπων που δεν έχουν έγκυρη γνώμη». Είναι επομένως μία κριτική των προηγούμενων φιλοσοφικών συστημάτων. Σε όλα αυτά έβρισκε το ίδιο λάθος, την προσπάθεια να εξηγήσουν τον κόσμο με ένα δυισμό, με δύο αντίθετα, το Είναι και το Μη-Είναι. Το Μη-Είναι όπως είπαμε για τον Παρμενίδη ταυτίζεται με το Γίγνεσθαι και δεν υπάρχει.
 
Έτσι το δεύτερο μέρος του ποιήματός του, επειδή ξεσκεπάζει την πλάνη των άλλων ρευμάτων, αποτελεί την επικύρωση του πρώτου τμήματος.
 
Όπως γίνεται φανερό από όλα τα προηγούμενα οι Προσωκρατικοί θετικοί επιστήμονες ήταν εκείνοι που θεμελίωσαν την επιστημονική σκέψη, την Δημοκρατική κοινωνική δομή, αλλά και την πίστη σε μια πρώτη αρχή που οι μετέπειτα ονόμασαν Θεό. Με λίγα λόγια δημιούργησαν τις βάσεις αυτού που ονομάζουμε σήμερα Δυτικό πολιτισμό.
.
Ο Ελληνικός αυτός πολιτισμός στηρίχθηκε πάνω σε δύο βασικές αλήθειες τις οποίες η σύγχρονη επιστήμη έχει αποδείξει θεωρητικά αλλά και πειραματικά.
 
Οι αλήθειες αυτές είναι:
 
Πρώτον. Ότι αντιλαμβάνονται οι αισθήσεις μας είναι ψεύτικο και δεν μπορεί να είναι ο δρόμος της προσέγγισης της αλήθειας του Σύμπαντος.
 
Δεύτερον: Τα πάντα μέσα στο Σύμπαν είναι Ένα και η διαίρεση που αντιλαμβανόμαστε είναι και αυτή μια πλάνη των αισθήσεων.
 
Μήπως αν αντιληφθούμε εκ νέου, με επιστημονικό και αποδεικτικό πλέον τρόπο, τις ξεχασμένες αυτές αλήθειες ξαναβρούμε το δρόμο προς ένα νέο Δυτικό πολιτισμό που τόσο έχουμε ανάγκη; Έναν πολιτισμό τον οποίο η Ελλάδα, ως μητέρα του, έχει την υποχρέωση να τον επαναφέρει στο δρόμο που οι προσωκρατικοί χάραξαν;

Μύθοι και Αλήθειες

Κάποιοι μύθοι τους οποίους πιστεύουμε ως αλήθειες, μάς εμποδίζουν να ξεκινήσουμε το ταξίδι της αυτο-επίγνωσης με σκοπό να ζήσουμε μια ζωή με νόημα, όραμα και δημιουργική δράση.

Ο καθένας έχει τους δικούς του προσωπικούς μύθους, αλλά υπάρχουν πολλοί που είναι κοινοί για όλους και βρίσκονται καταχωρημένοι στο συλλογικό ασυνείδητο.

Δεν είναι αναγκαίο να αμφισβητηθούν, οπότε το θέμα δεν ενδιαφέρει καθόλου όσους θέλουν να συνεχίσουν να ζουν την υφιστάμενη πραγματικότητά τους. Όμως, για αυτούς που έχουν κουραστεί από τα επαναλαμβανόμενα μοτίβα της ζωής τους και κάτι τους λέει μέσα τους - χωρίς να μπορούν να το αγγίζουν - ότι «δεν μπορεί να είναι μόνο αυτό, κάτι άλλο πρέπει να υπάρχει! Δεν μπορεί να είναι η ζωή ένα ατύχημα ή ένα τυχαίο γεγονός», τότε το θέμα αυτό έχει πολλά να τους προσφέρει.

Οι μύθοι αυτοί, ενόσω υπάρχουν ως καταχωρημένες αλήθειες στο ασυνείδητο, θα εμποδίζουν την οποιαδήποτε απελευθέρωση από ό,τι μας παγιδεύει και θα σαμποτάρουν την οποιαδήποτε προσπάθεια αλλαγής της ζωής μας. καλό είναι, επομένως, να εξετάσουμε μερικούς από αυτούς και, έπειτα, ας συνεχίσει ο καθένας με τον εντοπισμό και τη διερεύνηση των δικών του προσωπικών μύθων.

Η ζωή είναι αυτό που βλέπω, ακούω, διαβάζω, αντιλαμβάνομαι, γεύομαι, μυρίζω, σκέφτομαι.

Αυτό που αντιλαμβάνομαι είναι αντικειμενικό, στατικό και δεν αλλάζει.


Η ζωή συμβαίνει έξω από μένα, ανεξάρτητα από μένα κι εγώ είμαι θύμα της.

Είμαι οι πράξεις μου και κρίνομαι από αυτές.

Το παρελθόν δεν αλλάζει και είμαι δέσμιός του - oρίζομαι από το παρελθόν μου.

Το συναίσθημα δε μου λέει την αλήθεια - δεν μπορώ να το εμπιστεύομαι.

Υπάρχουν καλοί και κακοί άνθρωποι.

Εγωιστής είναι αυτός που ασχολείται με τον εαυτό του.

Αν απορρίψω τις κοινωνικές παραδόσεις, τη θρησκεία, την κοινωνική ηθική, τις πεποιθήσεις και τα «πρέπει» μου, θα είμαι εκτός ελέγχου, θα μεταμορφωθώ σε ζώο, υποχείριο των ζωωδών ενστίκτων μου.

Ακόμα κι αν εγώ θέλω να αλλάξω, οι άλλοι, η κοινωνία, οι συνθήκες δε θα μου το επιτρέψουν.

Η ανάλυση του παρελθόντος μπορεί να με βοηθήσει να διαχειριστώ το παρόν μου.

Αν «βρω τον εαυτό μου» δε θα ταιριάξω με κανέναν. Αν είμαι αυτάρκης, θα είμαι μόνος.

Γιατί δεν αναπτύσσω με σκοπό να απορρίψω τον κάθε μύθο και να φανερώσω την αλήθεια; Απλά θα ήταν άσκοπη κατανάλωση ενέργειας χωρίς ουσιαστικό όφελος.

Όλοι έχουμε διαβάσει και ακούσει άπειρες απόψεις και αλήθειες, τις οποίες, όμως, έχουμε προσπεράσει, μην έχοντας βρει τρόπο εφαρμογής τους στη ζωή μας. Η τακτική του «να σου πω εγώ αυτό που δεν ξέρεις» είναι υποτιμητική και εμποδίζει την ανάληψη ευθύνης του καθενός.

Ο σκοπός είναι να λειτουργεί ο καθένας για τον εαυτό του, για τη δική του διαδικασία μεταμόρφωσης. Αυτό δεν μπορεί να αποτελέσει νοητική (θεωρητική) διαδικασία, παρά μόνο προσωπική-υποκειμενική πρακτική: το δικό σου προσωπικό ταξίδι ζωής μέσα από τα βιώματά σου.

Επιπλέον, δεν υπάρχει καμία υποχρέωση και κανένας εξαναγκασμός, ούτε κάποια εξωτερική αιτία που επιβάλλει σε μας να αλλάξουμε ή να ανταποκρινόμαστε σε προσδοκίες «ανέλιξης» ή «λύτρωσης». Ο καθένας έχει ευθύνη γι’ αυτά που αντιλαμβάνεται ότι τον περιορίζουν ή του στερούν το νόημα της ζωής. Χρέος έχουμε - προς τον εαυτό μας πρώτα - να είμαστε ευτυχισμένοι, σε αρμονία και ισορροπία με τον εαυτό μας. Τότε η ζωή μας αποκτά νόημα, έχουμε όραμα και είμαστε δημιουργικοί.

Χρειάζεται, λοιπόν, να εντοπίσουμε τους υποκειμενικούς μας μύθους που έχουμε καταχωρήσει ως γενικές αλήθειες και να τολμήσουμε την αμφισβήτησή τους. Πίσω από τον καθένα κρύβεται κάποιος φόβος που δεν τολμούμε να αντιμετωπίσουμε φανερά και κατάματα, ενώ κρυβόμαστε πίσω από δήθεν αλήθειες μας.

Η διαδικασία αμφισβήτησης περνά μέσα από την παρατήρηση, την αυτο-παρατήρηση. Χρησιμοποίησε την κριτική σου σκέψη, όχι για να κατηγορείς και να κατακρίνεις τον εαυτό σου, αλλά για να αμφισβητήσεις τις πεποιθήσεις και τις θεωρήσεις σου.

Πώς μπήκαν αυτοί οι μύθοι - ως αλήθειες - στο νου σου; Πώς το ξέρεις ότι αυτή είναι όντως η αλήθεια; Τι θα άλλαζε, αν ήξερες ότι αυτό δεν ισχύει; Τι σε εμποδίζει να αλλάξεις αυτήν την πεποίθηση-μύθο; Τι κερδίζεις κρατώντας την;

Όταν τολμούμε να αναγνωρίσουμε και να αποδεχόμαστε όλα τα κομμάτια μας, όλες τις πλευρές του εαυτού μας, τότε είναι που ενοποιούμαστε εσωτερικά και σταματάμε τον πόλεμο. Όταν κρύβουμε αυτά που δε μας αρέσουν, τα μέρη του εαυτού μας που δε θέλαμε να παραδεχτούμε ότι υπάρχουν σαν κομμάτια του εαυτού μας, τότε απλά συνεχίζουμε και ενισχύουμε τον πόλεμο μέσα μας, ο οποίος εκδηλώνεται με διάφορες μορφές στη ζωή και στις σχέσεις μας.

Η αυτο-παρατήρηση όμως μαθαίνεται, γιατί είναι ξεχασμένη ελιτουργία που χρειάζεται να θυμηθούμε και να κατακτήσουμε συνειδητά.

Μικρές, απλές αλήθειες

Πόσο έχουμε εστιαστεί στα δύσκολα, τα πολύπλοκα και τα σύνθετα, ξεχνώντας τα απλά και τα θεμελιώδη! Καθημερινά, αυτή η διαπίστωση εξακολουθεί να εμφανίζεται και να αποδεικνύεται στον περίγυρό μου, στον κόσμο που έχουμε φτιάξει!

Πόσο έξυπνο, πολυμήχανο σύστημα σκέψης έχουμε δημιουργήσει που κρύβει στα βάθη του την ουσία, ενώ δίνει έμφαση στα επουσιώδη και σε αυτά που ενισχύουν το ψέμα που υπάρχει μέσα μας!

Τόσες κατακτήσεις, τόσα εκπληκτικά επιτεύγματα έχουμε καταφέρει κι όμως ακόμα δεν έχουμε κατακτήσει πολλοί – παρά μόνο στα λόγια – την πολυπόθητη ευτυχία, την αγάπη προς τον εαυτό μας, την εσωτερική γαλήνη που φαίνεται να μας διαφεύγει ό,τι κι αν καταφέρνουμε, αποκτάούε ή κατέχουμε.

Δεν είναι δυνατόν να κατακτήσουμε κάτι που εξακολουθεί να μας διαφεύγει και το έχουν σκεπάσει τα λόγια και η νοημοσύνη (αυτά στα οποία έχουμε δώσει τόση έμφαση και σπουδαιότητα). Δεν είναι δυνατόν να αντιληφθούμε την ουσία όταν αυτή έχει διαστρεβλωθεί και παραποιηθεί από τον μηχανισμό του νου για να σημαίνει και να εννοεί κάτι διαφορετικό από αυτό που είναι.

Πολλοί θέλουν να πιστεύουν ότι «αγαπούν τον εαυτό τους» αλλά αυτό που συμβαίνει πραγματικά είναι ότι αγαπούν (ή προσπαθούν να το κάνουν, χωρίς να το καταφέρνουν και αυτό πάντα) το φτιαχτό εγώ τους: την προσωπικότητα, την ταυτότητα που έχουν φτιάξει σύμφωνα με το περιβάλλον τους, τις πεποιθήσεις τους, την αντίληψη της πραγματικότητάς τους και το παρελθόν τους. Όλο αυτό όμως είναι ένα χτιστό οικοδόμημα που πολύ λίγη σχέση έχει με την αλήθεια του «Εαυτού», τον οποίο δεν γνωρίζουν πραγματικά.

Τα έχω γράψει αυτά πολλές φορές στο παρελθόν, με πολλούς διαφορετικούς τρόπους. Τι άλλαξε; Γιατί τα ξαναγράφω; Γιατί τίποτα δεν άλλαξε, γιατί εξακολουθεί να υπάρχει η ανάγκη να γίνουν κατανοητά τα νοήματα πίσω από τις λέξεις. Γιατί υπάρχει ακόμα άγνοια, έλλειψη και διαστρέβλωση της αλήθειας.

Δεν χρειάζεται ο Εαυτός μας άλλα συστήματα σκέψης να αντικαταστήσουν τα παλιά. Δεν χρειάζεται μεθόδους να τον φτάσουμε, να αντιληφθούμε το μεγαλείο του, ούτε έχει ανάγκη από τελετουργικά, πρακτικές ή φυγή από την πραγματικότητά μας για να τον «βρούμε». Όλ’ αυτά, έχω διαπιστώσει, ότι περισσότερο μπερδεύουν, απομακρύνουν και κρύβουν παρά αποκαλύπτουν την αλήθεια.

Το «περίεργο» και αποκαλυπτικό μαζί, είναι ότι εξακολουθούμε να διαπιστώνουμε ότι, ό,τι άλλο κι αν κατακτάμε ή καταφέρνουμε, ουσιαστικά δεν πάμε πουθενά ούτε είμαστε απόλυτα ευτυχισμένοι στο παρόν μας και στη ζωή μας, αφού αισθανόμαστε ότι «κάτι λείπει» από αυτήν και μέσα μας. Το ψάχνουμε εκεί που δεν υπάρχει, επιχειρούμε να το βρούμε με τα μέσα που έχουμε μάθει να χρησιμοποιούμε. Αλλά εξακολουθεί να μας διαφεύγει.

Αναβάλλουμε ή πιστεύουμε ότι στην επόμενη κατάκτηση, στην επόμενη επιτυχία ή σιγουριά, θα είναι εκεί να μας περιμένει. Αλλά δεν είναι ποτέ. Και η αναβολή παίρνει παράταση, ενώ εμείς δεν αλλάζουμε ούτε τον τρόπο που ψάχνουμε ούτε το πού το ψάχνουμε, περιμένοντας κάτι να αλλάξει, κάτι να φανερωθεί, κάτι ή κάποιον να μας λυτρώσει.

Είναι όμως τόσο απλό και ταυτόχρονα τόσο δύσκολο να ξεφύγουμε από τον μέχρι τώρα τρόπο σκέψης μας, από τις συνήθεις πρακτικές μας, από την ασφάλεια που πιστεύουμε ότι μας προσφέρει ο νους που εξακολουθούμε να εμπιστευόμαστε. Τα απλά δεν τα καταλαβαίνει αυτός ο νους ή το συγκεκριμένο σύστημα σκέψης. Και εμείς δεν έχουμε μάθει τίποτα άλλο, κανένα άλλο δεν έχουμε διαθέσιμο ν’ αντικαταστήσει την εκπαίδευσή μας.

Κοιτάμε απεγνωσμένα δεξιά και αριστερά ψάχνοντας σωτήρες, θαύματα, θέλοντας οι άλλοι να αλλάξουν για μας για να έχουμε αυτό που πιστεύουμε πως θέλουμε, αυτό που νομίζουμε πως μας λείπει. Μα δεν θα αλλάξουν, τίποτα δεν μας λυτρώνει, όσο ωραιοποιημένο κι αν εμφανίζεται αρχικά.

Σε αυτά τα άρθρα δεν επεκτείνομαι βαθύτερα ή σε «λύσεις» γιατί ο εκπαιδευμένος, υποκειμενικός νους θα βιαστεί να ερμηνεύσει, πιστεύοντας ότι ξέρει τι εννοώ και σε τι αναφέρομαι, δίνοντας την ψευδαίσθηση της γνώσης, ενώ στην ουσία δεν θα έχει αλλάξει τίποτα πρακτικά και αληθινά. Ο καθένας έχει τον δικό του κωδικό επικοινωνίας, κατανοώντας τις λέξεις και τις φράσεις σύμφωνα με τις δικές του ατομικές καταχωρήσεις που δεν είναι ίδιες με αυτές των άλλων. Δεν θα δώσω αυτήν την ικανοποίηση στο επιφανειακό νου να προσπεράσει ή να κρίνει αυτό που ουσιαστικά δεν γνωρίζει.

Η πορεία είναι πάντα ατομική και όποιος θέλει πραγματικά να ψάξει, βρίσκει την αλήθεια που είναι κρυμμένη μέσα του. Φτάνει να ξεπεράσει το πρώτο εμπόδιο – παγίδα που του βάζει ο νους: την αλαζονεία της γνώσης.

Μαθαίνουμε από παιδιά ότι οφείλουμε να γνωρίζουμε, εξεταζόμαστε πάνω σε αυτά που ξέρουμε, αξιολογούμαστε με βάση τα «σωστά» μας και όχι σύμφωνα με τις ερωτήσεις μας. Αυτό είναι το πρώτο εμπόδιο στην πραγματική αναζήτηση της ουσίας. Να τολμήσει να πει ο καθένας μας στον εαυτό του, «δεν ξέρω, θέλω να μάθω». Όσο πιστεύουμε ότι ξέρουμε, ότι γνωρίζουμε τι θέλουμε, ότι έχουμε τον έλεγχο του εαυτού μας και «ξέρουμε τι κάνουμε» βρισκόμαστε στην παγίδα που μας στήνει επιδέξια ο νους και εμείς δεν αναγνωρίζουμε καν.

Πόσο δύσκολο είναι να παραμένουμε μαθητές της ζωής αντί να προσποιούμαστε τους γνώστες και τους κατέχοντες της αλήθειας, όποιοι κι αν είμαστε, ό,τι κι αν έχουμε κατακτήσει, όπου κι αν έχουμε «φτάσει»;

Ταξίδι ευτυχίας

Αποτέλεσμα εικόνας για Ταξίδι ευτυχίαςΕύχομαι όλοι οι άνθρωποι να είμαστε ευτυχισμένοι. Η ενσυνείδητη απόφαση ευτυχίας είναι το πρώτο βήμα. Η αυτογνωσία και η εμμονή μας στην απόφασή μας είναι ένα ολόκληρο ταξίδι ζωής.
 
Δεν υπάρχει βιασύνη στην ευτυχία. Η ευτυχία είναι το προσωπικό ταξίδι του καθενός που κρατάει όσο ζούμε. Γιατί κανένας δεν είναι ίδιος με τον άλλο. Καθένας μας έχει τα δικά του όνειρα, τη δική του ζωή, τα δικά του μονοπάτια ευτυχίας, το δικό του ολόκληρο ταξίδι.
 
Τι μπορούμε να κάνουμε αν κολλήσουμε κάπου στη ζωή μας, τι μπορούμε να σκεφτούμε, να επανεξετάσουμε και να αποφασίσουμε να κάνουμε πράξη. Απολαύστε τη διαδικασία!
  • Αποφασίζουμε τι είναι ευτυχία για εμάς
  • Επιλέγουμε την ευτυχία στη ζωή μας
  • Ξε-μαθαίνουμε σιγά σιγά τη δυστυχία, αλλάζοντας συνήθειες
  • Δεν υπάρχει ένας τρόπος να είμαστε ευτυχισμένοι. Βρίσκουμε το δικό μας
  • Μιλάμε με φίλους για την ευτυχία και την απόφασή μας
  • Φροντίζουμε το σώμα μας με σωστό φαγητό, άσκηση, νερό, ύπνο και επαφή με τη φύση
  • Αγαπάμε τον εαυτό μας, πιστεύουμε στην αξία μας, έχουμε αυτοπεποίθηση
  • Καθημερινά αφιερώνουμε πέντε λεπτά ηρεμίας για να ακούμε την εσωτερική μας φωνή
  • Επανεξετάζουμε τα πιστεύω μας
  • Αναπτύσσουμε νέες συνήθειες, πρώτα τη συνήθεια της ευτυχίας
  • Διατηρούμε τον ενθουσιασμό μας για τη ζωή
  • Κάνουμε θετικές σκέψεις
  • Βρίσκουμε σύντροφο με τον οποίο μοιραζόμαστε την απόφαση ευτυχίας
  • Ζούμε ό,τι λέμε
  • Απολαμβάνουμε τις μικρές χαρές της ζωής
  • Αποφασίζουμε για τον προορισμό της ζωής μας και εστιάζουμε σε αυτόν
  • Είμαστε καλοί με τους ανθρώπους
  • Συγχωρούμε τον εαυτό μας και τους άλλους
  • Αγαπάμε
  • Ευγνωμονούμε καθημερινά
  • Απολαμβάνουμε την κάθε μέρα
  • Ζούμε μια ζωή με νόημα
  • Διαλέγουμε χαρούμενους φίλους
  • Προσφέρουμε
  • Κόβουμε κριτική, κατηγορίες, το να ρίχνουμε το φταίξιμο κάπου
  • Βλέπουμε τη χαρούμενη πλευρά της ζωής
  • Διατηρούμε το χιούμορ μας
  • Επαναπροσδιορίζουμε και τιμάμε τις αξίες μας
  • Χαμογελάμε
  • Βοηθάμε τους άλλους
  • Εμπιστευόμαστε περισσότερο
  • Δημιουργούμε μια μικρή ομάδα και μοιραζόμαστε εμπειρίες ευτυχίας
  • Κρατάμε γύρω μας ανθρώπους που μας στηρίζουν
  • Δίνουμε και παίρνουμε
  • Ξέρουμε τι θέλουμε από το σύντροφό μας
  • Επικοινωνούμε τα συναισθήματά μας με αγάπη και σεβασμό, με αυθεντικό τρόπο
  • Κρατάμε τα όρια
  • Εστιάζουμε στα καλά στοιχεία των άλλων
  • Αδειάζουμε τη ζωή μας από κάθε περιττό
  • Παίρνουμε σοφές αποφάσεις για το καλό μας
  • Είμαστε ανοιχτοί στην αφθονία της ζωής
  • Σχεδιάζουμε και μένουμε πιστοί στο πλάνο δράσης των στόχων μας
  • Μιλάμε θετικά στον εαυτό μας, τον ενθαρρύνουμε
  • Προσευχόμαστε
  • Επικεντρωνόμαστε στο τώρα
  • Ζητάμε βοήθεια από όποιους χρειάζεται
  • Ξανασηκωνόμαστε όταν πέφτουμε
  • Κρατάμε ημερολόγιο ευτυχίας
  • Αναζητάμε μέντορες ευτυχίας
  • Κάνουμε τη ζωή μας πλούσια σε σχέσεις, τόπους, ικανότητες, εμπειρίες
  • Σεβόμαστε έμπρακτα τη φύση
  • Μόλις ανοίγουμε τα μάτια το πρωί, σκεφτόμαστε τα όνειρά μας ή την αποστολή της ημέρας
  • Δουλεύουμε με ενθουσιασμό στη δουλειά μας
  • Μαθαίνουμε να λέμε ευγενικά «όχι»
  • Πιστεύουμε ορισμένες από τις σκέψεις μας
  • Δίνουμε όλο μας τον εαυτό σε ό,τι κάνουμε τη συγκεκριμένη στιγμή
  • Κοιμόμαστε σωστές ώρες
  • Κάθε μέρα κάνουμε κάτι καινούριο ή χαμογελάμε σ’ έναν άγνωστο
  • Χαλαρώνουμε με βαθιές αναπνοές
  • Κάθε μέρα τραγουδάμε
  • Χορεύουμε πιο συχνά
  • Διαβάζουμε για την ευτυχία
  • Θυμήσου, η ευτυχία είναι συναίσθημα, όχι σκοπός
Καλό Ταξίδι!!

ΕΠΙΚΤΗΤΟΣ: ΝΑ ΘΥΜΑΣΑΙ... Η ΙΔΕΑ ΕΙΝΑΙ ΠΟΥ ΠΡΟΣΒΑΛΕΙ

Αποτέλεσμα εικόνας για .com"Όταν δεις κάποιον να κλαίει επειδή πενθεί, είτε επειδή φεύγει στην ξενιτιά το παιδί του,είτε επειδή έχασε την περιουσία του, πρόσεχε μην παρασύρουν την σκέψη σου τα εξωτερικά αυτά ατυχήματά του, αλλά να έχεις έτοιμη αυτήν εδώ την σκέψη, πως « θλίβεται όχι από αυτό που του συνέβη,(αφού ο άλλος δεν θλίβεται), αλλά από την γνώμη που αυτός σχημάτισε για το συμβάν αυτό»...

Και με λόγια, μην φοβάσαι να του συμπαρασταθείς ακόμα και να στενάξεις μαζί του, πρόσεχε όμως μην μεταφέρεις μέσα σου τον στεναγμό.

Να θυμάσαι ότι δεν προσβάλει εκείνος που βρίζει ή χτυπά, αλλά η ιδέα ότι αυτά μπορεί να προσβάλουν.

Όταν λοιπόν σε θυμώσει κάποιος, να ξέρεις ότι η σκέψη σου είναι αυτή που σε θύμωσε.

Έτσι λοιπόν, προσπάθησε πριν από οτιδήποτε άλλο να μην παρασύρεσαι από την φαντασία σου. Αν το επιτύχεις μία φορά θα μπορείς στο εξής να ελέγχεις καλύτερα τον εαυτό σου.

Αν κάποιος σου καταγγείλει ότι ο τάδε σε κακολογεί, μην απολογείσαι γι' αυτά που ελέχθησαν εναντίον σου, αλλά απάντησε απλώς:

«Θ' αγνοούσε βεβαίως τις άλλες μου κακές ιδιότητες. Διότι δεν θα έλεγε αυτά μόνον»
Όταν λοιπόν κάποιος σε βλάπτει η σε κακολογεί, θυμήσου ότι αυτό το κάνει ή το λέει επειδή νομίζει ότι αυτό είναι το σωστό.

Διότι δεν είναι δυνατόν, ν' ακολουθεί τον δικό σου τρόπο σκέψεως και όχι εκείνο που πιστεύει ο ίδιος, συνεπώς αν αυτό που πιστεύει είναι λάθος, εκείνος βλάπτεται ο ίδιος που εξαπατάται.

Διότι δεν βλάπτεται η αλήθεια όταν συγχέεται με το ψέμα αλλά μόνον αυτός που εξαπατήθηκε.
Από αυτά ξεκινώντας θ' αντιμετωπίσεις με πραότητα τον όποιον σε κακολογεί.

Λέγε δε σε κάθε περίσταση: «έτσι αυτός νομίζει»

Για κάθε τι που σου συμβαίνει, να θυμάσαι να στρέφεσαι για βοήθεια στον εαυτό σου και να αναζητάς ποια δύναμη κρύβεις μέσα σου για να το αντιμετωπίσεις.

Αν δεις μια ποθητή γυναίκα, θ΄ αντλήσεις την κατάλληλη δύναμη για την περίσταση αυτή, την εγκράτεια.

Αν πονάς θα αντλήσεις δύναμη από την καρτερία.Αν σε σχολιάζουν άσχημα δείξε ανεξικακία.

Και όταν πια συνηθίσεις τον τρόπο αυτόν, δεν θα σε παρασύρουν ποτέ οι άσχημες σκέψεις.

Εάν παρέδιδε κάποιος το σώμα σου στον πρώτο τυχόντα φυσικά θ' αγανακτούσες.

Πως λοιπόν μπορείς και παραδίδεις την προσωπική σου γνώμη στον πρώτο τυχόντα,ο οποίος εάν σε κοροϊδέψει, θα σε κάνει να αισθανθείς ταραχή και ντροπή;

Όταν πρόκειται να ανταμώσεις κάποιον και μάλιστα αν είναι από αυτούς που θεωρούνται σπουδαίοι, πρόβαλε στην σκέψη σου πως θα στεκόταν ο Σωκράτης ή ο Ζήνων και δεν θα δυσκολευτείς να βρεις την κατάλληλη στάση."

ΕΠΙΚΤΗΤΟΣ, Εγχειρίδιον

Οι θεωρίες της αυτοεκτίμησης: Μπορεί να κατακτηθεί και πώς;

Αποτέλεσμα εικόνας για Οι θεωρίες της αυτοεκτίμησης: Μπορεί να κατακτηθεί και πώς;Οι άνθρωποι επιδιώκουν να διαφυλάττουν την αυτοεκτίμησή τους, επειδή διακατέχονται από μια έμφυτη ανάγκη να νιώθουν όμορφα για τον εαυτό τους. Οι ανθρωπιστικοί ψυχολόγοι αντιλαμβάνονται την αυτοεκτίμηση ως μια συμμετρία ανάμεσα στους πραγματικούς και ιδανικούς εαυτούς ενός προσώπου και ως τη δύναμη, που υπαγορεύει την αυτόνομη και αυτεξούσια δράση.΄Αλλοι ερευνητές συνδέουν την αυτοεκτίμηση με τη χρηστική πλευράτης και την δυνατότητα επίτευξης στόχων. Οι Bednar, Wells και Peterson (1989) εισηγήθηκαν ότι η αυτοεκτίμηση είναι μια υποκειμενική κρίση για την αρτιότητα του εαυτού μας. Αυτή η κριτική αξιολόγηση δρα ως θετική ενίσχυση, όταν το άτομο προσαρμόζεται στις περιστάσεις και ως αρνητική, όταν το άτομο αποφεύγει τις δύσκολες καταστάσεις και παραδίδεται στους φόβους και τις ανασφάλειες. Ανάλογα με το είδος της ενίσχυσης το άτομο εμπλέκεται είτε σε μια περαιτερω αυξηση της αυτοεκτίμησης, οπότε προβαίνει σε επιτυχείς συμπεριφορές είτε σε ένα φαύλο κύκλο αρνητικού ιδεασμού και απαξίας, οπότε αποτυγχάνει λόγω αυτοεκπληρούμενης προφητείας.

Κατά την θεωρία των εθολόγων (Barkow,1980) η αυτοεκτίμηση είναι μια μετεξέλιξη των μηχανισμών εκείνων που διατηρούν την κοινωνική ιεραρχία. Η επιβολή και το ιεραρχικό σύστημα οργάνωσης είναι σύμφυτα με τις ανθρώπινες κοινωνίες. Τα ανώτερα μέλη, δηλαδή αυτά που η αυτοεκτίμησή τους είναι υψηλή, έχουν τον πρώτο λόγο κατά τη διανομή της τροφής, της περιοχής, της αναγνώρισης και του σεξουαλικού συντρόφου. Παρότι σήμερα η κοινωνία έχει ανακαλύψει συνθετότερους τρόπους ελέγχου και επιμερισμού της κυριαρχίας, η υψηλή αυτοεκτίμηση παραμένει ένας βασικός παράγοντας απόκτησής της.

Μια από τις πιο αμφιλεγόμενες εξηγήσεις της αυτοεκτίμησης προέρχεται από την θεωρία χειρισμού του τρόμου, η οποία υποστηρίζει οι άνθρωποι πρέπει να αμυνθούν κατά κάποιο τρόπο ενάντια στον υπαρξιακό δέος , που αντιμετωπίζουν από τον επικείμενο θάνατό και αφανισμό τους (Solomon, Greenberg, Pyszczynski, 1991). 

Η τεκμηρίωση της συλλογιστικής αυτής προέρχεται από την υπαρξιακή φιλοσοφία και από μια σειρά πειραμάτων, τα οποία δεν έχουν κατοχυρώσει επαρκώς ότι η αυτοεκτίμηση είναι το αντίδοτο και η δικλείδα ασφαλείας ενάντια στην απειλή του μηδενός.

Κατά την κοινωνιολογική προσέγγιση (Baumeister and Leary,1995) η αυτοεκτίμηση είναι ένας δείκτης της κοινωνικής αποδοχής. Το κίνητρο για υψηλή αυτοεκτίμηση υπάρχει όχι για να διατηρεί την αυτοεκτίμηση καθαυτή, αλλά για την αποφυγή συμπεριφορών, που αντιτίθενται στα κοινωνικά κατεστημένα και την επιλογή αυτών, που είναι αποδεκτές και χαρίζουν καταξίωση. Όσοι άνθρωποι ανήκουν σε ομάδες έχουν μεγαλύτερες πιθανότητες να επιβιώσουν από αυτούς, που δρουν μεμονωμένα. Άρα έπρεπε να αναπτυχθεί ένα σύστημα ελέγχου των περιβαντολογικών και κοινωνικών ερεθισμάτων, για να διαπιστώνεται ποια μέλη είναι αποδεκτά και ποια απορριπτέα. Δεδομένου ότι η αυτοεκτίμηση εξαρτάται εν πολλοίς από το κοινωνιολογικό βλέμμα των άλλων, για να διατηρείται σε υψηλά επίπεδα, πρέπει να συνάδει με συμπεριφορές αποδεκτές από αυτούς.

Σύμφωνα με τη θεωρία της ταυτότητας ο εαυτός αποτελείται από πολλαπλές πτυχές και από παράλληλους κοινωνικούς ρόλους, οι οποίοι αντικατοπτρίζουν τη θέση, που έχει το άτομο στην ευρύτερη κοινωνική δομή. Ταυτότητα είναι ένα άθροισμα πεποιθήσεων, συναισθημάτων, προσδοκιών και απόψεων που αναφέρονται στον εαυτό μέσα σε ένα συγκεκριμένο κοινωνικό φάσμα (Burke and Stets, 2000 Burke and Tully, 1977). Η προσωπική ταυτότητα αποτελείται από αναπαραστάσεις και αντιλήψεις για τις ιδιότητες του εαυτού. Η διαδικασία της ''αυτοεπαλήθευσης'' και της αυτοεπιβεβαίωσης ενεργοποιείται, όταν η σημασία ενός κοινωνικού ρόλου ταυτίζεται με το περιεχόμενο και τις προσδοκίες μιας προσωπικής ταυτότητας. Με τον τρόπο αυτό το άτομο προσδιορίζεται μέσα στο κοινωνικό σύνολο και απολαμβάνει συαισθημάτων αποδοχής, και υψηλής αυτοεκτίμησης. Εν ολίγοις, σκοπός των ανθρώπων είναι να προσαρμόζουν τις πράξεις τους, ούτως ώστε οι κοινωνικές προσδοκίες να ταυτίζονται με τους προσωπικούς ρόλους, όπως αυτοί υποκειμενικά βιώνονται απο το άτομο. Κάθε φορά που υπάρχει ασυμφωνία ανάμεσα σε αυτά τα δύο, ενσκήπτουν αρνητικά συναισθήματα απόρριψης, κατάθλιψης, ζήλειας και απαξίωσης. Η αυτοεκτίμηση, που έχει αποκτηθεί από προηγούμενες καταστάσεις επιτυχούς προσαρμογής δρα σε αυτήν την περίπτωση ως καταπραυντικό του άγχους. 

Για παράδειγμα, εάν κάποιος έχει σχηματίσει την αυτοεικόνα του ευφυούς ανθρώπου, αλλά σε μια δεδομένη στιγμή αποτύχει να το αποδείξει και γίνει αποδέκτης προσβολών, τότε μέσα στο μυαλό του θα ξεκινήσει μια διαδικασία εσωτερικού διαλόγου εμπλουτισμένου με εικόνες επιτυχιών και επιχειρημάτων, που δεν θα αναφέρονται στους άλλους, αλλά αποσκοπούν στο να διατηρήσουν και να τεκμηριώσουν στον ίδιο την αυτοεικόνα του ευφυούς. Το πρόβλημα εστιάζεται στο ότι η αυτοεκτίμηση είναι αναλώσιμη, εξαντλείται δηλαδή γρήγορα. Εάν οι μελλοντικές ενέργειες του ατόμου αυτού δεν στεφθούν από επιτυχία, τότε θα αρχίσει σταδιακά η μεταβολή της αυτοεικόνας ή η διαιώνισή της μέσω επίπλαστων καταστάσεων και άλλων μηχανισμών άμυνας.

Οι άνθρωποι προσπαθούν να αυξήσουν την αυτοεκτίμησή τους αποφεύγοντας καταστάσεις, ανθρώπους και ερεθίσματα, που μπορούν να την απειλήσουν.Επιλέγουν συστηματικά να ανήκουν σε ομάδες και πλαίσια όμοια με αυτούς, όπου η επιτυχία είναι εξασφαλισμένη ή όπου η ομάδα θα αναπληρώσει την αδυναμία τους να επιτύχουν υψηλό αυτοσυναίσθημα (π.χ. οπαδοί).

Σε κάθε περίσταση μπορεί κανείς να διακρίνει τέσσερις ενότητες: Έναν εσωτερικό μηχανισμό αναφοράς, στον οποίον καταφεύγει το άτομο, για να προσδιορίζει τις σημασίες της αυτοεκτίμησης και τα κριτήρια διατήρησής της. Ένα αντιληπτικό σύστημα, το οποίο επεξεργάζεται την παρούσα κατάσταση. Μία διαδικασία σύγκρισης αυτών των δύο και τέλος ένα άθροισμα ενσυνείδητων και ασυνείδητων συμπεριφορών, που αποσκοπούν στο να κάνουν συμβατά τα εσωτερικά κριτήρια αυτοεκτίμησης με τα περιβαντολογικά ερεθίσματα και τα δεδομένα της παρούσας κατάστασης. Εάν κάποιος κατορθώσει να συνταιριάξει τα εξωτερικά δεδομένα με την εσωτερικευμένη εικόνα του γι αυτήν, μέσα στο κοινωνικό πλαίσιο αναφοράς τους, τότε θεωρεί ότι έχει επιτύχει και η αυτοεκτίμησή του αυξάνεται. 

Για παράδειγμα, εφόσον ένας άνδρας θεωρεί ότι για να διατηρήσει την αυτοεικόνα του πρέπει να ασχολείται με το 20% των οικιακών εργασιών, τότε θα προβεί σε όλες τις ενέργειες για να το καταστήσει σαφές στην υποψήφια σύντροφό του και θα είναι συνεπής προς την στατιστική, που αναφέρει ότι οι γυναίκες ασχολούνται με την πλειοψηφία του νοικοκυριού. Εάν οι ενέργειες της συντρόφου του, δεν παρεμποδίσουν την αντίληψή του αυτή, τότε θα έχει εναρμονίσει την εσωτερικευμένη εικόνα του με τα δεδομένα της κατάστασης. Αυτό θα του εξυψώσει την αυτοεκτίμηση ως συζύγου. Εάν όμως η σύντροφός του διαπνέεται από διαφορετικές απόψεις περί ισότητας, τότε θα επέλθει σύγκρουση και η αυτοεκτίμησή του θα απειληθεί. Παρατηρούμε, δηλαδή ότι η αυτοεκτίμηση επηρεάζεται από τις ενέργειες και αντιλήψεις των άλλων, επομένως είναι ανούσιο να μιλάμε γι αυτήν σαν να είναι αποκομμένη από το κοινωνικό πλαίσιο, στο οποίο αναφέρεται.

Η πελατοκεντρική προσέγγιση του Carl Rogers (1951) υποστηρίζει πως οτιδήποτε βιώνει ο άνθρωπος σε μια συγκεκριμένη στιγμή είναι περισσότερο μια ψυχολογική και όχι τόσο μια αντικειμενική πραγματικότητα. Λέγοντας ψυχολογική πραγματικότητα εννοείται η πραγματικότητα έτσι όπως την αντιλαμβάνεται το συγκεκριμένο άτομο. Ο Rogers θεωρεί τον άνθρωπο ανεξάρτητο, αυτόνομο, ικανό να αναπτυχθεί, να αποκτήσει αυτογνωσία και αυτό-αποδοχή. Το υγιές άτομο εξελίσσεται συνεχώς και αλλάζει ανάλογα τις καταστάσεις που βιώνει προκειμένου στην αυτοπραγμάτωση. Η θεωρία στηρίζεται στην βιολογική άποψη ότι ο άνθρωπος όπως και κάθε ζωντανός οργανισμός τείνει φυσιολογικά προς την ωρίμανση και την ανάπτυξη του. Σε περίπτωση που αυτή η τάση ωρίμανσης κι ανάπτυξης δεν διευκολυνθεί ή παρεμποδιστεί από το περιβάλλον το άτομο απομακρύνεται από την πορεία της αυτοπραγμάτωσης.

Για τον Rogers η διαμόρφωση του εαυτού είναι αποτέλεσμα της αλληλεπίδρασης ατόμου- κοινωνίας. Δεν κάνει λόγο για ασυνείδητες διεργασίες και κίνητρα, παραδέχεται όμως ότι μπορούν να επηρεάσουν τη συμπεριφορά. Υποστηρίζει ότι η αυτοαντίληψη ακολουθεί τους γενικούς κανόνες της αντίληψης. Αντιπροσωπεύει ένα οργανωμένο και σταθερό εννοιολογικό σύνολο ,μια ομάδα αλληλένδετων αντιλήψεων και όχι στοιχειών άσχετων μεταξύ τους. Το άτομο ενεργεί έτσι ώστε ο εαυτός και οι εμπειρίες του να συμφωνούν. Η αυτοαντίληψη είναι ένα οργανωμένο σύνολο όλων των αντιλήψεων που το άτομο θεωρεί σημαντικές για τον εαυτό του. Η έννοια του «Εγώ» για τον Rogers είναι ευρύτερη από αυτή της αυτοαντίληψης καθώς περιλαμβάνει και αυτήν αλλά και το «ιδανικό εγώ», δηλαδή το πώς θα ήθελε να είναι. Ταυτόχρονα με την εμφάνιση της αυτοαντίληψης προκύπτει και η ανάγκη για θετική αποδοχή. Τρομερή σημασία, για την ανάπτυξη μιας θετικής αυτοαντίληψης στο παιδί, έχει η «ανεπιφύλακτα θετική αποδοχή» από τους γονείς. Μέσα σε ένα κλίμα θετικό, με καλή διάθεση και παραδοχή, χωρίς κριτική το άτομο μαθαίνει να εκφράζεται ελεύθερα.

Έτσι δεν επηρεάζεται όσον αφορά την ιδέα του εαυτού του από το τι αρέσει στους άλλους, αλλά μόνο από αυτό που αισθάνεται το ίδιο. Αν η διαδικασία της ανάπτυξης παρεμποδιστεί από «εξωτερικές αξιολογήσεις» τότε το «Εγώ» διαμορφώνεται από εμπειρίες που έχουν να κάνουν με τους Σημαντικούς Άλλους και όχι με το ίδιο το άτομο. Ο άνθρωπος μαθαίνοντας να δει με ένα σύστημα αξιών που δεν είναι δικό του αλλά το υπακούει για να είναι αποδεκτός, απομονώνεται από τον εαυτό του γεγονός που μπορεί να οδηγήσει και σε ψύχωση. Στενά συνδεδεμένη με την ανάγκη για θετική αποδοχή είναι η ανάγκη του ατόμου για θετική αυτό-εκτίμηση. Η ανάγκη αυτή έχει να κάνει με τις εμπειρίες και την ικανοποίηση ή ματαίωση της ανάγκης του ατόμου για θετική αποδοχή.
 
 Όταν η θετική αυτό-εκτίμηση έχει να κάνει αποκλειστικά με τις αξιολογήσεις των άλλων τότε υπάρχει περίπτωση να δημιουργηθούν αντιφάσεις μεταξύ των αναγκών του εαυτού και της ανάγκης του εαυτού για θετική αξιολόγηση. Τότε το άτομο προκειμένου να διατηρήσει την ισορροπία του καταφεύγει σε ένα είδος άμυνας, στην διαστρέβλωση.

Ο άνθρωπος προσπαθεί να προστατεύσει την αυτοαντίληψη του από εμπειρίες που είναι ασύμφωνες με αυτήν. Αυτό το κάνει είτε με το να τις αρνείται, είτε παραμορφώνοντας τες και ερμηνεύοντας τες λανθασμένα. Το πρόβλημα αυτό λύνεται με ψυχοθεραπεία, που βοηθάει το άτομο να αποκτήσει μια θετική αντίληψη για τον εαυτό του, να αναγνωρίσει και να αντιμετωπίσει τις διαφωνίες μεταξύ των εμπειριών και της αυτοαντίληψης του και να αποδεσμευτεί από τους μηχανισμούς άμυνας που χρησιμοποιεί. Κατά τη διάρκεια της ψυχοθεραπείας το ιδανικό εγώ γίνεται πιο ρεαλιστικό και βαθμιαία συγκλίνει προς την αυτοαντίληψη.

Όλες αυτές οι απόψεις προσφέρουν στοιχεία για τη φύση της αυτοεκτίμησης, αλλά κάθε μια από αυτές έχει εννοιολογικές και εμπειρικές δυσκολίες (για κριτικές βλέπε Leary, 1999).

Η θεωρία του William James

Κατά το τέλος του 19ου και στις αρχές του 20ου αιώνα η έννοια του εαυτού άρχισε να γίνεται κεντρική στο χώρο της ψυχολογίας. Ο William James (1983/1890) στις ''Αρχές της Ψυχολογίας'' έγραψε:

''Η αίσθηση της αξίας μας στον κόσμο είναι μια αναλογία ανάμεσα σε αυτό που πιστεύουμε ότι είμαστε και σε αυτά που πράττουμε. Είναι ο λόγος της πραγματικότητας προς τις δυνατότητές μας, ένα κλάσμα, όπου αριθμητής είναι οι προσποιητές μας πράξεις και παρονομαστής οι επιτυχίες μας.''
(James,1890, σ.296)

Η απόκτηση των βασικών αγαθών και ο κορεσμός των πρωτογενών αναγκών επιφέρει το αίσθημα της αυτοικανοποίησης, πάνω στο οποίο δομείται σταδιακά η αυτοεκτίμηση. Σε αυτά ο James προσέθεσε και την προσπάθεια του ατόμου να κάνει φανερή την υπόστασή του στο περιβάλλον, τον αέναο αγώνα να δηλώσει την ύπαρξή του στο ιστορικό γίγνεσθαι. Γι αυτόν η υψηλή αυτοεκτίμηση είναι κάτι που κατακτάται. Ισορροπημένο είναι το άτομο που έχει βρει τη χρυσή τομή ανάμεσα στις δυνατότητές του και τα δεδομένα της καθημερινότητας. Η αυτοεκτίμηση είναι έννοια δυναμική και η τιμή της μπορεί να μεταβληθεί είτε προς τα πάνω είτε αντίστροφα. Κι αυτό γίνεται εφικτό με την αλλαγή των προσδοκιών ή την αυξομείωση των ρεαλιστικών επιτυχιών.

Κάθε άνθρωπος με τη γέννησή του έρχεται αντιμέτωπος με μια σωρεία επιλογών και ρόλων, που μπορεί να υποδυθεί, ανάλογα με την εθνικότητα, την κοινωνική τάξη, στην οποία ανήκει, το οικογενειακό περιβάλλον και τις εμπειρίες του. Κάθε στιγμή στην ανάπτυξη μπορούμε να διακρίνουμε τον επικρατέστερο εαυτό, ο οποίος υποβαθμίζει τις επιλογές, που δεν ακολουθήθηκαν και καθορίζει την αυτοεκτίμηση. Ο James(1890) τονίζει επανειλημένα την αναπόσπαστη σχέση ανάμεσα στις αξίες, την επιτυχία, την ικανότητα και την αυτοαντίληψη. Όσο σταθερή κι αν είναι αυτή η σχέση σε ορισμένα διαστήματα της ζωής, τόσο εύθραυστη μπορεί να αποδειχθεί και έρμαιο των περιστάσεων. Αλλά τελικά το μήνυμά του είναι αισιόδοξο. Η αυτοεκτίμηση μπορεί να αυξηθεί αν το άτομο βοηθηθεί να επιτύχει στους τομείς, που είναι ικανότερο κι αν οι αποτυχίες του ελαττωθούν ή αναιρεθεί η καταλυτική σημασία τους.

Κατά την δεκαετία 1940- 1950 εμφανίστηκαν οι πρώτες ολοκληρωμένες θεωρίες σχετικά με την αυτοεκτίμηση. Ανάμεσά τους η περίφημη πυραμίδα του (Maslow, 1942) και η σχέση της αυτοεικόνας με την γυναικεία σεξουαλικότητα, καθώς και η εμφάνιση του όρου  αναφορά στον εαυτό κατά την διάρκεια των ψυχοθεραπευτικών συνεδριών (Raimy, 1949)

 H θεωρία του Robert White

Ψυχαναλυτική διάσταση στο θέμα έδωσε η προσέγγιση του Robert White (1963).
''Η αυτοεκτίμηση έχει τις ρίζες της στην εμπειρία της επιτυχίας. Δεν εξαρτάται από τις δράσεις των άλλων ή από τις προσφορές του περιβάλλοντος, αλλά από το πώς κάποιος τις εκμεταλλεύεται στο μέγιστο βαθμό, ακόμα κι αν ως μόνο μέσο έχει τον πιο επίμονο θηλασμό ή τις δυνατότερες κραυγές. Για την πραγματικότητα του νηπίου αυτό που έχει σημασία είναι η αποτελεσματικότητα των ενεργειών του, δεδομένου ότι δεν διαθέτει την γνωστική υποδομή, για να κατανοήσει τους υπόλοιπους παράγοντες, που επηρεάζουν το περιβάλλον του. Η πρώιμη αυτή διάσταση της αποτελεσματικότητας είναι ο θεμέλιος λίθος της αυτοπραγμάτωσης.'' (White, 1963, σ.134)

Ο White θεώρησε την αυτοεκτίμηση εξελικτικά και την διαχώρισε σε τρεις επιμέρους παραμέτρους: τη βιολογική, δηλαδή την φυσική αναγκαιότητα, που ωθεί το άτομο να ανταπεξέρχεται στις δυσκολίες και να επιβιώνει, την κινητική-γνωστική, που εξελίσσεται παράλληλα με τη νοητική ανάπτυξη, και επιβάλλει στον άνθρωπο να επεξεργάζεται γνωστικά το περιβάλλον του και την αναζήτηση ταυτότητας, η οποία αναπτύσεται σε μεταγενέστερα στάδια του βίου. Αυτή η διαδικασία είναι προφανής από τις πρώτες στιγμές της ζωής έξω από τη μήτρα. Αντί να γίνουν παθητικοί αποδέκτες, τα νήπια επενεργούν στο περιβάλλον. Κάθε κραυγή, κάθε χαμόγελο και οποιαδήποτε απεγνωσμένη κίνηση, μπορούν να οδηγήσουν στην ανακούφιση του πόνου, στην εύθυμη εξερεύνηση και στην επίτευξη της ηδονής. Αυτές οι πρόωρες επιτυχίες (ή αποτυχίες) είναι σημαντικές επειδή με την πάροδο του χρόνου γίνονται όλο και πιο σκόπιμες και επομένως ενσωματώνονται στο γνωστικό σχήμα της αυτοεκτίμησης. Οι συμπεριφορές που οδηγούν στην επιτυχία, δηλαδή την ικανοποίηση των αναγκών, εγκαθιδρύονται σταδιακά και αφορούν πλέον ένα σύνολο νοητικών, συναισθηματικών και πραξιακών αντιλήψεων για τον εαυτό, ούτως ώστε μέχρι το στάδιο της λανθάνουσας σεξουαλικότητας να έχει πλήρως αναπτυχθεί ένα πλέγμα αυτοεκτίμησης, το οποίο δεν χαρίστηκε, αλλά κατακτήθηκε από το παιδί.(White,1959).

Η θεωρία του Morris Rosenberg

Ο Morris Rosenberg (1965) ανέφερε:
«Η αυτοεκτίμηση είναι μια θετική ή αρνητική στάση απέναντι σε ένα ιδιαίτερο αντικείμενο,δηλαδή, τον εαυτό....Η υψηλή αυτοεκτίμηση εκφράζει το αίσθημα ότι κάποιος «είναι αρκετά καλός». Το άτομο απλά αισθάνεται ότι αξίζει. Σέβεται τον εαυτό του για αυτό που είναι αλλά δεν κατέχεται από δέος θεωρώντας τον, αλλά και ούτε περιμένει οι άλλοι να κάνουν το ίδιο. Δεν θεωρεί τον εαυτό του απαραίτητα ανώτερο από τους άλλους» (Rosenberg, 1965, σ.30-31).

Η συμβολή του Rosenberg είναι ότι όρισε την αυτοεκτίμηση ως στάση, που εμπεριέχει το γνωστικό, το συναισθηματικό και το πραξιακό στοιχείο και πίστεψε ότι μπορεί να μετρηθεί. Ο όρος αξιοπρέπεια και σεβασμός του εαυτού συνδέθηκαν με την αυτοεκτίμηση και θεωρήθηκαν αντικειμενικά κριτήρια αξιολόγησης. Η κλίμακα μέτρησης της αυτοεκτίμησης (1965) άνοιξε το δρόμο για χιλιάδες εμπειρικές μελέτες.

Ο Rosenberg καθόρισε την αυτοεκτίμηση κυρίως ως μια έκφραση της αξίας παρά ικανότητας και πρότεινε την ύπαρξη σχέσης ανάμεσα στην αυτοεκτίμηση και την εμπειρία ή την συμπεριφορά. Ο εαυτός είναι μια κοινωνική σύνθεση και οι προσωπικές αξίες, που συνδέονται με την αυτοεκτίμηση προκύπτουν από την αλληλεπίδραση των πολιτιστικών, κοινωνικών, οικογενειακών και άλλων διαπροσωπικών παραγόντων. Η αυτοεκτίμηση πηγάζει από μια διαδικασία σύγκρισης, που περιλαμβάνει ομοιότητες, διαφορές και ασυμβατότητες: Όσο μικρότερο είναι το χάσμα ανάμεσα στον «ιδανικό εαυτό» (γνωρίσματα που περιλαμβάνουν τις ελπίδες, τις επιθυμίες και τα όνειρα για μας) και στον «πραγματικό εαυτό» (γνωρίσματα που περιγράφουν το είδος του ανθρώπου που πιστεύουμε ότι πραγματικά είμαστε), τόσο υψηλή είναι η αυτοεκτίμηση. Aυτή η θεωρηση της αυτοεκτίμησης είναι βαθειά κοινωνική, δεδομένου ότι τονίζει τον καταλυτικό ρόλο της κοινωνικοποίησης και της επιτυχούς έκβασής της με την ανάπτυξη της αυτοεκτίμησης. Ο Rosenberg ασχολήθηκε επίσης με την επίδραση των κοινωνικών μορφωμάτων, όπως είναι η θρησκεία και η κοινωνική τάξη, στην εξέλιξη της αυτοεκτίμησης. Προσδιόρισε διάφορα στοιχεία, τα οποία επηρεάζουν το επίπεδο αυτοεκτίμησης των εφήβων, όπως η οικογενειακή δομή, η κοινωνική τάξη, το έθνος και η θρησκεία. Συνέδεσε, επίσης την αυτοεκτίμηση με μια σειρά προσωπικών και κοινωνικών μεταβλητών, όπως το νευρωσικό άγχος, το χαμηλό κίνητρο για επαγγελματική εξέλιξη, την ικανότητα ηγεσίας και την κοινωνική απομόνωση. (Rosenberg, 1965).

Στην κλίμακά του για την αυτοεκτίμηση των εφήβων περιλαμβάνονται ερωτήσεις οι οποίες πιστοποιούν ότι μια εσωτερική έννοια όπως η αυτοαντίληψη μπορεί να μετρηθεί με εμπειρικό τρόπο:

- Αισθάνομαι ότι αξίζω
- Αισθάνομαι ότι έχω πολλά θετικά χαρακτηριστικά
- Σε γενικές γραμμές έχω την τάση να θεωρώ τον εαυτό μου αποτυχημένο
- Μπορώ να κάνω πράγματα το ίδιο καλά όσο και οι άλλοι άνθρωποι
- Δεν είμαι περήφανος για τον εαυτό μου
- Έχω θετική στάση απέναντι στον εαυτό μου
- Είμαι ικανοποιημένος από τον εαυτό μου
- Θα ήθελα να σεβόμουν τον εαυτό μου περισσότερο
- Μερικές φορές νιώθω εντελώς άχρηστος
(Rosenberg, M., 1989 Κοινωνία και εφηβική αυτοεικόνα, New England University Press)

Η θεωρία της Baumrind

Το 1971 ο Baumrind θεώρησε ότι υπάρχει σχέση ανάμεσα στο είδος της γονεικής εξουσίας και την ανάπτυξη της αυτοεκτίμησης. Υποστήριξε ότι οι γονείς μπορούν να διακριθούν σε ελαστικούς, σε δημοκρατικούς και αυταρχικούς. Οι ελαστικοί είναι θερμοί απέναντι στα παιδιά τους και εκδηλώνουν εύκολα τα συναισθήματά τους. Δεν είναι απαιτητικοί, αποφεύγουν τον έλεγχο και υιοθετούν λιγότερο συχνά τιμωρητική συμπεριφορά. Οι δημοκρατικοί γονείς είναι ξεκάθαροι στις απαιτήσεις τους, σχετικά αυστηροί, με αρκετές προσδοκίες, αλλά η εξουσία, που ασκούν στα παιδιά τους είναι ελαστική και σε λογικά πλαίσια. Το σημαντικότερο χαρακτηριστικό είναι η ποιότητα επικοινωνίας με τα παιδιά και οι τεχνικές διαπραγμάτευσης, που χρησιμοποιούν. Αντίθετα οι αυταρχικοί γονείς εκτιμούν την αναντίρρητη υπακοή, τον απόλυτο έλεγχο των ανεπιθύμητων συμπεριφορών. Η Baumrind (1971, 1982) θεώρησε ότι τα παιδιά που έχουν βιώσει το δημοκρατικό μοντέλο γονεικής εξουσίας είναι πιο αυτάρκη, ανεξάρτητα, φιλόδοξα, με μεγαλύτερη αίσθηση αυτοελέγχου και υψηλότερη αυτοεκτίμηση. Τις απόψεις της υποστήριξαν ευρήματα άλλων ερευνητών, όπως του Sears (1970), o οποίος βρήκε θετική συνάφεια μεταξύ του αυταρχικού μοντέλου πατρικής εξουσίας και χαμηλής αυτοεκτίμησης των άρρενων παιδιών, αλλά όχι και των θήλεων. Ο Coopersmith (1967) βρήκε ότι τα αγόρια από δημοκρατικές οικογένειες είχαν υψηλή αυτοεκτίμηση, αλλά το ίδιο δεν συνέβαινε και με τα κορίτσια. Άλλες μελέτες έδειξαν ότι τα άτομα με χαμηλή αυτοεκτίμηση είχαν λιγότερες τάσεις για εξερεύνηση, περισσότερες εξαρτητικές συμπεριφορές και μικρό αυτοέλεγχο, ήταν μη παραγωγικά, δεν έθεταν στόχους και δεν αναλάμβαναν την ευθύνη των πράξεών τους.

Συγκεκριμένα τα αποτελέσματα της έρευνας ήταν τα εξής:

- Η χαμηλή αυτοεκτίμηση των αγοριών συσχετίζεται με την αυταρχικότητα του πατέρα, ενώ των κοριτσιών με της μητέρας. Η δημοκρατική γονεική εξουσία δεν έφερε στατιστικώς σημαντικές συνάφειες.

- Η επίδραση της δημοκρατικότητας του πατέρα στην αυτοεκτίμηση των παιδιών είναι αμελητέα, όταν και η μητέρα δεν είναι δημοκρατική.

Ο Buri et al. (1988) υποθέτουν ότι ο αυταρχικός τύπος ανατροφής είναι υπόλογος για μια γενικευμένη αίσθηση περιορισμένης ευθύνης στα παιδιά, ασημαντότητας και αισθημάτων κατωτερότητας. Η δυναμική της ομάδας των παιδιών είναι ανταγωνιστική και παρουσιάζεται το φαινόμενο του αποδιοπομπαίου τράγου.

Παρόμοια έρευνα στην Ελλάδα (Παπάνης, 2001, υπό δημοσίευση) δεν βρήκε κανένα αντίστοιχο αποτέλεσμα, μεταξύ γονεικής εξουσίας και αυτοεκτίμησης των φοιτητών, ενδεχομένως επειδή σχεδόν όλοι οι συμμετέχοντες (περίπου 850 φοιτητές) δήλωναν ότι είχαν ανατραφεί με αυταρχικό τρόπο, τον οποίο όμως δεν βίωναν ως αυταρχικό, αλλά περισσότερο ως στοργή και ενδιαφέρον των γονέων .

2.5 Η θεωρία του Stanley Coopersmith
Η επόμενη σημαντική συμβολή σε αυτόν το χώρο οφείλεται στην συμπεριφοριστική προσέγγιση και είναι αυτή του Stanley Coopersmith (1967). Ο Coopersmith προσπάθησε να μελετήσει τις συνθήκες και τις εμπειρίες που ενισχύουν ή ελαττώνουν την αυτοεκτίμηση, χρησιμοποιώντας παραδοσιακές εμπειρικές ψυχολογικές μεθόδους. Ο ίδιος έγραψε:

«Με την αυτοεκτίμηση αναφερόμαστε στην ενδοπροσωπική αξιολόγηση ενός ανθρώπου, η οπόια διατηρείται συνήθως αναλλοίωτη και εκφράζει μια πεποίθηση αποδοχής ή αποδοκιμασίας. Είναι μια εσωτερικευμένη κριτική για το κατά πόσο κάποιος θεωρείται ικανός, σημαντικός, επιτυχημένος και άξιος. Εν ολίγοις, η αυτοεκτίμηση είναι μια προσωπική πιστοποίηση της αξίας, που εκφράζεται με τις στάσεις για τον εαυτό . Είναι μια υποκειμενική εμπειρία, που το άτομο μεταβιβάζει σε άλλους λεκτικά και μέσω των συμπεριφορών και των επιλογών του». (Coopersmith, 1967, σ.4-5)

Όπως και ο Rosenberg, ανέπτυξε μία κλίμακα αυτοεκτίμησης (1975,1981),που είναι το πιο ευρύτατα χρησιμοποιημένο όργανο αξιολόγησης στην ιστορία αυτού του συγκεκριμένου επιστημονικού πεδίου. Όπως άλλοι συμπεριφοριστικά προσανατολισμένοι θεωρητικοί, η προσέγγισή του ήταν μια προσπάθεια συσχετισμού της αυτοεκτίμησης με την ποσότητα των αμοιβών, που έχει δεχτεί κάποιος στη ζωή του και στον αγώνα για την αποφυγή των τιμωριών και των αρνητικών καταστάσεων. Ο Coopersmith (1967) είδε μια σχέση ανάμεσα στην αυτοεκτίμηση και την εμπειρία ή την συμπεριφορά. Εντούτοις, οι μελέτες του βασίζονται περισσότερο στην προσωπική εμπειρία του ατόμου, παρά σε γνωστικούς ή κοινωνικούς παράγοντες. Η εργασία του είναι σαφώς βασισμένη στην εκμάθηση των κανονιστικών αρχών της οικογένειας και της κοινωνίας από το άτομο μέσω της ενίσχυσης και της τιμωρίας.

Σύμφωνα με τη θεωρία του τρία πράγματα καθορίζουν την αυτοεκτίμηση των παιδιών: η γονική ζεστασιά, τα σαφώς καθορισμένα όρια και η αξιοπρεπής μεταχείριση, ενώ έμφαση δίνεται στους μηχανισμούς εκμάθησης, που συνδέουν αυτούς τους τρεις παράγοντες. Κατά συνέπεια, τα παιδιά μαθαίνουν ότι αξίζουν ως άνθρωποι, επειδή οι γονείς τους τα μεταχειριζονται με αγάπη. Οι πρώτες μαθήσεις, που κυρίως γίνινται για την αποκόμιση αμοιβών, δρουν ενισχυτικά και για την εμπέδωση συνθετότερων, που πολλαπλασιάζουν το αίσθημα της αυτοεκτίμησης. Τα παιδιά, επίσης, αντιμετωπίζουν τον εαυτό τους με σεβασμό μέσω της μίμησης προτύπων, κυρίως των γονέων τους, των διδασκάλων, παρατηρώντας πώς αυτοί φέρονται στους άλλους ανθρώπους εσωτερικεύοντας έτσι από μόνα τους αυτές τις συμπεριφορές. Εάν η αυτοεκτίμηση μπορεί να διδαχθεί, τότε και η έλλειψή της μπορεί επίσης να διδαχθεί (Coopersmith, 1967). Οι γονείς των παιδιών με υψηλή αυτοεκτίμηση ενδιαφέρονται και είναι προσεκτικοί απέναντι τους, κτίζουν τους κόσμους των παιδιών τους σύμφωνα με τις αρχές, που εκείνοι θεωρούν ότι είναι αποδεκτές και κατάλληλες και τέλος, τους παρέχουν μεγάλη ελευθερία μέσα πάντα από προκαθορισμένα όρια και συστηματική συνέπεια ανάμεσα στα λόγια και στις πράξεις τους.

Οι άνθρωποι με χαμηλή αυτοεκτίμηση είναι πιό τρωτοί στην πίεση. Επομένως, έχουν την τάση να υπεραμύνονται, όταν προκληθούν, παρά να δίνουν λύσεις, γεγονός που οδηγεί στο άγχος, την ανεπάρκεια και την ανικανότητα. Κατά συνέπεια, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι υπάρχουν διάφορα είδη αυτοεκτίμησης, εκτός πό την υψηλή και τη χαμηλή και αυτά είναι:

- Η φαινομενική ή αμυντική αυτοεκτίμηση

Στην κατηγορία των ατόμων με φαινομενική ή αμυντική αυτοεκτίμηση υπάγονται όσοι φαινομενικά δρουν σαν να έχουν υψηλή αυτοεκτίμηση, ενώ στην πραγματικότητα υποφέρουν από αίσθημα χαμηλής αυτοεκτίμησης. Αυτός ο τύπος αυτοεκτίμησης μπορεί να ονομαστεί ψευδής, αντιφατικός ή αμυντικός. Στον κοινωνικό τους περίγυρο παρουσιάζουν μια επίπλαστη σιγουριά και αυτοπεποίθηση, ενώ η πραγματική συμπεριφορά τους διαφέρει κατά πολύ από την συμπεριφορά των ατόμων με αυθεντικά υψηλή αυτοεκτίμηση. Για παράδειγμα, ένα τέτοιο άτομο, ενώ φαίνεται να νιώθει ασφαλές και βέβαιο για τον εαυτό του, μπορεί να αντιδράσει εχθρικά και επιθετικά ,όταν νιώσει ότι απειλείται η αξία του. Είναι δυνατόν, επίσης να χρησιμοποιήσει την επιτυχία του σε κάποιον τομέα, για να καλύψει τα αισθήματα ανεπάρκειας από τα οποία διακατέχεται.

Υπάρχουν δύο τύποι τέτοιων ατόμων:

-Φαινομενική αυτοεκτίμηση Τύπος Ι

Σε αυτόν τον τύπο ανήκουν τα άτομα ,τα οποία έχουν θετική αίσθηση αξίας αλλά όχι και ικανοτήτων. Αυτά τα άτομα για παράδειγμα, είναι πιθανόν κατά την παιδική ηλικία να ένιωθαν πολύ σίγουρα για τον εαυτό τους, ενώ την ίδια στιγμή δεν μπορούσαν να ανταπεξέλθουν στις ακαδημαϊκές απαιτήσεις και τις υποχρεώσεις κάθε αναπτυξιακού σταδιου. Ένα παιδί που μεγαλώνει σε μια οικογένεια, η οποία έχει περιορισμένες προσδοκίες και απαιτήσεις και επικροτεί οποιαδήποτε συμπεριφορά του παιδιού, υπάρχει μεγάλη πιθανότητα ως ενήλικας να έχει μειωμένες αποδόσεις, επειδή έχει μάθει να προσπαθεί μόνο ως ένα ορισμένο σημείο.

Ένα άτομο που έχει αίσθηση της αξίας χωρίς την αίσθηση της ικανότητας είναι επιρρεπές στο να γίνει ευάλωτο σε καταστάσεις δοκιμασίας. Μπορεί, για παράδειγμα, να νιώθει άξιος και ικανός, αλλά παράλληλα να πιστεύει πως οι άλλοι δεν αναγνωρίζουν την αξία αυτή. Μπορεί επίσης να μην αποδίδει ικανοποιητικά στον εργασιακό τομέα και να δικαιολογεί τον εαυτό του γι'αυτό ή να κατηγορεί άλλους.. Άτομα που επιδεικνύουν την σπουδαιότητα του της προσωπικότητάς τους, άσχετα με το τι έχουν επιτύχει στην ζωή τους, που περιμένουν οι άλλοι να αναγνωρίζουν αμέσως την σπουδαιότητα αυτή ή που αντιδρούν υπερβολικά όταν κάποιος τους αμφισβητεί, παρουσιάζουν συμπτώματα ναρκισσιστικής προσωπικότητας. Τα άτομα αυτά μπορεί να αντιδράσουν πολύ αρνητικά μπροστά σε κάποια ''απειλή'' του ναρκισσισμού τους αν η δομή της αυτοεκτίμησης τους γίνει εύθραυστη. Έτσι, μπορεί να προτιμήσουν να διαγράψουν μια τέτοια ''απειλή'' παρά να την αντιμετωπίσουν ή σε άλλη περίπτωση να γίνουν λεκτικά βίαιοι προκειμένου να προστατεύσουν τον εαυτό τους από μια ενδεχόμενη φθορά.

-Φαινομενική αυτοεκτίμηση Τύπος ΙΙ

Στον συγκεκριμένο τύπο αυτοεκτίμησης το επίπεδο ικανοτήτων του ατόμου είναι υψηλό αλλά η αίσθηση της αξίας χαμηλή. Ένα τέτοιο άτομο διαθέτει τον περισσότερο χρόνο του σε ασχολίες και στόχους όπως αθλητικές δραστηριότητες, εργασία, καριέρα ή οτιδήποτε άλλο προκειμένου να μην ασχολείται με τα αισθήματα αμφιβολίας και άγχους, που τον διακατέχουν και τα οποία έχουν άμεση σχέση με την χαμηλή του αυτοεκτίμηση. Τα άτομα αυτά χρησιμοποιούν τις ικανότητές τους ,ως αντιπερισπασμό, για να υπερκαλύπτουν την αίσθηση ανεπάρκειας. Μπορούν όμως να γίνουν εχθρικά αν νιώσουν ότι απειλούνται τα κεκτημένα τους. Κάποιες φορές έχουν εμμονές σχετικές με το να αποδεικνύουν την αξία τους σε κάθε περίσταση, μέσω της υπερβολικής δουλειάς ή με το να προσπαθούν να επηρεάσουν τους γύρω τους -ακόμα και με λεκτική βία- ,ώστε να συμβιβαστούν με τις απαιτήσεις τους, Η πιο κοινή μορφή αμυντικής αυτοεκτίμησης εκδηλώνεται με υπερβάλουσα ανησυχία για την επιτυχία και την αποτυχία. Αυτό είναι ένα πρόβλημα που παρουσιάζεται ως ανάγκη κάποιου ατόμου να επιτύχει τους στόχους του ή στην χειρότερη των περιπτώσεων, να αποφύγει την αποτυχία.

-Μέση αυτοεκτίμηση

Σε αυτόν τον τύπο αυτοεκτίμησης ανήκει η πλειοψηφία των ανθρώπων. Το επίπεδο των ικανοτήτων και της αξίας αυτών των ανθρώπων είναι ικανοποιητικό και τους επιτρέπει να έχουν μια επαρκή απόδοση σε ότι κάνουν.

-Υψηλή έναντι μέσης αυτοεκτίμησης

Τα άτομα με μέση αυτοεκτίμηση μπορεί να βιώνουν κατά καιρούς αισθήματα άγχους η ανασφάλειας , η ποιότητα της ζωής τους όμως σε γενικές γραμμές είναι καλή. Τα άτομα αυτά αποδίδουν ικανοποιητικά σε πολλούς τομείς της ζωής τους αλλά παράλληλα είναι λιγότερο αυτόνομα και ανοιχτά σε νέες εμπειρίες καθώς και περισσότερο ευάλωτα σε κάποιες καταστάσεις.

Η υψηλή αυτοεκτίμηση είναι κάτι που κερδίζεται και δεν είναι εγγενές χαρακτηριστικό. Οι άνθρωποι με υψηλή, αλλά αυθεντική αυτοεκτίμηση είναι λιγότερο πιθανό να καταρρεύσουν μπροστά σε αντίξοες καταστάσεις. Μερικές φορές η υπερβολικά υψηλή αυτοεκτίμηση συσχετίζεται με το ναρκισσισμό και την ανικανότητα για κατανόηση και ανεκτικότητα.

-Μέτρια προς χαμηλή αυτοεκτίμηση

Άτομα με μέτρια προς χαμηλή αίσθηση ικανότητας και αξίας εαυτού είναι ευάλωτα στην πρόκληση και την απώλεια .Αυτό δεν σημαίνει ότι μισούν τον εαυτό τους ή ότι δεν μπορούν να λειτουργήσουν στην καθημερινή τους ζωή. Είναι όμως υπέρ του δέοντος προσεχτικά και συντηρητικά, αποφεύγοντας να παίρνουν ρίσκα η να εμπλέκονται σε πρωτόγνωρες για αυτούς καταστάσεις. Δεν είναι αισιόδοξα άτομα και συχνά τείνουν να εστιάζουν στις αδυναμίες τους και όχι στις δυνατότητες τους. Είναι αγχώδη και ανησυχούν μήπως η άλλοι δείξουν κριτική διάθεση απέναντι τους. Παρ'όλα αυτά μπορούν και λειτουργούν σχεδτικά καλά μέσα στην οικογένεια και τις σχέσεις τους με τους άλλους ανθρώπους.

Οι έξι πυλώνες της αυτοεκτιμισης

Η εξάσκηση της συνειδητότητας

Η ευτυχία ενός ατόμου καθορίζεται από την κατάλληλη χρήση του συνειδητού μέρους του εαυτού, δηλαδή από την αρμονία του ''εγώ''. Η οξυδέρκεια και η ικανότητα να αντιλαμβάνεται κάποιος τη σχέση της προσωπικότητας και των γεγονότων, αποτελεί τον κύριο παράγοντα αποτελεσματικότητας και αυτοσεβασμού. Όσοι έχουν την τάση να αποφεύγουν δυσάρεστα γεγονότα και να βιώνουν τις πράξεις τους χωρίς έντονη κριτική σκέψη, συνήθως πάσχουν από έλλειψη της αίσθησης της προσωπικής τους αξίας ή από αμυντική αυτοεκτίμηση. Καθημερινά κάθε άνθρωπος αποφαίνεται για το βαθμό συνειδητότητας, τον οποίο θα χρησιμοποιήσει. Σταδιακά, σχηματίζει την αίσθηση του ποιος πραγματικά είναι, χρησιμοποιώντας ως καθοδηγητικές παραμέτρους τις μέχρι τώρα επιλογές του, καθώς και τα ορθολογιστικά συμπεράσματα, που απορρέουν από τις επιλογές αυτές. Σκοπός κάθε θεραπευτικής μεθόδου είναι να τονώσει και να ενισχύσει την αυτογνωσία. Εάν κατά τη ολοκλήρωση μιας παρέμβασης, ο πελάτης χρησιμοποιεί το συνειδητό μέρος της προσωπικότητας του λιγότερο ή εξίσου με την αρχική κατάσταση, τότε θα πρέπει να αμφισβητούμε την αποτελεσματικότητα της θεραπείας.

Ο θεραπευτής οφείλει να εξασκήσει τα επίπεδα συνειδητότητας του πελάτη, χρησιμοποιώντας ποικίλες τακτικές. Το πρώτο βήμα συνίσταται στο να δημιουργήσει ένα περιβάλλον, μέσα στο οποίο το άτομο με χαμηλή αυτοεκτίμηση θα νιώθει ασφάλεια, για να διατυπώσει τις σκέψεις του και να εξερευνήσει τον εαυτό του. Επιπλέον, οι διαρκείς επεμβάσεις του θεραπευτή, βοηθούν στην υπέρβαση των εμποδίων, τα οποία αποπροσανατολίζουν από τον τελικό στόχο, που είναι η αυτογνωσία. (Braden, 1973, 1983, 1984, 1987, 1993, 1994). Εκτός αυτού, η χρήση ειδικών ασκήσεων και η εφαρμογή θεραπευτικών τεχνικών, που αποσκοπούν στην αποτροπή των αμυντικών μηχανισμών της άρνησης και της εκλογίκευσης, έχουν ως αποτέλεσμα την ενεργοποίηση της κριτικής σκέψης του πελάτη (Braden, 1994).

Η εξάσκηση της αυτοαποδοχής

Αυτοαποδοχή, ονομάζεται η θετική στάση, που έχει ένα άτομο για την προσωπική του άξια, τα προτερήματα ή τα ελαττώματα του και τα όρια των δυνατοτήτων του, χωρίς αδικαιολόγητα και καταχρηστικά συναισθήματα υπεροψίας ή ενοχής. Οι άνθρωποι, που δεν έχουν ανακαλύψει τη χρυσή τομή ανάμεσα στον εαυτό τους και τις εκφάνσεις του, αρνούνται να αποδεχθούν τις ποικίλες πτυχές του (την εμφάνιση, τις σκέψεις, ακόμη και τους φόβους τους).

Η αίσθηση της ρεαλιστικής προσπέλασης των ερεθισμάτων είναι ανύπαρκτη, και είναι έκδηλη η τάση να παρερμηνεύεται η σημασία των γεγονότων και των πράξεων. Η θεραπευτική άξια της αυτοαποδοχής έγκειται στο γεγονός ότι μέσω αυτής μπορεί κάποιος να εντοπίσει τα λάθη στη συμπεριφορά και στη σκέψη του και να τα αναγνωρίσει ως δικά του. Τελολογικά αυτό οδηγεί στη μεταβολή της αυτοεκτίμησης, εφόσον το άτομο αντιλαμβάνεται ότι είναι υπαίτιο για τις πράξεις του, συμπέρασμα που το αναγκάζει να παραδεχτεί την παθολογική του κατάσταση και να αναζητήσει τρόπους για την ανασυγκρότηση της έννοιας του εαυτού.

Η ολική αποδοχή είναι καθοριστική για την θεραπεία. Ο θεραπευτής λειτουργεί ως εξισορροπητικός παράγοντας στην προσωπικότητα του πελάτη, τον αποδέχεται δίχως να αντικρούει και να αμφισβητεί τα συναισθήματά του και δίχως να τον σαρκάζει ή να τον ειρωνεύεται γι' αυτά, χτίζοντας ταυτόχρονα μια σχέση αμφίδρομου σεβασμού μεταξύ τους. Επιπλέον, η καταγραφή και εξερεύνηση των επιμέρους χαρακτηριστικών, που συνθέτουν την προσωπικότητα του ατόμου είναι αναπόσπαστο κομμάτι της θεραπείας. Έχει αποδειχθεί ότι όταν κάποιος εντοπίζει και διερευνά μια άγνωστη γι΄αυτόν πτυχή του εαυτού του, αισθάνεται δυνατότερος και πιο πλήρης, γεγονός που οδηγεί στο μετασχηματισμό της αυτοεκτίμησης. (Branden, 1994)

Η εξάσκηση της υπευθυνότητας.

Για να συνειδητοποιήσει κάποιος την άξια της ζωής και της ευτυχίας, βασική προυπόθεση είναι να βιώσει την αίσθηση του πλήρους ελέγχου της ύπαρξής του. Αυτό συνεπάγεται ότι θα έχει τη θέληση να αναλάβει την ολοκληρωτική ευθύνη για τις πράξεις και τους στόχους του. Στο τέλος της θεραπείας ο πελάτης θα πρέπει να μπορεί να παραδεχτεί τα εξής:

Είμαι υπεύθυνος για την επίτευξη των στόχων μου
Είμαι υπεύθυνος για τις επιλογές και τις πράξεις μου
Είμαι υπεύθυνος για τους ρεαλιστικούς στόχους στον τομέα της εργασίας
Είμαι υπεύθυνος για τις επιτυχίες ή αποτυχίες στον τομέα των διαπροσωπικών σχέσεων
Είμαι υπεύθυνος για τη συμπεριφορά μου με άλλους.

Η ΨΥΧΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΕΥΘΙΞΙΑΣ

Αποτέλεσμα εικόνας για εικονεσ μελαγχολικεσ με λογιαΗ τέλεια γνώση της τέχνης να μην είστε εύθικτοι, να αποφεύγετε την υπερευαισθησία, είναι σημαντική για την ανάπτυξη πνευματικής συνειδητότητας. Μια ανάλυση της ψυχολογίας της ευθιξίας δείχνει ότι είναι αποτέλεσμα παρεξήγησης, συμπλέγματος κατωτερότητας κι ενός «εγώ» που δεν έχει τεθεί υπό έλεγχο. Η ευαισθησία εκφράζεται με την έλλειψη ελέγχου πάνω στο νευρικό σύστημα. Μια σκέψη ότι κάποιος σας πρόσβαλε εισβάλλει στον νου και το νευρικό σύστημα επαναστατεί.

Ως αντίδραση, κάποιοι βράζουν μέσα τους, θυμωμένοι ή πληγωμένοι και δεν εκδηλώνουν την έντασή τους αυτή εξωτερικά. Άλλοι εκδηλώνουν τα συναισθήματά τους με μια εμφανή και στιγμιαία αντίδραση που φαίνεται στα μάτια και στο πρόσωπό τους – και συχνά και στα κοφτερά λόγια τους. Και στις δύο περιπτώσεις, η ευθιξία κάνει τον άνθρωπο δυστυχισμένο και δημιουργεί μια αρνητική δόνηση η οποία επηρεάζει επίσης αρνητικά και τους άλλους.

Η ικανότητα να αναδίδει κάποιος πάντα μια αύρα καλοσύνης και γαλήνης θα πρέπει να είναι το κίνητρο της ζωής. Ακόμα κι αν υπάρχει σοβαρός λόγος υπερδιέγερσης, εξαιτίας κακής συμπεριφοράς των άλλων, αυτός που παρ’ όλα αυτά ελέγχει τον εαυτό του σε μια τέτοια κατάσταση, είναι κύριος του εαυτού του.

Η ευθιξία είναι χαρακτηριστικό των ανθρώπινων όντων. Κι όταν γεννιέται αυτό το παράλογο συναίσθημα, τυφλώνει τα μάτια της σοφίας. Ακόμα κι όταν το εύθικτο άτομο έχει άδικο, νομίζει ότι σκέφτεται σωστά, ότι δρα σωστά, ότι νιώθει το σωστό. Μόνο όταν η άγνοια φύγει σταδιακά από την εσωτερική όραση μπορεί κάποιος να αξιολογήσει με ακρίβεια τα θετικά και αρνητικά σημεία στον εαυτό του και τους άλλους χωρίς την προκατάληψη και την αδιαλλαξία του συναισθηματικού εγώ. Τότε προσκυνά μόνο ό,τι είναι καλό και παραμένει υπερβατικά αδιάφορος σε ό,τι δηλώνει ψυχολογική ασθένεια.

Πολλοί άνθρωποι νομίζουν ότι πρέπει να λυπούνται τον εαυτό τους όταν τους κατακρίνουν κι ότι η ευαισθησία φέρνει μια μικρή ανακούφιση. Αλλά τέτοιοι άνθρωποι είναι σαν έναν ναρκομανή, που όποτε παίρνει το ναρκωτικό εθίζεται περισσότερο. Να είστε σκληροί σαν ατσάλι απέναντι στην υπερευαισθησία. Ποτέ να μην είστε εύθικτοι, ούτε να οικτίρετε τον εαυτό σας.

Ένας υπερευαίσθητος άνθρωπος συχνά υποφέρει μάταια: γενικά, οι άλλοι ούτε καν έχουν ιδέα ότι αυτός έχει κάποιο παράπονο, πόσο μάλλον ποιο είναι αυτό. Έτσι, νιώθει ακόμα περισσότερο πληγωμένος στην απομόνωση που ο ίδιος δημιούργησε. Τίποτα δεν πετυχαίνετε με το να σκέφτεστε συνέχεια μια «προσβολή», όπως την έχετε εκλάβει. Είναι καλύτερα να απομακρύνετε, με αυτοκυριαρχία, την αιτία που προκαλεί μια τέτοια ευαισθησία μέσα σας.

Υπάρχει διαφορά μεταξύ συναισθηματικής ευαισθησίας και πνευματικής ευαισθησίας. Αυτοί που είναι πνευματικά ευαίσθητοι παρατηρούν τα συναισθήματά τους με μεγάλη ικανότητα διάκρισης, καθώς επίσης και, με οξυδέρκεια, τα συναισθήματα των άλλων, παραμένοντας όμως αμέτοχοι στις ενοχλήσεις των ψυχολογικών παρορμήσεων – όπως το βούτυρο μπορεί να επιπλέει στο νερό χωρίς να μεταβάλλεται ή να διαλύεται σ’ αυτό.

Η ευθιξία όμως είναι σαν ένα φάντασμα που σας στοιχειώνει. Βασανίζει το νευρικό σας σύστημα και σας κάνει να νιώθετε ότι ολόκληρος ο κόσμος είναι γεμάτος εχθρούς. Ο υπερευαίσθητος συχνά κατηγορεί, ανόητα, τους άλλους για την πίκρα που νιώθει. Θα έπρεπε να προσπαθήσει να καταλάβει ότι την πίκρα του την επέβαλε ο ίδιος στον εαυτό του. Είναι καλύτερο να κατηγορεί κάποιος τον εαυτό του που είναι υπερευαίσθητος, παρά να θυμώνει με τους άλλους. 

H γενναία Άλκηστη και ο δειλός Άδμητος

Η Άλκηστη ήταν η ωραιότερη από τις τρεις κόρες του βασιλιά της Ιωλκού, Πελία, ο οποίος έχασε τη ζωή του από τα σατανικά σχέδια της Μήδειας, με τρόπο μάλιστα ανατριχιαστικό.

Τον διαβεβαίωσε, ως μάγισσα που ήταν, πως, αν δεχόταν να τον κομματιάσουν οι κόρες του και να τον ρίξουν σ' ένα καζάνι, όπου θα έβραζαν μαγικά βότανα, θα κατάφερνε να ξαναγίνει νέος.

H Άλκηστη δεν συναινεί στο διαμελισμό, ως θεοσεβής και συμπονετική από παιδί που ήταν, κι αρνείται να εξυπηρετήσει την πανουργία της Μήδειας, που το μόνο που ήθελε ήταν να φύγει από τη μέση ο Πελίας και να περάσει ο θρόνος της Ιωλκού στο νόμιμο διάδοχο, τον Ιάσονα, τον άντρα της.

Η νεαρή Άλκηστη γίνεται μάρτυρας ενός φόνου, που υπόσχονταν την Ανάσταση που δεν έγινε ποτέ!

Η ίδια θα βιώσει τη δική της Ανάσταση, λόγω του χαρακτήρα της, της αγάπης προς τον άντρα της, που την κέρδισε σε διαγωνισμό με τους άλλους μνηστήρες της.

Ο Απόλλων βοηθά τον Άδμητο να κερδίσει την Άλκηστη!

Τού χρωστούσε αυτή τη χάρη, από τότε που δούλευε, τιμωρημένος από το Δία στα κτήματα του Άδμητου στις Φερές της Θεσσαλίας και ο Άδμητος τον φιλοξένησε γενναιόδωρα.

Τον βοήθησε, λοιπόν, ο θεός να ξεύξει δυο ζώα διαφορετικού γένους, συγκεκριμένα ένα λιοντάρι και ένα κάπρο, εξημερώνοντάς τα!

Ήταν ο όρος που είχε θέσει ο Πελίας για να παντρέψει την κόρη του!

Ο Άδμητος έτσι παντρεύεται την Άλκηστη.

Οι Μοίρες όμως, κατ’ άλλο μύθο η Άρτεμη, έχουν άλλα σχέδια για την ευτυχία του ζευγαριού και ο Άδμητος πρέπει να υποταγεί στη θέλησή τους, να δεχτεί τον πρόωρο θάνατό του.

Με τη μεσολάβηση και διαπραγματευτική δεινότητα και πάλι του Απόλλωνα, το πεπρωμένο του Άδμητου αλλάζει.

Οι Μοίρες συναινούν και δέχονται την αλλαγή, με τον όρο να βρεθεί αντικαταστάτης του στο θάνατο.

Η Άλκηστη είναι η μόνη που δέχεται να πάρει τη θέση του.

Στην ομώνυμη τραγωδία του Ευριπίδη «Άλκηστη» βλέπουμε την ηρωίδα να πεθαίνει πάνω στη σκηνή.

Αυτό ήταν και μια μοναδική στιγμή για το αρχαίο ελληνικό θέατρο, που δεν επιτρέπει το θάνατο μπροστά στα μάτια του κοινού.

Ωστόσο, ο ποιητής κάνει το θεατή μάρτυρα ενός φυσικού θανάτου, αποτέλεσμα μιας μοναδικής τραγικής επιλογής, που, παραδόξως, δεν τη θεωρεί ηρωική κανείς από τους ωφελημένους, παρά μόνο οι κάτοικοι των Φερών και μια θεραπαινίδα, που θαυμάζει τη γενναιότητα με την οποία η αφέντρα της προετοιμάζει βήμα- βήμα το τέλος της!

Θεραπαινίδα: "Τέλεια γυναίκα ποια θα πεις πως είναι;
Πώς μια θα δείξει πως τιμά τον άντρα
πιο φανερά παρά παρά έτσι; Τη ζωή της
θυσιάζει για να σώσει τη δική του.
...
Σαν ένιωσε πως έχει φτάσει η μέρα
που ‘χε οριστεί, με ποταμίσιο πλένει
νερό τ’άσπρο κορμί της’ παίρνει ρούχα
και στολίδια απ’τις κέδρινες κασέλες
και ντύνεται σεμνά’ και πάει και στέκει
μπρος στην Εστία και τέτοια δέηση κάνει:
«Θεά μου, εγώ στον Άδη κατεβαίνω’
στερνή φορά προσπέφτοντας σ’ εσένα
να γνοιαστείς σε ικετεύω τα ορφανά μου’
...
Και σ’όλους τους βωμούς μες στο παλάτι
πήγε και προσευχήθηκε’ κλωνάρια
χωρίζοντας μυρτιάς, τους στόλισε όλους,
χωρίς ν’αναστενάξει ή να θρηνήσει’
το κακό που την πρόσμενε καθόλου
δεν άλλαξε την όμορφη όψη .
Στο θάλαμο σα γύρισε μονάχα
κι έπεσε στο κρεβάτι της, τα δάκρυα
τότε την πήραν..."
Για όλους τους άλλους στο παλάτι ένας ηρωικός θάνατος μεταμορφώνεται σ' έναν κοινό θάνατο!
Το μυστήριο της αυτοθυσίας της ηρωίδας μας και μετά της θαυμαστής ανάστασής της μετατρέπεται σε κωμωδία μια πιστής γυναίκας και ενός άπιστου άντρα:
Ικετεύει ο Άδμητος:
«Τον εαυτό σου στύλωσε, ω άτυχη,
και μη μ' αφήνεις».
Είναι σαν να μπερδεύεται ο Άδμητος και να σκέφτεται την απιστία!
Ειρωνική η ικεσία του : «μη μ’ αφήνεις», μη φύγεις!
Με ποιον; Με το Θάνατο;
Η Άλκηστη, ενώ αποσπά από τον άντρα της την επίσημη υπόσχεση ότι δεν θα ξαναπαντρευτεί ποτέ, δεν τρέφει ωστόσο αυταπάτες:
Αλκηστη: «Μα εσένα άλλη γυναίκα θ'αποχτήσει
πιο ενάρετη από μένα βέβαια όχι,
μα πιο καλότυχη ίσως...»
Μια γυναίκα που δεν θα χρειαστεί να πεθάνει, όπως αυτή που αντάλλαξε τη μοίρα της...
Και αμέσως λίγο πριν το θάνατο θα πει:
Άλκηστη. «Θα σε γιάνει ο καιρός' όποιος πεθαίνει
τίποτε πια δεν είναι.....»
Μια μεταφυσική αλήθεια διατυπώνει ο ποιητής, που στηρίζει τη συνέχεια της ζωής των επιζώντων...
Και...πριν μεταβεί η Αλκηστη στον Άδη, ξεσπά ένας καυγάς του αντρικού γένους, το οποίο και απομυθοποίησε η γενναιότητα της νεκρής γυναίκας.
Πριν καν απομακρυνθεί η σορός της Άλκηστης, ο σύζυγος που είχε δεχτεί πρόθυμα να θυσιαστεί γι' αυτόν η γυναίκα του, συγκρούεται με τον πατέρα του, που αρνήθηκε να πεθάνει αντ' αυτού!
Άδμ. «Στην κρίσιμη ώρα τόδειξες ποιος είσαι'
δεν το πιστεύω πια πως είμαι γιος σου.
Ή τόσο είσαι δειλός, που, ενώ έχεις φτάσει
στα χρόνια που είσαι, στης ζωής το τέρμα,
τη θέληση δεν είχες και το θάρρος
για το παιδί σου να πεθάνεις, κι έτσι πέθανε
εκείνη που αίμα μου δεν είναι.
...
Ψέματα λένε οι γέροι, σαν γρινιάζουν
για της ζωής το μάκρος και ποθούνε
τάχατες να τελειώσουν' σα σιμώσει
ο θάνατος, δεν θέλουν να πεθάνουν,
τα γερατειά πια δεν τους είναι βάρος».
Φέρης: «Πού σ' αδίκησα; Τι δικό σου πήρα;
Μην πεθαίνεις για με, ούτ' εγώ για σένα.
Η ζωή σ' αρέσει, του πατέρα σου όχι;
...
Τον θάνατο εσύ κοίταες ν' αποφύγεις,
καλά και σώνει κι έτσι ζεις ακόμα,
πέρα απ' το μέτρο που' χε ορίσει η μοίρα,
θυσιάζοντας ετούτη εδώ. Κι εμένα
τολμάς να με λες δειλό, που μια γυναίκα,
άναντρε, σε ξεπέρασε στην τόλμη».
Και οι δυο ξεσκεπάζονται, ούτε ο νέος ούτε ο γέρος θέλουν να πεθάνουν.
Ο γιος φτυστός στη δειλία με τον πατέρα!
Το αντρικό γένος εκπλήσσεται από τη γυναίκεια ρώμη, τρομάζει, βλέποντας την ατολμία του στο μεγαλόπρεπο καθρέφτη της αντρείας του υποδεέστερου γένους!
Είναι τόσος δε ο τρόμος, που δεν διστάζει να ονομάσει το θάρρος της γυναίκας βλακεία, ανοησία, συκοφαντώντας μια νεκρή ως ανόητη!
«Ετούτη (η νεκρή) είχε ντροπή, μυαλό δεν είχε».
Αδμ. «Κακονοματισμένος θα πεθάνεις».
Φερ. «Σα δε θα ζω, δε πάνε να με βρίζουν
Ετούτη (η νεκρή) είχε ντροπή, μυαλό δεν είχε».