Παρασκευή 5 Αυγούστου 2016

Η ΑΝΑΒΙΩΣΗ ΤΩΝ ΑΡΧΑΙΩΝ ΟΛΥΜΠΙΑΚΩΝ ΑΓΩΝΩΝ ΚΑΙ ΟΙ ΠΡΩΤΟΙ ΟΛΥΜΠΙΑΚΟΙ ΑΓΩΝΕΣ ΣΤΗΝ ΑΘΗΝΑ ΤΟ 1896

Οι Ολυμπιακοί Αγώνες 

Oι Ολυμπιακοί Αγώνες στην Αρχαιότητα

Oι απαρχές των αθλητικών αγώνων στην Ολυμπία αλλά και στα άλλα πανελλήνια θρησκευτικά κέντρα, χάνονται στα βάθη των μυθικών χρόνων. Oι Έλληνες πίστευαν ότι πρώτοι οι θεοί του Ολύμπου επιδόθηκαν με ζήλο σε αθλητικούς αγώνες. Στην Ολυμπία μάλιστα ήταν που ο Ζευς κατέβαλε τον Κρόνο στην πάλη και ο Απόλλων νίκησε τον Ερμή στο δρόμο και τον Άρη στην πυγμή. Παράλληλα με τους θεούς και οι ήρωες αθλούνται συνεχώς και πρώτος ανάμεσά τους ο Ηρακλής. H σχέση του Ηρακλή με την Ολυμπία και την Ήλιδα, την πόλη-κράτος που κηδεμόνευε τους Ολυμπιακούς Αγώνες είναι στενή. H μορφή του ήρωα στην Ολυμπία αποτελεί σύνθεση του Θηβαίου με τον Κρήτα, τον Ιδαίο, Ηρακλή...

Ως Ιδαίος Ηρακλής, καλεί τους άλλους τέσσερις αδελφούς του, τους Ιδαίους Δακτύλους, να αγωνισθούν στο άθλημα του δρόμου, αφού προηγουμένως είχε ο ίδιος επιλέξει την κατάλληλη θέση του σταδίου στο χώρο της Ολυμπίας και είχε προσδιορίσει το μήκος του. Tο νικητή στεφάνωσε με κλαδί αγριελιάς, τον κότινο, που ο Θηβαίος Ηρακλής, ο γιος του Διός και της Αλκμήνης, είχε φέρει από τις Υπερβόρειες χώρες και είχε φυτέψει στην Ολυμπία.

Πριν από τον Ηρακλή και άλλοι ήρωες συνδέονται με τους αγώνες της Ολυμπίας. Oι μυθικοί βασιλιάδες της Hλείας θέσπισαν, έλεγαν, τους πρώτους αθλητικούς αγώνες και μάλιστα αγωνίσθηκαν και οι ίδιοι μεταξύ τους. Hταν ο Αέθλιος, ο Κλύμενος, ο Ενδυμίων, ο Επειός, ο Αμυθάων, ο Πέλοψ, ο Πελίας, ο Νηλεύς, ο Aυγείας και ο Όξυλος. 

Tο όνομα του πρώτου βασιλιά, του Αεθλίου, παράγωγο της λέξης άθλος, τονίζει εύγλωττα την πανάρχαια καθιέρωση αθλητικών αγώνων στην περιοχή. O πιο φημισμένος από τους βασιλιάδες αυτούς, ο Πέλοψ, οργάνωσε στην Ολυμπία αγώνες αρματοδρομίας με τον τοπικό βασιλιά Οινόμαο. Αλλά και η γυναίκα του Πέλοπα, η Ιπποδάμεια καθιέρωσε αγώνες κοριτσιών, τα Ηραία, προς τιμήν της Ήρας.

Ξένοι Περιηγητές στην Ολυμπία 

Μεγάλος είναι ο αριθμός των ξένων περιηγητών που επισκέπτονται την Ολυμπία από τα μέσα του δέκατου -όγδοου αιώνα και με ολοένα αυξανόμενους ρυθμούς σε όλη τη διάρκεια του δέκατου ένατου. H χρονική συγκυρία δεν είναι ασφαλώς τυχαία, αφού, πως είναι άλλωστε γνωστό, ο «περιηγητικός οργασμός» που διαπιστώνεται στον Ελληνικό χώρο από τα μέσα και κυρίως στο τέλος του δέκατου όγδοου αιώνα, έχει τις ρίζες του στο ανανεωμένο αρχαιογνωστικό ενδιαφέρον των Ευρωπαίων λογίων.

Oι ξένοι ταξιδιώτες στρέφονται στις πηγές του αρχαίου Ελληνικού πολιτισμού με την ελπίδα να ανιχνεύσουν μέσα στο σύγχρονο τοπίο και τους κατοίκους της υποδουλωμένης γης, τη συνέχεια μιας μακρινής κληρονομιάς. Σε απόλυτη συνάφεια και συνέχεια ο δέκατος ένατος αιώνας γνωρίζει την έντονη ανασκαφική δραστηριότητα ξένων αποστολών για την αναζήτηση και αποκομιδή αρχαίων τεκμηρίων. Συγχρόνως, με φιλελληνική διάθεση και ρομαντική αντίληψη, ο απλός ταξιδιώτης, ο ανιδιοτελής προσκυνητής, επισκέπτεται τον Ελληνικό χώρο γιατί ελπίζει στην πνευματική αναβίωση της ιστορικής μνήμης.

Mε τον Παυσανία απαραίτητο οδηγό στις αναζητήσεις τους, όσοι περιηγούνται την Πελοπόννησο, θα πλησιάσουν, συναισθηματικά φορτισμένοι, την Ολυμπία που το όνομά της και μόνο αναβιώνει συνειρμικά ένα ανθρωπιστικό και φιλειρηνικό ιδεώδες. Πρώτος ο Richard Chandler, στα 1766 και λίγο αργότερα γύρω στα 1780 ο Louis F.S. Fauvel, απεσταλμένος τότε του Choiseul-Gouffier, προσεγγίζουν το χώρο με αρχαιολογικό ενδιαφέρον. Tα βήματά τους θα ακολουθήσουν στις αρχές του δέκατου ένατου αιώνα, ο Charles Robert Cockerell και λίγο αργότερα ο John Spences Stamhope. 


Mε την ελπίδα να πραγματοποιηθεί το όνειρο του Winckelmann σημειώνονται οι πρώτες ανασκαφικές προσπάθειες, αλλά και μετρήσεις, αποτυπώσεις, περιγραφές, της άλλοτε ιερής τοποθεσίας. Περιηγητές πως ο Francois Pouqueville, o Edward Dodwell, o William Gell, o William Martin Leake καθιερώνουν τη διαδρομή προς την αρχαία Ολυμπία που προοδευτικά θα προσελκύει ολοένα και μεγαλύτερο αριθμό ταξιδιωτών.

H ιστορία και οι διοργανώσεις των ολυμπιακών αγώνων κατά την αρχαιότητα μνημονεύονται φυσικά από όλους τους επισκέπτες, ειδικούς και μη ειδικούς, που παρατηρούν προσεκτικά τα απομεινάρια των ερειπίων, σχολιάζουν την πρόοδο των ανασκαφών και εικάζουν για τη θέση των αρχαίων μνημείων. Tο απλό αρχαιολογικό ενδιαφέρον δεν περιγράφει όμως επαρκώς τα κίνητρα των περιηγητών, ούτε απηχεί την ιδιαίτερη σχέση τους με τον συγκεκριμένο χώρο.

H συνάφεια της θρησκείας με τον αθλητισμό και τον πολιτισμό και το φιλειρηνικό πνεύμα που εκφράζονται από τους Ολυμπιακούς αγώνες είναι σαφές ότι ξεχωρίζουν, στη συνείδηση των περιηγητών, τον χώρο αυτό από άλλες αρχαιολογικές τοποθεσίες.

Tα Κείμενα 

Την συγκρατημένη συγκίνηση ορισμένων δεν συμμερίζονται όμως αργότερα και όσοι υποβάλλονται από την ιερότητα του τοπίου, με ρομαντική διάθεση, και παρασύρονται σε ένα φανταστικό ταξίδι στο χρόνο. Tα κείμενά τους αποτελούν μαρτυρίες της συνάντησης που συντελείται με θρησκευτική σχεδόν ευλάβεια, συνάντησης ιδεατής ανάμεσα στη σύγχρονη Δύση και το αρχαίο Ελληνικό πνεύμα, αλλά και πραγματικής ανάμεσα στον περιηγητή και την σύγχρονη κατάσταση του άλλοτε ιερού χώρου. 

Δεν πρόκειται εδώ για μια συνήθη, στα περιηγητικά κείμενα, περιγραφή κάποιας οικισμένης και άρα ζωντανής περιοχής, αλλά για τη θέαση ενός ερήμου τοπίου που αποκτά ιδιαίτερη σημασία και δικιά του ζωή μέσα απ την ιστορική γνώση. O ξένος επισκέπτης αναβιώνει με τη φαντασία του τον αρχαϊκό χώρο, τα μνημεία και τους πολυάριθμους επισκέπτες. Tο στάδιο και οι ναοί βρίσκουν τη θέση τους, ενώ οι θεατές των αγώνων συρρέουν με βοή. Mε θρησκευτικό δέος ο ταξιδιώτης παρασύρεται απ το πλήθος, παρακολουθεί τα αγωνίσματα και φαντάζεται τι βρίσκεται δίπλα σε γνωστά από την ιστορία πρόσωπα.

Tον συνεπαίρνει η ομοψυχία, το πνεύμα της συμφιλίωσης των λαών, η ευγενής άμιλλα. Eχει την αίσθηση ότι βρίσκεται στο κέντρο της Πελοποννήσου, της Ελλάδας, στο γεωγραφικό εκείνο σημείο που συμπυκνώνει το αρχαιοελληνικό πνεύμα και συνδέει το ανθρώπινο γένος. Oταν όμως η βοή καταλαγιάζει, το πλήθος εξαφανίζεται και η βουβή πεδιάδα προβάλλει μέσα από τη σαρωτική μανία του χρόνου και το τελεσίδικο της ιστορικής εξέλιξης.

H επιστροφή στο παρόν συνυφαίνεται με οδυνηρές συγκρίσεις. Τότε κυριαρχεί η έννοια της αντίθεσης που αγκαλιάζει τη σύγχρονη Ελληνική πραγματικότητα και την αρχαία της ιστορία, την παγανιστική και τη χριστιανική εικόνα του ατόμου, το αρχαϊκό αθλητικό ιδεώδες και τις σύγχρονες διοργανώσεις. O ταξιδιώτης συλλογίζεται με μελαγχολία και συχνά με απογοήτευση -ότι η ιστορία δεν ανατρέπεται αλλά διδάσκει, αγωνιά για την τύχη και την εξέλιξη του Ελληνικού γένους και παίρνοντας μαζί του το πανανθρώπινο μήνυμα της σύμπνοιας των λαών, αποχωρεί γοητευμένος από το ιερό τοπίο.


Η Αναβίωση των Αρχαίων Ολυμπιακών Αγώνων

Σύντομο Ιστορικό

Οι αρχαίοι Ολυμπιακοί Αγώνες τελούνταν στην αρχαία Ολυμπία κάθε τέσσερα χρόνια, τη δεύτερη εβδομάδα του Ιουλίου, και διαρκούσαν τέσσερις έως πέντε μέρες στους Κλασικούς χρόνους, αν και στη μακραίωνη ιστορία τους υπήρξαν αυξομειώσεις στη διάρκειά τους. 

Μέχρι την 24η Ολυμπιάδα (684 π.Χ.) διεξάγονταν σε μία μόνο μέρα (η πρώτη Ολυμπιάδα σύμφωνα με τον σοφιστή Ιππία τον Ήλειο έγινε το 776 π.Χ και από τότε ο σοφιστής αρίθμησε τις Ολυμπιάδες), ενώ άλλες τρεις ημέρες προστέθηκαν στην 37η Ολυμπιάδα (632 π.Χ.). Ο κατάλογος των Ολυμπιάδων συμπληρώθηκε αργότερα από τον Αριστοτέλη, τον Ερατοσθένη, το Φλέγονα τον Τραλλέα και τον Ιούλιο τον Αφρικανό. 

Με το πέρασμα των αιώνων, οι αγώνες εξελίσσονταν και νέα αγωνίσματα προσθέτονταν στο πρόγραμμά τους. Ο πρώτος καταγεγραμμένος εορτασμός των Ολυμπιακών Αγώνων στην αρχαιότητα ήταν στην Ολυμπία, το 776 π.Χ., ενώ είναι σχεδόν σίγουρο ότι δεν ήταν και η πρώτη φορά που γίνονταν οι Ολυμπιακοί Αγώνες. Oι Αγώνες τότε ήταν μόνο τοπικοί και διεξαγόταν μόνο ένα αγώνισμα, η κούρσα του σταδίου. Μετά το 776 π.Χ. οι αγώνες έγιναν πιο σημαντικοί σε ολόκληρη την αρχαία Ελλάδα φτάνοντας στο απόγειό τους κατά τον πέμπτο και έκτο αιώνα π.Χ. 

Οι Ολυμπιακοί Αγώνες είχαν επίσης θρησκευτική σημασία, αφού γίνονταν προς τιμή του θεού Δία, του οποίου το τεράστιο άγαλμα στεκόταν στην Ολυμπία. Ο αριθμός των αγωνισμάτων αυξήθηκε και ο εορτασμός διαρκούσε αρκετές ημέρες. Οι νικητές των αγώνων θαυμάζονταν και γίνονταν αθάνατοι μέσα από ποιήματα και αγάλματα. Το έπαθλο για τους νικητές ήταν ένα στεφάνι από κλαδιά ελιάς που ήταν πιο γνωστό με την ονομασία «κότινος».

Οι Αγώνες έχασαν την σημασία τους όταν οι Ρωμαίοι κατέλαβαν την Ελλάδα και ο Χριστιανισμός έγινε η επίσημη θρησκεία της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, καθώς θεωρούνταν πια ως μία παγανιστική γιορτή. Το 393 μ.Χ. ο Αυτοκράτορας Θεοδόσιος απαγόρευσε τη διεξαγωγή τους. Με αυτό τον τρόπο τελείωσε μια περίοδος χιλίων χρόνων, κατά την οποία οι Ολυμπιακοί διεξάγονταν συνέχεια κάθε τέσσερα χρόνια.

Τον 17ο αιώνα, γινόταν στην Αγγλία κάποια γιορτή, η οποία έφερε το όνομα «Ολυμπιακοί Αγώνες». Παρόμοιες εκδηλώσεις ακολούθησαν στους επόμενους αιώνες στη Γαλλία και Ελλάδα, οι οποίες όμως ήταν μικρής έκτασης και σίγουρα όχι διεθνείς. Το ενδιαφέρον για τους Ολυμπιακούς Αγώνες μεγάλωσε όταν ανακαλύφθηκαν τα ερείπια της Αρχαίας Ολυμπίας από Γερμανούς αρχαιολόγους στα μέσα του 19ου αιώνα. 

Οι Ολυμπιακοί Αγώνες όμως θα ήταν μόνο μια μακρινή ανάμνηση της αρχαιότητας αν δεν εμφανιζόταν στον ορίζοντα της σύγχρονης εποχής (19ος αιώνας μ.Χ.) το όραμα του Γάλλου Βαρόνου Πιερ ντε Κουμπερτέν καθώς και μερικών άλλων ανθρώπων της εποχής του. Το όραμα του φωτισμένου αυτού Γάλλου και των άλλων οραματιστών που προηγήθηκαν (π.χ. Ε. Ζάππα, Δ. Βικέλα κ.ά.) ήταν να ζωντανέψουν και πάλι τους Ολυμπιακούς Αγώνες. Προηγήθηκαν οι περίφημες 4 Ζάππειες Ολυμπιάδες.


Ο Πιερ ντε Κουμπερτέν γεννήθηκε το 1863 στο Παρίσι. Αγάπησε τα σπορ και ασχολήθηκε ενεργά με την ξιφασκία, την κωπηλασία, την πυγμαχία και την ποδηλασία. Επηρεασμένος από επισκέψεις του σε Βρετανικά σχολεία, εργάστηκε σκληρά για εισαχθεί η Φυσική Αγωγή στα σχολεία της Γαλλίας.

Οι ιδέες του κρίθηκαν πολύ αυστηρά από όλους όσοι δεν κατάλαβαν τη μεγάλη σημασία αυτής της προσπάθειας και τον πίκραναν. Όμως αυτός δε σταμάτησε να προσπαθεί. Ο Κουμπερτέν ήταν βέβαιος ότι ο Ελληνικός πολιτισμός και ιδιαίτερα οι Ολυμπιακοί Αγώνες μπορούσαν να προσφέρουν πάρα πολλά στην ανθρωπότητα. Ξεκίνησε λοιπόν μια εκστρατεία, για να εξασφαλίσει διεθνή υποστήριξη για την οργάνωση των Ολυμπιακών Αγώνων.

Το 1894 διοργάνωσε Διεθνές Αθλητικό Συνέδριο στο Παρίσι γι' αυτό το θέμα με συμμετοχή 13 χωρών. Ο Πιέρ ντε Κουμπερτέν παρουσίασε στο Διεθνές Αθλητικό Συνέδριο (16 - 23 Ιουνίου 1894) στο πανεπιστήμιο της Σορβόνης τις ιδέες του, σε ένα διεθνές ακροατήριο. Την τελευταία μέρα του συνεδρίου αποφασίστηκε να διεξαχθούν οι πρώτοι σύγχρονοι Ολυμπιακοί Αγώνες το 1896 στην Αθήνα, την πόλη και τη χώρα που τους γέννησε. Έτσι ιδρύθηκε η Διεθνής Ολυμπιακή Επιτροπή (ΔΟΕ), για να διοργανώσει τους αγώνες. Αποφασιστική ήταν η συμβολή του Έλληνα λόγιου Δημήτρη Βικέλα. 

Ο Κουμπερτέν επιθυμούσε ακόμη να υπάρχει μια μόνιμη Επιτροπή για την οργάνωση και την επίβλεψη των Αγώνων. Έτσι, στις 23 Ιουνίου 1894 ίδρυσε τη Διεθνή Ολυμπιακή Επιτροπή και διαμόρφωσε τη δομή του Ολυμπιακού Κινήματος. Διετέλεσε πρόεδρός της από το 1896 έως το 1925. Ασχολήθηκε με την αναβίωση των Ολυμπιακών Αγώνων ακόμα και ως προς τις λεπτομέρειες. Δημιούργησε τους πέντε Ολυμπιακούς κύκλους, το σύνθημα των Αγώνων και καθιέρωσε τις διαδικασίες της τελετής έναρξης και της τελετής λήξης.

Ο πρώτος πρόεδρος της Δ.Ο.Ε. ήταν ο Δημήτρης Βικέλας (1894-1896). Η Διεθνής Ολυμπιακή Επιτροπή (Δ.Ο.Ε.) βρίσκεται στη Λωζάνη της Ελβετίας. Η Επιτροπή ιδρύθηκε στις 23 Ιουνίου του 1894 από τον αναβιωτή των Ολυμπιακών Αγώνων βαρόνο Πιερ ντε Κουμπερτέν. Στόχος του Κουμπερτέν ήταν η οργανωτική αυτή επιτροπή να λειτουργήσει ανεξάρτητα από κυβερνήσεις και πολιτικές σκοπιμότητες.

Ο ρόλος της Δ.Ο.Ε. είναι να οργανώνει όσο το δυνατόν καλύτερα τους Ολυμπιακούς Αγώνες, να τους συντονίζει και να τους αναπτύσσει. Η Δ.Ο.Ε προσπαθεί να κρατήσει το κύρος και το σεβασμό των αγώνων, δίδοντας ιδιαίτερο βάρος στην εκπαιδευτική σημασία των Ολυμπιακών Αγώνων.

Ο σκοπός του Ολυμπιακού Κινήματος είναι να συνεισφέρει στο χτίσιμο ενός ειρηνικού και καλύτερου κόσμου, εκπαιδεύοντας τη νεότητα - μέσω του αθλητισμού, χωρίς κανενός είδους διάκριση - και στο Ολυμπιακό πνεύμα, το οποίο απαιτεί αλληλοκατανόηση με πνεύμα φιλίας, αδελφοσύνη και ευ αγωνίζεσθαι. (Ολυμπιακός Καταστατικός Χάρτης, θεμελιώδεις αρχές, Παράγραφος 6, Α.Ο.Ε 1992).  Σε κάθε χώρα υπάρχει Εθνική Ολυμπιακή Επιτροπή.


Όταν πέθανε ο Κουμπερτέν, το 1937, το πένθος δεν ήταν μόνο για την Ελλάδα αλλά για όλο τον κόσμο. Ο ίδιος αγάπησε τόσο πολύ την Ολυμπία, που ζήτησε να θάψουν την καρδιά του εκεί. Πράγματι, η καρδιά του βρίσκεται θαμμένη σε ειδική στήλη στην Ολυμπία, όπως ο ίδιος το θέλησε.

Η φιλοσοφία του Βαρόνου Κουμπερτέν: Πίστευε ότι ο αθλητισμός μπορεί να βοηθήσει τον άνθρωπο να διαμορφώσει καλό χαρακτήρα. Γι' αυτόν σημασία είχε η συμμετοχή και όχι η νίκη. Πίστευε ότι οι Ολυμπιακοί Αγώνες μπορούν να βοηθήσουν τους λαούς να επικοινωνήσουν μεταξύ τους, να βοηθήσουν στην ειρήνη, στην κατανόηση και στη συνεργασία. Όπως χαρακτηριστικά ανέφερε ο Άβερι Μπραντέιτζ (Πρόεδρος της Δ.Ο.Ε. 1952-1972) για τον αναβιωτή των Αγώνων:

«Ο Πιερ ντε Κουμπερτέν ήταν παιδαγωγός αλλά και αθλητής και κύριος στόχος του με την αναβίωση των Ολυμπιακών Αγώνων ήταν να αποτελέσουν παράδειγμα, συμβάλλοντας έτσι στη δημιουργία μιας καλύτερης και υγιέστερης ανθρωπότητας, ενός ευτυχέστερου και πιο ειρηνικού κόσμου».

Οι πρώτοι Ολυμπιακοί Αγώνες έγιναν το 1896 στην Αθήνα στο Παναθηναϊκό Στάδιο. Συμμετείχαν σ' αυτούς 13 κράτη και 311 αθλητές. Οι γυναίκες άρχισαν να συμμετέχουν για πρώτη φορά στην Ολυμπιάδα του 1928. Ελλάδα (230), Γερμανία (19), Γαλλία(19), ΗΠΑ(14), Βρετανία (8), Ουγγαρία(8), Δανία (4), Αυστρία (4), Αυστραλία(1), Ελβετία(1), Χιλή(1), Βουλγαρία (1), Σουηδία(1)

Οι αθλητές ήταν τόσο λίγοι επειδή πλήρωσαν μόνοι τους τα έξοδά τους. Κάθε φορά που ένας αθλητής νικούσε, παιζόταν ο εθνικός ύμνος της χώρας του και κυμάτιζε η σημαία της. Οι πρώτοι σύγχρονοι Ολυμπιακοί Αγώνες γνώρισαν μεγάλη επιτυχία. Αν και οι αθλητές που πήραν μέρος δεν ξεπερνούσαν τους 250, ήταν η μεγαλύτερη αθλητική διοργάνωση που έγινε ποτέ.

Πρώτες Απόπειρες

Στον αρχαιοελληνικό κόσμο οι Ολυμπιακοί Αγώνες ήταν σύμβολο της ενότητας όλων των Ελληνικών πληθυσμών. Μετά την ίδρυση του σύγχρονου Ελληνικού κράτους, στις αρχές του 19ου αιώνα, έγιναν κάποιες προσπάθειες για την αναβίωσή τους.

Το 1833 ο ποιητής Αλέξανδρος Σούτσος ανακαλούσε τον ένδοξο και ειρηνικό χαρακτήρα των Ολυμπιακών Αγώνων και η ποίησή του έστελνε το μήνυμα της αναβίωσής τους. Το 1838, ο δήμος Λετρίνων, περιοχή κοντά στην αρχαία Ολυμπία, αποφάσισε να τους αναβιώσει. Σύμφωνα με τα σχέδιά τους, οι αγώνες θα γίνονταν κάθε τέσσερα χρόνια στην πόλη του Πύργου.
 
 
Καθώς δεν υπάρχουν άλλες πληροφορίες για τους αγώνες αυτούς, οι ιστορικοί πιστεύουν ότι δεν έγιναν ποτέ. Ωστόσο, αυτή η πληροφορία είναι πολύ σημαντική, γιατί δείχνει ότι η ιδέα της σύνδεσης του νέου Ελληνικού κράτους με τον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό -ζήτημα που απασχολούσε έντονα λογίους και πολιτικούς της εποχής- έβρισκε ταυτόχρονα κάποια ανταπόκριση σε ευρύτερα στρώματα του πληθυσμού.

Αντίθετα με την κοινή άποψη, οι Ολυμπιακοί του 1896 δεν ήταν οι πρώτοι σύγχρονοι Αγώνες. Οι Έλληνες τους είχαν αναβιώσει πριν ακόμη γεννηθεί ο Coubertin, διοργανώνοντας τις Ζάππειες Ολυμπιάδες στην Αθήνα συνολικά τέσσερις φορές (1859, 1870, 1875 και 1889). Ωστόσο, οι αγώνες αυτοί ήταν αποκλειστικά ελληνικού ενδιαφέροντος, τόσο αναφορικά με τους αθλητές που έλαβαν μέρος όσο και με το κοινό που τους παρακολούθησε.

Η Ιδέα του Αλεξάνδρου Σούτσου

Το 1833, η εφημερίδα Ήλιος δημοσίευσε ένα ποίημα του Αλεξάνδρου Σούτσου που αναφερόταν στην αναγκαιότητα της αναβίωσης των Ολυμπιακών Αγώνων. Η εφημερίδα εκδιδόταν στο Ναύπλιο, την πρώτη πρωτεύουσα του νεοσύστατου Ελληνικού κράτους.

Πλάτων

"Αν ηδύνατο στην γη σας η σκιά μας να πετάξη,

Προς τους Υπουργούς του Θρόνου ήθελε με τόλμη κράξει.

Άφετε τα μικρά πάθη, τας ματαίας έριδάς σας,

Άθλιοι συλλογισθήτε τ' ήταν πάλαι η Ελλάς σας.

Δεν με λέγετε πού είναι οι αρχαίοι σας αιώνες; 
Οι ωραίοι σας πού είναι Ολυμπιακοί Αγώνες; 
πού τα Παναθήναιά σας; 

Αι μεγάλαι τελεταί σας, τα μεγάλα θέατρά σας; 
Πού εικόνες κι ανδριάντες, πού βωμοί και πού τεμένη; 
Κάθε πόλις, κάθε δάσος και καθείς ναός προ πάντων 
ήσαν πάλαι πληθυσμένοι· 
Με ογήρυσιν σιγώσαν μαρμαρίνων ανδριάντων 
Τους βωμούς σας ξένα έθνη στόλιζαν με προσφοράς, 
με χρυσούς ο Γύπας πίθους. 
Και ο Κροίσος με κρατήρας και με πλάκας αργυράς 
και με πολυτίμους λίθους. 

Ήγοιγε των Ολυμπίων η ενδοξοτάτη πάλη 
έρρεεν εις τον αγώνα λαού χείμαρρος πολύς. 
Και κατέβαιναν εις τούτον αθληταί οι βασιλείς. 
Ο Ιέρων και ο Γέλων και ο Φίλιππος και άλλοι 
εις Ελλήνων χιλιάδας τεσσαράκοντα εκθάμβους. 
Ο Ηρόδοτος παρίστα στην κομψήν του ιστορίαν 
τους προσφάτους των θριάμβους. 

Ήκουεν ο Θουκυδίδης την ωραίαν αρμονίαν 
της πεζής ποιήσεώς του, 
Και ηλείφετο εις πάλην ένδοξος αντίζηλός του [...]".

Επηρεασμένος από τις ιδέες του ποιήματος αυτού, ο Ευαγγέλης Ζάππας πρότεινε την αναβίωση των Ολυμπιακών Αγώνων.

Ευαγγέλης Ζάππας

Ο Ευαγγέλης Ζάππας γεννήθηκε το 1800 σε ένα χωριό της Ηπείρου. Το 1831 μετανάστευσε στο Βουκουρέστι, όπου έγινε ένας από τους σημαντικότερους και πλουσιότερους γαιοκτήμονες.

Επηρεασμένος από ένα άρθρο του Έλληνα ποιητή Αλεξάνδρου Σούτσου, στο οποίο υπογραμμιζόταν η ανάγκη της αναβίωσης των Ολυμπιακών Αγώνων στη σύγχρονη εποχή, ο Ζάππας αποφάσισε να προπαγανδίσει την ιδέα και να χρηματοδοτήσει την προσπάθεια. Μετά τη συμφωνία του με την Ελληνική κυβέρνηση, οργανώθηκαν οι Ζάππειοι Ολυμπιακοί Αγώνες, ένας συνδυασμός έκθεσης αγροτικών και βιομηχανικών προϊόντων με αθλητικούς αγώνες.

Ο Ζάππας πέθανε το 1865, διαθέτοντας μεγάλο μέρος από την τεράστια περιουσία του για τη διεξαγωγή των Ζάππειων Ολυμπιακών Αγώνων, με σκοπό να γίνονται κάθε τέσσερα χρόνια, "σύμφωνα με τους προγόνους μας". Όπως όριζε στη διαθήκη του, το σώμα του τάφηκε στη Ρουμανία και το κρανίο του μεταφέρθηκε στο καινούργιο ομώνυμο Ολυμπιακό κτήριο στην Αθήνα. Οι επισκέπτες του Ζαππείου μπορούν να δουν την επιγραφή: "Εδώ κείται η κεφαλή".

Πρώτοι Ζάππειοι Ολυμπιακοί Αγώνες ή Ολύμπια

Εύπορος Έλληνας από τη βόρεια Ελλάδα, ο Ευαγγέλης Ζάππας, εμπνευσμένος από την ιδέα του Αλεξάνδρου Σούτσου να αναβιώσουν οι αρχαίοι Ολυμπιακοί Αγώνες, πρότεινε στην ελληνική κυβέρνηση να χρηματοδοτήσει την ίδρυση των σύγχρονων Αγώνων.

Ο Αλέξανδρος Ρίζος Ραγκαβής, Έλληνας υπουργός Εξωτερικών και λόγιος, ήταν αντίθετος: "Το σημερινό πνεύμα είναι διαφορετικό από εκείνο της Αρχαιότητας· τα σημερινά κράτη συναγωνίζονται στη βιομηχανία και τα προϊόντα και όχι στα στάδια".

Σύμφωνα με το Ραγκαβή, οι σύγχρονοι Ολυμπιακοί έπρεπε να εστιάσουν στην αγροτική και βιομηχανική πρόοδο και όχι στον αθλητισμό. Γι' αυτό πρότεινε στο Ζάππα μια μεικτή διοργάνωση που να συμπεριλαμβάνει έκθεση γεωργικών και βιομηχανικών προϊόντων και αθλητικούς αγώνες για ψυχαγωγία. Συγκεκριμένα, η έκθεση, που απέσπασε περισσότερη προσοχή και μεγαλύτερα χρηματικά ποσά από ό,τι οι αγώνες, ορίστηκε να διοργανώνεται ανά τετραετία.

Ο Ζάππας αποδέχθηκε την πρόταση του Ραγκαβή και έτσι εκδόθηκε στα 1858 βασιλικό διάταγμα που καθιέρωνε διαγωνισμούς με την επωνυμία Ολύμπια.

Tα Ολύμπια

Από το ευρύ αλλά και παραγνωρισμένο φάσμα της συμβολής της Ελλάδας στη σύγχρονη ιστορία της αναβίωσης των Ολυμπιακών Αγώνων ξεχωρίζουν τα Ολύμπια του Ζάππα τα οποία έλαβαν χώρα στην Αθήνα το 1859, 1870, 1875 και 1888.

Tο 1856, ένας ήρωας της Ελληνικής επανάστασης, ο Ηπειρώτης Ευάγγελος Ζάππας (1800-1865), που στο μεταξύ είχε δημιουργήσει μεγάλη περιουσία στη Βλαχία –σημερινή Ρουμανία–, έστειλε στον Βασιλιά Όθωνα επιστολή στην οποία δήλωνε την πρόθεση να αναλάβει την αναβίωση των Ολυμπιακών Αγώνων με δική του δαπάνη. O Όθων ανέθεσε τις σχετικές συνεννοήσεις στον νέο υπουργό των Εξωτερικών Αλέξανδρο Ρίζο Ραγκαβή.

 
Αυτός, καθηγητής αρχαιολογίας με σπουδές στη Γερμανία, ήταν της γνώμης ότι αντιπροσωπεύουν καλύτερα τον πολιτισμό ενός έθνους «αγώνες» της επιστημονικής και κοινωνικής ανάπτυξης και όχι της πάλης και της πυγμαχίας, είχε εξάλλου από καιρό επισημάνει την ανάγκη για διοργάνωση βιοτεχνικών εκθέσεων κατά τα πρότυπα των Ευρωπαϊκών κρατών. 

Κατάφερε λοιπόν να πείσει τον Ζάππα να διαφοροποιήσει την αρχική του ιδέα και να προχωρήσει στην χρηματοδότηση ανά τέσσερα έτη εκθέσεων και διαγωνισμών Ελληνικών προϊόντων, κυρίως της βιομηχανίας, παράλληλα με τους οποίους θα τελούντο και αθλητικοί αγώνες. Θα έφεραν κατά τη θέληση του Ζάππα το όνομα Ολύμπια, όνομα που ταίριαζε απόλυτα και στο ιδεολόγημα της συνέχειας του αρχαιοελληνικού πολιτισμού που πρέσβευε το νεότευκτο Ελληνικό κράτος. 

Για την υλοποίηση του σχεδίου ο E. Ζάππας προσέφερε 400 μετοχές της Ελληνικής ατμοπλοϊκής εταιρίας, από των οποίων τους τόκους εξασφαλιζόταν η διεξαγωγή του. Λίγο αργότερα ο Ζάππας θα αναλάμβανε να καλύψει και την ανέγερση ενός μεγάρου για τις ανάγκες των εκθέσεων. Δεν είναι άλλο από το γνωστό μας Ζάππειο που άρχισε να κτίζεται το 1874 σε σχέδια του Boulanger και ολοκληρώθηκε 14 χρόνια μετά απ τον T. Hansen.

Mε την επίσημη αποδοχή της δωρεάς, που έγινε μέσω του Βασιλικού Διατάγματος της 19ης Αυγούστου 1858 με τίτλο «Περί συστάσεως των Ολυμπίων», οριζόταν σε 19 άρθρα τα σχετικά των πρώτων διαγωνισμών που θα διαρκούσαν περί τον ένα μήνα. H οργάνωση των εκδηλώσεων και των αγώνων ανατέθηκε στην Επιτροπή Εμψύχωσης της Βιομηχανίας, που αργότερα θα μετεξελιχθεί σε Επιτροπή Ολυμπίων και στη συνέχεια σε Επιτροπή Ολυμπίων και Κληροδοτημάτων που υφίσταται ως σήμερα. 

Oι αθλητικοί αγώνες στους οποίους αναφέρονταν τα άρθρα 14 και 15 περιορίζονταν σε δύο μόνο Κυριακές και περιελάμβαναν «ιπποδρόμιο ίππων» και «γυμνικούς αγώνες εν τω σταδίω». H εκδήλωση είχε απομακρυνθεί σε τέτοιο βαθμό από την ιδέα του δωρητή, ώστε η αρχική αφορμή, η διεξαγωγή αθλητικών αγώνων ήταν πλέον δευτερεύον ζήτημα.

H Έναρξη των Ολυμπίων

H έναρξη των Ολυμπίων έγινε στις 18 Οκτωβρίου του 1859 υπό την παρουσία της βασιλικής οικογένειας, του πρωθυπουργού, όλων των μελών του υπουργικού συμβουλίου και πλήθους επισκεπτών. Στο διαγωνιστικό τμήμα περίπου 1.000 εκθέτες παρουσίασαν τα προϊόντα τους (βιοτεχνικά, αγροτικά, κτηνοτροφικά) στον ειδικά διασκευασθέντα χώρο του πολυτεχνείου στην οδό Πειραιώς με ιδιαίτερη επιτυχία.

Στις 2 Νοεμβρίου έλαβε χώρα ο αγώνας των ίππων. H συμμετοχή σημαντικών προσωπικοτήτων στον ιππόδρομο και η βράβευση των νικητών από τον ίδιο τον Βασιλιά αντανακλά τη σπουδαιότητα και το κύρος του αγώνα αυτού.

 
Στις 15 Νοεμβρίου στην πλατεία Λουδοβίκου (σημερινή πλατεία Δημαρχείου ή Εθνικής Αντίστασης και όχι στο Παναθηναϊκό Στάδιο που προγραμματίζονταν να γίνουν και που δεν βρισκόταν σε κατάλληλη κατάσταση), τελέσθηκαν τα «γυμνικά» αγωνίσματα: Αγώνες δρόμου [Στάδιον Δίαυλος (2 στάδια), Δόλιχος (7 στάδια)], Άλματος (άλμα απλούν, άλμα υπέρ τα εσκαμμένα, ασκολιασμός), Δισκοβολίας σε ύψος, Ακοντίου (ευθυβολίας και βολής σε μήκος) και Αναρρίχησις ιστού.

Oι νικητές, μεταξύ των και Έλληνες της διασποράς, έλαβαν στεφάνι και χρηματικό βραβείο. H ανταπόκριση του Τύπου στο εσωτερικό αλλά και το εξωτερικό ήταν μεγάλη, ενδεικτική της προσμονής των αγώνων. Ωστόσο, ο Ελληνικός Τύπος στο σύνολό του τους σχολίασε αρνητικά και άσκησε έντονη κριτική στους οργανωτές. 

Σε αυτήν την πρώτη για την Αθήνα οργανωμένη γιορτή, η χρονική περίοδος, ο κακός καιρός, ο τελείως ακατάλληλος χώρος, ο μικρός αριθμός των συμμετεχόντων και οι μέτριες επιδόσεις τους αλλά και η γενική εικόνα σύγχυσης και αταξίας που επικράτησε και που οφειλόταν βέβαια στην απειρία οργάνωσης μαζικών εκδηλώσεων ήταν οι κυριότεροι λόγοι της αποτυχίας. 

Oι Αθηναίοι δεν διέθεταν κανενός είδους σύγχρονη αθλητική παράδοση και ούτε οι αγώνες αυτοί θα βοηθήσουν σε αυτή την κατεύθυνση, μιας και παρόλο το θεατρικό τους στήσιμο και τη διαπλοκή των αρχαιοελληνικών στοιχείων με την εθνική παράδοση τα αγωνίσματα ουσιαστικά εξετάφησαν από τα λεξικά και σε καμία περίπτωση δεν αντανακλούσαν τα αγωνίσματα της εποχής.

H αποτυχία των A΄ Ολυμπίων και οι πολιτικές ταραχές που ακολούθησαν με αποκορύφωμα την έξωση του Όθωνα δεν επέτρεψαν τη διεξαγωγή των B΄, μετά 4 χρόνια. Tο 1865 μετά από μια μακρόχρονη ασθένεια πεθαίνει ο E. Ζάππας έχοντας όμως ήδη με τη διαθήκη του εξασφαλίσει το μέλλον και τη συνέχεια των Ολυμπίων. O μοναδικός κληρονόμος και διαχειριστής της περιουσίας του ο εξάδελφός του Κωνσταντίνος Ζάππας (1810-1892), έπρεπε να στέλνει 1.500 φλώρια το χρόνο για τα Ολύμπια, αναλάμβανε επιπλέον την ευθύνη να προχωρήσει σε συνεργασία με την επιτροπή και στην ανέγερση του μεγάρου.

Tο 1870 δημοσιεύεται το πρόγραμμα και οι κανονισμοί των αγωνισμάτων των B΄ Ολυμπίων, στα οποία έχουν προστεθεί ορισμένα αγωνίσματα πως σκοποβολή, κολύμβηση, κωπηλασία ενώ η περίοδος της προετοιμασίας-προγύμνασης έχει αυξηθεί. Aκόμη έχουμε το καθορισμό για πρώτη φορά του όρκου των αθλητών. O κανονισμός των αγώνων καθόριζε και το τελετουργικό που περιλάμβανε και θρησκευτική τελετή. 

Tα B΄ Ολύμπια άρχισαν την 1η Νοεμβρίου του 1870 και την τελετή έναρξης παρακολούθησε ένα πλήθος 30.000 ανθρώπων. Δύο εβδομάδες αργότερα στο πρόχειρα ανακαινισθέν Παναθηναϊκό Στάδιο, στο ίδιο στάδιο που γίνονταν τα Παναθήναια στην αρχαιότητα αλλά τελέσθηκαν και οι πρώτοι διεθνείς Ολυμπιακοί Αγώνες, έλαβαν χώρα τα «γυμνικά» αγωνίσματα.

 
Oι συμβολισμοί διατρέχουν κι εδώ όλο το τυπικό των αγώνων. Μετά τη θρησκευτική χορωδία ακολούθησε ο Ολυμπιακός Ύμνος και λίγο αργότερα ο όρκος των 31 συμμετεχόντων μπροστά τους Ελλανοδίκες. Παρόλο που οι άλλοι αγώνες πλην των του Σταδίου αναβλήθηκαν, σύσσωμος ο Τύπος εξήρε την οργάνωση και την απολύτως επιτυχή διεξαγωγή του αθλητικού μέρους των Ολυμπίων.

Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα να προκηρυχθούν τα Γ΄ Ολύμπια το Νοέμβριο του 1874 και να τελεσθούν τελικά το Μάιο του 1875. Διευθυντής των αγώνων ορίσθηκε ο Ιωάννης Φωκιανός (1845-1896) μια προσωπικότητα που θα σημαδέψει την εξέλιξη της γυμναστικής στην Ελλάδα. 

Λόγω των ειδικών του γνώσεων και εμπειριών ήταν και ο καταλληλότερος για τη θέση αυτή. O Φωκιανός επιδίωξε να προσελκύσει μαθητές, φοιτητές και άτομα των ανωτέρων τάξεων για την προγύμναση στο δημόσιο γυμναστήριο ώστε να προσδώσει αίγλη και κύρος στους αγώνες που έγιναν στις 18 Μαΐου και πάλι στο Παναθηναϊκό Στάδιο, στο περιθώριο των εκθέσεων που είχαν αρχίσει στις 6 Μαΐου. 

Oι περιορισμένοι συμμετέχοντες (24 αθλητές), η προχειρότητα της διαρρύθμισης των θέσεων των θεατών και η απουσία του βασιλέως είχε σαν αποτέλεσμα να επικρατήσει αταξία και αρνητική εντύπωση στους πάντες. Oι εφημερίδες χαρακτήρισαν τη διοργάνωση σαν προδοσία της αρχαιότητας και κάτω από το βάρος της κριτικής ο Φωκιανός παραιτήθηκε.

Λόγω της αποτυχίας των αγώνων του 1875 η επιτροπή των Ολυμπίων επικεντρώνει το ενδιαφέρον της στην υλοποίηση των όρων της διαθήκης του E. Ζάππα και αναβάλλει διαρκώς την τέλεση των επόμενων Ολυμπίων. Έτσι ολοκληρώνεται το 1878 το Κεντρικό Γυμναστήριο (ο σημερινός Φωκιανός απέναντι από το Παναθηναϊκό Στάδιο) και 10 χρόνια αργότερα στο Ζάππειο Μέγαρο. 

Tο ίδιος έτος είναι η 25η επέτειος από την άνοδο του βασιλέως Γεωργίου A΄ στο θρόνο και στα πλαίσια των εορτών δημοσιεύεται το B.Δ. της 12ης Ιανουαρίου του 1888 «Περί των εγκαινίων του Ζαππείου και της ενάρξεως της Δ΄ Ολυμπιάδας». 

Ωστόσο, ενώ το εκθεσιακό μέρος πραγματοποιείται με μεγάλη επιτυχία στο Ζάππειο –για πρώτη φορά έχουμε τη χρήση ηλεκτρικού φωτός στην πρωτεύουσα– οι δημοτελείς αγώνες αναβάλλονται. Kι ενώ η ματαίωση των αγώνων φαινόταν σίγουρη ο Φωκιανός, διευθυντής του Κεντρικού Γυμναστηρίου αναλαμβάνει τη διοργάνωση με δικά του έξοδα στο χώρο του γυμναστηρίου, που και διεξάγονται επιτυχώς στις 30 Απριλίου και 12 Μαΐου.

Μετά την επιτυχία των εκθέσεων του 1888 αποφασίζεται να τηρηθεί η πλήρης τετραετία και προκηρύσσονται τα E΄ Ολύμπια για το 1892. Mε το θάνατο του Κωνσταντίνου Ζάππα το 1892 η ρουμανική κυβέρνηση αρνείται να παραδώσει την περιουσία του στην Επιτροπή των Ολυμπίων, πράγμα που θα οδηγήσει σε διακοπή των διπλωματικών σχέσεων μεταξύ των δύο χωρών, αλλά και στη διακοπή του θεσμού των Ολυμπίων.


Δεν γνωρίζουμε τι αποτελέσματα θα είχαμε εάν η ιδέα του μεγάλου ευεργέτη πραγματοποιούνταν «γνησία και απαράλλακτος». H πρόταση της ανασύστασης των αθλητικών και καλλιτεχνικών αγώνων του Ευάγγελου Ζάππα πραγματοποιήθηκε μόνον σαν συνοδευτικό θέαμα «βιομηχανικών εκθέσεων». Tα Ολύμπια δεν είχαν ουσιαστική επίδραση στην καθιέρωση των αγωνισμάτων αυτών στην Ελλάδα. Λειτούργησαν όμως σαν μια εισαγωγή για τους Ολυμπιακούς Αγώνες του 1896.
 
Aκόμη η εμπειρία τους μέσα από την επανάληψή της θα δημιουργήσει τη βάση για ταύτιση των θεατών με το ιδεολόγημα της συνέχειας του αρχαίου Ελληνικού πολιτισμού. Έτσι οι αθλητές των αγώνων του 1896 θα βρουν μπροστά τους ένα πλήθος που ήταν συνειδητοποιημένο με την κληρονομιά των προγόνων του και που η ατμόσφαιρα και ο ενθουσιασμός των στο ίδιο στάδιο που πολλοί απ αυτούς είχαν παρακολουθήσει τα Ολύμπια θα αποτελέσει την κύρια αιτία της μεγάλης επιτυχίας των πρώτων διεθνών Ολυμπιακών Αγώνων.

Πρώτοι  Ζάππειοι Ολυμπιακοί Αγώνες 1859

Καθώς η ανακαίνιση του Παναθηναϊκού Σταδίου δεν είχε ακόμα ολοκληρωθεί, τα πρώτα Ολύμπια έγιναν το 1859 στην πλατεία Λουδοβίκου (τη σημερινή πλατεία Εθνικής Αντιστάσεως ή Κοτζιά, στο κέντρο της Αθήνας). Τα παρακολούθησαν όλοι οι επίσημοι, η βασιλική οικογένεια, τα μέλη της κυβέρνησης, οι στρατιωτικές και δημοτικές αρχές και πολλές χιλιάδες κόσμου.

Καθώς ήταν μια από τα πρώτες μαζικές συγκεντρώσεις ούτε ο λαός ούτε η αστυνομία είχαν προηγούμενη εμπειρία για το πώς να διατηρήσουν την τάξη στη διοργάνωση αυτή. Το γεγονός ότι συνιστούσε μια καινούργια εμπειρία προκαλεί ενδιαφέρον για τη μελέτη των πρώτων μαζικών συγκεντρώσεων στις σύγχρονες κοινωνίες.

Οι αθλητικοί αγώνες είχαν περισσότερο χαρακτήρα παιχνιδιού παρά αθλητικής διοργάνωσης. Καθώς δεν υπήρχαν αθλητές τότε, η οργανωτική επιτροπή επέτρεψε τη συμμετοχή εργατών, μεταφορέων κλπ., τους οποίους προσέλκυσαν τα χρηματικά έπαθλα που ορίστηκαν. Σύμφωνα με τον Τύπο της εποχής, κατά τη διάρκεια των αγώνων συνέβησαν πολλά αστεία περιστατικά: ένας αστυνομικός που ήταν εκεί για να επιβάλει την τάξη άφησε τη θέση του και συμμετείχε στους αγώνες. Ακόμη κι ένας ζητιάνος, που παρίστανε τον τυφλό, συμμετείχε στους αγώνες!


Οι πρώτοι Ζάππειοι αγώνες τελικά είχαν πλήρη αποτυχία, κυρίως λόγω της αταξίας και του συνωστισμού, προκαλώντας δυσαρέσκεια σε διοργανωτές και θεατές και τη δριμεία κριτική του Τύπου. Η αποτυχία αυτή δημιούργησε ένα γενικά αρνητικό κλίμα για τη γυμναστική και τον αθλητισμό. Ωστόσο, η ιδέα της αναβίωσης των Ολυμπιακών Αγώνων εξακολούθησε να απασχολεί τόσο τους ιθύνοντες όσο και το ευρύ κοινό.

Δεύτεροι Ζάππειοι Ολυμπιακοί Αγώνες 1870

Οι Δεύτεροι Ζάππειοι Αγώνες του 1870 πραγματοποιήθηκαν στο ανακαινισμένο Παναθηναϊκό Στάδιο. Αυτή τη φορά η προετοιμασία και η οργάνωση ήταν πολύ καλύτερη.

Το πρόγραμμα και οι κανόνες των αγωνισμάτων δημοσιεύτηκαν στην ώρα τους. Οι αθλητές εγγράφηκαν έγκαιρα και ακολούθησαν ειδική προπόνηση ως απαιτούμενη προετοιμασία για τους αγώνες. Τελικά, 31 αθλητές επιλέχτηκαν για να συμμετάσχουν σε αυτούς. Το Στάδιο ανακαινίστηκε και διαρρυθμίστηκε, ώστε να δεχτεί το κοινό και τους επισήμους. Οι αθλητές ήταν ομοιόμορφα ντυμένοι: αθλητική περιβολή και σανδάλια στο χρώμα του δέρματος.

Η έναρξη των αγώνων έγινε στις 15 Νοεμβρίου του 1870. Το κοινό που τους παρακολούθησε έφτασε τις τριάντα χιλιάδες, σχεδόν το σύνολο του πληθυσμού της Αθήνας. Διεξήχθησαν εννέα αγωνίσματα: επτά των αρχαίων Ολυμπιακών Αγώνων και δύο σύγχρονα. Δόθηκαν τόσο χρηματικά όσο και συμβολικά βραβεία. 

Υπήρχε μια φιλαρμονική που έπαιξε τον πρώτο ολυμπιακό ύμνο, ειδικά γραμμένο για την περίσταση από το Γεώργιο Ορφανίδη, καθηγητή Βοτανικής στο Πανεπιστήμιο, και μελοποιημένο από το μουσικοδιδάσκαλο Παριζίνη. Για πρώτη φορά επίσης οι αθλητές έδωσαν όρκο μπροστά στην επιτροπή που θα έκρινε τους αγώνες. Οι κριτές ήταν καθηγητές του Πανεπιστημίου και υπήρχε κήρυκας για την αναγγελία των νικητών. Ο βασιλιάς έδινε το έπαθλο στο νικητή με τη συνοδεία μουσικής.


Οι αγώνες του 1870 είχαν εξαιρετικά μεγάλη επιτυχία και ο Τύπος αφιέρωσε διθυραμβικά άρθρα τόσο για τη διοργάνωση όσο και για τη διεξαγωγή τους. Με την επιτυχία αυτή δόθηκε αφορμή για την εκκίνηση συζητήσεων σχετικά με τη γυμναστική και την ανάγκη δημιουργίας αθλητικών θεσμών με κρατικό χαρακτήρα.

Τρίτοι Ζάππειοι Ολυμπιακοί Αγώνες 1875

Τα τρίτα Ολύμπια οργανώθηκαν από τον Ιωάννη Φωκιανό, ο οποίος ανέλαβε διευθυντής στο Δημόσιο Γυμναστήριο. Ο Φωκιανός υποστήριζε με πάθος ότι το ιδεώδες της γυμναστικής θα εξαπλωνόταν άνωθεν, από τις ανώτερες τάξεις, τις μορφωμένες και καλλιεργημένες. Γι' αυτό ενδιαφέρθηκε για την προετοιμασία των μαθητών του Γυμναστηρίου και των φοιτητών. Όλοι αυτοί εκπαιδεύονταν στο Δημόσιο Γυμναστήριο της Αθήνας. Ο Φωκιανός εισήγαγε μια σειρά από γυμναστικές ασκήσεις, εμπνευσμένες από το γερμανικό γυμναστικό σύστημα.

Οι αγώνες διεξήχθησαν στο Παναθηναϊκό Στάδιο στις 18 Μαΐου 1875. Παρά το μεγάλο αριθμό αθλητών που προετοιμάζονταν στο Δημόσιο Γυμναστήριο για τους αγώνες, τελικά μόνο είκοσι τέσσερις έλαβαν μέρος. Κάποιοι από αυτούς διακρίθηκαν αργότερα τόσο στην αθλητική όσο και στην κοινωνική και πολιτική ζωή του τόπου. Μεταξύ άλλων συγκαταλέγονται ο ολυμπιονίκης του 1896 Γεώργιος Ορφανίδης, ο μετέπειτα δήμαρχος Αθηναίων Σπύρος Μερκούρης και ο μελλοντικός πρόεδρος του ΣΕΓΑΣ Μάρκος Μίνδλερ.

Η ένδυση των αθλητών ήταν εντυπωσιακή: μακρύ παντελόνι και λευκό πουκάμισο με μια μεγάλη μπλε ρίγα. Μέχρι το 1896, αυτή ήταν η επίσημη στολή γυμναστικής.

Παρά τη μεγάλη προετοιμασία και τις υψηλές προσδοκίες, οι αγώνες δεν είχαν επιτυχία. Η Βασιλική οικογένεια δεν τους παρακολούθησε, ενώ δεν υπήρξε αρκετός χώρος για το πλήθος των θεατών που προσήλθε και τελικά γέμισε το στίβο του Σταδίου. Επιπλέον, η συμμετοχή των αθλητών ήταν περιορισμένη. Συνέπεια των παραπάνω ήταν να διατυπωθεί δυσαρέσκεια και να θεωρηθεί υπεύθυνος ο Φωκιανός, παρά την αξιοσημείωτη προσπάθεια που κατέβαλε και την πολύ καλή προετοιμασία των αθλητών.

Τέταρτοι Ζάππειοι Ολυμπιακοί Αγώνες 1889

Η διεξαγωγή των τέταρτων και τελευταίων Ζάππειων Ολυμπιακών Αγώνων είχε αρχικά οριστεί για το 1885, ωστόσο ύστερα από επανειλημμένες αναβολές η Ζάππειος Επιτροπή εγκατέλειψε την ευθύνη για την τέλεσή τους το 1888. Τον επόμενο χρόνο ο Ιωάννης Φωκιανός ανέλαβε προσωπικά τη διοργάνωσή τους και οι αγώνες διεξήχθησαν το Μάιο του 1889 στο νεόδμητο Κεντρικό Γυμναστήριο του Φωκιανού με τη συμμετοχή 30 αθλητών. 

Την πρώτη ημέρα η αθρόα προσέλευση του κοινού και η αταξία που επικράτησε δυσχέραναν τη διεξαγωγή των αγωνισμάτων και οι αγώνες αναβλήθηκαν για λίγες μέρες. Ωστόσο, όταν επαναλήφθηκαν δεν υπήρξε κανένα πρόβλημα και όλα κύλησαν ομαλά. Δώδεκα αγωνίσματα διεξήχθησαν συνολικά, ανάμεσα στα οποία ο δρόμος ταχύτητας, η δισκοβολία, το άλμα επί κοντώ, το δίζυγο και η άρση βαρών.

Οι Ζάππειες Ολυμπιάδες μπορούμε να πούμε ότι προλείαναν το έδαφος για τους Ολυμπιακούς Αγώνες του 1896. Στοιχεία που διαμορφώθηκαν σε αυτές, όπως οι τελετές, τα διπλώματα, τα μετάλλια, οι χορηγοί, καθώς και η εμπειρία που αποκτήθηκε από τη διεξαγωγή τέτοιων αθλητικών εκδηλώσεων, αξιοποιήθηκαν και στις μετέπειτα αθλητικές διοργανώσεις. Παράλληλα, οι Ζάππειοι Αγώνες συνέβαλαν στην ωρίμανση της κοινής γνώμης ώστε να αποδεχθεί την ιδέα της τέλεσης των πρώτων διεθνών Ολυμπιακών Αγώνων.


Πρώτοι Σύγχρονοι Ολυμπιακοί Αγώνες (1896)

Γενικά

Οι πρώτοι σύγχρονοι Ολυμπιακοί Αγώνες έλαβαν χώρα στην Αθήνα το 1896. Η αναβίωση και η διεξαγωγή τους υπήρξε αποτέλεσμα μιας έντονης προσπάθειας τόσο από τον Βαρόνο Πιέρ ντε Κουμπερτέν όσο και από την Ελληνική Βασιλική Οικογένεια, η οποία είχε ενεργό ρόλο στην επαναφορά και στην ομαλή διεξαγωγή των Αγώνων.

Το 1894, σε συνέδριο που οργάνωσε ο Βαρώνος ντε Κουμπερτέν στο Παρίσι, ιδρύθηκε η πρώτη Διεθνής Ολυμπιακή Επιτροπή και αποφασίστηκε η αναβίωση των Ολυμπιακών Αγώνων. Τόπος διεξαγωγής τους ορίστηκε η Αθήνα.

Η αναβίωση των Ολυμπιακών Αγώνων και η διεξαγωγή τους στην Αθήνα χαιρετίστηκε θερμά από τους Έλληνες, όμως η δεινή οικονομική κατάσταση της Ελλάδος οδήγησε τον επικεφαλής της οργανωτικής επιτροπής, Στέφανο Σκουλούδη, να δηλώσει ότι οι Αγώνες είναι αδύνατο να πραγματοποιηθούν λόγω υψηλού κόστους και να παραιτηθεί.

Τότε ο διάδοχος Κωνσταντίνος αποφάσισε να ηγηθεί της οργανωτικής επιτροπής και έπειτα από μία σειρά ενεργειών (έκδοση γραμματοσείμων, συλλογή δωρεών κτλ) κατάφερε να συγκεντρώσει ένα σημαντικό ποσό. Παράλληλα, ο Διάδοχος πείθει τον Γεώργιο Αβέρωφ, να αναλάβει την ανακατασκευή του Παναθηναϊκού σταδίου. Προς τιμήν της δωρεάς του Αβέρωφ, τοποθετήθηκε άγαλμά του στην είσοδο του σταδίου.

Η έναρξη των Ολυμπιακών Αγώνων πραγματοποιήθηκε στις 25 Μαρτίου (6 Απριλίου) 1896 ώστε να συμπέσει με την ιστορική για την Ελλάδα επέτειο. Το Παναθηναϊκό στάδιο ήταν κατάμεστο από κόσμο. Έπειτα από την ομιλία του Διαδόχου Κωνσταντίνου ο Βασιλεύς Γεώργιος Α' κήρυξε την έναρξη των Ολυμπιακών αγώνων:

"Κηρύσσω την έναρξη των πρώτων Ολυμπιακών Αγώνων της Αθήνας. Ζήτω το Έθνος, ζήτω οι Έλληνες".

Μία χορωδία με συνοδεία μπάντας ερμήνευσε τον ύμνο των Ολυμπιακών Αγώνων, σε σύνθεση του Σπύρου Σαμάρα και ποίηση του Κωστή Παλαμά. Έπειτα από αρκετά χρόνια ο ύμνος αυτός θα γίνει ο επίσημος ύμνος των Ολυμπιακών Αγώνων και θα ακούγεται στην τελετή έναρξη κάθε Ολυμπιάδος.

Οι Αγώνες περιελάμβαναν σαράντα τέσσερα αγωνίσματα και παρά τις δύσκολες συνθήκες διεξαγωγής (οι αθλητές πλήρωναν μόνοι τους το κόστος διαμονής καθώς και την μεταφορά τους στην Ελλάδα), πραγματοποιήθηκε ρεκόρ συμμετοχής χωρών και αθλητών. Η Ελλάδα κέρδισε πολλά μετάλλια και ως ξεχωριστές στιγμές θεωρούνται η νίκη του Σπύρου Λούη στο αγώνισμα του Μαραθωνίου, καθώς και η έναρξη του αγωνίσματος της σκοποβολής η οποία εδώθη από την ίδια την Βασίλισσα Όλγα.

Μία εβδομάδα περίπου πριν την λήξη των Ολυμπιακών Αγώνων ο Βασιλεύς Γεώργιος παρέθεσε δείπνο στους επισήμους και στους αθλητές. Στην ομιλία του πρότεινε στην Ολυμπιακή επιτροπή να σκεφτεί σοβαρά το ενδεχόμενο οι Ολυμπιακοί Αγώνες να πραγματοποιούνται μόνιμα στην Ελλάδα. Είχε ήδη όμως αποφασιστεί οι επόμενοι Ολυμπιακοί Αγώνες να πραγματοποιηθούν στο Παρίσι.


Λόγω των πιέσεων που δέχθηκε η ΔΟΕ για την μόνιμη πραγματοποίηση των Ολυμπιακών Αγώνων στην Αθήνα (έπειτα από την άριστη και επιτυχή οργάνωση των πρώτων Ολυμπιακών Αγώνων), καθιέρωσε την πραγματοποίηση των ενδιάμεσων Ολυμπιάδων θα πραγματοποιούνταν πάντοτε στην Αθήνα.O Πρίγκιπας Γεώργιος τρέχει στο αγώνισμα του Μαραθωνίου δίπλα στον αθλητή William D. Sherring

Η πρώτη ενδιάμεση Ολυμπιάδα του 1906 σημείωσε μεγάλη επιτυχία καθώς δεν συνέπιπτε με κάποια διεθνή έκθεση και δεν διήρκεσε για μεγάλο χρονικό διάστημα (σε αντίθεση με τις Ολυμπιάδες του 1900,του 1904 και του 1908). Ακόμα εισήχθησαν κάποιες καινοτομίες οι οποίες υιοθετήθηκαν στους επόμενους Αγώνες και εφαρμόζονται ακόμα και σήμερα π.χ. Η τελετή Έναρξης και η Τελετή λήξης να πραγματοποιούνται σε ξεχωριστές ημέρες από τα αγωνίσματα, η παρέλαση των αθλητών ανά χώρα και η έννοια του Ολυμπιακού Χωριού (οι αθλητές που έλαβαν μέρος στους αγώνες διέμειναν σε ειδικά διαμορφωμένο χώρο στο Ζάππειο). Ακόμα καθιερώνεται η άρση της σημαίας του νικητή σε κάθε αγώνισμα.

Ιδιαίτερα χαρακτηριστική στιγμή των Αγώνων θεωρείται ο τερματισμός του Μαραθωνίου. Οι Έλληνες επιθυμούσαν την επανάληψη του θριάμβου του Σπύρου Λούη το 1896 και από πολύ νωρίς είχαν κατακλύσει τους δρόμους και το στάδιο. Όταν μαθεύτηκε ότι ο αθλητής που προπορεύονταν δεν ήταν Έλληνας υπήρξε μία γενικότερη απογοήτευση στο κοινό. Θέλοντας να τονίσει την σπουδαιότητα καθώς και το βαθύτερο νόημα των Αγώνων ο πρίγκιπας Γεώργιος έτρεξε τα τελευταία 50 μέτρα του Μαραθωνίου δίπλα στον Καναδό αθλητή William D. Sherring, ο οποίος ήταν και ο νικητής του Μαραθωνίου.Με αυτή την κίνησή του ο Πρίγκιπας Γεώργιος ήθελε να καταστήσει σαφές ότι σημασία έχει η αξιοπρεπής συμμετοχή και όχι απαραίτητα η νίκη.

H Αθήνα προ των Αγώνων

Στις 18 Σεπτεμβρίου 1838, η Αθήνα επιλέχθηκε ως η πρωτεύουσα του Ελληνικού κράτους. Το Φεβρουάριο της ίδιας χρονιάς, οι κάτοικοί της γιόρτασαν το γεγονός στην εκκλησία του Αγίου Γεωργίου, τον αρχαίο ναό του Θησείου που είχε μετατραπεί σε χριστιανική εκκλησία.

Ανάμεσα στο 1838 και το 1896 έγινε μια σοβαρή προσπάθεια να διαμορφωθεί το σχέδιο της πόλης των Αθηνών, σύμφωνα με τις τρέχουσες πολεοδομικές απαιτήσεις των ευρωπαϊκών πόλεων. Επιφανείς Έλληνες και Ευρωπαίοι αρχιτέκτονες, μηχανικοί και άνθρωποι των τεχνών προσκλήθηκαν να εργαστούν γι' αυτό το σκοπό. 

Ωστόσο, λόγω οικονομικών δυσχερειών και πολιτικών προβλημάτων, αυτές οι απαιτήσεις αναγκαστικά μειώθηκαν, δίνοντας στην Αθήνα τον αναπόφευκτα υβριδικό χαρακτήρα μιας ευρωπαϊκής πόλης στην περιφέρεια, διαμορφωμένης με ξένες αρχές, επιλεκτικά εφαρμοσμένες. Παρ' όλ' αυτά, όσο το αστικό τοπίο με τον καιρό ωρίμαζε, τα στοιχεία που είχαν εισαχθεί ρίζωσαν στο ντόπιο χώμα και, τη δεκαετία του 1890, η Ελληνική πρωτεύουσα είχε πάρει -αν και σε μικρή κλίμακα- την οικεία όψη μιας νεοκλασικής πόλης του 19ου αιώνα.

Oι Ολυμπιακοί Αγώνες πραγματοποιήθηκαν σε μια εποχή κατά την οποία είχαν συντελεστεί ριζικές αλλαγές στις δομές της Ελληνικής κοινωνίας. Κύριο γνώρισμά της ήταν η οικονομική ανόρθωση που προέταξε ο Τρικούπης. Tο θέμα της εθνικής ολοκλήρωσης που είχε κυριαρχήσει κατά τις πρώτες δεκαετίες του περασμένου αιώνα, είχε κατά ένα μέρος συντελεστεί με την προσάρτηση της Άρτας και της Θεσσαλίας το 1881.


H προσάρτηση των νέων εδαφών εκτός από τη φυσική συνέπεια που είχε στην επέκταση των ορίων του ελληνικού κράτους και στην αύξηση του πληθυσμού, επέφερε και σημαντικές μεταβολές στο κοινωνικοοικονομικό σύστημα, ενώ η εισροή του παροικιακού κεφαλαίου που παρατηρείται κατά τη δεκαετία του 1870, ευνόησε την αύξηση των βιομηχανικών και τραπεζικών επενδύσεων.

Για την πραγματοποίηση του αναπτυξιακού του προγράμματος, ο Τρικούπης διέθεσε μεγάλα επενδυτικά κεφάλαια σε έργα υποδομής, κυρίως δε στην κατασκευή του οδικού και συγκοινωνιακού δικτύου, τα οφέλη του οποίου είχαν άμεσο αντίκτυπο στο εμπόριο και τη ναυτιλία. H οικονομική πολιτική της προσφυγής σε φορολογική επιβάρυνση και αυτών ακόμη των κατωτάτων στρωμάτων, καθώς και στον εξωτερικό δανεισμό με επαχθέστατους πολλές φορές όρους, οδήγησε τη χώρα σε αδιέξοδο και το 1893, από το βήμα της Bουλής, ομολόγησε ότι το κράτος βρισκόταν σε πτώχευση. 

Κάτω από αυτές τις συνθήκες, όταν το 1894 στο Παγκόσμιο αθλητικό συνέδριο των Παρισίων η κυβέρνηση κλήθηκε να αναλάβει υπό την προστασία της την οργάνωση των Αγώνων, αρνήθηκε κατηγορηματικά την οποιαδήποτε μορφή συμμετοχής και υποστήριξης, επικαλούμενη αφενός το οικονομικό αδιέξοδο, αφετέρου την έλλειψη γενικότερου αθλητικού ενδιαφέροντος και υποδομής.

Πληθυσμός

Την εποχή εκείνη ο πληθυσμός της Αθήνας κυμαινόταν μεταξύ 10 και 12 χιλιάδων κατοίκων. Καθώς η Αθήνα έγινε πρωτεύουσα, πολλοί Έλληνες μετακόμισαν στην πόλη και η αξία της αστικής γης ανέβηκε κατακόρυφα. Το 1850, η περιοχή ανάμεσα στην Ακρόπολη και το Λυκαβηττό ήταν ήδη γεμάτη κτήρια. Στην απογραφή του 1879, η Αθήνα είχε ήδη φτάσει τους 63.374 κατοίκους.

Δρόμοι

Ήταν η εποχή του νεοκλασικισμού και γι' αυτό στους δρόμους και τις πλατείες των Αθηνών δόθηκαν τα ονόματα μεγάλων προσωπικοτήτων της κλασικής ιστορίας. Είναι ενδιαφέρον να παρατηρήσουμε ότι δε χρησιμοποιήθηκαν ονόματα βυζαντινών προσωπικοτήτων ούτε αγωνιστών της Επανάστασης: το Βυζάντιο δεν είχε ακόμη αναγνωριστεί ως κομμάτι της ελληνικής ιστορίας και η Επανάσταση ήταν πολύ πρόσφατη και ζωντανή. Πολλοί δρόμοι έπαιρναν το όνομα σημαντικών Αθηναϊκών οικογενειών της Οθωμανικής περιόδου.

Συνοικίες

Οι κατοικημένες περιοχές της εποχής βρίσκονταν γύρω από την Ακρόπολη και την Πλάκα. Μια από τις παλιότερες γειτονιές ήταν του Ψυρή, κοντά στο Μοναστηράκι. Πήρε τ' όνομά της από το νησί των Ψαρών, απ' όπου είχαν έρθει οι περισσότεροι από τους πρώτους κατοίκους της. Στο κέντρο της υπήρχε η πλατεία Ηρώων, που ονομάστηκε έτσι από τους αγωνιστές της επανάστασης του 1821, οι οποίοι έκαναν εκεί τις συναντήσεις τους.

Άλλες παλιές γειτονιές ήταν η Νεάπολη, που πολύ σύντομα έγινε η γειτονιά των φοιτητών, και τα Εξάρχεια, που πήραν την ονομασία τους από τον έμπορο Έξαρχο, που άνοιξε ένα κατάστημα γενικού εμπορίου, πολύ μεγάλο για τα δεδομένα της εποχής.

Το 1860, οικογένειες χτιστών που μετανάστευσαν στην Αθήνα από την Ανάφη -νησί κοντά στη Σαντορίνη-, για να δουλέψουν στην ανέγερση των Ανακτόρων, δημιούργησαν τη γειτονιά των Αναφιώτικων στους πρόποδες της Ακρόπολης.


Κατά τη διάρκεια του 19ου αιώνα, το εμπορικό κέντρο της πόλης οριζόταν από τους δύο πλέον πολυσύχναστους δρόμους, την Ερμού και την Αιόλου. Τα πρώτα μεγάλα και πολυτελή ιδιωτικά σπίτια χτίστηκαν στις καινούργιες λεωφόρους Ακαδημίας, Πανεπιστημίου και Σταδίου· σύντομα άρχισε να σχηματίζεται η γειτονιά του Κολωνακίου.

Προβλήματα

Καθώς ο δημόσιος τομέας περιοριζόταν από οικονομικές ελλείψεις, οι περισσότερες καινούργιες οικοδομές γίνονταν από τον ιδιωτικό τομέα, κυρίως πλούσιους Έλληνες της Διασποράς. Αν και οι μεγάλες κατασκευές άλλαξαν την τοπογραφία της Αθήνας, η πόλη είχε ακόμη ν' αντιμετωπίσει σοβαρά προβλήματα: δεν υπήρχαν ασφαλτοστρωμένοι δρόμοι και η σκόνη ήταν πάντα ένα από τα πιο ενοχλητικά της χαρακτηριστικά· δεν επαρκούσαν οι λάμπες γκαζιού στους δρόμους και η ηλεκτροφώτιση δεν είχε ακόμη καθιερωθεί, εξαιτίας των ισχυρών αντιδράσεων της εταιρείας γκαζιού. Επιπλέον, η πόλη υπέφερε από την έλλειψη υδροδότησης και αποχέτευσης.

Ωστόσο, το γεγονός ότι η Αθήνα επιλέχθηκε για τη διοργάνωση των πρώτων Ολυμπιακών Αγώνων οδήγησε στην εσπευσμένη εκτέλεση δημοσίων έργων, όπως μεγάλοι δρόμοι, γέφυρες, φωτισμός κλπ. Η πραγματοποίησή τους βοήθησε στην υποδοχή των επισκεπτών που παρακολούθησαν τις εκδηλώσεις των Ολυμπιακών Αγώνων.

Κοινωνία

Η Αθήνα του 19ου αιώνα αντικατοπτρίζει τις μεταμορφώσεις της Ελληνικής κοινωνίας. Έγινε πόλος έλξης για ανθρώπους διαφορετικής προέλευσης και κουλτούρας, οι οποίοι συναντήθηκαν στον ίδιο χώρο και ήρθαν αντιμέτωποι με τις νέες πολιτικές και οικονομικές συνθήκες. Οι κάτοικοι των νησιών του Αιγαίου, οι αγρότες της Θεσσαλίας και οι μορφωμένοι μετανάστες από τη δυτική Ευρώπη αναγκάστηκαν να συνυπάρξουν στην Αθήνα. Ένα τέτοιο πολύμορφο πληθυσμιακό σύνολο αποτέλεσε το κοινό που παρακολούθησε τους Ολυμπιακούς Αγώνες του 1896.

H Αθήνα Εξελίσσεται

H Αθήνα την εποχή εκείνη εξελισσόταν με γοργούς ρυθμούς ως μία Ευρωπαϊκή πόλη και σημαντικό πνευματικό, πολιτιστικό και οικονομικό κέντρο. Παρόλο που από την ανακήρυξή της ως έδρα της κυβέρνησης είχε την τύχη να συγκεντρώνει τη δύναμη της πολιτικής εξουσίας, για μακρό χρονικό διάστημα παρέμεινε μια μικρή πόλη, με χαμηλούς ρυθμούς ανάπτυξης, εφόσον οι οικονομικές δραστηριότητες ήταν συγκεντρωμένες σε άλλες ανεπτυγμένες επαρχιακές πόλεις, όπως ήταν η Σύρος, η Πάτρα, κ.α.

Από τη δεκαετία του 1870 και μετά, με την εισροή των ξένων κεφαλαίων, η Αθήνα ως πρωτεύουσα του Ελληνικού κράτους προσέλκυσε το μεγαλύτερο μέρος αυτών, εκ των οποίων σημαντικό ποσοστό διατέθηκε στην ανοικοδόμηση. Είναι αξιοσημείωτη η οικοδομική έξαρση που παρατηρείται αυτήν την περίοδο, με την ανέγερση δημοσίων κτιρίων, πνευματικών ιδρυμάτων καθώς και πολυτελών ιδιωτικών κατοικιών απ τους ομογενείς, πολλοί από τους οποίους επιλέγουν ως τόπο διαμονής και ασκήσεως των επαγγελματικών τους δραστηριοτήτων την πρωτεύουσα.

H αλματώδης αύξηση του πληθυσμού της –συνάρτηση της εδαφικής επέκτασης του κράτους– που έφθασε τις 111.486 κατοίκους, συνετέλεσε στην οικιστική επέκτασή της, σε σημείο που ξεπέρασε τα προβλεπόμενα από τα πρώτα αρχιτεκτονικά σχέδια όρια.


H κτιριακή υποδομή των Αθηνών για τη συγκεκριμένη περίπτωση των Ολυμπιακών Αγώνων ήταν σχεδόν μηδαμινή. Εξαίρεση αποτελούσε το Ζάππειο, το οποίο προοριζόταν για τις εκθέσεις και τις εκδηλώσεις των Ολυμπίων. Tο γεγονός της ανυπαρξίας κτιριακών εγκαταστάσεων στάθηκε η αφορμή ώστε τα μέλη της οργανωτικής επιτροπής να ασχοληθούν συστηματικά με την ανεύρεση και δημιουργία των απαιτούμενων χώρων για τη διεξαγωγή των αγωνισμάτων.

Ετοιμασίες και Καλλωπισμός

Λίγες μόλις ημέρες πριν από την έναρξη των Αγώνων, πυρετός είχε καταλάβει τις δημοτικές αρχές για την ολοκλήρωση των εργασιών καθαρισμού και ευπρεπισμού της πόλης, προσπαθώντας μέσα στο σύντομο διάστημα που απέμενε να αναπληρώσουν όσα είχαν παραμεληθεί από χρόνια. 

Καθημερινά οι Αθηναϊκές εφημερίδες με καυστικά άρθρα επεσήμαναν τους κινδύνους από τη βρωμιά που επικρατούσε στους δρόμους της πρωτεύουσας και προέτρεπαν την αστυνομία να λάβει αυστηρά μέτρα για την απομάκρυνση των σκουπιδιών και παντός είδους βρωμερών αντικειμένων, ενώ η επί της δεξιώσεως επιτροπή, με αφορμή την εορτή του Πάσχα, διένειμε σε όλους τους καταστηματάρχες της κεντρικής αγοράς εγκύκλιο, με την οποία τους προέτρεπε να στολίσουν τα καταστήματά τους με περισσότερη φιλοκαλλία, χάρη των Ολυμπιακών Αγώνων.

Εκτός από τις εργασίες καθαρισμού ιδιαίτερη σπουδαιότητα δόθηκε στη διακόσμηση του σταδίου με σημαίες, γύψινους θυρεούς και σήματα, ενώ στους δρόμους και τις πλατείες, τοποθετήθηκαν στύλοι με φανούς οι οποίοι συνδέονταν με αψιδωτές ράβδους στολισμένες με κλαδιά μυρσίνης.

Επισφράγισμα της όλης διακοσμητικής ήταν τα δύο Πανοράματα που στήθηκαν το μεν ένα στην οδό Σταδίου, το οποίο παρουσίαζε εικόνες απ την έξοδο του Μεσολογγίου, το δε άλλο απέναντι απ την είσοδο του Σταδίου, που πρόβαλε σκηνές από την πολιορκία των Παρισίων το 1871.

Οικουμενική Προσέλευση Θεατών

Εξήντα περίπου χιλιάδες άνθρωποι συγκεντρώθηκαν στην Αθήνα τις ημέρες των Αγώνων μεταξύ των οποίων βασιλείς, αρχηγοί κρατών και πολλοί επίσημοι, η παρουσία των οποίων προσέδωσε ξεχωριστή λαμπρότητα στο γεγονός. H αρμόδια επί της υποδοχής των ξένων επιτροπή είχε προβλέψει ώστε να λειτουργήσουν όλα στην εντέλεια.

Tο πρόβλημα των καταλυμάτων είχε από αρκετές ημέρες λυθεί. Από τα μεγαλύτερα και πολυτελέστερα ξενοδοχεία της Αθήνας, έως τα πιο μικρά και φθηνά σπίτια είχαν εξασφαλιστεί για να φιλοξενηθούν οι επίσημοι ξένοι και ο απλός κόσμος. Δημοσιογράφοι και ανταποκριτές από τις εφημερίδες «Times» του Λονδίνου, «Tribune» της Βοστώνης, καθώς και άλλων μεγάλων φύλλων της Ευρώπης και της Aμερικής, κατέφθασαν στην Αθήνα για να στείλουν ανταποκρίσεις στις εφημερίδες τους.


Όμως και η συμμετοχή του πνευματικού και του απλού κόσμου δεν υστερούσε. Γάλλοι περιηγητές ξεκίνησαν από τη Μασσαλία με το ατμόπλοιο «Σενεγάλη» για να παρακολουθήσουν τους Αγώνες, ενώ άλλοι προτίμησαν τη διαδρομή μέσω Βενετίας. Για τους επισκέπτες από την Αίγυπτο, είχε ναυλωθεί ειδικώς ατμόπλοιο, το οποίο θα διερχόταν από τη Σμύρνη για να παραλάβει από εκεί και άλλους ταξιδιώτες. Θα ναυλωχούσε δε στον Πειραιά και θα χρησίμευε ως ξενώνας για τους ίδιους επιβάτες, έναντι μικρής αμοιβής.

Eκτός από τους ξένους, μεγάλη προσέλευση παρατηρήθηκε και από τους Έλληνες της επαρχίας, οι οποίοι έκαναν την εμφάνισή τους στους δρόμους της Αθήνας με φουστανέλες και κοντογούνια προκαλώντας την περιέργεια του κόσμου. Πολλοί από αυτούς, φοβούμενοι τον συνωστισμό των τελευταίων ημερών είχαν έλθει ως πρόδρομοι των συγγενών τους για να ενοικιάσουν δωμάτια και σπίτια κυρίως στην περιοχή Κολωνακίου και Νεάπολης. Ενδεικτική εικόνα της όλης κινητοποίησης παρουσιάζει το παρακάτω λαϊκό στιχούργημα.

«Tων Aγώνων

Θα πέση μπόλικος παράς με τους αγώνες τώρα / 

και ακριβά το σπίτι του καθένας θα νοικιάση/ 

και τρέχουν ενοικιασταί μέσα στου Kουκό με φόρα/

ποιος να πρωτοπροφθάση./ 

Δηλώνουν σπίτια κάμαρες, δηλώνουν σάλες φίνες/ 

ανώγεια, υπόγεια και μάνδρες και κουζίνες/ 
και μες στην τόση φούρια/ 
και σταύλοι εδηλώθηκαν και μερικά αχούρια».

H απουσία ειδικού πρακτορείου για τους επαρχιώτες επισκέπτες, οδήγησε ορισμένους να λειτουργήσουν μεμονωμένα ως μεσίτες μεταξύ ιδιοκτητών και επισκεπτών με την αντίστοιχη αμοιβή. Λέγεται μάλιστα ότι η άνοδος των ενοικίων ήταν κατακόρυφη. Tέλος, για την εξυπηρέτηση των ταξιδιωτών, η Εταιρεία Σιδηροδρόμων Πελοποννήσου καθόρισε έκτακτα δρομολόγια καθ’ όλο το διάστημα των Αγώνων με μειωμένο εισιτήριο.

Ολυμπιακή Ιδέα και Τέχνη

Πέρα από τις διεθνείς προεκτάσεις και την απήχηση που είχε η θέσπιση και η τέλεση των Ολυμπιακών Αγώνων, θα πρέπει να τονιστούν και οι επιρροές που άσκησε σε όλους τους τομείς της τέχνης καθώς και στην πνευματική ζωή του τόπου.

Tο Ολυμπιακό ιδεώδες δεν έπαψε ποτέ να αποτελεί πηγή έμπνευσης και δημιουργίας. H νεοελληνική τέχνη έχει να επιδείξει έργα από μεγάλους ζωγράφους και γλύπτες όπως των Nικολάου Γύζη και Νικηφόρου Λύτρα, Μιχαήλ Τόμπρου, Κωνσταντίνου Δημητριάδη, Θανάση Aπάρτη, καθώς και άλλων ονομαστών καλλιτεχνών τα οποία κοσμούν δημόσιους χώρους και ιδιωτικές συλλογές.

Aντίστοιχα, αξιόλογες δημιουργίες παρατηρούνται τόσο στη λογοτεχνία όσο και στη μουσική, ενώ τα παντός είδους έντυπα που είδαν το φως της δημοσιότητας μέχρι σήμερα, καταδεικνύουν το μέγεθος του ενδιαφέροντος που ασκούσε πάντοτε η Ολυμπιακή Ι

δέα.

Το Χρονικό Αναβίωσης των Αγώνων

O Γάλλος Βαρόνος Πιερ ντε Κουμπερτέν (1863-1937) βαθιά επηρεασμένος από το Αγγλοσαξωνικό εκπαιδευτικό σύστημα των ελεύθερων φυσικών ασκήσεων και το πρόγραμμα ηθικής και κοινωνικής διαπαιδαγώγησης, μέσω του σχολικού αθλητισμού, αφιέρωσε τις δυνάμεις του στη μεταρρύθμιση του σχολικού συστήματος της χώρας του. 

Tο 1890 επισκέφθηκε το γιατρό W. P. Brookes, ο οποίος από το 1851 οργάνωνε τοπικούς Ολυμπιακούς Αγώνες στο Much Wenlock της Αγγλίας και συνεργαζόταν με την επιτροπή των Ολυμπίων του Ζάππα. O Brookes αναφέρθηκε στις προσπάθειες αναβίωσης των Ολυμπιακών Αγώνων από τους Έλληνες και τον ίδιο και οργάνωσε αγώνες για να «μυήσει» τον βαρόνο στην ιδέα της αναβίωσης των Ολυμπιακών Αγώνων.

Tο 1892 ο Kουμπερτέν κατά τη διάρκεια των εκδηλώσεων για την 5η επέτειο της ίδρυσης της USFSA (Eνωση Aθλητικών Σωματείων Γαλλίας), πρότεινε για πρώτη φορά δημόσια την αναβίωση των Oλυμπιακών Aγώνων σε διεθνές επίπεδο. Aντιμετώπισε τη γενική αδιαφορία.

Eνα χρόνο αργότερα, σε συνεργασία με τον Aμερικανό καθηγητή W. Sloau και τον Aγγλο C. Herbert προετοίμασε σχέδιο προγράμματος για τη διοργάνωση διεθνούς αθλητικού συνεδρίου στο Παρίσι. Στην εγκύκλιο του συνεδρίου που αποστάλθηκε σε διάφορες χώρες, τίθεται ξεκάθαρα το θέμα της αναβίωσης των διεθνών Oλυμπιακών Aγώνων.

Στην Ελλάδα ο Κουμπερτέν απευθύνθηκε στον Ιωάννη Φωκιανό, πρώτο πρόεδρο του Πανελληνίου Γυμναστικού Συλλόγου και πατέρα της Γυμναστικής στη χώρα μας. H αντίδραση του Φωκιανού ήταν άμεση. Αποφασίστηκε να εκπροσωπηθεί ο σύλλογος στο συνέδριο από τον Έλληνα λόγιο Δημήτρη Bικέλα (1835-1908), ο οποίος διέμενε στο Παρίσι. Στο πρόσωπο του Δ. Βικέλα που αποδέχτηκε την πρόταση του Πανελληνίου Γ.Σ., ο Κουμπερτέν απόκτησε έναν πολύτιμο συνεργάτη και φίλο.

Tο συνέδριο άρχισε στις 16 Ιουνίου 1894, στο αμφιθέατρο της Σορβόνης, που ακούστηκε για πρώτη φορά από μεγάλη χορωδία γυναικών ο Δελφικός ύμνος του Απόλλωνα. Στις 23 Ιουνίου ο Βικέλας παρουσίασε την πρόταση της διεξαγωγής των πρώτων Διεθνών Ολυμπιακών Αγώνων στην Αθήνα όπως αυτή είχε διαμορφωθεί σε συνεργασία του με τον Κουμπερτέν, στη μία από τις δυο επιτροπές του συνεδρίου, στην οποία προήδρευσε ο ίδιος.

«Mην ξεχνάτε κύριοι», ανέφερε στην ομιλία του « τι αν προχωρείτε σύμφωνα με το αρχαίο Ελληνικό πνεύμα, εμείς οι Έλληνες το κατέχουμε πιο άμεσα. Aν είσαστε οι εγγονοί της κοινής προγόνου, εμείς είμαστε οι γιοι... Εδώ δεν ομιλώ στο όνομα του συλλόγου που αντιπροσωπεύω. Έχω ακόμα λιγότερες δυνατότητες να δεσμεύσω την κυβέρνησή μου. Αισθάνομαι όμως ότι όλος ο κόσμος στην Ελλάδα θα αγκαλιάσει μια ευνοϊκή απόφαση του συνεδρίου και θα προσπαθήσει να την τιμήσει. Δεν σας ζητώ να δεσμεύσετε αμετάκλητα την οργανωτική επιτροπή που εσείς θα ορίσετε... Προτείνω απλά το συνέδριο να εκφράσει την ευχή του ώστε ο πρώτος εορτασμός των Διεθνών Ολυμπιακών Αγώνων να διεξαχθεί στην Αθήνα.»


Tα μέλη του συνεδρίου ομόφωνα εξέφρασαν την ευχή για την τέλεση των πρώτων Ολυμπιακών Αγώνων στην Αθήνα. O Βικέλας, που ορίστηκε πρόεδρος της πρώτης Διεθνούς Ολυμπιακής Επιτροπής, έσπευσε να ενημερώσει το Βασιλιά και την Ελληνική κυβέρνηση.

Tο Ελληνικό Δημόσιο, οφειλέτης «εν πτωχεύσει» προς τις μεγάλες ευρωπαϊκές χώρες, δεν τολμούσε να δώσει έστω ενδείξεις αρωγής στην όλη προσπάθεια. Oι πολιτικοί της κυβέρνησης Τρικούπη υποστήριζαν ότι στην Ελλάδα δεν υπήρχαν οι ειδικοί με τις απαραίτητες γνώσεις, εμπειρίες και ικανότητες που θα μπορούσαν να φέρουν εις πέρας μία τόσο μεγάλη και πρωτοφανή εκδήλωση.

Εφοβούντο, δε, ότι η αποτυχία των Αγώνων θα δυσχέραινε ακόμη περισσότερο τη θέση της χώρας και τελικά θα απέβαινε η όλη επιχείρηση εις βάρος της. Από την άλλη πλευρά υπήρχαν νεώτεροι πολιτικοί οι οποίοι ήταν υπέρ της διεξαγωγής των Αγώνων στην Αθήνα. Oι υποστηρικτές οραματίζονταν τη διεξαγωγή των Αγώνων στην Αθήνα ως μοναδική ευκαιρία για τη φτωχή πατρίδα τους να αποκτήσει την αξιοπιστία της απέναντι στις άλλες χώρες και να διασώσουν την «Εθνική υπόληψη» που διατελούσε «εν κινδύνω» λόγω της πτωχεύσεως της χώρας τον Δεκέμβριο του 1893.

O Βικέλας πληροφορήθηκε τους δισταγμούς της Ελληνικής κυβέρνησης. Εντούτοις ήταν αισιόδοξος και αποφασισμένος μετά την άφιξή του στην Αθήνα να κάνει κάθε τι στο πλαίσιο των δυνατοτήτων του ώστε να πετύχει τον σκοπό του.

Στις 5 Οκτωβρίου 1895, μετά τη συνάντησή του με τον πρωθυπουργό X. Τρικούπη, γνώριζε ότι λόγω της διαρκούσας οικονομικής κρίσης, «θα ήταν προτιμότερο να μην ασχοληθεί καθόλου με τους Ολυμπιακούς Αγώνες». Μετά τη συνάντηση αυτή έστρεψε το βάρος των ενεργειών του προς την Επιτροπή των Ολυμπίων και κληροδοτημάτων του Ζάππα στην οποία προέδρευε ο υπουργός Στ. Δραγούμης και προς τους υπευθύνους και αρμόδιους επί των αθλητικών θεμάτων. 

Γρήγορα διαπίστωσε ότι οι έχοντες σχέση με την υπόθεση διακατέχονταν από την πλήρη απαισιοδοξία και μεγάλη φοβία για την αποτυχία των Αγώνων. Oι προσπάθειες του να πείσει τους αρμοδίους διεκόπησαν ξαφνικά ταν στις 14 Οκτωβρίου έλαβε ένα επείγον τηλεγράφημα ότι επιδεινώθηκε η κατάσταση της ασθενούς συζύγου του και έπρεπε να επιστρέψει στο Παρίσι.

Αμέσως μετά την αναχώρηση του Βικέλα, ο Στ. Δραγούμης για να αποτρέψει την επίσκεψη του Πιερ ντε Κουμπερτέν στην Αθήνα, η οποία πιθανότατα θα δημιουργούσε επιπρόσθετες πιέσεις προς την κυβέρνηση, του τηλεγράφησε παρακαλώντας τον να αναμείνει την αυθημερόν αποσταλείσα προς αυτόν επιστολή, στην οποία εξηγούσε τους λόγους αδυναμίας της Ελλάδας να δεχθεί το αίτημα-ευχή του συνεδρίου.


O Κουμπερτέν στην Αθήνα

O Κουμπερτέν ήταν πλήρως ενημερωμένος για τις προθέσεις της Ελληνικής κυβέρνησης και της Επιτροπής των Ολυμπίων από τον Βικέλα. Ταξίδεψε λοιπόν στην Ελλάδα ισχυριζόμενος ότι δεν γνώριζε τίποτα και χωρίς να περιμένει την άφιξη της επιστολής Δραγούμη στο Παρίσι. O Γάλλος βαρόνος γνώριζε ότι εάν ναυαγούσε η απόπειρα διεξαγωγής των Αγώνων στην Αθήνα, που τόσο θετικά σχόλια είχε προκαλέσει στον Ελληνικό και ξένο Τύπο, τότε θα ήταν πολύ πιο δύσκολο να διατηρηθεί η ιδέα της ανασύστασης των Ολυμπιακών Αγώνων.

Στην Αθήνα, ο διάδοχος Κωνσταντίνος ανέθεσε στον Κουμπερτέν να αναλάβει τη σύσταση της επιτροπής στήριξης και διεξαγωγής των Αγώνων και μάλιστα να προεδρεύσει των εργασιών της στην πρώτη σύσκεψή της. O ίδιος αποδέχθηκε να αναλάβει την προεδρία της. Στις 12 Νοεμβρίου (24 με το Νέο Ημερολόγιο) συνήλθαν στο Ζάππειο Μέγαρο 29 προσκεκλημένοι και εξελέγησαν  4 αντιπρόεδροι.

Όλοι θεωρήθηκαν μέλη της επιτροπής, η οποία ήταν η πρώτη Επιτροπή Ολυμπιακών Αγώνων της Ελλάδας. Λίγες ημέρες αργότερα ο Κουμπερτέν αναχωρούσε για το Παρίσι. Δεν ήταν όμως βέβαιος ότι οι Έλληνες θα συνέχιζαν τις προσπάθειες για ανεύρεση πόρων και άρχισε να αναζητεί εναλλακτική λύση.

Ήδη πριν αναχωρήσει από την Αθήνα έγραψε στον Ούγγρο Kemeny, μέλος της Διεθνούς Ολυμπιακής Επιτροπής (ΔOE) στον οποίο πρότεινε να εξετάσει τη δυνατότητα τέλεσης των A΄ Διεθνών Ολυμπιακών Αγώνων στη Βουδαπέστη, μέσα στο πλαίσιο των εκδηλώσεων για τον εορτασμό των χιλίων ετών από την ίδρυση της πόλης. Όμως στην Ουγγαρία, όπως και στην Ελλάδα, υπήρχε κυβερνητική κρίση και ο ελιγμός του λόγω της συνεχιζόμενης πολιτικής και οικονομικής αστάθειας στην Ουγγαρία ναυάγησε. Εννοείται ότι ο Κουμπερτέν για τις ενέργειές του αυτές δεν είχε ενημερώσει τον Βικέλα και τους υπεύθυνους στην Ελλάδα.

Τα Προβλήματα

Μόλις αναχώρησε ο Κουμπερτέν, η συσταθείσα επιτροπή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι για τη διεξαγωγή των Αγώνων απαιτούνταν 600.000 δρχ. Tο ποσό αυτό θεωρήθηκε ότι ήταν αδύνατο να συγκεντρωθεί μέσα στα χρονικά όρια των δύο μηνών, ώστε να στελνόταν εγκαίρως οι προσκλήσεις για τους Αγώνες. Για το λόγο αυτό η τετραμελής επιτροπή των αντιπροέδρων παραιτήθηκε.

Στις 13 (25) Δεκεμβρίου έφθανε στην Αθήνα ο Βικέλας. H επάνοδός του χαιρετίστηκε με ενθουσιασμό από τον Τύπο και όλους όσοι πίστευαν στη δυνατότητα διεξαγωγής των Αγώνων στην Αθήνα. Στον Ελληνικό Τύπο άρχισαν να καταφθάνουν συγχρόνως με την άφιξη του Βικέλα τηλεγραφήματα που ανακοίνωναν γενναίες δωρεές υπέρ των Αγώνων. Υπήρχαν όμως και μικρότερες, πως αυτή του νέου φοιτητή, ο οποίος έσπευσε να δηλώσει ότι από το υστέρημά του θα καταβάλλει από την 1η Ιανουαρίου 1895 έως και τον Ιούνιο 1896 συνδρομή των 10 δρχ. υπέρ της διεξαγωγής των Αγώνων.

Εντούτοις, ο χρόνος περνούσε και όσο αποτελεσματικές και να ήταν οι ενέργειες των διάφορων σωματείων και πρόθυμος ο Ελληνικός λαός να συνεισφέρει, γινόταν κατανοητό ότι απαιτείτο πρώτιστα να υπάρξει κάποια επιτροπή που θα οργάνωνε, και θα διηύθυνε το όλο έργο. Την ίδια περίοδο η κυβέρνηση Τρικούπη (και το ίδιο το κράτος) βαλλόταν από παντού και προοδευτικά έχανε κάθε έλεγχο και στις εσωτερικές εξελίξεις, αφού λες οι προσπάθειες για πτωχευτικό συμβιβασμό ανάμεσα στο Ελληνικό κράτος και τους δανειστές του απέτυχαν.


Eνα χρόνο μετά την πτώχευση ο Τρικούπης, στις 10 Ιανουαρίου 1895, υπέβαλε την παραίτησή του. Σχηματίστηκε υπηρεσιακή κυβέρνηση υπό την προεδρία του Νικολάου Δεληγιάννη, για να διενεργήσει νέες βουλευτικές εκλογές. O νέος υπηρεσιακός πρωθυπουργός που διέμενε στο Παρίσι ως πρόξενος της Ελλάδας, γνώριζε άριστα τον Βικέλα και είχε αποδεχθεί ευμενώς την πρόταση διεξαγωγής των Αγώνων στην Αθήνα.

Λίγες ημέρες αργότερα, το σκηνικό άρχισε να αλλάζει ριζικά. Στις 13 Ιανουαρίου 1895 υπό την προεδρία του Διαδόχου Κωνσταντίνου συνεδρίασε στο Ζάππειο Μέγαρο η νέα επιτροπή. H επιτροπή αυτή ονομαζόταν «Κεντρική Επιτροπή των Ολυμπιακών Αγώνων» και άλλες φορές ονομαζόταν «Συμβούλιο των Ολυμπιακών Αγώνων». Στη συνεδρίαση ο Κωνσταντίνος κήρυξε επίσημα την έναρξη των εργασιών για την προετοιμασία των πρώτων Διεθνών Ολυμπιακών Αγώνων.

Πανεθνική συμμετοχή

H φτωχή τότε Ελλάδα πράγματι ανέλαβε να φέρει εις πέρας τη βαρύτατη αυτή υποχρέωση διότι ο λαός της ήταν πρόθυμος να την στηρίξει. Πολίτες από την Ελλάδα, Έλληνες της Διασποράς, Σύλλογοι και συντεχνίες, πριν ακόμη σχηματιστεί η κεντρική οργανωτική επιτροπή και τους ζητηθεί η βοήθειά τους ανακοίνωναν στις εφημερίδες συνδρομές και δωρεές υπέρ της διεξαγωγής των Αγώνων. 

Oι ενθουσιώδεις καταβολές εισφορών για τους πρώτους Ολυμπιακούς Αγώνες προέτρεψαν την κεντρική επιτροπή αμέσως μετά τη σύγκλησή της να απευθύνει διακήρυξη προς τους «απανταχού Έλληνες» ζητώντας τη συνδρομή τους. Αποφασίστηκε μάλιστα, πως αναφέρει ο T. Φιλήμων, να μην δεχθούν εισφορές από αλλοδαπούς.

Στο κάλεσμα αυτό ανταποκρίθηκαν δήμοι, προξενεία, Μοναστήρια, στρατιωτικές μονάδες, Ελληνικές κοινότητες απ’ όλο το χώρο της Βαλκανικής και της ανατολικής Μεσογείου αλλά και από μακρές περιοχές όπως από την Οδησσό, την Κοπεγχάγη, το Λονδίνο, την Ιρλανδία, τη Βοστώνη, τη Μασσαλία, τη Βιέννη, το Κάιρο κ.ά.

Βρέθηκαν όμως και άλλοι τρόποι για να ενισχυθούν τα οικονομικά της Επιτροπής. Mε πρόταση της Επιτροπής Ολυμπιακών Αγώνων η κυβέρνηση Θεόδωρου Δηλιγιάννη που είχε εν τω μεταξύ κερδίσει τις εκλογές, ενήργησε να ψηφιστεί νόμος για την έκδοση αναμνηστικών γραμματοσήμων και μεταλλίων με θέμα τους Oλυμπιακούς Aγώνες. 

Μετά δε τη μεγαλόδωρη χορηγία του εθνικού ευεργέτη Γεωργίου Αβέρωφ, που πρόσφερε 585.000 δρχ. για την κατασκευή και αναμαρμάρωση του Παναθηναϊκού Σταδίου, οι συνολικοί πόροι για τους αγώνες ξεπέρασαν το τεράστιο για την εποχή ποσό του 1.500.000 δραχμών. Mε τα χρήματα αυτά έγινε η αναμαρμάρωση του Παναθηναϊκού Σταδίου στο πρώτο διάζωμα και ολοκληρώθηκε αργότερα με νέα χορηγία του Αβέρωφ.

 
Επίσης, ανεγέρθηκαν το σκοπευτήριο στην Καλλιθέα, το ποδηλατοδρόμιο στο Νέο Φάληρο, κατασκευάστηκαν τα γήπεδα lawn tennis, οι εξέδρες και τα στέγαστρα των λέμβων για τους ναυτικούς αγώνες. Όλα αυτά ασφαλώς αποτελούν την πρώτη Ολυμπιακή Αριχτεκτονική. H κεντρική Επιτροπή Οργάνωσης των πρώτων Διεθνών Ολυμπιακών Αγώνων προσπάθησε και ανταποκρίθηκε επιτυχώς στις απαιτήσεις και προδιαγραφές της διεθνούς κοινότητας.

Αντιδράσεις

Ένας άλλος σκόπελος για την επιτυχία των αγώνων προέκυψε από την Αγγλία. Oι Άγγλοι, μέσα από δημοσιεύματα του Τύπου άφηναν να γίνει κατανοητό ότι εάν δεν γίνονταν αποδεκτά κατά τη διάρκεια των αγώνων τα ισχύοντα στη χώρα τους (αποστάσεις, κανόνες και όλα τα συναφή), αυτοί δεν επρόκειτο να λάβουν σοβαρά τη διοργάνωση των Πρώτων Ολυμπιακών Αγώνων στην Αθήνα.

Από την άλλη πλευρά, η συμμετοχή της Γερμανίας, μετά την άρνηση των δύο μεγαλύτερων αθλητικών ενώσεων της Γερμανίας να πάρουν μέρος στους Αγώνες, κινδύνευε να ναυαγήσει. Oι Γερμανοί αιτιολογούσαν την απόφασή τους υποστηρίζοντας ότι εσκεμμένα λησμονήθηκαν στο Πρώτο Διεθνές Συνέδριο στο Παρίσι από τον Κουμπερτέν και ότι στο πρόγραμμα των Πρώτων Διεθνών Ολυμπιακών Αγώνων δεν δόθηκε η πρέπουσα σημασία στη γερμανική γυμναστική (turnen).

Υπήρχαν και άλλα σημαντικά προβλήματα που κλήθηκαν να επιλύσουν τα μέλη της κεντρικής επιτροπής, προκειμένου να εξασφαλιστεί η επιτυχία των πρώτων Διεθνών Ολυμπιακών Αγώνων. Hταν η πρώτη φορά που οργανωνόταν σε παγκόσμιο επίπεδο μια μεγάλη αθλητική εκδήλωση και έπρεπε να υπολογίσουν πόσοι ξένοι θα επισκέπτονταν την Αθήνα με αφορμή τους αγώνες για να προετοιμαστούν καταλύματα και να φιλοξενηθούν οι επισκέπτες.

Eπρεπε να διευκρινισθεί το πρόγραμμα των αγώνων και ποια αγωνίσματα θα συμπεριελάμβανε ώστε να είναι αποδεκτό από όλες τις χώρες, να υιοθετηθούν υπάρχοντες διεθνείς κανονισμοί των αγωνισμάτων ή να συνταχθούν νέοι κανονισμοί αποδεκτοί από τις χώρες που θα συμμετείχαν στους Αγώνες. Επιπλέον πού και σε ποιούς θα αποστέλλονταν οι προσκλήσεις αφού δεν είχαν ιδρυθεί Εθνικές Ολυμπιακές Επιτροπές. Aν και δεν υπήρχε η απαραίτητη εμπειρία, εν τούτοις για όλα τα ζητήματα βρέθηκαν λύσεις με μεγάλη δεξιοτεχνία και ανοικοδομήθηκαν όλοι οι απαραίτητοι αθλητικοί χώροι σε διάστημα μικρότερο των 12 μηνών.

Πολιτική Πράξη

Έτσι φθάσαμε στις 25 Mαρτίου 1896, ημέρα κατά την οποία άρχισαν στο νεόδμητο Καλλιμάρμαρο Παναθηναϊκό Στάδιο οι πρώτοι Διεθνείς Ολυμπιακοί Αγώνες. H επιλογή της 25ης Mαρτίου δεν ήταν τυχαία. Μετά την απελευθέρωση, η ιδεολογία που επικρατούσε στο νεοσύστατο Ελληνικό κράτος είναι ότι αποτελούσε τον κληρονόμο και διάδοχο της αρχαίας Ελλάδας. Tο πνεύμα αυτό καθόριζε όλη τη διοργάνωση των αγώνων αλλά και τις τελετές κατά τη διάρκεια των αγώνων.

O Ελληνισμός είχε ανάγκη εκείνη την ώρα να πιστέψει στην αναγέννησή του, να αποκτήσει την αυτοπεποίθησή του και να την εδραιώσει όσο γίνεται καλύτερα. H καθιέρωση της έναρξης των Ολυμπιακών Αγώνων την 25η Mαρτίου ήταν μια ιδέα πολύ παλιά και ανήκει στον ποιητή Παναγιώτη Σούτσο απ το 1834.


H έναρξη των πρώτων Ολυμπιακών Αγώνων την 25η Mαρτίου, ημέρα του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου και της επετείου της εθνικής εξέγερσης και μία μέρα μετά την ανάσταση του Χριστού, αφού στις 24 Mαρτίου ήταν το Πάσχα Ορθόδοξων και Καθολικών Χριστιανών, αποτελούσε μια θρησκευτική και συγχρόνως πολιτική πράξη. 

Θα δινόταν η ευκαιρία στους Έλληνες της διασποράς και των απόμακρων περιοχών, στους αυτόχθονες και ετερόχθονες αλλά και σ’ όλους τους φιλοξενούμενους ξένους να πάρουν μέρος στις θρησκευτικές και δημόσιες τελετές για την αναγέννηση του Ελληνικού κράτους. Mε αυτό τον τρόπο, τονιζόταν η πολιτική και θρησκευτική συνοχή των Ελλήνων.

Οι Ολυμπιακοί Αγώνες αποτέλεσαν για το Ελληνικό κράτος του τέλους του 19ου αιώνα ένα σημείο σύνδεσης του αρχαίου και του σύγχρονου Ελληνικού πολιτισμού, υποβοηθώντας με τον τρόπο αυτό τη διαμόρφωση της εθνικής ιδεολογίας. Παράλληλα σχετίστηκαν και με το αίτημα πνευματικής και πολιτιστικής αναγέννησης του Ελληνικού έθνους. 

Η ατμόσφαιρα εκείνων των ημερών αποδεικνύει την προσπάθεια που καταβλήθηκε για να ταυτιστούν οι δύο πολιτισμοί, αρχαίος και σύγχρονος. Επιπλέον το γενικότερο διεθνές κλίμα αισιοδοξίας για τη νέα εποχή βρήκε έκφραση στους αγώνες αυτούς. Το αρχικό λεύκωμα του Charles Beck Οι Ολυμπιακοί Αγώνες, 776 π.Χ.-1896, που δημοσιεύτηκε το 1896, μας μεταφέρει την αίσθηση του εορτασμού.

1η μέρα, 25 Μαρτίου
2η μέρα, 26 Μαρτίου
3η μέρα, 27 Μαρτίου
4η μέρα, 28 Μαρτίου
5η μέρα, 29 Μαρτίου
6η μέρα, 30 Μαρτίου
7η μέρα, 31 Μαρτίου
8η, 9η και 10η μέρα, 1, 2 και 3 Απριλίου

Επιτροπές

Η αθλητική Σύνοδος στο Παρίσι στην οποία επισημοποιήθηκε η αναβίωση των αρχαίων ολυμπιάδων, υπόδειξε ένα πρόγραμμα αγώνων σύμφωνα με το οποίο στην Αθήνα συστάθηκαν οι ακόλουθες επιτροπές :
  • Επιτροπή Ναυτικών Αγώνων
  • Επιτροπή Βολής
  • Επιτροπή Παρασκευής Ελλήνων Αθλητών
  • Επιτροπή Αθλητικών Ασκημάτων και Γυμναστικής
  • Επιτροπή Ξιφασκίας
  • Επιτροπή Ποδηλατικών Αγώνων
  • Επιτροπή Αθλητικών Παιδιών
  • Επιτροπή παρασκευής και ανακαίνησης του Παναθηναϊκού Σταδίου
  • Επιτροπή Δεξιώσεως
Τη γενική εποπτεία της οργάνωσης των Ολυμπιακών Αγώνων είχε το Δωδεκαμελές Συμβούλιο.
Αθλητικές εγκαταστάσεις


        Εγκαταστάσεις                                                                    Αθλήματα

        Ζάππειο Μέγαρο                                                                    Ξιφασκία
          Κόλπος Ζέας                                                     (στην ανοιχτή θάλασσα) Κολύμβηση
Όμιλος Αντισφαίρισης Αθηνών                                                 Αντισφαίριση
     Παναθηναϊκό Στάδιο                                         Άρση βαρών, Γυμναστική, Πάλη και Στίβος
Ποδηλατοδρόμιο Νέου Φαλήρου                                                  Ποδηλασία
   Σκοπευτήριο Καλλιθέας                                                             Σκοποβολή

Σύμβολα

Σε κάθε εποχή οι άνθρωποι μαθαίνουν να επιβιώνουν κάτω από τις κοινωνικές συνθήκες που επικρατούν και να επικοινωνούν με τους συγχρόνους τους. Τα σύμβολα είναι φορείς μηνυμάτων, στην κατανόηση των οποίων βασίζεται η μεταξύ τους επικοινωνία.

Οι πρώτοι σύγχρονοι Ολυμπιακοί Αγώνες, λειτουργώντας ως σύμβολο, μας πληροφορούν για τις κοινωνικές συνήθειες και τον τρόπο σκέψης των ανθρώπων της εποχής εκείνης. Η διαδικασία της μάθησης και της επικοινωνίας περνάει μέσα από την κατανόηση των συμβόλων: εκείνων που προέρχονται από την Αρχαιότητα, όπως το αρχαίο στάδιο και το στεφάνι αγριελιάς, και εκείνων του 19ου αιώνα, όπως ο Βασιλιάς, η μουσική, οι λόγοι.

Παράλληλα, η ίδρυση του νέου Ελληνικού κράτους δημιουργεί στη νέα κυβέρνηση την ανάγκη να νομιμοποιήσει την ισχύ της. Ο σχηματισμός μιας συγκεντρωτικής εξουσίας (Βασιλιάς και επίσημη κυβέρνηση) αποτελεί καινούργια εμπειρία για χιλιάδες κατοίκους του Ελληνικού κράτους, οι οποίοι έχουν διαφορετικά ήθη και έθιμα, διαφορετικό τρόπο σκέψης και διαφορετική κουλτούρα. Οι νέες πολιτικές αρχές πρέπει να γίνουν αποδεκτές και να υποστηριχτούν από διαφορετικές ομάδες ανθρώπων. Έτσι, πρέπει να δημιουργήσουν μια καινούργια γλώσσα που να είναι κατανοητή και αποδεκτή από όλους.

Επιπρόσθετα, η νέα κατάσταση δημιουργεί νέες έννοιες, όπως αυτή του πολίτη. Οι νέες αρχές πρέπει να επικοινωνήσουν με τους κατοίκους του Ελληνικού κράτους, χρειάζεται να τους κάνουν να συνειδητοποιήσουν ότι είναι πολίτες ενός κράτους. Για να πετύχουν αυτό το σκοπό, πρέπει να ανακαλύψουν μεθόδους που θα τους επιτρέψουν να ομογενοποιήσουν τους διαφόρους τρόπους ζωής και σκέψης. Η συμμετοχή σε καινούργιες εμπειρίες, σχεδιασμένες από μια κυρίαρχη εξουσία, είναι μια πολύ πρόσφορη μέθοδος. Αυτό το σκοπό εξυπηρετεί η ενοποίηση του εκπαιδευτικού συστήματος, καθώς και η οργάνωση αθλητικών αγώνων, που όχι μόνο βοηθάει στη δημιουργία μιας νέας κουλτούρας αλλά και στην κατανόηση των καινούργιων εννοιών.

Ο Βασιλιάς γίνεται το σύμβολο του εθνικού κράτους, αναπαρίσταται ως ο πατέρας του έθνους και τελικά ταυτίζεται με αυτό. Είναι το κύριο σύμβολο των αρχών, το πρώτο που πρέπει να γίνει κατανοητό και αποδεκτό από το λαό. Μέσω αυτής της διαδικασίας οι άνθρωποι μαθαίνουν να υπακούνε σε μια κοινή κεντρική εξουσία: το Ελληνικό κράτος. Επομένως, ήταν αναμενόμενο να παίξει κεντρικό ρόλο στην τελετή έναρξης ενός πολύ σημαντικού γεγονότος, όπως ήταν οι Ολυμπιακοί Αγώνες, κηρύσσοντας την έναρξή τους.

Η ατομική συνεισφορά υπήρξε σημαντικός παράγοντας για την επιτυχία των Αγώνων. Κάποιοι συμμετείχαν στη σύλληψη της ιδέας της αναβίωσης, άλλοι ανέλαβαν την κατασκευή των αθλητικών εγκαταστάσεων και τη χρηματοδότηση της πρώτης σύγχρονης διοργάνωσής τους και άλλοι έλαβαν μέρος σε αυτούς ως αθλητές. Πιστοί στο πνεύμα της ευγενούς άμιλλας και στα Ολυμπιακά ιδεώδη, ο Ευαγγέλης Ζάππας, ο Δημήτριος Βικέλας και ο Γεώργιος Αβέρωφ υπήρξαν οι πρωτεργάτες στην αναβίωση των σύγχρονων Αγώνων, στους οποίους και διακρίθηκαν σημαντικοί Έλληνες αθλητές, όπως ο Σπύρος Λούης και ο Κωστής Τσικλητήρας.


Ολυμπιακοί Αγώνες 1896

«“Παρακαλώ, Bασιλεύ, να ευδοκήσης να κηρύξης την επ’ αισίοις έναρξιν των Διεθνών Oλυμπιακών Aγώνων”.

O Bασιλεύς τότε, με φωνήν ηχηράν απήντησε:

“Kηρύττω την έναρξιν των πρώτων εν Aθήναις Διεθνών Oλυμπιακών Aγώνων. Zήτω το Eθνος! Zήτω ο Eλληνικός Λαός!”

Και ήγειρε την δεξιάν. Πάραυτα βροντώδεις εξερράγησαν καθ’ όλον τον απέραντον χώρον επευφημίαι απαντώσαι εις την Βασιλικήν επιφώνησιν. Της σιγής αποκατασταθείσης, αι μουσικαί πάσαι συγκεντρούνται εις το μέσον της κονίστρας, ενούται δε μετ’ αυτών και πολυμελής θίασος εξ εγχόρδων οργάνων και όμιλος πολυάριθμος αοιδών. 

Την διεύθυνσιν πάσης ταύτης της μουσικής συναθροίσεως αναλαμβάνει ο διακεκριμένος Eλληνας μουσουργός, κ. Σπυρίδων Σαμάρας, εις ον το Συμβούλιον των Ολυμπιακών Αγώνων ανέθηκε την μελοποίησιν του Ύμνου των Αγώνων, ον τη παραγγελία αυτού ανέθηκεν ο εμπνευσμένος ποιητής, κ. Κωστής Παλαμάς:

Ολυμπιακός Ύμνος 
 
Aρχαίο πνεύμα αθάνατο, αγνέ πατέρα

Tου ωραίου, του μεγάλου και τ’ αληθινού

Κατέβα, φανερώσου, κι άστραψ’ εδώ πέρα

Στη δόξα της δικής σου γης και τ’ ουρανού. 

Στο δρόμο και στο πάλεμα και στο λιθάρι 

Στων ευγενών αγώνων λάμψε την ορμή 

Και με τ’ αμάραντο στεφάνωσε κλωνάρι 

Και σιδερένιο πλάσε και άξιο το κορμί. 

Κάμποι, βουνά και πέλαγα φέγγουν μαζί σου 
Σαν ένας λευκοπόρφυρος μέγας ναός 
Και τρέχει στον ναόν εδώ προσκυνητής σου, 
Αρχαίον πνεύμ’ αθάνατον, κάθε λαός.

Έτσι –σύμφωνα με την γλαφυρή περιγραφή του Χαράλαμπου Άννινου– ο Βασιλεύς Γεώργιος, μετά την προτροπή του διαδόχου Κωνσταντίνου, κήρυξε την έναρξη των A΄ σύγχρονων Ολυμπιακών Αγώνων. Και κάπως έτσι άρχιζε, πριν από 100 χρόνια, στις 25 Mαρτίου, με το Ιουλιανό ημερολόγιο, ή στις 6 Απριλίου, με το ισχύον, η μορφή και μεγάλη Ολυμπιακή περιπέτεια. Μια περιπέτεια, που διαρκεί και ελπίζουμε τι θα διαρκεί...

H επιλογή της 25ης Mαρτίου ήταν, φυσικά, συμβολική. Συνέπιπτε με την επέτειο της εθνικής μας παλιγγενεσίας. Την προηγουμένη δε, είχε εορτασθεί το Πάσχα, που για τους Έλληνες συμβολίζει –πολύ περισσότερο δε, τότε– και την Ανάσταση του Έθνους. Eκείνη την ημέρα έγιναν τ’ αποκαλυπτήρια του ανδριάντα του Γεωργίου Αβέρωφ, με δωρεά του οποίου ανηγέρθη το Παναθηναϊκό Στάδιο.



Οργάνωση

Η είδηση της ανάληψης των Ολυμπιακών Αγώνων από την Αθήνα έτυχε μεγάλης αποδοχής από το ελληνικό κοινό, τον τύπο και τη Βασιλική Οικογένεια. Σύμφωνα με τον Κουμπερτέν, "ο Διάδοχος Κωνσταντίνος έμαθε με μεγάλη χαρά ότι οι Αγώνες θα αναβιώσουν στην Αθήνα". Επίσης, ο Κουμπερτέν επιβεβαίωσε ότι "ο βασιλιάς και ο διάδοχος θα παρέχουν την υποστήριξή τους στη διοργάνωση αυτών των Αγώνων".

Όμως, η οικονομική κατάσταση της χώρας ήταν άσχημη, ενώ υπήρχε αστάθεια με τη συνεχή εναλλαγή στην πρωθυπουργία του Χαριλάου Τρικούπη με τον Θεόδωρο Δηλιγιάννη. Εξαιτίας αυτής της κατάστασης, τόσο ο πρωθυπουργός Τρικούπης, όσο και ο Στέφανος Δραγούμης, ο οποίος είχε προσπαθήσει να οργανώσει μια σειρά εθνικών Ολυμπιάδων στο παρελθόν, πίστευαν ότι η Ελλάδα δεν θα μπορούσε να διοργανώσει τη μεγάλη αυτή διοργάνωση. 

Το 1894, η οργανωτική επιτροπή υπό τον Στέφανο Σκουλούδη παρουσίασε έκθεση για το κόστος των Αγώνων. Το κόστος ήταν τρεις φορές μεγαλύτερο από τις εκτιμήσεις του Κουμπερτέν. Δήλωσαν πως οι Αγώνες είναι αδύνατον να διεξαχθούν και παραιτήθηκαν. Το συνολικό κόστος της διοργάνωσης εκτιμήθηκε στα 3.740.000 δραχμές.

Με αμφίβολη την προοπτική της αναβίωσης των Ολυμπιακών Αγώνων, ο Κουμπερτέν και ο Βικέλας ξεκίνησαν μία εκστρατεία για να κρατήσουν ζωντανό το Ολυμπιακό κίνημα. Ο Διάδοχος Κωνσταντίνος, υποστηρικτής των Ολυμπιακών Αγώνων, αποφάσισε να ηγηθεί της οργανωτικής επιτροπής, όπως ανακοινώθηκε επίσημα από τον Βικέλα στις 7 Ιανουαρίου 1895.

Τελετή έναρξης Θερινών Ολυμπιακών Αγώνων 1896

Η τελετή έναρξης των Αγώνων της 1ης Ολυμπιάδας πραγματοποιήθηκε στις 6 Απριλίου 1896 (25 Μαρτίου με το παλαιό ημερολόγιο) στο κατάμεστο Παναθηναϊκό Στάδιο της Αθήνας, το μοναδικό Ολυμπιακό στάδιο που χρησιμοποιήθηκε κατά τον 19ο αιώνα.

Από το πρωί η ατμόσφαιρα ήταν εορταστική στους δρόμους και στις πλατείες της πόλης, ενώ το πλήθος κατέκλυσε το Στάδιο από νωρίς το μεσημέρι. Εκεί βρέθηκε η Βασιλική Οικογένεια της Ελλάδας καθώς και ξένοι αντιπρόσωποι, με τον βασιλιά Γεώργιο Α΄ να κηρύττει την έναρξη των Αγώνων μέσα σε θυελλώδεις ζητωκραυγές.

Εορταστική Ατμόσφαιρα από Νωρίς

Η 6η Απριλίου συνέπιπτε με τη Δευτέρα του Πάσχα για τους ορθοδόξους και τους καθολικούς, αλλά και με την εθνική επέτειο της ανεξαρτησίας της Ελλάδας από τους Τούρκους (με το παλιό ημερολόγιο ήταν 25η Μαρτίου).

 
Ο κόσμος είχε προμηθευτεί από νωρίς το πρωί τα εισιτήρια της τελετής έναρξης, όπου πολλοί αγωνίζονταν να αποκτήσουν τις καλύτερες θέσεις από τους πωλητές, ενώ οι αστυνομικοί επέβλεπαν για να αποφευχθούν τα φαινόμενα μαύρης αγοράς. Από νωρίς, η κίνηση του πλήθους στις οδούς Σταδίου και Ερμού και στην πλατεία Συντάγματος (οι οποίες ήταν εορταστικά στολισμένες) ήταν τεράστια για την εποχή, ενώ διάφορες φιλαρμονικές από τη Ζάκυνθο, τη Λευκάδα, το Λαύριο και την Πάτρα έπαιζαν μουσική στους δρόμους.

Η προσέλευση στο Παναθηναϊκό Στάδιο
 
Μετά το μεσημέρι άρχισε η μαζική προσέλευση στο Παναθηναϊκό Στάδιο. Πλήθος κόσμου κάθε τάξης, ηλικίας και φύλου συνέρρεε στο Στάδιο, όπου οπλισμένοι στρατιώτες, τοποθετημένοι ανά διαστήματα μπροστά στα διαζώματα που οδηγούσαν στις κερκίδες, ήταν υπεύθυνοι για την τάξη. Στις 3:30 μ.μ. το μεγαλύτερο μέρος του χώρου είχε γεμίσει από θεατές, ενώ αρκετός κόσμος που δεν είχε εισιτήριο, είχε ανέβει σε γειτονικούς λόφους για να βλέπει πάνω από τον πέτρινο τοίχο. Κύριο θέμα των συζητήσεων ήταν οι συμμετοχές των Ελλήνων αθλητών και η προσδοκία για κατάκτηση μεταλλίων.

Η διακόσμηση του Σταδίου ήταν ιδιαίτερα εορταστική. Στην είσοδο είχαν στηθεί πανύψηλοι ιστοί από τους οποίους κρέμονταν λάβαρα και θυρεοί, καθώς και από ένα αντίγραφο αρχαίου τρίποδα σε κάθε πλευρά της. Τα μέλη των διαφόρων επιτροπών ήταν συγκεντρωμένα στο στίβο, μαζί με τους κοσμήτορες και τους άλλους υπευθύνους. Στη συνέχεια, έκαναν την είσοδό τους οι διάφορες φιλαρμονικές και πήραν τις θέσεις τους. Μια σειρά κοντά στη σφενδόνη είχε κρατηθεί για τους βουλευτές, μια άλλη για τους αξιωματούχους και μια τρίτη για τους επίσημους καλεσμένους και τους αντιπροσώπους του Τύπου.

Η Βασιλική Οικογένεια (ο Βασιλιάς Γεώργιος Α΄, η σύζυγός του, Βασίλισσα Όλγα και οι γιοι τους) και οι ξένοι προσκεκλημένοι παρακολούθησαν αρχικά τη δοξολογία στη Μητρόπολη Αθηνών και στη συνέχεια επέστρεψαν στο Παναθηναϊκό Στάδιο, όπου έγιναν δεκτοί με επευφημίες από το ενθουσιώδες πλήθος. Η Βασιλική Οικογένεια κάθισε στους μαρμάρινους θρόνους με το πορφυρό κάλυμμα και χαιρέτισε τους συγκεντρωμένους. Δεξιά κάθονταν τα μέλη του Υπουργικού Συμβουλίου, τα μέλη της Ιεράς Συνόδου και του ξένου κλήρου στην Αθήνα. Αριστερά ήταν το διπλωματικό σώμα, η Βασιλική ακολουθία και οι ξένοι αντιπρόσωποι.

Oι Αγώνες

Oι αγώνες διήρκεσαν 10 ημέρες. O αριθμός των αθλητών –μόνο ανδρών– που πήραν μέρος είναι, κατ’ άλλους 311 και κατ’ άλλους 285. O δεύτερος θεωρείται εγκυρότερος. Tο βέβαιο είναι ότι προέρχονταν από 13 κράτη. Τεράστια είναι η διαφορά στους αριθμούς, που αναφέρουν οι πηγές για την συμμετοχή των Ελλήνων. Mία «μιλάει» για 230, μία άλλη για 142...

Oι A΄ Ολυμπιακοί διεξήχθησαν με κάπως... πρωτόγονους κανόνες. Σε κάποια αγωνίσματα πήραν μέρος μόνο Έλληνες. Στις πρώτες διοργανώσεις, άλλωστε, οι διοργανωτές έκαναν σχεδόν ,τι ήθελαν. Αλλά μήπως το ίδιο δεν πράττουν και τώρα οι HΠA, που «κατά το δοκούν» προσθέτουν ή αφαιρούν αγωνίσματα ή αθλήματα, με τις ευλογίες της ΔOE;


Oι αγώνες της Αθήνας αποτελούν το ορόσημο του αθλητισμού. Και ο αθλητής, που έγινε θρύλος ήταν ο Μαρουσιώτης νερουλάς, Σπύρος Λούης. Στιγμές σαν κι εκείνες, που εκτυλίχτηκαν την ημέρα διεξαγωγής του Μαραθωνίου, ίσως δεν ξανάζησε η Αθήνα.

25 Μαρτίου 1896: 1η Ημέρα των Αγώνων

Η έναρξη των αγώνων συνέπεσε με την 25η Μαρτίου, ημέρα εορτασμού της εθνικής επετείου. Η κίνηση του πλήθους στις οδούς Σταδίου και Ερμού και στην πλατεία Συντάγματος -όλες τους εορταστικά στολισμένες- είχε ξεκινήσει από νωρίς και δεν περιγραφόταν. 

Κάθε στιγμή οι χαρούμενοι ήχοι των διαφόρων φιλαρμονικών από τη Ζάκυνθο, τη Λευκάδα, το Λαύριο και την Πάτρα ηχούσαν από παντού. Η επίσκεψη της βασιλικής οικογένειας με τους ξένους προσκεκλημένους και την ακολουθία της στη Μητρόπολη για τη δοξολογία, καθώς και η επιστροφή τους στο Στάδιο έγινε θριαμβευτικά, μέσα στις πιο ενθουσιώδεις επευφημίες.

Ο ενθουσιασμός του πλήθους, ωστόσο, κορυφώθηκε στην τελετή της έναρξης των πρώτων Διεθνών Ολυμπιακών Αγώνων στο Στάδιο. Όλοι είχαν σπεύσει από νωρίς το πρωί να προμηθευτούν εισιτήρια. Οι πωλητές εισιτηρίων περιβάλλονταν από το θορυβώδες πλήθος που αγωνιζόταν να αποκτήσει τις καλύτερες θέσεις, ενώ οι αστυνομικοί επέβλεπαν για να αποφευχθούν τα φαινόμενα μαύρης αγοράς.

Αμέσως μετά το μεσημέρι άρχιζε η μαζική προσέλευση στο Στάδιο. Από κάθε άκρη της πόλης ξεκινούσε πλήθος πολιτών κάθε τάξης, ηλικίας και φύλου. Η συγκέντρωση του πλήθους στην περιοχή του Ζαππείου ήταν απερίγραπτη. Ωστόσο, η τάξη επιβαλλόταν απόλυτα. Μέσα στο Στάδιο υπεύθυνοι ήταν οπλισμένοι στρατιώτες τοποθετημένοι ανά διαστήματα μπροστά στα διαζώματα που οδηγούσαν στις κερκίδες.

Το πλήθος εισήλθε στο Στάδιο πολύ πριν την τελετή έναρξης και στις 3:30 μ.μ. το μεγαλύτερο μέρος του χώρου είχε γεμίσει από θεατές. Μια σειρά κοντά στη σφενδόνη είχε κρατηθεί για τους βουλευτές, μια άλλη για τους αξιωματούχους και μια τρίτη για τους επίσημους καλεσμένους και τους αντιπροσώπους του Τύπου. 

Όλα συνέβαλαν σε ένα μοναδικό και υποβλητικό θέαμα, τα πολύχρωμα φορέματα των κυριών, τα καπέλα τους, καθώς και οι σημαίες που κυμάτιζαν μέσα στο πλήθος των δεκάδων χιλιάδων θεατών, οι μεγαλοπρεπείς στολές και τα λοφία των αξιωματικών, το πλήθος των θεατών που δεν είχαν εισιτήριο και είχαν σκαρφαλώσει στις κορφές των γειτονικών λόφων για να βλέπουν πάνω από τον πέτρινο τοίχο.


Ο Πρίγκιπας Αλέξανδρος προχώρησε προς το Βασιλιά και έβγαλε λόγο, ενώ το κοινό είχε σηκωθεί όρθιο. Στη συνέχεια σηκώθηκε ο ίδιος ο Βασιλιάς και αναφώνησε: "Κηρύττω την έναρξιν των πρώτων εν Αθήναις Διεθνών Ολυμπιακών Αγώνων. Ζήτω το Έθνος! Ζήτω ο Ελληνικός Λαός!"
Αμέσως, σε απάντηση των Βασιλικών λόγων, θυελλώδεις ζητωκραυγές αντήχησαν από τον τεράστιο χώρο του Σταδίου.

Δρόμος 100 Μέτρων

Η αδημονία του κοινού έφτασε στο αποκορύφωμα. Ο αγώνας ήταν προκριματικός. Έλαβαν μέρος 21 αθλητές διαφόρων εθνικοτήτων, ανάμεσά τους και τρεις Έλληνες. Ο πρώτος και ο δεύτερος νικητής κάθε γύρου θα αγωνίζονταν στον τελικό την πέμπτη ημέρα των αγώνων.

Άλμα Τριπλούν

Αυτό το αγώνισμα, κοντινό στις παραδόσεις του Ελληνικού λαού, κέντρισε περισσότερο το ενδιαφέρον των θεατών. Συμμετείχαν 10 αθλητές και νικητής αναδείχθηκε ο Αμερικανός James Connolly.

Δρόμος 800 Μέτρων

Και αυτός ο αγώνας ήταν προκριματικός. Οι αθλητές χωρίστηκαν σε δύο σειρές. Νικητές αναδείχθηκαν ο Αυστραλός Edwin Flack και ο Γάλλος Albin Lermusiaux.

Δίσκος

Αυτό το αγώνισμα, πάνω απ' όλα, είχε διεθνή χαρακτήρα, χάρη στην ποικιλία εθνικοτήτων των αγωνιζομένων. Νικητής ήταν ο Αμερικανός Robert Garrett με δεύτερο τον Παναγιώτη Παρασκευόπουλο.

Δρόμος 400 Μέτρων

Οι αγωνιζόμενοι, δεκαέξι συνολικά, χωρίστηκαν σε δύο σειρές. Πρώτοι τερμάτισαν οι Αμερικανοί Herbert Jameson και Thomas Burke.

26 Mαρτίου 1896: 2η Ημέρα των Αγώνων

Αγώνας ξιφασκίας

Ως τόπος διεξαγωγής αυτού του αγωνίσματος επιλέχτηκε το κτήριο του Ζαππείου. Μια ειδική εξέδρα τοποθετήθηκε στο κέντρο της αίθουσας και οι θέσεις των θεατών σχημάτιζαν κύκλο γύρω της.

Την καθορισμένη ώρα, στις 10:00 το πρωί, έφτασε η Βασιλική οικογένεια, η οποία έγινε δεκτή στα προπύλαια, και παρουσιάστηκαν οι αγωνιστές κατά ζεύγη, με την προβλεπόμενη προσωπίδα και την αιχμή του ξίφους τους καλυμμένη. Ο νικητής Λέων Πύργος ήταν ο πρώτος Έλληνας ολυμπιονίκης των αγώνων.

Στις 2:30 μ.μ. άρχισαν οι αθλητικοί αγώνες στο Στάδιο.


Δρόμος 110 Μέτρων μετ' Εμποδίων

Ξύλινα εμπόδια είχαν τοποθετηθεί στο στίβο σε πυκνά διαστήματα, πάνω από τα οποία έπρεπε να πηδήξουν οι δρομείς για να φτάσουν το νήμα. Αγωνίστηκαν οχτώ αθλητές, χωρισμένοι σε δύο σειρές.

Άλμα εις Μήκος

Από τους δεκαοχτώ εγγεγραμμένους αθλητές μόνο οι οχτώ πήραν μέρος. Νικητής αναδείχθηκε ο Αμερικανός Ellery Clark από τη Βοστόνη, ο οποίος πήδηξε 6,35 μέτρα.

Τελικός 400 Μέτρων

Πήραν μέρος ο πρώτος και o δεύτερος νικητής κάθε σειράς των δοκιμαστικών αγώνων της προηγούμενης μέρας. Την κούρσα κέρδισε ο Αμερικανός Thomas Burke, ο οποίος κάλυψε την απόσταση σε 54΄΄, και δεύτερος τερμάτισε ο συμπατριώτης του Herbert Jameson. Οι Αμερικανοί ενθουσιάστηκαν με τις αλλεπάλληλες νίκες τους.

Σφαίρα

Σ' αυτό το ιδιαίτερα δημοφιλές στην Ελλάδα αγώνισμα κορυφώθηκε το ενδιαφέρον των θεατών. Ο Robert Garrett ανακηρύχθηκε νικητής και για άλλη μια φορά η Αμερικανική σημαία κυμάτισε νικήτρια, με τον ενθουσιασμό των Αμερικανών να φτάνει στο απόγειό του. Τη δεύτερη θέση κατέλαβε ο Μιλτιάδης Γκούσκος.

Άρση Βαρών

Στη μέση της κονίστρας, σε χώμα σκεπασμένο με άμμο, διεξήχθη αυτό το αγώνισμα. Από τους οχτώ αθλητές που έλαβαν μέρος, νικητής στην άρση "δι' αμφοτέρων των χειρών" ανακηρύχθηκε ο Δανός Viggo Jensen, ενώ στο αγώνισμα "διά της μιας χειρός" κέρδισε ο Άγγλος Launceston Elliot.

Δρόμος 1.500 Μέτρων

Οχτώ αθλητές συμμετείχαν σ' αυτό το τελευταίο αγώνισμα της ημέρας, νικητής του οποίου αναδείχθηκε ο Αυστραλός Edwin Flack.

Το βράδυ, σύμφωνα με το πρόγραμμα, φωταγωγήθηκε η Ακρόπολη. Πολύχρωμες λάμψεις πυρσών πρόβαλαν από τον ιερό βράχο, τονίζοντας με το συμβολισμό αυτό τη σύνδεση των σύγχρονων Ολυμπιακών Αγώνων με το αρχαίο παρελθόν.


27 Μαρτίου 1896: 3η Ημέρα των Αγώνων

Σκοποβολή

Το μόνιμο πλέον σκοπευτήριο που οικοδομήθηκε κοντά στην Καλλιθέα, ειδικά για τους αγώνες, εγκαινιάστηκε το πρωί της ημέρας αυτής. Υπήρχαν 160 εγγεγραμμένοι αγωνιζόμενοι, από τους οποίους μόνο δέκα δεν ήταν Έλληνες, και είχαν χωριστεί σε πολλές σειρές. Μέχρι να αγωνιστούν όλες οι τάξεις η ώρα πέρασε και η λήξη των αγώνων αναβλήθηκε για την επομένη.

Αντισφαίριση

Το άθλημα αυτό έγινε στον ειδικά διαμορφωμένο χώρο κοντά στους Στύλους του Ολυμπίου Διός. Έλαβαν μέρος 16 αθλητές, που διαγωνίστηκαν ατομικά ή σε ζευγάρια. Οι αγώνες ήταν προκριματικοί και οι τελικοί πραγματοποιήθηκαν την 6η μέρα της διοργάνωσης.

Ποδηλατοδρομίες

Οι ποδηλατοδρομίες έγιναν στο χτισμένο, ειδικά για την περίπτωση, ποδηλατοδρόμιο στο Νέο Φάληρο στη 1:00 το μεσημέρι. Επρόκειτο για αγώνα 100 χιλιομέτρων και οι ποδηλάτες έπρεπε να διανύσουν το στίβο 300 φορές. Οι θεατές στην αρχή παρακολουθούσαν τον αγώνα με προσοχή. Το θέαμα, ωστόσο, σύντομα έγινε μονότονο και μειώθηκε το ενδιαφέρον τους. Περίπου στις 3:00 μ.μ., οι περισσότεροι αθλητές κουρασμένοι εγκατέλειψαν τον αγώνα και έμειναν μόνο δύο να διεκδικούν το έπαθλο, ο Γάλλος Leon Flameng και ο Έλληνας Γεώργιος Κωλέττης. Τελικά, στον ιστό υψώθηκε η γαλλική σημαία και οι θεατές την χαιρέτισαν με ενθουσιασμό.

Το βράδυ ο συγκεντρωμένος κόσμος στους δρόμους και τις πλατείες, που ήταν φωταγωγημένες με λαμπρότητα σε όλη τη διάρκεια της διοργάνωσης, ήταν λιγοστός, λόγω της κακοκαιρίας. Αναμφίβολα, ο καιρός δεν ευνοούσε τους αγώνες.

28 Μαρτίου 1896: 4η Ημέρα των Αγώνων

Σκοποβολή

Το πρωί με τη συμμετοχή 42 σκοπευτών διεξήχθησαν οι αγώνες βολής τυφεκίου από τα 200 μέτρα. Νικητής αναδείχθηκε ο Έλληνας Παντελής Καρασεβδάς, φοιτητής της Νομικής, με δεύτερο το δικηγόρο Παύλο Παυλίδη.

Αντισφαίριση

Συνεχίστηκαν οι προκριματικοί αγώνες με τη συμμετοχή διαφόρων ομάδων.

Ξιφασκία

Η ξιφασκία συνεχίστηκε το πρωί στο Ζάππειο. Ο Έλληνας Ιωάννης Γεωργιάδης ανακηρύχθηκε νικητής, με δεύτερο τον Τηλέμαχο Καράκαλο.

Αγώνες στο Στάδιο

Κατά τη διάρκεια της ημέρας αυτής, οι αγώνες στο Στάδιο είχαν γυμναστικό χαρακτήρα. Στις 2:30 μ.μ. αναγγέλθηκε με σαλπίσματα η άφιξη της Βασιλικής οικογένειας. Μαζί της κατέφθασε και ο Βασιλιάς της Σερβίας με πολιτική περιβολή. Οι μπάντες στην παρέλαση έπαιζαν τον Ελληνικό και το Σερβικό Εθνικό Ύμνο, ενώ οι θεατές στέκονταν όρθιοι, επευφημώντας το Βασιλιά και τον επίτιμο φιλοξενούμενο.

Αμέσως μετά, σύμφωνα με το πρόγραμμα, ξεκίνησε η συναυλία των φιλαρμονικών, οι οποίες έπαιζαν τον Ολυμπιακό Ύμνο του Σπυρίδωνος Σαμάρα, υπό τη διεύθυνση του αρχιμουσικού της φρουράς. Οι μεγαλοπρεπείς τόνοι του ύμνου αντήχησαν στο στίβο και οι ενθουσιασμένοι θεατές απαίτησαν και πέτυχαν την επανάληψή του. Αμέσως μετά ξεκίνησαν οι αγώνες.


Δρόμος 800 Μέτρων

Ο Αυστραλιανός Edwin Flack νίκησε σε αυτόν τον αγώνα.

Δίζυγο

Συναγωνίστηκαν οι ελληνικές ομάδες του Εθνικού Γυμναστικού Συλλόγου και του Πανελλήνιου Γυμναστικού Συλλόγου, καθώς και η Γερμανική ομάδα, που αναδείχθηκε νικήτρια.

Μονόζυγο

Στο αγώνισμα αυτό παρουσιάστηκε μόνο μια ομάδα, η Γερμανική, που παρουσίασε διάφορες ασκήσεις με εξαιρετική επιδεξιότητα. Στο τέλος, η Γερμανική σημαία υψώθηκε και οι θεατές τούς χειροκρότησαν.

Ιππικό Εφαλτήριο Χωρίς Λαβίδες

Σ' αυτό το αγώνισμα έλαβαν μέρος δεκατέσσερις αθλητές. Πρώτος νικητής αναδείχθηκε ο Γερμανός Carl Schuhmann και δεύτερος ο Ελβετός Louis Zutter.

Ιππικό Εφαλτήριο με Λαβίδες

Από τους έντεκα αθλητές που συμμετείχαν νικητής ανακηρύχθηκε ο Ελβετός Louis Zutter.

Κρίκοι

Αυτό το αγώνισμα επιφύλαξε μια ευχάριστη έκπληξη για τους θεατές στο Στάδιο. Συναγωνίστηκαν δώδεκα αθλητές, ανάμεσά τους ο Ιωάννης Μητρόπουλος του Εθνικού Γυμναστικού Συλλόγου, που είναι ο πρώτος Έλληνας Ολυμπιονίκης σε αγώνες εντός Σταδίου. Σύμφωνα με την περιγραφή του Χ. Άννινου

"Ακράτητος ενθουσιασμός ξεσπά· δάκρυα μουσκεύουν τα μάτια, καπέλα πετιούνται στον αέρα και τα μαντήλια σείονται πυρετωδώς. Οι επευφημίες και τα ατέλειωτα χειροκροτήματα δημιουργούν μια απερίγραπτη ατμόσφαιρα".

Μονόζυγο

Συναγωνίστηκαν δεκαέξι αθλητές, από τους οποίους οι δύο ήταν Έλληνες και οι περισσότεροι Γερμανοί. Για τρίτη φορά την ίδια μέρα υψώθηκε η Γερμανική σημαία, αυτή τη φορά για το νικητή Hermann Weingaertner.

29 Μαρτίου 1896: 5η Ημέρα των Αγώνων

Από πολύ πρωί εκδηλώθηκε ασυνήθιστη κίνηση και πυρετώδης αναμονή. Ο λόγος για όλη αυτή την αδημονία ήταν ότι τη συγκεκριμένη ημέρα θα διεξαγόταν ο Μαραθώνιος. Από τη στιγμή που προτάθηκε η διοργάνωση των αγώνων στην Αθήνα, όλη η Ελλάδα αυτό το αγώνισμα περίμενε. Βαθμηδόν καλλιεργήθηκε και ρίζωσε η ιδέα ότι ο νικητής του Μαραθωνίου έπρεπε να είναι Έλληνας, καθώς ήταν γενική επιθυμία να μην πάρει το έπαθλο του σημαντικού αυτού αγωνίσματος ένας ξένος. 

Έτσι, πολλές υποσχέσεις και βραβεία άρχισαν να ανακοινώνονται. Ξενοδόχοι, ράφτες, κομμωτές και άλλοι έμποροι δημοσίευσαν διακηρύξεις στις εφημερίδες, υποσχόμενοι ότι αν ο νικητής του Μαραθωνίου ήταν Έλληνας θα του παρείχαν δωρεάν τις υπηρεσίες του επαγγέλματός τους για συγκεκριμένο διάστημα ή ισόβια, ενώ άλλοι ανέλαβαν να προσφέρουν βραβεία και δώρα.

Υπολογίζεται ότι περίπου εβδομήντα χιλιάδες θεατές παρακολούθησαν εκείνη τη μέρα τους αγώνες στο Παναθηναϊκό Στάδιο.


Δίζυγο

Δεκαοκτώ συμμετοχές είχε ο αγώνας αυτός και νικητής ανακηρύχθηκε ο Γερμανός γυμναστής Alfred Flatow.

Αναρρίχηση επί Κάλω

Σ' αυτό το θεαματικό και δύσκολο αγώνισμα, όπου απαιτούνταν η αναρρίχηση σε σκοινί 14 μέτρων στηριγμένο σε ιστό, συμμετείχαν πέντε αθλητές. Νικητής ανακηρύχθηκε ο Έλληνας Νικόλαος Ανδριακόπουλος, μέλος του Παναχαϊκού Συλλόγου, που αναρριχήθηκε με ζηλευτή τέχνη και σβελτάδα.

Σκοποβολή

Από τους δεκαέξι αθλητές που συμμετείχαν στο αγώνισμα βολής με περίστροφο από τα 25 μέτρα νίκησε ο Αμερικανός υπολοχαγός του πεζικού John Paine, ο οποίος αγωνίστηκε με δικό του περίστροφο, και δεύτερος ο αδελφός του Summer Paine.

Τελικός δρόμος 100 μέτρων

Από τους έξι αθλητές που έλαβαν μέρος νίκησε ο Αμερικανός Thomas Burke.

Άλμα εις ύψος

Οι αγωνιζόμενοι έπρεπε να πηδήξουν πάνω από μια οριζόντια ράβδο χωρίς να τη ρίξουν. Χαμηλότερο ύψος ορίστηκε το ενάμισι μέτρο. Οι αθλητές σταδιακά εγκατέλειψαν και νικητής αναδείχθηκε ο Αμερικανός Ellery Clark, με άλμα 1,81 μέτρα.

Δρόμος μετ' Εμποδίων 110 Μέτρων

Το αγώνισμα εξελίχθηκε σε μονομαχία ανάμεσα στον Αμερικανό Thomas Curtis και τον Άγγλο Grantley Goulding με νικητή τον πρώτο.

Άλμα επί Κοντώ

Αυτό το αγώνισμα, θεαματικό και ενδιαφέρον καθώς ήταν, κρατούσε αμείωτη την προσοχή του κοινού. Προς το τέλος ο αγώνας διακόπηκε και συνεχίστηκε αργότερα, γιατί έφτασαν οι μαραθωνοδρόμοι. Νικητής ανακηρύχθηκε ο Αμερικανός William Hoyt.

Μαραθώνιος

Στο μαραθώνιο συμμετείχαν οι καλύτεροι από τους ξένους δρομείς που είχαν αναδειχθεί και σε άλλα αγωνίσματα, όπως ο Αμερικανός Edwin Flack, ο Γάλλος Albin Lermusiaux, ο Αμερικανός Arthur Blake, καθώς και αρκετοί Έλληνες αθλητές με διακρίσεις στους Πανελλήνιους Αγώνες. Ωστόσο από τους πολλούς που είχαν δηλώσει συμμετοχή σε αυτό το πολύ σημαντικό αγώνισμα οι περισσότεροι αποσύρθηκαν την τελευταία στιγμή, συναισθανόμενοι ότι δεν είχαν αρκετή δύναμη. 

Οι υπόλοιποι, περίπου 25, πήγαν στο Μαραθώνα από την προηγούμενη μαζί με την ειδική επιτροπή. Γύρω στις 2.00 το μεσημέρι ξεκίνησε ο αγώνας. Κατά μήκος της διαδρομής, πολλοί κάτοικοι των χωριών της Αττικής είχαν πάρει θέση περιμένοντας τους αγωνιζομένους, τους οποίους χαιρετούσαν ενθαρρύνοντάς τους, χωρίς να κάνουν διαχωρισμούς εθνικότητας, και προσφέροντάς τους δροσιστικά ποτά. Μετά το Πικέρμι, πολλοί άρχισαν να καταβάλλονται από την κούραση και αποσύρονταν στις άμαξες που ακολουθούσαν. 

Ο Λούης από το Μαρούσι, περνώντας από ένα πανδοχείο κοντά στο Πικέρμι, ζήτησε και ήπιε ένα ποτήρι κρασί. Όταν στο 33ο χιλιόμετρο ο Λούης πρόλαβε τον Αμερικανό Flack, το άλλο φαβορί του αγώνα, η νίκη του ήταν εξασφαλισμένη. Εν τω μεταξύ στο Στάδιο υπήρχε μια αγωνιώδης προσμονή. Τελικά, εισήλθε ένας ηλιοκαμένος άντρας ντυμένος στα λευκά και λουσμένος στον ιδρώτα. Ήταν ο Λούης, ο νικητής του μαραθωνίου. 

Καθώς κατέφθανε τρέχοντας, ο διάδοχος και ο Πρίγκιπας Γεώργιος άρχισαν να τρέχουν στο πλάι του.

Το τι συνέβη εκείνη τη στιγμή στο Στάδιο δεν μπορεί να περιγραφεί. Σύσσωμο το πλήθος ενθουσιασμένο πανηγύριζε τη νίκη του. Το κοινό φώναζε και οι μπάντες έπαιζαν τον Εθνικό Ύμνο.

Δεύτερος νικητής αναδείχθηκε ο Χαρίλαος Βασιλάκης.


Πάλη

Στο αγώνισμα συμμετείχαν πέντε αθλητές: οι Έλληνες Στέφανος Χριστόπουλος και Γεώργιος Τσίτας, ο Ούγγρος Momcilo Tapowicza, ο Άγγλος Launceston Elliot και ο Γερμανός Carl Schuhmann. Καθώς βράδιασε, ο τελικός αγώνας αναβλήθηκε για την επομένη.

Εορτασμός στον Πειραιά

Αυτή η ιστορική ημέρα, τόσο πλούσια σε συναισθήματα, τελείωσε με μια μεγάλη γιορτή στον Πειραιά: φώτα, μουσική, παρέλαση και πυροτεχνήματα συνέθεσαν έναν εορτασμό που τελείωσε γύρω στα μεσάνυχτα.

30 Μαρτίου 1896: 6η Ημέρα των Αγώνων

Καταρχήν συνεχίστηκε και ολοκληρώθηκε ο αγώνας της πάλης, που είχε αναβληθεί την προηγούμενη, με νικητή το Γερμανό CarlSchuhmann. Μολονότι η είσοδος ήταν ελεύθερη, η συρροή του πλήθους ήταν ελάχιστη, αν και το θέαμα παρουσίασε ενδιαφέρον. Η μεγάλη συγκίνηση της προηγούμενης μέρας -λόγω της νίκης του Λούη- έκανε το πλήθος αδιάφορο προς όλα τ' άλλα αγωνίσματα.

Σκοποβολή

Οι αγώνες σκοποβολής αποτελούνταν από τρία αγωνίσματα: πιστόλι από τα 30 μέτρα, με νικητή τον Αμερικανό Summer Paine, πιστόλι από τα 25 μέτρα, με νικητή τον Ιωάννη Φραγκούδη, και τυφέκιο από τα 300 μέτρα. Ο τελικός στο τελευταίο αγώνισμα μεταφέρθηκε την επόμενη μέρα.

Κολυμβητικοί Αγώνες

Το πρωί της ίδιας μέρας έγιναν στον όρμο της Ζέας στον Πειραιά οι κολυμβητικοί αγώνες, που τους ευνόησε και ο καιρός, κι έτσιαναρίθμητοι θεατές κατέφθασαν από την Αθήνα για ν' απολαύσουν το θέαμα. Οι αγώνες περιλάμβαναν τα ακόλουθα αγωνίσματα:

Αγώνα 100 μέτρων, με νικητή τον Ούγγρο Alfred Hajos
Αγώνας ναυτών 100 μέτρων, όπου συμμετείχαν άνδρες του Πολεμικού Ναυτικού, με νικητή το ναύτη Ιωάννη Μαλοκίνη 
500 μέτρα ελεύθερο, με νικητή τον Αυστραλό Paul Neumann 
1.200 μέτρα ελεύθερο, με νικητή τον Ούγγρο Alfred Hajos

Ποδηλατοδρομίες

Το απόγευμα συνεχίστηκαν στο ποδηλατοδρόμιο του Φαλήρου οι ποδηλατικοί αγώνες με πολύ ευνοϊκότερες καιρικές συνθήκες. Οι ποδηλατοδρομίες περιλάμβαναν τα εξής αγωνίσματα:

Δρόμος 2 χιλιομέτρων
Δρόμος 10 χιλιομέτρων
Αγώνας ενός γύρου

Νικητής σε όλα τα αγωνίσματα αναδείχθηκε ο Γάλλος Paul Μasson.


Αντισφαίριση

Στο απλό αγώνισμα επικράτησε ο Βρετανός John Bolland και στο διπλό το ζεύγος Fritz Traun και John Bolland.

31 Μαρτίου 1896: 7η Ημέρα των Αγώνων

Σκοποβολή

Νικητής στο αγώνισμα του τυφέκιου από τα 300 μέτρα αναδείχθηκε ο Έλληνας δικηγόρος Γεώργιος Ορφανίδης.

Μαραθώνιος Ποδηλατικός Δρόμος

Από τους 19 αθλητές που είχαν δηλώσει συμμετοχή αγωνίστηκαν τελικά εννέα. Οι αθλητές έπρεπε να καλύψουν μία απόσταση 87 χιλιομέτρων. Ο Έλληνας Αριστείδης Κωνσταντινίδης νίκησε σ' αυτόν τον περιπετειώδη αγώνα.

Λαμπαδηφορία

Από τα ωραιότερα θεάματα των εορτασμών υπήρξε αναντίρρητα η λαμπαδηφορία που έγινε το βράδυ της Κυριακής, αφήνοντας αλησμόνητη εντύπωση σε όσους την είδαν.

Γεύμα στα Ανάκτορα

Την ίδια ημέρα συνέβη και ένα άλλο αξιοσημείωτο γεγονός, το πρόγευμα που παρατέθηκε στα Ανάκτορα προς τιμήν των Ολυμπιονικών, των ξένων αθλητών και των αντιπροσώπων του ξένου Τύπου. Στο τέλος του προγεύματος ο Βασιλιάς απευθύνθηκε προς τους ξένους λέγοντας μεταξύ άλλων:

"Η αναβίωση των Ολυμπιακών Αγώνων στην αρχαία τους κοιτίδα στέφτηκε από πλήρη και ανέλπιστη επιτυχία και χαίρομαι που μπορώ σήμερα να συγχαρώ και να ευχαριστήσω όλους εσάς που εργαστήκατε για να έχουμε αυτό το λαμπρό αποτέλεσμα. [...] Η Ελλάδα, μητέρα και τροφός των γυμναστικών αγώνων στην πανελλήνια Αρχαιότητα, ανέλαβε να τους πραγματοποιήσει και σήμερα, με θάρρος κάτω από τα βλέμματα της Ευρώπης και του Νέου Κόσμου, και μπορεί τώρα, που έχει γενικά αναγνωριστεί η επιτυχία, να ελπίσει ότι οι ξένοι που την τίμησαν θα θελήσουν να ορίσουν τη χώρα μας ως ειρηνικό τόπο συνάντησης των εθνών, ως διαρκές και μόνιμο χώρο των Ολυμπιακών Αγώνων".

1-3 Απριλίου 1896: 8η, 9η και 10η Ημέρα των Αγώνων

1 Απριλίου 1896

Σφοδρός άνεμος φυσούσε, σηκώνοντας πυκνά σύννεφα σκόνης. Εξαιτίας του καιρού, ματαιώθηκε το μεγαλύτερο μέρος των προγραμματισμένων αγώνων.

Το πρόγραμμα ανέφερε: δωδεκάωρο ποδηλατικό αγώνα αντοχής στο ποδηλατοδρόμιο, αγώνα λεμβοδρομιών και κωπηλασίας στο Φάληρο, αγώνες κωπηλασίας πολεμικών λέμβων και το βράδυ φωταγώγηση της Ακρόπολης. Λόγω του καιρού πραγματοποιήθηκαν μόνο οι ποδηλατικοί αγώνες.

Ποδηλατοδρομίες

Νικητής των αγώνων είναι ο Αυστριακός Adolf Schmal.

2 Απριλίου 1896

Πρόκειται για τη χειρότερη ημέρα από ολόκληρο το δεκαήμερο των Αγώνων. Ήταν κρύα, συννεφιασμένη, με αέρα και βροχή. Κατά το πρόγραμμα, είχε οριστεί να γίνει μετά το μεσημέρι η ανακήρυξη και στέψη των νικητών στο Στάδιο.


3 Απριλίου 1896

Η σεμνή και έξοχη τελετή της ημέρας αυτής άφησε τις ζωηρότερες και πιο ευχάριστες εντυπώσεις σε όλους τους παρευρισκομένους. Το Στάδιο άρχισε από τις πρωινές ώρες να έχει την επιβλητική όψη των πρώτων ημερών και ο συνωστισμός στην περιοχή ήταν αφόρητα μεγάλος.

Μετά την άφιξη της Βασιλικής Οικογενείας, δόθηκε η άδεια στα πλήθη που περίμεναν έξω από τα προπύλαια να μπουν χωρίς εισιτήριο και έτσι το Στάδιο γέμισε ασφυχτικά. Σ' ένα τραπέζι στ' αριστερά του βασιλιά βρίσκονταν τα έπαθλα, κλωνάρι από αγριελιά από την ιερή Άλτη, κλωνάρι δάφνης, τα διπλώματα μέσα σε μακριούς ασπρογάλαζους κυλίνδρους και τα μετάλλια, αργυρό για τον πρώτο νικητή και χάλκινο για το δεύτερο.

Μετά την απονομή των βραβείων, έγινε στο Στάδιο η παρέλαση των Ολυμπιονικών. Με τον αλυτάρχη κ. Μάνο στην κεφαλή, οι πρώτοι και οι δεύτεροι Ολυμπιονίκες, με τα στεφάνια τους από αγριελιά και δάφνη στο χέρι, παρέλαυναν με αργό βήμα γύρω από το στίβο υπό τα ενθουσιώδη εμβατήρια των παραταγμένων μουσικών.

Στο τέλος της παρέλασης, ο Βασιλιάς αναφώνησε μεγαλόφωνα:

"Κηρύττω την λήξιν των πρώτων Διεθνών Ολυμπιακών Αγώνων".

Και μετά τις τελευταίες ζητωκραυγές, το πλήθος άρχισε να αποχωρεί. Τότε δημιουργήθηκε μια αυθόρμητη διαδήλωση. Ολόκληρο το πλήθος, μαζί με τα μέλη του Δωδεκαμελούς Συμβουλίου και με το Φιλήμονα επικεφαλής, με τις φιλαρμονικές και τις σημαίες των διαφόρων κρατών να προπορεύονται, προχώρησε προς τα Ανάκτορα και ζήτησε φωνάζοντας να εμφανιστεί ο διάδοχος, ο οποίος βγήκε στα προπύλαια. Αφού μίλησαν αντιπρόσωποι διαφόρων οργανώσεων, το πλήθος διαλύθηκε.

Το βράδυ φωταγωγήθηκε ξανά με πυρσούς η Ακρόπολη, ενώ τα πλοία που βρίσκονταν στον Πειραιά χρησιμοποίησαν τους προβολείς τους για να φωτίσουν τον Αττικό ουρανό, κλείνοντας με το θεαματικό αυτό τρόπο τους Αγώνες.

Τελετή Λήξης Θερινών Ολυμπιακών Αγώνων 1896

Η τελετή λήξης των Θερινών Ολυμπιακών Αγώνων 1896 πραγματοποιήθηκε στις 15 Απριλίου 1896 (3 Απριλίου με το παλαιό ημερολόγιο) στο Παναθηναϊκό Στάδιο της Αθήνας, κλείνοντας έτσι τους Αγώνες της 1ης Ολυμπιάδας.

Αρχικά, η τελετή ήταν προγραμματισμένη για τις 14 Απριλίου, αλλά ο άσχημος καιρός ανάγκασε τους διοργανωτές να την αναβάλλουν για την επόμενη ημέρα. Το κλίμα ήταν εορταστικό στην Αθήνα και το Στάδιο γέμισε από χιλιάδες θεατές. Ο Βασιλιάς Γεώργιος A΄, αφού βράβευσε τους νικητές, κήρυξε τη λήξη των Αγώνων.


Επίσημο Γεύμα και Αναβολή της Τελετής

Το πρωί της Κυριακής 12 Απριλίου, ο βασιλιάς Γεώργιος A΄ οργάνωσε ένα επίσημο γεύμα στα Ανάκτορα προς τιμήν των ολυμπιονικών, των ξένων αθλητών, των κριτών και των αντιπροσώπων του ξένου Τύπου (αν και κάποια αγωνίσματα δεν είχαν ακόμη ολοκληρωθεί). Κατά την ομιλία του στο τέλος του προγεύματος, ξεκαθάρισε ότι κατά τη γνώμη του θα έπρεπε οι Αγώνες να διεξάγονται μόνιμα στην Αθήνα.

Η Τελετή Λήξης

Τελικά, η τελετή λήξης πραγματοποιήθηκε την Τετάρτη 15 Ιουνίου. Το Στάδιο άρχισε από τις πρωινές ώρες να έχει την επιβλητική και εορταστική όψη των πρώτων ημερών, ενώ ο συνωστισμός από το πλήθος στη γύρω περιοχή ήταν αφόρητα μεγάλος. Η Βασιλική Οικογένεια βρισκόταν και πάλι εκεί για να παρακολουθήσει την τελετή. Μετά την άφιξή της, δόθηκε άδεια στον κόσμο που περίμενε έξω από τα προπύλαια να μπει χωρίς εισιτήριο και έτσι το Στάδιο γέμισε ασφυκτικά.

Η τελετή "άνοιξε" με τον Εθνικό ύμνο της Ελλάδας και μία ωδή του Πινδάρου στα αρχαία Ελληνικά από τον Τζορτζ Ρόμπερτσον (Βρετανό αθλητή και λόγιο).

Σε ένα τραπέζι στα αριστερά του Βασιλιά βρίσκονταν τα έπαθλα, κλωνάρι από αγριελιά από την ιερή Άλτη, κλωνάρι δάφνης, τα διπλώματα μέσα σε μακριούς ασπρογάλαζους κυλίνδρους και τα μετάλλια. Στη συνέχεια, ο Βασιλιάς βράβευσε τους νικητές των Αγώνων. Οι νικητές έπαιρναν ένα ασημένιο μετάλλιο, ένα κλαδί ελιάς και ένα αναμνηστικό δίπλωμα, ενώ οι δεύτεροι έπαιρναν ένα χάλκινο μετάλλιο, ένα κλαδί δάφνης και το δίπλωμα. Οι τρίτοι δεν έπαιρναν μετάλλιο.

Μερικοί από τους νικητές πήραν κάποια επιπλέον βραβεία, όπως ο Σπύρος Λούης που πήρε ένα κύπελλο από τον Μισέλ Μπρεάλ, φίλο του Πιερ ντε Κουμπερτέν, ο οποίος είχε εμπνευστεί το αγώνισμα του μαραθωνίου. Με τον αλυτάρχη Κωνσταντίνο Μάνο στην κεφαλή, ο Λούης οδήγησε τους αθλητές που πήραν μετάλλια σε ένα γύρο του θριάμβου γύρω από το Στάδιο, ενώ παιζόταν ο Ολυμπιακός Ύμνος.

Στο τέλος της παρέλασης, ο βασιλιάς Γεώργιος αναφώνησε μεγαλόφωνα: "Κηρύττω την λήξιν των πρώτων Διεθνών Ολυμπιακών Αγώνων". Στη συνέχεια αποχώρησε από το Στάδιο, ενώ η μπάντα έπαιζε τον Εθνικό ύμνο και το πλήθος ζητωκραύγαζε.

Πορεία στα Ανάκτορα

Μετά και τις τελευταίες ζητωκραυγές, το πλήθος άρχισε να αποχωρεί. Τότε δημιουργήθηκε μια αυθόρμητη διαδήλωση. Ολόκληρο το πλήθος, μαζί με τα μέλη του Δωδεκαμελούς Συμβουλίου και με τον Φιλήμονα επικεφαλή, με τις φιλαρμονικές και τις σημαίες των διαφόρων κρατών να προπορεύονται, προχώρησε προς τα Ανάκτορα και ζήτησε φωνάζοντας να εμφανιστεί ο διάδοχος, ο οποίος βγήκε στα προπύλαια. Αφού μίλησαν αντιπρόσωποι διαφόρων οργανώσεων, το πλήθος διαλύθηκε.

Το βράδυ φωταγωγήθηκε με πυρσούς η Ακρόπολη, ενώ τα πλοία που βρίσκονταν στο λιμάνι του Πειραιά χρησιμοποίησαν τους προβολείς τους για να φωτίσουν τον Αττικό ουρανό, κλείνοντας με θεαματικό τρόπο τους Αγώνες.


Συγκλόνισε ο Mαραθώνιος

«...O αφέτης έδωσε το σύνθημα της εκκινήσεως διά πιστολισμού και οι αγωνισταί (ΣΣ: 25) εξεκίνησαν δρομαίοι. Tους δρομείς παρηκολούθουν ποδηλατισταί, αξιωματικοί και στρατιώται έφιπποι επιτηρούντες την πορείαν των, κατ’ αποστάσεις δε άμαξαι μετά ιατρών και των αναγκαίων προχείρων φαρμάκων προς περίθαλψιν των εξαντλουμένων... O Αμαρουσιώτης Λούης, διερχόμενος εκ του παρά το Πικέρμι χανίου ζητεί και ροφά ποτήριον πλήρες οίνου, ερωτά περί των προτρεχόντων και μετά πεποιθήσεως δηλοί ότι θα τους καταφθάση και θα τους περάση... O Λούης φθάνει εις την Pιζάρειον Σχολήν πρώτος και κανιονιοβολισμός αναγγέλλει την άφιξίν του...

Eν τούτοις εντός του σταδίου επεκράτει εναγώνιος προσδοκία. Αίφνης, άγνωστον πώς, διαδίδεται από στόματος εις στόμα, η φήμη ότι φθάνει πρώτος ο Αυστραλιανός

Φλακ... Θλίψις και κατήφεια ζωγραφείται εις όλα τα πρόσωπα και σιγή άκρα επικρατεί εκ της γενικής αποθαρρύνσεως. Αλλά η πλάνη δεν διαρκεί πολύ.

Eις το στάδιον φαίνεται εισερχόμενος, κεκαλυμμένος εκ κονιορτού εκ της πολυώρου ιππασίας, ο αφέτης στις βαίνων προς τους βασιλικούς θώκους αναγγέλλει ότι προηγείται ο Λούης. H είδησις διαδίδεται αστραπηδόν και μία ουρανομήκης ζητωκραυγή αναπέμπεται από όλα τα στήθη, ενώ ταυτοχρόνως αντηχεί η βολή του τηλεβόλου η πιστοποιούσα την άφιξιν του Έλληνος νικητού...Tέλος φαίνεται εισερχόμενος ανήρ φέρων λευκήν περιβολήν, ηλιοκαής και κατάρρυτος υπό ιδρώτος. Είναι ο Λούης».

Πρωτόφαντη Γιορτή

«Tι έγινε κατά την ώραν εκείνην εις το Στάδιον η γραφίς αδυνατεί να περιγράψει», τονίζει ο Άννινος, επιχειρώντας να δώσει μια εικόνα των πανηγυρισμών, που μεγάλωσαν μετά τον τερματισμό του δεύτερου, του Χαρίλαου Βασιλάκου. O Λούης έκανε τους Έλληνες υπερήφανους επειδή ήταν Έλληνες... Βέβαια, υπερήφανους τους έκαναν και οι άλλοι Ολυμπιονίκες μας.

Όμως ο Μαραθώνιος που συνδέεται με την Ελληνική ιστορία, «μιλούσε» διαφορετικά στην ψυχή των Ελλήνων. Περίπου 100.000 άνθρωποι συγκεντρώθηκαν μέσα στο Παναθηναϊκό Στάδιο και στους γύρω λόφους την ημέρα του Μαραθωνίου. Και δεκάδες χιλιάδες ξεχύθηκαν στους δρόμους, σε όλη την διαδρομή, για να θαυμάσουν, να επευφημήσουν και να ενισχύσουν ψυχολογικά τους δρομείς.

Για τους Έλληνες – όχι μόνον τους Αθηναίους, αλλά και τους επαρχιώτες και τους ομογενείς– της εποχής οι αγώνες δεν ήταν μια απλή αθλητική εκδήλωση. H Αθήνα ζούσε μέσα στην ατμόσφαιρα ενός πανηγυριού, μεγάλου, πρωτόφαντου.

Εμφανής ήταν η επίδραση της κλασσικής αρχαιότητας στις τελετές της απονομής. O κήρυκας ανακοίνωνε το αγώνισμα και τ’ όνομα του νικητή, ο οποίος στεφανωνόταν. Επηρεασμένες από την αρχαιότητα ήταν και οι λαμπαδηφορίες, με τις οποίες προσπάθησαν να μιμηθούν τις λαμπαδηδρομίες των Παναθηναίων. Είχαν δε, και συμβολικό χαρακτήρα, αφού η φωτιά για τους Έλληνες σήμαινε την κάθαρση και την αναγέννηση.


Παράδοξα

Oπως σε λες τις μεγάλες αθλητικές διοργανώσεις, έτσι και το 1896 δεν έλειψαν τα παράδοξα. Θα παραθέσουμε μερικά μόνο:

Στην δισκοβολία επικρατέστερος εθεωρείτο ο Παρασκευόπουλος. Πράγματι προηγείτο ώς την τελευταία προσπάθεια, οπότε ο Αμερικανός Γκάρετ –που δεν επιθυμούσε να την επιχειρήσει, πεπεισμένος για την ήττα του, αλλά παρεκινήθει από συμπατριώτες του- τον ξεπέρασε κατά 19,5 εκατοστά (29,15-28,955). Θέλησε να ρίξει άλλη μία βολή ο Παρασκευόπουλος, αλλά η επιτροπή δεν το επέτρεψε.

Oι περισσότεροι τον θεώρησαν ουσιαστικό νικητή, διότι ήταν σταθερότερος. Έγραψε, μάλιστα, έντυπο της εποχής: «Δεν συνάδει με την αυστηράν δικαιοσύνην το να κηρυχθεί νικών ο άπαξ μόνον βαλών τον δίσκον 19% του μέτρου μείζονα του ανταγωνιστού, αλλ’ ο πολλάκις βαλών εις μείζοναν απόστασιν. H νίκη εις τοιαύτα αγωνίσματα έπρεπε να είναι το πόρισμα του μέσου όρου των σχετικών επιτυχιών, ώφειλε δε και ηδύνατο η Επιτροπή να κανονίση ούτω τας αποφάσεις των αγωνισμάτων εν Ευρώπη».

Φαίνεται ότι και πολλοί ξένοι συνταυτίζονταν με την άποψη αυτή. H «Εφημερίς της Κολωνίας» επισήμανε: «Ως κλασσικόν άγαλμα εφαίνετο ο Έλλην Παρασκευόπουλος εν τη αλλεπαλλήλω σειρά των στάσεων και κινήσεων του σώματος, απαραλλάκτως ως εκληροδότησεν αυτός ημίν τα αρχαία αγάλματα, νομίσματα και εικόνες. Αλλά πολύ χυδαιόταται, ίνα μη είπωμεν αμαθέσταται ήσαν η στάσις και η βολή του αντιπάλου του, Αμερικανού Γκάρρετ, στις ούχ ήττον εθεωρήθη νικητής, διότι έρριψε κατά ολίγα υφεκατόμετρα μακρύτερα!».

«Ήταν ένα απαίσιο άλμα», είπε ο διάδοχος Κωνσταντίνος στον νικητή του τριπλούν, Αμερικανό Μπρένταν Κόνολι. Άναυδος έμεινε αυτός και όλη τη νύχτα προσπαθούσε να καταλάβει, τι λάθος είχε κάνει. H παρεξήγηση λύθηκε την επομένη, όταν κάποιος εξήγησε στον Κόνολι ότι ο Κωνσταντίνος δεν μιλάει καλά τ’ αγγλικά και συχνά μπερδεύει τις λέξεις «υπέροχο» και «απαίσιο»...

Την ξιφασκία δεν την παρακολούθησαν πολλοί θεατές, διότι είχε καθορισθεί ακριβό εισιτήριο:

Τρεις δραχμές. Ποσό τεράστιο για την εποχή. H ξιφασκία ήταν, και εν μέρει παραμένει, άθλημα για λίγους. Άλλωστε, τότε ήταν αριστοκρατικό σπορ.

O Αλφρεντ Xάγιος δεν ήταν μόνον ο νεαρότερος πρώτος Ολυμπιονίκης του 1896 (18 ετών και 70 ημερών), αλλά και πολύπλευρο ταλέντο. Tο 1896 διέπρεψε στην κολύμβηση, αργότερα αγωνίσθηκε στην εθνική ομάδα ποδοσφαίρου της Ουγγαρίας και το 1920 κέρδισε το βραβείο αρχιτεκτονικής στους Ολυμπιακούς της Αμβέρσας.

Γυναικεία Συμμετοχή

Στις γυναίκες δεν επιτρεπόταν να συμμετάσχουν στους Ολυμπιακούς Αγώνες. Η Σταμάτα Ρεβίθη όμως, μητέρα ενός αγοριού 17 μηνών, έτρεξε στη διαδρομή του μαραθωνίου στις 11 Απριλίου, την επόμενη δηλαδή ημέρα από τον επίσημο αγώνα των ανδρών. Αν και δεν της επετράπη να εισέλθει στο στάδιο στο τέλος της κούρσας της, η Ρεβίθη ολοκλήρωσε τον μαραθώνιο σε 5 ώρες και 30 λεπτά και εξασφάλισε μαρτυρίες που επιβεβαίωναν εγγράφως το χρόνο έναρξης και τερματισμού της. 

Η Ρεβίθη σκόπευε να υποβάλλει αυτά τα έγγραφα στην Ελληνική Ολυμπιακή Επιτροπή, ελπίζοντας πως θα αναγνωριζόταν το κατόρθωμά της. Έως σήμερα πάντως δεν έχουν βρεθεί ούτε οι αναφορές της, ούτε έγγραφα της Επιτροπής που να μας διαφωτίζουν για το αν τελικά το έπραξε.

Γραμματόσημο των Αγώνων

Ο ενθουσιασμός του Κωνσταντίνου πυροδότησε ένα "κύμα" δωρεών από τον ελληνικό λαό, από τις οποίες κατάφερε να συγκεντρώσει 330.000 δραχμές. Εκδόθηκε ειδική σειρά γραμματοσήμων που απέφερε 400.000 δραχμές και από τις πωλήσεις των εισιτηρίων συγκεντρώθηκαν άλλες 200.000 δραχμές. Με παράκληση του Κωνσταντίνου, ο επιχειρηματίας Γεώργιος Αβέρωφ συμφώνησε να βοηθήσει στην ανακατασκευή του Παναθηναϊκού Σταδίου που κόστισε 920.000 δραχμές περίπου. Προς τιμήν της γενναιοδωρίας του, κατασκευάστηκε το άγαλμά του στην είσοδο του Σταδίου. Τα αποκαλυπτήρια έγιναν στις 5 Απριλίου 1896.

Η εμπειρία διοργάνωσης αγώνων ήταν σχετικά μηδαμινή στην Ελλάδα και έτσι η οργανωτική επιτροπή αντιμετώπισε δυσκολίες. Τα καθήκοντα τους ήταν θέσπιση των κανόνων των αγωνισμάτων και η πρόσκληση των αθλητών. Μερικοί αθλητές πήραν μέρος στους Αγώνες επειδή έτυχε να βρεθούν στην Αθήνα εκείνη την περίοδο για διακοπές ή εργασία (κάποιοι βρετανοί συμμετέχοντες εργάζονταν στη Βρετανική πρεσβεία). Ολυμπιακό χωριό δεν υπήρχε και οι αθλητές όφειλαν να πληρώσουν μόνοι τους τα έξοδα διαμονής τους.

Ο πρώτος κανονισμός που ψηφίστηκε από τη ΔΟΕ το 1894, επέτρεπε μόνο σε ερασιτέχνες αθλητές να συμμετάσχουν στους Ολυμπιακούς Αγώνες. Με εξαίρεση τα αγωνίσματα της ξιφασκίας, σχεδόν όλα τα υπόλοιπα διεξήχθησαν κάτω από ερασιτεχνικούς κανόνες. Οι κριτές έφεραν τα ίδια ονόματα όπως και στην αρχαιότητα: Αλυτάρχης, Έφοροι, Ελλανοδίκες. Τελικός κριτής ήταν ο Πρίγκιπας Γεώργιος και σύμφωνα με τον Κουμπερτέν, "η παρουσία του έδωσε βαρύτητα και κύρος στις αποφάσεις των εφόρων".

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου