Τρίτη, 16 Δεκεμβρίου 2014

ΜΥΚΗΝΑΪΚΗ ΕΛΛΑΔΑ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

ΜΥΚΗΝΑΪΚΟΣ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ
Ο ΠΟΛΥΧΡΥΣΟΣ ΜΥΚΗΝΑΪΚΟΣ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ 
Ο Μυκηναϊκός πολιτισμός, που άκμασε στο Αιγαίο κατά την Ύστερη Εποχή του Χαλκού (1650 – 1100 π.Χ.), αποτέλεσε τη βάση των Ομηρικών Επών και των σημαντικότερων Αρχαιοελληνικών μύθων. Οι περισσότερες Ελληνικές πόλεις αναφέρονταν με περηφάνια στο Μυκηναϊκό παρελθόν τους, ενώ οι σημαντικότεροι ήρωες της Ελληνικής μυθολογίας, της τέχνης και της τραγικής ποίησης (όπως, για παράδειγμα, ο Οδυσσέας, ο Αγαμέμνων, ο Αχιλλέας, ο Θησέας κ.ά.) έλκουν πιθανότατα την καταγωγή τους από ιστορικά πρόσωπα της Μυκηναϊκής αριστοκρατίας.

Στη Μυκηναϊκή περίοδο, άλλωστε, βρίσκονται και οι ρίζες της Ελληνικής γλώσσας και της Ελληνικής θρησκείας. Από το 1600 έως το 1100 π.X. στην ηπειρωτική Ελλάδα έχουμε την ανάπτυξη του Μυκηναϊκού πολιτισμού, που πήρε το όνομα αυτό από το σπουδαιότερο κέντρο του, τις Μυκήνες. Η χρονική αυτή περίοδος λέγεται και Υστεροελλαδική. Ο Όμηρος, στα Έπη του, ανέφερε για την ακμή και για τον πολιτισμό των Μυκηναϊκών κέντρων. Σε όλους όμως αυτά φαίνονταν φανταστικά ως τα τέλη του περασμένου αιώνα. Ο Μυκηναϊκός πολιτισμός πήρε το όνομά του από τις Μυκήνες για δύο κυρίως λόγους:
  • Η πόλη αυτή υπήρξε το σπουδαιότερο κέντρο αυτού του πολιτισμού και, ταυτόχρονα,
  • Ήταν η πρώτη πόλη του Μυκηναϊκού κόσμου που ήρθε στο φως, με τις ανασκαφές του Ερρίκου Σλήμαν, το 1876.
Οι Μυκήνες (Μυκήνη) ήταν αρχαία πόλη της Αργολίδας κοντά στο βουνό Τρητός κι απέναντι απ’ τον Αργολικό κόλπο. Πρώτος ο Όμηρος αναφέρει την πόλη περιγράφοντάς την με τα λόγια »Ευρυάγυιαν, Πολύχρυσον». Σχετικά με την καταγωγή των Μυκηναίων, μερικοί πιστεύουν ότι κατάγονται από τους Κρήτες, αλλά η πιο ισχυρή άποψη είναι ότι κατάγονται από τους Αχαιούς, λαό πολεμικό που ήρθε από το Βορρά. Οι «Πολύχρυσες Μυκήνες», το βασίλειο του μυθικού Αγαμέμνονα, που πρώτος ύμνησε ο Όμηρος στα Έπη του, είναι το σημαντικότερο και πλουσιότερο ανακτορικό κέντρο της Ύστερης Εποχής του Χαλκού στην Ελλάδα.
Το όνομά τους έχει δοθεί σε έναν από τους λαμπρότερους πολιτισμούς της Ελληνικής Προϊστορίας, το Μυκηναϊκό, και οι μύθοι που συνδέονται με την ιστορία τους διαπέρασαν τους αιώνες με τα Ομηρικά Έπη και τις μεγάλες τραγωδίες της κλασικής εποχής, ενώ ενέπνευσαν και συνεχίζουν να εμπνέουν παγκοσμίως την πνευματική δημιουργία και την τέχνη. Η μυθική παράδοση φέρει ως ιδρυτή των Μυκηνών τον Περσέα, γιο του Δία και της Δανάης, της κόρης του Ακρισίου, του βασιλιά του Άργους, απόγονου του Δαναού.
Ο Παυσανίας αναφέρει ότι ο Περσέας ονόμασε τη νέα πόλη Μυκήνες είτε επειδή εκεί έπεσε ο μύκης του ξίφους του είτε επειδή εκεί αποκαλύφθηκε μία πηγή με άφθονο νερό, η Περσεία πηγή, κάτω από τη ρίζα ενός μύκητος, δηλαδή ενός μανιταριού. Σύμφωνα με το μύθο, οι απόγονοι του Περσέα βασίλεψαν στις Μυκήνες για τρεις γενιές, με τελευταίο τον Ευρυσθέα, που σκοτώθηκε χωρίς να αφήσει απογόνους, και έτσι οι κάτοικοι των Μυκηνών επέλεξαν ως βασιλιά τους τον Ατρέα, γιο του Πέλοπα και πατέρα του Αγαμέμνονα και του Μενέλαου.
Η Μυκηναϊκή περίοδος χωρίζεται σε τρεις φάσεις:
  • Α. Πρώιμη Υστεροελλαδική (1600 – 1500 π.Χ.) που ήταν και η τελευταία φάση της εποχής του χαλκού . Αυτή την περίοδο ο Μυκηναϊκός πολιτισμός αναπτύσσεται κυρίως στις Μυκήνες.
  • Β. Μέση Υστεροελλαδική (1500 – 1400 π.Χ.) σε αυτή τη φάση ο Μυκηναϊκός πολιτισμός απλώνεται σε όλη την Ελλάδα και στα νησιά.
  • Γ. Νεώτερη Υστεροελλαδική ή περίοδος της «Μυκηναϊκής Κοινής» (1400 – 1100 π.Χ.) σε αυτή τη φάση ανήκουν τα ανάκτορα που βρέθηκαν στη Θήβα, στην Τίρυνθα και στην Πύλο. Επίσης τότε κατασκευάστηκαν τα τεράστια τείχη τα λεγόμενα Κυκλώπεια τείχη, δείγματα των οποίων συναντάμε στις Μυκήνες, στην Τίρυνθα και στην Ακρόπολη της Αθήνας.
Από τα ευρήματα των βασιλικών τάφων στις Μυκήνες βεβαιωνόμαστε ότι ήδη από τα 1600 π.Χ. ζούσε στην περιοχή ένας λαός δραστήριος και οργανωμένος, που έφθασε στην ακμή του μετά το τέλος του Μινωϊκού πολιτισμού. Γνώριζε τη γραφή, ζούσε με συγκροτημένη διοικητική και κοινωνική οργάνωση, εμπορευόταν και πολεμούσε. Από τις πιο γνωστές πόλεις του Μυκηναϊκού πολιτισμού, εκτός από τις Μυκήνες, είναι η Τίρυνθα, η Πύλος. Πολλά πράγματα για την εποχή αυτή μαθαίνουμε από τα Ομηρικά Έπη, την Ιλιάδα και την Οδύσσεια.
Ο Όμηρος ονομάζει τις Μυκήνες πολύχρυσες, χαρακτηρισμός που αποδίδει τον πλούτο και την ακμή της πόλης:
»Ζεῦ πάτερ ἢ Αἴαντα λαχεῖν, ἢ Τυδέος υἱόν,
ἢ αὐτὸν βασιλῆα πολυχρύσοιο Μυκήνης»
(Ιλιάδα, Ραψωδία Η 180)
Η έσχατη περίοδος των Μυκηνών είναι συνδεδεμένη με τον Τρωικό Πόλεμο, από τις περιπέτειες του οποίου έχει εμπνευστεί όχι μόνον ο Όμηρος, αλλά, πολύ αργότερα και οι μεγάλοι Αθηναίοι τραγωδοί. Ο μυθικός βασιλιάς Αγαμέμνονας και η βασιλική οικογένεια των Ατρειδών εξακολουθούν μέχρι και σήμερα να εμπνέουν και να συγκινούν. Ο Μυκηναϊκός πολιτισμός επηρεάστηκε από το Μινωικό, στον τομέα της τεχνολογίας, της τέχνης και στην ιδέα της γραφής. Οι Μυκηναίοι, έχοντας επαφή με τους Μινωίτες από τον 17ο αιώνα, αφομοίωσαν γόνιμα πολλά στοιχεία του πολιτισμού τους.
Ωστόσο οι Μυκηναίοι πρωτοτύπησαν στον τομέα της μνημειακής αρχιτεκτονικής. Αυτό αποδεικνύουν οικυκλώπειες οχυρώσεις των ακροπόλεων και οι θολωτοί τάφοι. Από τα σημαντικότερα δημιουργήματα της μυκηναϊκής αρχιτεκτονικής είναι τα τείχη που περιβάλλουν τις ακροπόλεις. Πολύ γνωστή είναι η λεγόμενη Πύλη των λεόντων στην ακρόπολη των Μυκηνών. Ενδιαφέρον, επίσης, παρουσιάζουν οι τάφοι όπου οι Μυκηναίοι έθαβαν τους νεκρούς τους. Οι βασιλιάδες και τα μέλη των βασιλικών οικογενειών ενταφιάζονταν στους λεγόμενους θολωτούς τάφους.
Ο πιο επιβλητικός από τους οποίους βρίσκεται στις Μυκήνες και είναι γνωστός ως θησαυρός ή τάφος του Ατρέα. Από έναν παρόμοιο τάφο στο χωριό Βαφειό της Λακωνίας αποκαλύφθηκαν τα κύπελλα του Βαφειού, ολόχρυσα κύπελλα διακοσμημένα με παραστάσεις από κυνήγι ταύρων, που μαρτυρούν τις υψηλές επιδόσεις της εποχής στη μεταλλοτεχνία. Ο Μυκηναϊκός πολιτισμός είναι ένας ενιαίος πολιτισμός ανάμεσα στα διάφορα Μυκηναϊκά κέντρα, ο πολιτισμός της Μυκηναϊκής κοινής. Τα συνεκτικά στοιχεία που ένωναν τα διάφορα Ελληνικά φύλα είναι τα εξής:
α) Η κοινή γλώσσα (μαρτυρείται με τα αρχαιότερα Ελληνικά κείμενα σε Γραμμική Β΄)
β) Η κοινή θρησκεία και οι μεταθανάτιες δοξασίες (τις ανιχνεύουμε από τα έθιμα και τις πρακτικές της ταφής)
γ) Η ομοιομορφία στην κοινωνικοπολιτική οργάνωση και τους θεσμούς
Μετά την αποκρυπτογράφηση της Γραμμικής Β΄ δε μένει καμιά αμφιβολία ότι ο Μυκηναϊκός πολιτισμός είναι ο πρώτος μεγάλος πολιτισμός της ηπειρωτικής Ελλάδας. Οι Μυκηναίοι μιλούσαν Ελληνική γλώσσα, λάτρευαν τους ίδιους Θεούς που λάτρευαν αργότερα οι Ελληνες της ιστορικής περιόδου.

Πρώιμη Μυκηναϊκή Περίοδος
Οι απαρχές του Μυκηναϊκού πολιτισμού πρέπει να αναζητηθούν στην Πελοπόννησο του 17ου αιώνα π.Χ., και συγκεκριμένα στους περίφημουςλακκοειδείς τάφους των Μυκηνών, της θέσης που έμελλε να δώσει το όνομά της στην εποχή που θα ακολουθούσε. Οι ηγεμονικοί αυτοί τάφοι ξεχωρίζουν από οτιδήποτε άλλο υπήρχε την περίοδο εκείνη στον Ελλαδικό χώρο, όχι μόνον για το μέγεθος και το σχήμα τους (ήταν ευρύχωροι και οικογενειακοί σε αντίθεση με τους περισσότερους τάφους της Μέσης Εποχής του Χαλκού, που ήταν μικροί και ατομικοί) αλλά και για τον πλούτο που περιείχαν.
Τα πολυάριθμα κτερίσματα περιελάμβαναν πολυτελή αντικείμενα από την Κρήτη και τις Κυκλάδες καθώς και όπλα, μετάλλινα σκεύη και αγγεία εντόπιας παραγωγής, που δίκαια θεωρούνται ως τα πρώτα δείγματα της νεογέννητης μυκηναϊκής τέχνης. Τα συγκεκριμένα αντικείμενα φέρουν τόσο έντονες Μινωικές επιρροές που πολλοί ερευνητές πιστεύουν ότι κατασκευάστηκαν από Μινωίτες τεχνίτες που βρίσκονταν στην υπηρεσία Μυκηναίων ηγεμόνων.
Οι λακκοειδείς τάφοι των Μυκηνών αντιπροσωπεύουν το τέλος μιας περιόδου οικονομικής ένδειας και εσωστρέφειας που έζησαν οι περιοχές της ηπειρωτικής Ελλάδας κατά τη Μέση Εποχή του Χαλκού, και σηματοδοτούν μια νέα εποχή δημιουργικών επαφών με τους προηγμένους πολιτισμούς του Αιγαίου και κυρίως με τη Μινωική Κρήτη. Η ένταση των επαφών, βέβαια, οφείλεται κατά κύριο λόγο στην εμπορική δραστηριότητα των Μινωιτών της Νεοανακτορικής περιόδου και στο αυξανόμενο ενδιαφέρον τους για τις πλουτοπαραγωγικές πηγές της ηπειρωτικής Ελλάδας (κυρίως για πηγές μετάλλων) και για την εκμετάλλευση νέων εμπορικών δρόμων.
Η νέα αυτή κινητικότητα έβγαλε τις ελλαδικές κοινωνίες από την απομόνωση και δημιούργησε προϋποθέσεις οικονομικής ανάπτυξης και κοινωνικής εξέλιξης. Σύντομα, δημιουργήθηκαν δίκτυα επαφών και διακίνησης προϊόντων στα οποία συμμετείχαν οι περισσότερες περιοχές της Πελοποννήσου (Αργολίδα, Λακωνία, Μεσσηνία) αλλά και πολλές περιοχές της κεντρικής Ελλάδας (Βοιωτία, Αττική, κ.ά.). Ο αυξανόμενος πλούτος προκάλεσε ανισότητες και ανταγωνισμούς μεταξύ ανερχόμενων κοινωνικών ομάδων, που εκφράστηκαν κυρίως στο ταφικό πεδίο.
Κατά την πρώιμη αυτή περίοδο, οι ευγενείς ενδιαφέρονταν περισσότερο για την ανέγερση μνημειακών τάφων και για τη ταφική χλιδή παρά για την οικοδόμηση εντυπωσιακών οικιών ή ανακτόρων. Το ενδιαφέρον των Μυκηναίων για τη μεταθανάτια φήμη ήταν τέτοιο που οδήγησε στη γένεση ενός από τους χαρακτηριστικότερους τύπους της μυκηναϊκής αρχιτεκτονικής, του θολωτού τάφου, δηλαδή ενός λίθινου κυκλικού οικοδομήματος με εκφορική στέγαση και πλευρική είσοδο, το οποίο κατασκευαζόταν εν μέρει υπογείως ενώ το ανώτερο τμήμα του καλυπτόταν από τύμβο (σε συνέχεια μιας μακράς μεσοελλαδικής παράδοσης).
Δεκάδες θολωτοί τάφοι κατασκευάστηκαν στην Αργολίδα και τη Μεσσηνία κατά τον 16ο και 15ο αιώνα π.Χ. για τα μέλη αριστοκρατικών οικογενειών. Την ίδια περίοδο εμφανίζονται και οι λαξευτοί θαλαμοειδείς τάφοι, που φαίνεται ότι χρησιμοποιούνταν από κατώτερα μέλη της κοινωνικής ιεραρχίας. Οι θαλαμοειδείς τάφοι λαξεύονταν συνήθως σε πλαγιές λόφων, είχαν ποικίλα μεγέθη και σχήματα και προσεγγίζονταν από πλευρική είσοδο στην οποία κατέληγε στενός δρόμος.
Στην τέχνη, οι Μυκηναίοι υιοθέτησαν ακόμη και τις πιο σύνθετες τεχνικές των Μινωιτών και τις προσάρμοσαν στη δική τους αισθητική δημιουργώντας ένα ιδιαίτερο ιδίωμα -πιο αυστηρό και άκαμπτο από αυτό της Κρήτης- σχεδόν σε κάθε τομέα: ζωγραφική, μεταλλοτεχνία, κοσμηματοτεχνία, σφραγιδογλυφία, ελεφαντουργία, κατεργασία υαλόμαζας και φαγεντιανής, κεραμική κτλ.
Δε θα πρέπει να μας διαφεύγει, πάντως, ότι κατά τη διάρκεια των δύο πρώτων αιώνων της Ύστερης Εποχής του Χαλκού η μυκηναϊκή τέχνη παρέμεινε σχεδόν αποκλειστικό προνόμιο της αριστοκρατίας και αφορούσε κυρίως στην παραγωγή αντικειμένων πολυτελείας που εξυπηρετούσαν την ανάγκη των ευγενών για νεκρική χλιδή. Οι σημαντικότερες δημιουργίες της πρώιμης μυκηναϊκής τέχνης προέρχονται κατά κύριο λόγο από πλούσιους τάφους και μόνον περιστασιακά από οικισμούς – όπου εξακολουθούν να χρησιμοποιούνται κυρίως αντικείμενα μεσοελλαδικής παράδοσης.

Ύστερη Μυκηναϊκή Περίοδος
Ο Μυκηναϊκός πολιτισμός έφθασε στο απόγειό του κατά τον 14ο και 13ο αιώνα π.Χ., δηλαδή την περίοδο που άκμασαν τα ανάκτορα των Μυκηνών, της Τίρυνθας, της Πύλου, της Θήβας κτλ. Τα μυκηναϊκά ανάκτορα είναι μεταγενέστερα από τα μινωικά, δεν υπάρχει όμως αμφιβολία ότι είχαν ανάλογη λειτουργία ως κέντρα διοίκησης, με αποθήκες για τη συγκέντρωση του αγροτικού πλεονάσματος και εισηγμένων προϊόντων, εργαστήρια παραγωγής πολυτελών αντικειμένων, αίθουσες τελετών και χώρους λατρείας.
Οι Μυκηναίοι φαίνεται ότι δανείστηκαν πολλά στοιχεία πολιτικής οργάνωσης και οικονομικής διοίκησης από τους Μινωίτες, ιδιαίτερα μετά τηνκατάκτηση της Κνωσού γύρω στο 1450 π.Χ., που τους έφερε σε στενή επαφή με την καθημερινή ζωή ενός ανακτόρου. Είχαν προηγηθεί, βέβαια, οι εκτεταμένες καταστροφές των σημαντικότερων ανακτορικών κέντρων της Κρήτης από σεισμούς στις αρχές του 15ου αιώνα π.Χ. που εξασθένησαν τη Μινωική δύναμη και άνοιξαν το δρόμο για τη Μυκηναϊκή εξάπλωση στο Αιγαίο.
Μέχρι τα μέσα του 14ου αιώνα π.Χ. είχαν ανεγερθεί μνημειακά ανακτορικά συγκροτήματα στα σημαντικότερα Μυκηναϊκά κέντρα (Μυκήνες, Τίρυνθα, Πύλο, Θήβα, κ.α.). Τα Μυκηναϊκά ανάκτορα, βέβαια, είχαν αρκετές διαφορές από τα αντίστοιχα Μινωικά: χτίζονταν σε κορυφές φυσικά οχυρών λόφων, ήταν μικρότερα σε μέγεθος και είχαν διαφορετική μορφή, αφού οργανώνονταν γύρω από το μέγαρο – ένα ορθογώνιο κτίσμα με προστώο, πρόδομο και αίθουσα θρόνου με κεντρική εστία. Παράλληλα με τα ανακτορική οργάνωση, οι Μυκηναίοι υιοθέτησαν και άλλα επιτεύγματα του Μινωικού πολιτισμού:
Τη γραφή (με τη μορφή της Γραμμικής Β, που αποτελεί εξέλιξη της μινωικής Γραμμικής Α) και τη θρησκευτική εικονογραφία (μέσω των τοιχογραφιών, της σφραγιδογλυφίας και της ειδωλοπλαστικής). Η ανάγνωση των πινακίδων Γραμμικής Β που έχουν βρεθεί στα αρχεία των ανακτόρων, απέδειξε ότι οι Μυκηναίοι χρησιμοποιούσαν μια πρώιμη μορφή της Ελληνικής γλώσσας και ότι ανάμεσα στους θεούς που λάτρευαν υπήρχαν πολλές από τις θεότητες του αρχαίου Ελληνικού πανθέου, όπως ο Δίας, ο Ποσειδώνας, η Άρτεμη και ενδεχομένως ο Διόνυσος.

Η περίοδος της «Μυκηναϊκής κοινής» (14ος – 13ος αιώνα π.Χ.)
Οι εξελίξεις αυτές μετέβαλλαν ριζικά την εικόνα της ηπειρωτικής Ελλάδας κατά τον 14ο και 13ο αιώνα π.Χ. Η πολιτική οργάνωση έγινε πιο συντεταγμένη, με ένα πλέγμα ανακτόρων από τη Μεσσηνία έως τη Θεσσαλία να εξασφαλίζει έλεγχο της αγροτικής παραγωγής, απρόσκοπτη διακίνηση μετάλλων και άλλων πρώτων υλών καθώς και κοινωνική σταθερότητα. Η Μυκηναϊκή τέχνη γνώρισε μεγάλη άνθιση γεννώντας πραγματικά αριστουργήματα στη ζωγραφική, τη μεταλλοτεχνία, την ελεφαντουργία, την κοσμηματοτεχνία κτλ., ενώ ταυτόχρονα έγινε προσβάσιμη σε ευρύτερα κοινωνικά στρώματα.
Το εμπόριο αναπτύχθηκε σε εντυπωσιακό βαθμό και τα μυκηναϊκά προϊόντα (λάδι, κρασί, αρώματα) έφθαναν σε κάθε γωνιά της ανατολικής Μεσογείου και της νότιας Ιταλίας μέσα σε εξαιρετικής ποιότητας αγγεία με γραπτή διακόσμηση. Γενικά, στο τελευταίο τμήμα της Ύστερης Εποχής του Χαλκού, ο Μυκηναϊκός πολιτισμός παρουσιάζει εξαιρετική ομοιογένεια, που γίνεται εμφανής όχι μόνον στην τέχνη αλλά και στη θρησκευτική λατρεία, τα ταφικά έθιμα, την αρχιτεκτονική και την κοινωνική οργάνωση.
Οι ερευνητές χρησιμοποιούν συχνά τον όρο «Μυκηναϊκή Κοινή» για να περιγράψουν την πολιτισμική ομοιογένεια που χαρακτηρίζει το χώρο του Αιγαίου κατά τον 14ο και 13ο αιώνα π.Χ. Ιδιαίτερη ανάπτυξη γνωρίζει την περίοδο αυτή και η τεχνολογία, όπως μαρτυρά η κατασκευή λιθόστρωτων δρόμων, λίθινων γεφυριών πάνω από ποτάμια, φραγμάτων για τη συλλογή νερού, και, κυρίως, το κολοσσιαίο έργο της αποξήρανσης της λίμνης Κωπαΐδος.
Το πιο εντυπωσιακό επίτευγμα, ωστόσο, ήταν η κατασκευή το 13ο αιώνα π.Χ. ισχυρών οχυρώσεων που προστάτευαν τις Μυκηναϊκές ακροπόλεις με πολύπλοκα συστήματα εισόδων, αψιδωτούς διαδρόμους για την απρόσκοπτη κυκλοφορία σε περίοδο πολέμου και υπόγειες προσβάσεις σε πηγές νερού για την εξασφάλιση της υδροδότησης σε περίοδο πολιορκίας. Τα πιο πειστικά αρχιτεκτονικά παράλληλα για τις μυκηναϊκές οχυρώσεις βρίσκονται στις ακροπόλεις των Χετταίων, στοιχείο που ενδεχομένως υποδηλώνει στενές σχέσεις με τα βασίλεια της Μικράς Ασίας.
Οι λόγοι που οδήγησαν στην κατασκευή τέτοιων οχυρώσεων (που ονομάστηκαν κυκλώπειες επειδή μοιάζουν με έργο των μυθικών Κυκλώπων) δεν είναι εντελώς σαφείς. Γνωρίζουμε, πάντως, ότι το τέλος της Ύστερης Εποχής του Χαλκού ήταν μια ταραγμένη περίοδος για το Αιγαίο. Οι εκτεταμένες καταστροφές που σημειώθηκαν σε όλα τα μυκηναϊκά ανάκτορα γύρω στο 1200 π.Χ. -και οι οποίες ήταν σύγχρονες με παρόμοιες καταστροφές σε ολόκληρη την ανατολική Μεσόγειο- οδήγησαν σε παρακμή το Μυκηναϊκό πολιτισμό.
Ορισμένες παραδόσεις (κυρίως στον τρόπο ταφής και στην κεραμική) διατηρήθηκαν για άλλα 100 – 150 χρόνια, όμως τα σημαντικότερα επιτεύγματα, όπως η γραφή και η ζωγραφική, εγκαταλείφθηκαν για να ανακαλυφθούν ξανά μόλις τον 8ο αιώνα π.Χ.

MYKHNEΣ
Οι Μυκήνες (Μυκήναι, Μυκήνη) ήταν αρχαία πόλη της Αργολίδας κοντά στο βουνό Τρητός κι απέναντι απ’ τον Αργολικό κόλπο. Πρώτος ο Όμηρος αναφέρει την πόλη περιγράφοντάς την με τα λόγια «ευρυάγυιαν, πολύχρυσον». Πολλοί ετυμολογούν τη λέξη Μυκήνες από το μυχός που προσδιορίζει τη θέση της. Άλλοι παράγουν τη λέξη από την ηρωίδα Μυκήνη, κόρη του Ίναχου. Και άλλοι τη συνάπτουν με τη λέξη Μύκης υποστηρίζοντας πως η πόλη ονομάστηκε έτσι από το μύκητα (την άκρη της θήκης του ξίφους) του ιδρυτή της Περσέα. Μερικοί μάλιστα γλωσσολόγοι τη συσχετίζουν με τα τοπωνύμια Μυκάλη και Μυκαλησσός που θεωρούνται προελληνικά.

Περσείδες
Η παράδοση αναφέρει ότι τις Μυκήνες ίδρυσε ο Περσέας, εγγονός του βασιλέα του Άργους Ακρισίου. Ο Ακρίσιος χώρισε τη χώρα του σε διάφορα βασίλεια και έδωσε το Ηραίο στον αδελφό του Προίτο, τη Μιδέα και την Τίρυνθα και ο Περσέας, που ήταν γιος του Δία και της Δανάης, έφυγε για τη χώρα της Λυκίας. Επιστρέφοντας από εκεί, σκότωσε, χωρίς να θέλει, τον παππού του και έδωσε στο Μεγαπένθη το βασίλειό του, το Άργος, ενώ πήρε από εκείνον το βασίλειο της Τίρυνθας.
Στην Τίρυνθα ο Περσέας έκτισε τις Μυκήνες και τους έδωσε αυτό το όνομα, γιατί του έπεσε εκεί ο «Μύκης» (θήκη) απ’ το ξίφος του ή γιατί ενώ διψούσε, βρήκε ένα μύκητα και τραβώντας τον είδε να υπάρχει η πηγή Περσεία, που υπάρχει και σήμερα. Άλλοι λένε ότι η κόρη ή η γυναίκα του Ινάχου είχε το όνομα Μυκήνη. Από τον Περσέα ιδρύθηκε η δυναστεία των Περσειδών, στην οποία ανήκουν μικροί τετράγωνοι τάφοι. Απόγονοι αυτού ήταν ο Ηλεκτρύονας, ο Σθένελος και ο Ευρυσθέας, ο τελευταίος γόνος της δυναστείας, που φονεύθηκε από τους Hρακλείδες.

Ατρείδες
Η δυναστεία αυτή ανατράπηκε από τη δυναστεία των Πελοπιδών από τους οποίους προήλθαν οι Ατρείδες. Οι Πελοπίδες κατασκεύασαν την Πύλη των Λεόντων και δραστήριοι, όπως ήταν, κυριάρχησαν σε όλη την Πελοπόννησο και τα γύρω νησιά, απέκτησαν δύναμη και κύρος, ώστε όλοι οι βασιλείς εκείνων των χρόνων θεώρησαν ως αρχηγό τους στην εκστρατεία κατά της Τροίας τον Αγαμέμνονα.
Σ’ αυτούς ανήκουν τα οχυρά της Ακρόπολης, οι θολωτοί τάφοι, όπως ο περίφημος τάφος του Ατρέα, ένα θαυμάσιο έργο των αρχαίων Ελλήνων κι ακόμα πολλοί άλλοι μικρότεροι τάφοι, που βρέθηκαν ανοιχτοί και λεηλατημένοι για πολλά χρόνια, όπως αναφέρει ο Παυσανίας κι ο Σοφοκλής. Οι Πελοπίδες κυβέρνησαν τρεις και περισσότερο αιώνες (1400 – 1050 π.Χ.). Βέβαια, οι παραδόσεις δεν μπορούν να μας πληροφορήσουν ακριβώς για τα ιστορικά γεγονότα αυτών των χρόνων. Ο Ατρεύς κι ο Αγαμέμνονας είναι τα πιο γνωστά πρόσωπα αυτής εποχής απ’ τα ποιήματα και τα ευρήματα των ανασκαφών, που μας βοηθούν να γνωρίσουμε και τους ανθρώπους που έζησαν σ’ αυτά τα μέρη.
Οι πελώριοι λίθοι που χρησιμοποιήθηκαν για την Πύλη των Λεόντων, μας μιλούν για τη δύναμη εκείνων των ανθρώπων, που προκαλούσαν κατάπληξη στους πολίτες των άλλων πόλεων, ώστε τα ονόμαζαν «Κυκλώπεια τείχη». Τα ανάκτορα, που είχαν για πυρήνα ένα ορθογώνιο κτίριο με πολλά διαμερίσματα γύρω, στολίζονταν με πολύχρωμες τοιχογραφίες. Τα διάφορα κοσμήματα, όπλα, δαχτυλίδια, ειδώλια (αγάλματα) μικρά και άλλα αντικείμενα αλλά και τα εκτεταμένα οικιστικά κατάλοιπα εντός και εκτός της ακρόπολης των Μυκηνών μας γνωρίζουν τον τρόπο ζωής των Μυκηναίων.

Δωρική Κάθοδος
Απ’ το 12ο αιώνα π.Χ. άρχισε η παρακμή των Μυκηνών. Η καταστροφή του κράτους των Χετταίων που ήταν και οι μοναδικοί φορείς ήδη από το 17ο αιώνα της τεχνικής επεξεργασίας του σιδήρου, η απώλεια των Αιγυπτιακών αγορών άρχισαν να κλονίζουν τις Μυκήνες. Η καταστροφή αυτή συμπληρώθηκε απ’ τους Ηρακλειδείς. Μετά το φόνο του Αγαμέμνονα απ’ τον Αίγισθο, το κράτος των Ατρειδών έπαψε να υπάρχει και οι νέοι κατακτητές της Πελοποννήσου, οι Δωριείς, δε δυσκολεύτηκαν καθόλου να πατήσουν το 1100 π.Χ. τη χώρα, που έφτασε σε μεγάλο βαθμό πολιτισμού.
Από τότε έπεσαν σε αφάνεια μέχρι τους περσικούς πολέμους. Λίγοι μόνο πολεμιστές της πήραν μέρος στις μάχες Θερμοπυλών και Πλαταιών. Καταστράφηκαν ξανά το 468 π.Χ. από τους Αργείους που έγιναν κύριοι της περιοχής και τη μοίρασαν στους φτωχούς πολίτες του Άργους. Οι παλιοί κάτοικοι των Μυκηνών σκορπίστηκαν σε όλη σχεδόν την Ελλάδα φτάνοντας μέχρι τη Μακεδονία. Βέβαια υπήρχαν ακόμα στην παλιά πόλη μερικοί κάτοικοι μέχρι το 150 μ.Χ., οπότε πιθανώς ερημώθηκε τελείως.
Οι Μυκήνες ιδρύθηκαν ανάμεσα σε δύο ψηλούς κωνικούς λόφους, τον Προφήτη Ηλία (805 μ.) και τη Σάρα (660 μ.), πάνω σε χαμηλό ύψωμα που δέσποζε στην Αργολική πεδιάδα και είχε τον έλεγχο των οδικών και θαλάσσιων επικοινωνιών. Η παλαιότερη ανθρώπινη δραστηριότητα στο χώρο τεκμηριώνεται από ελάχιστα κατάλοιπα λόγω των μεταγενέστερων οικοδομικών φάσεων και χρονολογείται στην 7η χιλιετία π.Χ., κατά τη νεολιθική εποχή. Η κατοίκηση ήταν συνεχής έως και τους ιστορικούς χρόνους, τα περισσότερα όμως μνημεία, που είναι ορατά σήμερα, ανήκουν στην εποχή ακμής του χώρου, την Ύστερη Εποχή του Χαλκού, μεταξύ του 1350 και του 1200 π.Χ.
Στις αρχές της 2ης χιλιετίας υπήρχε ένας μικρός οικισμός πάνω στο λόφο καθώς και ένα νεκροταφείο στη νοτιοδυτική του πλευρά, με απλές ταφές σε λάκκους. Γύρω στο 1700 π.Χ. εμφανίσθηκαν ηγεμονικές και αριστοκρατικές οικογένειες, όπως διαπιστώνεται από τη χρήση μνημειωδών τάφων, πλούσια κτερισμένων και περικλεισμένων σε λίθινο περίβολο, που ονομάσθηκε Ταφικός Κύκλος Β. Η εξέλιξη αυτή συνεχίσθηκε στην αρχή της Μυκηναϊκής περιόδου, γύρω στο 1600 π.Χ., οπότε οικοδομήθηκε ένα μεγάλο κεντρικό κτήριο στην κορυφή του λόφου, ένας δεύτερος λίθινος περίβολος, ο Ταφικός Κύκλος Α, καθώς και οι πρώτοι θολωτοί τάφοι.
Όπως αποδεικνύουν τα ευρήματα, οι ηγεμόνες των Μυκηνών ήταν ισχυροί και συμμετείχαν σε ένα πολύπλοκο δίκτυο εμπορικών συναλλαγών με τις χώρες της Μεσογείου. Οι Μυκήνες ήταν από τις αρχαιότερες Ελληνικές πόλεις. Ήταν χτισμένη πάνω σε ένα βραχώδες ύψωμα στο μυχό του Αργολικού κόλπου. Μετά την παρακμή της Κρήτης, οι Μυκήνες έγιναν το σπουδαιότερο κέντρο της Ελλάδας. Η μεγαλύτερη ακμή της πόλης τοποθετείται χρονολογικά από το 1600 έως το 1100 π.Χ., γι’ αυτό και η περίοδος αυτή λέγεται Μυκηναϊκή.
Κατά τη μυθολογία, την πόλη ίδρυσε ο Περσέας, γιος του Δία και της Δανάης. Ήταν οχυρωμένη με ισχυρό τείχος, που ονομαζόταν κυκλώπειο και σώζεται ως σήμερα. Στην πραγματικότητα οι Μυκήνες κατοικήθηκαν από το 2500 π.Χ. Κατά τη Μεσοελλαδική εποχή εγκαταστάθηκαν εκεί οι Αχαιοί. Δυο δυναστείες κυβέρνησαν τις Μυκήνες: των Περσειδών και των Ατρειδών. Επί της βασιλείας του Αγαμέμνονα, η πόλη γνώρισε μέρες δόξας και πλούτου. Ο Όμηρος τις ονομάζει πολύχρυσες Μυκήνες, ενώ η τρωική εκστρατεία μαρτυρεί τη στρατιωτική της δύναμη.
Οι Αιγύπτιοι και οι Χετταίοι είχαν φιλικές σχέσεις με τους βασιλιάδες των Μυκηνών και πολλοί υποστηρίζουν , ότι το χρυσάφι, που βρέθηκε στην πόλη, προερχόταν από την Αίγυπτο. Κατά τη βασιλεία του Τισαμενού, γιου του Ορέστη, έγινε η κάθοδος των Δωριέων στην Πελοπόννησο. Οι Μυκήνες παρακμάζουν, αλλά διατηρούν την ανεξαρτησία τους. Στους περσικούς πολέμους Μυκηναίοι πολεμούν κατά των Περσών. Το 468 π.Χ., οι Αργείοι κατέλαβαν την πόλη και την ερήμωσαν.
Η ανοικοδόμηση των ανακτόρων, που είναι ορατά σήμερα, άρχισε γύρω στο 1350 π.Χ., στην Υστεροελλαδική ΙΙΙΑ2 περίοδο. Τότε ξεκίνησε και η οχύρωση της ακρόπολης, στην οποία διακρίνονται τρεις φάσεις. Ο πρώτος περίβολος κτίσθηκε με το κυκλώπειο σύστημα επάνω στο βράχο. Εκατό χρόνια αργότερα, στην ΥΕ ΙΙΙΒ1 περίοδο, η οχύρωση μετακινήθηκε προς τα δυτικά και νότια και κτίσθηκε η πύλη των Λεόντων, η μνημειακή είσοδος με τον προμαχώνα της. Στον τειχισμένο χώρο εντάχθηκαν το θρησκευτικό κέντρο και ο Ταφικός Κύκλος Α, που διαμορφώθηκε σε χώρο προγονολατρείας, με την ανύψωση του αρχικού επιπέδου του.
Τότε είναι πιθανό ότι οικοδομήθηκε και ο θολωτός τάφος γνωστός ως θησαυρός του Ατρέα, με τα τεράστια υπέρθυρα και την ψηλή κυψελοειδή θόλο. Γύρω στο 1200 π.Χ., στην ΥΕ ΙΙΙΒ – Γ περίοδο, μετά από εκτεταμένη καταστροφή, πιθανόν από σεισμό, κατασκευάσθηκε η επέκταση των τειχών προς τα βορειοανατολικά του λόφου ώστε να ενταχθεί στον τειχισμένο χώρο η υπόγεια κρήνη. Αλλεπάλληλες καταστροφές συνοδευόμενες από πυρκαγιές οδήγησαν στην οριστική εγκατάλειψη του χώρου γύρω στο 1100 π.Χ.
Μετά την κατάρρευση του ανακτορικού συστήματος και τη διάλυση της Μυκηναϊκής Κοινής, ο λόφος παρέμεινε πενιχρά κατοικημένος ως την κλασική περίοδο. Στο διάστημα αυτό δημιουργήθηκαν στην περιοχή τοπικές ηρωικές λατρείες, που οφείλονταν στη φήμη των Μυκηνών, που τα Ομηρικά Έπη μετέφεραν σε όλο τον Ελληνικό κόσμο, ενώ στην κορυφή του λόφου ιδρύθηκε ένας Αρχαϊκός ναός αφιερωμένος στην Ήρα ή στην Αθηνά.
Το 468 π.Χ., μετά τους Μηδικούς πολέμους στους οποίους συμμετείχε η πόλη, το Άργος την κατέκτησε και κατεδάφισε τμήματα της οχύρωσής της. Αργότερα, κατά την Ελληνιστική περίοδο, οι Αργίτες ίδρυσαν στο λόφο μία κώμη, επισκευάζοντας τα προϊστορικά τείχη και τον Αρχαϊκό ναό και κτίζοντας ένα μικρό θέατρο πάνω από το δρόμο του θολωτού τάφου της Κλυταιμνήστρας. Τους επόμενους αιώνες η κωμόπολη παρέμεινε σχεδόν εγκαταλελειμμένη και ήταν ήδη ερειπωμένη όταν την επισκέφθηκε ο Παυσανίας το 2ο αιώνα μ.Χ.
Τα κυκλώπεια τείχη της Μυκηναϊκής ακρόπολης, όμως, παρέμεναν ορατά στο πέρασμα των αιώνων και αποτέλεσαν πόλο έλξης πολλών περιηγητών και αρχαιοφίλων, που δεν δίστασαν να λεηλατήσουν το χώρο κατά τον 18ο και 19ο αιώνα, επωφλούμενοι από την αδιαφορία και τη φιλαργυρία των Τούρκων.

Η ΜΥΚΗΝΑΪΚΗ ΕΛΛΑΔΑ
ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Κατά την αρχή της Ύστερης Χαλκοκρατίας η ηπειρωτική Ελλάδα εισέρχεται σ’ ένα πολιτισμικό στάδιο πολύ διαφορετικό από εκείνο της Μεσοελλαδικής εποχής. Από την πολιτιστική απομόνωση, την οικονομική ένδεια και τις απλές μορφές κοινωνικής διαχείρισης που χαρακτήριζαν την προηγούμενη περίοδο, αναπτύσσεται ένας υψηλός πολιτισμός, ο οποίος θεωρείται εφάμιλλος του Μινωικού. Ο πολιτισμός αυτός ονομάστηκε Μυκηναϊκός από το σημαντικότερο κέντρο του, τις Μυκήνες.
Ήδη από τη μεταβατική περίοδο στην Ύστερη Χαλκοκρατία, κατά τη λεγόμενη «εποχή των λακκοειδών τάφων» εμφανίζονται στη Στερεά Ελλάδα νέα πολιτισμικά στοιχεία που προέρχονταν από το Μινωικό πολιτισμό. Οι Κρητικές επιρροές παρατηρούνται κυρίως σε τομείς των τεχνών και εκδηλώνονται με τη μαζική εισαγωγή κρητικών έργων τέχνης αλλά και με τις τοπικές αντιγραφές τους. Κατά την ίδια περίοδο παρατηρείται μια διαρκώς αυξανόμενη ανισότητα στην κατανομή του πλούτου, η οποία συνέβαλε στη δημιουργία μιας ισχυρής άρχουσας τάξης.
Η επιρροή του Μινωικού πολιτισμού επεκτάθηκε κατόπιν και στην διαμόρφωση της Μυκηναϊκής κοινωνίας, προσφέροντας συγκεκριμένα πρότυπα πολιτικής διαχείρισης. Οι Μυκηναίοι ηγεμόνες έχτισαν, όπως και οι Μινωίτες πολυτελή ανάκτορα, τα οποία εκτός από βασιλικές κατοικίες λειτουργούσαν και ως κέντρα της πολιτικής και της οικονομικής ζωής. Τα οικοδομήματα αυτά χτίζονταν συνήθως σε φυσικά οχυρωμένες ακροπόλεις και προστατεύονταν από ογκώδεις λίθινους περιβόλους. Μέσα στα όρια των ακροπόλεων χτίζονταν επίσης θρησκευτικά κέντρα, εργαστήρια και οι κατοικίες των σημαντικών προσώπων.
Μέσα από τα πανίσχυρα αυτά οχυρά οι Μυκηναίοι ηγεμόνες διοικούσαν μεγάλες περιφέρειες, οι οποίες βρίσκονταν υπό τον έλεγχό τους. Η διοίκηση ήταν οργανωμένη σε μια αυστηρά ιεραρχημένη βάση και διέθετε ειδικούς λειτουργούς για κάθε κρατική διαδικασία. Η αγροτική παραγωγή, η βιοτεχνία και το εμπόριο ελέγχονταν επίσης από τα ανάκτορα που έπαιζαν ένα μεσολαβητικό ρόλο ανάμεσα σε γεωργούς, εμπόρους και τεχνίτες. Την ασφάλεια του κράτους και των κρατικών θησαυρών προστάτευαν οργανωμένες στρατιωτικές δυνάμεις.
Η ποικιλία του εξοπλισμού και η συχνή επανάληψη πολεμικών θεμάτων στην τέχνη, φανερώνουν ένα διάχυτο στρατιωτικό πνεύμα, το οποίο δείχνει ότι οι Μυκηναϊκές ηγεμονίες αντιμετώπιζαν συνεχείς κινδύνους ή ότι ίσως είχαν και οι ίδιες επεκτατικές τάσεις. Η κατάκτηση της Κρήτης από τους Μυκηναίους γύρω στα μέσα του 15ου αιώνα π.Χ. σήμανε το τέλος της κυριαρχίας των Μινωιτών στη θάλασσα. Τα Μυκηναϊκά κέντρα βγήκαν τότε οριστικά από την απομόνωση και ανέπτυξαν διπλωματικές και εμπορικές σχέσεις με τις άλλες χώρες της Μεσογείου και της Βόρειας Ευρώπης.
Οι πρώτες ύλες που εξασφάλισε το διεθνές εμπόριο έδωσαν μεγάλη ώθηση στην ανάπτυξη των τεχνών. Στους πέντε αιώνες της Μυκηναϊκής ιστορίας σημειώθηκε θεαματική ανάπτυξη της καλλιτεχνικής δημιουργίας, η οποία εξελίχθηκε υπό τις διαρκείς επιρροές της Μινωικής Κρήτης, αν όχι και υπό την καθοδήγηση Κρητών καλλιτεχνών. Παράλληλα με την καλλιέργεια των τεχνών, οι Μυκηναίοι δημιούργησαν και μεγαλόπνοα τεχνικά έργα συλλογικού χαρακτήρα, όπως το οδικό δίκτυο και τα μεγάλα εγγειοβελτιωτικά έργα.
Μια τέτοια κρατική οργάνωση δε θα ήταν αρκετά αποτελεσματική χωρίς την ύπαρξη ενός καλά οργανωμένου γραφειοκρατικού συστήματος και κυρίως χωρίς συστηματική αρχειοθέτηση. Για να καλυφθούν οι ανάγκες αυτές, οι Μυκηναίοι επινόησαν ένα νέο τύπο συλλαβικής γραφής, τη Γραμμική Β, εξελίσσοντας ένα παλαιότερο σύστημα Μινωικής γραφής, έτσι ώστε να αποδίδεται καλύτερα η Ελληνική γλώσσα.
Τα Μυκηναϊκά κείμενα, αν και απλά στη δομή τους -εφόσον περιείχαν μόνο καταγραφές του προσωπικού και των αγαθών που διακινούνταν στα ανάκτορα- παραδίδουν πολύτιμες πληροφορίες σχετικά με άγνωστες πτυχές της ζωής των Μυκηναίων, συμπληρώνοντας με «ιστορικά» τεκμηριωμένα στοιχεία τις αρχαιολογικές μαρτυρίες. Η συνδυασμένη ερμηνεία των γραπτών πηγών και των αρχαιολογικών δεδομένων υποδεικνύει τις στενές σχέσεις του Μυκηναϊκού πολιτισμού με τον κόσμο της Αρχαιότητας, κυρίως με τον κόσμο των Ομηρικών Επών.
Παρά τη χρονική διάσταση μεταξύ της Ύστερης Χαλκοκρατίας και της συγγραφής των Επών, φαίνεται ότι οι μορφές του υλικού πολιτισμού, το κοινωνικό πλαίσιο και ο πολιτικός χάρτης που παραδίδoνται στον Όμηρο, ταιριάζουν καλύτερα στη Μυκηναϊκή εποχή, όπου η Ιλιάδα αντικατοπτρίζει την εποχή της ακμής του Μυκηναϊκού πολιτισμού, ενώ η Οδύσσεια το διάστημα της φθοράς του. Έτσι, σήμερα εικάζεται ότι τα γεγονότα, τα πρόσωπα και οι καταστάσεις που πέρασαν μέσω του προφορικού λόγου στα Ομηρικά Έπη και στις μυθολογικές παραδόσεις της Αρχαιότητας δεν είναι παρά οι αναμνήσεις του Μυκηναϊκού παρελθόντος.

Διεθνείς Εξελίξεις
Οι προηγούμενοι πολιτισμοί της ηπειρωτικής Ελλάδας δεν είχαν αναπτύξει τόσο εκτεταμένες διεθνείς σχέσεις, ώστε να επιτρέπονται χρονολογικοί συσχετισμοί με άλλους γνωστούς πολιτισμούς. Αντίθετα, οι εντατικές εμπορικές και διπλωματικές επαφές των Μυκηναίων με τον κόσμο της Ανατολής δημιουργούν ένα ευρύ πλέγμα αλληλεπιδράσεων, το οποίο διευκολύνει τη συγκριτική ή σχετική χρονολόγηση ανάμεσα στους πολιτισμούς της Ύστερης Χαλκοκρατίας.
Το σημαντικότερο όφελος των διεθνών ανταλλαγών είναι η σύνδεση του Μυκηναϊκού πολιτισμού με τις πηγές της ιστορικής ή απόλυτης χρονολόγησης, οι οποίες είναι οι Αιγυπτιακές πηγές και τα αρχεία του Χετιτικού κράτους. Οι Μυκηναίοι και οι πόλεις τους δεν αναφέρονται βέβαια σ’ αυτές τις πηγές, μια και είναι αμφίβολο ότι είχαν ένα κοινό όνομα, αλλά συχνά ταυτίζονται με κάποιους λαούς που έδρασαν στο τέλος της 2ης χιλιετίας π.Χ. Στη Μικρά Ασία επικρατούσαν κατά τη δεύτερη χιλιετία π.Χ., οι Χεταίοι, οι οποίοι είχαν την έδρα τους στη Χαττούσα, στην περιοχή του ποταμού Άγη.
Χετιτικά έγγραφα από το 1300 π.Χ. αναφέρονται στο κράτος των «Αχιγιάβα», ενός λαού που κατοικούσε «πέρα από τη θάλασσα» και είχε ισχυρή ναυτική δύναμη. Ο λαός αυτός ταυτίζεται από πολλούς μελετητές με τους Μυκηναίους, ενώ το όνομά τους θεωρείται μια έμμεση αναφορά στους «Αχαιούς» του Ομήρου. Οι Χεταίοι είχαν αναπτύξει τόσο καλές σχέσεις με τους Αχιγιάβα, ώστε ο Χεταίος ηγεμόνας αποκαλούσε το βασιλιά τους «αδελφό». Οι αναφορές στη χώρα των Αχιγιάβα υποδεικνύουν κατά την άποψη πολλών ερευνητών όχι κάποια μικρή περιοχή της Μυκηναϊκής επικράτειας αλλά ολόκληρη την Πελοπόννησο.
Το 1330 π.Χ. οι Χεταίοι κατέλαβαν ολόκληρη τη Νότια Μικρά Ασία και είχαν βλέψεις επέκτασης προς το Νότο. Οι Αιγύπτιοι υπό το Ραμσή Β’ αναμετρήθηκαν μαζί τους στη μάχη του Kadesh το 1285 π.Χ. μετά την οποία επιτεύχθηκε ειρήνη. Μετά τη συνθήκη των δύο μεγάλων δυνάμεων ακολούθησε μια μακρά περίοδος ειρήνης, η οποία ευνόησε ιδιαίτερα τη Μυκηναϊκή ναυτιλία, αφού η μετακίνηση στους θαλάσσιους δρόμους είχε γίνει πια ασφαλής. Μετά το 1230 π.Χ. το βασίλειο των Χεταίων αρχίζει να έχει εσωτερικά προβλήματα στη βορειοδυτική Μικρά Ασία λόγω των εξεγέρσεων της συνομοσπονδίας των πόλεων Assuwa.
Σ’ αυτό ακριβώς το διάστημα, κατά το οποίο η επιρροή των Χεταίων είχε εξασθενήσει, σημειώνεται η Μυκηναϊκή διείσδυση στην περιοχή. Το βαθμό αυτής της διείσδυσης δείχνουν οι σημαντικές ποσότητες Μυκηναϊκής κεραμικής στην πόλη της Τροίας, η εισαγωγή των οποίων όμως σταματά απότομα κατά τη διάρκεια της Τροίας VΙh. Το γεγονός αυτό και η οριστική καταστροφή της Τροίας που ακολούθησε ήταν οι λόγοι για τους οποίους οι περισσότεροι ιστορικοί τοποθετούν σ’ αυτό το διάστημα, δηλαδή γύρω στο 1200 π.Χ., τα γεγονότα του Τρωικού πολέμου.
Παρόλο που ο Τρωικός πόλεμος δεν αποδεικνύεται με ιστορικά στοιχεία, μπορούμε όμως τουλάχιστον να υποθέσουμε ότι τα Ομηρικά Έπη αναφέρονται σε εκστρατείες των Μυκηναίων στη Μικρά Ασία, οι οποίες συντελέστηκαν κατά το τέλος του 13ου αιώνα π.Χ. Η χρονολογική σύνδεση του Μυκηναϊκού πολιτισμού με τον Αιγυπτιακό προέρχεται κυρίως από τις σποραδικές εισαγωγές Αιγυπτιακών σκαραβαίων που βρίσκονται σε Μυκηναϊκούς και Υστερομινωικούς τάφους. Η αρχή της Μυκηναϊκής εποχής οριοθετείται με βάση τις Αιγυπτιακές πηγές γύρω στο 1550 π.Χ. και συμπίπτει με τα τέλη της δεύτερης περιόδου της δυναστείας των Υκσώς.
Οι Μυκηναίοι φαίνεται ότι συνδέονται ιστορικά με τους «λαούς της θάλασσας», οι οποίοι βάσει των Αιγυπτιακών πηγών της βασιλείας του Ραμσή Γ’ έκαναν πειρατικές επιδρομές στις περιοχές της Μεσογείου και γύρω στο 1300 π.Χ. είχαν γίνει ιδιαίτερα επικίνδυνοι. Οι λαοί αυτοί, στους οποίους ανήκαν ίσως και Μυκηναϊκά φύλα, θεωρείται ότι έπαιξαν ένα σημαντικό ρόλο στην κατάλυση των Μυκηναϊκών βασιλείων. Με τους Μυκηναίους συνδέονται επίσης οι Φιλισταίοι -Pelesta στις Αιγυπτιακές πηγές-, ένας λαός που δρούσε στην περιοχή της Παλαιστίνης και θεωρείται ότι είχε αφομοιώσει πολλά Μυκηναϊκά στοιχεία.

Το Τέλος του Μυκηναϊκού Κόσμου
Η περίοδος ακμής του Μυκηναϊκού πολιτισμού τερματίστηκε στα τέλη του 13ου αιώνα, όταν γύρω στο 1200 π.Χ. όλα τα ανάκτορα της ηπειρωτικής Ελλάδας καταστράφηκαν σχεδόν ταυτόχρονα από ακόμη ανεξακρίβωτες αιτίες. Μαζί τους κατέρρευσε και το αυστηρά ιεραρχημένο σύστημα της Μυκηναϊκής διοίκησης. Μετά τις καταστροφές των ανακτόρων, σημειώνονται ριζικές αλλαγές που αφορούσαν την κοινωνική οργάνωση και την οικονομική ζωή, όπως η συρρίκνωση της παραγωγής, ο περιορισμός του εξωτερικού εμπορίου και η κατάργηση της γραφής.
Αν και τα φαινόμενα αυτής της εποχής έρχονται σε έντονη αντίθεση με το προηγούμενο διάστημα της Μυκηναϊκής ακμής, τα νέα φαινόμενα δε θεωρούνται μεγάλες πολιτισμικές αλλαγές, καθώς δε φαίνεται να αλλοίωσαν σημαντικά το κοινωνικό υπόστρωμα. Οι ριζικότερες πολιτισμικές αλλαγές έρχονται μετά το τέλος της Υστεροελλαδικής ΙΙΙ Γ, όταν κάνουν την εμφάνισή τους πραγματικά νέα φαινόμενα που εκδηλώνονται κυρίως στα ταφικά έθιμα: το φαινόμενο των ομαδικών ενταφιασμών σε θαλαμοειδείς τάφους σταδιακά καταργήθηκε και ακολούθησε ο ατομικός ενταφιασμός σε απλούς κιβωτιόσχημους τάφους και η καύση των νεκρών.
Τα αίτια της Μυκηναϊκής παρακμής έχουν αναζητηθεί κατά καιρούς σε εντελώς διαφορετικές αιτίες, από την επιδείνωση των κλιματικών συνθηκών που ίσως κατέστρεψε τις καλλιέργειες και προκάλεσε ασθένειες στον πληθυσμό και την οικονομική παρακμή που ήταν το αντίκτυπο της διεθνούς κρίσης στην Ανατολή, έως την κοινωνική αναταραχή και την πολιτική αστάθεια που προκλήθηκαν από εσωτερικές έριδες. Ένα αποφασιστικό ρόλο ίσως έπαιξαν και οι ριζικές αλλαγές που σημειώνονται στις μορφές της άμυνας.
Για ένα μεγάλο διάστημα η επικρατούσα άποψη ήταν ότι υπεύθυνοι για την καταστροφή των ανακτόρων ήταν ξένοι εισβολείς που έφτασαν στην ηπειρωτική Ελλάδα από το Βορρά, πράγμα που διαπιστώνεται και από την εμφάνιση της λεγόμενης βαρβαρικής κεραμικής σε στρώματα της Υστεροελλαδικής ΙΙΙ Γ περιόδου. Οι ξένοι επιδρομείς θεωρείται ότι προέρχονταν από τις κεντρικές περιοχές του Δούναβη και έχουν συνδεθεί κατά καιρούς από τους ερευνητές με τα πρώτα Ελληνικά φύλα των Δωριέων και με τους «λαούς της θάλασσας» που αναφέρονται σε Αιγυπτιακά κείμενα αυτής της περιόδου.

ΚΑΤΟΙΚΗΣΗ
Οι γνώσεις μας για τις εγκαταστάσεις της Μυκηναϊκής εποχής προέρχονται κυρίως από τις ανασκαφικές έρευνες των Μυκηναϊκών θέσεων αλλά και από τις επιφανειακές έρευνες, οι οποίες δίνουν μια εικόνα της έκτασης και της πυκνότητας της Μυκηναϊκής κατοίκησης. Μια συμπληρωματική εικόνα προσφέρουν επίσης τα νεκροταφεία, τα οποία, ακόμη και όταν δε βρίσκεται κοντά τους κάποιος οικισμός, υποδεικνύουν την ύπαρξη μιας γειτονικής εγκατάστασης.
Για την κατοίκηση της πρώιμης Μυκηναϊκής εποχής διαθέτουμε ελάχιστα στοιχεία, καθώς οι οικιστικές αυτές φάσεις έχουν καλυφθεί ή και καταστραφεί από τις εντατικές οικοδομικές δραστηριότητες των Υστερότερων φάσεων. Το φαινόμενο της έλλειψης οικιστικών δεδομένων αυτής της εποχής είναι τόσο εκτεταμένο, ώστε να συζητείται ακόμη και το ενδεχόμενο μιας μαζικής εγκατάλειψης οικισμών. Τα ανασκαμμένα τμήματα όμως ορισμένων Υστεροελλαδικών Ι και ΙΙ οικισμών όμως στην Τσούγκιζα, στην Περιστεριά, στα Νιχώρια και στον Άγιο Στέφανο, μαρτυρούν την ύπαρξη πρώιμων Μυκηναϊκών οικισμών με πολεοδομικό σχεδιασμό παρόμοιο μ’ εκείνο της Μέσης Χαλκοκρατίας.
Τα αρχαιολογικά στοιχεία που διαθέτουμε για την κατοίκηση των ώριμων Μυκηναϊκών περιόδων είναι σαφώς περισσότερα. Σ΄αυτά προστίθενται και οι πληροφορίες που προκύπτουν από τις γραπτές πηγές της εποχής και ειδικότερα από την ανάγνωση τοπωνυμίων στις πινακίδες της Πύλου, της Κνωσού και της Θήβας. Τα πιο χαρακτηριστικά οικοδομικά κατάλοιπα της περιόδου της ακμής είναι οι οχυρωμένες ακροπόλεις που χτίστηκαν γύρω στα μέσα του 14ου αιώνα π.Χ. στα σημαντικότερα Μυκηναϊκά κέντρα.
Τα τείχη των Μυκηναϊκών ακροπόλεων ήταν χτισμένα με τη λεγόμενη κυκλώπεια τοιχοδομία και οι είσοδοί τους ήταν επιβλητικές μεγαλιθικές πύλες. Οι καλύτερα ερευνημένες ακροπόλεις των Μυκηνών και της Τίρυνθας, μέσα στον περίβολο των οποίων είχαν χτιστεί σημαντικά κτήρια, μαρτυρούν ότι οι ακροπόλεις φιλοξενούσαν τις διοικητικές έδρες των μυκηναϊκών βασιλείων. Στα ψηλότερα σημεία των ακροπόλεων ήταν χτισμένα τα ανάκτορα των ηγεμόνων. Τα Μυκηναϊκά ανάκτορα συγγενεύουν αρκετά με τα μινωικά, όσον αφορά την αρχική τους σύλληψη.
Οι λειτουργικές ανάγκες που έπρεπε να εξυπηρετούν ήταν οι ίδιες, δηλαδή έπρεπε να περικλείουν τα ιδιωτικά διαμερίσματα των ηγεμόνων, καθώς επίσης και εργαστήρια, αποθήκες και τόπους υποδοχής του κοινού. Κοινά στοιχεία με τα Μινωικά ανάκτορα παρατηρούνται επίσης στην πολυτελή εσωτερική διακόσμηση, η οποία περιλάμβανε τοιχογραφημένο διάκοσμο και λίθινες επενδύσεις. Ο σχεδιασμός τους όμως δε θυμίζει καθόλου την πολυπλοκότητα και την έκταση των Μινωικών ανακτόρων. Τα ανάκτορα της ηπειρωτικής Ελλάδας ήταν απλούστερα κτίσματα περιορισμένης έκτασης, δομημένα γύρω από ένα κεντρικό μέγαρο, το οποίο αποτελούσε ένα προγενέστερο στοιχείο της Ελλαδικής αρχιτεκτονικής.
Οι υπήκοοι των Μυκηναϊκών βασιλείων κατοικούσαν σε μικρούς οικισμούς που βρίσκονταν στους πρόποδες των ακροπόλεων, στις γύρω περιοχές και στην ύπαιθρο. Για την οικοδόμησή τους επιλέγονταν θέσεις σε ορεινές πλαγιές και χαμηλούς λόφους, κατά προτίμηση κοντά σε εύφορες πεδιάδες και υδάτινες πηγές, ενώ οι παράλιες θέσεις και τα λιμάνια είχαν ιδιαίτερα μεγάλη σημασία για την οικονομία και το εμπόριο. Μερικές Μυκηναϊκές θέσεις ήταν ήδη κατοικημένες κατά τη διάρκεια της Πρώιμης και της Μέσης Χαλκοκρατίας, αλλά κατά την Υστεροελλαδική ΙΙΙ Α περίοδο χτίστηκαν και πολλές νέες εγκαταστάσεις.
Η εικόνα των Μυκηναϊκών οικισμών δεν είναι όμως ακόμα εντελώς ξεκάθαρη, καθώς η μέχρι τώρα έρευνα έχει επικεντρώσει το ενδιαφέρον της στα εντυπωσιακότερα μνημεία της Μυκηναϊκής εποχής, που είναι οι ακροπόλεις και τα πλούσια σε ευρήματα νεκροταφεία. Έτσι, υπάρχουν ακόμη πολλά αναπάντητα ερωτήματα σχετικά με την έκταση των οικισμών, την πολεοδομική τους οργάνωση και την εξέλιξή τους κατά τη διάρκεια των ιστορικών περιόδων.
Με στόχο τη συλλογή και το συνδυασμό αρχαιολογικών, τοπογραφικών και φιλολογικών πληροφοριών και έχοντας υπόψη ότι τα ομηρικά έπη αναφέρονται στην ιστορική πραγματικότητα της Μυκηναϊκής εποχής, γίνεται συχνά προσπάθεια ταύτισης των Μυκηναϊκών θέσεων με τα τοπωνύμια που αναφέρονται στον ομηρικό «Νηών Κατάλογο». Οι ταυτίσεις αυτές είναι όμως συχνά παρακινδυνευμένες, καθώς οι γεωγραφικές πληροφορίες που περιέχονται στα Ομηρικά Έπη προέρχονται, όπως και πολλά άλλα στοιχεία τους, από διαφορετικές εποχές και κυρίως διαμορφώθηκαν από άτομα που δε γνώριζαν από προσωπική εμπειρία τις περιοχές του Μυκηναϊκού κόσμου.

Μυκηναϊκή Γεωγραφία
Η διασπορά των Μυκηναϊκών οικιστικών εγκαταστάσεων φανερώνει τον τρόπο με τον οποίο διαμορφώνεται η πολιτική γεωγραφία στο εσωτερικό της Μυκηναϊκής επικράτειας. Τα Μυκηναϊκά κράτη ήταν οργανωμένα σε μικρά ανεξάρτητα βασίλεια, τα οποία διοικούνταν από μια ισχυρή διοικητική έδρα. Δε γνωρίζουμε αν τα γεωγραφικά σύνορα έπαιζαν πάντα σημαντικό ρόλο στην άσκηση της πολιτικής εξουσίας.

Η Πύλος ήταν το σημαντικότερο κέντρο και η πρωτεύουσα του βασιλείου της Μεσσηνίας, ενώ αντίθετα στην Αργολίδα σε μία σχετικά μικρή περιοχή υπήρχαν συγχρόνως δύο ισχυρές ακροπόλεις, των Μυκηνών και της Τίρυνθας, οι οποίες -τουλάχιστον κατά το μεγαλύτερο διάστημα της Ύστερης Χαλκοκρατίας- υπήρξαν ανεξάρτητα διοικητικά κέντρα. Ανάμεσα στα μεγάλα και σημαντικά Μυκηναϊκά κέντρα υπήρχαν μικρότερες εγκαταστάσεις, η έκταση των οποίων δεν ξεπερνούσε μερικά εκτάρια.
Μέσα από τα αρχαιολογικά κατάλοιπα διαγράφονται καθαρά οι περιοχές της Μυκηναϊκής επικράτειας. Το κέντρο του Μυκηναϊκού πολιτισμού ήταν σαφέστατα η Πελοπόννησος, όπου εντοπίστηκαν τα σημαντικότερα Μυκηναϊκά κέντρα- οι Μυκήνες, η Τίρυνθα και η Πύλος. Πολύ σημαντικά κέντρα βρίσκονταν επίσης στη Βοιωτία, στη Θήβα, στο Γλα και στον Ορχομενό, όπου συναντώται όλα τα χαρακτηριστικά κατάλοιπα του Μυκηναϊκού πολιτισμού: τα ανάκτορα, τα μεγάλα τεχνικά έργα, οι οχυρώσεις και οι βασιλικοί τάφοι.
Στην Αττική θα πρέπει επίσης να υπήρχαν αρκετές Μυκηναϊκές θέσεις, όπως φαίνεται από τα λείψανα της Μυκηναϊκής οχύρωσης στην Ακρόπολη των Αθηνών από τους θολωτούς τάφους στο Λαύριο και στο Μενίδι και από το σημαντικό ύστερο Μυκηναϊκό νεκροταφείο της Περατής. Τα βορειότερα σύνορα της Μυκηναϊκής επικράτειας φτάνουν μέχρι τη Θεσσαλία, όπου ξεχωρίζει το σημαντικό κέντρο της Ιωλκού. Η μυκηναϊκή επιρροή όμως εκεί περιορίζεται στις παράλιες περιοχές, ενώ η ενδοχώρα μένει μακριά από τις Μυκηναϊκές εξελίξεις.
Η περιοχή της Μακεδονίας φαίνεται ότι ήταν έξω από την τροχιά του Μυκηναϊκού κόσμου και δεμένη περισσότερο με το χώρο της Βαλκανικής. Τα Μυκηναϊκά προϊόντα που έφταναν στα λιμάνια της Χαλκιδικής και της Θάσου φανερώνουν μόνο σποραδικές εμπορικές επαφές με τα κέντρα του νότου. Οι επαφές των Μυκηναίων με τις Κυκλάδες είχαν αρχίσει από την πρώιμη Μυκηναϊκή εποχή, αλλά κατά την εποχή της ακμής μερικά Κυκλαδικά νησιά, όπως η Αγία Ειρήνη στην Κέα και η Φυλακωπή στη Μήλο, δίνουν την εντύπωση γνήσιων Μυκηναϊκών οικισμών.
Το ίδιο διάστημα η Μυκηναϊκή επιρροή εξαπλώθηκε και στα νησιά του Νοτιοανατολικού Αιγαίου, τα οποία διατήρησαν στην τέχνη τους τις Στερεοελλαδικές τάσεις ακόμη και κατά τη διάρκεια της Μυκηναϊκής παρακμής και εντάχθηκαν στη Μυκηναϊκή Κοινή. Η Κρήτη με το λαμπρό Μινωικό παρελθόν αποτελούσε πάντα έναν πόλο έλξης και έδινε γόνιμα πολιτισμικά στοιχεία σε όλους του τομείς του Μυκηναϊκού πολιτισμού. Ο εμπορικός ανταγωνισμός με την Κρητική μεγαλόνησο οδήγησε στην κατάκτησή της από τους Μυκηναίους στα μέσα του 15ου αιώνα π.Χ.
Ύστερα από αυτό το διάστημα η ζωή και η κοινωνική οργάνωση του νησιού ακολούθησε τις εξελίξεις της ηπειρωτικής Ελλάδας. Η εξάπλωση του Μυκηναϊκού πολιτισμού στις άλλες χώρες της Ευρώπης και της Ανατολής παρουσιάζει ένα αρκετά διαφορετικό χαρακτήρα. Εκεί οι Μυκηναίοι συμμετείχαν ενεργά στις διεθνείς εμπορικές συναλλαγές και μερικές φορές οδηγήθηκαν στην ίδρυση εμπορικών σταθμών ή ακόμη και παροικιών, κυρίως στο χώρο της Ανατολικής Μεσογείου. Η φύση, η μορφή και η πυκνότητα των απόμακρων αυτών εγκαταστάσεων αποτελούν ακόμη ανοιχτά ερωτήματα για την έρευνα.

Τοπωνύμια
Από τις πινακίδες των ανακτορικών αρχείων συλλέγονται πλούσιες μαρτυρίες για τα τοπωνύμια της Εποχής του Χαλκού. Τα τοπωνύμια χρησιμοποιούνταν στα μυκηναϊκά κείμενα για να δείξουν την προέλευση των ανθρώπων και των αγαθών που διακινούνταν στα ανακτορικά κέντρα. Στις πινακίδες της Κνωσού περιέχονται περίπου εκατό ονομασίες οικισμών και στις πινακίδες της Πύλου γύρω στις εκατόν εξήντα. Oι ειδικοί ερευνητές προσπαθούν να ταυτίσουν τα Μυκηναϊκά τοπωνύμια με συγκεκριμένες θέσεις.
Η έρευνα αυτή είναι δυνατόν να οδηγήσει σε λάθος συμπεράσματα, εφόσον και στους Μυκηναϊκούς χρόνους θα μπορούσε, όπως και κατά την Αρχαιότητα, πολλές θέσεις να έχουν το ίδιο τοπωνύμιο. Βάσει των πινακίδων της Πύλου, γνωρίζουμε ότι η Μεσσηνία ήταν χωρισμένη σε επτά διοικητικές περιφέρειες, την Πίσα, το Ρίο, την Κυπάρισσο, τους Λουσούς, τους Σφαγιάνες και το Νέδωνα. Οι κάτοικοι των περιφερειών αυτών υπάγονταν στον ηγεμόνα της Πύλου. Στην Κρήτη υπήρχε ένα ισχυρό Μυκηναϊκό κέντρο στην Κνωσό, το οποίο ασκούσε έλεγχο σ’ όλο το νησί μέχρι την κατάρρευση του ανακτόρου, οπότε η εξουσία μοιράστηκε σε πολλές μικρότερες περιφέρειες.
Στις πινακίδες της Κνωσού αναγνωρίζονται οι ονομασίες μερικών Κρητικών πόλεων, όπως η Κυδωνία, η Λατώ, ο Ίνατος και τα Σύβριτα. Οι ονομασίες αυτές εμφανίζονται με την ίδια ή ελαφρώς παραλλαγμένη μορφή στα αρχαία Ελληνικά. Από γραμματολογική άποψη παρουσιάζει ενδιαφέρον ο τρόπος που εμφανίζονται τα τοπωνύμια στα Μυκηναϊκά κείμενα. Για τη δήλωση συγκεκριμενων θέσεων χρησιμοποιούνται τα ίδια επιθήματα που χρησιμοποιήθηκαν και στα τοπωνύμια της αρχαίας Ελληνικής γλώσσας.
Ελληνικά επιθήματα προστίθενταν ακόμη και σε μη Ελληνικά τοπωνύμια, τα οποία έχουν συνήθως κατάληξη σε -so (-σσος) και -to (-νθος), π.χ.aminiso (Αμνισός), konoso (Κνωσός), korito (Κόρινθος), ruso(Λουσός), turiso (Τύλισσος). Τα τοπωνύμια δηλώνονται με πολλές διαφορετικές καταλήξεις. Χαρακτηριστικές είναι οι καταλήξεις σε -i-jo (ίος και -ία) και -uwa (-υFα) π.χ. rijo (Ρίον) και kudonia (Κυδωνία), σε -ο, π.χ.puro (Πύλος), -ipo, π.χ. Ewiripo (Εύριπος). Οι τοποθεσίες δηλώνονταν συχνά και με ονόματα προσώπων σε γενική πτώση ακολουθούμενες από τη λέξη wowo (όρος), που δήλωνε τα σύνορα μιας περιοχής.

Οικιστική Αρχιτεκτονική
Η μορφή και οι λειτουργίες των απλών κατοικιών της Μυκηναϊκής εποχής δεν έχουν μελετηθεί επαρκώς, καθώς το ενδιαφέρον των μελετητών έχει επικεντρωθεί κυρίως στα μνημειώδη έργα της μυκηναϊκής αρχιτεκτονικής, τις ακροπόλεις και τα ανακτορικά συγκροτήματα. Έτσι, για τις απλές κατοικίες και τη χωροταξική διάταξη των οικισμών μπορούν να διατυπωθούν ακόμη μόνο υποθέσεις. Τα σημαντικότερα στοιχεία για την οικιστική διάρθρωση της Ύστερης Χαλκοκρατίας παρέχουν τα κτηριακά συγκροτήματα της πόλης των Μυκηνών.
Μια γενική διαπίστωση είναι ότι η Μυκηναϊκή αστική αρχιτεκτονική ακολούθησε την οικιστική εξέλιξη της ηπειρωτικής Ελλάδας, διατηρώντας ορισμένα αρχιτεκτονικά στοιχεία που ήταν γνωστά ήδη από τη Νεολιθική εποχή. Έτσι, τα Πρωιμότερα Μυκηναϊκά κτήρια δεν ξεχωρίζουν από τα κτήρια της Μεσοελλαδικής εποχής παρά μόνο από τα κινητά τους ευρήματα. Οι ιδιωτικές κατοικίες παρουσιάζουν πολλές ομοιότητες με την ανακτορική αρχιτεκτονική, η οργάνωση του χώρου όμως ήταν προσαρμοσμένη στη ζωή της πόλης.
Στην οργάνωση των εσωτερικών χώρων είχαν προβλέψει πολλές δυνατές χρήσεις. Τα Μυκηναϊκά Ιερά δεν αποτελούν έναν ιδιαίτερο αρχιτεκτονικό τύπο και δεν ξεχωρίζουν από τα κοινά σπίτια παρά μόνο από τα ιδιαίτερα ευρήματα που βρέθηκαν σε αυτά, αν και εκεί παρατηρείται συχνότερα η ύπαρξη χτιστών πάγκων και θρανίων. Εντελώς ανεξάρτητους τύπους με τα ιδιωτικά και τα δημόσια κτήρια εμφανίζει η ταφική αρχιτεκτονική. Εκεί απουσιάζει εντελώς η τάση μίμησης του σχήματος των σπιτιών που παρατηρείται μερικές φορές στα ταφικά κτήρια της Μινωικής Κρήτης.
Τα Μυκηναϊκά κτήρια ήταν πάντοτε ορθογώνια. Το ελαφρά παράγωνο σχήμα μερικών κτισμάτων οφείλεται μάλλον στις δυσκολίες οικοδόμησης επάνω σε ανώμαλο έδαφος. Οι καμπυλόγραμμοι τοίχοι ήταν σπάνιοι και όταν υπήρχαν δεν έπαιζαν κάποιο σημαντικό ρόλο στην οργάνωση και τη λειτουργία των κτηρίων. Τα μεγαρόσχημα κτήρια, εκείνα δηλαδή που είχαν κύριο στοιχείο τους το μέγαρο, είναι το κύριο χαρακτηριστικό στοιχείο της μυκηναϊκής αρχιτεκτονικής. Διακρίνονται δύο διαφορετικοί οικοδομικοί τύποι.
Τα μεγαρόσχημα κτήρια με ανοιχτό προθάλαμο και εκείνα που είχαν κλειστό προθάλαμο και έμοιαζαν περισσότερο με τα ανακτορικά μέγαρα. Τα κτήρια και των δύο αυτών τύπων ήταν ελεύθερα στο χώρο. Μια διαφορετική, πιο πολύπλοκη δομή, είχαν τα «πολυαξονικά» κτήρια, τα οποία είχαν δύο ή περισσότερες σειρές δωματίων και περισσότερες δυνατότητες επεκτάσεων. Στο κέντρο των δωματίων βρίσκονταν συνήθως απλές εστίες που χρησίμευαν στη θέρμανση και την προετοιμασία του φαγητού.
Σε αντίθεση με τα σπίτια της Πρώιμης και της Μέσης Χαλκοκρατίας, στα Μυκηναϊκά κτήρια δεν έχουν επισημανθεί αποθηκευτικοί λάκκοι. Τα αγαθά αποθηκεύονταν σε κιβωτιόσχημες λιθόκτιστες κατασκευές. Κατά μήκος των τοίχων των δωματίων υπήρχαν συχνά χτιστοί πάγκοι που χρησίμευαν ως καθίσματα ή ως χώροι απόθεσης αντικειμένων. Στους ιερούς χώρους παρόμοιες εγκαταστάσεις χρησίμευαν για την απόθεση των αφιερωμάτων. Το σχήμα της στέγης των ιδιωτικών κατοικιών δεν είναι με βεβαιότητα γνωστό.
Για την αποκατάσταση του σχήματος της στέγης χρησιμοποιούνται οι απεικονίσεις κτηρίων σε τοιχογραφίες και άλλες μορφές τέχνης. Τα πήλινα ομοιώματα κτηρίων και οι ταφικές λάρνακες, το σχήμα των οποίων θεωρείται ότι μιμείται το σχήμα των σύγχρονών τους σπιτιών. Οι δύο πιο πιθανές εκδοχές αποκατάστασης του σχήματος της στέγης είναι η επίπεδη και η δίρριχτη ή σαμαρωτή στέγη. Και οι δύο εκδοχές όμως συγκεντρώνουν κατά περιπτώσεις αδυναμίες αποκατάστασης.

Οικοδομικά Υλικά
Η οικοδομική τέχνη της Μυκηναϊκής εποχής ακολούθησε την παλαιότερη εγχώρια παράδοση. Τα βασικότερα υλικά οικοδόμησης ήταν οι αργοί λίθοι, ο πηλός και η ξυλεία, ενώ οι πελεκημένοι λίθοι και οι εισηγμένες ύλες όπως το αλάβαστρο απαντούν σπανιότατα. Οι τοίχοι των κτηρίων είχαν πλίνθινη ανωδομή επάνω σε λίθινα θεμέλια, τα οποία προστάτευαν τους τοίχους από την υγρασία του εδάφους και τα λιμνάζοντα νερά της βροχής. Οι εσωτερικοί τοίχοι ήταν καλυμμένοι με ένα στρώμα πηλού ή σπανιότερα ένα στρώμα ασβεστοκονιάματος.
Επάνω σε αυτό το στρώμα ζωγραφίζονταν στα πολυτελέστερα κτήρια απλά διακοσμητικά μοτίβα ή και ολόκληρες τοιχογραφικές παραστάσεις με την τεχνική της νωπογραφίας. Τα δάπεδα ήταν φτιαγμένα από πηλό και περιστασιακά από μικρά βότσαλα και όστρακα που ανανεώνονταν κατά διαστήματα. Οι αυλές και οι χώροι έξω από τα σπίτια στρώνονταν συχνά με μικρές πέτρες ή ακανόνιστα τοποθετημένες λίθινες πλάκες.
Τα λίθινα κατώφλια και οι μεταλλικές στρόφιγγες για την κίνηση των θυρών ήταν χαρακτηριστικά των μεγαλύτερων και σημαντικότερων κτηρίων. Οι στέγες και τα ενδιάμεσα πατώματα σε κτήρια με δεύτερο όροφο κατασκευάζονταν από ξύλα και καλάμια συνδεδεμένα με πηλό.

Ανάκτορα
Τα ανακτορικά συγκροτήματα που έχουν αποκαλυφθεί στις Μυκήνες και την Τίρυνθα, στην Αργολίδα και στην Πύλο, στη Μεσσηνία ήταν οι κατοικίες των Μυκηναίων ηγεμόνων. Στις Μυκήνες και την Τίρυνθα τα ανάκτορα ήταν προστατευμένα από τα ισχυρά οχυρωματικά τείχη των ακροπόλεων, ενώ το ανάκτορο της Πύλου ήταν ανοχύρωτο σε μια όμως φυσικά οχυρωμένη θέση. Αποσπασματικά τμήματα ενός Μυκηναϊκού ανακτόρου έχουν βρεθεί και στη Θήβα, αν και εκεί το ανακτορικό συγκρότημα δεν έχει πλήρως αποκαλυφθεί.
Ανακτορικά συγκροτήματα θα πρέπει να βρίσκονται και σε άλλες θέσεις, όπως στον Ορχομενό της Βοιωτίας, την Ιωλκό και τη Σπάρτη, όπου η παράδοση και τα μέχρι τώρα ευρήματα μαρτυρούν την παρουσία μιας ισχυρής και σημαίνουσας Μυκηναϊκής δύναμης. Παρά το γεγονός ότι τα Μυκηναϊκά ανάκτορα διαφέρουν αρκετά στο σχεδιασμό τους από τα Μινωικά ανάκτορα, τόσο η έμπνευση όσο και η χρήση των χώρου οφείλονται σε Μινωικές επιρροές. Στην οικοδόμηση των Μυκηναϊκών ανακτόρων αναγνωρίζονται αρκετά Μινωικά στοιχεία.
Η ευρεία χρήση της ξυλοδεσιάς και η χρησιμοποίηση ορθογώνιων πωρόλιθων στις προσόψεις θεωρούνται αρχιτεκτονικά στοιχεία που οι Μυκηναίοι πήραν από τους Μινωίτες. Όσον αφορά την οργάνωση του χώρου, Μινωικά στοιχεία θεωρούνται η ύπαρξη ενδιάμεσων αυλών και φωταγωγών, τα πρόπυλα, οι μεγάλες αίθουσες συμποσίων, οι αποθήκες με τα πιθάρια, οι εργαστηριακοί χώροι, τα αποχωρητήρια και το αποχετευτικό δίκτυο. Μινωικά στοιχεία συναντώνται ακόμη και σε διακοσμητικές λεπτομέρειες, όπως στα λίθινα κέρατα καθοσιώσεως που διακοσμούσαν περίοπτα σημεία των ακροπόλεων.
Τα Μυκηναϊκά ανάκτορα καταστράφηκαν σχεδόν ταυτόχρονα γύρω στο 1200 π.Χ., στα τέλη δηλαδή της υστεροελλαδικής ΙΙI B περιόδου, από πυρκαγιά. Ίσως η καταστροφή σε μερικά από αυτά να έλαβε χώρα σε δύο διαδοχικές φάσεις, όπως δείχνουν τα ευρήματα από το Καδμείο της Θήβας. Τα αίτια της καταστροφής έχουν γίνει έναυσμα για πολλές και διαφορετικές θεωρίες που είναι όμως πολύ δύσκολο να αποδειχθούν.
Για πολλές δεκαετίες η επικρατούσα άποψη υποδείκνυε ότι υπεύθυνη για την καταστροφή των ανακτόρων ήταν η «Κάθοδος των Δωριέων», δηλαδή η είσοδος νέων φύλων στον Ελλαδικό χώρο που εκτόπισε βίαια τους μυκηναίους ηγεμόνες και έφερε το τέλος της ανακτορικής ακμής. Νεότερα αρχαιολογικά στοιχεία, τα οποία δείχνουν μια ομαλή εξέλιξη των οικισμών και μετά την καταστροφή, τείνουν να ανατρέψουν αυτή την άποψη. ‘Έτσι, οι περισσότεροι μελετητές υποστηρίζουν πλέον ότι η κατάρρευση των Μυκηναϊκών ανακτόρων ήταν αποτέλεσμα της φυσικής φθοράς της εξουσίας ή το αποτέλεσμα εσωτερικών αναταραχών.

Μυκήνες
Το ανακτορικό συγκρότημα των Μυκηνών βρισκόταν στο ψηλότερο σημείο της ακρόπολης και ήταν χτισμένο σε ανισόπεδες ταράτσες. Η είσοδος του ανακτόρου ήταν ένα τετράπλευρο πρόπυλο με μονόστυλες στοές που κατέληγε σε μια μικρή αυλή. Μέσω ενός μεγάλου διαδρόμου και μιας δεύτερης πυργοειδούς αυλής με θέα στην πεδιάδα γινόταν η πρόσβαση στο ανάκτορο, οι περισσότεροι χώροι του οποίου είναι σήμερα αρκετά κατεστραμμένοι. Το βασιλικό μέγαρο είχε ένα πρόδομο και στοά με δύο κίονες. Στο κύριο δωμάτιο του μεγάρου βρισκόταν μια εστία ανάμεσα σε τέσσερις κίονες.
Ο βασιλικός θρόνος δεν έχει διασωθεί αλλά η θέση του τοποθετείται ανάλογα προς τα άλλα ανάκτορα στο μέσο του νότιου τοίχου. Οι χώροι του ανακτόρου ήταν διακοσμημένοι με τοιχογραφίες. Από τους υπόλοιπους χώρους του ανακτόρου διακρίνεται ένα τετράγωνο δωμάτιο που χαρακτηρίζεται ως ξενώνας και διέθετε ένα λουτρό. Σε ένα ψηλότερο επίπεδο βρίσκονταν άλλα ανακτορικά διαμερίσματα που είναι σήμερα σχεδόν κατεστραμμένα. Στην ανατολική πλαγιά της ακρόπολης βρίσκονταν κτιριακά συγκροτήματα που ανήκαν στο ανάκτορο, το ένα από τα οποία χαρακτηρίζεται ως «εργαστήριο των καλλιτεχνών».

Πύλος
Το ανάκτορο της Πύλου είναι χτισμένο στο λόφο του Επάνω Εγκλιανού, 17 χιλιόμετρα βόρεια της Πύλου. Ο λόφος είναι φυσικά οχυρός, αφού υψώνεται ανάμεσα σε χαράδρες και έχει θέα στον κόλπο του Ναυαρίνου. Το ανάκτορο της Πύλου είναι το μοναδικό ανάκτορο που δεν περιβάλλεται από κυκλώπειες οχυρώσεις. Το ανακτορικό συγκρότημα αποτελείται από διαφορετικά κτήρια. Η καλύτερα διατηρημένη πτέρυγα είναι η βασιλική κατοικία. Η περίοδος ακμής του ανακτόρου θεωρείται το διάστημα από το 1300 μέχρι το 1200 π.Χ.
Ο μεγάλος αριθμός πινακίδων Γραμμικής Β, που βρέθηκε στο αρχείο του ανακτόρου, συνέβαλε ουσιαστικά στην αποκρυπτογράφηση της μυκηναϊκής γραφής. Στην οικοδόμηση του ανακτόρου χρησιμοποιήθηκε άφθονη ξυλεία για τις ξυλοδεσιές, τους κίονες, τα θυρώματα και τις στέγες. Οι εσωτερικοί τοίχοι και τα δάπεδα των εσωτερικών χώρων ήταν καλυμμένα με ασβεστοκονίαμα και τοιχογραφημένο διάκοσμο. Δύο από τα κτήρια του ανακτόρου, το κεντρικό και το νοτιοδυτικό, ήταν διώροφα. Στην Πύλο συναντώνται τα περισσότερα μινωικά στοιχεία απ’ ό,τι στα υπόλοιπα Μυκηναϊκά ανάκτορα.
Τα κυριότερα από αυτά είναι η απουσία οχυρώσεων και το χάραγμα ενός διπλού πέλεκυ, Μινωικού θρησκευτικού συμβόλου, σε ένα πώρινο δόμο του δαπέδου. Το παλαιότερο κτήριο είναι το νοτιοδυτικό και ονομάζεται συμβατικά «Ανάκτορο του Νηλέως». Αυτό αποτελείται από ένα προθάλαμο με τρεις κίονες, μια αίθουσα συνεδριάσεων με τέσσερις κίονες, ένα λουτρό και μια σκευοθήκη, όπου βρέθηκε ένας μεγάλος αριθμός από μαγειρικά σκεύη. Στην πτέρυγα αυτή ανήκε και η λεγόμενη οιναποθήκη. Στο κεντρικό κτήριο βρισκόταν η βασιλική κατοικία, τα διαμερίσματα της οποίας βρίσκονταν γύρω από μία εσωτερική αυλή.
Η είσοδος στα βασιλικά διαμερίσματα γινόταν από το πρόπυλο. Πυρήνας του ανακτόρου ήταν το μέγαρο, το οποίο αποτελούνταν από μια πρόστυλη στοά, τον πρόδομο και το κυρίως μέγαρο. Στο κέντρο του μεγάρου βρισκόταν μια τεράστια κυκλική εστία, επιχρισμένη με ζωγραφιστό κονίαμα. Την εστία πλαισίωναν τέσσερις ξύλινοι κίονες και απέναντί της ήταν τοποθετημένος ο βασιλικός θρόνος. Γύρω από το μέγαρο υπήρχαν διάδρομοι, κλιμακοστάσια, σκευοθήκες και αποθήκες λαδιού, ένα μικρό δωμάτιο αναμονής και το δωμάτιο του λουτρού με ένα μόνιμα εγκατεστημένο λουτήρα.
Στη λεγόμενη «Αίθουσα της Βασίλισσας» βρισκόταν μια μικρότερη πήλινη εστία, ένα αποχωρητήριο και μια ιδιόμορφη πυργοειδής κατασκευή. Το αρχείο του ανακτόρου αποτελούνταν από δύο συνεχόμενα δωμάτια. Στο χώρο αυτό βρέθηκαν 1.000 περίπου πινακίδες Γραμμικής Β. Οι επιγραφές αυτές είναι συστηματικά αρχειοθετημένες λογιστικές καταστάσεις και εμπορικές καταγραφές των προϊόντων αλλά και των ανθρώπων που υπηρετούσαν τον άνακτα.
Το βορειοανατολικό κτήριο, αποτελούμενο από έξι δωμάτια με ένα διάδρομο και ένα προστώο με κιονοστοιχία, ήταν αφιερωμένο σε βιοτεχνικές δραστηριότητες. Στο κτήριο αυτό βρίσκονταν ένα μικρό τετράγωνο δωμάτιο με την ανοιχτή πρόσοψη που χαρακτηρίζεται ιερό, μία αποθήκη, ένα εργαστήριο και η οπλοθήκη, όπου βρέθηκαν εκατοντάδες αιχμές βελών. Στο χώρο του εργαστηρίου βρέθηκαν και ενεπίγραφες πινακίδες. Στη λεγόμενη σκευοθήκη βρέθηκαν 850 αγγεία. Στην απέναντι πλευρά του χώρου αυτού βρισκόταν η μεγάλη οιναποθήκη, όπου υπήρχαν 35 πιθάρια με κρασί.
Σε 60 πήλινα σφραγίσματα που βρέθηκαν στην αποθήκη υπήρχε χαραγμένο το ιδεόγραμμα της Γραμμικής B που δήλωνε το κρασί. Στα τέλη του 13ου αιώνα, γύρω στο 1200 π.Χ., το ανάκτορο της Πύλου καταστράφηκε από φωτιά. Οι κάτοικοι είχαν προλάβει να σώσουν τα πολυτιμότερα αντικείμενα και τα έπιπλα. Μετά την καταστροφή του ανακτόρου ο λόφος επανακατοικήθηκε μέχρι και το τέλος της γεωμετρικής εποχής.

Τίρυνθα
Το ανακτορικό συγκρότημα της Τίρυνθας που χρονολογείται στο 13ο αιώνα π.Χ ήταν χτισμένο στο ανώτερο πλάτωμα της άνω ακρόπολης. Η πρόσβαση στο ανάκτορο γινόταν μέσα από μια ευρύχωρη τετράγωνη αυλή. Στη βόρεια πλευρά της αυλής βρισκόταν το λεγόμενο «Μεγάλο Μέγαρο», ο χώρος διασκέψεων του μυκηναίου ηγεμόνα. Στον κυρίως θάλαμο του μεγάρου είχε κατασκευαστεί μία κεντρική εστία ανάμεσα σε τέσσερις κίονες. Στον ανατολικό τοίχο, επάνω σε ένα χαμηλό λίθινο βάθρο με ζωγραφική διακόσμηση, βρισκόταν ο θρόνος του άνακτα.
Το δάπεδο του μεγάρου ήταν στρωμένο με λειασμένο κονίαμα, το οποίο ήταν διακοσμημένο με δελφίνια και χταπόδια εγγεγραμμένα σε τετράγωνα. Το «μικρό μέγαρο» βρισκόταν στα βορειοδυτικά του μεγάλου και αποτελούνταν από ένα τετράγωνο προθάλαμο και από τον κυρίως δόμο. Εκεί υπήρχε, όπως και στο μεγάλο μέγαρο, ένας θρόνος και το δάπεδο ήταν κατά παρόμοιο τρόπο διακοσμημένο με ζωγραφικά θέματα εγγεγραμμένα σε τετράγωνα.
Ανάμεσα στο μεγάλο μέγαρο και το δυτικό τείχος βρίσκονταν διαμερίσματα επιμελημένης κατασκευής διακοσμημένα με τοιχογραφίες, τα οποία θεωρούνται διαμερίσματα της βασιλικής οικογένειας. Το δωμάτιο του λουτρού ήταν ένας μικρός τετράγωνος χώρος στρωμένος με μια μονοκόμματη λίθινη πλάκα για δάπεδο. Ένα αυλάκι οδηγούσε τα νερά του λουτρού σε αποχετευτικό φρεάτιο. Στη ΒΔ γωνία της αυλής υπήρχε ένα κλιμακοστάσιο και ένα μεγαροειδές διαμέρισμα από δύο συνεχόμενα δωμάτια. Μια σειρά από άλλα δωμάτια στο ανατολικό τμήμα της ανακτορικής αυλής έχουν χαρακτηριστεί ως εργαστηριακοί ή αποθηκευτικοί χώροι.
Η δυτική πτέρυγα ερμηνεύτηκε αρχικά ως «διαμερίσματα των γυναικών» ή του διαδόχου του άνακτα, αργότερα όμως διαπιστώθηκε ότι το συγκρότημα αυτό δεν είναι σύγχρονο με τα υπόλοιπα, αλλά ανήκει σε μια προγενέστερη οικοδομική περίοδο του ανακτόρου. Στο χώρο από το μεγάλο μέγαρο μέχρι το εξωτερικό πρόπυλο βρίσκονται αρκετά κατεστραμμένα κτήρια με ασαφή περιγράμματα. Σε τρία σημεία της βόρειας πτέρυγας έχουν βρεθεί κλιμακοστάσια που δείχνουν ότι το ανάκτορο είχε και ένα δεύτερο όροφο.


Ακροπόλεις
Ως ακροπόλεις ορίζονται βραχώδεις, φυσικά οχυρές θέσεις, στο ψηλότερο σημείο των οποίων ήταν χτισμένος ένας οικισμός που προστατευόταν από οχυρωματικά τείχη. Στον Αιγαιακό χώρο παρόμοια οικοδομικά σχήματα ήταν γνωστά ήδη από τη Νεολιθική, την Πρωτοελλαδική και τη Μεσοελλαδική εποχή. Οι Πρωιμότεροι αυτοί λίθινοι περίβολοι που ήταν χαμηλοί, λεπτοί και χτισμένοι με μικρούς λίθους δεν ήταν σε θέση να αντέξουν ισχυρές πολιορκίες.
Κατά το 14ο και 15ο αιώνα π.Χ. εμφανίστηκαν στην ηπειρωτική Ελλάδα ανάλογοι οχυρωμένοι οικισμοί, χτισμένοι όμως με το λεγόμενο κυκλώπειο τρόπο οικοδόμησης, με στόχο να κάνουν τους Μυκηναϊκούς οικισμούς πραγματικά απόρθητους. Το πολεοδομικό αυτό σχήμα έφερε τους Ελλαδικούς οικισμούς κοντά στο πρότυπο των πανίσχυρων οχυρωμένων πόλεων της Μικράς Ασίας, της Χαναάν και της Μεσοποταμίας. Οι μεγάλες οχυρωμένες ακροπόλεις της Τίρυνθας, των Μυκηνών, του Γλα και των Αθηνών αποτελούν ίσως τα πιο χαρακτηριστικά δημιουργήματα του Μυκηναϊκού πολιτισμού.
Οι εγκαταστάσεις αυτές δεν ήταν απλώς οχυρωμένοι συνοικισμοί, ούτε ανοχύρωτα ανάκτορα, όπως στην Κρήτη και την Πύλο. Ήταν τειχισμένα ανακτορικά συγκροτήματα τα οποία καταλάμβαναν σχεδόν ολόκληρη την έκταση εντός των τειχών και αποτελούσαν τις πρωτεύουσες μεγάλων διοικητικών περιοχών. Οι κάτοικοι των περιοχών αυτών ζούσαν σε μικρότερους συνοικισμούς και αγροτικές εγκαταστάσεις έξω από τα τείχη. Οι περίοικοι έβρισκαν σε καιρό πολέμου καταφύγιο στις ακροπόλεις, αν και το εσωτερικό τους δε διέθετε αρκετό ελεύθερο χώρο, καθώς τα κτήρια κάλυπταν σχεδόν ολόκληρη την έκταση της ακρόπολης.
Το ρόλο της προσωρινής στέγης για τους πρόσφυγες θα είχαν ίσως στην Τίρυνθα η κάτω ακρόπολη και στις Μυκήνες τα σπήλαια της βορειοδυτικής πλαγιάς. Οι ακροπόλεις ήταν οι διοικητικές έδρες και ταυτόχρονα τα θησαυροφυλάκια κάθε μυκηναϊκού κρατιδίου. Ο επιβλητικός όγκος των τειχών τους αποτελούσε ταυτόχρονα το σύμβολο και το μέτρο ισχύος του δυνάστη που τις κατείχε. Από τις ακροπόλεις μόνο ο Γλας είχε ένα ξεχωριστό χαρακτήρα.
Η ακρόπολη αυτή ήταν ένα συλλογικό έργο, που δημιούργησαν οι κάτοικοι της περιοχής της Κωπαΐδας με στόχο την άμυνά τους σε περίοδο πολέμου, την περιφρούρηση των προϊόντων τους αλλά και τη συντήρηση των αποστραγγιστικών εγκαταστάσεων της περιοχής. Το εσωτερικό των ακροπόλεων ήταν ένας άριστα οργανωμένος χώρος, όπου βρίσκονταν διάφορα κτιριακά συγκροτήματα με συγκεκριμένες λειτουργίες. Η επικοινωνία ανάμεσα στα συγκροτήματα αυτά γινόταν με ένα περίπλοκο σύστημα από διαδρόμους, κλίμακες και αναβάθρες που διευκόλυναν την κυκλοφορία και συγχρόνως χώριζαν την ακρόπολη σε ζώνες ειδικών λειτουργιών.
Το κεντρικό κτήριο ήταν το ανάκτορο, η κατοικία του άνακτα και της οικογένειάς του. Γύρω από αυτό βρισκόταν ένα πλήθος από κτίσματα, όπου στεγάζονταν οι ανώτεροι διοικητικοί υπάλληλοι, τα μέλη του ιερατείου, οι τεχνίτες και οι καλλιτέχνες. Σε γειτονικά διαμερίσματα κατοικούσαν η ακολουθία και η φρουρά του ηγεμόνα. Στις ακροπόλεις βρίσκονταν επίσης τα ανακτορικά ιερά και οι κρατικές αποθήκες, όπου ήταν συγκεντρωμένα τα αγροτικά προϊόντα και τα εμπορεύματα της περιοχής.

Οχυρώσεις
Οι Μυκηναϊκές ακροπόλεις, χτισμένες σε ψηλά βραχώδη υψώματα, ήταν προστατευμένες με πανίσχυρα τείχη, ώστε να είναι απόρθητες ακόμη και με ένα μικρό αριθμό υπερασπιστών. Κατά διαστήματα γίνονταν επεκτάσεις του οχυρωματικού τους περιβόλου. Οι δύο παλαιότερες ακροπόλεις της Τίρυνθας και των Μυκηνών έγιναν πραγματικά απόρθητες, όταν απέκτησαν τις εγκαταστάσεις εκείνες που τους εξασφάλιζαν τον ασφαλή και συνεχή ανεφοδιασμό σε νερό, χωρίς τον οποίο δε θα ήταν δυνατό οι κάτοικοι να αντέξουν σε μακρόχρονες πολιορκίες.
Η γραμμή του οχυρωματικού τους τείχους ακολουθούσε τη φυσική περίμετρο του βράχου. Οι επεκτάσεις που γίνονταν κατά καιρούς εκτείνονταν στα χαμηλότερα επίπεδα. Στα σημεία που οι ακροπόλεις ήταν αδύναμες από αμυντική άποψη, τα τείχη χτίζονταν ισχυρότερα και υψηλότερα. Τα οχυρωματικά τείχη διέθεταν πύλες στα σημεία των ευκολότερων φυσικών τους προσβάσεων. Ο αριθμός τους ποικίλλει από θέση σε θέση.
Οι ακροπόλεις των Μυκηνών και της Τίρυνθας έχουν μία κύρια και μία δευτερεύουσα πύλη, η ακρόπολη των Αθηνών μόνο μία, ενώ η μεγαλύτερη σε έκταση ακρόπολη του Γλα, η οποία είχε συνολική περίμετρο τειχών 3 χμ. έχει τέσσερις πύλες. Στις δύο μεγαλύτερες ακροπόλεις της Αργολίδας είχαν χτιστεί και βοηθητικές έξοδοι, στενά συριγγοειδή ανοίγματα, τα οποία διευκόλυναν την επικοινωνία σε καιρό ειρήνης, ενώ μπορούσαν να φράζονται εύκολα σε καιρό πολιορκίας.

Τίρυνθα
Η Μυκηναϊκή ακρόπολη της Τίρυνθας είναι χτισμένη σε ένα βραχώδη λόφο ύψους 18 μ. στην πεδιάδα του Αργολικού Κόλπου. Το ύψωμα απέχει σήμερα 1,5 χμ. από την παραλία, κατά τη Μυκηναϊκή εποχή όμως, όπως έχουν δείξει γεωλογικές έρευνες, η θάλασσα έφτανε ως τους πρόποδες του λόφου. Η Πρωιμότερη κατοίκηση στο λόφο της Τίρυνθας ανάγεται στη Νεολιθική εποχή. Η κατοίκηση των Μυκηναϊκών χρόνων εκτεινόταν στα τρία υψώματα του λόφου που ονομάζονται άνω, μέση και κάτω ακρόπολη καλύπτοντας συνολικά μια έκταση 20.000 τμ.
Το Μυκηναϊκό οχυρωματικό τείχος, χτισμένο με κυκλώπεια τοιχοδομία, είναι παλαιότερο από αυτό των Μυκηνών και είναι το επιβλητικότερο των Μυκηναϊκών ακροπόλεων. Το παλαιότερο τμήμα της οχύρωσης χτίστηκε γύρω στο 1400 π.Χ. Αργότερα άλλαξε η διαρρύθμιση της ανατολικής εισόδου, ενισχύθηκε το νότιο τείχος και η ακρόπολη περιέκλειε μια ακόμη μεγάλη περιοχή, τη μέση ακρόπολη. Η τελική διαμόρφωση της ακρόπολης στη μορφή που είναι σήμερα ορατή ολοκληρώθηκε γύρω στο 1200 π.Χ.
Κατά το διάστημα αυτό, το νότιο τείχος ενισχύθηκε ακόμη περισσότερο, η ανατολική είσοδος έγινε σχεδόν απόρθητη και προστέθηκε το οχυρωματικό τείχος της κάτω ακρόπολης. Η οχύρωση περιλάμβανε τώρα ολόκληρη την επιφάνεια του υψώματος εξασφαλίζοντας έτσι τον ανεφοδιασμό του οχυρού σε νερό. Μία πλατιά αναβάθρα οδηγούσε στην κύρια είσοδο της άνω ακρόπολης, ενώ από μία δεύτερη δίοδο έφτανε κανείς στην κάτω ακρόπολη. Η αναβάθρα κατέληγε σε ένα ανοιχτό περίστυλο προαύλιο.
Κάτω από τη στοά βρίσκονται οι λεγόμενες σύριγγες, διάδρομοι με οξύληκτη οροφή, οι οποίοι επικοινωνούσαν με μια σειρά από τετράγωνες αποθήκες με παρόμοια οροφή. Το μεγαλοπρεπές πρόπυλο αποτελούνταν από δύο στοές με κολώνες στην πρόσοψη και παραστάδες στους πλευρικούς τοίχους. Από το πρόπυλο έφτανε κανείς στην εξωτερική αυλή του ανακτόρου που ήταν στρωμένη με κονίαμα. Η βόρεια πλευρά της αυλής οριζόταν από δύο δωμάτια που χαρακτηρίζονται ως φυλάκια ή χώροι του ανακτορικού αρχείου και από ένα δεύτερο πρόπυλο που οδηγούσε σε μια τετράγωνη αυλή, η οποία ήταν επίσης στρωμένη με κονίαμα.
Στη βόρεια πλευρά της αυλής ήταν χτισμένο το πολυτελές ανακτορικό συγκρότημα του 13ου αιώνα, η κατοικία του άνακτα, με τα δύο του μέγαρα που ήταν διακοσμημένα με τοιχογραφίες και ζωγραφιστά δάπεδα και όπου βρίσκονταν οι ηγεμονικοί θρόνοι. Η λεγόμενη «μέση ακρόπολη» ήταν κατοικημένη κατά την εποχή της ακμής, δεν έχει όμως ερευνηθεί ακόμη αρκετά. Στο δυτικό τείχος της μέσης ακρόπολης ήταν χτισμένος ο «δυτικός προμαχώνας», ένα καμπυλόγραμμο συμπληρωματικό τείχος. Στην εσωτερική του πλευρά βρισκόταν μια λίθινη σκάλα, στεγασμένη με εκφορική καμάρα που χρησίμευε μάλλον και ως πολεμίστρα.
Στο σημείο αυτό της ακρόπολης βρέθηκε ένας κεραμικός κλίβανος. Σε ένα μεγάλο τμήμα του τείχους της «κάτω ακρόπολης» υπήρχαν τετράπλευρες κόγχες με εκφορική στέγαση και στενές πολεμίστρες που χρησιμοποιήθηκαν ως αποθήκες και κατοικίες. Η κύρια πρόσβαση στην άνω ακρόπολη γινόταν από ένα στενό πέρασμα της ανατολικής πλευράς μέσω της αναβάθρας. Το τείχος διέθετε και δύο δευτερεύουσες τοξωτές πύλες. Δύο καμαροσκέπαστα ανοίγματα προς το εξωτερικό της ακρόπολης οδηγούσαν σε μακριές υπόγειες σήραγγες, οι οποίες χρησίμευαν ως δεξαμενές.
Κατά το 13ο αιώνα π.Χ. χτίστηκαν εκεί σε κλιμακωτά επίπεδα και με ενιαίο σχεδιασμό κατοικίες, εργαστήρια, ένας βωμός και ένα μικρό ιερό. Τα κτίσματα της ακρόπολης της Τίρυνθας καταστράφηκαν από σεισμό λίγο πριν από το 1200 π.Χ. Κατά τους τελευταίους μυκηναϊκούς χρόνους ο ανοχύρωτος πλέον οικισμός επεκτάθηκε μέχρι την παραλία φτάνοντας τα 245 στρέμματα. Μετά το 1125 π.Χ. περίπου, τα κτίσματα της ακρόπολης άρχισαν όπως και στις Μυκήνες να εγκαταλείπονται οριστικά. Οι οικοδομικές δραστηριότητες των κατοίκων της Τίρυνθας δεν περιορίστηκαν στην ακρόπολη.
Κατά την εποχή της ακμής της κατασκευάστηκαν στην πεδιάδα αναχώματα και τείχη με σκοπό να μεταφέρουν την κοίτη του γειτονικού ποταμού και να προστατέψουν έτσι την περιοχή από τις πλημμύρες. Στα ανατολικά της ακρόπολης έχουν βρεθεί Μυκηναϊκοί θαλαμοειδείς τάφοι, ενώ σε απόσταση περίπου ενός χιλιομέτρου από την ακρόπολη, στους πρόποδες του λόφου του Προφήτη Ηλία, βρέθηκε ένας θολωτός τάφος.

Μυκήνες
Η ακρόπολη των Μυκηνών είναι χτισμένη σ’ ένα απρόσιτο βραχώδη λόφο που βρίσκεται ανάμεσα σε χαράδρες. Η κορυφή του υψώνεται 128 μ. επάνω από την επιφάνεια της θάλασσας. Η συνολική έκταση της ακρόπολης καλύπτει τα 30.000 τ.μ. Η Μυκηναϊκή ακρόπολη οχυρώθηκε γύρω στο 1340 π.Χ. με κυκλώπεια τείχη που ακολουθούσαν τη φυσική περίμετρο του λόφου. Αυτά έχουν πάχος κατά μέσον όρο 5.50 μ. και είναι χτισμένα από τεράστιους ογκόλιθους και μικρότερους δόμους. Το αρχικό ύψος του περιβόλου δε σώζεται σε κανένα σημείο, υπολογίζεται όμως ότι θα έφτανε τα 12 περίπου μέτρα.
Η ακρόπολη είχε μια κύρια και μια δευτερεύουσα πύλη. Η κύρια ΒΔ πύλη, που χτίστηκε γύρω στο 1250 π.Χ. και ονομάζεται «πύλη των λεόντων», είναι ένα επιβλητικό μεγαλιθικό μνημείο που μπορεί να συγκριθεί με τις πύλες της Χεττιτικής πόλης Χάττουσα στη Μικρά Ασία. Επάνω από την πύλη, στο ανακουφιστικό τρίγωνο προβάλλει η παράσταση δύο ανάγλυφων αντιμέτωπων λιονταριών που στηρίζουν τα μπροστινά τους πόδια σε ένα αμφίκοιλο βωμό και περιβάλλουν έναν κίονα Μινωικού τύπου.
Η επιβλητική πύλη της ακρόπολης με τη αποτρόπαια παράσταση των λιονταριών θα ήταν το έμβλημα των Μυκηναίων ηγεμόνων και το σύμβολο της ισχύος τους για τους υπήκοους αλλά για και τους επίσημους ξένους επισκέπτες. Μέσα από την πύλη βρισκόταν μια σκεπασμένη αυλή με ένα μικρό θάλαμο που λειτουργούσε ίσως ως φυλάκιο. Στα δεξιά της πύλης βρισκόταν ένα κτήριο εφαπτόμενο στο τείχος, το οποίο χαρακτηρίζεται ως σιταποθήκη λόγω των πιθαριών με απανθρακωμένο σιτάρι που βρέθηκαν εκεί.
Κατά μήκος του νότιου τείχους, στην κάτω ακρόπολη αποκαλύφθηκαν ιδιωτικά κτήρια που φέρουν συμβατικές ονομασίες ανασκαφέων των Μυκηνών ή των σημαντικότερων ευρημάτων που βρέθηκαν σ’ αυτά, όπως «οικία Τσούντα», «οικία Wace»και «οικία του κρατήρα των πολεμιστών». Στο κέντρο αυτού του συγκροτήματος βρισκόταν το «θρησκευτικό κέντρο» των Μυκηνών. Στο σημείο αυτό βρέθηκαν πολλά τελετουργικά αντικείμενα, βωμοί και πολυτελή διαμερίσματα, όπου κατοικούσαν ίσως οι αρχιερείς.
Μια πλατιά αναβάθρα οδηγούσε από την πύλη των λεόντων στο εσωτερικό της ακρόπολης και το ανάκτορο, το οποίο βρισκόταν στο ψηλότερο σημείο της. Από το ανακτορικό συγκρότημα που ήταν χτισμένο σε διάφορα επίπεδα σώζονται μόνο λίγα δωμάτια, ανάμεσα στα οποία το μέγαρο του άνακτα, ένας ξενώνας και τα ανακτορικά εργαστήρια. Στο εσωτερικό της ακρόπολης δεν υπήρχαν πηγές, γι΄ αυτό το νερό αντλούνταν από πηγάδια και συγκεντρωνόταν σε μια υπόγεια δεξαμενή. Η κάθοδος στη δεξαμενή γινόταν μέσω ενός διαδρόμου με οξύληκτη οροφή που είχε χτιστεί κάτω από το βόρειο τείχος.
Κοντά στην ακρόπολη των Μυκηνών βρίσκονταν οι βασιλικοί θολωτοί τάφοι και οι «ταφικοί περίβολοι», όπου ήταν θαμμένα τα πρόσωπα της βασιλικής οικογένειας. Ο αρχαιότερος ταφικός περίβολος Β βρίσκεται έξω από την κύρια πύλη. Ο ταφικός περίβολος Α που βρίσκεται στα ΝΑ της πύλης των λεόντων ήταν και εκείνος αρχικά έξω από το οχυρωματικό τείχος, κατά το διάστημα όμως της επέκτασης της οχύρωσης περικλείστηκε μέσα στα τείχη. Τα λιγότερο σημαίνοντα πρόσωπα και οι πολίτες ήταν θαμμένοι σε θαλαμοειδείς τάφους στην ευρύτερη περιοχή.

Γλας
Η Μυκηναϊκή ακρόπολη του Γλα βρίσκεται σε ένα βραχώδη λόφο στο ΒΑ τμήμα της Κωπαϊδικής πεδιάδας. Η Κωπαΐδα είναι μια φυσική λίμνη που είχε αποξηρανθεί τεχνητά κατά τη Μυκηναϊκή εποχή. Πριν από την αποξήρανση της λίμνης η ακρόπολη του Γλα ήταν ένα νησί. Όπως δείχνει η κεραμική που βρέθηκε στο λόφο, η Πρωιμότερη κατοίκηση στη θέση αυτή ανάγεται στη Νεολιθική εποχή. Η Μυκηναϊκή οχύρωση του Γλα, χτισμένη γύρω στα τέλη του 14ου αιώνα π.Χ. με τη χαρακτηριστική κυκλώπεια τοιχοδομία, έχει τη μεγαλύτερη περίμετρο από όλες τις άλλες Μυκηναϊκές ακροπόλεις περικλείοντας μια έκταση 3.000 στρεμμάτων.
Η οικοδομική ιδιομορφία του οχυρωματικού τείχους είναι η οδόντωση που παρατηρείται σε ορισμένα τμήματα του τείχους, ένα στοιχείο που αποσκοπούσε στην σταθερότερη στερέωση των τειχών στο βράχο. Κατά μια άλλη άποψη, η οδόντωση αντιπροσωπεύει τις συνδέσεις τμημάτων του τείχους και οφείλεται απλώς στα διαφορετικά στάδια εξέλιξης του οικοδομικού προγράμματος. Η ακρόπολη έχει τέσσερις πύλες. Από αυτές η καλύτερα διατηρημένη, η νοτιοδυτική, διαθέτει φυλάκια στις δύο πλευρές της.
Ένα ιδιαίτερης σημασίας εύρημα από την περιοχή αυτή, ένα θραύσμα από λίθινα κέρατα καθοσιόσεως, τα οποία ήταν ένα χαρακτηριστικό έμβλημα των μινωικών ανακτόρων, προδίδει τη σύνδεση των μυκηναϊκών ηγεμονιών με το μινωικό πολιτισμό. Αν και ο τρόπος οικοδόμησης του οχυρωματικού τείχους εντάσσει το Γλα στις Μυκηναϊκές ακροπόλεις, το είδος των κτισμάτων και η χρήση της ακρόπολης είναι εντελώς διαφορετικά απ’ ό,τι στις υπόλοιπες.
Ο Γλας δεν ήταν ένας οχυρωμένος οικισμός που περιέκλειε το ανάκτορο του ηγεμόνα, αλλά ένας χώρος αφιερωμένος αποκλειστικά στην προστασία του κρατικού θησαυρού που στη συγκεκριμένη περίπτωση ήταν τα αγροτικά προϊόντα και τα εμπορεύματα που φυλάσσονταν στα κτίριά της. Τα μέλη της ηγεσίας ή οι εκπρόσωποί της που κατοικούσαν εκεί διηύθυναν τη διακίνηση και τη διάθεση των προϊόντων, ενώ ταυτόχρονα επέβλεπαν τη συντήρηση των αποστραγγιστικών έργων.
Στο ΒΑ άκρο της ακρόπολης είναι χτισμένο το λεγόμενο μικρό ανάκτορο, ένα γωνιώδες συγκρότημα που αναπτύσσεται σε δυο πτέρυγες με μικρά δωμάτια, τα οποία είχαν το ίδιο ακριβώς αρχιτεκτονικό σχέδιο. Για πολλούς ερευνητές το συγκρότημα αυτό ήταν το ανάκτορο του Μυκηναίου άνακτα, κατά άλλους ερευνητές όμως θεωρείται η κατοικία δύο ανώτερων αξιωματούχων. Στο κεντρικό σημείο της ακρόπολης βρισκόταν ένα συγκρότημα κτηρίων που ονομάζεται αγορά. Το συγκρότημα αυτό αποτελείται από ομοιόμορφα κτήρια με μεγάλα δωμάτια.
Κατά μήκος των μακρών πλευρών των δωματίων ήταν χτισμένα αβαθή αυλάκια. Στα δωμάτια αυτά βρέθηκαν πιθάρια με μεγάλες ποσότητες απανθρακωμένων σιτηρών. Αν και τα κτήρια της αγοράς προορίζονταν μάλλον για την αποθήκευση των αγροτικών προϊόντων, οι τοίχοι τους ήταν διακοσμημένοι με τοιχογραφίες. Ανάμεσα στα διάφορα κτιριακά συγκροτήματα της ακρόπολης βρισκόταν μια μεγάλη άχτιστη έκταση.
Η ακρόπολη του Γλα δεν είχε μεγάλη διάρκεια ζωής. Τα κτήρια της ακρόπολης καταστράφηκαν από ξαφνική πυρκαγιά γύρω στο 1200 π.Χ. Μετά την κατάρρευση των αποστραγγιστικών έργων και όταν η ακρόπολη αποκλείστηκε πάλι από τα νερά της λίμνης και από τους βάλτους, η χρησιμότητα του οχυρού δεν είχε πλέον λόγο ύπαρξης και έτσι ο λόφος δεν επανακατοικήθηκε από τότε.

ΘΡΗΣΚΕΙΑ
Μετά τη Μεσοελλαδική περίοδο, από την οποία έλειπε σχεδόν ολοκληρωτικά το θρησκευτικό στοιχείο, αναδύεται στο χώρο της ηπειρωτικής Ελλάδας μια εποχή, κατά την οποία η θρησκεία κυριαρχεί με την παρουσία της στο σύνολο των κοινωνικών δραστηριοτήτων. Τα πρώτα στοιχεία για τη Μυκηναϊκή λατρεία προέρχονται από την εποχή των λακκοειδών τάφων. Οι δοξασίες αυτής της εποχής είναι φανερά επηρεασμένες από τη θρησκεία και το λατρευτικό τυπικό της Μινωικής Kρήτης.
Οι θρησκευτικές ομοιότητες των δύο αυτών πολιτισμικών χώρων του Αιγαίου μαρτυρούνται μέσα από την παρουσία των ίδιων ιερών συμβόλων και παρόμοιων λατρευτικών αντικειμένων. Κατά τη διάρκεια των ώριμων φάσεων της Μυκηναϊκής εποχής (Υστεροελλαδική III A – III Γ) το τυπικό της λατρείας αποκτά μια στερεότυπη μορφή. Η ανάγνωση των θρησκευτικών πράξεων αυτής της περιόδου και η ερμηνεία τους υποβοηθούνται τώρα και από ένα πλήθος εικονιστικών παραστάσεων σε τοιχογραφίες, σφραγίδες και χρυσά δαχτυλίδια.
Η ερμηνεία αυτών των παραστάσεων, οι οποίες είναι συχνά κωδικοποιημένες σε μεγάλο βαθμό, συμπληρώνεται από την πλουσιότερη και σαφέστερη Κρητική εικονογραφία. Οι επιδράσεις όμως της μινωικής Κρήτης αφορούν περισσότερο το τυπικό της λατρείας και λιγότερο τις βασικές θρησκευτικές αρχές. Παράλληλα με τη λατρεία της γυναικείας Μινωικής θεότητας, η οποία διακρίνεται από έντονα ανατολικά στοιχεία, διαπιστώνεται, κυρίως μέσα από τις γραπτές πηγές, και η λατρεία άλλων γυναικείων και αντρικών θεοτήτων με ονόματα Ινδοευρωπαϊκής προέλευσης.
Από το σύνολο των γλωσσολογικών και των αρχαιολογικών δεδομένων προκύπτει ότι κατά την Ύστερη Χαλκοκρατία είχε διαμορφωθεί ήδη το πάνθεον και οι κύριες μορφές λατρείας της κλασικής Ελλάδας. Τις πληροφορίες των θρησκευτικών παραστάσεων συμπληρώνουν τα αποσπασματικά αλλά σαφέστατα κείμενα από τις πινακίδες της Πύλου, της Κνωσού και της Θήβας. Τα σχετικά κείμενα αφορούν διοικητικά ζητήματα της θρησκείας, καταλόγους των προσφορών στα ιερά, την περιουσία και τα καθήκοντα του ιερατείου. Όπως και στη Μινωική Κρήτη η θρησκευτική και η πολιτική εξουσία εμφανίζονται αλληλοεξαρτώμενες, αν όχι ταυτόσημες στο ανώτατο επίπεδο της ιεραρχίας.
Η έλλειψη ειδικών οικοδομημάτων αφιερωμένων αποκλειστικά στη λατρεία δείχνει ότι οι ιερές τελετουργίες γίνονταν συνήθως στο ύπαιθρο ή σε ιερά κορυφής. Τα ιερά κτίσματα που μαρτυρούνται μόνο σε ελάχιστες εικονιστικές παραστάσεις είχαν τη μορφή υπαίθριου τεμένους με τρίκλιτο αρχιτεκτονικό σχέδιο. Το γεγονός ότι Μυκηναϊκά ιερά έχουν εντοπιστεί κάτω από ναούς της Αρχαιότητας αποτελεί μια σαφή ένδειξη ότι ορισμένοι τόποι λατρείας της Μυκηναϊκής εποχής διατήρησαν την ιερή τους σημασία και σε μεταγενέστερες περιόδους.
Παράλληλα με την αρχιτεκτονική, την εικονογραφία και τα γραπτά κείμενα, ως πηγή πληροφοριών για τη Μυκηναϊκή θρησκεία χρησιμοποιούνται και τα Ομηρικά Έπη, παρόλο που οι μαρτυρίες του Ομήρου προέρχονται ως ένα μεγάλο βαθμό από μεταγενέστερες περιόδους. Οι παραδόσεις του Ομήρου οι σχετικές με τις θρησκευτικές δοξασίες συνδέουν τη Μυκηναϊκή λατρεία με τη θρησκεία και τα ταφικά έθιμα της κλασικής Ελλάδας και ιδιαίτερα με τη λατρεία των ηρώων.

Θεότητες
Στη Μυκηναϊκή εικονογραφία επαναλαμβάνεται συχνά η απεικόνιση μιας επιβλητικής γυναικείας μορφής, στην οποία αναγνωρίζεται η «Μητέρα – Θεά», η σημαντικότερη θεότητα της Μινωικής Κρήτης. Η παρουσία της θεότητας αυτής στην ηπειρωτική Ελλάδα αλλά και ο πανομοιότυπος τρόπος με τον οποίο απεικονίζεται δείχνουν ότι η λατρεία της Μινωικής θεάς της γονιμότητας βρήκε πρόσφορο έδαφος στους αγροτικούς πληθυσμούς της Μυκηναϊκής Ελλάδας. Τα διάφορα σύμβολα που συνοδεύουν τις θρησκευτικές παραστάσεις δείχνουν ότι στη μητέρα-θεά αποδίδονταν, όπως και στην Κρήτη, πολλές διαφορετικές ιδιότητες.
Οι ασπίδες την παρουσιάζουν ως θεά του πολέμου, ενώ τα ζώα και τα πουλιά που κρατά στα χέρια της αποδίδουν την ιδιότητα της Πότνιας Θηρών, δηλαδή της θεάς στη δικαιοδοσία της οποίας ανήκαν η γέννηση και ο θάνατος των ζώων. Ένα από τα συχνότερα εμβλήματά της ήταν το φίδι, η ίδια όμως η θεά δεν απεικονίζεται ποτέ ως «Θεά των Όφεων». Αντίθετα με τη ύψιστη αυτή γυναικεία θεότητα, άρρενες θεοί δεν απεικονίζονταν στη Μυκηναϊκή τέχνη.
Το γεγονός αυτό τους διαφοροποιεί αρκετά από το θεό της Μινωικής Κρήτης, ο οποίος θεωρείται σύζυγος, γιος ή ακόλουθος της Μητέρας – Θεάς και απεικονίζεται λιγότερο συχνά από αυτήν αλλά σταθερά στη Μινωική τέχνη. Εκτός από τη γυναικεία θεότητα απεικονίζονται και δαιμονικές μορφές που θα ήταν οι ακόλουθοι της ανθρωπόμορφης θεάς, όπως οι ονόμορφοι δαίμονες που απεικονίζονται σε μια τοιχογραφία των Μυκηνών ή στο χρυσό δαχτυλίδι της Τίρυνθας.
Ένα από τα πιο αγαπημένα θέματα της Μυκηναϊκής θρησκευτικής εικονογραφίας αποτελούν οι σφίγγες, μυθικές μορφές ανατολικής προέλευσης με σώμα λιονταριού και γυναικείο κεφάλι, οι οποίες παρουσιάζονται συνήθως φορώντας ένα φτερωτό στέμμα. Οι ομοιότητες της Μυκηναϊκής και της Μινωικής θρησκευτικής εικονογραφίας έκαναν τους μελετητές να πιστεύουν ότι οι Μυκηναϊκές δοξασίες ταυτίζονταν απόλυτα με τις Μινωικές, έχοντας και αυτές ανατολικές ρίζες. Η ανάγνωση των κειμένων της Μυκηναϊκής γραφής αποκάλυψε όμως μια αρκετά διαφορετική εικόνα για τη Μυκηναϊκή θρησκεία.
Στα κείμενα των ανακτορικών πινακίδων αναφέρονται ονόματα θεών του Ελληνικού δωδεκάθεου όπως ο Δίας, η Ήρα, ο Ποσειδών, η Άρτεμις, ο Ερμής και ο Διόνυσος, ενώ ιδιαίτερα συχνή είναι η αναφορά στη «Πότνια Θηρών», μια πρώιμη τοπική Θεότητα που ταυτίζεται με τη Θεά Αθηνά. Μαζί με αυτές διαπιστώθηκε η λατρεία και άλλων άγνωστων μέχρι τότε Θεοτήτων, οι οποίες φαίνεται ότι έχασαν τη σημασία τους στο μεταγενέστερο Ελληνικό κόσμο. Έτσι, το πάνθεο της Μυκηναϊκής εποχής θεωρείται σήμερα ένας συγκερασμός στοιχείων που εκφράζει τη συνύπαρξη της τοπικής παράδοσης με επείσακτα Μινωικά στοιχεία.
Η παράλληλη λατρεία θεοτήτων διαφορετικής προέλευσης αλλά και η διαφορετική απόδοση του θρησκευτικού τυπικού στην τέχνη δείχνουν ότι οι Μυκηναίοι πήραν από τη Μινωική λατρεία μόνο ότι δεν ερχόταν σε αντίθεση με τις δικές τους θρησκευτικές παραδόσεις.

Τελετουργίες
Οι πλούσιες εικονιστικές παραστάσεις της Μυκηναϊκής τέχνης μας δίνουν πολλές πληροφορίες για το λατρευτικό τυπικό της Μυκηναϊκής θρησκείας. Οι παραστάσεις αυτές έχουν αφηγηματικό χαρακτήρα, όπως και οι μινωικές, και συναντώνται στις τοιχογραφίες των ανακτόρων, σεσφραγιδόλιθους και σε σφραγιστικά δαχτυλίδια. Οι παραστάσεις των δαχτυλιδιών και των σφραγίδων είναι σε μεγάλο βαθμό κωδικοποιημένες για να χωρέσουν στις μικρές επιφάνειες των αντικειμένων αυτών. Έτσι, στην ερμηνεία των παραστάσεων χρησιμοποιούνται οι συγκρίσεις με την ανάλογη εικονογραφία της Μινωικής Κρήτης.
Το κύριο εικονιστικό θέμα αυτών των παραστάσεων είναι η λατρεία της γονιμότητας και της βλάστησης που εορτάζονταν μάλλον σε ημερολογιακή βάση, σύμφωνα με τον κύκλο της γεωργικής παραγωγής. Οι συνηθέστερες λατρευτικές πράξεις είναι οι δεήσεις, οι τελετουργικοί χοροί, οι πομπές, οι προσφορές και οι θυσίες. Οι θρησκευτικές σκηνές εκτυλίσσονταν στο ύπαιθρο, σε βραχώδη τοπία, κάτω από ιερά δέντρα και μπροστά σε σταθερούς ή κινητούς βωμούς. Οι χοροί είχαν στόχο να προκαλέσουν την οραματική εμφάνιση της Θεάς στο ποίμνιο, τη λεγόμενη Θεοφάνεια, που είναι γνωστή κυρίως από τη Μινωική εικονογραφία.
Η θεά τοποθετούνταν από τους καλλιτέχνες συνήθως στο κεντρικό σημείο των παραστάσεων. Γύρω της οι πιστοί απεικονίζονταν σε διάφορες στάσεις δέησης, σε μικρότερο μέγεθος απ’ αυτήν για να τονιστεί έτσι η διαβάθμιση της σημασίας των εικονιζόμενων προσώπων. Συχνά όμως, λόγω της αφαιρετικής απόδοσης των απεικονίσεων και του μικρού μεγέθους των παραστάσεων, είναι δύσκολο να γίνει η διάκριση μεταξύ λατρευτών και θεοτήτων. Ανάμεσα στις μορφές εμφανίζονται διάφορα αιωρούμενα θρησκευτικά σύμβολα.
Τα ίδια σύμβολα εμφανίζονται και ως μεμονωμένα διακοσμητικά μοτίβα στην τέχνη, αλλά και ως αυτούσια αντικείμενα λατρείας φτιαγμένα από διάφορα υλικά. Τα συχνότερα από αυτά ήταν ο ιερός κόμβος, η οκτώσχημη ασπίδα και τα ιερά κέρατα. Παρά όμως την εμφανή Μινωική προέλευση όλων αυτών των συμβόλων, οι Μυκηναίοι δε φαίνεται να υιοθέτησαν ευρέως τον διπλό πέλεκυ, το ύψιστο θρησκευτικό σύμβολο της Μινωικής λατρείας.
Μέσα από τα κείμενα των πινακίδων γνωρίζουμε αρκετά καλά τα είδη των λατρευτικών προσφορών. Οι συνηθέστερες προσφορές στις θεότητες ήταν αγροτικά προϊόντα, τα δημητριακά, το μαλλί, το λάδι αλλά και προϊόντα της βιοτεχνίας, ανάμεσα στα οποία και πολύτιμα αντικείμενα. Η προσφορά υφασμάτων είχε ένα συμβολικό νόημα που παραπέμπει στις εορτές του πέπλου της Αθηνάς. Προς τιμήν των αρρένων θεών θυσιάζονταν πολύ συχνά ζώα. Μια αρκετά συνηθισμένη προσφορά στα ιερά ήταν τα πήλινα ζωόμορφα ειδώλια που έπαιζαν συμβολικά μάλλον το ρόλο της προσφοράς κοπαδιών στα ιερά αλλά και το ρόλο του θυσιασμένου ζώου.
Τα πιο χαρακτηριστικά όμως λατρευτικά αντικείμενα των Μυκηναίων αποτελούν τα μικρά χειροποίητα ανθρωπόμορφα ειδώλια από πηλό. Αυτά διακρίνονται ανάλογα με το σχήμα του περιγράμματός τους, ανάλογα δηλαδή αν είχαν μαζεμένα τα χέρια τους στο στήθος ή υψωμένα σε στάση προσευχής, σε ειδώλια τύπου Φ και Ψ. Ανάμεσα στις υπόλοιπες παραλλαγές τους διακρίνονται μια ένθρονη παραλλαγή και ο τύπος της «κουροτρόφου».
Ένας άλλος τύπος ειδωλίου μεγαλύτερου σχήματος, που απαντά συνήθως σε οργανωμένα ιερά, ήταν κατασκευασμένος με κεραμικό τροχό όπως τα κεραμικά αγγεία. Τα ειδώλια ήταν αφιερώματα των πιστών στις θεότητες, τις οποίες υπηρετούσαν ως πιστοί λατρευτές. Τα ειδώλια βρίσκονται σε ιερά, σε τάφους αλλά και σε ιδιωτικές κατοικίες. Στις κατοικίες ήταν τοποθετημένα σε ειδικούς χώρους, ανάλογους με τα σημερινά εικονοστάσια και έπαιζαν μάλλον προστατευτικό και αποτροπαϊκό ρόλο για την οικογένεια.

Ιερατείο
Ορισμένα από τα πρόσωπα των θρησκευτικών σκηνών αναγνωρίζονται ως μέλη του ιερατείου. Οι γυναίκες ιέρειες εμφανίζονται με φορέματα μινωικού τύπου που άφηναν ακάλυπτο το στήθος. Με το τελετουργικό αυτό ένδυμα τονιζόταν το στοιχείο της γονιμότητας που ήταν απαραίτητο για την ευλογία των καλλιεργειών και των γεννημάτων. Οι άντρες ιερείς φορούσαν επίσης ένα χαρακτηριστικό ιερατικό ένδυμα, ένα μακρύ χειριδωτό χιτώνα.
Σε παραστάσεις σφραγίδων εμφανίζεται το μοτίβο γενειοφόρων αντρών, οι οποίοι επίσης χαρακτηρίζονται ιερείς βάσει συγκρίσεων με τη θρησκευτική εικονογραφία της Μινωικής Κρήτης και της Ανατολής. Κατά το τελευταίο αυτό εικονιστικό πρότυπο οι ιερείς απεικονίζονται με μακρύ κροσσωτό χιτώνα και κρατώντας συχνά έναν πέλεκυ Συροπαλαιστινιακού τύπου. Μερικές φορές κατά τη διάρκεια των θρησκευτικών τελετών οι ιερείς, άντρες και γυναίκες, φορούσαν δέρματα ζώων που συμβόλιζαν μάλλον το θυσίασμα.
Η ύπαρξη αυτού του τύπου ιερατικού ενδύματος πιστοποιείται και μέσα από τα κείμενα των πινακίδων, όπου έχουν επισημανθεί αναφορές σε ιερατικά πρόσωπα που φορούν δέρματα ζώων (di-pte-ra-po-ro), τη διφθέρα. Τα μέλη του ιερατείου πρωτοστατούσαν στις θρησκευτικές τελετές, δέχονταν τις προσφορές των πιστών και των ηγεμόνων και διαχειρίζονταν την περιουσία των ιερών. Σύμφωνα με τις μαρτυρίες των πινακίδων, το ιερατείο διακρινόταν σε διάφορους βαθμούς ιεραρχίας και σε διαφορετικές ειδικότητες.
Έτσι αναφέρονται κλειδούχοι, ιερουργοί, τελεστές και μια «Ιέρεια των Ανέμων». Στις θρησκευτικές κοινότητες ανήκαν και άλλα πρόσωπα αφιερωμένα στη λατρεία και, ανάλογα με τη σημασία του ιερού, ένας κάθε φορά διαφορετικός αριθμός δούλων. Στα κείμενα της Γραμμικής Β υπάρχουν επίσης σαφείς ενδείξεις ότι οι σχέσεις του ιερατείου και της πολιτικής εξουσίας ήταν συνυφασμένες και αλληλοεξαρτώμενες. ΟWanax, το πρόσωπο που βρισκόταν στην υψηλότερη βαθμίδα της πολιτικής ηγεσίας, ίσως ήταν εκείνο που συγκέντρωνε και τις θρησκευτικές εξουσίες.

Ιερά
Κατά τη δεύτερη χιλιετία π.Χ. στις χώρες της Ανατολής και στην Αίγυπτο συνηθιζόταν η τέλεση των θρησκευτικών τελετών σε επιβλητικά κτήρια αφιερωμένα αποκλειστικά στη λατρεία. Οι ναοί αυτοί ήταν σαφώς διαχωρισμένοι από τα κοσμικά κτήρια από άποψη τοπογραφική αλλά και από την άποψη της αρχιτεκτονικής σύλληψης και του διακοσμητικού προγράμματος. Στη Μινωική Κρήτη αντίθετα ο διαχωρισμός ιερών και κοσμικών κτηρίων δεν ήταν τόσο εμφανής, ωστόσο αναγνωρίζονται ειδικοί χώροι λατρείας στα ανάκτορα και στις ιδιωτικές κατοικίες, ενώ παράλληλα διαπιστώνεται η ύπαρξη της υπαίθριας λατρείας σε ιερά κορυφής και σε ιερά σπήλαια.
Στα κτήρια της Μυκηναϊκής Ελλάδας ο εντοπισμός των ιερών χώρων είναι πολύ πιο δύσκολος. Oι αρχαιολογικές και οι εικονογραφικές μαρτυρίες οδηγούν στο συμπέρασμα ότι οι ιερές πράξεις τελούνταν κατά κύριο λόγο στο ύπαιθρο. Oι θρησκευτικές σκηνές που απεικονίζονται στα σφραγιστικά δαχτυλίδια εκτυλίσσονται συχνά σε ορεινά βραχώδη τοπία, κοντά σε ιερά δέντρα και σε πηγές νερού. Στη Μυκηναϊκή εικονογραφία αναγνωρίζεται όμως παράλληλα και το γνωστό από τη Μινωική Κρήτη «τριμερές ιερό», ένα τρίκλιτο κτίσμα ελαφριάς κατασκευής διακοσμημένο με ιερά σύμβολα.
Αν και οι αρχαιολογικές μαρτυρίες των υπαίθριων ιερών και των ιερών κορυφής δεν είναι ακόμη αρκετές, από τα μέχρι τώρα ευρήματα γνωρίζουμε ότι στις τοποθεσίες όπου ασκούνταν η Μυκηναϊκή λατρεία ιδρύθηκαν αργότερα ναοί της Αρχαϊκής και της Κλασικής περιόδου. Το παλαιότερο Μυκηναϊκό ιερό εντοπίστηκε στην Επίδαυρο, κάτω από το ναό του Απόλλωνα Μαλεάτα και χρονολογείται στην Υστεροελλαδική Ι περίοδο. Kατά τον ίδιο τρόπο, ερευνώντας δηλαδή τα βαθύτερα στρώματα των αρχαϊκών και κλασικών ναών, έχουν ανακαλυφθεί υπολείμματα Μυκηναϊκών κτηρίων στην Ελευσίνα και τη Δήλο.
Την ύπαρξη οργανωμένων ιερών χώρων βεβαιώνουν και τα κείμενα των πινακίδων, όπου καταγράφονται οι προσφορές των υπηκόων και των ηγεμόνων στα ιερά, οι κατάλογοι του προσωπικού των ιερών και ο αριθμός των δούλων που αναλογούσαν σε κάθε ένα από αυτά. Τα ιερά αναφέρονται εκεί συνήθως ως τοπωνύμια, όπως το θρησκευτικό κέντρο της Pa-ki-ja-ne. Ιεροί χώροι έχουν εντοπιστεί και σε οικιστικά σύνολα. Tα ιερά των οικισμών δεν παρουσιάζουν ιδιότυπο αρχιτεκτονικό σχήμα.
Ο χαρακτηρισμός τους γίνεται από την ανεύρεση ιερών σκευών και από την ύπαρξη χτιστών βάθρων, όπου τοποθετούνταν τα ειδώλια και τα τελετουργικά σκεύη. Τέτοιοι ιεροί χώροι έχουν εντοπιστεί στις Μυκήνες, την Πύλο, στο Μπερμπάτι και το Καλαπόδι της Φωκίδας. Τα πιο χαρακτηριστικά και καλοδιατηρημένα ιερά όμως έχουν εντοπιστεί εκτός της ηπειρωτικής Ελλάδας, στη Μυκηναϊκή πόλη της Φυλακωπής, στη Mήλο και την Αγία Ειρήνη της Κέας. Στην ακρόπολη των Μυκηνών, το λεγόμενο «θρησκευτικό κέντρο» είναι ένα κτιριακό συγκρότημα που βρίσκεται νοτιοδυτικά του ταφικού περιβόλου Α.
Στα Μυκηναϊκά ανάκτορα υπήρχαν επίσης ιεροί χώροι, αν και η επισήμανση τέτοιων χώρων εκεί είναι πιο δύσκολη απ’ ό,τι στα Μινωικά ανάκτορα. Στη μεγάλη τελετουργική εστία του μεγάρου τελούνταν ίσως σπονδές και θυσίες, ενώ στο θρόνο του άνακτα ίσως έδρευαν οι αρχιερείς ή ο ανώτατος θρησκευτικός ηγέτης. Την ιερότητα του ανακτορικού χώρου υποδεικνύει και το εικονιστικό πρόγραμμα των τοιχογραφιών που κοσμούσαν τους εσωτερικούς χώρους.
Οι τοιχογραφίες της Πύλου έχουν συνολικά θρησκευτικό περιεχόμενο, πράγμα που σημαίνει ότι στο χώρο του ανακτόρου τελούνταν ιερές πράξεις. Έτσι, παρά τα λιγοστά δείγματα των σαφώς αναγνωρίσιμων ιερών χώρων, θεωρείται βέβαιο ότι σε κάθε Μυκηναϊκό οίκημα, ακρόπολη ή ανάκτορο υπήρχαν ειδικοί χώροι αφιερωμένοι στη λατρεία.

ΚΟΙΝΩΝΙΑ
Η μετάβαση στην Ύστερη Χαλκοκρατία συνδέεται με μια ριζική αλλαγή των κοινωνικών δεδομένων. Στους ταφικούς περιβόλους των Μυκηνών διακρίνεται καθαρά η μετάβαση από την ισότιμη κοινωνία της Μεσοελλαδικής εποχής στην αυστηρά ιεραρχημένη Υστεροελλαδική κοινωνία. Η ποικιλία και η πολυτέλεια των ταφικών κτερισμάτων αυτής της περιόδου δείχνoυν την ύπαρξη σαφώς διαχωρισμένων κοινωνικών στρωμάτων, ανάμεσα στα οποία είχε αρχίσει ήδη να ξεχωρίζει μια ισχυρή ηγετική τάξη.
Τα στοιχεία αυτά υποδεικνύουν ότι ο θεσμός της βασιλείας, η οριστική μορφή του οποίου είναι γνωστή από τα μυκηναϊκά κείμενα, είχε μάλλον διαμορφωθεί ήδη από την αρχή της Ύστερης Χαλκοκρατίας. Ο σχηματισμός της πολιτικής ηγεσίας φαίνεται ότι είχε και ένα ιδεολογικό υπόβαθρο· το κύρος και η ισχύς των βασιλέων απέρρεε από τη συγγένειά τους με μια παλαιότερη ηγετική κάστα, η οποία είχε στο μεταξύ ηρωοποιηθεί. Κατά τη διάρκεια του 15ου αιώνα π.Χ. οι Μυκηναίοι ηγεμόνες υιοθέτησαν τα πρότυπα κοινωνικής οργάνωσης της Μινωικής Κρήτης και της Εγγύς Ανατολής και τα εφάρμοσαν δημιουργώντας «Ανακτορικά Κράτη».
Στην κορυφή της ιεραρχίας βρισκόταν ο Wanax, ο οποίος ασκούσε συγχρόνως πολιτική και θρησκευτική εξουσία. Τα κατώτερα διοικητικά καθήκοντα και οι εξουσίες μοιράζονταν σε τοπικούς άρχοντες και ελεγκτές, ενώ για την ασφάλεια του κράτους φρόντιζε ο Lawagetas, ο αρχηγός του στρατού. Το πολιτικό σύστημα ήταν απόλυτα συγκεντρωτικό και στηριζόταν στη γαιοκτησία. Χάρη στη γραφειοκρατική οργάνωση και στην επιτυχή οικονομική διαχείριση οι αγροτικοί οικισμοί της Μέσης Χαλκοκρατίας μετατράπηκαν σε πόλεις – κράτη με αποτελεσματική διοίκηση και διεθνή ακτινοβολία.
Μια σειρά από αρχαιολογικά κατάλοιπα, όπως η παρουσία των ισχυρών οχυρώσεων, ο μεγάλος αριθμός όπλων που βρίσκονται στους τάφους, αλλά και ένα πλήθος παραστάσεων με πολεμικά θέματα, οδηγούν στο συμπέρασμα, ότι η Μυκηναϊκή κοινωνία είχε στρατιωτικό χαρακτήρα. Μια από τις ερμηνείες μάλιστα της αιφνίδιας οικονομικής ανόδου της ηγετικής τάξης είναι, ότι ο πλούτος της συγκεντρώθηκε από τα πολεμικά λάφυρα και τις ανταμοιβές που έλαβε με τη συμμετοχή της σε στρατιωτικές επιχειρήσεις άλλων χωρών.
Το κοινωνικό αυτό πρότυπο διατηρήθηκε επί πέντε περίπου αιώνες μέχρι την κατάρρευση των Μυκηναϊκών ανακτόρων γύρω στο 1200 π.Χ., αμέσως μετά την οποία άρχισε η περίοδος της παρακμής. Η κατάλυση της κεντρικής εξουσίας είχε αντίκτυπο σε όλους τους τομείς του πολιτισμού, ιδιαίτερα στην οικονομία και στις τέχνες. Ο πληθυσμός της ηπειρωτικής Ελλάδας υπολογίζεται ότι μειώθηκε στο ένα δέκατο περίπου του πληθυσμού του 13ου αιώνα π.Χ. και οργανώθηκε σε μικρότερες κοινότητες.
Οι ενισχύσεις των αμυντικών έργων μαρτυρούν μια έντονη αίσθηση ανασφάλειας. Παράλληλα όμως ιδρύθηκαν ορισμένοι νέοι παράκτιοι οικισμοί, οι οποίοι γνώρισαν μεγάλη άνθηση χάρη στις επαφές τους με την Ανατολή. Μετά την οριστική καταστροφή των ακροπόλεων γύρω στο 1100 π.Χ. οι αλλαγές στα κοινωνικά δεδομένα έγιναν εμφανέστερες. Κατά τον 11ο αιώνα πολλοί οικισμοί καταστράφηκαν ή εγκαταλείφτηκαν, ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού αποτραβήχτηκε σε ορεινές αγροτικές εγκαταστάσεις, ενώ τα κέντρα της ευρύτερης επικράτειας και οι αποικίες ανεξαρτητοποιήθηκαν.
Μεγάλα τμήματα του πληθυσμού, αναζητώντας μεγαλύτερη ασφάλεια και καλύτερες οικονομικές προοπτικές, εγκαταστάθηκαν στα νησιά του Αιγαίου και του Ιονίου, στη Μικρασιατική ακτή, στην Κύπρο και στην Παλαιστίνη, όπου μετέφεραν πολλά από τα στοιχεία του Μυκηναϊκού πολιτισμού. Η αλυσίδα των καταστροφών, τα νέα ταφικά έθιμα που επικράτησαν από τον 11ο αιώνα π.Χ. και η εισαγωγή ορισμένων νέων στοιχείων του υλικού πολιτισμού, το κυριότερο από τα οποία είναι η χρήση του σιδήρου, αποδίδονται στην εισχώρηση νέων πληθυσμών από το Βορρά, οι οποίοι έχουν ταυτιστεί με τα πρώτα δωρικά φύλα που, όπως αναφέρει ο Θουκυδίδης, εισέβαλαν στην Πελοπόννησο δύο γενιές μετά τα Τρωικά.

Ιεραρχία
Στα κείμενα των ανακτορικών πινακίδων γίνεται μνεία σε μια σειρά από αξιώματα και αξιωματούχους, ώστε σήμερα να είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε αρκετά καλά το ιεραρχικό σύστημα της Μυκηναϊκής διοίκησης. Τα αξιώματα αναγνωρίζονται από την ετυμολογία των τίτλων, από διάφορες νομικές πράξεις ή από την αναφορά τυχαίων γεγονότων που έχουν σχέση με διοικητικές υποθέσεις. Ενδεικτικά στοιχεία της ιεραρχίας αποτελούν επίσης η θέση που είχαν οι αξιωματούχοι στο σύστημα της γαιοκτησίας και τα προνόμια που απολάμβαναν.
Η ιεραρχική βαθμίδα και οι αρμοδιότητες των διάφορων αξιωμάτων δεν είναι βέβαια πάντοτε ξεκάθαρες. Στην κορυφή της μυκηναϊκής ιεραρχίας βρισκόταν ο Wanax, ο άνακτας. Ο ανώτατος αυτός μονάρχης διοικούσε το κράτος με έδρα τα ανάκτορα, καθόριζε τους νόμους και τους φόρους, κατεύθυνε τα συλλογικά έργα και όριζε τις διεθνείς συνθήκες. Όπως προκύπτει από τις πινακίδες της Πύλου, ο Wanax κατείχε τεράστιες εκτάσεις γης και επέτρεπε μόνο στον εαυτό του να αποδίδει συγκεκριμένες προσφορές στους θεούς. Η εξουσία του δεν απέρρεε από κάποιες διοικητικές διαδικασίες αλλά μάλλον από την κληρονομική διαδοχή.
Όλες οι αναφορές στον άνακτα συνδυάζονται με μνείες για εορτές ή χώρους τελετών, ώστε η εξουσία του να συνδέεται πάντοτε έμμεσα με τη λατρεία. Η δεύτερη σημαντική μορφή στην πυραμίδα της ιεραρχίας ήταν ο Lawagetas, εκείνος δηλαδή που άγει το λαό. Αν υποτεθεί ότι στη μυκηναϊκή γλώσσα όπως και στον Όμηρο η λέξη λαός δηλώνει το στρατό, τότε ο Lawagetas ήταν ο αρχηγός του στρατού. Τα καθήκοντά του θα ήταν να επιβάλει την τάξη στο κράτος και να οδηγεί το στρατό στις πολεμικές επιχειρήσεις. Οι εκτάσεις γης που είχε στην κατοχή του δείχνουν επίσης ότι κατείχε τη δεύτερη θέση μετά τον άνακτα στο σύστημα γαιοκτησίας.
Είχε επίσης στην υπηρεσία του διάφορους τεχνίτες. Μια διαφορετική άποψη ερμηνεύει τον Lawagetas ως ένα είδος εστεμμένου πρίγκηπα που δεν είχε στρατιωτική ή άλλη εξουσία. Μία ομάδα αξιωματούχων που αναφέρεται επίσης συχνά σε κείμενα γαιοκτησίας από την Πύλο και την Κνωσό είναι οι Telestas, οι τελεστές. Οι κάτοχοι του αξιώματος αυτού κατείχαν μια αρκετά υψηλή θέση στην ιεραρχία. Τρεις από τους αναφερόμενους τελεστές κατείχαν μαζί τόση γη όσο και ο άνακτας. Σχετικά με τα καθήκοντά τους έχουν διατυπωθεί δύο διαφορετικές θεωρίες.
Η μια τους θέλει θρησκευτικούς υπαλλήλους και η άλλη πρόσωπα στα οποία είχε παραχωρηθεί γη ως αντάλλαγμα για την παροχή υπηρεσιών. Στην περιοχή της Πύλου υπήρχε ένας μεγάλος αριθμός τελεστών, δεκατέσσερις από τους οποίους κατοικούσαν στο θρησκευτικό κέντρο Pakijane. Σε κείμενα από την Πύλο και την Κνωσό αναφέρεται η στρατιωτική τάξη των ιππέων, οι equeta. Στην κλασική Αθήνα οι ιππείς ήταν μια κοινωνική τάξη με βάση το εισόδημα, αλλά η Μυκηναϊκή λέξη ίσως συνδέεται περισσότερο με την ομηρική σημασία του «εταίρου», δηλαδή του βασιλικού ακόλουθου.
Στην Πύλο οι ιππείς εμφανίζονται ως εκπρόσωποι της κεντρικής στρατιωτικής αρχής και όπως φαίνεται από ορισμένα κείμενα γαιοκτησίας φορούσαν ένα χαρακτηριστικό ένδυμα, επέβαιναν σε δίτροχες άμαξες και είχαν σκλάβους. Η πιο πιθανή εξήγηση των αρμοδιοτήτων τους ήταν ότι αποτελούσαν μια μικρή κάστα πολεμιστών γύρω από τον άνακτα. Η τάξη αυτή ίσως ταυτίζεται με τους πολεμιστές μιας χαρακτηριστικής κατηγορίας τάφων της Υστεροελλαδικής ΙΙΑ και ΙΙΙΑ1 περιόδου, οι οποίοι ήταν θαμμένοι με ολόκληρο τον οπλισμό τους. Ένας τίτλος που αναφέρεται συχνά στις πινακίδες της Πύλου, της Κνωσού και της Θήβας είναι ο qasireu, δηλαδή ο βασιλέας.
Όλα τα μέχρι στιγμής στοιχεία δείχνουν ότι στη Μυκηναϊκή εποχή ο τίτλος αυτός δεν είχε ακόμη πάρει τη σημασία με την οποία εμφανίζεται αργότερα στα ομηρικά έπη. Οι Μυκηναίοι βασιλείς ήταν μάλλον τοπικοί αρχηγοί και η δικαιοδοσία τους δεν ξεπερνούσε τα όρια μιας μικρής επαρχίας ή ενός δήμου. Σε μια περίπτωση μάλιστα χαρακτηρίζεται έτσι ο επικεφαλής μιας ομάδας χαλκουργών. Κατά μια άποψη, οι βασιλείς ήταν πρόσωπα που προέρχονταν αποκλειστικά από το χώρο των εργαστηρίων και δεν είχαν καμία σχέση με τη διοίκηση

Πολιτική Οργάνωση
Η πολύπλοκη διοικητική οργάνωση των Μυκηναϊκών κρατιδίων δε θα ήταν δυνατή χωρίς την ύπαρξη μιας τάξης ευγενών και υπαλλήλων που θα εφάρμοζαν τους νόμους στην περιφέρεια. Η οργάνωση της υπαλληλικής ιεραρχίας φαίνεται ότι συνδεόταν με ένα αυστηρό και πολύπλοκο σύστημα γαιοκτησίας. Εκτός από τον άνακτα πολλά πρόσωπα είχαν ειδικά δικαιώματα και προνόμια στην κατοχή της γης, την οποία λάμβαναν ως αντάλλαγμα για τις υπηρεσίες τους. Το βασίλειο της Πύλου χωριζόταν σε δεκαέξι διοικητικές επαρχίες.  Οι τοπικοί άρχοντες ονομάζονταν koretai και είχαν ως αναπληρωτές τους prokorete.
Σε ανάλογα αξιώματα αναφέρονται και άλλοι ειδικοί τίτλοι όπως οι karawiporo,δηλαδή οι κλειδούχοι, και οι duma, που ήταν μάλλον επόπτες. Ένας άλλος τίτλος ήταν οι moroqa, οι κάτοχοι δηλαδή μοίρας ή κλήρου που ήταν και αυτοί ανώτεροι διοικητικοί υπάλληλοι αλλά δε συνδέονταν άμεσα με την ανακτορική αυλή. Τον τίτλο των κλειδούχων ήταν δυνατό να κατέχουν και γυναίκες – ιέρειες. Το γεγονός αυτό δείχνει ότι οι γυναίκες κατείχαν αξιώματα της πολιτικής ιεραρχίας, ενώ παράλληλα αποτελεί μια από τις βέβαιες περιπτώσεις στη Μυκηναϊκή διοίκηση που ένα πολιτικό αξίωμα συνδυάζεται με ένα θρησκευτικό.
Στα Μυκηναϊκά κείμενα αναφέρεται συχνά η λέξη damo, ο δήμος ή το χωριό, που δήλωνε τόσο το γεωγραφικό χώρο όσο και τον πληθυσμό των κοινοτήτων. Από τα συμφραζόμενα δε φαίνεται ότι η λέξη περιείχε κάποια διοικητική σημασία, σήμαινε όμως το συλλογικό σώμα του λαού καθενός από τα διοικητικά διαμερίσματα. Οι λέξεις δήμος και τελεσταί χρησιμοποιούνται και ως συνώνυμες, πράγμα που σημαίνει ότι οι μεγαλοκτηματίες εκπροσωπoύσαν μερικές φορές το λαό. Ένα από τα αξιώματα που αναφέρονται στην Πύλο ήταν οdamokoro, ένα σύνθετο επίθετο από το δήμος και το κορετήρ (korete).
Οι damokoro ήταν υπάλληλοι διορισμένοι από τον άνακτα. Μια μοναδική φορά αναφέρεται η λέξη κerosija, η οποία παραπέμπει ετυμολογικά στη γερουσία της κλασικής Αθήνας. Κατά τη Μυκηναϊκή εποχή, η γερουσία θα πρέπει να ήταν ένα τοπικό συμβούλιο το οποίο συνεδρίαζε υπό τον τοπάρχη. Στην Πύλο και την Κνωσό παραδίδεται και ο τίτλος Kamaeu,που αναφέρεται ίσως σε συγκεκριμένα πρόσωπα και όχι σε τίτλους. Τα πρόσωπα που έφεραν αυτό το όνομα ανήκαν στα χαμηλά κοινωνικά στρώματα και περιλάμβαναν ένα «δούλο του θεού» και έναν αρτοποιό.

Οι λέξεις doero και doera των ανακτορικών κειμένων είναι οι δούλοι ή οι σκλάβοι που δούλευαν στην υπηρεσία διάφορων ιδιωτών ή του ανακτόρου. Τα κείμενα των πινακίδων αφορούν συνήθως τους ηγεμόνες, τους ευγενείς, τους ανώτερους αξιωματούχους ή τους δούλους τους. Ανάμεσα σε αυτά τα ακραία επίπεδα της ιεραρχίας βρισκόταν η μεγαλύτερη αριθμητικά τάξη του εργαζόμενου πληθυσμού.
Η τάξη των επαγγελματιών περιλάμβανε τους ανακτορικούς τεχνίτες, τους ναυτικούς, τους οικοδόμους και μια ομάδα που ονομαζόταν «δούλοι του θεού». Ο μεγάλος αριθμός των διαφορετικών επαγγελμάτων δείχνει ένα εξελιγμένο σύστημα ειδικεύσεων και μια άριστη οργάνωση στον καταμερισμό της εργασίας.

Ταφικά Έθιμα
Τα Μυκηναϊκά έθιμα ταφής μας είναι αρκετά γνωστά από ένα σχετικά μεγάλο αριθμό νεκροταφείων ή και μεμονωμένων τάφων που έχουν ερευνηθεί αρχαιολογικά. Τα Μυκηναϊκά νεκροταφεία βρίσκονταν σε μικρή απόσταση από τους οικισμούς. Σε αρκετές περιπτώσεις είναι γνωστά τα νεκροταφεία αλλά όχι και οι οικισμοί στους οποίους ανήκαν. Η γενική εικόνα των μυκηναϊκών νεκροταφείων δείχνει μια ομαλή εξέλιξη από τα ταφικά έθιμα της Μεσοελλαδικής εποχής.
Για ένα μικρό διάστημα συνεχίζεται η κατασκευή κιβωτιόσχημων τάφων, του κύριου ταφικού τύπου της Μέσης Χαλκοκρατίας, αλλά σύντομα επικρατούν τρεις νέοι και εντελώς διαφορετικοί τύποι τάφων, οι λακκοειδείς, οι θολωτοί και οι θαλαμοειδείς, οι οποίοι προορίζονται για περισσότερες από μια ταφές. Ο Πρωιμότερος τύπος των λακκοειδών τάφων είναι γνωστός από τους βασιλικούς περιβόλους των Μυκηνών και έχει δώσει το όνομά του στη μεταβατική περίοδο από τη Μέση στην Ύστερη Χαλκοκρατία.
Οι λακκοειδείς και οι θαλαμοειδείς είναι ορύγματα στο βράχο, ενώ οι θολωτοί, πιθανότατα μια μετεξέλιξη των θολωτών τάφων της Κρήτης, είναι ταφικά κτήρια από τα πιο αξιοθαύμαστα δείγματα της Μυκηναϊκής αρχιτεκτονικής. Οι Μυκηναίοι τοποθετούσαν μέσα στους τάφους πλούσια κτερίσματα, συνήθως κοσμήματα, όπλα και χρηστικά σκεύη που ήταν πάντα ανάλογα με την κοινωνική θέση του νεκρού, αλλά, όταν επερχόταν η αποσύνθεση, δε γινόταν καμία προσπάθεια διατήρησης της ενότητας του σκελετού.
Τα οστά των προηγούμενων ταφών παραμερίζονταν, για να εξοικονομηθεί χώρος για τις νεότερες ταφές, και τα παλαιότερα κτερίσματα μετακινούνταν. Έτσι, άθικτη βρίσκεται συνήθως μόνο η τελευταία ταφή. Παρόλο που οι επιδράσεις της Κρήτης στο μυκηναϊκό κόσμο είναι γενικά έντονες, ωστόσο η πλούσια κτέριση δεν ήταν γνώρισμα των Μινωικών ταφικών εθίμων. Αυτό δείχνει ότι οι Μυκηναίοι υιοθέτησαν το έθιμο των πολυτελών κτερισμάτων μάλλον από την Αίγυπτο. Το γεγονός όμως ότι δε φρόντιζαν τη διατήρηση του σώματος ή την ενότητα του σκελετού μετά τον ενταφιασμό δείχνει ότι δεν πίστευαν στη μεταθανάτια ζωή όπως οι Αιγύπτιοι.
Χάρη κυρίως στις εικονιστικές παραστάσεις των λαρνάκων της Τανάγρας γνωρίζουμε μερικές από τις Μυκηναϊκές νεκρικές τελετές. Στις παραστάσεις αυτές απεικονίζονται η πρόθεση και η εκφορά των νεκρών, τελετουργικοί χοροί και πομπές θρηνωδών. Τα ίδια ευρήματα μαρτυρούν ότι κατά τη διάρκεια των νεκρικών τελετών γίνονταν και αθλητικοί αγώνες προς τιμήν των νεκρών, αμαξοδρομίες, ακόμη και τα γνωστά από την Κρήτη ταυροκαθάψια. Η οργάνωση των αθλητικών εκδηλώσεων προς τιμήν των νεκρών συνδέει τα Μυκηναϊκά ταφικά έθιμα με τις σχετικές μαρτυρίες του Ομήρου, στις οποίες περιγράφονται οι αθλητικοί αγώνες που οργάνωσε ο Αχιλλέας για το νεκρό Πάτροκλο.

Λακκοειδείς Τάφοι
Οι λακκοειδείς τάφοι είναι ο πρώτος χρονολογικά τύπος Μυκηναϊκού τάφου που εμφανίζεται κατά την Υστεροελλαδική Ι περίοδο (1550 – 1500 π.Χ.). Τα χαρακτηριστικότερα δείγματα λακκοειδών τάφων βρίσκονται στoυς δύο ταφικούς περιβόλους των Μυκηνών. Πρόκειται για τον ταφικό περίβολο Α και τον Β, που θεωρούνται ως χώροι ταφής των τοπικών αρχόντων. Από τους δύο ο περίβολος Β κοντά στη νοτιοδυτική πλευρά της ακρόπολης είναι ο αρχαιότερος, καθώς οι Πρωιμότεροι τάφοι του χρονολογούνται στο τέλος της Μεσοελλαδικής εποχής.
Ο μεταγενέστερος περίβολος Α βρισκόταν αρχικά έξω από την ακρόπολη, στη συνέχεια όμως εντάχθηκε σ’ αυτήν με την επέκταση του τείχους της για λόγους προστασίας. Οι λακκοειδείς τάφοι αποτελούν μάλλον μιαν εξέλιξη του Μεσοελλαδικού κιβωτιόσχημου τάφου, ενός τύπου που συνεχίζεται και στην Υστεροελλαδική εποχή. Είναι βαθιοί λάκκοι παραλληλόγραμμου σχήματος και προορίζονταν, αντίθετα με τους κιβωτιόσχημους, για περισσότερες από μία ταφές. Η στέγη τους ήταν κατασκευασμένη από πλάκες τοποθετημένες επάνω σε ξύλινα δοκάρια και ήταν επιχρισμένη με πηλό, ενώ η μεγάλη απόστασή της από το δάπεδο δημιουργούσε ένα μικρό ορθογώνιο θάλαμο.
Ο χώρος επάνω από τη στέγη που ήταν τοποθετημένη βαθύτερα από την επιφάνεια του εδάφους, γεμιζόταν με χώμα. Επάνω από το χωμάτινο σωρό τοποθετούνταν μια λίθινη επιτύμβια στήλη, το σήμα. Οι νεκροί των λακκοειδών τάφων ήταν τοποθετημένοι σε ύπτια στάση με ελαφρά λυγισμένα τα πόδια, ίσως μέσα σε φέρετρα, όπως δείχνουν τα υπολείμματα ξύλου που έχουν επισημανθεί. Οι νεκροί ήταν ντυμένοι με βαρύτιμες ενδυμασίες και ήταν στολισμένοι με κοσμήματα από πολύτιμα μέταλλα και σπάνια πετρώματα.
Γύρω τους ήταν τοποθετημένα πολυτελή κτερίσματα, όπλα, κεραμικά και μεταλλικά αγγεία και αντικείμενα καθημερινής χρήσης, τα οποία μαρτυρούν την υψηλή κοινωνική θέση των νεκρών, αν όχι και τη βασιλική τους ιδιότητα. Ανάμεσα στα κτερίσματα των τάφων αυτών συμπεριλαμβάνονται και μερικά από τα εξοχότερα δείγματα της Μυκηναϊκής τέχνης, καθώς και εισηγμένα αντικείμενα ή εγχώρια κατασκευασμένα από εισηγμένα υλικά, δείγματα των διεθνών σχέσεων των Μυκηναίων.
Τα κτερίσματα των λακκοειδών τάφων δείχνουν τις εκλεπτυσμένες προτιμήσεις των Μυκηναίων ηγεμόνων, οι οποίοι φαίνεται ότι ήταν συλλέκτες των πιο εξεζητημένων και αριστουργηματικών αντικειμένων της εποχής. Πέρα απ’ αυτό δείχνουν την προσωπικότητα των δυναστών που δεν ήταν πια προσκολλημένοι στα Ελλαδικά έθιμα, αλλά είχαν υιοθετήσει τις προτιμήσεις, τις συνήθειες και τις αντιλήψεις άλλων λαών. Έτσι ένας σκελετός, μάλλον γυναικείος που παρουσιάζει ίχνη ταρίχευσης, παρόλο που αποτελεί ένα μεμονωμένο παράδειγμα, φέρνει τα ταφικά έθιμα των Μυκηναίων κοντά στις δοξασίες των Αιγυπτίων για τη μεταθανάτια ζωή.

Θολωτοί Τάφοι
Οι θολωτοί τάφοι είναι υπόγεια κυκλικά κτίσματα που αποτελούνται από την κυρίως θόλο και ένα μακρύ δρόμο. Το χτίσιμο των θόλων γινόταν με λιθόπλινθους που τοποθετούνταν σε σειρές κατά το εκφορικό σύστημα. Ο ταφικός αυτός τύπος προήλθε μάλλον από την Κρήτη, όπου υπήρχε ήδη από την Πρωτομινωική εποχή (3000 – 2000 π.Χ) και μεταδόθηκε στην ηπειρωτική Ελλάδα κατά το τέλος της Υστεροελλαδικής I περιόδου (1550 – 1500 π.Χ.) μέσω της Μεσσηνίας, όπου έχουν βρεθεί τα Πρωιμότερα παραδείγματα. Κατά μια διαφορετική άποψη, οι θολωτοί τάφοι δεν είναι παρά μια λιθόχτιστη εκδοχή του Ελλαδικού τύμβου.
Το σύνολο των θολωτών τάφων που έχουν βρεθεί στην ηπειρωτική Ελλάδα ανέρχεται στους 120. Από αυτούς, οι 14 μεγαλύτεροι θεωρούνται σημαντικά αρχιτεκτονικά επιτεύγματα, καθώς οι θολωτές κατασκευές αντιμετώπιζαν σοβαρά στατικά προβλήματα, όταν η διάμετρός τους ξεπερνούσε τα 6 μ. Συγκεκριμένα το στόμιό τους κινδύνευε να καταρρεύσει από το υπερβολικό βάρος του υπέρθυρου, το οποίο έφτανε μερικές φορές τους 120 τόνους. Μια προστατευτική τεχνική που εφαρμόστηκε για να αποφευχθεί αυτό το πρόβλημα ήταν η επινόηση του ανακουφιστικού τριγώνου που μετέφερε το βάρος του υπέρθυρου στις παραστάδες και τις πλευρές της θόλου.
Όλοι οι θολωτοί τάφοι της ηπειρωτικής Ελλάδας βρέθηκαν συλημένοι ολοκληρωτικά ή εν μέρει, γι’ αυτό δεν μπορούμε να γνωρίζουμε ακριβώς τα έθιμα ταφής. Οι λάκκοι που έχουν βρεθεί στο δάπεδό τους χρησίμευαν ως τάφοι ή ως τελετουργικές εγκαταστάσεις για την υποδοχή νεκρικών σπονδών και προσφορών. Στην περίμετρo των θόλων προστίθεντο μερικές φορές ορθογώνιοι θάλαμοι. Οι χώροι αυτοί χρησιμοποιούνταν ως νεκρικοί θάλαμοι, όπως δείχνει μια γυναικεία ταφή στις Αρχάνες. Στην ηπειρωτική Ελλάδα έχουν βρεθεί δύο παραδείγματα τέτοιων τάφων, ο «θησαυρός του Ατρέα» στις Μυκήνες και ο «Θησαυρός του Μινύα» στον Ορχομενό.
Στο δεύτερο από αυτούς τους τάφους, η οροφή του πλευρικού θαλάμου είναι επενδυμένη με μια ασβεστολιθική πλάκα με ανάγλυφη διακόσμηση. Η είσοδος των θόλων σφραγιζόταν συνήθως με τοίχο και πολύ σπάνια με θύρα. Ιδιαίτερη επιμέλεια έδιναν στην κατασκευή της πρόσοψης, παρόλο που η είσοδος ήταν μόνο για ένα μικρό διάστημα ορατή, από τη στιγμή της αποπεράτωσης του τάφου μέχρι τον πρώτο ενταφιασμό. Ο πολυτελής διάκοσμος της πρόσοψης του θησαυρού του Ατρέα αποτελεί ένα μοναδικό παράδειγμα.
Ο δρόμος ήταν διαμορφωμένος ανάλογα με το μέγεθος και την ποιότητα της κατασκευής των τάφων, ως μια μικρή δίοδος λαξεμένη στο βράχο ή μια επιμελημένη λιθόκτιστη κατασκευή. Ύστερα από κάθε ταφή το εξωτερικό άκρο του δρόμου κλεινόταν και το εσωτερικό του γεμιζόταν με χώμα. Οι τάφοι καλύπτονταν από ένα τεχνητό λοφίσκο από χώμα και πέτρες που προστάτευε την κατασκευή από τη φυσική φθορά. Το επιβλητικό αυτό χωμάτινο έξαρμα λειτουργούσε και ως ταφικό σήμα.
Η χρήση των θολωτών τάφων σταματάει κατά την Υστεροελλαδική ΙΙΙΓ (1300 – 1200 π.Χ.) περίοδο. Από το διάστημα αυτό και μέχρι το τέλος της Μυκηναϊκής περιόδου επικρατούν οι θαλαμοειδείς τάφοι μαζί με επιβιώσεις παλαιότερων ταφικών τύπων, μάλλον επειδή οι νέες οικονομικές συνθήκες δεν επέτρεπαν την κατασκευή τόσο περίπλοκων ταφικών μνημείων.

Θαλαμοειδείς Τάφοι
Οι θαλαμοειδείς τάφοι είναι υπόγειοι χώροι σκαμμένοι σε πλαγιές λόφων που χρησιμοποιούνταν για πολλές διαδοχικές ταφές και αποτελούν τον πιο διαδεδομένο τύπο τάφου της Μυκηναϊκής εποχής. Το είδος αυτό εμφανίστηκε κατά την Υστεροελλαδική ΙΙ και συνεχίστηκε μέχρι την Υστεροελλαδική ΙΙΙ Γ περίοδο. Τα περισσότερα ωστόσο και χαρακτηριστικότερα δείγματά του ανήκουν στην Υστεροελλαδική ΙΙΙΑ-Β περίοδο.
Οι θαλαμοειδείς τάφοι ίσως προέκυψαν από την ανάμιξη στοιχείων των κιβωτιόσχημων και των λακκοειδών τάφων της πρώιμης Μυκηναϊκής εποχής, ενώ δεν αποκλείεται και η προέλευσή τους από τις Κυκλάδες, όπου υπήρχαν σε μια παρόμοια μορφή ήδη από την Πρώιμη Χαλκοκρατία. Γενικά παρατηρούνται αρκετές διαφορές στο σχήμα και στην ποιότητα της κατασκευής τους. Η έκταση του θαλάμου φτάνει συνήθως περίπου τα 7 τ.μ. και το σχήμα του, που άλλοτε εμφανίζεται τετράπλευρο και άλλοτε ελλειψοειδές ή πεταλόσχημο, εξαρτιόταν από την ποιότητα και τη σκληρότητα του εδάφους.
Ο μεγαλύτερος θαλαμοειδής τάφος είναι ο λεγόμενος «Τάφος των Παιδιών του Οιδίποδα» στη Θήβα, ο οποίος είχε μάλιστα διακοσμηθεί με ζωγραφιστό διάκοσμο. Στην είσοδό τους οδηγούσε ένα μακρύ και στενό όρυγμα με συγκλίνοντα τοιχώματα, που ονομάζεται, όπως και στους θολωτούς τάφους, δρόμος. Στα τοιχώματα των δρόμων υπήρχαν συχνά κόγχες, όπου τοποθετούνταν νεκρικές προσφορές. Οι θαλαμοειδείς τάφοι δίνουν τις περισσότερες πληροφορίες για τον τρόπο απόθεσης, τις ταφικές τελετές και τα κτερίσματα, καθώς, επειδή δεν ξεχωρίζουν από το έδαφος, βρίσκονται συχνά ασύλητοι.
Η εικόνα των ταφικών εθίμων που δίνουν δεν είναι εντελώς ομοιόμορφη, αλλά αντίθετα φαίνεται ότι ποικίλλει αρκετά κατά περιοχή. Συνήθως ο νεκρός τοποθετούνταν στο δάπεδο του θαλάμου σε ύπτια θέση χωρίς συγκεκριμένο προσανατολισμό. Κοντά του τοποθετούνταν προσωπικά του αντικείμενα, όπως τα όπλα και οι σφραγίδες που χρησιμοποιούσε εν ζωή, μαζί με ταφικά κτερίσματα, συνήθως αγγεία και ειδώλια. Ο αριθμός των νεκρών που θάβονταν στον ίδιο τάφο ποικίλλει αρκετά και φαίνεται ότι εξαρτάται από τυχαίες συνθήκες που μπορεί να ήταν το μέγεθος του οικισμού, ο δείκτης της θνησιμότητας ή το διάστημα της χρήσης του.
Κατά μέσο όρο σε κάθε τάφο αυτού του τύπου θάβονταν τρεις έως πέντε νεκροί, ενώ μερικοί από αυτούς ίσως είχαν χρησιμοποιηθεί και ως κενοτάφια. Ύστερα από κάθε ενταφιασμό η είσοδος των τάφων φραζόταν με ξερολιθιά. Μπροστά στην είσοδο γίνονταν σπονδές που κατέληγαν στο σπάσιμο των αγγείων. Μετά το πέρας των νεκρικών τελετών ο δρόμος επιχωματωνόταν. Μερικές φορές επάνω από τον τάφο τοποθετούνταν εμφανή σήματα. Όταν ο τάφος επρόκειτο να επαναχρησιμοποιηθεί, απομακρύνονταν όλη η επιχωμάτωση του δρόμου και η ξερολιθιά από την είσοδο.
Αν δεν υπήρχε αρκετός χώρος στο εσωτερικό του θαλάμου, τα οστά των προηγούμενων ταφών παραμερίζονταν για να τοποθετηθεί ο νέος νεκρός. Άλλοτε ο χώρος εκκενωνόταν εντελώς και τα οστά τοποθετούνταν σε λάκκους στο δάπεδο, στο δρόμο ή σε ειδικά διανοιγμένες κόγχες στα τοιχώματα του θαλάμου. Για τον ίδιο λόγο, την εξοικονόμηση δηλαδή χώρου αλλά και για απολυμανθεί ο θάλαμος, μερικές φορές τα παλαιότερα λείψανα καίγονταν.
Για την απόθεση των νεκρών στους θαλαμοειδείς τάφους χρησιμοποιούνταν μερικές φορές πήλινες λάρνακες, ένα έθιμο που παρατηρείται για πρώτη φορά στον Αιγαιακό χώρο σε τάφους της Μινωικής Κρήτης. Ένας μεγάλος αριθμός λαρνάκων της Υστεροελλαδικής ΙΙΙ Β και ΙΙΙ Γ περιόδου έχει βρεθεί στο εκτεταμένο νεκροταφείο της Τανάγρας στη Βοιωτία. Οι λάρνακες φέρουν συχνά ζωγραφισμένες παραστάσεις που απεικονίζουν θέματα σχετικά με τις ταφικές τελετές, όπως η πρόθεση και η εκφορά του νεκρού ή πομπές γυναικών που θρηνούν, πλουτίζοντας έτσι αρκετά τις γνώσεις μας για το είδος των ταφικών τελετών.
Τα έθιμο της ταφής σε λάρνακες αλλά και τη συνήθεια να απεικονίζουν επάνω σ’ αυτές θρησκευτικές και νεκρικές τελετές υιοθέτησαν οι Μυκηναίοι από τους Μινωίτες, αν συγκρίνει κανείς τα ευρήματα από την Τανάγρα με τις περίφημες παραστάσεις της σαρκοφάγου της Αγίας Τριάδας.


Ενδυμασία και Καλλωπισμός
Αν και οι πρώτες πληροφορίες που έχουμε για την τέχνη της υφαντικής ανάγονται στη Νεολιθική εποχή, τα πρώτα στοιχεία που έχουμε για την ενδυμασία στην ηπειρωτική Ελλάδα είναι πολύ μεταγενέστερα. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι μέχρι την Ύστερη Χαλκοκρατία απεικονίζονται πολύ σπάνια ανθρώπινες μορφές. Οι πρώτες ανθρώπινες ενδεδυμένες μορφές απεικονίζονται στη μυκηναϊκή τέχνη. Εκείνο που είναι ξεκάθαρο σχετικά με τις ενδυματολογικές προτιμήσεις των Μυκηναίων είναι μια εμφανής προσήλωση στην ενδυμασία της μινωικής Κρήτης.
Τα Μινωικά ενδύματα και ιδιαίτερα η επίσημη γυναικεία ενδυμασία εκτόπισε σταδιακά την τοπική Ελλαδική φορεσιά στο πλαίσιο μιας γενικότερης τάσης να υιοθετηθούν οι Μινωικές συνήθειες. Οι ομοιότητες φαίνονται στο είδος των ρούχων αλλά και στον τρόπο της κατασκευής τους. Τα Μυκηναϊκά ενδύματα είναι όμως γενικά απλούστερα και πιο συντηρητικά. Παράλληλα με τις Μινωικές επιρροές διαπιστώνεται η επιβίωση του τοπικού ενδύματος στον αντρικό χιτώνα αλλά και ο τύπος του μακριού περιζώματος.
Και οι δύο αυτοί τύποι θεωρείται ότι αντιπροσωπεύουν μια παλαιότερη ενδυματολογική παράδοση της ηπειρωτικής Ελλάδας. Τόσο οι εικονιστικές παραστάσεις όσο και τα κτερίσματα των Μυκηναϊκών τάφων μας δείχνουν ότι άντρες και γυναίκες φορούσαν εντυπωσιακά κοσμήματα από ευτελή ή πολύτιμα υλικά ανάλογα με την κοινωνική τάξη στην οποία ανήκαν. Μερικά κοσμήματα ήταν επίρραπτα, δηλαδή ραμμένα επάνω στα ενδύματά τους. Οι Μυκηναίοι έδειχναν επίσης ιδιαίτερη φροντίδα για την υγιεινή του σώματος και τον καλλωπισμό τους.
Από τους καταλόγους αντικειμένων στις πινακίδες αλλά και από τα ανασκαφικά ευρήματα γνωρίζουμε ότι χρησιμοποιούσαν καλλυντικά και ειδικά σκεύη για το λουτρό. Στις πινακίδες γίνεται ειδική μνεία σε μια μεγάλη ποικιλία από αρωματικά έλαια, τα οποία, αφού συσκευάζονταν σε ειδικά δοχεία, εξάγονταν σε αρκετά μεγάλη κλίμακα. Τα εργαλεία καλλωπισμoύ που ήταν φτιαγμένα συνήθως από χαλκό και σπανιότερα από ελεφαντόδοντο συνόδευαν μερικές φορές τους νεκρούς στον τάφο. Έτσι, ανάμεσα σε άλλα κτερίσματα βρίσκονται ξυράφια, τριχολαβίδες, καθρέπτες και χτένες.
Μία ομάδα αρχαιολογικών ευρημάτων όπως η χρωματισμένη ασβεστολιθική μάσκα από τις Μυκήνες και ένα σύνολο από πήλινα ειδώλια μαρτυρούν ότι οι Μυκηναίες, όπως άλλωστε και οι Μινωίτισσες έβαφαν τα μάτια, τα χείλη και άλλα σημεία του προσώπου τους. Οι ενδείξεις αυτές προέρχονται μέχρι τώρα μόνο από ευρήματα με θρησκευτικό περιεχόμενο, οδηγώντας έτσι στο συμπέρασμα ότι το βάψιμο του προσώπου δεν είχε απλό διακοσμητικό αλλά τελετουργικό χαρακτήρα.

Γυναικεία Μυκηναϊκή Ενδυμασία
Η γυναικεία Μυκηναϊκή ενδυμασία αποδίδεται συχνά και με αρκετές λεπτομέρειες στις παραστάσεις των τοιχογραφιών και στα σφραγιστικά δαχτυλίδια. Στις περισσότερες από αυτές τις παραστάσεις το γυναικείο ένδυμα δε διακρίνεται σχεδόν καθόλου από το μινωικό. Αποτελείται όπως και αυτό από ένα στενό περικόρμιο που άφηνε ελεύθερο το στήθος, μια μακριά φούστα με βολάν και μια ποδιά. Το ένδυμα αυτό ήταν πάντοτε διακοσμημένο στις παρυφές και στις ραφές του με χρωματιστές υφαντές ταινίες, οι οποίες κοσμούσαν και ταυτόχρονα στερέωναν το ύφασμα.
Παρά τη μεγάλη ομοιότητά τους με τα Μινωικά, τα Μυκηναϊκά ενδύματα παρουσιάζουν και ορισμένες ουσιαστικές διαφορές από αυτά. Η πιο ουσιαστική διαφορά είναι ότι στην ηπειρωτική Ελλάδα χρησιμοποιούνται απλούστερα υφάσματα που διαφέρουν από τα Μινωικά στην εκζήτηση και στην εκτέλεση των υφαντικών σχεδίων. Συχνά τα ενδύματα ανήκαν μεν στο μινωικό τύπο αλλά ήταν μονόχρωμα ή διακοσμημένα με απλά σχέδια. Παράλληλα παρατηρούνται και ορισμένες τοπικές ιδιομορφίες, όπως η χρήση ενός ορισμένου είδους υφάσματος με θηλιές, του φλοκιαστού, που φαίνεται ότι ήταν περισσότερο διαδεδομένο στην ηπειρωτική Ελλάδα.
Και ενώ οι περισσότερες εικονιστικές παραστάσεις δείχνουν την ενδυμασία να κινείται στην τροχιά της Μινωικής μόδας, τα πήλινα γυναικεία ειδώλια προδίδουν μια σύγχρονη αλλά εντελώς διαφορετική ενδυματολογική παράδοση. Αυτές οι μορφές είναι ντυμένες με ένα μακρύ και ευρύχωρο χειριδωτό χιτώνα. Δεδομένου ότι τα Μινωικά ενδύματα ήταν ένα είδος που είχαν εισάγει οι ανώτερες κοινωνικές τάξεις, θεωρείται πιθανό ότι ο μακρύς χιτώνας αντικατοπτρίζει μία παλαιότερη ενδυματολογική παράδοση της Στερεάς Ελλάδας, η οποία λόγω της έλλειψης απεικονίσεων δεν είχε μέχρι τότε διασωθεί στην τέχνη.
Η συνάντηση των δύο αυτών ενδυματολογικών τάσεων στη Μυκηναϊκή Ελλάδα μπορεί ακόμα να σημαίνει ότι τα ενδύματα του Μινωικού τύπου ήταν μια συνειδητή διαφοροποίηση του ενδύματος των ευγενών από εκείνο του λαού ή ότι αντιπροσώπευαν «ειδικά» ενδύματα που φοριούνταν μόνο σε ορισμένες περιστάσεις ή μόνο κατά τη διάρκεια θρησκευτικών τελετών.

Ανδρική Μυκηναϊκή Ενδυμασία

Αντίθετα από τη γυναικεία ενδυμασία που εμφανίζεται συχνά ως μια πιστή αντιγραφή της Μινωικής, η ενδυμασία των αντρών ήταν τελείως διαφορετική από τους τύπους του Μινωικού ζώματος. Οι Μυκηναίοι άντρες φορούσαν ένα χειριδωτό χιτώνα που έφτανε συνήθως μέχρι τα γόνατα και ήταν φτιαγμένος από δύο κομμάτια υφάσματος. Τα υφάσματα που χρησιμοποιούνταν ήταν συνήθως μονόχρωμα ή είχαν αραιά επαναλαμβανόμενα υφαντικά μοτίβα. Στις παρυφές και στις ενώσεις των χιτώνων ήταν ραμμένες υφαντές ταινίες, που δημιουργούσαν μια έντονη χρωματική αντίθεση με το υπόλοιπο ένδυμα.
Το αντρικό Μυκηναϊκό ένδυμα ήταν προσαρμοσμένο στις κλιματικές συνθήκες της ηπειρωτικής Ελλάδας, αλλά ανταποκρινόταν καλύτερα και στις αγαπημένες ασχολίες των Μυκηναίων, κάλυπτε τον επάνω κορμό προστατεύοντας από το ψύχος, αλλά ήταν κοντό και φαρδύ για να διευκολύνει τις κινήσεις στο κυνήγι και στις μάχες. Οι χιτώνες των κυνηγών και των πολεμιστών ήταν ακόμη πιο κοντοί και κατέληγαν συχνά σε κρόσσια. Κατά μια άποψη, ο αντρικός Μυκηναϊκός χιτώνας ήταν το κοινό ένδυμα των Ινδοευρωπαίων κατοίκων της ηπειρωτικής Ελλάδας που φοριούνταν από άντρες και γυναίκες πριν να εμφανιστούν οι Μινωικές επιρροές.
Σπανιότερα εμφανίζεται και ένας τύπος κοντού παντελονιού, όπως επίσης και το μακρύ αντρικό περίζωμα, η περιβολή με την οποία εμφανίζονται οι αντιπρόσωποι των Αιγαιακών κρατών στις Αιγυπτιακές τοιχογραφίες των Κεφτιού. Οι άντρες ιερείς φορούσαν έναν παρόμοιο χιτώνα που ήταν όμως μακρύς. Οι ιερατικοί χιτώνες ήταν πολυτελείς και συχνά διακοσμημένοι με περίτεχνα υφασμένες χρωματιστές τρέσες.
Σε Μυκηναϊκές σφραγίδες συναντάται επίσης ένα χαρακτηριστικό είδος ιερατικού ενδύματος, το οποίο είναι γνωστό από τη θρησκευτική εικονογραφία της Κρήτης και της Μέσης Ανατολής. Αυτό ήταν ένα μακρύ κροσσωτό ύφασμα που τυλιγόταν πολλές φορές γύρω από το σώμα και φοριόταν επάνω από ένα απλό χειριδωτό χιτώνα.

Κοσμήματα
Στον τομέα της κοσμηματοτεχνίας οι Μυκηναίοι επηρεάστηκαν πολύ, όπως και στη περίπτωση της ενδυμασίας, από τους Μινωίτες. Η Μινωίζουσα αισθητική, που διαπιστώνεται ήδη από την εποχή των λακκοειδών τάφων, υπαγόρευε το συνδυασμό πολλών διαφορετικών υλικών που δημιουργούσαν έντονες χρωματικές αντιθέσεις. Τα συνηθέστερα είδη κοσμημάτων αυτής της εποχής ήταν τα διαδήματα, τα περιδέραια από διάφορες χάντρες, τα δαχτυλίδια, τα σκουλαρίκια και οι σφηκωτήρες μαλλιών.
Για τη στερέωση των ενδυμάτων χρησιμοποιούνταν μακριές μεταλλικές περόνες με περίτεχνη κεφαλή και τα πιο πολυτελή από αυτά ήταν διακοσμημένα με επίρραπτα χρυσά ελάσματα και διάτρητα φύλλα. Τα κοσμήματα αποτελούσαν κατεξοχήν αντικείμενα κύρους, γι’ αυτό και η σπανιότητα των υλικών από τα οποία ήταν φτιαγμένα είχε μεγάλη σημασία για τις ανώτερες τάξεις.
Για το λόγο αυτό οι Μυκηναίοι εκτός από ευτελή υλικά στην κατασκευή κοσμημάτων, όπως η φαγεντιανή, ο χαλκός και ο ορείχαλκος, χρησιμοποιούσαν και πολύτιμες πρώτες ύλες εισηγμένες από μακρινές χώρες: χρυσό και ορεία κρύσταλλο από την Αίγυπτο, λαζουρίτη από το Αφγανιστάν, ελεφαντόδοντο από τη Συρία και ήλεκτρο από τη Βαλτική. Ιδιαίτερη σημασία έχουν τα δαχτυλίδια που μας δίνουν πολύτιμες πληροφορίες για τις καλλιτεχνικές τάσεις και την εικονογραφία της Μυκηναϊκής εποχής. Η σφενδόνη τους ήταν κατασκευασμένη από ημιπολύτιμους λίθους και έφερε συχνά ανάγλυφη διακόσμηση.
Κατά τις πρώιμες περιόδους της Υστεροελλαδικής εποχής χρησιμοποιήθηκαν σκληρά πετρώματα, όπως ο αμέθυστος, ο καρνεόλης, ο σάρδιος και ο αιματίτης, ενώ από την Υστεροελλαδική ΙΙΙ περίοδο διακρίνεται μια προτίμηση στο στεατίτη. Οι γυναίκες και οι άντρες των ανώτερων κοινωνικών τάξεων φορούσαν σφραγιστικά δαχτυλίδια, κατασκευασμένα συνήθως από χρυσό, ασήμι ή σπανιότερα από ορείχαλκο. Οι σφενδόνες τους είχαν ελλειψοειδές σχήμα και ήταν διακοσμημένες με μικρότατες αλλά λεπτομερείς εικονιστικές παραστάσεις ή συνθέσεις από αφαιρετικά μοτίβα.
Τα θέματα των παραστάσεων είχαν κοσμικό ή θρησκευτικό περιεχόμενο, ενώ η συχνή διάταξη των θεμάτων σε εραλδικές συνθέσεις προδίδουν ανατολικές επιρροές. Η ομοιότητα των σφραγιστικών δαχτυλιδιών με τα αντίστοιχα Μινωικά δείχνει ότι οι Μυκηναίοι είχαν διδαχτεί αυτή την τέχνη από Μινωίτες καλλιτέχνες.

Αθλήματα
Από τις εικονιστικές παραστάσεις της Μυκηναϊκής εποχής γνωρίζουμε ότι οι Μυκηναίοι όπως και οι Μινωίτες επιδίδονταν σε αθλήματα, τα κυριότερα από τα οποία ήταν η πάλη και η πυγμαχία. Οι αθλητικοί αγώνες οργανώνονταν κατά τη διάρκεια των θρησκευτικών τελετών και ίσως τελούνταν, όπως και στην Κρήτη, σε ειδικά διαμορφωμένους χώρους, όπου θα μπορούσε να τις παρακολουθεί το κοινό. Συγκριτικά όμως με τις πλούσιες μαρτυρίες για τις αθλητικές εκδηλώσεις της Κρήτης, από την ηπειρωτική Ελλάδα διαθέτουμε ελάχιστες πληροφορίες. Αυτές αντλούνται κυρίως από τις τοιχογραφίες, την αγγειογραφία και από τις παραστάσεις των σφραγίδων.
Σχετικά με το Μινωικό άθλημα των ταυροκαθαψίων επικρατεί αρκετή ασάφεια. Παρόλο που συναντώνται σχετικές σκηνές στη μυκηναϊκή τέχνη, δεν είμαστε ακριβώς σε θέση να γνωρίζουμε αν οι Μυκηναίοι είχαν πραγματικά υιοθετήσει αυτό το Μινωικό έθιμο. Θεωρείται πιθανό ότι οι μυκηναϊκές σκηνές των ταυροκαθαψίων αποτελούν απλώς μιμήσεις των Κρητικών παραστάσεων. Στην προετοιμασία του αθλήματος αυτού παραπέμπουν επίσης οι σκηνές σύλληψης ταύρων σε δίχτυ. Η διαδεδομένη χρήση του αλόγου και κατόπιν του άρματος από τους Μυκηναίους έφερε ένα νέο άθλημα, την αρματοδρομία.
Οι αρματοδρομίες τελούνταν κατά τη διάρκεια των επίσημων κοινωνικών εκδηλώσεων, ενώ θεωρείται πιθανό ότι οργανώνονταν και κατά τη διάρκεια των ταφικών τελετών. Το ενδεχόμενο αυτό θυμίζει τις αναφορές του Ομήρου για τους αθλητικούς αγώνες που διοργανώθηκαν προς τιμήν του νεκρού Πατρόκλου. Το δίτροχο άρμα, ένα όχημα που χρησιμοποιούσαν μέχρι τότε μόνο οι Χετταίοι, άρχισε να χρησιμοποιείται από τους Μυκηναίους στον πόλεμο, στα αγωνίσματα αλλά και στο κυνήγι, το οποίο ήταν η προσφιλέστερη ενασχόληση των βασιλέων και των ευγενών και ίσως αποτελούσε ένα αποκλειστικό τους προνόμιο.
Τα αθλήματα πρόσφεραν άσκηση και διασκέδαση, ενώ ταυτόχρονα ήταν μια ευκαιρία για επίδειξη των μαχητικών ικανοτήτων των στρατιωτών. Η χρήση των αρμάτων και του εξοπλισμού στις αθλητικές εκδηλώσεις τόνιζε το στρατιωτικό και ηρωικό πνεύμα της Μυκηναϊκής εποχής και ίσως σκόπευε να δημιουργήσει ένα μύθο γύρω από την ισχύ της Μυκηναϊκής εξουσίας.

Μουσική
Η ενασχόληση των κατοίκων του Αιγαίου στη μουσική μαρτυρείται ήδη από τη Νεολιθική εποχή με την παρουσία αυλών φτιαγμένων από οστά ζώων. Από την Εποχή του Χαλκού ξεχωρίζουν τα Κυκλαδικά ειδώλια του αυλητή και του αρπιστή αλλά και μια σειρά από απεικονίσεις μουσικών οργάνων στη Μινωική τέχνη. Από τη Μυκηναϊκή εποχή διαθέτουμε μόνο ελάχιστες απεικονίσεις μουσικών οργάνων, οι περισσότερες από τις οποίες προέρχονται από σφραγίδες. Είναι αξιοσημείωτο ότι σε όλες τις Αιγαιακές εικονογραφήσεις απεικονίζονται μόνο άντρες μουσικοί.
Η φόρμιγξ και ο αυλός παίζονταν πάντα από όρθιους μουσικούς. Η μόνη απεικόνιση καθιστού μουσικού συναντάται στην τοιχογραφία του ιερέα μουσικού από το ανάκτορο της Πύλου, ο οποίος παίζει λύρα σε βραχώδες τοπίο. Εκτός από τις εικονιστικές παραστάσεις υπάρχουν και τμήματα μουσικών οργάνων που βρέθηκαν σε Μυκηναϊκούς τάφους, όπου είχαν τοποθετηθεί ως νεκρικά κτερίσματα. Βάσει των ευρημάτων αυτών μπορούμε να διαπιστώσουμε ότι τα μουσικά όργανα διακρίνονται ήδη σε πνευστά, κρουστά και έγχορδα.
Στα σημαντικότερα αρχαιολογικά ευρήματα ανήκουν οι βραχίονες μιας ελεφάντινης φόρμιγγας από το Μενίδι, στους οποίους είχε δοθεί το σχήμα κεφαλιού πάπιας και μερικά τμήματα από λύρες που βρέθηκαν σε θαλαμοειδείς τάφους των Σπάτων και των Μυκηνών. Οι λύρες κατασκευάζονταν μερικές φορές και από κέλυφος χελώνας. Τα κρουστά όργανα αντιπροσωπεύονται από τα κύμβαλα, όπως αυτά που βρέθηκαν στο ναυάγιο του Ulu Burun και θεωρούνται Μυκηναϊκής προέλευσης. Προς το τέλος της Υστεροελλαδικής εποχής εμφανίζεται και η κιθάρα, όπως δείχνει ένα χάλκινο αφιερωματικό ομοίωμα από το Αμύκλαιο.
Στα πνευστά όργανα ανήκουν οι αυλοί, δείγμα των οποίων αποτελεί ένας αυλός από ελεφαντόδοντο που βρέθηκε στις Μυκήνες. Ως πνευστά μουσικά όργανα χρησιμοποιούνταν και οι θαλάσσιοι τρίτωνες, οι οποίοι απεικονίζονται σε πολλές Κρητομυκηναϊκές θρησκευτικές παραστάσεις. Υπάρχουν επίσης ενδείξεις ότι ένα όργανο που στην Αίγυπτο ονομαζόταν menat υπήρχε και στο Αιγαίο της Εποχής του Χαλκού. Αυτό αποτελούνταν από μεγάλες χάντρες από φαγεντιανή δεμένες σε σκοινί, οι οποίες σειόμενες ρυθμικά προκαλούσαν μουσικούς ήχους.
Μια τέτοια μουσική πρακτική μαρτυρεί ίσως η απεικόνιση μιας γυναίκας σε τοιχογραφία ενός κτιρίου κοντά στο θρησκευτικό κέντρο των Μυκηνών που κρατάει στα χέρια της δεμένες χάντρες. Η μουσική φαίνεται ότι έπαιζε ένα σημαντικό ρόλο στις θρησκευτικές τελετουργίες της Κρητομυκηναϊκής περιόδου. Αυτό δείχνουν καθαρά οι παραστάσεις της σαρκοφάγου της Αγίας Τριάδας, όπου απεικονίζονται μουσικοί και στις δύο της πλευρές.
Η λειτουργία της μουσικής σε αυτή την περίπτωση ήταν να διαχέει μέσω των ύμνων το θρησκευτικό συναίσθημα ανάμεσα στους λατρευτές, να διώχνει τα κακά πνεύματα και να μεταβιβάζει με συγκινησιακό τρόπο τις δεήσεις για την επίκληση της θεότητας. Ίσως μουσικά διαλείμματα να γεφύρωναν και τις μεταβάσεις των τελετουργικών βαθμίδων. Οι ήχοι της μουσικής μπορούσαν να εξυπηρετήσουν και πρακτικά τις θρησκευτικές τελετές με το να επικαλύπτουν τους ήχους της θυσίας και άλλους ανεπιθύμητους θορύβους με σκοπό τη μέγιστη συγκέντρωση των λατρευτών στις ιερές τελετουργίες.
Δε γνωρίζουμε αν οι παραδόσεις για τη μουσική που αναφέρονται στον Όμηρο ισχύουν και για τη Μυκηναϊκή εποχή. Έτσι είναι πολύ δύσκολο να διερευνηθεί πλήρως ο κοινωνικός ρόλος της μουσικής και των μουσικών, εφόσον οι σχετικές μαρτυρίες δεν αφορούν στιγμιότυπα της καθημερινής ζωής, αλλά εντάσσονται πάντα σε ιδιαίτερες κοινωνικές περιστάσεις. Γνωρίζουμε πάντως ότι η μουσική και το τραγούδι ήταν τρόποι έκφρασης των Μυκηναίων στις θρησκευτικές τελετές, ενώ υποθέτουμε ότι μουσική παιζόταν και σε κοινωνικές εκδηλώσεις -γάμους, ταφικές τελετές κ.ά.- και ίσως να συνόδευε αθλητικούς και ποιητικούς αγώνες.

ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ
Ήδη από τα τελευταία στάδια της ύστερης Μεσοελλαδικής εποχής, από τη λεγόμενη εποχή των λακκοειδών τάφων των Μυκηνών, είχε παρατηρηθεί μια αιφνίδια συσσώρευση πλούτου, η οποία οφειλόταν στις επιτυχείς εμπορικές δραστηριότητες μιας κοινωνικά ανερχόμενης τάξης. Η νέα άρχουσα τάξη, οδηγούμενη προφανώς από ισχυρούς ηγεμόνες, ήταν σε θέση να καλλιεργεί επαφές και εμπορικές σχέσεις με την ανακτορική Κρήτη και τις προηγμένες χώρες της Ανατολής, από τις οποίες εξασφαλίζονταν οι απαιτούμενες πρώτες ύλες και η προηγμένη τεχνογνωσία για τη λειτουργία των ντόπιων εργαστηρίων.
Μέσα από τις επαφές των πρώτων Μυκηναίων ηγεμόνων με την Κρήτη δημιουργήθηκαν νέα πρότυπα οικονομικής διαχείρισης, τα οποία μεταφέρθηκαν στην ηπειρωτική Ελλάδα, συνοδευμένα από τα τελευταία τεχνολογικά και πνευματικά επιτεύγματα της εποχής. Με την ίδρυση των Μυκηναϊκών ανακτόρων κατά το 14ο αιώνα π.Χ. η οικονομία άλλαξε χαρακτήρα και έγινε αυστηρά συγκεντρωτική. Οι ειδικευμένοι τεχνίτες εργάζονταν στα ανάκτορα ή κατά παραγγελία των ανακτόρων σύμφωνα με το Μινωικό πρότυπο.
Όπως προκύπτει από τη συσσώρευση των αγροτικών προϊόντων και των πολύτιμων αγαθών και από τις γραπτές μαρτυρίες των ανακτορικών αρχείων, τα ανάκτορα λειτουργούσαν ως κέντρα συγκέντρωσης και αναδιανομής του αγροτικού πλεονάσματος αλλά και ως κέντρα του διεθνούς εμπορίου. Τα Μυκηναϊκά ανάκτορα απέκτησαν γρήγορα οικονομική ισχύ και διεθνή ακτινοβολία, περιορίζοντας σταδιακά τη Μινωική θαλασσοκρατορία. Μια σειρά από οργανωμένες εμπορικές δραστηριότητες έφεραν τους Μυκηναίους ως την Παλαιστίνη και την Αίγυπτο αλλά και στα κέντρα της δυτικής Μεσογείου, στην Κάτω Ιταλία, τη Σικελία και τη Σαρδηνία.
Οι τακτικές αυτές συναλλαγές διευκολύνθηκαν από την ίδρυση εμπορικών σταθμών σε πολλά σημαντικά λιμάνια της Μεσογείου, μερικά από τα οποία είχαν το χαρακτήρα των αποικιών. Μερικές σπάνιες πρώτες ύλες που βρέθηκαν σε ορισμένα σημαντικά Μυκηναϊκά κέντρα, όπως το ήλεκτρο καθώς και ορισμένες καλλιτεχνικές αλληλεπιδράσεις υποδεικνύουν ότι οι Μυκηναίοι είχαν σποραδικές επαφές με τη Βόρεια Ευρώπη, τη Βρετανία και τις χώρες της Βαλτικής.
Την παρουσία των Μυκηναίων στις μακρινές αυτές χώρες προκάλεσε κυρίως η αναζήτηση των μετάλλων, ιδιαίτερα του χρυσού και του κασσίτερου, που δεν απαντούν στην ηπειρωτική Ελλάδα. Με την κατάρρευση των ανακτόρων γύρω στο 1200 π.Χ. κατέρρευσε και το οικονομικό σύστημα της Μυκηναϊκής Ελλάδας. Οι εμπορικές δραστηριότητες συρρικνώθηκαν και η οικονομία εισήλθε σε μια μακρά περίοδο μαρασμού. Κατά την Υπομυκηναϊκή περίοδο, τα τοπικά εργαστήρια συνέχισαν την παραγωγή τους αλλά τα εισηγμένα πολυτελή προϊόντα έπαψαν να φτάνουν από τις ξένες αγορές και η καλλιτεχνική δημιουργία έχασε τη λάμψη των προηγούμενων αιώνων.
Η οικονομική παρακμή και η εξαφάνιση της γραφής που χρησιμοποιούνταν από τα ανακτορικά κέντρα σηματοδότησαν την είσοδο της ηπειρωτικής Ελλάδας στη λεγόμενη περίοδο των «σκοτεινών αιώνων». Ένα νέο υλικό, ο σίδηρος, η χρήση του οποίου παρατηρείται από την Πρωτογεωμετρική περίοδο, έδωσε ένα διαφορετικό στίγμα στις οικονομικές διαδικασίες, δίνοντας και το όνομά του στη νέα εποχή.

Αγροτική Οικονομία
Στα ανακτορικά κέντρα λειτουργούσε ένα πολύ καλά οργανωμένο σύστημα αποθήκευσης και αναδιανομής των αγροτικών προϊόντων. Το πλεόνασμα της παραγωγής συγκεντρωνόταν στα ανάκτορα ίσως εν είδει φόρων που απέδιδαν οι κοινότητες και οι πολίτες από την παραγωγή τους. Εκεί καταγράφονταν σχολαστικά σε πήλινες πινακίδες τα είδη, οι ποσότητες των προσφορών και η προέλευσή τους. Τα ανάκτορα, όπως υποδεικνύουν οι πινακίδες της Πύλου αλλά και αυτές των Μυκηνών και της Θήβας, διακινούσαν ορισμένα προϊόντα παίζοντας διαμετακομιστικό ρόλο στο εσωτερικό και το διεθνές εμπόριο.
Από τα προϊόντα της αγροτικής παραγωγής τα είδη διατροφής μοιράζονταν στους υπηκόους και οι πρώτες ύλες παραδίδονταν στους τεχνίτες. Διάφορα αγροτικά προϊόντα και πιο συχνά το ελαιόλαδο στέλνονταν ως δώρα στα ιερά της επικράτειας. Χάρη στα κείμενα των πινακίδων που έχουν διασωθεί έχουμε σήμερα μια αρκετά καλή εικόνα των αγροτικών προϊόντων που διακινούνταν στα ανάκτορα. Τα κυριότερα από αυτά ήταν τα σιτηρά, το ελαιόλαδο και το κρασί. Άλλα, μικρότερης σημασίας για τη διατροφή, προϊόντα ήταν τα βότανα, τα μπαχαρικά και το μέλι.
Ένα σημαντικό ρόλο στην αγροτική οικονομία έπαιζε και το μαλλί των προβάτων αλλά και το εμπόριο των ζώων. Τα προϊόντα που εισάγονταν συχνότερα στο ανάκτορο της Πύλου ήταν το λινάρι και σιτηρά σε μικρές ποσότητες, ενώ στα ανάκτορα των Μυκηνών και των Θηβών το μαλλί. Η Θήβα προμηθευόταν μαλλί από περιοχές μακριά από την περιφέρειά της, ανάμεσα στις οποίες αναφέρονται και οι Μυκήνες. Τα περισσότερα ανάκτορα έκαναν εμπόριο με ελαιόλαδο στην απλή ή την αρωματισμένη του μορφή. Κατά μια άποψη, το ανάκτορο της Πύλου είχε μετατραπεί την τελευταία περίοδο της ακμής του σε ένα μεγάλο εργαστήριο αρωμάτων.
Μερικές κοινότητες γύρω από την Πύλο φαίνεται ότι ήταν ειδικευμένες στην παραγωγή λιναριού, δεν υπάρχουν όμως γενικότερες ενδείξεις ότι οι διάφορες περιοχές της περιφέρειας είχαν μια τοπική εξειδίκευση στις καλλιέργειες. Τα εξαγωγικά προϊόντα διοχετεύονταν και πάλι υπό τον έλεγχο των ανακτόρων στις ξένες αγορές. Το κυριότερο προϊόν εξαγωγής φαίνεται ότι ήταν το ελαιόλαδο. Η μεταφορά του στις χώρες προορισμού γινόταν σε ειδικά σχεδιασμένα κεραμικά σκεύη, τους ψευδόστομους αμφορείς. Τα μεγαλύτερα από τα αγγεία αυτά έφεραν μερικές φορές επιγραφές που δήλωναν την προέλευση του περιεχομένου τους.
Οι μικρότεροι ψευδόστομοι αμφορείς περιείχαν μάλλον αρωματικό λάδι, ένα ακόμη κατεξοχήν εξαγωγικό προϊόν των Μυκηναίων. Τον έλεγχο των μεταφορών διευκόλυνε αρκετά το σφραγιστικό σύστημα που είχε εισαχθεί στην ηπειρωτική Ελλάδα από την Κρήτη. Οι συσκευασίες των προϊόντων είτε ήταν δοχεία είτε υφασμάτινα σακιά σφραγίζονταν με νωπό πηλό, επάνω στον οποίο πιέζονταν σφραγίδες με ανάγλυφη διακόσμηση ή επιγραφές. Με αυτό τον τρόπο οι αποστολείς εξασφάλιζαν τα προϊόντα τους από τη νόθευση ή την κλοπή.

Εγγειοβελτιωτικά Έργα
Τα τεχνολογικά επιτεύγματα των Μυκηναίων στον τομέα της αγροτικής οικονομίας γίνονται εύκολα αντιληπτά στα εγγειοβελτιωτικά έργα που έχουν επισημανθεί σε διάφορες περιοχές της μυκηναϊκής επικράτειας. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα της εγγειοβελτιωτικής τεχνολογίας είναι το Μυκηναϊκό φράγμα που βρέθηκε ύστερα από γεωλογικές έρευνες στην περιοχή της Τίρυνθας, κοντά στο χωριό Άγιος Αδριανός.
Το φράγμα, που χρονολογείται στην Υστεροελλαδική ΙΙΙ Β2 περίοδο, δηλαδή κατά τα μέσα της 13ης χιλιετίας π.Χ., κατασκευάστηκε με σκοπό να στρέψει το ρου ενός φυσικού χειμάρρου, τα νερά του οποίου κατευθύνονταν προς την κάτω ακρόπολη της Τίρυνθας και προξενούσαν κατά διαστήματα καταστροφικές πλημμύρες. Ο σχεδιασμός και η υλοποίηση του έργου αφορούσε την κατασκευή ενός αναχώματος που στηριζόταν από ένα κυκλώπειο τείχος και ένα βαθύ κανάλι που οδηγούσε το νερό του χειμάρρου προς τη θάλασσα, μακριά από την κατοικημένη περιοχή.
Το πιο εκτεταμένο και αξιοθαύμαστο από τα μέχρι τώρα γνωστά εγγειοβελτιωτικά έργα της Μυκηναϊκής εποχής είναι τα αποστραγγιστικά έργα της Κωπαΐδας. Οι κάτοικοι της περιοχής αυτής, μάλλον υπό την επίβλεψη των ηγεμόνων του Ορχομενού, κατάφεραν να αποστραγγίσουν ολοκληρωτικά τη λίμνη της Κωπαΐδας εκτρέποντας το ρου δύο ποταμών και να δημιουργήσουν μια τεράστια καλλιεργήσιμη έκταση, εξαφανίζοντας παράλληλα τα επικίνδυνα για την υγεία του πληθυσμού έλη της περιοχής.
Τα εγγειοβελτιωτικά έργα της Μυκηναϊκής εποχής προϋπέθεταν πολύχρονες και συστηματικές παρατηρήσεις των φυσικών φαινομένων και μεγάλη ακρίβεια στην κατασκευή τους, η οποία δε θα ήταν δυνατή χωρίς τη χρήση μαθηματικών υπολογισμών. Κατά μια άποψη, οι Μυκηναίοι διδάχτηκαν τις συγκεκριμένες μεθόδους από τη Μεσοποταμία και την Αίγυπτο, όπου παρόμοιες επιτυχείς προσπάθειες ήταν γνωστές ήδη από την τρίτη χιλιετία π.Χ. Παράλληλα μπορεί να υποτεθεί ότι οι Μυκηναίοι ηγέτες κάλεσαν ειδικευμένους μηχανικούς από εκεί, για να σχεδιάσουν τα έργα αυτά και να παρακολουθήσουν τη υλοποίησή τους.
Τα έργα αυτά όμως δεν είναι το μόνο πεδίο της Μυκηναϊκής τεχνολογίας όπου παρατηρούνται ριζοσπαστικές αλλαγές. Και σ’ αυτή την περίπτωση μπορεί να ισχύει ό,τι και στους άλλους τομείς της οικονομίας, ότι δηλαδή οι Μυκηναίοι γνώρισαν συγκεκριμένες πρακτικές στην Ανατολή και τις εφάρμοσαν αποτελεσματικά στη χώρα τους. Κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες και αν προέκυψαν, τα εγγειοβελτιωτικά έργα αποτελούν σίγουρα ένα δείγμα του καλά οργανωμένου συστήματος της μυκηναϊκής διοίκησης και της αποτελεσματικότητας της κεντρικής εξουσίας.

Αποξήρανση της Κωπαΐδας
To μεγαλύτερο αποστραγγιστικό έργο των Μυκηναίων ήταν η τεχνητή αποστράγγιση της λίμνης Κωπαΐδας. Το έργο αυτό αποκαλύφθηκε στο τέλος του περασμένου αιώνα, όταν κατά την τελευταία αποξήρανση της Κωπαΐδας εμφανίστηκαν στον πυθμένα της λίμνης κανάλια και τεχνητά αναχώματα που ανάγονται στη Μυκηναϊκή εποχή. Η περιοχή της λίμνης Κωπαΐδας ήταν μέχρι τη Μυκηναϊκή εποχή πετριγυρισμένη από ελώδεις περιοχές και γι’ αυτό αποτελούσε μάλλον εστία πρόκλησης ασθενειών. Τα νερά της λίμνης σε περιόδους ισχυρών βροχοπτώσεων πλημμύριζαν τις γύρω καλλιέργειες και τους παράλιους οικισμούς.
Ο μόνος τρόπος να απαλλαχθούν οι κάτοικοι από τους βάλτους και να κερδίσουν περισσότερα εδάφη για καλλιέργειες ήταν να οδηγηθούν τεχνητά τα νερά της λίμνης στις φυσικές υπόγειες σήραγγες, τις λεγόμενες καταβόθρες, που οδηγούσαν υπογείως στη θάλασσα. Για το σκοπό αυτό κατασκευάστηκε ένα πολύπλοκο σύστημα από τεχνητά αναχώματα και κανάλια που εξέτρεπαν κατάλληλα το ρου των ποταμών Μέλα και Κηφισού. Το επιχείρημα αυτό προϋπέθετε ακριβείς γεωδαιτικούς υπολογισμούς και μεγάλη εμπειρία σε αρδευτικά έργα που μέχρι εκείνη την εποχή ήταν γνωστή μόνο από την Αίγυπτο και τη Μεσοποταμία.
Με τα έργα αυτά, τα οποία χρονολογούνται στο 13ο αιώνα π.Χ., η λίμνη και οι βαλτώδεις περιοχές μετατράπηκαν σε μια απέραντη πεδιάδα με γόνιμο έδαφος για τις καλλιέργειες των κατοίκων των γύρω οικισμών. Τα αποστραγγιστικά έργα απαιτούσαν συνεχή επίβλεψη. Τα κανάλια έπρεπε να συντηρούνται τακτικά και οι καταβόθρες να αποφράζονται σε περιπτώσεις πλημμύρας. Τη συντήρηση των έργων επέβλεπαν διάφοροι αξιωματούχοι που θεωρείται ότι έδρευαν στην ακρόπολη του Γλα, στο κέντρο της Κωπαΐδας, όπου μάλλον αποθηκευόταν και ένα μεγάλο μέρος της αγροτικής παραγωγής.
Το ακόμη και σήμερα θαυμαστό αυτό έργο, το οποίο θεωρείται η Πρωιμότερη τεχνητή απόκλιση ποταμού στην Ευρώπη, αποδίδεται στους Μινύες, τους κατοίκους του Ορχομενού, ο οποίος ήταν η μεγαλύτερη δύναμη της περιοχής, ενώ μια άλλη άποψη τα θέλει ως ένα συλλογικό έργο των κοινοτήτων γύρω από την Κωπαΐδα. Με τη σοφή αυτή εκμετάλλευση της γης και την απόδοση των εκτεταμένων καλλιεργειών εξηγείται ο μυθικός πλούτος της πόλης του Ορχομενού, όπως μας παραδίδει ο Όμηρος.
Τα έργα της Κωπαΐδας καταστράφηκαν σχεδόν συγχρόνως με την καταστροφή των Μυκηναϊκών ακροπόλεων γύρω στο 1200 π.Χ., όταν η κεντρική εξουσία δεν ήταν πια σε θέση να συντηρήσει τα έργα, και η Κωπαΐδα μετατράπηκε πάλι σε λίμνη σκεπάζοντας έναν αριθμό παράλιων οικισμών. Είναι αξιοσημείωτο ότι μετά το εγχείρημα αυτό των Μυκηναίων καμία άλλη μεταγενέστερη προσπάθεια μετατροπής της λίμνης Κωπαΐδας σε πεδιάδα δεν πέτυχε παρά μόνο εκείνη στα τέλη του περασμένου αιώνα και η οποία έδωσε στην περιοχή τη σημερινή της μορφή.

Γαιοκτησία
Στα κείμενα των πινακίδων που βρέθηκαν στο ανάκτορο της Πύλου περιέχονται σημαντικές πληροφορίες σχετικά με τις διάφορες μορφές γαιοκτησίας, καθώς και για τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που είχαν οι γαιοκτήμονες απέναντι στην κεντρική εξουσία. Το κράτος έδειχνε ένα διαρκές ενδιαφέρον για τις διάφορες αγροτικές περιφέρειες. Αξιωματούχοι ταξίδευαν σε διάφορες περιοχές για να επιθεωρήσουν τα κοπάδια και να ενημερωθούν σχετικά με την πορεία των καλλιεργειών.
Μια πολύ ενδιαφέρουσα σειρά κειμένων από το ανάκτορο της Πύλου που αναφέρεται στο θρησκευτικό κέντρο Pa-ki-ja-ne περιέχει σχόλια του γραφέα για τις τοπικές συνθήκες, τα οποία προϋποθέτουν κάποια μορφή προσωπικής επαφής. Στα κείμενα των πινακίδων αναφέρονται δύο είδη γαιοκτησίας: τα ki-ti-me-na και τα ke-ki-me-na. Η λέξη ki-ti-me-naσυνδέεται συχνά με ιδιώτες, ενώ η γη ke-ke-me-na ήταν μάλλον στη δικαιοδοσία της κοινότητας.
Έτσι, μερικοί μελετητές βλέπουν ως ερμηνεία αυτών των όρων αντίστοιχα την ιδιωτική και τη δημόσια γη. Αυτοί που είχαν γη ki-ti-me-naπλήρωναν ενοίκιο στο κράτος και καλλιεργούσαν τα κτήματα έναντι υπηρεσιών, αλλά ίσως να ήταν και πραγματικοί γαιοκτήμονες που πλήρωναν φόρους σε σιτάρι. Οι ιδιοκτήτες αυτοί περιγράφονται συχνά ως τεχνίτες και βοσκοί. Ειδικά σε μια ομάδα κειμένων, στα Εα, αναφέρονται άτομα που λάμβαναν γη για τις υπηρεσίες τους στο ανάκτορο, αλλά δεν είχαν υψηλά αξιώματα.
Τα άτομα που αναφέρεται ότι έχουν γηo-na-to από τους ιδιοκτήτες δε φαίνεται να έχουν κάποια σχέση άμεσης εξάρτησης από αυτούς. Ήταν άτομα που προέρχονταν από διαφορετικές κοινωνικές τάξεις. Αναφέρονται ως «Δούλοι του Θεού», θρησκευτικοί λειτουργοί, τεχνίτες και σπανιότερα δούλοι, ενώ μερικές φορές ήταν και οι ίδιοι κτηματίες. Καθένα από τα πρόσωπα που αναγράφονται στις πινακίδες αντιπροσώπευε ένα νοικοκυριό, στο οποίο ανήκαν και άλλα άτομα ή οικογένειες που βοηθούσαν στην καλλιέργεια της γης ή πρόσφεραν έκτακτες υπηρεσίες.
Τα μέχρι τώρα υπάρχοντα στοιχεία υποδεικνύουν ότι η βάση της μυκηναϊκής κοινωνίας δεν αποτελούνταν από κοινωνικά εξαρτημένους αγρότες. Η ύπαρξη μιας εξαρτημένης τάξης προτείνεται αντίθετα από το γεγονός ότι τα υψηλά ιστάμενα πρόσωπα μπορούσαν να παρέχουν άντρες ως κωπηλάτες και τεχνίτες και άλλοτε μπορούσαν να συνδέονται με το Wanax, τον Lawagetas ή τη Θεά Πότνια. Εκτός από τον Lawagetas, τον ύψιστο άρχοντα, ένας μεγαλοκτηματίας με το όνομα Ekeryawo εμφανίζεται ως ισχυρή προσωπικότητα.
Είχε στην κατοχή του δυο σιτοβολώνες, πάνω από 1.100 συκιές και άλλες τόσες ρίζες αμπελιών. Σύμφωνα με μια άλλη ομάδα πινακίδων, πρόσφερε αγροτικά προϊόντα και ζώα, ενώ του επιτρεπόταν κατ’ εξαίρεση να προσφέρει κρασί σε ιερό. Ένα άλλο πρόσωπο, ο Ke-re-te-u, κατείχε κτήματα, τα οποία θα του απέδιδαν ένα μεγαλύτερο σύνολο σιταριού, απ’ ότι θα αναλογούσε στον Lawagetas. Παρόλες τις λεπτομέρειες της οικονομικής ζωής που απορρέουν από τις πινακίδες, δεν έχουν συγκεντρωθεί επαρκείς πληροφορίες για την αγροτική οικονομία.
Τα αρχαιολογικά δεδομένα δίνουν εξάλλου μια αρκετά διαφορετική εικόνα απ’ αυτή που παραδίδεται στα κείμενα. Έτσι, είναι αδύνατο προς το παρόν να συνδεθεί το περιεχόμενο των κειμένων με τα αποσπασματικά αρχαιολογικά δεδομένα. Μια δυσκολία γενικότερης αποδοχής των στοιχείων των πινακίδων είναι ότι οι πληροφορίες που κατέχουμε προέρχονται από τα τελευταία χρόνια του ανακτόρου της Πύλου, όταν η οικονομία ήταν ήδη συρρικνωμένη.

Εμπόριο και Διεθνείς Σχέσεις

Ο μεγάλος αριθμός εισηγμένων αγγείων στους ταφικούς περιβόλους των Μυκηνών δείχνει ότι ήδη από την πρώιμη Μυκηναϊκή εποχή οι Μυκηναίοι είχαν εμπορικές συναλλαγές με χώρες της Ανατολικής Μεσογείου, με την Αίγυπτο αλλά και με χώρες της Δύσης. Τα αίτια μιας τόσο ξαφνικής και ευρείας εξάπλωσης του εμπορίου βρίσκονται αφενός στην ενδυνάμωση της κεντρικής εξουσίας και αφετέρου στην αυξημένη ζήτηση των μετάλλων, τα οποία οι μυκηναίοι ηγεμόνες προσπαθούσαν να εξασφαλίσουν από τις ξένες αγορές.
Κατά το 14ο και 13ο αιώνα π.Χ. η εξέλιξη της Μυκηναϊκής ναυσιπλοΐας και η άνθηση του εμπορίου συντέλεσαν αποφασιστικά στην πλήρη επάρκεια των αγαθών. Την ανάπτυξη της ναυτιλίας και του εμπορίου βοήθησαν και οι διεθνείς συγκυρίες, κυρίως η οικονομική ευημερία της Συρίας και της Παλαιστίνης, με τις οποίες οι Μυκηναίοι ανέπτυξαν από νωρίς εμπορικές σχέσεις και η περίοδος ειρήνης στη Μεσόγειο που εξασφαλιζόταν από το βασίλειο της Αιγύπτου, το οποίο ήταν απασχολημένο εκείνη την εποχή με εσωτερικές μεταρρυθμίσεις.
Το διεθνές εμπόριο των Μυκηναίων βρισκόταν αποκλειστικά στη δικαιοδοσία της κεντρικής εξουσίας. Στα κείμενα των ανακτορικών αρχείων δεν υπάρχουν καθόλου μαρτυρίες για την ύπαρξη μιας τάξης εμπόρων. Καθώς δεν υπήρχε ακόμη νόμισμα, το εμπόριο στηριζόταν αποκλειστικά στο σύστημα των ανταλλαγών. Τα προϊόντα εισαγωγής που είχαν γίνει πια απαραίτητα στην οικονομία της μυκηναϊκής Ελλάδας ήταν κυρίως τα μέταλλα, αλλά οι εκλεπτυσμένες προτιμήσεις των ηγεμόνων απαιτούσαν ταυτόχρονα και την εισαγωγή πολύτιμων πρώτων υλών, όπως ο χρυσός, το ελεφαντόδοντο και το ήλεκτρο.
Ο χαλκός εισαγόταν από τα μεταλλεία της Κύπρου και της Μέσης Ανατολής. Η αναζήτηση του κασσίτερου, ενός πιο σπάνιου μετάλλου που ήταν απαραίτητο για την παραγωγή του ορείχαλκου, έφερε τους Μυκηναίους μέχρι την Ισπανία, τη Βαλτική ίσως και το Αφγανιστάν. Η ανταλλαγή των υλών αυτών ίσως να γινόταν και στα λιμάνια της Μεσογείου. Για να διατηρηθεί η ανταγωνιστικότητα του εμπορίου στις ξένες αγορές οι Μυκηναίοι προχώρησαν και στη συστηματική εξαγωγή αγροτικών προϊόντων. Τα κυριότερα ήταν το ελαιόλαδο, το αρωματικό λάδι και το κρασί.
Ένα εξαγωγικό προϊόν των Μυκηναίων στην Αίγυπτο θεωρείται η ξυλεία, η οποία ήταν πάντα αναγκαία εκεί λόγω της πλήρους έλλειψης δασών. Μαζί με αυτά τα βασικά είδη εξάγονταν και βιοτεχνικά προϊόντα, όπως όπλα, αγγεία και υφάσματα. Οι ανταλλαγές δεν περιορίζονταν στα προϊόντα, αλλά συχνά αφορούσαν και τους ανθρώπους. Μισθοφόροι στέλνονταν σε στρατιωτικές επιχειρήσεις ξένων χωρών και από εκεί αγοράζονταν συχνά δούλοι. Μια γλαφυρή εικόνα των ανταλλαγών μέσω του θαλάσσιου δρόμου μας δίνουν τα ευρήματα δύο ναυαγίων της Ύστερης Χαλκοκρατίας που βρέθηκαν κοντά στη νότια μικρασιατική ακτή, το ναυάγιο του Ulu Burun και αυτό της Χεληδονίας.
Το ναυάγιο του Ulu Burun χρονολογείται γύρω στο 14ο αιώνα π.Χ. Το πλοίο θεωρείται ότι ήταν Μυκηναϊκό, από τα ερείπιά του ανασύρθηκαν πολλά τάλαντα χαλκού και κασσίτερου αλλά και πολύτιμα αντικείμενα διάφορων ειδών. Το πλοίο που βρέθηκε στις ακτές της Χεληδονίας ναυάγησε γύρω στο 1200 π.Χ. και ήταν μάλλον Φοινικικό. Το φορτίο του αποτελούσαν πολλά εξαγωγικά προϊόντα της Ανατολικής Μεσογείου. Ανάμεσα σ΄ αυτά βρέθηκαν πολλά μεταλλικά εργαλεία και τάλαντα χαλκού και κασσίτερου.

Οι Μυκηναίοι στην Ανατολική Μεσόγειο
Η Μυκηναϊκή εξάπλωση στην Ανατολική Μεσόγειο άρχισε όταν οι Μυκηναίοι κατέλαβαν την Κρήτη γύρω στο 1450 π.Χ. Ο πολιτισμός των μινωικών ανακτόρων συνέχισε την πορεία του ακολουθώντας τώρα το Μυκηναϊκό πνεύμα. Μετά τη λήξη της «Μινωικής θαλασσοκρατορίας» η κυριαρχία των Μυκηναίων απλώθηκε ραγδαία στα νησιά του Αιγαίου και στην Ανατολική Μεσόγειο. Οδηγός στην ανίχνευση της Μυκηναϊκής παρουσίας στις ανατολικές περιοχές είναι τα χαρακτηριστικά προϊόντα της υστεροελλαδικής κεραμικής ή σπανιότερα άλλα προϊόντα που ανακαλύπτονται σε μεγάλη ακτίνα γύρω από την περιοχή της Μυκηναϊκής κυριαρχίας.
Στις Κυκλάδες και τα Μικρασιατικά παράλια οι Μυκηναίοι εγκατέστησαν εμπορικούς σταθμούς με σκοπό να διευκολύνουν τις δραστηριότητες των ναυτικών τους. Σε μερικές από αυτές τις εγκαταστάσεις, στις οποίες βρέθηκε μεγάλος αριθμός Μυκηναϊκών αγγείων, αποδίδεται μάλιστα ο χαρακτηρισμός των παροικιών. Ειδικότερα οι αστικές εγκαταστάσεις της Αγίας Ειρήνης της Κέας και της Φυλακωπής της Μήλου παρουσιάζουν έντονο Μυκηναϊκό χαρακτήρα, ο οποίος επιβεβαιώνεται και από την ύπαρξη χαρακτηριστικών Μυκηναϊκών ιερών.
Παρόμοιες περιπτώσεις συναντώνται και στις περιοχές του ανατολικού Αιγαίου, ιδιαίτερα στη Μίλητο, στην Ιασό, στην Κω και στη Ρόδο. Ισχνότερες παρουσιάζονται οι επαφές των Μυκηναίων με την περιοχή της Τρωάδας και το εσωτερικό της Μικράς Ασίας. Το γεγονός αυτό εξηγείται από την παρουσία της ισχυρής ακόμη δύναμης των Χετταίων που δεν επέτρεπε τη μυκηναϊκή διείσδυση. Η συμμετοχή τους όμως στα ιστορικά δρώμενα της Μικράς Ασίας διαπιστώνεται στα Χεττιτικά κείμενα. Ένας λαός που οι Χετταίοι ονόμαζαν Achijawa (Αχαιοί;) και κατοικούσε «πέρα από τη θάλασσα» ταυτίζεται από πολλούς ερευνητές με τους Μυκηναίους.
Η Κύπρος ήταν ένας χώρος πάντα περισσότερο συνδεδεμένος με την Ανατολή. Οι Μινωίτες δεν είχαν καλλιεργήσει ποτέ ιδιαίτερα τις σχέσεις τους μ’ αυτό το νησί αλλά και ο σύνδεσμος των Μυκηναίων φαίνεται ότι αφορούσε για ένα μεγάλο διάστημα μόνο το εμπόριο. Μετά το 1400 π.Χ. οι σχέσεις με την Κύπρο εντατικοποιήθηκαν, ίσως με την ίδρυση Μυκηναϊκών εμπορικών σταθμών και τη σταδιακή εγκατάσταση τεχνιτών από την ηπειρωτική Ελλάδα. Η Μυκηναϊκή παρουσία έγινε πιο έντονη στην πόλη της Έγκωμης.
Από τα τέλη του 13ου αιώνα π.Χ. πιθανολογείται μια μαζική εισροή Μυκηναϊκών πληθυσμών προς διάφορες περιοχές του νησιού που ερμηνεύεται ως αποτέλεσμα των εσωτερικών αναταραχών στην ηπειρωτική Ελλάδα μετά την κατάρρευση των ανακτόρων. Ιδιαίτερα στενές σχέσεις διατηρούσαν οι Μυκηναίοι με το Συροπαλαιστινιακό χώρο, όπου έχουν βρεθεί ποσότητες Μυκηναϊκής κεραμικής. Στενά συνδεδεμένη με τη μυκηναϊκή Ελλάδα εμφανίζεται η πόλη Ουγκαρίτ, όπου γύρω στο 1300 π.Χ. φαίνεται ότι ιδρύθηκε μια Μυκηναϊκή παροικία.
Ανάμεσα στις δύο περιοχές εμφανίζονται έντονες αλληλεπιδράσεις σε διάφορους τομείς της τέχνης, στη λατρεία και στα ταφικά έθιμα. Οι στενές αυτές σχέσεις εξηγούνται με το ενδεχόμενο μιας ευρύτερης εγκατάστασης Ελλαδικού πληθυσμού. Τις επαφές με τη χώρα του Νείλου είχαν ξεκινήσει πολύ πριν από τους Μυκηναίους οι Μινωίτες. Οι Μυκηναίοι, αφού κατέκτησαν την Κρήτη και εκτόπισαν τους Μινωίτες από τη διεθνή αγορά, ανέπτυξαν και αυτοί ιδιαίτερα στενές εμπορικές σχέσεις με την Αίγυπτο. Στην ηπειρωτική Ελλάδα εμφανίζονται σποραδικά Αιγυπτιακά πολυτελή προϊόντα, τα οποία έφταναν μαζί με τις εισαγωγές πρώτων υλών.
Στην Αίγυπτο, σε τοιχογραφίες τάφων υψηλών διοικητικών υπαλλήλων απεικονίζονται απεσταλμένοι των Μυκηναίων που προσφέρουν χαρακτηριστικά προϊόντα των περιοχών τους ως δώρα στο Φαραώ. Στην πόλη Αμάρνα, η οποία ήταν πρωτεύουσα του Αιγυπτιακού βασιλείου κατά τη βασιλεία των Αμένοφι του Δ’ και του Τουταγχαμών, βρέθηκαν μεγάλες ποσότητες Υστεροελλαδικής ΙΙΙ Α2 κεραμικής. Μία από τις ερμηνείες του αιφνίδιου Μυκηναϊκού πλούτου εξάλλου είναι ότι οι Μυκηναίοι συμμετείχαν σε Αιγυπτιακές στρατιωτικές αποστολές, οι οποίες τους εξασφάλιζαν υλικά και πολιτικά οφέλη.

Οι Μυκηναίοι στην Ευρώπη
Από τις πρώτες κιόλας περιόδους της Μυκηναϊκής εποχής παρατηρούνται ανταλλαγές προϊόντων και επιδράσεις σε τομείς της τεχνογνωσίας με τις χώρες της Δυτικής Μεσογείου και της Βόρειας Ευρώπης. Το κύριο έναυσμα για τις μακρινές αυτές εκστρατείες για τους Μυκηναίους ήταν η απόκτηση των μετάλλων που ήταν απαραίτητα για τις ανάγκες της ντόπιας βιοτεχνίας. Μαζί με την εισαγωγή των μετάλλων εισάγονταν και άλλα προϊόντα δευτερεύουσας σημασίας για την οικονομία, όπως οι χάντρες από ήλεκτρο, ένα υλικό που απαντά μόνο στη Βρετανία και στη Βαλτική.
Η επικοινωνία με τις χώρες αυτές γινόταν μάλλον μέσω των Καρπαθίων, μιας περιοχής πλούσιας σε κοιτάσματα χρυσού, όπου έχουν επίσης παρατηρηθεί αλληλεπιδράσεις με το Μυκηναϊκό κόσμο, ιδιαίτερα στον τομέα της μεταλλοτεχνίας και των διακοσμητικών τεχνών. Στην περιοχή αυτή και στις παραδουνάβιες χώρες έχουν βρεθεί «θησαυροί» μεταλλικών αντικειμένων με ξίφη και μεταλλικά σκεύη που πλησιάζουν τόσο τη Μυκηναϊκή τεχνοτροπία, ώστε πολλοί ερευνητές να βλέπουν σ’ αυτά ακόμη και εισαγωγές από τα Μυκηναϊκά κέντρα.
Μία άλλη καλλιτεχνική προσέγγιση της Μυκηναϊκής τέχνης θεωρείται η σπειροειδής διακόσμηση επάνω σε οστέινα εξαρτήματα χαλινών που συναντάται επίσης στην περιοχή των Καρπαθίων. Η σπανιότητα των ευρημάτων αυτών σε σύγκριση με την πυκνότητα των Μυκηναϊκών ευρημάτων στην Ανατολική Μεσόγειο δείχνει ότι οι επαφές των Μυκηναίων με τη Βόρεια Ευρώπη ήταν μόνο σποραδικές. Αντίθετα, η παρουσία των Μυκηναίων στη Δυτική Μεσόγειο γίνεται περισσότερο αισθητή.
Σε αρκετές θέσεις της νότιας Ιταλίας και της Σικελίας έχει βρεθεί Μυκηναϊκή κεραμική αλλά και ειδώλια που χρονολογούνται κυρίως στην Υστεροελλαδική ΙΙΙ περίοδο. Τα περισσότερα από αυτά βρέθηκαν σε παράλιους οικισμούς και εμφανίζουν ιδιαίτερα πυκνή συγκέντρωση στον κόλπο του Τάραντα. Τα ευρήματα που βρέθηκαν σε νεκροταφεία είναι συγκριτικά πολύ λιγότερα από εκείνα των οικισμών. Το γεγονός αυτό αποτελεί μια ένδειξη ότι τα Μυκηναϊκά ευρήματα ήταν χρηστικά αντικείμενα που αποκτήθηκαν με το εμπόριο και ότι η εποίκηση της Ιταλικής χερσονήσου από τους Μυκηναίους δεν ήταν εκτεταμένη.
Τα καλλιτεχνικά δάνεια και οι ανταλλαγές προϊόντων με τους Μυκηναίους, παρόλο που έχουν συχνότερα το χαρακτήρα των μακρινών επιρροών, δείχνουν μια πρώτη επαφή των λαών της Ευρώπης με τον «πολιτισμένο» Αιγαιακό κόσμο. Ο συσχετισμός των Ευρωπαϊκών πολιτισμών με το Μυκηναϊκό είναι επίσης πολύ χρήσιμος στη συγκριτική χρονολόγηση, μια και οι χώρες της Βόρειας και της Δυτικής Ευρώπης μέσω της επαφής τους με τη Μυκηναϊκή Ελλάδα αποκτούν ένα σύνδεσμο με τις πηγές της ιστορικής χρονολόγησης.

ΤΕΧΝΕΣ ΚΑΙ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑ
Κατά τις δύο πρώτες περιόδους της Εποχής του Χαλκού, και ιδιαίτερα κατά τη Μεσοελλαδική εποχή, οι τεχνίτες της ηπειρωτικής Ελλάδας περιορίζονταν στην κατασκευή των εργαλείων και των χρηστικών αντικειμένων, τα οποία απαραίτητα στις μικρές κοινότητες που ζούσαν, ενώ τα καλύτερα προϊόντα τους εξάγονταν σε γειτονικές περιοχές. Πολλά από αυτά τα αντικείμενα είχαν παράλληλα με τη χρηστική τους αξία και αρκετά υψηλή αισθητική αξία, η οποία οφειλόταν στη συνεχή βελτίωση των κατασκευαστικών συνθηκών και στη ευκολότερη πρόσβαση στις μέχρι τότε δυσεύρετες πρώτες ύλες.
Η εικόνα αυτή αλλάζει με την είσοδο στην Ύστερη Χαλκοκρατία. Οι τεχνίτες της Πρώιμης Μυκηναϊκής εποχής, αφού ήρθαν σε επαφή με το Μινωικό πολιτισμό, θέλησαν να μιμηθούν τα προϊόντα της Κρητικής τέχνης δημιουργώντας παράλληλα με την κατασκευή χρηστικών αντικειμένων και πραγματικά έργα τέχνης που διακρίνονταν όπως και τα μινωικά για την εκζήτηση και την πολυτέλεια.
Οι τεχνίτες, προκειμένου να ικανοποιήσουν τις εκλεπτυσμένες προτιμήσεις της Μυκηναϊκής άρχουσας τάξης, ίσως μαθήτευαν σε Κρητικά εργαστήρια, ενώ είναι πολύ πιθανόν Μινωίτες καλλιτέχνες να μετοίκησαν στα σημαντικότερα κέντρα της ηπειρωτικής Ελλάδας, για να κατασκευάσουν εκεί τα έργα τους. Η σπανιότητα των πρώτων υλών έπαιζε ένα πολύ μεγάλο ρόλο στην επίδειξη του κοινωνικού κύρους, γι’ αυτό και οι μυκηναίοι δυνάστες εισήγαγαν για τις ανάγκες των εργαστηρίων πολύτιμα υλικά από τις χώρες της Ανατολής και από τη Βόρεια Ευρώπη.
Γύρω στο 1400 π.Χ. άρχισε να μεταβάλλεται ο χαρακτήρας της Μυκηναϊκής τέχνης. Η καλλιτεχνική δημιουργία απέκτησε ένα ιδιότυπο χαρακτήρα που έκφραζε περισσότερο τη Μυκηναϊκή ιδιοσυγκρασία. Τα Μινωικά στοιχεία διατηρήθηκαν σε όλες τις εκφράσεις της τέχνης, αλλά στα Μυκηναϊκά έργα αντικατοπτρίζεται η ρωμαλεότητα και η αυστηρότητα του Μυκηναϊκού πολιτισμού και η διάθεση της αριστοκρατίας για κύρος και επιβολή, ενώ εξέλειπε σταδιακά η ελαφρότητα και η ελευθερία που χαρακτήριζαν τα Μινωίζοντα έργα των πρώτων Μυκηναϊκών αιώνων.
Κατά την περίοδο της ακμής των Μυκηναϊκών ανακτόρων οι τέχνες, ιδιαίτερα οι «καλές τέχνες» βρίσκονταν υπό την προστασία της κεντρικής εξουσίας. Τα καλλιτεχνικά εργαστήρια βρίσκονταν τώρα σε ειδικούς χώρους μέσα στα ανάκτορα και οι τεχνίτες κατασκεύαζαν εκεί τα προϊόντα τους κατά παραγγελία των ηγεμόνων. Η μαζική εισροή των βασικών πρώτων υλών για την οικονομία, όπως ο χαλκός και ο κασσίτερος, αλλά και πολυτελών υλών, όπως ο χρυσός, το ελεφαντόδοντο και οι πολύτιμοι λίθοι, συνέβαλλαν σημαντικά στην ανάπτυξη των τεχνών.
Παράλληλα εισήχθησαν και εντελώς νέες τέχνες, όπως η ελεφαντουργία, η σφραγιδογλυφία και ο τοιχογραφικός διάκοσμος των εσωτερικών χώρων. Η κατοχή των πολυτελών αντικειμένων αποτελούσε αρχικά αποκλειστικό προνόμιο της άρχουσας τάξης, κατόπιν όμως διαδόθηκε και σ’ ένα μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού. Στις τελευταίες φάσεις της Μυκηναϊκής εποχής, ιδιαίτερα από την Υστεροελλαδική ΙΙΙ Γ, από αιτίες που οφείλονται μάλλον στις γενικότερες οικονομικές δυσχέρειες και τις ανακατατάξεις της εποχής, η καλλιτεχνική δημιουργία των Μυκηναίων έχασε τη λάμψη και την αυθεντικότητά της.
Η τέχνη τώρα συνέχισε να ακολουθεί τις ίδιες διακοσμητικές αρχές, αλλά περιορίστηκε σε άτεχνες επαναλήψεις των καλύτερων στιγμών της Μυκηναϊκής δημιουργίας. Η χρήση των πολύτιμων υλικών περιορίστηκε αρκετά, πράγμα που οδήγησε συχνά σε απομιμήσεις από πιο προσιτές ύλες. Η μελέτη της τέχνης της περιόδου μετά την καταστροφή των Μυκηναϊκών ανακτόρων μας δίνει αρκετές πληροφορίες για τις οικονομικές συνθήκες της μετανακτορικής εποχής.
Οι μορφές τέχνης που συνδέονταν άμεσα με τα ανάκτορα, όπως οι τοιχογραφίες, καταργούνται, η συνολική παραγωγή όμως συνεχίζεται κάτω από ένα διαφορετικό πολιτικό και οικονομικό πλαίσιο. Στην κεραμική, τη μεταλλοτεχνία και την πλαστική της ηπειρωτικής Ελλάδας αλλά και των νησιών ενδυναμώνονται τα τοπικά στοιχεία. Η τέχνη της μεταβατικής περιόδου από τη Μυκηναϊκή εποχή στην Εποχή του Σιδήρου δεν είναι αρκετά γνωστή, καθώς η Υπομυκηναϊκή περίοδος διακρίνεται περισσότερο από ριζικές αλλαγές στην κατοίκηση και στα ταφικά έθιμα και λιγότερο από αλλαγές στην τέχνη.
Τα χαρακτηριστικότερα φαινόμενα της εποχής είναι μια σημαντική πτώση της ποιότητας στην κεραμική και η εμφάνιση νέων χάλκινων εξαρτημάτων ενδυμασίας. Μέσα από τις αλλαγές στο ύφος και στις μορφές της τέχνης διαφαίνεται μια πολιτιστική ενότητα, η οποία θα γίνει η κοινή συνισταμένη της τέχνης των Σκοτεινών αιώνων.

Τοιχογραφίες
Η Μυκηναϊκή τοιχογραφική τέχνη προέρχεται από τη Μινωική Κρήτη, όπου είχε εμφανιστεί ήδη από το 1700 π.Χ. σε χώρους των ανακτόρων και σε άλλα πολυτελή κτίσματα της Κρήτης. Τα πρώτα δείγματα Μυκηναϊκών τοιχογραφιών προέρχονται από το 15ο αιώνα και συμπίπτουν περίπου χρονικά με τη δεύτερη φάση οικοδόμησης των Μινωικών ανακτόρων. Είναι πολύ πιθανό η τέχνη αυτή να είχε φτάσει νωρίτερα στην ηπειρωτική Ελλάδα, αφού οι εντονότερες Μινωικές επιρροές είχαν σημειωθεί κατά τις πρώιμες περιόδους της Μυκηναϊκής εποχής.
Με την άποψη αυτή συμφωνούν και μερικές αρχαιολογικές ενδείξεις, όπως τα χρωματιστά κονιάματα από κτήρια της ύστερης Μεσοελλαδικής εποχής και μερικά θραύσματα τοιχογραφιών από την ακρόπολη των Μυκηνών που βρέθηκαν μαζί με κεραμική της Υστεροελλαδικής Ι και ΙΙ περιόδου. Τα περισσότερα δείγματα Μυκηναϊκών τοιχογραφιών προέρχονται από το 14ο και το 13ο αιώνα π.Χ. και είναι συνδεδεμένα με τα ανακτορικά διαμερίσματα των Μυκηνών, της Τίρυνθας και της Πύλου ή με τις έδρες τοπικών αρχόντων, όπως ο Γλας, το Άργος και το Μενελάιο.
Ο τοιχογραφικός διάκοσμος αποτελούσε μια αδιαμφισβήτητη επίδειξη κύρους, αλλά η ανακάλυψή τους και σε ιδιωτικά κτήρια δείχνει ότι δεν αποτελούσαν ένα αποκλειστικό προνόμιο των ηγεμόνων. Εκτός από την παρουσία τους στην επίσημη αρχιτεκτονική οι τοιχογραφίες έχουν επισημανθεί και σε τάφους επιφανών όπως και σε ιερά κτήρια. Οι Μυκηναϊκές τοιχογραφίες ήταν, όπως και οι Μινωικές, ζωγραφιστές συνθέσεις σε υπόστρωμα ασβεστοκονιάματος που γίνονταν με την τεχνική της νωπογραφίας.
Η διαδικασία αυτή έπρεπε να ολοκληρωθεί πριν να στεγνώσει το ασβεστοκονίαμα, γι΄ αυτό και η εκτέλεση προϋπέθετε μεγάλη δεξιότητα και ένα ολόκληρο επιτελείο από τεχνίτες, οι οποίοι δούλευαν ταυτόχρονα τις μεγάλες εικονιστικές συνθέσεις. Οι βαφές που χρησιμοποιούνταν είχαν γαιώδη σύσταση και τα χρώματά τους ήταν το γαλάζιο, το κόκκινο, το κίτρινο και το μαύρο. Η ίδια τεχνική εφαρμόστηκε και σε φορητά αντικείμενα, όπως δείχνουν οι ζωγραφισμένες επιτύμβιες στήλες, διάφορα πλακίδια από ασβεστοκονίαμα και οι πήλινες λάρνακες.
Στο θεματολόγιο των Μυκηναϊκών τοιχογραφιών διακρίνονται τρεις ξεχωριστοί κύκλοι, εικονιστικές παραστάσεις από τη θρησκευτική ζωή του πληθυσμού, παραστάσεις από τις προσφιλείς ενασχολήσεις της άρχουσας τάξης και αφηρημένα διακοσμητικά θέματα. Τα τελευταία λειτουργούσαν ως πλαίσιο των εικονιστικών συνθέσεων και ως διακοσμητική κάλυψη σε δάπεδα, οροφές και άλλα αρχιτεκτονικά μέλη. Το διακοσμητικό πρόγραμμα των τοιχογραφιών ήταν οργανωμένο σε τρία επίπεδα.
Η κύρια ζωγραφική παράσταση τοποθετούνταν ανάμεσα σε ένα ζωγραφισμένο ορθοστάτη, ο οποίος μιμούνταν επένδυση από φλεβωτά μάρμαρα και σε μια διακοσμητική ζώνη. Συχνή ήταν επίσης η ζωγραφική αναπαράσταση δομικών στοιχείων, συνήθως ξύλινων δοκών. Ένα ξεχωριστό Μυκηναϊκό χαρακτήρα κατέχει το λεγόμενο μικρογραφικό στυλ που εκφράζεται σε μακρές ζωφόρους, όπου απεικονίζονται παραστάσεις με μορφές σε πολύ μικρό μέγεθος. Όσον αφορά τις εικονιστικές παραστάσεις, αρχικά είναι έκδηλες οι κρητικές επιδράσεις στην τεχνοτροπία και την επιλογή των θεμάτων.
Όπως και στις Μινωικές τοιχογραφίες απεικονίζονται τα ταυροκαθάψια, δαιμονικά όντα και αρχιτεκτονήματα. Τα κατεξοχήν Μυκηναϊκά θέματα ήταν οι κυνηγετικές και οι πολεμικές σκηνές και οι πομπές γυναικών με επίσημα ενδύματα που προσέφεραν δώρα. Μέσα από τη θεματολογία των τοιχογραφιών φανερώνεται το θρησκευτικό και το ηρωικό πνεύμα της Μυκηναϊκής αριστοκρατίας. Οι πολεμικές σκηνές έχουν αφηγηματικό χαρακτήρα και αναφέρονται ίσως σε συγκεκριμένα στιγμιότυπα ή ιστορικά γεγονότα. Οι θεματικοί κύκλοι και η τεχνοτροπία των τοιχογραφιών φαίνεται ότι επηρέασαν τις άλλες εικονιστικές τέχνες της Μυκηναϊκής εποχής.
Έτσι, μια ανάλογη διευθέτηση των εικονιστικών θεμάτων συναντάται στην ελεφαντουργία, στην αγγειογραφία και στη σφραγιδογλυφία. Οι τοιχογραφίες του 13ου αιώνα, αφού απελευθερώθηκαν από τα μινωικά τους πρότυπα, απέκτησαν ένα παγιωμένο μυκηναϊκό χαρακτήρα που εμφανίζει έντονη σχηματοποίηση, ακαμψία και άτεχνη εκτέλεση. Η καταστροφή των ανακτόρων γύρω στο 1200 π.Χ. σήμανε και το τέλος της τοιχογραφικής τέχνης, η οποία συνδεόταν άμεσα με την επίσημη αρχιτεκτονική. Η μόνη ανάμνηση της παλαιάς τέχνης είναι μερικές πρόχειρες ζωγραφικές επενδύσεις στο ιερό της Κάτω Ακρόπολης της Τίρυνθας.

Κεραμική
Αντίθετα με τις υπόλοιπες μορφές της Μυκηναϊκής τέχνης, οι οποίες με την είσοδο στην Ύστερη Χαλκοκρατία εμφανίζουν μια απότομη και ραγδαία εξέλιξη, η κεραμική εμφανίζει αρχικά μια ομαλή εξέλιξη από τη Μεσοελλαδική εποχή. Η Υστεροελλαδική Ι είναι μια μεταβατική περίοδος, κατά την οποία η παλαιότερη παραγωγή εμπλουτίστηκε με νέα στοιχεία προερχόμενα από την κεραμική των Κυκλάδων και της Κρήτης. Τα σημαντικότερα από αυτά είναι η εμφάνιση μιας στιλπνής βαφής μαύρου ή κόκκινου χρώματος και μιας σειράς νέων πολυτελών αγγείων, στη διακόσμηση των οποίων διακρίνονται τάσεις φυσιοκρατίας.
Κατά την επόμενη περίοδο, την Υστεροελλαδική ΙΙ, εντείνονται οι Μινωικές επιρροές κυρίως με την υιοθέτηση του λεγόμενου «ανακτορικού ρυθμού», ο οποίος ήταν διακοσμημένος με φυτικά μοτίβα. Παράλληλα όμως διαμορφώνονται και πρωτότυπες μυκηναϊκές δημιουργίες που συνδύαζαν αρμονικά την εγχώρια παράδοση με τα μινωικά στοιχεία. Κατά την Υστεροελλαδική ΙΙΙ περίοδο η κεραμική απομακρύνθηκε οριστικά από τη Μεσοελλαδική παράδοση και αφομοίωσε τις ξένες επιρροές διαμορφώνοντας μια γνήσια Μυκηναϊκή παράδοση.
Η ελεύθερη ζωγραφική σύνθεση υποχώρησε προς χάριν της τάξης και της συμμετρίας. Η ποιότητα της κεραμικής βελτιώθηκε σημαντικά και η παραγωγή έγινε μαζικότερη. Τα αγγεία αυτής της περιόδου επηρεάστηκαν αρκετά από τη θεματογραφία των τοιχογραφιών. Εμφανίζονται για πρώτη φορά απεικονίσεις ζώων, πουλιών και ανθρώπινων μορφών ή ακόμη και εικονιστικές σκηνές διηγηματικού χαρακτήρα. Τα στοιχεία αυτά και οι γενικότερες διακοσμητικές τάσεις της εποχής παρουσιάζουν μια ομοιομορφία σε μια μεγάλη ακτίνα της μυκηναϊκής επικράτειας, η οποία χαρακτηρίζεται ως Μυκηναϊκή Κοινή.
Από την Υστεροελλαδική ΙΙΙ Γ περίοδο διακρίνονται σαφείς ιδιομορφίες στα τοπικά εργαστήρια, οι οποίες εκφράζουν τη διάλυση των προηγούμενων συγκεντρωτικών τάσεων. Η κεραμική που προέρχεται από θέσεις όπου έχουν εντοπιστεί κεραμικοί κλίβανοι βοηθά στη διάκριση των τοπικών διαφορών. Στο επόμενο και τελευταίο στάδιο της Υπομυκηναϊκής εποχής φαίνονται καθαρά τα στοιχεία της παρακμής, τα οποία εκφράζονται στην απλούστευση της διακόσμησης και στην άτεχνη κατασκευή των αγγείων.
Η πλούσια παραγωγή της Μυκηναϊκής κεραμικής και η διάκρισή της σε πολλούς διαδοχικούς ρυθμούς επιτρέπουν μια λεπτομερέστατη μελέτη της χρονολογικής της εξέλιξης. Η εξέλιξη αυτή αποτελεί ακόμη το πιο βάσιμο κριτήριο για τη διάκριση των περιόδων της Ύστερης Χαλκοκρατίας. Παράλληλα, η εύρεσή της στα ίδια αρχαιολογικά στρώματα με άλλα αντικείμενα που δεν παρουσιάζουν πλούσια τυπολογική εξέλιξη βοηθά στο να ενταχθούν και αυτά στο υπάρχον χρονολογικό σύστημα.
Η διάδοση των Μυκηναϊκών αγγείων σε μια μεγάλη ακτίνα γύρω την ηπειρωτική Ελλάδα επιτρέπει επίσης χρονολογικούς συσχετισμούς με άλλες περιοχές, για τις οποίες δεν υπάρχουν βάσιμα χρονολογικά κριτήρια. Έτσι, η Μυκηναϊκή κεραμική αποτελεί συχνά ένα συνδετικό κρίκο για τη συγκριτική χρονολόγηση των πολιτισμών της Ύστερης Χαλκοκρατίας.

Κεραμική Υστεροελλαδικής Ι
Κατά την Υστεροελλαδική Ι περίοδο τα κεραμικά εργαστήρια της ηπειρωτικής Ελλάδας εξακολούθησαν να κατασκευάζουν τη Μινυακή και την αμαυρόχρωμη κεραμική, δηλαδή τους βασικούς ρυθμούς της Μέσης Χαλκοκρατίας. Τα Μινυακά αγγεία εμφανίζονται τώρα στιλπνότερα και αρτιότερα κατασκευασμένα και η αμαυρόχρωμη κεραμική αποκτά μια νέα παραλλαγή με πολύχρωμη, μαύρη, κόκκινη και λευκή διακόσμηση.
Μια γλαφυρή εικόνα της κεραμικής στη μεταβατική αυτή περίοδο δίνουν τα κεραμικά κτερίσματα των λακκοειδών τάφων των Μυκηνών, όπου παρατηρείται μια ομαλή εξέλιξη από την κεραμική της Μεσοελλαδικής εποχής με μια ταυτόχρονη υιοθέτηση στοιχείων από τη σύγχρονη Μινωική και Κυκλαδική κεραμική. Από τις Κυκλάδες υιοθετείται η εικονιστική διακόσμηση, ενώ από τη Μεσομινωική κεραμική η χρήση της λευκής βαφής που χαρακτήριζε μέχρι τότε το καμαραϊκό εργαστήριο.
Παράλληλα εμφανίζεται για πρώτη φορά ένας νέος κεραμικός ρυθμός διακοσμημένος με σκοτεινόχρωμη λαμπερή βαφή που διακρίνεται εύκολα από την αμαυρόχρωμη. Η λαμπερή βαφή αποτελεί μαζί με τα νέα σχήματα αγγείων ένα κριτήριο χρονολόγησης της κεραμικής της Υστεροελλαδικής Ι περιόδου. Τα νέα διακοσμητικά θέματα, όπως οι οφθαλμωτές σπείρες, τα ζεύγη κύκλων και οι διπλοί πελέκεις φαίνονται και αυτά επηρεασμένα από τα μινωικά μοτίβα.
Όσον αφορά τα σχήματα, οι Μεσοελλαδικοί τύποι αγγείων εξακολουθούν να κατασκευάζονται ακόμη για ένα διάστημα. Τα νέα σχήματα είναι το αλάβαστρο, τα κύπελλα του τύπου του Βαφειού, οι πιθαμφορείς, οι γεφυρόστομοι αμφορείς και οι υψηλές πρόχοι, αγγεία που είναι φανερά επηρεασμένα από το ρεπερτόριο της Μινωικής κεραμικής. Τα σημαντικότερα κεραμικά εργαστήρια εντοπίζονται στην Αργολίδα και στη Μεσσηνία, περιοχές όπου διαπιστώνονται έντονες κρητικές επιρροές και στα άλλα είδη της τέχνης.

Κεραμική Υστεροελλαδικής ΙΙ
Η κεραμική της Υστεροελλαδικής ΙΙ περιόδου απομακρύνεται ακόμη περισσότερο από την στερεοελλαδίτικη παράδοση της Μέσης Χαλκοκρατίας, δέχεται περισσότερες ξένες επιδράσεις και τις αφομοιώνει δημιουργώντας σιγά σιγά ένα δικό της χαρακτήρα. Αυτή την περίοδο διαμορφώνονται τα καθαρά Μυκηναϊκά χαρακτηριστικά που θα αναδειχθούν καθαρότερα στις επόμενες περιόδους. Η κεραμική παραγωγή της εποχής δείχνει καθαρά την επιβολή μιας τάξης αριστοκρατών που ενθαρρύνει τη διεύρυνση της καλλιτεχνικής έμπνευσης.
Τα εργαστήρια παράγουν τώρα πολυτελή κεραμικά είδη σε μεγάλες ποσότητες και τα προωθούν σε όλα τα σημαντικά κέντρα του μυκηναϊκού κόσμου. Η κεραμική της περιόδου προέρχεται σχεδόν αποκλειστικά από τους θολωτούς και τους θαλαμοειδείς τάφους, όπου τοποθετούνταν ως κτερίσματα. Η εξέλιξη της Υστεροελλαδικής Ι κεραμικής συνεχίζεται και η διακόσμηση εμπλουτίζεται με νέα μοτίβα. Εμφανίζεται μια πληθώρα φυτικών θεμάτων, όπως οι πάπυροι, οι κρίνοι και τα φύλλα κισσού, τα οποία αποδίδονται με φυσιοκρατικό τρόπο, ενώ παράλληλα εισάγεται από την Κρήτη ο «θαλάσσιος» ρυθμός.
Κατά το 1450 π.Χ. περίπου εμφανίζεται και ο λεγόμενος ανακτορικός ρυθμός, ένας άλλος ρυθμός κρητικής έμπνευσης που διακοσμεί πολυτελή ταφικά κτερίσματα, συνήθως τους πιθαμφορείς και τις πρόχους. Η διακόσμηση αυτού του πλούσιου επιβλητικού ρυθμού αποτελείται από ποικίλους συνδυασμούς φυτικών και θαλάσσιων θεμάτων. Η τεχνοτροπία των μυκηναϊκών εργαστηρίων διαφέρει όμως από τα Μινωικά της πρότυπα στο ότι η διακόσμηση δεν είναι ελεύθερα τοποθετημένη γύρω από το σώμα του αγγείου, αλλά αρκετά σχηματοποιημένη και τοποθετημένη στην επιφάνεια των αγγείων με μια οργανωτική διάθεση.
Κατά την Υστεροελλαδική ΙΙ περίοδο εμφανίζεται ένας νέος κομψός τύπος αγγείου, η λεγόμενη εφυραϊκή κύλικα ως μια εξέλιξη της Μεσοελλαδικής υψίποδης κύλικας. Στο σχήμα αυτό είναι έκδηλη η συνύπαρξη της Μινωικής διάθεσης για ελεύθερη ζωγραφική απόδοση και η σαφής αφαιρετική τάση των Μυκηναϊκών εργαστηρίων.

Κεραμική Υστεροελλαδικής ΙΙΙ
Η κεραμική της Υστεροελλαδικής ΙΙΙ περιόδου εμφανίζει τα χαρακτηριστικά Μυκηναϊκά στοιχεία που θα επικρατήσουν σε όλο το διάστημα της μυκηναϊκής ακμής, την ομοιομορφία και την τυποποίηση των αγγείων. Η φυσιοκρατία των πρώιμων περιόδων εξαφανίζεται δίνοντας τη θέση της σε μια αυστηρή αφαιρετική απόδοση των μοτίβων, η οποία δεν υστερεί όμως καθόλου σε κομψότητα. Η ποιότητα της κεραμικής έφτασε σε πολύ υψηλά επίπεδα κυρίως λόγω της χρήσης καθαρού πηλού και της τελειοποιημένης όπτησης που γινόταν σε κλιβάνους με υψηλές θερμοκρασίες.
Από την Υστεροελλαδική ΙΙΙ Α περίοδο η διακόσμηση της κεραμικής εμφανίζει γρήγορους ρυθμούς εξέλιξης, καθώς τα μοτίβα και η διάταξη της διακόσμησης διαρκώς ανανεώνονται. Οι δύο βασικές τάσεις είναι ο «διακοσμητικός» και ο «εικονιστικός ρυθμός». Παράλληλα διαπιστώνεται η παραγωγή κεραμικών αγγείων με εσωτερική επικάλυψη ψευδαργύρου που τα έκαναν να μοιάζουν με μεταλλικά. Ο ρυθμός της «χλωρίδος» και ο «θαλάσσιος» ρυθμός εμφανίζονται απλοποιημένοι σε σχέση με τις προηγούμενες περιόδους μέχρι σημείου τα μοτίβα τους να γίνουν τυποποιημένα και αφαιρετικά σαν σύμβολα.
Μια άλλη διακοσμητική τεχνοτροπία της εποχής είναι η πυκνή διακόσμηση από δικτυωτά ή φολιδωτά μοτίβα που κάλυπταν ολόκληρη την επιφάνεια των αγγείων. Τα νέα σχήματα αγγείων ήταν o ψευδόστομος αμφορέας, τααλάβαστρα και οι πιθαμφορείς, ενώ συνηθέστερα αγγεία πόσης έγιναν δύο επίσης νέα σχήματα: οι σκύφοι και οι κύλικες. Κατά την Υστεροελλαδική ΙΙΙ Β περίοδο τα αγγεία άρχισαν να διακοσμούνται με πυκνές οριζόντιες ταινίες και γραμμές, οι οποίες περιόριζαν τα ελεύθερα εικονιστικά θέματα στη ζώνη του ώμου.
Αυτό είχε ως αποτέλεσμα τον περιορισμό της ελευθερίας των σχεδίων και των διακοσμητικών θεμάτων. Παρά τη σχετική αυτή τυποποίηση, η διακόσμηση διατήρησε την κομψότητα και την επισημότητά της. Κατά το 1400 π.Χ. περίπου εμφανίζεται ο λεγόμενος «εικονιστικός» ρυθμός που εισήγαγε στη διακόσμηση εικονογραφικές παραστάσεις. Η τεχνοτροπία αυτή εφαρμόστηκε σε μεγάλα αγγεία, συνήθως κρατήρες, πολλοί από τους οποίους βρέθηκαν στην Κύπρο. Η θεματολογία των παραστάσεων περιλαμβάνει συμβατικές αποδόσεις ανθρώπινων μορφών σε άρματα και σχηματικές απεικονίσεις του τοπίου.
Η στρατιωτική ή ταφική θεματολογία των σκηνών θυμίζει έντονα τους κρατήρες της Γεωμετρικής εποχής, οι οποίοι απεικονίζουν σκηνές από ταφικές τελετουργίες. Μετά την καταστροφή των μυκηναϊκών ανακτόρων γύρω στο 1200 π.Χ. τα κεραμικά εργαστήρια συνέχισαν την παραγωγή τους χωρίς τον έλεγχο πια της κεντρικής εξουσίας. Αυτό το διάστημα παρατηρείται μια ανανέωση της κεραμικής με την εισαγωγή νέων τοπικών στοιχείων. Η εξαγωγή των κεραμικών ειδών στα παράλια της Ανατολικής Μεσογείου συνεχίστηκε και αποτελεί ένα σημαντικό δείκτη για τη σχετική χρονολόγηση των τότε γνωστών πολιτισμών.
Ένας λόγος που η κεραμική έγινε τόσο σημαντική αυτή την εποχή ήταν η ύφεση που παρατηρήθηκε στις υπόλοιπες τέχνες. Όσον αφορά την εξέλιξη της διακόσμησης, συνεχίζεται ο εικονιστικός ρυθμός και εμφανίζονται δύο νέοι στην ηπειρωτική Ελλάδα, ο «πυκνός ρυθμός» και ο «ρυθμός της σιταποθήκης». Η διακόσμηση του πυκνού ρυθμού, ο οποίος έχει κρητικές ρίζες, περιορίζεται σε μια ζώνη του αγγείου όπου πυκνά σχέδια και εικονιστικές παραστάσεις δημιουργούν την εντύπωση ενός πολυποικιλμένου υφαντού.
Ο «ρυθμός της Σιταποθήκης» ή του «Σιτοβολώνος» έχει πολύ απλή διακόσμηση από οριζόντιες ή κυματοειδείς ταινίες. Δύο άλλες τεχνοτροπίες προέρχονται από χώρους εκτός της ηπειρωτικής Ελλάδας. Ο «ρυθμός του πολύποδος» εμφανίζεται κυρίως στα νησιά και παρουσιάζει μια μεγάλη ποικιλία θαλάσσιων θεμάτων. Ο «κροσσωτός ρυθμός» έχει Κρητική προέλευση και περιλαμβάνει πυκνά κροσσωτά μοτίβα.
Μετά τη σύντομη αυτή ανανέωση η μυκηναϊκή κεραμική χάνει οριστικά την ποικιλία και την ποιότητά της. Από τα προαναφερόμενα είδη κεραμικής συνεχίζεται μόνο ο «ρυθμός του Σιτοβολώνος» που θα διατηρηθεί μέχρι την Υπομυκηναϊκή περίοδο.

Υπομυκηναϊκή
Η κεραμική της Υπομυκηναϊκής περιόδου έχει εντοπιστεί μόνο σε ορισμένες θέσεις της ηπειρωτικής Ελλάδας, κυρίως στην Αττική στην Εύβοια και στην Αργολίδα. Τα συνηθέστερα σχήματα ήταν οι αμφορείς, απλοί ή ψευδόστομοι, η λήκυθος, η οινοχόη με τριφυλλόσχημο στόμιο, οι σκύφοι και τα κύπελλα. Η διακόσμηση των αγγείων αντανακλά το πνεύμα της εποχής, είναι φτωχή και δε διακρίνεται για την έμπνευση και τη λάμψη που χαρακτήριζε τις προηγούμενες περιόδους. Αποτελείται κυρίως από οριζόντιες και κυματοειδείς ταινίες και απλά γραμμικά σχέδια.
Πολλές φορές οι κεραμείς για να δημιουργήσουν εύκολα την εντύπωση της διχρωμίας έβαφαν τα αγγεία εξ ολοκλήρου αφήνοντας μερικές εξηρημένες ταινίες. Μια χαρακτηριστική ομάδα κεραμικής της Υστεροελλαδικής ΙΙΙ Γ περιόδου αποτελεί η λεγόμενη «βαρβαρική» κεραμική. Η ομάδα αυτή περιλαμβάνει άτεχνα χειροποίητα αγγεία με απλά σχήματα που δε συνδέονται με τα γνωστά είδη της προηγούμενης και της σύγχρονής τους μυκηναϊκής παραγωγής. Ο πηλός τους είχε αφεθεί άβαφος έχοντας το φυσικό του καστανοκόκκινο χρώμα. Μερικές φορές τα αγγεία αυτά ήταν διακοσμημένα με εγχάρακτη ή πλαστική σχοινοειδή διακόσμηση.
Πρόκειται για απλά είδη οικιακής χρήσης και η διάδοσή τους έχει επισημανθεί σε πολλές περιοχές της ηπειρωτικής Ελλάδας, στην Κρήτη και στα νησιά του Ιονίου, ενώ στην Ήπειρο φαίνεται ότι είχαν μια παλαιότερη παράδοση. Σχετικά με αυτό το είδος κεραμικής έχει υποστηριχθεί ότι είναι προϊόν ενός ξένου πληθυσμιακού στοιχείου που κατέκλυσε την ηπειρωτική Ελλάδα μετά την κατάρρευση των Μυκηναϊκών ανακτόρων. Νεότερα στοιχεία όμως απέδειξαν ότι το κεραμικό αυτό είδος βρισκόταν σε χρήση ήδη από την Υστεροελλαδική ΙΙΙ Α περίοδο και συνέχισε να υπάρχει και κατά τους Σκοτεινούς Αιώνες.
Το γεγονός ότι συναντάται με την ίδια ακριβώς μορφή και σε άλλες χώρες, στην Αλβανία, στη Ρουμανία και στην Ιταλία, οδηγεί στη σκέψη ότι η κεραμική αυτή σχετίζεται ίσως με πληθυσμιακές μετακινήσεις, οι οποίες όμως είχαν αρχίσει αιώνες πριν από την κατάρρευση της Μυκηναϊκής εξουσίας.

Ελεφαντουργία
Η Μυκηναϊκή ελεφαντουργία έχει τις ρίζες της στη Μινωική Κρήτη. Τα πρώτα ελεφάντινα αντικείμενα που έφτασαν στη Μυκηναϊκή Ελλάδα είναι κρητικής προέλευσης και τα πρώτα δείγματα της Μυκηναϊκής ελεφαντουργίας είναι φανερά επηρεασμένα από τις τεχνικές και την εικονογραφία της Μινωικής τέχνης. Η πρώτη όμως ουσιαστική κίνηση για τη μεταφορά της κατεργασίας του ελεφαντόδοντου στην ηπειρωτική Ελλάδα ήταν η κατάκτηση της Κρήτης από τους Μυκηναίους γύρω στο 1450 π.Χ. Η ελεφαντουργία ήταν μια τέχνη πλήρως εξαρτημένη από τα ανάκτορα.
Οι ηγεμόνες φρόντιζαν για την προμήθεια του ελεφαντόδοντου και το παρέδιδαν κατόπιν στους τεχνίτες, οι οποίοι εργάζονταν μέσα στα ανακτορικά κέντρα. Το γεγονός αυτό τεκμηριώνεται μέσα από αρχαιολογικές αλλά και από φιλολογικές μαρτυρίες: σε χώρους των ανακτόρων βρίσκονται κομμάτια ελεφαντόδοντο ως ανεπεξέργαστη πρώτη ύλη, ενώ στις καταγραφές των πινακίδων οι τεχνίτες του ελεφαντόδοντου χαρακτηρίζονται ανακτορικοί (wanakatero).
Η πρώτη ύλη της Μυκηναϊκής ελεφαντουργίας ήταν οι χαυλιόδοντες του ελέφαντα και τα δόντια του ιπποπόταμου, υλικά που εισάγονταν από την Αίγυπτο και τη Συρία. Τα Πρωιμότερα ελεφάντινα αντικείμενα ήταν κοσμήματα και ανάγλυφα πλακίδια για τη διακόσμηση όπλων και επίπλων. Από την Υστεροελλαδική ΙΙΙ περίοδο άρχισαν να κατασκευάζονται και πολυτελή χρηστικά αντικείμενα από ελεφαντόδοντο, τα πιο συνηθισμένα από τα οποία ήταν τα λατρευτικά ειδώλια, οι σφραγίδες και διάφορα είδη καλλωπισμού, όπως χτένια και καθρέφτες.
Οι τεχνίτες προσπαθούσαν να χρησιμοποιήσουν την πολύτιμη πρώτη ύλη με τις μικρότερες δυνατές απώλειες. Για την κατασκευή μικροαντικειμένων χρησιμοποιούσαν το συμπαγές άκρο του χαυλιόδοντα και το εσωτερικό κοίλο τμήμα του για την κατασκευή πυξίδων. Για τα μικρότερα αντικείμενα, όπως οι χάντρες και τα διακοσμητικά πλακίδια χρησιμοποιούνταν μάλλον τα απορρίμματα της κατεργασίας μεγαλύτερων αντικειμένων. Η επιφάνεια των ελεφάντινων αντικειμένων ήταν συχνά επιχρωματισμένη ή επιχρυσωμένη.
Αρκετά προσφιλής ήταν και ο συνδυασμός του ελεφαντόδοντου με άλλα πολυτελή υλικά, όπως ο χρυσός, το ασήμι και οι πολύτιμοι λίθοι. Στην επιλογή των θεμάτων και στην τεχνοτροπία διακρίνονται σαφείς επιρροές από την ανατολική εικονογραφία, οι οποίες υιοθετήθηκαν μαζί με την εισαγωγή της πρώτης ύλης. Τα έργα της Μυκηναϊκής ελεφαντουργίας είναι πολλές φορές δύσκολο να ξεχωρίσουν από τα ανατολικά για τον επιπρόσθετο λόγο ότι σε διάφορα σημεία της Μυκηναϊκής επικράτειας και σίγουρα στην Κύπρο και τη Συρία είχαν ιδρυθεί τοπικά εργαστήρια, τα οποία ακολουθούσαν διαφορετικές παραδόσεις.
Λόγω των συνεχών μετακινήσεων των καλλιτεχνών γίνονταν συχνές μεταφορές του εικονογραφικού υλικού με αποτέλεσμα μοτίβα και εικονιστικά θέματα να μεταφέρονται σε άλλα μέρη και μετά να ξαναγυρίζουν στον τόπο προέλευσής τους εμπλουτισμένα με νέα στοιχεία. Τα Μυκηναϊκά ελεφάντινα αντικείμενα είναι αληθινά κομψοτεχνήματα. Η καλλιτεχνική τους αξία οφείλεται αφενός στη λεπτότητα και την εύπλαση φύση του υλικού, αφετέρου δε στην τελειοποίηση της τεχνικής.

Η θεματογραφία των παραστάσεων είναι συνήθως αρκετά σύνθετη και προσομοιάζει με εκείνη της χρυσοχοΐας, ειδικότερα με εκείνη που παρουσιάζεται στα ανάγλυφα ελάσματα. Από τα πιο συνηθισμένα θέματα είναι τα άγρια ζώα σε ιπτάμενο καλπασμό ή σε συμπλοκή μεταξύ τους και τα μυθικά ζώα, σφίγγες και γρύπες, που απεικονίζονται σε εραλδικές παραστάσεις. Ένα τυπικό προϊόν της ελεφαντουργίας ήταν τα επίπεδα πλακίδια με ανάγλυφη και εγχάρακτη διακόσμηση που ήταν ένθετα ή επικολλημένα σε αντικείμενα από άλλα υλικά.
Άλλα χαρακτηριστικά δείγματα της μυκηναϊκής ελεφαντουργίας θα πρέπει να ήταν τα ολόγλυφα αγαλματίδια, όπως το σύμπλεγμα τριών μορφών από την ακρόπολη των Μυκηνών και οι κεφαλές πολεμιστών με οδοντόφρακτο κράνος, όπως αυτές που βρέθηκαν στις Μυκήνες και στα Σπάτα. Η τεχνοτροπία της τελευταίας φάσης της μυκηναϊκής ελεφαντουργίας διαφοροποιείται κάπως σε σχέση με αυτή των προηγούμενων περιόδων.
Oι παραστάσεις γίνονται τώρα πιο λιτές, με ελάχιστη πλαστικότητα και χωρίς νέα έμπνευση. Στη θεματογραφία άρχισαν να προτιμούνται οι απεικονίσεις μυθικών ζώων παράλληλα με την απλή γραμμική διακόσμηση. Η άμεση εξάρτηση της ελεφαντουργίας από την εισαγόμενη πρώτη ύλη ήταν ο λόγος που η τέχνη αυτή εξαφανίστηκε ολοκληρωτικά από το Αιγαίο γύρω στο 1200 π.Χ., όταν έλαβαν χώρα οι μεγάλες διεθνείς αναταραχές και καταστράφηκαν τα μυκηναϊκά ανάκτορα. Η εξάσκησή της διατηρήθηκε μόνο στη Συρία μέχρι την εποχή του Σιδήρου.

Μεταλλοτεχνία
Σε αντίθεση με την περίοδο της Μέσης Χαλκοκρατίας κατά την οποία παρατηρείται γενική σπανιότητα μετάλλων, από τη Υστεροελλαδική Εποχή προέρχεται ένα πλήθος μεταλλικών αντικειμένων, τα οποία βρίσκονται συνήθως σε ταφικά σύνολα. Από μέταλλο οι Μυκηναίοι κατασκεύαζαν κοσμήματα, αγγεία, εργαλεία και όπλα. Για την κατασκευή των εργαλείων, των όπλων και των αγγείων χρησιμοποιούνταν κατά βάση ο ορείχαλκος, ενώ για την κατασκευή κοσμημάτων ο χρυσός, ο άργυρος, το ήλεκτρο και το νίελλο.
Η μαζική παραγωγή των μετάλλινων αντικειμένων είχε μεγάλη σημασία για την οικονομία και την άμυνα, έτσι η αναζήτηση των μετάλλων ήταν εκείνη που έφερε τους Μυκηναίους στους μακρινούς εμπορικούς δρόμους του Βορρά και της Ανατολής. Το σημαντικότερο μετάλλευμα, ο χαλκός, προμηθευόταν υπό μορφή ταλάντων από τα μεταλλεία της Κύπρου. Από τις πινακίδες της Κνωσού και της Πύλου προέρχονται αρκετές πληροφορίες για τη μεταλλοτεχνία. Σύμφωνα με αυτές, η εμπορία και η διανομή των μετάλλων στους τεχνίτες ήταν μέλημα της κεντρικής εξουσίας.
Στις πινακίδες καταγράφονταν αναλυτικά τα ονόματα των μεταλλουργών και οι ποσότητες του μετάλλου που λάμβανε ο καθένας. Οι ίδιες πηγές μας πληροφορούν ότι τα μεταλλουργικά εργαστήρια δε βρίσκονταν συνήθως στα μεγάλα οικιστικά κέντρα αλλά σε άγνωστες μακρινές τοποθεσίες, μάλλον επειδή η λειτουργία των κλιβάνων απαιτούσε ειδικές συνθήκες περιβάλλοντος. Από αθροίσεις σε διάφορες πινακίδες υπολογίζεται ότι οι ορειχαλκουργοί (ka-ke-we) στο βασίλειο της Πύλου έφταναν σχεδόν τους τετρακόσιους. Ο μεγάλος αυτός αριθμός υποδεικνύει ότι ένα μεγάλο μέρος της παραγωγής προοριζόταν για εξαγωγή.
Για την κατασκευή του ορείχαλκου εκτός από τον καθαρό χαλκό ήταν απαραίτητος και ο κασσίτερος, ένα εξαιρετικά σπάνιο μέταλλο που δεν απαντά στην περιοχή τoυ Αιγαίου. Η προέλευση του μετάλλου αυτού έχει γίνει θέμα πολλών συζητήσεων και παραμένει ακόμη ένα άλυτο πρόβλημα. Οι δύο κύριες απόψεις υποστηρίζουν ότι ο κασσίτερος προμηθευόταν απευθείας ή μέσω ενδιάμεσων σταθμών από τη Βρετανία, την Ιβηρική ή από το Αφγανιστάν.

Ο χρυσός δηλώνεται στα μυκηναϊκά κείμενα με έναιδεόγραμμα ή με τη λέξη ku-ru-so και οι τεχνίτες του ονομάζονταν (ku-ru-so-wo-ko: χρυσουργοί). Παρά τη σπανιότητα του πολύτιμου αυτού μετάλλου, αντικείμενα από χρυσό βρίσκονται συχνά ανάμεσα στα ταφικά κτερίσματα, ενώ το ίδιο συχνές είναι και οι αναφορές του στα κείμενα των πινακίδων. Σ’ ένα κατάλογο της Πύλου παραδίδεται ότι οι υψηλοί αξιωματούχοι του κράτους πλήρωναν στο ανάκτορο μια έκτακτη εισφορά σε χρυσό. Δε γνωρίζουμε ακριβώς τη μορφή με την οποία αποδίδονταν οι εισφορές αυτές.
Ίσως ήταν ανεπεξέργαστος χρυσός σε ράβδους ή το βάρος των κοσμημάτων των αξιωματούχων. Ίσως όμως οι ποσότητες αυτές να αντιπροσώπευαν το σύνολο του χρυσού που υπήρχε στα ιερά που βρίσκονταν στη δικαιοδοσία των αξιωματούχων. Το ασήμι χρησιμοποιούνταν όπως και ο χρυσός για την κατασκευή πολυτελών αγγείων και κοσμημάτων. Στα κείμενα των πινακίδων αναφέρεται μόνο μια καταγραφή ασημοποίκιλτων τροχών (a-ku-ro de-de-me-no), πράγμα που σημαίνει ότι το μέταλλο αυτό ήταν εξαιρετικά σπάνιο.
Ο μόλυβδος, που είναι ένα παράγωγο του αργύρου, ίσως υπονοείται στη λέξη mo-ri-wo-do των πινακίδων. Από μόλυβδο κατασκευάζονταν χυτά ειδώλια, αντικείμενα οικιακής χρήσης και αλιευτικά βαρίδια. Ο σίδηρος δεν ήταν ένα υλικό εντελώς άγνωστο στους Μυκηναίους, αλλά οι τεχνικές της κατασκευής του δεν είχαν ακόμη τελειοποιηθεί για τη δημιουργία συστηματικής βιοτεχνικής παραγωγής. Η χρήση του μετάλλου αυτού θα γενικευτεί το 10o αιώνα π.Χ. και θα θέσει το τέλος της εποχής του Χαλκού, εγκαινιάζοντας την «Εποχή του Σιδήρου».
 
Χρυσοχοΐα
Tα πολύτιμα μέταλλα, o χρυσός, ο άργυρος και το ήλεκτρο, χρησιμοποιήθηκαν από τους Μυκηναίους για την κατασκευή πολύτιμων αντικειμένων, τα οποία βρίσκονται μαζί με κτερίσματα από άλλα υλικά στους πλουσιότερους τάφους. Τα χρυσά κοσμήματα και τα άλλα σκεύη από πολύτιμα μέταλλα επιβεβαίωναν το κοινωνικό κύρος της μυκηναϊκής αριστοκρατίας στην προσπάθειά τους να φανούν ισάξιοι με τους δυνάστες της Ανατολής.
Ένα εξαιρετικό δείγμα της Μυκηναϊκής τέχνης, που φανερώνει τη σύνδεση του χρυσού με την ηγετική τάξη της Μυκηναϊκής Ελλάδας, αποτελούν οι χρυσές προσωπίδες των βασιλικών νεκρών από τους ταφικούς περιβόλους των Μυκηνών. Η Μυκηναϊκή χρυσοχοΐα επηρεάστηκε από την αισθητική και τις τεχνικές της Μινωικής Κρήτης, όσον αφορά όμως την έκταση της χρήσης του χρυσού οι Μυκηναίοι ξεπέρασαν κατά πολύ τους Μινωίτες. Τα ταφικά κτερίσματα από χρυσό εμφανίζονται συχνότερα στους τάφους της Μυκηναϊκής εποχής.
Τα κοσμήματα που κατασκευάζονταν από συμπαγή χρυσό ήταν τα ενώτια, τα δαχτυλίδια που συγκρατούσαν συχνά ένθετους πολύτιμους λίθους, οι χάντρες περιδέραιων που εναλλάσσονταν με χάντρες από λίθους ή φαγεντιανή, οι περόνες και τα επίρραπτα κοσμήματα. Σε όλα αυτά τα κοσμήματα οι Μυκηναίοι χρυσοχόοι έδιναν αρχικά Μινωίζοντα και στη συνέχεια ντόπια σχήματα και διακοσμήσεις. Ανάμεσά τους διακρίνονται και αρκετά θρησκευτικά σύμβολα, όπως οι κεφαλές ταύρων, οι οκτώσχημες ασπίδες, οι κρόκοι και τα φύλλα κισσού.
Από πολύτιμα μέταλλα κατασκευάζονταν και αγγεία, τα Πρωιμότερα από τα οποία έχουν βρεθεί στους βασιλικούς περιβόλους των Μυκηνών. Τα αγγεία από πολύτιμα μέταλλα ήταν ιδιόμορφα σπονδικά ρυτά και κύπελλα διάφορων σχημάτων που είτε πλησίαζαν Μινωικά πρότυπα είτε ακολουθούσαν την τρέχουσα εξέλιξη της Μυκηναϊκής κεραμικής. Συχνά συνδυάζονταν διαφορετικά μέταλλα για να δημιουργήσουν ένα πολύχρωμο αισθητικό αποτέλεσμα. Οι πιο χαρακτηριστικές τεχνικές της χρυσοχοΐας, που χρησιμοποιούνταν κυρίως στην κοσμηματοτεχνία, ήταν η κοκκίδωση, η συρματοτεχνική και η συγκολλητική.
Η ανάγλυφη διακόσμηση δημιουργούνταν με την τεχνική της έκκρουσης. Περίτμητα φύλλα χρυσού και αργύρου τοποθετούνταν συχνά ως ένθετες διακοσμήσεις σε αντικείμενα από ευτελή μέταλλα, συνήθως σε πολυτελή ξίφη και αγγεία με μια τεχνική που ονομάζεται «ζωγραφική σε μέταλλο» ή «τεχνική του νιέλλου», καθώς τα διάφορα υλικά συνδέονταν μεταξύ τους με νίελλο.

Οπλουργία
‘Ένας αρκετά σημαντικός τομέας της Μυκηναϊκής μεταλλοτεχνίας ήταν η κατασκευή αμυντικών και επιθετικών όπλων από ορείχαλκο. Τα Μυκηναϊκά όπλα διακρίνονται σε πολλούς, διαρκώς εξελισσόμενους τύπους, πράγμα που δείχνει ότι οι Μυκηναίοι βελτίωναν συνεχώς τις πολεμικές τους τεχνικές. Τα μεταλλικά όπλα βρίσκονται σε τάφους, όπου είχαν τοποθετηθεί ως νεκρικά κτερίσματα και σε θησαυρούς αντικειμένων. Από τις Πρωιμότερες φάσεις της Μυκηναϊκής εποχής εμφανίζονται διάφοροι τύποι χάλκινων όπλων, οι οποίοι στις επόμενες περιόδους θα παρουσιάσουν μια ραγδαία εξέλιξη.
Οι πρωιμότερες αιχμές δοράτων, οι οποίες προέρχονται από ύστερους Μεσοελλαδικούς τάφους ονομάζονται «αιχμές τύπου Σέσκλου» και είχαν αυλό για τη καλύτερη στερέωσή τους στο ξύλινο στέλεχος του δόρατος. Στους λακκοειδείς τάφους των Μυκηνών βρέθηκε ένας μεγάλος αριθμός από μεταλλικά ξίφη και εγχειρίδια με περίτεχνες ανάγλυφες διακοσμήσεις και ενθέματα από χρυσό, νίελλο, ελεφαντόδοντο και πολύτιμους λίθους. Η σύνθετη αυτή διακόσμηση είχε επιτευχθεί με την εμπίεστη τεχνική και την τεχνική της λεγόμενης «ζωγραφικής σε μέταλλο».
Ο επιβλητικός αυτός και πολυτελής οπλισμός εξέφραζε τις αρετές της Πρώιμης Μυκηναϊκής αριστοκρατίας, τη μαχητική ικανότητα και την υψηλή κοινωνική θέση. Τα ξίφη της πρώιμης Μυκηναϊκής περιόδου διακρίνονται σε δύο βασικούς τύπους, τον τύπο Α και τον τύπο Β. Ο τύπος Α, ο οποίος θεωρείται αρχαιότερος, διακρίνεται από την πολύ μακριά και στενή λεπίδα και τους στρογγυλεμένους ώμους που καταλήγουν συχνά σε κερατοειδείς απολήξεις. Το αρχικό πρότυπο του τύπου αυτού αναζητάται στα μακριά τελετουργικά ξίφη της Παλαιοανακτορικής περιόδου.
Ο νεότερος τύπος Β, που διακρίνεται από τη βραχύτερη και πλατύτερη λεπίδα του, ήταν κατάλληλος τόσο για τα χτυπήματα όσο και για το κόψιμο. Οι ώμοι του ήταν τετραγωνισμένοι και οξείς, ενώ το στέλεχος της λεπίδας που εισχωρούσε στη λαβή είχε το ίδιο πλάτος με αυτή και στερεωνόταν επάνω της με καρφιά. Μετά το 1400 π.Χ. εμφανίζονται νέοι τύποι επιθετικών όπλων. Τα περισσότερα ξίφη ήταν τώρα κατάλληλα και για τα χτυπήματα αλλά και για την κοπή. Ο περισσότερο διαδεδομένος τύπος ήταν ένα σχετικά κοντό ξίφος με κεντρική νεύρωση και καρφιά στη λαβή.
Στη συνέχεια αναπτύσσεται ο σταυρόσχημος τύπος, ο οποίος είχε πλατύτερη λεπίδα και ενισχυμένη κεντρική νεύρωση. Παράλληλα επικρατεί η χρήση των πολεμικών εγχειριδίων, τα οποία διακρίνονται σε διάφορους, διαρκώς μετεξελισσόμενους τύπους. Από το 12ο αιώνα π.Χ. διαδίδεται στο Αιγαίο ένας νέος τύπος ξίφους, ο οποίος εμφανίστηκε ταυτόχρονα και στην Εγγύς Ανατολή. Πρόκειται για ένα ξίφος κοπής και νύξης με οξεία, μακριά λεπίδα, στρογγυλεμένους ώμους και διχαλωτή λαβή. Η χρήση αυτού του τύπου ξίφους συνεχίστηκε και στην Εποχή του Σιδήρου.
Οι αιχμές δοράτων από σφυρήλατο ή χυτό μέταλλο δεν παρουσίασαν αξιοσημείωτη εξέλιξη μέχρι και τα μέσα του 13ου αιώνα π.Χ. Κατά την Υστεροελλαδική ΙΙΙ περίοδο έγιναν βραχύτερες και οξείες και η λεπίδα τους απέκτησε το σχήμα πτερυγίων. Οι αιχμές στερεώνονταν στο κοντάρι του δόρατος με μια τρύπα στο άκρο του αυλού. Διάφορα τμήματα σωζόμενων τοιχογραφιών, τα οποία απεικονίζουν οπλισμένους άντρες, δείχνουν ότι οι πολεμιστές μετέφεραν τα δόρατα κατά ζεύγη.
Στις πινακίδες της Πύλου μαζί με τις αιχμές δοράτων αναφέρονται και χάλκινες αιχμές βελών. Οι αιχμές των βελών αυτών κατασκευάζονταν από χυτό μέταλλο ή από μεταλλικά φύλλα και ακολουθούσαν αρχικά το απλό τριγωνικό σχήμα των λίθινων. Αργότερα όμως άρχισαν να κατασκευάζονται αιχμές με στειλεό, οι οποίες στερεώνονταν καλύτερα στο στέλεχος του βέλους και ήταν πιο αποτελεσματικές. Παράλληλα με την κατασκευή βελών από χαλκό συνεχίστηκε για αρκετό διάστημα η κατασκευή αιχμών βελών από πυριτόλιθο ή οψιανό.
Ένα χαρακτηριστικό δείγμα του Μυκηναϊκού οπλισμού ήταν οι επιβλητικές χάλκινες πανοπλίες που παρατηρούνται από την Υστεροελλαδική ΙΙ περίοδο. Το ακριβές σχήμα των μεταλλικών αυτών θωράκων φαίνεται σ’ ένα μοναδικό εύρημα από το θαλαμοειδή τάφο των Δενδρών, το οποίο χρονολογείται στα τέλη του 15ου αιώνα π.Χ. Η πανοπλία αυτή αποτελείται από φαρδιά ταινιόσχημα χάλκινα ελάσματα, τα οποία ήταν στερεωμένα σε μια δερμάτινη εσωτερική επένδυση και θα κάλυπτε το σώμα από τα γόνατα μέχρι το λαιμό.
Το υπερβολικό βάρος της την καθιστούσε αρκετά δύσχρηστη, γι’ αυτό το λόγο πιθανολογείται ότι δε χρησιμοποιούνταν πραγματικά στα πεδία των μαχών αλλά μόνο σε περιπτώσεις επίδειξης κύρους. Εκτός από τους θώρακες υπήρχαν και άλλα μεταλλικά εξαρτήματα προστασίας των πολεμιστών. Σε ύστερους Μυκηναϊκούς τάφους βρίσκονται μεταλλικά κράνη, τμήματα κνημίδων και εξαρτήματα προστασίας των χεριών.

Εργαλειοτεχνία
Η κατασκευή εργαλείων από ορείχαλκο ήταν μαζί με την κατασκευή των όπλων από τους πρώτους τομείς ανάπτυξης της μεταλλοτεχνίας. Ενώ όμως τα όπλα από χαλκό εμφανίζονται από τις πρώιμες κιόλας περιόδους της Μυκηναϊκής εποχής, τα χάλκινα εργαλεία δεν εμφανίζονται πριν από την Υστεροελλαδική ΙΙΙ περίοδο. Το φαινόμενο αυτό υποδεικνύει ότι κατά τις πρωιμότερες φάσεις της Μυκηναϊκής εποχής χρησιμοποιούνταν ακόμη εργαλεία από αποκρουσμένο ή λειασμένο λίθο. Λόγω της συστηματικής επαναχρησιμοποίησης των μετάλλων έχουν βρεθεί σχετικά λίγα μεταλλικά εργαλεία.
Οι τύποι τους δε διαφέρουν πολύ από τους αντίστοιχους τύπους εργαλείων μεταγενέστερων εποχών. Στον εργαστηριακό χώρο χρησιμοποιούνταν μαχαίρια, κοπίδια, πριόνια, σπάτουλες, σμίλες, τρυπάνια και σουβλιά. Οι τύποι των εργαλείων μαρτυρούν και τον τομέα της χρήσης τους. Έτσι, αναγνωρίζονται διάφορες εργαστηριακές χρήσεις, όπως η κατεργασία του δέρματος, του ξύλου, του ελεφαντόδοντου ή η οικοδομική τέχνη. Η εύρεση μεταλλικών εργαλείων σε χώρους των κατοικιών ή των ανακτόρων αποτελεί -όπως και η παρουσία σταθερών εργαστηριακών εγκαταστάσεων ή τα υπολείμματα των πρώτων υλών- μια σαφή ένδειξη για τον εντοπισμό εργαστηρίων.
Εκτός από τον εργαστηριακό χώρο, τα μεταλλικά εργαλεία έπαιζαν σημαντικό ρόλο στις αγροτικές εργασίες αλλά και στον οικιακό χώρο. Οι αξίνες και τα σκαλιστήρια από ορείχαλκο χρησίμευαν στην άρωση της γης, τα αγκίστρια και τα μολύβδινα βάρη στο ψάρεμα, ενώ τα ξυράφια, οι τριχολαβίδες και οι καθρέπτες ήταν εργαλεία καλλωπισμού.
Κατά τη μετάβαση από την Yστεροελλαδική ΙΙΙ Β στην Yστεροελλαδική ΙΙΙ Γ, δηλαδή γύρω στο 1200 π.Χ. ορισμένοι τύποι μεταλλικών εργαλείων, όπως οι σκαπάνες, τα σφυριά, οι πελέκεις και τα μαχαιροδρέπανα εξαφανίζονται εντελώς. Tο φαινόμενο αυτό ερμηνεύεται ως το αποτέλεσμα μιας γενικότερης έλλειψης των μετάλλων, η οποία οδήγησε στη συχνότερη επαναχρησιμοποίησή τους, αλλά ίσως πρόκειται για ένα συμπτωματικό κενό, το οποίο οφείλεται στην έλλειψη σχετικών ευρημάτων.

Υφαντική Τέχνη
Οι πληροφορίες που διαθέτουμε για την υφαντική τέχνη στη Μυκηναϊκή Ελλάδα είναι πολύ περισσότερες σε σχέση με τις προηγούμενες περιόδους. Οι σχετικές μαρτυρίες προέρχονται από τα αρχαιολογικά κατάλοιπα, από εικονιστικές παραστάσεις και από τα κείμενα των ανακτορικών πινακίδων. Στα αρχαιολογικά τεκμήρια ανήκουν ένας μεγάλος αριθμός υφαντικών βαρών από οικιστικά σύνολα και ένα μικρό σύνολο από υπολείμματα υφασμάτων που βρέθηκαν σε Μυκηναϊκούς τάφους.
Από τον ταφικό περίβολο Β των Μυκηνών προέρχεται εξάλλου το Πρωιμότερο ύφασμα που έχει βρεθεί στην ηπειρωτική Ελλάδα, το οποίο ήταν τμήμα ενός λεπτότατου λινού ενδύματος ή του σάβανου του νεκρού. Η Μυκηναϊκή υφαντική ήταν, όπως άλλωστε και οι τύποι της ενδυμασίας, φανερά επηρεασμένη από τα Μινωικά υφαντά. Στις απεικονίσεις των Μυκηναϊκών ενδυμάτων αναγνωρίζεται εύκολα η διάθεση των Μινωιτών για μια εντυπωσιακή εμφάνιση, στην οποία επικρατούσε η πολυπλοκότητα των σχεδίων και η πολυχρωμία.
Γρήγορα όμως η ηπειρωτική Ελλάδα ανέπτυξε στον τομέα αυτό το δικό της χαρακτήρα, συνδυάζοντας τις παλαιότερες εγχώριες τεχνικές με τις Μινωικές τάσεις. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της ανάμειξης είναι οι Μινωικές ενδυμασίες, οι οποίες ήταν ραμμένες με υφάσματα Μυκηναϊκού τύπου. Η διακόσμηση των Μυκηναϊκών υφαντών ήταν γενικά απλούστερη από εκείνη των Μινωικών. Στις τοιχογραφίες εμφανίζονται πολύ συχνά μονόχρωμα υφάσματα διακοσμημένα μόνο με επίρραπτες υφαντές τρέσες. Ακόμη όμως και τα σχέδια αυτών των ταινιών ήταν απλούστερα από τα Μινωικά.
Μια ιδιαίτερα χαρακτηριστική κατηγορία αποτελούν τα υφάσματα με διακόσμηση από στικτά σχέδια. Αυτά είναι διακοσμημένα με απλά επαναλαμβανόμενα μοτίβα: στιγμές, άγκιστρα, ρόδακες και σιγμοειδή. Δεδομένου ότι η Μυκηναϊκή τέχνη περιλαμβάνει συχνά εικονογραφικές συμβάσεις, είναι πολύ δύσκολο να διακριθεί αν στην περίπτωση των στικτών σχεδίων υποδηλώνονται ανάγλυφα σχέδια ή σχέδια υφασμένα με διαφορετικό χρώμα. Οι παραστάσεις υφασμάτων σε ανάγλυφο δείχνουν πάντως ότι κατασκευάζονταν υφαντά από νήματα με διαφορετικό πάχος.
Μια άλλη ιδιόμορφη τεχνική, που μάλλον είναι χαρακτηριστικό στοιχείο της Μυκηναϊκής υφαντικής, είναι η κατασκευή υφασμάτων με θηλιές, τα οποία ονομάζονται φλοκιαστά. Οι λιγοστές παραστάσεις ενδυμάτων της Μυκηναϊκής εποχής δεν μπορούν να μας διαφωτίσουν αρκετά για το ακριβές είδος των προϊόντων της υφαντικής. Το ρόλο αυτό αναπληρώνουν σε μεγάλο βαθμό οι γραπτές πηγές, οι οποίες προσφέρουν πολύτιμες μαρτυρίες όχι μόνο για τα είδη και τις τεχνικές της υφαντικής αλλά και για τα πρόσωπα που ασχολούνταν επαγγελματικά μ’ αυτήν.
Συγκεκριμένα, η σειρά πινακίδων Na της Πύλου αναφέρεται σε ειδικευμένες λινεργάτριες και εριουργούς, οι οποίες ονομάζονταν αντίστοιχα rineja καιwewesijeja. Τα κείμενα αναφέρουν ακόμη διάφορες επαγγελματικές ειδικότητες σχετικές με την κατεργασία των υφαντικών ινών και των υφασμάτων. Έτσι διακρίνονται κλώστριες, φινιρίστριες, βαφείς και γυναίκες που ασχολούνταν με την κουρά των προβάτων.
Όπως μας πληροφορούν οι πινακίδες των Μυκηνών, η νεροτριβή γινόταν από άντρες κναφείς. Στη σειρά πινακίδων Ak της Κνωσού απαριθμείται επίσης μια ομάδα γυναικών που εργάζονταν συνοδευόμενες από τα παιδιά τους ως υφάντριες για λογαριασμό του ανακτόρου. Αξιοσημείωτο εδώ είναι ότι η κεντρική διοίκηση φρόντιζε και επέβλεπε την εκπαίδευσή τους.

Λιθοτεχνία
Ένας τομέας της Μυκηναϊκής τέχνης που αναπτύχθηκε από τις πρωιμότερες κιόλας φάσεις της Υστεροελλαδικής εποχής είναι η κατεργασία των φυσικών πετρωμάτων. Η τέχνη αυτή συνίσταται στην κατασκευή εργαλείων, οικιακών σκευών και πολυτελών αντικειμένων από εγχώρια ή εισηγμένα πετρώματα. Στον τομέα της εργαλειοτεχνίας συνεχίστηκε, σε μικρότερη όμως έκταση, η παραγωγή μαχαιριών και ξυραφιών από αποκρουσμένες λεπίδες οψιανού και πυριτόλιθου, παρόλο που ο ορείχαλκος είχε ήδη προ πολλού εκτοπίσει τα λίθινα εργαλεία. Από λειασμένο λίθο κατασκευάζονταν κυρίως γουδιά, μυλόπετρες και τριβεία.
Οι τύποι των εργαλείων αυτών είναι απλοί και δεν παρουσίασαν καμία περαιτέρω εξέλιξη, μέχρι που τα λίθινα εργαλεία αντικαταστάθηκαν πλήρως από τα μεταλλικά. Από την Υστεροελλαδική Ι περίοδο εμφανίζονται στην ηπειρωτική Ελλάδα τα πρώτα πολυτελή λίθινα αγγεία. Τα σχήματα των αγγείων αυτών μαρτυρούν εμφανείς επιδράσεις από τη Μινωική και από την κυκλαδική λιθοτεχνία αλλά και από τις λιθοτεχνίες της Συρίας, της Παλαιστίνης και της Αιγύπτου, δηλαδή από τις χώρες και τις περιοχές όπου η τέχνη της λιθοτεχνίας είχε βαθιές ρίζες.
Η αρχική έμπνευση φαίνεται ότι προήλθε από τα εισηγμένα λίθινα αγγεία της Κρήτης, τα οποία χρησίμευσαν στους Μυκηναίους λιθοξόους ως πρότυπα. Αντίθετα με τις άλλες τέχνες όπου δημιουργήθηκε γρήγορα μια Μυκηναϊκή τεχνοτροπία, τα έργα της λιθοτεχνίας παρέμειναν πιστά στα πρότυπά τους καθ’ όλη τη διάρκεια της Μυκηναϊκής εποχής. Όσον αφορά τις πρώτες ύλες που χρησιμοποιήθηκαν, ιδιαίτερα προσφιλή ήταν ο ασβεστόλιθος, το αλάβαστρο, ο βασάλτης και τα εισηγμένα πολύτιμα πετρώματα.
Ένα από αυτά ήταν η ορεία κρύσταλλος, ένα υλικό που εισαγόταν από την Αίγυπτο. Ανάμεσα στα πιο γνωστά δείγματα αγγείων από ορεία κρύσταλλο ξεχωρίζει μια αριστουργηματικά κατασκευασμένη κύμβη σε σχήμα πάπιας που προέρχεται από τον Ταφικό κύκλο Β των Μυκηνών. Η εγχώρια παραγωγή λίθινων αντικειμένων φαίνεται ότι ευνοήθηκε ιδιαίτερα από την εξόρυξη του Λακωνικού βασάλτη και του πορφυρίτη.
Ένας σημαντικός τομέας της Μυκηναϊκής λιθοτεχνίας ήταν η κατασκευή κοσμημάτων και σφραγίδων. Τα κοσμήματα που κατασκευάζονταν από λίθους, συνήθως πολύτιμους, ήταν οι χάντρες των περιδέραιων και οι πέτρες των χρυσών δαχτυλιδιών. Οι διακοσμητικοί αυτοί λίθοι παρουσιάζουν μια μεγάλη ποικιλία σχημάτων και ανάγλυφων μοτίβων και εμφανίζουν καλλιτεχνικές επιρροές από τη μινωική τέχνη. Οι σφραγιδόλιθοι και οι δακτυλιόλιθοι παρά τη μικρή έκταση της επιφάνειάς τους διακοσμούνταν συχνά με ανάγλυφες μικρογραφικές παραστάσεις.

Σφραγιδογλυφία
Σφραγίδες έχουν επισημανθεί στην ηπειρωτική Ελλάδα ήδη από τη Νεολιθική εποχή. Ωστόσο η πρώτη τους συστηματική χρήση παρατηρείται σε ορισμένα ισχυρά οικονομικά κέντρα της Πρώιμης Χαλκοκρατίας. Κατά τη Μεσοελλαδική εποχή παρατηρείται η πλήρης εξαφάνιση των σφραγίδων, ένα φαινόμενο το οποίο οφείλεται στο γεγονός ότι οι οικονομικές συναλλαγές της Μέσης Χαλκοκρατίας δεν είχαν συστηματικό χαρακτήρα.
Παρά το γεγονός ότι οι σφραγίδες υπήρχαν κατά τη διάρκεια των Προμυκηναϊκών περιόδων στην ηπειρωτικά Ελλάδα, ο τρόπος που χρησιμοποιήθηκαν κατά την Ύστερη Χαλκοκρατία δείχνει ότι οι Μυκηναίοι υιοθέτησαν το σφραγιστικό σύστημα της Μινωικής Κρήτης που εξυπηρετούσε τις ανάγκες και της δικής τους ανακτορικής οικονομίας. Οι σφραγίδες χρησιμοποιούνταν για να προστατεύουν το περιεχόμενο των αποστολών από την κλοπή και από τη νόθευση.
Στο στόμιο των αγγείων ή άλλων αποθηκευτικών αντικειμένων τοποθετούνταν νωπός πηλός, επάνω στον οποίο πιέζονταν οι σφραγιστικές επιφάνειες αφήνοντας επάνω του ένα ανάγλυφο αποτύπωμα. Εκτός από τις σφραγίδες έχουν βρεθεί και αρκετά σφραγίσματα, δηλαδή τα κομμάτια του πηλού που διατηρούσαν τα αποτυπώματα των σφραγίδων. Σ’ αυτά διακρίνονται μερικές φορές τα ίχνη του σκοινιού με το οποίο ήταν δεμένα στα αγγεία καθώς και τα δαχτυλικά αποτυπώματα των υπαλλήλων που σφράγιζαν.
Εκτός από τη χρήση τους στο πεδίο των συναλλαγών, οι λίθινες σφραγίδες φοριούνταν και ως κοσμήματα – φυλαχτά, μαζί με άλλες χάντρες σε περιδέραια ή δεμένα με πολύτιμα μέταλλα σε σφραγιστικά δαχτυλίδια. Κατά τις πρώιμες περιόδους, για την κατασκευή σφραγίδων χρησιμοποιήθηκαν σκληρά πετρώματα: διάφοροι αχάτες, ο αμέθυστος, ο χαλαζίας, η ορεία κρύσταλλος, ο ίασπις, ο σάρδιος, ο αιματίτης και ο κύανος. Οι λίθινες αυτές σφραγίδες χαράζονταν μ’ έναν ειδικό τροχό και μ’ ένα τρυπάνι. Προσφιλή επίσης ήταν και τα πολύχρωμα κροκαλοπαγή πετρώματα και ο Σπαρτιατικός βασάλτης (Lapis Lacedaemonius).
Το χρώμα της επιφάνειας των λίθινων σφραγίδων μπορούσε να αλλάξει με την έκθεση των αντικειμένων σε υψηλή θερμοκρασία, πράγμα που μερικές φορές γίνονταν σκόπιμα. Σπανιότερα ως πρώτη ύλη για την κατασκευή τους χρησιμοποιούνταν φαγεντιανή, οστά ζώων, χαυλιόδοντες ιπποπόταμου και ελεφαντόδοντο. Από το δεύτερο μισό του 14ου αιώνα συναντώνται επίσης σφραγίδες από υαλόμαζα που είχαν πάρει το σχήμα τους σε λίθινες μήτρες. Το συχνότερο σχήμα των μυκηναϊκών σφραγίδων είναι το φακοειδές, ενώ άλλα συνήθη σχήματα είναι το αμυγδαλόσχημο, το κυλινδρικό, το ελλειψοειδές και το τρίπλευρο πρίσμα.
Από το 15ο αιώνα π.Χ. απαντούν και σφραγιδόλιθοι δεμένοι σε φύλλα χρυσού. Οι σφραγίδες της Ύστερης Χαλκοκρατίας προσφέρουν ένα πλούσιο και πολύτιμο εικονιστικό υλικό, το οποίο αποτελεί ένα βασικό πεδίο για τη μελέτη της τέχνης, αλλά μας πληροφορεί επίσης για την καθημερινή ζωή, τα ήθη, τα έθιμα και τις λατρευτικές συνήθειες της Μυκηναϊκής εποχής. Τα εικονιστικά και τα διακοσμητικά μοτίβα είναι αρχικά πιστές αντιγραφές από τη Μινωική σφραγιδογλυφία, ώστε συχνά να μην ξεχωρίζουν τα Μυκηναϊκά από τα Μινωικά προϊόντα.
Τα καθαρά Μυκηναϊκά τεχνοτροπικά στοιχεία αρχίζουν να φαίνονται γύρω στο 1450 π.Χ. Οι παραστάσεις των σφραγίδων στρέφονται τώρα γύρω από τα προσφιλή θέματα των Μυκηναίων, όπως το κυνήγι και η πάλη άγριων ζώων, ενώ στα θρησκευτικά θέματα κυριαρχούν οι σκηνές θυσίας. Παρόλο που είναι πολύ δύσκολο να διακριθούν τα Μυκηναϊκά έργα από τα Μινωικά, οι ειδικοί μελετητές θεωρούν χαρακτηριστικά στοιχεία της Μυκηναϊκής σφραγιδογλυφίας τη μνημειακότητα και την ευκρίνεια στην απόδοση των λεπτομερειών.
Το σύνολο των σφραγίδων που βρίσκονται σε τάφους του 13ου αιώνα π.Χ. είναι πολύ μεγαλύτερο από ό,τι πριν. Αυτό δείχνει ότι κατά το τελευταίο διάστημα της Μυκηναϊκής εποχής κάτοχοι σφραγίδων μπορούσαν να είναι όχι μόνο τα μέλη της αριστοκρατίας αλλά και άτομα προερχόμενα από τις κατώτερες κοινωνικές τάξεις. Ο συχνός εντοπισμός ενός μεγάλου αριθμού σφραγίδων σε μεμονωμένες ταφές είναι επίσης μια ένδειξη ότι οι σφραγίδες είχαν αποκτήσει πλέον συλλεκτική αξία.

ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΑ ΕΠΙΤΕΥΓΜΑΤΑ
Εκτός από την καλλιέργεια των τεχνών οι Μυκηναίοι επιδόθηκαν και στην καλλιέργεια του πνεύματος με σημαντικά επιτεύγματα, τα οποία χρησιμοποίησαν κυρίως σε τομείς της οικονομίας. Οι βασικές γνώσεις στους πνευματικούς τομείς και οι εφαρμογές τους σε καθημερινές πρακτικές αντλήθηκαν αρχικά από τα πιο προηγμένα κράτη με τα οποία οι Μυκηναίοι ήρθαν σε εμπορικές ή διπλωματικές επαφές. Από τη Μινωική Κρήτη υιοθετήθηκε η αρίθμηση και τα μετρικά συστήματα, τα οποία διευκόλυναν τον έλεγχο της παραγωγής και του εμπορίου.
Το σημαντικότερο από τα Μυκηναϊκά επιτεύγματα ήταν όμως η επινόηση μιας νέας συλλαβικής γραφής, που ονομάζεται Γραμμική γραφή Β. Η αποκρυπτογράφηση αυτής της γραφής κατέστησε σαφές ότι η επίσημη γλώσσα των Μυκηναϊκών ανακτόρων ήταν η Ελληνική, ένα γεγονός που μετέθεσε οριστικά τη Μυκηναϊκή εποχή από την Προϊστορία στο στάδιο της Πρωτοϊστορίας. Τα Μυκηναϊκά κείμενα έχουν καθαρά αρχειοθετικό χαρακτήρα, αφού περιέχουν μόνο καταχωρίσεις που ήταν αναγκαίες για τον έλεγχο της οικονομικής διαχείρισης.
Έτσι, δε γνωρίζουμε αν οι Μυκηναίοι είχαν γράψει και κείμενα με διαφορετικό περιεχόμενο, όπως επιστολές, θρησκευτικά κείμενα ή φιλολογικά έργα. Ορισμένες παρατηρήσεις όμως στη γλώσσα και στο περιεχόμενο των Ομηρικών Επών υποδεικνύουν ότι αυτά πιθανόν να στηρίχτηκαν σε παλαιότερα ιστορικά ποιήματα της Μυκηναϊκής εποχής, τα οποία είχαν διασωθεί μέσω της προφορικής παράδοσης.
Με βάση αυτό το σκεπτικό, μπορούμε να συμπεράνουμε ότι ο πνευματικός θησαυρός του Μυκηναϊκού κόσμου δεν περιορίζεται μόνο στις οικονομικής φύσεως πρακτικές και στο περιεχόμενο των αρχειακών κειμένων αλλά επεκτείνεται και στον πλούτο της ιστορικής και λογοτεχνικής παράδοσης που διασώθηκε στην αρχαία Ελληνική ποίηση και στους μύθους.

Γλώσσα
Η ανακάλυψη των ενεπίγραφων πινακίδων στις ανασκαφές της Κνωσού πιστοποίησε την οργανωμένη χρήση ενός εξελιγμένου είδους γραφής που θεωρήθηκε αρχικά ότι εξέφραζε, όπως και οι προηγούμενες, μια Προελληνική διάλεκτο. Η αποκρυπτογράφηση της Μυκηναϊκής Γραμμικής Β γραφής το 1953 από τους M. Ventris και J. Chadwick αποκάλυψε προς μεγάλη έκπληξη των Ελληνιστών της εποχής ότι τα συλλαβογράμματα της Γραμμικής Β σχημάτιζαν λέξεις της Ελληνικής γλώσσας.
Η σταδιακή ανάγνωση πολλών κειμένων της γραφής αυτής αποκάλυψε ότι ο Μυκηναϊκός κόσμος είναι τόσο από γλωσσική όσο και από πολιτιστική άποψη άρρηκτα δεμένος με την Ελληνική Αρχαιότητα. Στα Μυκηναϊκά κείμενα αναγνωρίστηκαν Ελληνικά ονόματα προσώπων και Θεοτήτων, ορισμένες από τις οποίες συμπεριλήφθηκαν αργότερα στις σημαντικότερες μορφές του Ελληνικού Δωδεκάθεου. Τα τοπωνύμια που συναντώνται στις πινακίδες βοήθησαν την ταύτιση πολλών Μυκηναϊκών οικισμών με θέσεις που ήταν γνωστές από την ιστορική τοπογραφία.
Τα επαγγέλματα, οι θεσμοί και η ιεραρχία της Μυκηναϊκής κοινωνίας κυρίως του 13ου αιώνα π.Χ. φωτίζουν πλευρές της πολιτικής και κοινωνικής οργάνωσης, οι οποίες θα ήταν αδύνατο να προσεγγιστούν μόνο μέσω των αρχαιολογικών μαρτυριών. Η μυκηναϊκή γλώσσα είναι η Πρωιμότατη γνωστή Ελληνική διάλεκτος και εμπεριέχει και αρκετά Προελληνικά στοιχεία. Δεν παρουσιάζει πλήρη αντιστοιχία με καμία από τις μεταγενέστερες διαλέκτους, εμφανίζει ωστόσο τις περισσότερες ομοιότητες με την Αρκαδοκυπριακή.
Στο λεξιλόγιό της συναντώνται επίσης λέξεις με Ελληνική ρίζα, οι οποίες όμως απουσιάζουν από την αρχαία Ελληνική. Οι λέξεις αυτές πιστεύεται ότι εξαφανίστηκαν κατά τη Γεωμετρική και την Αρχαϊκή περίοδο. Η σύνταξη των Μυκηναϊκών κειμένων είναι πολύ δύσκολο να μελετηθεί, εφόσον τα κείμενα των πινακίδων είναι συνήθως απλοί κατάλογοι. Στοιχεία της συντακτικής δομής συναντώνται μόνο σε μια πινακίδα από την Πύλο, στην οποία μια χρονική πρόταση αρχίζει με o-te (όταν), ενώ σε άλλο σημείο χρησιμοποιείται η γνωστή από τα αρχαία Ελληνικά αιτιατική της αναφοράς.
Ο ενικός, ο πληθυντικός και ο δυικός αριθμός υφίστανται, συχνά όμως χρησιμοποιούνται με τον ίδιο ακριβώς τρόπο, επειδή σε όλες τις περιπτώσεις λειτουργούν ως επικεφαλίδες. Στα κείμενα παρατηρούνται συχνά και συντακτικές ανακολουθίες που οφείλονται στην επιγραμματική φύση των κειμένων ή σε απροσεξίες των γραφέων.

Γραφή
Τα πρώτα συστήματα γραφής στο Αιγαίο συναντώνται στη Μινωική Κρήτη κατά τη δεύτερη χιλιετία π.Χ. Το πρώτο είδος γραφής διασώζεται στο δίσκο της Φαιστού και ακολουθούν η Ιερογλυφική και η Γραμμική γραφή Α. Η Γραμμική Β είναι η προσφορά των Μυκηναίων στα πνευματικά επιτεύγματα του Προϊστορικού Αιγαίου. Η γραφή αυτή, που είναι μια εξέλιξη της Γραμμικής A, δημιουργήθηκε μάλλον από την ανάγκη να συστηματοποιηθούν περισσότερο οι εμπορικές συναλλαγές και να οργανωθούν καλύτερα η αποθήκευση και η αρχειοθέτηση των αγαθών που διακινούνταν στα ανάκτορα.
Οι γραπτές μαρτυρίες της Γραμμικής Β προέρχονται κυρίως από τις πινακίδες των ανακτορικών αρχείων της Πύλου, της Κνωσού και της Θήβας. Από την Πύλο προέρχονται περισσότερες από 1.000 πινακίδες και από την Κνωσό περισσότερες από 3.000. Λιγότερο πλούσια σε αρχειακά ευρήματα είναι τα ανάκτορα των Μυκηνών και της Τίρυνθας. Τα κείμενα χαράζονταν επάνω σε πλάκες από άψητο πηλό με τη βοήθεια μιας γραφίδας που ήταν φτιαγμένη μάλλον από κόκαλο. Οι πινακίδες αυτές διακρίνονται ανάλογα με το σχήμα τους σε σελιδόσχημες και φυλλόσχημες.
Το γεγονός ότι έχουν διασωθεί μέχρι σήμερα οφείλεται στο τυχαίο γεγονός ότι κατά την καταστροφή των ανακτόρων γύρω στο 1200 π.Χ. κάηκαν και μ’ αυτόν τον τρόπο η μάζα τους στερεοποιήθηκε και έγινε πιο ανθεκτική στη φθορά. Οι πινακίδες βρίσκονται συχνά συγκεντρωμένες στους προθαλάμους των ανακτορικών αποθηκών αλλά και σε χώρους άσχετους με την επίσημη αρχειοθέτηση του κράτους, όπως οι ιδιωτικές οικίες εμπόρων. Εκτός από τις πινακίδες η Μυκηναϊκή γραφή συναντάται και στα ενεπίγραφα σφραγίσματα, πολλά από τα οποία έχουν βρεθεί στη Μυκηναϊκή Καδμεία και στoυς ενεπίγραφους αμφορείς.
Οι επιγραφές επάνω στα αγγεία αυτά είχαν γραφτεί με χρώμα πριν από το ψήσιμο των αγγείων και λειτουργούσαν ως ετικέτες, όπου αναγραφόταν το περιεχόμενο των αγγείων ή ο τόπος προέλευσης των προϊόντων. Συνολικά έχουν βρεθεί σ’ όλο το Αιγαίο γύρω στους 140 αμφορείς αυτού του τύπου, σε θέσεις της ηπειρωτικής Ελλάδας, όπως η Θήβα, η Ελευσίνα, η Τίρυνθα αλλά και σε κρητικές θέσεις, όπως η Κνωσός και τα Χανιά. Το διάστημα χρήσης τους τοποθετείται στο 14ο και το 13ο αιώνα π.Χ.
Η Γραμμική Β γραφόταν όπως και η Γραμμική Α από τα αριστερά προς τα δεξιά. Στον σελιδόσχημο τύπο, όπου υπήρχε αρκετός χώρος για μακροσκελή κείμενα, οι επιφάνειες των πινακίδων χωρίζονταν σε τμήματα με οριζόντιες γραμμές. Συχνά διακρίνονταν και παράγραφοι που χωρίζονταν μεταξύ τους με κενές γραμμές. Η προσεκτικότερη μελέτη των πινακίδων έκανε δυνατή την αναγνώριση συγκεκριμένων γραφέων. Στις πινακίδες της Πύλου έχουν αναγνωριστεί τριάντα δύο γραφείς, ενώ στο ανάκτορο της Κνωσού οι γραφείς ανέρχονται στους εκατό.

Γραμμική Β
Η Μυκηναϊκή Γραμμική Β γραφή ονομάστηκε έτσι από τον ανασκαφέα της Κνωσού Άρθουρ Έβανς (Α. Evans) σε αντιδιαστολή με το πρώτο είδος της Μινωικής Γραμμικής Α. Οι ομοιότητες των δύο γραμμικών γραφών οδηγούν στο συμπέρασμα ότι η Γραμμική Β προέκυψε από τη Γραμμική Α. Παράλληλα όμως με τις ομοιότητές οι δύο γραφές παρουσιάζουν και σαφείς διαφορές, οι οποίες εντοπίζονται τόσο στην εσωτερική τους δομή όσο και στην εξωτερική μορφή των συμβόλων τους.
Και οι δύο γραφές χρησιμοποιούν τον ίδιο αριθμό φωνητικών συμβόλων, ορισμένα από τα οποία είναι κοινά και στις δύο γραφές, ενώ άλλα εμφανίζονται μόνο σε μία από αυτές. Σήμερα πιστεύεται ότι η δομή της Γραμμικής Β προήλθε από τη Γραμμική Α, αλλά τροποποιήθηκε προκειμένου να εκφράσει καλύτερα την Ελληνική γλώσσα. Η Γραμμική Β δομείται από ομάδες φωνητικών συμβόλων, οι οποίες συνοδεύονται από ιδεογράμματα.
Τα φωνητικά σύμβολα και το αντίστοιχο ιδεόγραμμα αναφέρονται στο ίδιο αντικείμενο. Τα συλλαβογράμματα, όπως ονομάζονται τα διαδοχικά φωνητικά σημεία, αναπαριστούν φωνήεντα και ανοιχτές συλλαβές με συνδυασμό ενός συμφώνου και ενός φωνήεντος, όπου το τελευταίο είναι πάντοτε φωνήεν. Σε σαρανταπέντε από τα συνολικά ογδόντα εννέα σημεία παρατηρούνται αντιστοιχίες με σημεία της Γραμμικής Α και σε άλλα δέκα παρατηρούνται αντιστοιχίες με στοιχεία των παλαιότερων Μινωικών γραφών.
Εκτός από τα φωνητικά σύμβολα υπάρχουν και περισσότερα από εκατό ιδεογράμματα που παριστάνουν αντικείμενα, αριθμούς, οι οποίοι ακολουθούν το δεκαδικό σύστημα και μονάδες μέτρησης του βάρους και της χωρητικότητας. Αρκετά συλλαβογράμματα, ιδεογράμματα ή μονάδες μέτρησης παραμένουν ακόμη άγνωστα. Τα κενά αυτά της αποκρυπτογράφησης συμπληρώνονται σταδιακά με την ανάγνωση περισσότερων νέων κειμένων.
Από τα αρχαιολογικά δεδομένα γνωρίζουμε ότι το τελευταίο διάστημα χρήσης της Γραμμικής Β είναι το τέλος του 13ου αιώνα π.Χ., δηλαδή η τελική φάση πριν από την καταστροφή των μυκηναϊκών ανακτόρων. Δε γνωρίζουμε όμως ακριβώς το χρόνο της δημιουργίας της. Οι πινακίδες της Κνωσού χρονολογούνται στο διάστημα 1425 – 1385 π.Χ., άρα η χρήση της πιστοποιείται ήδη στον 15ο αιώνα π.Χ., ενώ η δημιουργία της μπορεί να τοποθετηθεί και νωρίτερα. H εμφάνισή της στα ανακτορικά κέντρα της ηπειρωτικής Ελλάδας υπολογίζεται γύρω στο 1350 – 1300 π.Χ.
Με την καταστροφή των Μυκηναϊκών ανακτόρων σταμάτησε και η χρήση της Γραμμικής Β, η οποία δεν αντικαταστάθηκε από κάποια άλλη γραφή μέχρι την εισαγωγή του φοινικικού αλφαβήτου τον 8ο αιώνα π.Χ. Αυτό σημαίνει ότι η μυκηναϊκή γραφή είχε ως μόνο λόγο ύπαρξης να διευκολύνει τις διοικητικές λειτουργίες των ανακτόρων. Οι επόμενοι «σκοτεινοί αιώνες» χαρακτηρίζονται από πλήρη έλλειψη γραπτών πηγών, ωστόσο η μυκηναϊκή γλωσσική παράδοση διατηρήθηκε στον προφορικό λόγο. Ορισμένα στοιχεία της μυκηναϊκής διαλέκτου διασώθηκαν στα Ομηρικά Έπη και στη μεταγενέστερη ποίηση που διατήρησε τα επικά στοιχεία.

Μετρικά Συστήματα
Στη Γραμμική Β γραφή τα μέτρα και τα σταθμά δηλώνονταν με ιδιαίτερα σημεία. Δε γνωρίζουμε ποια ήταν τα ονόματα των μονάδων στη Μυκηναϊκή γλώσσα, γνωρίζουμε όμως ότι υπήρχαν αριθμοί που ακολουθούσαν το δεκαδικό σύστημα και μονάδες μέτρησης του βάρους και της χωρητικότητας. Τα σημεία των μονάδων ήταν μερικές φορές ίδια μ’ αυτά της Μινωικής γραφής, πράγμα που σημαίνει ότι οι Μυκηναίοι χρησιμοποίησαν τις Μινωικές μετρικές μονάδες. Οι υποδιαιρέσεις των μονάδων βάρους και χωρητικότητας συμβολίζονταν επίσης με ιδιαίτερα σημεία.
Είναι αρκετά δύσκολο ακόμη να υπολογιστεί η αντιστοιχία των δύο αυτών συστημάτων λόγω της μεταβλητότητας του βάρους των γεωργικών προϊόντων. Τα στοιχεία για τις μονάδες μέτρησης που προκύπτουν από τα μυκηναϊκά κείμενα συμπληρώνονται και από ορισμένα αρχαιολογικά ευρήματα, όπως τα σταθμά και τα τάλαντα, αντικείμενα με σταθερό βάρος που χρησίμευαν στις εμπορικές συναλλαγές.

Μέτρηση Βάρους
Οι μονάδες μέτρησης βάρους συμβολίζονταν με ιδιαίτερα σημεία στα Μυκηναϊκά κείμενα. Η μεγαλύτερη μονάδα δηλωνόταν με το σύμβολο μιας ζυγαριάς. Διαπιστώνεται εδώ μια αντιστoιχία με το τάλαντο της Κλασικής περιόδου, το οποίο σήμαινε επίσης ζυγαριά. Η βασική αυτή μονάδα διαιρούνταν σε τριάντα μικρότερες. Η άμεσα κατώτερη υποδιαίρεση διαιρούνταν σε τέταρτα και κάθε τέταρτο σε δωδέκατα. Υπήρχε επίσης μια μικρότερη μονάδα που χρησιμοποιούνταν για το ζύγισμα του κρόκου και μια ακόμη μικρότερη για το ζύγισμα του χρυσού.
Εκτός από τα σύμβολα της Γραμμικής Β, η μέτρηση του βάρους μαρτυρείται και από μια μικρή ομάδα αρχαιολογικών αντικειμένων, τα τάλαντα και τα σταθμά. Τα τάλαντα είναι επίπεδες πλάκες ορείχαλκου με ατρακτοειδές σχήμα, οι οποίες ζυγίζουν περίπου 29 κιλά. Το βάρος των ταλάντων, το οποίο ήταν σταθερό για να εξυπηρετεί την εμπορία του μετάλλου αυτού, θεωρείται ότι ανταποκρινόταν στη βασική μονάδα βάρους. Τα Μυκηναϊκά σταθμά είναι στρογγυλές μολύβδινες πλάκες διάφορων μεγεθών. Μερικές φορές έφεραν στην επιφάνειά τους αποτυπωμένους κύκλους και τελείες που παρίσταναν το βάρος, το οποίο αντιπροσώπευαν.
Το σημερινό βάρος των σταθμών δεν ανταποκρίνεται όμως πάντα στο αρχικό τους βάρος, επειδή τα ευρήματα αυτά μπορεί να έχουν αλλοιωθεί από τη φυσική φθορά. Στις διάφορες περιοχές του Αιγαιακού χώρου το βάρος των σταθμών παρουσιάζει μικρές διαφορές. Συγκρίνοντας το βάρος των Μινωικών και των μυκηναϊκών σταθμών οι ειδικοί ερευνητές καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι οι Μυκηναίοι επέλεξαν μια από τις ισχύουσες παραλλαγές του Μινωικού συστήματος κρατώντας σταθερή τη βασική μονάδα και κάνοντας μια μικρή μεταρρύθμιση στις υποδιαιρέσεις της.
Ένα πρώιμο Μυκηναϊκό εύρημα που σχετίζεται με τη μέτρηση του βάρους είναι η λεπτότεχνη χρυσή ζυγαριά, η οποία είχε εναποτεθεί ως κτέρισμα σε τάφο των Μυκηνών. Στους δύο λεπτούς της δίσκους μπορούσαν να ζυγιστούν υλικά μερικών μόλις γραμμαρίων. Παρά τον τελετουργικό και ίσως συμβολικό του χαρακτήρα, το εύρημα αυτό δείχνει τη σημασία που είχε για τους Μυκηναίους η ακρίβεια στο ζύγισμα των πολύτιμων υλών.

Μέτρηση Χωρητικότητας
Η Μυκηναϊκή γραφή προέβλεπε ειδικές μονάδες μέτρησης για τα υγρά και τα στερεά προϊόντα αλλά και για τα μη συμπαγή είδη, δηλαδή τα προϊόντα υπό μορφή κόκκων, όπως τα σιτηρά και τα μπαχαρικά. Στα είδη αυτά δεν μετριόταν το βάρος, το οποίο ήταν μεταβλητό ανάλογα με την κατάσταση και την ποιότητα του προϊόντος αλλά ο όγκος.
Η βασική μονάδα χωρητικότητας των στερεών συμβολιζόταν με το σχήμα μιας κούπας. Εδώ παρατηρείται μια σχηματική ή ακόμη και λεκτική αντιστοιχία με την «Κοτύλη», τη μονάδα μέτρησης χωρητικότητας των κλασικών χρόνων. Βασιζόμενοι στις μονάδες της Κλασικής περιόδου μπορούμε να υποθέσουμε ότι η κοτύλη αντιστοιχούσε με περίπου 270 έως 388 σημερινά κυβικά εκατοστά. Τέσσερις τέτοιες μονάδες σχημάτιζαν μια μεγαλύτερη, ενώ η μικρότερη υποδιαίρεση της βασικής μονάδας αποτελούσε το ένα εξηκοστό της.
Η μέτρηση των υγρών προϊόντων ήταν εν μέρει όμοια ως προς αυτή των στερεών. Η ανώτερη μονάδα μέτρησης των υγρών αντιστοιχούσε με το τριάντα τοις εκατό της ανώτερης μονάδας μέτρησης των στερεών. Η διαφορά αυτή υποδεικνύει ότι οι μονάδες μέτρησης της χωρητικότητας ήταν προσαρμοσμένες στο ανώτατο φορτίο που μπορεί να μεταφέρει ένας άνθρωπος, το οποίο είναι διαφορετικό για τα στερεά και τα υγρά.
Τα όργανα μέτρησης της χωρητικότητας δεν είναι γνωστά, ίσως επειδή ήταν φτιαγμένα από φθαρτά υλικά. Ένας συγκεκριμένος τύπος αγγείου που βρέθηκε στη Θήρα ίσως εξυπηρετούσε αυτόν το σκοπό, όμως τα θηραϊκά ευρήματα ήταν γενικά περισσότερο προσαρμοσμένα στα μινωικά πρότυπα και έτσι δεν είναι πολύ κατάλληλα να μας διαφωτίσουν για τα συστήματα μέτρησης των Μυκηναίων.
Τα αγγεία που θεωρούνται ως τα κατεξοχήν δοχεία μεταφοράς των Μυκηναίων ήταν οι ψευδόστομοι αμφορείς. Τα αγγεία αυτά είχαν καθορισμένη χωρητικότητα και συναντώνται σε δύο βασικά μεγέθη. Οι μεγαλύτεροι χωρούσαν 12 έως 14 λίτρα και οι μικρότεροι 6 έως 7 λίτρα λάδι. Από τις συγκρίσεις της χωρητικότητας των μεγάλων αποθηκευτικών αγγείων φαίνεται ότι η ποσότητα 0,8 του λίτρου είχε κάποια σημασία για τη μέτρηση της χωρητικότητας, ενώ υπολογίζεται ότι η κατώτερη μονάδα κυμαινόταν περίπου από τα 200 έως τα 500 κυβικά εκατοστά.

ΕΞΩΤΕΡΙΚΕΣ ΕΠΙΡΡΟΕΣ ΤΟΥ ΜΥΚΗΝΑΪΚΟΥ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ
Η ανερχόμενη Μυκηναϊκή δύναμη, ήδη από τον 14ο αιώνα π.Χ., προκάλεσε το ενδιαφέρον των Αιγυπτίων για τους Tanaja, όπως τους αποκαλούν, δηλαδή τους Δαναούς, επίθετο συνώνυμο των Ελλήνων Αχαιών του Ομήρου. Δεν είναι τυχαίο ότι, την εποχή αυτή, πλακίδια, σκεύη ή ειδώλια από φαγεντιανή, που φέρουν τη «δέλτο» των Φαραώ Αμένοφι Β’ και Γ’ μεταφέρονται στις Μυκήνες, ίσως από επίσημη Αιγυπτιακή αντιπροσωπεία.
Τα παράλια της Εγγύς Ανατολής, η βιβλική Γη Χαναάν, τα λιμάνια του σημερινού Λιβάνου (Φοινίκης), της Συρίας και της Κύπρου είναι ανοιχτά στο εμπόριο με τον μυκηναϊκό κόσμο. Κατάφορτα πλοία διασχίζουν το Αιγαίο μεταφέροντας πρώτες ύλες όπως τάλαντα χαλκού ή υαλόμαζας, ελεφαντόδοντα ή δόντια ιπποπόταμου, ημιπολύτιμους λίθους και φαγεντιανή, για κατεργασία στα ανακτορικά εργαστήρια των Μυκηνών και των άλλων ανακτορικών κέντρων.
Στα εξωτικά για τον Ελληνικό χώρο αντικείμενα, περιλαμβάνονται οι Αιγυπτιακοί σκαραβαίοι από φαγεντιανή, τα χάλκινα ειδώλια του Συροπαλαιστινιακού θεού Reshef, οι σφραγιδοκύλινδροι με σκηνές θεών και ηρώων της Μεσοποταμίας, τα αυγά στρουθοκαμήλου, και ίσως κάποια φθαρτά αγαθά, όπως τα υφάσματα. Οι οξυπύθμενοι Χαναανίτικοι αμφορείς διακινούν προς την Ελλάδα μια ποικιλία υγρών και στερεών προϊόντων.
Ο Κυπριακός λύχνος από τις Μυκήνες και ο χάλκινος τρίποδας από τον «θησαυρό» της Τίρυνθας μαρτυρούν τη σχέση της κυρίως Ελλάδας με την Κύπρο κατά το τέλος της μυκηναϊκής εποχής που χαρακτηρίζεται από τη μαζική παρουσία του ελληνικού στοιχείου στη Μεγαλόνησο. Η αναζήτηση χρυσού και άλλων μετάλλων, όπως ο κασσίτερος, προβάλλεται ως μία αιτία των κινήσεων των Μυκηναίων και προς τη ΒΔ Ευρώπη. Κοσμήματα από ήλεκτρο της Βαλτικής συνοδεύουν τους νεκρούς των πλούσιων τάφων των Μυκηνών ή της Πύλου.
Συγχρόνως, οι άρχουσες τάξεις στη Δυτική και Ανατολική Ευρώπη χρησιμοποιούν χρυσά κύπελλα, απομιμήσεις των Μυκηναϊκών ή και εισάγουν πολύτιμα σκεύη από το χώρο του Αιγαίου. Εθιμοτυπικές ανταλλαγές δώρων μεταξύ ηγεμόνων είναι δυνατόν να κρύβονται πίσω από τις αμοιβαίες αυτές σχέσεις. Η Μυκηναϊκή κεραμική, ως είδος πολυτελείας για τη Δύση, εξάγεται σε μεγάλες ποσότητες στην Ιταλία, τη Σικελία και τη Σαρδηνία, όπου γίνεται και αντικείμενο ευρείας τοπικής μίμησης, φθάνοντας μέχρι και την Ισπανία.
Τον 12ο αιώνα π.Χ. χαρακτηριστική είναι η παρουσία στους τάφους των πολεμιστών της εποχής μιας κατηγορίας ισχυρών χάλκινων ξιφών, που έχουν Δυτικοευρωπαϊκό πρότυπο και μαρτυρούν την ενίσχυση των σχέσεων με τη Δυτική Ευρώπη.

ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΑ
Πρώτος ο Όμηρος αναφέρει την πόλη περιγράφοντάς την με τα λόγια «ευρυάγυιαν, πολύχρυσον». Τούτο παρακίνησε τον Ερρίκο Σλήμαν να σκάψει την ακρόπολη των Μυκηνών, όπου βρήκε τους γνωστούς κάθετους λακκοειδείς τάφους, διάφορα αγγεία σπάνιας τέχνης, δείγματα Μυκηναϊκού πολιτισμού που αναπτύχθηκε με κέντρο τις Μυκήνες από τα 1600-1100 π.Χ. Το έργο του Σλήμαν συνέχισε από το 1888 ο Χρήστος Τσούντας, η συστηματική, σχεδόν επί εικοσαετία, σκαπάνη του οποίου έφερε στο φως το ανάκτορο στην κορυφή της ακρόπολης, καθώς και πλήθος θαλαμοειδών τάφων στην ευρύτερη περιοχή.
Το έργο του Σλήμαν και του Χρήστου Τσούντα συνέχισε επάξια ο A. Wace, διευθυντής της Βρετανικής Αρχαιολογικής Σχολής, που από τα 1919 έως τα 1955, συστηματοποίησε τα έως τότε δεδομένα, εμπλούτισε την έρευνα, τα ευρήματα και τη γνώση του χώρου και του πολιτιστικού του ιδιώματος. Άξιοι συνεχιστές της επιστημονικής παρακαταθήκης των προηγουμένων, οι Γουίλιαμ Τέιλορ (Lord William Taylour), η έρευνα του οποίου έφερε στο φως το Θρησκευτικό Κέντρο στην κάτω δυτική πλαγιά του τειχισμένου λόφου, του Ι. Παπαδημητρίου ο οποίος έφερε στο φως τον Ταφικό Κύκλο Β.
Ο Γ. Μυλωνάς που ως διευθυντής ανασκαφών της αρχαιολογικής εταιρείας για 30 περίπου χρόνια διεκπεραίωσε το πλέον σημαντικό ανασκαφικό έργο στην ακρόπολη των Μυκηνών, αποκαλύπτοντας εκτεταμένα οικιστικά συγκροτήματα, όπως οι βόρειες αποθήκες, η βορειοδυτική και νοτιοδυτική συνοικία, συμβάλλοντας στην κατανόηση της οργάνωσης και χρήσης του χώρου σ’ ένα μοναδικό ανακτορικό συγκρότημα, όπως των Μυκηνών. Επιπλέον, η συμβολή του Σπ. Ιακωβίδη αλλά και της Φρενς (E. French) την τελευταία τριακονταετία κεφαλαιοποιεί την σχεδόν επί έναν αιώνα συναρπαστική και ατέρμονη ανάγνωση του Μυκηναϊκού πολιτισμού.
Τέλος, σημαντική είναι η προσφορά διαχρονικά της Διεύθυνσης Αναστήλωσης, αφού στις αρχές της δεκαετίας του 1950 έφερε σε πέρας το δύσκολο έργο της αποκατάστασης της αρχιτεκτονικής μορφής του ανακτορικού συγκροτήματος και της αίθουσας του θρόνου (εστία), της θόλου του τελευταίου μνημειώδους θολωτού τάφου που χτίστηκε στις Μυκήνες, γνωστού ως της Κλυταιμνήστρας αλλά και των τειχών. Στα τέλη της δεκαετίας του 1990 η Αρχαιολογική Εταιρεία προχώρησε στην αναστήλωση και διάσωση του θολωτού τάφου, γνωστού ως Αιγίσθου αλλά και του σημαντικού κτιριακού συγκροτήματος στα δυτικά της τειχισμένης ακρόπολης, της συνοικίας του λαδέμπορα.
Από το 2000 έως και σήμερα, το ΥΠ.ΠΟ και το ταμείο διαχείρισης πιστώσεων για την εκτέλεση Αρχαιολογικών Έργων (Τ.Δ.Π.Ε.Α.Ε.) συνεχίζει το έργο της συντήρησης, στερέωσης και ανάδειξης της ακρόπολης και των μνημείων του ευρύτερου περιβάλλοντος χώρου των Μυκηνών, με στοχευμένες επεμβάσεις που αποσκοπούν στη διάσωση του μοναδικού αυτού μνημείου της παγκόσμιας πολιτιστικής κληρονομιάς.
Η δημιουργία ενός εκτεταμένου δικτύου προσβάσεων εντός κι εκτός της ακρόπολης των Μυκηνών, η ανάδειξη της αυλής και της εστίας του ανακτόρου, η διάσωση των μοναδικών αποθηκευτικών πίθων των βόρειων αποθηκών, η αποκατάσταση και ενίσχυση των τοιχοδομιών των επί ένα αιώνα εκτεθειμένων οικιστικών και ανακτορικών καταλοίπων,η ανάδειξη του ταφικού κύκλου Β και του θολωτού τάφου των Λεόντων καθώς κι η κατασκευή απαραίτητων υποδομών στον ευρύτερο αρχαιολογικό χώρο συμβάλλουν στην αρμονική, επιμορφωτική και διαλεκτική σχέση με τον ολοένα αυξανόμενο αριθμό επισκεπτών απ’ όλο τον κόσμο.
Ο Μυκηναϊκός Πολιτισμός (1600-1100 π.Χ.) αναπτύσσεται στον Ελληνικό χώρο, που τότε, όπως και τώρα, αποτελεί τη γέφυρα μεταξύ Ανατολής και Δύσης. Η ακτινοβολία του έφτασε από τη Μ. Ασία, την Εγγύς Ανατολή και την Αίγυπτο έως τη Δ. Μεσόγειο και τη ΒΔ Ευρώπη. Παραδοσιακά θεωρείται πως οι φορείς του, οι Ελληνόφωνοι Αχαιοί, εγκαθίστανται στον ελληνικό χώρο γύρω στο 2000 π.Χ. Ο Πρωιμότερος Μινωικός πολιτισμός της Κρήτης, που κατά τον 16ο αιώνα π.Χ. βρίσκεται στο απόγειο της ακμής του, επηρέασε άμεσα την ανάπτυξη του Μυκηναϊκού πολιτισμού και από κοινού αποτελούν τους πρώτους δύο μεγάλους Ευρωπαϊκούς πολιτισμούς.
Η αρχή του Μυκηναϊκού πολιτισμού, όπως ονομάστηκε από το μεγαλύτερο κέντρο του, τις Μυκήνες στην Πελοπόννησο, σημαδεύεται από την άνοδο ηγετικών ομάδων πολεμιστών, που αναπτύσσουν σχέσεις με το Μινωικό πολιτισμό της Κρήτης, εισάγοντας έτοιμα προϊόντα, νέες ιδέες, και τεχνικές στην παραγωγή αλλά και την κοινωνική οργάνωση. Μία εντυπωσιακή εικόνα του πλούτου της πρώιμης Μυκηναϊκής εποχής δίνουν οι βασιλικοί λακκοειδείς τάφοι των Μυκηνών του 16ου αιώνα π.Χ. (Ταφικοί Κύκλοι Α και Β των Μυκηνών) με τα πολύτιμα κτερίσματα, σύμβολα κοινωνικής θέσης και αξιώματος και δημιουργούν τη βάση για το μύθο των πολυχρύσων Μυκηνών του Ομήρου.
Στην αρχή του 14ου αιώνα π.Χ. οι Αχαιοί – Μυκηναίοι έχουν ήδη καταλάβει το ανάκτορο της Κνωσού και έχουν εγκατασταθεί στην Κρήτη. Στην κυρίως Ελλάδα ανεγείρονται τα μεγάλα ανάκτορα των Μυκηνών, της Τίρυνθας και της Πύλου στην Πελοπόννησο καθώς και των Θηβών στη Βοιωτία, που διακοσμούνται με τοιχογραφίες. Ισχυρά κυκλώπεια τείχη, που συνεχώς επεκτείνονται, περιβάλλουν και προστατεύουν τις ακροπόλεις, που αποτελούν, κατά τα πρότυπα της Μινωικής Κρήτης, τα διοικητικά, οικονομικά, στρατιωτικά και θρησκευτικά κέντρα μιας ευρύτερης περιοχής.
Η κεντρική διοίκηση, ιεραρχικά διαμορφωμένη, με επικεφαλής τον «άνακτα», τηρούσε αρχεία πήλινων πινακίδων στη Γραμμική Β γραφή, την πρώτη αποδεδειγμένα Ελληνική γραφή, προσαρμογή στην Ελληνική γλώσσα της Μινωικής γραμμικής Α γραφής (που και αυτή, όπως υπάρχουν επιστημονικές ενδείξεις, ήταν γραφή Ελληνική). Γύρω από τις ακροπόλεις αναπτύσσονται οργανωμένοι οικισμοί και τοποθετούνται τα νεκροταφεία των θαλαμωτών τάφων, τα πλούσια ευρήματα των οποίων αποκαλύπτουν μια ιεραρχημένη και ευημερούσα κοινωνία.
Οι μεγαλοπρεπείς θολωτοί τάφοι, όπως ο θολωτός τάφος του Ατρέως στις Μυκήνες, ο θολωτός τάφος του Βαφειού Λακωνίας ή οι θολωτοί τάφοι της μυθικής Ιωλκού στη Θεσσαλία, προορίζονται για την τάξη των ηγεμόνων.

Η κατάρρευση του Μυκηναϊκού Πολιτισμού
Η κατάρρευση του συγκεντρωτικού συστήματος διοίκησης σημειώνεται στο τέλος του 13ου αιώνα π.Χ., κατά την παράδοση μετά τον Τρωικό πόλεμο, που αποτελεί μια κοινή επιχείρηση των Αχαιών ηγεμόνων. Ως αίτια προβάλλονται η κοινωνική αναταραχή, η οικονομική εξασθένηση, οι μετακινήσεις των λαών «της ξηράς και της θάλασσας» στη Μεσόγειο που καταστρέφουν τα κέντρα της Μ. Ασίας και της Ανατολής καθώς και οι, ανασκαφικά τεκμηριωμένοι, ισχυροί σεισμοί.
Οι αλλαγές αυτές σημαδεύουν την αρχή μιας νέας περιόδου στην Ελλάδα κατά τον 12ο π.Χ. αιώνα, που είναι και ο τελευταίος του Μυκηναϊκού πολιτισμού. Δημιουργούνται συνθήκες ελεύθερης ανάπτυξης των τοπικών κέντρων στην Πελοπόννησο, τις Κυκλάδες, την Κρήτη, ενώ η ζωή συνεχίζεται στις γνωστές ακροπόλεις, στις Μυκήνες και κυρίως στη Τίρυνθα. Το τέλος του Μυκηναϊκού πολιτισμού, κατά τον 11ο αιώνα π.Χ. επιφέρει αναπόφευκτα μια πολιτιστική υποχώρηση, στη διάρκεια ωστόσο της γεωμετρικής εποχής και μέχρι τον 8ο αιώνα π.Χ. δημιουργούνται οι βάσεις για την ανάπτυξη της ελληνικής πόλης.
Ο Μυκηναϊκός πολιτισμός ανήκει εφεξής στο χώρο των μύθων. Τα Ομηρικά Έπη, η Ιλιάδα και η Οδύσσεια, έργα του 8ου αιώνα π.Χ., ανασυνθέτουν ποιητικά τον Τρωικό πόλεμο και τις περιπέτειες της επιστροφής των ηρώων στην πατρίδα τους. Οι ραψωδίες τους αναπλάθουν τα κατορθώματα των πολεμιστών και των παράτολμων ναυτικών και αντλούν στοιχεία από τη λαμπρότητα των Μυκηνών της μεγάλης ακμής, αλλά και από τους αιώνες που ακολούθησαν μετά την παρακμή του Μυκηναϊκού πολιτισμού.
Οι ήρωες του Ομήρου και των άλλων μυθολογικών κύκλων είναι τα αρχέτυπα στα οποία η κλασική ελληνική πόλη αναζητεί την ταυτότητά της και οι τραγικοί ποιητές της Αθήνας του 5ου αιώνα π.Χ. την έμπνευσή τους. Με τον τρόπο αυτόν, το ηρωικό παρελθόν της Ελλάδας εντάσσεται στον κλασικό Ελληνικό και, κατ’ επέκταση, στον κοινό μας Ευρωπαϊκό πολιτισμό.

Ταφικός Κύκλος Β
Ο Ταφικός Κύκλος Β αποτελούσε τμήμα του προϊστορικού νεκροταφείου των Μυκηνών (τέλος 17ου 16ος αιώνα π.Χ.) όπως και ο Ταφικός Κύκλος Α, και βρίσκεται σήμερα εκτός των τειχών της Ακρόπολης. Ανασκάφηκε από τους Ι. Παπαδημητρίου – Γ. Μυλωνά κατά τα έτη 1952 – 1954. Περιβάλλεται από κυκλώπεια ξερολιθιά, διαμέτρου 28 μ., και περιλαμβάνει 14 μεγάλους λακκοειδείς τάφους ανάλογους αυτών του Ταφικού Κύκλου Α, που προορίζονταν για τα μέλη της βασιλικής οικογένειας, καθώς και 12 μικρότερους και ρηχούς τάφους, των ακολούθων ίσως των ανάκτων. Οι 26 τάφοι βρέθηκαν σκόρπιοι στο χώρο χωρίς συνεπή προσανατολισμό.
Πάνω από ορισμένους τάφους υψώνονταν κάθετες λίθινες στήλες, πέντε από τις οποίες βρέθηκαν στην αρχική τους θέση. Οι στήλες με ανάγλυφη παράσταση ανήκουν σε ανδρικές ταφές ενώ οι ακόσμητες σε γυναικείες. Στους τάφους του Ταφικού Κύκλου Β, οι περισσότεροι των οποίων ήσαν ασύλητοι, βρέθηκαν τα οστά τριάντα πέντε περίπου ατόμων, ανδρών, γυναικών και παιδιών. Οι άνδρες είχαν ηλικία μεταξύ 23 και 55 ετών, ενώ οι γυναίκες μεταξύ 30 και 37 ετών. Τα θεραπευμένα τραύματα στα κεφάλια και τη σπονδυλική στήλη των περισσοτέρων ανδρών, σε συνδυασμό με τις ενδείξεις ιδιαίτερης μυϊκής ισχύος, μαρτυρούν ότι οι άνδρες εμπλέκονταν σε μάχες.
Γνωρίζουμε ότι πάνω από τον τάφο γίνονταν νεκρικά δείπνα. Η τελετή αυτή επιβεβαιώνεται από τα οστά ζώων και τα τμήματα αγγείων που βρέθηκαν στο χώμα. Στο πάτωμα του τάφου έστρωναν χαλίκια και μετά τοποθετούσαν το νεκρό, ο οποίος ήταν σε συνεσταλμένη ή εκτεταμένη στάση. Δεν βρέθηκαν καύσεις νεκρών. Πρόσφατα αποδείχτηκε πως οι Μυκηναίοι τύλιγαν τους νεκρούς και τα κτερίσματά τους πριν τους θάψουν με φύλλα παπύρου. Έτσι τουλάχιστον δείχνουν τα φυτικά κατάλοιπα που είχαν εντοπιστεί από τους καθηγητές Αρχαιολογίας Γ. Μυλωνά και Σ. Μαρινάτο το 1952 – 1954 κατά την ανασκαφή του Ταφικού Κύκλου Β’ των Μυκηνών.
Η πληροφορία επιβεβαιώνεται από την αρχαιολόγο του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου Μαρία Βλασσοπούλου – Καρύδη η οποία, πενήντα χρόνια μετά, ανακάλυψε τα φυτικά αυτά κατάλοιπα στις αποθήκες της Προϊστορικής Συλλογής του Μουσείου μαζί με υπολείμματα χώματος από την ανασκαφή. Η ύπαρξη του παπύρου και η απεικόνισή του στην κεραμική και στα περίφημα εγχειρίδια των τάφων των Μυκηνών μαρτυρούν τις επαφές του Κρητομυκηναϊκού πολιτισμού με την Αίγυπτο, την πατρίδα της καλλιέργειας και της επεξεργασίας του παπύρου.
Τα κτερίσματα του Ταφικού Κύκλου Β είναι ανάλογα αυτών του Ταφικού Κύκλου Α, αλλά ο πλούτος εδώ είναι γενικά μικρότερος. Ωστόσο υπάρχουν κάποια σημαντικότατα έργα, όπως η νεκρική προσωπίδα από ήλεκτρο (κράμα χρυσού και αργύρου) και ο σφραγιδόλιθος από αμέθυστο με παράσταση ανδρικής μορφής του τάφου Γ καθώς και η κύμβη από ορεία κρύσταλλο σε μορφή πάπιας του τάφου Ο. Τα κτερίσματα των τάφων παρουσιάζουν στοιχεία εγχώρια, που συνεχίζουν τη Μεσοελλαδική παράδοση αλλά εμφανίζονται συγχρόνως και πολλά επείσακτα στοιχεία από τη μινωική Κρήτη και τις Κυκλάδες.
Η ανάμειξη των στοιχείων αυτών χαρακτηρίζει την εποχή των λακκοειδών τάφων των Μυκηνών και συνετέλεσε στη γένεση του Μυκηναϊκού πολιτισμού. Ένας από τους μεγαλύτερους τάφους του Κύκλου Β, ο τάφος Γ, περιείχε μία γυναικεία και τρεις ανδρικές ταφές. Πάνω στον τάφο είχε στηθεί ανάγλυφη λίθινη στήλη με παράσταση οπλισμένου άνδρα, που επιτίθεται σε λιοντάρι. Στο κρανίο του ενός από τους σκελετούς, που ανήκε σε άνδρα ηλικίας 28 ετών, είχε γίνει τομή με τη μέθοδο του τρυπανισμού για τη θεραπεία ίσως αιματώματος. Η επέμβαση, μία από τις αρχαιότερες στον Ευρωπαϊκό χώρο, προϋποθέτει ιατρικές γνώσεις, μεγάλη τόλμη και δεξιοτεχνία.
Στο εσωτερικό του τάφου μεταξύ των κτερισμάτων βρέθηκαν νεκρικό προσωπείο από ήλεκτρο (κράμα χρυσού και αργύρου), σφραγίδα από αμέθυστο με έγγλυφη ανδρική κεφαλή θαυμαστής τέχνης, δύο χρυσά κύπελλα και χάλκινα όπλα. Στον τάφο Δ είχαν ταφεί τρεις νεκροί και στα κτερίσματά τους κυριαρχεί ο οπλισμός. Σημαντικό εύρημα αποτελεί το μεγάλου μήκους χάλκινο ξίφος με χρυσή επένδυση της λαβής, που απέληγε στη βάση της σε δύο αντιμέτωπες λεοντοκεφαλές. Μακριά και κοντά ξίφη, χάλκινες μάχαιρες, λόγχες, εγχειρίδια και λίθινες αιχμές βελών κτερίζουν τους πολεμιστές της εποχής των λακκοειδών τάφων των Μυκηνών.
Ο τάφος Ο ανήκε σε γυναίκα κτερισμένη με χρυσά κοσμήματα, διαδήματα με έκτυπη διακόσμηση και περιδέραια. Στη μοναδικής τέχνης κύμβη από ορεία κρύσταλλο σε σχήμα πάπιας και στις χάλκινες περόνες με περίτεχνες κεφαλές από ορεία κρύσταλλο οφείλει ο τάφος την συμβατική του ονομασία «τάφος των κρυστάλλων». Ενδιαφέροντα είναι τα περιδέραια από ποικιλία ημιπολύτιμων λίθων καθώς και το περιδέραιο από ήλεκτρο, πολύτιμο υλικό, εισηγμένο από την ΒΔ Ευρώπη.
Η αρχιτεκτονική μορφή του τάφου του τελευταίου χρονολογικά τάφου Ρ (15ος αιώνας π.Χ.) φαίνεται ότι αναπαράγει πρότυπα της Εγγύς Ανατολής. Ο τάφος έχει κτιστό θάλαμο που είναι προσβάσιμος από στεγασμένο δρόμο. Ελάχιστα κτερίσματα διέφυγαν τη σύληση. Η μορφή του ωστόσο προσθέτει ένα ακόμη στοιχείο που μαρτυρεί τις επαφές των Μυκηναίων με την Ανατολή.

Ταφικός Κύκλος Α
Ο Ταφικός Κύκλος Α αποκαλύφθηκε μέσα στην Ακρόπολη των Μυκηνών, αν και, αρχικά, πρέπει να βρισκόταν έξω από τα τείχη, ως τμήμα ενός εκτεταμένου νεκροταφείου. Η ανασκαφή του έγινε το 1876 από τον Ερρίκο Σλήμαν, υπό την αιγίδα της Αρχαιολογικής υπηρεσίας, με επιβλέποντα τον Έφορο Αρχαιοτήτων Παναγιώτη Σταματάκη. Ο Ταφικός Κύκλος Α περιλαμβάνει 6 ορθογώνιους κάθετους λακκοειδείς τάφους, που οι διαστάσεις τους κυμαίνονται από 3×3,50 μ. έως 4,50×6,40 μ.
Με τον όρο κάθετος λακκοειδής τάφος εννοείται ο τάφος που κατασκευαστικά αποτελείται από δύο τμήματα: τον κυρίως λάκκο ανοιγμένο στο φυσικό βράχο, που χρησιμοποιείται για την ταφή, και το ευρύτερο όρυγμα πάνω απ’ αυτόν. Η στέγη στηρίζεται στα πλευρικά τοιχώματα του λάκκου και είναι συνήθως κατασκευασμένη από ξύλα ή πλάκες, ενώ το ευρύτερο όρυγμα γεμίζει με χώμα μετά την ταφή. Συνολικά οι τάφοι του Κύκλου Α περιείχαν 19 ταφές, από τις οποίες οι 9 ανήκαν σε άνδρες, 8 σε γυναίκες και 2 σε βρέφη. Εκτός από τον Τάφο ΙΙ, που περιείχε μία ταφή, οι υπόλοιποι περιείχαν από 2 έως 5 ταφές.
Οι νεκροί ήσαν τοποθετημένοι σε ύπτια θέση, με κατεύθυνση κατά κανόνα από τα ανατολικά προς τα δυτικά. Οι Τάφοι Ι – V αποκαλύφθηκαν από τον Σλήμαν, ενώ ο Τάφος VI αποκαλύφθηκε ένα χρόνο αργότερα από τον Σταματάκη. Από την κεραμική που βρέθηκε στους Τάφους I, II, III, και VI, φαίνεται ότι ο Ταφικός Κύκλος Α μπορεί να χρονολογηθεί από το τέλος της Μεσοελλαδικής Εποχής έως την Υστεροελλαδική ΙΙΑ περίοδο, δηλαδή από τον 16ο αιώνα π.Χ. έως τις αρχές του 15ου αιώνα π.Χ.
Ο εκπληκτικός πλούτος των κτερισμάτων μαρτυρεί την υψηλή κοινωνική θέση των νεκρών και τον πολεμικό τους χαρακτήρα: κοσμήματα και σκεύη από χρυσό, μεγάλος αριθμός διακοσμημένων ξιφών και άλλων χάλκινων αντικειμένων, όπως επίσης και έργα από εισηγμένα υλικά όπως ήλεκτρο, λαζουρίτη λίθο, φαγεντιανή κι αυγό στρουθοκαμήλου αλλά και μία μικρή αλλά χαρακτηριστική ομάδα πήλινων αγγείων, επιβεβαιώνουν το σημαντικό ρόλο που έπαιξαν οι Μυκήνες εκείνη την εποχή και δικαιώνουν τον Ομηρικό χαρακτηρισμό των Μυκηνών ως «πολύχρυσων».
Η θρυλική ανασκαφή του Ταφικού Κύκλου Α εντυπωσίασε ολόκληρο τον κόσμο με τα πολύτιμα ευρήματά της και έθεσε τα θεμέλια της ελληνικής Προϊστορίας, ανοίγοντας το δρόμο για τη μελέτη ενός μεγάλου, άγνωστου μέχρι τότε πολιτισμού. Η ανασκαφή των Μυκηνών έφερε τον Σλήμαν στο απόγειο της φήμης του και του χάρισε τον τίτλο του «πατέρα της μυκηναϊκής αρχαιολογίας».

Ο Λακκοειδής Τάφος Ι
Περιείχε τρεις γυναικείες ταφές, κτερισμένες με χρυσά κοσμήματα, ενώ γύρω τους είχαν εναποτεθεί αγγεία από φαγεντιανή, ελεφάντινη πυξίδα, δύο αργυρά κύπελλα, το ένα με χρυσό χείλος, χάλκινα σκεύη και αρκετά πήλινα αγγεία.

Ο Λακκοειδής Τάφος ΙΙ
Περιείχε μία μόνο ανδρική ταφή συνοδευόμενη από σχετικά λίγα κτερίσματα, ανάμεσα στα οποία ξεχωρίζουν ένα χρυσό κύπελλο, ένα χρυσό λεπτό διάδημα, αρκετά χάλκινα όπλα, πήλινα αγγεία και σκεύη από φαγεντιανή.

Ο Λακκοειδής Τάφος ΙΙΙ
Ο λεγόμενος «Τάφος των Γυναικών», περιείχε τις ταφές τριών γυναικών και δύο βρεφών. Οι νεκροί του τάφου ήσαν κυριολεκτικά καλυμμένοι με χρυσά κοσμήματα, ενώ τεράστια χρυσά διαδήματα κάλυπταν το κεφάλι. Ελάσματα χρυσού κάλυπταν τους σκελετούς των δύο βρεφών. Υπήρχε πληθώρα χρυσών δισκαρίων και άλλων περίτμητων χρυσών ελασμάτων με έκτυπη διακόσμηση, που θα ήταν αρχικά ραμμένα στα ρούχα ή τα σάβανα των νεκρών.
Στα κοσμήματα περιλαμβάνονταν και μεγάλες ασημένιες ή χάλκινες περόνες με κεφαλή από ορεία κρύσταλλο ή με χρυσά επιθήματα και περιβλήματα, ένα περιδέραιο με χάντρες από ήλεκτρο (κεχριμπάρι), χρυσά ενώτια (σκουλαρίκια), χρυσές σφραγίδες με σκηνές κυνηγιού και μονομαχίας. Υπήρχαν ακόμα μικροσκοπικά χρυσά αγγεία, αγγεία από φαγεντιανή και χρυσές ζυγαριές.

Ο Λακκοειδής Τάφος IV
Εντυπωσιάζει με τον πλούτο και το μέγεθός του. Περιείχε τις ταφές τριών ανδρών και δύο γυναικών. Οι δύο από τους νεκρούς ήταν τοποθετημένοι από Βορρά, κατ’ εξαίρεση του τυπικού προσανατολισμού από Ανατολή προς Δύση. Οι τρεις χρυσές νεκρικές προσωπίδες αποτελούν το κατ’ εξοχήν κτέρισμα των ανδρικών τάφων, ενώ σε μία ταφή ανήκει ένα χρυσό επιστήθιο.
Τους νεκρούς συνόδευαν στον τάφο πολύτιμα χρυσά, αργυρά και λίθινα αγγεία, πολλά από αυτά τελετουργικά ρυτά με περίτεχνη διακόσμηση ή ζωόμορφα, μεγάλα χάλκινα σκεύη και πολυάριθμα όπλα, ανάμεσά τους το περίφημο εγχειρίδιο με εμπίεστη διακόσμηση κυνηγιού λιονταριών. Χρυσά διαδήματα και πολυάριθμα χρυσά κοσμήματα, περίτμητα ελάσματα σε διάφορα σχήματα και ζώνες ή τελαμώνες στόλιζαν τους νεκρούς.

Ο Λακκοειδής Τάφος V
Περιείχε τις ταφές τριών ανδρών. Οι δύο από τους νεκρούς έφεραν χρυσές προσωπίδες, από τις οποίες η μία είναι γνωστή ως «προσωπίδα του Αγαμέμνονος», ονομασία συμβατική, εφόσον είναι 400 χρόνια παλαιότερη του Τρωικού Πολέμου. Τους νεκρούς συνόδευαν στον τάφο χρυσά επιστήθια, περίτεχνα χάλκινα ξίφη και εγχειρίδια με εμπίεστη διακόσμηση, πολύτιμα αγγεία από χρυσό και άργυρο, ένα ρυτό από αβγό στρουθοκαμήλου με επίθετα δελφίνια από φαγεντιανή, καθώς και ξύλινη εξαγωνική πυξίδα με χρυσή επένδυση. Τα χρυσά κοσμήματα είναι λιγότερα εδώ απ’ ό,τι στους τάφους με γυναικείες ταφές, ενώ υπάρχουν πολυάριθμες χάντρες από ήλεκτρο.

Ο Λακκοειδής Τάφος VI
Περιείχε δύο καλά διατηρημένες ανδρικές ταφές, που συνοδεύονταν από χρυσό κύπελλο, δύο χρυσές «επιγονατίδες», πολλά χάλκινα όπλα (ξίφη, εγχειρίδια και λόγχες) και πήλινα αγγεία.

Τοιχογραφίες
Η τέχνη της τοιχογραφίας εμφανίζεται στην μινωική Κρήτη και συνδέεται στενά με την αρχιτεκτονική των ανακτόρων. Η μεγάλη ζωγραφική είναι τέχνη επίσημη και εξασκείται από καλλιτέχνες που εργάζονται στην υπηρεσία του άνακτα. Τα θέματα προέρχονται από τον κόσμο της φύσης ή απεικονίζουν τις θρησκευτικές τελετουργίες της αυλής. Μετά την εγκατάσταση των Μυκηναίων στο τέλος του 15ου αιώνα π.Χ. στα ανάκτορα της Κνωσού στην Κρήτη και την ανέγερση των Μυκηναϊκών ανακτόρων στις Μυκήνες, την Τίρυνθα, τη Θήβα και την Πύλο, η τέχνη της τοιχογραφίας διαδίδεται στην κυρίως Ελλάδα.
Ο ζωγράφος χρησιμοποιεί φυσικά, γήινα χρώματα, κυρίως από οξείδια μετάλλων, για τη βαφή που απλώνεται σε υγρό ασβεστοκονίαμα. Ιδιαίτερα σημαντικές είναι οι τοιχογραφίες, που κάλυπταν τους τοίχους των δωματίων του Θρησκευτικού Κέντρου στο νοτιοδυτικό τμήμα της Ακρόπολης των Μυκηνών, κοντά στον Ταφικό Κύκλο Α, τον 13ο αιώνα π.Χ. Η διακόσμηση των χώρων περιλάμβανε παράσταση προσφορών σε γυναικεία θεότητα και οκτώσχημες ασπίδες, σύμβολο πολεμικής θεότητας.

Τοιχογραφίες Τίρυνθας
Στα ανάκτορα της Τίρυνθας, όπως και σε όλο το Μυκηναϊκό κόσμο, οι ζωγράφοι εργάζονται στην υπηρεσία του άνακτα (14ος-13ος αιώνα π.Χ.) και τα θέματα της μεγάλης ζωγραφικής αντλούνται από τις θρησκευτικές τελετές, όπως οι πομπές ή τα ταυροκαθάψια με εμφανή την επιρροή της Μινωικής Κρήτης. Το κυνήγι κάπρου, από τα δόντια του οποίου κατασκευάζονταν τα γνωστά μυκηναϊκά οδοντόφρακτα κράνη, ήταν μια αγαπητή δραστηριότητα της Μυκηναϊκής άρχουσας τάξης, τα μέλη της οποίας χρησιμοποιούσαν το άρμα που σύρουν άλογα ως μεταφορικό μέσο στο κυνήγι ή στον πόλεμο. Η συμμετοχή των γυναικών στις θρησκευτικές πομπές αλλά και στο κυνήγι είναι ενδεικτική της θέσης της γυναίκας στο Μυκηναϊκό κόσμο.

Η Ακρόπολη της Τίρυνθας
Η Μυκηναϊκή ακρόπολη της Τίρυνθας εντυπωσιάζει με τα ισχυρά κυκλώπεια τείχη της, που της χάρισαν το επίθετο «τειχιόεσσα» στη Ιλιάδα του Ομήρου. Ο μύθος αναφέρει μάλιστα ότι τα τείχη είναι έργο των Κυκλώπων, οικοδόμων που ο βασιλιάς του Άργους Προίτος έφερε από την Λυκία της Μ. Ασίας. Η ακρόπολη είναι κτισμένη σε χαμηλό έπαρμα του εδάφους, που υψώνεται μόλις 18 μ. από την επιφάνεια της ευρείας αργολικής πεδιάδας και στα μυκηναϊκά χρόνια ήταν κοντά στη θάλασσα. Η έκταση της φθάνει περίπου τα 20.000 τ.μ.
Η ακρόπολη ανασκάφηκε από τον Ερρίκο Σλήμαν, ανασκαφέα και της ακρόπολης των Μυκηνών, και τον Συνεργάτη του, αρχιτέκτονα Wilhelm Dörpfeld κατά τα έτη 1885 – 1886. Οι ανασκαφές συνεχίζονται έκτοτε από το Γερμανικό Αρχαιολογικό Ινστιτούτο. Η ακρόπολη της Τίρυνθας είναι η δεύτερη σε σημασία μετά τις Μυκήνες ακρόπολη της Αργολίδας. Η ακρόπολη κατοικείται από τα Νεολιθικά χρόνια, και σημαντικοί οικισμοί υπάρχουν στην Πρωτοελλαδική (3η χιλιετία π.Χ.) τη Μεσοελλαδική (2000 – 1600 π.Χ.) και την πρώιμη μυκηναϊκή εποχή (16ος-15ος αιώνας π.Χ.).
Η οικοδόμηση των ισχυρών τειχών χρονολογείται από την αρχή ταυ 14ου αιώνα π.Χ. στην Άνω Ακρόπολη. Έναν αιώνα αργότερα οχυρώνεται και η Μέση Ακρόπολη και η οχύρωση ολοκληρώνεται στο τέλος του 13ου αιώνα π.Χ. με την οικοδόμηση του τείχους της Κάτω Ακρόπολης. Στην Άνω Ακρόπολη ανεγείρεται το ανάκτορο, η κατοικία του «άνακτα», που παρουσιάζει δύο οικοδομικές φάσεις, διακοσμημένες με εντυπωσιακές τοιχογραφίες. Το Μυκηναϊκό ανάκτορο ήταν το διοικητικό, οικονομικό, καλλιτεχνικό και στρατιωτικό κέντρο μιας ευρύτερης περιφερείας.
Η κεντρική διοίκηση, ιεραρχικά διαμορφωμένη, τηρούσε αρχεία στη Γραμμική Β’ γραφή, την πρώτη ελληνική γραφή. Στην τελική της μορφή, στον 13ο αιώνα π.Χ., η ακρόπολη διαθέτει ισχυρά οχυρωμένη επίσημη είσοδο που οδηγεί στο ανάκτορο, με το μεγάλο και το μικρό «μέγαρο», τις αυλές και τους άλλους βοηθητικούς χώρους. Οι εκτεταμένες αποθήκες, ανοιγμένες στο πάχος των τειχών, είναι προσιτές από μακρούς και στενούς διαδρόμους, στερεωμένους με οξυκόρυφη αψιδωτή στέγη, τις λεγόμενες «σύριγγες».
Μία δευτερεύουσα είσοδος, προστατευμένη από ισχυρό καμπύλο προμαχώνα, ανοίγεται στα δυτικά προς την πλευρά της θάλασσας. Στην Κάτω Ακρόπολη υπόγειες δεξαμενές διασφάλιζαν την επάρκεια νερού σε κατάσταση ανάγκης και η επικοινωνία με τον εκτός των τειχών οικισμό διευκολυνόταν με μικρές πύλες. Στις παρυφές της Ακρόπολης αναπτυσσόταν ο οικισμός και στο γειτονικό λόφο του Προφήτη Ηλία υπήρχε το νεκροταφείο με ένα θολωτό και θαλαμωτούς τάφους.
Η κατάρρευση του ανακτορικού συστήματος διοίκησης στο τέλος του 13ου αιώνα π.Χ. και η καταστροφή των ανακτόρων στις ακροπόλεις της Αργολίδας δεν αποτέλεσαν εμπόδιο στη συνέχιση και ανάπτυξη της ζωής στην Ακρόπολη και τον οικισμό της Τίρυνθας. Τον 12ο αιώνα π.Χ., τελευταία περίοδο του μυκηναϊκού πολιτισμού, πυκνή κατοίκηση παρατηρείται στην Κάτω Ακρόπολη, όπου ανασκάφηκαν και λατρευτικοί χώροι με μεγάλα πήλινα ειδώλια.

Το Αρχαιολογικό Μουσείο των Μυκηνών

ΧΑΡΤΕΣ – ΣΧΕΔΙΑΓΡΑΜΜΑΤΑ