Τετάρτη, 28 Αυγούστου 2013

ΝΕΚΡΙΚΟΙ ΔΙΑΛΟΓΟΙ – ΛΟΥΚΙΑΝΟΥ


ΔΙΟΓΕΝΟΥΣ ΚΑΙ ΗΡΑΚΛΕΟΥΣ
Διογένης: Αυτός δεν είναι ο Ηρακλής; Δε νομίζω να είναι άλλος, μα τον Ηρακλή. Το τόξο, το ρόπαλο, η λεοντή, το μπόι, από πάνω μέχρι κάτω είναι ίδιος ο Ηρακλής. Πώς είναι δυνατόν να πέθανε ένας γιος του Δία; Για πες μου ένδοξε νικητή, είσαι πεθαμένος; Γιατί εγώ ως θεό, όταν ήμουνα πάνω στη γη, σου προσέφερα θυσίες.
Διογένης: Αυτός δεν είναι ο Ηρακλής; Δε νομίζω να είναι άλλος, μα τον Ηρακλή. Το τόξο, το ρόπαλο, η λεοντή, το μπόι, από πάνω μέχρι κάτω είναι ίδιος ο Ηρακλής. Πώς είναι δυνατόν να πέθανε ένας γιος του Δία; Για πες μου ένδοξε νικητή, είσαι πεθαμένος; Γιατί εγώ ως θεό, όταν ήμουνα πάνω στη γη, σου προσέφερα θυσίες.
Ηρακλής: Πολύ καλά έκανες . γιατί εκείνος ο Ηρακλής βρίσκεται πάνω στον ουρανό, δίπλα στους άλλους θεούς ‘κι έχει γυναίκα την Ήβη με τα πανέμορφα πόδια’, ενώ εγώ είμαι το είδωλό του.
Διογένης: Τι μου λες; Είδωλο θεού; Και πώς γίνεται να είναι κανείς κατά το ένα μισό θεός, και να πεθάνει το άλλο του μισό;
Ηρακλής: Γίνεται και παραγίνεται. Διότι δεν πέθανε εκείνος αλλά εγώ το ομοίωμά του.
Διογένης: Σαν ν’ άρχισα να καταλαβαίνω. Δηλαδή παρέδωσε στον Πλούτωνα εσένα, και τώρα είσαι εσύ νεκρός. στη θέση αυτουνού.
Ηρακλής: Κάπως έτσι έγινε το πράμμα.
Διογένης: Αλλά πώς δε το αντιλήφθηκε ο Αιακός, που δεν του ξεφεύγει τίποτα. πώς δεν πρόσεξε ότι ήσουν εσύ αντί γι’ αυτόν, και δέχτηκε τον αντικαταστάτη, σαν να βρίσκονταν μπροστά του ο Ηρακλής;
Ηρακλής: Διότι η ομοιότητα ήταν πολύ τέλεια.
Διογένης: Αυτό που λες είναι αλήθεια. γιατί μοιάζεις τόσο πολύ, που φαίνεσαι να είσαι εκείνος. Είσαι σίγουρος όμως ότι δε συμβαίνει το αντίθετο, δηλαδή να είσαι εσύ ο Ηρακλής και το είδωλό σου να πλαγιάζει με την Ήβη δίπλα στους θεούς;
Ηρακλής: Είσαι αναιδής και πολυλογάς, κι αν δεν πάψεις να με δουλεύεις, αμέσως θα μάθεις ποιανού θεού είδωλο είμαι.
Διογένης: Το βλέπω, που έχεις βγάλει το τόξο σου και το έχεις έτοιμο. Αλλά τι να φοβηθώ εγώ από σένα, αφού έτσι κι αλλιώς είμαι πεθαμένος; Άσ’ τα αυτά κατά μέρος και πες μου τώρα, στο όνομα του δικού σου Ηρακλή, όταν εκείνος ζούσε, συνυπήρχες μαζί του και ήσουνα και τότε είδωλο; Ή όταν ζούσατε ήσασταν ένας κι όταν πεθάνατε, αφού χωριστήκατε, ο μεν ένας πέταξε προ τους θεούς, εσύ δε το είδωλο, όπως είναι φυσικό, κατέβηκες στον Άδη;
Ηρακλής: Δεν έπρεπε να συζητήσω καθόλου με άνθρωπο που ξεστομίζει τέτοιες ανοησίες. Παρ’ όλ’ αυτά άκουσε κάτι. όσο μέρος στον Ηρακλή ήταν του Αμφιτρύωνα, αυτό πέθανε, κι όλο αυτό το μέρος είμαι εγώ. το υπόλοιπο, που ήταν του Διός, βρίσκεται στον ουρανό μαζί με τους θεούς.
Διογένης: Τώρα κατάλαβα καλά. μου λες ότι η Αλκμήνη γέννησε δυο παιδιά μέσα στον ίδιο Ηρακλή, το ένα από τον Αμφιτρύωνα και το άλλο από τον Δία, αλλά εσείς αγνοούσατε ότι ήσασταν δίδυμοι από την ίδια μάνα.
Ηρακλής: Τον κακό σου τον καιρό, χαμένε. ήμασταν και οι δυο ένα και το αυτό.
Διογένης: Φαίνεται ότι δεν είναι και τόσο εύκολο να μάθει κανείς πώς δυο Ηρακλήδες κάνανε έναν, εκτός κι αν ήσασταν, όπως λένε για εκείνον τον ιπποκένταυρο, συγκολλημένοι σε ένα, θεός και άνθρωπος μαζί.
Ηρακλής: Καλά, δεν παραδέχεσαι ότι όλοι αποτελούνται από δυο πράγματα, την ψυχή και το σώμα; Δηλαδή τι είναι αυτό που εμποδίζει την μεν ψυχή να βρίσκεται στον ουρανό, αφού προέρχεται από τον Δία, κι εγώ που είμαι το θνητό μέρος να βρίσκομαι ανάμεσα στους νεκρούς;
Διογένης: Όμως, εξοχότατέ μου εσύ γιε του Αμφιτρύωνα, θα συμφωνούσα μ’ όλ’ αυτά που λες, αν ήσουν υλικό σώμα. Τώρα όμως είσαι ένα άϋλο ομοίωμα. και δεν απέχεις και πολύ από το να μας παραστήσεις τον Ηρακλή σαν τρισυπόστατο.
Ηρακλής: Από πού κι ως πού τρισυπόστατο;
Διογένης: Περίμενε και θα δεις πώς. ο ένας λοιπόν βρίσκεται στον ουρανό, κι ο άλλος ανάμεσα σε μας, δηλαδή εσύ το είδωλο. έχουμε όμως και το σώμα που έλυωσε κι έγινε ήδη σκόνη. άρα τρία πράγματα είναι όλα μαζί. Σκέψου λοιπόν τώρα ποιόν πατέρα θα επινοήσεις και για τον τρίτο Ηρακλή, αυτόν που θα είναι μπαμπάς του για το σώμα του.
Ηρακλής: Είσαι αναιδής και άπαιχτος στα παραπλανητικά λόγια. Για πες μου όμως, ποιος είσαι του λόγου σου;
Διογένης: Είμαι το είδωλο του Διογένη από την Σινώπη. και τίποτε από μένα δεν βρίσκεται ‘ανάμεσα στους θεούς’, αλλά κάνοντας παρέα εδώ, με τους πιο υπέροχους από τους πεθαμένους ανθρώπους, ειρωνεύομαι τις παπαρολογίες του Ομήρου.
Σχόλια:
Το ζήτημα της διπλής φύσης του ανθρώπου, της εξ υλικού θνητού σώματος και άϋλης αθάνατης ψυχής, ταλάνισε, ταλανίζει και θα ταλανίζει, ποιος ξέρει μέχρι πότε, τους ανθρώπους σ’ όλα τα μήκη και τα πλάτη της υφηλίου. Είναι φανερό ότι δεν αντέχει, το κάθε ασήμαντο ανθρωπάκι, στην ιδέα ότι, όταν πεθάνει, είναι δυνατόν, από έναν «τόσο σπουδαίο» υποκείμενο, να μην απομείνει απολύτως τίποτα περισσότερο από το ελεεινό κουφάρι του, το οποίο θα το φάνε τα σκουλήκια.
Παραδείγματος χάριν, από έναν αχρείο τεμπέλη, που άφηνε νηστικά τα παιδιά του κι έδερνε την γυναίκα του, που ξημεροβραδιάζονταν μπεκρουλιάζοντας και παίζοντας κουμάρι, που…, πώς είναι δυνατόν να μην απομείνει τίποτα μετά από τον θάνατο του τόσο «έξοχου» αυτού ανθρώπου!!!
Ή, πώς να εξαφανιστεί για πάντα η ύπαρξη εκείνου του άγιου Αρχιδιάκου, που έκλεβε τα λεφτά από το παγκάρι της εκκλησίας του, που ήταν αρσενοκοίτης και παιδεραστής και που ακόμα και τις χριστοπαναγίες τις είχε για ψωμοτύρι;
Μέχρις εδώ όμως, κανένα πρόβλημα δεν δημιουργεί, ο φέρων την επαρμένη αυτή αντίληψη στους συνανθρώπους του. Μόνον ο ίδιος ζημιώνεται, από τον φόβο, του ποια θα είναι η τύχη της ψυχής του μετά θάνατον.
Κι όμως, από την αφελή αυτή ιδέα, γεννήθηκε η μεγαλύτερη πανούκλα που έπληξε, πλήττει και θα πλήττει την ανθρωπότητα εσαεί. Την αβεβαιότητα αυτή, της μετά θάνατον τύχης, την κατέστησαν πηγή πλούτου και θησαυρισμού, κάποιοι επιτήδειοι, παμπόνηροι κι αρχιτεμπέληδες τύποι. Αυτοί συνέστησαν τις συμμορίες που λέγονται ιερατεία. Κι όλα τα ιερατεία του κόσμου, φαντάζουν αθώες περιστερές μπροστά σ’ αυτό, το οποίο ανέδειξε τις τέχνες της εξαπάτησης και της εκμετάλλευσης σε ύψη ανείπωτα: αυτό το ανυπέρβλητο ιουδαιοχριστιανικό ιερατείο. (Στην παρούσα ιστοσελίδα καταγράφουμε την ιστορία του στο άρθρο: « Η ΓΕΝΕΑΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΟΥ ΙΕΡΑΤΕΙΟΥ Ο ΑΡΧΙΣΥΜΜΟΡΙΤΗΣ ΑΑΡΩΝ ΓΕΝΑΡΧΗΣ ΤΟΥ ΕΒΡΑΪΚΟΥ ΚΑΙ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΟΥ ΙΕΡΑΤΕΙΟΥ»).
Θέλετε να εξαφανιστεί κάθε ίχνος παπαδαριού και θρησκείας; Αφαιρέστε από τους ανθρώπους την πίστη στην αθανασία της ψυχής. Πράγμα που σημαίνει ότι εξανεμίζεται ταυτοχρόνως κι ο φόβος της μεταθανάτιας τύχης της.
Όλα τα μυστικά κόλπα του ιερατείου είναι ένα και μοναδικό: «μόνον εμείς μπορούμε να σώσουμε την ψυχή σου. να την μπάσουμε στον παράδεισο. μόνος σου δεν μπορείς με τίποτα». Το ιερατείο μπορεί να μας αποκαθάρει από τις αμαρτίες μας, την απαραίτητη αυτή προϋπόθεση για την είσοδό μας στον παράδεισο. Ποιο είναι το λάδι στη μηχανή του παπά; Η τροφοδότηση του πιστού με τις ανύπαρκτες αμαρτίες του, τις οποίες μετά αυτός ο ίδιος τις συγχωρεί. Στη συνέχεια ξαναφορτώνεται ο πιστός με καινούργιες αμαρτίες, και πάει το πράγμα λέγοντας.
Ο Λουκιανός ήταν Επικούρειος. Ο ευεργέτης δάσκαλός του ήταν ο πρώτος παγκοσμίως φιλόσοφος που χτύπησε, μια και καλή, την αμαρτωλή αυτή δεισιδαιμονία, στο «δόξα πατρί». «Δεν φοβούμαστε τον θάνατο, η ψυχή δεν είναι αθάνατη, σώμα και ψυχή είναι αδιάσπαστα ενωμένες και πεθαίνουν ταυτοχρόνως».
Ο δάσκαλος τα είπε ξεκάθαρα κι έξω από τα δόντια. Ο μαθητής, μέγας τεχνίτης της ειρωνείας των ανθρωπίνων ανοησιών, το έριξε στο καλαμπούρι. Η τέχνη του είναι αξεπέραστη. Μέσα απ’ αυτόν τον σπαρταριστό διάλογο, ξεβρακώνει εντελώς τις ανυπόστατες φαντασιοπληξίες των δεισιδαιμόνων συνανθρώπων του. Η επικαιρότητα της τέχνης του είναι αθάνατη. Αντιστέκεται κατά πάντων, διότι στην εποχή του, πλην των Επικουρείων, άπαντες ταλανίζονταν από κάθε μορφή δεισιδαιμονίας., με αρχιερέα της ιδεοληψίας τον «αρχιφλυτζανά» Πλάτωνα.
Θα μπορούσε να ξεβρομίσει ολόκληρη η μολυσμένη ατμόσφαιρα των ελληνικών σχολείων, και μόνον αν διδάσκονταν εκεί, όλα τα έργα του Λουκιανού, κι όχι μόνον κάποια, για τα οποία κάποιοι ανεγκέφαλοι νομίζουν ότι περιπαίζουν τη θρησκεία των αρχαίων Ελλήνων.
Θα έχει προσέξει βεβαίως κανείς ότι στο συγκεκριμένο αυτό έργο του, ο Λουκιανός, εξευτελίζει, επί πλέον, και το περίφημο ζήτημα που τώρα λέγεται «θεάνθρωπος». Για όλη αυτή την παπαρ(δ)ολογία της ενανθρωπίσεως ενός θεού, το πώς συμπλέκονται οι δυο φύσεις, ποια παραμένει μετά θάνατον, αν είναι ομοούσια ή ομοιούσια κι όλες αυτές τις ανοησίες, εξ αιτίας των οποίων έχουν κατασφαχτεί μεταξύ τους χριστιανοί άνθρωποι. Κι όλ’ αυτά τα κατόρθωσε μέσα από τριανταριά αράδες!
Κλείνουμε αυτόν τον σχολιασμό προτρέποντας τους γονείς, αφού μάθουν πρώτα στα παιδιά τους την ελληνική μυθολογία, στη συνέχεια να τους διαβάσουν Λουκιανό και τέλος να τους «μυήσουν» στην φιλοσοφία του Επίκουρου. Να είναι σίγουροι ότι θα έχουν παιδιά υγιέστατα.
ΔΙΟΓΕΝΟΥΣ ΚΑΙ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ
Διογένης: Απίστευτο, Αλέξανδρε! Πέθανες και συ όπως κι όλοι εμείς;
Αλέξανδρος: Δεν το βλέπεις Διογένη. Γιατί σου φαίνεται απίστευτο, πέθανα κι εγώ αφού είμαι άνθρωπος.
Διογένης: Δηλαδή ο Άμμων έλεγε ψέματα πως είσαι γιός του, κι επομένως εσύ είσαι παιδί του Φιλίππου.
Αλέξανδρος: Φυσικά του Φιλίππου, γιατί αν ήμουνα του Άμμωνα δεν θα πέθαινα.
Διογένης: Και για την Ολυμπιάδα, αλήθεια, τα ίδια κι απαράλλαχτα λέγονταν, πως τάχα μου συνουσιάζονταν με κάποιον δράκοντα, που τον έβλεπαν στο κρεβάτι της, και μετά γέννησε εσένα, ενώ ο Φίλιππος ξεγελασμένος, νόμιζε πως ήσουν γιό του.
Αλέξανδρος: Κι εγώ τα ίδια με σένα άκουγα, αλλά τώρα κατάλαβα ότι ούτε η μάνα μου ούτε οι ιερείς του Άμμωνα έλεγαν τη πάσα αλήθεια.
Διογένης: Όμως, Αλέξανδρε, τα παραμύθια τους αυτά, δεν βλέπω να σε ζημίωσαν στα κατορθώματά σου. Γιατί πολλούς τους κυρίεψε ο φόβος, επειδή σε περνούσαν για θεό. Για πες μου όμως, αυτή την μεγάλη εξουσία σου, σε ποιόν την άφησες;
Αλέξανδρος: Ούτε που ξέρω, Διογένη. Γιατί δεν πρόλαβα να φροντίσω για το ζήτημα αυτό. Το μόνο που θυμάμαι είναι ότι, την ώρα που έβγαινε η ψυχή μου, έδωσα το δαχτυλίδι μου στον Περδίκκα. Αλλά που το βρίσκεις το αστείο, Διογένη, και γελάς;
Διογένης: Πώς να μη γελώ αφού θυμήθηκα τα καμώματα όλων των Ελλήνων, αμέσως μόλις πήρες την εξουσία, όταν σε κολάκευαν και σε ανακήρυξαν προστάτη και αρχιστράτηγο, για να τους σώσεις από τους βάρβαρους. Χώρια που μερικοί σε κατάταξαν ανάμεσα στους δώδεκα θεούς και σου οικοδόμησαν ναούς, προσφέροντάς σου θυσίες σαν να ήσουν ο γιος του δράκοντα. Όμως, αλήθεια, πού σε έθαψαν οι Μακεδόνες;
Αλέξανδρος: Τριάντα τόσες μέρες ακόμα, το πτώμα μου βρίσκεται στη Βαβυλώνα, αλλά υπόσχεται ο υπασπιστής μου ο Πτολεμαίος, αν βρει καμμιά ευκαιρία, ανάμεσα στις πολλές σκοτούρες που τον ταλανίζουν, να με πάει στην Αίγυπτο, να με θάψει εκεί, για να γίνω ένας από τους θεούς των Αιγυπτίων.
Διογένης: Δηλαδή θέλεις να μη γελάσω τώρα Αλέξανδρε, όταν σε βλέπω ακόμα και στον Άδη να χαζολογάς και να ελπίζεις να γίνεις Άνουβις ή Όσιρις; Αυτά, μεγάλε, ξέχνα τα, γιατί δεν υπάρχει ελπίδα γυρισμού γι’ αυτόν που πέρασε, έστω και για μια φορά, την στενή πόρτα του Άδη. Ούτε ο Αιακός χαρίζεται σε κανέναν, ούτε να θεωρείς τον Κέρβερο ελαφρόμυαλο.
Εκείνο όμως που ευχαρίστως θα ήθελα να μάθω από σένα, είναι πώς αισθάνεσαι, όταν θυμάσαι την τόσο μεγάλη καλοπέραση που παράτησες εκεί κάτω, όταν έφτασες εδώ. Τους σωματοφύλακες, τους υπασπιστές και τους σατράπες και τόσο πολύ χρυσάφι και ολόκληρα έθνη που σε προσκυνούσαν και τη Βαβυλώνα και τα Βάκτρα και τους φοβερούς ελέφαντες και τόσες τιμές και δόξες κι εκείνες τις μεγαλόπρεπες παρελάσεις στις οποίες παρουσιαζόσουνα με την λευκή κορδέλα στο κεφάλι και την κατακόκκινο μανδύα. Όταν έρχονται όλ’ αυτά στο μυαλό σου, δεν σε στενοχωρούν;
Και γιατί κλαις τώρα σαν μικρό παιδί; Ούτε αυτό δεν σου έμαθε ο σοφός Αριστοτέλης; Ότι όσα μας χαρίζει η τύχη δεν κρατούν για πολύ καιρό;
Αλέξανδρος: Σιγά τον σοφό. Αυτόν που ήταν ο πιο τρισάθλιος κόλακας απ’ όλους τους άλλους. Εγώ μόνο ξέρω τι κουμάσι ήταν αυτός ο Αριστοτέλης, πόσα μου ζήτησε, κι πόσα άλλα με επιστολές, πώς καταχράστηκε τη αγάπη μου για τη μόρφωση, κολακεύοντας και επαινώντας με, πότε για την σωματική μου ομορφιά, θαρρείς ότι κι αυτό είναι μέρος του αγαθού, και πότε για τα κατορθώματά μου και τα πλούτη μου. Διότι ακόμα και τα πλούτη τα θεωρούσε μέρος του αγαθού, ώστε να μη ντρέπεται όταν έπαιρνε κι αυτός μερίδιο απ’ αυτά.
Ήταν απατεώνας, Διογένη μου, και παμπόνηρος. Και το μόνο που κέρδισα από την σοφία του είναι η στενοχώρια μου, που έχασα όλα εκείνα που ανάφερες πριν, σαν να πρόκειται για τόσο σπουδαία αγαθά.
Διογένης: Ξέρεις όμως τι πρέπει να κάνεις τώρα; Βρήκα το φάρμακο για να γιατρέψεις την στενοχώρια σου. Επειδή εδώ πέρα δεν φυτρώνει ελλέβορο, σκύψε κάτω και πίνε και ξαναπίνε συνεχώς από την πηγή που βγάζει το νερό της λησμονιάς. Έτσι θ’ απαλλαγείς από το ντέρτι, που έχασες τα αγαθά, που σου δίδαξε ο Αριστοτέλης.
Μα να, τώρα βλέπω το ίδιο τον Κλείτο και τον Καλλισθένη και πολλούς άλλους να ορμούν κατά πάνω σου, για να σε καταξεσκίσουν παίρνοντας εκδίκηση για τα κακά που τους έκανες. Κοπάνησέ την τώρα από τον άλλο δρόμο και πίνε συνεχώς, όπως σε συμβούλεψα.
ΜΕΝΙΠΠΟΥ ΚΑΙ ΚΕΡΒΕΡΟΥ
Μένιππος: Πες μου, Κέρβερε, στο όνομα της Στύγας, γιατί είμαι συγγενής σου, αφού κι εγώ είμαι σκύλος (Κυνικός φιλόσοφος), πώς φέρθηκε ο Σωκράτη, όταν κατέβηκε εδώ σε μας; Ελπίζω, αφού είσαι θεός, να μη γαυγίζεις μόνο, αλλά να μιλάς και σαν άνθρωπος, όταν θέλεις.
Κέρβερος: Από μακριά, Μένιππε, μου φαινόταν πως ερχόταν ήρεμος κι ότι δεν φοβόταν και τόσο τον θάνατο. Αυτό μάλλον το έκανε, για να επιδειχθεί σ’ αυτούς που στέκονταν έξω από το στόμιο του Άδη, διότι μόλις έσκυψε και πέρασε μέσα από το χάσμα και είδε το μαύρο σκοτάδι, επειδή πρόσεξα ότι δίσταζε, βάλε μαζί και την δράση του κώνειου, του δάγκωσα το πόδι και τον έσυρα. τότε αυτός άρχισε να σκούζει σαν μωρό παιδί, να οδύρεται για την τύχη των παιδιών του και να κάνει ένα σωρό τέτοια πράγματα.
Μένιππος: Ώστε το ανθρωπάκι αυτό παραπλανούσε τον κόσμο όταν έλεγε ότι αψηφά τον θάνατο;
Κέρβερος: Όχι ακριβώς, αλλά επειδή κατάλαβε ότι δεν μπορούσε να την γλιτώσει, παρίστανε τάχα μου τον άφοβο, για να δείξει ότι με τη θέλησή του βάδιζε προς αυτό, που όλοι θα πάθουν κάποτε, ώστε να τον θαυμάζουν όσοι τον έβλεπαν. Τα ίδια καμώματα, θα έλεγα πως κάνουν όλοι, που είναι σαν και του λόγου του. μέχρι την πόρτα του Άδη παριστάνουν τους άφοβους και τους γενναίους και μόλις μπούνε μέσα εκδηλώνουν τον πραγματικό τους εαυτό.
Μένιππος: Εγώ, αλήθεια, πώς σου φάνηκα όταν ήρθα εδώ κάτω;
Κέρβερος: Μόνο εσύ, Μένιππε, φέρθηκες αντάξια και σύμφωνα με τις ιδέες σου και πριν από σένα ο Διογένης, διότι ούτε με το ζόρι μπήκατε, ούτε επειδή σας σκουντούσε κάποιος, αλλά με τη θέλησή σας και γελώντας, προτρέποντας μάλιστα όλους τους άλλους να οδύρονται.
ΧΑΡΩΝΟΣ ΚΑΙ ΜΕΝΙΠΠΟΥ
Χάρων: Βρε καταραμένε, πλήρωσέ μου το ναύλο.
Μένιππος: Ξεφώνιζε όσο θέλεις, Χάρων, αν αυτό σε ευχαριστεί.
Χάρων: Πλήρωσε τον κόπο, σου λέω, που έκανα για να σε περάσω απέναντι.
Μένιππος: Δεν πρόκειται να πάρεις τίποτα απ’ εκείνον που δεν έχει. (το περίφημο «Ουκ αν λάβοις παρά του μη έχοντος»).
Χάρων: Μα είναι δυνατόν να υπάρχει κάποιος χωρίς έναν οβολό στη τσέπη του;
Μένιππος: Δε με νοιάζει αν υπάρχει άλλος, εγώ πάντως δεν έχω.
Χάρων: Μωρέ θα σε πνίξω, μα τον Πλούτωνα, αναθεματισμένε, αν δεν με πληρώσεις.
Μένιππος: Κι εγώ θα σου κοπανίσω το κεφάλι, μ’ αυτό το ξύλο που κρατάς, και θα στο κάνω κομματάκια.
Χάρων: Στο τζάμπα δηλαδή ταξίδευες τόση ώρα.
Μένιππος: Να σε πληρώσει ο Ερμής, αυτός που με παρέδωσε σε σένα.
Ερμής: Την πάτησα, μα τον Δία, αν πρόκειται να πληρώνω, κι από πάνω, για τους νεκρούς.
Χάρων: Μωρέ δεν θα σ’ αφήσω εγώ να μου την κοπανήσεις.
Μένιππος: Καλά, αφού έτσι γουστάρεις, τράβα τη βάρκα έξω και περίμενε. Αλλά πώς θα πληρωθείς αφού είμαι άφραγκος;
Χάρων: Καλά μωρέ, δε γνώριζες ότι έπρεπε να πληρώσεις το εισιτήριο;
Μένιππος: Φυσικά και το γνώριζα. αλλά αφού δεν είχα; Δηλαδή τι έπρεπε να κάνω; Επειδή ήμουν μπατίρης έπρεπε να μη πεθάνω;
Χάρων: Δηλαδή θα είσαι ο μοναδικός που θα κοκορεύεσαι ότι ταξίδεψες στο τζάμπα;
Μένιππος: Ε, όχι και τζάμπα, μεγάλε. μήπως δεν άντλησα νερά ή μήπως δεν τράβηξα κουπί; χώρια που ήμουνα ο μοναδικός επιβάτης που δεν έκλαψα καθόλου.
Χάρων: Δεκάρα δε μετράν’ αυτά για τον βαρκάρη. άσ’ τα αυτά και πλήρωσε. γιατί έτσι πρέπει και δεν γίνεται διαφορετικά.
Μένιππος: Αν δεν γίνεται διαφορετικά, τότε αμέσως να με ξαναφέρεις στη ζωή.
Χάρων: Τι χαριτωμένα που τα λες, για να με ρημάξει μετά στο ξύλο ο Αιακός.
Μένιππος: Βρε δε μ’ αφήνεις στην ησυχία μου.
Χάρων: Για δείξε μου τι έχεις μέσα στο ταγάρι σου.
Μένιππος: Λούπινα, αν τα θέλεις, και φαγητά κλεμμένα από σταυροδρόμι, αυτά που λένε δείπνο της Εκάτης.
Χάρων: Μωρέ Ερμή, από πού μας κουβάλησες αυτό το παλιόσκυλο; Και τι δεν είπε το στόμα του, σ’ όλη τη διάρκεια του ταξιδιού, χωρίς ν’ αφήσει ούτε έναν επιβάτη που να μη τον δουλέψει και να τον πειράξει. Κι ενώ όλοι πλάνταζαν στο κλάμα, αυτός τραγουδούσε του καλού καιρού.
Ερμής: Εμ, δεν ήξερες, Χάρων, ποιόν άνθρωπο είχες στη βάρκα σου. Έναν εντελώς ελεύθερο, που δεν νοιάζεται για τίποτα. Αυτός λοιπόν είναι ο Μένιππος.
Χάρων: Δεν θα σε ξαναπετύχω καμμιά φορά…
Μένιππος: Αν όμως με πετύχεις, μεγάλε. Γιατί αποκλείεται να με ξανασυναντήσεις.
ΜΙΝΩΟΣ ΚΑΙ ΣΩΣΤΡΑΤΟΥ
Μύνως: Αυτόν εδώ τον ληστή, τον Σώστρατο, ρίξτε τον στον Πυριφλεγέθοντα, αυτός δε ο ιερόσυλο ας κατασπαραχθεί από την Χίμαιρα, τον δε τύραννο, Ερμή, βάλ’ τον δίπλα στον Τιτυό, για να του κατασπαράζουν κι αυτουνού το συκώτι οι γύπες, εσείς δε οι αγαθοί να πάτε γρήγορα στα Ηλύσια πεδία, για να κατοικήσετε στα νησιά των μακάρων, ως ανταμοιβή για τον δίκαιο βίο σας.
Σώστρατος: Άκουσέ με, Μίνω, μήπως και σου φανούν σωστά αυτά που θα σου πω.
Μύνως: Γιατί να σε ξανακούσω; Δεν κατηγορήθηκες, Σώστρατε, πως είσαι απατεώνας και φονιάς τόσων ανθρώπων;
Σώστρατος: Ναι κατηγορήθηκα, αλλά ας επανεξετάσεις εάν είναι δίκαιη η τιμωρία μου.
Μίνως: Και πολύ μάλιστα, και δικαίως θα πληρώσεις γι’ αυτά που έκανες.
Σώστρατος: Σε παρακαλώ Μίνω, απάντησέ μου, γιατί είναι πολύ σύντομη η ερώτησή μου.
Μίνως: Άντε λέγε, αλλά μη μακρηγορείς, γιατί ήδη αρχίσαμε να κρίνουμε τους επόμενους.
Σώστρατος: Όσα έκανα όταν ζούσα, τα έκανα με τη θέλησή μου ή όλ’ αυτά ήταν γραφτά απ’ τη Μοίρα να τα κάνω;
Μίνως: Οπωσδήποτε έτσι τα όρισε η Μοίρα.
Σώστρατος: Επομένως και οι καλοί και οι κακοί, όπως εμείς νομίζουμε, ότι κι αν κάναμε, το κάναμε γιατί έτσι μας πρόσταζε εκείνη;
Μίνως: Φυσικά ότι ήθελε η Κλωθώ, αφού αυτή προκαθορίζει όλες τις πράξεις μας από τη στιγμή που γεννιόμαστε.
Σώστρατος: Εάν λοιπόν εξαναγκαστεί κανείς από άλλον, να σκοτώσει κάποιον, δίχως να μπορεί να προβάλει αντίρρηση σ’ αυτόν που τον βιάζει, όπως, να πούμε, ο δήμιος ή ο σωματοφύλακας, διότι τον έναν τον διατάζει ο δικαστής και τον άλλον ο τύραννος, σε ποιον, από τους δυο, θα χρεώσεις τον φόνο;
Μίνως: Ξεκάθαρα στον δικαστή ή στον τύραννο και σε καμμιά περίπτωση σ’ αυτόν που κρατούσε το μαχαίρι, διότι το εκτελεστικό όργανο υπηρετεί την θέληση αυτού, που είναι η κύρια αιτία του φόνου.
Σώστρατος: Μπράβο σου, Μίνω, διότι πρόσθεσες πόντους στο επιχείρημά μου, εάν δε κάποιος υπηρέτης, που τον έστειλε το αφεντικό του, μας φέρει χρυσάφι ή ασήμι, σε ποιον θα χρωστάμε την χάρη ή ποιον θα λογαριάσουμε για ευεργέτη;
Μίνως: Αυτόν που το έστειλε, Σώστρατε, γιατί αυτός που το έφερε ήταν ένας απλός μεταφορέας.
Σώστρατος: Βλέπεις λοιπόν πως άδικα μας καταδικάζεις, την στιγμή που βρισκόμασταν κάτω από τις υπηρεσίες της Κλωθώς, όπως επίσης είναι άδικη η τιμή προς αυτούς που προσκομίζουν αγαθά, που τα έστειλαν άλλοι. Διότι δεν μπορεί να ισχυριστεί κανείς ότι είναι σε θέση ν’ αποφύγει αυτά που του διατάχτηκαν κάτω από τόσο ισχυρή βία.
Μίνως: Μωρέ και πολλά άλλα, Σώστρετε, αν τα εξετάσεις καλλίτερα, θα διαπιστώσεις ότι είναι παράλογα. Όμως εσύ με την ερώτησή σου κάτι κέρδισες, διότι φάνηκες πως δεν είσαι μόνο ληστής αλλά και πολύ επιδέξιος στη ρητορική τέχνη. Άσ’ τον ελεύθερο, Ερμή, κι ας μη τιμωρηθεί ξανά. Πρόσεξε καλά όμως, μη τυχόν ανοίξεις τα μάτια και των άλλων νεκρών κι αρχίσουν να μου κάνουν τέτοιες ερωτήσεις.