Τετάρτη, 28 Αυγούστου 2013

ΘΕΩΝ ΔΙΑΛΟΓΟΙ. ΛΟΥΚΙΑΝΟΥ


ΕΡΩΤΟΣ ΚΑΙ ΔΙΟΣ
Έρωτας: Αλλά κι αν έφταιξα σε κάτι, Δία, συγχώρεσέ με γιατί είμαι ένα μικρό παιδάκι και ακόμη δεν κόφτει το μυαλό μου.
Δίας: Εσύ ο Έρωτας είσαι παιδάκι, εσύ που είσαι πιο αρχαίος κι από τον Ιαπετό; Ή επειδή δεν έχεις γένια ούτε και άσπρες τρίχες, απαιτείς να σε παίρνουν οι άλλοι για μωρό, ενώ είσαι γέρος και πανούργος;
Έρωτας: Και τι μεγάλο κακό σου έκανα εγώ ο γεροντάκος όπως λες, και σκέφτεσαι να με συμμαζέψεις;
Δίας: Άκουσέ τα, καταραμένε, και πες μου αν είναι μικρά. Με δουλεύεις σε τέτοιο βαθμό, ώστε δεν έμεινε τίποτα που να μη με μεταμόρφωσες: μ’ έκανες σάτυρο, ταύρο, χρυσαφένιο, κύκνο, αετό. Κι όμως δεν έκανες καμμιά να μ’ ερωτευθεί. Ούτε κατάφερα καμμιά, γιατί εσύ μ’ έκανες ν’ αρέσω στις γυναίκες, αλλά να είμαι αναγκασμένος να τις ξεγελώ με ένα σωρό τερτίπια και να μεταμορφώνομαι. Έτσι αυτές αγαπάνε μεν τον ταύρο ή τον κύκνο, εμένα όμως, άμα τύχει και με δουν, πεθαίνουν από την τρομάρα τους.
Έρωτας: Και που το βρίσκεις το περίεργο. Είναι θνητές και δεν μπορούν να αντικρίσουν τη μορφή σου.
Δίας: Τον Απόλλωνα όμως πώς τον αγαπάνε ο Βράγχος και ο Υάκινθος;
Έρωτας: Μα και τον Απόλλωνα δεν ήθελε να τον πλησιάσει η Δάφνη αν και έχει ωραία μαλλιά και δεν έχει γένια. Αν θέλεις όμως ν’ αρέσεις στις γυναίκες να μη κουνάς την αιγίδα και να μη κουβαλάς μαζί σου τον κεραυνό, αλλά φρόντιζε να φαίνεσαι όσο μπορείς πιο όμορφος. Φτιάχνε τα μαλλιά σου έτσι που να κρέμονται μπούκλες κι απ΄ τις δυο μεριές του προσώπου σου, που να είναι πιασμένες στο πάνω μέρος από το διάδημα.
Να φοράς κόκκινη χλαμύδα και χρυσά πέδιλα. Να περπατάς ρυθμικά με συνοδεία σουραυλιών και τυμπάνων. Τότε να δεις πως θα σε ακολουθήσουν πιο πολλές γυναίκες απ’ όσες Μαινάδες τρέχουν πίσω από τον Διόνυσο.
Δίας: Βρε δε με παρατάς. Ποτέ δεν θα επιχειρήσω να ρίξω τις γυναίκες ντυμένος έτσι.
Έρωτας: Ε τότε να πάψεις να λιγουρεύεσαι τα θηλυκά, γιατί αυτό είναι και πιο εύκολο.
Δίας: Όχι-όχι , μ΄ αρέσει ο έρωτας, αλλά να μη μου βγαίνει η ψυχή για να το πετυχαίνω. Άντε τώρα πήγαινε στο καλό και φρόντισε οι ερωτοδουλειές μου να γίνονται όπως σου τις εξήγησα.
ΗΡΑΣ ΚΑΙ ΔΙΟΣ
Ήρα: Για πες μου Δία, ποια είναι η γνώμη σου γι’ αυτόν εδώ τον Ιξίωνα;
Δίας: Μου φαίνεται καλός άνθρωπος Ήρα, και γλεντζές. Αλλιώτικα δεν θα τον καλούσαμε στα τραπεζώματά μας αν δεν το άξιζε.
Ήρα: Κι όμως, είναι ανάξιος για την παρέα μας, γιατί δεν σέβεται τίποτα. Και δεν πρέπει από δω και πέρα να τον ξανακαλέσουμε στο τραπέζι μας.
Δίας: Αλήθεια, ποια παρασπονδία έκανε; Φαντάζομαι ότι κι εγώ πρέπει να μάθω για τα καμώματά του.
Ήρα: Μη το συζητάς! Ακόμα ντρέπομαι να σου το πω. Τόσο προσβλητικό είναι αυτό που τόλμησε να κάνει.
Δίας: Ένας λόγος παραπάνω. Όσο πιο άπρεπη ήταν η χειρονομία του, τόσο περισσότερο πρέπει να μου εξηγήσεις τι τρέχει μ’ αυτόν. Μήπως άπλωσε το χέρι του σε καμμιά; Άρχισα να υποψιάζομαι τι είδους αισχρότητα διέπραξε, από τον δισταγμό σου να μιλήσεις γι’ αυτό.
Ήρα: Σ’ εμένα την ίδια, Δία μου, κι όχι σε κάποια άλλη, και μάλιστα εδώ και πολύ καιρό. Για να σου πω την αλήθεια, στην αρχή δεν είχα καταλάβει, παρ’ όλο που συνεχώς έριχνε το βλέμμα του επάνω μου. Να, κάθε φορά που έπινα νέκταρ και μετά έδινα το ποτήρι στον Γανυμήδη, αυτός αναστέναζε και δάκρυζε, και ζητούσε μάλιστα να πιει από το ίδιο το ποτήρι μου. μόλις δε το έπιανε το φιλούσε, το σήκωνε μέχρι τα μάτια του και στο δευτερόλεπτο, έριχνε τη ματιά του καταπάνω μου.
Κατόπιν εορτής δηλαδή κατάλαβα, ότι όλ’ αυτά τα καμώματα ήταν ερωτικά. Δεν σου τα έλεγα τόσο καιρό, γιατί από τη μια ντρεπόμουν, κι από την άλλη είχα την ελπίδα ότι θα του πέρναγε του ανθρώπου αυτή του η τρέλα.
Επειδή όμως τόλμησε να επιχειρήσει, και με ερωτόλογα στα ίσια, να με τουμπάρει, τον άφησα, που έκλεγε και κυλιόταν μπροστά μου, αφού πρώτα βούλωσα τ’ αυτιά μου για να μην ακούω τα σιχαμερά παρακαλετά του, κι έφυγα για να ’ρθω να σου τα πω. Τώρα είναι η σειρά σου ν’ αποφασίσεις για τον κύριο αυτόν.
Δίας: Μπράβο του! ο καταραμένος, βάλθηκε να με ατιμάσει φθάνοντας μέχρι το συζυγικό μας κρεβάτι; Τόσο πολύ τον παραζάλισε το νέκταρ; Όμως εμείς φταίμε γι’ αυτά, γιατί ξεπεράσαμε τα όρια της φιλανθρωπίας, με να τους παρακαθίζουμε στο ίδιο μας το τραπέζι.
Αφού τους επιτρέπουμε λοιπόν να πίνουν από το ποτό μας και αφού τους αφήνουμε να βλέπουν τέτοιες θεϊκές ομορφιές, που στη γη ούτε στ’ όνειρό τους δεν είδαν, πεθύμησαν να τις απολαύσουν, ξετρελαμένοι από τον έρωτα. Γιατί στη εξουσία του έρωτα, όχι μόνον οι άνθρωποι δεν μπορούν ν’ αντισταθούν, άλλα, μερικές φορές ,ούτε καν κι εμείς οι ίδιοι.
Ήρα: Πάντως εσένα, Δία, περισσότερο απ’ όλους, όπως όλοι το λένε, σε εξουσιάζει και σε σέρνει από τη μύτη, εσύ δε τον ακολουθάς όπου κι αν σε πάει κι αμέσως μεταμορφώνεσαι σ’ ό,τι αυτός σε διατάζει και έγινες δούλος και παίγνιό του. Τώρα μάλιστα κατάλαβα γιατί προσπαθείς να συγχωρέσεις τον Ιξίονα, αφού και συ κάποτε τον κεράτωσες και σου γέννησε η γυναίκα του τον Πειρίθουν.
Δίας: Ώστε δεν ξέχασες ακόμα αυτά που έκανα όταν κατέβηκα στη γη, για να διασκεδάσω κι εγώ λιγάκι. Ξέρεις όμως τι σκέπτομαι να κάνω για τον Ιξίονα; Δεν μου κάνει καρδιά να τον τιμωρήσω και να τον αποδιώξω από την παρέα μας. το βρίσκω παρατραβηγμένο. επειδή είναι ερωτοχτυπημένος, κι όπως λες, κλαίει και το πάθος του είναι αφόρητο.
Ήρα: Τι σκέφτεσαι να σκαρώσεις Δία; Φοβάμαι μη τυχόν και πεις κάτι που θα με στενοχωρήσει.
Δίας: Όχι καθόλου. λέω να σκαρώσουμε ένα ομοίωμά σου από σύννεφο, κι όταν τελειώσει το συμπόσιο, αφού εκείνος, όπως κάθε φορά συμβαίνει, δεν έχει ύπνο, εξ αιτίας του έρωτά του για σένα, να το φέρουμε και να το πλαγιάσουμε κοντά του. Έτσι λοιπόν θα πάψει να υποφέρει αφού θα νομίζει ότι ικανοποιήθηκε το πάθος του.
Ήρα: Αυτό ξέχνα το, ας μη επιθυμούσε ν’ απολαύσει αυτά που είναι πέρα από τις δυνατότητές του.
Δίας: Δέξου το σε παρακαλώ Ήρα μου. Είναι δυνατόν να πάθεις κανένα κακό από ένα τέτοιο ψεύτικο ομοίωμα, αφού με σύννεφο τελικά θα ερωτοτροπήσει ο Ιξίων;
Ήρα: Όμως επειδή θα φαντάζομαι πως το σύννεφο είμαι εγώ, θα αισθάνομαι ότι η αισχρότητα που θα κάνει, θα γίνεται προς το πρόσωπό μου, λόγω της ομοιότητας.
Δίας: Μη το ξαναπείς αυτό ποτέ. γιατί ούτε το σύννεφο μπορεί να γίνει ποτέ Ήρα, ούτε εσύ σύννεφο. Αυτό που θα γίνει μόνο είναι ότι θα εξαπατηθεί ο Ιξίων.
Ήρα: Ξεχνάς όμως ότι όλοι οι άνθρωποι είναι χυδαίοι. Δεν αποκλείεται λοιπόν όταν κατέβει στη γη να κοκορευτεί σ’ όλο τον κόσμο ότι πλάγιασε με τη Ήρα, πως μοιράζεται το κρεβάτι της με τον Δία, κι ότι δήθεν εγώ τον ερωτεύτηκα. Και μάλλον θα τον πιστέψουν γιατί από πού να ξέρουν ότι αυτός συνουσιάστηκε με το συννεφένιο ομοίωμά μου.
Δίας: Αν τολμήσει να πει κάτι τέτοιο, τότε θα τον ρίξω στον Άδη, δεμένο πάνω σε τροχό που θα γυρίζει ο άθλιος για πάντα, και τα βάσανά του δεν θα τελειώνουν ποτέ. Και δεν θα τον τιμωρήσω επειδή ερωτεύτηκε, γιατί αυτό δεν είναι παράπτωμα, αλλά εξ αιτίας της καυχησιάς του.
ΗΦΑΙΣΤΟΥ ΚΑΙ ΑΠΟΛΛΩΝΟΣ
(Συζητούν για τον νεογεννηθέντα Ερμή)
Ήφαιστος: Είδες καθόλου Απόλλων το μωράκι της Μαίας, που γεννήθηκε πριν από λίγο; Και ομορφούλικο είναι και σ’ όλους χαμογελά και από τώρα φαίνεται ότι θα γίνει πολύ σπουδαίος όσο θα μεγαλώνει.
Απόλλων: Για ’κείνο το βρέφος, Ήφαιστέ μου, μιλάς, ότι θα γίνει τόσο σπουδαίος, που είναι πιο επιδέξιος στην πανουργία ακόμη κι από τον Ιαπετό;
Ήφαιστος: Μα τι κακό μπορεί να κάνει ένα μωρό που γεννήθηκε μόλις προχθές;
Απόλλων: Για ρώτα τον Ποσειδώνα, που του έκλεψε την Τρίαινα, ή τον Άρη. γιατί κι αυτού, δίχως να το αντιληφθεί, του τράβηξε το ξίφος από την θήκη, για να μη πω και για τα δικά μου, που μου ξάφρισε το τόξο και τα βέλη.
Ήφαιστος: Όλ’ αυτά τα έκανε ένα μωρό, που μόλις στάθηκε στα πόδια του κι ακόμα βρίσκεται μέσα στα σπάργανά του;
Απόλλων: Θα το γνωρίσεις, Ήφαιστέ μου, αν πλησιάσει και μόνο κοντά σου.
Ήφαιστος: Αλλά να, ήδη βρίσκεται δίπλα μου.
Απόλλων: Για δες, έχεις όλα τα εργαλεία σου και κανένα δεν χάθηκε απ΄ αυτά;
Ήφαιστος: Όλα τα έχω, Απόλλωνά μου.
Απόλλων: Μωρέ κύτταξε κάπως καλύτερα.
Ήφαιστος: Μα τον Δία, δεν βλέπω την μασιά μου.
Απόλλων: Μάλλον θα την βρεις κάπου μέσα στις φασκιές του μωρού.
Ήφαιστος: Μα είναι τόσο σβέλτος στο χέρι, που θαρρείς πως εξασκούνταν στην κλεψιά, ακόμη και μέσα στην κοιλιά της μάνας του!
Απόλλων: Δεν έτυχε να τον ακούσεις όταν μιλάει, πόσο γρήγορη και κοφτερή είναι η γλώσσα του; Θέλει μάλιστα και να μας υπηρετεί. Χθες προκάλεσε τον Έρωτα σε πάλι και τον ξάπλωσε αμέσως κάτω, χωρίς να αντιληφτώ καθόλου πώς του έβαλε την τρικλοποδιά. Εν τω μεταξύ, καθώς τον επαινούσαν, από μεν την Αφροδίτη έκλεψε την ζώνη της, τη στιγμή που τον αγκάλιασε, για να τον συγχαρεί, από δε τον Δία, που γελούσε, το σκήπτρο. Θα έκλεβε ακόμα και τον κεραυνό αν δεν ήταν τόσο βαρύς και ζεματιστός.
Ήφαιστος: Ατσίδα μας το περιγράφεις αυτό το παιδί.
Απόλλων: Όχι μόνο αυτό, αλλά γνωρίζει κι από μουσική.
Ήφαιστος: Έχεις λόγω να το λες αυτό;
Απόλλων: Κατασκεύασε ολόκληρο όργανο, από μια νεκρή χελώνα που βρήκε κάπου. αφού συνάρμοσε τους δυο πήχεις και τους στερέωσε με τον ζυγό, κάρφωσε σ’ αυτόν στριφτάρια, τέντωσε μ’ αυτά επτά χορδές, βάζοντας από κάτω τους καβαλάρη, κι άρχισε να παίζει τόσο μελωδικά, Ήφαιστέ μου, και αρμονικά, που κι εγώ ο ίδιος τον ζήλεψα. Εγώ που εξασκούμαι στην τέχνη της κιθάρας χρόνια και ζαμάνια.
Η μάνα του η Μαία έλεγε ότι τις νύχτες δεν μένει στον ουρανό, αλλά από περιέργεια κατεβαίνει μέχρι τον Άδη, μπας και κλέψει κάτι κι από εκεί δηλαδή. Έχει δε φτερά στα πόδια και έφτιαξε ένα ραβδί με θαυματουργική δύναμη, με το οποίο οδηγεί τις ψυχές και τις κατεβάζει στον Άδη.
Ήφαιστος: Εγώ του το έδωσα για να παίζει.
Απόλλων: Δηλαδή σου το πλήρωσε με το κλέψιμο της μασιάς σου.
Ήφαιστος: Καλά που μου το θύμησες, για να πάω να την πάρω, αν, όπως είπες, βρεθεί μέσα στις φασκιές.
ΗΦΑΙΣΤΟΥ ΚΑΙ ΔΙΟΣ
(γέννηση Αθηνάς)
Ήφαιστος: Τι πρέπει τώρα εγώ να κάνω Δία; Ήρθα, όπως με ειδοποίησες, φέρνοντας ένα κοφτερότατο τσεκούρι, που, αν χρειαστεί, μ’ ένα και μόνο κτύπημα, μπορεί να κόψει στα δυο, μέχρι και πέτρα.
Δίας: Μπράβο σου Ήφαιστε, κτύπα λοιπόν μ’ αυτό το κεφάλι μου και άνοιξέ το στα δυο.
Ήφαιστος: Καλά, με περνάς για παλαβό; Έλα τώρα, πες μου τι ακριβώς θέλεις να κάνω για σένα.
Δίας: Αυτό ακριβώς που σου είπα, να μου ανοίξεις το κεφάλι μου στα δυο. Γιατί αν δεν συμμορφωθείς, δεν θα είναι τώρα η πρώτη φορά που θα δοκιμάσεις την οργή μου. Κτύπα το αμέσως μ’ όλη σου τη δύναμη και μη καθυστερείς, γιατί κοντεύω να αποτρελαθώ από τους πόνους, που μ’ ανακατεύουν το μυαλό.
Ήφαιστος: Πρόσεξε Δία μου, μη τυχόν και προξενήσουμε κανένα κακό, γιατί το τσεκούρι είναι πολύ κοφτερό και θα βγάλει αίματα που ούτε η Ειλήθυια δεν θα κατορθώσει να τα συμμαζέψει.
Δίας: Χτύπα με θάρρος, μωρέ Ήφαιστε, γιατί εγώ γνωρίζω πολύ καλά πως θα λυθεί το πρόβλημά μου.
Ήφαιστος: Αν και παρά τη θέλησή μου, θα χτυπήσω. διότι πώς να κάνω αλλιώς, όταν εσύ διατάζεις.
Αμάν! Τι είναι αυτό! Ένα κορίτσι με πανοπλία; Ώστε μεγάλο μπελά, Δία μου, κουβαλούσες στο κεφάλι σου. με το δίκιο σου λοιπόν ήσουν αναστατωμένος, αφού έτρεφες, κάτω από τα μηνίγγια σου, τέτοια παρθένα και μάλιστα ένοπλή. Ολόκληρο στρατόπεδο ήταν κρυμμένο εκεί μέσα.
Μωρέ αυτή πηδάει και χορεύει πολεμικό χορό και προβάλλει την ασπίδα και κραδαίνει το ακόντιο ξεχειλίζει από ενθουσιασμό. Και, ω του θαύματος, αμέσως έγινε μια πανέμορφη κι ολοκληρωμένη κοπελλάρα, με γυαλιστερά μάτια που συνταιριάζουν με την περικεφαλαία.
Και σου ζητώ, Δία μου, αντί για την πληρωμή της μαμής που δικαιούμαι, να μου την δώσεις τώρα για γυναίκα μου.
Δίας: Μη ζητάς πράγματα που δεν γίνονται, Ήφαιστέ μου. διότι από μόνη της αυτή θα διαλέξει να παραμείνει για πάντα παρθένα. Για ό,τι όμως περνάει από το χέρι μου, δε θα σου το αρνηθώ.
Ήφαιστος: Ακριβώς αυτό σκεφτόμουνα. για τα υπόλοιπα εγώ θα φροντίσω, κι αμέσως τώρα θα την πάρω απ’ εδώ.
Δίας: Αν σου είναι εύκολο κάνε το. παρ’ όλ’ αυτά βλέπω ότι γουστάρεις πράγματα που δεν γίνονται με τίποτα.
ΠΟΣΕΙΔΩΝΟΣ ΚΑΙ ΕΡΜΟΥ
(γέννηση Διόνυσου)
Ποσειδών: Ερμή μου, είναι εύκολο να δω τον Δία τώρα αμέσως;
Ερμής: Με κανέναν τρόπο, Ποσειδώνα μου.
Ποσειδών: Αλλά εσύ κάνε μια προσπάθεια, παρ’ όλ’ αυτά.
Ερμής: Στο λέω, μην επιμένεις. Αυτή τη στιγμή είναι αδύνατο, δεν πρόκειται να τον δεις την ώρα αυτή.
Ποσειδών: Μήπως πλαγιάζει με την Ήρα;
Ερμής: Όχι, πρόκειται για κάτι άλλο.
Ποσειδών: Καλά τη ψυλλιάστηκα, θα είναι μέσα με τον Γανυμήδη.
Ερμής: Έπεσες έξω, κάτι άλλο του συμβαίνει. είναι εντελώς εξουθενωμένος κι ανήμπορος.
Ποσειδών: Τι τρέχει, Ερμή μου, γιατί αυτό που λες είναι φοβερό.
Ερμής: Ντρέπομαι να σου το πω, τέτοιο που είναι το πάθημά του.
Ποσειδών: Σε μένα όμως που είμαι θείος σου, δεν θα έπρεπε.
Ερμής: Γέννησε πριν από λίγο, Ποσειδώνα μου.
Ποσειδών: Καλά, πλάκα μου κάνει; Γέννησε ο Δίας; Κι αλήθεια, ποιος του την έκανε τη δουλειά; Μωρέ, αυτός ήταν αρσενικοθήλυκος κι εμείς το αγνοούσαμε τόσο καιρό; Και να φανταστείς ότι η κοιλιά του δεν έδειχνε κανένα σημάδι, πως ήταν γκαστρωμένος.
Ερμής: Πες το ψέματα. Πράγματι το γκάστρωμα δεν ήταν στη κοιλιά του.
Ποσειδών: Άα…, κατάλαβα. Πάλι θα γέννησε από το κεφάλι του. όπως την Αθηνά. γιατί αυτουνού το τσερβέλο είναι σκέτο μαιευτήριο.
Ερμής; Όχι-όχι, αυτή τη φορά, για το μωρό που σκάρωσε με τη Σεμέλη, αγκάστρωσε το μπούτι του.
Ποσειδών: Μωρέ μπράβο του, τον καρπερότατο, που για το καλό μας γκαστρώνεται, χαλαλίζοντας όλα τα μέρη του σώματός του. αλλά, για πες μου, πια είναι πάλι αυτή η Σεμέλη;
Ερμής: Είναι Θηβαία, μια από τι κόρες του Κάδμου. Πλάγιασε μαζί της και την γκάστρωσε.
Ποσειδών: Και μετά γέννησε, Ερμή μου, για ελόγου της;
Ερμής: Κι ακόμα περισσότερο, όσο και να σου φαίνεται απίστευτο. Άκουσε: η Ήρα – σίγουρα ξέρεις πόσο ζηλιάρα είναι – πήγε στη Σεμέλη και την έπεισε να ζητήσει από τον Δία, να παρουσιαστεί μπροστά της, μετά βροντών και αστραπών. αυτός δέχτηκε και πήγε στο σπίτι της κρατώντας και τον κεραυνό. Όμως πήρε φωτιά το σπίτι και κατακάηκε. μαζί δε μ΄ αυτό και η ίδια η Σεμέλη.
Τότε με διέταξε ν΄ ανοίξω την κοιλιά της γυναίκας και να του παραδώσω το έμβρυο που ήταν ακόμα εφταμηνίτικο. Αμέσως μόλις εκτέλεσα την διαταγή του, αυτός άνοιξε το μπούτι του κι έβαλε μέσα το βρέφος, για να ολοκληρωθεί εκεί ο υπόλοιπος χρόνος της κυοφορίας.
Σήμερα λοιπόν που μπήκε στον τρίτο μήνα, από τότε, το ξεγέννησε, και τώρα είναι εξουθενωμένος από τους πόνους τη γέννας.
Ποσειδών: Και δε μου λες, πού είναι τώρα το μωρό;
Ερμής: Το πήγα στη Νύσα και το παράδωσα στις Νύμφες για να το αναθρέψουν. Αυτές ονόμασαν το παιδί Διόνυσο.
Ποσειδών: Άρα, ο αδελφός μου τώρα είναι και τα δυο μαζί γι’ αυτό το παιδί, δηλαδή και μάνα και πατέρας.
Ερμής: Έχεις δίκιο. Ας φύγω όμως τώρα, να πάω να του φέρω νερό για να πλύνει την πληγή του, και για να κάνω όλα τ’ άλλα, όσα είναι αναγκαία για μια λεχώνα.