Πέμπτη, 23 Μαρτίου 2017

Δεν-το-κάνεις-σωστά, αυτή η μάστιγα!

Αποτέλεσμα εικόνας για Η αγάπη και η αποδοχή του εαυτού μας είναι πράξη θάρρους!Η παραλλαγή των δεν-το-κάνεις-σωστά τύπων, είναι οι μη-Τούλα (Σούλα, Μπούλα), οι άστο-καλύτερα-θα-στο-δείξω-εγώ ή και κάτα μία έννοια οι τι-έχουμε-για-διάβασμα-σήμερα; Θα μπορούσαν να μπουν στην ίδια κατηγορία και οι στα-λεγα-γω, αλλά αυτοί για πιο σπάσιμο λειτουργούν με κριτική τάση κατόπιν εορτής, οπότε είναι πιο υποχθόνιοι τύποι.

Εξηγούμαι για να μην παρεξηγούμαι:

Ο υπερσυμμετοχικός ζήλος των περισσοτέρων γονιών στις μπίζνες των παιδιών τους, είναι καταστροφικός. Δεν πρόκειται για περισσότερο ενδιαφέρον, περισσότερη αγάπη, σφραγίδα καλής μαμαδοσύνης ή μπαμπαδοσύνης, αλλά για μια αυτοεπιβεβαίωση ψευδή, ότι είμαι Ο Γονιός και έχω και τη σφραγίδα εγγύησης 40 μαμάδων της γειτονιάς να το πιστοποιήσουν, την αγάπη της πεθεράς και τη στοργή με το προδέρμ της κουτσομπόλας απέναντι, που πείτε της πως απλά… δεν θέλω!

Δεν θέλω την κριτική των γύρω, τριγύρω όταν πρόκειται για τα δικά μου παιδιά. Δεν με νοιάζει τι θα πει ο κόσμος. Δεν θα πάρω, σόρι κιόλας.

Η αντίθετη συμπεριφορά δεν μεταφράζεται ως αδιαφορία. Ή αν πρόκειται για αδιαφορία, έχουμε πιάσει το άλλο άκρο, οπότε δεν εξετάζουμε τέτοια περίπτωση εδώ. Η συγκεκριμένη θέση έχει να κάνει με την αυτενέργεια των παιδιών και το πόσο σύντομα ανεξαρτητοποιούνται και πατάνε γερά στα πόδια τους.

Η κλασική περίπτωση που όλους μας πιάνει μια φρίκη ανεξήγητη έχει να κάνει με το σχολείο. Σαφώς επιβλέπουμε, βοηθάμε, συνδράμουμε. Ειδικά σε περιπτώσεις έντονων ιδιαιτεροτήτων, κυρίως μαθησιακών κι όχι μόνο, ούτε καν η δική μας προσπάθεια δεν βοηθάει γιατί προκαλείται άγχος, λόγω της προσωπικής μας εμπλοκής με το παιδί, οπότε το πιο σωστό είναι να μην έχουμε ταμπού και να απευθυνθούμε σε ειδικό, παιδαγωγό, ψυχολόγο, λογοθεραπευτή, τον ίδιο τον δάσκαλο/δασκάλα ώστε να μας κατευθύνει, εφόσον υπάρχει διαπίστωση της συγκεκριμένης τάσης ή συμπεριφοράς, που μας προβληματίζει και στο σχολείο και στο σπίτι.

Η χειρότερη οδός είναι η αυτοδιάγνωση. Ακόμα χειρότερη μέθοδος η ανακοίνωση της αυτοδιάγνωσης στο παιδί, που ενδέχεται να πειστεί πολύ εύκολα για κάτι πιθανώς λανθασμένο. Και η ακόμα χειρότερη οδός είναι αντί να αντιμετωπίσουμε την όποια δυσκολία σωστά και έγκαιρα, να υιοθετήσουμε το πρόβλημα, να περάσουμε στη δράση-αντίδραση… “άστο θα το κάνω εγώ”, “θα σου κάνω την εργασία”, “θα σου λύσω την άσκηση”, “δε μπορείς εσύ, έτσι είναι το σωστό” και άλλα πολλά υπέροχα και παρεμβατικά στην όλη προσωπικότητα του παιδιού, που προφανώς βολεύεται, προφανώς επηρεάζεται και προφανώς καταθέτει όπλα.

Η συγκεκριμένη τάση των γονιών δεν αφορά τη σχολική απόδοση μόνο, φυσικά. Συνήθως ο παρεμβατικός γονέας έχει την τάση να βιάζεται να γίνουν οι διαδικασίες, με πίστη μόνο στις δικές του αποτελεσματικές μεθόδους και την αντίστοιχη αμφισβήτηση στην ίδια την δύναμη των παιδιών να αυτοεξυπηρετούνται χωρίς συνδρομή σε καθημερινές δραστηριότητες όπως ο ύπνος, το παιχνίδι, ο χειρισμός συσκευών, η λύση καθημερινών προβλημάτων. Δυστυχώς λόγω πιεσμένου χρόνου, αγχωνόμαστε σχετικά με το πότε θα τα προλάβουμε όλα σε 24 ώρες, με συνέπεια να θέλουμε καλοκουρδισμένα ρομποτάκια, χωρίς να λαμβάνουμε υπόψη ότι συνήθως τα παιδιά το μόνο που χρειάζονται συχνά είναι μια μικρή παράταση χρόνου. Να κάνουν ό,τι κάνουν στο δικό τους χρόνο, που σε καμία περίπτωση δε μεταφράζεται στο τι βολεύει το γονιό. Το αποτέλεσμα συνήθως μας οδηγεί και πάλι στην γνωστή λύση: γονιός τα κάνω όλα και συμφέρω, κάνω και τη φιγούρα μου, ότι νοιάζομαι, αγαπώ, φροντίζω, ενώ το παιδί να μεγαλώνει εξαιρετικά βολεμένο με την αίσθηση ότι όλα λύνονται αν απλά έχουν 24/7 αποκλειστικούς βοηθούς-αρωγούς.

Ξέρω τι σκέφτεσαι όταν τα διαβάζεις όλα αυτά. ΟΚ ένα ακόμα κήρυγμα, που γράφεται και μετά γίνονται όλα τα ανάποδα. Και έχεις δίκιο. Συνήθως όσοι επιλέγουμε να επικοινωνούμε τάσεις, μάλλον τις έχουμε βιώσει ήδη. Το θέμα δεν είναι να βγω εγώ σωστή, να κριθώ ή να σε κρίνω έντονα και να γυρίσουμε όλοι χαρούμενοι στις βολικές μας θεωρήσεις περί των σωστών και μαγικών συνταγών ανατροφής παιδιών. Το θέμα είναι την επόμενη φορά που θα σου φέρει το σίδερο μαλλιών η έφηβη κόρη σου, που ξυπνάει μισή ώρα νωρίτερα από το σύνηθες για να φτιάξει μαλλί, γεγονός που μάλλον σε θορυβεί (- τι παίζει άραγε στο σχολείο – πως θα το μάθω – να πάρω καμιά άλλη μαμά – που έχει μπλέξει το παιδί μου -) και σε ρωτάει με υφάκι αμέριμνο, (γιατί αμέριμνο και λογικό είναι στην εφηβεία να αρχίσει να φροντίζει εμφάνιση κατά τι περισσότερο) από που ανοίγει το σίδερο, αντί να το βουτήξεις εσύ να το ανοίξεις βιαστικά και αγχωτικά και “έλα να στα ισιώσω εγώ να τελειώνουμε”, να της πεις όσο πιο αμέριμνα και γλυκά μπορείς: για κοίτα το καλύτερα, δε βλέπεις το κουμπάκι;

Τόσο απλά…

Εφηβεία, η αμφισβήτηση των πάντων

ΕφηβείαΕφηβεία ονομάζεται το τελευταίο στάδιο της ανάπτυξης του ατόμου στην πορεία του προς την ωρίμανση. Χρονολογικά τοποθετείται χονδρικά στην ηλικία 12-18 ετών, και για τα κορίτσια ξεκινά με την πρώτη έμμηνο ρύση ενώ για τα αγόρια με την πρώτη εκσπερμάτωση. Τα κριτήρια αυτά είναι αρκετά σχετικά αφού κάθε παιδί έχει δικό του ρυθμό ανάπτυξης που επηρεάζεται σαφώς και από το εξωτερικό περιβάλλον.

Η εφηβεία λοιπόν είναι εκείνη η μεταιχμιακή φάση όπου το άτομο καλείται να εγκαταλείψει την παιδική ηλικία και να μεταβεί σταδιακά στην ενήλικη ζωή. Οι αλλαγές είναι τόσο σημαντικές, όσο και πολυεπίπεδες, και αφορούν όλες τις πτυχές ζωής του ατόμου.

Οι πρώτες εμφανείς αλλαγές αφορούν τα εξωτερικά- σωματικά χαρακτηριστικά και την εικόνα του εαυτού του εφήβου, η οποία μεταβάλλεται μέρα με τη μέρα, δημιουργώντας του μια σύγχυση για το πώς είναι και πως τελικά θα διαμορφωθεί εξωτερικά. Ο J.J. Rousseau αποκαλεί την εφηβεία «δεύτερη γέννηση» αφού θεωρεί ότι η εφηβεία είναι το μεγαλύτερο βιολογικό γεγονός μετά τη γέννηση. Σημαντικές αλλαγές επίσης γίνονται στον νοητικό τομέα του ατόμου, στον συναισθηματικό τομέα και στον κοινωνικό.

Η οικογένεια του εφήβου παίζει σε αυτή τη φάση, όπως και σε κάθε άλλη αναπτυξιακή φάση, πολύ σημαντικό ρόλο. Ο έφηβος έχει να αντιμετωπίσει σειρά αλλαγών που πολλές φορές δυσκολεύεται να διαχειριστεί. Η οικογένεια καλείται να σταθεί δίπλα του, ακούγοντας την ανησυχία του και παράλληλα επιτρέποντας και ενισχύοντας τη διαφοροποίησή του.

Οι έφηβοι γνωρίζουν πια ότι η δική τους θέαση της πραγματικότητας είναι μια επιλογή από τις πολλές που μπορούν να έχουν, και όχι η μόνη αλήθεια όπως προηγουμένως πίστευαν. Η αμφισβήτηση της όποιας γνώσης, του όποιου προτύπου τους έχει δοθεί, είναι μια υγιής αντίδραση στην προσπάθειά τους να βάλουν τη δική τους πινελιά στην πραγματικότητα. Οι γονείς καλούνται να αγκαλιάσουν αυτή τους την προσπάθεια, αντέχοντας την αμφισβήτηση και παρέχοντας σιωπηλά πρότυπο για μια υγιή εξέλιξη του εφήβου.

Οι μεγάλες αυτές αλλαγές που συντελούνται κατά την περίοδο αυτή, συχνά δυσκολεύουν όλα τα μέλη της οικογένειας. Είναι σημαντικό, επειδή ακριβώς μιλάμε για μεταβατική φάση, αυτή η μετάβαση να γίνει καλά. Το καλά δε σημαίνει χωρίς δυσκολία. Το καλά σημαίνει με πίστη και εμπιστοσύνη ότι η οικογένεια είναι τόσο «κοντά» στον έφηβο ώστε να δέχεται τη δυσκολία του, και τόσο «μακριά» ώστε να επιτρέπει την διαφοροποίηση του. Η εύρεση αυτής της δύσκολης αναλογίας κοντινότητας – απόστασης, διαφέρει κατά περίπτωση και δεν αφορά συμβουλευτικά λόγια, αλλά απαιτεί εκ νέου κάθε φορά παραγωγή της.

Οι οικογένειες που σε αυτές τις φάσεις απευθύνονται σε ειδικό, έχουν και οι ίδιοι να επεξεργαστούν δικά τους θέματα, που μεταβολίζοντας τα, περνάνε στα παιδιά τους, όχι σαν μια στείρα θεωρία που πρέπει να ακολουθήσουν, αλλά σαν στάση ζωής που επιτρέπει το προχώρημα σε πολλά επίπεδα. Μόνο σεβασμό τρέφω για αυτούς τους ανθρώπους. Για τον τρόπο που ενώ το παιδί τους τους δυσκολεύει, μπορούν να το κοιτούν τρυφερά, και να κάνουν τη δική του δυσκολία, αφορμή για δικό τους προχώρημα. Που αξιοποιούν τη δική του αμφισβήτηση θέτοντας ερωτήματα για τη δική τους πορεία, όχι ενοχικά, αλλά δημιουργικά αναζητώντας νέες τρόπους αναγέννησης…

Η μόρφωση ως το αντίδοτο σε μια κοινωνική στάση αφορισμού

Μια κοινωνία παραμένει ζωντανή και ανοιχτή όταν εμείς κινούμαστε μέσα σε αυτήνֹ.

Οι άνθρωποι κοινωνικά στρέφονται και τρέφονται με δαχτυλοδειχτούμενες φιγούρες και αποδιοπομπαίους τράγους που αποτελούν την πιο βολική λύση σε θέματα που τους «ταράζουν» και τους ταρακουνούν. Στην συνέχεια, τους (αφορισμένους) αποστρέφονται ανενεργοί και χαμένοι στην δική τους ζωή. Ίσως τάχα κινούνται έτσι; Κι αν ναι, προς τα που;

Οι άνθρωποι τρώνε με λαιμαργία τα κακώς κείμενα και σταματούν μόνο όταν ξεθωριάσει το ενδιαφέρον τους ή όταν επέλθει ο κορεσμός. Πολύ εύκολα ανεβάζουν ή κατεβάζουν. Με εκπληκτικά μηχανικές κινήσεις «καταδικάζουν, επικροτούν, βρίζουν». Και αφορίζουν. Αυτό που τους ξεβολεύει από την δική τους πραγματικότητα (σχεδόν την «τύφλωση» τους) και επειδή αδυνατούν –τουλάχιστον έτσι νομίζουν- να το αντιμετωπίσουν στην καλύτερη το μειώνουν και στην χειρότερη το εξευτελίζουν. Βοηθάει ορισμένες φορές και η κακή χρήση της τεχνολογίας.

Στην απέναντι όχθη, χρειάζεται να σκεφτείς και ν’ αναθεωρήσεις για να χωρέσει το μυαλό σου αυτούς που ζουν διαφορετικά από σένα (διαφορετικοί είμαστε όλοι, αυτό είναι και το κοινό μας σημείο!). Να χτίσεις μια γέφυρα για να περάσεις το ποτάμι, αλλά εκεί χρειάζεσαι πολλά χέρια, που μπορείς να εμπιστευτείς. Το τολμάς;

Οι άνθρωποι λατρεύουν να θαυμάζουν ηγέτες που είναι ακραίοι σε όλες τις εκφάνσεις της ζωής τους λες και δίνουν την καλύτερη παράσταση της ζωής τους. Περιμένουν σαν πιστοί θεατές να τους δώσουν ένα άηχο και άχρωμο χειροκρότημα, επειδή τους γλύκαναν τα ψέματα. Κάθε είδους ψέματα, κάθε είδους ηγέτες που ξεμυτίζουν με ακατανόητους μονολόγους- προσοχή! ο μεγαλύτερος δυνάστης μπορεί να γίνει ο εαυτός μας.

Οι άνθρωποι αγαπούν το προσκήνιο και όχι το παρασκήνιο. Το παρασκήνιο είναι η προετοιμασία, ο κόπος και απαιτεί χρόνο. Και ο χρόνος (μας) είναι πολύτιμος μόνο για το προσκήνιο, εκεί που φαινόμαστε αλλά δεν είμαστε.

Οι άνθρωποι και η μόρφωση. Η μόρφωση ως διαδικασία: δίνω μορφή-σχηματίζω-δημιουργώ. Η μόρφωση κλυδωνίζει τα συστήματα των ανθρώπων και πιο πολύ αυτά που έχουν μουχλιάσει με τον καιρό, Αυτά που περικυκλώνονται από ηθικούς -δήθεν- νεωτερισμούς και μονοθεϊστές της αλήθειας. Είμαστε άραγε σύγχρονοι της εποχής μας ή ταυτόχρονα ανίδεοι;

Η μόρφωση είναι η αρχή, να ορίσεις, να οραματιστείς, να σχεδιάσεις, από ύλη και σκέψη. Όπως ένα έμβρυο παίρνει μορφή στην μήτρα της μητέρας με φυσικά χαρακτηριστικά και έπειτα γεννιέται-παίρνει μορφή- με τα όνειρα, τις σκέψεις, τις ευχές και τις προσδοκίες των δικών του.

Οι άνθρωποι χρειάζονται την μόρφωση όπως ένας καλλιτέχνης το έργο του και αντίστροφα. Όταν μορφώνεις και μορφώνεσαι-δηλαδή δίνεις νόημα και σχήμα στον εαυτό σου, στα πράγματα και στις σχέσεις- δεν έχεις ανάγκη από αποδιοπομπαίους τράγους και ηγέτες, από ψεύτικα χειροκροτήματα γιατί είσαι ελεύθερος. Η επιθυμία σου δεν ακουμπά την επιθετικότητα και τον αφορισμό, την εχθρικότητα και το μίσος αλλά τον σεβασμό και την κατανόηση του κόσμου γύρω σου, γιατί εσύ τον συν-δημιούργησες.

Μια μόρφωση, όμως, που να εμπεριέχει όλες τις δυνατές αλήθειες και τις απλές ή πολύπλοκες μορφές. Για αυτήν αξίζει να παλέψουμε και να την δώσουμε ως «αντίδοτο».

Η αγάπη και η αποδοχή του εαυτού μας είναι πράξη θάρρους!

Οι ιδέες της αγάπης και της αποδοχής του εαυτού μας ήταν, και εξακολουθούν να είναι, επαναστατικές για μένα. Ζήτησα από τους αναγνώστες του blog μου να μου πουν τη γνώμη τους σχετικά με τη σημασία της αγάπης του εαυτού μας και με την άποψη ότι δεν μπορούμε να αγαπήσουμε τους άλλους περισσότερο από τον εαυτό μας. Ε λοιπόν, η συζήτηση στο τμήμα των σχολίων άναψε για τα καλά!

Αρκετοί ήταν εκείνοι που διαφώνησαν με πάθος με την άποψη ότι η αγάπη του εαυτού μας είναι προαπαιτούμενο για να αγαπήσουμε τους άλλους.

Κάποιοι άλλοι υποστήριξαν ότι, αγαπώντας τους άλλους, μαθαίνουμε να αγαπάμε περισσότερο τον εαυτό μας. Κάποιοι άφησαν απλώς κάποια σχόλια του είδους : «Σ΄ευχαριστώ που μου κατέστρεψες τη μέρα – δεν έχω καμιά όρεξη να σκέφτομαι τέτοια πράγματα». Υπήρχαν και δυο σχόλια που αναφέρονταν με πολύ άμεσα λόγια στην πολυπλοκότητα αυτών των ιδεών και θέλω να τα μοιραστώ μαζί σου.

Η Justin Valentin, ειδική σε θέματα ψυχικής υγείας, συγγραφέας και φωτογράφος, έγραψε: «Μέσω των παιδιών μου, έμαθα να αγαπώ χωρίς όρους, να είμαι συμπονετική με τον εαυτό μου σε στιγμές που νιώθω χάλια και να είμαι πολύ πιο δοτική.

Όταν κοιτάζω τη μία από τις κόρες μου, που μου μοιάζει πολύ, βλέπω τον εαυτό μου μικρό κοριτσάκι. Αυτό μου θυμίζει να είμαι πιο στοργική προς το μικρό κοριτσάκι που ζει μέσα μου, να το αγαπώ και να αποδέχομαι ότι είναι μέρος μου. Η αγάπη μου για τις κόρες μου είναι που με κάνει να θέλω να είμαι καλύτερος άνθρωπος και να αγαπήσω και να αποδεχτώ τον εαυτό μου. Παρ΄όλα αυτά, εξακολουθεί να μου είναι πολύ πιο εύκολο να αγαπώ τις κόρες μου παρά τον εαυτό μου.

Ίσως αν το σκεφτώ έτσι είναι πιο κατανοητό: πολλές από τις ασθενείς μου είναι μητέρες που αγωνίζονται να απαλλαγούν από τον εθισμό στα ναρκωτικά. Αγαπούν τα παιδιά τους περισσότερο από τον εαυτό τους. Καταστρέφουν τη δική τους ζωή, μισούν τον εαυτό τους αλλά αγαπούν τα παιδιά τους. Πιστεύουν ότι τα παιδιά τους είναι αξιαγάπητα αλλά οι ίδιες όχι. Επιφανειακά, κάποιος μπορεί να πει ότι ναι, πράγματι μερικές από αυτές τις γυναίκες αγαπούν τα παιδιά τους περισσότερο από τον εαυτό τους.

Ωστόσο, το να αγαπάς τα παιδιά σου δεν σημαίνει άραγε να μην τα δηλητηριάζεις σκόπιμα, όπως δηλητηριάζεις τον εαυτό σου; Ίσως αυτό το θέμα να μοιάζει με το παθητικό κάπνισμα. Στην αρχή, δεν το θεωρούσαν τόσο επικίνδυνο και έλεγαν ότι με το να καπνίζουμε βλάπταμε μόνο τον εαυτό μας. Κι όμως, όπως έχουμε πια μάθει εδώ και αρκετά χρόνια, το παθητικό κάπνισμα είναι πολύ επικίνδυνο».

Η Renae Cobb, εκπαιδευόμενη θεραπεύτρια και συγγραφέας που ασχολείται περιστασιακά με τα blog, έγραψε: «Σίγουρα, οι άνθρωποι που αγαπάμε μας εμπνέουν να αγγίζουμε ύψη της αγάπης και της συμπόνιας που ίσως δεν θα τα φτάναμε ποτέ αλλιώς. Όμως, για να ανέβουμε σκαλί σκαλί μέχρι αυτά τα ύψη, συχνά χρειάζεται να αγγίξουμε τα βάθη του ποιοι είμαστε εμείς – το φως και τη σκιά μας, το καλό και το κακό μέσα μας, το στοργικό και το καταστροφικό – και να κατανοήσουμε τα δικά μας θέματα για να μπορέσουμε να τους αγαπήσουμε περισσότερο.

Επομένως, δεν νομίζω ότι το ένα προηγείται του άλλου, αλλά ότι και τα δυο συνυπάρχουν και αναπτύσσονται μαζί. Αγαπάμε τους άλλους με πάθος, ίσως περισσότερο από όσο νομίζουμε ότι αγαπάμε τον εαυτό μας, αλλά αυτή η παθιασμένη αγάπη μας οδηγεί στα δικά μας βάθη, ώστε να μάθουμε να είμαστε συμπονετικοί με τον εαυτό μας».

Συμφωνώ και με τις δυο. Η αγάπη και η αποδοχή του εαυτού μας είναι οι ύψιστες πράξεις θάρρους. Σε μια κοινωνία που λέει: “Βάλε τον εαυτό σου τελευταίο”, η αγάπη και η αποδοχή του εαυτού μας είναι σχεδόν επαναστατικές πράξεις. Αν θέλουμε να λάβουμε μέρος σε αυτή την επανάσταση, χρειάζεται να κατανοήσουμε την ανατομία του “αγαπώ” και του “ανήκω”. Χρειάζεται να καταλάβουμε πότε και πώς ζητιανεύουμε την αξία μας αντί να τη διεκδικούμε. Και χρειάζεται να κατανοήσουμε τα εμπόδια που μπαίνουν στο δρόμο μας.

Εμπόδια συναντάμε σε κάθε μας ταξίδι, Το Ολόψυχο ταξίδι της ζωής μας δεν αποτελεί εξαίρεση.

Πώς μπορούσα μέσα σ’ έναν τέτοιο κόσμο να μην είμαι ένας λύκος της στέπας

Σχετική εικόναΈτσι κατέβηκα τις σκάλες από τη σοφίτα μου, αυτές τις σκάλες της ξενιτιάς, που τόσο δύσκολα τις ανεβαίνεις, αυτές τις καθαρές και φροντισμένες σκάλες, ενός αξιοπρεπέστατου αστικού σπιτιού, στο οποίο στεγάζονται τρεις οικογένειες κι εγώ, που έχω το ερημητήριό μου στην σοφίτα. Δεν ξέρω πώς συμβαίνει αυτό, εγώ ο Λύκος της Στέπας, που είμαι χωρίς πατρίδα και μισώ αυτόν το μικρό αστικό κόσμο, να μένω συνήθως σε τέτοια αστικά σπίτια. Ίσως πρόκειται για έναν παλιό συναισθηματισμό. Δε μένω ούτε σε παλάτια ούτε σε σπίτια προλετάριων, αλλά σχεδόν πάντοτε σε τέτοιες αστικές φωλιές, όπου μένουν πολύ αξιοπρεπείς, άμεμπτοι και πολύ ανιαροί άνθρωποι- εδώ μυρίζει συνέχεια σαπούνι και καθαριότητα και φοβάσαι να χτυπήσεις λίγο πιο δυνατά την πόρτα ή να μπεις μέσα με λασπωμένα παπούτσια. Πάντως, χωρίς αμφιβολία αγαπώ αυτή την ατμόσφαιρα, ακόμα από τα παιδικά μου χρόνια και πάντοτε η κρυφή μου λαχτάρα, σαν να γυρεύω την πατρίδα μου, με οδηγεί απελπισμένα στους ίδιους δρόμους. Και πάντοτε δέχομαι ευχάριστα αυτή την αντίθεση, να ζω άτακτα, άχαρα, μόνος και καταπιεσμένος μέσα σ’ ένα οικογενειακό αστικό περιβάλλον. Μ’ αρέσει πολύ αυτό, να ανασαίνω στη σκάλα αυτή την οσμή της ησυχίας, της τάξης, της καθαριότητας, της αξιοπρέπειας και της πειθαρχίας, που παρά το μίσος που νιώθω για την αστική τάξη, αισθάνομαι κάτι συγκλονιστικό, και μ’ αρέσει, μετά να περνώ το κατώφλι του δωματίου μου, όπου όλα αυτά σταματούν, όπου πάλι ανάμεσα στους σωρούς των βιβλίων υπάρχουν τα αποτσίγαρα και τα μπουκάλια του κρασιού, όπου όλα είναι ακατάστατα και αφρόντιστα, κι όπου όλα, βιβλία, χειρόγραφα, σκέψεις, είναι διαποτισμένα από την αγωνία του μοναχικού, από την προβληματική της ανθρώπινης ύπαρξης, από την νοσταλγία να αποκτήσει η ζωή ένα καινούργιο νόημα, γιατί σήμερα έχει χάσει κάθε νόημα…

Όχι είναι πολύ δύσκολο να βρεις αυτό το θείο αχνάρι μέσα σ’ αυτή τη ζωή που περνάμε, μέσα σ’ αυτόν το χρόνο τον τόσο απνευμάτιστο, αστικό κι ευτυχισμένο, μέσα σ’ αυτά τα αρχιτεκτονικά σχέδια, τις επιχειρήσεις, την πολιτική και τους ανθρώπους! Πώς μπορούσα μέσα σ’ έναν τέτοιο κόσμο να μην είμαι ένας λύκος της στέπας, ένας άξεστος ερημίτης, μια που δεν καταλάβαινα κανέναν από τους σκοπούς του και δεν ένιωθα καμιά από τις χαρές του! Δεν μπορώ ούτε σ’ ένα θέατρο ούτε σ’ ένα κινηματογράφο να παραμείνω πολλή ώρα, δεν μπορώ να διαβάσω μια εφημερίδα και πολύ σπάνια διαβάζω ένα μοντέρνο βιβλίο- δεν μπορώ να καταλάβω ποια όρεξη και ποια χαρά σπρώχνουν τους ανθρώπους στα ταξίδια και τα ξενοδοχεία, στα γεμάτα καφέ-μπαρ με την πνιγερή μουσική και στα μπαρ και τις παραστάσεις βαριετέ των μεγαλουπόλεων, στις εκθέσεις, στους αγώνες αυτοκινήτων, στα γήπεδα και στις διαλέξεις γι’ αυτούς που διψούν για μόρφωση! Όλες αυτές τις χαρές, που θα μπορούσα να τις φτάσω και να επιδιώξω άλλες τόσες, δεν μπορώ να τις καταλάβω ούτε συμμετέχω σ’ αυτές. Αντίθετα, αυτό που σε μένα προξενεί τις σπάνιες ώρες της χαράς, αυτό που είναι για μένα ηδονή, βίωμα, έκσταση και εξύψωση, βρίσκεται μόνο στην ποίηση, ενώ στη ζωή φαίνεται να ‘ναι αφύσικο. Και πράγματι, αν ο κόσμος έχει δίκιο, αν αυτή η μουσική στα μπαρ, αυτές οι μαζικές ικανοποιήσεις μέσα στα πλήθη κι αυτός ο αμερικανικός τρόπος ζωής είναι πράγματα δικαιωμένα, τότε εγώ έχω το άδικο, είμαι τρελός, πραγματικά ένας λύκος της στέπας, όπως συχνά ονόμαζα τον εαυτό μου- είμαι οπωσδήποτε ένα περιπλανώμενο θηρίο, μέσα σ’ έναν ξένο κι ακατανόητο κόσμο, που δεν μπορεί πια να βρει την πατρίδα του, την τροφή και τον αέρα του.

ΕΡΜΑΝ ΕΣΣΕ, Ο Λύκος της Στέπας

Θα αρχίσεις να παρατηρείς τις ευκαιρίες που κρύβονται ακόμα και στην κατάσταση που ήδη βρίσκεσαι.

Η λέξη-κλειδί για τις περιόδους κρίσης είναι η εστίαση. Να εστιάζεις ξανά και ξανά την προσοχή σου σε αυτά που είναι σημαντικά για σένα. Να ψάχνεις κάθε μέρα πράγματα που σου δίνουν χαρά. Μπορεί να είναι κάτι απλό, όπως μια βόλτα, μια συζήτηση στο τηλέφωνο με ένα θετικό φίλο, ένα χαλαρωτικό μπάνιο· κάν’ το! Επίσης εστίασε την προσοχή σου με αποφασιστικότητα και θάρρος στα πράγματα που πραγματικά έχουν σημασία για σένα, σε αυτά που συμφωνούν με τους στόχους σου. Άκου την προσωπική σου διαίσθηση και ακολούθησέ την.

Καθώς επανακτάς την αυτοεκτίμησή σου, καθώς νιώθεις ξανά την προσωπική σου αξία και μειώνεις τους φόβους σου, θα αρχίσεις να παρατηρείς τις ευκαιρίες που κρύβονται ακόμα και στην κατάσταση που ήδη βρίσκεσαι. Όταν νιώθουμε να μας επιβάλλεται κάποια αλλαγή, συχνά γινόμαστε πολύ πεισματάρηδες. Ασφαλώς πρέπει να κάνουμε τις ανάλογες ενέργειες για να βεβαιωνόμαστε ότι δε μας εξαναγκάζουν σε πράγματα που είναι εναντίον των συμφερόντων μας, αλλά επίσης πάντα βοηθάει να έχουμε τα μάτια μας ανοιχτά για τυχόν ευκαιρίες που θα προσφέρει αυτή η αλλαγή.

Αν και στην αρχή μπορεί να μην το πιστεύεις, να είσαι ανοιχτός στο ενδεχόμενο η αλλαγή να είναι προς το καλύτερο και όχι προς το χειρότερο, και τελικά να βγεις κερδισμένος σε σχέση με πριν. Για παράδειγμα, μπορεί να έχασες τη δουλειά σου λόγω περιορισμού των θέσεων εργασίας, αλλά έτσι ίσως να μη χρειάζεται πια να κάνεις μια δουλειά που μισείς. Μπορεί αυτή τη στιγμή να αντιμετωπίζεις δυσκολίες σχετικά με τα δικαιώματά σου ως άτομο, ως καταναλωτής, ως ενοικιαστής ή ως υπάλληλος. Ωστόσο πιθανόν να καταλήξεις να έχεις περισσότερα δικαιώματα από αυτά είχες προηγουμένως. Αφού αποδεχτείς αυτά τα ενδεχόμενα, άρχισε να εξετάζεις πώς θα ήθελες να εξελιχθούν τα πράγματα. Για παράδειγμα, ποια δουλειά θα ήθελες πραγματικά να κάνεις, ή πώς θα ήθελες να σε αντιμετωπίζουν οι άλλοι; Άρχισε να σχηματίζεις στο μυαλό σου τις ανάλογες εικόνες. Πώς μπορείς να δημιουργείς ευκαιρίες; Άρχισε να κάνεις θετικές σκέψεις και άκου προσεκτικά την προσωπική σου διαίσθηση.

Οι αλλαγές ενδέχεται να είναι πολύ θετικές· μπορεί να σου προσφέρουν κάθε είδους καινούριες και συναρπαστικές ευκαιρίες – καινούριους ανθρώπους, νέους και καλύτερους τρόπους διεξαγωγής των δραστηριοτήτων σου, μεγαλύτερη ευτυχία και εσωτερική εκπλήρωση. Ίσως θυμάσαι κάποιες αλλαγές που σου επιβλήθηκαν αναγκαστικά και μετά ανακάλυψες ότι ήταν για το καλό σου. Από μια θέση υψηλής αυτοεκτίμησης εστίασε την προσοχή σου στο καλύτερο δυνατό αποτέλεσμα, σε αυτό που σου φέρνει χαρά και είναι σύμφωνο με τους στόχους σου· ψάξε για άμεσα καθώς και για μακροπρόθεσμα πλεονεκτήματα. Χαλάρωσε και παρατήρησε .

ΤΟ ΤΡΑΝΤΑΓΜΑ

Η συνείδησή μας πάμπολλες φορές δρα, αντιδρά, επεξεργάζεται, προβληματίζεται καθώς και απαξιώνει ή υπερεκτιμά διάφορες καταστάσεις, γεγονότα, ακόμα και άτομα.

Πρέπει να φανούμε δυνατοί, άξιοί της να σταθμούμε τα υπέρ και τα κατά κάποιου ατόμου ή κατάστασης, να καταφέρουμε να αναλογιστούμε συνθήκες, καταστάσεις που επιφέρουν αυτά τα αποτελέσματα και με καθαρό μυαλό και συναίσθηση του τι μας γίνεται να σταθούμε αμερόληπτοι και να κινήσουμε για το μακρύ, το μεγάλο ταξίδι των διαπραγματεύσεων και των συνειδητών απαλλαγών μας και επιλογών μας συνάμα.

Κι όντως έρχεται η ώρα εκείνη, η στιγμή που τραντάζεται το είναι μας, που συθέμελα ταράζεται όλη μας η υπόσταση, αν και εφόσον σταθούμε τυχεροί και αντιληφθούμε τον όλεθρο και την καταστροφή στην οποία οδεύαμε και πως, άσχετα με το τι μας έλεγαν ή μας προέτρεπαν οι άλλοι, εμείς κινούσαμε τα δικά μας νήματα, απεγκλωβισμένα από τις δικές μας μεν ηττοπάθειες, αλλά εναρμονισμένα και εφαπτόμενα με τις πτυχές του χαρακτήρα των άλλων.

Συνηθισμένοι και απόλυτα ελεγχόμενοι, κινούμασταν και πράτταμε σύμφωνα με τα δικά τους μέτρα και σταθμά, σύμφωνα πάντα ως «στρατιωτάκια» με τα δικά τους παραγγέλματα, υπάκοοι και υπήκοοί τους.

Σε όλη αυτή λοιπόν τη συμπεριφορά δεν τίθεται θέμα ευεργεσίας και καλής θελήσεως, καθώς και το να διαδεχθεί η δική μας συμπεριφορά, όπως και η ιώβεια υπομονή μας, τα δικά τους κατεστημένα ενός παράλογου θεάτρου, προτάσσοντας εμάς ως πρωταγωνιστές κάποια στιγμή ή κομπάρσους κάποια άλλη.

Την ευεργεσία τη νοιώθουμε, την αποδίδουμε και δεν την ανταμοίβουμε ως υποχρέωση.

ΟΤΑΝ ΤΟ ΑΝ ΓΙΝΕΤΑΙ ΝΑ… ΕΜΕΙΣ ΟΙ ΔΥΟ ΓΙΝΟΜΑΣΤΕ ΕΝΑ

-Αν σε ρώταγα τι σημαίνει για σένα το Αν ως έννοια, τι θα μου απαντούσες;
– Σημαίνει όλα εκείνα που δεν τόλμησα, όλα όσα ονειρεύτηκα και προσπέρασα.
– ΑΝ λοιπόν αλλάξουμε το σκηνικό, ποιος σε σταματά;
– Κανείς και τίποτα πια… ΝΑ ονειρευτώ… ΝΑ τολμήσω… ΝΑ κινηθώ… ΝΑ ζήσω.

Αυτό ΝΑ σκέφτεσαι τώρα που το πήρα απόφαση. Κανείς και τίποτα πια δεν με σταματά.
Η ζωή του ΑΝ είχε τους λόγους της. Λειτούργησε για να καλύψει τα ακάλυπτα, τους ευσεβείς εκείνους πόθους που ποτέ δεν διεκδίκησα, τα όνειρα που ενίοτε με ξεπερνούσαν, τις επιθυμίες που εναγωνίως έψαχναν τρόπο εκπλήρωσης, τους φόβους που ποτέ δεν ξόρκιζα.

Η πίστα του ΑΝ βρίσκεται πάντα εκεί, είναι όμως η πρώτη δοκιμασία που σου επιτρέπει να περάσεις στην επόμενη.

Κάπως έτσι λειτούργησε σ’ εμένα και πέρασε ανεπιστρεπτί και μαζί μ’ αυτή και η δήθεν αδυναμία μου.

Τόσα μικρά ασήμαντα Αν μαζεμένα.
Αν ήμουν εκεί;… Πλησίασα αρκετές φορές για να φτάσω στο εκεί.
Αν συνέβαινε αυτό;… Για να συμβεί αυτό, χρειαζόταν να προηγηθεί το άλλο…

Κι απ’ την άλλη… τόσα μικρά σημαντικά Αν μαζεμένα.
ΑΝ τα καταφέρω…
ΑΝ επιλέξεις…
ΑΝ δεν υπήρχε το πλαίσιο;
ΑΝ μου είχες μιλήσει…
ΑΝ σε είχα ακούσει;…
ΑΝ δεν κρυβόσουν;…
ΑΝ σου είχα πει την αλήθεια;
ΑΝ γνώριζες την αλήθεια…
ΑΝ τολμούσες;…
ΑΝ προσπαθήσω…
ΑΝ σε διεκδικήσω;
ΑΝ… σ’ αγαπώ;

Γνωρίζω για Εσένα μόνο, ότι έχουμε τα ίδια διλήμματα.
Στο ΑΝ πλέον δε διστάζω… μπορώ να νιώσω τη σημαντικότητα της επιθυμίας μου.

Έπαψα πλέον να με ξεγελώ. Έμαθα ΝΑ με σκανάρω… ΝΑ με καταλαβαίνω… ΝΑ με ζω.

Και κάπως έτσι τα ΑΝ μου ένιωσα ότι ΘΑ τα καταφέρουν… και κοίτα που γίνονται όλα ΝΑ.
Όλα ΝΑ με θυμίζουν όπως εκείνο το τραγούδι που μου σιγοψιθύρισες…

ΝΑ μπορείς να σκεφτείς την εξέλιξη… αυτό είναι το ζητούμενο.
ΝΑ… κοίτα αν αμφιβάλλεις ακόμη… πώς να περιγράψεις το ρίγος μου με λέξεις.
ΝΑ τα καταφέρω… γατί Σε χρειάζομαι στη ζωή μου… η γη μου είσαι Εσύ.
ΝΑ επιλέξεις… είσαι ζωντανός οργανισμός, η επιθυμία σου συνυπάρχει και σε καθοδηγεί.
ΝΑ υπάρχω στο πλαίσιο… στο αυτονόητο, τίποτα δεν είναι δεδομένο.
ΝΑ μου μιλήσεις… δεν σου έχουν συμβεί και λίγα… πάρε το χρόνο του για να νιώσεις.
ΝΑ σε ακούσω… σε ακούω πλέον σε όλους τους άλλους… οι άνθρωποί μου είσαι Εσύ.
ΝΑ κρύβεσαι… έχεις τους λόγους σου… κι εκείνοι κρύβουν τις απαντήσεις που αναζητάς.
ΝΑ σου πω την αλήθεια… τώρα πλέον γνωρίζω τι είσαι για μένα, δεν σε αμφισβητώ.
ΝΑ γνωρίζεις την αλήθεια… ποτέ δεν είναι αργά για επιλογές καρδιάς και αποφάσεις.
ΝΑ τολμήσω… να σου πω συγνώμη για κάθε επίθεση που δέχτηκες ασυνείδητα.
ΝΑ ξαναπροσπαθήσω… να χωθώ στην αγκαλιά σου… μόνο στο σχήμα μας κλείνει.
ΝΑ σε διεκδικήσω… η ερημιά και ο θάνατος βρίσκονται εκεί όπου δεν βρίσκεσαι Εσύ.
ΝΑ σου πω πάλι σ’ αγαπώ… βρίσκουν νόημα οι λέξεις όταν νιώσουν που ανήκουν…
ΝΑ σου πω μάτια μου όμορφα… η Ζωή μου τι είναι αν δεν είσαι Εσύ;
ΝΑ μου τραγουδήσεις ξανά όπως τότε…
Να κοιμηθούμε αγκαλιά…
Να μπερδευτούν τα όνειρά μας…
και για μια ολόκληρη ζωή,
Να είναι η Ζωή δικιά μας…

Έφτασε η ώρα ΝΑ σε συναντήσω.
Εκεί που κλειδώνουν οι συντεταγμένες…
Γιατί σ’ αυτή τη ζωή, όλα είναι θέμα οπτικής.
Όσο για Εσένα…
ΝΑ με περιμένεις.

ΥΓ. Κι εσύ που εύχεσαι και πολεμάς για το αντίθετο… το φόβο μου ΝΑ έχεις.

Ιδού η Ιθάκη

Ο Οδυσσέας, που ξύπνησε στην πατρίδα του χωρίς να το γνωρίζει, μη αναγωρίζοντας τη θεά Αθηνά, που με θωριά βοσκόπουλου στέκεται μπροστά του, πέφτει στα γόνατα κι αρχίζει τα παρακάλια:

«Μια και σε αντάμωσα, καλόπαιδο, στα μέρη ετούτα πρώτο,
γεια και χαρά σου!
Είμαι ικέτης σου, τα γόνατά σου πιάνω.
Κι ακόμα αυτό σωστά μολόγα μου, να ξέρω, σε ποια χώρα,
σε ποιους ανθρώπους τώρα βρέθηκα; ποιοι ζουν σ΄ αυτά τα μέρη;»

Η Ιθάκη

Την Παλλάδα της Ιθάκης ξεναγό ο ποιητής την κάνει.
Αυτή μας περιγράφει τι παράγουν τα τραχιά της τα χώματα, που διόλου φτωχιά δεν την κάνουν, αφού εργατικός, φιλόπονος είναι όλος ο πληθυσμός της.
« Τραχιά είναι αλήθεια η γη της, άλογα δεν τρέχουν εδώ πέρα,
μα κι αν δεν είναι τόσο απλόχωρη, τη φτώχια δεν την ξέρει·
βγάζει μαθές το στάρι αμέτρητο και το κρασί περίσσιο,
τι και οι βροχές και η δρόσο αδιάκοπα το χώμα της νοτίζουν.
Γίδια και βόδια έχουν βοσκότοπους καλούς, και δέντρα μύρια
προκόβουν, και πηγές αστέρευτες ποτίζουν τα κοπάδια.
γι΄ αυτό κι η Ιθάκη, ξένε, ακούστηκεν ως και στης Τροίας τα μέρη,
που από τη χώρα αλάργα βρίσκεται των Αχαιών, ως λένε.»

Η άμετρη χαρά δεν τον παρασύρει να φανερωθεί, μια που η πονηριά του, η έμφυτη, την ξεπερνά σε δύναμη, ως η δεύτερή του φύση:

«Στα λόγια τούτα ο θείος, πολύπαθος ξανάσανε Οδυσσέας
όλο χαρά, απ΄ του βροντοσκούταρου του Δία τη θυγατέρα,
μα την αλήθεια δε μολόγησε, μόν΄ πήρε πίσω ό,τι είχε
να πει, τι πάντα ο νους του δούλευε με πονηριά στα στήθη».

Μπορεί να τράβηξε πολλά, στη γη του να πατήσει, όμως δεν έχασε τη μαστοριά να πλάθει ιστορίες, άμα αυτές όφελος του χαρίζουν.

Μια παραπλανητική ιστορία επινοεί, πλαστή ταυτότητα εμφανίζει:

«Για την Ιθάκη στην απλόχωρη κι εγώ έχω ακούσει Κρήτη,
πέρα απ΄ τη θάλασσα· να που ΄φτασα στα μέρη αυτά κι ατός μου
με τούτο εδώ το βιος, αφήνοντας τ΄ άλλα μισά στους γιους μου.
Έχω μισέψει, γιατί σκότωσα το γιο του Ιδομενέα,
το γοργοπόδη τον Ορσίλοχο, που στην πλατιά την Κρήτη
άλλος θνητός δεν του παράβγαινε στα γρήγορα ποδάρια.
Όλα μαθές τα κούρσα εγύρευε που ΄χα απ΄ την Τροία φερμένα
να μου τ΄ αρπάξει, ας είχα βάσανα γι΄ αυτά πολλά τραβήξει
μέσα σε τόσα αντροπαλέματα και κύματα αγριεμένα.
Δεν είχα λέει σταθεί του κύρη του στης Τροίας τα μέρη πέρα...
 ως γυρνούσε απ΄ τα χωράφια του, καρτέρι μ΄ ένα φίλο
στήνω στο δρόμο πλάι και του ΄ριξα με χάλκινο κοντάρι.
Μα ως πια με κοφτερό τον σκότωσα χαλκό, κινώ και φεύγω,
κι ένα καράβι πετυχαίνοντας στους Φοίνικες προσπέφτω
τους αντρειανούς κι από τα κούρσα μου τους δίνω πλούσια δώρα·
ν΄ ανέβω στ΄ άρμενό τους γύρευα, στην Πύλο να με βγάλουν,
για ακόμα και στη θεία την Ήλιδα, των Επειών τη χώρα.
Μα εκεί να πιάσουν δεν κατάφεραν, σπρωγμένοι απ΄ τους ανέμους,
πολύ άθελά τους· δεν εγύρευαν μαθές να με γελάσουν.
Ξεστρατισμένοι εκείθε φτάνουμε στα μέρη αυτά τη νύχτα,
και λάμνοντας γοργά τρομάξαμε να μπούμε στο λιμάνι·
κι ούτ΄ ένας μας να φάει θυμήθηκε, κι ας είχαμε όλοι ανάγκη,
μόν΄ όπως βγήκαμε, βρεθήκαμε στον άμμο ξαπλωμένοι.
Εγώ είχα απ΄ το βαρύ τον κάματο σε ύπνο γλυκά βουλιάξει,
κι αυτοί απ΄ το βαθουλό τους έβγαλαν καράβι τ΄ αγαθά μου,
κι ως τ΄ απίθωσαν, όπου εκοίτομουν κι εγώ, στον άμμο απάνω,
για της Σιδόνας πήραν κι έφυγαν τις πλούσιες χώρες πίσω
με το καράβι, παρατώντας με μονάχο στον καημό μου.»

Αυτή η ομορφοδεμένη διήγηση χαμόγελο χαρίζει στη θεά, άλλη όψη παίρνει, καμαρώνοντας την τέχνη του στο δόλο και στο ψέμα:

«Αυτά είπε, κι η Αθηνά η γλαυκόματη θεά, με χαμογέλιο
το χέρι απλώνοντας τον χάιδεψε· μεμιάς την όψη επήρε
γυναίκας όμορφης, τρανόκορμης, πιδέξιας ανυφάντρας,
και κράζοντάς τον ανεμάρπαστα κινούσε λόγια ομπρός του:

«Στην πονηριά αν κανείς παράβγαινε μαζί σου, ακόμα ας ήταν
θεός, ανάγκη πλήθος να ΄ξερε πλανέματα και δόλους!
Της πονηρίας τεχνίτη αχόρταγε, πια αλήθεια δε βαστιέσαι!
Μηδέ στη χώρα σου είπες φτάνοντας τις πονηριές ν΄ αφήσεις
και τις ψευτιές, που λες και χαίρεσαι, σαν που ΄ναι φυσικό σου!»

Η Αθηνά φανερώνεται:

«Κι εγώ δοξάζουμαι μες στους θεούς η πρώτη
για τις βουλές μου και τις τέχνες μου. Την Αθηνά Παλλάδα,
του Δία την κόρη, δεν τη γνώρισες.
Εγώ είμαι που τους Φαίακες έκαμα να σε αγαπήσουν όλοι·
και τώρα φτάνω εδώ να πλέξουμε βουλή μαζί καινούργια,
να κρύψω και το βιος, οι ασύγκριτοι που σου ΄χουν Φαίακες δώσει,
ως γύρναες σπίτι σου, από φώτιση κι από βουλή δικιά μου·
και να σου πω στο στέριο σπίτι σου τι βάσανα απ΄ τη μοίρα
σε καρτερούν ωστόσο βάσταξε και συ.....»

Ο Οδυσσέας όμως θα παραμείνει δύσπιστος...

Η Πρώτη Αναγνώριση στην επιστροφή του Οδυσσέα

 Ο ¨Ομηρος, θέλοντας να επιμηκύνει την αγωνία κι άλλο, πάνω στα τραχιά τα χώματα της Ιθάκης, που ο Οδυσσέας τα πατά έχοντας απορίες, αν να τα γλυκοφιλήσει πρέπει, «συνιστά» την ΠΡΩΤΗ ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΗ.

Ο Οδυσσέας θέλει σημάδια να πειστεί, πως της πατρίδας είναι το χώμα που πατεί, ψέμματα δεν χωρούνε.

Πίστεις ζητά, δεν εμπιστεύεται μήτε θεού το λόγο.

Υβρη δεν το ονομάζουμε αυτό, αφού εξυπηρετεί τον ποιητή να επιβραδύνει τη δράση, κι άλλη στην αγωνία μας παράταση να δώσει:

«Να σε γνωρίσει δεν είναι εύκολο, θεά, ο θνητός μπροστά του,
όσα κι αν ξέρει, τι την όψη σου κάθε φορά κι αλλάζεις.
Όμως στου Δία σε ορκίζω τ΄ όνομα, στα γόνατα σου πέφτω·
δεν το φαντάζουμαι πως έφτασα στην ξέφαντην Ιθάκη·
άλλη είναι η γη που τώρα βρέθηκα, θαρρώ, κι αν τα ΄πες τούτα,
το νου μου να πλανέσεις ήθελες και να με ξεγελάσεις.
Αχ, πες μου τώρα αλήθεια αν πάτησα τη γη την πατρική μου!»

Τα σημάδια αναγνώρισης η θεά Αθηνά τα δίνει:

«Και τώρα την Ιθάκη θα ΄θελα να ξεσκεπάσω ομπρός σου,
για να πιστέψεις: Να του Φόρκυνα του θαλασσογερόντου
ο κόρφος, να κι η ελιά η στενόφυλλη στου λιμανιού την κόχη,
και δίπλα το γαλαζοσκότεινο, χαριτωμένο σπήλιο,
ταμένο στις ξανθιές, τρισέβαστο, στις Νεροκόρες. Δες τη
τη θολωτή σπηλιά, κει που άλλοτε ποτέ σου δεν ξεχνούσες
στις Νεροκόρες αψεγάδιαστες τρανές θυσίες να κάνεις!
Κι αυτό είναι το βουνό το Νήριτο, με δάση σκεπασμένο.»
Μιλώντας την αντάρα σκόρπισε κι εφάνη γύρα ο τόπος·
και χάρηκε ο Οδυσσέας ο αρχοντικός, ο τρισβασανισμένος,
που είδε τη γη του, και τα χώματα φιλεί τα πολυθρόφα»

Θεά κι Οδυσσέας συμμαχούν:

Μαζί το χαλασμό των άνομων βουλεύονται μνηστήρων, το δίκιο να αποδοθεί μέσα στον οίκο που πάντα οι θεοί τιμούσαν.

Θεοί κι άνθρωποι συνομιλούν, συνωμοτούν, καρδιακοί φίλοι ως να ‘ναι.

Υπάρχει δέος, ασφαλώς, υπερέχει όμως περισσότερο το ανθρώπινο μες στην κουβέντα τούτη, που φέρνει στο μυαλό τον Κρητικό δημιουργό, τον Ν. Καζαντζάκη, όταν αναζητώντας το θεό κουβέντα στήνει μαζί του.

Επαναλαμβάνοντας, θα πω πως αυτή η σχέση δομείται πάνω στην αντίληψη του ανθρωπομορφισμού.

Η μεταμόρφωση του Οδυσσέα:

Ο Οδυσσέας μεταμορφώνεται σε γέροντα ζητιάνο, για ν’ αντιμετωπίσει τους μνηστήρες, που το σπιτικό του εξακολουθούν να διαγουμίζουν ακόμα:

«...κι ευτύς τον άγγιξε με το ραβδί που εκράτει,
και ζάρωσε το δέρμα τ΄ όμορφο στο λυγερό κορμί του,
της κεφαλής του τα ξανθόμαλλα τ΄ αφάνισε, με δέρμα
γερόντου του ΄ζωσε πολύχρονου τα μέλη γύρω γύρω,
του θόλωσε τα μάτια τα όμορφα, που ξάστραφταν ως τότε,
ακόμα με άλλα τον περίζωσε κουρέλια και χιτώνα,
λερά κι ολότρυπα, σε ανείπωτη μουντζούρα βουτηγμένα.
Λαφίνας γρήγορης του φόρεσε τρανό τομάρι τέλος,
ξεμαδημένο, και στο χέρι του ραβδί κι ένα σακούλι
βρώμικο, ολότρυπο, που εκρέμουνταν από σκοινί, του δίνει».

Ο Οδυσσέας αγνώριστος πια, κατά τη συμβουλή της θεάς, θ’ αποφύγει το παλάτι προς το παρόν και καταφύγιο θα βρεί στου πιστού του του χοιροβοσκού, του Εύμαιου την καλύβα.

Εκεί θα περιμένει τον Τηλέμαχο, το γιο του, από τη Λακεδαίμονα.

Πήγε εκείνος εκεί, ζητώντας απεγνωσμένα νέα του πατέρα του να μάθει.

Η Αθηνά σ’ αυτή την κατεύθυνση κινά, προς τη Λακεδαίμονα, στον Τηλέμαχο να σταθεί, να τον γλυτώσει από τη φονική παγίδα των μνηστήρων:

«Σαν έτσι τα ταίριαξαν, χώρισαν αυτή για του Οδυσσέα
κινάει το γιο στη Λακεδαίμονα τη θεία γοργά να φτάσει».

Οδύσσεια, ραψ. ν

Διαστημόπλοια με κινητήρες σύντηξης μέσα σε έναν αιώνα

Το ταξίδι προς τα άστρα αποτελεί ένα από τα παλαιότερα όνειρα της Ανθρωπότητας, ωστόσο τα τεχνολογικά μέσα για την επίτευξη μίας πραγματικής «επέκτασης προς το Διάστημα» παραμένουν περιορισμένα, καθώς, επανδρωμένες αποστολές δεν έχουν φτάσει πέρα από τη Σελήνη. Μετά το πρόγραμμα «Απόλλων» το ενδιαφέρον στράφηκε περισσότερο σε αποστολές σε τροχιά γύρω από τη Γη και χρήση μη επανδρωμένων, ρομποτικών σκαφών.

Ωστόσο, σύμφωνα με δημοσίευμα του space.com, κάποιες αισιόδοξες φωνές αναφέρουν πως αυτό θα έχει αλλάξει μέσα σε διάστημα ενός αιώνα, καθώς νέες τεχνολογίες θα επιτρέψουν υψηλότερες ταχύτητες, «ανοίγοντας» πρακτικά τα πέρατα του ηλιακού μας συστήματος σε επανδρωμένες εξερευνητικές αποστολές.

Σε μια παρουσίαση του τμήματος Future In – Space της NASA, όπου συμμετείχαν και εταιρείες του χώρου της αεροδιαστημικής, παρουσιάστηκε αναφορά (Technology Frontiers: Breakthrough Capabilities for Space Exploration) σύμφωνα με την οποία διαστημόπλοια που θα χρησιμοποιούν αντιδραστήρες σύντηξης με ακτίνες αντιύλης και θα μπορούν να ταξιδεύουν μέχρι τα όρια του ηλιακού μας συστήματος (φτάνοντας στον Δία μέσα σε τέσσερις μήνες) θα είναι διαθέσιμα πριν το τέλος του 21ου αιώνα.

Κάποιοι πιο αισιόδοξοι κάνουν λόγο για ακόμα λιγότερα χρόνια (από 40 ως 60). Τα καύσιμα για ένα διαστημόπλοιο με αντιδραστήρα σύντηξης θα είναι το δευτέριο και το τρίτιο, και οι ποσότητες ενέργειας που θα προκύπτουν τεράστιες. Η ιδέα για διαστημόπλοια τα οποία θα κινούνται με κινητήρες σύντηξης δεν είναι ακριβώς καινούρια: το Project Daedalus, της British Interplanetary Society, εξέταζε ακριβώς αυτό το ενδεχόμενο τη δεκαετία του 1970.

Η σύντηξη αποτελεί ένα από τα «Aγια Δισκοπότηρα» της επιστήμης. Ως «κλειδί» για τη δημιουργία τέτοιων κινητήρων θεωρείται η δυνατότητα εκπομπής ακτίνων αντιπρωτονίων. Εκτιμάται πως 1,16 γραμμάρια αντιπρωτονίων επαρκούν για τη λειτουργία του κινητήρα ενός σκάφους που θα ταξιδέψει ως τον Δία – ποσότητα που εκ πρώτης όψεως μπορεί να φαντάζει ως μικρή, αλλά αυτή τη στιγμή είναι μάλλον… τεράστια, καθώς τα επίπεδα παραγωγής καταμετρώνται σε δισεκατομμυριοστά του γραμμαρίου. Γενικότερα τα αντιπρωτόνια είναι εξαιρετικά «ακριβά»: λίγα μόνο γραμμάρια θα μπορούσαν να κοστίσουν τρισεκατομμύρια δολάρια. Ωστόσο, η κατάσταση αναμένεται να βελτιωθεί, καθιστώντας ενδεχομένως διαθέσιμη τη σχετική τεχνολογία στο χώρο της διαστημικής προώθησης μέχρι το έτος 2060.

Νέα εποχή για την κοσμολογία από την ακριβέστερη μέτρηση της «ηχούς» της Μεγάλης Έκρηξης

megali-ekriksiΓια το ξεκίνημα μιας καινούριας εποχής για την κοσμολογία μιλά η επιστημονική ομάδα του πανεπιστημίου της Καλιφόρνια στο Σαν Ντιέγκο, σχολιάζοντας το γεγονός ότι μέτρησε με τη μεγαλύτερη έως σήμερα λεπτομέρεια και ευαισθησία την πόλωση της μικροκυματικής ακτινοβολίας υποβάθρου, δηλαδή της «ηχούς» που έχει «επιζήσει» μέχρι και σήμερα από τη Μεγάλη Έκρηξη.

Η μικροκυματική ακτινοβολία υποβάθρου είναι το υπόλειμμα της «λάμψης» που δημιουργήθηκε από τη Μεγάλη Έκρηξη και το οποίο μπόρεσε να αποδεσμευτεί από την ύλη 380.000 χρόνια μετά τη γένεση του σύμπαντος, όταν σχηματίστηκαν τα πρώτα ουδέτερα άτομα.
Οι επιστήμονες βρίσκονται πίσω από το πρότζεκτ PolarBear και για την έρευνά τους χρησιμοποίησαν το τηλεσκόπιο Huan Tran, το οποίο βρίσκεται στην έρημο Ατακάμα στη Χιλή.

Όπως περιγράφουν σε άρθρο τους στην επιστημονική επιθεώρηση Astrophysical Journal στις 20 Οκτωβρίου, με αυτή την έρευνα κατάφεραν να εντοπίσουν στη μικροκυματική ακτινοβολία υποβάθρου το χαρακτηριστικό μοτίβο πόλωσης που αυτή απέκτησε, αλληλεπιδρώντας με τις κοσμικές δομές στις πρώτες φάσεις δημιουργίας του σύμπαντος. Μια ανακάλυψη που υπόσχεται να συμβάλει στο να κατανοηθεί καλύτερα η συμπεριφορά της ύλης και της ενέργειας στο «νεαρό» σύμπαν.

Η μικροκυματική ακτινοβολία υποβάθρου είναι το υπόλειμμα της «λάμψης» που δημιουργήθηκε από τη Μεγάλη Έκρηξη και το οποίο μπόρεσε να αποδεσμευτεί από την ύλη 380.000 χρόνια μετά τη γένεση του σύμπαντος, όταν σχηματίστηκαν τα πρώτα ουδέτερα άτομα. Ωστόσο, η αλληλεπίδραση με την ύλη άφησε «ίχνη» στην ακτινοβολία, προκαλώντας την πόλωσή της με μια χαρακτηριστική μορφή που ονομάζεται «τρόπος-B» (B-mode). Έτσι, αν εντοπισθούν τα «ίχνη» αυτά στην «ηχώ», τότε η επιστήμη θα αποκτήσει πληρέστερη εικόνα για την αιτία που τα προκάλεσε.

Το πρότζεκτ PolarBear βρίσκεται σε αρχικό στάδιο, με συνέπεια οι μετρήσεις να αφορούν τρεις σχετικά μικρές περιοχές του ουράνιου θόλου. Ακόμη όμως κι έτσι, οι μετρήσεις αυτές υποδεικνύουν μορφή πόλωσης σύμφωνη με τον «τρόπο-B». «Πρόκειται για ένα πολύ σημαντικό ορόσημο», σχολιάζει ο Καμ Άρνολντ, μέλος της ομάδαςυ.

Τον περασμένο Μάρτιο, ανάλογα ευρήματα είχαν ανακοινώσει πως ανακάλυψαν ερευνητές από το Κέντρο Αστροφυσικής Χάρβαρντ-Σμιθσόνιαν στα πλαίσια του προγράμματος BICEP2, υποστηρίζοντας μάλιστα πως με αυτό τον τρόπο επιβεβαίωσαν για πρώτη φορά άμεσα την ύπαρξη των βαρυτικών κυμάτων και τη θεωρία του πληθωριστικού μοντέλου. Στην πορεία, ωστόσο, ο ισχυρισμός τους φάνηκε να αντικρούεται από αναλύσεις δεδομένων από το διαστημικό τηλεσκόπιο Planck, οι οποίες έδειξαν πως η πόλωση της ακτινοβολίας που παρατήρησαν θα μπορούσε να προέρχεται εξ ολοκλήρου από γαλαξιακή σκόνη.

Από την πλευρά τους, οι επιστήμονες του πανεπιστημίου της Καλιφόρνια στο Σαν Ντιέγκο δηλώνουν πεπεισμένοι πως οι μετρήσεις τους αφορούν «αρχέγονα ίχνη» της μικροκυματικής ακτινοβολίας, και όχι εκπομπές γαλαξιακής σκόνης.

Όπως αναφέρει ο Καμ Άρνολντ, ο πρώτος λόγος είναι πως στις τρεις περιοχές που μελετήθηκαν σχεδόν απουσιάζει η κοσμική σκόνη.

Επιπλέον, η συμβολή της σκόνης στο σήμα γίνεται σε αρκετά ευρεία κλίμακα, με συνέπεια να μην επηρεάζεται η πολύ μικρότερη κλίμακα ανάλυσης που πραγματοποίησαν οι ερευνητές.

Οι επιστήμονες θα συνεχίσουν τις μετρήσεις τους για να καλύψουν μεγαλύτερες περιοχές του ουράνιου θόλου, ενώ στα δεδομένα του Huan Tran σύντομα θα προστεθούν παρατηρήσεις και από άλλα τηλεσκόπια. Έτσι, ελπίζουν πως θα μπορέσουν να δώσουν απαντήσεις σε ανεξήγητα έως σήμερα ερωτήματα, όπως η φύση της σκοτεινής ύλης.

Ο Ήλιος εκπέμπει σκοτεινή ύλη; Ανεξήγητο σήμα

sunΈνα «ανεξήγητο σήμα» που καταγράφηκε από διαστημικό παρατηρητήριο ακτίνων Χ δεν αποκλείεται να αντιστοιχεί στην πρώτη άμεση ένδειξη της μυστηριώδους σκοτεινής ύλης -ενός υλικού άγνωστης σύστασης που γεμίζει το Σύμπαν χωρίς να το βλέπουμε.

Υποθετικά σωματίδια που ονομάζονται αξιόνια ίσως πηγάζουν από τον πυρήνα του Ήλιου

«Πρόκειται για ένα συναρπαστικό αποτέλεσμα» σχολίασε ο καθηγητής Μάρτιν Μπάρτσοου, πρόεδρος της Βασιλικής Εταιρείας Αστρονομίας της Βρετανίας, η οποία θα δημοσιεύσει τη μελέτη στην επιθεώρηση Monthly Notices of the Royal Astronomical Society. Το κείμενο είναι διαθέσιμο στην υπηρεσία προδημοσίευσης arXiv.

Οι βρετανοί και γάλλοι ερευνητές αναφέρουν ότι η ένταση των ακτίνων Χ που καταγράφει το ευρωπαϊκό παρατηρητήριο XMM-Newton αυξάνεται κατά περίπου 10% κάθε φορά που το σκάφος παρατηρούσε από το όριο του γήινου μαγνητικού πεδίου προς την πλευρά του Ήλιου.

Οι «ανεξήγητη» ακτινοβολία θα μπορούσε θεωρητικά να προέρχεται την αλληλεπίδραση του μαγνητικού πεδίου με «αξιόνια», ένα από τα είδη υποθετικά σωματιδίων που έχουν προταθεί ως συστατικά της σκοτεινής ύλης.

Η σκοτεινή ύλη υπολογίζεται ότι υπάρχει στο Σύμπαν σε πολύ μεγαλύτερη ποσότητα από ό,τι η κανονική ύλη του Σύμπαντος και αντιστοιχεί σχεδόν στο 85% του συνόλου της ύλης του Σύμπαντος. Δεν μπορεί όμως να γίνει άμεσα ορατή καθώς δεν εκπέμπει, δεν απορροφά και δεν ανακλά το φως όπως η κανονική ύλη.

Η παρουσία της έγινε αντιληπτή τη δεκαετία του 1930 από τη βαρυτική επίδρασή της στην κίνηση των γαλαξιών και των άστρων. Παρά τις δεκαετίες προσπαθειών, όμως, κανείς δεν γνωρίζει τι είναι τελικά αυτό το αόρατο υλικό.

Τα «αξιόνια» είναι μόνο μία από τις πολλές θεωρίες που έχουν προταθεί, παρόλο που κανείς δεν έχει καταγράψει τέτοια σωματίδια, έστω και έμμεσα.

Οι ερευνητές του Πανεπιστημίου του Λέστερ στη Βρετανία ανίχνευσαν το ανεξήγητο σήμα κατά την ανάλυση μετρήσεων του XMM-Newton που καλύπτουν διάστημα 15 ετών.

Αν κανείς φιλτράρει από την εικόνα του ουρανού τα άστρα, τους γαλαξίες και άλλες λαμπρές πηγές ακτίνων Χ, η ένταση των ακτίνων Χ θα έπρεπε να είναι περίπου ίδια όπου κι αν κοιτάξει κανείς στον ουρανό, εξηγούν οι ερευνητές.

Η εκπομπή ακτίνων Χ από το όριο του μαγνητικού πεδίου που κοιτάει προς τον Ήλιο θα μπορούσε να αντιστοιχεί σε «αξιόνια» που πηγάζουν από το κέντρο του Ήλιου και παράγουν ακτίνες Χ όταν συγκρούονται με το μαγνητικό πεδίο του πλανήτη, υποστηρίζουν οι ερευνητές.

Υπολογίζουν επίσης ότι τα αξιόνια πρέπει να έχουν εξαιρετικά μικρή μάζα, εκατό δισεκατομμύριο φορές μικρότερη από τη μάζα του ηλεκτρονίου.

Η ερευνητική ομάδα επισημαίνει μάλιστα ότι ένα ανάλογο σήμα έχει καταγραφεί από το παρατηρητήριο ακτίνων Χ Chandra της NASA.

Και στις δύο περιπτώσεις, πάντως, είναι πιθανό να περάσουν χρόνια μέχρι να επιβεβαιωθεί ή να καταρριφθεί ο προκλητικός ισχυρισμός.

Όταν μεγαλώνουμε σε συναισθηματικά στείρο περιβάλλον

Σχετική εικόναΤο πιο κεντρικό και πυρηνικό σημείο της ύπαρξής μας είναι το συναίσθημα και η πιο βασική ανάγκη μας είναι η συναισθηματική επικοινωνία, που χτίζει την εμπιστοσύνη στον εαυτό μας και στην ύπαρξή μας.

Η δημιουργία μας είναι μέσα από συναισθήματα, η ζωή μας στο ενδομήτριο περιβάλλον πλαισιώνεται από συναισθήματα, η γέννηση μας οδηγείται από συναισθήματα και η εξέλιξη της ύπαρξης μας έχει ανάγκη από συναισθήματα.

Η ανάγκη της εμπιστοσύνης στην ύπαρξή μας γεννιέται την στιγμή που γεννιόμαστε και μας ακολουθεί στα πρώτα και πιο βασικά χρόνια της ζωής μας. Είναι αποτέλεσμα της δυναμικής σχέσης που έχουμε με τους βασικούς ανθρώπους στο περιβάλλον μας, τους γονείς μας.

Μέσα στο περιβάλλον που μεγαλώνουμε, μέσα από τη σχέση με τους γονείς μας μαθαίνουμε να γινόμαστε ο εαυτός μας και μαθαίνουμε ότι η διαδικασία της συναίσθησης και της αναγνώρισης του εαυτού μας είναι βιωματική.

Ένα συναισθηματικά γόνιμο περιβάλλον, είναι το περιβάλλον που πλαισιώνεται από έκφραση και επικοινωνία συναισθημάτων, που καθώς μεγαλώνουμε μας βάζει στην βιωματική εμπειρία των εννοιών προστασία, ασφάλεια, επικοινωνία, αποδοχή και αγάπη.

Δύο γονείς που εκφράζουν τα συναισθήματα τους απέναντι στο παιδί τους μέσα από τη μη-λεκτική και τη λεκτική επικοινωνία, είναι δύο γονείς που κατανοούν και συναισθάνονται την ανάγκη του παιδιού να αποκτήσει την πολυπόθητη εμπιστοσύνη στην ύπαρξή του. Οι γονείς δημιουργούν τον πρώτο καθρέφτη της ψυχής του παιδιού, γίνονται οι πρώτοι άνθρωποι που θα ορίσουν την ψυχική και συναισθηματική εξέλιξη του παιδιού και καθορίζουν αν θα μεταμορφωθούμε σε συναισθηματικά «ανθεκτικούς» ανθρώπους ή αν θα μεταμορφωθούμε σε ανθρώπους που αλλοιώνονται για να επιβιώσουν συναισθηματικά στο περιβάλλον τους.

Οι συναισθηματικά ανθεκτικοί άνθρωποι είναι οι άνθρωποι που μπορούν να βιώνουν και να διαχειρίζονται όλες τις μορφές ματαιώσεων, κυριολεκτικές και μεταφορικές και να μπορούν να ζουν μαζί με αυτές και όχι μέσα από αυτές. Είναι άνθρωποι που έχουν βιώσει την αρχή και εξέλιξη της ύπαρξης τους με την εκπλήρωση των ψυχικών και συναισθηματικών αναγκών τους. Οι συναισθηματικές ανάγκες, είναι οι ανάγκες που δημιουργούνται από το ένστικτο επιβίωσης μέσα στη σχέση μας με τους γονείς μας, μέσα από τη συνειδητοποίηση, ότι σαν παιδιά είμαστε από τη φύση μας συνεργατικά για να βιώσουμε τα συναισθήματα που έχουμε ανάγκη να νιώσουμε, ξανά μέσα από τη σχέση με τους γονείς. Συναισθήματα που δημιουργούνται από την αίσθηση ασφάλειας που γεννάει την εμπιστοσύνη, η αίσθηση ότι αγαπιέσαι που δημιουργεί κίνητρο για να ζεις, η αίσθηση ότι ανήκεις σε ένα πολύ ισχυρό οικογενειακό σχεσιακό πλέγμα που έχει χρωματιστεί με κατανόηση, επικοινωνία και αποδοχή.

Τα πρώτα σου βιώματα που χτίζουν την βάση σου, η πρώτη ασυνείδητη αίσθηση αγάπης που περνάει σε κάθε ίνα της ψυχής σου και διαχέεται στο σώμα, βάζει την αρχή για μια ύπαρξη που αντέχει και συνεχίζει.

Όταν το περιβάλλον είναι συναισθηματικά πλούσιο με τους γονείς να δημιουργούν ένα πλαίσιο που μέσα του μπορεί το παιδί να νιώσει αποδοχή, να νιώσει ότι «ακούγεται» και ότι λέει, σκέφτεται, νιώθει, έχει αξία, τότε έχουμε ένα παιδί που νιώθει ότι αυτό που Είναι,είναι αρκετό. Έτσι λειτουργεί αθροιστικά η εμπιστοσύνη στο εαυτό του. Το «είμαι αρκετός και έχω αξία για τους γονείς μου» μεταμορφώνεται στο «είμαι έτοιμος να βγω στον κόσμο και να συνδεθώ με ανθρώπους, να μπω στην μαγεία των ανθρωπίνων σχέσεων και πανέτοιμος να βιώσω απογοητεύσεις. Είμαι έτοιμος να ξανασηκωθώ αν πέσω. Αλλά πιο πολύ έχω κίνητρο για να ξανασηκώνομαι γιατί σε κάθε απογοήτευση αναδύεται εκείνο το μαγικό συναίσθημα , εκείνο το πρώτο βίωμα που λέει ότι αν και πέφτω πάντα υπάρχει η θέληση να ζήσω. Η θέληση που έμαθα να χτίζω μέσα από εσάς».

Ένα συναισθηματικά στείρο περιβάλλον αφαιρεί την έμφυτη ικανότητα του ανθρώπου να δημιουργήσει και να ανθίσει.

Αντίθετα, αν μεγαλώσουμε σε ένα συναισθηματικά στείρο περιβάλλον ή σε περιβάλλον απόρριψης, επιβολής και υποτίμησης και μεταμορφώνουμε κάθε μέρα τη συνεργατικότητα μας και ψυχοδυναμική μας σε αλλοίωση, που ορίζει να παρεμβαίνουμε με βία σε αυτό που γινόμαστε για να προστατευθούμε από την ψυχική βία των γονιών μας, τότε μεγαλώνουμε, εξελισσόμαστε και δημιουργούμε «μάσκες» που από ένα σημείο και μετά όχι απλά δεν μας προστατεύουν αλλά μας αφαιρούν το πιο φυσιολογικό: την ανάγκη, επιθυμία και όρεξη να ζούμε.

Πονάμε ζώντας με τις μάσκες μας γιατί, μπορεί να θεωρούμε ότι λειτουργούν αμυντικά, αλλά ταυτόχρονα μας καθηλώνουν σε ψυχικές ανάγκες που δεν εκπληρώνονται και πυροδοτούν ακόμα μεγαλύτερη εσωτερική μοναξιά που ορισμένες φορές γίνεται απομόνωση, γίνεται μια μόνιμη πανοπλία και δεν σε αφήνει να επικοινωνήσεις, να εκτεθείς, να αγαπήσεις. Γιατί φοβάσαι. Και παραμένεις μόνος, παραμένεις καθηλωμένος, παραμένεις σε αποχή από τη ζωή και τα συναισθήματα. Ο φόβος δημιουργεί φοβίες, η θλίψη μπορεί να γίνει κατάθλιψη και ο θυμός αυτοκαταστροφή.

Ένα συναισθηματικά στείρο περιβάλλον αφαιρεί την έμφυτη ικανότητα του ανθρώπου να δημιουργήσει και να ανθίσει.

Τετάρτη, 22 Μαρτίου 2017

ΡΗΤΟΡΙΚΗ: ΛΥΣΙΑΣ - Κατὰ Διογείτονος (12-18)

[12] Ἐλθὼν δ᾽ ἐγὼ ἠγανάκτουν μὲν πρὸς Ἡγήμονα τὸν ἔχοντα τὴν τούτου θυγατέρα, λόγους δ᾽ ἐποιούμην πρὸς τοὺς ἄλλους ἐπιτηδείους, ἠξίουν δὲ τοῦτον εἰς ἔλεγχον ἰέναι περὶ τῶν χρημάτων. Διογείτων δὲ τὸ μὲν πρῶτον οὐκ ἤθελε, τελευτῶν δὲ ὑπὸ τῶν φίλων ἠναγκάσθη. ἐπειδὴ δὲ συνήλθομεν, ἤρετο αὐτὸν ἡ γυνή, τίνα ποτὲ ψυχὴν ἔχων ἀξιοῖ περὶ τῶν παίδων τοιαύτῃ γνώμῃ χρῆσθαι, «ἀδελφὸς μὲν ὢν τοῦ πατρὸς αὐτῶν, πατὴρ δ᾽ ἐμός, θεῖος δὲ αὐτοῖς καὶ πάππος.

[13] καὶ εἰ μηδένα ἀνθρώπων ᾐσχύνου, τοὺς θεοὺς ἐχρῆν σε» φησί «δεδιέναι· ὃς ἔλαβες μέν, ὅτ᾽ ἐκεῖνος ἐξέπλει, πέντε τάλαντα παρ᾽ αὐτοῦ παρακαταθήκην. καὶ περὶ τούτων ἐγὼ ᾽θέλω τοὺς παῖδας παραστησαμένη καὶ τούτους καὶ τοὺς ὕστερον ἐμαυτῇ γενομένους ὀμόσαι ὅπου ἂν οὗτος λέγῃ. καίτοι οὐχ οὕτως ἐγώ εἰμι ἀθλία, οὐδ᾽ οὕτω περὶ πολλοῦ ποιοῦμαι χρήματα, ὥστ᾽ ἐπιορκήσασα κατὰ τῶν παίδων τῶν ἐμαυτῆς τὸν βίον καταλιπεῖν, ἀδίκως δὲ ἀφελέσθαι τὴν τοῦ πατρὸς οὐσίαν».

[14] ἔτι τοίνυν ἐξήλεγχεν αὐτὸν ἑπτὰ τάλαντα κεκομισμένον ναυτικὰ καὶ τετρακισχιλίας δραχμάς, καὶ τούτων τὰ γράμματα ἀπέδειξεν· ἐν γὰρ τῇ διοικίσει, ὅτ᾽ ἐκ Κολλυτοῦ διῳκίζετο εἰς τὴν Φαίδρου οἰκίαν, τοὺς παῖδας ἐπιτυχόντας ἐκβεβλημένῳ βιβλίῳ ἐνεγκεῖν πρὸς αὐτήν.

[15] ἀπέφηνε δ᾽ αὐτὸν ἑκατὸν μνᾶς κεκομισμένον ἐγγείῳ ἐπὶ τόκῳ δεδανεισμένας, καὶ ἑτέρας δισχιλίας δραχμὰς καὶ ἔπιπλα πολλοῦ ἄξια· φοιτᾶν δὲ καὶ σῖτον αὐτοῖς ἐκ Χερρονήσου καθ᾽ ἕκαστον ἐνιαυτόν. «ἔπειτα σὺ ἐτόλμησας» ἔφη «εἰπεῖν, ἔχων τοσαῦτα χρήματα, ὡς δισχιλίας δραχμὰς ὁ τούτων πατὴρ κατέλιπε καὶ τριάκοντα στατῆρας, ἅπερ ἐμοὶ καταλειφθέντα ἐκείνου τελευτήσαντος ἐγώ σοι ἔδωκα;

[16] καὶ ἐκβάλλειν τούτους ἠξίωσας θυγατριδοῦς ὄντας ἐκ τῆς οἰκίας τῆς αὑτῶν ἐν τριβωνίοις, ἀνυποδήτους, οὐ μετὰ ἀκολούθου, οὐ μετὰ στρωμάτων, οὐ μετὰ ἱματίων, οὐ μετὰ τῶν ἐπίπλων ἃ ‹ὁ› πατὴρ αὐτοῖς κατέλιπεν, οὐδὲ μετὰ τῶν παρακαταθηκῶν ἃς ἐκεῖνος παρὰ σοὶ κατέθετο.

[17] καὶ νῦν τοὺς μὲν ἐκ τῆς μητρυιᾶς τῆς ἐμῆς παιδεύεις ἐν πολλοῖς χρήμασιν εὐδαίμονας ὄντας (καὶ ταῦτα μὲν καλῶς ποιεῖς), τοὺς δ᾽ ἐμοὺς ἀδικεῖς, οὓς ἀτίμους ἐκ τῆς οἰκίας ἐκβαλὼν ἀντὶ πλουσίων πτωχοὺς ἀποδεῖξαι προθυμεῖ. καὶ ἐπὶ τοιούτοις ἔργοις οὔτε τοὺς θεοὺς φοβεῖ, οὔτε ἐμὲ τὴν συνειδυῖαν αἰσχύνῃ, οὔτε τοῦ ἀδελφοῦ μέμνησαι, ἀλλὰ πάντας ἡμᾶς περὶ ἐλάττονος ποιεῖ χρημάτων».

[18] τότε μὲν οὖν, ὦ ἄνδρες δικασταί, πολλῶν καὶ δεινῶν ὑπὸ τῆς γυναικὸς ῥηθέντων οὕτω διετέθημεν πάντες οἱ παρόντες ὑπὸ τῶν τούτῳ πεπραγμένων καὶ τῶν λόγων τῶν ἐκείνης, ὁρῶντες μὲν τοὺς παῖδας, οἷα ἦσαν πεπονθότες, ἀναμιμνῃσκόμενοι δὲ τοῦ ἀποθανόντος, ὡς ἀνάξιον τῆς οὐσίας τὸν ἐπίτροπον κατέλιπεν, ἐνθυμούμενοι δὲ ὡς χαλεπὸν ἐξευρεῖν ὅτῳ χρὴ περὶ τῶν ἑαυτοῦ πιστεῦσαι, ὥστε, ὦ ἄνδρες δικασταί, μηδένα τῶν παρόντων δύνασθαι φθέγξασθαι, ἀλλὰ καὶ δακρύοντας μὴ ἧττον τῶν πεπονθότων ἀπιόντας οἴχεσθαι σιωπῇ.
Πρῶτον μὲν οὖν τούτων ἀνάβητέ μοι μάρτυρες.

***
[12] Εγώ, αφού πήγα και βρήκα τον Ηγήμονα, που έχει παντρευτεί την κόρη του Διογείτονα, του εξέφρασα την αγανάκτησή μου και συνάμα έκανα σχετικές συζητήσεις με τους υπόλοιπους γνωστούς και φίλους, ενώ κάλεσα τον Διογείτονα να έρθει και να δώσει εξηγήσεις για τα χρήματα. Εκείνος στην αρχή δεν ήθελε, τελικά όμως αναγκάστηκε από τους φίλους να δεχτεί. Όταν λοιπόν συγκεντρωθήκαμε, τον ρώτησε η γυναίκα τί ψυχή είχε άραγε για να φτάνει να φέρεται έτσι στα παιδιά της, «ενώ είσαι αδερφός του πατέρα τους, δικός μου πατέρας και συνάμα θείος και παππούς τους.

[13] Και αν δεν ντρεπόσουν κανένα από τους ανθρώπους, έπρεπε,» είπε, «να φοβηθείς τους θεούς, εσύ που, όταν εκείνος έφευγε με το καράβι, επήρες από αυτόν πέντε τάλαντα προς φύλαξη. Και γι᾽ αυτά εγώ προσφέρομαι να ορκιστώ στα παιδιά μου, και σε τούτα εδώ και σε εκείνα που απόχτησα αργότερα, οπουδήποτε προτείνει αυτός. Και βέβαια εγώ δεν είμαι τόσο ελεεινή ούτε αποδίδω τόσο μεγάλη σημασία στα χρήματα, ώστε να φύγω από τη ζωή έχοντας ορκιστεί ψέματα στα παιδιά μου ή να στερήσω άδικα από τον πατέρα μου την περιουσία του.»

[14] Επιπλέον του καταλόγιζε ότι είχε εισπράξει επτά τάλαντα και τέσσερις χιλιάδες δραχμές, που είχαν δοθεί ως ναυτικά δάνεια, και προσκόμιζε τα σχετικά γραπτά τεκμήρια — τον καιρό της μετεγκατάστασης, όταν μετακόμιζε από την περιοχή του Κολλυτού στο σπίτι του Φαίδρου, τα παιδιά βρήκαν, λέει, ένα παραπεταμένο σημείωμα και της το έφεραν.

[15] Απέδειξε ακόμη ότι αυτός είχε εισπράξει εκατό μνες δανεισμένες με υποθήκη και άλλες δύο χιλιάδες δραχμές και ότι είχε πάρει οικιακό εξοπλισμό μεγάλης αξίας· επίσης ότι κάθε χρόνο ερχόταν στο σπίτι τους σιτάρι από τη Χερσόνησο. «Και ύστερα ετόλμησες,» είπε, «να ισχυριστείς, ενώ έχεις στην κατοχή σου τόσα χρήματα, ότι ο πατέρας τους σου άφησε δύο χιλιάδες δραχμές και τριάντα στατήρες, το ποσό που είχε δώσει σε εμένα και σου το παρέδωσα όταν πέθανε;

[16] Και έφτασες να τα πετάξεις έξω από το ίδιο τους το σπίτι, τα παιδιά της κόρης σου, ρακένδυτα, ξυπόλυτα, χωρίς υπηρέτη συνοδό, χωρίς κλινοσκεπάσματα, χωρίς ιμάτια, χωρίς τον οικιακό εξοπλισμό που τους άφησε ο πατέρας τους και χωρίς τα χρήματα που σου είχε εμπιστευτεί.

[17] Και τώρα τα παιδιά που έχεις από τη μητριά μου τα μεγαλώνεις μέσα στη χλιδή και τον πλούτο —και ως προς αυτό βέβαια καλά κάνεις— τα δικά μου όμως τα αδικείς, αφού τα πέταξες αισχρά έξω από το σπίτι τους και κάνεις το παν προκειμένου από πλούσια να καταλήξουν πάμφτωχα. Και ενώ φέρεσαι όπως φέρεσαι, ούτε τους θεούς φοβάσαι ούτε εμένα που γνωρίζω ντρέπεσαι ούτε τον αδελφό σου θυμάσαι, αλλά όλοι εμείς έχουμε για σένα μικρότερη αξία από τα χρήματα.»

 [18] Τότε λοιπόν, άνδρες δικαστές, αφού είπε πολλά και συγκλονιστικά η γυναίκα, ήταν τέτοια η συναισθηματική φόρτιση όλων όσοι βρεθήκαμε εκεί, καθώς ακούγαμε όσα είχε πράξει αυτός και όσα είπε εκείνη —βλέπαμε τί είχαν τραβήξει τα παιδιά, θυμόμασταν τον νεκρό, πόσο ανάξιο επίτροπο της περιουσίας του άφησε, αναλογιζόμασταν πόσο δύσκολο είναι τελικά να βρεις κάποιον που να τον εμπιστευτείς— ήταν, λέω, τέτοια η φόρτιση ώστε κανείς από τους παρόντες να μην είναι σε θέση, άνδρες δικαστές, να αρθρώσει λέξη και, κλαίγοντας όχι λιγότερο από τους παθόντες, να σηκωθούμε και να φύγουμε αμίλητοι.
Καταρχάς λοιπόν περάστε, παρακαλώ, οι μάρτυρες γι᾽ αυτά.

Ο ΚΛΕΙΣΘΕΝΗΣ ΚΑΙ Η ΓΕΝΝΗΣΗ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

Η μοίρα του ευγενούς οίκου των Αλκμεωνιδών είναι μοναδική· ο οίκος αυτός, από τους πιο αριστοκρατικούς της Αθήνας εξαιτίας των καταβολών του, αριθμεί ανάμεσα στα μέλη του τους δύο πιο φλογερούς δημιουργούς της δημοκρατίας, τον Κλεισθένη και τον Περικλή. Πρέπει άραγε να αποδώσουμε τον κληρονομικό τους φιλελευθερισμό σε κάποια ταπεινή φιλοδοξία, στην ιδέα να τον χρησιμοποιήσουν σαν εφαλτήριο της λαϊκής ευπιστίας; Πρέπει μήπως να δούμε στις πράξεις τους την απόδειξη της ακαταμάχητης συμπάθειας για το πλήθος, η οποία τους ωθεί να υπερτονίσουν τα προνόμιά του; Ούτε η μία ούτε η άλλη από αυτές τις δύο υποθέσεις δεν είναι άτοπη, χω­ρίς αμφιβολία. Αλλά ας παρακολουθήσουμε πρώτα στο έργο του τον Κλεισθένη, αυτόν τον λαμπρό εκπρόσωπο της πιο παλιάς δημοκρατικής δυναστείας στον κόσμο.
 
Μετά την αναχώρηση του Ιππία, η πολιτική κατάσταση στην Αττική έμενε, το μαντεύει κανείς, αρκετά συγκεχυμένη. Το αξίωμα του άρχοντα, το οποίο κατείχε από μακρούς χρόνους ένας Πεισιστρατίδης, ξανάρθε πρώτα σ’ έναν κάποιον Ισαγόρα,[1] άνθρωπο ικανό, αφού ήταν φίλος συνάμα των έκπτωτων τυράννων, των ευγενών, και του βασιλιά της Λακεδαίμονας, του Κλεομένη. Ακούμε μ’ αυτή την ευκαιρία να μιλούν πρώτη φορά για εταιρίες, είδος αριστοκρατικών λεσχών που στήριξαν τη δράση του και τον βοήθησαν να διώξει τον Κλεισθένη, τον οποίο όμως ευνοούσαν όλοι οι οπαδοί της δημοκρατίας. Αλλά, για να εξασφαλίσει ακόμα καλύτερα τη νίκη το Ισαγόρας, διέπραξε το σφάλμα να καλέσει σε βοήθεια τ Σπαρτιάτες, που απέλασαν εφτακόσιες οικογένειες από Αθήνα με το πρόσχημα ότι είχαν επιτελέσει ιεροσυλία - συμφωνία με τους Αλκμεωνίδες -, μετέχοντας στην αιματηρή καταστολή η οποία είχε ακολουθήσει την απόπειρα του Κύλωνα. Όταν η Βουλή του Σόλωνα, που δεν είχε ποτέ καταργηθεί, κατανόησε ότι απειλούνταν να εξαφανιστεί, αποφάσισε πραγματικά να οργανώσει την αντίσταση εναντίον αυτών των ξένων, οι οποίοι αναμειγνύονταν, για να έρθουν να επιβάλουν το νόμο στην Αθήνα. Στη φωνή της το πλήθος ξαναπήρε θάρ και εξεγέρθηκε. Απώθησε τον Κλεομένη, τον Ισαγόρα και τ φίλους τους στην Ακρόπολη και τους απόκλεισε εκεί για ι μέρες χωρίς τρόφιμα και χωρίς νερό. Την τρίτη μέρα επήλθε συμφωνία με τους ακόλουθους όρους: ο Κλεομένης και άνδρες του θα εκκένωναν την Αττική· ο Ισαγόρας θα παραδινόταν στους Αθηναίους· ο Κλεισθένης θα ξαναγύριζε από εξορία με όλους τους φυγάδες. Με την επιστροφή του ο Κλεισθένης έβαλε να εκτελέσουν τον Ισαγόρα και μερικούς < τους συνενόχους του. Ο δρόμος φαινόταν ελεύθερος. Σιγουρεμένος με την εμπιστοσύνη του λαού, ο Αλκμεωνίδης επιχείρησε να συνεχίσει το έργο του Σόλωνα (508-507 π.Χ.).
 
Όσο περισσότερες δυσκολίες χρειάζεται να υπερκεράσουμε για να οδηγήσουμε σε αίσιο πέρας ένα έργο, τόσο μεγαλύτερο θαυμασμό πρέπει να αισθανόμαστε γι’ αυτό. Αν αληθεύει αυτό, πρέπει να ομολογήσουμε πως το συντελεσμένο από Κλεισθένη έργο αξίζει άφθονα εγκώμια. Εργάστηκε τριγυρισμένος χωρίς διακοπή από κινδύνους - εσωτερικούς εξωτερικούς -, χωρίς κανείς ποτέ να κατορθώσει να μεταστρέψει το μαθηματικής ακρίβειας πνεύμα του από την ευθεία γραμμή, τη χαραγμένη από την πρώτη μέρα. Μας αρέσει φανταζόμαστε αυτόν τον πολύ ευγενή Αθηναίο να απομονώνεται από το πλήθος, αφού είχε θέσει στον εαυτό του τα προς λύση προβλήματα, να επεξεργάζεται το σχέδιό του, να το φέρνει σαν ένα σύνολο, για να το δεχθούν ή να το απορρίψουν. Είναι ακριβώς η μοναδική φορά στην ιστορία της Αθήνας, που έχουμε την εντύπωση πως βρισκόμαστε μπροστά σ’ έναν άνθρωπο που έχει ιδέες βέβαιες, εννοεί να τις εφαρμόσει, γιατί τις πιστεύει σωστές, και αρνείται να τις τροποποιήσει κατά τη θέληση των συγχρόνων του ή κατά τη συγκυρία των γεγονότων. Μπορεί κανείς σε παρόμοια περίπτωση να πετύχει χωρίς καμιά αμφιβολία αποτελέσματα που να διαρκούν. Σπάνια δρέπουμε την ευγνωμοσύνη ή τη δόξα. Ο Κλεισθένης, που έκανε τόσα για το λαό της Αθήνας, δεν ήταν και δεν υπήρξε ποτέ δημοφιλής. Τον 5ο αιώνα το όνομά του δεν ακούγεται καθόλου. Του Σόλωνα το όνομα αναδύεται μόνο τότε, το είπαμε, σαν το όνομα του πραγματικού θεμελιωτή της δημοκρατίας.[2] Οι σύγχρονοι εκδικήθηκαν τον Κλεισθένη υπέρμετρα· γιατί του απέδωσαν μια μεγαλοφυΐα που δεν είχε. Η Αθήνα είχε ανάγκη από ένα νου ψυχρό, για να ξαναβάλει τάξη σε μια λη αναστατωμένη από τα πάθη, από έναν κυβερνήτη φωτισμένο και προνοητικό· πολύ περισσότερο από έναν αρχηγό φαντασία σπινθηροβόλα. Ακόμα μια φορά της ήταν τυχερό βρει την κατάλληλη στιγμή τον άνθρωπο που της χρειαζόταν.
 
Ήταν σαφές πως όσο θα υπήρχαν τα παραδοσιακά στελέχη της πόλης θα επιζούσε η δύναμη των μεγάλων αριστοκρατικών φρατριών και θα διαιωνιζόταν η κατωτερότητα εκείνων : είχαν αποκλεισθεί από τα πολιτικά δικαιώματα. Επομένως πρέπει να τους συντρίψουν ή να τους αχρηστέψουν. Ο Κλεισθένης προσανατολίζει την επιλογή του σ’ αυτό το δεύτερο σο. Ένα Κράτος ουσιαστικά θρησκευτικό ακόμη στη δομή τ θα το αντικαταστήσει με το πιο κοσμικό[3] Κράτος της Ελλάδας, τουλάχιστο εμφανισιακά- ή, για περισσότερη ακρίβεια, θα επικαλύψει το θρησκευτικό με το κοσμικό. Αυτή είναι η κύρια πρωτοβουλία του και, όπως θα το δούμε, αρκεί για αλλάξει το πεπρωμένο της χώρας.
 
Αφήνει λοιπόν να αντικαταστήσουν τα δηλωτικά της καταγωγής κύτταρα, τις φρατρίες και τα γένη, και τα αγνοεί πια. Τα κύτταρα αυτά παύουν να είναι η βάση των θεσμών, πάνω στους οποίους θεμελιώνεται η δημόσια ζωή. Επινοεί μια διαίρεση του τόπου τελείως τεχνητή, τον δῆμον, την κοινότητα Αττική θα μετρά από τώρα και στο εξής εκατό δήμους, άνισης σπουδαιότητας ως προς την έκταση τους ή ως προς τον αριθμό των κατοίκων τους, ίσης όμως σπουδαιότητας ως προς τον πολιτικό τους ρόλο.[4] Δεν ανήκει κανείς σε κάποιο δήμο ούτε με κληρονομικό δικαίωμα ούτε με προνόμιο αποκτημένο εξαιτίας της περιουσίας του. Είναι του ενός ή του άλλου δήμου, απλώς γιατί κατοικεί στο έδαφος του. Μήπως όμως αυτές οι εκατό μικρές δημοκρατίες, έχοντας η καθεμιά έναν αρχηγό, τον δή­μαρχον, μια συνέλευση, την ἀγοράν, θα εκθέσουν σε κίνδυνο την ίδια την ενότητα της Αθήνας και θα καταστρέψουν μερικώς τα πλεονεκτήματα που συνήγαγε η πόλη από το συνοικισμό; Με κανένα τρόπο, γιατί ο Κλεισθένης φροντίζει βέβαια να τις ενσωματώσει μέσα στην αρχαία οργάνωση, τη φυλή, την οποία ανανέωσε. Αλλά τι αναστάτωση! Από τέσσερις τις έκανε δέκα τις φυλές. Πρώτα ήσαν γενοκρατούμενες· τώρα γίνονται τοπικές. Πρώτα είχαν κάποιο από αυτά τα ονόματα που συναντά κανείς πάντα στις ιωνικές πόλεις· από δω και στο εξής έχουν για επώνυμους τους ήρωες που διάλεξε ο θεός Απόλλωνος. Και κυρίως κοιτάξτε πώς έχουν συντεθεί. Δεν υπάρχουν πια ομάδες στους κόλπους της φυλής· υπάρχουν μονάχα τες, άτομα που προέρχονται απ’ όλες τις γωνιές της Αι και έχουν αναμειχθεί σοφά. Ακόμα και οι οίκοι κονιορτοποιήθηκαν· ο Κλεισθένης φοβόταν την ανασύσταση των τριών περιοχές κομμάτων που στάθηκαν αντιμέτωπα το ένα στο άλλο, τον καιρό του Πεισίστρατου. Γι’ αυτό λοιπόν προσάπτει καθεμιά από τις φυλές δήμους, παρμένους κατά το ένα από την πεδιάδα, κατά το ένα τρίτο από την παραλία και το ένα τρίτο από το βουνό. Αυτή τη φορά ήταν σίγουρος θα εμφανίζονταν πια οι αγώνες των περασμένων καιρών.  Ευγενείς και ξωμάχοι, καλλιεργητές, έμποροι, ψαράδες σχηματίζουν μια πλατιά και ενιαία μάζα.[5] Εκατό δήμοι και δέκα φυλές· μόνο αυτοί οι αριθμοί θα λογαριάζονται στην κλασική Αθήνα. Για τις αρχές, κάθε πολιτειακό όργανο έχει δέκα μέλη, ένα μέλος κατά φυλή. Ο στρατός θα διαθέτει δέκα συντάγματα, ένα κατά φυλή. Η Βουλή, αντί να έχει εκατό μέλη, θα έχει πεντακόσια, πενήντα κατά φυλή, που τα υπόδειχναν οι δήμοι ανάλογα με τον αριθμό των κατοίκων τους. Αριθμητική ακρίβεια που θα άρεσε στον Πυθαγόρα,[6] ο οποίος δε θα πάψει να εμπνέει από τώρα και στο εξής τη σκέψη όλων των πολιτικών που βρίσκονταν σε δυσκολίες κατά τις μεταρρυθμίσεις τους.
 
Άλλα μέτρα προσμαρτυρούν ότι ο Κλεισθένης επιζήτησε να κάνει λιγότερο βαριά την κηδεμονία των θεών στην πόλη της Αθήνας. Αυτοί μόνοι τους ρύθμιζαν ακόμα όλο το ημερολόγιο, σύμφωνα με το σεληνιακό έτος.[7] Οι γιορτές, οι θρησκευτικές τελετές, οι ημερομηνίες έναρξης των θητειών των αρχόντων και των θησαυροφυλάκων, όλα καθορίζονταν από τον κύκλο των τριακοσίων πενήντα τεσσάρων ημερών του νυχτερινού άστρου. Τα σπουδαία γεγονότα της δημόσιας ζωής ο Κλεισθένης τώρα τα συσχετίζει με τις φάσεις του ηλιακού έτους τ τριακοσίων εξήντα ημερών, αυξημένου κατά τριάντα ημέρες τακτικά διαστήματα. Η συνέλευση και η Βουλή κατανέμουν εργασίες τους σε δέκα ίσες περιόδους τριάντα έξι ή τριάντα εννιά ημερών. Το πολιτικό και το θρησκευτικό έτος παύουν συμπίπτουν κατά τη διάρκεια ενός αιώνα περίπου.
 
Ωθούν ακόμα πιο μακριά τη μεταβολή του παλαιού θρησκευτικού Αθηναϊκού Κράτους σε κοσμικό. Πιστός στη μέθοδό του ο Κλεισθένης φυλάγεται καλά και αποφεύγει να επιτεθεί άμεσα στον Άρειο Πάγο και στο αξίωμα του άρχοντα, σ’ αυτά σεβάσμια πολιτειακά όργανα. Όμως απογυμνώνει το πρώτο από ένα μέρος των δικαστικών του προνομίων προς όφελος της Βουλής των Πεντακοσίων και της Εκκλησίας του Δήμου, και αντιμέτωπο του άλλου στήνει ένα καινούριο αξίωμα, την στρατηγίαν.[8] Οι δέκα στρατηγοί γίνονται οι πραγματικοί πολεμικοί αρχηγοί της πόλης αλλά επίσης, κατά μοιραία εξέλιξη, όπως θα το δούμε πιο πέρα, οι πραγματικοί αρχηγοί σε καιρό ειρήνης. Ένας επιδέξιος συνδυασμός κλήρωσης και εκλογής[9] επέτρεψε να υποδείχνουν τους καλύτερους και τους πιο άξιους για να κατέχουν αυτή τη θέση, η οποία σύντομα έγινε η κυριότερη της δημοκρατίας. Ο Κλεισθένης σκεφτόταν για όλα.
 
Και κυρίως προφυλάσσει το καθεστώς του από ένα πραξικόπημα των ολιγαρχικών και των φίλων των τυράννων, από τους οποίους επιδιώκει να αποστερήσει για πάντα την εξουσία. Αυτός είναι ο σκοπός του περίφημου νόμου του για τον ὀστρακισμόν. Όπως δείχνει η μελέτη των αρχέγονων κωδίκων της Ανατολής,[10] η αρχή του νόμου αυτού φαίνεται ίσως λιγότερο πρωτότυπη απ’ όσο έχουμε για πολύ καιρό υποθέσει. Δεν ήταν ανήκουστο πραγματικά να απαλλάσσονται από έναν εγκλημα­τία ή από ένα άτομο κηλιδωμένο από ατίμωση, προσκαλώντας το επιτακτικά να βρει άσυλο προσωρινό ή οριστικό αλλού, μακριά από την πατρίδα του. Όμως ποτέ μέχρι τότε δεν είχαν φανταστεί να χρησιμοποιήσουν παρόμοιο μέσο για την ειρήνευση των πολιτικών παθών· επιπλέον, ποτέ δεν είχαν καθορίσει τον τρόπο εφαρμογής του με τόση πραότητα και ακρίβεια συνάμα· εδώ αναγνωρίζεται πως η λογική του Κλεισθένη ήταν η ανθρωπιά του.
 
Πριν από αυτόν, το έθιμο ρύθμιζε πολύ συνοπτικά την περίπτωση εκείνου που τολμούσε να διαταράξει με κάποια από τις πράξεις του τη δημόσια ησυχία ή να θέσει σε κίνδυνο την ανεξαρτησία της πολιτείας. Ανακηρυσσόταν άτιμος, δηλαδή τον απέβαλλαν από την κανονική κοινωνία, και ή μπορούσε ο καθένας να τον σκοτώσει ή αναγκαζόταν σε αυτοεξορία. Και η ίδια απειλή βάραινε σ’ όλους τους δικούς του, σε όλα τα μέλη της «ράτσας του», μια και θεωρούνταν αλληλέγγυα υπεύθυνοι για το κακούργημά του. Όμως ο Κλεισθένης είχε ήδη δ δύο φορές το μετριοπαθές πνεύμα του. Δεν είχε εκδιώξει 511/10 π.Χ. όλους τους Πεισιστρατίδες αλλά μονάχα τους σους απόγονους του Ιππία. Το 508/7 είχε βάλει να προγράψουν μονάχα τον Ισαγόρα και τους πιο μπλεγμένους από συντρόφους του. Οι ουσιώδεις προθέσεις του Κλεισθένη ή α) να δώσει σ’ ολόκληρο το λαό το δικαίωμα να υποδείχνει άνθρωπο που έπρεπε να χτυπηθεί, επειδή αντιπροσώπευε κίνδυνο για το Κράτος, αλλά να χτυπηθεί μόνο αυτός, και β προσδιορίσει προκαταβολικά την ποινή που έμελλε να επιβληθεί και να σκεφθεί τους όρους, με τους οποίους θα αποφαινόταν για την ποινή. Προτείνει λοιπόν στην Εκκλησία του Δήμου να επιβάλλει εξορία δέκα χρόνων - που ένα ψήφισμα αμνηστίας θα μπορούσε άλλωστε να συντομεύσει - στον ύποπτο τυραννικών προθέσεων. Και ακόμη αυτή η εξορία ήταν περιβεβλημένη από πλήθος μετριασμών. Ο ένοχος έχει δέκα μέρει να αποχαιρετήσει τους δικούς του. Εκτός από μια καθορισμένη ζώνη - πέρα από την Εύβοια και την Αργολίδα -, μπορ; διαλέξει τον τόπο διαμονής που του αρέσει. Διατηρεί το δικαίωμα να χαίρεται την περιουσία του, η οποία δεν είναι δημευμένη. Και ακόμη αυτή η εξορία δεν αποφασιζόταν τ με όρους που ήταν δύσκολο αλήθεια να πραγματοποιηθούν αφού 1) δεν μπορούσαν να καταφύγουν στον οστρακισμό 7 μια φορά το χρόνο, μεταξύ Ιανουαρίου και Μαρτίου, Εκκλησία του Δήμου έπρεπε να είχε εκφράσει την πρόθεσή της για οστρακισμό δύο τουλάχιστο εβδομάδες προηγουμένως χρειαζόταν τέλος να συγκεντρωθεί ένας ελάχιστος αριθμό χιλιάδων ψήφων στο ίδιο όνομα, αριθμός τεράστιος, σχεδόν αναληθοφανής, όταν θυμόμαστε αυτό που περιγράφει ο Θουκυδίδης για την τάση των Αθηναίων να απέχουν από Εκκλησία του Δήμου.[α]
 
Ο Κλεισθένης μπορούσε να ρίξει ένα βλέμμα ικανοποίησης στο οικοδόμημα που μόλις είχε κατασκευάσει. Ήταν συνάμα αρμονικό και στέρεο. Ζύμωσε έναν λαό ελεύθερων και ίσων πολιτών. Τον χειραφέτησε από το ζυγό των Ολύμπιων θεών.[11] Ο Κλεισθένης εμπιστεύθηκε το μέλλον του αθηναϊκού λαού στη δίκιά τους τη σοφία, αλλά καθόρισε όρια λογικά κατά τη θέλησή του. Μια άλλη εποχή άρχιζε για την Αθήνα και έχουμε το δικαίωμα να αναρωτηθούμε μήπως υπήρξε το 506 π.Χ. μια πρώτη αναδιοργάνωση των Παναθηναίων, για να προσαρμόσουν καλύτερα αυτή την αρχαία θρησκευτική γιορτή στις τάσεις της νεαρής δημοκρατίας. Στη συνέχεια υποχρεώθηκε άλλωστε να υπερασπίσει τον εαυτό της, για να ζήσει. Αντιμετώπισε περήφανα πολυάριθμους κινδύνους. Μπόρεσε την ίδια χρονιά να απωθήσει τους Σπαρτιάτες, τη Θήβα και τους Ευβοείς, που της είχαν επιτεθεί. Η νίκη τής έδωσε την ιδέα να συνεχίσει το έργο του Κλεισθένη, χωρίς άλλωστε να ξέρουμε αν εκείνος ήταν ακόμη εκεί76 για να κατευθύνει τις προσπάθειες των οπαδών του. Οι αρμοδιότητες της Βουλής, αυτού του ακρογωνιαίου λίθου του καθεστώτος, αναπροσαρμόσθηκαν. Η στρατιωτική υπηρεσία έγινε υποχρεωτική.[12] Όμως ο ορίζοντας, παρ’ όλα αυτά, παρέμενε κατασκότεινος. Η Λακεδαίμονα καραδοκούσε την ευκαιρία για εκδίκηση. Η Θήβα ήταν απαρηγόρητη για την απώλεια των Πλαταιών. Στα ανοιχτά η Αί ήταν ζηλόφθονη και επιθετική- φοβόταν την ανάπτυξη αθηναϊκού εμπορίου. Στην Ανατολή ο Ιππίας ραδιουργούσε χωρίς ανάπαυλα κοντά στο βασιλιά των βασιλιάδων. Είμαστε τώρα στην αυγή του 5ου αιώνα π.Χ. Θα είναι άραγε γιο Αθήνα ο αιώνας της παρακμής της ή της δόξας της; Μπορ να το μαντέψουμε, αρκεί να παρακολουθήσουμε τα κατορθώματά της κατά τη διάρκεια των κινδύνων που απειλούν ύπαρξη της ελληνικής φυλής.[13]
--------------------------------------
[1] Ισαγόρας: Αρχηγός των αριστοκρατικών, οι οποίοι επέστρεψαν στην Αθήνα μετά την απομάκρυνση του Ιππία (510 π.Χ.). Με τη βοήθεια των Λακεδαιμονίων προσπάθησε να καταλύσει το δημοκρατικό πολίτευμα, αλλά απέτυχε λόγω της αντίδρασης των δημοκρατικών πολιτών. 
[2] Οι Αρχαίοι, θεωρώντας το Σόλωνα εισηγητή της δημοκρατίας, ήξεραν πολύ καλά τι πίστευαν. Ο ίδιος ο Αριστοτέλης δεν αναφέρει ως εισηγητές πολιτευμάτων παρά μόνο το Λυκούργο και το Σόλωνα, για τη Σπάρτη και την Αθήνα αντίστοιχα. Βλ. Αριστ., Πολ., Β, 12736 , 32-34: «καί τούτων, οἱ μέν νόμων ἐγένοντο δημιουργοί μόνον, οἱ δέ και πολιτείας, oov καί Λυκούργος καί Σόλων οὗτοι γάρ και νόμους καί πολιτείας κατέστησαν.» Ο Κλεισθένης λοιπόν δεν είναι παρά απλός νομοθέτης- επανέφερε καθολοκληρία τη νομοθεσία του Σόλωνα, που στα κύρια σημεία της είχε παραμείνει σεβαστή και από τους Πεισιστρατίδες. Ο μόνος, ίσως, νεοτερισμός του Κλεισθένη ήταν η κατάργηση των τεσσάρων αρχαίων φυλών και η αντικατάστασή τους με δέκα. Αυτή η απλή μεταρρύθμιση, και ο τρόπος με τον οποίο έγινε, σημάδεψε καίρια το μέλλον της Αθήνας, χωρίς όμως να αλλάξει την ουσία της πολιτείας. Απλώς την έκανε πιο σαφή και πιο έντονη. Από την άλλη μεριά ο Κλεισθένης φαίνεται πως ηγήθηκε στην πρεσβεία η οποία στάλθηκε στο βασιλιά των Περσών, για να κλείσουν συμμαχία, από το φόβο των Αθηναίων προς τη Σπάρτη, που υποστήριζε τον Ιππία. Στην Περσία όμως τους ζητήθηκε να δώσουν «γῆν καί ὕδωρ», για να κατισχύσει η συμμαχία. Αυτό σήμανε το τέλος της πολιτικής σταδιοδρομίας του Αλκμεωνίδη, γιατί βέβαια οι Αθηναίοι δεν έστεργαν να γλιτώσουν από τη δουλεία των τυράννων για να την αντικαταστήσουν με τη δουλεία των Περσών. Όλα αυτά είναι αρκετά σαφή στον Ηρόδοτο, Ε, 73 και 90-93. Πώς λοιπόν να μην αγνοηθεί ο Κλεισθένης, παρά τη σημαντική του προσφορά στο αθηναϊκό πολίτευμα; 
[3] Κοσμικό: Με το επίθετο αυτό ο συγγραφέας επισημαίνει μια τάση ανεξαρτητοποίησης του αθηναϊκού πλήθους απέναντι στη θρησκεία. Αυτή όμως η τάση παρατηρείται ήδη από τον καιρό του Σόλωνα, που κατέκρινε τη γέ του θεάτρου σε βάρος της διονυσιακής λατρείας (Πλούτ., Σόλ., XXIX, 6-7) Με τη θεμελίωση της δημοκρατίας ο δήμος των Αθηναίων έγινε η κύρια όχι η μόνη - πηγή εξουσίας. Έτσι η δύναμη του ιερατείου, που στον αρ ελληνικό χώρο, ιδιαίτερα, δεν ήταν ποτέ ενιαίο - γι’ αυτό και δεν είχ σημερινή δύναμη -, οπισθοχώρησε κι άλλο. Αν ο σημερινός θεός και οι c του πάθαιναν στο θέατρο αυτό που πάθαιναν οι αρχαίοι θεοί στο αρχαίο θέατρο, η χριστιανική εκκλησία θα αντιδρούσε πολύ πιο έντονα απ’ ό,τα ι αντέδρασε με την προβολή του «Τελευταίου Πειρασμού» του Καζαντζάκη. 
[4] Οι εκατό δήμοι ήσαν άνισοι ως προς την έκταση αλλά ίσοι ως προς τον αριθμό των πολιτών και ως προς την οικονομική εμβέλεια- διαφορετικά δε θα μπορούσαν να έχουν τον ίδιο πολιτικό ρόλο (όπως πολύ σωστά παρατηρεί ο R. Cohen), που ήταν και ο ακρογωνιαίος λίθος του πολιτεύματος. Η αριθμητική ισότητα των δήμων είναι εμφανέστατη από το γεγονός ότι οι βουλευτές και οι φρουροί κληρώνονταν κατά δήμο (Αριστ., Αθ. Πολιτ., LXII, 1). Τι ισότητα θα υπήρχε, αν δεν έστελναν όλοι οι δήμοι από πέντε βουλευτές κάθε χρόνο στη Βουλή των Πεντακοσίων; Κι αν δεν ήσαν ισοπληθείς περίπου οι δήμοι, πώς θα τηρούνταν η επιταγή του δημοκρατικού πολιτεύματος να γίνεται κανείς βουλευτής μια χρονιά στη ζωή του, με πολύ σπάνιες εξαιρέσεις; Στο Μαραθώνα πολέμησαν 9000 Αθηναίοι (Κορνήλ. Νέπως, Μιλτ., 5, I)· 90 από κάθε δήμο. Ποιος δήμος θα δεχόταν να στείλει 100 οπλίτες, για να στείλει άλλος δήμος 80; Μπορούμε να φαντασθούμε την γκρίνια του δήμου που θα αισθανόταν αδικημένος. Ο δήμος αντικατάστησε τη ναυκραρία (Αριστ., Αθ. Πολιτ., XXI, 5) και κάθε ναυκραρία ήταν υποχρεωμένη να δίνει μια τριήρη και δύο ιππείς (Πολύδ., Η, 109). Κάτι ανάλογο θα έγινε και με τους δήμους, γι' αυτό οι αθηναϊκές τριήρεις ήσαν πολλαπλάσιο του εκατό στους Μηδικούς Πολέμους τουλάχιστο, που η Αθήνα είχε εκστρατεύσει με όλο της το στρατό. 
[5] Ενιαία μάζα: Την έννοια αυτή ο αναγνώστης θα πρέπει να την έχει πάντα στο νου του. Κόμματα, συντεχνίες, συνδικάτα, καθώς και κάθε είδος ομαδοποίησης, νόμιμης ή παράνομης, που βρίσκουμε στις κατοπινές κ σύγχρονες κοινωνίες, είναι ουσιαστικά άγνωστα στον αρχαίο ελληνικό χώρο λόγω του δημοκρατικού πολιτεύματος, που δεν είναι μόνο αττικό εύρημα και προνόμιο. Η οποιαδήποτε ομαδοποίηση αφετηρία της έχει τη με κάθε δυσαρέσκεια και καταπίεση κάποιου συνόλου ανθρώπων μέσα σε μια kc και την αδυναμία του συνόλου αυτού να πάρει το λόγο μέσα στην κοινωνία για να υποστηρίξει την άποψή του, να βρει το δίκιο του. Στην αρχαία Αθήνα κάθε άτομο μπορούσε να υποστηρίξει τη γνώμη του είτε ως εκκλησιαστής, δηλ. μέλος της εκκλησίας του Δήμου, είτε ως δικαστής, είτε ως βουλευτής. Αυτή είναι η μοναδικότητα του αθηναϊκού πολιτεύματος. 
[6] Η προσπάθεια να αποδοθεί στον Πυθαγόρα το πέρασμα από το δωδεκαδικό μετρικό σύστημα στο δεκαδικό, δεν ευσταθεί κι ούτε μπορεί να γίνε πως ο ολιγαρχικός και διωγμένος από τον Τάραντα εξαιτίας των ολίγα του ιδεών Σάμιος σοφός θα είχε επίδραση σημαντική στον ελληνικό όπου γενικά η κλήρωση και η δημοκρατία είχαν σαφώς το προβάδισμα. Η ρήση «Ἀπό κυάμων χεῖρας ἔχεσθαι», που αποδίδεται στον Πυθαγόρα, δε σημαίνει τίποτε άλλο από το να μη δέχεται κανείς τη δημοκρατία, μια και κύριο χαρακτηριστικό της ήταν το κληρωτό της καθοριστικής πλειοψηφίας των αρχόντων και ο κύαμος, το κουκί, ήταν ο κατεξοχήν κλήρος· πρβλ. Αριστ., Πολ., Δ, 12946, 8, και Αριστ., Αθ. Πολιτ., VIII, 1. Όσο για τα μετρικά συστήματα, τέσσερα είναι που χρησιμοποιεί κυρίως η ανθρωπότητα. Την πρωτοκαθεδρία την έχει το δεκαδικό, γιατί απλούστατα έχουμε δέκα δάχτυλα. Το εφταδικό οφείλεται στο ότι με γυμνό μάτι βλέπουμε στον ουρανό εφτά μεγάλα αστέρια που θεωρούνταν πλανήτες και έχουν δώσει το όνομά τους στις ημέρες της εβδομάδας. Το δωδεκαδικό οφείλεται στις δώδεκα περίπου περιστροφές της σελήνης γύρω από τη γη (354 μέρες) κατά τη διάρκεια της περιστροφής της γης γύρω από τον ήλιο (365 μέρες και 6 ώρες περίπου). Γι' αυτό και θεωρήθηκε πρόσφορο για τον υπολογισμό του κύκλου και του ενιαυτού, που θεωρείται κι αυτός κύκλος. Τέταρτο είναι το δυαδικό· το χρησιμοποιεί η πληροφορική και οι ηλεκτρονικοί υπολογιστές· το πρωτο- χρησιμοποίησαν οι Κινέζοι, πρβλ. Wion, Frida: Les symboles de la Chine. Ed. Le courrier du livre. 
[7] Σεληνιακό έτος: Σ’ αυτό το σημείο ο Αριστοτέλης τα λέει διαφορετικά: «Βουλή δε κληροῦται φ΄, ν΄ ἀπό φυλῆς ἑκάστης. Πρυτανεύει δ’ ἐν μέρει τῶν φυλῶν ἑκάστη καθ’ ὅ,τι ἄν λάχωσιν, αἱ μέν πρῶται τέτταρες ἕξ και λ΄ ἡμέρας ἑκάστη, αἱ δε στ’ αἱ ὕστεραι ε΄ και λ’ ημέρας ἕκάστη· κατά σελήνην γάρ ἄγουσιν τόν ἐνιαυτόν.» Αριστ., Αθ. Πολιτ., XLIII 2. (Και κληρώνεται βουλή πεντακοσίων, πενήντα από κάθε φυλή. Και πρυτανεύει με τη σειρά της καθεμιά από τις φυλές, όπως βγει ο λαχνός, οι πρώτες τέσσερις τριάντα έξι μέρες- καθεμιά, ενώ οι υπόλοιπες έξι, τριάντα πέντε μέρες καθεμιά· γιατί έχουν το χρόνο κατά τη σελήνη.) Με βάση το εδάφιο αυτό και σε συνδυασμό με τα εδάφια Α, 32, και Β, 4, του Ηροδότου, μπορούμε να συναγάγουμε τα ακόλουθα σχετικά με το αττικό ημερολόγιο: Το έτος στην Αττική είχε πότε 354 μέρες και πότε 376 εναλλακτικά. Στην πρώτη περίπτωση οι πρώτες 4 πρυτανείες διαρκούσαν 36 μέρες, ενώ οι 6 ακόλουθες 35. Στη δεύτερη περίπτωση οι 4 πρώτες φυλές πρυτάνευαν, δηλ. κυβερνούσαν, για 37 μέρες, ενώ οι 6 ακόλουθες για 38. Κι επειδή η κλήρωση τα καθόριζε όλα αυτά, διαφωνίες δε θα υπήρχαν. Όσο για την άποψη του συγγραφέα πως ο Κλεισθένης προσπάθησε να αποσείσει τη «βαριά κηδεμονία» των Ολύμπιων θεών, αυτό δεν είναι προι νές. Ο πολυθεϊσμός ποτέ δεν ήταν καταπιεστικός, γιατί ακριβώς η φύση της πολυθεΐας δεν είναι ποτέ δυνατό να θεσπίσει κάποιο δόγμα και κάποιο θρησκευτικό κατεστημένο. .  
[8] Τη στρατηγία τη βρίσκουμε στην Αθήνα από τον καιρό του Δράκοντα και μάλιστα με την ίδια αντιστοιχία (ένας στρατηγός κατά φυλή)· μόνο που στρατηγοί ήσαν τότε τέσσερις, γιατί και οι φυλές ήταν τέσσερις: «τούτους δ΄ ἔδει διεγγυᾶν τούς πρυτάνεις καί τούς στρατηγούς καί τούς ἱππάρχους τούς ἔνους μέχρι εὐθυνῶν, ἐγγυητάς δ΄ ἐκ τοῦ αὐτοῦ τέλους δεχομένους οὗπερ οἱ στρατηγοί καί οἱ ἵππαρχοι Αριστ., Αθ. Πολιτ., IV, 2. (Γι’ αυτούς, δηλ. τους νέους στρατηγούς και ιππάρχους, έπρεπε να μεσεγγυώνται μέχρι την ευθυνοδοσία τους οι πρυτάνεις, οι στρατηγοί και οι ίππαρχοι της προηγούμενης γενιάς, οι οποίοι δεχόντουσαν ως εγγυητές τέσσερις πολίτες από την ίδια ακριβώς φορολογική κλίμακα, από την οποία ήσαν οι στρατηγοί και οι ίππαρχοι.) Γιατί θα ήσαν τέσσερις οι εγγυητές, αν δεν ήσαν τέσσερις και οι στρατηγοί οι ίππαρχοι, όπως και οι φυλές; (Αριστ., Αθ. Πολιτ., VIII, 3: «Φυλαί δ΄ ἦσαν τέτταρες καθάπερ πρότερον και φυλοβασιλεῖς τέτταρες.») 
[9] Κλήρωσης και εκλογής: Οι στρατηγοί ήταν από τα ελάχιστα αξιώματα, στα οποία οι πολίτες αναδείχνονταν μόνο με εκλογές. Η αθηναϊκή δημοκρατία είχε ως βασικό τρόπο ανάδειξης των αξιωματούχων της την κλήρωση, όπως άλλωστε το επισημαίνει και ο συγγραφέας. 
[10] Πρβλ. τη φυγή του Κάιν μετά το φόνο του Άβελ. 
a Από ένα πολύ πρόσφατο ταξίδι αποκόμισα την εντύπωση πως οι αμερικανικές ανασκαφές στην αγορά της Αθήνας θα τροποποιήσουν χωρίς αμφιβολία βαθιά τις αντιλήψεις μας σχετικά με τον οστρακισμό. Τα αποτελέσματα, σταοποία έφθασαν οι Αμερικανοί αρχαιολόγοι, όσο ατελή κι αν είναι μέχρι τώρα, θα μας υποβάλουν χωρίς αμφιβολία από τώρα και στο εξής μεγαλύτερη ακόμα σύνεση στις κρίσεις μας για τους θεσμούς της Αθήνας.  
[11] Πρβλ. σημ. 7. 
[12] Η στρατιωτική θητεία ήταν καθήκον κυρίως των τριών πλούσιων τάξεων, των πεντακοσιομεδίμνων, των ιππέων και των ζευγιτών, οι οποίοι, εκτός από το βάρος της φορολογίας - οι θήτες ήταν αφορολόγητοι, ατελείς -, έφερναν και το βάρος του πολέμου, γιατί μόνο αυτοί είχαν την οικονομική ευρωστία να παραγγέλνουν και να έχουν πλήρη οπλισμό ώστε να υπηρετούν ως οπλίτες, που ήταν και το βασικό μάχιμο σώμα του ελληνικού στρατού. Οι θήτες πολεμούσαν ως ψιλοί, δηλ. ελαφριά οπλισμένοι. Έτσι στο Μαραθώνα βρίσκουμε 9000 οπλίτες Αθηναίους (βλ. σημ. 69) από τους 10800, που αριθμούσαν οι τρεις φορολογούμενες πλούσιες τάξεις· βλ. Αριστ., Αθ. Πολιτ., αποσπάσματα του πρώτου μέρους (που έχει χαθεί) αριθ. 3 και 4. Το σύνολο των Αθηναίων πολιτών στις αρχές του 5ου αι. π.Χ. ήταν 30000, βλ. Ηρόδ., Ε, 97, 2. Στη ναυμαχία της Σαλαμίνας πρέπει να κυμαίνονταν ανάμεσα στους 36000 και 40000, γιατί πολέμησαν με όλο τους το στρατό και διέθεταν 200 τριήρεις καθεμιά είχε συνολικό πλήρωμα 200 πολίτες, όχι βέβαια ξένους, ίσως ούτε μέτοικους, μια και ακόμα δεν υπήρχαν πολλοί μέτοικοι στην Αθήνα, κ χρήματα που έδωσε ο Άρειος Πάγος (Αριστ., Αθ. Πολιτ., XXIII, I) Θεμιστοκλής (Πλούτ., Θεμ., X, 6-7), στους πολίτες τα έδωσε, στους θήτες βρίσκονταν σε άθλια κατάσταση. Πάντως οι ίδιοι οι Αθηναίοι γέμισα τριήρεις, γιατί δάνεισαν 20 στους Ερετριείς· γι’ αυτό και ο αριθμός 36000 
[13] Η έννοια της φυλής, της ράτσας, της κοινής καταγωγής, δεν ήταν έντονη στον Αθηναίο και γενικά στον Έλληνα όσο η έννοια της παιδείας που υπερείχε λόγω βέβαια του δημοκρατικού πολιτεύματος. Αυτό είναι εμφανές στον «Επιτάφιο» του Περικλή, ενώ αργότερα ο Ισοκράτης θα δηλώσει τελείως κατηγορηματικά πως η ελληνικότητα δεν είναι τόσο ζήτημα φύσης, καταγωγής, όσο ζήτημα παιδείας: «... καί τό τῶν Ἑλλήνων ὄνομα πεποίηκεν (ἡ πόλις ἡμῶν —ἡ Ἀθήνα δηλαδή) μηκέτι τοῦ γένους, ἀλλά τῆς διανοίας δοκεῖν εῖναι, καί μᾶλλον Ἕλληνας καλεῖσθαι τούς τῆς παιδεύσεως τῆς ἡμετέρας ἤ τούς τῆς κοινῆς φύσεως μετέχοντας.» Ισοκρ., Πανηγυρ., 50· (... κα κάνει (η πόλη μας, η Αθήνα), ώστε το όνομα «Έλληνες» να μη φαίνεται πως σημαίνει την καταγωγή αλλά τη νοοτροπία και περισσότερο να ονομάζονται Έλληνες όσοι συμμετέχουν στη δική μας παίδευση παρά στην κοινή καταγωγή.) Η δική μας παίδευση δεν είναι τίποτε άλλο παρά η γενική παιδεία, η πολιτική παιδεία κυρίως, που πρόσφερε η Αθήνα στην αγορά της, στην Πνύκα της, στο θέατρό της, στα γυμναστήριά της.